ελληνικό διήγημα

Κωνσταντίνος Δομηνίκ, Η φωνή του Θεού

*

Στον Γιάννη Πούλιο

Το πώς έγινε και άκουσε τη φωνή του Θεού ο Νίκος ο Βρούντος καθώς κοντοστεκόταν έξω από τον παλιό, πετρόχτιστο ναό του Αϊ Γιώργη, πάνω στη Μπάρα, αποτελεί —τουλάχιστον για τους παλιούς— άλλο ένα λογικό μυστήριο. Κι αυτό εξαιτίας του ναού, που, ιδρυθείς το 1898 από Ηπειρώτες, μάλλον, μάστορες —ακόμα φαίνονται οι αινιγματικές επιγραφές και τα παράξενα σύμβολα τους πάνω στις πέτρινες καμάρες— διατηρεί, μέχρι και σήμερα, μια σκοτεινή αίγλη. Είναι κανονικό άντρο θαυμάτων. Άλλωστε, το Άγιο Βήμα, υπογείως, θρέφεται ακατάπαυστα από θαυματουργό νερό —αγιονέρι— που ανεβαίνει και εκβάλλει σε μια κρήνη, στα πλαϊνά του ναού, κάτω απ’ τον βραχνά μιας πανύψηλης βάγιας. (περισσότερα…)

Κωνσταντίνος-Δομηνίκ Πιπίλης, Πέρα απ’ τον τρούλο

*

Πέρα απ’ τον τρούλο

Να την πάλι ‒ τυλιγμένη με την αρκτική γούνα της, παρατηρεί απ’ το πλατάνι της πλατείας, απέναντι, τα κενά παράθυρα του Αϊ-Δημήτρη να αλυχτούν σαν μαύρες κουκουβάγιες. Δεκέμβρης και φυσά με έναν αέρα όλο υπόνοιες. Κι όπως βλέπει κάποια στιγμή, τον παπά-Ζήση μαζί με τους δυο ψάλτες, τον κυρ-Θόδωρο και τον Γιάννη τον Μάκα, να φεύγουν παραπαίοντας απ’ τον ναό, νιώθει μέσα της, ενστικτωδώς, να τη βαραίνει ο προαιώνιος φόρτος: ότι οφείλει να κουβαλά τη μοναξιά σαν ευθύνη. Ενώ τους είχε πάρει στο κατόπι προηγουμένως, καθώς φεύγανε από το σπίτι του παπά-Ζήση, όπου συνήθιζαν οι τρεις τους να κοινωνούν με τσίπουρο κι έντερα γουρουνιού, γεμιστά με συκωτάκια, τη λεγόμενη μπαμπόρα. (περισσότερα…)

Ελένη Χαϊμάνη, Η Λενιώ

*

Σηκώθηκε με κόπο απ’ το ντιβάνι, ακούγοντας τα κόκκαλα της να τρίβονται κάτω απ’ το γερασμένο της πετσί. Το σήκωσε πιέζοντας το, ανάμεσα στa δυο δάχτυλα, αντίχειρα και δείχτη, και όταν το άφησε, αυτό άργησε πολύ να επιστρέψει στην αρχική του θέση. Τα γεμάτα φολίδες απ’ την ξηροδερμία καλάμια της, πονούσαν μες στο κρύο, παρότι κοιμόταν αποβραδίς με τις μάλλινές της κάλτσες.

Η καλύβα ήταν κρύα, χειμώνας καιρός και δίπλα στη θάλασσα ήταν πολύ βαρύ να το αντέξει. Κι όμως, έμαθε να ζει σ’ εκείνες τις συνθήκες, και η αποδοχή της πραγματικότητας, της έκανε καλό. Νίφτηκε με κρύο νερό στο πρόσωπο και έσφιξε τα δόντια. Περνώντας απ’ το μικρό χολ απέναντι από την κεντρική πόρτα, κοίταξε τον εαυτό της στον καθρέφτη. Κωμικό πρόσωπο πάντοτε, ο Πειρασμός κι ο Διάβολος. Τα γαλανά της μάτια ήταν το μόνο νεανικό σημάδι που έφερνε απάνω της. Μεγάλα, με μια στραβή γωνία πως τα κάτω είχαν την δύναμη να τρομάξουν τον κάθε ατρόμητο που την έβλεπε. Κάνοντας να φύγει, να φτιάξει τον καφέ της, είδε στο πλάι την σηκωμένη της καμπούρα, σα κόκκαλο που έβγαινε με βία από τη βάση του κορμού και προσπαθούσε χαζά να το καλύψει με τα βαμβακερά μαλλιά της. Τα χώριζε πάντοτε στη μέση, αυστηρά, και τα χτένιζε με μανία μέχρι κάτω και αυτά κατέληγαν σαν μια ουρά στην βάση της καμπούρας. Είχε περισσότερο το φως μιας μούσας, παρά μιας χάριτος. Ήταν, ομολογώ, μάλλον άσχημη παρά ωραία στο πρόσωπο. (περισσότερα…)

Οικείοι μας αντιήρωες

 

του ΦΩΤΗ ΔΟΥΣΟΥ

Στέργιος Χατζηκυριακίδης, Βατσ’νιές, πυκνές* καρτ-ποστάλ
από τα Βαλκάνια (*και ενίοτε εμπαθείς), Δίαυλος 2021

Το διήγημα, αν έκανε κάτι πάντα, ήταν να παρουσιάζει στο αναγνωστικό κοινό «φέτες ζωής».  Έχει βαθιά μέσα του ριζωμένη τη ρεαλιστική τούτη συνθήκη. Πρόκειται μάλιστα για μια επιταγή που επιβάλλεται από την ίδια την τεχνοτροπία του. Επειδή είναι μικρό σε έκταση, δεν έχει πολύ χρόνο και χώρο στη διάθεσή του για να θεμελιώσει έναν καινούργιο κόσμο εκ του μηδενός. Του είναι πιο εύκολο και πιο φυσικό να ανοίγει ένα παράθυρο στην πραγματικότητα και να μας την προβάλλει διαστρεβλωμένη ή μη, θολή και αφηρημένη ή δοσμένη με χειρουργική ακρίβεια. Έτσι γίνεται και στη συλλογή διηγημάτων του Στέργιου Χατζηκυριακίδη, Βατσ’νιές, πυκνές* καρτ-ποστάλ από τα Βαλκάνια (*και ενίοτε εμπαθείς), Εκδόσεις Δίαυλος 2021.

Μόνο που εδώ οι διαθλαστικοί φακοί που χρησιμοποιούνται εμφανίζουν αξιοσημείωτες ιδιαιτερότητες. Αν μπούμε στον μυθοπλαστικό κόσμο των Βατσ’νιών με το ψυχρό μάτι του αφηγηματολόγου ή του μελετητή της λογοτεχνίας μπορούμε να εντοπίσουμε αμέσως κάποιες ξεκάθαρες κατευθύνσεις που δείχνουν ότι το κάθε αφήγημα είναι εκεί για να επιβάλλει τους όρους του και δεν το ενδιαφέρει σε καμία περίπτωση να χαϊδέψει τα αυτιά του εν δυνάμει κοινού του.

Έτσι, αρχικά, παρατηρούμε ότι στα συγκεκριμένα διηγήματα γίνεται μια πολύ ιδιαίτερη χρήση της γλώσσας και των εκφραστικών σχημάτων. Στόχος δεν είναι η καλλιέπεια, η καλολογία, η δημιουργία ατμόσφαιρας ή τονικότητας, αλλά η υπονόμευση όλων των προηγούμενων. Βρισκόμαστε σε μια περιοχή όπου η παραδοσιακή έννοια της λογοτεχνικότητας κλυδωνίζεται, αν δεν αυτοαναιρείται κιόλας. Αλλά και πέρα από τη γλώσσα, αν σταθούμε στις δομές θα δούμε ότι κυρίαρχο μέσο της πλοκής γίνεται η παρέκκλιση. Ένα στοιχείο που είναι ουσιαστικά ενάντιο σε κάθε έννοια πλοκής – αν και κατ’ άλλους «όλη η ιστορία της λογοτεχνίας είναι μια παρέκκλιση». Σε πρώτο επίπεδο λοιπόν τα διηγήματα της συλλογής εκφράζουν μία αφαίρεση τόσο σε δομικό επίπεδο όσο και σε υφολογικό.

Το λογοτεχνικό κείμενο όμως δομείται πάνω σε λεπτές ισορροπίες. Αν αφαιρεθεί κάποιο στοιχείο θα πρέπει να αντικατασταθεί άμεσα από κάποιο άλλο, όσο το δυνατόν ισοδύναμό του. Ειδάλλως το όλο οικοδόμημα κινδυνεύει να κατεδαφιστεί. Με τί καλύπτονται λοιπόν αυτά τα ηθελημένα κενά στις Βατσ΄νιές;  Πώς ξεπερνιέται ο κίνδυνος κατεδάφισης; Καλύπτονται, θα λέγαμε, με μεταμοντέρνα υλικά της αφήγησης: με την ειρωνεία, τον αστεϊσμό, το σκώμμα, την ανεκδοτολογική εξιστόρηση, το ευφυολόγημα. Ο Χατζηκυριακίδης γεμίζει τους αρμούς της αφήγησης με στοιχεία που φέρουν έντονα τον αέρα του ρίσκου. Διότι αναγκάζουν τον αναγνώστη να μετακινηθεί από το comfort zone του, να φύγει από το μέρος που γνωρίζει και που του είναι οικείο, και να μπει σε μια περιοχή όπου επικρατεί αστάθεια και ανασφάλεια.

Το χιούμορ στη λογοτεχνία, είναι στοιχείο ανοικείωσης και αποστασιοποίησης. Χρησιμοποιούμε κάθε αφηγηματικό μέσο για να  τραβήξουμε τον αναγνώστη βαθιά στην αφήγηση, να τον εισαγάγουμε στον μυθοπλαστικό κόσμο και να τον κρατήσουμε όσο περισσότερο γίνεται εκεί. Το χιούμορ όμως έρχεται σαν μια εντελώς αντίθετη δύναμη. Αναγκάζει τον αναγνώστη να σταθεί έξω από τον κειμενικό κόσμο, τον βάζει να κρίνει αυτό που διαβάζει, τον κάνει να αμφισβητήσει το κύρος του κειμένου, του επιβάλλει να σκεφτεί. Αυτό είναι το εγγενές ρίσκο λοιπόν κάθε αφήγησης που αναδεικνύει το χιούμορ, τον σαρκασμό και την ειρωνεία ως κεντρικές ποιότητες του ύφους  και της μηχανικής του.

Στις Βατσ’νιές η αφήγηση είναι «αντιλογοτεχνική» και για έναν ακόμη λόγο: χαρακτηρίζεται από πολύ έντονη προφορικότητα και σε καμία περίπτωση δεν θυμίζει την μυθοπλασία όπως την έχουμε συνήθως στο μυαλό μας. Ο μύθος των διηγημάτων δεν έχει ανάγκη κλειστές δομές για να εκφραστεί και να αναπτυχθεί· μάλιστα σε πολλά σημεία δείχνει να αποστρέφεται την «καθεστηκύια αισθητική» του λόγου και της αφήγησης (αν μπορούμε να μιλήσουμε για κάτι τέτοιο). Δείχνει δηλαδή ότι πάει κόντρα σε ό,τι είναι γενικώς αποδεκτό. Δημιουργεί μια ενδόμυχη αφηγηματική διαταραχή. Αυτό φανερώνει και την ιδεολογική χροιά των συγκεκριμένων κειμένων. Το ύφος, ο τρόπος που λέγεται μια ιστορία, συνδέεται βαθύτατα με την ιδεολογία που τη διέπει και ακολούθως παράγει περιεχόμενο.

Σε μια εποχή που το λογοτεχνικό κείμενο -ακόμα μια φορά- μοιάζει να βαραίνει από στολίδια, ανούσιες καλολογίες και βερμπαλισμούς, που στην ουσία επιχειρούν να κολακέψουν τον αναγνώστη, είναι σημαντικό να ξέρουμε ότι υπάρχουν κείμενα τα οποία τραβάνε προς μιαν άλλη, πολύ πιο έντιμη, κατεύθυνση. Κείμενα που δεν επιχειρούν να κοροϊδέψουν ή να ξεγελάσουν το κοινό τους, που δεν προσπαθούν να το αποκοιμίσουν ή να το αποπροσανατολίσουν με τις ωραίες εκφράσεις τους ή με την ποιητικότητα που αποπνέουν αλλά αντίθετα επιθυμούν να χτίσουν μια σχέση ισοτιμίας, και ειλικρίνειας μαζί του.

Προσωπικά βρήκα υπόγειες συνδέσεις και αντιστοιχίες των Βατσινιών με έργα του Γιώργου Ιωάννου που μιλάνε για την επαρχία όπως ακόμα και με το περιβόητο Το τέλος της μικρής μας πόλης του Χατζή. Μπορεί να ακούγεται ακραίο, αλλά οι Βατσ’νιές ειδολογικά αποτελούν μέρος της συγκεκριμένης παράδοσης. Πρόκειται για αφηγήσεις όπου κυριαρχεί η ατμόσφαιρα, η αίσθηση του περιβάλλοντος χώρου γίνεται σχεδόν σωματική, και το επαρχιακό αστικό τοπίο παίζει καταλυτικό ρόλο στην ψυχολογία και την ψυχοσύνθεση των ηρώων.

Οι χαρακτήρες που παρελαύνουν από αυτά τα διηγήματα είναι ως επί το πλείστον αντιήρωες. Τί σημαίνει όμως αντιήρωας; Στις μέρες μας θα έλεγα ότι τείνει να σημαίνει «κανονικός» άνθρωπος. Το πανόραμα των αντιηρωικών μορφών λοιπόν δεν κάνει τίποτε άλλο εδώ παρά να ενισχύει την αληθοφάνεια του κειμένου. Και η αληθοφάνεια ήταν και παραμένει πάντα ένα από τα πιο βασικά ζητούμενα της μυθοπλασίας.

Τα μυθοπλαστικά πρόσωπα στις Βατσ’νιές θυμίζουν υπαρκτά σουλούπια που όποιος έχει ζήσει στην βαλκανική περιφέρεια των προηγούμενων δεκαετιών τού είναι οικεία, τα ξέρει, τα ’χει δει να περιφέρονται στους δρόμους και στα μπαρ, τα έχει συναναστραφεί και έχει κάνει μεθυσμένες κουβέντες μαζί τους. Πρωτίστως έχουμε να κάνουμε με μυθοπλαστικούς ανθρωπότυπους που κουβαλάνε πάνω τους το βάρος της καταγωγής τους. Αυτό το βάρος δεν είναι τόσο ότι τους δίνει ταυτότητα, όσο ότι τους γεμίζει υπαρξιακά και οντολογικά· τους προσφέρει ένα είδος νοήματος και τους δίνει μια αίσθηση πληρότητας μέσα στα άδεια και ομιχλώδη βαλκανικά τοπία που ζούνε.

Ο αφηγητής των διηγημάτων δεν βλέπει ποτέ τους ήρωες του αφ’ υψηλού αλλά τους αντιμετωπίζει ως ίσος προς ίσο. Και μάλιστα κατά βάθος υποψιαζόμαστε ότι τους θαυμάζει και δείχνει ότι τον δένουν μαζί τους αόρατοι αλλά ισχυροί συναισθηματικοί δεσμοί. Δεν παραθέτει απλώς στιγμιότυπα από τις ζωές των ηρώων του, αξιοπερίεργα, ιδιαίτερα, ζουμερά, σουρεαλιστικά συμβάντα, αλλά φαίνεται να απολαμβάνει ακόμα και τον ήχο των λέξεων που χρησιμοποιεί για αυτές τις εξιστορήσεις.

Τα κείμενα αυτά δεν χαρακτηρίζονται από συναισθηματισμό. Η ειρωνεία άλλωστε που, όπως είπαμε, κατά κόρον χρησιμοποιείται ακυρώνει κάθε τέτοια παράμετρο. Αλλά αυτό μπορεί εν τέλει και να μην ισχύει. Ειδικά σε αναγνώστες που αναγνωρίζουν το μοτίβο των περιγραφόμενων καταστάσεων, που έχουν συγχρωτισθεί στο παρελθόν με τις κατηγορίες ανθρώπων που αναφέρονται, που έχουν πιει μαζί τους, έχουν μεθύσει, έχουν ακούσει τις ιστορίες τους, οι Βατσ’νιές ανοίγουν μια εσωτερική πόρτα. Και φωτίζουν έναν χώρο σκεπασμένο από τις ομίχλες της μνήμης και ίσως, μέχρι ένα σημείο, και της νοσταλγίας.

ΦΩΤΗΣ ΔΟΥΣΟΣ

 

 

 

Ελένη Χαϊμάνη, Άφες ημίν (διήγημα) 

 

Ήταν τέσσερις μέρες που η καρδιά του άρχισε να φθίνει, να παίρνει δρόμο διαφορετικό. Έπεφτε αυτές τις μέρες σε λήθαργο βαθύ και καταλάβαινε πως αυτός ο ακανόνιστος και πιο γρήγορος ρυθμός της προμήνυε κακό.

Μέσα σ’ αυτές τις λίγες μέρες πρόλαβε και ειδοποίησε τα παιδιά του, που κατοικούσαν διάσπαρτα σε διάφορα σημεία της χώρας. Τότε, μόλις τα είδε σηκώθηκε από το κρεβάτι ευθύς λες και ήταν  νέος και πάλι, με μια ζωντάνια ακατανόητη για τους άλλους· κάθισε στο τραπέζι της κουζίνας με βοήθεια και άρχισε να κουβεντιάζει μαζί τους, τώρα που τα είχε όλα τους  εδώ.

Ήταν υπέροχη μέρα, ρωτώντας για τα νέα τους τους καθησύχασε για την υγεία του και στο τέλος σώπασε. Έβλεπες το βλέμμα του να τα κοιτά, ή μάλλον να κοιτά πίσω από αυτά. Θυμόταν όταν ήταν όλα τους μικρά και δίχως σκοτούρες, όταν οι σκοτούρες ήταν μοναχά δικές του για να τις κουβαλήσει. Εκείνα μιλούσαν δυνατά και κάποιες φορές ο τόνος της φωνής ανέβαινε επικίνδυνα. Τότε κατάλαβε για ποιο λόγο τα παιδιά του διάλεξαν να ζήσουν μακριά και από κείνον και από τον τόπο τους· όλους μαζί ο κόσμος δεν  θα τους χωρούσε.

Ήταν καλός πατέρας θα έλεγε, μάλλον συνηθισμένος  που το μόνο που τον ένοιαζε ήταν να είναι το τραπέζι τους γεμάτο· ενώ έβλεπε όσο περνούσαν τα χρόνια τα παιδιά του ν’ απομακρύνονται το ένα από το άλλο, εκείνος φρόντιζε πάντοτε το τραπέζι να ήτανε γεμάτο. Δεν έφταιγε αυτός, κι αυτόν έτσι τον είχαν μεγαλώσει οι δικοί του και έμαθε ότι το να κρύβεις τα συναισθήματά σου είναι πάντοτε καλό, τίποτα δεν βγήκε καθώς ξύνεις την επιφάνεια των πραγμάτων. Αυτό λοιπόν δίδαξε και τα παιδιά του.

Πόσο θα ήθελε να ήταν αλλιώς τα πράγματα, να συνέβαινε κάτι και να τα έφτιαχνε όλα απ’ την αρχή. Να μάθαινε κι εκείνος αλλιώτικα, για να μάθει και τα παιδιά του έτσι. Θυμήθηκε την μάνα του που έλεγε μια παροιμία συνεχώς όταν δεν της βγαίναν τα κουκιά, όταν δεν μπορούσε ή δεν προλάβαινε να τα κάνει όλα όπως ήθελε: «Μην κλαίς πάνω από χυμένο γάλα» και ξαφνικά κοίταξε τα παιδιά του και άρχισε να κλαίει· ένα μικρό δάκρυ στην αρχή ν’ ανοίξει ο κρουνός κι έπειτα όλα κατέβαιναν ασταμάτητα.

Ζήτησε με ανάσα βαριά και μπερδεμένη να ξαπλώσει και ήταν η πρώτη φορά μετά από πολλές μέρες που δεν έβγαλε ούτε ένα από αυτά τα βογγητά πόνου που έκαναν το σπίτι να κουνιέται. Την επόμενη μέρα δεν ξανασηκώθηκε, τον βρήκαν να κοιμάται με τα μάτια ανοιχτά.

«Δεν άντεξε η καρδιά του» είπε ο γιατρός που φώναξαν εκείνο το πρωί για να κάνει την γνωμάτευση του θανάτου. Και τα παιδιά του παραξενεύτηκαν αληθινά που είχε ο πατέρας τους καρδιά, τόσα χρόνια ποτέ δεν την είχαν ακούσει να χτυπάει!

Για την οικονομία του χώρου θα παραβλέψουμε όλες τις τυπικές διαδικασίες, που δεν μας αφορούν κιόλας  ενώ, στον θάνατο είναι περιττές για μας τους υπολοίπους· και θα βρεθούμε την ημέρα της κηδείας στεκάμενοι στην νεκρώσιμο ακολουθία που θα έχει κάποιο ενδιαφέρον…

Δεν θα πρέπει οι άνθρωποι να πεθαίνουν μέρες καλοκαιρινές ή μέρες που έχουν πάνω τους τον δυνατό τον ήλιο· η αντίθεση των δακρύων με την κάψα του καλοκαιριού και της καλοκαιρίας θολώνει την θλίψη στα μάτια των παρευρισκόμενων τόσο που δεν μπορείς να δεις αν κλαίνε στ’ αληθινά ή αν ο ιδρώτας τους κυλώντας απ’ το μέτωπο καταλήγει στα βλέφαρα κι έπειτα πιο κάτω κι αυτό το λένε κλάμα.

Μέσα στην εκκλησία οι συνεχιζόμενες εκπνοές δηλητηριάζουν τον αέρα. Τα παλιά κεριά που ανάβει κανείς μόλις μπαίνει αντικαθιστώνται αρκετά γρήγορα από νέα κι έτσι, κανένα κερί δεν προλαβαίνει να επιτελέσει τον σκοπό του· να καεί ολόκληρο για την μνήμη αυτού για τον οποίο ανάφτηκε, μόνο κάποιες σταγόνες λιώνουν πάνω του και ύστερα πετιέται. Τρομερή σπατάλη σε κεριά και στους ανθρώπους…

Η νεκρώσιμος ακολουθία δεν θα πρέπει να ακολουθήθηκε  κατά γράμμα και να ειπώθηκαν όλα τα λόγια ανάπαυσης που θα πρεπε να ειπωθούν, ένεκα του καύσωνα στον οποίο έγινε αναφορά πιο πάνω, τα παιδιά πάνω από το ανοιχτό φέρετρο περισσότερο κοίταζαν ποιοι ήρθαν να τιμήσουν τον νεκρό παρά τα γαρύφαλλα που στόλιζαν το άσπρο μαξιλάρι και στα πολλά σούσουρα και χαμηλές φωνές που ακούστηκαν μέσα στην εκκλησία κάποιοι απ’ αυτούς που δεν άντεξαν βγήκαν στον περίβολο. Με κλάματα ή και χωρίς. Οι πιο πολύ βγήκανε να πάρουνε αέρα.

Οι κηδείες τελικά, αν το καλοσκεφτεί κανείς, είναι μια πρώτης τάξεως ευκαιρία για να ειδωθούν οι άνθρωποι· πιο πολύ από τους γάμους, καθώς η λύπη φέρνει πιο κοντά εκείνους που έχουν χρόνια να μιλήσουν μεταξύ τους και τους μαλακώνει τις καρδιές. Εκεί θα δεις να αγκαλιάζονται αυτοί οι οποίοι πριν λίγο καιρό δεν αντάλλασσαν κουβέντα μεταξύ τους· και για να πούμε την αλήθεια ο νεκρός τουλάχιστον θα ήταν ευχαριστημένος που έκανε τέτοιο καλό εν αγνοία του, ίσως θα ’πρεπε να ’χε πεθάνει χρόνια πριν για τους φέρει πιο κοντά αλλά, άντε πες το αυτό στα παιδιά του…

Στην γωνία, ένας νέος άνδρας φτυαρίζει το χώμα που θα δεχτεί το άψυχο σώμα, ανασκαλεύει τη γη, την αφρατεύει με την τσάπα προτού να πιάσει στα χέρια του το φτυάρι και επειδή έχει στείλει πολλούς στον κάτω κόσμο με αυτόν τον τρόπο έχει κάθε δικαίωμα να χωρατεύει για τους πεθαμένους και να πειράζει τις γριές που έρχονται από πάνω του για του πουν πως έκανε καλή δουλειά στο άνοιγμα· μ’ εκείνον να τους απαντά: «Το δικό σου, θειά, θα ’ναι καλύτερο!», κι επειδή όπως είπαμε έστειλε πολλούς στον κάτω κόσμο κανείς δεν θυμώνει μαζί του γι’ αυτά τα λόγια αντιθέτως, οι πιο πολλοί γελούν, ακόμα κι οι γριές…

Οι περισσότεροι από αυτούς που στέκονται από πάνω την ώρα που βάζουνε τον δυστυχή στο χώμα, ακόμα και τα παιδιά του, οι γριές και οι παραβρισκόμενοι είναι πιο πολύ από περιέργεια και ίσως για να σιγουρευτούν πως είναι εκείνος που μπαίνει μέσα και όχι εκείνοι, πως τον ξεγελάσανε και σήμερα, στέκονται από πάνω από την ανοιχτή τρύπα του χώματος που χάσκει σαν στόμα ανοιχτό που του παίρνει την ψυχή το τέλος· κάθονται από πάνω σαν δικαστές και έτοιμοι να δώσουν την ετυμηγορία αυτοί, λες και τους ζητήθηκε, αν ο πεθαμένος τελικά έζησε και πέθανε μια ζωή σωστή κατά τας ρήσεις των ευαγγελίων.

Ας σταθούμε πιο πίσω από τούτη την δυσάρεστη στιγμή, δυσάρεστη ασφαλώς για τον νεκρό… Και ας σύρουμε το βλέμμα μας στο πέρας της τελετής και αφού πέσουνε τα καθιερωμένα λουλούδια πριν ο νεκρός σκεπαστεί για πάντα, που τι να τα κάνει, δηλαδή λες και θα του χρησιμέψουν πουθενά εκεί που πάει, όταν αφήνουν τον νεαρό άνδρα μέσα στο λιοπύρι να κάνει την δουλειά του· την έχει κάνει τόσες πολλές φορές που ξέρει ακριβώς τον χρόνο και το εκατοστό του χώματος που θα του χρειαστεί.

Και φεύγουν. Κατεβαίνουν εκεί που θα σερβιριστεί ο καφές και θα συλλυπηθούν την οικογένεια. Όλοι θα συζητήσουν αν βρέθηκε η γυναίκα του, που ’χε πεθάνει πριν δεκαπέντε χρόνια. Οι μισοί θα ορκιστούν πως αποκλείεται να έχει βρεθεί και πως θα τον θάψουν από πάνω και οι άλλοι μισοί θα γελάσουνε με την καρδιά τους από τις ιστορίες που θ’ αναφερθούν για χάρη του νεκρού, σίγουρα θα υπάρξουν και οι συνήθεις ιστορίες περί ψυχών που πάνε και αν πάνε, διότι είθισται στις κηδείες να αναζητούν το μεγάλο αίνιγμα της ζωής και του θανάτου αφού είναι ο μόνος χρόνος που τους επιτρέπεται να τον σκεφτούν δίχως οι σκέψεις τους να λοξοδρομήσουν, αφού τον έχουν εδώ, τώρα, αύριο θα είναι άλλη μέρα…

Κι αφού πιουν τον καφέ, κι αφού γελάσουν –γιατί κηδεία σωστή δίχως γέλιο τελικά δεν γίνεται όπως ξορκίζεις το κακό, ή τουλάχιστον έτσι λένε– θα δουν να κατεβαίνει τον δρόμο ο άνδρας που επιτέλεσε το έργο. Έχει το ένα του χέρι στο τιμόνι από το μηχανάκι και με το άλλο κρατά το φτυάρι περασμένο χαλαρά στην πλάτη του ενώ έχει πλατύ χαμόγελο ενόσω κατεβαίνει, τόσο πλατύ που θαρρεί κανείς πως έφερε εις πέρας κάτι πολύ σημαντικό, κάτι που κανένας άλλος εκτός από αυτόν δεν θα μπορούσε να το κάνει…

Σταματά το μηχανάκι του στην είσοδο κι αφήνοντας το φτυάρι με την ανάποδη έξω από την πόρτα του καφενείου παραγγέλνει κρασί και τινάζει τα ρούχα του και τα παπούτσια που είναι γεμάτα χώμα· κι αρχίζει να σφυρίζει έναν σκοπό πίνοντας το κρασί του, έναν σκοπό σε όλους τους λίγο πολύ γνωστό. Εκείνη την στιγμή κάθε γριά θα σταυροκοπηθεί.

ΕΛΕΝΗ ΧΑΪΜΑΝΗ

 

 

 

Δημήτρης Καρακίτσος, Bicycle Waltz

20190801_103048.jpg

Δημήτρης Καρακίτσος

Bicycle Waltz

Ξεκινάς από το σπίτι, είναι, λες, ένα μικροαστικό δυάρι στα Πατήσια. Βιβλία παντού και κούτες με περιοδικά, προφυλακτικά στο πάτωμα, ένα κλουβί με παπαγαλάκια… ή μάλλον σκατά, δεν χρειάζεται παπαγαλάκια η ιστορία σου, έχεις έναν ταύρο εν υαλοπωλείω, ένα τηλεβόλο που ισοπεδώνει την ετοιμόρροπη γλώσσα μας: έχεις τον μεγαλύτερο συγγραφέα από καταβολής κόσμου. Το δυάρι του λοιπόν είναι γεμάτο εξωτικά φυτά και αντίγραφα έργων του Πικάμπια – αρκούν αυτά. Ένα τραπεζάκι με λίγα μπουκάλια, ουίσκι, ρούμι και μπράντι… όχι, μεθύσι και γραφομηχανές δεν φτιάχνουν καλούς συγγραφείς αλλά ηλίθιους θαυμαστές, σκέτος καφές, φτάνει, μια χαρά. Και τώρα στο ζουμί: να περιγράψεις το υποτιθέμενο έργο του. Ότι έγραψε τι; Οπότε στύβεις τη φαντασία σου και ξεκινάς. Έκανε το ντεμπούτο του στα έντεκα, μπλα μπλα, με ένα βιβλίο που τυπώθηκε με λεφτά του πατερούλη. Η Ιστορία της αεροπλοΐας. Εξήντα εννιά αεροπλάνα, οι πρώτες πτήσεις και οι πρώτες ανακαλύψεις. Οι πρωτοπόροι, ο Voisin, οι αδερφοί Ράιτ, τα μονοκινητήρια, οι αεροπλανικές επιδείξεις, τα καρδιοχτύπια και τα λιβάδια με τα ανεμόπτερα, τα αερόστατα και οι εκκεντρικοί μηχανικοί. Οι στολές, τα ατυχήματα, τα υπερατλαντικά εγχειρήματα, τα μεσοπολεμικά πόστερ και οι σαμπάνιες ύστερα από κάθε πέρασμα της Μάγχης – έντεκα χρονών, διάολε! Κι ύστερα περνάς στο δεύτερο, ένα μυθιστόρημα με τίτλο, ξερωγώ, Ταξίδι στην άκρη της νύχτας με γιγάντιο ψάρι. Λήγει ο Πρώτος Παγκόσμιος, κι ένας Γάλλος φαντάρος γυρίζει στο χωριό του. Κοιμάται σε αχυρώνες και παλιές αποθήκες, πιάνει δουλειά ως εργάτης των Σιδηροδρομικών Γραμμών Υπερδνειστερίας, αλλά δεν στεριώνει εκεί, ξέρεις, κάποια γυναίκα. Ύστερα περιπέτειες, καβγάδες, πόρνες και ο δρόμος που τον οδηγεί στο κεντροευρωπαϊκό κρατίδιο Μαρντούκ κλπ κλπ, σε ένα ψιλοερειπωμένο ξενοδοχείο, παρέα με δυο περιπλανώμενους πεζικάριους (έναν πρώην μάγειρα κι έναν πρώην νευρολόγο-ψυχαναλυτή). Αποφασίζουν να στήσουν το ξενοδοχείο από την αρχή, αλλά ως ησυχαστήριο αυτή τη φορά για ολίγους εκλεκτούς. Ιδού το «Οτέλ Μιραμάρε», που αφορά στρατιώτες και αξιωματικούς που θυμούνται τα όνειρα και τους εφιάλτες τους στα χαρακώματα. Ο νευρολόγος καταγράφει τις αφηγήσεις και τις καρφιτσώνει στις κόκκινες κουρτίνες της σάλας, τίποτα πιο φρικιαστικό και παράλληλα όμορφο στην ιστορία της παγκόσμιας λογοτεχνίας, θα πεις εσύ, τα νοσταλγικά όνειρα, το σπιτικό που περιμένει, η τσαγιέρα και το πιάτο με τα βουτήματα, η σοφίτα, το ξύλινο αλογάκι, ο αχυρώνας και οι κότες του παππού, ενώ, από την άλλη, οι εφιάλτες, τα μάτια των κατακρεουργημένων, τα αέρια, οι αρουραίοι, ένα άλογο χτυπημένο από οβίδα. Και μπλα μπλα. Και το τρίτο τώρα, μια φιλοσοφική νουβέλα είκοσι χιλιάδων λέξεων με τον τίτλο Ex nihilo. ένας δυσλεκτικός που προσπαθεί μέσα από βιβλία εκλαϊκευμένης επιστήμης να κατανοήσει το σύμπαν. Το ηλεκτρόνιο (γιατί έχει μάζα 1,836 x 10³ φορές μικρότερη από το πρωτόνιο;), η βαρύτητα, η σκοτεινή ύλη, η θεωρία των πάντων, η κβαντομηχανική κλπ κλπ. Ξαφνικά ο ήρωας συλλαμβάνει μια υπέροχη ιδέα. Αν υποθέσουμε ότι η ιστορία της φυσικής είναι σαν να ξετυλίγεις ένα μπλεγμένο κουβάρι, τότε τι θα βρούμε (αν φτάσουμε ποτέ) στο τέλος του νήματος; Τι υπάρχει έξω από το σύμπαν, πότε γεννήθηκε ο χρόνος, συνέβη το Big bang, και αν ναι τι το προκάλεσε; Τι προκάλεσε αυτό που προκάλεσε το Big Bang και ούτω καθεξής. Μα είναι απλό, σκέφτηκε ο καθηγητής, τα δομικά στοιχεία του σύμπαντος δεν μπορούν να δώσουν απαντήσεις, το σύμπαν έχει χάσει τη μνήμη του, δηλαδή όφειλε, ως αιτιατό, να χάσει τη μνήμη του για να μπορέσει να κόψει τις βαριές αλυσίδες που το καταδίκαζαν στο ίδιο κελί με την άπλυτη και αυταρχική αιτία. Αν τα υποατομικά σωματίδια, τα μποζόνια φερ’ ειπείν και τα γκλουόνια, ήξεραν τι κάνουν θα έπρεπε να δώσουν απαντήσεις, αλλά οι απαντήσεις (π.χ. τι προηγήθηκε του χρόνου;) θα έσπρωχναν τα πάντα στο χείλος μια προ-κοσμικής αβύσσου. Ζούμε λοιπόν σε έναν αμνήμονα κόσμο, και είναι η ιδιότητά του αυτή που τον καθιστά πραγματοποιήσιμο εκ του μηδενός. Φοβερό βιβλίο. Φοβερή σύλληψη. Ή, όπως έγραψε ένας κριτικός, μια συμπαντική αντισύλληψη. Και μπλα μπλα. Πραγματικά, είναι άχαρο αυτό που πρέπει να υποστώ, η αρχική ιδέα μου δεν ήταν τόσο φιλόδοξη: ήθελα να γράψω για έναν μέτριο συγγραφέα που κάθε λίγο τού χτυπούν την πόρτα. Μια απλοϊκή ιστορία: Είναι πανέμορφες γυναίκες, η Κατερίνα από τον πρώτο, που ξέμεινε από ζάχαρη, η Σοφία με την πετσέτα στα κεφάλι, που της κάηκε το πιστολάκι, η Έφη από το διπλανό, που του ζητά ευγενικά να χαμηλώσει την τηλεόραση γιατί μελετά για το διδακτορικό της – μα ποια τηλεόραση; Δεν έχω τηλεόραση, όπως βλέπεις βασανίζομαι σε μια παλιά γραφομηχανή, λέει ο συγγραφέας. Όλες τους γυρεύουν αφορμή για σεξ. Είναι θεές και αχαλίνωτες. Δεν μ’ αφήνουν να γράψω, σκέφτεται ο τύπος βυθίζοντας τα δάχτυλά του στα μαλλιά της τάδε και της τάδε, υπνωτισμένος από την ηδονή και τα αρώματα. Θα ήταν κωμικό το διήγημά μου, είχα γράψει τέσσερις σελίδες και είχα βρει το κατάλληλο ύφος, αλλά ξαφνικά κεραυνοβολήθηκα από αυτό που λέμε συγγραφική σοβαρότητα. Μυρίζει καψόνι εδώ, μυρίζει τιμωρία αυτό με τις γυναίκες που δεν τον αφήνουν σε ησυχία. Και το ερώτημα που γεννάται είναι ποιος θέλει την τιμωρία του, και κυρίως γιατί; Η απάντηση είναι εύκολη: ο Θεός. Ναι, είναι έργα του Θεού οι παρενοχλήσεις. Ο Θεός αποφάσισε να φέρει προσκόμματα στον μεγαλύτερο συγγραφέα όλων των εποχών. Γιατί όμως; «Έχεις διαπράξει ύβρη», του λέει μέσα από τα μάτια της Σοφίας, της Έφης και της Κατερίνας, «για την ακρίβεια μαζί τη διαπράξαμε, πηλέ μου έμψυχε. Δεν έπρεπε να σε πλάσω, είσαι ένα λάθος της Δημιουργίας, είσαι ένα τεράστιο λάθος, μα τώρα είναι αργά – σε έχω αγαπήσει. Τι μου μένει; Να θέσω εμπόδια στη γραφή σου. Και θα το κάνω, γλίσχρε και ουτιδανέ, θα σου επιβάλω μια θεσπέσια τιμωρία. Ετοιμάσου για ορδές γυναικών, καλλονές που θα σου χτυπούν την πόρτα κάθε φορά που πας να γράψεις, είσαι επικίνδυνος, τα γραπτά σου πρόκειται να σπείρουν το χάος – κι αυτό δεν θα το επιτρέψω. Θα σου στείλω πολλές γυναίκες: την Νάντια από τον πέμπτο και την παντρεμένη από το ημιυπόγειο, την Κερασία, αλλά και την Πόπη, την ντελιβερού, που μπέρδεψε τα κουδούνια – σεξ και πίτσες!» Το κλειδί της παρουσίας του Θεού σ’ αυτό το διήγημα είναι η λέξη χάος. Η σπορά χάους. Και είναι αυτό που φοβάται ο Θεός. Πώς ένα πλάσμα τρωτό μπορεί να θέσει τους όρους για κάτι αναλλοίωτο και άφθαρτο; Λένε ότι το σύμπαν κάποια στιγμή θα πάψει να υπάρχει, η ανθρωπότητα, η Γη, ο γαλαξίας μας, η Λανιακέα και όλα τα σούπερ κλάστερ γαλαξιών θα έχουν ήδη καταποντιστεί στις μαύρες τρύπες, αλλά εμείς, με μόλις τέσσερις χιλιάδες χρόνια ιστορίας, γράφουμε κριτικές λογοτεχνίας και επιδιδόμαστε, μεταξύ τύρου και αχλαδίου, σε μια αναζήτηση πλατωνικού καθρεφτίσματος στους αιθέρες της ποιητικής (θυμάμαι τους δυσκοίλιους στοχασμούς του Διονύσιου Σολωμού). Τι αβάσταχτο λάθος θα ήταν, όντως, ένας τόσο μεγάλος συγγραφέας! Μα ας δούμε κι αυτό: Τέλεια διηγήματα, τέλεια ποιήματα και μυθιστορήματα – ψυχανεμίζεστε το περιεχόμενό τους; Είναι μάταιο να πεις ναι. Τα βιβλία του θα ήταν κορνίζες χωρίς καθρέπτη. Δεν με βλέπω, δεν με βλέπω πουθενά, δεν βρίσκομαι εκεί, δεν υπάρχω. Ανοικείωση. Γιατί οι άνθρωποι δεν είναι πνεύματα, τρομάζουν αν δεν δουν σκιά ή είδωλο. Μεταμφιέζονται καθημερινά (κάζουαλ ντύσιμο ή κοστούμια εποχής) και ποζάρουν – είναι ζήτημα ουσίας αυτό. Θαυμάσιοι βιεννέζικοι καθρέπτες, Φρόιντ, Χόφμανσταλ, Μπροχ, Σνίτσλερ. Εσάς σας αρέσει ο Σαίξπηρ; Μα ναι, επιχρυσωμένη η κορνίζα, κοιταζόμαστε και είναι σαν να γίναμε εκείνα τα σοκολατάκια με την Μόνα Λίζα. Τι λέτε φίλοι, περνάμε κι από του Ομήρου; Και τι θα λέγατε αν κρεμούσαμε τον θαμπό του Κάφκα στο κουρείο που ξυρίζεται ο κύριος υπουργός; Χαχα, έχετε δίκιο.
]]]]]Μπορεί. Συμπεράσματα ας βγάλουν οι αναγνώστες.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΑΡΑΚΙΤΣΟΣ

Πρώτη δημοσίευση: 25.12.2019

Φωτογραφία: L’apprendista, Νεκρὴ ἀστικὴ φύση (Λ. Πεντέλης, 2019)  

Νατάσα Κεσμέτη, Το ανορθόγραφο στασιδάκι της αφοσίωσης

ΤΟΝ ΕΠΑΙΡΝΕ ΑΠΟ ΤΟ ΧΕΡΙ καί πηγαίνανε στό κλησιδάκι τοῦ Ἅϊ Δημήτρη, κτισμένο τό μισό στό δικό τους χωράφι. Ἐκείνη θυμιάτιζε καί μετά ἄναβαν μαζί τά καντήλια. Ὁ ἥλιος ἦταν ἀκόμα ψηλά καί μιά φαρδιά χρυσή λουρίδα ἔλαμπε καταμεσής τοῦ ναΐσκου. Μετά θά πήγαιναν στόν Ἅϊ Γιώργη, στόν Ἅϊ Γιάννη τόν Θεολόγο, καί τέλος στό Ἅϊ Νικόλα. Ἐκεῖ κάθονταν στή ζεστή πεζούλα καί ἀγνάντευαν τά νησιά ἀπέναντι. «Θά γίνεις παππάς, θεία;» τήν ρωτοῦσε καί τήν ξαναρωτοῦσε, καί κείνη γελοῦσε μέ τήν παιδική του ἀφέλεια. Τοῦ ἔμαθε ἀνάγνωση, γραφή καί τοῦ μετέδωσε τήν ἀγάπη της γιά τά ξωκλήσια: νά τά φροντίζουν, νά τά γαλακτίζουν, νά τά κρατοῦν καθαρά. Ἐξ αἰτίας της ἡ προσοχή του στράφηκε στήν εἰρήνη τῶν μικρῶν θυρίδων, μαγνητίστηκε ἀπό τίς κίτρινες κηλίδες ὤχρας πάνω στούς χλοασμένους πορόλιθους· τό ἀεράκι πού μέ τήν παραμικρή κίνηση μόλις κι ἀναρριπιζόταν ἀναστατώνοντας τίς ἀραχνίτσες – ἕνα γλυκύ μυστήριο στίς κόγχες. Μέ τά δάχτυλα ψηλάφισε τήν σταθερή τρυφερότητα στίς καμπύλες τῶν τοίχων ἀπό ἁρμολογημένη χοντρή πέτρα, τίς ἐκπλήξεις τῆς ἀσυμμετρίας. Σκιές καί φῶς ἀλληλλοσυμπληρώνονται, συνομιλοῦν, θά σκεπτόταν πολύ ἀργότερα. Ἀλλά τότε μαθήτευε σέ ἕναν κόσμο συγκεκριμένων πραγμάτων, ὄχι ἀφηρημένων ἐννοιῶν.

(περισσότερα…)

Nατάσα Ζαχαροπούλου, Με την πρώτη καρφωτή

Τὸν περίμενε ὁ ξάδελφος στὴν εἴσοδο τοῦ Νοσοκομείου: «Ποῦ ‘σαι βρὲ παιδί μου; Ἄντε κι ἔχω πληρώσει ἕνα κατοστάρικο νὰ μοῦ τὸν κρατᾶνε στὸ δωμάτιο ὅτι τάχα μου κοιμᾶται… Ἄντε! Σβέλτα στὸ ὑπόγειο! ἑτοίμασε τὸ ξυράφι καὶ τὴ σαπουνάδα, πάω νὰ εἰδοποιήσω νὰ τὸν κατεβάσουνε κι ἐρχόμαστε!» Τὰ τελευταῖα λόγια τὰ φώναζε τρέχοντας στὸν διάδρομο, ἔξω ἀπὸ τὰ δωμάτια τῶν ἀσθενῶν.

«Γιὰ ποῦ τὄβαλες, Γιαννάκη;», τὸν ρώτησε ὁ συνάδελφος ποὺ συνεργαζόταν μὲ τὸ ἄλλο Γραφεῖο τῆς πόλης, καθώς, ὅπως πήγαινε πρὸς τὶς σκάλες τοῦ ὑπογείου, σκόνταψε πάνω του·  ἔμοιαζε κι αὐτὸς κάτι νὰ παραφυλοῦσε στεκάμενος ἐκεῖ, στὴν ἀρχὴ τῆς κουπαστῆς.

(περισσότερα…)

Νατάσα Κεσμέτη, Ὁ ἄνεμος τῶν ψυχῶν  

Στόν Donald Mcphail

Ἴσως σέ σύγχρονες ταινίες πολύ εὐαίσθητων σκηνοθετῶν ἀπό το Ἰράν ἤ τήν Τουρκία μπορεῖ κάποιος σημερινός νέος ν’ ἀντιληφθεῖ πῶς εἶναι ἕνα δωμάτιο μέ χωμάτινο δάπεδο. Δέν μπορεῖ ὅμως νά τό μυρίσει· γιατί ἕνα χωμάτινο δωμάτιο σπάνιο νά μήν εἶναι ὑγρό, ὁπότε μιά ἐλαφριά ἤ βαριά μυρωδιά μούχλας – ἀνάλογα τό πῶς ἀερίζεται ὁ χῶρος, σοῦ χτυπάει τά ρουθούνια μέ τό πρῶτο βῆμα πού κάνεις ἀπό τήν εἴσοδο, καί αἰωρεῖται γύρω σου ὥσπου νά τή συνηθίσεις. (περισσότερα…)

Γιώργος Στρατηγάκης, Ο φλοιός

Ο Φλοι­ός Ξε­φλου­δι­σμέ­νος

Τα α­πο­γεύ­μα­τα με­τά το σχο­λεί­ο βγαί­να­με και παί­ζα­με στον δρό­μο. Έ­τσι εί­χα μά­θει. Α­νυ­πο­μο­νού­σα για τα Σάβ­βα­τα και τις Κυ­ρια­κές. Τη­λε­φω­νού­σα στον Πα­να­γι­ώ­τη και τον Λευ­τέ­ρη, και τον Γι­ώρ­γο με τα δύ­ο α­δέλ­φια του και πε­τού­σα α­πό προ­σμο­νή ό­ταν δέχονταν και οι πέν­τε να έρ­θουν, ενώ με­λαγ­χο­λού­σα ό­ταν ό­χι, για­τί ποι­ος ή­ξε­ρε πό­τε θα να ξα­να­βρι­σκό­μα­στε. Ή­μα­σταν συγ­γε­νι­κά πνεύ­μα­τα. Οι γο­νείς μας ή­ταν με­τα­νά­στες, και οι ε­φτά εί­χα­με φτά­σει στη νέ­α χώ­ρα μι­κροί, κά­τω των έν­δε­κα, ό­ταν οι γο­νείς μας, ό­λοι τους σα­ραν­τά­ρη­δες ―σα­ραν­τά­ρη­δες!― ά­φη­σαν πί­σω ζω­ές και πή­γαν ό­που δεν ή­ξε­ραν.

Προ­σπα­θώ να φαν­τα­στώ και να μπω στη θέ­ση τους και δεν το κα­τα­φέρ­νω. Πο­τέ δεν θα πα­ρά­τα­γα σα­ράν­τα χρό­νια ζω­ής για να πά­ω αλ­λού. Τι να κά­νω; Να ξα­ναρ­χί­σω; Γί­νε­ται; Τώ­ρα, βέ­βαι­α, με­γά­λος στην η­λι­κί­α, ξέ­ρω ό­τι μια φο­ρά μό­νο αρ­χί­ζει κα­νείς.

Ή­ταν κα­λύ­τε­ροι – σε τό­σα ι­σχυ­ρό­τε­ροι, σκλη­ρό­τε­ροι. Οι γο­νείς τεί­νουν να εί­ναι έτσι.

Τι κα­λύ­τε­ρο α­πό το να ζεις σε δρό­μο χω­ρίς έ­ξο­δο, με δι­ώ­ρο­φα σπί­τια στις δύ­ο πλευ­ρές, δύ­ο-τρεις οι­κο­γέ­νει­ες στο κα­θέ­να, με παι­διά σε πολ­λά απ’ αυτά, αυ­το­κί­νη­τα α­ραγ­μέ­να στις ά­κρες και δέ­κα-εί­κο­σι παι­διά να παί­ζουν στο δρό­μο κά­θε α­πό­γευ­μα;

Αυ­τό στην α­πέ­ναν­τι γω­νί­α, ή­ταν πο­δή­λα­το; Ή­ταν δυ­να­τόν; Εγ­κα­τα­λειμ­μέ­νο; Το σή­κω­σα και το κα­βά­λη­σα και α­μέ­σως η μπρο­στι­νή δι­χά­λα λύ­γι­σε προς τη μια πλευ­ρά και με δυ­σκο­λί­α κρά­τη­σα το τι­μό­νι ευ­θεί­α. Το σώ­μα μου ξε­φού­σκω­σε με α­πο­γο­ή­τευ­ση σαν συ­νει­δη­το­ποί­η­σα ό­τι αυ­τό το θαυ­μά­σιο πράγ­μα που πο­τέ δεν θα α­πο­κτού­σα ή­ταν λι­γό­τε­ρο α­πό τις υ­πο­σχέ­σεις του και­νούρ­γιου και α­πό αυ­τές που ξύ­πνη­σαν μέ­σα μου.

Α­πο­φά­σι­σα να μην ι­σι­ώ­σω το σκέ­λος για­τί θα έ­σπα­ζε και θα έ­με­να δί­χως τί­πο­τα. Βρή­κα ό­τι με ζό­ρι κα­τά­φερ­να να αν­τι­στα­θώ στην κλί­ση της μπρο­στι­νής ρό­δας που τρα­βού­σε και θα α­νά­τρε­πε τα πάν­τα. Κρα­τού­σα το τι­μό­νι με το έ­να χέ­ρι για­τί με το άλ­λο κρα­τι­ό­μουν στα πα­ρά­θυ­ρα και στις σκε­πές αυ­το­κι­νή­των να μην πέ­σω. Δεν ή­ξε­ρα ι­σορ­ρο­πί­α. Στιγ­μή τη στιγ­μή, δει­λά και αρ­γά, α­μο­λού­σα το χέ­ρι ό­ταν αι­σθα­νό­μουν λί­γη ι­σορ­ρο­πί­α. Πέ­ρα­σα το κα­λο­καί­ρι ε­κεί­νο με τα πό­δια με­λα­νω­μέ­να και τα α­χα­μνά, φο­βό­μουν, κα­τα­στραμ­μέ­να α­φού συ­χνά έ­παιρ­να φό­ρα, έ­χα­να έ­λεγ­χο και έ­πε­φτα σε αυ­το­κί­νη­τα. Πέ­ρα­σε και­ρός να μά­θω τι θα πει φρέ­νο και έ­τσι και αλ­λι­ώς το στα­μά­τη­μα ή­ταν τε­λευ­ταί­α σκέ­ψη. Στρα­πα­τσά­ρι­σα και γρα­τσού­νι­σα αρ­κε­τά αυ­το­κί­νη­τα. Μπε­λά δεν βρή­κα. Πολ­λοί ι­δι­ό­κτη­τες ή­ταν με­τα­κι­νού­με­νοι που έ­παιρ­ναν το τρέ­νο και ε­πέ­στρε­φαν αρ­γά το βράδυ. Οι υ­πό­λοι­ποι, οι ντό­πιοι, σπά­νια να βγουν έ­ξω.

Άλ­λες φο­ρές παί­ζα­με μπέ­ιζ­μπολ. Πο­τέ δεν εί­χα­με πραγ­μα­τι­κό ρό­πα­λο – έ­σπα­ζα πή­χες α­πό τα κιγ­κλι­δώ­μα­τα και τις ξύ­λι­νες σκά­λες που πή­γαι­ναν στον τρί­το ό­ρο­φο και λεί­αι­να γω­νί­ες με σου­γιά και στρογ­γύ­λευ­α και μόρ­φω­να λα­βή.

Ο Πα­να­γι­ώ­της προ­τι­μού­σε φουτ­μπόλ. Με­ρι­κές φο­ρές ό­ταν βρι­σκό­μα­σταν και οι ε­φτά βά­ζα­με τρεις-τέσ­σε­ρις παί­κτες α­νά πλευ­ρά—δεν ε­πέ­τρε­πε άλ­λους το πλά­τος του δρό­μου. Αυ­τός πα­σα­δό­ρος και ε­γώ δρο­μέ­ας.

Έ­τσι βρή­κα την τε­λει­ό­τη­τα που κου­βα­λά­ω α­κό­μα και σή­με­ρα.

Έ­χου­με εκ­φρά­σεις να εν­νο­ού­με ό­τι εί­μα­στε στη ζώ­νη, για φυ­σι­κά χά­η, για γλυ­κά ση­μεί­α και ό­ταν εί­μα­στε α­πό­λυ­τα βέ­βαι­οι για κά­τι πριν συμ­βεί και με­τά συμ­βαί­νει. Εί­ναι μια δι­ά­στα­ση άλ­λης ύ­παρ­ξης, μια στιγ­μή που ί­σως χα­ρί­ζε­τε α­πό τη Μού­σα, και εί­ναι υ­πε­ρά­νω του κό­σμου αυ­τού. Έ­τρε­ξα με ύ­στα­τη τα­χύ­τη­τα, πέ­τα­ξα, ξέ­φυ­γα του φύ­λα­κά μου, έ­τρε­χα κοι­τά­ζον­τας μπρο­στά, σή­κω­σα το χέ­ρι και η μπά­λα μπή­κε στην πα­λά­μη μου. Α­πα­λά και α­πλά βρέ­θη­κε ε­κεί.

Στο κρε­βά­τι του νο­σο­κο­μεί­ου, τα μαύ­ρα μαλ­λιά του Πα­να­γι­ώ­τη ή­ταν ά­γρια και τα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά του ή­ταν τώ­ρα χα­ραγ­μέ­να και λι­πό­σαρ­κα. Μπαι­νο­έ­βγαι­νε στη συ­νεί­δη­ση. Έ­να μή­να πριν, τυ­χαί­α λες και δεν ή­ταν τί­πο­τα, λες και δεν ή­θε­λε να εί­ναι τί­πο­τα, εί­πε εί­χε καρ­κί­νο. Υ­πήρ­χε σχέ­διο, εί­πε. «Σχέ­διο» λες και ό­ταν ε­φαρ­μο­στεί, έ­πε­ται το α­πο­τε­λέ­σμα­τα που σχε­διά­ζεις.

Η α­λή­θεια εί­ναι κα­νείς δεν ξέ­ρει τι ε­πα­κο­λου­θεί. Θα του έ­βγα­ζαν τα δόν­τια. Βόμ­βα αυ­τό. Δεν εί­χε νό­η­μα. Ο κό­σμος κα­τα­στρά­φη­κε και η φτώ­χεια και το Σκο­τά­δι και η Φθο­ρά κρά­τη­σαν α­δι­ά­φο­ρη κυ­ρι­αρ­χί­α πά­νω σε ό­λα.

Ζή­τη­σε μια κό­κα κό­λα και κοί­τα­ξα τη νο­σο­κό­μα, που μου έ­γνε­ψε. «Α­ραι­ώ­στε τη,» μου εί­πε, «θα του εί­ναι σκλη­ρή.»

Ε­πτά πή­ραν το δρό­μο για το νε­κρο­τα­φεί­ο αλ­λά έ­ξι ή­ταν για γυ­ρι­σμό και κα­νείς δεν ξέ­ρει πού πά­ει η α­γά­πη του θε­ού ή αν υ­πάρ­χει.

Αυ­τή η τέ­λεια πά­σα, αυ­τή η χά­ρη, αυ­τό το δώ­ρο, αυ­τή η ε­νό­τη­τα με το σύμ­παν εί­ναι μια λε­πτή φλοί­δα κρεμ­μυ­διού, έ­να α­νέκ­δο­το ε­νός α­πο­γεύ­μα­τος και ε­νός λε­πτού που δεν ση­μαί­νει τί­πο­τα … και ση­μαί­νει το παν.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΤΡΑΤΗΓΑΚΗΣ