ελληνική ποίηση

Νέοι ποιητές ενός νέου αιώνα |46. Λένα Καλλέργη

ΔΙΑΡΚΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ 2000-2020

Ποιά ἡ ποίηση τοῦ 21ου αἰώνα καὶ ποιοί οἱ ποιητές της; Χιλιάδες ποιητικὲς συλλογές, εἴτε τυπωμένες ἀπὸ ἐπώνυμους οἴκους εἴτε αὐτοεκδόσεις, ἑκατοντάδων ἢ καὶ χιλιάδων ποιητῶν ποὺ ἀναζητοῦν τὴν θέση τους στὴν Νεοελληνικὴ Λογοτεχνία. Τί μένει ὅμως καὶ τί περνάει ἀπὸ τὴν κρησάρα τῆς κριτικῆς; Τί ἐπιβιώνει –ἢ ἔστω, τί φαίνεται ὅτι μπορεῖ νὰ ἐπιβιώσει– στὴν μνήμη τῆς ἀναγνωστικῆς κοινότητας;

Ἀποπειρώμενο μιὰν ἀπάντηση στὰ παραπάνω, τὸ Νέο Πλανόδιον ἐγκαινιάζει τὴν ἑβδομαδιαία στήλη ‘‘Νέοι ποιητὲς ἑνὸς νέου αἰώνα. Διαρκὴς ποιητικὴ ἀνθολογία 2000-2020’’. Γιὰ διάστημα δύο ἐτῶν καὶ ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὸν Φεβρουάριο τοῦ 2019, θὰ ἀνθολογοῦμε κάθε ἑβδομάδα ἀπὸ ἕνα ἢ περισσότερα ποίηματα ἑνός/μιᾶς συγγραφέα, ποὺ θὰ πληροῦν δύο προϋποθέσεις: θὰ εἶναι α) δημοσιευμένα μετὰ τὸ 2000, καὶ β) γραμμένα ἀπὸ ποιήτριες ἢ ποιητὲς 45 ἐτῶν καὶ νεώτερους, γεννημένους δηλαδὴ ἀπὸ τό –σημαδιακό– 1974 καὶ ἑξῆς.

Τὰ ποιήματα θὰ παρατίθενται πολυτονισμένα, δίχως ὅμως ἄλλες παρεμβάσεις στὸ πρωτότυπο. Ἐπίσης, στὸ τέλος κάθε ἑξαμήνου θὰ δημοσιεύεται στὸν ἱστότοπο ὁ Θησαυρὸς Ἀναγνώσεων τῶν ἀνθολόγων μὲ τὴν μορφὴ ἀναλυτικοῦ καταλόγου, ὅπου καὶ θὰ καταγράφονται ὅλες οἱ ποιητικὲς συλλογὲς ποὺ εἴδαμε στὸ διάστημα αὐτό. Τὰ ποιήματα ποὺ θὰ προκύψουν στὸ πέρας τῆς διαρκοῦς αὐτῆς ἀνθολόγησης, συμπληρωμένα ἐνδεχομένως καὶ μὲ ἄλλα, θὰ ἀποτελέσουν τὸν κορμὸ μιᾶς ἔντυπης Ἐκλογῆς.

Οἱ σκοποὶ τοῦ ἐγχειρήματος, δύο: νὰ ἀναδείξουμε τὰ ἀξιανάγνωστα ποιήματα ποὺ γράφονται στὶς μέρες μας ἀπὸ νέους ποιητές· καὶ νὰ συμβάλλουμε στὴν ἐπόπτευση τῆς νεοελληνικῆς ποίησης τοῦ αἰώνα μας, μακριὰ ἀπὸ παρελκυστικὲς κατηγοριοποιήσεις, αἰσθητικὲς ἢ/καὶ ἰδεολογικές.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ – ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΟΡΔΑΣ


Μὲ δεδομένο τὸν τεράστιο ὄγκο τῆς τρέχουσας ποιητικῆς παραγωγῆς, ποὺ ξεπερνᾶ τοὺς 800 τίτλους ἐτησίως (813 γιὰ τὸ 2017, βάσει ἐπίσημων στοιχείων ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴ Βιβλιοθήκη), οἱ ἀνθολόγοι δὲν τρέφουν ψευδαισθήσεις ὅτι εἶναι σὲ θέση νὰ τὴν παρακολουθήσουν στὴν πληρότητά της. Ὑπόσχονται ὅμως νὰ ἐξετάσουν φιλότιμα ὅλα τὰ βιβλία ποὺ θὰ τεθοῦν ὑπ’ ὄψιν τους. Οἱ φίλοι νέοι ποιητὲς μποροῦν (παρακαλοῦμε πολὺ μὲ ἁπλὸ δέμα/ἐπιστολή) νὰ τὰ στέλνουν στὶς διευθύνσεις: Ἁγ. Λαύρας 60, Νεάπολη, Ν. Ἰωνία Ἀττικῆς 142-33 καὶ Ἁγ. Φανουρίου 2, Ζωγράφου, 157-72. [Μὲ τὴν ἔνδειξη: “Αθ.Β.Γαλανάκης-Αλ.Κορδᾶς γιὰ τὸ Νέο Πλανόδιον” στὰ στοιχεῖα τοῦ παραλήπτη]


Λένα Καλλέργη

00-story-shape-of-water

(Κῆποι στὴν ἄμμο, Ἀθήνα, Γαβριηλίδης, 2010)

Spleen

Δὲν ἔχω ποιήματα ἀλλὰ κι ἱστορίες
Τὸ σκοτεινὸ δωμάτιο νὰ φωτίσω.
Τὰ μάγια λύνω. Τὴ σιωπὴ θ’ ἀφήσω
Νὰ ἠχεῖ σ’ αὐλὲς κλειστὲς καὶ σκάλες κρύες.

Δέθηκε ὁ δρόμος μὲ τσιμέντο γκρίζο.
Ξύνει ἡ βροχὴ τὸ τζάμι μ’ ἕνα νύχι
Ποὺ μπαίνει ὣς τὴν καρδιά. Γύρω μου στίχοι
Λειψοί, μέλη κορμιοῦ ποὺ δὲν γνωρίζω.

Νὰ δοκιμάσω ἕνα καινούριο ροῦχο…
Νὰ ράψω αὐτὴ τὴν τρύπα στὸ σεντόνι.
Τίποτα δὲν χωρᾶ τὴ θλίψη πού ’χω.

Μιὰ κούπα θὰ κρατήσω τσάι σκέτο
Κι ἕνα στὸ νοῦ μου νὰ γυρνάει σονέτο
Νὰ λέει: Πόλη στενή. Γυναῖκα μόνη.

~.~

NIGHTMARE-ALLEY_GUILLERMO-DEL-TORO_EFFECT-TEAM_THE-SHAPE-OF-WATER_

(Περισσεύει ἕνα πλοῖο, Ἀθήνα, Γαβριηλίδης, 2016)

Ὁ ἐραστὴς-ψάρι

Γλιστροῦσε ἀπὸ τὰ χέρια μου
κι ἔπρεπε
νὰ ἔχω μεγάλη τέχνη στὴν ἀπόχη.

Ὄχι βαρὺ καμάκι, θὰ πονέσει.
Ὄχι τὸ ἀγκίστρι, θὰ ματώσουν
τὰ καλοδουλεμένα του βράγχια.

Κι ἐνῶ ἦταν ξένος καὶ βουβὸς καὶ κρύος
ἀσήμιζαν τὰ μάτια μου ὅταν τὸν κοιτοῦσα
κι ὅταν χανόταν στὰ βαθιά, πνιγόμουν
ἀπὸ τὰ φιλντισένια του κόκαλα.

«Ἀντίο» καὶ «πρόσεχε, θὰ βρέξει»
σὲ ποιά γλώσσα νὰ πῶ.
Στεγνὴ ὁμηρία τὰ πόδια μου
στὸ χῶμα ριζωμένα.
Ἀπὸ εἶδος σὲ εἶδος , δίχως μεταλλάξεις
θὰ περπατᾶ ἡ σιωπή.

Ἴσως νὰ συναντιόμαστε, καμιὰ φορά, στὶς ὄχθες.

~.~
 
Δημιουργός

Τοὺς ἔδωσα ὅ,τι ἁρμόζει στὸν καθένα:
ἀστερισμοὺς γιὰ τὰ μάτια τους
σμάρια νεφῶν γιὰ τὰ μαλλιά τους.
Στοὺς ναυαγοὺς ἔστειλα τρικυμίες.
Ἧττες καὶ προδοσία στοὺς ἀρχηγούς.
Ἄνθη καὶ θάνατο γιὰ τὶς μητέρες.
Τοὺς εἶπα: Παιδιά μου, ὅλοι πρωτότοκοι,
ἡ περιουσία δική σας.

Κι ὅλα ἐπιστρέφουν σὲ μένα.
Χρυσὸς ποὺ ἔρχεται πίσω στάχτη.
Δάση ποὺ γίνονται βιβλιοθῆκες.
Χτισμένα νησιά.

Οἱ ἐπιθυμίες τους, μουσικὲς ἀγγέλων
τυπωμένες σὲ πέτρες καὶ μάρμαρα
ψιθυρισμένες σὲ γλῶσσες ἀλλόκοτες,
ἔρχονται μὲ ἀνοιχτὰ φτερά, οἱ εὐχές τους,
καὶ μὲ χτυποῦν στὸ πρόσωπο.
Τὸ πρόσωπο
μοῦ τὸ ἔδωσαν ἐκεῖνοι.

Καὶ ξεκινοῦν ἕναν ἀέρα τόσο ἀψήφιστο
–ἄραγε ἐγὼ τοὺς δώρισα τέτοιο ἄνοιγμα;–
καὶ γκρεμίζουν στὸν δρόμο τους τόσα ἱερά.

Μόνος, ὁλόκληρος, μοχθῶ
σὲ ἄπειρο καιρὸ
μὰ δὲν χωράω νὰ μείνω σὲ μιὰ σκέψη.

Ποῦ νὰ τὸ πῶ
καὶ ποιός νὰ μὲ πιστέψει.

~.~
 
Ὁ ξένος

Μὲ δέχτηκαν ἀργὰ στὴν ἐνδοχώρα.

Μὲ ὅρους νησιοῦ
χωρὶς γέφυρες
μὲ ἄδεια ποὺ ἐκκρεμεῖ
γιὰ ν’ ἀναπτύξω τοὺς δικούς μου πληθυσμούς
τοτέμ, φυλές, προγόνους,
νὰ ἀσκήσω τὸ δικαίωμα τοῦ τόπου
νὰ γίνω πατρίδα.

Γιὰ λόγους ταραχῆς, καὶ γιὰ τὶς ἐντυπώσεις,
μὲ εἶπαν ἠφαίστειο.
Κάθε στεγνὸ χωράφι χρειάζεται
τὴν ἐλπίδα τῆς λάβας.

Θέλουν νὰ κάψω τοὺς παλιοὺς θεούς
νὰ σβήσω τοὺς νόμους.
Ἐγώ, μοῦ λένε, δὲν θὰ κινδυνεύσω.
Μὲ προστατεύει τὸ νερὸ ποὺ μὲ κυκλώνει.

Ὅμως ξεχνοῦν.
Ἦρθα γιὰ τὴ σοδειά.
Δὲν σιγοκαῖνε ὅλες οἱ αὐτονομίες.
Δὲν θέλει κάθε ἀνταρσία νὰ ἐκραγεῖ
μέχρι ἐπανάστασης.


Ἡ Λένα Καλλέργη γεννήθηκε τὸ 1978 στὴν Ἀθήνα. Σπούδασε Βιολογία στὴν Πάτρα καὶ Γλωσσολογία στὴν Ἀθήνα καὶ στὸ Λάνκαστερ τῆς Ἀγγλίας, ὅπου ἔκανε μεταπτυχιακὸ καὶ διδακτορικό. Ζεῖ καὶ ἐργάζεται στὴν Ἀθήνα. Ἔχει ἐκδώσει δύο ποιητικὰ βιβλία: Κῆποι στὴν ἄμμο (2010) καὶ Περισσεύει ἕνα πλοῖο (2016).

Νέοι ποιητές ενός νέου αιώνα |45. Θεοδόσης Βολκώφ (ΙI)

ΔΙΑΡΚΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ 2000-2020

Ποιά ἡ ποίηση τοῦ 21ου αἰώνα καὶ ποιοί οἱ ποιητές της; Χιλιάδες ποιητικὲς συλλογές, εἴτε τυπωμένες ἀπὸ ἐπώνυμους οἴκους εἴτε αὐτοεκδόσεις, ἑκατοντάδων ἢ καὶ χιλιάδων ποιητῶν ποὺ ἀναζητοῦν τὴν θέση τους στὴν Νεοελληνικὴ Λογοτεχνία. Τί μένει ὅμως καὶ τί περνάει ἀπὸ τὴν κρησάρα τῆς κριτικῆς; Τί ἐπιβιώνει –ἢ ἔστω, τί φαίνεται ὅτι μπορεῖ νὰ ἐπιβιώσει– στὴν μνήμη τῆς ἀναγνωστικῆς κοινότητας;

Ἀποπειρώμενο μιὰν ἀπάντηση στὰ παραπάνω, τὸ Νέο Πλανόδιον ἐγκαινιάζει τὴν ἑβδομαδιαία στήλη ‘‘Νέοι ποιητὲς ἑνὸς νέου αἰώνα. Διαρκὴς ποιητικὴ ἀνθολογία 2000-2020’’. Γιὰ διάστημα δύο ἐτῶν καὶ ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὸν Φεβρουάριο τοῦ 2019, θὰ ἀνθολογοῦμε κάθε ἑβδομάδα ἀπὸ ἕνα ἢ περισσότερα ποίηματα ἑνός/μιᾶς συγγραφέα, ποὺ θὰ πληροῦν δύο προϋποθέσεις: θὰ εἶναι α) δημοσιευμένα μετὰ τὸ 2000, καὶ β) γραμμένα ἀπὸ ποιήτριες ἢ ποιητὲς 45 ἐτῶν καὶ νεώτερους, γεννημένους δηλαδὴ ἀπὸ τό –σημαδιακό– 1974 καὶ ἑξῆς.

Τὰ ποιήματα θὰ παρατίθενται πολυτονισμένα, δίχως ὅμως ἄλλες παρεμβάσεις στὸ πρωτότυπο. Ἐπίσης, στὸ τέλος κάθε ἑξαμήνου θὰ δημοσιεύεται στὸν ἱστότοπο ὁ Θησαυρὸς Ἀναγνώσεων τῶν ἀνθολόγων μὲ τὴν μορφὴ ἀναλυτικοῦ καταλόγου, ὅπου καὶ θὰ καταγράφονται ὅλες οἱ ποιητικὲς συλλογὲς ποὺ εἴδαμε στὸ διάστημα αὐτό. Τὰ ποιήματα ποὺ θὰ προκύψουν στὸ πέρας τῆς διαρκοῦς αὐτῆς ἀνθολόγησης, συμπληρωμένα ἐνδεχομένως καὶ μὲ ἄλλα, θὰ ἀποτελέσουν τὸν κορμὸ μιᾶς ἔντυπης Ἐκλογῆς.

Οἱ σκοποὶ τοῦ ἐγχειρήματος, δύο: νὰ ἀναδείξουμε τὰ ἀξιανάγνωστα ποιήματα ποὺ γράφονται στὶς μέρες μας ἀπὸ νέους ποιητές· καὶ νὰ συμβάλλουμε στὴν ἐπόπτευση τῆς νεοελληνικῆς ποίησης τοῦ αἰώνα μας, μακριὰ ἀπὸ παρελκυστικὲς κατηγοριοποιήσεις, αἰσθητικὲς ἢ/καὶ ἰδεολογικές.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ – ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΟΡΔΑΣ


Μὲ δεδομένο τὸν τεράστιο ὄγκο τῆς τρέχουσας ποιητικῆς παραγωγῆς, ποὺ ξεπερνᾶ τοὺς 800 τίτλους ἐτησίως (813 γιὰ τὸ 2017, βάσει ἐπίσημων στοιχείων ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴ Βιβλιοθήκη), οἱ ἀνθολόγοι δὲν τρέφουν ψευδαισθήσεις ὅτι εἶναι σὲ θέση νὰ τὴν παρακολουθήσουν στὴν πληρότητά της. Ὑπόσχονται ὅμως νὰ ἐξετάσουν φιλότιμα ὅλα τὰ βιβλία ποὺ θὰ τεθοῦν ὑπ’ ὄψιν τους. Οἱ φίλοι νέοι ποιητὲς μποροῦν (παρακαλοῦμε πολὺ μὲ ἁπλὸ δέμα/ἐπιστολή) νὰ τὰ στέλνουν στὶς διευθύνσεις: Ἀγησιλάου 7, Ἡράκλειο Ἀττικῆς, 141-22 καὶ Ἁγ. Φανουρίου 2, Ζωγράφου, 157-72. [Μὲ τὴν ἔνδειξη: “Αθ.Β.Γαλανάκης-Αλ.Κορδᾶς γιὰ τὸ Νέο Πλανόδιον” στὰ στοιχεῖα τοῦ παραλήπτη]


Θεοδόσης Βολκώφ

(Ὁ Pietro Aretino ἐν ἔτει 2013, Ἀθήνα, Παρισιάνου, 2013)

Ὅπου
ὁ PIETRO ARETINO
ἐν ἔτει 2013
ἀκούει, θέλοντας καὶ μή,
τὶς «συμβουλές» διαφόρων
καί, ἀσφαλῶς, τὶς ἀπορρίπτει

Ἐν ἔτει δυὸ χιλιάδες δεκατρία,
(τῷ σωτηρίῳ, πῶς ἀλλιῶς;) μοῦ λένε –
«Λογά, ἀνεπρόκοπε, παραλυμένε,
Πέτρο, ἔγινες σχεδὸν τριάντα τρία.

Εἶν’ ὥρα τὸν χορὸ τοῦ Ἠσαΐα
κι ἐσύ, ὅπως καὶ τόσοι, νὰ χορέψεις.
Γερνᾶς, Πετρῆ. Καιρὸς νὰ τὸ χωνέψεις.
Ν’ ἀνοίξεις σπίτι κοίτα. Εἶναι χρεία».

Οἱ σκέψεις μου εἶναι τόσο μπερδεμένες…
Σᾶς φαίνομαι ἠλίθιος ἢ γενναῖος;
Ἔχω γνωρίσει τόσες παντρεμένες,
(μὲ γνώση βιβλική) ποὺ νιώθω δέος.

Δὲν ἔχω τόση τρέλα οὔτε θάρρος.
Γαμπρός; Ποτέ!… Ἂν θέλετε, κουμπάρος.

~.~

Ὅπου
ὁ PIETRO ARETINO
ἐν ἔτει 2013
ἀκούει τὸν ἑξάψαλμο,
καθὼς καὶ τὰ ἐξ ἀμάξης,
καὶ ἀπαντᾶ μὲ ἕναν καὶ μόνον στίχο

– Ὁ κόσμος μας, ὁ κόσμος μας πεθαίνει…
Σκυλί, ἀνεπρόκοπε, λογά, κρετίνε,
μαϊμοὺ τοῦ Ἀνθρώπου, Πέτρο Ἀρετίνε,
δὲν βλέπεις γύρω σου τὸ τί συμβαίνει;

Μᾶς τρώει ὅλους κι ἕναν-ἕναν ἡ Ἱστορία,
ἡ μαύρη της μᾶς καταπίνει τρύπα
κι ἐσύ, ἐσὺ σὰν νὰ μὴν ἔχεις τσίπα
γελᾶς χοντρὰ καὶ θὲς καὶ συνοδεία.

Γελᾶς. Γελᾶς. Δὲν ἔχεις τὸν Θεό σου,
καὶ λὲς αὐτὰ ποὺ λὲς χωρὶς ντροπή·
ποῦ βρίσκεις τὴ χαρὰ στὸν θάνατό σου;
Ἐδῶ ὁ κόσμος χάνεται κι ἐσὺ

τολμᾶς νὰ μᾶς σκοτίζεις μὲ στιχάκια;
– Μά…. πάντοτε χανότανε, πουλάκια…

~.~
 
Ὅπου
ὁ PIETRO ARETINO
ἐν ἔτει 2013
συζητᾶ μὲ ἕναν ζηλιάρη ἐραστή,
ἴσως καὶ σύζυγο,
καὶ ἐξηγεῖ τὶς φιλοσοφικές του θέσεις

Μὰ εἶστε σοβαρός; Νὰ χτυπηθοῦμε;
Κατάλαβα καλά; Μονομαχία
ἐν ἔτει δυὸ χιλιάδες δεκατρία;
Καθίστε ἐδῶ. Σὰν φίλοι θὰ τὰ ποῦμε.

Θὰ πιεῖτε κάτι; Ἁπλῶς νερό; Ὁρίστε…
Καὶ τώρα στὸ προκείμενο. Ὡστόσο,
θὰ μοῦ ἐπιτρέψετε νὰ σᾶς δηλώσω –
μοναδικὴ περίπτωσις δὲν εἶστε.

Σπούδασα, ξέρετε, Φιλοσοφία.
Ἡ Φύσις φτιάχνει σὰν κι ἐσᾶς μυριάδες,
κι ἂν ἀπὸ διάφορη ὁ καθεὶς αἰτία,
στὸ βάθος εἴμαστε ὅλοι κερατάδες.

Τὰ κέρατα; Παράφερνα τοῦ γάμου.
Ἐλάτε νὰ σᾶς δείξω τὰ δικά μου.

~.~

(Sexus, Ἀθήνα, Γαβριηλίδης, 2015)

Ἡ μπαλάντα τῶν θλιμμένων ἀρσενικῶν
 
Πρέπει λοιπὸν κι ἐδῶ κάποιος νὰ ἐγκύψει
καὶ αὐτὸ νὰ ἐγγραφεῖ καὶ νὰ εἰπωθεῖ,
τοῦ ἀρσενικοῦ ἡ πλέον μύχια θλίψη
καὶ ἡ πνιγμένη τοῦ ἄντρα οἰμωγή.
Στὴ Γλώσσα πρέπει νά ’ρθει ὅλη ἡ Γῆ,
νὰ ἐντυπωθεῖ στὸν Λόγο μ’ ἕναν γρόθο
καὶ στὸν Ρυθμὸ μὲ βία νὰ χαραχθεῖ.
Ἀρσενικὰ θλιμμένα μου, σᾶς νιώθω.

Δὲν εἶναι ὁ Θεὸς ποὺ ἔχει ἐκλείψει,
καὶ ὁ Θάνατος ποὺ σᾶς διεκδικεῖ,
δὲν εἶναι ἡ Ἱστορία ποὺ ἔχει ἐνσκήψει
καὶ ποὺ ἑκατόμβες πάλι ἀπαιτεῖ,
μὰ Ἐκείνη καὶ ἡ Ἄλλη καὶ Αὐτή,
μορφὲς καὶ σώματα ἀπὸ χθόνιο δνόφο,
τῆς λάσπης κορυφώσεις ἐν ζωῇ.
Ἀρσενικὰ θλιμμένα μου, σᾶς νιώθω.

Καὶ λέω τὴν πᾶσα ἀλήθεια δίχως τύψη,
–ἡ Σάρκα εἶναι αὐτὸ ποὺ στιχουργεῖ–
οἱ θηλυκές – αὐτό σᾶς ἔχει λείψει
καὶ πάντα θὰ σᾶς τρώει, ἀρσενικοί,
ἐκεῖνο ποὺ κανένας δὲν μπορεῖ
μὰ ποὺ ὁ καθένας θέλει μὲς στὸν ζόφο –
ὅλες τὶς θηλυκὲς νὰ κοιμηθεῖ.
Ἀρσενικὰ θλιμμένα μου, σᾶς νιώθω.

Ἡ Σάρκα τὸν ἑαυτό της ἱστορεῖ –
πῶς δέρνεστε καὶ γδέρνεστε ἀπ’ τὸν πόθο
καὶ πῶς τὸ ἀτσάλι λιώνει ἀπ’ τὸ κερί.
Ἀρσενικὰ θλιμμένα μου, σᾶς νιώθω.

~.~
 
Ἑκτόρειος ἵππος

Ἔκτορ … σὺ δὲ μοῖ θαλερὸς παρακοίτης
Ἰλιάδος Ζ

… Hectoreo quotiens sederat uxor equo
Μαρτιάλης

Ὁ Σκάμανδρος ξερνᾶ ἡρώων πτώματα.–
Μὰ ἡ Νύχτα ζεῖ… Καὶ σὰν κοπάσει ἡ μάχη,
σὲ κάποια τοῦ Ἱεροῦ Ἰλίου δώματα,
ἀκούραστη δουλεύει ἡ Ἀνδρομάχη –
ἐπάνω στὸ λαμπρότερο ἀπ’ τὰ σώματα
τῶν Τρώων καὶ τοῦ ὠθεῖ μὲ βία τὴ ράχη

στὴν κλίνη της… Κρατᾶ γερὰ τὸν ἵππο της
καὶ ἀνάσκελο συνέχεια τὸν δαμάζει
ἀπὸ ἀγάπης ἄσβεστης καὶ ἀνείπωτης
σοφία τρυφερὴ ποὺ τὴν προστάζει,
καὶ ποὺ γροικᾶ, χρησμό, σὲ κάθε χτύπο της,
ἔτσι τὸν μαχητὴ νὰ ξεκουράζει…

Τὸν δαμαστὴ τῶν ἵππων πῶς τὸν δάμασες
–τραχιὰ καὶ τρυφερότατη ἱππεία–
ἡ Σιωπηλὴ ἀπ’ τοῦ Ἔρωτα τὶς Ἄνασσες,
ἡ Ἀνέγνωρη, ποὺ ἁγνεία καὶ λαγνεία
ταίριασες στοῦ ἱμέρου σου τὶς θάλασσες
στὴν τρομερὴ δοσμένη ἱππομανία.

Κορμιῶν ἀνεπανάληπτο ἰδίωμα·
κορύφωση τοῦ ἱπποδάμειου μόγου
κενταύρισσας ὑπέρτατο ὁμοίωμα,
ὁρμὴ ἐπικὴ τοῦ ἱππικοῦ σου λόγου –
τοῦ ἀνδροφόνου εἶσαι τὸ τελείωμα
κι ἡ ἔκρηξη τῆς τίγρης καὶ τοῦ ἀλόγου.

Δυὸ ζώων πῶς ἀκούγονται τὰ φθέγματα
κι ἀπὸ τὸν ὠθισμὸ πῶς θάλλει ὁ κῆπος
καὶ μπρὸς στοῦ κόσμου ἔκπληκτου τὰ βλέμματα,
ἰδού, γεννιέται ἡ ἱππαστί –ὁ νέος τύπος–
καὶ τὸ πιὸ τέλειο ἀπ’ ὅλα τὰ συμπλέγματα –
Ἐσὺ κι ὁ μελανὸς Ἑκτόρειος Ἵππος.

~.~

(Σονέτα, Ἀθήνα, Γαβριηλίδης, 2016)

Versus II

Τοὺς στίχους μου φαρδιά-πλατιὰ ὑπογράφω
μὲ τὸ χαλκοὺν δισύλλαβο ὄνομά μου·
κι ἔτσι ὅπως μέρα-νύχτα μεταγράφω
τὸ αἷμα μου, τοὺς μύς, τὰ σωθικά μου,
μὲ χρώματα πολεμικὰ μὲ βάφω
καὶ μονομάχος στέκω ἐπὶ τῆς ἄμμου.
Σὲ πολεμῶ καὶ ὁδεύω πρὸς τὸν τάφο,
μικρὴ Ἐποχὴ κι ὅμως μεγάλη ἐχθρά μου,
δοσμένος στὴ σκληρὴ χειρωναξία
τοῦ στίχου μου. Ὁ στίχος μου καὶ πράξη.
Παρὰ τὴν τρομερὴ αἱματοχυσία,
κανεὶς ἀπὸ τοὺς δυό μας δὲν θ’ ἀλλάξει.
Κι ἂς ἔρθει ὅποιος θέλει νὰ μὲ κρίνει.
Γιὰ τὴ σφαγὴ παίρνω τὴν πᾶσα εὐθύνη.

~.~
 
Nel mezzo del cammin

Τί ἔκανα λοιπὸν γιὰ τὸν Θεό μου;
Τριάντα πέντε χρόνια συμπληρώνω.
Τὸ δῶρο τῆς ζωῆς πῶς ξεπληρώνω
σὲ ζωντανοὺς καὶ σὲ νεκρούς; Ἐπ’ ὤμου
πῆρα ποτὲ κανέναν ξένο πόνο;
Παρέδωσε ποτὲ τὸν ἑαυτό μου,
λυτρώνοντας τὸ ἐλάχιστο ἀπ’ τὸν χρόνο,
σὲ κάτι τὸ ὑψηλό; Ἐδῶ στοῦ δρόμου
τὸ μέσον πιὰ ποὺ βρίσκομαι ποιά πράξη
μπορῶ μὲ περηφάνια νὰ ὑπογράψω;
Τέφρα, σκιὰ καὶ κόνις ὅπου ψάξω.
Στ’ ἀκάθαρτα, ζωή, σ’ ἔχω πετάξει.
Λιποβαρὴς κι ἀμείλικτο τὸ ζύγι
στοῦ μηδενὸς τὸ στόμα ποὺ ὅλο ἀνοίγει.

~.~
 
Ξυλογλύπτες Ι

Σὰν τοὺς ἀκούραστους παλιοὺς ἐργάτες,
τοὺς ταπεινοὺς μὰ τίμιους ξυλογλύπτες
ποὺ ὑπηρετοῦσαν Καίσαρες καὶ Πάπες
φτιάχνοντας τέμπλα, ἐκκλησιὲς καὶ κρύπτες,
ἀγόγγυστα δουλεύουμε τὸν Στίχο
γνωρίζοντας πὼς τὸ μικρὸ ὄνομά μας,
ὅπως κι ἂν μνημειώνουμε τὸν ἦχο
τῆς πάλλουσας καὶ φλογερῆς καρδιᾶς μας,
δὲν θὰ καταγραφεῖ στὶς Ἱστορίες.
Ἀνώνυμοι κι ἐμεῖς καθὼς ἐκεῖνοι,
πνιγμένοι ἀπὸ μυριάδες τυραννίες,
θὰ μείνουμε, ἀλλ’ ὅμως δὲν θὰ μείνει
οὔτε τὸ ἔργο μας, χιλιετίες…
Μαζὶ μὲ μᾶς θὰ λιώσει στὸ καμίνι.

~.~
 
F-22 Raptor

Οὐράνιο τέρας ἀπὸ σίδερο καὶ ἀτσάλι,
ἀνθρώπου σύμμειξη καὶ μηχανῆς,
πάνοπλη σκέψη ξεπηδᾶς ἀπ’ τὸ κεφάλι
τῆς ἐπιστήμης καὶ τῆς τεχνικῆς.
Προένταση μετάλλων, πόση βία
αἰθέρων, τῆς μετάκαυσης σεισμός,
ποίηση τῶν καιρῶν, τεχνολογία,
κι ὁ ἐξαίσιος τῆς κόμπρας ἐλιγμός.
Τὰ g σ’ ὅλο τὸ σῶμα, οἱ ὑπερπτήσεις,
ἀόρατο εἰκοσάτονο τσιτάχ,
στὶς τρομερὲς καθέτους σου ἐφορμήσεις
τὰ 2,5 ἀγγίζεις Mach,
τῶν οὐρανῶν ἀδιαμφισβήτητε ἄκτορ,
Ἅρπυια, F-22 Raptor.

~.~

(Versus, Ἀθήνα, Παρισιάνου, 2019)

1. Δῶσε μου χρόνο

Ὢ δῶσε, Κύριε, νὰ φτάσω στὰ ὀγδόντα
μὲ τὸ κορμὶ καὶ τὸ μυαλό μου ἀκέριο,
κι ἐγὼ ναὸ θὰ Σοῦ πυργώσω στέριο
ποὺ θὰ δοξάζει καὶ θὰ ὑμνεῖ πάντα τὰ ὄντα.

Ἂν ὄχι, εὐδόκησε νὰ φτάσω στὰ ἑξήντα,
κι ὁρκίζομαι πὼς θά ‘χω ὣς τότε χτίσει
κάστρο τρανὸ μὲς στὴν τρανή Σου φύση
καὶ μὲ τὸ αἷμα μου βαμμένο ἀντὶ γιὰ τίντα.

Κι ἂν ὄχι, κάνε μὲ νὰ φτάσω στὰ σαράντα,
κι ἂς ἀρκεστεῖς σὲ τοῦτον τὸν πυργίσκο
ποὺ ἔχω μέχρι τώρα κατορθώσει.

Στὸν μισοτελειωμένο αὐτὸν ναΐσκο
ἐκεῖνος ποὺ γνωρίζει θ’ ἀναγνώσει
τὴν πυρωμένη τὴν σφραγίδα Σου – γιὰ πάντα.


Ὁ Θεοδόσης Βολκὼφ γεννήθηκε τὸ 1980 στὴν Ἀθήνα, ὅπου ζεῖ καὶ ἐργάζεται. Ἔχουν κυκλοφορήσει τὰ ποιητικά του βιβλία: Τὰ Τραγούδια τῆς Ψυχῆς καὶ τῆς Κόρης (2004), Γιουβενάλης (2012), Missa Brevis (2012), Ὁ Pietro Aretino ἐν ἔτει 2013 (2013), Sexus (2015), Σονέτα (2016) καὶ Versus (2019). Ἐπίσης, ἔχει κυκλοφορήσει τὸ δοκίμιό του Ὁ ποιητὴς Δημήτριος Ε. Σολδάτος (2018).

Ελένη Χαϊμάνη, Οι ποιητές της κρίσης

Οι ποιητές της κρίσης

Κάμποσα χρόνια διεύθυνση δεν είχαμε ποτές
στιχάκια, μόνο, γράψαμε στην εποχή της κρίσης,
άξιοι παίχτες της ζωής, αφού κι οι αρπαχτές
ομόρριζες μάς δίνανε τις ηδονές της χρήσης∙

μας ξελόγιασαν οι μορφές που βλέπαμε στην ύλη
σκαρώνοντας τους στίχους μας, πάντοτε prima vista,
σε ό,τι είπαμε, λοιπόν, σαφώς θα πουν κι οι φίλοι:
απ’ όλα αυτά που έγραψες, πάρ’ τα μισά και σβήσ’ τα!

Πώς μόνιασαν τα βλέμματα μ’ αυτά της οροφής:
― Θα πάς αύριο για δουλειά; Θα σηκωθείς να λάμψεις;
και έπεφτεν απάνω μας, μιας θλίψης μας κρυφής,
το κάλεσμα, σαν τη βρισιά: Οι ποιητές της κάμψης!

Κι αν είν’ η τύχη και για μας ίδια με του Φιλύρα,
αν είναι μοίρα της ζωής όπως του Καρυωτάκη,
θα μαραζώσουμε κι εμείς απ’ του τρελού την ψείρα;
― Σήκω, τράβηξε για δουλειά, μικρό μου εμποράκι!

Όμως τις ώρες τις βαριές που σταματάν οι ήχοι,
π’ όλη τη μέρα ήμασταν, σαν την ανεμοδούρα
από το πάλεμα του νου, ακέραιοι βγαίναν στίχοι
και φάνταζαν τόσο πολύ ίδια καρικατούρα

παραμορφώνοντας καλά την πίκρα μας, σε γέλιο
στραβοί, κουτσοί να τρέχουμε, παιδί κυνηγημένο,
ώς να πιαστεί η ανάσα μας το βάζαμε θεμέλιο
σαν άθεοι που μπήκανε σε τόπο… ευλογημένο.

ΕΛΕΝΗ ΧΑΪΜΑΝΗ

Νέοι ποιητές ενός νέου αιώνα |44. Θεοδόσης Βολκώφ (Ι)

ΔΙΑΡΚΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ 2000-2020

Ποιά ἡ ποίηση τοῦ 21ου αἰώνα καὶ ποιοί οἱ ποιητές της; Χιλιάδες ποιητικὲς συλλογές, εἴτε τυπωμένες ἀπὸ ἐπώνυμους οἴκους εἴτε αὐτοεκδόσεις, ἑκατοντάδων ἢ καὶ χιλιάδων ποιητῶν ποὺ ἀναζητοῦν τὴν θέση τους στὴν Νεοελληνικὴ Λογοτεχνία. Τί μένει ὅμως καὶ τί περνάει ἀπὸ τὴν κρησάρα τῆς κριτικῆς; Τί ἐπιβιώνει –ἢ ἔστω, τί φαίνεται ὅτι μπορεῖ νὰ ἐπιβιώσει– στὴν μνήμη τῆς ἀναγνωστικῆς κοινότητας;

Ἀποπειρώμενο μιὰν ἀπάντηση στὰ παραπάνω, τὸ Νέο Πλανόδιον ἐγκαινιάζει τὴν ἑβδομαδιαία στήλη ‘‘Νέοι ποιητὲς ἑνὸς νέου αἰώνα. Διαρκὴς ποιητικὴ ἀνθολογία 2000-2020’’. Γιὰ διάστημα δύο ἐτῶν καὶ ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὸν Φεβρουάριο τοῦ 2019, θὰ ἀνθολογοῦμε κάθε ἑβδομάδα ἀπὸ ἕνα ἢ περισσότερα ποίηματα ἑνός/μιᾶς συγγραφέα, ποὺ θὰ πληροῦν δύο προϋποθέσεις: θὰ εἶναι α) δημοσιευμένα μετὰ τὸ 2000, καὶ β) γραμμένα ἀπὸ ποιήτριες ἢ ποιητὲς 45 ἐτῶν καὶ νεώτερους, γεννημένους δηλαδὴ ἀπὸ τό –σημαδιακό– 1974 καὶ ἑξῆς.

Τὰ ποιήματα θὰ παρατίθενται πολυτονισμένα, δίχως ὅμως ἄλλες παρεμβάσεις στὸ πρωτότυπο. Ἐπίσης, στὸ τέλος κάθε ἑξαμήνου θὰ δημοσιεύεται στὸν ἱστότοπο ὁ Θησαυρὸς Ἀναγνώσεων τῶν ἀνθολόγων μὲ τὴν μορφὴ ἀναλυτικοῦ καταλόγου, ὅπου καὶ θὰ καταγράφονται ὅλες οἱ ποιητικὲς συλλογὲς ποὺ εἴδαμε στὸ διάστημα αὐτό. Τὰ ποιήματα ποὺ θὰ προκύψουν στὸ πέρας τῆς διαρκοῦς αὐτῆς ἀνθολόγησης, συμπληρωμένα ἐνδεχομένως καὶ μὲ ἄλλα, θὰ ἀποτελέσουν τὸν κορμὸ μιᾶς ἔντυπης Ἐκλογῆς.

Οἱ σκοποὶ τοῦ ἐγχειρήματος, δύο: νὰ ἀναδείξουμε τὰ ἀξιανάγνωστα ποιήματα ποὺ γράφονται στὶς μέρες μας ἀπὸ νέους ποιητές· καὶ νὰ συμβάλλουμε στὴν ἐπόπτευση τῆς νεοελληνικῆς ποίησης τοῦ αἰώνα μας, μακριὰ ἀπὸ παρελκυστικὲς κατηγοριοποιήσεις, αἰσθητικὲς ἢ/καὶ ἰδεολογικές.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ – ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΟΡΔΑΣ


Μὲ δεδομένο τὸν τεράστιο ὄγκο τῆς τρέχουσας ποιητικῆς παραγωγῆς, ποὺ ξεπερνᾶ τοὺς 800 τίτλους ἐτησίως (813 γιὰ τὸ 2017, βάσει ἐπίσημων στοιχείων ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴ Βιβλιοθήκη), οἱ ἀνθολόγοι δὲν τρέφουν ψευδαισθήσεις ὅτι εἶναι σὲ θέση νὰ τὴν παρακολουθήσουν στὴν πληρότητά της. Ὑπόσχονται ὅμως νὰ ἐξετάσουν φιλότιμα ὅλα τὰ βιβλία ποὺ θὰ τεθοῦν ὑπ’ ὄψιν τους. Οἱ φίλοι νέοι ποιητὲς μποροῦν (παρακαλοῦμε πολὺ μὲ ἁπλὸ δέμα/ἐπιστολή) νὰ τὰ στέλνουν στὶς διευθύνσεις: Ἀγησιλάου 7, Ἡράκλειο Ἀττικῆς, 141-22 καὶ Ἁγ. Φανουρίου 2, Ζωγράφου, 157-72. [Μὲ τὴν ἔνδειξη: “Αθ.Β.Γαλανάκης-Αλ.Κορδᾶς γιὰ τὸ Νέο Πλανόδιον” στὰ στοιχεῖα τοῦ παραλήπτη]


Θεοδόσης Βολκώφ

angel_guardian_810_500_75_s_c1

(Τὰ Τραγούδια τῆς Ψυχῆς καὶ τῆς Κόρης, Ἀθήνα, Γαβριηλίδης, 2004)

VII

Πολεμιστὴς ἀρχαίων καιρῶν σὲ κοίταζα,
Κιμμέριος βασιλιάς, πρόμαχος Σκύθης
κι ἀγρίμι τῆς ζωῆς, γιὸς τῆς φωτιᾶς,
τσακίζω μὲς στὰ χέρια σου τὸ κύπελλο τῆς λήθης.
Δὲς τὴν αὐγή, δὲς τὸ σπαθὶ καὶ δὲς τὴ νίκη.
Δὲ σοῦ ταιριάζει μιὰ ζωὴ τῆς λησμονιᾶς
δὲ σοῦ ταιριάζει ἐσένα, Ἐλεύθερη, μιὰ τέτοια καταδίκη
ποὺ σὰν ντροπὴ μολεύει τὴ μορφή σου.
Εἶναι κατάρα τῆς ζωῆς ἡ λήθη. Σ’ ἀγαπῶ. Θυμήσου.

Εἶμαι αὐτὸς ποὺ ὀργίζεται
κι ἐκεῖνος ποὺ θυμώνει
κι εἶναι γιὰ σένα ὅλες μου οἱ ζωές,
γιὰ σένα εἶν’ οἱ πληγές, γιὰ σένα οἱ πόνοι,
γιὰ σένα ὅλοι οἱ θάνατοι καὶ οἱ νίκες,
πολεμιστὴ μὲ γνώρισες, πολεμιστὴ μὲ βρῆκες
γιὰ τὸ κορμί, γιὰ τὸ φιλί σου,
γιὰ σένα οἱ μάχες τῆς ἀβύσσου,
γιὰ σένα κάτι μέσα μου ξεσπᾶ
κι ἀστράφτει καὶ θυμώνει,
γιὰ σένα γήινη τῶν πόθων μου Θεά!
Καὶ ὅλα τ’ ἄλλα – σκόνη…

~.~

XVII

Γεννήθηκα ἕνας γίγαντας
ἀπὸ τὴς γῆς τὰ σπλάχνα,
μὲ τὸ κορμὶ χωμάτινο,
φτιαγμένος μὲ πηλὸ
καὶ πάνω μου δροσιὰ ἔφερνε
τῆς μάνας μου ἡ ἄχνα,
πλασμένος μὲ τὴν ἔρημο
ζητοῦσα τὸ νερό.
Καὶ γύριζα τὰ πέρατα
τοῦ κόσμου καὶ τὶς χῶρες,
Ἀγάπη πάντα ψάχνοντας
καὶ Μάχες μυστικὲς
καὶ μ’ ἔδειραν οἱ ἀνεμικὲς
καὶ μὲ τσακίσαν μπόρες
καὶ τὸ κορμί μου ἔσπασαν
καὶ γέμισαν ρωγμές.
Στὴν ἔρημ’ ὁλομόναχος
ξεδίψαγα στὸ Νεῖλο
καὶ τὰ κομμάτια μάζευα
θνητὸς στοχαστικὸς
κι εἶπα «δὲ θέλω τὸν πηλὸ»
καὶ μ’ ἔπλασ’ ἀπὸ ξύλο
κι εἶπα, «παλιὲς ἀνεμικὲς
δὲν εἶμαι πιὰ τρωτός».
Κι ἦρθαν καινούργιες θύελλες
κι ὁρμῆσαν νέες μπόρες,
δὲν ἔκλεινε ἡ Μοίρα μου
καὶ γύριζε τ’ ἀδράχτι,
πολέμους γνώρισα φωτιᾶς
τῶν κεραυνῶν τὶς κόρες
καὶ τὸ κορμί μου ἀπόμεινε
καὶ κάρβουνο καὶ στάχτη.
Κι ἐκεῖ πάλι σηκώθηκα
βαρὺς ἀπὸ τὴ γῆ μου
καὶ μ’ ἔσπρωχνε ξανὰ μιὰ ὁρμή,
ζωὴ ἁλυσοδέτρα,
νὰ βρῶ μιὰ ὕλη ἄφθαρτη
ἀπὸ τὸ χαλαστή μου
κι ἔψαξα μὲς στὰ βάθη μου
καὶ μ’ ἔκαν’ ἀπὸ πέτρα.
Καὶ τότε ἦρθαν καὶ μ’ ἄγγιξαν
μάγισσες κάποιες κόρες,
μητέρες τους τὰ τέρατα,
πατέρες οἰ σεισμοί,
βαθιὲς θάλασσες μέσα μου
πνίγαν στεριὲς καὶ χῶρες
καὶ πιὰ χαλίκια ὁ βράχος μου
καὶ νά, ξανὰ ἡ ρωγμή!
Κι εἶπα «τώρ’ ἀπὸ σίδερο
θὰ πλάσω τὸν ἑαυτό μου,
δὲ θά ‘χω πιὰ καμιὰ ρωγμὴ
καὶ στάχτη καὶ καπνιά,
ἡ Μάχη εἶναι ἡ δόξα μου
κι ἡ Ἀγάπη τ’ ὄνειρό μου»,
μὲ βρῆκε ὅμως τὸ λύγισμα,
τὸ λιώσιμο, ἡ σκουριά.
Καινούργιες πάντ’ ἀνεμικές,
πάντα καινούργιες μπόρες,
δαιμόνισσες σὰν νά ‘λεγαν
μ’ ἀνθρώπινες φωνὲς
«ἴδιες γιὰ σένα τῆς ζωῆς
καὶ τοῦ θανάτου οἱ ὧρες,
γιατὶ κι ἐσὺ δυνάμωσες
κι ἐμεῖς πιὸ δυνατές».
Κι ἦρθε ἀπὸ μέσα ἡ Μοίρα μου,
ποὺ ἀπ’ τὴν ἀρχὴ καλοῦσα,
ἀπὸ τὰ χρόνια τὰ παλιά,
τὰ χρόνια τοῦ πηλοῦ,
κι εἶπε σὲ μένα  –μαχητὴς
ποὺ ζοῦσα κι ἀγαποῦσα–
τοὺς νόμους καὶ τὶς προσταγὲς
τῆς γῆς καὶ τ’ οὐρανοῦ:
«Γιατ’ εἶσαι σὺ ὁ ἀδάμαστος
κι ἂν γίνεις ἀπὸ ἀτσάλι
κι ἀπ’ ὅποιο μέταλλο ἄγνωστο,
σκληρό, γυαλιστερό,
μὲς στὶς φωτιές, στοὺς χαλασμοὺς
θὰ σὲ βυθίσω πάλι
δὲν ἔχ’ ἡ Ἀγάπη νικητὲς
κι ἡ Μάχη τελειωμό».

~.~

f36c8d7cbee64cd976b42a958d8b5cad

(Γιουβενάλης, Ἀθήνα, Παρισιάνου, 2012)

ΙΙ

Μνήμη Louis Antoine de Saint-Just

Ἀπ’ τοῦ Θυμοῦ τὸ πυρωμένο ἀγέρι
σαρκώσου τώρα, Στίχε, κι ἔτσι τράβα
σὲ ὅσα ἡ Ποίηση ἀποφεύγει μέρη

στὸ τρυφερὸ καὶ στὸ δειλό της διάβα.
Νέοι καιροί· πανάρχαιο προσκλητήρι –
Νὰ καῖς· ἐδῶ μὲ πάγο, ἐκεῖ μὲ λάβα.

Στῆς Ἱστορίας τ’ ἄγριο χωνευτήρι
διάλεξε τὸ πεδίο σου καὶ στήσου
ὀρθὸς μέσα στὸ ψύχος καὶ στὴν πύρη.

Λάβε, λοιπόν, τὴ θέση σου κι ὁπλίσου.
Μεριὰ ἀπόψε, Στίχε, θὰ διαλέξεις,
θὰ ὁρίσεις, ἐπιτέλους, ποιά ἡ Γῆ σου

καὶ σύσσωμος θὰ τὴνε διαφεντέψεις.
Τὴ Διψασμένη μ’ αἷμα θὰ ποτίσεις,
τὴν κλίμακα τῶν πόνων θὰ διατρέξεις,

μὰ δὲν θὰ σπάσεις ὅσο κι ἂν λυγίσεις.
Στοῦ πλήθους τὴν ψυχή, Στίχε, βυθίσου
καὶ πιὲς καὶ λούσου ἐκεῖ ὣς νὰ μεθύσεις.

Κι ὡστόσο πάλι Ἐλεύθερος κρατήσου
μὲ μάτι γερακίσιο γιὰ νὰ κρίνεις
τὶς πράξεις καὶ τὴν πράξη τὴ δική σου.

Κι ἀπὸ τὴν ἄλλη κόβε ὅταν λύνεις
δὲν εἶναι οὔτε ὁ τόπος οὔτε ἡ ὥρα·
νὰ καῖς, σὰν πρέπει, καὶ ἂν ὄχι, νὰ σβήνεις.

Ὅπως καὶ νά ‘χει ὡστόσο, ἐμπρὸς προχῶρα.
Πάτα μὲ ὁπλὲς καὶ χτύπα μὲ τσεκούρια·
κι ἂν πρέπει, κάψε ὁλάκερη τὴ χώρα

καὶ μὴν σκεφτεῖς τὰ ἐνάντια καὶ τὰ οὔρια.
Ξεχέρσωσε ὅ,τι εἶναι νὰ ἐκχερσώσεις
γιὰ νὰ φανεῖ στὴ γῆ μιὰ Γῆ καινούργια

καὶ χαλυβδώσου, ἂν θὲς νὰ χαλυβδώσεις.
Θὐμωσες, Στίχε. Δὲν ἀρκεῖ. Ὀργίσου. –
Καὶ σκότωσε, ἂν πρέπει νὰ σκοτώσεις.

Τράχυνε στὴν Ἀνάγκη τὸ κορμί σου
καὶ νεῦρα καὶ μυῶνες ὅλος δείξου,
τὴν ἴδια σου ψυχή, ἂν πρέπει, ἀρνήσου

κι ἕνας ἐνάντια σ’ ὅλους μόνος ρίξου·
φτάσε στὰ ἔσχατα τὸν Ἑαυτό σου,
στὸν πόλεμο καὶ μὲς στὸ αἷμα πνίξου·

ἀκόμα καὶ τὸ ἔγκλημα φορτώσου
καὶ γίνε Τρόμος – ἔτσι θυσιάσου·
ἂν πρέπει, καὶ αὐτό – ἀποκτηνώσου.

Ἡ Ἀνάγκη, ἐρωμένη καὶ θεά σου,
στὸ σχῆμα μιᾶς ἀόρατης στεφάνης
θὰ σώζει ἀλλοῦ τὴν ἀθωότητά σου.

Ἂν θὲς νὰ ζήσεις, πρέπει νὰ πεθάνεις.

~.~

IV

Μόνη πιστὴ ἐρωμένη μου, Ὀργή,
τῆς κάθε νύχτας σκοτεινὴ Κυρά μου,
κάθε ἴνα τοῦ κορμιοῦ μου σὲ καλεῖ,
τὴ μήτρα σου γυρεύουν τὰ παιδιά μου.
Σάρκα ποὺ ἰδέα σὲ, Ἐσὺ
πηγὴ στερνὴ καὶ πρώτη τοῦ Ἔρωτά μου,
νὰ σὲ κοιμᾶμαι θέλω, τρομερή
πίστη κι ἐλπίδα· θλίψη καὶ χαρά μου.

Μόνη πιστὴ ἐρωμένη μου, Ὀργή,
τὴν ὀμορφιά σου πιὰ ποιός διακρίνει…
Τώρα ποὺ ἀδειάζει κι ὅλο ἀδειάζει ἡ Γῆ
τὴ γύμνια μου ἡ σάρκα σου θὰ ντύνει.
Σὲ σένα μόνον δέεται ἡ Ψυχή,
μεστώνει ἀργὰ καὶ μὲ τὸ ξίφος λύνει
τὰ αἰνίγματα ποὺ θέτει ἡ Ἐποχή·
τὴ βλέπει, τὴ ζυγίζει καὶ τὴν κρίνει.

Μόνη πιστὴ ἐρωμένη μου, Ὀργή,
διῶξε ἀπὸ πάνω μου ὅλες τὶς καμπύλες
καὶ σκλήρυνέ με, κάνε με τραχύ,
νὰ μὲ μισοῦν οἱ σκύλοι καὶ οἱ σκύλες
ποὺ μόνο τρῶν καὶ καβαλιοῦνται, Ὀργή·
καὶ λεγεῶνες κάνε με καὶ ἴλες·
τὸν ἕναν πλήθυνέ τον πάλι, Ἐσύ,
καὶ στῆσε τὸν Κριὸ μπροστὰ στὶς Πύλες.

Μόνη πιστὴ ἐρωμένη μου, Ὀργή,
στὰ πόδια σου τὸν βίο μου ἀποθέτω·
τὸ σῶμα προσφορὰ καὶ προσευχὴ
ἡ Γλώσσα πού, Ὀργή, σοῦ καταθέτω.
Εἶσαι ἡ Ἀνἀγκη. Κάλπασε γοργή.
Ἔσο ἡ Φωνή. Τὸ στόμα μου ἀπελθέτω…
Καὶ ὑποψάλλω – Ὀργή, Ὀργή, Ὀργή –
Ὀργή – ἡ Βασιλεία σου ἐλθέτω.

~.~

1-angelus-novus-paul-klee

(Missa Brevis, Ἀθήνα, Παρισιάνου, 2012)

Ἀφροδίτη Οὐρανία

Σὰν ἔρθει ἡ ὥρα Ἀφροδίτη Οὐρανία
ν’ ἀριθμηθῶ κι ἐγὼ μὲς στοὺς πιστούς σου
δὲν θέλω οἱ ποὺ ἀγάπησα νὰ μεσιτεύσουν
μήτε κι οἱ ποὺ μ’ ἀγάπησαν αὐτές

παρὰ οἱ δυσαρίθμητες κι ἀνέγνωρες γυναῖκες
ποὺ δρόμους γνώριμους ἀφήνοντας
–καὶ δίχως ν’ ἀνταλλάξουμε μιλιά–
φορὲς ἀμέτρητες ἐπῆρα στὸ κατόπι.

~.~

Γυμνή

Τοῦ γλύπτη Χρήστου Γεωργίου

Θὰ σοῦ δειχτῶ γυμνή. Κάθε γραμμὴ θὰ δεῖς κάθε καμπύλη
κι αὐτὰ ποὺ μόνο ἐσύ –γνωρίζω– τὰ μαντεύεις
καὶ στὴ φωτιὰ κι ὅπως ποτέ σου πρὶν δὲν ἔπιασες τὴ σμίλη
θ’ ἀρχίσεις γρήγορα καὶ ἄγρια νὰ λαξεύεις.

Ἀπ’ τὰ κοινὰ κι ἀδύναμα κουράστηκα τὰ χάδια,
τὸ πύρινο νὰ τυλιχτεῖ ζητᾶ ἡ σάρκα μου ὄνειρό σου
κι αὐτὸ τὸ βράδυ ποὺ κρατᾶ βαθιά του ὅλα τὰ βράδια
θέλει τὸν μπροῦντζο σου καὶ τὸ πεντελικὸ τὸ μάρμαρό σου.

~.~

Στίχοι γυμνοὶ ποὺ τὸ γυμνό σου δείχνουν σῶμα

Στίχοι γυμνοὶ ποὺ τὸ γυμνό σου δείχνουν σῶμα,
καὶ ποὺ ἂν τοὺς φωνάξεις, λές, θὰ κοκκινίσεις·
«Κάνε, ζητᾶς, λιγότερο πυρὸ τὸ χρῶμα
ἐκτεθειμένο τὸ κορμί μου μὴν ἀφήσεις»

»Ὑπάρχει κάτι ἐκεῖ ποὺ καίει καὶ ξεσχίζει,
κάτι ποὺ θά ‘θελα γοργὰ νὰ τὸ ξεχάσω·
κάτι σὰν τέρας ποὺ κινεῖται καὶ μουγκρίζει…
Τοὺς στίχους σου ψιθυριστὰ θὰ τοὺς διαβάσω».

(Τοὺς στίχους μου δὲν τοὺς ἀντέχουνε τὰ χείλη;
Νὰ τοὺς φωνάξει δὲν τολμᾶ κανένα στόμα;
Εὐλογημένη νύχτα ἐσύ, ἀκριβή μου φίλη,
τὰ ψιθυρίσματα δὲν τὰ ἔμαθα ἀκόμα.)

Καὶ νὰ τοὺς ψιθυρίσεις ὅμως  – δὲν ἀλλάζει
τίποτα· ἐτοῦτο τὸ κορμί δὲν παίρνει ντῦμα·
λύκος ὁ ἄνεμος ἐκεῖ πάντα θὰ οὐρλιάζει
καὶ πάντα πύρινο θὰ ὑψώνεται τὸ κῦμα.

~.~

Αἰδοῖον ἀΐδιον

Δεύτερο στόμα, τρομερότερο τοῦ πρώτου –
μὲ τ’ ἀνδροφόνα δίχως δόντια χείλη,
μὲς στὶς συσπάσεις σου μὲ εἶχες ἀναγγείλει.
Γεννᾶς τὸν ἄντρα καὶ δηλοῖς τὸν θάνατό του.
Ἡ γλώσσα σου δὲν φτιάχτηκε ἀπὸ λέξεις·
θάλασσα ποὺ ἁρμύρα ξεχειλίζεις,
ποὺ μὲ καλεῖς, ποὺ μοῦ μιλᾶς κι ἀναβαπτίζεις
τὸ πνεῦμα μου, τὸ σῶμα ἂν ἐπιλέξεις.

Θήρα διπλή, τετράφυλλη, μικρή, μεγάλη·
ἄβατο χιλιοδιάβατο παλάτι,
ἔμμονη σκέψη καὶ βούληση ἐσχάτη
ἡ ὑποπόρφυρη θαμνώδης σου ἀγκάλη.
Ἰδέα σάρκινη, σκοπὲ τῆς κάθε πράξης,
τῶν τρόπων ὅλων τὸ αἰώνιο θέμα,
ποτάμιο πρὸς ἐσένα ρέει τὸ αἷμα
ζωὴ καὶ θάνατο μαζὶ γιὰ νὰ διδάξεις.

Καταγωγή μου ποὺ σὲ σένα κατατείνω,
λέαινα μαύρη, κόκκινη, ξανθιά, ὁ σκύμνος
ἐγώ – κι ὁ πίδακας τοῦ σπέρματος ὁ ὕμνος,
ἡ προσευχή κι ὁ ὅρκος ποὺ σοῦ δίνω.
Κόρη τοῦ Χρόνου ἀρχαιότερη ἀπ’ τὸν Χρόνο,
χαλκέντερη αἰώνια αἰώνων μήτρα,
τὴ μόνη μου λευκότητα γιὰ λύτρα
ὅσο ὁ ταῦρος μου βαστᾶ θὰ σοῦ πληρώνω.

~.~

Μαῦρος ἄγγελος

Τὸ σῶμα ἀναζητᾶ τὴν καίρια λέξη,
νὰ πεῖ, νὰ πεῖ αὐτὸ ποὺ τὸ συνέχει,
τὸν ἴδιο του τὸν θάνατο ν’ ἀντέξει,
αὐτὸ ποὺ ἐντός του φέρει μὰ ποὺ ἀπέχει.

Σῶμα νεκρό –κι ἡ Γλώσσα δὲν θὰ στέρξει–,
κατέχεται ἀπὸ αὐτὸ ποὺ δὲν κατέχει,
στὴν ἀνδροφόνο ἀφέθηκε πιὰ ἕλξη
καὶ ζωντανὸ τοῦ ὀλέθρου του μετέχει.

Μαῦρε Ἄγγελε, θανάτους κραταιώνεις
κι ἀργὰ ἢ γοργὰ στὸν Θάνατο τὸν Ἕνα
μὲ σέρνεις, μὲ ὁδηγεῖς· μὲ ματαιώνεις·

φωνῆεν ἢ σύμφωνο τοῦ λόγου μου κανένα
δὲν μοῦ ἀφήνεις νὰ ἱστορήσω τὴ ζωή μου…
Βουβὴ ἀποβαίνεις, Γλώσσα μου καὶ Γῆ μου.



Ὁ Θεοδόσης Βολκὼφ γεννήθηκε τὸ 1980 στὴν Ἀθήνα, ὅπου ζεῖ καὶ ἐργάζεται. Ἔχουν κυκλοφορήσει τὰ ποιητικά του βιβλία: Τὰ Τραγούδια τῆς Ψυχῆς καὶ τῆς Κόρης (2004), Γιουβενάλης (2012), Missa Brevis (2012), Ὁ Pietro Aretino ἐν ἔτει 2013 (2013), Sexus (2015), Σονέτα (2016) καὶ Versus (2019). Ἐπίσης, ἔχει κυκλοφορήσει τὸ δοκίμιό του Ὁ ποιητὴς Δημήτριος Ε. Σολδάτος (2018).

Θανάσης Γαλανάκης, Μπαλλάντα για κόμη ξανθή

 

Μ π α λ λ ά ν τ α   γ ι ὰ   κ ό μ η   ξ α ν θ ή 

Σf1f5ff8df750a2659a21ecaf85b250c1ὲ τραῖνο ἀκυβέρνητο ζητοῦν
νὰ βροῦνε ποιός θὰ πιάσει τὸ τιμόνι,
ἐνῶ ἀποσβολωμένοι ὅλοι κοιτοῦν
τῆς νήσου τὸ ἐξόδιο κανόνι.
Κοστοῦμι σιδηρὸ φτιάχνουν στὸ ἀμόνι
μίας Ἀγγλίας τέλειας παρακόρης,
ποὺ μοιάζει μὲ σαράβαλο καμιόνι.
Γι’ αὐτὸ πολλά σου τὰ ἔτη, Τζῶνσον Μπόρις!

~.~

Ὁ ἕνας ἐμπιστοσύνη ἔχει τυφλή,1160178137.jpg.0
ἄλλος ἐπιτιμᾶ στὰ φανερά:
ἀπὸ τοὺς δυὸ ποιός ἐθελοτυφλεῖ;
Εἴτε ἔτσι εἴτ’ ἀλλιῶς κάνει νερά·
τὰ σχέδια ὅλων μοιράζουν πλανερά,
κι ὁ πρῶτος Τόρης εἶναι μὲς στοὺς Τόρις:
τὰ ὑπόλοιπα εἶναι λόγια φθονερά.
Γι’ αὐτὸ πολλά σου τὰ ἔτη, Τζῶνσον Μπόρις!

~.~

jojohnsonΚάτω ἀπὸ τὴν κόμη τὴν ξανθὴ
χωρία τοῦ Ὁμήρου κατοικοῦν,
κι οἱ γόνιμες ἰδέες σὰν ψυχανθῆ,
τὰ ὅποια του κουσούρια ὑπερνικοῦν.
Ἐκεῖ ποὺ ἄλλοι εὐθὺς φυγοδικοῦν
αὐτὸς ἐπιθυμεῖ ἐπὶ ἴσοις ὅροις
τὴ χώρα οἱ ὁμοεθνεῖς του νὰ διοικοῦν.
Γι’ αὐτὸ πολλά σου τὰ ἔτη, Τζῶνσον Μπόρις!

~.~

Μιὰ ἀγκούσα παρακμῆς παντοῦ ἀντηχεῖ:_Boris-Johnson-blasts-‘ludicrous’-rules-which-ban-Brits-from-eating-rare-hamburgers
ἀπὸ τὴ μιὰ φαιδροὶ οἱ ἀριστοκράτες,
ἡ πρότασή τους κούφια ἀντηχεῖ
καὶ μοιάζουν θλιβεροὶ σὰν στὸ Sartoris,
μὰ ἀνήμποροι ἀπ’ τὴν ἄλλη κι οἱ ἐργάτες…
Γι’ αὐτὸ πολλά σου τὰ ἔτη Τζῶνσον Μπόρις!

ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ

Ευσταθία Δήμου, Σατιρικά γυμνάσματα

ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΣΤΙΣ ΝΕΑΡΕΣ ΤΩΝ ΠΕΝΗΝΤΑ ΧΡΟΝΩΝ
 
Σε ινστιτούτα ομορφιάς παρκαρισμένη,
σαν ξεχαρβαλωμένη μηχανή,
ακούω να μου λεν∙ «σε περιμένει
ανόρθωση σ’ οπίσθια και σε βυζί.
Και μόλις θα σε δούνε σφριγηλή,
τ’ ανδρός σου τα χείλη ‘θαύμα!’ θα πούνε».
Μα εγώ θα γίνω από στιγμή σε στιγμή
πενήντα και τα εκατό πια δεν αργούνε.
 
Αν δείχνουν οι γλουτοί κατεβασμένοι,
κι αν οι ρυτίδες ξεπροβάλλουνε σερί,
η εξαφάνισή τους είναι ακριβοπληρωμένη.
Νυστέρι κοφτερό με καρτερεί
και το δέρμα μεμιάς θα τραβηχτεί
από γιατρούς που επάξια χειρουργούνε.
Μα εγώ θα γίνω η καψερή
πενήντα και τα εκατό πια δεν αργούνε.
 
Η ρίζα στο μαλλί όλο λευκαίνει,
και στην κοιλιά τα λιπαρά έχουν σταθεί,
στα μπράτσα μου η σάρκα κρεμασμένη
κι ο διαιτολόγος όπου να ’ναι θα φανεί,
κόκκαλο να μ’ αφήσει και πετσί.
Μα οι φίλες ποτέ τους δεν ξεχνούνε.
Κεριά θα μπήξουνε στη σαντιγί
πενήντα και τα εκατό πια δεν αργούνε.
 
Δεν είναι ένα – τι κρίμα! – το κερί
όμως με όλα αυτά που θα συμβούνε
εγώ θα φαίνομαι για μια ζωή
τριάντα και τα εκατό ποτέ δεν θα με βρούνε.
 
 
UNA RATSA
 
Πήρε σκύλο κατοικίδιο,
από ράτσα αρρενωπή,
για να πάψει το αιφνίδιο
διαζύγιο να θρηνεί.
 
Του πέρασε σφιχτό λουρί.
του αγόρασε σπιτάκι,
του ’βαλε διαλεχτό φαΐ
και του έστρωσε χαλάκι.
 
Καθόταν και τον κοίταζε,
ήσυχα όπως κοιμόταν,
κι όταν στο τέλος νύσταζε,
στο πλάι του ξαπλωνόταν.
 
Το όνομα εκείνου έδωσε
– όμοια τα είχαν όλα –
και πήγε και τον στείρωσε
πριν του σερβίρει φόλα.
 
 
ΦΛΕΡΤING
 
Απ’ το παράθυρο κοιτώ – στο βάθος
βλέπω ξανθό τεκνό που μου γελάει.
Το βλέμμα του πονηρό με διαπερνάει.
Είναι πασιφανές, δεν κάνω λάθος.
 
Το χέρι του επιδέξια ανασκαλεύει
ό,τι η φύση του ’χει αφειδώς δωρίσει
και με την κίνησή του μ’ έχει πείσει
πως σμίξιμο καυτό μου μαγειρεύει.
 
Κάθε αναστολή μου έχει σβήσει.
Με θέλει και τον θέλω. Δεν κρατιέμαι
άλλο. Μεμιάς πάνω του ξαμολιέμαι
 
μα εκείνος την πλάτη έχει γυρίσει.
Θαρρώ πως μάλλον τρέχει κάτι άλλο.
Το σώβρακο τον κόβει στον καβάλο.
 
 
 
ΆΣΟ – ΔΥΟ
 
Ένα το παντελόνι
και η πρόσληψη αργεί,
το ύφασμα όλο λιώνει,
στο γόνυ έχει σχιστεί.
 
Τα δανεικά τελειώσαν
τελειώσαν κι οι ελπίδες
σ’ αυτούς που μου τα δώσαν
διαρκώς στήνω παγίδες.
 
Μα ο κλοιός στενεύει,
με πήρανε χαμπάρι,
μου μένει ένα ζάρι
 
να ρίξω και στα ερέβη
να χαθώ προτού χάσω
με δύο πάλι κι άσσο.
 
ΕΥΣΤΑΘΙΑ ΔΗΜΟΥ

Νέοι ποιητές ενός νέου αιώνα |43. Θοδωρής Ρακόπουλος (ΙΙ)

ΔΙΑΡΚΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ 2000-2020

Ποιά ἡ ποίηση τοῦ 21ου αἰώνα καὶ ποιοί οἱ ποιητές της; Χιλιάδες ποιητικὲς συλλογές, εἴτε τυπωμένες ἀπὸ ἐπώνυμους οἴκους εἴτε αὐτοεκδόσεις, ἑκατοντάδων ἢ καὶ χιλιάδων ποιητῶν ποὺ ἀναζητοῦν τὴν θέση τους στὴν Νεοελληνικὴ Λογοτεχνία. Τί μένει ὅμως καὶ τί περνάει ἀπὸ τὴν κρησάρα τῆς κριτικῆς; Τί ἐπιβιώνει –ἢ ἔστω, τί φαίνεται ὅτι μπορεῖ νὰ ἐπιβιώσει– στὴν μνήμη τῆς ἀναγνωστικῆς κοινότητας;

Ἀποπειρώμενο μιὰν ἀπάντηση στὰ παραπάνω, τὸ Νέο Πλανόδιον ἐγκαινιάζει τὴν ἑβδομαδιαία στήλη ‘‘Νέοι ποιητὲς ἑνὸς νέου αἰώνα. Διαρκὴς ποιητικὴ ἀνθολογία 2000-2020’’. Γιὰ διάστημα δύο ἐτῶν καὶ ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὸν Φεβρουάριο τοῦ 2019, θὰ ἀνθολογοῦμε κάθε ἑβδομάδα ἀπὸ ἕνα ἢ περισσότερα ποίηματα ἑνός/μιᾶς συγγραφέα, ποὺ θὰ πληροῦν δύο προϋποθέσεις: θὰ εἶναι α) δημοσιευμένα μετὰ τὸ 2000, καὶ β) γραμμένα ἀπὸ ποιήτριες ἢ ποιητὲς 45 ἐτῶν καὶ νεώτερους, γεννημένους δηλαδὴ ἀπὸ τό –σημαδιακό– 1974 καὶ ἑξῆς.

Τὰ ποιήματα θὰ παρατίθενται πολυτονισμένα, δίχως ὅμως ἄλλες παρεμβάσεις στὸ πρωτότυπο. Ἐπίσης, στὸ τέλος κάθε ἑξαμήνου θὰ δημοσιεύεται στὸν ἱστότοπο ὁ Θησαυρὸς Ἀναγνώσεων τῶν ἀνθολόγων μὲ τὴν μορφὴ ἀναλυτικοῦ καταλόγου, ὅπου καὶ θὰ καταγράφονται ὅλες οἱ ποιητικὲς συλλογὲς ποὺ εἴδαμε στὸ διάστημα αὐτό. Τὰ ποιήματα ποὺ θὰ προκύψουν στὸ πέρας τῆς διαρκοῦς αὐτῆς ἀνθολόγησης, συμπληρωμένα ἐνδεχομένως καὶ μὲ ἄλλα, θὰ ἀποτελέσουν τὸν κορμὸ μιᾶς ἔντυπης Ἐκλογῆς.

Οἱ σκοποὶ τοῦ ἐγχειρήματος, δύο: νὰ ἀναδείξουμε τὰ ἀξιανάγνωστα ποιήματα ποὺ γράφονται στὶς μέρες μας ἀπὸ νέους ποιητές· καὶ νὰ συμβάλλουμε στὴν ἐπόπτευση τῆς νεοελληνικῆς ποίησης τοῦ αἰώνα μας, μακριὰ ἀπὸ παρελκυστικὲς κατηγοριοποιήσεις, αἰσθητικὲς ἢ/καὶ ἰδεολογικές.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ – ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΟΡΔΑΣ


Μὲ δεδομένο τὸν τεράστιο ὄγκο τῆς τρέχουσας ποιητικῆς παραγωγῆς, ποὺ ξεπερνᾶ τοὺς 800 τίτλους ἐτησίως (813 γιὰ τὸ 2017, βάσει ἐπίσημων στοιχείων ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴ Βιβλιοθήκη), οἱ ἀνθολόγοι δὲν τρέφουν ψευδαισθήσεις ὅτι εἶναι σὲ θέση νὰ τὴν παρακολουθήσουν στὴν πληρότητά της. Ὑπόσχονται ὅμως νὰ ἐξετάσουν φιλότιμα ὅλα τὰ βιβλία ποὺ θὰ τεθοῦν ὑπ’ ὄψιν τους. Οἱ φίλοι νέοι ποιητὲς μποροῦν (παρακαλοῦμε πολὺ μὲ ἁπλὸ δέμα/ἐπιστολή) νὰ τὰ στέλνουν στὶς διευθύνσεις: Ἀγησιλάου 7, Ἡράκλειο Ἀττικῆς, 141-22 καὶ Ἁγ. Φανουρίου 2, Ζωγράφου, 157-72. [Μὲ τὴν ἔνδειξη: “Αθ.Β.Γαλανάκης-Αλ.Κορδᾶς γιὰ τὸ Νέο Πλανόδιον” στὰ στοιχεῖα τοῦ παραλήπτη]


Θοδωρῆς Ρακόπουλος

lesvos-petrified-forest01

(Ὀρυκτὸ δάσος, Ἀθήνα, Νεφέλη, 2013)

Καβάλ

Διαπίστωναν μὲ τὴν πάροδο τῶν γενεῶν πὼς ἐκείνη ἡ λαμπρὴ πίστη στὸ κέρατο
ἐλάφου, ὡς τὸ δῆθεν πιὸ ἀξιόπιστο ϋλικὸ γιὰ τὴν κατασκευὴ αὐλοῦ τοῦ Πανός
καὶ καβάλ, ἦταν μία ἀπὸ κεῖνες τὶς ἱστορίες πού, πλέον ὑποψιασμένα, ἀπο-
καλοῦσαν μύθους. Ὁ κοσμολογικός τους τρόμος εἶχε νὰ κάνει μὲ τὸ εὔθραυστο
τοῦ ὀργάνου: ἂν σπάσει ὁ μελωδικὸς ἄξονας τῆς ἀνάσας, θὰ γίνει κομμάτια ὁ
κόσμος· ὅλος. Ἀλλὰ βεβαίως ἡ μετανάστευση στὸν γιαλὸ μετὰ τὴν ἀποδάσωση,
τοὺς ἔπεισε ὅτι ὁ θρυμματισμένος κόσμος ἦταν θάλασσα· ἀπὸ τὰ ἐξίσου εὔθραυ-
στα κοράλλια της μποροῦσαν τώρα νὰ φτιάχνουν τὰ ἴδια ὄργανα. Καὶ τότε,
κατάλαβαν πὼς τὰ κόκαλα ἦσαν πορώδη στὸν χρόνο, κι ἡ ἀνάσα ἔχανε στὸν
συριγμὸ τῆς μουσικῆς σταδιακά – ἐνῶ τὰ κοράλλια αίώνια, καὶ πὼς τὰ κύματα
τὰ ἔχτιζαν, ἀντὶ νὰ τὰ σπᾶν.

~.~

Μπαλλάντα γιὰ τοὺς Συνοριοφύλακες

Ἐκεῖνος κάθισε ὁλόκληρος, βαρύς, καὶ σήκωσε τὸ
χέρι νὰ καλέσει πίσω ἀπὸ τὸν πάγκο τὸ γνωστὸ
κορίτσι. Ἔνιωθε, γυρνᾶ καὶ λέει στὸν σύντροφό του,
σὰν ξαφνικὰ ἀπὸ μέσα νά ‘βγε ἕνα ζῶο ποὺ εἶχα ξεχάσει νηστικὸ
γιὰ μέρες – μὲ ἁρπάζει καὶ μοῦ ψιθυρίζω: «ἄκουσέ το».
(Σιώπησε. Ἔριξε μιὰ ματιὰ στὸ μαγαζί, στὸ διάκοσμό του) –
«τὸ συρματόπλεγμα πιὸ πάνω ἀνέβασέ το«,

ἄκουσα νὰ μοῦ λέει. Ἡ κρύα ὑφὴ στὸ δέρμα ἀπὸ μπουκάλι,
τὸν ἔκοψε. Κοιτᾶ τριγύρω: ξεδοντιάρικα χαμόγελα. «Ἡ πρώτη
γύρα Amstel κερασμένη», κάν’ ἡ γκαρσόνα, κάπως μηχανικά.
Κάθεται πάνω σὲ στοίβα ροῦχα ματωμένα. Ἐκεῖνος ἅρπαξε τὸ
μανίκι ἀπ’ τὸ κορίτσι. Οἱ τέσσερείς τους τώρα. Ἔξω, κρότοι
καὶ φωνὲς ἀκούγονται ἀπ’ τὸ χιόνι ἡσυχασμένα, ἐπαναληπτικά:
«τὸ συρματόπλεγμα πιὸ πάνω ἀνέβασέ το».

Ἐκεῖνος ἔκλεισε τὸ μάτι (τὸ καλό του) στὸν κόσμο ὁλόγυρα,
νὰ δείξει πὼς ὅλοι (ἔξω καὶ μἐσα) σὰν Ἐκεῖνον μοιάζουνε.
Ὁ σύντροφός του θυμήθηκε τὴ λάσπη, τὸ αἷμα:»τίναξέ το,
τίναξέ το
«. Δὲν μίλαγε. Μετὰ πῆρε νὰ σκέφτεται πῶς ἔπαιξε τὸ
Ἄρσεναλ-Μίλαν. Ἡ γκαρσόνα ἔσυρε ἀπ’ τὸ μπὰρ μιὰ γύρα
άκόμη. Ὁ ἄλλος (ὁ τέταρτος) δὲν εἶχε ἀγγίξει διόλου μπύρα,
θυμόταν μόνο πότε ἄκουσε πρώτη φορὰ νὰ κράζουνε
«τὸ συρματόπλεγμα πιὸ πάνω ἀνέβασέ το».

Κι ἐκεῖ εἶχε μείνει. Τέταρτος. Ξαναχιονισμένα μίλια ἐμπρός του.
Τὰ ροῦχα του συνέχισαν, μέσα στὴ λάσπη, μέσα στὸ αῐμα,
μ’ Ἐκεῖνον, μὲ τὸν σύντροφο, τὴν Ἄρσεναλ, τὸ βλέμμα
«τὸ συρματόπλεγμα πιὸ πάνω ἀνέβασέ το«.

~.~

Τῆς Ἔψιλον, Πάλι

Δὲν σ’ ἔχω δεῖ γυμνἠ. Ἡ θάλασσα
κρύβει, σὰν περιδέραιο ὑφήλιο
τὴ χοϊκὴ δορά σου. Χάλασα
εὐκαιρία σάν (γερτὴ στὸν ἥλιο)

στάθηκες, φορώντας τὸ νερὸ ποδῆρες.
Μετά, σὲ κάλυψε ὁ ὑγρὸς μανδύας
καί, τυφλός (ἀντηλιὰ ἐνενήντα μοῖρες).
συγχρονισμένα τ’ ἄκρα σου –σχῆμα ὑδρίας–

σκέφτηκα, ὑφυδρίως. Στιλπνὸ κῦμα φῶς
στὰ ἴσια μαλλιά. Χωρὶς τὸ πῶμα
τοῦ καπέλου, λυτά: λευκὲς γραμμές, πλαίσιο

στὶς πινελιὲς τοῦ προσώπου. Οὔτε ἀφρὸς
τ’ ἄγγιξε, οὔτε χέρι, πρίν, στὸ διθέσιο
ἀμάξι. Δὲν σ’ ἔχω δεῖ γυμνή. Ἀκόμα.

~.~

talos
(Ξέρετε τὸ τέλος, Ἀθήνα, Ἀντίποδες, 2017 [μαζὶ μὲ Στέργιο Μήτα, Ἀντώνη Ψάλτη])

Τάλως

πὺρ στοὺς ἐκτὸς ὁρίων ἄνευ δίκης

Μὲ λὲν τὸ ἀρχαῖο ρομπότ· γυρνάω τρεῖς φορὲς
τὴ μέρα τὸ νησί μας δρασκελώντας τὰ βουνά.
Πηγαίνω πάντα στὰ ὅρια τῆς ταχύτητας  –
Μὲ προσπερνοῦν Κρητίκαροι μὲ SUV + dolby λύρες.

Μὲ λένε σκουριασμένη μηχανή: κανεὶς
τριγύρω δὲν ἀντιλαμβάνεται τὴ φλόγα ποὺ
ἐκτοξεύω ἐπάνω στὰ πλοιάρια
ποὺ χάσκουνε μαῦρα κορμιὰ τοῦ Λιβυκοῦ, τοῦ λίβα.

Μὲ λὲν ἀρχαῖο φασίστα, ἄνεργο φρουρό,
μιλιτσια ἀπελπισίας. Δὲν μὲ ἀπασχολεῖ. Κρύβομαι
ἀνἀμεσα στὰ ὄρη. Μιὰ μηχανὴ ὁριζόντιου ἤθους
σὲ μέλλον γαλανόλευκο, σὲ κυβικὰ χαλκοῦ.

Καὶ ξέρετε τὸ τέλος.


Ὁ Θοδωρῆς Ρακόπουλος (Ἀμύνταιο, 1981) σπούδασε Νομικὰ καὶ Κοινωνικὴ ἀνθρωπολογία στὴ Θεσ/νίκη καὶ τὸ Λονδίνο. Ἔχει γράψει τρία βιβλία ποίησης: Φαγιούμ (2010), Ὀρυκτὸ δάσος (2013) καὶ Ξέρετε τὸ τέλος (μαζὶ μὲ τούς: Στέργιο Μήτα καὶ Ἀντώνη Ψάλτη) (2017) καὶ τὸ ὑβριδικὸ Ἡ συνωμοσία τῆς πυρίτιδας (2014). Ἡ συλλογὴ διηγημάτων Νυχτερίδα στὴν τσέπη (2015) ὑπῆρξε τὸ πρῶτο του πεζογραφικὸ βιβλίο. Διατηρεῖ τὸ μπλογκ Ἡ Ἀφρικὴ μὲ ὁποιοδήποτε ἄλλο ὄνομα (http://thodorisrakopoulos.blogspot.com/).

Τὸ πρῶτο μέρος τῆς ἀνθολόγησης τοῦ Θ.Ρ., ἐδῶ.

Θάνος Γιαννούδης, Ατλαντίδα

Ατλαντίδα
 
Εκατομμύρια χρόνια πέρασαν,
σκορπίσατε, σβηστήκατε απ’ το χάρτη.
Μα θα ’ρθει η στιγμή και θα ενωθείτε
και πάλι στην Παγγαία την Εσχάτη.
Λ. Λαρέλης
 
Ποια τύχη μού ’δωσε το χάρισμα του λόγου
κι ήρθα σιμά σ’ εσάς τα λόγια αυτά να πω;
Πολλοί την είπανε Θεό κι εμείς Αγέρα,
μα –ο,τι κι αν είναι– το ίδιο κάνει τη φλογέρα
να παρασέρνει τον καιρό του παραλόγου
σ’ ιαμβικό κι ακαταμάχητο σκοπό.
 
Μ’ υποδεχτήκατε, ω άνδρες Αθηναίοι,
σαν πρέσβη επίτιμο ονείρου μακρινού
κι –ενώ μου δώσατε νερό κι αφρώδην οίνο–
ξέρω καλά πως στην ψυχή σας δεν θα μείνω
γιατί άλλος ήχος τη ζωή σας τώρα εμπνέει,
καινούριοι στόχοι σάς συντάραξαν τον νου.
 
Προορισμός σας τα ψηλά και τα μεγάλα
μα το παρόν σας δυστυχώς στα ποταπά.
Λαέ ξεχνάς κι έχεις μια μνήμη σαν το ψάρι
που την ακτίδα απ’ την ψυχή του έχουν πάρει
κι εκείνο ελπίζει και ποθεί μια νέα γυάλα,
καινούρια τείχη να ’χει εμπρός του ν’ αγαπά.
 
Κι ήρθα, λοιπόν, και με κοιτάζετε σαν ξένο
κι όλα είναι ξένα πια σ’ αυτή την εποχή
– μα ποιος καιρός για μας δεν ήτανε εμπόδιο,
με το στερνό φιλί της μάνας κατευόδιο
και την καρδιά μου που –είτε ζω είτε πεθαίνω–
δίπλα στο αιώνιο τραγούδι θ’ αντηχεί;
 
Σας αναγγέλλω πως ξεφτίζει η Ατλαντίδα
κι εσείς το ίδιο ανασαίνετε, θνητοί
στην εκκλησιά του δήμου, γύρω στην πλατεία,
αγιάζι στο Μπουρνάζι, τέλμα στα Χαυτεία,
κοινές ζωές – και στέκει μόνη σας φροντίδα
να μη ραγίσει τούτ’ η μοίρα η τεχνητή!
 
Σώπα, καημέ, κι εσύ, ορμή μου, συγκρατήσου!
Μίκρυν’ η πλάση και δεν κάνει πια για μας…
Στο αττικό ετούτο τ’ άχρονο τ’ αλώνι
ο θαυμαστός καινούριος κόσμος ξεσαλώνει,
με το μυαλό νωθρό και την καρδιά εξίσου,
με δυο στιχάκια που ’χει γράψει ο Σατανάς.
 
Ξέρω καλά πως θε να σβήσει η φωνή μου,
μα αυτό μονάχα σας θερμοπαρακαλώ:
να μην με γράψετε σαν φρούριο στον χάρτη,
μα πιο πολύ σαν προπομπό αυτού που θά ’ρθει,
μεγάλη λέξη στον καιρό του ακρωνύμου,
μακρύ καράβι σε κοντόφθαλμο γιαλό.
 
Γενιές που βγαίνουν και θα σβήσουν γύρω μέτρα,
κραυγές κι αγάπες γέφυρα στον χαλασμό.
Στον Παρνασσό με βγάζει το στρατί που πήρα,
μα πάει καιρός που ο Δευκαλίωνας κι η Πύρρα
γεννούσαν άντρες και γυναίκες απ’ την πέτρα,
όσους δεν ζήσανε ποτέ Κατακλυσμό.
 
Τώρα πια η μνήμη του Κακού παντού θ’ ανήκει,
τις αναμνήσεις του ολούθε θα γροικώ,
θα συντροφεύει τα μικρά παιδιά στην κλίνη,
θα ’ναι λαμπτήρας του φωτός που ανοιγοκλείνει,
Μοίρα μας, που ’ταν να σε πω Θεσσαλονίκη,
μα γλυκογέρνω σε λυκόφως αττικό.
 
Κατακλυσμέ, αυτός ο κόσμος δεν μου φτάνει!
Όλα μού φαίνονται πως στέργουν στο κενό:
συντρίμμια ο έρωτας, το κώνειο στον Σωκράτη,
αιώνιοι πόλεμοι ξανά στις πόλεις-κράτη
κι είναι γραμμένο η Ατλαντίδα να πεθάνει,
να γίνει θρύλος σε βαθύν ωκεανό.
 
Μα κι ο απέραντος ο πόντος θα τελειώσει
σαν άγρια τέρατα ρουφήξουν το νερό
– η Γη είν’ επίπεδη και τ’ όνειρο επίσης,
προτού μας φύγεις την πορτούλα να του κλείσεις,
μην μπει ο Αγέρας ξαφνικά και μου κρυώσει,
γιατί χωρίς αυτό να ζήσω δεν μπορώ…
 
ΘΑΝΟΣ ΓΙΑΝΝΟΥΔΗΣ

Νέοι ποιητές ενός νέου αιώνα |42. Χάρης Ψαρράς (ΙΙ)

ΔΙΑΡΚΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ 2000-2020

Ποιά ἡ ποίηση τοῦ 21ου αἰώνα καὶ ποιοί οἱ ποιητές της; Χιλιάδες ποιητικὲς συλλογές, εἴτε τυπωμένες ἀπὸ ἐπώνυμους οἴκους εἴτε αὐτοεκδόσεις, ἑκατοντάδων ἢ καὶ χιλιάδων ποιητῶν ποὺ ἀναζητοῦν τὴν θέση τους στὴν Νεοελληνικὴ Λογοτεχνία. Τί μένει ὅμως καὶ τί περνάει ἀπὸ τὴν κρησάρα τῆς κριτικῆς; Τί ἐπιβιώνει –ἢ ἔστω, τί φαίνεται ὅτι μπορεῖ νὰ ἐπιβιώσει– στὴν μνήμη τῆς ἀναγνωστικῆς κοινότητας;

Ἀποπειρώμενο μιὰν ἀπάντηση στὰ παραπάνω, τὸ Νέο Πλανόδιον ἐγκαινιάζει τὴν ἑβδομαδιαία στήλη ‘‘Νέοι ποιητὲς ἑνὸς νέου αἰώνα. Διαρκὴς ποιητικὴ ἀνθολογία 2000-2020’’. Γιὰ διάστημα δύο ἐτῶν καὶ ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὸν Φεβρουάριο τοῦ 2019, θὰ ἀνθολογοῦμε κάθε ἑβδομάδα ἀπὸ ἕνα ἢ περισσότερα ποίηματα ἑνός/μιᾶς συγγραφέα, ποὺ θὰ πληροῦν δύο προϋποθέσεις: θὰ εἶναι α) δημοσιευμένα μετὰ τὸ 2000, καὶ β) γραμμένα ἀπὸ ποιήτριες ἢ ποιητὲς 45 ἐτῶν καὶ νεώτερους, γεννημένους δηλαδὴ ἀπὸ τό –σημαδιακό– 1974 καὶ ἑξῆς.

Τὰ ποιήματα θὰ παρατίθενται πολυτονισμένα, δίχως ὅμως ἄλλες παρεμβάσεις στὸ πρωτότυπο. Ἐπίσης, στὸ τέλος κάθε ἑξαμήνου θὰ δημοσιεύεται στὸν ἱστότοπο ὁ Θησαυρὸς Ἀναγνώσεων τῶν ἀνθολόγων μὲ τὴν μορφὴ ἀναλυτικοῦ καταλόγου, ὅπου καὶ θὰ καταγράφονται ὅλες οἱ ποιητικὲς συλλογὲς ποὺ εἴδαμε στὸ διάστημα αὐτό. Τὰ ποιήματα ποὺ θὰ προκύψουν στὸ πέρας τῆς διαρκοῦς αὐτῆς ἀνθολόγησης, συμπληρωμένα ἐνδεχομένως καὶ μὲ ἄλλα, θὰ ἀποτελέσουν τὸν κορμὸ μιᾶς ἔντυπης Ἐκλογῆς.

Οἱ σκοποὶ τοῦ ἐγχειρήματος, δύο: νὰ ἀναδείξουμε τὰ ἀξιανάγνωστα ποιήματα ποὺ γράφονται στὶς μέρες μας ἀπὸ νέους ποιητές· καὶ νὰ συμβάλλουμε στὴν ἐπόπτευση τῆς νεοελληνικῆς ποίησης τοῦ αἰώνα μας, μακριὰ ἀπὸ παρελκυστικὲς κατηγοριοποιήσεις, αἰσθητικὲς ἢ/καὶ ἰδεολογικές.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ – ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΟΡΔΑΣ


Μὲ δεδομένο τὸν τεράστιο ὄγκο τῆς τρέχουσας ποιητικῆς παραγωγῆς, ποὺ ξεπερνᾶ τοὺς 800 τίτλους ἐτησίως (813 γιὰ τὸ 2017, βάσει ἐπίσημων στοιχείων ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴ Βιβλιοθήκη), οἱ ἀνθολόγοι δὲν τρέφουν ψευδαισθήσεις ὅτι εἶναι σὲ θέση νὰ τὴν παρακολουθήσουν στὴν πληρότητά της. Ὑπόσχονται ὅμως νὰ ἐξετάσουν φιλότιμα ὅλα τὰ βιβλία ποὺ θὰ τεθοῦν ὑπ’ ὄψιν τους. Οἱ φίλοι νέοι ποιητὲς μποροῦν (παρακαλοῦμε πολὺ μὲ ἁπλὸ δέμα/ἐπιστολή) νὰ τὰ στέλνουν στὶς διευθύνσεις: Ἀγησιλάου 7, Ἡράκλειο Ἀττικῆς, 141-22 καὶ Ἁγ. Φανουρίου 2, Ζωγράφου, 157-72. [Μὲ τὴν ἔνδειξη: “Αθ.Β.Γαλανάκης-Αλ.Κορδᾶς γιὰ τὸ Νέο Πλανόδιον” στὰ στοιχεῖα τοῦ παραλήπτη]


Χάρης Ψαρρᾶς (ΙΙ)

Γκότα

(Ἡ δόξα τῆς ἀνεμελιᾶς, Ἀθήνα, Κέδρος, 2008)

Ἡ Κίρκη Πηνελόπη

Θαλάσσης μάτια, κόμη ἐβένου
νηχθημερὸν στὸ φῶς. Τριζόνια
σὰν κάνεις σὲξ τοὺς ἤχους κρένουν.
Πυρφόρα,ὁλόφωτα λαμπιόνια

φέγγουν καὶ βλέπουν οἱ ἐκλεκτοί σου
τὰ κάλλη σου καὶ τὴν ἀγκάλη.
Σὲ πῆρα ἐγὼ γιὰ προσκεφάλι
κι ἂς μ’ ἀρρωσταίνει ἡ λογική σου

νὰ δίνεσαι σ’ ὅλον τὸν κόσμο.
Φιλώντας γεύομαι τὸν δυόσμο
στὸ στῆθος σου ποὺ ἀναστατώνει

τὸ πράο μου βλέμμα. Ξημερώνει
κι ἐγὼ σὲ πῆρα στὸ κατόπι,
Κίρκη, γλυκιά μου Πηνελόπη.

~.~

Ἡ ἐπιστροφή

Ραμφίζει ὁ γλάρος στὰ παράλια τὰ σκουπίδια.
Ὁ αὐγερινὸς φωτίζει τῆς τρελῆς
γριᾶς τὸ σπίτι. Οἱ ἀστοὶ κι οἱ εὐγενεῖς
λένε πὼς εἶναι μάγισσα. Τὰ ἴδια

μοῦ λέει γιὰ κείνη τοῦ τσαγκάρη ὁ παραγιός:
«Ἀπ’ τὸ σοκάκι της νὰ μὴν περνᾶς. Ρουφῆχτρες
μὲ μάγια στήνει στοῦ δρόμου τὴ μέση.
Τὴ συνοδεύουν μάγισσες καὶ χαρτορίχτρες

ποὺ σὰν λιμάρικα σκυλιὰ σοῦ τρῶν τὸ βιός».
Ὅμως ἐμένα ἡ αὐλίτσα της μ’ ἀρέσει
σὰν τὴ φωτίζει γελαστὸς ὁ αὐγερινὸς

κι ὁλοταχῶς τρέχει ἡ γριὰ στὸ ἀκρογιάλι
τὸν γλάρο νὰ ταΐσει, νηστικὸς
μὴ φύγει ἀπὸ τὰ μέρη μας, γιὰ νὰ ξανάρθει πάλι.

~.~

Ρεβεγιόν (Ἀγρυπνία)

Εὐχὲς στὴ φιέστα ἀνταλλάσσουμε καὶ πᾶμε
μιὰ ὥρα ἀρχύτερα εὐτυχεῖς νὰ κοιμηθοῦμε.
Ναί, τὸ μὴ χεῖρον βέλτιστον! «Πεινᾶμε»
φωνάζουν οἱ φτωχοὶ κι ἐμεῖς ἀκοῦμε

τὶς οἰμωγὲς ρακένδυτων λιμάρηδων
ἀστέγων καθημένων στὴν Κλαυθμῶνος.
Καθὼς χαράζει ἡ πρώτη μέρα τοῦ αἰῶνος
οἱ ἰαχὲς ἀμίμητων λυράρηδων

Φοίβου, Καρβέλλα καὶ λοιπῶν μᾶς κατακλύζουν.
Πὼς θά ‘κανα τὸ ρεβεγιὸν στὸν δρόμο δὲν τὸ πίστευα.
Ξανθομαλλούσα καλλονὴ διαβάζει Τζούλια Κρίστεβα
σ’ ἕνα παγκάκι στὴ Σταδίου. Μᾶς ὁρίζουν

καὶ οἱ κλοσὰρ καὶ ἡ πὸπ καὶ ἡ κουλτούρα.
Δές, ξημερώνει ἡ πρώτη πρώτου δυὸ χιλιάδες
μὲ ὅλα της τὰ συμπράγκαλα. Κατούρα
στοῦ μέλλοντος κι ἐσὺ τὶς συμπληγᾶδες!

~.~

Στὴν Γκότα

Ὅταν ὁ ἥλιος ἔδυσε
στὸ πιὸ φτηνὸ κατέλυσα
πανδοχεῖο τῆς Γκότα.

Μὲς στοὺς πολλοὺς
ποὺ συνωστίζονταν ἐκεῖ
γνώρισα ἕναν λυπημένο.
«Σὰν καὶ πρῶτα

ἂν ἦταν οἱ καιροί, θά ‘ταν καλά
ὅμως δὲν εἶναι πιά».
Σιγοψιθύριζε ἐτοῦτο
τὸ τραγούδι.

Μετὰ ἀπὸ χρόνια ἔμαθα
μονάχος πέθανε κι αὐτός.
Στὸν τάφο του ἕνα
λουλούδι

δὲν ἄφησε κανείς, ὡς λένε, ἀλλὰ
αἴφνης γιὰ χάρη του ὁ Θεὸς
χαμήλωσε τὰ φῶτα
καὶ στὸ σκοτάδι βύθισε
τὴν Γκότα.

~.~

Ἡ κάθοδος στὸν Ἅδη (Ι)

Χαιρετισμὸ στερνὸ ἀπόψε σοῦ ἀπευθύνω,
Ποιητὴ τῶν Ὅλων, Νεφεληγερέτη, Μάστορα.
Τοῦ ἔργου σου τὸ μεγαλεῖο δὲν θὰ κρίνω.
Μπροστά σου ἄφωνος θὰ στέκω ὥσπου τὸ χέρι

ἑνὸς ἀπ’ τοὺς ἀγγέλους σου νὰ ‘ρθεῖ νὰ μ’ εὐλογήσει.
Θυμᾶμαι ἕναν λουθηρανὸ πάστορα
ποὺ ἔλεγε μὲ περίσκεψη πὼς σὰν ὁ ἥλιος δύσει
στοῦ πλήρους σκότους ἀποσύρεται τὰ μέρη.

Κοινοτοπίες, σχόλια γιὰ νὰ περνᾶ ἡ ὥρα
κι ὅμως ήχοῦν πολύτιμα τώρα ποὺ ξεμακραίνω
κι ἐγὼ ἀπ’ τὴ ζωή. Στοῦ βίου μου τὴν αἰώρα
κούρνιαζα πρὶν μ’ ἀπαρνηθεῖ ἡ θνητή μου φύση.

Τοῦ Ἅδη τὴ θύρα τώρα ἀργοδιαβαίνω
μὲς στῶν νεκρῶν ψυχῶν τὴν κατηφόρα.
«Ἄρατε πύλες» κάποιος κραύγασε. Ποιός ὅμως;
Ὁ θάνατος ποὺ εἶν’ τῆς ζωῆς ἡ διχοτόμος.

Στὰ δυὸ τὴν κόβει ἐν τάχει κι ἔπειτα ἀφανίζεται.
Στὴ θεοσκότεινη γωνιά του πάει κι ὀδύρεται
γιατὶ πιὸ πέρα κι ἀπ’ αὐτὸν μᾶς ἀναμένει
νέα ζωή, μελλούμενη, περίσσια
σὰν τὸ φεγγάρι ποὺ ὅταν γείρει ὁ ἥλιος βγαίνει
πίσω ἀπ’ τοῦ ἡσυχαστηρίου τὰ κυπαρίσσια.

~.~

αρχείο λήψης

(Τὰ ὄντως ὄντα, Ἀθήνα, Κέδρος, 2012)

Χιόνι καὶ νερό

Στὸν αὐχένα τῆς νύχτας σκαλώνουν
νιφάδες, ἔκθαμβες, λευκές,
ἀπ’ τὸ καλέμι ἑνὸς
ἀγνώστου γλύπτη σμιλεμένες.

Ἂν δοκιμάσεις νὰ τὶς κλείσεις
στὰ χέρια σου, θὰ λιώσουνε μεμιᾶς.
Στὴ θέση τους ἀστράφτει μιᾶ σταγόνα
φρέσκου νεροῦ, αὐτὴ
δὲν εἶναι παρὰ ἡ σκόνη
ποὺ ἀπόμεινε ἀπ’ τὴ χειραψία σου
μὲ τὸν ἄγνωστο γλύπτη,

μ’ Ἐκεῖνον ποὺ μειδίαεκαὶ σφράγισε γερὰ
τὴν τέχνη Του ὁλόκληρη σ’ ἕνα ἔργο
ἕτοιμο ν’ ἀφανισθεῖ,
μόλις θνητὸς τ’ ἀγγίξει.


Ὁ Χάρης Ψαρρᾶς σπούδασε νομικὰ στὴν Ἀθήνα καὶ στὴν Ὀξφόρδη. Ἔχουν ἐκδοθεῖ τὰ ποιητικὰ βιβλία του: Σπίρτα  χειρός (2002), Στὴν ἀγκαλιὰ τοῦ κύκλου (2004), Ἡ δόξα τῆς ἀνεμελιᾶς (2008), Τὰ ὄντως ὄντα (2012), Gloria in excelsis (2017). Ποιήματά του ἔχουν μεταφραστεῖ στὰ ἀγγλικά, γαλλικά, γερμανικὰ καὶ στὰ ρουμανικά. Ἔχει ἐπίσης δημοσιεύσει δοκίμια, μελέτες καὶ μεταφράσεις.

Ξάνθος Μαϊντάς, Αφανών γυναικών (προδημοσίευση)

working-women-peter-black

ΣΤΑ ΔΕΚΑΕΦΤΑ

Ὅταν βρέθηκε κρεμασμένη

(εἶχε ἀγαπήσει τὸν θειό της
στενὴ συγγένεια
αἷμα της)

τὸ σημείωμα στὰ πόδια της
τρεῖς στίχοι ὅλοι κι ὅλοι
ἔγραφε.

Τώρα μάνα μπορεῖς
νὰ φορέσεις
κόκκινα.

~.~

Η ΣΑΣΑ
Κατέβηκε στὸν δρόμο,
λίγο πρὶν ξημερώσει.
Ἦταν ὁ ἔρωτας ποὺ ἔδινε
ἐκεῖνο τὸ ξεχωριστὸ χρῶμα.
Ἕνα σκοῦρο,
ὄχι ὅπως τὶς ἄλλες μέρες,
ἕνα φωτεινὸ σκοῦρο τ’ οὐρανοῦ.

Τὸ Ἀλβανάκι ἦταν δὲν ἦταν εἴκοσι χρονῶν
κι ἡ Σάσα, κοντὴ καὶ χοντρούλα,
πάνω ἀπ’ τὰ ἑξήντα.

Ὅταν κατέβηκε ἀπ’ τὸ ξενοδοχεῖο,
στέκι τῶν ξενιτεμένων τῆς πόλης,
δὲν σκέφτηκε τὰ βάσανα, χρόνια τώρα,
ποὺ εἶχε σηκώσει ἡ πλάτη της,
οὔτε τὰ παιδιὰ ἢ τὰ ἐγγόνια της.
Δὲν σκέφτηκε τὴν καθημερινὴ καταφρόνια.
Μὰ μόνο τοῦ νεαροῦ τὰ λίγα λόγια
(ἐργατικὸς νέος, ὀμορφόπαιδο
ὁ συμπατριώτης της):

«Γιατί ’σαι καθαρή».

Γι’ αὐτὸ τὴν ἤθελε, ἔτσι τῆς εἶπε.
Κι ἤτανε θολωμένο τὸ μυαλό του·
καὶ ὄχι ἀπ’ τὴ ρακή.

~.~

Η ΠΑΛΙΑ ΥΠΗΡΕΤΡΙΑ

Στέκεται στὴ γωνιά, μόνη της
διακοσμητική, στολίδι τοῦ σπιτιοῦ,
ἄξια γιὰ ἐργασία ἀκόμη,
ὅμως κανεὶς δὲν τὴν καταδέχεται.
Γιατὶ κανεὶς δὲν ξέρει
τὶς ἱκανότητές της.

Στέκεται μόνη,
παλιὰ σεβάσμια ὑπηρέτρια,
ποὺ ὀφείλει σύντομα νὰ πεθάνει
γιὰ νὰ ἀδειάσει τὴ γωνιά,
τὸν τόπο της.

Κι ἂς τὴ θαυμάζουν ὅλοι,
– τὰ παλιὰ ἔχουν χάρη.
Ἡ χρήση τὰ ἔχει ἐξευγενίσει.
Στέκεται μόνη
ἡ παλιά μας Singer.
Ἡ αἰωνόβια.

~.~  

Τὰ λεφτά μου τὰ ἔβγαλα,
ἕνα δαμάλι τοῦ παπποῦ τοῦ Θεοχάρη
κι ἕνα τάλιρο ἀκόμη.
Ἔραψα παντελονάκια τῶν μικρῶν
ἐσώρουχα μὲ δαντέλες
μὰ καὶ νυφικά.
Πάντρεψα κόρες κι ἐγγονές.
Στὴν Κατοχὴ κρύφτηκα
ἀπὸ τοὺς Ἰταλούς,
μαζὶ μὲ τὸ πιστόλι τοῦ παπποῦ.
Σκέβρωσε τὸ καπάκι, τὸ ντύσιμό μου
μὰ ἐγὼ στὴ θέση μου.
Λίγο λάδωμα κι ὅλα ἐντάξει.

Τοὺς ἔραψα, τοὺς ἔντυσα
κι ἀκόμα ἀξίζω,
μὰ αὐτοὶ μὲ παραπέταξαν,
γιατὶ εἶναι αὐτοὶ ποὺ δὲν μποροῦν
οὔτε κλωστὴ στὴν τρύπα νὰ περάσουν
–κι ἂν τὴν περάσουν, τί;–
οὔτε τὴ ρόδα μὲ τὸ χέρι νὰ γυρίσουν
οὔτε ἕνα χάδι στὸ πανί,
ἕνα γαζὶ ἢ ἕνα στρίφωμα.

Ἔτσι ἀνήμποροι,
εὔκολοι ἀγοραστὲς τοῦ ἕτοιμου,
δῆθεν ὡραίου,
χαζεύουν τὸ σχῆμα καὶ τὴ γραμμὴ
τὸ στέρεο μέταλλο τῆς ρόδας μου
καὶ τὸ ἀστραφτερὸ ἀτσάλι τῆς βελόνας,
καθὼς μὲ παίζουν καὶ μὲ περιπαίζουν,
ἐκεῖ στὴ γωνιὰ τοῦ σπιτιοῦ τους,

ἄχρηστη καὶ διακοσμητική.

~.~

ΟΙ ΤΣΑΚΑΡΑΝΤΕΣ ΤΗΣ ΟΔΟΥ ΑΘΗΝΑΣ

Μ’ ἁπλωμένα κλαδιὰ
σὲ φιγούρα χοροῦ
λυγερὲς μπαλαρίνες

αὐστηρὰ σκυθρωπὲς
μιμηλήφυλλες ἄστατες
τῆς ὁδοῦ Ἀθηνᾶς.

Μὲ ὀσμὴ στὸν κορμὸ
κοριτσιῶν ἱδρωμένων
κοριτσιῶν ποὺ ξαπόστασαν
λίγο πρὶν βροῦν πελάτη.

Τσακαράντες μὲ τ’ ἄνθη τους
τόσο μπλὲ μὲς στὸ γκρὶ
τόσο ἔντονο μπλὲ φωτεινό,
ζυμωμένο ἀπὸ φῶς

ἀπὸ πίκρα, σεργιάνι
ἀπὸ χρῆμα, σεβντᾶ κι ἡδονή.

~.~

ΕΝ ΚΝΙΔΩι , 4ος Π.Χ. ΑΙΩΝΑΣ

Στὴν πόλη ἔγινε γνωστὸ πὼς συνευρέθη μὲ τ’ ἄγαλμα τῆς Ἀφροδίτης.
Ἀξιοθαύμαστη, τοῦ νέου ἐπισκέπτη, ἡ τρέλα καὶ τὸ πάθος
νὰ αἰσθανθεῖ τὴν ἱερὴ σάρκα, ὅμως ἡ θεϊκὴ ἡ δύναμή της
κι ἡ σύνεση τῆς πολιτείας τιμώρησαν τὸ ἀνίερό του λάθος.

Καμία ἔπαρση στὴν πράξη του αὐτὴ
σὰν θέλησε νὰ νοιώσει δική του τὴν ἄψυχη τὴν πέτρα
καὶ ν’ ἀπολαύσει ὀλύμπια ἡδύτητα ξεχωριστή.
Φτωχὲ τῆς καλλιπύγιας ἐραστή, τοῦ κάτεργου τὶς μέρες τώρα μέτρα.

Ὤ! Πόσο βέβηλοι οἱ αἰῶνες ποὺ πέρασαν ἀλλάζοντας τὰ ἤθη.
Φάνηκε, ναί, φάνηκε αὐτὸ στὸ ξέφραγο τῶν Παρισίων Λοῦβρο,
στὴν ξιπασιὰ μεσήλικα ποὺ χάιδευε χλευαστικὰ τῆς ἀπαράμιλλης θεᾶς τὰ στήθη.

Καὶ δὲν κατάλαβε κανεὶς πὼς ἄλλο ὁ θλιβερὸς τοῦ αἰώνα μας ἐπιδειξίας
(ποὺ εἶχε κακάσχημο τὸ ἀπαράδεκτό του μοῦτρο)
καὶ ἄλλο ὁ ἐρωτευμένος, πάλαι ποτέ, γαμιὰς τῆς θεϊκῆς Κνιδίας.


Τὰ ποιήματα προέρχονται ἀπὸ τὴν ὑπὸ ἔκδοση ποιητικὴ συλλογὴ τοῦ Ξάνθου Μαϊντᾶ, Ἀφανῶν γυναικῶν, ἡ ὁποία πρόκειται νὰ κυκλοφορήσει σὐντομα ἀπὸ τὶς ἐκδόσεις Γαβριηλίδη.