ελληνικό διήγημα

Νατάσα Κεσμέτη, Κόχυλας ἀπό τό Ulvik ὥς τήν Ἐρεσσό

Olav
Στόν Συμεών Σταμπουλοῦ                      

Σπίτι χτίζεις γιά τήν ψυχή σου,
καί περήφανα περιπλανιέσαι
στήν ἀστροφεγγιά
μέ τό σπίτι στή ράχη σου
σάν σαλιγκάρι.
Κίνδυνος ὅταν πλησιάζει
Τρυπώνεις μέσα
κι ἀσφαλής εἶσαι
κρυμένος καλά (περισσότερα…)

Το υπερτιμημένο νεοελληνικό διήγημα

του ΦΩΤΗ ΔΟΥΣΟΥ

Είναι διάχυτη η αντίληψη ότι στην Ελλάδα το φόρτε μας είναι το διήγημα. Μπορεί στον τομέα του μυθιστορήματος να μην τα καταφέρνουμε και τόσο καλά, για ποικίλους λόγους, αλλά στις μικρές αφηγήσεις είμαστε εξπέρ.

be1ef37e0b9706f8d72d7a167fcd6eafΌταν επιχειρούμε ιστορικές ανασκοπήσεις του ελληνικού διηγήματος, ξεκινάμε συχνά την προσέγγισή μας με τον Βιζυηνό και τον Παπαδιαμάντη, περνάμε στον Βουτυρά, τον Ξενόπουλο, τον Θεοτόκη, τον Μητσάκη, τον Νιρβάνα, συνεχίζουμε με Χατζή, Γονατά, Χάκκα, Γιώργο Ιωάννου, και φτάνουμε σταδιακά μέχρι τους σύγχρονούς μας διηγηματογράφους. Συνήθως τραβάμε μια νοητή γραμμή με πρόθεση να ενώσουμε όλες αυτές τις τόσο διαφορετικές αφηγηματικές τάσεις και φωνές. Αγωνιούμε να αποδείξουμε μια ομαδοποίηση, μια ομοιογενοποίηση που καταδεικνύει ενδεχομένως την αδιάλειπτη συνέχεια του ελληνικού διηγήματος. Αυτή η συνέχεια δεν έχει να κάνει φυσικά με μορφικά, ιδεολογικά, αισθητικά ή τεχνικά ζητήματα, όσο με μια ακκίζουσα βεβαιότητα ότι το επίπεδο στο ελληνικό διήγημα είναι πάντοτε υψηλό. Σίγουρα υψηλότερο από αυτό του μυθιστορήματος, όπως είπαμε. Στο μυαλό όλων μας αντηχεί εκείνη η κοινωνιολογικής προέλευσης ερμηνεία που διατείνεται ότι οι Έλληνες δεν μπόρεσαν ποτέ να διαπρέψουν στο μυθιστόρημα επειδή δεν είχαν να επιδείξουν αστικό πολιτισμό. Για κάποιον παράξενο λόγο θεωρούμε ότι το διήγημα προσιδιάζει καλύτερα στην επαρχιακή – αγροτική κουλτούρα και αντίληψη για τη ζωή, από την οποία, υποτίθεται, είμαστε διαποτισμένος ως λαός ακόμα και σήμερα. (περισσότερα…)

Έφη Δήμου, «Τέλειο!»

main-image.jpg

«Τέλειο!»

Τον τελευταίο μήνα, κάθε μέρα, η ίδια σκηνή, η ίδια κουβέντα. Εκείνη, καθισμένη στο τραπέζι της κουζίνας, με το βλέμμα καρφωμένο στα χέρια της, προσεχτικά ακουμπισμένα στην ποδιά της και, εκείνος, να κόβει βόλτες μπροστά της, σαν αγρίμι στο κλουβί. Μικρές βόλτες, πέρα-δώθε, ίσαμε τέσσερα βήματα η καθεμία. Σταματά και ανάβει τσιγάρο. Τρεις βαθιές ρουφηξιές. Τη ρωτά αν είναι σίγουρη, αν το σκέφτηκε καλά και νιώθει το πηγούνι του να τρέμει. Του απαντά ότι όχι, δεν είναι σίγουρη, για τίποτα πια δεν μπορεί να είναι σίγουρη όμως τώρα αυτό θέλει. Τον προλαβαίνει και του μιλά για τα παιδιά, πως είναι μεγάλα, θα καταλάβουν, αν μπουν στον κόπο να ασχοληθούν. «Δε σε ρώτησα για τα παιδιά», της λέει ξερά. «Κουράστηκα να υποκρίνομαι…», συνεχίζει εκείνη σα να μην τον άκουσε και κάνει να σηκωθεί να φύγει. «Κουράστηκες να υποκρίνεσαι;», αρθρώνει με κόπο εκείνος και αφήνει τα χέρια του να κρεμάσουν. Το τσιγάρο πέφτει από τα δάχτυλά του και κυλά στο πάτωμα. Ο καπνός του αρχίζει να ανεβαίνει προς τα πάνω αλλά διαλύεται προτού φτάσει στο ύψος των κεφαλιών τους. Με την αναστροφή του χεριού του σκουπίζει τον ιδρώτα που έχει φυτρώσει –ψιλές ψιλές σταγονίτσες– στο μέτωπό του. «Κουράστηκες να υποκρίνεσαι;», επαναλαμβάνει σα να απευθύνεται στο κενό. «Δεν αντέχω άλλο σ’ αυτόν τον ρόλο», ψελλίζει εκείνη με φωνή βραχνή και πνιγμένη, ανακατεμένη μ’ ένα πνιχτό αναφιλητό. «Μαριάννα, κοίταξέ με» κι εκείνη, σαν μικρό παιδάκι, υπακούει. Τον κοιτά με το πρόσωπό της βουτηγμένο στα δάκρυα και σε λίγο ξεσπά σε λυγμούς που τραντάζουν το λιγνό κορμί της. «Για ποιο ρόλο μου μιλάς; Πρόκειται για τη ζωή σου. Τη ζωή μας», λέει εκείνος και κάνει να την αγγίξει. «Έχω στεγνώσει από ζωή. Είμαι μόνο θέατρο…», λέει εκείνη πικρά, τα μάτια της κατακόκκινα, στα όρια του εαυτού της. «Σύνελθε», φωνάζει εκείνος και η παλάμη του αφήνει κόκκινο αποτύπωμα στο μάγουλό της. Πονάει. Σωριάζεται στο πάτωμα και νιώθει την καύτρα του τσιγάρου στην πλάτη της. Η θεόρατη σκιά του στέκει από πάνω της και την κάνει να μαζευτεί κουβάρι, παλεύοντας απεγνωσμένα να ξεφύγει, να κρυφτεί. Αφήνει μια κραυγή που δεν βγαίνει ποτέ προς τα έξω. Το πρόσωπό της είναι αλλοιωμένο από μια έκφραση απελπισίας και οδύνης. Με τρόμο αντιλαμβάνεται τα δάχτυλά του να σφίγγουν το λαιμό της. Έχει μελανιάσει, ανασαίνει όλο και πιο δύσκολα.

Με όσο κουράγιο της απομένει σηκώνει το κεφάλι και το στρέφει προς την πλευρά της πλατείας. «Στοοοπ!», ακούγεται μια φωνή, «τέλειο!». Τα μάτια της μένουν ακίνητα, διεσταλμένα, με μια έκφραση θριάμβου πάνω στη γυάλινη επιφάνειά τους.

ΕΦΗ ΔΗΜΟΥ



(Τὸ διήγημα «Τέλειο!» ἀποτελεῖ προδημοσίευση ἀπὸ τὴν ἐπικείμενη συλλογὴ ἀφηγημάτων τῆς Ἔφης Δήμου, ἡ ὁποία ἐπίκειται νὰ κυκλοφορήσει ἀπὸ τὶς ἐκδόσεις Γκοβόστη)

Τρία βιβλία – τρία κείμενα

 

της ΚΩΣΤΟΥΛΑΣ ΜΑΚΗ

«Στις χαραμάδες του χρόνου»[1]

Του χιονιού
Τασία Βενέτη
Το Ροδακιό
2013
σσ. 122

Στον επίλογο της ταινίας Αντίχριστος του Λαρς Φον Τρίερ, ο πρωταγωνιστής παρακολουθεί ένα ξαφνικό εγερτήριο νεκρών γυναικών, χωρίς πρόσωπο, που όλες μαζί διασχίζουν αποφασιστικά τις κορυφογραμμές του δάσους. Οι θεατές παρακολουθούν την επιστροφή κάθε «βίαια ακυρωμένης γυναικείας φωνής» από τα βάθη του χρόνου. Αντίστοιχα, στο βιβλίο της Τασίας Βενέτη επανέρχεται η τελεολογική ελπίδα του Walter Benjamin για τη «μελλοντική δικαίωση» όλων των ηττημένων.

Δεν είναι εύκολο να περιγραφεί κριτικά το βιβλίο της Βενέτη, κυρίως επειδή το γλωσσικό απόθεμα των είκοσι-οχτώ ιστοριών είναι αιφνιδιαστικό, καθηλωτικό και αιχμηρό. Οι σύντομες ιστορίες της πάλλονται, αξιοποιώντας τη λαϊκή διάλεκτο της Θεσπρωτίας, την περίοδο της Κατοχής και του Εμφυλίου. Η γλώσσα ανακαλεί τις ιστορίες γυναικών με άγρια βιώματα, πολλαπλές ακυρώσεις και βάσανα. Εκεί όπου η έμφυλη βία είναι σωματική, ψυχολογική, συναισθηματική και βασίζεται σε εξακολουθητικές πρακτικές αιώνων.

21527965Στην πρώτη ιστορία η «κοπέλα» που «κάπως δεν ήτανε καλά»[2] οδηγείται στο μοναστήρι από τη μάνα της και τους κοντινούς της που με ολολυγμούς προσπαθούν να την κάνουν να σωπάσει: «…κι αυτή να τινάζεται ορθή και να χλιμιντράει και να γυρνάει τα μαλλιά, μαύρα μαστίγια, ολούθε από αυτά τη βούτηξαν, τη βάρεσαν και την κούρεψαν σαν πρόβατο».[3] Αλλού μια πεθερά “διατάζει” τη νύφη της να μπει όλο πιο βαθιά στο νερό για να πλύνει τα ρούχα μέχρι που της φεύγουν από τα χέρια και κινδυνεύει να πνιγεί.[4] Σε μια τρίτη ιστορία, μια γυναίκα επιστρέφει στα σαράντα της μάνας της για να μαζέψει τη βελέντζα που της άφησε γυρνώντας πάλι πίσω στα ξένα, αφού βγάζει τα δύο τελευταία δόντια της «θειακούλας» της. «Κρατήσου»,[5] ο τίτλος και το δίλημμα που διατρέχει το βιβλίο. Με ποιους όρους σε δύσκολες συνθήκες στέκονται όρθιοι οι άνθρωποι και ποια είναι τα όρια των αντοχών; Στην ομότιτλη ιστορία η γιαγιά διατηρεί με την παρουσία της τη συμβολική έννοια του σπιτιού ακόμα και όταν από τη σκεπή πέφτει μέσα το χιόνι πάνω στη βελέντζα που κοιμούνται τα παιδιά και η «Μαλέκω» μαζί.[6]

Παράλληλα, παρακολουθώντας όσους και όσες “περπατάνε” στις λέξεις της, καταγράφονται πολλαπλοί αγώνες επιβίωσης μέσα στις πιο δύσκολες συνθήκες. Εντοπίζεται επίσης ένα αξιακό πρόταγμα αντίστασης. Με αυτήν την έννοια οι ιστορίες “του χιονιού” επαναφέρουν μια μη γραμμική μνημονική διαδικασία, με ρήγματα ανάμεσα στο παρόν, το παρελθόν και το μέλλον, προσκαλώντας να μη λησμονηθεί μια περίοδος που συχνά αποσιωπείται ή θεωρείται παρελθοντική συνθήκη: ο εμφύλιος πόλεμος και η πολιτική προσφυγιά.

Η ανάδειξη όλων αυτών των δοκιμασιών εντάσσει τον αναγνώστη σε μια διαλεκτική σχέση με την παράδοση με όρους υλικούς και συναισθηματική τοποθέτηση. Οι ιστορίες, ίδιες με παραμύθια, δεν είναι μελοδραματικές, επειδή οι ήρωες και οι ηρωίδες δεν παρουσιάζονται θυματοποιημένοι. Το βιβλίο χωρίς να έχει φολκλορικό ή ηθογραφικό στοιχείο κατασκευάζει γέφυρες με διαχρονικά κοινωνικά ζητήματα των καιρών: την ανέχεια, την έμφυλη βία, την προσφυγιά, την ασθένεια, τη μοναξιά, αλλά και την αίσθηση ευθύνης απέναντι στη μνήμη και στους αγαπημένους.

Ανάμεσα στην πολιτική οξύτητα εκείνων των καιρών η συγγραφέας ζητάει την κριτική σύνδεση με το παρελθόν, χωρίς επιτήδευση και φόβο. Ακριβώς όπως περιγράφει την ηρωίδα της: «αγρίμιασε μονάχη της κάτω απ’ το λιοπύρι, κάτω απ’ τ’ αστέρια, κάτω από μια παλιοκάπα… και δεν σκιάζονταν με τίποτα. Έτσι! Όλα τίποτα ήταν γι’ αυτήν, και δεν σκιάζονταν»[7].


[1] Βλ.: σσ. 112-113.

[2] «Παλιά Ιστορία», σ. 9 (σσ. 9-10).

[3] Στο ίδιο, σ. 10.

[4] «Στο βαθύ», σσ. 40-43.

[5] «Κρατήσου», σσ. 58-59.

[6] «Δεν τη θυμόμασταν ούτε με όνομα ούτε με δόντια. Όλοι Μαλέκω τη φωνάζαμαν γιατί φαίνονταν γριά». Στο: «Του χιονιού», σ. 89 (σσ. 89-91).

[7] «Στο βαθύ», σ. 40 (σσ. 40-43)

~.~

Γιάννης Πάσχος
Οι μαγικές ιστορίες του Δον Ντομίνγκο
2017
Αθήνα: Περισπωμένη
Σελ. 105

Η τέχνη του παιχνιδιού

Ωραία, λοιπόν, είναι η Άνοιξη, αλλά με εκνευρίζει που είναι τόσο επιπόλαια. Μοιάζει με την Οκτωβριανή Επανάσταση, αν και ολάνθιστη, πάντα καταλήγει στην ξεραΐλα της ερήμου[1].

 Υπάρχουν βιβλία που ανατρέχεις σε αυτά διαρκώς, ανοίγοντας διαλόγους μαζί τους και χρησιμοποιώντας τα ως όρια οριζόντων. Ο Γιάννης Πάσχος είναι ποιητής, διηγηματογράφος, ιχθυολόγος και ως εκ τούτων οξυδερκής παρατηρητής ψαριών και ανθρώπων. Πιθανότατα, η παρατήρηση των υδάτινων κόσμων και των πλασμάτων που τους διασχίζουν διαδραμάτισε κάποιον ρόλο στην ικανότητά του να βλέπει διαπεραστικά τα ανθρώπινα κατασκευάζοντας ιστορίες, πάθη, λύπες και χαράζοντας διαδρομές κάθε τύπου στο παρόν, στο παρελθόν και το μέλλον.

213064_0Οι είκοσι-μία ιστορίες που αφήνει πίσω ο Δον Ντομίνγκο, όταν φεύγει, λειτουργούν ως ανθολόγιο ονείρων. Πρόκειται για έναν παγκόσμιο ονειροχάρτη, χωρίς όμως τη συνοδεία ενός πρακτικού εγχειριδίου χρήσης. Οι αναγνώστες προκαλούνται να οικειοποιηθούν κάθε ήρωα/ηρωίδα και κάθε ιστορία, αφήνοντας τα δικά τους ίχνη και αναλαμβάνοντας την ευθύνη για τη σύνθεση του δικού τους τοπίου. Τα όνειρα στις ιστορίες ενώνουν το προσωπικό με το πολιτικό, δεν είναι ξεκομμένα από το πραγματικό, αλλά αντίθετα, η ύφανσή τους έχει πάντα στοιχεία δεσμών και αλλαγών που ορίζονται και από την καθημερινότητα. Τα όνειρα, λοιπόν, δεν είναι εξιδανικευμένες ρομαντικές εκδοχές εκπληρωμένων ή ματαιωμένων επιθυμιών. Οικοδομούνται σε ανοιχτές διαπραγματεύσεις ανάμεσα σε ο,τι ορίζεται κάθε φορά ως πραγματικό και μη πραγματικό. Συνεχίζοντας την παράδοση του Μπόρχες, ο συγγραφέας φτιάχνει λαβύρινθους, διλήμματα και χώρους, εντάσσοντας την πραγματικότητα στον μαγικό ρεαλισμό και αποκαλύπτοντας τις υπερρεαλιστικές πτυχές της που «τρυπώνουν» πάντα εκεί που δεν τις περιμένεις.

Όσο έμεινε κοντά στους ανθρώπους ο Δον Ντομίνγκο, τους απαθανάτιζε με μια χαλασμένη φωτογραφική μηχανή, βλέποντας τους να παίρνουν πόζες. Κάποιες φορές τον κερνούσαν για να τους λέει ιστορίες. Άλλες, τον μέθαγαν παρά τη θέλησή του και «τον έντυναν γουρουνάκι και τον έσερναν στον δρόμο και τον έκαιγαν στα πόδια με τσιγάρα για να δουν πώς στρίγγλιζε». (σ. 16) Φεύγοντας, εκτός από τις ιστορίες του, οι άνθρωποι της πολυκατοικίας θα βρουν φωτογραφίες νεκρικές. Καθένας εξ αυτών βρίσκεται σε φέρετρο στολισμένος/η με λουλούδια. Ο Δον Ντομίνγκο τούς κρατάει το χέρι. Αποχωρώντας από τη ζωή τους είναι εκεί στον θάνατο για να τους συντροφέψει.

Οι ιστορίες είναι η παρακαταθήκη του. Τρόποι ταξινόμησης και επανακατασκευής του κόσμου σε άπειρες συνθέσεις. Ο χρόνος στις αφηγήσεις του Πάσχου είναι πάντοτε ιστορικός, ακόμα και όταν είναι μαγικός. Η πραγματικότητα διαθλάται για να μπορέσει να διατηρηθεί εκ νέου. Οι οικογενειακές ιστορίες του βιβλίου ή η καταγωγή του Δον Ντομίνγκο είναι ανοιχτές και διαφορετικές. Σε μια από αυτές ο πατέρας παίρνει τον γιο του να γνωρίσει «τα επιτεύγματα της επανάστασης». «Αντί να τον παρασημοφορήσουν, τον κυνήγησαν, όπως συμβαίνει πάντα σε αυτές τις περιπτώσεις». (σ. 25)  Σε άλλη, οι γονείς του γίνονται δύο τεράστια φτερά που απομακρύνονται, αφήνοντάς τον στο έδαφος. (σ. 27) Ωστόσο, κάθε φορά το ζητούμενο είναι να «αιφνιδιάσουμε τον κοινωνικό εαυτό μας», όπως και ο ήρωας της πρώτης ιστορίας.

Επιστροφή και χωρισμός, χαρά και λύπη, ζωή και θάνατος διατρέχουν το βιβλίο, πηγαίνοντας μπρος πίσω. Σε μια από τις ιστορίες, ο πρωταγωνιστής συνεχίζει να παίζει σκάκι με τον νεκρό ποιητή, τον Μίλτο Σαχτούρη. Παντοδύναμα με τις παρτίδες τους, διαρκώς, αναδομούν τον κόσμο. Είναι σε αυτήν την ιστορία που ο συγγραφέας διαπιστώνει πόσο δύσκολο είναι να διαχειριστείς την ήττα από έναν απόντα, θέτοντας ξανά το ερώτημα της μνήμης και της ύπαρξης. Πώς γινόμαστε παρόντες και απόντες; Σε ποια ιστορική στιγμή και ποιοι/ποιες μας «κουβαλάνε» μέσα τους; Με ποιους άραγε όρους και σε ποιες συνθήκες; Στη δεύτερη ιστορία μαθαίνουμε πως ένας άνθρωπος, , όταν εξαφανίζεται αυτή που αγαπάει, «βούτηξε μέσα στη λύπη κι έμεινε εκεί, σαν ζώο ταριχευμένο, κρεμασμένος στην αθέατη πλευρά του σύμπαντος» (σ. 45).[2]

Το πάθος κυριαρχεί στις ιστορίες του συγγραφέα. Τίποτα δεν είναι αδιάφορο. Μια γυναίκα ανεβαίνει στην ουρά μιας πελώριας φάλαινας  και ουρλιάζει από πάθος τόσο δυνατά που ημερώνουν ακόμα και τ’ άγρια κύματα.[3] Σε άλλη περίπτωση, ο ήρωας «κολυμπά στα λόγια μας»,[4] συντροφεύει τον Κύκλωπα[5] ή αναρωτιέται τι γίνεται όταν επιθυμούμε διακαώς να καταβροχθίσουμε τον εαυτό μας, αλλά αυτός μας ξεφεύγει διαρκώς, παίζοντάς το πεθαμένος σκορπιός.[6]

«Όλα θέλουν τέμπο και χρόνο, τρόπο και υπομονή» (σ. 80) επισημαίνεται στο βιβλίο. Στο σύμπαν του, όλα τα σώματα, σαν την επιθυμία, είναι συχνά διαμελισμένα. Τα συναισθήματα αμφιθυμικά, οι πορείες μη προδιαγεγραμμένες. «Μαγείρεψα την ηρεμία μου», μας λέει ένας από τους ήρωες, «ελπίζω να περάσατε καλά». (σ. 54) Τελικά, δύσκολα κατατάσσονται όσα ανατρεπτικά συμβαίνουν. Το βιβλίο του Πάσχου, λοιπόν, είναι «σαν το άρωμα που αφήνει η λαχτάρα μιας ερωτικής εξομολόγησης, πριν καλά ειπωθεί».


[1] «Η κραυγή», (σσ. 91-95).

[2] «Οι σπόνδυλοι μιας ξύλινης σκάλας», (σσ. 44-46).

[3] «Η γοητεία του ορίζοντα», (σσ. 37-39).

[4] «Η μαγεία της άνωσης», (σσ. 67-69).

[5] «Ο άλλος», (σσ. 58-61).

[6] «Οι δοκιμασίες των κατασκόπων» (σσ. 80-86).

~.~

Γιάννης Κωνσταντίνου
Από το προσωπικό μου συναξάρι
Αθήνα: Εκδόσεις Επίκεντρο
2019
σσ. 74

Είπεν: μη κρίνετε ίνα μη κριθείτε και εγένετο ως θέλημά Του το θεμελιωδέστερο κοινωνικό συμβόλαιο του έθνους μας: Ημείς δεν αμφισβητούμε τους προϊσταμένους και εκτελούμε ακρίτως τας εντολάς αυτών που μας διόρισαν. («Μη κρίνετε», σ. 62)

Κάθε κριτικό κείμενο για ένα βιβλίο παραμένει διαρκώς ανοιχτό σε πολλαπλές ερμηνείες, ανάλογα με τις διαφορετικές αναγνωστικές προσεγγίσεις. Επομένως, οι κριτικές αναγνώσεις γίνονται μονοδιάστατες σε κάθε ιδεαλιστική επίκληση ενός μοναδικού “τόπου αλήθειας”, στον οποίο ο κριτικός κρατά τον ρόλο της αυθεντίας. Σε τέτοιες περιπτώσεις, η κριτική αυτο-ακυρώνεται, κατασκευάζοντας νέες ιεραρχικές κατατάξεις στον ανταγωνιστικό χώρο της βιβλιοπαραγωγής και βιβλιοκριτικής.

Τα μικροκείμενα του Κωνσταντίνου δεν κατατάσσονται εύκολα, ενώ παράλληλα με αμεσότητα, ειρωνεία και σαρκασμό ασκούν διεισδυτική κριτική στη θρησκευτική, νομική και πολιτική “αυθεντία” σε όλες τις εκδοχές της. Η πρωτοτυπία του βιβλίου είναι πολυδιάστατη και δεν αφορά μόνο στην αποδόμηση του κανονιστικού πλαισίου του ελληνορθόδοξου δόγματος: εορτές, βίοι αγίων, σημαντικά θρησκευτικά γεγονότα. Ο συγγραφέας με προκλητική διαύγεια ανασυνθέτει τη “μυθολογία” της ορθόδοξης πίστης, τέμνοντας το προσωπικό, το πολιτικό και το θρησκευτικό. Την ίδια στιγμή, καταγράφει με ποιους τρόπους οι συνυφάνσεις του πολιτικού, νομικού και θρησκευτικού στοιχείου, ανακυκλώνουν την Ελλάδα της Κρίσης.

Εφόσον οι κριτικές βιβλίων συμπλέουν με τις υποκειμενικές θέσεις των συγγραφέων και τις ιδεολογικοπολιτικές τους θεωρήσεις, είναι αναμενόμενο κάθε κριτική βιβλίου να είναι ανοιχτή σε διάφορους αντιλόγους. Στην περίπτωση του συγκεκριμένου βιβλίου και για όσους κλονίζονται με τη σαρκαστική πολεμική του Κωνσταντίνου, εύκολα μπορούν να ισχυριστούν ότι το βιβλίο αγγίζει τα όρια του εξυπνακισμού ή ότι είναι αιρετικό έως και βλάσφημο.

Ο ίδιος ο συγγραφέας, έχοντας επίγνωση του κριτικού λόγου κάνει χρήση του αυτοσαρκασμού, αναγνωρίζοντας ο ίδιος τις πολιτικές του ματαιώσεις στο πέρασμα των χρόνων, αλλά και τη διάθεσή να αντιπαρατεθεί σε κάθε είδους δόγματα. Στα κείμενα αξιοποιείται η επαγγελματική ιδιότητά του ως νομικός. Ο Κωνσταντίνου αναφέρεται στο πώς το δικαστικό σύστημα διασπά ολοένα και περισσότερο το κοινωνικό κράτος, αναπαράγοντας την κοινωνική αδικία και τα δικαιώματα των προνομιούχων.

Στο βιβλίο παρατίθενται η φιλανθρωπία του οίκτου, η γραφειοκρατία, τα μικροπολιτικά συμφέροντα, η μνημονιακή Ελλάδα και η αποποίηση ευθύνης μέσω της “τερατοποίησης” της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ο συγγραφέας καταδεικνύει τη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα και τις πολιτικές συνέπειες που ακολουθούν με το μη διαχωρισμό εκκλησίας κράτους.

Όλα εμπεριέχονται στο κριτικό του βλέμμα, ακόμα και αν πρόκειται για τους αριστεριστές, που με θρησκευτικό τρόπο επαναφέρουν τις ίδιες ιδεολογικές θέσεις ή την κατασκευή της Θεσσαλονίκης ως της απόλυτα ερωτικής πόλης. Πικρά και ξεκαρδιστικά την ίδια στιγμή τα κείμενα πιστοποιούν ότι οι καλές προθέσεις ή οι προοδευτικές τοποθετήσεις δεν αρκούν για την αλλαγή του κόσμου, ενώ επισημαίνεται η φράση του Μύλλερ πως «το νεκρό στην Ιστορία δεν είναι νεκρό» (σ. 69).

Ο Άγιος Βασίλης κατασκευάζεται ως ο επιχειρηματίας του τζόγου με τους πιστούς να συρρέουν στην ονομαστική του εορτή στο καζίνο. Ο άσωτος-βετζετέριαν επιστρέφει για να καρπωθεί την οικογενειακή περιουσία. Ο Άγιος Γεώργιος εμφανίζεται ως εμμονικός δρακοκτόνος που έπεσε στην αφάνεια, επειδή τα τέρατα είναι πια προστατευόμενο είδος από τις οικολογικές οργανώσεις κάθε τύπου. Ο Απόστολος Παύλος είναι για κάποιους «κάτι μεταξύ του Λένιν και του Τρότσκι του χριστιανισμού» (σ. 48), όμως, σύμφωνα με τον συγγραφέα «ο πρώτος ντονμές στην ιστορία», δηλαδή Εβραίος που αλλαξοπίστησε για να σωθεί. Ο Ιωάννης ο πρόδρομος είναι προσηλωμένος επιχειρηματίας που τελειοποίησε τις υπηρεσίες: γάμος, βάφτιση και κηδεία, αλλά και «πιο εξειδικευμένα μπραντς (ευχέλαιο, μνημόσυνο, αγιασμός, μικρός ή ολόκληρος «σαραντισμός» κ.ο.κ.) (σ. 55), ενώ ο ίδιος ο Χριστός ήταν ένας γοητευτικός άντρας που τον λάτρευαν οι γυναίκες.

Ολοκληρώνοντας την αυτοσαρκαστική του διάθεση, ο Κωνσταντίνου γίνεται ο «ασεβής που μιλά», ενώ συνθέτει τον αντίλογο του κάθε πιστού. «Άλαλα τα χείλη των ασεβών», εύχεται παρορμητικά ο υμνωδός. «Λάθος μέγα. Εμείς δεν είμεθα σταλινικοί να στέλνουμε στα γκουλάκ τους αντιφρονούντες» (σ. 51).

ΚΩΣΤΟΥΛΑ ΜΑΚΗ

 

 

Δημήτρης Καρακίτσος, Bicycle Waltz

20190801_103048.jpg

Δημήτρης Καρακίτσος

Bicycle Waltz

Ξεκινάς από το σπίτι, είναι, λες, ένα μικροαστικό δυάρι στα Πατήσια. Βιβλία παντού και κούτες με περιοδικά, προφυλακτικά στο πάτωμα, ένα κλουβί με παπαγαλάκια… ή μάλλον σκατά, δεν χρειάζεται παπαγαλάκια η ιστορία σου, έχεις έναν ταύρο εν υαλοπωλείω, ένα τηλεβόλο που ισοπεδώνει την ετοιμόρροπη γλώσσα μας: έχεις τον μεγαλύτερο συγγραφέα από καταβολής κόσμου. Το δυάρι του λοιπόν είναι γεμάτο εξωτικά φυτά και αντίγραφα έργων του Πικάμπια – αρκούν αυτά. Ένα τραπεζάκι με λίγα μπουκάλια, ουίσκι, ρούμι και μπράντι… όχι, μεθύσι και γραφομηχανές δεν φτιάχνουν καλούς συγγραφείς αλλά ηλίθιους θαυμαστές, σκέτος καφές, φτάνει, μια χαρά. Και τώρα στο ζουμί: να περιγράψεις το υποτιθέμενο έργο του. Ότι έγραψε τι; Οπότε στύβεις τη φαντασία σου και ξεκινάς. Έκανε το ντεμπούτο του στα έντεκα, μπλα μπλα, με ένα βιβλίο που τυπώθηκε με λεφτά του πατερούλη. Η Ιστορία της αεροπλοΐας. Εξήντα εννιά αεροπλάνα, οι πρώτες πτήσεις και οι πρώτες ανακαλύψεις. Οι πρωτοπόροι, ο Voisin, οι αδερφοί Ράιτ, τα μονοκινητήρια, οι αεροπλανικές επιδείξεις, τα καρδιοχτύπια και τα λιβάδια με τα ανεμόπτερα, τα αερόστατα και οι εκκεντρικοί μηχανικοί. Οι στολές, τα ατυχήματα, τα υπερατλαντικά εγχειρήματα, τα μεσοπολεμικά πόστερ και οι σαμπάνιες ύστερα από κάθε πέρασμα της Μάγχης – έντεκα χρονών, διάολε! Κι ύστερα περνάς στο δεύτερο, ένα μυθιστόρημα με τίτλο, ξερωγώ, Ταξίδι στην άκρη της νύχτας με γιγάντιο ψάρι. Λήγει ο Πρώτος Παγκόσμιος, κι ένας Γάλλος φαντάρος γυρίζει στο χωριό του. Κοιμάται σε αχυρώνες και παλιές αποθήκες, πιάνει δουλειά ως εργάτης των Σιδηροδρομικών Γραμμών Υπερδνειστερίας, αλλά δεν στεριώνει εκεί, ξέρεις, κάποια γυναίκα. Ύστερα περιπέτειες, καβγάδες, πόρνες και ο δρόμος που τον οδηγεί στο κεντροευρωπαϊκό κρατίδιο Μαρντούκ κλπ κλπ, σε ένα ψιλοερειπωμένο ξενοδοχείο, παρέα με δυο περιπλανώμενους πεζικάριους (έναν πρώην μάγειρα κι έναν πρώην νευρολόγο-ψυχαναλυτή). Αποφασίζουν να στήσουν το ξενοδοχείο από την αρχή, αλλά ως ησυχαστήριο αυτή τη φορά για ολίγους εκλεκτούς. Ιδού το «Οτέλ Μιραμάρε», που αφορά στρατιώτες και αξιωματικούς που θυμούνται τα όνειρα και τους εφιάλτες τους στα χαρακώματα. Ο νευρολόγος καταγράφει τις αφηγήσεις και τις καρφιτσώνει στις κόκκινες κουρτίνες της σάλας, τίποτα πιο φρικιαστικό και παράλληλα όμορφο στην ιστορία της παγκόσμιας λογοτεχνίας, θα πεις εσύ, τα νοσταλγικά όνειρα, το σπιτικό που περιμένει, η τσαγιέρα και το πιάτο με τα βουτήματα, η σοφίτα, το ξύλινο αλογάκι, ο αχυρώνας και οι κότες του παππού, ενώ, από την άλλη, οι εφιάλτες, τα μάτια των κατακρεουργημένων, τα αέρια, οι αρουραίοι, ένα άλογο χτυπημένο από οβίδα. Και μπλα μπλα. Και το τρίτο τώρα, μια φιλοσοφική νουβέλα είκοσι χιλιάδων λέξεων με τον τίτλο Ex nihilo. ένας δυσλεκτικός που προσπαθεί μέσα από βιβλία εκλαϊκευμένης επιστήμης να κατανοήσει το σύμπαν. Το ηλεκτρόνιο (γιατί έχει μάζα 1,836 x 10³ φορές μικρότερη από το πρωτόνιο;), η βαρύτητα, η σκοτεινή ύλη, η θεωρία των πάντων, η κβαντομηχανική κλπ κλπ. Ξαφνικά ο ήρωας συλλαμβάνει μια υπέροχη ιδέα. Αν υποθέσουμε ότι η ιστορία της φυσικής είναι σαν να ξετυλίγεις ένα μπλεγμένο κουβάρι, τότε τι θα βρούμε (αν φτάσουμε ποτέ) στο τέλος του νήματος; Τι υπάρχει έξω από το σύμπαν, πότε γεννήθηκε ο χρόνος, συνέβη το Big bang, και αν ναι τι το προκάλεσε; Τι προκάλεσε αυτό που προκάλεσε το Big Bang και ούτω καθεξής. Μα είναι απλό, σκέφτηκε ο καθηγητής, τα δομικά στοιχεία του σύμπαντος δεν μπορούν να δώσουν απαντήσεις, το σύμπαν έχει χάσει τη μνήμη του, δηλαδή όφειλε, ως αιτιατό, να χάσει τη μνήμη του για να μπορέσει να κόψει τις βαριές αλυσίδες που το καταδίκαζαν στο ίδιο κελί με την άπλυτη και αυταρχική αιτία. Αν τα υποατομικά σωματίδια, τα μποζόνια φερ’ ειπείν και τα γκλουόνια, ήξεραν τι κάνουν θα έπρεπε να δώσουν απαντήσεις, αλλά οι απαντήσεις (π.χ. τι προηγήθηκε του χρόνου;) θα έσπρωχναν τα πάντα στο χείλος μια προ-κοσμικής αβύσσου. Ζούμε λοιπόν σε έναν αμνήμονα κόσμο, και είναι η ιδιότητά του αυτή που τον καθιστά πραγματοποιήσιμο εκ του μηδενός. Φοβερό βιβλίο. Φοβερή σύλληψη. Ή, όπως έγραψε ένας κριτικός, μια συμπαντική αντισύλληψη. Και μπλα μπλα. Πραγματικά, είναι άχαρο αυτό που πρέπει να υποστώ, η αρχική ιδέα μου δεν ήταν τόσο φιλόδοξη: ήθελα να γράψω για έναν μέτριο συγγραφέα που κάθε λίγο τού χτυπούν την πόρτα. Μια απλοϊκή ιστορία: Είναι πανέμορφες γυναίκες, η Κατερίνα από τον πρώτο, που ξέμεινε από ζάχαρη, η Σοφία με την πετσέτα στα κεφάλι, που της κάηκε το πιστολάκι, η Έφη από το διπλανό, που του ζητά ευγενικά να χαμηλώσει την τηλεόραση γιατί μελετά για το διδακτορικό της – μα ποια τηλεόραση; Δεν έχω τηλεόραση, όπως βλέπεις βασανίζομαι σε μια παλιά γραφομηχανή, λέει ο συγγραφέας. Όλες τους γυρεύουν αφορμή για σεξ. Είναι θεές και αχαλίνωτες. Δεν μ’ αφήνουν να γράψω, σκέφτεται ο τύπος βυθίζοντας τα δάχτυλά του στα μαλλιά της τάδε και της τάδε, υπνωτισμένος από την ηδονή και τα αρώματα. Θα ήταν κωμικό το διήγημά μου, είχα γράψει τέσσερις σελίδες και είχα βρει το κατάλληλο ύφος, αλλά ξαφνικά κεραυνοβολήθηκα από αυτό που λέμε συγγραφική σοβαρότητα. Μυρίζει καψόνι εδώ, μυρίζει τιμωρία αυτό με τις γυναίκες που δεν τον αφήνουν σε ησυχία. Και το ερώτημα που γεννάται είναι ποιος θέλει την τιμωρία του, και κυρίως γιατί; Η απάντηση είναι εύκολη: ο Θεός. Ναι, είναι έργα του Θεού οι παρενοχλήσεις. Ο Θεός αποφάσισε να φέρει προσκόμματα στον μεγαλύτερο συγγραφέα όλων των εποχών. Γιατί όμως; «Έχεις διαπράξει ύβρη», του λέει μέσα από τα μάτια της Σοφίας, της Έφης και της Κατερίνας, «για την ακρίβεια μαζί τη διαπράξαμε, πηλέ μου έμψυχε. Δεν έπρεπε να σε πλάσω, είσαι ένα λάθος της Δημιουργίας, είσαι ένα τεράστιο λάθος, μα τώρα είναι αργά – σε έχω αγαπήσει. Τι μου μένει; Να θέσω εμπόδια στη γραφή σου. Και θα το κάνω, γλίσχρε και ουτιδανέ, θα σου επιβάλω μια θεσπέσια τιμωρία. Ετοιμάσου για ορδές γυναικών, καλλονές που θα σου χτυπούν την πόρτα κάθε φορά που πας να γράψεις, είσαι επικίνδυνος, τα γραπτά σου πρόκειται να σπείρουν το χάος – κι αυτό δεν θα το επιτρέψω. Θα σου στείλω πολλές γυναίκες: την Νάντια από τον πέμπτο και την παντρεμένη από το ημιυπόγειο, την Κερασία, αλλά και την Πόπη, την ντελιβερού, που μπέρδεψε τα κουδούνια – σεξ και πίτσες!» Το κλειδί της παρουσίας του Θεού σ’ αυτό το διήγημα είναι η λέξη χάος. Η σπορά χάους. Και είναι αυτό που φοβάται ο Θεός. Πώς ένα πλάσμα τρωτό μπορεί να θέσει τους όρους για κάτι αναλλοίωτο και άφθαρτο; Λένε ότι το σύμπαν κάποια στιγμή θα πάψει να υπάρχει, η ανθρωπότητα, η Γη, ο γαλαξίας μας, η Λανιακέα και όλα τα σούπερ κλάστερ γαλαξιών θα έχουν ήδη καταποντιστεί στις μαύρες τρύπες, αλλά εμείς, με μόλις τέσσερις χιλιάδες χρόνια ιστορίας, γράφουμε κριτικές λογοτεχνίας και επιδιδόμαστε, μεταξύ τύρου και αχλαδίου, σε μια αναζήτηση πλατωνικού καθρεφτίσματος στους αιθέρες της ποιητικής (θυμάμαι τους δυσκοίλιους στοχασμούς του Διονύσιου Σολωμού). Τι αβάσταχτο λάθος θα ήταν, όντως, ένας τόσο μεγάλος συγγραφέας! Μα ας δούμε κι αυτό: Τέλεια διηγήματα, τέλεια ποιήματα και μυθιστορήματα – ψυχανεμίζεστε το περιεχόμενό τους; Είναι μάταιο να πεις ναι. Τα βιβλία του θα ήταν κορνίζες χωρίς καθρέπτη. Δεν με βλέπω, δεν με βλέπω πουθενά, δεν βρίσκομαι εκεί, δεν υπάρχω. Ανοικείωση. Γιατί οι άνθρωποι δεν είναι πνεύματα, τρομάζουν αν δεν δουν σκιά ή είδωλο. Μεταμφιέζονται καθημερινά (κάζουαλ ντύσιμο ή κοστούμια εποχής) και ποζάρουν – είναι ζήτημα ουσίας αυτό. Θαυμάσιοι βιεννέζικοι καθρέπτες, Φρόιντ, Χόφμανσταλ, Μπροχ, Σνίτσλερ. Εσάς σας αρέσει ο Σαίξπηρ; Μα ναι, επιχρυσωμένη η κορνίζα, κοιταζόμαστε και είναι σαν να γίναμε εκείνα τα σοκολατάκια με την Μόνα Λίζα. Τι λέτε φίλοι, περνάμε κι από του Ομήρου; Και τι θα λέγατε αν κρεμούσαμε τον θαμπό του Κάφκα στο κουρείο που ξυρίζεται ο κύριος υπουργός; Χαχα, έχετε δίκιο.
]]]]]Μπορεί. Συμπεράσματα ας βγάλουν οι αναγνώστες.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΑΡΑΚΙΤΣΟΣ


Φωτογραφία: L’apprendista, Νεκρὴ ἀστικὴ φύση (Λ. Πεντέλης, 2019)  

Τάκης Κουφόπουλος, Το δωμάτιο

room

[Το διήγημα «Το δωμάτιο» του Τάκη Κουφόπουλου που αναδημοσιεύουμε εδώ προέρχεται από τη συλλογή διηγημάτων Εκδοχές (Κέδρος, Αθήνα 1973), σελ. 23-31. Το Νέο Πλανόδιον κάνει ένα μικρό αφιέρωμα στη μνήμη του Τάκη Κουφόπουλου, που έφυγε από τη ζωή στις 3 Σεπτεμβρίου 2019. Προηγήθηκε μια ανασκόπηση από τον Γιώργο Πινακούλα, που μπορείτε να διαβάσετε εδώ. Τις επόμενες μέρες θα ακολουθήσουν ένα κείμενο του Θανάση Γαλανάκη για τον ποιητή Τάκη Κουφόπουλο και μια ανθολόγηση από το ποιητικό του έργο. Ν.Π.]

ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

του ΤΑΚΗ ΚΟΥΦΟΠΟΥΛΟΥ

Το δωµάτιο –όπως όλα τα δωµάτια– είναι στρογγυλό. Χωρίς έπιπλα. Μονάχα µε τις δυο βαθιές πολυθρόνες στο κέντρο του, τη µια ακριβώς απέναντι στην άλλη.

Το δωµάτιο –όπως όλα τα δωµάτια– είναι πολύ καθαρό. Ο αέρας µυρίζει απολυµαντικό. Το πάτωµα γιαλίζει. Οι πολυθρόνες, πατώντας στα ανάποδα είδωλά τους, αιωρούνται στο κενό.

Είναι κι οι δυο χωµένοι στις πολυθρόνες. Τα κεφάλια τους στηρίζονται στα ερεισίνωτα. Τα πόδια τους τεντωµένα µπροστά σχεδόν ακουµπούν. Τα χέρια τους, στα πλάγια, κρέµουνται προς τα κάτω, µε τα δάχτυλα κλεισµένα.

Δεν κινούνται. Μόνο εκείνος ανοίγει πότε-πότε τα µάτια, αλλά αµέσως τα ξανακλείνει. Εκείνη δεν ανοίγει τα µάτια ποτέ. Μόνο το στόµα, κάθε τόσο, και αναπνέει.

Ο κυλινδρικός τοίχος είναι κόκκινος. Ένας µακρύς επίδεσµος τον επιδένει. Αρχίζει από το πάτωµα και ανεβαίνει κυκλικά, επικαλυπτόµενος κάθε φορά, µέχρι το ταβάνι. Ο επίδεσµος είναι νοτισµένος.

∆εν υπάρχουν πόρτες ή άλλα ανοίγµατα. Μονάχα ένα τζάµι παραθύρου, κρεµασµένο. Στο ύψος στήθους. Πάνω του είναι ζωγραφισµένο ένα κλαδί.

Ξαφνικά ανασηκώνονται κι οι δυό ανοίγουνε τα µάτια κοιτάζονται ανοίγουνε τα στόµατα…, γέρνουνε λίγο ο ένας προς τον άλλον ανοίγουν περισσότερο τα στόµατα…, βάζουνε τις παλάµες στα γόνατα τα σφίγγουν ανοίγουν όσο παίρνει τα στόµατα…, µαζεύουνε τα πόδια –τα παπούτσια ακουµπούν στις πολυθρόνες οι αστράγαλοι ενώνονται– βήχουν καθαρίζουν το λαιµό τους ανοίγουν πάλι τα στόµατα…, πετάγονται όρθιοι πλησιάζουν σκουπίζουν τις παλάµες µέσα έξω από το έγκληµα τις φέρνουνε χωνί µπροστά στα στόµατα…

Το ταβάνι ολόκληρο είναι µια πλάκα ρολογιού. Χωρίς αριθµούς ή διαιρέσεις. Στο κέντρο της, οι δύο δείχτες –ο ένας των λεπτών ο άλλος των δευτερολέπτων–, δύο µακρόστενες µεταλλικές λεπίδες πολύ καλά ακονισµένες, περιστρέφονται µε σταθερή ταχύτητα. Κάθε φορά που συναντιώνται, οι κόψεις τους σέρνουνται η µία πάνω στην άλλη, βγάζοντας διαπεραστικό ήχο. Η υπόλοιπη διαδροµή τους είναι αθόρυβη.

Εκείνη είναι ξαπλωµένη στην πολυθρόνα, το κεφάλι της προς τα πίσω. Κοιτάζει το ταβάνι. Εκείνος είναι σκυµµένος προς το µέρος της, της λέει. Τα χείλη του κινούνται ρυθµικά, λόγια άφωνα βγαίνουν. Σε λίγο σηκώνεται, σκύβει πάνω της, το στόµα του ακουµπά το δικό της, τα χείλη του εξακολουθούν να κινούνται. Εκείνη κάθε τόσο καταπίνει. Ξαφνικά γυρίζει στο πλάι και κάνει εµετό.

Ο δείχτης των λεπτών δεν φτάνει τον επίδεσµο. Ο δείχτης των δευτερολέπτων, που είναι πιο µακρύς, χώνεται µέσα του, γυρίζει στις ελικώσεις του, βιδώνει, από πάνω προς τα κάτω. Το ταβάνι σιγά-σιγά κατεβαίνει.

Εκείνος είναι καθισµένος στο πάτωµα δίπλα στην πολυθρόνα της. Το χέρι του απλωµένο µπροστά, µε το δάχτυλο τεντωµένο, δείχνει. Εκείνη, ανασηκωµένη, µε το βλέµµα προς την κατεύθυνση, παρακολουθεί. Το χέρι του σε λίγο στρέφεται δεξιότερα και πάλι δείχνει. Εκείνη πάλι παρακολουθεί. Το χέρι του εξακολουθεί να στρέφεται κατά διαστήµατα γύρω να δείχνει. Εκείνη πάντα παρακολουθεί. Τέλος ο κύκλος κλείνει, το χέρι του που τρέµει αρχίζει να λυγίζει και να κατεβαίνει. Εκείνη κλείνει τα μάτια παύει να παρακολουθεί. Ξαφνικά το χέρι του σταµατά, ξανασηκώνεται µε δύναµη, τεντώνεται –τα κόκαλά του τρίζουν– και δείχνει –εκείνη ανοίγει διάπλατα τα µάτια– δείχνει, ακριβώς εκείνη· στο στήθος· εξ επαφής. Οι λεπίδες ξύνονται µια φορά δυο φορές. Εκείνη κλείνει αργά τα µάτια και σωριάζεται στο πλάι της πολυθρόνας.

Το ταβάνι συνεχώς κατεβαίνει, το ύψος του δωµατίου λιγοστεύει, η πίεση του αέρα αυξάνει.

Εκείνος είναι γονατισµένος µε το πρόσωπο χωµένο ανάµεσα στα γόνατά της. Εκείνη έχει γείρει, το κεφάλι της βρίσκεται πάνω απ’ το δικό του. Τα µακριά µαλλιά της ριγµένα γύρω του τον σκεπάζουν τελείως µέχρι τους ώµους. Κάτω απ’ τα µαλλιά τα δάχτυλά της, τυλιγµένα στο λαιµό του, σιγά σιγά τον πνίγουν.

ogarna-street-61st

Περπατούν πέρα δώθε πολύ γρήγορα. Οι τροχιές τους συναντώνται τα σώµατά τους χτυπούν µε δύναµη πέφτουνε κάτω σηκώνονται αρχίζουν πάλι να περπατούν ξαναχτυπούν ξαναπέφτουν ξανασηκώνονται –ο βρυγµός των κόψεων ακούγεται κατά ορισµένα διαστήµατα– αυτοί εξακολουθούν να περπατούν όλο και πιο γρήγορα και να συγκρούονται όλο και πιο δυνατά, µια αιµάτινη γραµµή πίσω απ’ τον καθένα σηµαδεύει την πορεία του πάνω στο παρκέ, οι πορείες είναι ζικ-ζακ, εκεί που διασταυρώνονται, τα δύο αίµατα ανακατεύονται, αφρίζουν, απ’ τους αφρούς σχηµατίζονται παιδιά, αυτοί όπως περπατάνε τα πατούν, τα παιδιά ακρωτηριασµένα τρέχουνε προς τους τοίχους, σκαρφαλώνουν στους επιδέσµους, σηκώνουνε τους επιδέσµους µπαίνουνε από κάτω και κρύβονται. Οι τοίχοι γεµίζουν.

Το ταβάνι συνεχώς κατεβαίνει, οι µουσκεµένοι επίδεσµοι στάζουν, το πάτωµα πληµµυρίζει.

Εκείνος είναι ξαπλωµένος κάτω ανάσκελα. Εκείνη τον πατά µε το πέλµα στο στήθος. Με τις παλάµες της κρύβει το πρόσωπο. Κλαίει. Στον τοίχο, τα παιδιά, ανασηκώνουν τους επιδέσµους, βγάζουνε τα κεφάλια την κοιτούν, βγάζουν και τα µικρά τους χέρια τεντωµένα –τα χέρια είναι από µέταλλο µυτερά– την δείχνουν. Εκείνη βλέπει τα κεφάλια, τρέχει, πέφτει πάνω στον τοίχο κι αρχίζει ένα-ένα να τα φιλά. Τα µυτερά µεταλλικά χέρια µπήγονται στο στήθος της κάθε φορά. Εκείνη ξεκαρφώνεται από τη µια θέση και καρφώνεται φιλώντας στην επόµενη.

Ο δείχτης των δευτερολέπτων που βιδώνει στους επιδέσµους κόβει ένα-ένα τα κεφάλια των παιδιών. Η στάθµη του αίµατος στο πάτωµα ανεβαίνει.

Εκείνος είναι καθισµένος. Έχει γυρίσει την πολυθρόνα του προς το τζάµι. Κοιτάζει. Τα φύλλα του κλαδιού είναι κίτρινα. Σε κάθε ξύσιµο των κόψεων κουνιούνται έπειτα αρχίζουν ένα ένα και πέφτουν. Σε λίγο το κλαδί μένει γυμνό.  Αυτός εξακολουθεί να κοιτάζει.

Εντωµεταξύ το ταβάνι κατεβαίνει, ο δείχτης των δευτερολέπτων φτάνει στο πάνω µέρος του τζαµιού κι αρχίζει να το κόβει σε οριζόντιες φέτες πολύ λεπτές. Εκείνος τότε πετάγεται αµέσως όρθιος, πιάνει το τζάµι µε προσοχή και το ξεκρεµάει. Από κάτω δεν υπάρχει επίδεσµος, έχει σαπίσει. Αυτός φέρνει το τζάµι απέναντι, σκύβει και προσπαθεί να το κρεµάσει πιο χαµηλά. Ξαφνικά, ένα απότοµο κατέβασµα του ταβανιού, που έγινε µε κρότο, τον σταµατά. Ο δείχτης των δευτερολέπτων, που συγκρατούσε το ταβάνι πατώντας στις ελικώσεις των επιδέσµων, φτάνοντας τώρα στο µέρος του τζαµιού, βρίσκεται στο κενό. Το ταβάνι αµέσως, µε όλο του το βάρος, πέφτει. Ο δείχτης των δευτερολέπτων µόλις προφταίνει πάλι να το σταµατήσει πιάνοντας απέναντι, δυο τρεις ελικώσεις πιο κάτω. Το πήδηµα του ταβανιού επαναλαµβάνεται, αυτός γυρίζει γρήγορα πίσω και προσπαθεί να βάλει το τζάµι στην ίδια θέση, το τζάµι δεν µπαίνει, οι πτώσεις του ταβανιού εξακολουθούν, αυτός προσπαθεί, το τζάµι ραγίζει σπάζει, το ταβάνι πλησιάζει, αυτός πετάει τα υπολείµµατα του τζαµιού –πλέουν για λίγο στην επιφάνεια του αίµατος και έπειτα βουλιάζουν– τρέχει σ’ εκείνην που είναι στην πολυθρόνα την αρπάζει από το χέρι τη σηκώνει όρθια και την αγκαλιάζει. Τα κόκαλά της διαλύονται και σκορπίζουν.

Το ταβάνι πέφτει πάνω στην επιφάνεια του αίµατος που ανεβαίνει, µε παφλασµό.

ΤΑΚΗΣ ΚΟΥΦΟΠΟΥΛΟΣ

Δημήτρης Καρακίτσος, Οιδίπους θηρευτής

του ΔΗΜΗΤΡΗ ΚΑΡΑΚΙΤΣΟΥ

Επιβλητικός και παχουλός, ο Οιδίποδας Μαχραμής βγήκε από το αυτοκίνητό του και πλησίασε τον άνθρωπο που σφάδαζε πεσμένος ανάσκελα στους θάμνους. Λίγα μέτρα δίπλα του, μια αναποδογυρισμένη μοτοσυκλέτα είχε πάρει φωτιά. Ο τραυματισμένος, ένας ηλικιωμένος άντρας με χρυσαφί παλτό, κρατούσε το σπασμένο του πόδι.

«Θα με σκότωνες ρε παλικάρι, βοήθα με, τι κοιτάς».

«Έχει ιατρείο εδώ κοντά;» ρώτησε ο Οιδίποδας.

«Στον Ορχομενό».

«Νόμιζα ότι δεν ζει κανείς εκεί».

Ο τραυματισμένος προσπάθησε να σκίσει ένα κομμάτι από το πουκάμισό του. «Καμιά τριανταριά, όλοι κι όλοι. Βιάσου όμως, έχω χάσει αίμα».

«Μην αγχώνεσαι, δεν θα πεθάνεις από αυτό».

Ο ηλικιωμένος κοίταξε τον άνδρα. «Πονάω, φίλε».

Ο Οιδίποδας πέταξε το τσιγάρο του στο χώμα.  Μπήκε στο αυτοκίνητο και άνοιξε το ράδιο στη διαπασών. Καλύτερα να μην ακούς τα ουρλιαχτά, σκέφτηκε. Ύστερα πάτησε με δύναμη το γκάζι, πέρασε με τους δεξιούς τροχούς πάνω από το κορμί του γέρου και έκανε όπισθεν για να τον ξαναπατήσει.

Να βεβαιωθεί ότι η δουλειά έγινε σωστά.

«Του έλιωσα τον μηρό, μαλακία μου! Το πιο κρεατωμένο σημείο».

Τα μάτια του ηλικιωμένου κοίταζαν το κενό.

Ο Οιδίποδας τύλιξε το πτώμα στη ζελατίνη αυτόματης ψύξης θηράματος και το στρίμωξε στο πορτ μπαγκάζ. Τρεις ποιήτριες, ένας πεζογράφος και μια γριά μυθιστοριογράφος. Διακόσιες κορώνες, μέχρι στιγμής καλά. Ψαχούλεψε τα χαρτιά του νεκρού. Λάιος λεγόταν, εβδομήντα τριών ετών. Ιδού και το τελευταίο του βιβλίο. Ένα βιογραφικό που κάλυπτε τα δυο αυτιά και το οπισθόφυλλο. Κυρίως διακρίσεις σε ασήμαντους διαγωνισμούς και συμμετοχές σε ηλίθιες ημερίδες.

«Πέσαμε μέσα». (περισσότερα…)

Χρίστος Δάλκος, Καταγγελία του οργανισμού τηλεπικοινωνιών Ελβετίας και των Αυστροουγγαρέζων υποτακτικών του

21055028_1544172968954820_8202570881702941270_o.jpg

ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ ΤΟΥ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΕΛΒΕΤΙΑΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΑΥΣΤΡΟΟΥΓΓΑΡΕΖΩΝ ΥΠΟΤΑΚΤΙΚΩΝ ΤΟΥ

Συγχωρῆστε μου τὴν ἀγανάκτηση, ἀλλὰ ὡς πολίτης τῆς Ἑλβετίας ἔχω νὰ κάνω μιὰ καταγγελία ποὺ ἐλπίζω νὰ μὴν περάσῃ στὰ ψιλά.

Ἐγώ, ἀγαπητοὶ συμπολῖτες Ἑλβετοί, ἀνέκαθεν δὲν συμπαθοῦσα τὰ κινητά. Ἔπαιξε ρόλο καὶ ποὺ ἕνας φίλος μου, πανεπιστημιακός, τμῆμα φυσικῶν ἐπιστημῶν, μοῦ ᾿χε μιλήσει γιὰ κάτι αὐγὰ ποὺ τά ᾿χαν βάλει κοντὰ σὲ κινητά, καὶ σὲ λίγα λεφτὰ ἔβραζαν.

Ἔμεινα λοιπὸν χωρὶς κινητὸ ὅλα αὐτὰ τὰ χρόνια –βράζω ἀπὸ μέσα μου- κι ἐδῶ ποὺ τὰ λέμε δὲν ἔπαθα καὶ τίποτα, μιὰ χαρὰ ἤμουνα μὲ τὸ σταθερό, ἅμα κάποιος μὲ ἀναζητοῦσε, κάποτε θὰ μέ ᾿βρισκε.

Μὲ φάγανε φίλοι καὶ γνωστοί, Ἑλβετοὶ καὶ Αὐστριακοὶ κυρίως, πάρε ἕνα κινητό, μπορεῖ νὰ χρειαστῇ. Μέχρι καὶ ὁ πανεπιστημιακὸς ὁ φίλος μου πῆρε κινητό, «Τί ἔγινε, τοῦ λέω, τὰ ξέχασες τὰ αὐγά;», «Ἔ, μοῦ λέει, σκέφτηκα μήπως βράζω κἀνα αὐγό, νά ᾿χω νὰ τρώω!»

Ὤπα, λέω, ἀφοῦ πῆρε ὁ φίλος μου ὁ αὐγοφοβικός, θὰ πάρω κι ἐγὼ νὰ κάνω καμμιὰ ὀμελέτα. Πάω λοιπὸν στὸ ὑποκατάστημα τοῦ ΟΤἙλβετίας τῆς συνοικίας μου καὶ λέω «δῶστε μου ἕνα κινητό», λέει «τί μάρκα», ἐντωμεταξὺ τὰ γιαπάκια τοῦ ὑποκαταστήματος μὲ ψωνίσανε ὅτι εἶμαι χάπατο, τοὺς λέω «δὲν ἔχω ἰδέα, δὲν ξέρω ἀπ᾿ αὐτά», κοντολογὶς «Νά λιλί, δῶ μ᾿ τσιτσί», ἔ, καλά, λέει, θὰ σᾶς κάνουμε ἕνα συμβόλαιο.

Μοῦ φέρνουνε κάτι ἀκαταλαβίστικα καὶ πολλά, ποῦ νὰ τὰ διαβάζῃς, ποὺ ἔπρεπε νὰ πληρώνω 30 εὐρὼ τὸ μῆνα, τὸ ὑπόγραψα κι ἐγὼ σὰ χάπατο ποὺ εἶμαι καὶ πῆρα τὸ κινητό, ἕνα φτηνό, εὐτυχῶς.

Μετὰ μὲ πιάσανε διάφοροι, Ἑλβετοὶ καὶ Αὐστριακοὶ κυρίως, λέει τί βλακεία ἔκανες, 30 εὐρὼ τὸ μῆνα, σὲ κοροϊδέψανε, μιὰ κάρτα βάζεις 10 εὐρὼ τὸ μῆνα καὶ γίνεται ἡ δουλειά σου. (περισσότερα…)

Γιάννης Ξούριας, Ο τρούλλος

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

Ο ΤΡΟΥΛΛΟΣ

Πάντα τὸ ἴδιο ἀκριανὸ τραπέζι, κάπως ἀπομακρυσμένο ἀπὸ τὰ ὑπόλοιπα τραπέζια τοῦ καφενείου, καὶ πρὸς τὸ κέντρο τῆς πλατείας, σχεδὸν κάτω ἀπὸ τὸν τροῦλλο τῶν Ἁγίων Ἀναργύρων. Κάθομαι στὸ ἴδιο τραπέζι, πολλὰ βράδια, ὅταν δύει ὁ ἥλιος, λίγο προτοῦ ἀρχίσει νὰ σκοτεινιάζει. Προσηλώνομαι στὸν τροῦλλο καὶ τὸν ἀτενίζω γιὰ ὧρες· μέχρι καὶ τ’ ἄγρια μεσάνυχτα.

Τότε περίπου, μόλις παίρνω τὴ θέση μου δηλαδή, ἀνάβουν οἱ μικροὶ προβολεῖς, ποὺ βρίσκονται τοποθετημένοι στὴ βάση τοῦ τρούλλου, τόσο ὑπολογισμένα βαλμένοι ὥστε νὰ τὸν φωτίζουν συγκρατημένα καὶ μὲ λεπτότητα. Ὄντως, οἱ δέσμες τους δὲν τὸν καταυγάζουν, προξενοῦν μόνον ἐναλλασσόμενες φωτοσκιάσεις, εὐλαβικές, οἱ ὁποῖες μὲ θέλγουν. Ὁ τροῦλλος εἶναι περίτεχνο ἔργο, μνημεῖο παλαιϊκῆς αἰσθητικῆς, ἐμφανῶς δεῖγμα περικαλλὲς πλούτου, μὲ βαριὰ σκαλιστὴ διακόσμηση, διπλοὺς μαρμάρινους κιονίσκους μεταξὺ τῶν τοξοτῶν παραθύρων μὲ λεπτουργημένα κράνη καὶ ἀνθέμια. Πίσω του, στὸ φόντο, προβάλλεται βαθὺ (ἀφόρητο) τὸ καθαρὸ στερέωμα, νὰ μελανιάζει ἀθόρυβα.

Τὴ συνήθεια νὰ ρεμβάζω κοιτώντας τὸν τροῦλλο μοῦ τὴν κόλλησε ὁ Χαράλαμπος, ἔνα πρόσωπο ποὺ μοῦ ἦταν παντελῶς ἄγνωστο, μέχρι ποὺ κάποιο βράδυ μοιραστήκαμε ἐξ ἀνάγκης αὐτὸ τὸ τραπέζι. Ἐκεῖ εἶχα προλάβει νὰ καθήσω πρῶτος, ἀγνοώντας πὼς ἡ θέση τοῦ ἀνῆκε, κατ’ ἀποκλειστικότητα ὡς φαίνεται, ἐφόσον (ὅπως ἔμαθα) τὴν εἶχε δημιουργήσει ὁ ἴδιος, μετακινώντας προοδευτικὰ σὲ διάστημα χρόνου τὸ τραπέζι μέχρι τὸ σημεῖο ὅπου βρισκόταν.

~.~

Γιὰ νὰ πάω στὴν πλατεία, ἀναχωρῶ ἀπ’ τὸ σπίτι τὴν ἴδια ὥρα, ἀφοῦ πρῶτα ἔχω λουστεῖ ἐπισταμένα καὶ χωρὶς βιασύνες. Κάθομαι στὸ τραπέζι αὐτὸ μέχρι τὰ βαθιὰ μεσάνυχτα, ὅταν πιὰ ἔχουν κλείσει τὰ μαγαζιὰ τῆς κεντρικῆς πλατείας. Ὁ χῶρος ἔχει ἀδειάσει ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους. Μ’ ἀρέσει ἐδῶ. Μὲ τὴν ἐπίδραση τοῦ τρούλλου, μὲ τὴ μαγική του ὑποβολή, νομίζω πὼς ἔχω συλλάβει κι ἔχω συνθέσει στὸ μυαλό μου ἀρκετὰ πράγματα τοὺς τελευταίους μῆνες, τόσες ἰδέες καὶ στιχομυθίες. Θὰ πρέπει τώρα νὰ τοὺς βρῶ κάποια θέση — ἕνα ἀφηγηματικὸ πλαίσιο. Σὲ αὐτὸ —ὁμολογῶ— δὲν ἐπιτυγχάνω καὶ πολύ. Δυσκολεύομαι, κατ’ ἀρχάς, νὰ καταγράψω αὐτὰ τὰ πράγματα στὸ χαρτί, καὶ μετὰ νὰ τὰ ἐπεξεργαστῶ. Συνεχῶς ἀναβάλλω· οἱ ἰδέες καὶ οἱ φράσεις μένουν ἐπ’ ἀόριστον ἀκατέργαστες μέσα μου (σπάνια ἐντούτοις τὶς ξεχνῶ). Κι ἔπειτα, πρέπει νὰ ἐπινοηθοῦν μὲ ὑπομονὴ καὶ κόπο συνθῆκες καὶ περιστάσεις, ὅπου θὰ ἐμφανιστοῦν τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα μὲ τὴ σειρά τους θὰ ἐκφωνήσουν αὐτὲς τὶς φράσεις. Δυσκολεύομαι ἐξαιρετικὰ νὰ προχωρήσω καὶ νὰ δώσω πειστικὴ ὑπόσταση σὲ ὅλα τοῦτα.

Βέβαια, τὸ ξέρω καλὰ ὅτι οἱ ἥρωες τῶν λίγων γραπτῶν μου εἶναι κατὰ τὸ μᾶλλον φασματικοί. (Θὰ μποροῦσαν νὰ τὸ εἶχαν γράψει καὶ σὲ καμιὰ κριτική τους, ἐὰν φυσικὰ εἶχαν καταδεχθεῖ νὰ γράψουν.) Ὡστόσο —σκέφτομαι— αὐτὸ δὲν σημαίνει κιόλας ὅτι εἶναι ἀνυπόστατοι. Ἐν πάση περιπτώσει, ἐγὼ τοὺς ἀντιλαμβάνομαι πολὺ πιὸ πραγματικοὺς ἀπὸ ὅλους ἐκείνους τοὺς ἴσκιους μὲ τοὺς ὁποίους διασταυρώνομαι, ὅταν ἐπιστρέφω σπίτι, μὲς στὰ σκοτάδια (ὡς συνήθως, τὰ περισσότερα φανάρια εἶναι σπασμένα), στοὺς στενοὺς δρόμους ποὺ μπλέκονται σὲ κουβάρι καὶ σχηματίζουν τὶς μικρὲς συνοικίες μας ποὺ περισφίγγουν ἀπὸ παντοῦ τὴν πλατεία.

Τὰ σπίτια στοὺς δρόμους αὐτοὺς εἶναι δίπατα. Τὰ πιὸ πολλὰ ἔχουν ψηλοτάβανο ἱσόγειο μὲ τρεῖς ἐπιμήκεις ξύλινες θύρες. Εἶναι μαγαζιὰ καὶ ἀποθῆκες. Ἀκόμη καὶ κλειστές, ἀδυνατοῦν νὰ συγκρατήσουν τὴν ἔντονη μυρωδιὰ ἀπὸ τὰ σακιὰ μὲ τὰ ὄσπρια, τὴ ζάχαρη, τὰ βαρέλια τὴ φέτα, καὶ τὰ ντεπόζιτα τοῦ λαδιοῦ. Τὸ ἐπάνω πάτωμα εἶναι ἐπίσης (ἂν καὶ σαφῶς λιγότερο σὲ σχέση μὲ τὸ ἰσόγειο) ψηλοτάβανο, μὲ τριάδες στενόμακρων παραθύρων ἀνὰ πλευρὰ τοῦ κτίσματος, ἀπὸ τὰ ὁποῖα τὰ περισσότερα εἶναι ἑρμητικὰ κλειστὰ μὲ ξύλινες τάβλες χωρὶς γρίλιες, ἐκτὸς ἀπὸ μερικὰ σκόρπια, ἐδῶ κι ἐκεῖ, ποὺ ἔχουν μείνει ἐλαφρῶς μισάνοιχτα καὶ ἀπ’ ὅπου φεγγίζει, μέσα ἀπὸ τὶς λεπτότατες κουρτίνες τους, ἕνα ἀναμμένο καντήλι (τὸ φῶς του τρέμει ἀσθενικό, κόκκινο ἢ κίτρινο) ἢ μιὰ ἀνοιχτὴ τηλεόραση χωρὶς ἦχο. Οἱ γωνίες τῶν ἐξωτερικῶν σοβαντισμένων τοίχων —ψηλά, λίγο κάτω ἀπὸ τὴ σκεπή— εἶναι μαυρισμένες, σὰν νὰ τὶς ἔχει γλείψει γιὰ καιρὸ ἡ φωτιά. Μόνον οἱ τετράριχτες κεραμοσκεπὲς φαίνονται νὰ γλιτώνουν ἀπ’ τὸ σκοτάδι ποὺ πήζει ἀπὸ κάτω τους· ἰδίως ὅταν ἔχει φεγγάρι, πρέπει ἐκεῖ πάνω νὰ εἶναι χάρμα ὀφθαλμῶν, σὰν ὄνειρο σταματημένο, ἀπὸ τ’ ἀλησμόνητα — μὰ ποιός μπορεῖ νὰ τὸ δεῖ ἐκεῖ πάνω;

~.~

Ποιοί εἶναι αὐτοὶ οἱ ἴσκιοι, μὲ τοὺς ὁποίους διασταυρώνομαι; Οὔτε ποὺ τοὺς ἀναγνωρίζω, οὔτε καὶ ποὺ θέλω. Μὲ μερικοὺς ἴσως ν’ ἀνταλλάξουμε μιὰ καληνύχτα, ἀλλὰ καὶ τότε δὲν διακρίνω —καὶ δὲν προσπαθῶ νὰ διακρίνω— τὰ χαρακτηριστικὰ κανενός. Βρίσκω κάποτε μιὰ ὁμάδα ἀνδρῶν, ὄρθιους ἔξω ἀπὸ κάποιο καφενεῖο ποὺ ἔχει κλείσει, ἀλλὰ ἐκεῖνοι δὲν λένε νὰ μαζευτοῦν σπίτια τους καὶ παραμένουν ἀπ’ ἔξω ἀπὸ τὸ μαγαζὶ καὶ συζητοῦν. Ἂν τύχει καὶ κάποια λάμπα τοῦ ἠλεχτρικοῦ ρίχνει λίγο φῶς, ἡ γεωμετρικὴ κλίση τῶν σκιῶν τους σχηματίζει λόγχες μυτερές, ποὺ ἁπλώνονται τεθλασμένες ὣς τοὺς ἀπέναντι τοίχους. Μόλις μὲ ἀντιλαμβάνονται, σπεύδουν νὰ μοῦ γυρίσουν τὴν πλάτη συνωμοτικά, σὰν νὰ τοὺς συνέλαβα ἐπ’ αὐτοφόρῳ. Ἐπίσης, ἄλλοτε, φτάνοντας ἔξω ἀπὸ τὸ μισητὸ μπὰρ τοῦ σπυριάρη —τόπος ποὺ ἀναδίδει φρικαλέο ψύχος— μπορεῖ νὰ συναντήσω καὶ καμιὰ γυναίκα, ξεχαρβαλωμένη, ποὺ περιμένει θεονήστικη. Δὲν ξεχωρίζω τὰ χαρακτηριστικὰ κανενός. Οὔτε καὶ τὸ ἐπιθυμῶ, ἄλλωστε.

Ἐντούτοις, θέλω νὰ κυκλοφορῶ ἄγρια νύχτα σὲ αὐτὰ τὰ στενά, ὅταν τὰ βρίσκω ἔρημα, καὶ νὰ προσπαθῶ νὰ συλλάβω τοὺς ἀλλόκοτους ἤχους, τὰ ραγίσματα, τοὺς κρότους, τὰ θροΐσματα, ἴσως καὶ καμιὰ κουβέντα, τὰ ὁποῖα χρειάζεται μεγάλη ὑπομονὴ καὶ μεγάλη ψυχικὴ ἀντοχή, προκειμένου νὰ τὰ συντάξεις καὶ νὰ τ’ ἀναγνώσεις ὀρθά· καὶ μετά, ἐπίσης, χρειάζεται θάρρος πολύ, γιὰ νὰ τὸ βαστάξεις αὐτὸ ποὺ σοῦ λένε καὶ ποὺ σὲ ἀφορᾶ —ἂν καταλάβεις ἐν τέλει τί λέει τὸ γραφτό τους. Μέχρι καὶ ποὺ γυρνάω σπίτι, παλεύω μὲ κάτι τέτοια αἰνίγματα, ὄντας βέβαιος πὼς μοῦ ἔχει μηνυθεῖ κάτι — ἀλλὰ ποιός μπορεῖ νὰ μοῦ τὸ ἐπιβεβαιώσει;

~.~

Μήπως οἱ ἥρωές μου εἶναι περισσότερο ἀνύπαρκτοι ἀπ’ αὐτοὺς ὅλους ποὺ συναντῶ, ὅταν ἐπιστρέφω σπίτι, τ’ ἄγρια μεσάνυχτα; Γιατί θὰ πρέπει ν’ ἀλλάξω, λοιπόν, τὴ μέθοδό μου; Ἄλλωστε, καὶ νὰ τὸ ἤθελα, δὲν μπορῶ ν’ ἀλλάξω τὸν δρόμο μου τώρα πιά. Ἐπιστρέφω σπίτι μέσα ἀπὸ αὐτὰ τὰ μπερδεμένα στενά, ποὺ φαίνονται ὅλα ἴδια. Ἡ μόνη παρέκκλιση ποὺ κάνω εἶναι νὰ βγῶ γιὰ λίγο ἀπ’ τὰ στενὰ καὶ νὰ περάσω μπροστὰ ἀπὸ τὴν κλινική, τὸν «Ἅγιο Παρθένιο», μολονότι, ὡς ὑπόμνηση, μὲ βυθίζει στὴ μαύρη ἀπελπισία. Ἀλλὰ κάτι τέτοιο μοῦ χρειάζεται ἐμένα, ἂν εἶναι ἐπιτέλους νὰ στρωθῶ καὶ νὰ ἐργαστῶ!

Ἡ κλινικὴ εἶναι ἀληθινὰ θηριωδῶν διαστάσεων γιὰ τὰ δικά μας μέτρα. Τρεῖς ὄροφοι, μὲ δώδεκα μεγάλα παράθυρα ὁ καθένας ἀπ’ τὴν πλευρὰ ἀπ’ ὅπου περνῶ, φεγγοβολοῦν ἀκατάπαυστα· στὸ ἀπαστράπτον φανταχτερὸ ἰσόγειο ὑπάρχει πυρετώδης κίνηση· ψηλὰ στὴν ταράτσα ἀναβοσβήνουν περιοδικῶς κι ἐναλλασσόμενες δύο ὑπερμεγέθεις μαρκίζες. Ἐπ’ οὐδενὶ δὲν θὰ χωροῦσε αὐτὸ τὸ τέρας μὲσα στὶς ἀσφυκτικὲς γειτονιές μας, καὶ συνεπῶς τὸ ἔχτισαν στὴν ἄκρη τους, στὸ σημεῖο ὅπου καμπυλώνεται ὁ μέγας περιφερειακός. Πιὸ πέρα, πίσω ἀπὸ τὸ χτίσμα, ἐκτείνονται οἱ ἀγροὶ καὶ στὸ τέρμα τοῦ βάθους τὰ βουνά· ὁπότε τὰ σκοτάδια ἀπὸ κείνη τὴν πλευρὰ εἶναι πυκνὰ καὶ ἀδιαπέραστα. Στέκομαι καὶ τὴν κοιτῶ τὴν κλινική μας. Συνεχῶς ἀγρυπνᾶ· μὲ τὴν ὁλονύχτια φωταγώγησή της εἶναι σὰν «πλοῖο ποὺ θ’ ἀναχωρήσει πρὸς τὰ χάη». Ἐκεῖ μέσα μ’ ἔχουν μάθει πιὰ καλά. Τὶς δυὸ τελευταῖες βδομάδες μόνον ξέκοψα λίγο. Διότι, βέβαια, τέτοια ἐποχή, ἐν ὄψει μεγάλης χριστιανικῆς ἑορτῆς καὶ στὴ μανία τῶν διακοπῶν, ἀναχωροῦν ὅλοι, οἱ γιατροί, οἱ νοσοκόμες, οἱ συγγενεῖς, κι ἡ ἀρρώστια.

Ὅταν μιὰ φορὰ τὰ ἐξιστόρησα αὐτὰ τὰ βάσανά μου στὸν Χαράλαμπο, ἐκεῖνος στράφηκε πρὸς τὸν τροῦλλο κι ἄρχισε μὲ φωνὴ λεπτότατη (θὰ τολμοῦσα νὰ πῶ, φωνὴ θηλυκή) νὰ ἄδει ἐκεῖνο τὸ σπαρακτικὸ Vissi d’arte, vissi d’amore…, ἀργὰ καὶ καθαρά, μέχρι τὸ τέλος. Περίεργος χαρακτήρας. Ποτὲ δὲν κατόρθωσα νὰ μάθω πολλὰ περὶ τὸ ἄτομό του, παρόλο ποὺ μοιραστήκαμε τὸ ἰδεῶδες αὐτὸ σημεῖο τόσες φορές. Δὲν μοῦ εἶπε κὰν τὸ ἐπώνυμό του, ἂν καὶ τὸν ρώτησα ἐπίμονα. Πάντως, ἀπὸ τὰ λίγα καὶ σκόρπια ποὺ ἐκστόμιζε, ἐνόησα ὅτι κι ἐκεῖνος εἶχε κάποια σχέση μὲ τὴ λογοτεχνία. Χάθηκε. Ἀπ’ αὐτὸν στὴ μνήμη μου συγκρατῶ κυρίως τὴ μανία του νὰ κάνει συνεχῶς ὑπολογισμοὺς μὲ τὶς χρονολογίες τοῦ βίου ἀνθρώπων. Μάλιστα, μοῦ ἔδινε τὴν ἐντύπωση πὼς ὧρες ὧρες ἀδυνατοῦσε νὰ σκεφτεῖ ἢ νὰ πεῖ ὁτιδήποτε ἄλλο. Γιὰ παράδειγμα, θυμᾶμαι ἕνα βράδυ ποὺ φυσοῦσε γλυκύτατο ἀεράκι, μονολογοῦσε κι ἔλεγε «Νίκος Πεντζίκης, 85 — Νίκος Καχτίτσης, 44», ἐπανειλημμένως.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΞΟΥΡΙΑΣ

 

Σχετικά με τα ροδάκινα

DSC_0044.jpg

της ΜΥΡΤΩΣ ΧΑΡΒΑΛΙΑ*

Αγαπητέ Θ.,

Σας αποστέλλω το παρόν γράμμα για να σας υπενθυμίσω να παραλάβετε τα ροδάκινα που σας έστειλα. Βεβαίως, θα θυμάστε την μικρή μας συμφωνία! Ο ταχυδρόμος της γειτονιάς μου με βεβαίωσε πως σε τρεις εργάσιμες μέρες τα ροδάκινα θα είναι στην πόρτα σας ή κι αν δεν είναι, τότε σίγουρα ο ταχυδρόμος θα σας έχει αφήσει κάποιο παραπεμπτικό δελτίο, για να τα παραλάβετε από το κοντινότερο ταχυδρομείο.

 

Να σας δηλώσω πως τα όσα είπαμε τα έχω φυλάξει καλά μέσα στην καρδιά μου, δεν τα λησμονώ.

Για την ώρα σας χαιρετώ,

Μ.

Υ.Γ. Μα πάνω από όλα, δεν σας λησμονώ.

istockphoto-637270182-1024x1024.jpg

Αγαπητέ Θ.,

Τα ροδάκινα που σας έστειλα δεν φαίνεται να έχουν παραληφθεί ακόμη.
Σας παρακαλώ να τα παραλάβετε από το ταχυδρομείο!
Αν αργήσετε κι άλλο, θα γίνουν μαρμελάδα.

Σας ασπάζομαι,

Μ.

Υ.Γ. Η σκέψη σας παφλάζουσα
σαν τα κύματα
στην άκρη του λιμανιού. Θυμάστε.

istockphoto-637270182-1024x1024.jpg

Αγαπητέ Θ.,

Πρέπει να σας έτυχε κάτι επείγον.
Βεβαιώθηκα πως δεν λάβατε τα ροδάκινα που σας έστειλα.
Επεστράφησαν, μάλιστα, σε εμένα στο ίδιο χάρτινο κουτί, μουλιασμένο τώρα από τους χυμούς τους και την μούχλα.
Σας αποστέλλω εκ νέου τα ροδάκινά μου.
Σας παρακαλώ να σπεύσετε να τα παραλάβετε γιατί είναι πολύ ώριμα. (Ο προσωπικός μου μανάβης τα χαρακτήρισε prêt-à-manger. Παράξενο για έναν μανάβη, δεν βρίσκετε;)

Δικός σας,

Μ.

Υ.Γ. Παρακαλώ πολύ απαντήστε μου, η σιωπή σας με αναστατώνει. Μήπως συνέβη κάτι με την Μάρθα; Αχ… Αυτό δεν θα το ήθελα καθόλου.

istockphoto-637270182-1024x1024.jpg

Αγαπητέ Θ.,

Ο ταχυδρόμος με βεβαιώνει πως η διεύθυνση που μου δώσατε είναι σωστή.

«Τα ροδάκινα», μου λέει, «φαίνεται να παραδίδονται σωστά, κανένας όμως δεν έρχεται να τα παραλάβει. Όπως γνωρίζετε τα δέματα που δεν χωρούν κάτω από την πόρτα, τα κρατάμε στο ταχυδρομείο, ο παραλήπτης τα παραλαμβάνει από εμάς δείχνοντας το αποδεικτικό δελτίο που του αφήσαμε στην ταχυδρομική του θυρίδα.»

Σαχλαμάρες.

Πιστεύω πως πρόκειται για παρεξήγηση, ίσως μάλιστα να πρόκειται για λάθος της ταχυδρομικής υπηρεσίας. Είναι πιθανόν να το στέλνουν σε άλλη διεύθυνση. Εν πάση περιπτώσει, βεβαιωθείτε ότι είχατε παραλάβει αυτό το αποδεικτικό δελτίο, στο οποίο αναφέρεται ο ταχυδρόμος. Παρά λίγο να βρεθώ σε πολύ δύσκολη θέση.

Σας ασπάζομαι,

Μ.

Υ.Γ. Χθες πήγα σε μία θεατρική παράσταση, κάθισα στον εξώστη. Βεβαίως, θα θυμάστε αυτό που σας είχα πει για την σχέση μου με τους εξώστες. Κοιτούσα το πλήθος που κατέκλυζε την αίθουσα από ψηλά. Έτσι για γούστο, είχα πάρει και τα κιάλια μου. Κοιτούσα. Το πλήθος, το φθηνό, το τιποτένιο πλήθος, το πλήθος των ανθρώπων. Τι κάνει, αναρωτήθηκα, ο λαουτζίκος, σε μία τέτοια παράσταση; Τι καταλαβαίνουν όλοι αυτοί! Ύστερα γύρισα το βλέμμα μου, στην αδειανή —φεῦ— διπλανή μου θέση. Ξέρετε, ένιωσα πως κάτι συνέβαινε, κάτι κακό, μέσα μου. Η αδειανή θέση.

istockphoto-637270182-1024x1024.jpg

Αγαπητέ Θ.,

Σας αποστέλλω το παρόν γράμμα για να σας γνωστοποιήσω πως και το δεύτερο δέμα που σας έστειλα βρίσκεται ξανά στα χέρια μου πιο ζουμερό από ποτέ. Πραγματικά, δεν μπορώ να φανταστώ τι μπορεί να συνέβη. Οφείλω να ομολογήσω πως το μάτι του ταχυδρόμου βρίσκεται σε κρίσιμη κατάσταση. Μάλιστα θα χρειαστεί να του πληρώσω και την επίσκεψή του στην οφθαλμολογική κλινική.

Η γειτονιά έχει αρχίσει να μιλάει. Οφείλω να πω πως οι γείτονές μου με κοιτούν κάπως περίεργα.

Παρακαλώ απαντήστε.

Δικός σας,

Μ.

istockphoto-637270182-1024x1024.jpg

Αγαπητέ Θ.,

Σας αποστέλλω εκ νέου τρία ροδάκινα. Βεβαίως συμβολικό το τρία, θα θυμάστε άλλωστε. Διάβασα πως τα ροδάκινα έχουν μικρό χρόνο ζωής όταν δεν συντηρούνται εντός ψυγείου, γι’ αυτόν τον λόγο τα έχω τοποθετήσει σε ειδικό δέμα. Μα τι έχουν σκαρφιστεί! Δέματα με θερμοστάτες! Κατάλληλα για την μεταφορά τυριών και άλλων ευαίσθητων προϊόντων, ακόμα και ανθρώπινα όργανα μεταφέρουν σε αυτά τα κουτιά! Φανταστείτε!

Σας ασπάζομαι,

Μ.

Υ.Γ. Χθες βρήκα το τζάμι της πίσω πόρτας σπασμένο. Κι όμως τίποτα δεν φαίνεται να είχε πέσει πάνω του.

istockphoto-637270182-1024x1024.jpg

Αγαπητέ Θ.,

Προφανώς θα γνωρίζετε τον λόγο που σας απευθύνω το παρόν γράμμα. Το τρίτο δέμα γύρισε. Η συσκευασία έσπασε. Τα ροδάκινα μούχλιασαν. Δεν το βρίσκετε λυπηρό; Σε λίγο η εποχή των ροδάκινων θα τελειώσει. Να σας υπενθυμίσω, ωστόσο, πως τα όσα είπαμε τα έχω φυλάξει καλά μέσα στην καρδιά μου. Με ζεσταίνουν όταν η σιωπή σας, αυτή η βασανιστική, ταχυδρομική σας σιωπή… Με παγώνει.

Είμαι έτοιμος να στείλω το επόμενο δέμα.

Δικός σας,

Μ.

Υ.Γ. Κάποιος μπήκε μέσα στο σπίτι. Έψαχνε κάτι. Πολύ φοβάμαι πως ήξερε καλά τι έψαχνε. Δεν πήρε ούτε ένα από τα χαρτονομίσματα που αφήνω κάτω από το τασάκι στην τραπεζαρία. Θυμάστε αυτό που σας είχα πει, για τον φόβο μου.

istockphoto-637270182-1024x1024.jpg

Αγαπητέ Θ.,

Δεν περιμένω απάντηση.
Κάποιος μου άφησε ένα ψόφιο κοράκι στην πόρτα μου.
Αστείος ο συμβολισμός, δεν βρίσκετε;
Σαν να παίζουμε σε θεατρικό έργο.
Απαντήστε μου.
Τι κάνει η Μάρθα;
Τι κάνει το ταχυδρομείο σας; Ακούσατε τις ειδήσεις;

Σας χαιρετώ,

Υ.Γ. Ποτέ δεν μου άρεσαν τα γράμματα, εσείς μου τα μάθατε και τώρα δεν λέτε να απαντήσετε.

istockphoto-637270182-1024x1024.jpg

Αγαπητέ Θ.,

Την επόμενη φορά θα είναι ακόμα χειρότερο.

istockphoto-637270182-1024x1024.jpg

Αγαπητέ Θ.,

Θυμάστε που σας έλεγα για το κοράκι; Τώρα άφησαν έναν αρουραίο, ψόφιο. Φαίνεται πως τον σκότωσαν χώνοντάς τον επανειλημμένα σε χλωρίνη. Η κοιλιά του ζώου ήταν γεμάτη από το υγρό. Λέτε να σημαίνει κάτι; Ο συμβολισμός είναι κάπως βίαιος αλλά σίγουρα αστείος.

Σας φιλώ, σας γελώ,

Μ.

Υ.Γ. Με προτιμάτε έτσι; Όπως παλιά;

istockphoto-637270182-1024x1024.jpg

Αγαπητέ Θ.,

Σας φιλώ, σας γελώ, σας χαιρετώ; Όχι ακόμη.

Αγαπημένε Θ., δικός σας δηλώνω

Μ.

istockphoto-637270182-1024x1024.jpg

Αγαπητέ Θ.,

Θα σταματήσω να σας στέλνω τα ροδάκινά μου. Άλλωστε δεν έχει πια νόημα. Πρέπει να έγινε κάποια παρεξήγηση. Μάλλον η συμφωνία μας δεν ήταν συμφωνία, μάλλον τα λόγια σας δεν ειπώθηκαν ποτέ. Άραγε, τι κάνει η Μάρθα; Εσείς, σιωπηλέ βασανιστή μου;

Υπάρχετε;

Υπήρξατε ποτέ; Σας φαντάστηκα όπως την συμφωνία μας;

Τόσο καιρό καίω τα σωθικά μου.

Συγχωρήστε με για τους συναισθηματισμούς μου. Για τις υπερβολές. Αγαπητό μου φάντασμα, τα φώτα εδώ δεν ανάβουν. Η μπαλκονόπορτα έσπασε. Οι γείτονες είναι πιο σιωπηλοί από ποτέ. Έχω ξεχάσει το όνομά μου. Έχω ξεχάσει τι είμαι. Τι είμαι;

Μαύρο σκοτάδι, τα σκουπίδια μαγειρεύονται στην εξώπορτα. Τι εξώπορτα. Δεν υπάρχουν πόρτες, ούτε ανοίγματα. Κύριε, υπήρξατε;

Σας αποχαιρετώ;

Δικός σας;

Μ. Χ.

 

ΜΥΡΤΩ ΧΑΡΒΑΛΙΑ

peaches


*  (Η Μυρτώ Χαρβαλιά γεννήθηκε στην Αθήνα τον Απρίλη του 1995. Σπούδασε στο Τμήμα Αγγλικής Φιλολογίας του ΕΚΠΑ. Για την ώρα ζει στο Παρίσι, όπου κατά δική της ομολογία «σπουδάζει ανεπιτυχώς)».