ελληνική ποίηση

«Σαν ένας δρόμος της ψυχής»

 

Λεωνίδας Γαλάζης

«Σαν ένας δρόμος της ψυχής»

Παναγιώτης Νικολαΐδης, Η Νύφη του Ιούλη, Σμίλη 2019

nyfi_iouli_cover_17_5_19-1Η νέα ποιητική συλλογή του Παναγιώτη Νικολαΐδη, υπό τον τίτλο Η νύφη του Ιούλη, εντάσσεται, κατά την άποψή μας, στην ευδιάκριτη πρόσφατη τάση για επάνοδο της λογοτεχνίας μας στη θεματική του συλλογικού τραύματος του 1974, που, όπως έχει διαπιστωθεί από τον Π. Παπαπολυβίου, εντοπίζεται και στους τομείς της ιστοριογραφίας και στα συναφή είδη της μαρτυρίας, του χρονικού, του απομνημονεύματος, των μελετών για κατεχόμενες κοινότητες κ.ά., που «αποτελούν το καθένα», όπως σημειώνει ο μελετητής, «πέρα από τη σημασία τους για την καταγραφή της σύγχρονης ιστορίας του ημικατεχόμενου νησιού μας, πολύτιμη συμβολή για τη διάσωση της συλλογικής ιστορικής μνήμης. Πάντοτε, μέσα από μια επώδυνη διαδικασία για τον αφηγητή / συγγραφέα: όσο οδυνηρή είναι η ανάξεση ενός ανοικτού τραύματος εδώ και 45 χρόνια».[1] Στην περίπτωση ενός λογοτεχνήματος, όπως είναι η Νύφη του Ιούλη, χωρίς να θεωρούμε αμελητέο τον διάλογο λογοτεχνίας και ιστορίας και τη σημασία του για τη συλλογική συνείδηση, επικεντρωνόμαστε στο κείμενο όχι ως ιστορική πηγή ή μαρτυρία για το συλλογικό τραύμα, αλλά ως ποιητική αποτύπωσή του.

Αυτή, λοιπόν, η πέμπτη ποιητική συλλογή του Π. Νικολαΐδη, παρά τη βιωματική της αφορμή και την επίκαιρη διαθεματική της αφόρμηση, δεν εγκλωβίζεται στα στεγανά της επικαιρικής ποίησης, που δύσκολα αρτιώνεται αισθητικά. Αντίθετα, και σε αυτό το βιβλίο εντοπίζονται τα οικεία στον αναγνώστη γνωρίσματα της ποίησης του Νικολαΐδη, όπως επισημάνθηκαν από την κριτική:[2] η λειτουργική αίσθηση της γλώσσας και η επίμονη γλωσσική επεξεργασία, η χρήση της κυπριακής διαλέκτου είτε σε ολόκληρα ποιήματα είτε σε μικρό ή μεγάλο μέρος τους, η συγκρατημένα αισιόδοξη ενατένιση της ζωής σε συνδυασμό με μια θυμοσοφική διάθεση, η ποιητική ενάργεια (σε αντίθεση με τη συνήθη στη νεωτερική ποίηση ερμητικότητα και σκοτεινότητα), η ειρωνεία, ως τεχνική αποστασιοποίησης από ό,τι ενοχλεί την ποιητική θεώρηση των ανθρωπίνων πραγμάτων, και ο ερωτισμός σε ποικίλες εκφάνσεις. Η ποίηση του Νικολαΐδη μετεωρίζεται ανάμεσα στο βίωμα και στην αναζήτηση του νοήματος της τέχνης χωρίς να προδίδει κανένα από τα δύο. (περισσότερα…)

Η Εκκρεμής Θέση της Νύφης του Ιούλη

Αλέξανδρος Κορδάς

Η Εκκρεμής Θέση της Νύφης του Ιούλη

Παναγιώτης Νικολαΐδης, Η Νύφη του Ιούλη, Σμίλη, 2019.

nyfi_iouli_cover_17_5_19-1

Η Νύφη του Ιούλη είναι το έκτο κατά σειρά ποιητικό βιβλίο του Παναγιώτη Νικολαΐδη. Αποτελείται από δεκαοχτώ ποιήματα σε ελεύθερο στίχο τα οποία συνθέτουν μια ενιαία αφήγηση. Το νήμα το οποίο διατρέχει την συλλογή είναι εκείνο της κατοχής του βορείου τμήματος του νησιού από τους Τούρκους και βέβαια εκείνο της εισβολής του ‘74. Ωστόσο, ο Νικολαΐδης δεν εργαλειοποιεί το θέμα του προκειμένου να εκβιάσει το συναίσθημα του αναγνώστη. Χτίζει την αφήγησή του μεθοδικά αγγίζοντας με λεπτότητα τις διαφορετικές πτυχές του ζητήματος. Μα είναι πρώτα και κύρια η δική του πληγή που διαπραγματεύεται, ο δικός του νόστος που παραμένει εκκρεμής για να μετατραπεί σε ένα ακατάβλητο μαράζι. Γιατί, όπως μαθαίνουμε και από το επίμετρο του βιβλίου, η αφορμή για να γραφτούν ετούτα τα ποιήματα δόθηκε όταν ο Νικολαΐδης ταξίδεψε στα Κατεχόμενα, όταν είδε δηλαδή για πρώτη φορά ολόκληρο το νησί του. Η εμπειρία αυτή θα πρέπει να ήταν για εκείνον πηγή ενός εσωτερικού κλυδωνισμού, οι απόηχοι του οποίου δίνουν και τον ρυθμό στα ποιήματά του: «Μες στον πόλεμον/ η μάνα μου εβάσταν με σφιχτά/ μες στ’ αγκάλια της τζι εβούραν». Με τούτα τα ελληνικά ξεκινά η αφήγηση του και δεν έχουμε ανάγκη από κανένα γλωσσάρι για να μας υποδείξει τι πάει να πει ετούτο το » εβούραν » το οποίο μονάχο του φαντάζει κάπως ξένο στ’ αφτιά του ελλαδίτη αναγνώστη. Μια μητέρα τρέχει με το παιδί της στ’ αγκάλια της προκειμένου να γλυτώσει από την σφαγή. Ο πατέρας θα κρατήσει για πρώτη φορά το παιδί στην δική του αγκαλιά όταν το κακό θα έχει πια συντελεσθεί κι ο τόπος θα είναι στο εξής διαιρεμένος. Εκείνο βλέποντας στο βλέμμα του πατέρα του τον φονιά θα ξεσπάσει σε κλάματα. Τί είδε όμως πραγματικά το παιδί στο βλέμμα του πατέρα; Είδε άραγε τον εχθρό που κυνηγούσε να σκοτώσει εκείνο και την μητέρα του ή μήπως το δολοφονικό μίσος το οποίο είχε αγκιστρωθεί στην ματιά του τζυρού του, μετά από τα γεγονότα της εισβολής. Το απόσπασμα διατηρεί σκόπιμα μια αμφισημία κι αυτό γιατί βρισκόμαστε σε ένα συναισθηματικό πεδίο όπου το κυρίαρχο στοιχείο είναι ο τρόμος, ο καθαρός τρόμος του παιδιού μπροστά σε κάτι που το υπερβαίνει. (περισσότερα…)

Η οδοιπορία του Παναγιώτη Νικολαΐδη

Ανδρέας Πετρίδης

Η οδοιπορία του Παναγιώτη Νικολαΐδη

Παναγιώτης Νικολαΐδης, Η Νύφη του Ιούλη, Σμίλη 2019

nyfi_iouli_cover_17_5_19-1

Η πρώτη μου εντύπωση από την ποιητική πορεία του Παναγιώτη Νικολαΐδη ήταν ανεπιφύλακτα θετική, τουλάχιστον όσον αφορούσε την τεχνική αρτιότητα και τον έλεγχο των εκφραστικών του μέσων. Η λεγόμενη οικονομία της γλώσσας εύρισκε εδώ επιτυχή πραγμάτωση, στα ολιγόστιχα μεν, αλλά εντυπωσιακά στη λιτότητα και πυκνότητα ποιητικά του ολοκληρώματα. Επρόκειτο –έτσι το εισέπραττα– για έναν δημιουργό εν πλήρει επιγνώσει των αισθητικών κανόνων της τέχνης του λόγου – και συγκεκριμένα της ποίησης. Από την πρώτη του κιόλας εκδοτική εμφάνιση, με το βιβλίο Σαν Ίαμβος Καθρέφτης, ξεχωρίζει με τις προαναφερθείσες αρετές και παίρνει το Κρατικό Βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου Λογοτέχνη. Από εκεί και πέρα η ανέλιξή του είναι κλιμακωτά ανοδική, όπως ανοδική διαγράφηκε κι η ανέλιξή του στον κριτικό-δοκιμιακό λόγο.

Απέναντι στη συνεχή και πολύμορφη αυτή κατάθεση, η αξιολογική στάση μου ήταν ανεπιφύλακτα υπερ-θετική… Διάβαζα κι απολάμβανα στίχους και ποιήματά του εξαιρετικής πυκνότητας και συνειρμικής δυναμικής. Χαιρόμουν τη λεπτότητα και τρυφερότητά τους, ιδιαίτερα όπου παρεισέφρεε με επιτυχία το διαλεκτικό στοιχείο.

Το νέο του βιβλίο, Η Νύφη του Ιούλη, είναι μια δυνατή κι ολοκληρωμένη στην παν-οπτική της θέαση ποίηση, ικανή να τοποθετήσει τον ποιητή στους πιο λεπταίσθητους και ποιοτικότερους καταγραφείς της πρόσφατης –χαίνουσας ακόμα– εθνικής περιπέτειας.

Όσο κι αν πρόκειται για σχετικά ολιγόστιχα ποιήματα, υποβαστάζονται δομικά και ανελίσσονται με αρμονικές διακυμάνσεις ρυθμού και συνειρμικής δυναμικής – εκλύοντας μ’ αυτό τον τρόπο αισθητικό κραδασμό, ικανό να συγκινήσει βαθιά τον αναγνώστη. Ο ποιητής τής Νύφης του Ιούλη, με ιερατικό βάδισμα κι εκτεταμένο στον ιστορικό χρόνο βλέμμα, κινείται σ’ έναν παλίμψηστο και μυθοποιημένο σχεδόν χώρο. «Μ’ ανοιχτά και ξάγρυπνα» τα μάτια της ψυχής του, προσφέρει στον επαρκή αναγνώστη έναν πυκνό κι εναλλασσόμενης έντασης ποιητικό λόγο. Τα εξαίρετα δημιουργήματά του ποτέ δεν είναι μια εύηχη περιγραφή, ποτέ δεν είναι εξεζητημένες λεκτικές συμπύκνωσεις – και κατ’ ουδένα λόγο αυτάρεσκα στεγνός στοχαστικός λόγος.

Με τους εναρκτήριους ήδη στίχους ανοίγεται κι ο προθάλαμος, θα έλεγα, ενός λυρικού Οδοιπορικού, με το πρώτο μιας σειράς ποιημάτων, που έχουν το εξής κοινό γνώρισμα: την ποιητική κατάθεση τραυματικών αποτυπωμάτων της αδιαμόρφωτης εν πολλοίς παιδικής ψυχής του ποιητή, κάτι που εκφράζεται επανειλημμένα με λιτούς, επικής χροιάς στίχους στην κυπριακή διάλεκτο:

Μες στον πόλεμον
η μάνα μου εβάσταν με σφιχτά
μες στ’ αγκάλια της τζι εβούραν.

Με λιτό βηματισμό περιγράφει στη συνέχεια την επιστροφή τού πατέρα από τον πόλεμο, σε μια φροϋδικού κλίματος υποδοχή από το ίδιο το παιδί του, καθώς περίεργα διαβάζουμε:

Εθώρουν, λαλεί η μάνα μου,
μες στα μμάθκια του
τον φονιάν,
τζι έκλαια.

Η κυπριακή ιδιωματική γλώσσα ευτυχεί ποιητικά κάτω απ’ τη λεπταίσθητη πένα του, που της δίνει έτσι τη δυνατότητα να εκφράσει με δύναμη και ευαισθησία καταστάσεις και βιώματα πέραν του λαϊκού, ηθογραφικού χώρου. Συνεχίζει έτσι να προσθέτει επάξια στην καταξιωμένη κληρονομιά των σπουδαίων προπατόρων του είδους, από τον λυρικο-επικό Βασίλη Μιχαηλίδη, μέχρι τον καθαρά λυρικό Δημήτρη Λιπέρτη – και άλλους νεότερους… Ο ποιητής καταφεύγει συχνά στη λαϊκή γλώσσα, θέλοντας να προσδώσει στον λόγο του ξεχωριστή αμεσότητα και παραστατική δύναμη.

Τον παρακολουθούμε στη συνέχεια να περιφέρεται στην κατεχόμενη πατρίδα του ως συνεπαρμένος κι αλαφροΐσκιωτος περιπατητής, πατώντας όχι «την ολόμαυρη ράχη» της, αλλά έναν τόπο ακόμα χλωρό, άσβεστης μνήμης… Δομεί έτσι με μαεστρία το ψυχογραφικό και ιστορικό φόντο, μέσα από το οποίο θα προβάλουν ως μορφές σε εικονοστάσι, οι σημερινές θρυμματισμένες εικόνες της ακόμα καλά αναγνωρίσιμης πάτριας γης του.

Σύννεφο παρατεταμένης σκόνης
σαν γάζα
σκέπασε την πληγή στο βουνό –
κι ύστερα περιτύλιξε τρυφερά
τη μοιρασμένη πόλη.

 Ο ποιητής, όπως προανέφερα, είναι στη στιχουργική δομή συνθετικός, υπό την έννοια της αρμονικής ενορχήστρωσης του αφηγηματικού με το λυρικό, του περιγραφικού με το δραματικό, με κορωνίδα τον καταληκτικά πυκνό και πολύσημο λόγο.

Από την τρύπα βλέπω ένα παιδί,
κάθεται μόνο σ’ ένα κλαδί
κουνώντας ρυθμικά τα πόδια του
πέρα δώθε
στο χάος.

 Σε τέτοιες ευτυχείς στιγμές, οι αισθητικοί κραδασμοί επισυμβαίνουν με μοναδική ευστοχία και χωρίς αναφομοίωτο λεκτικό υπόλοιπο, ώστε ο αναγνώστης να μη σταματά πια σε κανένα λογικό νόημα, αλλά ν’ αφήνεται απερίσπαστος να κολυμπά ευδαιμονικά στα νερά ενός απέριττα μορφοποιημένου ποιητικού λόγου… Γιατί ακριβώς σ’ αυτό πρέπει πάντοτε να κατατείνει, στις κορυφαίες της πραγματώσεις, η καλή ποίηση: Να υποβάλλει –και όχι να ονομάζει– τα μεγάλα και υψηλά. Να προκαλεί – και όχι να περιγράφει– την ψυχική ανάταση. Κι αυτό επιτυγχάνεται ρίχνοντας την κατάλληλη εικόνα, μεταφορά ή ρυθμική νότα, που ενεργοποιεί το λανθάνον εμπειρικό απόθεμα μέσα μας… Κι ας είναι τούτο το απόθεμα στον κάθε αναγνώστη τόσο διαφορετικό, κι ας κατευθύνει την κάθε ψυχή στον δικό της συναισθηματικό δρόμο… Δεν παραβλέπει κανείς εύκολα στίχους σαν τους ακόλουθους:

Από τη λέξη στο χέρι λοιπόν
κι από το χέρι στο μυαλό.
Λες και γυρίζει ανάστροφα
κάποιος το κλειδί
στον αυχένα του χρόνου.

Σχολίασα μέχρι τώρα περισσότερο την αισθητική ιδιομορφία και τους ποιητικούς τρόπους του Παναγιώτη Νικολαΐδη, αφήνοντας σκόπιμα σε δεύτερο πλάνο το υλικό φόντο, που αιμοδοτεί καταλυτικά τη συνθετική αυτή δημιουργία. Και είναι τούτο το φόντο ένα εξαγιασμένο στη συνείδηση εικονοστάσι γνώριμων τόπων, θεμελιωμένων σε στέρεα επιστρώματα μνήμης. Μέσα από στίχους γεμάτους ευαισθησία, δίνεται σε αρκετά ποιήματα μια εν αγωνία συντελούμενη Οδοιπορία, μετά από πολύχρονο βίαιο χωρισμό:

Έτσι συμβαίνει.
Η ζωή συνεχίζει να μας σπρώχνει μπροστά.
Ένα πουλί ωστόσο
μας κοιτά καθώς φεύγουμε,
περίεργα.

Οι συνειρμοί που αναπτύσσονται κατακλύζουν ανεπαίσθητα τον αναγνώστη, αφού ο ποιητής με την τέχνη του επιτυγχάνει να μας ξαφνιάσει, υποβάλλοντας αλυσιδωτά ερωτήματα: Τι κατάλαβε το πουλί που κοιτάζει το φευγιό από το ιστορικό Μπέλλα-Πάις τόσο περίεργα; Ως να ένιωσε από ένστικτο την ιδιαιτερότητα της συγκεκριμένης παρουσίας, αναγνωρίζοντας στο βλέμμα των επισκεπτών όχι συνηθισμένους περιηγητές, αλλά συγκινημένους προσκυνητές της εσταυρωμένης πατρίδας! Ο,τι και να συμβαίνει, ο ποιητής πέτυχε και με το παραπάνω τον στόχο του, να υπερβαίνει το κυριολεκτικά λεγόμενο, ανοίγοντας εκφραστικά χώρους στοχαστικού και συναισθηματικού βάθους.

Στο ποίημα με τον ελληνικό αριθμό η’, ανοίγεται –σαρκαστικά και με θεατρική παραστατικότητα– το σκηνικό μιας μεταλλαγμένης πόλης της Κερύνειας, όπου ο ποιητής –δίκην ψυχρού αγγελιαφόρου– επαναδιατυπώνει με τραγικούς στίχους το γεγονός της συμφοράς:

Κυρίες και κύριοι
την παρούσα επιστολή
την υπαγορεύω εν μέσω βροχής.
Οι στάχτες που αιωρούνται
θυμίζουν άλλη εποχή
αλλά θα το ξεχάσουμε.
Κι αυτό γιατί
η αγαπημένη θάλασσα της Κερύνειας
χτυπά με δύναμη τον κερατοειδή
ζαρώνοντας όλες τις γωνιές των σελίδων.

 Ζαρώνει φυσικά, με τέτοιους αφυπνιστικούς στίχους, την επανάπαυση κι αδιαφορία κάθε εν εγρηγόρσει συνείδησης, που δεν αποδέχεται να βλέπει γκρεμισμένα τα πρότυπα του δικαίου και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Οδυνηρή η βίωση μιας τέτοιας αβάσταχτης πραγματικότητας, όπως ασήκωτο και το βάρος των λέξεων, όπου παρηγορητικά καταφεύγει για ν’ απαλύνει την οδύνη με εμπνευσμένο ποιητικό λόγο.

Για να τεμαχίσω τον πόνο σε δόσεις
μασώ ένα μήλο
και κρύβομαι σ’ αυτό το μπλε.
Γίνομαι πάλι ένα μικρό ψάρι
μέσα στον ωκεανό
των λέξεων.

Το Οδοιπορικό του Παναγιώτη Νικολαΐδη είναι προσωπικά επώδυνο, αλλά και καλλιτεχνικά δυσχερές κι ανηφορικό: Κι αυτό, γιατί η μετάπλαση των αισθημάτων σε λόγο ποιητικό απαιτεί τρομερή συσπείρωση δυνάμεων ψυχο-πνευματικών, που κυριολεκτικά ματώνουν κάθε επαρκή κι ευσυνείδητο δημιουργό. Ως πνευματικός Οιδίπους επί Κολωνώ, οδεύει ο ποιητής στους δρόμους και χώρους του ιστορικού μαρτυρίου, εκστομίζοντας τραγικούς στίχους, που καρφώνουνται επάνω στον αναγνώστη και τον δυσκολεύουν να προχωρήσει ανεμπόδιστα παρακάτω.

Διάστικτοι από ξένη σήμανση
προχωράμε όπως αισθάνεται κανείς
όταν πιαστεί σε ιστό αράχνης.
Γι’ αυτό στηρίζουμε το τοπίο
με ασπίδες ηχηρές:
Γαλάτεια
Γιαλούσα
Κώμα του Γιαλού…


Αυτές οι ηχηρές ασπίδες –τόποι και τοπωνύμια αρχέγονα και διαχρονικά– είναι η μικρή πικρή πατρίδα, χωρίς αρχή και τέλος, στη συλλογική μνήμη ριζωμένη βαθιά. Γι’ αυτό κι ο Οδοιπόρος ποιητής τα καταγράφει με ψυχική και καλλιτεχνική ένταση, καθώς το δηλώνει αφοπλιστικά με δυο απλούς στίχους:

Σαν δέμα ματωμένο
φτάσαμε τελικά στο Ριζοκάρπασο.

Στη χερσόνησο της Καρπασίας, παρότι το λυρικο-δραματικό στοιχείο εξακολουθεί να κτυπά κόκκινο, η αισθητηριακές κεραίες υπόκεινται στον λεπταίσθητο κραδασμό της καθαυτό φυσικής ομορφιάς, αφήνοντας αβίαστα ν’ αναβρύσουν δροσεροί στην αυθεντικότητά τους στίχοι, όπως οι ακόλουθοι:

Μακριά το φίδι
στην εξορία του πλίνθου ζεσταίνεται
κι αυτό το μπλε που ανακηρύσσεται κάθετα
λυγίζει την όραση τρεις φορές.

 Η περιοδεία τού ποιητή στο κατεχόμενο κομμάτι της πατρίδας του, αφήνει όπως είναι φυσικό και σύντομα ανοίγματα σε κάποια χαλάρωση, με «το στήθος που γέμισε πέτρες», κατά την έκφρασή του, να γεμίζει ευχάριστα με ζωογόνο αέρα… Κάτι τέτοιο προσέχουμε σε σταθμό που κάνει στο γραφικό Μπογάζι – όπου «στην αναμνηστική φωτογραφία, τα μακριά μαλλιά της Σταυρούλας», καθώς γράφει, του φαίνονται «ως να μπλέκονται στο φως».

Ραψωδεί όμως αδιάκοπα, από τόπο σε τόπο, ο στοχαστικά συγκινημένος Παναγιώτης Νικολαΐδης, ιδιαίτερη κάνοντας μνεία στην κατεχόμενη Αμμόχωστο, της οποίας οι ιστορικές περιπέτειες δεν έχουν τελειωμό. Μ’ εξαίρετους καταληκτικούς στίχους απευθύνεται στην αξιολάτρευτη πόλη, εκφράζοντας με πρωτοτυπία και ένταση την αδυναμία του να της προσφέρει τη φυσική, ζεστή αγκαλιά του:

Μα πώς μπορώ μ’ ένα βλέμμα κόρη
να σ’ αγκαλιάσω;
Αγαπημένη
αυτό το ποίημα είναι νάρθηκας
για τα σπασμένα μου
δάχτυλα.

Το βιβλίο Η Νύφη του Ιούλη, του Παναγιώτη Νικολαΐδη, είναι μια άρτια ποιητική κατάθεση. Σ’ αυτή την αξιοπρόσεκτη επίδοση, τον οδήγησε σίγουρα η επαρκής καλλιτεχνική αρματωσιά, αλλά και το αποθησαύρισμα σοφίας στη διαχρονικότερη και βαθύτερη θέαση των συμβάντων. Αυτό φανερώνουν εξάλλου και τα τελευταία λυρικά κομμάτια, με τα οποία αποσταγματικά κλείνει τούτη την πολύ ενδιαφέρουσα ποιητική δημιουργία. Παραθέτω μερικούς, αισθητικά υπερ-άξιους στίχους:

Θεέ μου,
δίδαξέ με ν’ αποβάλω το δέρμα.
Είμαι μονάχα ένα σώμα
που γράφει με το χέρι το ανεπίδοτο
σαν στρεβλωμένος
παφλασμός
από φως.

Όπως εύκολα συνάγεται από τέτοιες ποιητικές πραγματώσεις, ο ποιητής υπερβαίνει πλέον τα κατά κόσμον συντελούμενα, εκφέροντας επιφωνηματικά έναν λόγο ουσιαστικά οικουμενικότερο.

ΑΝΔΡΕΑΣ ΠΕΤΡΙΔΗΣ


* Το κείμενο εκφωνήθηκε κατα την παρουσίαση του βιβλίου στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών Πάφου την Παρασκευή 18 Οκτωβρίου 2019.

Νέοι ποιητές ενός νέου αιώνα |41. Χάρης Ψαρράς

ΔΙΑΡΚΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ 2000-2020

Ποιά ἡ ποίηση τοῦ 21ου αἰώνα καὶ ποιοί οἱ ποιητές της; Χιλιάδες ποιητικὲς συλλογές, εἴτε τυπωμένες ἀπὸ ἐπώνυμους οἴκους εἴτε αὐτοεκδόσεις, ἑκατοντάδων ἢ καὶ χιλιάδων ποιητῶν ποὺ ἀναζητοῦν τὴν θέση τους στὴν Νεοελληνικὴ Λογοτεχνία. Τί μένει ὅμως καὶ τί περνάει ἀπὸ τὴν κρησάρα τῆς κριτικῆς; Τί ἐπιβιώνει –ἢ ἔστω, τί φαίνεται ὅτι μπορεῖ νὰ ἐπιβιώσει– στὴν μνήμη τῆς ἀναγνωστικῆς κοινότητας;

Ἀποπειρώμενο μιὰν ἀπάντηση στὰ παραπάνω, τὸ Νέο Πλανόδιον ἐγκαινιάζει τὴν ἑβδομαδιαία στήλη ‘‘Νέοι ποιητὲς ἑνὸς νέου αἰώνα. Διαρκὴς ποιητικὴ ἀνθολογία 2000-2020’’. Γιὰ διάστημα δύο ἐτῶν καὶ ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὸν Φεβρουάριο τοῦ 2019, θὰ ἀνθολογοῦμε κάθε ἑβδομάδα ἀπὸ ἕνα ἢ περισσότερα ποίηματα ἑνός/μιᾶς συγγραφέα, ποὺ θὰ πληροῦν δύο προϋποθέσεις: θὰ εἶναι α) δημοσιευμένα μετὰ τὸ 2000, καὶ β) γραμμένα ἀπὸ ποιήτριες ἢ ποιητὲς 45 ἐτῶν καὶ νεώτερους, γεννημένους δηλαδὴ ἀπὸ τό –σημαδιακό– 1974 καὶ ἑξῆς.

Τὰ ποιήματα θὰ παρατίθενται πολυτονισμένα, δίχως ὅμως ἄλλες παρεμβάσεις στὸ πρωτότυπο. Ἐπίσης, στὸ τέλος κάθε ἑξαμήνου θὰ δημοσιεύεται στὸν ἱστότοπο ὁ Θησαυρὸς Ἀναγνώσεων τῶν ἀνθολόγων μὲ τὴν μορφὴ ἀναλυτικοῦ καταλόγου, ὅπου καὶ θὰ καταγράφονται ὅλες οἱ ποιητικὲς συλλογὲς ποὺ εἴδαμε στὸ διάστημα αὐτό. Τὰ ποιήματα ποὺ θὰ προκύψουν στὸ πέρας τῆς διαρκοῦς αὐτῆς ἀνθολόγησης, συμπληρωμένα ἐνδεχομένως καὶ μὲ ἄλλα, θὰ ἀποτελέσουν τὸν κορμὸ μιᾶς ἔντυπης Ἐκλογῆς.

Οἱ σκοποὶ τοῦ ἐγχειρήματος, δύο: νὰ ἀναδείξουμε τὰ ἀξιανάγνωστα ποιήματα ποὺ γράφονται στὶς μέρες μας ἀπὸ νέους ποιητές· καὶ νὰ συμβάλλουμε στὴν ἐπόπτευση τῆς νεοελληνικῆς ποίησης τοῦ αἰώνα μας, μακριὰ ἀπὸ παρελκυστικὲς κατηγοριοποιήσεις, αἰσθητικὲς ἢ/καὶ ἰδεολογικές.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ – ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΟΡΔΑΣ


Μὲ δεδομένο τὸν τεράστιο ὄγκο τῆς τρέχουσας ποιητικῆς παραγωγῆς, ποὺ ξεπερνᾶ τοὺς 800 τίτλους ἐτησίως (813 γιὰ τὸ 2017, βάσει ἐπίσημων στοιχείων ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴ Βιβλιοθήκη), οἱ ἀνθολόγοι δὲν τρέφουν ψευδαισθήσεις ὅτι εἶναι σὲ θέση νὰ τὴν παρακολουθήσουν στὴν πληρότητά της. Ὑπόσχονται ὅμως νὰ ἐξετάσουν φιλότιμα ὅλα τὰ βιβλία ποὺ θὰ τεθοῦν ὑπ’ ὄψιν τους. Οἱ φίλοι νέοι ποιητὲς μποροῦν (παρακαλοῦμε πολὺ μὲ ἁπλὸ δέμα/ἐπιστολή) νὰ τὰ στέλνουν στὶς διευθύνσεις: Ἀγησιλάου 7, Ἡράκλειο Ἀττικῆς, 141-22 καὶ Ἁγ. Φανουρίου 2, Ζωγράφου, 157-72. [Μὲ τὴν ἔνδειξη: “Αθ.Β.Γαλανάκης-Αλ.Κορδᾶς γιὰ τὸ Νέο Πλανόδιον” στὰ στοιχεῖα τοῦ παραλήπτη]


Χάρης Ψαρράς

3e2fa0375ab5a464c8218c96b17eae28-700

(Σπίρτα χειρός, Ἀθήνα, Πλανόδιον, 2002)

Στὴν Ἀθήνα

Σὲ παρακμιακὸ ἐργαζότανε café
ὅπου συχνάζανε οἱ γέροι γιὰ τὸ τάβλι
καὶ ἀνυπόφοροι ἀλλοδαποὶ ὅταν σχολοῦσαν.
Δὲν ἦταν τῆς Κοινότητας
στὸ πρόσωπό της ἔβλεπες
τὴν ἐπιβεβλημένη τιμιότητα τοῦ ξένου
ποὺ ξέρει πὼς δουλεύει γιὰ νὰ ζεῖ.
Ἀλκοολοῦχα σέρβιρε ποτά
τὶς στάχτες ἄδειαζε προσεκτικά
κρατοῦσε τὸ ταμεῖο
καὶ φρόντιζε νὰ δείχνει ἀξιοπρεπής.
Κορίτσι ξένο σὲ μητρόπολη στενή
κορίτσι πράμα σ’ ἕνα μαῦρο μαγαζὶ
πλήττει καὶ δυσανασχετεῖ
καὶ βαριαναστενάζει θά ‘λεγες
ὅμως τὴν ὀμορφιά της ἤξερε
τὴν πλήξη νὰ ἀποφεύγει
καὶ τὴν κούραση
καθὼς παραγγελίες ἔπαιρνε
καὶ ἔσκυβε ν’ ἀκούσει
ἀπὸ τὸ ἀνοιχτὸ πουκάμισο
στὸ στῆθος της περνοῦσαν
στὸ στῆθος της γλυκιές ματιές
πολλοὶ τοῦ ἔρωτα οἱ παλμοὶ
ποὺ ἔνιωθαν οἱ θαμῶνες γιὰ ὅσα ἐκείνη
ἀρνιότανε πεισματικὰ νὰ τοὺς σερβίρει.

~.~

Τραγούδι στάσιμο

Πηδάλιο  μηχανῆς  κοπέλα
φάσμα  ὁδοῦ  περαστικό
τὸ  κράνος  προστατεύει  ἀπ’  τὸ  κακὸ
ὅμως  ἡ  σέλα

στοὺς  ἀναβάτες  της  ἐπιφυλάσσει
τῆς  πτώσεως  αἰφνίδιο  συμβάν
οἱ  φίλοι  κοιμωμένη  θὰ  σὲ  πᾶν
θὰ  ἔχουν  χάσει

τῆς  ἱππασίας  σου  τὴν  ὑπὸ  προσθεσμία  αὔρα
ἀνυποψίαστη  καθὼς  κρατοῦσες  τὸ  τιμόνι
θρηνοῦν  μιὰ  μηχανόβια  ἀνεμώνη
μὲ  γκάζια  μαῦρα.

~.~

Τὸ δάσος

Τὸ δάσος δὲ χωρᾶ ἄλλους πιά.
Ἄστατο, κατσουφιασμένο, ξάστερο
μὲς  στὴ θλιβερὴ φυλλωσιά του
ἀποσύρεται σὲ μιὰ γωνίτσα.

Ἔτσι παράμερα ποὺ κουλουριάζεται
μόνο του καίει καὶ μόνο τσουρουφλίζεται.
Ψάχνει σπίρτα δὲ βρίσκει
καὶ χρησιμοποιεῖ ἀντ’ αὐτῶν τὰ ὀργανικά του ἔλατα
τὰ πυρπολεῖ.
Οἱ μέσα θάμνοι του ἀνάβουν σβήνουν ξανὰ καὶ ξανά.
Ἐδῶ ποὺ ἔφτασα κι ἀπομακρύνθηκα, λέει τὸ δάσος
ὥρα εἶναι πιὰ ν’ ἀρχίσω τὸν ἑαυτό μου νὰ μασῶ.

Μᾶς δίνει χαρτογραφημένη τώρα
πράσινη ἀνατομία
τὸ δάσος ποὺ ἦταν ἀλλοῦ
καὶ χήρεψε καὶ εἶναι ἐσωστρεφές.

~.~

Ὁ λαμπτήρας

Ὁ λαμπτήρας δὲν ἔχει βράγχια
δὲν ἀνασαίνει ὁ λαμπτήρας
μονάχα φῶς παρέχει
φῶς δοῦναι καὶ λαβεῖν.

Δὲν ἔχει μάτια ὁ λαμπτήρας
νὰ δεῖ τουλάχιστον πόσο σπινθηροβόλος εἶναι
μόνο φορέας εὐκαιριακοῦ ἠλεκτρισμοῦ
καὶ λάμψεις πότε-πότε.

Δὲν ἔχει δάχτυλα ὁ λαμπτήρας
γιὰ νὰ τὰ βάλει μὲ διακόπτες καὶ καλώδια
ἕνα ἐξάρτημα ὁ λαμπτήρας
κι ὅταν σβήνω τὸ φῶς
πάει ὁ λαμπτήρας
ὁ μύθος του τὸ ἦθος του
τὸ λίγο του τὸ πρὶν πάει

~.~

starry-sky-artmarketjapan

(Gloria in exclesis, Ἀθήνα, Κέδρος, 2017)

Belvedere

Ξενοδοχεῖο πολυτελείας. Αὔγουστος μήνας.
Ἄνθη εὐωδιαστὰ κι ἡ διαύγεια τῆς πισίνας.

Μπάτλερ΄ἐξυπηρετικοί, ὅποτε κι ὅπως θές.
Κατοπτρικὰ πατώματα. Ἀστραφτερὲς σκεπές.

Παλαιῶν ἐπαύλεων κῆποι – μιὰ τρυφηλὴ ἐνατένιση.
Πελάτες ποὺ ὑπακοῦνε στῶν γούστων τους τὴ θέληση.

Χρωμάτων κρυσταλλώσεις καὶ βλέμματα ἀπλανῆ.
Έξωτικὰ ἐνυδρεῖα. Μπουφὲς μὲ μοὺς καὶ ραβανί.

Ἀτμόσφαιρα χεορυβική. Κομψότητα καὶ τάξη.
Στρώματα πουπουλένια. Σεντόνια ἀπὸ μετάξι.

Στὸ τέρμα τῶν διαδρόμων εἰσοδοι δωματίων.
Ἀξιοζήλευτες φωλιὲς κυριῶν καὶ ἁβρῶν κυρίων.

Φόδρες φθαρτές, φαντάσματα τοῦ ἀριστοκράτη νοῦ.
Ἀϋπνίες. Χάπια. Θρόμβοι στὶς φλέβες τ’ οὐρανοῦ.

~.~

Scientia Naturalis

Κι ὅσο μακραίνουμε ἀπ’ τὸν κῆπο τῆς Ἐδέμ,
δὲν μᾶς σκοτίζουν τῶν ἀγγέλων τὰ ἐρουρὲμ
ποὺ προκαλοῦνε στοὺς πιστοὺς μιὰ νοσταλγία καὶ θλίψη.
Φροντίζει ὁ κόσμος ὁ φθαρτὸς χαρὰ νὰ μὴν μᾶς λείψει.

Κι ἀπ’ τὴν πολλὴ χαρὰ ποὺ μᾶς κυκλώνει
βλέπουμε σ’ ὅραμα γυμνὴ τὴν Εὔα
νὰ λέει στὸν Νεύτωνα: «Φωλιά μου οἱ κλῶνοι

τῆς θρυλικῆς μηλιᾶς. Ἀνέβα
νὰ δεῖς πὼς παραμένουν ἀήττητα
τὰ στήθη μου ἀπ’ τὴ βαρύτητα».


Ὁ Χάρης Ψαρρᾶς σπούδασε νομικὰ στὴν Ἀθήνα καὶ στὴν Ὀξφόρδη. Ἔχουν ἐκδοθεῖ τὰ ποιητικὰ βιβλία του: Σπίρτα  χειρός (2002), Στὴν ἀγκαλιὰ τοῦ κύκλου (2004), Ἡ δόξα τῆς ἀνεμελιᾶς (2008), Τὰ ὄντως ὄντα (2012), Gloria in excelsis (2017). Ποιήματά του ἔχουν μεταφραστεῖ στὰ ἀγγλικά, γαλλικά, γερμανικὰ καὶ στὰ ρουμανικά. Ἔχει ἐπίσης δημοσιεύσει δοκίμια, μελέτες καὶ μεταφράσεις.

Τάκης Κουφόπουλος, Ποιήματα (Μια επιλογή)

sun-dried-tomatoes-beata-czyzowska-young

ΤΑΚΗΣ ΚΟΥΦΟΠΟΥΛΟΣ

(Ἐπιλογὴ ποιημάτων: Θανάσης Γαλανἀκης)

(Διχθά, ἐκτὸς ἐμπορίου, 1996)

Τὸ νυφικό της μπερδευόταν στὰ πόδια της. Στὸ ἕνα χέρι κρατοῦσε τὴν ἀνθοδέσμη, μὲ τ’ ἄλλο χαιρετοῦσε. Ἐκεῖνοι τὴν ἔραιναν μὲ ρύζι. Στὴ σκάλα τῆς ἐκκλησίας ἔτρεξα καὶ τὴν ἔπιασα ἀπὸ τὸ χέρι νὰ τὴν βοηθήσω. Κατέβαινε ἀργά, ἡ παλάμη της ἔτρεμε μέσα στὴ δική μου. Στὸ τελευταῖο σκαλοπάτι ἦταν πιὰ μιὰ μαυροφορεμένη γριά. Ἡ παλάμη της ἐξακολουθοῦσε νὰ τρέμει. Στὸ ἄλλο χέρι κρατοῦσε τὸ πιάτο μὲ τὰ κόλλυβα.

~.~

Ὅσοι εἶχαν φάει τὴ μερίδα τους καὶ δὲν εἶχαν χορτάσει, ξαναγύριζαν. Ἦταν θυμωμένοι, τοὺς εἶχαν κοροϊδέψει, τοὺς εἶχαν πεῖ πὼς μιὰ μπουκιὰ ἀρκεῖ. Τώρα κρατοῦν στὰ χέρια τους χατζάρια. Θέλουν νὰ κόψουν μόνοι τους.

~.~

Στὸ τέλος κάθε μέρας κλείνω ἰσολογισμό: θάνατοι εἰς ἐξόφλησιν, θάνατοι εἰς πίστωσιν, θάνατοι ἐκκρεμεῖς.Κρατῶ πάντα τὸ νόμιμο ποσοστό μου.

~.~

Γιὰ χρόνια χώριζα τὰ μάτια τῶν ἀνθρώπων σὲ ὀμάδες. Ὀμάδες πρωινές, ὀμάδες τοῦ μεσημεριοῦ, ὀμάδες τοῦ ἀπογεύματος (ὀμάδες γιὰ τὴν νύχτα δὲν ὑπῆρχαν).Ἔτσι γέρασα.
Ὅταν ἀνακάτεψα πάλι τὰ μάτια ὁ κόσμος γέμισε χάντρες.


(περισσότερα…)

Το ποιητικό έργο του Τάκη Κουφόπουλου. Μια εξ όνυχος αναδίφηση

του ΘΑΝΑΣΗ ΓΑΛΑΝΑΚΗ

Πάντοτε, σὲ ὅλες τὶς ἐθνικὲς γραμματολογίες, θὰ ἐντοπίζονται ἐκεῖνες οἱ sui generis φυσιογνωμίες, ποὺ εἴτε ἕνεκα ἱστορικῆς ἀναγκαιότητας εἴτε ἕνεκα προσωπικῆς ἀνάγκης γιὰ δήλωση τῆς διαφορᾶς τους (καμία σχέση μὲ τὴ χαμερπῆ ἐκδοχὴ τῆς ἐναγώνιας ἀναζήτησης προσοχῆς μὲ κάθε μέσο ἢ τρόπο) θὰ ξεχωρίζουν ἄλλοτε κερδίζοντας εὐρεία ἀποδοχὴ καὶ ἀναγνώριση, κι ἄλλοτε ὄχι. Μία τέτοια περίπτωση ὑπῆρξε καὶ ὁ Τάκης Κουφόπουλος.

Πλάι στὸ πεζογραφικό του ἔργο βρίσκεται –καταλαμβάνοντας σημαντικὰ μικρότερη ἔκταση– καὶ ἕνα μικρότερο ποιητικό, τὸ ὁποῖο ἀξίζει κανεὶς νὰ τὸ ἐξετάσει ξεχωριστά, μιᾶς καὶ μιὰ περιδιάβαση σ’ αὐτὸ ἀποζημιώνει τὸν ἐπίδοξο ἀναγνώστη, ἀποδεικνύοντάς του ὅτι ὁ Κουφόπουλος ἐπιδόθηκε στὸν ποιητικὸ λόγο μὲ λιγότερο ζῆλο ἀπ’ ὅ,τι στὴν πρόζα, ἐπενδύοντας ὡστόσο ἐξίσου ἀπὸ τὸ ψυχικό του ἀπόθεμα. (περισσότερα…)

Τάκης Κουφόπουλος (1927-2019)

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΠΙΝΑΚΟΥΛΑ

Στις 3 Σεπτεμβρίου 2019 έφυγε απ’ τη ζωή αθόρυβα, όπως αθόρυβα έζησε, ένας σπουδαίος άνθρωπος των γραμμάτων, ο Τάκης Κουφόπουλος. Ο Κουφόπουλος γεννήθηκε το 1927 στην Αθήνα. Σπούδασε πολιτικός μηχανικός και άσκησε το επάγγελμα όλη του τη ζωή. Στα γράμματα εμφανίστηκε το 1956 με το διήγημα «Η θητεία», που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Νέα Πορεία. Ακολούθησαν οι συλλογές διηγημάτων Μικρές σύγχρονες ιστορίες (1959) και Η οδός (1962). Συμμετείχε στα Δεκαοχτώ κείμενα (1970) με το διήγημα «Ο ηθοποιός», όπως και στα Νέα κείμενα 2 (1971) με δύο ποιήματα. Το 1973 κυκλοφόρησε η συλλογή διηγημάτων του Εκδοχές και το 1980 η νουβέλα Απόλογος. Από τότε και μέχρι το θάνατό του απείχε από την εκδοτική αγορά. Στο εξής έγραφε τα βιβλία του σε υπολογιστή ο ίδιος, τα κυκλοφορούσε εκτός εμπορίου σε λίγα αντίτυπα που τύπωνε μόνος του και, όταν πια δόθηκε η δυνατότητα, τα ανέβαζε δωρεάν στο ίντερνετ, ώστε να είναι προσιτά σε όλους. Στην προσωπική του ιστοσελίδα (www.takiskoufopoulos.net), μπορεί όποιος το επιθυμεί να διαβάσει σχεδόν όλο του το έργο. Τελευταίο του βιβλίο ήταν και πάλι μια συλλογή διηγημάτων, τα Ψήγματα, που δημοσίευσε πέρυσι (2018), και το οποίο προαισθανόταν πως θα ’ναι το τελευταίο του.[1]

Εκτός απ’ το πρωτότυπο συγγραφικό του έργο, ο Κουφόπουλος έχει επίσης μεγάλο μεταφραστικό, δοκιμιακό και φιλολογικό έργο. Μεταξύ άλλων μετέφρασε την Τετάρτη των Τεφρών και τα Τέσσερα κουαρτέτα του Έλιοτ, μέρος των Στρωματέων του Κλήμη Αλεξανδρέα, το Περί φύσεως του Παρμενίδη, μια επιλογή απ’ τους Ψαλμούς, την πρώτη ραψωδία της Ιλιάδας, δύο κοντάκια του Ρωμανού Μελωδού, αποσπάσματα του Ηράκλειτου. Έγραψε δοκίμια για διάφορα θέματα, που εκτείνονται από παρατηρήσεις πάνω στο έργο του Ηράκλειτου μέχρι ειδικά θέματα γλωσσολογίας. Τέλος, συνέταξε λεξιλόγια της Καινής Διαθήκης και του Ομήρου, του σολωμικού και του καβαφικού έργου, του Ηροδότου, του Θουκυδίδη, των Βίων Πλουτάρχου.

Όσον αφορά το λογοτεχνικό του έργο, ο Κουφόπουλος ανήκει στη συνεπέστερη και ριζοσπαστικότερη τάση του ελληνικού μοντερνισμού. Μαζί με τον Γιώργο Χειμωνά είναι οι βασικοί εκπρόσωποι της αμιγέστερης μορφής του μοντερνισμού στη μεταπολεμική λογοτεχνία μας. Η γραφή του Κουφόπουλου είναι αφαιρετική στον έσχατο βαθμό. Στα διηγήματά του, ο ανώνυμος πρωτοπρόσωπος αφηγητής, που είναι ταυτόχρονα και ο βασικός ήρωας, αφηγείται παράδοξα και παράλογα συμβάντα. Ο τόπος και ο χρόνος μένουν ασαφείς και δεν προσδιορίζονται. Τον ενδιαφέρει να αποτυπώσει την ανθρώπινη συνθήκη καθ’ αυτήν, και όχι συγκεκριμένες χωροχρονικές συνθήκες. Στις ιστορίες του το παράλογο και το ονειρικό συνυφαίνονται αξεδιάλυτα με το πραγματικό. Επίσης, βασικό στοιχείο της λογοτεχνίας του είναι το υπαρξιακό αδιέξοδο των ηρώων του. Με τα λόγια του Αλέξανδρου Κοτζιά, «[π]έρα από κάθε ελπίδα απολύτρωσης βλέπει ο Κουφόπουλος την κλειστή από παντού Παγίδα, που στα κοφτερά της δόντια σπαράζει, μορφάζει, αιμάσσει, ασχημονεί, εγκληματεί, μετανοεί το πάντως εσταυρωμένο και αξιοθρήνητο σκεπτόμενο καλάμι. Η πράξη, η γνώση, η ομορφιά, όχι απλώς πουθενά δεν άγουν, εντέλει είναι ανύπαρκτες.»[2]

Ως προς τη γενικότερη στάση της ζωής του, αξίζει να τονιστεί και να αναδειχτεί ιδιαίτερα το γεγονός πως ο Κουφόπουλος απείχε πεισματικά και με συνέπεια από το αλισβερίσι της λογοτεχνικής συντεχνίας και απέφυγε καθ’ όλη τη διάρκεια του βίου του την προσωπική προβολή. Ο τρόπος της ζωής του, ως συγγραφέα και διανοούμενου, ερχόταν σε πλήρη αντίθεση με τη συνήθη πρακτική των ομοτέχνων του τις τελευταίες δεκαετίες. Όσο πιο πολύ καθιερωνόταν η ναρκισσιστική αυτοπροβολή και το ψυχαναγκαστικό κυνήγι της δημοσιότητας, τόσο περισσότερο ο Κουφόπουλος έμενε έξω απ’ αυτά. Ταυτόχρονα, υπήρξε πρωτοπόρος στην ηλεκτρονική και διαδικτυακή έκδοση λογοτεχνικών κειμένων, και εξερεύνησε με τόλμη αυτόν τον παρθένο ακόμα τότε χώρο. Όπως ήταν αναμενόμενο, η συντεχνία τον αγνόησε επιδεικτικά όσο ήταν εν ζωή και «ξέχασε» να τον τιμήσει τώρα που πέθανε. Να σημειώσουμε ότι η ιδιότυπη και σπάνια φυγοκοσμία του δεν είχε να κάνει με κάποια ελιτίστικη αντίληψη για τα γράμματα, αλλά με τη γνήσια αγάπη για τη λογοτεχνία και με την απέχθεια προς την αυτοπροβολή. Αυτή η έντιμη και δύσκολη μοναξιά που διάλεξε ο Κουφόπουλος αγνοήθηκε και απαξιώθηκε από τους ομοτέχνους και από την κριτική, όπως και από την ακαδημαϊκή φιλολογία.

Δε μένει παρά να ευχηθούμε να βρεθεί σύντομα ο φιλόπονος φιλόλογος και ο θαρραλέος εκδότης που θα επιμεληθούν και θα εκδώσουν όλο το έργο του σε μορφή έντυπου βιβλίου, ώστε να διαβαστεί ευρύτερα και να πάρει τη θέση που του αξίζει στον κανόνα της λογοτεχνίας μας.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΙΝΑΚΟΥΛΑΣ


[1] Στις «Σημειώσεις» του βιβλίου διαβάζουμε: «[…] το παρόν [βιβλίο] φαίνεται να είναι και το τελευταίο» (Τάκης Κουφόπουλος, Ψήγματα, Αθήνα 2018, σελ. 92, η υπογράμμιση δική μας).

[2] Αλέξανδρος Κοτζιάς, «Κριτική για την Οδό», εφημ. Μεσημβρινή, 4.1.1963.

Νέοι ποιητές ενός νέου αιώνα |40. Γιώργος Δυνέζης

ΔΙΑΡΚΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ 2000-2020

Ποιά ἡ ποίηση τοῦ 21ου αἰώνα καὶ ποιοί οἱ ποιητές της; Χιλιάδες ποιητικὲς συλλογές, εἴτε τυπωμένες ἀπὸ ἐπώνυμους οἴκους εἴτε αὐτοεκδόσεις, ἑκατοντάδων ἢ καὶ χιλιάδων ποιητῶν ποὺ ἀναζητοῦν τὴν θέση τους στὴν Νεοελληνικὴ Λογοτεχνία. Τί μένει ὅμως καὶ τί περνάει ἀπὸ τὴν κρησάρα τῆς κριτικῆς; Τί ἐπιβιώνει –ἢ ἔστω, τί φαίνεται ὅτι μπορεῖ νὰ ἐπιβιώσει– στὴν μνήμη τῆς ἀναγνωστικῆς κοινότητας;

Ἀποπειρώμενο μιὰν ἀπάντηση στὰ παραπάνω, τὸ Νέο Πλανόδιον ἐγκαινιάζει τὴν ἑβδομαδιαία στήλη ‘‘Νέοι ποιητὲς ἑνὸς νέου αἰώνα. Διαρκὴς ποιητικὴ ἀνθολογία 2000-2020’’. Γιὰ διάστημα δύο ἐτῶν καὶ ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὸν Φεβρουάριο τοῦ 2019, θὰ ἀνθολογοῦμε κάθε ἑβδομάδα ἀπὸ ἕνα ἢ περισσότερα ποίηματα ἑνός/μιᾶς συγγραφέα, ποὺ θὰ πληροῦν δύο προϋποθέσεις: θὰ εἶναι α) δημοσιευμένα μετὰ τὸ 2000, καὶ β) γραμμένα ἀπὸ ποιήτριες ἢ ποιητὲς 45 ἐτῶν καὶ νεώτερους, γεννημένους δηλαδὴ ἀπὸ τό –σημαδιακό– 1974 καὶ ἑξῆς.

Τὰ ποιήματα θὰ παρατίθενται πολυτονισμένα, δίχως ὅμως ἄλλες παρεμβάσεις στὸ πρωτότυπο. Ἐπίσης, στὸ τέλος κάθε ἑξαμήνου θὰ δημοσιεύεται στὸν ἱστότοπο ὁ Θησαυρὸς Ἀναγνώσεων τῶν ἀνθολόγων μὲ τὴν μορφὴ ἀναλυτικοῦ καταλόγου, ὅπου καὶ θὰ καταγράφονται ὅλες οἱ ποιητικὲς συλλογὲς ποὺ εἴδαμε στὸ διάστημα αὐτό. Τὰ ποιήματα ποὺ θὰ προκύψουν στὸ πέρας τῆς διαρκοῦς αὐτῆς ἀνθολόγησης, συμπληρωμένα ἐνδεχομένως καὶ μὲ ἄλλα, θὰ ἀποτελέσουν τὸν κορμὸ μιᾶς ἔντυπης Ἐκλογῆς.

Οἱ σκοποὶ τοῦ ἐγχειρήματος, δύο: νὰ ἀναδείξουμε τὰ ἀξιανάγνωστα ποιήματα ποὺ γράφονται στὶς μέρες μας ἀπὸ νέους ποιητές· καὶ νὰ συμβάλλουμε στὴν ἐπόπτευση τῆς νεοελληνικῆς ποίησης τοῦ αἰώνα μας, μακριὰ ἀπὸ παρελκυστικὲς κατηγοριοποιήσεις, αἰσθητικὲς ἢ/καὶ ἰδεολογικές.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ – ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΟΡΔΑΣ


Μὲ δεδομένο τὸν τεράστιο ὄγκο τῆς τρέχουσας ποιητικῆς παραγωγῆς, ποὺ ξεπερνᾶ τοὺς 800 τίτλους ἐτησίως (813 γιὰ τὸ 2017, βάσει ἐπίσημων στοιχείων ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴ Βιβλιοθήκη), οἱ ἀνθολόγοι δὲν τρέφουν ψευδαισθήσεις ὅτι εἶναι σὲ θέση νὰ τὴν παρακολουθήσουν στὴν πληρότητά της. Ὑπόσχονται ὅμως νὰ ἐξετάσουν φιλότιμα ὅλα τὰ βιβλία ποὺ θὰ τεθοῦν ὑπ’ ὄψιν τους. Οἱ φίλοι νέοι ποιητὲς μποροῦν (παρακαλοῦμε πολὺ μὲ ἁπλὸ δέμα/ἐπιστολή) νὰ τὰ στέλνουν στὶς διευθύνσεις: Ἀγησιλάου 7, Ἡράκλειο Ἀττικῆς, 141-22 καὶ Ἁγ. Φανουρίου 2, Ζωγράφου, 157-72. [Μὲ τὴν ἔνδειξη: “Αθ.Β.Γαλανάκης-Αλ.Κορδᾶς γιὰ τὸ Νέο Πλανόδιον” στὰ στοιχεῖα τοῦ παραλήπτη]


Γιῶργος Δυνέζης

roerich

(Πεζὸς ὣς τὴν ἐπούλωση, Θεσσαλονίκη, Πανοπτικόν, 2019)

Λερναῖο

Τὴν τάιζα τὴν πότιζα
τῆς κλαδευα κεφάλια·

μιὰ δράκαινα ποὺ φύτεψα
γενναῖα μὲ ρωτοῦσε
κι ἐγώ;
ἐγὼ τὴ φρόντιζα νυχθημερὸν

καὶ κάθε μου ἀπάντηση
λεπίδι πού ‘πεφτε νὰ κόψει
τὴν κάθε ἀπορία της

μὰ ξαφνικὰ στὴ θέση της
φυτρώνανε δυὸ ἄλλες ἀπορίες
καὶ τέσσερις κι ὀκτὼ

κι ἐγὼ ἀπάνταγα
κι ἐκείνη μὲ ρωτοῦσε
– ἐγὼ ἀποκεφάλιζα
κι ἐκείνη ἀνθοβολοῦσε

ὥσπου στὸ τέλος δάγκωσε
καὶ τὸν πυρσὸ ποὺ ἄναψα

~.~

Λυδία

Στὴν ἀρχὴ μετακινοῦσε
πράγματα μὲ τὰ χέρια της
ἔπειτα μὲ τὸ μυαλό της·

τὰ παιχνίδια ποὺ τῆς ἔκρυβα
στὸ ἀνάκλιντρο – χορεύανε
μόλις τὰ παρατηροῦσε

τὸ ἴδιο καὶ οἱ στάλες τῆς βροχῆς
μεσουρανὶς παλινδρομούσανε
στὸ ρῖγος τῶν βλεφάρων της

κι αὐτὴ σὲ κάθε κεραυνὸ
νὰ μεγαλώνει
ὅπως ὁ μύθος στὸν καιρό

φοβήθηκα μὴν τὴνε κλέψουνε
μὴν τὴνε κάνουνε πειραματόζωο

ἅμα σοῦ σβήνει μέσα ὁ ἄνθρωπος
σὲ ἐξομολογοῦν τὰ τέρατα

ἔσκαψα τὸ μπουντρούμι της
καὶ πέρασα μονοκοντυλιὰ
τὸ σῶμα της

πάνω της νὰ γεννιοῦνται ἀνάποδα τὰ δέντρα
κι οἱ ρίζες δίχως θαύματα

τώρα ὁ κόσμος πιὰ μπορεῖ
ἥσυχος νὰ κοιμᾶται

μέχρι νὰ πεῖ
Λυδία, καλημέρα

~.~

Project 1: Γιγάντιοι ἄγγελοι

Ἐμβολιάσαμε ἀγγέλους
μὲ τὸ μικρόβιο τῆς μοίρας μας
νὰ δοῦμε

ἂν τὸ φτέρωμα ἀντέχει –
ἂν ἀντέχουν τὴν ἀνθρώπινη ἐμπειρία
καὶ δὲν ξεπουπουλιάζονται ἐντελῶς

μέχρι νὰ συγγενέψουμε·
τοὺς πιὸ ἀγαθοὺς ἀνοίξαμε
σὲ ἀνατομικὸ κρεβάτι

μὲ τὴν τσιμπίδα μας τραβήξαμε
κόκκινο ἱστὸ τὸ μέλλον –
(στὸ βάθος
κάθε τρέμουλο ἀντιστοιχοῦσε σὲ σεισμό)

παλιότερα δυό-τρεῖς τό ‘χανε σκάσει

πεζοὶ ὣς τὴν ἐπούλωση

σκάψανε τὸν ἑαυτό τους
]]]]]]]]χωρὶς ἀναισθησία

καὶ ἀνανῆψαν χελιδόνες
μαῦρες πιτσιλιὲς σ’ ἀκουαρέλα

λὲς καὶ τὰ ἔνστικτα τῆς πτήσης
ριζοβολοῦν καλύτερα ξεγυμνωμένα·

δὲν τοὺς λυπήθηκε κανεὶς
γιατί

νὰ μᾶς λυπηθοῦνε τώρα;


Ὁ Γιῶργος Δυνέζης γεννήθηκε τὸ 1984 καὶ μένει στὴν Ἀθήνα. Ἔχει ἐκδώσει τὸ ποιητικὸ βιβλίο Πεζὸς ὣς τὴν ἐπούλωση [2019]

 

Χρήστος Μαρκίδης, Πέντε ποιήματα

005

ΟΙ ΙΣΚΙΟΙ

Ύστερα ήρθαν οι ίσκιοι
φέρνοντας άλλους ίσκιους
εκείνους που ταράζουν το κορμί
κι εκείνους που αλώνουν τα όνειρα
σημαδεμένος είσαι μου είπαν
ο ένας σ’ έκοψε στα δυο
ο άλλος το μυστήριο σου χάρισε
ο τρίτος ο φαρμακερός σε βάφτισε στο πυρ
ο τοξοφόρος στην άβυσσο.
Όμως εσύ οξεία είχες για νυγμό και
τυχερή περισπωμένη στον λέοντα
και δουλεμένα χέρια στο υνί
ψυχή από οίστρο και άργιλο
χρόνια εξερευνούσες σήραγγες σεμνές
ποτάμια με φιδίσια αινίγματα
στέρνες στεγνές άλλοτε πληρωμένες
από θεσπέσια ερείπια και ύδωρ
άλογα λόγια, κάμπους βατούς
τοπάζια περίοπτα, άβατα νάματα
ψιλές και δασείες, αιώρες και ρήγματα.

Ποιος άραγε τεχνούργησε τέτοια χαρά;
Ποιος πίσω την άρπαξε;

~.~

090

ΝΙΨΕ

Ανυπεράσπιστο παιδί ή παιδαριογέρων;
ρώτησε ο σοφός το νήπιο.
Όφις καημένε και νερό
νερόφιδο του απάντησε με στόμφο εκείνο
καθώς κροτάλιζαν τα τόξα
καθώς δεξαμενές αδειάζαν από ήχο
και θύρες ανοιχτές με πάταγο βροντούσαν
τι πάταγος κι αυτός, ο προαιώνιος
Κύριος, ο από μηχανής ελεήμων
μα και θυσιασμένος απολωλός
Άγγελος, τι στήθος που πορεύεται
στην ιστορία με γυμνωμένους μυς
δίχως νοήματα, δίχως ελπίδα
στυγνό κουφάρι πολλαπλασιασμένο
στο άπειρο, τι σώματα τερπνά
μέσα στον ύπνο, τι τέρατα δεμένα
στης κοινωνίας τον χαμό
ιδιοτέλεια σαύρας, σκύμνου κραυγή
αητού τροφή, έπος τριήμερο
χαντακωμένο μίσος, θέα παράλογη
μνήμης φωτιά, φύτρα περίοπτη
ξεμωραμένη νύχτα.

Στύψε το αίμα να χαρείς, μωρέ
Νίψε την άβυσσο.

~.~

L1020697

ΠΕΤΡΑ ΤΗΝ ΠΕΤΡΑ

Κάποτε  τα όνειρα δικαιώνονται
κάποτε παραμονεύουν
κάποτε σκύβουν και ρωτούν:
Ζεις; Για δεν ζεις;
Ζήσε! Να στοιχηθείς δεν θέλησες
να μοιραστείς δεν ήρθες
στην αλχημεία της φωτιάς πορεύτηκες ολκός
σ’ ανυπεράσπιστα βλέμματα γεύτηκες ύδωρ
τρυγόνια νοερά, βρύσες λιμένων άντλησες
στης αγωνίας τον αχό εντοιχισμένα μάρμαρα
και δυστοπίες αιώνων συνόψισες
δόρατα φίλων, μνήμες νεκρών, κατηγορίες απίστων
με παρρησία κατήγγειλες
πέρατα ιερά, περιπολίες αγίων
χνάρια πολύφερνα, δόκανα χώματα
μνήματα αθύρματα, σώματα ασώματα.

Πέτρα την πέτρα σκάναρες μαρτυρικά στο γέρμα
της ερημιάς το τρίστρατο και τα κρυφά μαντάτα.

~.~

xq 035.JPG

ΝΥΚΤΩΡ ΑΛΕΚΤΩΡ

Ψες στ’ όνειρό μου είδα τον θεό
νεκρές οι φύσεις στέκονταν λαμπρές
τελειωμένες, οριζόντιες
μαύρες βαμμένες και χρυσές

– Θα πάμε στην Εικοσιφοίνισσα μωρέ;
– Αμέ! Αν μας αφήσουν τα σκυλιά θα πάμε
– Θα τα στραβώσουμε με τους φακούς.
– Γυάλινα μάτια ζύγωσες Μιχάλη

Σκέψου Μιχάλη τις σκιές τις μοναχές
τα κυπαρίσσια σκέψου, κινήσαμε
γυρίσαμε, οι πιπεριές ποτίσματα
δικά μας περιμένουν
για να τραφούν να μαζωχτούν
νύκτωρ αλέκτωρ, τα καπνά να σπάσουν

Τηρ

Φων

Φως   Περσεφόνη

– Πού είν’ ο λόφος, πού ειν’ ο Τρύφων;
– Δες από δω σύρσου εκεί
αριστερά ο Λ., δεξιά η Ε., χαμαί ο Φωστήρας.

~.~

Ζ 012

ΞΥΠΝΗΣΑ ΜΕ ΒΡΟΧΗ

Ξύπνησα με βροχή
κρατούσα λέει στα χέρια μου
ένα μεγάλο αίνιγμα φαιό ακίνητο
ωσάν τον ουρανό που αντίκρισα
ανοίγοντας με κρότο τα παραθυρόφυλλα.
Δύο εικοσιτετράωρα ο θεός
καταδέχτηκε να συνωμοτήσει στο νόημα
εκείνο των σαράντα ημερών, το μέγα.

Μα τα φαινόμενα ως είθισται απατούν
μέχρι το ποίημα να τραφεί
ήλιος ανέτειλε χλωμός, δεν συμφωνεί η φύσις.

Η βούληση από το συμβάν έτη φωτός απέχει.


* Τὰ εἰκαστικὰ ἔργα ποὺ πλαισιώνουν τὰ ποιήματα ἀνήκουν στὸν συγγραφέα. 

Νέοι ποιητές ενός νέου αιώνα |39. Μάγδα Χριστοπούλου

ΔΙΑΡΚΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ 2000-2020

Ποιά ἡ ποίηση τοῦ 21ου αἰώνα καὶ ποιοί οἱ ποιητές της; Χιλιάδες ποιητικὲς συλλογές, εἴτε τυπωμένες ἀπὸ ἐπώνυμους οἴκους εἴτε αὐτοεκδόσεις, ἑκατοντάδων ἢ καὶ χιλιάδων ποιητῶν ποὺ ἀναζητοῦν τὴν θέση τους στὴν Νεοελληνικὴ Λογοτεχνία. Τί μένει ὅμως καὶ τί περνάει ἀπὸ τὴν κρησάρα τῆς κριτικῆς; Τί ἐπιβιώνει –ἢ ἔστω, τί φαίνεται ὅτι μπορεῖ νὰ ἐπιβιώσει– στὴν μνήμη τῆς ἀναγνωστικῆς κοινότητας;

Ἀποπειρώμενο μιὰν ἀπάντηση στὰ παραπάνω, τὸ Νέο Πλανόδιον ἐγκαινιάζει τὴν ἑβδομαδιαία στήλη ‘‘Νέοι ποιητὲς ἑνὸς νέου αἰώνα. Διαρκὴς ποιητικὴ ἀνθολογία 2000-2020’’. Γιὰ διάστημα δύο ἐτῶν καὶ ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὸν Φεβρουάριο τοῦ 2019, θὰ ἀνθολογοῦμε κάθε ἑβδομάδα ἀπὸ ἕνα ἢ περισσότερα ποίηματα ἑνός/μιᾶς συγγραφέα, ποὺ θὰ πληροῦν δύο προϋποθέσεις: θὰ εἶναι α) δημοσιευμένα μετὰ τὸ 2000, καὶ β) γραμμένα ἀπὸ ποιήτριες ἢ ποιητὲς 45 ἐτῶν καὶ νεώτερους, γεννημένους δηλαδὴ ἀπὸ τό –σημαδιακό– 1974 καὶ ἑξῆς.

Τὰ ποιήματα θὰ παρατίθενται πολυτονισμένα, δίχως ὅμως ἄλλες παρεμβάσεις στὸ πρωτότυπο. Ἐπίσης, στὸ τέλος κάθε ἑξαμήνου θὰ δημοσιεύεται στὸν ἱστότοπο ὁ Θησαυρὸς Ἀναγνώσεων τῶν ἀνθολόγων μὲ τὴν μορφὴ ἀναλυτικοῦ καταλόγου, ὅπου καὶ θὰ καταγράφονται ὅλες οἱ ποιητικὲς συλλογὲς ποὺ εἴδαμε στὸ διάστημα αὐτό. Τὰ ποιήματα ποὺ θὰ προκύψουν στὸ πέρας τῆς διαρκοῦς αὐτῆς ἀνθολόγησης, συμπληρωμένα ἐνδεχομένως καὶ μὲ ἄλλα, θὰ ἀποτελέσουν τὸν κορμὸ μιᾶς ἔντυπης Ἐκλογῆς.

Οἱ σκοποὶ τοῦ ἐγχειρήματος, δύο: νὰ ἀναδείξουμε τὰ ἀξιανάγνωστα ποιήματα ποὺ γράφονται στὶς μέρες μας ἀπὸ νέους ποιητές· καὶ νὰ συμβάλλουμε στὴν ἐπόπτευση τῆς νεοελληνικῆς ποίησης τοῦ αἰώνα μας, μακριὰ ἀπὸ παρελκυστικὲς κατηγοριοποιήσεις, αἰσθητικὲς ἢ/καὶ ἰδεολογικές.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ – ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΟΡΔΑΣ


Μὲ δεδομένο τὸν τεράστιο ὄγκο τῆς τρέχουσας ποιητικῆς παραγωγῆς, ποὺ ξεπερνᾶ τοὺς 800 τίτλους ἐτησίως (813 γιὰ τὸ 2017, βάσει ἐπίσημων στοιχείων ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴ Βιβλιοθήκη), οἱ ἀνθολόγοι δὲν τρέφουν ψευδαισθήσεις ὅτι εἶναι σὲ θέση νὰ τὴν παρακολουθήσουν στὴν πληρότητά της. Ὑπόσχονται ὅμως νὰ ἐξετάσουν φιλότιμα ὅλα τὰ βιβλία ποὺ θὰ τεθοῦν ὑπ’ ὄψιν τους. Οἱ φίλοι νέοι ποιητὲς μποροῦν (παρακαλοῦμε πολὺ μὲ ἁπλὸ δέμα/ἐπιστολή) νὰ τὰ στέλνουν στὶς διευθύνσεις: Ἀγησιλάου 7, Ἡράκλειο Ἀττικῆς, 141-22 καὶ Ἁγ. Φανουρίου 2, Ζωγράφου, 157-72. [Μὲ τὴν ἔνδειξη: “Αθ.Β.Γαλανάκης-Αλ.Κορδᾶς γιὰ τὸ Νέο Πλανόδιον” στὰ στοιχεῖα τοῦ παραλήπτη]


Μάγδα Χριστοπούλου

Félicien_Rops_-_La_Dame_au_pantin

(Ἡ πρόσοψη τοῦ βλέμματος, Ἀθήνα, Μανδραγόρας, 2008)

Τέταρτη μέρα

Ἀνασηκώνουν τὰ δἐντρα
νὰ ξεπλύνει ὁ ἄνεμος
τὰ χώματα
τὴ σάπια μνήμη τῶν καρπῶν
μὲ τὶς ἄδειες φωτοσκιάσεις.

Ἔσχατοι ἀναχωροῦν
ἀπὸ τὶς παραβιασμένες λέξεις τῶν προορισμῶν τους.

Δὲ φτάνουν ποτὲ
στὴν τέταρτη μέρα
μπαίνουν ἄγνωστοι
καὶ βγαίνουν ξεχασμένοι


Ἡ Μάγδα Χριστοπούλου γεννήθηκε στὴν Ἀθήνα τὸ 1977. Κατάγεται ἀπὸ τὴν Πρέβεζα. Σπούδασε στὴν Ἀνωτάτη Σχολὴ Καλῶν Τεχνῶν τοῦ Πανεπιστημίου Δυτικῆς Μακεδονίας, στὴν Φλώρινα. Ἔχει ἐκδώσει τὸ ποιητικὸ βιβλίο Ἡ πρόσοψη τοῦ βλέμματος (2008). Ἔλαβε μέρος στὸ 1ο Φεστιβὰλ Νέων Λογοτεχνῶν, ποὺ διοργάνωσε τὸ ΕΚΕΒΙ τὸν Δεκέμβριο τοῦ 2011, μετὰ ἀπὸ πρόταση τοῦ περιοδικοῦ Μανδραγόρας.