ελληνική ποίηση

Μια νέα και ήδη αναγνωρίσιμη φωνή

MARVIN

~ . ~   

της ΘΕΩΝΗΣ ΚΟΤΙΝΗ   ~ . ~   

Παυλίνα Μάρβιν,
Ιστορίες από όλο τον κόσμο μου,
Κίχλη, 2017 

Ιστορίες από όλο τον κόσμο μου είναι ο τίτλος της πρώτης, πολλά υποσχόμενης, συλλογής της Παυλίνας Μάρβιν. Ευφάνταστος τίτλος και εξίσου κατάλληλος για να στεγάσει, πράγματι, ιστορίες-παραμυθοϊστορίες από τον απέραντο και μυθικό κόσμο της συνείδησης που επιλέγει να παραμένει παιδική, άρα παντοδύναμη να τελέσει όλα τα μεγάλα θαύματα:

να αποκαταστήσει το συνεχές και ταυτόχρονο του χωροχρόνου των βιωμάτων, να πει, μαγικά ρεαλιστική, την ιστορία μιας ενηλικίωσης, με χιούμορ, νεανική φρεσκάδα, ηθελημένη αφέλεια, άρα ελευθερία μιας γλώσσας και μιας φαντασίας που παλιμπαιδίζει  επιχειρώντας  να κατανοήσει «αυτό που δεν ενώνεται και δεν ενώνει», δηλ. το χρόνο και τις απώλειές του. Ενδεικτικό το πρώτο κείμενο της συλλογής, «Ο νοσοκόσμος», όπου η μικρή Ιουλία και ο φανταστικός της φίλος Δεκέμβριος προσπαθούν να κατασκευάσουν «μια ιστορία του τέλους της φθοράς», εξασφαλίζοντας μια  «ανέπαφη» ταφή για ένα νεκρό περιστέρι, ανεπιτυχώς βεβαίως. Το κείμενο αυτό δίνει τον τόνο στη συλλογή, όπου πολλά κείμενα μοιάζουν με παιδικά ξόρκια μαγικά, με θαυματουργές επωδές που αποκαθιστούν τη συνέχεια των ανθρώπων μέσα μας.

Το βιβλίο χωρίζεται σε πέντε ενότητες. Αρκετά από τα κείμενα αυτών των ενοτήτων είναι μυθοποιημένα επεισόδια προσωπικών βιωμάτων, όπως οι ενότητες ο «Νοσοκόσμος», «Γεια σου γιαγιά» –το πιο ευανάγνωστα βιωματικό της συλλογής–, «Κοσμήτωρ», στις οποίες παρελαύνουν η πεθαμένη γιαγιά, τα μόλις σωσμένα από τη φόλα γατιά της γειτονιάς,  η τελεστική γλώσσα των κοριτσίστικων παιχνιδοϊστοριών, ο αινιγματικός παιδικός φίλος Ιάκωβος, πρόσωπα και «γεγονότα» μιας εκκρεμούς, επώδυνης βέβαια, ενηλικίωσης, άρα μηχανισμού διαχείρισης του πραγματικού. Η ποιήτρια δηλ. είναι σαν να λέει: το αληθινό ή αυτό που αληθεύει μέσα μας δεν χωράει σε τόση πραγματικότητα, ας κατασκευάσουμε, λοιπόν, όπως πρέπει την ιστορία του, μετατρέποντας τον τρόμο του σε αφήγηση χωρίς, ή με αβέβαιο, τέλος.

Αυτή η τεχνική επένδυσης του πραγματικού πυρήνα με φαντασιακή αύρα αξιοποιείται και στην πέμπτη ενότητα, «Ιστορίες από όλον τον κόσμο μου». Εδώ ο αδέξια ενηλικιωμένος χρόνος της ερωτικής, κυρίως, απώλειας χαρτογραφείται, αρχικά, μέσα από παράδοξες αφηγήσεις, όπως η «Ουκρανική ιστορία», οι «Τσαγιέρες», «Το γεφυράκι των Λι και Λι». Διαβάζουμε π.χ. το ειδύλλιο του Βάλτερ που ζει τον 15ο αιώνα και της αφηγήτριας, προσώπου του τωρινού αιώνα, ή της Τσέχας Νταρίνα Πελέντοβα και του Ιάπωνα Μπασούο: εδώ οι ακατόρθωτες ή ληξιπρόθεσμες συναντήσεις τελούνται στον ελεύθερο χώρο του φαντασιακού, οδηγημένες όμως και αυτές από την αφήγηση στην αναπόφευκτη κατάληξή τους, την ακύρωση. Μαζί τους συνυπάρχουν πιο «εμπράγματες» ιστορίες, όπως «Τα βουρκόψαρα» «Το σύνηθες», «Μάθε με να χωρίζω», «Η ιδιόλεκτος» – στο τελευταίο, το καθησυχαστικό παραπέτασμα της παιγνιώδους προφάνειας υπονομεύεται από μια πιο εξαρθρωμένη και, αχρείαστα, επιτηδευμένη γλώσσα.

Παράλληλα, δοκιμάζονται ποικίλοι  τρόποι –νύξεις άλλων ποιητικών τόπων–  και γι’ αυτό συναντάμε κείμενα μιας πιο αναγνωρίσιμης ποιητικής φόρμας, όπως τα «Το τραγούδι της μικρής μουσόπληκτης» και «Φαινόμενο αυτοχειριασμού», όπου η παραδοσιακή στιχουργική επιστρατεύεται για την ανάγκες της παρωδίας και του αυτοαναφορικού ποιητικού σχόλιου, ή, στην ενότητα «Ψυχοϊστορία», το υπό μορφή σονέτου «Απολογία της Anna Ebeler στην Αυγούστα, Ιανουάριος 1660», που θίγει τη προβληματική  της γυναικείας ανά τους αιώνες ταυτότητας.

Ο τρόπος είναι αυτός που συναντάμε, παρήγορα, σε αρκετά κείμενα νέων δημιουργών∙ όχι η νοσταλγική θρηνωδία του τραύματος, αλλά η κατασκευή μιας φόρμας που το εικαστικό της ανάλογο θα ήταν όχι ακριβώς ένας σουρεαλιστικός, μάλλον  ένας απατηλά ρεαλιστικός πίνακας που κρύβει όμως μια οπτική απάτη. Όλα είναι στη θέση τους εκτός από μια μικρή σημαίνουσα, αλλόκοτη λεπτομέρεια που αναγκάζει τον δέκτη να ξαναδεί τώρα σωστά την κίνηση των μορφών, όπως αυτές αυτονομημένες θέλουν να ζήσουν και να ξαναεγγραφούν στο χώρο. Ενδεικτικό ότι το «Παράρτημα της ψευδοχελώνας» αρχίζει με μότο από την Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων. Κι όλα αυτά ειπωμένα σε μια γλώσσα νευρώδη, ταχεία, σε αρκετά σημεία επείγουσα, ενίοτε αιρετική, που χαρακτηρίζει τον Δεκέμβριο «ξωτικόμορφο και μεγαλακρικό», τους ήχους «πασανάκατους», και  δεν φοβάται τη μίξη του υψηλού και του χαμηλού, όπως το –κατ’ εμέ ατυχές, καθότι αναντίστοιχο προς το ποιητικό σώμα που υπομνηματίζει– μότο της ενότητας «Κοσμήτωρ» από το λαϊκό τραγούδι «Αυτός, ο άνθρωπος αυτός». Πίσω από την λεκτική ζωηρότητα λανθάνει, κάποτε, η γείωση του οδυνηρού «δια ταύτα», του πώς δηλ. χωράει ο άνθρωπος όλο το χωρισμό που φέρνει ο χρόνος. Μάλλον θα ήταν καλύτερα να πω: πώς χωράει ο νέος άνθρωπος την έκπληξη του χωρισμού που φέρνει ο χρόνος. Μια καλή πρώτη συλλογή που έχει κατακτήσει το πρώτο βασικό ζητούμενο: αναγνωρίσιμη φωνή που μοιάζει με τον εαυτό της.

ΘΕΩΝΗ ΚΟΤΙΝΗ

 

 

Ειρωνική αποστασιοποίηση

gloriainexcelsis

~ . ~

της ΘΕΩΝΗΣ ΚΟΤΙΝΗ ~ . ~

Χάρης Ψαρράς,
Gloria in exelsis,
Κέδρος, 2017

Μία συλλογή 28 ποιημάτων που διανοούνται πάνω στο πρόβλημα του χρόνου, του θανάτου και της πτώσης ως συνέπειας της αμαρτίας δηλαδή του προπατορικού ανθρώπινου σφάλλειν, των ποικίλων  εκδοχών της πλάνης του εκπεπτωκότος ανθρώπου.

Ο άνθρωπος στο Gloria in excelsis βιώνει την ανία ή το άλγος της ζωής, μονόφθαλμος εξ επιλογής Πολύφημος, που πεθαίνοντας ελπίζει: «Ας ονειρευτώ \ πως είναι ο πατέρας μου θεός \ και θα με συγχωρέσει» («Πολύφημος), σύγχρονος και παμπάλαιος  γιος του Αδάμ, διαπράττει σε όλους τους καιρούς την τελετουργική αδελφοκτονία, ελάχιστα απέχοντας από τον αρχαϊκό εαυτό και φτάνει συχνά ένα σπίρτο-έλλαμψη της συνείδησης να τον ενώσει «με τους δεσμώτες, τη φωτιά στο σπήλαιο, τις σκιές» («Αλταμίρα»). Παγιδευμένος στους κατοπτρισμούς της πραγματικότητας, ανίκανος να διακρίνει πίσω από την ολισθηρή της επιφάνεια ότι «[…] ένας θεός λανθάνει \ πίσω από κάθε πλάνη» («Προσόψεις»). Η πραγματιστική θεώρηση του μεταφυσικού και συχνά ένας ήπιος στοχαστικός μηδενισμός διατρέχει τη συλλογή που οικτίρει με συγκατάβαση τους ιδεολογικούς ακκισμούς του κόσμου τούτου («Ας στοχαστούμε όσους είπαν \ πως θάλλει πίσω από την ύλη \ αγνών ιδεών καντήλι» –«Ισοπαλία»–, «Κύριε, θα ‘ταν κρίμα να πιστέψεις \ πως είχαμε ποτέ καλές προθέσεις» – «Behind the arras»). Ο κόσμος «μια παράσταση πλανόδιου θιάσου» με κατανεμημένους τους ρόλους: έξαλλοι μισθοφόροι κάθε ιδεοληψίας και τα αντίστοιχα θύματα («Μια παρτίδα σκάκι», «Κληρωτός»). Σε αυτό το θίασο δίνεται, αναπόφευκτα, ο λόγος και σε εμβληματικές περσόνες στα σκηνικά ποιήματα «Εύα», «Ορφέας» «Δυσδαιμόνα», «Ατζεσιβάνο», «Ο γιος του Αδάμ», που εκπροσωπούν ποικίλες όψεις της άμετρης –γι’ αυτό και τόσο ανθρώπινης– επιθυμίας της υπέρβασης. Gloria in excelsis deo αλλά για τον άνθρωπο τι; Δεν λείπουν, επίσης και κάποιοι χαριτωμένοι και αυτοϋπονομευτικοί αίνοι στη γυναικεία καλλονή που κάνει σκόνη όλη την φιλοσοφία και τη μεταφυσική.

Θέματα βαριά, παντοτινά. Η πραγμάτευση που επιλέγεται είναι η ψύχραιμη, λεπτά ειρωνική αποστασιοποίηση, η έξυπνη παρατήρηση, ενισχυμένη, στα περισσότερα ποιήματα,  από την ρίμα, μια ρίμα ποικίλη, συχνά περίτεχνη, συνεπή στα μετρικά πρότυπα ή πιο σποραδική ως μια ελεύθερη ηχητική ανταπόκριση. Ο λόγος στεγνός, αρέσκεται στον στακάτο και καίριο αποφθεγματισμό («Ο χρόνος είναι το ρολόι που λέει λάθος την ώρα \, το παρελθόν που πρόκειται εκ νέου να λάβει χώρα», ή «Παρ’ όλα αυτά η ζωή δεν λέει να τελειώσει \ Στους πιο πολλούς ελάχιστα έχει κοστίσει η πτώση»). Σωστά, καλοδουλεμένα, λιτά, μα σε πολλά λείπει η υγρασία του συναισθήματος ή ο δυνατός σφυγμός μιας διακινδύνευσης. Η μετρική ροή συμβάλλει σε αυτή την αποδραματοποίηση, καθώς ο συρμός της ομοιοκαταληξίας με το μελωδικό του συνεχές ή τη βεβιασμένη κάποιες φορές λέξη στο τέλος της φράσης, αφαιρεί την αιχμή, την βαρύνουσα στάση του νου που στοχάζεται πάνω στο νόημα του στίχου. Έχοντας, βέβαια, επίγνωση αυτού του κινδύνου κάνει συχνή και εύστοχη χρήση της στίξης, της παύσης, του διασκελισμού (όπως αυτή που επιτυχώς εφαρμόζεται στο αξιόλογο ποίημα «Ο γιος του Κάιν»). Ωστόσο, κατά τη γνώμη μου, δεν αποφεύγει πάντα την υπνωτιστική επήρεια της ομοιοκαταληξίας ή τις παιγνιώδες εκτροπές του νοήματος που προσδίδουν ένδυση ελαφρά σε θέματα βαριά. Προσωπικά, θα ήθελα να διαρραγεί η ψύχραιμη επιφάνεια μέσω της αποσιώπησης, του παρά προσδοκίαν (επιτυχώς εφαρμόζεται στο ποίημα «Εύα»), του σπασμού του άγχους που φέρουν εξ ορισμού τα υπό πραγμάτευση θέματα, κάτι που, ωστόσο, βλέπουμε στους καταληκτικούς στίχους του «Belvedere» ή στο ποίημα  «Εκταφή» – το τελευταίο με διακριτικούς απόηχους της τσελανικής νέκυιας. Δεν είναι, κατά τη γνώμη μου,  χωρίς σημασία ότι στο τελευταίο ποίημα η ομοιοκαταληξία λείπει.  Ίσως χρειάζεται λιγότερη μέριμνα για τη μορφή και τη ενδεδειγμένη δοσολογία και περισσότερη διακύβευση μέσα στη γλώσσα. Ο Χάρης Ψαρράς στην πέμπτη του συλλογή παράγει ένα λόγο κατακτημένο που έχει βρει τους τρόπους του αλλά καλείται τώρα να τους υπερβεί.

ΘΕΩΝΗ ΚΟΤΙΝΗ

Για τον Γιώργο Κεντρωτή

~ . ~ 

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ  ~ . ~

«Κρίνω» και «διακρίνω» σημαίνει πρωτίστως «συγκρίνω». Ακόμη κι όταν το πεδίο της σύγκρισης δεν είναι αυστηρά οριοθετημένο, ακόμη και όταν δεν παραβάλλει κανείς συγγραφείς συγκεκριμένους μεταξύ τους, όπως το έκανε λ.χ. ο Σεφέρης στον καιρό του με το περίφημο «Κ.Π. Καβάφης – Τ.Σ. Έλιοτ, παράλληλοι», κάθε φορά που μιλάμε για έναν ποιητή, με τον τρόπο μας συμπεριλαμβάνουμε πάντα και άλλους, ακόμη κι αν τους αφήνουμε προσώρας ακατονόμαστους, στο δυσδιάκριτο φόντο. Ιδίως μάλιστα όταν αυτός είναι ο Γιώργος Κεντρωτής,  ένας ποιητής δηλαδή που δεν εντάσσεται αρμονικά στο φόντο αυτό αλλά αντίθετα, με πολλούς τρόπους, ξεχωρίζει ή και φωνάζει τη χτυπητή του αντίθεση.

Θα ξεκινήσω με τα προφανή: ο Κεντρωτής δεν ανήκει στο ποιητικό mainstream. Το βασικό ρεύμα της σημερινής ελληνικής ποίησης το συγκροτούν επίγονοι του μοντερνισμού. Ο χαρακτηρισμός «επίγονοι» εδώ δεν είναι αξιολογικός, πόσω μάλλον απαξιωτικός, είναι απλή διαπίστωση. Τεχνοτροπικά, θεματικά, αισθητικά η ποίησή μας σήμερα έχει τις ρίζες της στα νεωτερικά ρεύματα του μεσοπολέμου, των οποίων τους τρόπους προεκτείνει άλλοτε με περισσότερη κι άλλοτε με λιγότερη επιτυχία στο τώρα.

Τώρα, μολονότι οι κριτικοί και οι ιστορικοί της λογοτεχνίας μας επιμένουν ότι όλη αυτή η μακρά περίοδος που διαδέχτηκε την αισθητική μεταπολίτευση της δεκαετίας του ’30, δεν είναι και τόσο ενιαία και συμπαγής εσωτερικά, ότι υπάρχουν εδώ κι εκεί τομές, ανά δεκαετία μάλιστα (οι πρώτοι μεταπολεμικοί, οι δεύτεροι μεταπολεμικοί, η λεγόμενη «Γενιά του ’70», η γενιά του «ιδιωτικού οράματος», οι ποιητές του νέου αιώνα, κ.ο.κ.)· και μολονότι οι διακρίσεις που εισάγουν, οι βιογραφικές και θεματικές μετατοπίσεις που διαπιστώνουν είναι ενίοτε χρήσιμες, η ουσία δεν αλλάζει: από τη δεκαετία του ’30 ώς στις μέρες μας το βασικό ρεύμα της ποίησής μας διέπεται από αξιοσημείωτη ενότητα, έχουμε να κάνουμε με ένα λίγο πολύ αδιάσπαστο αισθητικό συνεχές.

Ωστόσο, από  τη δεκαετία του 1980 το αργότερο, δίπλα σ’ αυτό το κύριο ρεύμα, εμφανίζεται ένα παραπόταμο του οποίου η κοίτη έκτοτε βαθαίνει και πλαταίνει διαρκώς, ενίοτε εκβάλλοντας στην κύρια κοίτη του ποταμού και εμπλουτίζοντάς την και ενίοτε εκτρέποντάς της εντελώς από τη χαραγμένη της γραμμή. Εννοώ βεβαίως την επανάκαμψη στα γράμματά μας των αυστηρών μορφών. Πρόκειται για ένα ρεύμα, για μια τάση που εκδηλώνεται την ίδια περίοδο και σε πολλές άλλες δυτικές χώρες και συνδέεται με μια ριζική κριτική, κάποτε και με την ολοκληρωτική απόρριψη του μοντερνισμού και των πρακτικών του. Στις ΗΠΑ η κίνηση αυτή αποκλήθηκε new formalism.

Οι θιασώτες του νεοφορμαλισμού μίλησαν για τις αδυναμίες της σύγχρονης ποίησης. Υποστήριξαν ότι έχει παγιδευτεί στην τροχιά ενός όλο και πιο αναιμικού και αδιέξοδου μοντερνισμού. Η αποξένωση από το ευρύ ακροατήριο, η αγχώδης και άγονη καινοθηρία, ο εγκεφαλισμός, ο ακαδημαϊσμός, η σοβαροφάνεια, ο εξοβελισμός της μουσικότητας από το ποίημα, η πτώση της τεχνικής αρτιότητας του στίχου, η εγκατάλειψη του λυρισμού και των αφηγηματικών τρόπων ήταν μερικά μόνο από τα σημεία όπου στάθηκε η κριτική τους. Απέναντι σ’ αυτά τα παθολογικά συμπτώματα, υποστήριξαν, η αναβίωση των παραδοσιακών μορφών θα μπορούσε υπό προϋποθέσεις να αποδειχθεί δραστικό αντίβαρο.

Τώρα, ειδικά για μια ποίηση όπως η ελληνική, που φαινόταν να έχει κόψει σχεδόν ολοκληρωτικά το νήμα που τη συνέδεε με την προνεωτερική ποιητική παράδοση (πράγμα που δεν συνέβη στον ίδιο βαθμό σε άλλες λογοτεχνίες, όπως λ.χ. η γερμανική, η ρωσσική, η ισπανική), η επιστροφή αυτή στις αυστηρές μορφές ασφαλώς κάτι δηλώνει. Και αν αναλογιστούμε ότι η χρονική περίοδος για την οποία μιλάμε, χαρακτηρίζεται από παντελή απουσία συλλογικών κινήσεων και πρωτοβουλιών στα ποιητικά μας πράγματα, τότε η διαπίστωση ότι ένα τόσο ευρύ φάσμα συγκαιρινών μας ποιητών όλων των γενεών στράφηκε ταυτόχρονα προς παράλληλες μορφικές αναζητήσεις, αποκτά ειδικό βάρος.

Αυτό που δεν μπορεί να αγνοηθεί είναι η αξιοσημείωτη επίδραση που άσκησαν και ασκούν οι ποιητές αυτοί στη σύγχρονη ελληνική ποίηση, αλλά και στην ερμηνεία της. Έτσι, χάρη σ’ αυτούς, τα τελευταία χρόνια είδη ολόκληρα όπως η περιστασιακή, η αφηγηματική, η σατιρική και κωμική ποίηση ανατιμώνται, οι έμμετρες μεταφράσεις γνωρίζουν ποιοτική και ποσοτική άνοδο, ποιητές λόγιοι δείχνουν ξανά ενδιαφέρον για μορφές λαϊκότερες όπως το τραγούδι. Επιπλέον, προνεωτερικοί δημιουργοί επανέρχονται στο προσκήνιο και διαβάζονται ως σύγχρονοί μας.

Ο Κεντρωτής εντάσσεται σ’ αυτό το νεοφορμαλιστικό ρεύμα, αν όχι ήδη με το ποσοτικά εκτενέστερο, πάντως με το αξιολογότερο τμήμα του ποιητικού του έργου, από την πρώτη του συλλογή (Με απ’ όλα μέσα, 2006) ώς την τελευταία (Ορίτζιναλ μαϊμούδες, 2016). Ανάμεσα σ’ αυτές τις δύο παρεμβάλλονται άλλες τρεις (Εκατόν δύο ματς, 2008· Παρέλαση, 2009· Ο κόσμος καρναβάλι, 2013), όλες στη σειρά «Λάλον ύδωρ» των εκδόσεων Τυπωθήτω. Είτε όταν γράφει, είτε όταν μεταφράζει (αυτά τα δύο είναι στην περίπτωσή του συχνά σκανδαλωδώς δυσδιάκριτα) ο Κεντρωτής διαθέτει ένα ολόκληρο ρεπερτόριο από είδη και τρόπους. Έτσι έχει κατά καιρούς ασκηθεί σε σονέττα, σεστίνες και διπλοσεστίνες, παντούμ, επιγράμματα, δεκαπεντασύλλαβους, τραγούδια, παραλογές, μπαλλάντες, ωδές – σ’ όλη σχεδόν τη γκάμα των παραδοσιακών μορφών. Ο Κεντρωτής χειρίζεται όλες αυτές τις μορφές με ανανεωτική και παιγνιώδη διάθεση, αρέσκεται να δημιουργεί συνεχώς νέες παραλλαγές τους. Έχει μάλιστα δημιουργήσει και μια δική του στιχουργική μορφή εννιάστιχη, το νονέτο.

Στον Κεντρωτή, η τεχνική δεξιότητα, η στιχουργική άνεση είναι στοιχείο διακριτικό γενικό της γραφής του. Σε αντίθεση με άλλους ποιητές της αυστηρής φόρμας που εμπνέονται λ.χ. από την εκφραστική γραμμή της δημοτικής ποίησης (Μπράβος, Γκανάς, Κοσμόπουλος), ή από την καλλιεργημένη γλώσσα του επτανησιακού ή του μεσοπολεμικού αστικού λυρισμού (Αλεξάκης, Καψάλης, Κοροπούλης), ή από την απελευθερωμένη στιχουργική που εδώ σε μας πρωτόφερε ένας Καρυωτάκης (Φώκας, Βαγενάς, Μαρκίδης) ή τέλος από το μεγαλήγορο παράδειγμα μεμονωμένων ποιητών του παρελθόντος: του Παλαμά ή του Σικελιανού, των Ευρωπαίων συμβολιστών και ρομαντικών ή των αρχαίων λυρικών (Δ. Σολδάτος, Θ. Βολκώφ, Γ. Βαρθαλίτης), σε αντίθεση λοιπόν προς όλους αυτούς ο Κεντρωτής συγγενεύει με εκείνο το εκφραστικό ρεύμα που στη Γαλλία ονομάστηκε ποίηση των φανταιζί και στην Ελλάδα βρήκε σπουδαίους συνεχιστές στο πρόσωπο δημιουργών όπως ο Γιάννης Σκαρίμπας, ο Νίκος Καββαδίας ακόμη και ο όψιμος Μανόλης Αναγνωστάκης, ως ψευδώνυμος Μανούσος Φάσσης. Στοιχεία τέτοια, φανταιζί, βρίσκουμε και σε ποιητές ελευθερόστιχους, όπως ο Νίκος Εγγονόπουλος, που δίχως άλλο ανήκει στους προδρόμους του Κεντρωτή.

Ο Κεντρωτής, από κοινού με τον φίλο του και συνοδοιπόρο, τον εκλιπόντα Νίκο Παπαδόπουλο αλλά και σε σύμπτωση με άλλους ποιητές μας συγκαιρινούς όπως είναι ο Ηλίας Λάγιος, ο Γιάννης Ευσταθιάδης και ο Δημήτρης Αρμάος μπορούν να να συστεγαστούν νομίζω σ’ αυτή την κατηγορία των νεοφανταιζί ποιητών. Η εκφραστική τους εξαρχής και συνειδητά υπερβάλλει, είναι λεξιλογικά πληθωρικοί, στιχουργικά υπερκλεπτισμένοι, συχνά ξενόγλωσσοι και ποικιλόγλωσσοι μέσα στο ίδιο ποίημα – γενικά αφήνουν συχνά το προβάδισμα στην επιδίωξη του ύφους και στο μέτρο αυτό μπορούν να ονομαστούν στυλίστες, όχι θεματογράφοι. Ο κόσμος των ποιημάτων του Μπόρχες με τη μπαρόκ, δαιδαλώδη του φρασεολογία και την υπερεκλεπτυσμένη καλλιέργεια της αυστηρής μορφής είναι ένα διεθνές ανάλογο. Και του Μπόρχες το ίχνος είναι νομίζω ορατό στα ποιήματα του Κεντρωτή.

Η ποιητική γλώσσα του Κεντρωτή είναι λοξή. Εξαρχής αρνείται την τρέχουσα κοινή νεοελληνική, των εφημερίδων και των ΜΜΕ. Όχι μόνο στα ποιήματά του, αλλά και στα επιστημονικά του κείμενα και στις μεταφράσεις του, η γλώσσα του  Κεντρωτή βοά την άρνησή της να συμμορφωθεί με την καθομιλουμένη, η σύνταξή του είναι δαιδαλώδης, η στίξη του λαβυρινθώδης. Στοιχεία διαλεκτικά, τύποι παλαιοδημοτικοί και νεοκαθαρεύοντες, ξενισμοί, νεολογισμοί και αργκοτισμοί συμπλέκονται στα κείμενά του. Όλα αυτά, σε συνδυασμό με την φανταιζίστικη στιχουργία του κάνουν τα κείμενά του αναγνωστικά δύσκολα κάποτε. Ο αναγνώστης πρέπει να τα συνηθίσει. Ωστόσο, δεν πρόκειται εκ προοιμίου για κείμενα αξεδιάλυτα και γριφώδη όπως είναι πολλά τέτοια του μοντερνισμού.

Ένα άλλο γνώρισμα της ποίησης του Κεντρωτή, που τον συμπλησιάζει στους νεοφαρμαλιστές, είναι, η λέξη ίσως παραξενέψει, το κέφι. Όμως τι σόι λογοτεχνική έννοια είναι αυτό το κέφι, θα ρωτήσει κανείς; Κέφι στα μάτια μου είναι πρώτα απ’ όλα εκείνη η πρωτογενής αγάπη για τη λέξη, που δεν έχει σκιαστεί ακόμη από τον γλωσσικό σκεπτικισμό που έσπευσε να ασπαστεί σε μεγάλο μέρος του ο νεωτερικός 20ός αιώνα, από τον Χόφμαννσταλ ώς τον Πάουλ Τσελάν και εντεύθεν, ή που αυτόν τον σκεπτικισμό τον έχει πλέον ξεπεράσει. Μολονότι άριστος γνώστης, μελετητής και μεταφραστής τέτοιων συγγραφέων, μολονότι θεωρητικός της γλώσσας ο ίδιος επαγγελματίας, ως εκ της πανεπιστημιακής του απασχόλησης, ο Κεντρωτής δεν έχει μολυνθεί διόλου από τους ενδοιασμούς τους.

Ο Κεντρωτής παθαίνεται με τη γλώσσα· πρέπει να τον δει κανείς πως σκαρφίζεται μια ομοιοκαταληξία, πώς σπάζει μια λέξη σε έναν διασκελισμό, πώς με ενθουσιασμό παιδιού ανασύρει μια λέξη παλιά ή πλάθει μια καινούργια. Γενικά, στα ποιήματά του ανασαίνει κανείς μια φρεσκάδα, μια χαρά αρυτίδωτη, μια –με την πρώτη σημασία του όρου– ζωογόνο αφέλεια. Δεν θα παραπέμψω στον ορισμό της αφέλειας του Σίλλερ, μου αρκεί εδώ η παρατήρηση ενός σύγχρονού μας λαμπρού Αμερικανού ποιητή, πρωτόβουλου κι εκείνου του νεοφορμαλισμού, του Ντέηνα Τζόϊα: «Ο ποιητής χρειάζεται την αφέλεια όσο και την υποψία», γράφει ο Τζόϊα. Τη δεύτερη, ασφαλώς, για να ελέγχει την αλήθεια των πραγμάτων. Είναι όμως η πρώτη που δίνει στη γλώσσα του δύναμη και φτερά.

Είναι αυτό το αέναο και αξιοζήλευτο κέφι που διαπερνά τον λόγο του Κεντρωτή εξίσου όταν επιδίδεται στη σάτιρα, όταν σχολιάζει στιχουργικά μια επικαιρική υπόθεση, όταν συνθέτει ένα τραγούδι που υμνεί τον ιοβόλο γυναικείο ερωτισμό, όταν μεταγράφει τους πονεμένους στίχους ενός αργεντίνικου τάνγκο. A propos: Σάτιρα, περιστασιακό ποίημα, τραγούδι, αφήγηση – πόσο τυχαίο είναι ότι αυτά ακριβώς τα είδη παρήκμασαν την περίοδο του κλασσικού μοντερνισμού; Και δεν είναι τυχαίο ότι αναβιώνουν σήμερα μαζί με την επιστροφή των αυστηρών μορφών.

Θα κλείσω μεταγράφοντας εδώ δύο στιγμιότυπα της γραφής του, από την ενότητα εκείνη του τελευταίου του βιβλίου που φέρει τον τίτλο ακριβώς: «Στιγμιότυπα». Το υπ’ αριθμόν Ι.:

Καθόταν σταυροπόδι στο σκαμπό της
και γυάλιζαν οι γάμπες της στο ημίφως·
μ’ ένα στυλό και μπελλαντόνας ύφος
χτυπούσε ρυθμικά το γόνατό της.
Πουαντιγιέ ταμπλώ βιβάν και πρώτης
γραμμής ντεσέν ο εικαστικός της γρίφος
κονόμαγε, σαν νά ’ταν τοκογλύφος,
υπεραξία απ’ το παρουσιαστικό της.

Στο δρόμο, απ’ έξω, εκόρναρε το 100 –
σειρήνισμα ατρακτοειδώς φευγάτο.
Πετραρχιανό ριμάρισμα ελατό
στου Βαμβακάρη τη φωνή αποκάτω·
σα ζουμπουλάκια ελάμπαν τα ματό-
κλαδά της: fior’ tra l’erba in ciascun prato.

Και το υπ’ αριθμόν VI., που έχει επιπλέον το προσόν να μας φανερώνει τη μεταφραστική ποιητική του Κεντρωτή.

Ενώ με μεταφράζεις (μού ’πε ο Μπρεχτ μες στ’ όνειρό μου),
σε βλέπω που κολλάς στις λέξεις μου με αδιαλλαξία.
Αν λέξεις-σκέψεις πρόσθετες δικές σου, στην αξία
των στίχων μου θα πρόσθετες αξία. Το υλικό μου

για μπούσουλα και δείχτη δές το. Και όχι με του νόμου
τη νόρμα ή τις συνέπειες. Κι εγώ την αταξία
εξ άλλου επρέσβευα παντού, και πάντα υπεραξία
ιδεών αντλούσα μέσ’ απ’ τη διαλεκτική του δρόμου.

Γι’ αυτό σου λέω: μ’ αρέσει η προδοσία του κειμένου·
μου αποδεικνύει πως σε βάθος μ’ έχεις καταλάβει.
Εν αμφιβόλω θέτε τα γραπτά μου, προκειμένου
τη γλώσσα μου να βάλεις στη δικιά σου να μιλήσει!
Σ’ αυτό όσοι από ποιητική νογάν δεν βλέπουν βλάβη.
Εσύ γνωρίζεις την καλύτερη για μένα λύση.
Τί λέω εγώ το πιάνει αυτός που θα με αμφισβητήσει·
τους όμοιους μας τούς νοιάζει νά ’ν’ ελεύθεροι, όχι σκλάβοι.

ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ
Ομιλία στο Μέγαρο Μουσικής, 21 Μαρτίου 2014, ξανακοιταγμένη

Χάριν ευταξίας

Λεζάντες-για-τ-αόρατα

~ . ~ 

του ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ Ι. ΤΖΑΝΟΥ ~ . ~

Ηλίας Κεφάλας,
Λεζάντες για τ’ αόρατα,
Γαβριηλίδης, Αθήνα 2016

Με τα χρόνια έλαβα τις απαντήσεις για όσα ανεξάντλητα ρώτησα. Απέκτησα τις βεβαιότητές μου ότι έτσι έχουν τα πράγματα. Κι αυτό με γαλήνεψε. Μια από τις βεβαιότητές μου είναι ότι για τα ίδια ερωτήματα οι επόμενοι θα λάβουν διαφορετικές απαντήσεις, αποκτώντας τις δικές τους βεβαιότητες ότι έτσι έχουν τα πράγματα. Αγνοώ το αν θα γαληνέψουν ή όχι. Με αυτό το φίλτρο διάβασα την ποιητική συλλογή Λεζάντες για τ αόρατα του Ηλία Κεφάλα από τις εκδόσεις «Γαβριηλίδης», και εστίασα σε συγκεκριμένα ποιήματα, επιχειρώντας, μάλλον διά της λογικής, την ου μην αλλά ανέφικτη αποτύπωση του αοράτου. Άλλωστε, αυτό είναι δουλειά των ποιημάτων: «Γιατί το ποίημα πάντα / Θέλει / Μπορεί / Και δένεται στο αόρατο» («Αρμοί»).

Η θεολογία του ποιητή περνά, καθέτως, μέσα από την κοσμοθεωρία του. Η φύση είναι μεγαλειώδης, ωστόσο όχι αξιολάτρευτη. Οι ιεροί και οι καθαγιασμένοι τόποι απαιτούν αποκλειστικά την περισυλλογή και τον θαυμασμό μας: «Θέλει μοναξιά και σιωπή το βουνό / Και βέβαια περίσκεψη – προτείνει / Ο μονήρης ιέραξ σε μένα τον καλυβίτη» («Εικόνες του αμίλητου βουνού») ή «μαγεμένος καμαρώνω τον κώνο του τον ιερό» του Ολύμπου («Όλυμπος»).

Η κοινωνία με τον θείο ουρανό συνιστά τον σκοπό της ύπαρξής μας. Ο ουρανός, διαμέσου της φύσης, «ολημερίς με αποκαθαίρει συνεχώς / Και μ’ εμβαπτίζει στων αχράντων τα μυστήρια», («Ο ουρανός»), ο ουρανός έχει τη δυνατότητα να «Με μεταφέρει στα εντευκτήρια του θόλου» («Ο ουρανός») οπότε, στο παρόν (ή από το παρόν), «Όπου κι αν βρίσκομαι αισθάνομαι πλήρης ουρανού / Και το στερέωμα των άστρων με αναγγέλλει» («Ο ουρανός»).

Ο θεός γίνεται αντιληπτός μέσα από την τάξη στη φύση, ενάντια στην εντροπία της, και κατανοείται με τις αισθήσεις μας, μέχρι, γ.π., «να πέσει το τελευταίο φύλλο της λεύκας» («Περίμενα»). Τότε μόνο ο άνθρωπος νιώθει ασφαλής, βέβαιος ότι όλα υπόκεινται στον «οίστρο της άμεμπτης δημιουργίας» («Αγροτόπαιδες»): «Και όταν όλα έγιναν σηκώθηκα να φύγω / Με την αίσθηση ότι τηρήθηκαν οι φυσικοί νόμοι / Ότι εκπληρώθηκαν οι υποσχέσεις ενός άγρυπνου θεού» («Περίμενα»).

Η μνήμη, αυτή η «ζωοποιός αιχμή και χρονομάχος δίνη» («Κήποι και μνήμη») συγκεφαλαιώνει τις μέρες μας: «Κι όλα εν τέλει μεταπηδούν / Και γίνονται άσαρκες ιδέες», («Προπόρευση»), γίνονται ποίημα, γίνονται το ξεφάντωμα του πεπρωμένου, αφού όμως η καθημερινότητα το επιτρέψει: «Τότε τι φως / Του γεγραμμένου η κορύφωση» («Το ποίημα έρχεται απ’ τη μνήμη»). Υπάρχουμε κυρίως διά της μνήμης μας, μέχρι να επιστρέψουμε, ολοκληρώνοντας το ταξίδι μας προς την ομορφιά, «για τ’ άδυτα που περιμένουν» («Ξεκίνημα») εκεί απ’ όπου ξεκινήσαμε: «Μες στο αμνιακό υγρό της νοσταλγίας / Εκεί που ακραίο ξύπνημα είναι ο θάνατος / Και καλωσόρισμα η μήτρα των αγγέλων» («Η ομορφιά»).

Ένας ένας με τη σειρά του αναχωρεί: «Σε μένα μόνο έγνεψε το διάφανο άλογο» («Τα μαύρα λούστρα») για το μακρινό ταξίδι. Ο κύκλος των αισθήσεων ολοένα κλείνει, ο άνθρωπος παύει να αγωνιά «Από ποια μεριά δεν θα συναντήσω τον θάνατο;» («Δύσκολο πρωί») και νιώθει έτοιμος να τον αντιμετωπίσει: «Όμως τα χρόνια πέρασαν, η σκάλα γέρασε μαζί με μας κι όταν γυρίσαμε απ’ τη ματαιότητα κανένα σκαλοπάτι δεν εμπόδισε την κάθοδό μας […] στο μουχλιασμένο υπόγειο κι εκεί στη σύναξη παρόντων και απόντων» («Ο τρόμος της σκάλας»).

Στο επέκεινα οι νεκροί, αν και «γλίτωσαν τις συμφορές» («Κάθοδος») του κόσμου τούτου, στερήθηκαν διαπαντός τα ευεργετήματά του: «Κλάψε γιατί ο λόφος και η αρχαία νύχτα δεν έχουν τελειωμό» («Το τραγούδι του μικρού Ευκλείδη»). Οι νεκροί πορεύονται «σε δίνες / Αφού ταξιδεύουν με Θεούς / Και Αγίους» («Κατακλυσμός») και λησμονιούνται από τους ζωντανούς παραδομένοι σε αιώνια μοναξιά. Ωστόσο, «Των σκελετών η αναλαμπή κρυφά θα μας θαμπώνει» («Του μεταστάντος») και θα απαλαίνει τον βίο μας διαρκώς.

Η αντίπερα όχθη σε κάποιους προξενεί τρόμο: «τρομερά σκυλιά αλυχτούν / Στο βάθος του περάσματος», («Γέφυρες»), καταβροχθίζοντας τον ταξιδιώτη στην ανυπαρξία. Όμως ο Ηλίας Κεφάλας το επιθυμεί διαφορετικά: «Εμένα θα μου έφτανε κι ένα παγκάκι» «Θα μου ήταν αρκετό / Κι ένα φτωχό στρωσίδι / Κάτω από μιαν ιτιά» «Πλην όμως μέσα απ’ τον περίβολο / Στη βέβαιη επικράτεια του Παραδείσου» («Στον Παράδεισο»).

ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ Ι. ΤΖΑΝΟΣ

 

Για την δήθεν παρακμή της σύγχρονης ποίησης

%cf%80%ce%b1%cf%81%ce%b1%ce%ba%ce%bc%ce%ae~  .  ~

~ . ~

του ΓΙΑΝΝΗ ΜΠΕΗ

Διαβάζω τελευταία διάφορα σχόλια τάχα μου για την τεχνική παρακμή της σύγχρονης ελληνικής ποίησης. Ότι η ποίηση απαιτεί άσκηση, ότι ο καθένας πλέον μπορεί να βγάλει ένα βιβλίο από το πουθενά, ότι οι νέοι ποιητές είναι επί της ουσίας ποιητικά αστοιχείωτοι, δεν έχουν δείξει δείγματα κατάρτισης, δεν έχουν δομήσει ποτέ για να νομιμοποιούνται να αποδομούν, ότι ακόμα και ο στίχος τους δεν είναι στ’ αλήθεια ελεύθερος στίχος, παρά πεζόμορφος, πρόζα άκομψα στοιχισμένη σε στίχους, ήτοι κακή πρόζα και κακή ποίηση ταυτόχρονα.

Δεν τους κατηγορώ· αν και με λύπη μου διαπιστώνω πόσο εύκολα μπορεί κανείς στην εποχή μας να χαθεί στους λαβυρίνθους της πληροφορίας. Η απάντηση βέβαια, όπως πάντα, βρίσκεται στους ορθούς μηχανισμούς αναζήτησης και εντοπισμού, αλλά και την μη προκατειλημμένη προσέγγιση και αξιολόγηση· όχι στις γενικόλογες ισοπεδώσεις.

Ας πάρουμε ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα σύγχρονης ελληνικής ποίησης, για να δούμε πόσο εύκολα μπορεί κανείς να εκφύγει της ουσίας και να πλανάται εκτροχιασμένος σε χώρους στείρας κριτικής.

Ω, στον Περαία το λιμάνι είναι βαθύ,
ξύλο και ξεβράκωμα σε κάθε Παοκτζή,
ρίξτε τον στη θάλασσα να πάει να γαμηθεί.

Το απόσπασμα αυτό κατά κοινή ομολογία πραγματεύεται κάτι απλό, έως θα έλεγα και απλοϊκό: τις απειλές των υποστηρικτών μιας ανώνυμης εταιρείας απέναντι στους φιλικά διακείμενους προς μιαν άλλη ανώνυμη εταιρεία. Και βρίσκει κανείς στον τάδε και στο δείνα ιστότοπο φωνασκίες του τύπου “ναι μεν, η αφαίρεση εσωενδύματος καθιστά την πράξη της συνουσίας πιο ευπροσέγγιστη, αλλά πώς θα μπορούσε ποτέ το βάθος ενός λιμανιού να συνεισφέρει σε αυτή;”. Και δώστου οι μομφές και οι κατακεραυνώσεις για το περιεχόμενο του έργου.

Κύριοι, θα σας θέσω ένα απλούστατο ερώτημα. Διαλέξτε εσείς ένα τρίστιχο απόσπασμα από ποιητή της αρεσκείας σας, οσοδήποτε “μεγάλο”, και ας με ενημερώσει κάποιος αν κατάφερε να βρει κάτι το νοηματικά πυκνότερο. Τι απαιτήσεις έχετε πια από τρεις στίχους ποίησης: να σας αποκαλύψουν το νόημα της ζωής; Και πάμε στο τεχνικό κομμάτι –γιατί περί αυτού γίνεται ο λόγος εν προκειμένω–, και βλέπουμε μιαν ομοιοκαταληξία να διατηρείται σε όλη την έκταση του ποιήματος με συνέπεια (για να γίνω συγκεκριμένος, και οι τρεις στίχοι τελειώνουν με τον ήχο “ι”, μάλιστα δύο εξ αυτών μοιράζονται τον καταληκτικό ήχο “θι”). Ο πρώτος στίχος μοιάζει με τέταρτο πέονα, με συγχωρείτε, τέταρτο παίονα ήθελα να γράψω, και οι δύο επόμενοι είναι γραμμένοι σε άπταιστο τροχαϊκό δεκατρισύλλαβο. Πού είναι λοιπόν η περιβόητη “προζο-ποίηση” στην οποία αναφέρεστε;

Η θέση μου γίνεται πιο σαφής αν πάμε σε ένα τεχνικά άρτιο δείγμα σύγχρονης ελληνικής ποίησης.

Και α και ου· και α.
Και ΔΑΠ Νου-Δου-Φου-Κου.

Πείτε μου, έχετε δει πιο στιχουργικά καθαρό ιαμβικό ημιτρίμετρο; Ξέρω, θα διαμαρτυρηθείτε, πώς είναι δυνατόν ένα δίστιχο να αποτυγχάνει να φέρει εις πέρας μια ομοιοκαταληξία· το κατανοώ. Είναι πράγματι απορίας άξιον πώς με μόνο δύο στίχους αστοχεί κανείς στο κομμάτι της ομοιοκαταληξίας. Θα μπορούσα να προτείνω, χωρίς να έχω πρόθεση να αλλοιώσω το περιεχόμενο του έργου, ότι ο πρώτος στίχος θα μπορούσε κάλλιστα να είναι “Και ου και α· και ου.” Έχω όμως κάτι που λείπει από εσάς, όταν με ευκολία αποφθέγγεστε, όταν φιλτράρετε ιεροεξεταστικά τα έργα των νεαρών επίδοξων δημιουργών: ταπεινοφροσύνη. Για να μη μιλήσει κανείς για τη νοηματική διαύγεια του παραπάνω –παρακαλώ να σημειωθεί– αυτοτελούς έργου, που καταφέρνει από τις κραυγές των ανωτέρων πιθήκων μέχρι το πολυσύνδετο σχήμα της Αγίας Γραφής να αγγίξει την ουσία της ίδιας της ανθρώπινης ύπαρξης μέσα σε δυο γραμμές. Πρόκειται για ένα μπονζάι της ποίησης· ένα έργο που μόνον ο χρόνος –και σίγουρα όχι εσείς από τις αναπαυτικές σας πολυθρόνες– έχει το δικαίωμα να κρίνει.

Και για να πειστείτε ότι η εν λόγω αποτυχία ομοιοκαταληξίας δεν είναι παρά μεμονωμένο περιστατικό, ιδού μια ακόμα σύντομη (αλλά περιεκτική) νεοελληνική ποιητική δημιουργία.

Που-Κου-Σου, Που-Κου-Σου, Που-Κου-Σου οέ οέ,
μες στον κώλο σας χορεύει η ψωλή του Κου-Κου-Έ.

Παρά την μίξη μέτρων εντός του ποιήματος, όπου βλέπουμε μια συνύπαρξη, ένα πάντρεμα μεταξύ αναπαίστου, ιάμβου και τροχαϊκού (ενδεχομένως μια μεταμοντέρνα μετρική εισήγηση;), η ομοιοκαταληξία είναι κρυστάλλινη. Αλλά και πέραν αυτής, το ποίημα διέπεται από μουσικότητα, εντεταγμένο κραυγαλέα στη λυρική μας παράδοση. Ε λοιπόν, όχι! Δεν δικαιούται ο κριτικός λογοτεχνίας “του σαλονιού” να χαρακτηρίσει αυτή την ποίηση πεζόμορφη· και ο τελευταίος γραφειοκράτης της ποίησης οφείλει να ομολογήσει ότι τούτο το ποίημα δεν απαγγέλλεται: τραγουδιέται!

Πριν κλείσω, για να προλάβω ορισμένους από τις διαλεκτικές ατασθαλίες στις οποίες βιάζονται να υποπέσουν, σε μια τέτοια εμπεριστατωμένη σπουδή δεν αξίζουν επικλήσεις σε αυθεντίες. Μην αρχίσουν ορισμένοι λοιπόν “μα ο Ελύτης…” Όχι! Όποιος επιθυμεί να πει κάτι, να το πει στηρίζοντάς το με τα ανάλογα επιχειρήματα.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΜΠΕΗΣ

Ξάνθος Μα·ι·ντάς: Εν Κνίδω, Δ΄ π.Χ. αιώνας

afroditi

~ . ~

Στην πόλη έγινε γνωστό πως συνευρέθη με το άγαλμα της Αφροδίτης.
Αξιοθαύμαστη, του νέου επισκέπτη, η τρέλα και το πάθος
να αισθανθεί την ιερή σάρκα, όμως η θεϊκή η δύναμή της
κι η σύνεση της πολιτείας τιμώρησαν το ανίερό του λάθος.

Καμία έπαρση στην πράξη του αυτή
σαν θέλησε να νοιώσει δική του την άψυχη την πέτρα
και ν’ απολαύσει ολύμπια ηδύτητα ξεχωριστή.
Φτωχέ της καλλιπύγιας εραστή, του κάτεργου τις μέρες τώρα μέτρα.

Ω! πόσο βέβηλοι οι αιώνες που πέρασαν αλλάζοντας τα ήθη.
Φάνηκε, ναι φάνηκε αυτό στο ξέφραγο των Παρισίων Λούβρο
στην ξιπασιά μεσήλικα που χάιδευε χλευαστικά της απαράμιλλης θεάς τα στήθη.

Και δεν κατάλαβε κανείς πως άλλο ο θλιβερός του αιώνα μας επιδειξίας
(που είχε κακάσχημο το απαράδεκτό του μούτρο)
και άλλο ο ερωτευμένος, πάλαι ποτέ, γαμιάς της θεϊκής Κνιδίας.

ΞΑΝΘΟΣ ΜΑΪΝΤΑΣ

Σελάνα Γραίκα: Ποιήματα

3722410319_428ed975c3

~ . ~

Τι είναι η ποίηση, Γιώργο;

Στην Ασκληπιού μεσημέρι
βάδιζε, βιαστικός.
Γύρω του κανέναν δεν κοιτούσε.
Βάλθηκα να τον πάρω στο κατόπι.

[ Σ’ αυτόν τρέχω
ή απ’ αυτόν απομακρύνομαι;
Την άβυσσο φέρνω μέσα μου,
την άβυσσο, σκιά μου…]

Στο φανάρι τον ρώτησα:
– Τι είναι Ποίηση;

« –Για μένα, είναι ο πόνος της φυλής,
της γλώσσας τ’ αποστεωμένα.
Αν με ακούς, μην ακολουθείς,
θα σε σκοτώσει…»

– Τι με νοιάζει αυτό (αντιλέγω)
εγώ θέλω την δόξα, την ηδονή,
το ιντερνεκτουάλ της άδειας καπαρτίνας.

Μ’ ακούς;
Γιώργο;

« – Για σένα θα λέγομαι, πάντοτε, Σεφέρης.»

~ . ~

Ανοιχτές παπαρούνες

Κάποτε, θα μιλήσουμε
ξαπλωμένοι σ’ ένα παχύ χαλί
των χρυσανθέμων.
Θα υπάρχει μια δυνατή φωτιά
που δεν θα καίει τα άνθη.
Κι ανάσες μας ανάκατες,
κοφτές,
ηδονικές,
καυτές
θα κάνουν το χαλί αυτό
κι άλλους σπόρους να βγάζει.

Κάποτε, θα μιλήσουμε
σ’ έναν ουράνιο θόλο
που θα’ χει τον ήλιο δίσκο
ενός πικ-απ με αλμυρές σταγόνες.

Κάποτε, θα μιλήσουμε
μα τώρα δεν είναι ώρα
μόλις που έριξα το λίπασμα
να βγούνε τα λουλούδια
ενώ εσύ – ακόμα,
ψάχνεις τις εκτάσεις
με την ψυχή στο στόμα.

Κάποτε, θα μιλήσουμε
μα είναι νωρίς ακόμα.

~ . ~

Το παλιοθήλυκο (του Βάρναλη)

Τσακωνόμαστε αρκετά με τον Κώστα.
Είναι που μοιάζουμε πολύ – το δίχως άλλο.
Πήρα το θράσος κάποτε,
για να με προγυμνάσει!
Τι το θελα η κακογλωσσού,
όλο φωνές μου βάζει…

«Το μέτρο δεν βαστείς
που το ’χεις μαθημένο,
απ’ τους παλιούς ιερείς
και όλους τους μεγάλους.
Ήρθες εδώ τα νεύρα να μου σπάσεις;

Καλογνωμίζεσαι, γράφεις καλά
και δεν ακούς κανένα
όλο του κεφαλιού σου
κάνεις,
φωνήεντα κρατείς στα χέρια σου
μα τα μυαλά ανοιγμένα…»

Και σηκώνεται ευθύς
και κει που λέω θα φύγει
πιάνει απ’ το ντουλάπι, το ψηλό
φλασκί μικρό
γεμάτο κοκκινέλι.

«Βάλε να πιω! Εσύ θα με τρελάνεις.
Αντίς να κάτσεις σπίτι σου
να κάνεις και φαμίλια,
να αραδιάσεις δυό παιδιά
και να προσέξεις άντρα…
…λες θ’ αγαπάς τα γράμματα
κανέναν δεν θα πάρεις.

Ε μα είσαι παλιοθήλυκο! Το έχω καταλάβει!
Βαστάς τα φύλλα της καρδιάς
κλειστά
και ανοιχτά τα πόδια, ίσα και μόνο
να βρίσκεις σου τα σύμφωνα
που θα τα κάμεις ποίημα.

Μα και σε συμπαθώ λιγάκι
– Παραδοχή μεγάλη!
Θα γίνεις σίγουρα τρανή
μα θ’ απομείνεις μόνη…»

Κουβέντα δεν πρόλαβα να πω
ούτε καν μια λέξη
χείμαρρος ο Κώστας μου
και ποιος δεν θα πιστέψει!

~ . ~

Σχέδιο Πόλεως

Όσο μεγαλώνω, σιγουρεύουμαι,
πως σαν θα ρυτιδιάσω,
θέλω ένα χαρέμι δίπλα μου
από Ωραίους νέους και κοπελιές
με μάτια γαλανά, αφτιασίδωτα,
να με κοιτούν κατάσταυρα
και να ρουφάω ζωή.

Να λέω τις ιστορίες μου
κι αυτών τα στόματα να χάσκουν.

Πως ήτανε ο άντρας μου
κωλόπαιδο, Ιρλανδός,
με βλέμμα καπνοκαθαριστή
κάθε ζωή, πως συναντιόμασταν
τυχαία, στα αδειανά βαγόνια τρένων
και συστηνόμασταν απ’ την αρχή.

Μα πάντα καταλήγαμε,
αυτός σε πόλεμο αντάρτικο
κι εγώ να γιατροπορεύω
ανάπηρους πολέμου…

Και με το δάχτυλο του άφηνε,
μια καρδιά-φακίδα για διαθήκη.

~ . ~

Ο Στρατιώτης Ποιητής 2

Όταν ο πόλεμος από την πόρτα μου έξω
φτάσει, υπόσχομαι
να ετοιμάσω άρματα και μυδραλιοβόλα
για να ριχτώ με θάρρητα στη μάχη.

Γιατί του πόλεμου τη συμφορά
τελειώνεις, μονάχα, με τη Βία!
Θα σχεδιάσω μηχανές και θα χαρτογραφήσω
χάρτες, του πιο ψηλού βουνού
ως την ψυχή του Ανθρώπου.

Κι όπου βρίσκω μάνητα κατά των αδυνάμων
θα γίνομαι η δύναμη εγώ, κι όμοιοί μου.
Αλίμονο λοιπόν, σ’ αυτούς που θα στρατοπεδεύσουν
πάνω στον ρόγχο της γριάς
στο κλάμα ενός νηπίου.

Μα σαν κοπάσει ο σπαραγμός
κι ο πόλεμος σταματήσει, πάλι
τ’ ορκίζουμαι,
θα βολιδοσκοπήσω λυρισμό
να σας ταΐσω ποιήματα.

Γιατί είναι της μοίρας ξέσπασμα,
της ιστορίας μαράζι
να στέκει ο ποιητής βουβός
όταν η φύσις «οργιάζει».

~ . ~

Felix domestica

Πως κουνάω ρυθμικά, σα μουσική,
την λεπτή και χνουδωτή ουρά μου
κι όλο σας λέω «σηκωθείτε»
ένα χάδι να αφήσετε, επάνω
στη σταχτιά ριγέ μου πλάτη.

Όχι, δεν θα έρθω εγώ
αν το θέλετε, να πάρετε ένα σκύλο!
Να σας κάνει γλύκες, όλο σάλια
να σας φέρνει τις παντούφλες,
να ξαπλώνει μπρος στα πόδια σας, στη σάλα!

Κι όχι χαϊδέματα πολλά
δεν είμαστε δα και φίλοι.

Και να το ξέρετε, δεν ήρθα εδώ
για να σας κυνηγάω ποντίκια.

Αφού νομίζω πως το είπα,
πως αν χάδια το σώμα μου θελήσει
την ούρα του ρυθμικά θα την κουνήσει.

Και θα γείρω το κεφάλι μου
– νωχελικά, στο χέρι
αν θέλετε φωνάχτε με και Παλιοθήλυκο,
όλος ο ντουνιάς το ξέρει.

~ . ~

Σατυρικόν

Αν έχεις σοφιλιάσει τρεiς,
σαφώς θα ονομάζεσαι και μέγας ποιητής,
ενώ αν έχεις σοφιλιάσει έξι
όλο και κάποιος θα συντρέξει
– από αυτούς τους έξι,
και σε ανθολογία να μπεις.

Κι εμείς, που δεν πηδάμε
γιατί φαλλό δεν καταδεχτήκαμε
ποτέ μας, να φοράμε,
θα καταντήσουμε στιχάκια αιρετικά
ανάμεσα σε φοιτητές
κι ανθρώπους που πεινάνε.

Και μέγιστος ποιητής που θα ’σαι·
θ’ ακούς τους νέους ποιητές,
αρσενικούς χώρια
από τους θηλυκούς,
– αχ! πού να πιάσω και πού να το αφήσω,
που θα διαλέγεις
κείνους που ’χουν το αιδοίο τους
αντί για κάθετο, ίσιο…

~ . ~

Ερωτικό

Ας υπάρχεις το λοιπόν
στα μάτια των ανθρώπων
ως ο ασκότεινος και λατρευτός
σπόρος, ελεύθερος και πλάνος κλέφτης.

Κι εμείς, που αγαπάμε τους νεκρούς
σα λήθαργος μας έρχεσαι – σε ύπνο
για να συνομιλούμε,
φαντασίας περίσσιας και σάρκα χωρίς.

Χαρούμενη που δείχνεις ύπαρξη,
της Κύπρου κόρη εσύ,
προς την ενσάρκωσή σου
γιατί λες: είναι ανόητο
να μη γευτείς τον έρωτα, τα χάδια.

Είμαι άχρηστη εγώ, που σου μιλάω τώρα!

Ο κόσμος είναι μικρός.
Ξεστήθωτος και τραγικός.

Η επαγγελία μιας χαμένης ενότητας

kalogerop_paideia_ep

~ . ~

του ΣΠΥΡΟΥ ΧΩΡΑΦΑ

Άγγελος Καλογερόπουλος, Ανακομιδή. Ακολουθία ποιημάτων & τραγουδιών, Εν Πλω, 2016

Η παρατεταμένη οικονομική κρίση που ζούμε στη χώρα μας μας εμποδίζει να αντιληφθούμε το γεγονός ότι η κρίση που αντιμετωπίζουμε δεν είναι πρωτίστως οικονομική, αλλά πνευματική και δεν περιορίζεται στη χώρα μας∙ είναι διεθνής. Με αυτό το δεδομένο είναι ευτύχημα ότι αρκετές πνευματικές φωνές επισημαίνουν αυτή την αλήθεια και είναι υπολογίσιμες οι δημιουργικές απόπειρες για μια ουσιαστική ανανέωση της πνευματικής μας ζωής ως μια ελπίδα εξόδου από αυτή τη βαθιά κρίση.

Στο πλαίσιο αυτής της δημιουργικής ανανέωσης θα πρέπει να υποδεχθούμε την καινούργια δουλειά του Άγγελου Καλογερόπουλου, Ανακομιδή, Εν Πλω, 2016, και ως προς το περιεχόμενο και ως προς τη μορφή. Ο υπότιτλος της συλλογής είναι μια υπόδειξη του δημιουργού της για τον τρόπο που μας προτείνει να την προσεγγίσουμε: Ακολουθία ποιημάτων & τραγουδιών. Πρόκειται πράγματι για ένα βιβλίο που συνοδεύεται από ψηφιακό δίσκο. Στο βιβλίο διαβάζει κανείς τα ποιήματα και τους στίχους των τραγουδιών και στον δίσκο ακούει τις απαγγελίες των ποιημάτων από τον ποιητή, τα οργανικά ιντερμέδια και τα τραγούδια, αφού «η ποίηση δεν διαβάζεται μόνο, αλλά ακούγεται κιόλας και τα τραγούδια δεν ακούγονται μόνο, αλλά διαβάζονται κιόλας», όπως εξηγεί στο επίμετρο του βιβλίου του. Η σύνθεση της μουσικής υπογράφεται από τον ίδιο τον Άγγελο Καλογερόπουλο, ενώ συνεργάζονται μαζί του εξαιρετικοί μουσικοί (Χρ. Τσιαμούλης, ούτι, Βασίλης Καπανίκης, κιθάρα, Δημήτρης Κωστής, κόρνο, Γιώργος Ανδρόνικος, ηλεκτρονικός προγραμματισμός) και εξαιρετικοί ερμηνευτές (Καίτη Κουλλιά, φωνή, Γιώργος Καλκάνης, φωνή και πιάνο) οι οποίοι συνέβαλαν στο τελικό μουσικό αποτέλεσμα.

Τόσο η Ανακομιδή όσο και η Ακολουθία του τίτλου μας παραπέμπουν στην εκκλησιαστική παράδοση, μάλλον σκόπιμα αν κρίνει κανείς απ’ το περιεχόμενο. Ο όρος «ακολουθία» δεν επιλέγεται μόνο επειδή στη δομή της συνυπάρχουν «επί τω αυτώ» μέρη που διατηρούν την αυτοτέλειά τους, αλλά επειδή και το ύφος των ποιημάτων και των τραγουδιών του Α.Κ. επιδιώκουν να επαναφέρουν στην τέχνη της ποίησης και της μουσικής την ανάγκη του ιερού. Εδώ βρίσκεται η κεντρική –και συνέχουσα- ιδέα της ποιητικής αυτής εργασίας. Η Ανακομιδή επιχειρεί να επαναφέρει στο φως μια θαμμένη ελπίδα, έναν θαμμένο κόσμο του πνεύματος. Το πρώτο τραγούδι της συλλογής («Τα μολυβένια σύννεφα» με τη θρηνητική ερμηνεία της Καίτης Κουλλιά προαναγγέλλει ένα ζοφερό μέλλον που αφήνει όμως μια χαραμάδα αισιοδοξίας καθώς το ούτι και η κιθάρα αυτοσχεδιάζουν σε μια κλίμακα μεταξύ του μπλουζ και της παραδοσιακής μας μουσικής πάνω στη μελαγχολική συνοδεία του κόρνου. Τα δύο επόμενα ποιήματα («Σχεδόν ποιήματα πήλινα» και «Κάπως αλλιώς») αναδεικνύουν το αδιέξοδο της τεχνολογικής ουτοπίας και τον παγωμένο παράδεισο που μας υπόσχεται, κουβαλώντας κάτι από την αίσθηση των Στοιχειωδών Σωματιδίων του Ουελμπέκ. Η καταιγίδα που έχει προαναγγελθεί με το πρώτο τραγούδι ξεσπάει στο νεοκυματικού ύφους «Αυτό το καλοκαίρι», όπου η θαλπωρή της αγάπης προβάλλει σαν η μόνη οδός σωτηρίας. Ωστόσο, η πραγματική στροφή του κλίματος πραγματοποιείται με το έμμετρο ποίημα «Πομπή», όπου η απατηλή ευτυχία της θερινής ραστώνης υπονομεύεται από την παρουσία του θανάτου, ο οποίος όμως λειτουργεί εν τέλει ως μια πραγματική πηγή ελπίδας.

en-plo3Τα δύο επόμενα ποιήματα («Το λίγο νερό» και «Ανακομιδή») συνδυάζουν την απώλεια αγαπημένων προσώπων με μια λιτή επισκόπηση της πρόσφατης ιστορίας του τόπου, αναδεικνύοντας ως βασική αιτία του πνευματικού μας αδιεξόδου έναν επιπόλαιο και ανερμάτιστο εκσυγχρονισμό που μας κάνει να αποστρέψουμε το πρόσωπό μας από τη βαθιά πνευματική σημασία του θανάτου («ημιμαθείς της προόδου * παραδίδουμε τον θάνατο στα ειδικά συνεργεία» και «παχιές μαύρες σκιές * π’ αφήνουνε το θάνατο στη λήθη») καθώς μόνο η «μελέτη θανάτου» μπορεί να νοηματοδοτήσει τη ζωή μας, είτε όπως το λέει η αρχαία σοφία, είτε όπως το θέλει η χριστιανική ελπίδα («παχιές μαύρες σκιές * π’ αφήνουν την ανάσταση στη λήθη»). Αλλά αυτή η αναστάσιμη ελπίδα δεν θα γίνει κήρυγμα στην ποίηση του Α.Κ.. Θα την αναζητήσει με μια προσδοκία ερωτικής έντασης σε μια δική του «έξοδο» προς το φως. Η εκφραστική ερμηνεία του Γιώργου Καλκάνη στο τραγούδι που ακολουθεί («Αυτή τη μέρα») έρχεται να τονίσει την ανάγκη μιας τέτοιας ριζικής μεταστροφής της ζωής μας και παρ’ όλο που ακούγεται σαν ερωτικό τραγούδι θα πρέπει κανείς να αναζητήσει το υπαρξιακό βάθος μιας κιρκεγκωριανής «επανάληψης». ( Για να τη ζήσω πάλι / αυτή τη μέρα / θα τα τινάξω όλα/ στον αέρα). Η συλλογή κλείνει με δύο ποιήματα που βασίζονται στην τελική νίκη του φωτός επί του σκότους, της ζωής επί του θανάτου («Αυτή η μέρα θάχει και σήμερα συνέχεια / καταπίνοντας τον άπειρο θάνατο / έριξε πάνω της το φως») και με ένα ελπιδοφόρο τραγούδι («Ατλαντίδα») που επαναφέρει την επαγγελία κάποιας χαμένης πατρίδας.

Η ιδιαιτερότητα της εργασίας του Α. Καλογερόπουλου έγκειται τόσο στην εμμονή του να επαναφέρει στην πνευματική μας ζωή το γόνιμο πνεύμα μιας παράδοσης χωρίς όμως καμιά γραφικότητα ή νοσταλγική καταφυγή σε ένα τάχα ιδανικό παρελθόν, όσο και στο να υπηρετήσει τη στενή σχέση της ποίησης με τη μουσική. Η δεύτερη εμμονή του Α.Κ. ξεκινάει από τα μέσα της δεκαετίας του ’90 με το Σύρραμμα και αργότερα με τα Αργά Μαθήματα (και οι δύο αυτές εργασίες αποσπασματικά μόνο είχαν παρουσιαστεί σε ένα περιορισμένο κοινό από το συγκρότημα «Τα μέλη του λόγου»), ενώ η μορφή της ανά χείρας εργασίας του προετοιμάζεται με το αφήγημά του «Ο Αυδής και η Μέλπω» που περιέχεται στο αμέσως προηγούμενο βιβλίο του Αφηγήσεις ενός επόμενου κόσμου ( Αρμός, 2013). Η πρόσφατη βράβευση του σπουδαίου τραγουδοποιού Μπομπ Ντύλαν από τη Σουηδική Ακαδημία με το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας, συντείνει στο να αντιμετωπίσουμε την εργασία του Α.Κ. όχι ως μια ατομική ιδιαιτερότητα, αλλά ως απόπειρα εκφραστικής ανανέωσης ευρυτέρων διαστάσεων. Και στη μορφή και στο περιεχόμενο.

ΣΠΥΡΟΣ ΧΩΡΑΦΑΣ

Αθανάσιος Β. Γαλανάκης: Σονέτα

Schrodinger's cat, illustration

~ . ~ 

Ι

Πάει καιρὸς ποὺ τὸ ἀπρόβλεπτο λησμόνησα.
Μιὰ βόλτα ἔκτακτη, μιὰ τρέλα, ἕνα γήπεδο…
Μοιάζω μὲ κώνους σταθεροὺς ποὺ στέκουν μόνοι σὰ
φυλακισμένους πλαστουργούς. Κι ἀκόμη εἶμ’ ἐδῶ

μὲ μιὰ καρδιὰ πού ’ναι γιὰ πάντα χαλασμένη.
Τὸ πρῶτο ἔμφραγμα στὰ εἴκοσι καὶ δύο.
Μοιάζω μὲ διάττοντες ἀστέρες· σαστισμένοι,
προτοῦ νὰ ποῦνε «ἀνατέλλω» λένε «δύω».

Εἶν’ ἡ ζωή μου σὰν τοῦ Schrödinger τὴ γάτα
πάνω ποὺ λέω πὼς ὑπάρχει, δὲν ὑπάρχει!
Τρέμω τὴν ὧρα ποὺ τὰ ὡραῖα μου τὰ νιάτα

θὰ μοῦ ζητήσουνε τὸ λόγο τῆς ταφῆς τους.
Μὰ ὅ,τι θ’ ἀφήσω πιὰ στὴ μνήμη τῆς ἁφῆς τους
ἡ αἴσθηση εἶναι τῆς μ(π)ανιέρας τοῦ Πετράρχη.

~ . ~

ΙΙ

Καπνοί, σκόνη, γραφεῖα, κονδυλοφόροι
τὸ λάθος γιὰ νὰ μὴν μπορεῖ ν’ ἀλλάξει.
Λέξεις, νωθροὶ κομπάρσοι, ἀχθοφόροι.
Ρουτίνα ζοφερή, ποὺ ἔχει ἀλλάξει.

Στοὺς ὤμους, τὸ φεγγάρι πανωφόρι.
Μὲ διαφορὰ περίπου μία τάξη.
Μᾶς τσάκισαν ξανὰ τοῦ Θεοῦ οἱ φόροι.
Τὸ πανωφόρι πού ’πα πρίν· μετάξι.

Σονέτο γράφω γιὰ ἐσέ Ὥραία.
Μὲ χασμωδία μὴ λειτουργική.
Τὸ μέτρο τὸ ἐρωτικὸ ἴσως θά ’ναι

γιὰ μένα τῆς ζωής μου ἡ αὐλαία.
Μιὰ πάλη μὲ τὴ λέξη ταξική.
Ὁ ἐραστής σου νά ’μαι Ἔμμα κᾶνε.

~ . ~

ΙΙΙ

Πῆγα νὰ γράψω δύο σὲ μιὰ νύχτα
καὶ εἶδα πὼς ἡ ἔμπνευση ἐχάθη.
Δὲν εἶναι τὰ σονέτα ζάρια· ρίχ’ τα!
Θέλουν δουλειά, ἐπιμονὴ καὶ πάθη.

Στὶς τέσσερις καὶ δέκα τὶς ἀράδες
τὸ «διόλου» πρέπει «μάλιστα» νὰ γίνει.
Δὲν εἶναι σὰν τοῦ Κάλβου τὶς δορκάδες·
Εἶναι τοῦ πόθου ὁ στίχος ναφθαλίνη.

Ὅλο σκουπίδια μάζεψε ἡ ὁκτάβα
καὶ ἦρθε ἡ ὥρα ἐδῶ νὰ σταματήσει
ἡ ἀπόπειρα αὐτὴ γιὰ ἕνα ποίημα.

Μᾶλλον πρέπει νὰ ξαναπάω στὴν κάβα
νὰ φτάσω στὸ ὑπέρτατο μεθύσι.
Μὴν εἶναι τὸ σονέτο ἄλλο ἕνα θύμα.

~ . ~

IV

Κάτι σὰν «Summertime sadness» γιὰ ἀγόρια
Κάτι σὰν αἴσθημα ἀπώλειας μὲ δονεῖ.
Κάτι ποὺ δὲν εἶναι ἀτόφια στεναχώρια
Κάτι ποὺ μοιάζει μ’ ἕνα «μή» χωρὶς τὸ νί.

Κάτι σὰν κρέας σὲ ταβερνεῖο στὰ ψαροχώρια
Κάτι σὰν ἕνα βρώμικο καὶ γκρὶ χωνί.
Κάτι ποὺ δὲ ζεσταίνει σὰν τὰ πανωφόρια
Κάτι ποὺ μοιάζει μ’ ἕνα δόντι ποὺ πονεῖ.

Σὰν ὅλ’ αὐτὰ καὶ ἄλλα τόσα κι ἄλλα τόσα
Ὅπως κατάλογοι φθηνῆς patisserie
Σὰν μιὰ προσπάθεια νὰ βγοῦμε ἀπὸ τὴ γλώσσα

Σὰν τὰ τσιγάρα σου· – Καρέλια θέλω. – Πόσα;
Ὅπως μιὰ νύχτα ποὺ τὴν τράβηξες σερί.
Ἔτσι μικρὸς θὰ γράφω πάντα μπρὸς στὴ Λόσα.

~ . ~

V

Τοῦ αἰδοίου τοῦ ἐρυθροῦ σου τὸ χεῖλος,
τριαντάφυλλο μυριστικό.
Σὰν προβάλλω νερό βγάζει – Νεῖλος·
τὸ βυζαίνω σὰν θηλαστικό.

Τοῦ πρωκτοῦ ἡ ὠπὴ σὰν στολίδι
θὰ ζηλεύει τὰ τόσα φιλιά.
Τοῦ σφιγκτήρα τὸ σθένος σὰ στρείδι
θὰ ἀνοίξω τὴν πρωταπριλιά.

Σὲ σονέτο τὰ τόσα βρωμόλογα
εὐτελίζουν τὴν φόρμα τὴν πρώτη.
Μᾶλλον πρέπει νὰ μπεῖ στὸ συρτάρι.

Θά ’ταν ὄμορφα ἀντὶ νὰ σοῦ τό ’λεγα
νὰ σὲ ξάπλωνα ὅπως οἱ πιερότοι.
Στᾶλες σπέρμα σὰν μαργαριτάρι.

~ . ~

VI

Κι ἂν δὲν εἶναι ὁ μύθος φενάκη;
Κι ἂν τὸν ἔζησε ὁ ποιητής;
Κι ἂν τὸ εὐχάριστο παραμυθάκι
εἶναι ἀπαύγασμα βίου-εἰρκτῆς;

Ποιός μπορεῖ μὲ μιὰ σίγουρη γνώμη
τοῦ ἀναγνώστη ποὺ θέλει νὰ βρεῖ
ἂν τῆς ζήσης οἱ αἰώνιοι νόμοι
εἶναι βίωμα κάποιου ποὺ βρί-

θει ἐμπειρίας καὶ οἴησης θεϊκῆς;
Στὸ πεντάστιχο ποὺ άπομένει
θὰ τελειώσω τὸ ποίημα γλυκᾶ

σὰν ποιητής ζαχαροπλαστικῆς.
Τὸ σονέτο μου νά!, πῶς πεθαίνει
σὰν τὴ λάμψη ἀπὸ βεγγαλικά.

~ . ~

VII

Μὲ τὴ βάρκα μου πλέω στὸ διάστημα
τῆς σελίδας ποὺ γράφω καὶ σβήνω.
Γιὰ τὴν ποίηση μοῦ λέν’ ὅλοι «ἄσ’ τη» μὰ
ἔχω χρέος νὰ γράφω γιὰ κεῖνο

τὸ χαμόγελο. Γιὰ μία χλωρόφθαλμη
κορασίδα ποὺ ὀνόμασα Μούσα.
Ὅσο σκέφτομαι ρίμες οἱ ὀφθαλμοί
μου διαστέλλονται ὡς ν’ άγαπούσα.

Ὅσο κι ἄν προσπαθήσω τὸ ἀνείπωτο
τοῦ μοντέρνου μοῦ φέρνει τὴ θλίψη.
Κι ἂν ἡ ποίηση μιὰ μέρα ἐκλείψει

σὰν μπουκάλι στὸ σπίτι ἀπὸ ἡδύποτο
θά ’χω χάσει τὴ Μούσα γιὰ πάντα.
Ν’ ἀποφεύγονται τέτοια συμβάντα.

Σελάνα Γραίκα: Η φεγγαροντυμένη, πεζή

womthon

Θα πρέπει ο κόσμος κάποτε να παραδεχτεί πως για να
λάβει σώμα η ψυχή είναι απαραίτητη μια κάποια υγρασία.
Δάκρυα ή ιδρώτα νομίζω, δεν έχει σημασία.
Κι η φεγγαροντυμένη που αναφέρει ο Ποιητής, μόνο τότε,
θα πάρει την ικανοποίηση που της ανήκει.

Θα πρέπει ο κόσμος – κι αυτοί ειδικά που χτυπούν
καμπάνες μιας κηδείας στο ξωκλήσι του όρμου, να
καταλάβει πως ήταν ορθαγορίσκος εκείνη η γυναίκα,
με σάρκα από σαπουνάδα και κολυμπούσε γρήγορα
στο πλάι σα μεθυσμένη. Αλλιώς την θέλησε ο Ποιητής,
αλλά υποψιάζομαι πως η εμπειρία των θαλασσινών θα ήταν
απόλυτα χρήσιμη προς αναγνώριση της αλήθειας,
άλλωστε οι αρμενιστές είναι ονομαστοί αστροναύτες, απλά
καθυστερήσαν.

Η φεγγαροντυμένη, επομένως, δεν βούλιαξε, απλώς κολυμπά.
Κι οι ορθαγορίσκοι θεωρούνται ανέκαθεν κεριά, που φωτίζουν
τη μνήμη ναυαγών.

Κάποτε άκουσα, δεν έχει σημασία πού και πλέον δεν θυμάμαι,
πως οι κινήσεις των ζώων και του ανθρώπου συγκεκριμένα
δια της εναλλαγής των κινήσεων υμνολογούν τον θεό,
γι’ αυτό

θα πρέπει να εκτιμώνται περισσότερο τα μισοκατεστραμμένα
πρόσωπα από τα ακέραια των ανασκαφών, που τα στολίζουν
οι πολιτισμοί της ζωής και της ενότητας.
Ανασταίνουν τα νεκρά, εις βάρος της ψευδούς κατηγόριας
των συντριμμάτων αυτών και περί των υποθέσεών τους.
Εδώ θα πρέπει να ευχαριστήσω νομίζω τον κάποιο, που
είχε βρει παρά πέρα, σκάβοντας τον φτωχό του αγρό, λυχνάρι,
σημάδι τάφου προγονικού· και του νεκροταφείου.
Κι εμείς που βρεθήκαμε εδώ, για απασχόληση ως υπηρέτες
της μνήμης, άμισθοι, αδέλφια του πόνου,
επωμιστήκαμε έργο βαρύ, να ταυτίσουμε αυτή και τον θάνατο,
να ευθειάσουμε τις σπειροειδείς ευξελίξεις προς αναγέννηση
καθέτων γραμμών.

Ομολογούμε, έργο καθ’ όλα κοπιαστικό.
Αυτό που θέλω να πω, φαντάζομαι, είναι ότι έναν
Σεπτέμβρη μαλακό, κατά το τέλος του, συνάντησα
σ’ έναν περίπατό μου τoν σωσία εκείνου που είχα κηδέψει
προ αμνημονεύτων ετών.

Εδώ να σημειώσω πως το σύστημα της ζωής, μας εμπαίζει
ενδεχομένως κι άτσαλα «καθαρίζει¨ το νου
με τις θολές του εικόνες.

Και το λυχνάρι κρατώντας εκείνο, βρέθηκα να παρατηρώ
τις λεπτές αντικνημίδες και τις ηδονικές κλειδώσεις των γονάτων.
Φευ! πως ήταν το φως του λυχναριού μου που του
αλλοίωνε το πρόσωπο σχηματίζοντας στα μάτια εκείνου
δακρυδόχη και μια ορειχάλκινη βελόνα, αφήνοντάς μας
να μαντέψουμε όλη την απαισιοδοξία ενός μελλοντικού γίγνεσθαι.

Διότι αν αφεθώ ελεύθερη, αγαπητέ αδελφέ του πόνου,
θα σας τρομάξει η έκρηξις!

Τέλος πάντων, λέω να τραβήξω για το σπίτι σιγά-σιγά·
να ρίξω λίγο νερό στο αποτέτοιο μου, να πλύνω πόδια και λαιμό,
να ετοιμάσω τον καφέ μου – γλυκύ βραστό μετά μανίας,
να διασκεδάσω και ν’ ανοίξω το ραδιόφωνο
στις αναζητήσεις του Ερυθρού Σταυρού.