ελληνική φιλολογία

Στυλιανός Αλεξίου, 1921-2013

 
Ο Στυλιανός Αλεξίου δίπλα από τη θεία του Έλλη Αλεξίου (αριστερά) και τη μητέρα του Αμαλία (δεξιά). Όρθιοι, πίσω του, ο πατέρας του Λευτέρης Αλεξίου και η θεία του Γαλάτεια Καζαντζάκη.
 
 
 
του ΚΩΣΤΑ Γ. ΤΣΙΚΝΑΚΗ
~.~
 
Η είδηση του θανάτου του Στυλιανού Αλεξίου, το απόγευμα της Τρίτης, 12 Νοεμβρίου 2013, προκάλεσε συγκίνηση σε όσους τον γνώριζαν και τον συναναστράφηκαν. Η πρώτη αντίδραση, σε ανάλογες περιπτώσεις, είναι το νοσταλγικό καταφύγιο στη μνήμη.Γύρισα, έτσι, τριάντα τέσσερα χρόνια πριν. Πρωτοετής φοιτητής της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Κρήτης, στο Ρέθεμνος, στο πρώτο μάθημα της Μεσαιωνικής Φιλολογίας.

Στη μεγάλη αίθουσα του ισογείου, στα Περιβόλια, μπήκε ένα κομψοντυμένος κύριος. Με κάποια διστακτικότητα κατέλαβε τη θέση του στην έδρα και ξεκίνησε την παράδοση. Η διδασκαλία του ήταν λιτή και απολύτως κατανοητή. Κάθε τόσο, σταματούσε την ανάλυση κάποιων στίχων και, με αφορμή μια λέξη, εξέφραζε τις αμφιβολίες του, ζητώντας την απόδοσή της από το ακροατήριο. Τις απαντήσεις που τον ενδιέφεραν, τις σημείωνε με επιμέλεια στο τετράδιό του, μαζί με το όνομα και τον τόπο καταγωγής του εκάστοτε πληροφοριοδότη. Έδειχνε να επιζητεί και να απολαμβάνει τις απαντήσεις των φοιτητριών, κρητικής καταγωγής οι περισσότερες, που είχαν σπεύσει να καταλάβουν από νωρίς τις πρώτες θέσεις των θρανίων.

Η συγκεκριμένη πρακτική μόνο τυχαία δεν ήταν. Όλα τα χρήσιμα στοιχεία, τα οποία αντλούσε από τον ιδιότυπο αυτό διάλογο, που συνεχιζόταν για χρόνια, τα ενσωμάτωνε σταδιακά στις εκδόσεις φιλολογικών κειμένων που τύπωνε, με τη ρητή πάντα αναφορά όσων τον είχαν βοηθήσει.

Γεννημένος το 1921 στο Ηράκλειο, ο Στυλιανός Αλεξίου, μεγάλωσε σε ένα πνευματικό περιβάλλον. Ο λόγιος παππούς του Στυλιανός Μιχ. Αλεξίου, υπήρξε ιδιοκτήτης μεγάλου τυπογραφείου και εκδότης διαφόρων εφημερίδων στην πόλη, τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα. Συνεργάστηκε με τον αρχαιολόγο και φιλόλογο Στέφανο Ξανθουδίδη για την πρώτη κριτική έκδοση του «Ερωτοκρίτου» το 1915. Ο πατέρας του Λευτέρης Αλεξίου, γνωστός φιλόλογος και ποιητής, πρωτοστάτησε στην πνευματική ζωή του Ηρακλείου κατά την περίοδο του Μεσοπολέμου. Στο στενό οικογενειακό περιβάλλον του ανήκαν η Έλλη Αλεξίου, ο Ραδάμανθυς Αλεξίου και η Γαλάτεια Καζαντζάκη. Ακόμα, ο Νίκος Καζαντζάκης, ο Βάσος Δασκαλάκης και ο Μιχάλης Αναστασίου.

          Ο Στυλιανός Αλεξίου με τη Μάρθα Αποσκίτη.

Μετά την εγκύκλια μόρφωσή του στη γενέθλια πόλη του, τα χρόνια 1939-1946, σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Το 1947, ύστερα από εξετάσεις, προσλήφθηκε στην Αρχαιολογική Υπηρεσία και διορίστηκε στη Ρόδο. Ως Επιμελητής Αρχαιοτήτων υπηρέτησε στη Ρόδο και στο Ηράκλειο και ως Έφορος Αρχαιοτήτων στα Χανιά. Διετέλεσε Διευθυντής του Αρχαιολογικού Μουσείου Ηρακλείου και Γενικός Έφορος Αρχαιοτήτων. Παραιτήθηκε το 1977 από την Αρχαιολογική Υπηρεσία και ώς τη συνταξιοδότησή του το 1988 δίδαξε Υστεροβυζαντινή Δημώδη και Κρητική Λογοτεχνία στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Κρήτης.

Παντρεύτηκε τη Μάρθα Αποσκίτη, γνωστή φιλόλογο, με την οποία έζησε ώς το τέλος της ζωής του.

Από την πρώτη κιόλας περίοδο της επιστημονικής δραστηριότητάς του, στις αρχές τις δεκαετίας του 1950, κινήθηκε με μεγάλη άνεση ανάμεσα στην αρχαιολογία και τη φιλολογία. Ο κατάλογος των δημοσιευμάτων του, και στους δύο επιστημονικούς χώρους, είναι μακρύς. Ορισμένα άρθρα του, παρότι έχουν δημοσιευτεί πριν από πολλές δεκαετίες, εξακολουθούν να παραμένουν σημείο αναφοράς.Τα χρόνια της ωριμότητάς του πραγματοποίησε αρχαιολογικές ανασκαφές στον Λιμένα Κνωσού, τη Λεβήνα, την Αμνισό και την Αγία Πελαγία, τα αποτελέσματα των οποίων δημοσίευσε αργότερα.
Παράλληλα, ξεκίνησε την κριτική έκδοση κειμένων τις Κρητικής Λογοτεχνίας. Προηγήθηκαν ο «Απόκοπος» του Μπεργαδή και η «Βοσκοπούλα». Αποκορύφωμα της δραστηριότητάς του εκείνης τις περιόδου ήταν η νέα κριτική έκδοση, το 1980, του «Ερωτοκρίτου» του Βιτσέντζου Κορνάρου. Τα χρόνια που ακολούθησαν, με τη συνεργασία της Μάρθας Αποσκίτη, εξέδωσε υποδειγματικά και άλλα κείμενα της Κρητικής Λογοτεχνίας: την τραγωδία του Γεωργίου Χορτάτση «Ερωφίλη», την κρητοεπτανησιακή τραγωδία «Ζήνων» και τον «Κρητικό Πόλεμο» του Μαρίνου Τζάνε Μπουνιαλή.

 

Διαρκώς ανήσυχος, δεν αρκέστηκε στη μελέτη τις Κρητικής Λογοτεχνίας. Από την ενασχόλησή του με την υστεροβυζαντινή ποίηση προέκυψαν θεμελιώδεις εκδόσεις. Ένα αριθμό γλωσσικών μελετημάτων του, στα οποία παρέχονταν νέες ετυμολογίες για νεοελληνικές λέξεις, ανατύπωσε σε τομίδιο. Ύστερα από μεγάλη προεργασία παρουσίασε την κριτική έκδοση των «Ποιημάτων και πεζών» του Διονυσίου Σολωμού. Για το σολωμικό έργο αλλά και για άλλα θέματα της νεοελληνικής λογοτεχνίας έγραψε κι άλλες σπουδαίες συνθετικές μελέτες.

Ένα σημαντικό τμήμα της συγγραφικής παραγωγής εξήντα περίπου χρόνων, με τις απαραίτητες πάντα συμπληρώσεις, τύπωσε σε πέντε κομψούς τόμους, που εκδόθηκαν από τη «Στιγμή». Οι τίτλοι και μόνο των μελετών, που περιλαμβάνονται σε αυτούς, αποκαλύπτουν το εύρος των ενδιαφερόντων του.

Την τελευταία περίοδο της ζωής του ξεδίπλωσε, ακόμη περισσότερο, το πολύπλευρο ταλέντο του. Μετέφρασε υποδειγματικά και εξέδωσε «Σονέτα» του Ουίλλιαμ Σαίξπηρ. Στο τομίδιο «Το Εντευκτήριο» συγκέντρωσε μεταφράσεις ποιημάτων διαφόρων ξένων ποιητών. Στο ογκώδες βιβλίο του «Ελληνική Λογοτεχνία. Από τον Όμηρο στον 20ό αιώνα» έδωσε ακριβή εικόνα των κορυφαίων έργων και της εποχής τους στη διάρκεια τριάντα αιώνων. Στην έκδοση «Κείμενα Φιλίας και Μνήμης» στέγασε διάσπαρτα σε ποικίλα έντυπα κείμενά του για αγαπημένα του πρόσωπα, με τα οποία είχε συμπορευθεί για τις δεκαετίες.

Στους «Στίχους Επιστροφής», απελευθερωμένος από ενοχές, δεν δίστασε να δημοσιοποιήσει τις μύχιες σκέψεις του. Όλη σχεδόν η ζωή του, με κυρίαρχα στοιχεία τον έρωτα, τον χρόνο και την αναπόφευκτη φθορά, συμπυκνώνονται σε εξήντα ποιήματα.

Με την ανθολόγηση και μετάφραση τμημάτων τις ομηρικής «Οδύσσειας», κατάφερε να δώσει ένα νεοελληνικό κείμενο, κατανοητό στον σημερινό αναγνώστη.

Ο Στυλιανός Αλεξίου υπήρξε γνήσια αναγεννησιακός άνθρωπος. Μεταξύ των κατά καιρούς συνομιλητών του ήταν ο Γιώργος Σεφέρης, ο Οδυσσέας Ελύτης, ο Ζήσιμος Λορεντζάτος, με τους οποίους διατηρούσε τακτική αλληλογραφία, ανταλλάσσοντας απόψεις για θέματα κοινού ενδιαφέροντος.

Εκείνο όμως που τον έκανε ξεχωριστό άνθρωπο ήταν η ευγένεια και η απλότητα του χαρακτήρα του. Μπορούσες να συζητήσεις ώρες μαζί του, για οποιοδήποτε ζήτημα, χωρίς να έχεις την αίσθηση ότι σε αντιμετώπιζε από θέση ισχύος. Πάντα είχε απορίες για διάφορα επιστημονικά ζητήματα και δεν δίσταζε να σε κάνει κοινωνό του προβληματισμού του.

Για τελευταία φορά τον συνάντησα, τρεις εβδομάδες πριν από τον θάνατό του, στο Ηράκλειο. Στο διαμέρισμά του, στη οδό Μηλιαράκη 1, όπου ζούσε λιτά με την αγαπημένη του Μάρθα. Αν και ξαπλωμένος στο κρεβάτι αδημονούσε να συζητήσει για διάφορα θέματα. Τα σημάδια ωστόσο από την περιπέτεια τις υγείας του ήταν εμφανή.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έδειξε για την πρόσφατη έρευνά μου σχετικά με τις συνθήκες, κάτω από τις οποίες ολοκληρώθηκε η πρώτη κριτική έκδοση του «Ερωτοκρίτου», το 1915. Οι αποκαλυπτικές πληροφορίες που έδωσε για το ζήτημα, στηριζόμενος σε μαρτυρίες του συγγενικού περιβάλλοντός του, τεκμηρίωναν όσα αναφέρονταν σε έγγραφα της εποχής.

Ήταν γι’ αυτόν, φαίνεται, η ώρα του απολογισμού και τις αυτοκριτικής. Έτσι, ύστερα από μια νέα ανάγνωση τις «Οδύσσειας» του Νίκου Καζαντζάκη που είχε επιχειρήσει, σχολίαζε ορισμένες ποιητικές αστοχίες του αγαπημένου του συγγραφέα, αποτέλεσμα της επίδρασης των ψυχαρικών ιδεών. Με αφετηρία τη βιβλιοκρισία του Κωστή Παλαμά για την έκδοση του «Ερωτοκρίτου» του 1915, επισήμαινε την ανάγκη επανεκτίμησης του πλούσιου κριτικού έργου του, για το οποίο, παραδέχτηκε, ότι δεν τον είχε απασχολήσει, στον βαθμό που θα έπρεπε.

Παρότι είχε αρχίσει να συνειδητοποιεί ότι οι δυνάμεις του τον εγκατέλειπαν, με την ίδια μεθοδικότητα που πάντα τον διέκρινε, σχεδίαζε τις επόμενες κινήσεις του: να συνεχίσει τη μετάφραση ποιημάτων ξένων ποιητών που τον είχαν συγκινήσει, να ασχοληθεί με επιμέρους θέματα του σολωμικού έργου, να επιφέρει ορισμένες βελτιώσεις στα βιβλία που είχε τυπώσει… Ο θάνατος, όμως, διέκοψε μια μακρά και πολυδιάστατη διαδρομή. Η απώλεια για τα ελληνικά γράμματα, και όχι μόνο, είναι τεράστια.

ΚΩΣΤΑΣ Γ. ΤΣΙΚΝΑΚΗΣ

Μία πρώτη μορφή του κειμένου, με τον τίτλο «Στυλιανός Αλεξίου. Ξεχώρισε για την ευγένεια και την απλότητα του χαρακτήρα του», δημοσιεύτηκε στην εφημ. «Η Αυγή της Κυριακής» (17 Νοεμβρίου 2013).

 

 
Υπογράφοντας το πρώτο αντίτυπο της έκδοσης: Διονυσίου Σολωμού «Ποιήματα και πεζά» τον Μάιο του 1994, στο Τυπογραφείο των Εκδόσεων «Στιγμή» (Ζωοδόχου Πηγής 91-93).

Advertisement

Αλέξη Πολίτη εγκώμιον

 

Τα δύο κείμενα που ακολουθούν του σκηνοθέτη Μιχάλη Βιρβιδάκη και του ποιητή Κώστα Κουτσουρέλη διαβάστηκαν στην εκδήλωση της 16ης Ιουλίου 2021 που οργάνωσε στα Χανιά προς τιμήν του κορυφαίου μελετητή των γραμμάτων μας Αλέξη Πολίτη το Θέατρο Κυδωνία από κοινού με το περιοδικό Νέο Πλανόδιον.

 

Για τον Αλέξη Πολίτη

του ΜΙΧΑΛΗ ΒΙΡΒΙΔΑΚΗ

Ίσως δεν είναι συνηθισμένο φαινόμενο στην ελληνική πνευματική ζωή ένα μικρό θέατρο να τιμά έναν σημαντικό και επιφανή φιλόλογο.

Ίσως ο ρόλος αυτός να ταίριαζε περισσότερο στα μεγάλα πνευματικά ιδρύματα της χώρας μας. Όμως το Θέατρο Κυδωνία και οι άνθρωποί του αισθάνθηκαν αυτή την υποχρέωση, χάριν μιας ιδιότητας του τιμώμενου που κανένα από τα μεγάλα ευαγή ιδρύματα της χώρας μας δεν θα νοιαζότανε ποτέ να τιμήσει. Γιατί; Απλούστατα γιατί θα περνούσε απαρατήρητη.

Το Θέατρο Κυδωνία φυσικά έχει επίγνωση του επιστημονικού και εκπαιδευτικού έργου του τιμώμενου, της μεγάλης προσφοράς του στην φιλολογική έρευνα και στα ελληνικά γράμματα γενικότερα, άλλωστε, γι’ αυτό το λόγο, έχει καλέσει σήμερα εδώ επιφανείς επιστήμονες που σε λίγο θα μας μιλήσουν για όλα αυτά. Όμως δεν είναι αυτός ο βασικός λόγος που το θέατρό μας οργάνωσε αυτή τη βραδιά.

Το Θέατρο Κυδωνία θα ήθελε να σταθεί και να φωτίσει μιαν άλλη πτυχή της προσωπικότητας του τιμώμενου. Μιαν ιδιότητα που ανήκει στον άνθρωπο Αλέξη Πολίτη και όχι κατ’ ανάγκη στον επιστήμονα, ιδιότητα που ίσως έχουμε συνηθίσει να την θεωρούμε δεδομένη όταν την συναντούμε στη ζωή, σπανίως βέβαια, όμως δεν είναι. Την ιδιότητά του ως ιδανικού θεατή του θεάτρου μας.

Σας φαίνεται ασήμαντη; Ανάξια προσοχής; Σας διαβεβαιώνω πως δεν είναι, απαιτεί τεράστια προσπάθεια, όρεξη, ενδιαφέρον, βαθύτατη προσωπική καλλιέργεια, ακραία ευαισθησία και ασφαλώς έγνοια για τα κοινά, για να μπορείς να δίνεις το παρόν επί είκοσι συναπτά χρόνια στις παραστάσεις ενός μικρού επαρχιακού θεάτρου, που δεν βρίσκεται στη γειτονιά σου ή έστω στην πόλη σου, αλλά απέχει 65 χιλιόμετρα μακριά από το σπίτι σου, σε μια άλλη γειτονική πόλη!

Απαιτεί με άλλα λόγια, γενναιοδωρία ψυχής, γενναιοδωρία πνευματική, γενναιοδωρία εν γένει, μια αρετή που έχει ανάγκη το θέατρο, το όποιο θέατρο, μικρό η μεγάλο, για να μπορέσει να υπάρξει, να αντιπαλέψει τα πάμπολλα εμπόδια, καλλιτεχνικά, οικονομικά, ανθρωπίνων σχέσεων, που δυσκολεύουν καθημερινά την διαδρομή του. Για να μπορεί να διορθώνει τα λάθη του και να ανασυντάσσεται στην πορεία του με γνώμονα τα επιτεύγματά του. Για να βρίσκει, τέλος, το κουράγιο να συνεχίζει.

Πόσο μάλλον ένα θέατρο με έδρα μια επαρχιακή πόλη όπου οι άνθρωποι που θα μπορούσαν να το στηρίξουν πνευματικά, να μιλήσουν δηλαδή γι αυτό που είδαν να συμβαίνει πάνω στη σκηνή, είναι εξ ορισμού ελάχιστοι.

Και ο Αλέξης Πολίτης όχι μόνο δεν έχασε καμιά παράστασή μας επί 20 χρόνια τώρα, αλλά βρισκόταν σε συνεχή διάλογο μαζί μας, πότε μ’ ένα ποτήρι κρασί στο χέρι, πότε βιαστικά στο φουαγέ του θεάτρου, μετά από την παράσταση, καθώς τον περίμενε η Αγγέλα και ο δρόμος της επιστροφής στο Ρέθυμνο, πάντα εύρισκε τον τρόπο να καταθέσει τη γνώμη του, να μας πει δυο κουβέντες, ένα χαμόγελο.

Πολλές φορές έκρινε με αυστηρότητα τις παραστάσεις μας, μια γόνιμη αυστηρότητα απ’ το είδος που έχει ανάγκη το θέατρο, άλλες φορές σχολίαζε τα έργα, τις μεταφράσεις, την αισθητική, την υποκριτική των ηθοποιών, την σκηνοθεσία, έψαχνε να βρει τον τρόπο να μας δώσει να καταλάβουμε τι τον ενοχλούσε ή τι του άρεσε, διέθετε πολύτιμο χρόνο από τη ζωή του, δεν αδιαφόρησε ποτέ, 20 χρόνια τώρα καθιστούσε σαφές με κάθε τρόπο, πως το Θέατρο Κυδωνία τον ενδιέφερε προσωπικά, πως δεν είμαστε μόνοι μας σε αυτήν την επαρχιακή πόλη, πως κάπου εκεί, προς ανατολάς, υπήρχε ένας ιδανικός θεατής του θεάτρου μας που περίμενε την επόμενη παράστασή μας…

Ασφαλώς και το φιλολογικό έργο του καθηγητή Αλέξη Πολίτη είναι σημαντικό και αποκαλύπτει μιαν τεράστια επιστημονική αξία και προσφορά στην χώρα μας, όμως η ιδιότητά του ως ιδανικού θεατή του θεάτρου μας  – επιτρέψτε μας να το πούμε αυτό – είναι τουλάχιστον εξίσου σημαντική, γιατί αποκαλύπτει κάτι για τον άνθρωπο Αλέξη Πολίτη, την ποιότητά του, την ευαισθησία του, τον εσωτερικό του κόσμο, το περιεχόμενο της ψυχής του και εμείς, ως Θέατρο Κυδωνία, θα θέλαμε σήμερα, ημέρα που βρεθήκαμε εδώ για να τον τιμήσουμε, αυτό να ακουστεί.

Ο Αλέξης Πολίτης υπάρχει δίπλα μας όλα αυτά τα χρόνια ως ένας ηθικός αρωγός του θεάτρου μας, ένας συμπαραστάτης. Και γι’ αυτό τον ευχαριστούμε μέσα από την καρδιά μας!

Διαβάστηκε από την ηθοποιό Ντία Κοσκινά.

 

* * *

 

Χαιρετισμός στον Αλέξη Πολίτη

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Στο πρόσωπο του Αλέξη Πολίτη τιμούμε απόψε τον φιλόλογο με όλη τη σημασία της λέξης. Και το λέω αυτό διότι συνήθως το σημασιακό εύρος της λέξης φιλολογία μας ξεφεύγει, αν δεν έχει περιπέσει εντελώς στη λήθη.

Φιλολογία είναι ασφαλώς η επιστήμη της λογοτεχνίας, ο κλάδος εκείνος που μελετά τα μνημεία του έντεχνου λόγου, τα αποτιμά, τα ταξινομεί και τα κατατάσσει όπου εκάστοτε δει. Η Literaturwissenschaft όπως την ονομάζουν οι φίλοι μας οι Γερμανοί, μαιτρ της ορολογικής και όχι μόνο αυστηρότητος.

Φιλολογία ωστόσο αποκαλούσαμε έως σχετικά πρόσφατα στη γλώσσα μας την ίδια τη λογοτεχνία και τα έργα της. Την φιλολογική κίνηση παρακολουθούσε με την κριτικογραφία του ένας Τέλλος Άγρας, για «Κοινωνιολογία του φιλολογικού γούστου» μάς μιλούσαν οι εμβριθείς αναλυτές, οι εφημερίδες φιλοξενούσαν σελίδες και στήλες φιλολογικές. Και σ’ όλες αυτές τις περιπτώσεις, φιλολογία και φιλολογικός σήμαιναν λογοτεχνία και λογοτεχνικός, οι έννοιες συνέπιπταν, η φιλολογία μιας χώρας ή μιας γλώσσας δήλωνε τη λογοτεχνία της και τους θεράποντές της. Εκ των υστέρων, πρέπει να σας πω, εκείνος ο καιρός, όπου τα χάσματα και οι οριοθετικές γραμμές δεν ήταν τόσο απόλυτες, μου φαίνεται ευτυχής.

Τέλος, για να ανατρέξουμε στο έτυμον της λέξης, φιλόλογος αρχικά σήμαινε τον εραστή του λόγου. Φιλόλογος ήταν ο «φιλοποιητής» του Πλάτωνα, εκείνος που τιμά και αγαπά εμπράκτως τα μνημεία του λόγου και τους εργάτες που τα ανήγειραν ώστε να στέκουν εκεί, διαρκέστερα του χαλκού.

Ο Αλέξης Πολίτης είναι φιλόλογος κορυφαίος και με τις τρεις αυτές έννοιες. Είναι φιλόλογος επιστήμων διότι η εμπράγματη γνώση που μας κομίζουν τα έργα του τα αφιερωμένα σε κρίσιμες πτυχές της ιστορίας των γραμμάτων μας είναι τέτοια και τόση ώστε να τον κατατάσσει αυτοδικαίως στην πρώτη γραμμή των ερευνητών, θα έλεγα και των στοχαστών αυτού του απαιτητικού, αγκαλά και υποτιμημένου και διαρκώς υποτιμούμενου κλάδου της επιστήμης. Όσοι έχουν ξεφυλλίσει και μόνο τις μελέτες του για τον ελληνικό 19ο αιώνα, για τα ρομαντικά χρόνια της λογοτεχνίας μας και τα γράμματα του νέου ελληνικού κράτους, ξέρουν για τί πράγμα μιλώ. Οι υπόλοιποι θα κάνουν χάρη στον εαυτό τους να τα αναζητήσουν και να διδαχθούν απ’ αυτά.

Φιλόλογος είναι όμως ο Πολίτης και επειδή ανάμεσα στους συναδέλφους τους καταλέγεται στους καλύτερους χειριστές του λόγου. Σε μια εποχή που η φιλολογική επιστήμη διεθνώς, όχι μόνο εδώ σε μας, τείνει να εξελιχθεί σε μια τεχνοκρατούμενη το ήθος ξηρογραφία, σε ένα ακατάδεκτο ζαργκόν γεμάτο άκαμπτους όρους και αφ’ υψηλού θεωρίες, ο Πολίτης είναι ένας μάστορας της γραφής, ένας εκφραστικότατος συγγραφέας που δεν φωτίζει και διαφωτίζει μόνο τον αναγνώστη του, αλλά και τον τέρπει και τον ψυχαγωγεί, με τα γραφόμενα και τα λεγόμενά του. Διότι είναι και ρήτορας και ομιλητής και συνομιλητής δεινός ο Πολίτης. Όσοι τον έχουν ακούσει να μιλάει για όποιο θέμα, από τον Μακρυγιάννη ώς τη σύγχρονη ποίηση, μπορούν να βεβαιώσουν του λόγου το ακριβές.

Τέλος, ο Αλέξης Πολίτης εκτός από μελετητής και δουλευτής του λόγου σπουδαίος, είναι και εραστής του δεδηλωμένος. Διότι δεν αρκεί αυτά τα πράγματα να τα σπουδάζεις μόνο ή να τα χειρίζεσαι. Πρέπει και να τα αγαπάς. Μόνο τότε οι αισθητικές μορφές και οι αισθητικές ιδέες και οι αισθητικές εποχές των γραμμάτων μας, ό,τι τέλος πάντων συνθέτει την ορατή ή κρυφή ιστορία τους, σου παραδίδονται πλήρως. Ώστε όχι μόνο φιλόλογο θα αποκαλούσα τον αποψινό μας τιμώμενο, αλλά και φιλόκαλο και φιλοστοχαστή και φιλίστορα, διότι όλα αυτά η αληθής φιλολογία τα περικλείει και τα συγκερνά αρμονικά μέσα της. Οι ολίγοι τυχεροί που γνωρίζουν, λ.χ., τη λοξή ποιητική ανθολογία που ιδιωτικώς φιλοτέχνησε, όλα αυτά θα σας τα επιβεβαιώσουν.

Δεν θα σας κουράσω περισσότερο. Εκ μέρους του Νέου Πλανόδιου, που πλάι στο Θέατρο Κυδωνία συνδιοργανώνει ετούτες τις ωραίες Νύχτες του Ιουλίου στα Χανιά, επιτρέψτε μου με τούτα τα λόγια να χαιρετήσω τον Φιλόλογο Αλέξη Πολίτη.