ελληνική ποίηση

Νέοι ποιητές ενός νέου αιώνα | 17. Αυγή Λίλλη

ΔΙΑΡΚΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ 2000-2020

Ποιά ἡ ποίηση τοῦ 21ου αἰώνα καὶ ποιοί οἱ ποιητές της; Χιλιάδες ποιητικὲς συλλογές, εἴτε τυπωμένες ἀπὸ ἐπώνυμους οἴκους εἴτε αὐτοεκδόσεις, ἑκατοντάδων ἢ καὶ χιλιάδων ποιητῶν ποὺ ἀναζητοῦν τὴν θέση τους στὴν Νεοελληνικὴ Λογοτεχνία. Τί μένει ὅμως καὶ τί περνάει ἀπὸ τὴν κρησάρα τῆς κριτικῆς; Τί ἐπιβιώνει –ἢ ἔστω, τί φαίνεται ὅτι μπορεῖ νὰ ἐπιβιώσει– στὴν μνήμη τῆς ἀναγνωστικῆς κοινότητας;

Ἀποπειρώμενο μιὰν ἀπάντηση στὰ παραπάνω, τὸ Νέο Πλανόδιον ἐγκαινιάζει τὴν ἑβδομαδιαία στήλη ‘‘Νέοι ποιητὲς ἑνὸς νέου αἰώνα. Διαρκὴς ποιητικὴ ἀνθολογία 2000-2020’’. Γιὰ διάστημα δύο ἐτῶν καὶ ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὸν Φεβρουάριο τοῦ 2019, θὰ ἀνθολογοῦμε κάθε ἑβδομάδα ἀπὸ ἕνα ἢ περισσότερα ποίηματα ἑνός/μιᾶς συγγραφέα, ποὺ θὰ πληροῦν δύο προϋποθέσεις: θὰ εἶναι α) δημοσιευμένα μετὰ τὸ 2000, καὶ β) γραμμένα ἀπὸ ποιήτριες ἢ ποιητὲς 45 ἐτῶν καὶ νεώτερους, γεννημένους δηλαδὴ ἀπὸ τό –σημαδιακό– 1974 καὶ ἑξῆς.

Τὰ ποιήματα θὰ παρατίθενται πολυτονισμένα, δίχως ὅμως ἄλλες παρεμβάσεις στὸ πρωτότυπο. Ἐπίσης, στὸ τέλος κάθε ἑξαμήνου θὰ δημοσιεύεται στὸν ἱστότοπο ὁ Θησαυρὸς Ἀναγνώσεων τῶν ἀνθολόγων μὲ τὴν μορφὴ ἀναλυτικοῦ καταλόγου, ὅπου καὶ θὰ καταγράφονται ὅλες οἱ ποιητικὲς συλλογὲς ποὺ εἴδαμε στὸ διάστημα αὐτό. Τὰ ποιήματα ποὺ θὰ προκύψουν στὸ πέρας τῆς διαρκοῦς αὐτῆς ἀνθολόγησης, συμπληρωμένα ἐνδεχομένως καὶ μὲ ἄλλα, θὰ ἀποτελέσουν τὸν κορμὸ μιᾶς ἔντυπης Ἐκλογῆς.

Οἱ σκοποὶ τοῦ ἐγχειρήματος, δύο: νὰ ἀναδείξουμε τὰ ἀξιανάγνωστα ποιήματα ποὺ γράφονται στὶς μέρες μας ἀπὸ νέους ποιητές· καὶ νὰ συμβάλλουμε στὴν ἐπόπτευση τῆς νεοελληνικῆς ποίησης τοῦ αἰώνα μας, μακριὰ ἀπὸ παρελκυστικὲς κατηγοριοποιήσεις, αἰσθητικὲς ἢ/καὶ ἰδεολογικές.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ – ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΟΡΔΑΣ


Μὲ δεδομένο τὸν τεράστιο ὄγκο τῆς τρέχουσας ποιητικῆς παραγωγῆς, ποὺ ξεπερνᾶ τοὺς 800 τίτλους ἐτησίως (813 γιὰ τὸ 2017, βάσει ἐπίσημων στοιχείων ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴ Βιβλιοθήκη), οἱ ἀνθολόγοι δὲν τρέφουν ψευδαισθήσεις ὅτι εἶναι σὲ θέση νὰ τὴν παρακολουθήσουν στὴν πληρότητά της. Ὑπόσχονται ὅμως νὰ ἐξετάσουν φιλότιμα ὅλα τὰ βιβλία ποὺ θὰ τεθοῦν ὑπ’ ὄψιν τους. Οἱ φίλοι νέοι ποιητὲς μποροῦν νὰ τὰ στέλνουν στὶς διευθύνσεις: Ἀγησιλάου 7, Ἡράκλειο Ἀττικῆς, 141-22 καὶ Ἁγ. Φανουρίου 2, Ζωγράφου, 157-72 [Μὲ τὴν ἔνδειξη: “Α.Β.Γ.-Α.Κ. γιὰ τὸ Ν.Π.” στὰ στοιχεῖα τοῦ παραλήπτη].


Αὐγὴ Λίλλη

(Πρόχειρες σημειώσεις πάνω σ’ ἕνα σωσίβιο, Λευκωσία, Ἀρμίδα, 2011)

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

Στὸ μπάρ

Ντύνομαι βιαστικά.
Τραβῶ δυὸ μαῦρες γραμμὲς στὰ μάτια μου.
Φορῶ τὸ ἀγαπημένο μου τζάκετ.
Κατεβαίνω κέντρο καὶ
μπαίνω στὸ μπὰρ ποὺ συχνάζω.
Δὲν χρειάζεται κὰν νὰ παραγγείλω.
Μὲ ξέρουν πολλοί,
ἀλλὰ κανεὶς δὲν μὲ γνωρίζει.
Πίνω
καπνίζω
χορεύω σὰν ἠλίθια
περιμένοντας μιὰ φωνὴ γιὰ νὰ οὐρλιάξω.
Ὅλοι μὲ βλέπουν καὶ χαμογελοῦν,
ἄλλοι χειροκροτοῦν.
Γελῶ κι ἐγὼ μαζί τους.
Εἶμαι πολὺ καλὴ
μὲ αὐτὰ ποὺ φοράω,
γιατὶ κανεὶς δὲν καταλαβαίνει ὅτι
ἐγὼ
θέλω ἁπλῶς νὰ ξαπλώσω στὸ ξύλινο δάπεδο
καὶ νὰ πεθάνω.

~.~

(Ἡ σφαγὴ τοῦ αἰώνα, Λάρισα, Θράκα, 2018)

26994039_1807708152586974_1526944588332815333_n

Σονετ-

Ὅλοι οἱ ἐραστές μου πέθαναν
κι ἐγὼ ἀκόμα
μὲ τὶς πιτζάμες,
ὠτοασπίδες φοράω
τὸν χρόνο νὰ κλείσω ἀπ’ ἔξω,
μὲ γιαούρτι καὶ λεμόνι ἢ ἀσπιρίνη
νὰ μὲ σώσω
ἀπὸ πανάδες, μνήμη καὶ χοληστερόλη,
τὸν πόνο νὰ λογαριάσω
στὸ κεφαλάρι τρίλιζα
τὶς προθέσεις μου νὰ διαγράψω –
μόλις ποὺ προλαβαίνω δηλαδὴ
νὰ πάρω τὰ αἵματα, 
κοντολογὶς
ἕνα σονέτο νὰ γράψω μόνο,
ἕνα σονέτο νὰ γράψω
μόνο.


Ἡ Αὐγὴ Λίλλη γεννήθηκε τὸ 1980. Ζεῖ καὶ ἐργάζεται στὴ Λευκωσία. Ἔχει γράψει δραματικοὺς μονολόγους γιὰ τὸ θέατρο, σενάρια γιὰ ταινίες μικροῦ μήκους κι ἔχει ἐκδώσει τὶς ποιητικὲς συλλογές Πρόχειρες σημειώσεις πάνω σ’ ἕνα σωσίβιο (2011) και Ἡ σφαγὴ τοῦ αἰώνα (2018).

Advertisements

Νικόλας Κακατσάκης, Τρία ποιήματα

1280px-PairOfMules

Βιβλιοθήκη

Με την παλάμη ελαφρά απλωμένη
πάνω στο εξώφυλλο
αποστηθίζω το περιεχόμενο.
Με το νύχι δικάζω στις σελίδες
αναγιγνώσκω  την ποινή που η τύχη ίσως διάλεξε.
Η βιβλιοθήκη μου είναι ο καρμικός μου καθρέφτης.
Τις ράχες, σηκώνομαι στις μύτες των ποδιών, με τα ακροδάχτυλα ακουμπώ
και σεμνά φιλώ.
Ότι υπήρξα γενναίος αγοραστής βιβλίων αλλά όχι μεταπωλητής, το ξέρω
και μου έχει μείνει φυρά για αυριανά διαβάσματα.
Μερικά κρυστάλλινα ποτήρια που δεν χώραγαν στο ντουλάπι
στάζουν στα ράφια ηδύποτο με γεύση από γάλα.
Άρωμα από σκελίδες πορτοκάλια, μαζί με το φρούδι,
υπενθυμίζει ότι πνευματικά δικαιώματα
δεν έχουν οι νεκροί
– ποτ πουρί για χρόνια κλειστό στα ερμητικά τζάμια.
Βιάζομαι λοιπόν και αποφασίζω
να μην γεμίσω υποσημειώσεις τα κείμενα
να μην τσακίσω τις σελίδες στην δεξιά γωνία
με τρίγωνα πανιά να μην ταξιδέψω
στην θάλασσα των φιλικών συγγραφέων
και οι σελιδοδείκτες των ποιητών πέφτουν,
δαίμονες σε αχρηστία.
Όταν μια μέρα τρελάθηκα
άνοιγα τις βιτρίνες για ν’ αεριστούν τα βιβλία
από τον φόβο ότι τα λερώνουν
έντομα και μύκητες.
Παρακάλεσα τον αέρα να μπει από τ’ ανοιχτά παράθυρα του σπιτιού
να ζωντανέψει την γνώση και την τέχνη
που κτήμα δικό μου θεωρώ,
κάθε τόμος κι αξίωμα.
Ουρλιάζουν οι τίτλοι γιατί δεν έχουν μάτια να δουν
και αυτιά ν’ ακούσουν,
δεν με αναγνωρίζουν
για αυθεντία ούτε για αφέντη.

~.~

Το Άλογο

Δεν ξέρεις πόσο όμορφα θα ένιωθα αγαπητέ
αν μου ανήκε ένα άσπρο άλογο,
να το έχω για δικό μου άνθρωπο.
Το άλογο ξυστρίζω και για τις οπλές του νοιάζομαι,
χτενίζω με την βούρτσα χαίτη και ουρά
κι απ’ τον λαιμό έως τα πλευρά
με ανοιχτή παλάμη θωπεύω.
Σκεπάζω τ’ άλογο με την παλιά κουβέρτα
και την αρματωσιά του
σέλα και χάμουρα, στολισμένα φυλαχτά
ακουμπώ προσεκτικά στην μάντρα.
Το περήφανο άτι τώρα έχω για θεό
γιατί έφιππος στην Μικρασία κάλπασα
να δω όλη την γη που περιουσία μου ήταν και κληρονομιά
και για να φθάσουμε ως εκεί που τα κτήματα τελειώναν
βάλαμε σημάδια στα δυο ποτάμια
και κοιμηθήκαμε μέσα στην σύναξη των αστεριών.

Στην διανυκτέρευση μου αυτή εφιάλτη είδα
το παππού μου πρόσφυγα να ψάχνει τ’ αδέρφια του
στους δρόμους απ’ όπου είχα περάσει
και σου μεταφέρω το λόγια του
πως κι ο Οδυσσέας
την Τροία για ν’ αλώσει
τον Δούρειο μηχανεύτηκε
το πελώριο κούφιο Άλογο
αλλά για την απάτη του αυτή
ζημιώθηκε απ’ τους θεούς στου νόστου το ταξίδι.

Άλλωστε  και τον Διομήδη τον Θρακιώτη
όταν απ’ τον Ηρακλή νικήθηκε
τα θαυμαστά κι άγρια άλογα του,
ίδιες οι κόρες του μεταμορφωμένες,
κατασπαράξαν.

~.~

 

Βωμός

Στην πέτρα την μονή και την μόνη λιόδεντρα κυκλωμένη,
που κερασφόρου θεού βάθρο
και βωμός, καρπών κι αίματος, στεκόταν
ο Φαύνος, παίζοντας ωραία,
το σουραύλι, την φλογέρα
διαλέγει την ανοιξιάτικη μέρα κι ανεβαίνει
ανεμίζοντας αλόγου χαίτη και ουρά
και με τις οπλές τα σαπρόφυτα που ήταν καλυμμένη
σαλεύει  με χλιμιντρίσματα
και των μυγών το βουητό.
Στα σάπια φρούτα της θυσίας, τάματα και προσφορές κι αποκαΐδια
Νύμφες κι Αμαδρυάδες τον ζητούν  στο σμίξιμο
του Έρωτα.

ΝΙΚΟΛΑΣ ΚΑΚΑΤΣΑΚΗΣ

Νέοι ποιητές ενός νέου αιώνα | 16. Δανάη Σιώζιου

ΔΙΑΡΚΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ 2000-2020

Ποιά ἡ ποίηση τοῦ 21ου αἰώνα καὶ ποιοί οἱ ποιητές της; Χιλιάδες ποιητικὲς συλλογές, εἴτε τυπωμένες ἀπὸ ἐπώνυμους οἴκους εἴτε αὐτοεκδόσεις, ἑκατοντάδων ἢ καὶ χιλιάδων ποιητῶν ποὺ ἀναζητοῦν τὴν θέση τους στὴν Νεοελληνικὴ Λογοτεχνία. Τί μένει ὅμως καὶ τί περνάει ἀπὸ τὴν κρησάρα τῆς κριτικῆς; Τί ἐπιβιώνει –ἢ ἔστω, τί φαίνεται ὅτι μπορεῖ νὰ ἐπιβιώσει– στὴν μνήμη τῆς ἀναγνωστικῆς κοινότητας;

Ἀποπειρώμενο μιὰν ἀπάντηση στὰ παραπάνω, τὸ Νέο Πλανόδιον ἐγκαινιάζει τὴν ἑβδομαδιαία στήλη ‘‘Νέοι ποιητὲς ἑνὸς νέου αἰώνα. Διαρκὴς ποιητικὴ ἀνθολογία 2000-2020’’. Γιὰ διάστημα δύο ἐτῶν καὶ ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὸν Φεβρουάριο τοῦ 2019, θὰ ἀνθολογοῦμε κάθε ἑβδομάδα ἀπὸ ἕνα ἢ περισσότερα ποίηματα ἑνός/μιᾶς συγγραφέα, ποὺ θὰ πληροῦν δύο προϋποθέσεις: θὰ εἶναι α) δημοσιευμένα μετὰ τὸ 2000, καὶ β) γραμμένα ἀπὸ ποιήτριες ἢ ποιητὲς 45 ἐτῶν καὶ νεώτερους, γεννημένους δηλαδὴ ἀπὸ τό –σημαδιακό– 1974 καὶ ἑξῆς.

Τὰ ποιήματα θὰ παρατίθενται πολυτονισμένα, δίχως ὅμως ἄλλες παρεμβάσεις στὸ πρωτότυπο. Ἐπίσης, στὸ τέλος κάθε ἑξαμήνου θὰ δημοσιεύεται στὸν ἱστότοπο ὁ Θησαυρὸς Ἀναγνώσεων τῶν ἀνθολόγων μὲ τὴν μορφὴ ἀναλυτικοῦ καταλόγου, ὅπου καὶ θὰ καταγράφονται ὅλες οἱ ποιητικὲς συλλογὲς ποὺ εἴδαμε στὸ διάστημα αὐτό. Τὰ ποιήματα ποὺ θὰ προκύψουν στὸ πέρας τῆς διαρκοῦς αὐτῆς ἀνθολόγησης, συμπληρωμένα ἐνδεχομένως καὶ μὲ ἄλλα, θὰ ἀποτελέσουν τὸν κορμὸ μιᾶς ἔντυπης Ἐκλογῆς.

Οἱ σκοποὶ τοῦ ἐγχειρήματος, δύο: νὰ ἀναδείξουμε τὰ ἀξιανάγνωστα ποιήματα ποὺ γράφονται στὶς μέρες μας ἀπὸ νέους ποιητές· καὶ νὰ συμβάλλουμε στὴν ἐπόπτευση τῆς νεοελληνικῆς ποίησης τοῦ αἰώνα μας, μακριὰ ἀπὸ παρελκυστικὲς κατηγοριοποιήσεις, αἰσθητικὲς ἢ/καὶ ἰδεολογικές.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ – ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΟΡΔΑΣ


Μὲ δεδομένο τὸν τεράστιο ὄγκο τῆς τρέχουσας ποιητικῆς παραγωγῆς, ποὺ ξεπερνᾶ τοὺς 800 τίτλους ἐτησίως (813 γιὰ τὸ 2017, βάσει ἐπίσημων στοιχείων ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴ Βιβλιοθήκη), οἱ ἀνθολόγοι δὲν τρέφουν ψευδαισθήσεις ὅτι εἶναι σὲ θέση νὰ τὴν παρακολουθήσουν στὴν πληρότητά της. Ὑπόσχονται ὅμως νὰ ἐξετάσουν φιλότιμα ὅλα τὰ βιβλία ποὺ θὰ τεθοῦν ὑπ’ ὄψιν τους. Οἱ φίλοι νέοι ποιητὲς μποροῦν νὰ τὰ στέλνουν στὶς διευθύνσεις: Ἀγησιλάου 7, Ἡράκλειο Ἀττικῆς, 141-22 καὶ Ἁγ. Φανουρίου 2, Ζωγράφου, 157-72 [Μὲ τὴν ἔνδειξη: “Α.Β.Γ.-Α.Κ. γιὰ τὸ Ν.Π.” στὰ στοιχεῖα τοῦ παραλήπτη].


Δανάη Σιώζιου

(Χρήσιμα Παιδικὰ Παιχνίδια, Ἀθήνα, Ἀντίποδες, 2016)

10338759_329864053829339_6072563862714354427_n

Ὕπνος μικρός

Ξεχωρίζει μὲ κλειστὰ μάτια
τὸ σούρσιμο τοῦ φιδιοῦ
ἀπὸ τῆς σαύρας

διαφορετικὰ βαραίνει πάνω του
τὸ φύλλο τῆς καστανιᾶς
ἀπὸ τῆς κερασιᾶς.

Δὲν κινδυνεύει ὁ λιλιπούτειος κόσμος
ἀπὸ τὸ σῶμα του
μικρὸ καὶ ἐλαφρὺ πολύ

λαγοκοιμᾶται
πάνω στὸ νερὸ χορτάρι
συμφιλιωμένο μὲ τὸ χῶμα

κανένα ἀπὸ τὰ δύο
δὲν τὸ διεκδικεῖ
ἀκόμα.

~.~

Ἡ ρίζα

Συχνὰ ὁραματίζεται ἕνα σπίτι στὸν ἀέρα
σὰν ἄσκηση χαλάρωσης.

«Κράτησέ μου τὸ κεφάλι», μὲ παρακαλεῖ,
«πρέπει νὰ μοῦ κρατήσεις τὸ κεφάλι καὶ νὰ τὸ πιέσεις».
Τὸν διαβεβαιώνω πὼς δὲν ὑπάρχει κανένα πρόβλημα μὲ τὸ κεφάλι.
Στὴν πραγματικότητα τὸ φαντάζομαι ἀνοιγμένο,
νὰ τὸ ἐξερευνῶ μὲ τὸ δάχτυλο, μὲ ἕνα μικροσκόπιο
γιὰ μάτι.

Ὁραματιζόμαστε ἕνα σπίτι στὸν ἀέρα.

Βρισκόμαστε τώρα στὸ βυθό
ἐκεῖ κάτι καίγεται.

~.~

Πιερότοι

Ποὺ ἤμασταν παχουλὰ μωρὰ
ποτὲ δὲν μᾶς τὸ συγχώρεσαν
μᾶς τσιμποῦσαν τὰ μάγουλα
μᾶς στρίμωχναν σὲ διχτυωτὰ πάρκα
μὲ κόπο σκαρφαλώσαμε
κι ὅταν ἐπιτέλους γλιτώσαμε
δὲν ξαναβάλαμε
ποτὲ πιὰ συνολάκια.


Ἡ Δανάη Σιώζιου γεννήθηκε τὸ 1987. Μεγάλωσε στὴν Καρλρούη καὶ στὴν Καρδίτσα. Ὑπῆρξε συνεκδότρια καὶ μέλος τῆς ὀμάδας τοῦ περιοδικοῦ Τεφλόν. Ἔχει ἐκδώσει τὸ ποιητικὸ βιβλίο: Χρήσιμα Παιδικὰ Παιχνίδια (2016).

Νέοι ποιητές ενός νέου αιώνα | 15. Σταύρος Μπουρδάκης

ΔΙΑΡΚΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ 2000-2020

Ποιά ἡ ποίηση τοῦ 21ου αἰώνα καὶ ποιοί οἱ ποιητές της; Χιλιάδες ποιητικὲς συλλογές, εἴτε τυπωμένες ἀπὸ ἐπώνυμους οἴκους εἴτε αὐτοεκδόσεις, ἑκατοντάδων ἢ καὶ χιλιάδων ποιητῶν ποὺ ἀναζητοῦν τὴν θέση τους στὴν Νεοελληνικὴ Λογοτεχνία. Τί μένει ὅμως καὶ τί περνάει ἀπὸ τὴν κρησάρα τῆς κριτικῆς; Τί ἐπιβιώνει –ἢ ἔστω, τί φαίνεται ὅτι μπορεῖ νὰ ἐπιβιώσει– στὴν μνήμη τῆς ἀναγνωστικῆς κοινότητας;

Ἀποπειρώμενο μιὰν ἀπάντηση στὰ παραπάνω, τὸ Νέο Πλανόδιον ἐγκαινιάζει τὴν ἑβδομαδιαία στήλη ‘‘Νέοι ποιητὲς ἑνὸς νέου αἰώνα. Διαρκὴς ποιητικὴ ἀνθολογία 2000-2020’’. Γιὰ διάστημα δύο ἐτῶν καὶ ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὸν Φεβρουάριο τοῦ 2019, θὰ ἀνθολογοῦμε κάθε ἑβδομάδα ἀπὸ ἕνα ἢ περισσότερα ποίηματα ἑνός/μιᾶς συγγραφέα, ποὺ θὰ πληροῦν δύο προϋποθέσεις: θὰ εἶναι α) δημοσιευμένα μετὰ τὸ 2000, καὶ β) γραμμένα ἀπὸ ποιήτριες ἢ ποιητὲς 45 ἐτῶν καὶ νεώτερους, γεννημένους δηλαδὴ ἀπὸ τό –σημαδιακό– 1974 καὶ ἑξῆς.

Τὰ ποιήματα θὰ παρατίθενται πολυτονισμένα, δίχως ὅμως ἄλλες παρεμβάσεις στὸ πρωτότυπο. Ἐπίσης, στὸ τέλος κάθε ἑξαμήνου θὰ δημοσιεύεται στὸν ἱστότοπο ὁ Θησαυρὸς Ἀναγνώσεων τῶν ἀνθολόγων μὲ τὴν μορφὴ ἀναλυτικοῦ καταλόγου, ὅπου καὶ θὰ καταγράφονται ὅλες οἱ ποιητικὲς συλλογὲς ποὺ εἴδαμε στὸ διάστημα αὐτό. Τὰ ποιήματα ποὺ θὰ προκύψουν στὸ πέρας τῆς διαρκοῦς αὐτῆς ἀνθολόγησης, συμπληρωμένα ἐνδεχομένως καὶ μὲ ἄλλα, θὰ ἀποτελέσουν τὸν κορμὸ μιᾶς ἔντυπης Ἐκλογῆς.

Οἱ σκοποὶ τοῦ ἐγχειρήματος, δύο: νὰ ἀναδείξουμε τὰ ἀξιανάγνωστα ποιήματα ποὺ γράφονται στὶς μέρες μας ἀπὸ νέους ποιητές· καὶ νὰ συμβάλλουμε στὴν ἐπόπτευση τῆς νεοελληνικῆς ποίησης τοῦ αἰώνα μας, μακριὰ ἀπὸ παρελκυστικὲς κατηγοριοποιήσεις, αἰσθητικὲς ἢ/καὶ ἰδεολογικές.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ – ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΟΡΔΑΣ


Μὲ δεδομένο τὸν τεράστιο ὄγκο τῆς τρέχουσας ποιητικῆς παραγωγῆς, ποὺ ξεπερνᾶ τοὺς 800 τίτλους ἐτησίως (813 γιὰ τὸ 2017, βάσει ἐπίσημων στοιχείων ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴ Βιβλιοθήκη), οἱ ἀνθολόγοι δὲν τρέφουν ψευδαισθήσεις ὅτι εἶναι σὲ θέση νὰ τὴν παρακολουθήσουν στὴν πληρότητά της. Ὑπόσχονται ὅμως νὰ ἐξετάσουν φιλότιμα ὅλα τὰ βιβλία ποὺ θὰ τεθοῦν ὑπ’ ὄψιν τους. Οἱ φίλοι νέοι ποιητὲς μποροῦν νὰ τὰ στέλνουν στὶς διευθύνσεις: Ἀγησιλάου 7, Ἡράκλειο Ἀττικῆς, 141-22 καὶ Ἁγ. Φανουρίου 2, Ζωγράφου, 157-72 [Μὲ τὴν ἔνδειξη: “Α.Β.Γ.-Α.Κ. γιὰ τὸ Ν.Π.” στὰ στοιχεῖα τοῦ παραλήπτη].


Σταῦρος Μπουρδάκης

(Θρῆνοι καὶ μύθοι, Ἀθήνα, Ὄστρια, 2017)

1280px-Albino_Alligator_2008

Ἡ Ρεβέκα

Τῆς εἶπα λόγια ἀγάπης
γιὰ τὰ ὡραῖα της μαλλιά,
μά ἐκείνη ἔσφιξε τὰ δόντια
καὶ μοῦ δωσε μιὰ μπουνιά.

Αἱμόφυρτος στὸ πάτωμα ἀναφωνῶ:
«δὲν τὸ περίμενα αὐτὸ Ρεβέκα!»
Ἄντρας δὲν μοῦ τὴν ἄστραψε
καὶ μοῦ τὴν ἄστραψε γυναίκα.

~.~

Οἱ κροκόδειλοι στὴ Γουινέα

Ξύπνησα σήμερα μὲ τὴν ψυχὴ στὰ πόδια καὶ δὲν μπο-
ροῦσα νὰ τὴν σηκώσω γιὰ νὰ βγῶ ἀπὸ τὸ κρεβάτι που
ἤμουνα χωμένος. Μπορεῖ νὰ μὴν εἶχα δουλειὰ νὰ κάνω, ἀλ-
λὰ μὲ εἶχε τόσο πλακώσει, ποὺ ἔπρεπε νὰ σηκωθῶ καὶ νὰ
τὴν βάλω νὰ πιεῖ καφὲ γιὰ νὰ ἀνακουφιστεῖ.
Ἀφοῦ εἶναι τόσο βαριὰ τὰ πόδια, εἶπα, ἂς σηκώσω τὴν
πλάτη. Ἔτσι σηκώθηκα ὁ μισὸς καὶ κοίταγα τὰ πόδια.
Συνέχισαν νὰ εἶναι βαριά, ὁπότε γύρισα στὸν πισινό μου
καὶ κάθισα στὸ κρεβάτι καὶ ξανακοίταξα τὰ πόδια.
Τὸ πῆρα τελικὰ ἀπόφαση καὶ σηκώθηκα ὁλόκληρος. Ἄρ-
χισα νὰ τρεκλίζω, ὥσπου ἡ ψυχὴ πῆγε σὲ ὅλο τὸ σῶμα καὶ
μπόρεσα νὰ περπατήσω.
Ἡ μέρα ἦταν ἐλαφρὰ φωτισμένη ἀπὸ τὸν πρωινὸ ἥλιο
καὶ οἱ γάτες νιαούριζαν. Ἄρχισαν πάλι νὰ μὲ γεμίζουν σκέ-
ψεις ποὺ εἶχα ξεχάσει.
Στὴν τηλεόραση ἡ κυβέρνηση καὶ ἡ ἀντιπολίτευση καὶ
ὅλοι οἱ ἄλλοι πολιτευόμενοι, προσπαθοῦσαν σκληρὰ νὰ
βελτιώσουν τὰ πράγματα, ἔτσι ὥστε νὰ ἔχω κάπου νὰ πάω
τὸ πρωί, ἔτσι ὥστε μετὰ ἀπὸ χρόνια νὰ πάρω σύνταξη καὶ
νὰ μὴν ἔχω πάλι ποῦ νὰ πάω. Στὰ ἐνδιάμεσα χρόνια, πολλὰ
βέβαια μπορεῖ νὰ συμβοῦν.
Ξύπνησα σήμερα τὸ πρωὶ καὶ χαίρομαι ποὺ δὲν βρέχει.
Ξύπνησα καὶ σκέφτομαι τὰ πάντα, μέχρι καὶ τοὺς κροκό-
δειλους στὴ Γουινέα.

~.~

Τὸ ξημέρωμα τοῦ θνητοῦ

Κάθομαι καὶ παρατηρῶ ἀπὸ τὸ παντζούρι μου,
ὁ ἥλιος σπέρνει τὸ φῶς του σ’ ἕνα χάος
ἀπὸ πολυκατοικίες.
Μεταλλικὰ κατασκευάσματα σκίζουν τὸν οὐρανό,
ἀφήνοντας ὑπόκωφους ἤχους.
Πολιτισμένα ὄντα ποὺ τὰ ὀνομάζουν
συνανθρώπους μου, ντυμένα βολτάρουν.
Ἕνα μαυρωπὸ πλάσμα μὲ φτερὰ
ποὺ τὸ λένε στὸν τόπο μου μύγα,
κυκλοφέρνει πίσω μου βουίζοντας.

Ἡ τηλεόραση ἠχεῖ καὶ ἀναβοσβήνει,
τὸ σῶμα μου ἀνασαίνει καὶ ἠλεκτρίζεται,
τὸ μυαλό μου πλέκει συνειρμούς,
μὴ μπορώντας νὰ ἐννοήσει,
καὶ φτάνω στὸ τέλος καὶ ἀναρωτιέμαι:
ποῦ στὸ διάολο βρίσκομαι;


Ὁ Σταῦρος Μπουρδάκης γεννήθηκε στὴν Ἀθήνα τὸ 1984. Σπούδασε Ψυχολογία στὸ Πάντειο Πανεπιστήμιο. Ἔχει ἐκδώσει τὸ ποιητικὸ βιβλίο Θρῆνοι καὶ μύθοι (2017).

Ο στίχος τοξωτό γεφύρι

~.~

της ΧΡΥΣΟΥΛΑΣ ΣΠΥΡΕΛΗ

Δημήτρης Ε. Σολδάτος,
Στην δροσιά του Δροσίνη,
έκδοση εκτός εμπορίου,
Λευκάδα 2019

Μιαν εξαιρετική συνομιλία ανοίγει στο βιβλίο αυτό ο αναγνώστης-ποιητής Δημήτρης Ε. Σολδάτος με το έργο του Γεωργίου Δροσίνη (1859-1951).

Παρόλο που τους χωρίζει ηλικιακά ένας και πλέον αιώνας, εντούτοις είναι εμφανές άλλη μια φορά ότι το άχρονο της ποίησης θα παραβλέπει τις χρονικές συμβάσεις των ανθρωπίνων και θα ενώνει τους ποιητικούς φθόγγους, όσο ο Αναγνώστης συναντάει το Ποίημα και όσο το Ποίημα αναμένει τον Αναγνώστη και τον καλοδέχεται στον ρυθμικό και θεματικό του τόπο. Νομίζω ότι στην προκείμενη περίπτωση συνέβησαν και τα δυο. Ο τίτλος Στην δροσιά του Δροσίνη είναι ευφυέστατος καθώς υποδηλώνει ευθέως την ποιητική συνομιλία.

Άλλωστε ο Δημήτρης Ε. Σολδάτος με παραστατικό και εξομολογητικό τόνο αναφέρεται στην γονιμοποιό επίδραση της προσωπικής του ανάγνωσης, που εν συνεχεία τον οδήγησε στη γραφή: «και με κυρίευσε το δαιμόνιο: να γράψω ποιήματα σαν κι αυτά, για να έχω τη χαρά να τα διαβάσω. Μια ψιχάλα, στην αρχή, έφερε το πρωτοβρόχι. Κατόπιν ξέσπασε η μπόρα, η νεροποντή. Κατακλυσμός Κυρίου! Οι καταρράκτες του μυαλού μου βροντούσαν κελαηδιστά νερά […] Κοιμόμουν ελάχιστα, ζούσα σαν υπνωτισμένος. Στιχουργούσα ακαταπαύστως. Δεν έγραφα ακριβώς, έγραφα καθ’ υπαγόρευσιν. Λες και κάποιος μου ψιθύριζε στίχους στ’ αυτί» (σελ. 13).

Η συλλογή των ποιημάτων του, όπως ο ίδιος γράφει στην εισαγωγή του, «αποτελείται από παραλλαγμένα ποιήματα του Δροσίνη, που ορισμένα λειτουργούν ως αντίστιξη του αρχικού νοήματος ή παρωδούν την εποχή που διανύουμε, άλλοτε υπογείως και άλλοτε εμφανώς. Άλλα σκιαγραφούν δικές μου ιστορίες με το δικό τους ύφος. Άλλα συμπληρώνουν στίχους του, στην προσπάθεια μου να συνομιλήσω μαζί του γεφυρώνοντας του καιρού το χάσμα» (σελ. 14).

Οι στίχοι του ομοιάζουν με λαμπρά κομψά εικονίσματα στη διαδρομή του χρόνου τα οποία αφενός ελκύουν τον διερχόμενο αναγνώστη ή τον ερευνητή να σταθεί και να περιεργαστεί από κοντά την θαυμάσια τεχνική και το περιεχόμενό τους και αφετέρου μνημειώνουν τον Πρόγονο Ποιητή, ανανεώνοντας ταυτόχρονα την νοηματοδότηση του ποιητικού λόγου. Θα τολμήσω να καταθέσω ελάχιστα σχόλια για δυο ποιήματα από τη συλλογή Στην δροσιά του Δροσίνη.

Α. Οι “ΣΥΝΟΔΟΙΠΟΡΟΙ” (σελ. 40) είναι κατά τη γνώμη μου ένα από τα ωραιότερα ποιήματα που αναδεικνύει το φαινόμενο του ποιητικού διαλόγου με έναν ιδιότυπο εικονιστικό και αντιστικτικό τρόπο. Ο Δ. Σ. διαισθανόμενος την υπέρτατη συν-κίνηση (συγκίνηση) που προκαλεί η συνάντησή του με τον μακρινό πρόγονο και με απόλυτο σεβασμό και θαυμασμό προς τον ομότεχνό του αρχίζει με την εξής κορυφαία τετράστιχη στροφή όπου περιέχεται όλη η θεωρία της διακειμενικότητας.

Συνοδοιπόροι όχι, δεν κινήσαμε.
Στο χάσμα του καιρού το τρίσβαθο, όμως,
ο στίχος τοξωτό γεφύρι στάθηκε
του καθενός μας για να σμίξει δρόμος.

Εσύ τα ταπεινά στ’ αστέρια ύψωσες
κι εγώ ταπείνωσα όλα τα επηρμένα
και σύντριψα το μπρούντζο και το μάρμαρο –
πηλός εσύ και σύντριψες εμένα.

Σ’ απάτητες ηλιοκορφές ανέβηκες
και στάθηκα σ’ ανήλιαγες ραχούλες.
Καλόκαρδες βοσκούλες είχες Μούσες σου
κι εγώ ακατάδεχτες αρχοντοπούλες.

Εσύ βοτάνι της αγάπης έκοψες
κι εμένα η αγάπη έχει μαράνει
Στεφάνι δεν γυρεύω από δαφνόφυλλα –
έναν σου στίχο να ’γραφα μου φτάνει.

Ο τίτλος αλλά και ο πρώτος στίχος του ποιήματος παραπέμπουν ευθέως στον έμμετρο διάλογο που άνοιξε την εποχή του Μεσοπολέμου ο Παλαμάς με τον Δροσίνη, όπου ο πρώτος στέλνει το 1928 τους «Πεντασύλλαβους» στον ομότεχνό του και τον αναμένει ως κριτικό αναγνώστη και ο δεύτερος, οχτώ χρόνια αργότερα (το 1936), εκθειάζει το προβάδισμα αλλά και τον διαφορετικό ποιητικό δρόμο του αποστολέα. Ο ποιητής Σολδάτος, εν έτει 2019, αρχικά αφουγκράζεται και τους δυο, δηλαδή τον Παλαμά που επιλέγει για τον Δροσίνη την προσφώνηση “συνοδοιπόρος”i και την καταφατική απάντηση του Δροσίνη «Συνοδοιπόροι, ναι, κινήσαμε κι οι δυο»ii και ύστερα γράφει το δικό του ποίημα “Συνοδοιπόροι” προσδιορίζοντας πλέον την προσωπική του σχέση με τον Δροσίνη αλλά και με την ποίηση γενικότερα.

Απευθύνεται στο Δροσίνη αναλογικά με τον τρόπο που εκείνος «αποκρίθηκε» στον Παλαμά. Μορφικά ακολουθεί την εναλλαγή του 11σύλλαβου με τον 12σύλλαβο ιαμβικό στίχο καθώς και την τετράστιχη φόρμα των τεσσάρων στροφών του ποιήματος “Απόκριση στον Παλαμά”.iii Κρατάει επίσης από την κάθε στροφή αναγνωρίσιμες λέξεις του Δροσίνη όπως: Συνοδοιπόροι, κινήσαμε, καιρού, όμως, δρόμος (στροφή 1η). Εσύ, κι’ εγώ, το μπρούντζο και το μάρμαρο, πηλός, σύντριψες (στροφή 2η). Ανέβηκες, και στάθηκα, ραχούλες, Μούσες σου (στροφή 3η). Εσύ, Στεφάνι, από δαφνόφυλλα, φτάνει (στροφή 4η).

Επομένως συνειδητά συνεχίζει τον ποιητικό διάλογο ως επίγονος πλέον αυτών που συνομίλησαν εν ζωή μεταξύ τους. Το αξιοπρόσεκτο κυριαρχεί στην πρώτη στροφή. Ο Σολδάτος υπογραμμίζει την αθανασία της ποίησης που υπερβαίνει το Αδύνατον και καθιστά δυνατή τη συνάντηση των ποιητών ακόμα και «στο χάσμα του καιρού το τρίσβαθο». Υπέροχη σύλληψη η εικόνα του άυλου γεφυρώματος:«ο στίχος τοξωτό γεφύρι στάθηκε / του καθενός μας για να σμίξει δρόμος».

Β. “ΣΤΑ ΚΛΕΙΣΤΑ ΣΟΥ ΒΛΕΦΑΡΑ” (σελ. 46), είναι ο τίτλος του ποιήματος, του αφιερωμένου ολοφάνερα στο Δροσίνη. Αλλά και το παράθεμα στον υπότιτλο περιέχει στίχο του Δροσίνη από το έργο του Σπίθες στη Στάχτη (1940).iv Το ποίημα είναι διάστικτο από λέξεις που ηθελημένα παραπέμπουν σε τίτλους έργων του, χωρίς όμως να διαταράσσεται ο λυρισμός και ο δυναμισμός των στίχων. Αντιθέτως αναδεικνύεται όχι μόνο η θαυμαστική πρόθεση του επιγόνου προς το μακρινό ποιητικό πρόγονο αλλά κατατίθεται έμμετρα μέρος της εργογραφίας τουv με ποιητική μαεστρία.

Ιστοί Αράχνης σκέπασαν τους στίχους σου, Δροσίνη,
που Σταλακτίτες άστραφταν στ’ Αμάραντά σου ειδύλλια.
Τώρα Γαλήνη απλώθηκε. Τα Φωτερά Σκοτάδια,
μες στα Κλειστά σου Βλέφαρα, παρεκκλησιού καντήλια.

Η Πύρινη Ρομφαία σου ιτιά αστραποκαμένη.
Δυο μέτρα Χώμα Ελληνικό το μνήμα σου σκεπάζει.
Το Μοιρολόι της Όμορφης το πήρε το ποτάμι.
Σ’ Αλκυονίδες βροχερές η μέρα Θα Βραδιάζει.

Τα Σκόρπια Φύλλα της Ζωής, Βοτάνι της Αγάπης.
Λαμπάδες τα γραμμένα σου, Φευγάτα Χελιδόνια,
Σπίθες στην Στάχτη γίνανε, που σκύβοντας φυσάω
ν’ ανάψουν τα εφήμερα για να καούν στα αιώνια.

Τα πάντα εδώ εκκινούνται από την απέραντη ευγνωμοσύνη του Σολδάτου για την «ωραία ψυχή» του Δροσίνη. Εκείνου που χάρισε στο λαό ένα ποίημα για τους ξενιτεμένους (“Χώμα ελληνικό”) ή που διέσωσε τη μαγεία του δημοτικού τραγουδιού στο “Μοιρολόι της όμορφης” ή ακόμη που έστρεψε τα βλέμματα του αναγνώστη στην φυσική ομορφιά και στον πολιτισμικό θησαυρό του ελληνικού τόπου και κατ’ επέκταση του κόσμου, εμμένοντας όμως σταθερά στην «ευωδία του εφήμερου και τη λαχτάρα της αιωνιότητας». Έχω την εντύπωση πως κρατήθηκε γερά από αυτές τις αξίες και εγκάρδια πήρε το δρόμο να τον συναντήσει στο τοξωτό γεφύρι των στίχων. Άλλωστε ο ίδιος ο Σολδάτος καταθέτει ότι τον «ψυχοκάρδιωνε η φωνή» του Δροσίνη κάθε φορά που «απ’ τα ύψη δείλιαζε το μάτι».

Μην θες να φτάσεις σε κορφές
τη μοναξιά αν φοβάσαι.
Όσο ανεβαίνεις στα ψηλά
τόσο πιο μόνος θά ’σαι.

*Η κ. Χρ. Σπυρέλη είναι φιλόλογος, διδάκτωρ του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων


Σ Η Μ Ε Ι Ω Σ Ε Ι Σ

i Ο Παλαμάς έστειλε το βιβλίο του Πεντασύλλαβοι συνοδευόμενο με το εξής ποίημα το αφιερωμένο “Στο Δροσίνη”: Πώς αλλιώς / να σε πω; Ο συνοδοιπόρος, / χαίρε, ο πιο γερός, ο πιο παλιός / για τ’ ανέβασμα στου Τραγουδιού / τ’ Αγιονόρος. // Με το γέλασμα του παιγνιδιού / με το γνοιάσιμο του κόπου / δουλεμένο το βιβλίο μου καρτερεί / τη ματιά σου, θρέμμα ανθρώπου / που δεν είναι στη ζωή του μια στιγμή, / μια χαρά στην ύπαρξή του, δίχως / να ταράζει του τη σκέψη ο στίχος.

ii Μετά από χρόνια ο Δροσίνης δημοσιεύει στην ποιητική συλλογή Φευγάτα χελιδόνια (1936) ποίημα 4 τετράστιχων στροφών με τον τίτλο “Απόκριση στον Παλαμά” και μότο τους στίχους του Παλαμά «Πώς αλλιώς / να σε πω; Ο συνοδοιπόρος, / χαίρε»: «Συνοδοιπόροι ναι, μαζί κινήσαμε / στης Τέχνης το γλυκοξημέρωμα — όμως / με του καιρού το πέρασμα, χαράχτηκε / του καθενός μας χωριστός ο δρόμος: // Εσύ το Ωραίο μες στα μεγάλα ζήτησες / κι’ εγώ στα ταπεινά κι’ αποριμένα, / και δούλεψες το μπρούντζο και το μάρμαρο / κι’ άφησες τον πηλό της γης σ’ εμένα […]

iii Βλ. υποσημείωση ii.

iv «Σωρό τη στάχτη όπου θωρείς / φωτιά θα ’χει περάσει».

v Στους στίχους του ποιήματοςπεριέχονται οι παρακάτω τίτλοι έργων του Δροσίνη: στροφή 1η (ποίηση: Ιστοί Αράχνης, 1880. Σταλακτίται, 1881. Ειδύλλια, 1884. Αμάραντα, 1890. Γαλήνη, 1902. Φωτερά Σκοτάδια, 1915. Κλειστά βλέφαρα, 1918)·στροφή 2η (ποίηση: Πύρινη Ρομφαία-Αλκυονίδες, 1921. “Χώμα ελληνικό” από τη συλλογή Αμάραντα. Το μοιρολόι της όμορφης, 1927. Θα βραδιάζη, 1930)· στροφή 3η (πεζογραφία και ποίηση: Σκόρπια φύλλα της ζωής μου Α΄, 1940. Το βοτάνι της αγάπης, 1901. // Φευγάτα χελιδόνια, 1936. Σπίθες στη στάχτη, 1940. Λαμπάδες, 1947).

Ὁ «Φουτουρισμός» του Καρυωτάκη

2.jpg

~.~

Ὁ «Φουτουρισμός» τοῦ Καρυωτάκη

τοῦ ΘΑΝΑΣΗ ΓΑΛΑΝΑΚΗ

Κ. Γ. Καρυωτάκης: ἕνας συγγραφέας τῆς ἀνατροπῆς, ἐφόσον πάντοτε μᾶς ἀπασχολεῖ ὁ δημιουργικός –καὶ μόνον αὐτός– βίος του· ὅλα τὰ ὑπόλοιπα ἀφοροῦν ἄλλα πεδία, ἄλλον συγγραφέα, ἄλλη ἐργασία. Πρόκειται γιὰ μιὰν ἀνατροπὴ ποὺ ξεκινᾶ ἀπὸ τὶς μορφικὲς ἀκροβασίες στὰ ὅρια τοῦ παραδοσιακοῦ στίχου, συνεχίζοντας τὴ διάρρηξη ποὺ εἶχαν ξεκινήσει οἱ Παλαμᾶς, Καβάφης κ.ἄ. (ὁ κάθεὶς ἀπὸ τὸ μετερίζι του) καὶ φτάνοντας στὸ ἔντονο φλὲρτ μὲ τὶς εὐρωπαϊκὲς ποιητικὲς ἐξελίξεις καὶ τὸν ἐπελαύνοντα μοντερνισμό, τοῦ ὁποίου θὰ μπορούσαμε μὲ ἄνεση πλέον νὰ ὑποστηρίξουμε ὅτι ὑπῆρξε ἐκ τῶν κομβικῶν εἰσηγητῶν του στὴ νεοελληνικὴ περίπτωση.[1]

Ἡ σχέση τοῦ Καρυωτάκη μὲ τὰ ποιητικὰ ρεύματα τοῦ εἰκοστοῦ αἰώνα δὲν περνᾶ ἀπαρατήρητη. Ἡ πρώτη του ποιητικὴ συλλογή, Ὁ πόνος τοῦ ἀνθρώπου καὶ τῶν πραμάτων (1919) ἀνήκει ἐξ ὁλοκληρου στὸν συμβολισμὸ καὶ τὴν décadence, στοιχεῖα τῆς ὁποίας διατηρεῖ καθ’ ὅλη τὴν ποιητική του πορεία. Μὲ τὰ Νηπενθῆ (1921) καὶ τὰ Ἐλεγεῖα καὶ Σάτιρες (1927), ὁ Καρυωτάκης εἰσβαίνει στὸν μοντερνισμό –κάτι ποὺ οὕτως ἢ ἄλλως προετοίμαζε ἤδη ἀπὸ τὴν πρώτη συλλογή του–, χωρὶς ὅμως ν’ ἀφήνει τὴ συμβολιστικὴ εἰκονο-ποιητικὴ κατὰ μέρους. Πέραν αὐτῶν, στὰ νεανικά του ποιήματα –ὅπως, ἄλλωστε, καὶ σὲ ὁλόκληρο τὸ ἔργο του– ἐντοπίζονται παρνασσικὲς ἐπιδράσεις, ἐνῶ δὲ θὰ ἦταν ὑπερβολὴ σὲ ὁρισμένα σημεῖα τοῦ πρώιμου Καρυωτάκη νὰ κάνουμε λόγο γιὰ ὕπαρξη αἰσθητιστικῶν ψηγμάτων (πρβλ. ὅλα τὰ σημεῖα σύγκλισης τοῦ Καρυωτάκη μὲ τὸν Οὐάιλντ ἢ τὸν Πόου). Παράλληλα, ὁ ποιητικός του τρόπος, ἡ στιχουργία του καὶ οἱ ἀνατροπὲς ποὺ εἰσηγεῖται, ταυτίστηκαν μὲ τὸ κίνημα τῶν Γάλλων fantaisistes· τρανὴ ἀπόδειξη ἀποτελεῖ ἡ μετάφραση ποιημάτων ἀπὸ αὐτὸν τὸν κύκλο. Δὲν εἶναι λίγες οἱ μελέτες ποὺ ὑποστηρίζουν ἐπαρκῶς τὰ παραπάνω. Πλάι σ’ ὅλα αὐτά, ἀντικείμενο τῆς ἔρευνας ἔχει ἀποτελέσει καί ἡ σχέση τοῦ Καρυωτάκη μὲ ποιητὲς ἄλλων ρευμάτων τῆς πρωτοπορίας (λ.χ. ὑπερρεαλισμός)· τὸ γεγονὸς αὐτὸ ἀποδεικνύει τὴ δραστικότητα τῆς καρυωτακικῆς ποιητικῆς μέσῳ τῶν μελλοντικῶν “προβολῶν” της.[2]

Γίνεται, λοιπόν, σαφὲς ἀπὸ τὰ παραπάνω, ὅτι ὁ Καρυωτάκης κινεῖται μὲ ἐπιδεξιότητα ἀνάμεσα στὶς κυρίαρχες ποιητικὲς τάσεις τοῦ ὕστερου 19ου καὶ πρώιμου 20οῦ αἰώνα, ἐπιβεβαιώνοντας τὴν πλήρως ἐνημερωμένη ποιητική του φυσιογνωμία, ἡ ὁποία σταχυολογώντας τὰ καλύτερα στοιχεῖα κάθε ρεύματος τῆς προγενέστερής του ἐποχῆς, κατάφερε καὶ δημιούργησε ἕνα προσωπικὸ στύλ, ποὺ ἀνῆκε –φανερὰ πλέον– στὴ νεωτερικότητα. Μ’ ἄλλα λόγια, ὁ Καρυωτάκης ὑπῆρξε ἐντελῶς ἐντὸς τοῦ καιροῦ του. Ἡ θητεία του στὸν 19ο αἰώνα καὶ στοὺς τρόπους τῆς ποίησής του συνέβαλε στὴ διαμόρφωση τῆς συγγραφικῆς του φυσιογνωμίας καί σὲ ἐπίπεδο μορφῆς· ἡ θητεία αὐτή, ὅμως, ἐξελίχθηκε –κατόπιν τῆς ἐνσυνείδητης ἐπιλογῆς τοῦ ἰδίου– σ’ ἕναν (ἐκ)συγχρονισμὸ μὲ τὰ ποιητικὰ δρώμενα τοῦ καιροῦ του. Ἡ ἐνεργὴ ποιητικὴ δράση τοῦ Καρυωτάκη ἀνήκει ὁπωσδήποτε –παρὰ τὶς ὅποιες ἀφετηρίες της– στὸν 20ὸ αἰώνα.[3] (περισσότερα…)

Νέοι ποιητές ενός νέου αιώνα | 13. Γιάννης Στίγκας

ΔΙΑΡΚΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ 2000-2020

Ποιά ἡ ποίηση τοῦ 21ου αἰώνα καὶ ποιοί οἱ ποιητές της; Χιλιάδες ποιητικὲς συλλογές, εἴτε τυπωμένες ἀπὸ ἐπώνυμους οἴκους εἴτε αὐτοεκδόσεις, ἑκατοντάδων ἢ καὶ χιλιάδων ποιητῶν ποὺ ἀναζητοῦν τὴν θέση τους στὴν Νεοελληνικὴ Λογοτεχνία. Τί μένει ὅμως καὶ τί περνάει ἀπὸ τὴν κρησάρα τῆς κριτικῆς; Τί ἐπιβιώνει –ἢ ἔστω, τί φαίνεται ὅτι μπορεῖ νὰ ἐπιβιώσει– στὴν μνήμη τῆς ἀναγνωστικῆς κοινότητας;

Ἀποπειρώμενο μιὰν ἀπάντηση στὰ παραπάνω, τὸ Νέο Πλανόδιον ἐγκαινιάζει τὴν ἑβδομαδιαία στήλη ‘‘Νέοι ποιητὲς ἑνὸς νέου αἰώνα. Διαρκὴς ποιητικὴ ἀνθολογία 2000-2020’’. Γιὰ διάστημα δύο ἐτῶν καὶ ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὸν Φεβρουάριο τοῦ 2019, θὰ ἀνθολογοῦμε κάθε ἑβδομάδα ἀπὸ ἕνα ἢ περισσότερα ποίηματα ἑνός/μιᾶς συγγραφέα, ποὺ θὰ πληροῦν δύο προϋποθέσεις: θὰ εἶναι α) δημοσιευμένα μετὰ τὸ 2000, καὶ β) γραμμένα ἀπὸ ποιήτριες ἢ ποιητὲς 45 ἐτῶν καὶ νεώτερους, γεννημένους δηλαδὴ ἀπὸ τό –σημαδιακό– 1974 καὶ ἑξῆς.

Τὰ ποιήματα θὰ παρατίθενται πολυτονισμένα, δίχως ὅμως ἄλλες παρεμβάσεις στὸ πρωτότυπο. Ἐπίσης, στὸ τέλος κάθε ἑξαμήνου θὰ δημοσιεύεται στὸν ἱστότοπο ὁ Θησαυρὸς Ἀναγνώσεων τῶν ἀνθολόγων μὲ τὴν μορφὴ ἀναλυτικοῦ καταλόγου, ὅπου καὶ θὰ καταγράφονται ὅλες οἱ ποιητικὲς συλλογὲς ποὺ εἴδαμε στὸ διάστημα αὐτό. Τὰ ποιήματα ποὺ θὰ προκύψουν στὸ πέρας τῆς διαρκοῦς αὐτῆς ἀνθολόγησης, συμπληρωμένα ἐνδεχομένως καὶ μὲ ἄλλα, θὰ ἀποτελέσουν τὸν κορμὸ μιᾶς ἔντυπης Ἐκλογῆς.

Οἱ σκοποὶ τοῦ ἐγχειρήματος, δύο: νὰ ἀναδείξουμε τὰ ἀξιανάγνωστα ποιήματα ποὺ γράφονται στὶς μέρες μας ἀπὸ νέους ποιητές· καὶ νὰ συμβάλλουμε στὴν ἐπόπτευση τῆς νεοελληνικῆς ποίησης τοῦ αἰώνα μας, μακριὰ ἀπὸ παρελκυστικὲς κατηγοριοποιήσεις, αἰσθητικὲς ἢ/καὶ ἰδεολογικές.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ – ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΟΡΔΑΣ


Μὲ δεδομένο τὸν τεράστιο ὄγκο τῆς τρέχουσας ποιητικῆς παραγωγῆς, ποὺ ξεπερνᾶ τοὺς 800 τίτλους ἐτησίως (813 γιὰ τὸ 2017, βάσει ἐπίσημων στοιχείων ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴ Βιβλιοθήκη), οἱ ἀνθολόγοι δὲν τρέφουν ψευδαισθήσεις ὅτι εἶναι σὲ θέση νὰ τὴν παρακολουθήσουν στὴν πληρότητά της. Ὑπόσχονται ὅμως νὰ ἐξετάσουν φιλότιμα ὅλα τὰ βιβλία ποὺ θὰ τεθοῦν ὑπ’ ὄψιν τους. Οἱ φίλοι νέοι ποιητὲς μποροῦν νὰ τὰ στέλνουν στὶς διευθύνσεις: Ἀγησιλάου 7, Ἡράκλειο Ἀττικῆς, 141-22 καὶ Ἁγ. Φανουρίου 2, Ζωγράφου, 157-72 [Μὲ τὴν ἔνδειξη: “Α.Β.Γ.-Α.Κ. γιὰ τὸ Ν.Π.” στὰ στοιχεῖα τοῦ παραλήπτη].


Γιάννης Στίγκας

(Ἡ ὄραση θ’ ἀρχίσει ξανά, Ἀθήνα, Κέδρος, 2006)

1807

Ἔτσι ὅπως διαβάστηκε στὴν παλάμη μου καὶ σκόνταψα στ’ ἀλήθεια

Τόσες περιστροφὲς
κι ὅμως ὁ ἱστὸς τοῦ κόσμου
μιᾶς σπίθας ὑπόθεση
ν’ ἀνοίξουν οἱ ἀσκοὶ
νὰ γίνουν ὅλα Β΄ Γραμμικὴ
καὶ τυραννία τῆς στάχτης

Ἡ ὄραση θ’ ἀρχίσει ξανά

τὸ φῶς συνδράμει
ὅσο καὶ τὸ σκοτάδι

μιᾶς σπίθας ὑπόθεση ἡ ζωή

ἀλλοῦ ἡ ζωὴ
κι ἄλλοῦ ἡ σπίθα
Νὰ ἀφήσεις τὴν ἐπίλυση στὸν ἄνεμο

φρόντισε μὲ τὰ θαύματα
νὰ γίνεσαι χαρτοκλέφτρα
νὰ εἶναι ὁ ἔρωτας
τὸ Δέκα τοῦ Χαμοῦ
καὶ νὰ σὲ θέλει
*
Ἐγὼ τὸ χρόνο μου

χρὰκ καὶ χρὰκ

μ’ ἕνα τσεκούρι πισώπλατα
Τὰ ὑπόλοιπα
θὰ τὰ ποῦν στὶς ἐφημερίδες

Ποίησις εἶναι ἡ κορυφὴ τοῦ παγόβουνου
καὶ ἀπὸ κάτω
πανστρατιὲς οἱ βλαστήμιες
Ἀλλὰ ἐσὺ
κοίτα νὰ φτάσεις στὴν ἀγάπη
χωρὶς τὶς βαλίτσες σου

κοίτα

~.~
(Ἰσόπαλο τραῦμα, Ἀθήνα, Κέδρος, 2009)

21034232_1544173425621441_1522950707344014817_n

Ὁπλισμένο μὲ τρυφερότητα

 γιὰ τὴν Κατερίνα Ἀγγελάκη-Ρούκ

Γεμάτο πούπουλα
τὸ στῆθος της
ὁ ἴσκιος της
καὶ τὸ βαθύ της χέρι

γιατὶ ἀπὸ πολὺ μικρὴ
παίζει τὸ μ’ ἀγαπᾶ
δὲν μ’ ἀγαπᾶ

μὲ τὸ φτέρωμα τῶν ἀγγέλων

Δὲν τὸ κάνει γιὰ τὴν ἀπάντηση

τὸ κάνει γιὰ νὰ μὴ φεύγουν

~.~

Ἡ ἐπείγουσα ἁγιότητα τοῦ Ντύλαν Τόμας

Ἀπ’ ὅλους τοὺς Θωμάδες
ὁ πιὸ ἔμπιστος
σ’ ἐμένανε
ποτὲ δὲν ἐμαρτύρησε
τί σόι ὑποστυλώματα
γυρεύει τὸ σκοτάδι

αὐτός

ἀνθρακωρύχος πάντα του
νὰ βρεῖ τὴ φλέβα τῆς κατάνυξης
ὅλα της τὰ διαμάντια

ἄλλοι τὰ θέλουν γιὰ κοσμήματα
κι ἄλλοι νὰ κάνουνε διάρρηξη
στὰ πιὸ ψηλὰ μεσάνυχτα
ἐπ’ αὐτοφώρῳ ἀθῶοι

ἅμα συμπέσει καὶ πανσέληνος
μπορεῖς καὶ ν’ ἀπαγάγεις τὸ Θεό

κι οὔτε παζάρια

τίποτα

μονάχα νὰ κοιτάζεστε
μοιράζοντας τὸν πανικὸ ἰσότιμα
τὸν πανικὸ στὰ δύο

Τώρα καταλαβαίνω Ντύλαν μου
πῶς μπόρεσες καὶ ἔζησες

μονάχα μὲ τὰ μάτια


Ὁ Γιάννης Στίγκας γεννήθηκε στὴν Ἀθήνα τὸ 1977. Σπούδασε ἰατρική. Ἔχουν ἐκδοθεῖ οἱ ἑξῆς ποιητικὲς συλλογές του: Ἡ ἀλητεία τοῦ αἵματος (2004), Ἡ ὄραση θ’ ἀρχίσει ξανά (2006), Ἰσόπαλο τραῦμα (2009), Ὁ δρόμος μέχρι τὸ περίπτερο (2012), Βλέπω τὸν κύβο Ρούμπικ φαγωμένο (2014, β΄ ἔκδ. 2016)  Ἐξυπερὺ σημαίνει χάνομαι (2017.)

 

Καίτη Παυλή, Έξι ποιήματα

800px-Stymfalia_south_2006

Απελευθέρωση

Άνοιξε την εσθήτα της
Απελευθερώνοντας
Ένα μαύρο πουλί.

Τόσον καιρό
Τόση σιωπή
Πώς την άντεξε;

~.~
(περισσότερα…)

Νέοι ποιητές ενός νέου αιώνα | 9. Λένια Ζαφειροπούλου

ΔΙΑΡΚΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ 2000-2020

Ποιά ἡ ποίηση τοῦ 21ου αἰώνα καὶ ποιοί οἱ ποιητές της; Χιλιάδες ποιητικὲς συλλογές, εἴτε τυπωμένες ἀπὸ ἐπώνυμους οἴκους εἴτε αὐτοεκδόσεις, ἑκατοντάδων ἢ καὶ χιλιάδων ποιητῶν ποὺ ἀναζητοῦν τὴν θέση τους στὴν Νεοελληνικὴ Λογοτεχνία. Τί μένει ὅμως καὶ τί περνάει ἀπὸ τὴν κρησάρα τῆς κριτικῆς; Τί ἐπιβιώνει –ἢ ἔστω, τί φαίνεται ὅτι μπορεῖ νὰ ἐπιβιώσει– στὴν μνήμη τῆς ἀναγνωστικῆς κοινότητας;

Ἀποπειρώμενο μιὰν ἀπάντηση στὰ παραπάνω, τὸ Νέο Πλανόδιον ἐγκαινιάζει τὴν ἑβδομαδιαία στήλη ‘‘Νέοι ποιητὲς ἑνὸς νέου αἰώνα. Διαρκὴς ποιητικὴ ἀνθολογία 2000-2020’’. Γιὰ διάστημα δύο ἐτῶν καὶ ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὸν Φεβρουάριο τοῦ 2019, θὰ ἀνθολογοῦμε κάθε ἑβδομάδα ἀπὸ ἕνα ἢ περισσότερα ποίηματα ἑνός/μιᾶς συγγραφέα, ποὺ θὰ πληροῦν δύο προϋποθέσεις: θὰ εἶναι α) δημοσιευμένα μετὰ τὸ 2000, καὶ β) γραμμένα ἀπὸ ποιήτριες ἢ ποιητὲς 45 ἐτῶν καὶ νεώτερους, γεννημένους δηλαδὴ ἀπὸ τό –σημαδιακό– 1974 καὶ ἑξῆς.

Τὰ ποιήματα θὰ παρατίθενται πολυτονισμένα, δίχως ὅμως ἄλλες παρεμβάσεις στὸ πρωτότυπο. Ἐπίσης, στὸ τέλος κάθε ἑξαμήνου θὰ δημοσιεύεται στὸν ἱστότοπο ὁ Θησαυρὸς Ἀναγνώσεων τῶν ἀνθολόγων μὲ τὴν μορφὴ ἀναλυτικοῦ καταλόγου, ὅπου καὶ θὰ καταγράφονται ὅλες οἱ ποιητικὲς συλλογὲς ποὺ εἴδαμε στὸ διάστημα αὐτό. Τὰ ποιήματα ποὺ θὰ προκύψουν στὸ πέρας τῆς διαρκοῦς αὐτῆς ἀνθολόγησης, συμπληρωμένα ἐνδεχομένως καὶ μὲ ἄλλα, θὰ ἀποτελέσουν τὸν κορμὸ μιᾶς ἔντυπης Ἐκλογῆς.

Οἱ σκοποὶ τοῦ ἐγχειρήματος, δύο: νὰ ἀναδείξουμε τὰ ἀξιανάγνωστα ποιήματα ποὺ γράφονται στὶς μέρες μας ἀπὸ νέους ποιητές· καὶ νὰ συμβάλλουμε στὴν ἐπόπτευση τῆς νεοελληνικῆς ποίησης τοῦ αἰώνα μας, μακριὰ ἀπὸ παρελκυστικὲς κατηγοριοποιήσεις, αἰσθητικὲς ἢ/καὶ ἰδεολογικές.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ – ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΟΡΔΑΣ


Μὲ δεδομένο τὸν τεράστιο ὄγκο τῆς τρέχουσας ποιητικῆς παραγωγῆς, ποὺ ξεπερνᾶ τοὺς 800 τίτλους ἐτησίως (813 γιὰ τὸ 2017, βάσει ἐπίσημων στοιχείων ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴ Βιβλιοθήκη), οἱ ἀνθολόγοι δὲν τρέφουν ψευδαισθήσεις ὅτι εἶναι σὲ θέση νὰ τὴν παρακολουθήσουν στὴν πληρότητά της. Ὑπόσχονται ὅμως νὰ ἐξετάσουν φιλότιμα ὅλα τὰ βιβλία ποὺ θὰ τεθοῦν ὑπ’ ὄψιν τους. Οἱ φίλοι νέοι ποιητὲς μποροῦν νὰ τὰ στέλνουν στὶς διευθύνσεις: Ἀγησιλάου 7, Ἡράκλειο Ἀττικῆς, 141-22 καὶ Ἁγ. Φανουρίου 2, Ζωγράφου, 157-72 [Μὲ τὴν ἔνδειξη: “Α.Β.Γ.-Α.Κ. γιὰ τὸ Ν.Π.” στὰ στοιχεῖα τοῦ παραλήπτη].


Λένια Ζαφειροπούλου

(Paternoster Square. Μιὰ διαδρομὴ σὲ 53 στάσεις, Ἀθήνα, Πόλις, 2012)

09

47

Σάλπαραν γιὰ τὶς χῶρες ποὺ ἦταν ἄλαλες
Καὶ δὲν θὰ εἶχαν τί νὰ ἀποκριθοῦν
Τὰ πλοῖα τους πρόβαλαν πίσω ἀπὸ τοὺς βράχους
Ἄγνωστοι ὄγκοι μιᾶς θεομηνίας
Ποὺ προχωρεῖ χωρὶς νὰ βιάζεται
Οἱ ἄνθρωποι τῶν ἄλαλων χωρῶν
Σηκώσανε τὰ χέρια
Κι ἅρπαξαν τὸ κεφάλι τους

Ἀποβιβάστηκαν
Τὰ μάτια τῶν κατοίκων
Ἄστραψαν δίχως νόημα

Τὰ ἄγρια ζῶα
Μπῆκαν ἀργὰ ἀργὰ ἀπὸ τὶς βεράντες
Στὶς νέες ἐπαύλεις
Πήρανε θέση στὰ ἐπίσημα δωμάτια
Κι ἔγιναν διακόσμηση

Πρόθυμα ἡ γῆ ξαπλώθηκε γι’ αὐτούς
Ἔφτυσαν κάτω
Τὰ χέρια ἔβγαλαν ἀπὸ τὶς τσέπες
Καὶ τὴν πλησίασαν τρίβοντάς τα
Οἱ πράξεις ἔχασαν κι αὐτὲς
Τὰ παλαιὰ ὀνόματα

Ἔμπαιναν ἀνυπόδητοι στὰ σπίτια
Γεμάτη ἀναπαραγωγὴ
Ἦταν ἡ σκόνη αὐτῆς τῆς γῆς
Ἕτοιμη σὲ μιὰ νύχτα
Νὰ ὀρθώσει δέντρα πάνω στὸ χαλί

Στὸ πλάι τους τὸ μαστίγιό τους
Ἀνέβαινε σὰν κατοικίδιο πηδηχτὰ τὶς σκάλες
Ἐπάνω ἀπ’ τὸ κεφάλι τους οἱ γύπες
Ἔγραφαν στέμματα νοητά

~.~

(Σκληρὸ νὰ σκοντάφτεις σὲ πέτρες, Ἀθήνα, Πατάκης, 2016)

16603066_748522195325944_6112644418488486676_n
ΤΩΡΑ ΑΠΟ ΤΟ στηθαῖο τῆς γέφυρας
Τὰ χέρια σου ἀκουμποῦν ὅπως τῶν βασιλιάδων στὰ μπαλκόνια
Ἀκόμη
Καὶ τούτη ἡ στάση ἐπιτρέπεται

Καὶ ἄλλες πολλές
Μπορεῖς νὰ βγεῖς μὲ μιὰ κορόνα στὸ κεφάλι
Μὲ ἕνα ἔμβλημα πολεμικὸ στὸ στῆθος
Ἀπὸ ἐκεῖνα ποὺ βδελύσσονται ὅλοι
Νὰ ἐξακοντίσεις ὕβρεις
Πάνω ἀπ’ τὸν ποταμὸ πρὸς τὰ ὑπαίθρια ἀναψυκτήρια
Νὰ ἀναρτηθεῖς σὲ ἰστία
Νὰ ἐνσαρκωθεῖς ὡς προσβολή

Ἐδῶ εἶναι ἡ χώρα τῶν ὀνείρων
Μπάλες κυλοῦν χωρὶς ὁρμὴ καὶ σταματοῦν
Πάνω σὲ ἥρεμη χλόη
Τὸ πάθος ξαστοχεῖ τὸν ἑαυτό του
Ὅλοι οἱ πολίτες κάτοχοι
Περνοῦν τὴ γέφυρα
Ὅλοι κοιτοῦν ἴσια μπροστά
Πλάγια κοιτάζουν οἱ τουρίστες μόνο
Καὶ στέκουν μιὰ στιγμή

Ἐσὺ γιατί στέκεις ἐδῶ;
Τουρίστας; Κάτοχος;
Γιὸς τῶν κτητόρων;

Πάρε τὸ βλέμμα σου ἀπ’ τὴ θυγατέρα μας
Προχώρα στὴ δουλειά σου
–Γιὰ τὸ καλό σου ἐλπίζω νὰ ἔχεις κάποια–

Ἢ πήδα μὲ ἑτοιμότητα ἴσια κάτω
Ὅταν τὸ στόμα σου γεμίσει ἡ λάσπη τοῦ βυθοῦ
Θὰ ἐννοήσεις
Ἀπὸ τί ὑλικὸ εἴμαστε ὅλοι μας φτιαγμένοι
[…]

~.~

Ἰώβ Α’ 13-22

Καὶ ὅπως καθόμουν ἔρχεται ἕνα μήνυμα
Κλείδωσαν τὸ γραφεῖο σου καὶ τὰ κλειδιὰ τὰ πέταξαν
στὸ βόθρο. Κατέσχεσαν τοὺς ὑπολογιστές, τὰ ἔπιπλα
τὰ σήκωσαν, ἔκοψαν τὶς συνδέσεις, σταμάτησαν
κλιματισμὸ καὶ σφράγισαν τὸ κτίριο. Ἔμεινα δὲ μόνος
ἐγὼ γιὰ νὰ σοῦ τὸ ἀναγγείλω.
Καθὼς ἀκόμη διάβαζα, ἔρχεται ἄλλο μήνυμα.
Στὸν οἶκο σου εἰσέβαλαν οἱ αἰχμαλωτεύοντες,
φόρτωσαν τὰ χαλιὰ καὶ τὰ κοσμήματα, τὶς συσκευές,
τὸ πιάνο καὶ τοὺς πίνακες, τὰ ἔπιπλα καὶ τὰ ἁπαλὰ
κρεβάτια. Ἀπέκτειναν ἐν στόματι τὸν κηπουρό, τὸν
θυρωρό, τὴν καμαριέρα καὶ τοὺς γείτονες. Κι ἐγὼ ποὺ
χώθηκα μὲς στὸ ρολόι τοῦ τοίχου, σώθηκα κι ἔμεινα
νὰ σοῦ τὸ ἀναγγείλω.
Κι ἐνῶ ἀκόμη διάβαζα ἔρχεται ἄλλο μήνυμα.
Ἡ τράπεζα πτώχευση κήρυξε στοὺς κήρυκες.
Καπνὸς οἱ καταθέσεις καὶ τὰ ἀποθέματα ρευστοῦ
ἐξαντλήθηκαν. Ἄγνωστοι δὲ κατέκαυσαν τὴν τράπεζαν
καὶ τοὺς τραπεζικούς, γενηθήτω ἡ τράπεζα αὐτῶν εἰς
παγίδα καὶ ἐσώθην ἐγὼ μόνος γιὰ νὰ σοῦ τὸ ἀναγγείλω.
Καθὼς ἀκόμη διάβαζα ἔρχεται ἄλλο μήνυμα.
Πνεῦμα μέγα ἦλθεν ἀπὸ τῆς ἐρήμου καὶ ἥψατο τῶν
τεσσάρων ἀεροσκαφῶν ὅπου ἐπέβαιναν τὰ τέκνα σου
καὶ κατεκρημνίσθη καὶ ἐτελεύθησαν πάντες. Σωθείς δε
μόνος ἐγώ, ἦλθα νὰ σ’ τὰ ἀναγγείλω.

Σηκώθηκα.
Πῶς πάει παρακάτω;
Νὰ διαρρήξω νὰ εὐλογήσω
Αὐτὸς γυμνὸς ἐκ κοιλίας
γυμνὸς ἐκεῖ
ἔδωκεν ἔδοξεν
τὸ ὄνομα

Ὦ Θεέ μου κάπου θά ‘χω γραμμένη τὴ συνέχεια


Ἡ Λένια Ζαφειροπούλου γεννήθηκε στὴν Ἀθήνα τὸ 1979. Εἶναι λυρικὴ τραγουδίστρια, ποιήτρια καὶ μεταφράστρια. Ἔχουν ἐκδοθεῖ τὰ ποιητικά της βιβλία:Paternoster Square. Μιὰ διαδρομὴ σὲ 53 στάσεις (2013) καὶ Σκληρὸ νὰ σκοντάφτεις σὲ πέτρες (2016). Περισσότερες πληροφορίες στὴν προσωπική της ἱστοσελίδα: www.leniasafiropoulou.gr

 

Νέοι ποιητές ενός νέου αιώνα |8. Ελένη Κεφάλα

ΔΙΑΡΚΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ 2000-2020

Ποιά ἡ ποίηση τοῦ 21ου αἰώνα καὶ ποιοί οἱ ποιητές της; Χιλιάδες ποιητικὲς συλλογές, εἴτε τυπωμένες ἀπὸ ἐπώνυμους οἴκους εἴτε αὐτοεκδόσεις, ἑκατοντάδων ἢ καὶ χιλιάδων ποιητῶν ποὺ ἀναζητοῦν τὴν θέση τους στὴν Νεοελληνικὴ Λογοτεχνία. Τί μένει ὅμως καὶ τί περνάει ἀπὸ τὴν κρησάρα τῆς κριτικῆς; Τί ἐπιβιώνει –ἢ ἔστω, τί φαίνεται ὅτι μπορεῖ νὰ ἐπιβιώσει– στὴν μνήμη τῆς ἀναγνωστικῆς κοινότητας;

Ἀποπειρώμενο μιὰν ἀπάντηση στὰ παραπάνω, τὸ Νέο Πλανόδιον ἐγκαινιάζει τὴν ἑβδομαδιαία στήλη ‘‘Νέοι ποιητὲς ἑνὸς νέου αἰώνα. Διαρκὴς ποιητικὴ ἀνθολογία 2000-2020’’. Γιὰ διάστημα δύο ἐτῶν καὶ ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὸν Φεβρουάριο τοῦ 2019, θὰ ἀνθολογοῦμε κάθε ἑβδομάδα ἀπὸ ἕνα ἢ περισσότερα ποίηματα ἑνός/μιᾶς συγγραφέα, ποὺ θὰ πληροῦν δύο προϋποθέσεις: θὰ εἶναι α) δημοσιευμένα μετὰ τὸ 2000, καὶ β) γραμμένα ἀπὸ ποιήτριες ἢ ποιητὲς 45 ἐτῶν καὶ νεώτερους, γεννημένους δηλαδὴ ἀπὸ τό –σημαδιακό– 1974 καὶ ἑξῆς.

Τὰ ποιήματα θὰ παρατίθενται πολυτονισμένα, δίχως ὅμως ἄλλες παρεμβάσεις στὸ πρωτότυπο. Ἐπίσης, στὸ τέλος κάθε ἑξαμήνου θὰ δημοσιεύεται στὸν ἱστότοπο ὁ Θησαυρὸς Ἀναγνώσεων τῶν ἀνθολόγων μὲ τὴν μορφὴ ἀναλυτικοῦ καταλόγου, ὅπου καὶ θὰ καταγράφονται ὅλες οἱ ποιητικὲς συλλογὲς ποὺ εἴδαμε στὸ διάστημα αὐτό. Τὰ ποιήματα ποὺ θὰ προκύψουν στὸ πέρας τῆς διαρκοῦς αὐτῆς ἀνθολόγησης, συμπληρωμένα ἐνδεχομένως καὶ μὲ ἄλλα, θὰ ἀποτελέσουν τὸν κορμὸ μιᾶς ἔντυπης Ἐκλογῆς.

Οἱ σκοποὶ τοῦ ἐγχειρήματος, δύο: νὰ ἀναδείξουμε τὰ ἀξιανάγνωστα ποιήματα ποὺ γράφονται στὶς μέρες μας ἀπὸ νέους ποιητές· καὶ νὰ συμβάλλουμε στὴν ἐπόπτευση τῆς νεοελληνικῆς ποίησης τοῦ αἰώνα μας, μακριὰ ἀπὸ παρελκυστικὲς κατηγοριοποιήσεις, αἰσθητικὲς ἢ/καὶ ἰδεολογικές.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ – ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΟΡΔΑΣ


Μὲ δεδομένο τὸν τεράστιο ὄγκο τῆς τρέχουσας ποιητικῆς παραγωγῆς, ποὺ ξεπερνᾶ τοὺς 800 τίτλους ἐτησίως (813 γιὰ τὸ 2017, βάσει ἐπίσημων στοιχείων ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴ Βιβλιοθήκη), οἱ ἀνθολόγοι δὲν τρέφουν ψευδαισθήσεις ὅτι εἶναι σὲ θέση νὰ τὴν παρακολουθήσουν στὴν πληρότητά της. Ὑπόσχονται ὅμως νὰ ἐξετάσουν φιλότιμα ὅλα τὰ βιβλία ποὺ θὰ τεθοῦν ὑπ’ ὄψιν τους. Οἱ φίλοι νέοι ποιητὲς μποροῦν νὰ τὰ στέλνουν στὶς διευθύνσεις: Ἀγησιλάου 7, Ἡράκλειο Ἀττικῆς, 141-22 καὶ Ἁγ. Φανουρίου 2, Ζωγράφου, 157-72 [Μὲ τὴν ἔνδειξη: “Α.Β.Γ.-Α.Κ. γιὰ τὸ Ν.Π.” στὰ στοιχεῖα τοῦ παραλήπτη].


Ἑλένη Κεφάλα

(Μνήμη καὶ Παραλλαγές, Ἀθήνα, Πλανόδιον, 2007)

16406513_744541209057376_8428073417178507442_n

Μέλος

Ἁγιὰ Μαρίνα καὶ κυρὰ
ποὺ ἀποκοιμίζεις τὰ μωρὰ
πάρε καὶ τὸ δικό μου
ποὺ τόσα χρόνια πέρασαν
καὶ ὕπνος δὲν τὸ παίρνει.

Ἁγιὰ Μαρίνα καὶ κυρὰ
ποὺ ἀποκοιμίζεις τὰ μωρὰ
πάρε καὶ τὸ δικό μου
ποὺ τόσα χρόνια πέρασαν
κι ἀγέννητό ΄χει μείνει.

~.~

Παλίμψηστο

Χρόνος: 
Ἀδυσώπητος
Ὅπως ἡ σιωπή σου

Φοβᾶμαι πὼς εἶν’ ἀργὰ πιὰ 
Φοβᾶμαι πὼς πιὰ εἶναι πολὺ ἀργὰ

Σκεφτόταν ὁ Μοκτεζούμα
Ὅταν ἔφτασαν οἱ βάρβαροι στὴν Τενοχτιτλάν

 ~.~

(Χρονορραφία, Ἀθήνα, Νεφέλη, 2013)

11061968_10207330752132468_5037015475044831204_o

Μέρες τοῦ 1453

Κι ἀφοῦ εἶδε πὼς αὐτὸς ἐπέμενε
τοῦ τά ΄πε ὅλα. Πὼς θά ΄φταναν οἱ
ξένοι μὲ τὸ χλωμὸ τὸ δέρμα. Πὼς
θὰ μιλοῦσαν μιὰ γλώσσα παράξενη
κι ἀκατανόητη. Πὼς θά ΄χαν γένια
καὶ μαλλιὰ μέχρι τ’ αφτιά. Πὼς
θὰ κατέβαιναν ἀπὸ πλωτοὺς πύρ-
γους μὲ μακριὰ δοκάρια. Πὼς θὰ
καβαλοῦσαν πανύψηλα ἐλάφια χω-
ρὶς κέρατα. Πὼς ἀπ’ τὰ ὅπλα τους
θά ΄βγαινε φωτιά. Πὼς ὀγδόντα
μέρες κι ὀγδόντα νύχτες θὰ πολι-
ορκοῦσαν οἱ βάρβαροι τὴν Πόλη.
Πὼς θά ΄πεφτε στὰ χέρια τους καὶ
θ΄ ἀφανιζόταν ἡ Τενοχτιτλάν. Αὐτὰ
ἔμελλε νὰ δείξουν οἱ ὀκτὼ οἰωνοὶ
τοῦ Κετσαλκόατλ, μ΄ ἀλλιῶς θὰ
τοὺς ἑρμήνευε ὁ Σοκογιότσιν.

Ὁργισμένος ὁ αὐτοκράτορας ἔβα-
λε ἀμέσως νὰ ἐκτελέσουν τὸν πα-
ράφρονα ζητιάνο.

~.~

Περιμένοντας τὸν Κορτές

Κι ὅταν ἄκουσαν τὴν ἀλησμό-
νητη κραυγὴ τοῦ νεαροῦ μα-
ντατοφόρου πῆραν τὴν πόλη
πῆραν την, πῆραν τὴν Τεκοάκ,
στὴν Τλαξκάλα οἱ εὐγενεῖς
θορυβημένοι κάλεσαν πάραυ-
τα συμβούλιο κι εἶπαν πὼς
ἄλλη λύση δὲν ὑπάρχει καὶ
συμφώνησαν πὼς δὲν ὑπάρχει
ἄλλη ἐπιλογὴ κι ἀποφασίσαν
νὰ πᾶνε μὲ τὸ μέρος τους, νὰ
τοὺς καλοδεχτοῦν τοὺς πα-
ντοδύναμους βαρβάρους.


Ἡ Ἑλένη Κεφάλα γεννήθηκε στὴν Ἀθήνα τὸ 1975 καὶ μεγάλωσε στὴν Κύπρο. Εἶναι ἀναπληρώτρια καθηγήτρια Λατινοαμερικάνικης Λογοτεχνίας στὸ Πανεπιστήμιο τοῦ St. Andrews τῆς Σκωτίας. Ἔχουν ἐκδοθεῖ οἱ ποιητικές της συλλογές: Μνὴμη καὶ Παραλλαγὲς (2007) καὶ Χρονορραφία (2013).