ελληνική ποίηση

Ο σπαραγμός της γυναικείας γραφής και ταυτότητας

Έρινα Χαραλάμπους, ΤΑΥ, Εικοσιοκτώ ριπές
και ένα πολεμικό ανακοινωθέν,
 Θράκα, 2022

του ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΝΙΚΟΛΑΪΔΗ

Με τη δεύτερη ποιητική της συλλογή που τιτλοφορείται ευφυώς ΤΑΥ, η Έρινα Χαραλάμπους διασταυρώνεται πιο τολμηρά και δυναμικά —σε σχέση πάντα με την πρώτη της συλλογή Πλεκτάνη (Θράκα 2020)— με την εναγώνια διεκδίκηση της έμφυλής της ταυτότητας, του νοήματος της ιστορίας, του διαλόγου με τη λογοτεχνική παράδοση (Έλενα Τουμαζή-Ρεμπελίνα, Τζένη Μαστοράκη, Ζωή Καρέλλη, Κλαρίσε Λισπέκτορ, Κάρολ Αν Ντάφυ κ.ά.) και, κυρίως, του βασανιστικού ερωτήματος: πώς ποιητικοποιείται η οντολογική ελευθερία. Πιο συγκεκριμένα, τα θέματα (α) της ασφυκτικής καταπίεσης της γυναικείας ύπαρξης και του γυναικείου ερωτισμού από μια αντρική μηχανή-κοινωνία, (β) της αυξάνουσας σωματικής και ψυχολογικής φθοράς, (γ) της αίσθησης της εγγύτητας του θανάτου και (δ) της ποιητικής/σωματικής δυστοκίας/υπογονιμότητας συνδεδεμένης με μια τραυματική, αλλά και αναγεννητική για το γυναικείο σώμα και πνεύμα εμπειρία της γέννας, συνυπάρχουν αντιθετικά με ένα έντονο αίσθημα ερωτισμού και αιωνιότητας, καταδεικνύοντας έτσι μια ποίηση που γράφει μια γυναίκα, η οποία αντιστέκεται συνειδητά στις ανδροκρατούμενες συμβάσεις και έχει διαμορφώσει τη γραφή της όχι πάνω στις αρχές της εξομοίωσης με τον άνδρα, αλλά πάνω στη συνειδητοποίηση της διαφοράς της με αυτόν: «Είμαι γυναίκα. Γράφω με αυτό που είμαι» δηλώνει με παρρησία η Luce Irigaray· μιας γυναίκας που αρνείται πλέον µια δηµιουργία σιωπηλή ή ιδιωτική, και επιδιώκει να επαναδιατυπώσει από την οπτική του φύλου της τη σχέση μεταξύ κοινωνίας, καλλιτεχνικής δημιουργίας και κόσμου. (περισσότερα…)

Δημήτρης Π. Παπαδίτσας, Τα παραμιλητά του Τιθωνού

*

Αναδρομές : Μια στήλη του ΝΠ αφιερωμένη σε αξιομνημόνευτες στιγμές της ελληνικής και ξένης λογοτεχνίας και σκέψης.

~ . ~

ΜΟΛΟΝΟΤΙ ΘΕΜΕΛΙΩΜΕΝΗ σ’ έναν Κορνάρο και σ’ έναν Χορτάτση, στα αριστουργήματα ενός Ερωτόκριτου και μιας Ερωφίλης δηλαδή, ερωτικά ποιήματα εκτενή συνθετικά, η νεώτερη ελληνική λογοτεχνία έχει λίγα μεγάλης αξίας.

Αφήνω απ’ έξω τον «Στερνό λόγο – Σε μια γυναίκα» του Παλαμά, τον δέκατο τρίτο λόγο δηλαδή του Δωδεκάλογου, που είναι ποίημα συνθετικό από μόνος του αλλά και απόσπασμα άλλης, εκτενέστερης σύνθεσης, και ως τέτοιο όχι αποκλειστικά ερωτικό.

Αφήνω απ’ έξω και τον «Ύμνο δοξαστικό για τις γυναίκες που αγαπούμε» του Εγγονόπουλου που είναι μεν ποίημα εκτενές, ουχί δε και συνθετικό.

Στη λίστα μου απομένουν τρία. Ο «Ερωτικός λόγος» του Σεφέρη, απ’ τη «Στροφή» του 1931. Το Μονόγραμμα του Ελύτη, γραμμένο σαράντα χρόνια αργότερα, το 1971. Και τα «Παραμιλητά του Τιθωνού» του Δ. Π. Παπαδίτσα, ένα αληθινό κομψοτέχνημα, δημοσιευμένο το 1986 στη συλλογή του ποιητή Το Προεόρτιον.

Και τα τρία, και αυτό είναι το κοινό τους στοιχείο, ακροβατούν στο μεταίχμιο παράδοσης και νεωτερικότητας. Ο «Ερωτικός λόγος» του Σεφέρη είναι πλάι στη «Φοινικιά» και τη Μητέρα Θεού ό,τι πλησιέστερο έχουμε στην καθαρή ποίηση στην Ελλάδα.

Το Μονόγραμμα είναι ένα ποίημα εκπληκτικής αρχιτεκτονικής, ένα tour de force ιλιγγιώδους δεξιοτεχνίας, όπου κάθε ρίμα, κάθε στροφή, κάθε στίχος υπακούει σ’ ένα μαθηματικό πλάνο ασύλληπτης αυστηρότητας.

Τα «Παραμιλητά του Τιθωνού» πάλι πατούν κι αυτά με τη σειρά τους τεχνοτροπικά στον Παλαμά και τον Σικελιανό, φέρνουν όμως στα γράμματά μας ένα θέμα ζόρικο και δύσκολο να το πιάσει κανείς ακόμη και σήμερα, τον ερωτισμό της τρίτης ηλικίας.

Ο Τιθωνός είναι ο μυθικός σύντροφος της Ηούς, της Αυγής δηλαδή, που οι θεοί του χάρισαν την αθανασία, όχι όμως και την αιώνια νεότητα, και καταδικάστηκε ες αεί να ζαρώνει σαν το τζιτζίκι πλάι στην αγέραστη ερωμένη του, να δύει ατελεύτητα πλάι στην ανέσπερη Ανατολή:

Αιώνιος μισοαθάνατος όσο γερνάω συ μένεις
κορίτσι δεκαοχτάχρονο που μ’ έχεις στην κοιλιά
ούτε είμαι γιος σου ούτ’ έχεις πια το χέρι αγαπημένης
για τ’ όλο ζάρες σώμα μου και τ’ άσπρα μου μαλλιά.

Ένα υπέροχο ποίημα που δεν είναι όσο του πρέπει γνωστό:

Καμπύλο είναι το βλέμμα μου τ’ άστρο με τ’ άστρο ως δένει
και τ’ όνειρό μου μαγνητίζει φωτεινές τροχιές
είναι η φωνή μου με το ηλιόκαμα ζευγαρωμένη
κι ό,τι μου δίνει η κάψα μού το παίρνουν οι βροχές.

Ξέρεις ετοιμοθάνατο ον; το μυστικό είναι πως
ό,τι πεθαίνει μέσα μας έξω μας είναι φως.

ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ

~ . ~

ΤΑ ΠΑΡΑΜΙΛΗΤΑ ΤΟΥ ΤΙΘΩΝΟΥ

με κάτι μέσα μου ένας τζίτζικας με δένει
Δ.Π.Π. (1941)

1.

Το μάτι αυτό το αράγιστο το διπλό μάτι
ό,τι κοιτάξει μες στο φως το πυρπολεί
δες με, της λέω, αν είσ’ εσύ το χέρι του υπνοβάτη
κι εγώ η ματιά που σε ονειροπολεί

τα σκόρπια μες στη μνήμη οστά σου συναρθρώνει
και ξαναπιάνομαι κρυφό βαθιά σου φως
κι είσαι το δέντρο που ψηλά ή στη γη φυτρώνει
κι εγώ το αρχαίο τζιτζίκι ο Τιθωνός.

Αιώνιος μισοαθάνατος όσο γερνάω συ μένεις
κορίτσι δεκαοχτάχρονο που μ’ έχεις στην κοιλιά
ούτε είμαι γιος σου ούτ’ έχεις πια το χέρι αγαπημένης
για τ’ όλο ζάρες σώμα μου και τ’ άσπρα μου μαλλιά. (περισσότερα…)

Περιπλανήσεις ψαριών στην ελληνική ποίηση: ταυτότητες, σχέσεις, συμβάντα (5/5)

*

(Συνέχεια από το τέταρτο μέρος)
[ Δεῖτε ἐπὶσης τὸ πρῶτο, δεύτερο καὶ τρίτο μέρος ]

της ΚΩΣΤΟΥΛΑΣ ΜΑΚΗ

Ο Κώστας Κουτσουρέλης στο ποίημα «Οι δυο φίλες» ακολουθεί το σατιρικό ύφος, φτιάχνοντας μια ιστορία όπου τα ψάρια έχουν ανθρώπινα χαρακτηριστικά και πηγαίνουν για μπάνιο. Τα παραπανίσια κιλά της φαλαινίτσας χρησιμοποιούνται για να διακωμωδηθούν τα ευτράπελα της ανθρώπινης ματαιοδοξίας. (περισσότερα…)

Μεταφρασμένοι άνθρωποι

*

του ΜΑΪΚΛ ΠΑΡΑΣΚΟΣ

Μετάφραση από τα αγγλικά: Δέσποινα Πυρκεττή

Ο δρ Μάικλ Παράσκος διδάσκει ιστορία της τέχνης στο Κέντρο Γλωσσών, Πολιτισμού και Επικοινωνίας του Imperial College στο Λονδίνο. Στις 5 Απριλίου 2022, παρουσίασε το βιβλίο Giorgos Christodoulides: Selected Poems 1996-2021 (Μετάφραση: Δέσποινα Πυρκεττή, Εκδόσεις Αρμίδα, 2021) στην Πρεσβεία της Κύπρου στην αγγλική πρωτεύουσα. Γιος Κύπριου και Αγγλίδας, ο Μ. Paraskos αφουγκράζεται τον απόηχο της ποίησης του Γιώργου Χριστοδουλίδη, στην αγγλική της μετάφραση, για «μεταφρασμένους ανθρώπους» σαν κι εκείνον. Με τρόπο αιφνίδιο, συναρπαστικό και ενίοτε αιρετικό, η εισήγηση του Παράσκου προτείνει συσχετισμούς ανάμεσα στην ποίηση του Χριστοδουλίδη και στους Άγγλους Ρομαντικούς ή στον πιο σύγχρονο Φίλιπ Λάρκιν, ενώ προβάλλει την πεποίθηση ότι η μεταφρασμένη ποίηση αποτελεί υβριδικό τεκμήριο συμφιλίωσης των μυριάδων θραυσμάτων που συναποτελούν τον κόσμο και τον εαυτό μας.

(περισσότερα…)

Περιπλανήσεις ψαριών στην ελληνική ποίηση: Ταυτότητες, σχέσεις, συμβάντα (4/5)

*

(Συνέχεια από το τρίτο μέρος)

της ΚΩΣΤΟΥΛΑΣ ΜΑΚΗ

Τα ψάρια ως έρωτας

Τα ψάρια και οι κατασκευές τους συνθέτουν πολυποίκιλες εκδοχές για να περιγράψουν την ερωτική επιθυμία σε όλες τις φάσεις της.

Στο «τραγούδι της λίμνης», που μελοποιήθηκε από την Ελένη Καραΐνδρου, η Αρλέτα ως στιχουργός εκφράζει το παράπονο της ερωτικής επιθυμίας και την αίσθηση αδυναμίας του ερωτευμένου, κινητοποιώντας το δίπολο του ψαρά και του ψαριού. Η αγαπημένη παραμένει απρόσιτη και φευγάτη, ενώ αυτός που την αγαπά δεν την πιάνει στα «δίχτυα» του.

Μες στο νερό ψάρι χρυσό γλιστράς
κι εγώ ψαράς με δίχτυ αδειανό
θάλασσα εσύ κι εγώ ο ναυαγός σου
στην αγκαλιά σου πεθαίνω και ζω.[1]

Η Χλόη Κουτσουμπέλη επανέρχεται στην ψυχρότητα του αντρικού έρωτα, μιλώντας για τους ψυχρούς σαν ψάρια άντρες.[2]

Υπάρχουν άντρες κρύα ψάρια
Τα μάτια τους χάντρες στο κενό
μετά τον έρωτα αποσύρονται
σε μουχλιασμένα όστρακα
κοιμούνται

Ο Τάσος Λειβαδίτης[3] περιγράφει τον έρωτα ως μάχη και ματαιότητα. Στο ποίημα ο ποιητής επιδίδεται λεπτομερώς στην περιγραφή της έντονης αντιπαράθεσης που έχουν οι ταυτότητες των εραστών. Μάχη που περιλαμβάνει πάθος και παιχνίδια εξουσίας. Στο τέλος τα σώματα των εραστών ξεβράζονται σαν ψάρια στην όχθη του πρωινού.

Όλη τη νύχτα πάλεψαν απεγνωσμένα να σωθούν από τον εαυτό τους, / δαγκώθηκαν, στα νύχια τους μείναν κομμάτια δέρμα, γδαρθήκανε / σαν δυο ανυπεράσπιστοι εχθροί, σε μια στιγμή, αλλόφρονες, ματωμένοι, / βγάλανε μια κραυγή / σα ναυαγοί που, λίγο πριν ξεψυχήσουν, θαρρούν πως βλέπουν φώτα κάπου μακριά. / Κι όταν ξημέρωσε, τα σώματά τους, σαν δυο μεγάλα ψάρια / ξεβρασμένα στην όχθη ενός καινούργιου μάταιου πρωινού.

Η Μάτση Χατζηλαζάρου[4] περιγράφει τα χέρια του αγαπημένου σαν «δυο μικρά τρυφερά καβούρια» και το σώμα της σαν ακρογιάλι.

Λες κι ήτανε χθες βράδυ ακρογιάλι το σώμα μου
τα χέρια σου δύο μικρά τρυφερά καβούρια.
(περισσότερα…)

Περιπλανήσεις ψαριών στην ελληνική ποίηση: ταυτότητες, σχέσεις, συμβάντα (3/5)

*

(συνέχεια από το δεύτερο μέρος)

της ΚΩΣΤΟΥΛΑΣ ΜΑΚΗ

Τα ψάρια ως απειλή, φόβος, και απομόνωση

Στο ποίημα του Νίκου Καρούζου, «Νεολιθική νυχτωδία στην Κρονστάνδη», τα ιδανικά παραλληλίζονται με το αλεύρωμα ψαριών πριν το τηγάνισμα. Ο αφηγητής σε καθεστώς τρόμου που εκφέρεται με φθόγγους, επισημαίνει την αναλωσιμότητα των ιδανικών. Το αλεύρι δίνει μια επιπλέον κρούστα στην ψαρίσια ύλη, χωρίς να αλλάζει τη βασική τους ύλη.

Φθέγγομαι τρόμο. Και επιτέλους τι νομίζεις πως είναι τα ιδανικά; Είν’ όπως αλευρώνουμε τα ψάρια πριν απ’ το τηγάνισμα.[1]

 Στο «Κρατήσου», του πρόσφατα χαμένου Γιάννη Δάλλα, ένας κακότυχος άνθρωπος, προγραμμένος του βυθού με το ιστορικό βάθος που έχει η λέξη, προσπαθεί να βρει περάσματα σαν τον ξιφία. Το δίστιχο αποτυπώνει την αίσθηση αγωνίας ενός ανθρώπου που βυθίζεται, να τα καταφέρει να επιβιώσει.

Και κάτω ο προγραμμένος του βυθού
Γυρεύει πέρασμα σαν τον ξιφία.
[2] (περισσότερα…)

Περιπλανήσεις ψαριών στην ελληνική ποίηση: Ταυτότητες, σχέσεις, συμβάντα (2/5)

*

(συνέχεια από το πρώτο μέρος)

της ΚΩΣΤΟΥΛΑΣ ΜΑΚΗ

1. «Τα ψάρια ως εκδοχές ταυτότητας

Στο «Καιρός για ηρωίνη», η Νίκη Ανδρικοπούλου κατασκευάζει την αντίθεση ανάμεσα στον τρόπο που βλέπει η ηρωίδα τον εαυτό της και στο πώς τον βλέπουν οι άλλοι. Όμορφη αν και λίγο τρελή είναι ο τρόπος που τη βλέπουν οι άλλοι. Αυτή όμως αισθάνεται «σαν απαίσιο ψάρι». Η αντιπαραβολή ομορφιάς και απέχθειας εντείνεται από την εικόνα ενός άσχημου ψαριού.

Οι άνθρωποι λένε ότι είμαι όμορφη
λίγο τρελή στο μάτι –
εγώ βλέπω τον εαυτό μου σαν απαίσιο ψάρι
[1]

Στο «Ερπετό, πουλί και ψάρι»,[2] ο Γιάννης Πάσχος κατασκευάζει μια ξεκάθαρη αντίθεση ανάμεσα σ’ αυτόν και τους άλλους ανθρώπους. Αντίθεση που στηρίζεται στη διαφορά του με τους υπόλοιπους ανθρώπους, οι οποίοι «είναι τυχεροί», ενώ αυτός είναι «πολύ άτυχος». Αν οι άλλοι είναι συμβολικά μόνο ερπετά, πουλιά ή ψάρια, ο αφηγητής του ποιήματος αυτοπροσδιορίζεται ως άτυχος, επειδή ξεφεύγει όχι μόνο από μια μονοδιάστατη ταυτότητα, αλλά και από τους τρόπους με τους οποίους λειτουργούν οι οπτικές του στον κόσμο. Αυτές οι πολυδιάστατες οπτικές τον οδηγούν «και σαν ερπετό» να σέρνεται, «και σαν πουλί» να πετά, «και σαν ψάρι να κολυμπά». Η πολυσυλλεκτική αυτή ιδιότητα, στην οποία κάθε πλάσμα βρίσκεται κοντά στη στοιχειώδη ιδιότητά  του (το ερπετό σέρνεται, το πουλί πετά, το ψάρι κολυμπά) αναγνωρίζεται αρχικά ως κάτι «καλό». Καταργείται, ωστόσο, στην πορεία γιατί «τα κακά είναι περισσότερα». Ο αφηγητής του ποιήματος μπορεί πολύπλευρα να ακολουθήσει ισότιμα διαφορετικές και ανατρεπτικές εκδοχές της πραγματικότητας, αναλαμβάνοντας τις συνέπειες των επιλογών του και το συναισθηματικό κόστος. Η συνθετική θέαση του κόσμου και μια ταυτότητα πολύπλευρη και πολυδιάστατη συνοδεύεται από την κατάρρευση της μιας και μοναδικής αλήθειας, ακόμα και αν αυτή αφορά σε μια απλή διαπίστωση για το αν είμαστε καλά ή όχι. Έτσι, ο ποιητής προτάσσει επίσης, κατά τη γνώμη μου, την υποκειμενικότητα και τις διαφορετικές θέσεις υποκειμένων στις κατασκευές ταυτότητας. (περισσότερα…)

Περιπλανήσεις ψαριών στην ελληνική ποίηση: Ταυτότητες, σχέσεις, συμβάντα (1/5)

Dorothea Tanning, La truite au bleu

*

της ΚΩΣΤΟΥΛΑΣ ΜΑΚΗ

«Ότι η ασθενής σχέση ποιήματος και μανιφέστου δεν ακυρώνει το γιατί η καροτίνη υψηλών οκτανίων συνάδει με το μπουρδέτο».
Κακναβάτος Ε. και Κανιούρας, Σ., Σφόδρα αιρετικό ημερολόγιο του 2000 τη εθελοντική συνεισφορά αντιπροσωπείας ζώων, Άγρα, 2000

«Στιλβωμένη λάμψη»[1]: τα ψάρια περιπλανώμενα λαμπυρίζουν μέσα κι έξω από το νερό. Εκπέμπουν λάμψεις στην πραγματικότητα, τη φαντασία και την τέχνη, με τους ίδιους τρόπους που στραφταλίζει η ποίηση στα ποιήματα που αγαπάμε. Ανάδυση, καταβύθιση, διαρκείς μετατοπίσεις και μετασχηματισμοί στο χωρίς σύνορα υγρό στοιχείο. Κινήσεις αυτόνομες ή πλήθη ψαριών κοπαδιαστά. Το μεγάλο ψάρι τρώει το μικρό ή αλληλοφαγώματα και μεταμφιέσεις. Στη μυθολογία ο Ποσειδώνας με τις κόρες του, γοργόνες και ανθρωπόψαρα. Επόμενο είναι, λοιπόν, τα ψάρια, όπως και τα πουλιά, να χρησιμοποιούνται στις γραφές των ποιητών ποικιλοτρόπως.

Τα ψάρια και το υγρό στοιχείο σύμβολα διακειμενικά και πολιτισμικά περιέχουν σύνθετους και διαφορετικούς συμβολισμούς. Στις πολύπλοκες συνθέσεις και ερμηνείες, τα ψάρια παραμένουν αινιγματώδη[2] και πολύσημα. Όπως επισημαίνουν οι συγγραφείς του βιβλίου Οι ιχθύες ως σύμβολο και τεχνούργημα: απόπειρες ερμηνείας, η ζωή ξεκίνησε από το νερό. Για τον άνθρωπο η ζωή εκεί κινητοποιούσε διττά αμφίρροπα συναισθήματα φόβου και γοητείας. Ποικίλες είναι και οι ψυχαναλυτικές ερμηνείες των ψαριών. Συμβολίζουν την ύπαρξη στη μήτρα και το υγρό περιβάλλον, την εν εξελίξει σεξουαλικότητα, τον φαλλό, αλλά και τη ζωή και τον θάνατο.[3] Στα παραμύθια και τη λαϊκή παράδοση, τα ψάρια είναι επίσης πολλές φορές οι ήρωες μαζί με πολλά θαλάσσια τέρατα: γοργόνες, κήτη, λιμνίσια πλάσματα.

«[…] Από το μάτι έρχεται η έρευνα, απ’ την επιλογή έρχεται επίμονο κοπάδι»[4]. Είναι, λοιπόν, αναμενόμενο και προβλέψιμο τα ψάρια ως επιλογή, να εμφανίζονται συχνά στην ποίηση, τη λογοτεχνία και την τέχνη, συγκροτώντας ένα επίμονο κομμάτι δεδομένων, συμβολισμών και ιστοριών, το οποίο ανατροφοδοτείται συνεχώς. Τα ψάρια εντοπίζονται επίσης σε αφιερωματικά τεύχη περιοδικών[5] και εγχειριδίων. (περισσότερα…)

Δημήτρης Κανελλάκης, Πέντε ποιήματα

*

ΠΡΟΔΙΟΡΘΩΣΗ

«Ρηχός μελοδραματισμός
φθηνός ο καρυωτακισμός»
είπε ο Διόνυσος εξαίφνης
που το παίζει λογοτέχνης.
«Πού ’ναι τα διακείμενά σου;
Καβάφης πάλι; Για φαντάσου…»
Να το δάχτυλο στη μέση,
Διόνυσε, αν δε σ’ αρέσει!
«Λείπουν οι ψαγμένοι στίχοι
και λιγοψυχούν και σβήνουν».
Να τους δεις δεν είχες τύχη,
τώρα κάπου μπεκροπίνουν.
«Πού ’ναι οι άλλοι, η κοινωνία;»
Με το ζόρι βρε ψυχή μου
–άλλη από κει μανία–
να ’χω φίλους στη ζωή μου;
«Λείπει η σπάνια η λέξη
που ο νους έχει σμιλέψει».
Τις εξόντωσες, θυμήσου,
όλες μες στη διατριβή σου.
«Δεν υπάρχει πρόγραμμα,
τάχα ποιο το όραμα;
Αχ, σου ξέφυγε το μέτρο!»
Θα το βρεις στον Άγιο Πέτρο.

Μα προς τι η απολογία;
Ξέρεις, πάντα ο πελάτης
έχει δίκιο – κι η ειρωνεία
εν τοιαύτη περιπτώσει
να ’μαι ’γώ ο ζυγοστάτης,
ήτοι αυτός που έχει πληρώσει.

~.~ (περισσότερα…)

Προς έναν νέο τόπο με “τον άλλο” τρόπο

της ΑΥΓΗΣ ΛΙΛΛΗ

Μάριος Χατζηπροκοπίου,
Τοπικοί τροπικοί,
Αντίποδες, Αθήνα 2019

Πολλά είναι τα ζητήματα που προσφέρονται προς συζήτηση μετά την ανάγνωση του βιβλίου του Μάριου Χατζηπροκοπίου Τοπικοί τροπικοί. Αφενός, η αξιοζήλευτη αρχιτεκτονική δόμηση αυτού του υβριδικά ποιητικού βιβλίου, σε συνάφεια με τα προσωπεία που σκαρφίζεται και ενσαρκώνει, καθώς και των ειδών που υπηρετεί/παρωδεί, κρατώντας ταυτόχρονα σε εγρήγορση την επιτελεστικότητα των κειμένων ενός συγγραφέα/περφόρμερ. Αφετέρου, ο ζωντανός και τολμηρός διάλογος με την τοπική παράδοση της δημοτικής ποίησης (σημαντική προσθήκη σε παρένθεση στο παρόν σημείο η κλισέ φράση “και όχι μόνο”, καθώς ο Χατζηπροκοπίου διαλέγεται γόνιμα και με τη νεώτερη νεοελληνική παράδοση, τον Καβάφη, τον Εμπειρίκο κ.ά.), αλλά και τον ευρωπαϊκό μοντερνισμό[i] (όχι μόνον και πάλι· ο Χατζηπροκοπίου με ειλικρίνεια ανασύρει τη σχέση του με το έργο της Κλαρίσε Λισπέκτορ και τον σύγχρονο ελληνικό κινηματογράφο).

Από την άλλη, σε αυτό τον προφανή αλλά καθόλου αναμασημένο ή επιπόλαιο διάλογο άξια μελέτης είναι η επιβίωση και η πρόσληψη βαρύνουσων θεματικών, όπως

‒ του μοιρολογιού (από τον προφορικό λόγο στον γραπτό λόγο, από τη γυναικεία οπτική στην queer οπτική):[ii]

Στα σπίτια της τον μάζωξε, τον λούζει με τα μύρα
τα δασωμένα γένια του φράγκικα τα ξουρίζει
βάφει τα χείλη τοξωτά και βυσσινιά τα χείλη
πιάνει φουσκώνει τα βυζιά, τον ντύνει στα μετάξια
[iii]

‒ του έρωτα:

Ο έρως ουδέν έχει μέρος
Ο έρως, λέγω, της ιπποτικής ποιήσεως
άγνωστος
εις την γνήσιαν και δημοτικήν μας ποίησιν.
Μετωνομάσθη επί το ευαγγελικώτερο
Αγάπη
[iv]

‒ των θεσμών:

Ανοίξτε μου τα χώματα στην αγκαλιά του να ταφώ
κι αν τύχει και περνά Χριστός στο διάβολο η ανάσταση.
[v]

‒ και βεβαίως των φύλων, αντιστικτικά προς τη στερεοτυπική και πατριαρχική πρόσληψή τους. (περισσότερα…)