ελληνική ποίηση

Μήτε Ελένες μήτε Βεατρίκες…

afanon
του ΘΕΟΔΟΣΗ ΒΟΛΚΩΦ
Ξάνθος Μαϊντάς,
Αφανών γυναικών,
Γαβριηλίδης, 2019

Όταν κάνουμε λόγο για «νεότητα» στον χώρο των γραμμάτων, δικαιούμαστε να μην κυριολεκτούμε. Μερικές φορές μάλιστα, η φυγόκεντρος κίνηση από τον πυρήνα της κυριολεκτούσας ενδοχώρας προς τις απελευθερωτικές και κάποτε στασιαστικές περιφέρειες της μεταφοράς μοιάζει επιβεβλημένη. Στη λογοτεχνία, καλώς ή κακώς, τα πάντα κρίνονται εκ του αποτελέσματος και μόνον. Γι’ αυτό και δεν μας ενδιαφέρει η βιολογική ηλικία του εκάστοτε συγγραφέα αυτή καθ’ αυτήν –μολονότι κι εκείνη μείζονα ρόλο διαδραματίζει κατά τη σύλληψη και μόρφωση του έργου του– αλλά η «ηλικία» της γραφής του.

Με άλλα λόγια, αυτό που κατά βάσιν μας αφορά δεν είναι τα νιάτα ή το γήρας ενός δημιουργού, αλλά τα νιάτα ή το γήρας του έργου του. Λέγοντας «νιάτα» τώρα, εννοούμε διανοητικές δυνάμεις ακμαίες, γονιμότητα πνευματική, σφρίγος στοχαστικό και κυριαρχία πάνω στα μέσα και τους τρόπους που o συγγραφέας μετέρχεται κατά την επίμοχθη μορφοπλαστική διαδικασία. Υπ’ αυτή την έννοια λοιπόν, ευρεία οπωσδήποτε αλλά όχι και αυθαίρετη, ο Ξάνθος Μαϊντάς (γ. 1950) διάγει αυτό ακριβώς: μια δεύτερη νεότητα. (περισσότερα…)

Ελένη Χαϊμάνη, Αντίφωνα

modigl

 

«Να σε βλέπω μισή να περνάς
στο νερό
και μισή να σε κλαίω
μες τον παράδεισο.»
Ο. ΕΛΥΤΗΣ, ΜΟΝΟΓΡΑΜΜΑ

Μην με κοιτάξεις σα περνώ ασυγκράτητα, μ’ ορμή
και σπρώχνω τους περαστικούς στις γειτονιές
της πόλης. Τίποτα πια δεν θα ’ναι ίδιο, μα
ένας καινούργιος κόσμος, εχθρικός, αγνώριστος
που θα τον επιβλέπω, με περιέργεια περισσή,
προσεχτικά, μέσα απ’ τα μικρά μου
τετράγωνα παράθυρα.
Κι αν υπάρχει λίγη λογική στον παραλογισμό μου,
αν κι εκείνος στην λογική μου εμφανίζεται ξανά
κι υπάρχει, καταρρίπτεται περίτρανα το κύρος
της Αλήθειας· η αλήθεια μετατρέπεται σ’ υπόθεση
υποκειμενική,
και πλέον κομματιάζεται σε τόσες πολλές αλήθειες
όσα και τα υποκείμενα που θα την πουν,
χωρίς καμία από δαύτες να θεωρηθεί πως
αντιπροσωπεύει την Μία και μοναδική μου Αλήθεια.
Εδώ, αφοσιωμένη στην δουλειά, εργάζομαι μονάχη
δίχως επαφές από τον έξω κόσμο, ανεπηρέαστη
άγρια και κάπως απλησίαστη.
Δημιουργώ επίπεδα, όγκους, χρώματα ‒ τόπο και
χρόνο δηλαδή, με την βοήθεια τ’ ανέσπερου φωτός,
σ’ ένα μνημείο, εξαίσιο, της αγάπης.
Παρ’ όλη την αφάνταστη σκληρότητα και αδιαφορία
είχα πάντοτε σωστή την αίσθηση του ωραίου,
το πάθος του δωρικού ρυθμού.
Πολλά χρόνια χρειάστηκαν, 22 χιλιάδες άνθρωποι
πέρασαν στην ζωή μου για να χτιστεί· και το ’φτιαξα
με δέος, όπως πηγαίνεις έπειτ’ από πολύ καιρό κοντά
σε πράγματα, πρόσωπ’ αγαπημένα που ζητάς
να μην βρεις μπροστά σου αλλαγμένα, κουρασμένα
ή κάπως γερασμένα.
Έτσι, την φιγούρα τη φαντάζομαι όχι περιορισμένη
σε μια επιφάνεια στενή, αλλά γαλάζια
να υψώνεται μέσα, ψηλά στο Σύμπαν,
όπως μεγαλειώδης και κυρίαρχη είναι κι η θάλασσα,
που σα μνημείο διαλαλεί τη μνήμη
με την έκτυπη μαρμαρένια της φόρμα
που την ζωντάνεψα, μ’ αίμα πληθωρικό.
Τι να ψιθυρίζει· τι να φωνάζει,
πώς να κινείται ή και να τρέμει·
αν ησυχάζει, αν ονειρεύεται πάνω στις επιφάνειες
‒ και κάτω από αυτές,
στους ανεπαίσθητους κυματισμούς μου,
στις δυνατές μου εξάρσεις…
Κάποια στιγμή θα τρελαθώ, και θα σταθώ
μπρός απ’ την θάλασσά σου,
με το μισό μου κορμί θα περπατώ τα νερά της
αμίλητη και σοβαρή
φωνάζοντας στεντόρεια
το επίγειο όνομά σου:

«… Σ΄ αγαπώ , μ’ ακούς;
………………………………………………………Πάντοτε σε θυμάμαι!»

κι εφτά φορές θα ’ν’ η απάντηση σκληρή:
«Παντοτινά κοιμάμαι, ,…………………………………………………………………
………………………………….παντοτινά κοιμάμαι, …………………………………
……………………………………………………………………παντοτινά κοιμάμαι,
παντοτινά κοιμάμαι, ……………………………………………………………….
………………………………….παντοτινά κοιμάμαι, ………………………………..
……………………………………………………………………παντοτινά κοιμάμαι,
παντοτινά κοιμάμαι, …………………………………
……………………..παντοτινά…»

ΕΛΕΝΗ ΧΑΪΜΑΝΗ

 

Γιατί όσα είπαμε παλιά ισχύουν…

Λυκιαρδ, Ποιήμ

της ΘΕΩΝΗΣ ΚΟΤΙΝΗ

Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος,
Ποιήματα (1962-2018),
Πανοπτικόν, 2020

Οι συγκεντρωτικές εκδόσεις της δουλειάς ποιητών που έχουν ολοκληρώσει το μεγαλύτερο μέρος της συγγραφικής τους δράσης είναι πολλαπλά ενδιαφέρουσες για τον αναγνώστη και δη τον νεότερο. Πρώτον, του προσφέρουν την πανοραμική θέα σε ένα έργο που πολλές φορές είναι δυσπρόσιτο στο κοινό, κυρίως όταν πρόκειται για ολιγογράφους δημιουργούς που κρατούν χαμηλό εκδοτικό προφίλ, όπως ο Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος. Δεύτερον, και αυτό ισχύει εξόχως για την περίπτωση του Λυκιαρδόπουλου, εκτός από την αυτονόητη εποπτεία που παρέχουν στην περιπέτεια και την εξέλιξη της τέχνης, αποτυπώνουν την πνευματική εγγραφή μιας ολόκληρης εποχής. Στην περίπτωσή μας, βρίσκουμε το ίχνος, ως καλλιτεχνική ανταπόκριση και ως συγκεκριμένη πνευματική επιλογή, που εβδομήντα χρόνια ελληνικής ιστορίας έχουν αποθέσει στην ποίηση μιας μερίδας ποιητών της δεύτερης μεταπολεμικής γενιάς.

Γεννημένος το 1936 ο Λυκιαρδόπουλος ανδρώθηκε καλλιτεχνικά στην αλγεινή δεκαετία του 1960. Το στίγμα της ποίησής του είναι ο πολιτικός ρομαντισμός, αυτός των μεγάλων χαμένων υποθέσεων της Αριστεράς. Οι μεγάλες διεθνείς επαναστάσεις (ο ρωσικός Οκτώβρης, ο Ισπανικός Εμφύλιος, Μεξικό, Λατινική Αμερική), η δική μας Κατοχή και ο Εμφύλιος, οι μεγάλες ανθρωπιστικές ουτοπίες, το όραμα της επανάστασης, που δεν έγινε και που ο ίδιος δεν πρόλαβε, διαμόρφωσαν μια ποίηση που έχει διαπιστώσει από πολύ νωρίς ότι είναι ήδη πολύ αργά και φέρει με πολλαπλούς τρόπους το άλγος της ιστορίας και ένα βίωμα επιγονισμού. Γι’ αυτό και ο ποιητής κουβαλά το τραύμα του επιζώντος και την συνακόλουθη ενοχή του καθώς και ένα πένθος που δεν είναι ακριβώς δικό του, γιατί, αφενός, δεν πρόλαβε ή δεν μπόρεσε να μπει μες στη φωτιά, αφετέρου, γιατί το πένθος του έχει βαθύτερες ρίζες. Στο Ραγισμένο ταμπούρλο [1962-1966], την πρώτη του δουλειά, διαβάζουμε:

«ανία»

Άλλοι πεθαίνουνε στ’ αλήθεια
με τσακισμένα χέρια γόνατα συνθήματα
με την απελπισία μπηγμένη στην καρδιά τους μέχρι τη λαβή
δεν γονατίζουν ούτε πόντο τη ζωή τους
πεθαίνοντας δαγκώνουνε τον θάνατο στο λαρύγγι

‒ κι εσύ
ξαπλωμένος στο γρασίδι
με την ωραία λιακάδα στα μαλλιά σου
παίζεις το κρυφτούλι με τη λύπη.

Και παρακάτω:

Όταν ήρθαμε
υποχωρούσαν τα μεγάλα οράματα αποδεκατισμένα
στα υπόγεια καταφύγια του στίχου.

Τώρα μας πήραν δρόμοι χωρίς επιστροφή
βήμα προς βήμα συλλαβίσαμε την έρημη δεκαετία
συλλαβίσαμε τη ζωή μας με χαμηλή φωνή και λίγο φως
και με το δάχτυλο να διστάζει σε κάθε συλλαβή
‒ χάσαμε τη ζωή μας λίγο-λίγο και χωρίς κόπο.

Μα πού είναι οι μέρες που στις φλέβες τους κυλούσαν
άνεμοι χτεσινοί αυριανά ποιήματα
όταν η ιστορία πλατάγιζε σε κάθε συνοικία
τραντάζοντας τις ρίζες τ’ ουρανού της αδικίας τα μπαλκόνια…

Δεν πρόλαβες τίποτα
‒ ανταύγειες μόνο
κουρέλια μουσικής που τα ξεβράζει τ’ όνειρο και η τρέλα
ανταύγειες από μια μάχη που άλλοι δώσανε
και χάσανε για σένα.
(σ. 25)

Με τρόπο ανάλογο με πολλούς συγχρόνους του ποιητές αντιμετωπίζει μια ριζική αντινομία: μέσα από την ποίηση ζητά να βάλει ένα τέλος σε αυτό το άλγος, μα μέσω ακριβώς της ποίησης το άλγος επαναρθρώνεται και τροφοδοτεί ως μόνιμος πόλος τη γραφή. Δεύτερον, η διάψευση της ουτοπίας, η υποστολή των μεγάλων οραμάτων Εσχατη στράτευσηδημιουργούν έναν κενό χώρο στον οποίο φαίνεται σαν να μην υπάρχει πια τίποτα να ειπωθεί και σαν η ποίηση να είναι ένα παρατεταμένο υστερόγραφο, που όμως γραφόμενο δεν αποτελεί πια επίλογο αλλά ένα νέο μόνιμο αίτημα. Μόνιμο αίτημα μια ηθική τάξη, της οποίας την έλλειψη διαπιστώνει στον σαπρό νεοελληνικό βίο, τον οποίο διατρέχει ποιητικά ανά δεκαετία σχεδόν: «τα δέκα κούφια χρόνια» του ’60, η φίμωση της Αριστεράς, μπετόν και αστικοποίηση, η μεταπολίτευση, ο ξύλινος λόγος του γιαλαντζί σοσιαλισμού, η διαφθορά που γαλούχησε το «πολιτικό κατοικίδιο των δημοκρατιών», παχύ και νεόπλουτο, όπως γράφει σε κάποιο πολιτικό του κείμενο, η άλωση της πατρίδας από τον τουρισμό και τον «εκσυγχρονισμό». Ανάμεσα σε αυτά μόνιμο αγκάθι οι χαμένοι σύντροφοι που έπεσαν «με τη σπασμένη σάλπιγγα» κι άλλοι που φεύγουν ένας-ένας, «τους παίρνει το ασανσέρ» της μεγαλούπολης στα άνω δώματα της ευζωίας, ενώ γύρω πληθαίνει ο αστικός εκβαρβαρισμός: «μπουζούκι και μπετόν αρμέ ‒ κάτω από αυτή τη μπότα μεγαλώσαμε».

Απέναντι σε αυτή τη δυστοπία ο εαυτός έχει διαλέξει από νωρίς τη θέση του, ούτε με τους μεν ούτε με τους δε, ζητώντας «μονάχα μια σωστή παραίτηση», θέση ωστόσο άβολη: «δεν περιμένω να γευτώ του αύριο τον καρπό», «εγώ χωρισμένος για πάντα από τη λαμπρή μου σταδιοδρομία» διατείνεται, αλλά αυτή η αιτούμενη ανοσία είναι θάνατος («Αυτό είναι ο θάνατος: ούτε κρύο ούτε ζέστη»). Αυτοί οι δύο πόλοι, ελπίδα («ελπίδα την ελπίδα χάσαμε τη ζωή») και απελπισία είναι εξίσου αφιλόξενοι τόποι, η μεν με τη διαβρωτική της νοσταλγία, η δε με την ψυχική ξηρασία. Ο ίδιος μετεωρίζεται ανάμεσα σε εκείνο το αεράκι της υπεσταλμένης ουτοπίας («σ’ αναζητώ εκεί που απόμεινε το σύνθημα στη μέση»), και σε μια «σημαία να σαπίζει στην ψυχή [τ]ου». Μετεωρισμός που μπορεί να στεγαστεί ψυχικά μόνο στη φανατική προαπόφαση της μη ένταξης. Διαλέγει για πατρίδα της την ορφάνια της ιδεολογίας και μόνιμο κλήρο την α-πορία:

Ας τα πάρουν λοιπόν. Αυτοί που χτίζουνε με ξένα κόκαλα ας τα πάρουν όλα. Τα χέρια και το παλιό μου δέρμα με τις μισοκαμένες ιστορίες. Όμως απ’ την ψυχή μου, νεκρή ή ζωντανή, δεν πρόκειται ν’ αγγίξουν ούτε τρίχα. Στη σύμβαση που υπέγραψα πουλάω οκτώ ώρες την ημέρα απ’ τη ζωή μου- τίποτα παραπάνω. Αυτό που τους παραχωρώ είναι μονάχα η στάχτη μου

Μια τέτοια στάση εκκινεί από μια αδιάλλακτη πολιτική στράτευση –πολιτική με την ευρεία έννοια του όρου‒ στην υπόθεση του ουσιωδώς ανθρώπινου και έναν φανατικό ιδεαλισμό που απέτυχε να ενδυθεί τον κυνισμό για να επιβιώσει:

σονέτο ΄97

Έζησε σ’ άλλες εποχές. Ως νέος δεν τα πήγαινε καλά ούτε με τον λυρισμό ούτε με τον κυνισμό ‒ δυστύχησε μετρίως. Ωριμάζοντας κατάλαβε.

Τα χρόνια πέρασαν. Σκαρφάλωσε τις δεκαετίες στίχο-στίχο. Έμαθε όλα τα τεχνάσματα της ποίησης αλλά έμεινε έντιμος ‒ κατά το δυνατόν.

Ανθηρός τώρα κι ετοιμοπόλεμος. Πρωτοκλασάτος. Ποτέ, ποτέ κυνικός – απλώς η πείρα ελέγχει το δάκρυ. Έμαθε όλα τα τεχνάσματα. Κάπου- κάπου μονάχα, το σώμα θυμάται το αδέξιο ποίημα που έγραψε είκοσι χρονών: ένα παλιό μυστικό που η τέχνη του συλλαβιστά λησμόνησε, για να επιζήσει.

Αυτός ο απορφανισμός συνάδει με την αίσθηση της πνευματικής ερημίας που ακολούθησε τον νεανικό ιδεαλισμό: «κοίτα σε πόσες χαμηλές ελπίδες έδυσε το μέλλον», «τώρα οι σημαίες κείτονται στα καταστατικά», ενώ «η ζωή προχωρεί με βήμα παρελάσεως / με διορισμούς και συνοικέσια» και από τους προγόνους «Πολλοί χαθήκανε σε κείνη τη φωτιά μα οι πιο πολλοί πνιγήκανε αργότερα στη στάχτη. Όσοι επέζησαν δεν έχουν τίποτα να μας διδάξουν».

Σε μια ποίηση όμως που ομολογεί «παιδί του πολυβόλου του στίχου μου καταγωγή / καταγωγή της νιότης μου σκιά γονατισμένη», αυτή η έλλειψη σκοπού δεν εκπίπτει στη λήθη ή την παραίτηση, παρόλο που συχνά τις επικαλείται.Πανοπτικόν «Δε θέλω να ξεχάσω τίποτα» γράφει το 1966 και το 2002 επαναλαμβάνει: «Έστω. Αγάπησέ το / όσο κρατήσει αυτό το πείσμα». Στα τελευταία του ποιήματα έχεις την αίσθηση ότι ο κύκλος κλείνει, σαν να αποδέχεται πιο ειρηνικά όσα πολεμούσε να βγάλει σαν χτικιό από πάνω του ή μερικές φορές να αφαιρέσει σαν δανεισμένη προβιά. Αν και συχνά ομολογεί ότι είναι «σωσίας ενός ξένου πάθους», «ένοχος ενώπιον εμού του ιδίου / ότι επέζησα των ονείρων μου» και τύπτεται σε δριμύ κατηγορητήριο: «εύκολα χρόνια εύκολα δάκρυα που δεν ήτανε δικά μου/ εύκολα χρόνια τ’ απογεύματα με τη γκαζόζα και τους φίλους / δίπλα στο γιασεμί δίπλα στις διαδηλώσεις/ που γέμιζαν τον στίχο ξένο αίμα», στο τέλος, σε λαγαρές στιγμές, δέχεται ως δικό του αυτό το ταξίδι: «Αρχή και τέλος τώρα, μ’ αγκαλιάζουν / αθάνατη ζωή χαρά της λύπης / τρεχούμενο νεράκι προδομένο / όνειρο βιαστικό τρελή παντιέρα./ Γιατί τα δάση υπάρχουν όσο τα θυμάσαι / γιατί “όσα είπαμε παλιά ισχύουν”/ γιατί το γέλιο κελαρύζει στο σκοτάδι / γιατί τα δάση υπάρχουν όσα τα θυμάσαι». Σε αυτές τις λαγαρές στιγμές συγκαταλέγονται και τα λίγα ερωτικά ποιήματα όπου επανευρίσκεται η τρυφερή ψυχή του ανθρώπου.

Το βίωμα του εξόριστου εαυτού επανέρχεται σταθερά σε όλη την παραγωγή του και εκφράζεται επαναληπτικά και στα ποιήματα που αναφέρονται στην γενέθλια Κεφαλονιά, «όπου το κέρδος λυσσάει τον Αύγουστο», εκεί που χτίζεται «το μέλλον γκρεμίζοντας τα μικρομάγαζα της λύπης μας» . Η Κεφαλονιά σαν απείκασμα της χαμένης πατρίδας, μια ακόμα εκδοχή της εξαλλαγής του τόπου σε σκουπιδότοπο του μέλλοντος.

ὤ μοι ἐγώ, τέων αὖτε βροτῶν ἐς γαῖαν ἱκάνω;

Είδαν πολλά τα μάτια μου
την τρέλα τη φωτιά το θάνατο στις πιο αθώες σελίδες
θρόνους καινούργιους να στεριώνονται πάνω σ’ αρχαία κόκαλα
γενεές γενεών σε λόφους σκουπιδιών
σημαίες να πέφτουνε στα γόνατα
με τις χλωρές μου αποικίες να κουρσεύονται
από τη δυστυχία του τσούρμου μου.

Είδαν πολλά τα μάτια μου.

Πώς ξαναγύρισα τώρα στην πόλη αυτή
πώς ξεγελάστηκε το σώμα μου
και κλείστηκε ξανά στο ξοφλημένο αυτό βασίλειο
πώς
φάντασμα μέσα σε φαντάσματα ξαναγύρισα
άδειο τομάρι πειρατή νοσταλγώντας τη σάρκα μου
γυρεύοντας το σκοτεινό μου δίκιο από τους τοκογλύφους
μετρώντας στην αγύριστή μου κεφαλή σημάδια πετροπόλεμων
και τις παλιές ανάκουστες φωνές
Τζόγια! Δημήτρη! Κάκια!
μες στα ξεπουλημένα περιβόλια;

Υπήρχαν τόσοι άλλοι τρόποι
φαρμακεροί λωτοί κι άγρια ψάρια
τραγούδια αλλόγλωσσα να πέσω να πνιγώ

πώς ξαναγύρισα σ’ αυτό τον ξεσκισμένο τόπο
σ’ αυτή την ένδοξη γενέθλια δυστυχία;
(σ. 107)

Το κέρδος ωστόσο παραμένει υπαρκτό και δεν είναι άλλο από το θαυμαστό οξύμωρο της τέχνης: «το αθάνατο ψέμα ότι υπάρχει ουρανός» (σ. 170) αλλά και μια «θαλασσόβρεχτη συντροφικότητα» , όπως αποτιμά στο ποίημα «Το θαύμα», αφιερωμένο στη μνήμη του φίλου, Βύρωνα Λεοντάρη:

Δείξαμε στο τέλος τα ρέστα μας
μια θαλασσόβρεχτη συντροφικότητα
‒ το δικό μας θαύμα

κι ας μην αγιάσαμε ποτέ.
(σ. 172)

Μια τέτοια ποίηση, όπως ομολογεί στο «Αναδρομικό σχόλιο, 1991» που προλογίζει το Ραγισμένο ταμπούρλο (1962-1966) στην έκδοση του 1991, «ήταν και στον καιρό της γερασμένη» και άστεγη, ηττημένη βαθύτερα από την ήττα της Αριστεράς. Μια τέτοια ποίηση, λοιπόν, είναι εύλογο να δυστοκεί σε όγκο παραγωγής αλλά να ευστοχεί σε Σημειώσειςαπόσταξη. ( Ό,τι περαιτέρω ήταν να ειπωθεί το διεκδίκησε στα πολυάριθμα κείμενα θέσης που έχει γράψει στο περιοδικό Σημειώσεις όπου θα αρθρώσει θεωρητικά την εναντίωσή του στη νεοελληνική στρέβλωση και τα οποία εύγλωττα επικοινωνούν με το ποιητικό του έργο). Ενώ στα πρώτα ποιήματα διακρίνονται οι λυγμικοί απόηχοι της νωπής εμπειρίας και της νεανικής συγκίνησης, με κάποιες μεγαλόστομες επιβιώσεις πού και πού, στη συνέχεια στεγνώνει σε μια ουσία που δεν στηρίζεται στη λέξη όσο στον ρυθμό. Λόγος συγκεκριμένος που ενστερνίζεται το κέλευσμα του Αναγνωστάκη «σαν πρόκες πρέπει να καρφώνονται οι λέξεις. Να μην τις παίρνει ο άνεμος», συχνά απερίφραστος και αφοριστικός, διατυπωμένος στον αυστηρό τόνο του τετελεσμένου.

Κείμενα που δεν κουράζουν τον αναγνώστη, ο οποίος διέρχεται τις συλλογές χωρίς να χάσει το ενδιαφέρον του. Σε αυτό τον βοηθά και η κυκλική ενίοτε φόρμα, ο συνεχής διάλογος των συλλογών μεταξύ τους που ενισχύεται και με τη χρήση, ως μότο ή ενσωματωμένα στο ποίημα, αποσπασμάτων από άλλες συλλογές, σαν συνέχεια μιας κουβέντας στην οποία έρχεται να προστεθεί μια άλλη απόχρωση στον ανοιχτό λογαριασμό της γραφής. Στην σύμπνοια του αναγνώστη επικουρεί και η ποικιλία της φόρμας. Το ελευθερόστιχο, συνήθως, σύντομο ποίημα, που επικρατεί στη δουλειά του πλαισιώνεται και από κείμενα με ενισχυμένη ρυθμικότητα όσο προχωρούν οι συλλογές, πεζολογικά κείμενα στο ύφος της ημερολογιακής εγγραφής, ποιήματα του παραδοσιακού μέλους με σποραδικές ομοηχίες ή ομοιοκατάληκτα.

Το βίωμα του μεσοπολέμου και του Καρυωτάκη, κυρίαρχο. Στο «Αναδρομικό σχόλιο» που έθιξα, αναφερόμενος στους συνοδοιπόρους του ποιητές, γράφει ως ομολογία πίστης: «Η πιστολιά της Πρέβεζας αντήχησε στο μυαλό τους πιο δυνατά από τις βροντές της Αντίστασης και τα Ελεγεία της Ήττας». Η χαμηλή φωνή και το μόνιμο κλίμα τέλους μιας ποίησης που γράφεται υπό προθεσμίαν απηχούν την καρυωτακική γραμμή και το νεορομαντικό πεσσιμισμό. Δεν είναι μόνο «εξόριστος ο μεσοπόλεμος στα μεταπολεμικά ξερονήσια», αλλά και στην ευεξία της γενιάς του ’30 την οποία σκωπτικά παρωδεί:

και γράμματα γνωρίζω σύντροφε Μαρινέττι
πρίγκιπα της νεόπλουτης ταχύτητας
πρίγκιπα των στροφάλων
δόξα και λάμψη της Συγγρού λάμψη του αεροπλάνου
μουτζούρα του μέλλοντος στον ουρανό του Παρθενώνα
αφρόσκονη μίμηση του Αιγαίου

Από αυτό το μεσοπολεμικό κλίμα εκπορεύεται εν μέρει και το συχνό μοτίβο του καραβιού και του ταξιδιού, πολλαπλού συμβόλου της φυγής, της ελευθερίας, της παραίτησης, του ακυρωμένου ιδανικού, του νόστου. καθώς και το μοτίβο της βροχής που πέφτει πάνω στη χαμηλή ζωή απαλείφοντας τη φωνή της. Συχνά ο ίδιος ναυαγός ελπίδων, υπάκουα υποταγμένος σε ένα ισόβιο ναύλο μαζί με τους συντρόφους, σε μια εικονοποιία που παραπέμπει στο σεφερικό Μυθιστόρημα, ή έγκλειστος της στεριάς δέεται το λυτρωτικό ταξίδι- διαφυγή. Από τα Λόγια στην Καλυψώ (1981):

Καλή θεά δώσ’ μου πίσω τη βάρκα μου και την ψυχή μου όποια και να ’ναι. Έχασα τους συντρόφους μου στη θάλασσα και ακούμπησα στην αμμουδιά σου με την ψυχή σημαδεμένη από το συρματόσκοινο. Δώσ’ μου πίσω τη βάρκα μου. Κάτω από τον ουρανό του Νότου χόρεψε χρόνια μεθυσμένο το κατάρτι μου. Κάτω από τούτο το κατάρτι έχω παίξει τα πάντα κι έχω αλάνθαστα χάσει. Το Μεξικό τυμπανιαίο και γεμάτο μύγες μέσα στη σκόνη της ζωής μου και δίπλα το τραγούδι του μαζεύοντας δεκάρες με τα δάκρυα ζωγραφισμένα στα μάτια- εφτάψυχο τραγούδι, ψωριάρικο κλαρίνο της Ομόνοιας. Καλή θεά δώσ’ μου πίσω τη βάρκα μου μα μη μου δίνεις γυρισμό. Έχασα τους συντρόφους μου στη θάλασσα – δεν έχω άλλη ιστορία.

«Δεν έχω άλλη ιστορία», λέει, μα μέσα στις σελίδες αυτής της συγκεντρωτικής έκδοσης ο αναγνώστης μετέχει σε πολλές ιστορίες, στην ιστορία της γραφής που σεισμογραφεί τον άνθρωπο μέσα στη μεγάλη Ιστορία, τον πνευματικό δημιουργό μπροστά στα αδιέξοδα της γενιάς του, τον ποιητή και τη γραφίδα του, το ψυχικό διακύβευμα του διανοούμενου, τη λεηλασία ενός κοινωνικού ήθους στην «εκσυγχρονισμένη Ελλάδα», τα σιωπηλά ναυάγια μιας ολόκληρης στρατιάς ονειροπόλων που κινούνται στα όρια της σιωπής, «γιατί η αλήθεια δεν προβαίνει πλέον σε δηλώσεις», αλλά γνωρίζουν πως «όσα φύγαν δεν εφύγαν», πως όσα είπαμε παλιά ισχύουν. Μπορεί ο ποιητής να αναλογίζεται συχνά τη χασούρα των κίτρινων σελίδων της γραφής, μα το κέρδος του αναγνώστη που διαβάζει αυτές τις σελίδες είναι μεγάλο.

ΘΕΩΝΗ ΚΟΤΙΝΗ

 

Λυκιαρδ, Ποιήμ

Ἠλίας Κεφάλας, Ποιήματα

iliaskefalas

 

Η ΕΡΗΜΗ ΦΩΝΗ

Τί ἐρημιὰ σκεπάζει τὴ φωνή σου
Καθὼς ἐπάνω στὶς παράξενες χροιὲς
Στοιβάζονται χαμένες ἡλικίες
Ἄκου ποὺ στὶς ραφές της πένθιμα ἠχοῦν
Ἀναιμικὰ χορτάρια
Ποὺ ὅλα μαυρόκλωνα ἑλίσσονται
Κι ὅλο ψηλώνουν κι ἀποκόβουν
Τὸ πρόσωπό σου ἀπὸ παντοῦ

Μὰ τόσο ἀδούλευτη ξεχάστηκε ἡ φωνή σου
Δὲν ξέρει πῶς νὰ συσταθεῖ
Κι ὅλο κυλάει σὰν νερὸ
Ποὺ χάνεται μόλις ἀφήνει τὴν πηγή του
Γι᾽ αὐτὸ σὲ κλείνουν ἄνυδρα τοπία
Καὶ ἀρχαῖα πουλιὰ ποὺ ἀποδημοῦν

Μὴ μιλᾶς
Ἡ φωνή σου θὰ σπάσει
Καὶ θὰ τὴν πιοῦν μαῦρες ρωγμὲς
Μὴ μιλᾶς
Ἡ φωνή σου θὰ πέσει
Στὶς μοχθηρὲς γλυσίνες τοῦ ἤχου
Κι οἱ ἐπελάσεις τῶν σχημάτων τοῦ βίου
Στὴν ἀρχαία θὰ σὲ τυλίξουν
Ἀτημελησία τους

~.~

ΕΛΛΕΙΨΕΙΣ

Καθισμένος σταυροπόδι στὸ λιβάδι
Διορθώνω παλιὰ ποιήματα

Τριγύρω ἀνθίζουν χαμομήλια
Γάτες παραμονεύουν περιστέρια
Καὶ κάτι φύλλα δέντρων μακρινῶν
Σποραδικὰ πέφτουν μπροστά μου
Καὶ λάμπουν σὰν χαλκὸς

Κοιτάζω καὶ ψάχνω τὸ μαλακὸ χῶμα
Οὔτε μιὰ πέτρα νὰ σπάσω τὰ καρύδια μου
Κοιτάζω καὶ ψάχνω τὸ κουρασμένο μου μυαλὸ
Οὔτε μιὰ λέξη νὰ ταιριάξω
Τὶς ἀστοχίες τοῦ ποιήματος

~.~

ΤΡΑΓΟΥΔΑ ΔΕΝΤΡΟ

Τραγούδα δέντρο
Εἶμαι ὁ μαθητὴς τοῦ ἴσκιου σου
Ὁ μιμητὴς τῆς φωνῆς σου
Ὁ δύτης στὴ θάλασσα τῶν φύλλων σου

Τραγούδα ἥσυχα δέντρο
Εἶμαι ὁ ξενοδόχος τῶν πουλιῶν σου
Ὁ περιποιητὴς τῶν ὁδοιπόρων σου
Ὁ ὑποδεχόμενος τὰ τετράποδά σου

Τραγούδα ἀμέριμνα δέντρο
Ἐπειδὴ ἂν σιωπήσεις
Θὰ σιωπήσει κι ὁ κόσμος
Καὶ τὸ μικρὸ κορίτσι δὲν θὰ ἔλθει
Νὰ κρεμάσει τὴν κούνια του
Στὰ στιβαρὰ κλαδιά σου

Τραγούδα λοιπὸν δέντρο
Εἶσαι τὸ κέντρο τοῦ Γαλαξία μας

~.~

ΔΩΜΑΤΙΟ

Νὰ μὲ προσέχεις ὅταν κλείνομαι
Στὴν βασιλεία σου

Καὶ νὰ μοῦ μιλᾶς
Πότε μ᾽ ἕνα θρόισμα τῆς κουρτίνας
Πότε μ᾽ ἕνα σύρσιμο τῆς παντόφλας
Πότε μ᾽ ἕνα ψιθύρισμα στὸ αὐτὶ
Καὶ πότε πότε
Μ᾽ ἕνα ἀνεπαίσθητο γύρισμα τοὺ πόμολου

Νὰ μοῦ φυλᾶς τὶς σκιὲς
Καὶ νὰ τὶς ἀνασταίνεις

Κι ἂν κάποια βροχὴ δαχτύλων
Πέσει στὰ πλῆκτρα τῆς γραφομηχανῆς
Τότε νὰ γκρεμιστεῖς μαζί μου μὲσα στὸν πάταγο

Τροφὴ νὰ γίνουμε ἀκριβὴ
Στὰ κοφτερὰ σαγόνια τῶν λέξεων

~.~

RAYMOND CARVER (1938-1988)

Ἀπὸ στιγμὴ σὲ στιγμὴ κάτι θὰ γίνει – ἔλεγες
Τὸ χιόνι θὰ μᾶς ἐπιτεθεῖ
Τὸ ἀπόγευμα θὰ φθάσει μαῦρο κι ἀφύσικο
Κάπου μακριὰ θὰ λάμψουν γαλήνιες οἱ λίμνες
Ἐνῶ γιὰ μᾶς τοὺς ποιητὲς δὲν ὑπάρχει
Παρὰ μόνο τὸ σκοτεινὸ δωμάτιο
Καὶ τὰ πουλιὰ ποὺ πετοῦν ἐλεύθερα
Ἀπὸ κράτος σὲ κράτος
Καὶ τὰ ψάρια ποὺ κολυμποῦν διαρκῶς
Μέσα στὰ ὄνειρα
Κι οἱ δύσκολες νύχτες
Μὲ τὰ βιβλία ποὺ πέφτουν ἀπὸ τὸ μαξιλάρι

Ἄκου τὰ βήματα στὸ πεζοδρόμιο
Πῶς κεντοῦν τὶς ἀνησυχίες μας
Ἄκου τὴ βροχὴ ποὺ πέφτει ραγδαία
Καὶ ἠχεῖ στὴν μνήμη σὰν νὰ μὴν ἔπαψε ποτὲ

Ὁ φόβος θὰ μᾶς γονατίσει – ἔλεγες
Γιατὶ μιὰ μέρα θὰ ξυπνήσει τὸ παρελθὸν
Μιὰ μέρα θὰ δοῦμε ὅτι δὲν ἀγαπήσαμε
Ὅσο καὶ ὅπως ἔπρεπε
Κάποια στιγμὴ θὰ συναντηθοῦμε μὲ τοὺς νεκροὺς
Γιὰ νὰ συζητήσουμε μαζί τους κάποια πράγματα
Ὅλοι μας θὰ ζητήσουμε τότε τὸ δίκιο μας
–Ποιὸ δίκιο; –
Κάποτε θ᾽ ἀγανακτήσουμε ποὺ τόσες φορὲς
Ἐπαναλαμβάνουμε ὅτι φοβόμαστε τὸν θάνατο
Κι ἀμέσως μετὰ τὸ ξαναλέμε

Καὶ μόνο-μόνο
Ἂς ἔχουμε μιὰ εὐκαιρία ἀκόμα
Ἔστω μισὴ εὐκαιρία μόνο
Νὰ κάνουμε τὰ ἴδια λάθη καὶ πάλι ἀπ᾽ τὴν ἀρχὴ
Τὰ ἴδια τ᾽ ἀσυγχώρητα λάθη
Τὰ λάθη μας – ἔλεγες

~.~

ΑΡΗΣ ΔΙΚΤΑΙΟΣ

Κοινὴ γὰρ ἡ τύχη τῶν ἀνθρώπων
Καὶ τῶν δημιουργῶν πρωτίστως
Γιατὶ τὸ μέλλον μας δὲν εἶναι τόσο ἀόρατο
Καθὼς πρεσβεύει ὁ Ἰσοκράτης

Ἐπειδὴ ἐσένα ἔχω κατὰ νοῦ
Θλιμμένε ποιητὴ Ἄρη Δικταῖε
Σοῦ εἶχε φέξει ἡ τύχη σου ὅταν ζοῦσες
Καὶ ὄχι μονάχα αὐτὴ
Τὸ δίκιο νὰ εἰπωθεῖ
Συνέβαλε κι ἡ ἱκανότητά σου
Καὶ ἡ σθεναρὴ δουλειὰ
Καὶ ἡ ποιητικὴ σκευὴ
Ποὺ σοῦ ἔδιναν κάθε στιγμὴ
Τὸ ὕψος σου καὶ τὴν πυγμὴ

Ἀλλὰ τί μάταια ποὺ φαίνονται ὅλα αὐτὰ
Ἐπειδὴ τώρα μὲ τοὺς λησμονημένους
Καὶ τοὺς ἀδικημένους περιφέρεσαι
Ὁλοσχερῶς χαμένος στὴν ὁμίχλη

Σὲ ψάχνω ἀλλὰ ὅλο καὶ πιὸ πολὺ
Σβήνει ἡ μορφή σου
Ὅλο καὶ πιὸ πολὺ
Μαραίνονται τὰ καλαμπόκια σου

ΗΛΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΣ
Ἀπὸ τὴν ἀνέκδοτη συλλογὴ «Γραφέας τοῦ φυσικοῦ ἔπους» 

Κώστας Ζωτόπουλος, Οδός Καλαμιώτου

papadiamantis-νιρβάνας

-Ι-

Οδός Καλαμιώτου

Ο Νιρβάνας, μαθητής νεαρός,
δεν γνώριζε ποιος ήταν ο κύριος Αλέξανδρος.
Σκιαθίτης εκείνος, εκ πατρός Σκοπελίτης αυτός.
O εξάδελφός του Φίλιππος του μιλούσε γι αυτόν,
συμμαθητή του παλιό,
σαν να ήταν παραστρατημένος.
«Κρίμα τον άνθρωπο! Πάει χαμένος.
Στην τάξη πρώτος μαθητής,
με τα ελληνικά του τα γερά
μπορούσε να ’ναι τώρα στο Πανεπιστήμιο καθηγητής.
Κάθεται και γράφει παραμύθια σαπέρα».

Ο Νιρβάνας είχε γράψει στην καθαρεύουσα ένα ελεγείο
που αργότερα θα του φαινόταν άτεχνο πρωτόλειο,
«στιχούργημα παιδιάτικο»,
το είχε εκφωνήσει σε κηδεία
και δημοσιεύσει στην «Παλιγγενεσία».
Ο εξάδελφός του στον κύριο Αλέξανδρο το είχε δώσει
κι αυτός εζήτησε να τον γνωρίσει.

«Σκιαθίτικο καφενείο»,
οδός Καλαμιώτου, απ’ της Καπνικαρέας το ιερό σαράντα μέτρα.
Δίπλα ένα κατάστημα με παπλώματα.
Καφέ και βιοτεχνία παπλωμάτων
στέκουν και σήμερα εκεί, σε κτίρια νέα.
«Εις το καφενείον εκείνο, παρά την οδόν Καλαμιώτου,
εσύχναζα οπωσούν…
Εκεί ήρχοντο παλαιοί άνθρωποι,
οικοκυραίοι, εντόπιοι και άλλοι μερικοί,
γνωστοί αγορηταί των καφενείων,
και αι πολιτικαί συζητήσεις ποτέ δεν εσχόλαζον».

Στο βάθος προχώρησαν.
Ένας κακοντυμένος με άτακτα γένια
καθόταν με δυο τρεις ακόμα.
Τους δέχτηκαν εγκάρδια, λουκούμι του παρήγγειλαν,
τον ρώτησαν για τους γονείς και τα μαθήματα.
Ο Σκιαθίτης είπε με συμπάθεια, που, χρόνια μετά,
συγκατάβαση χριστιανική τη θεώρησε ο Νιρβάνας.
«Ώστε δικό σου, λοιπόν, ήταν το ποίημα, παιδί μου.
Αναρωτήθηκα. Το πατριωτάκι μας να είναι τάχα;
Όταν μου το είπε ο Φίλιππος τον παρακάλεσα
να σε φέρει να σε γνωρίσουμε κι εμείς σαν πατριώτες.
Ε, μπράβο σου παιδί μου. Να καταγίνεσαι».

-ΙΙ-

Η ειρωνεία των νοσοκόμων

Ο Νιρβάνας τον είδε για τελευταία φορά
λίγες μέρες πριν φύγει οριστικά για το νησί.
Είχαν διοργανώσει στον «Παρνασσό» εκδήλωση
με της Πριγκίπισσας Μαρίας Βοναπάρτη τη φροντίδα,
ο Αλέξανδρος, όμως, δεν παρέστη.
Είπε και ο Νιρβάνας μετά τον Κακλαμάνο δυο λόγια,
για το έργο του Σκιαθίτη.
Είχαν αρκετά χρήματα συγκεντρωθεί,
για να εισαχθεί σε κλινική.
Η λατρεία του άκρατου οίνου τον είχε καταβάλει.

Ο Νιρβάνας πήγε στη Δεξαμενή πάλι
με τον Αλέκο Μαυρουδή
που είχε με ζήλο εργαστεί
για την επιτυχία της γιορτής,
να του πουν πως υπήρχαν χρήματα αρκετά
και να τον πείσουν να θεραπευτεί.

Έσκυψε δακρυσμένος –άρρωστος, γέρος –
το χέρι να του φιλήσει.
Το τράβηξε απότομα συγκινημένος,
και του έκανε με τρόπο την πρόταση.

«Όχι νοσοκομείο…», απάντησε ικετευτικά.
»Οι νοσοκόμοι είναι είρωνες».
Φοβόταν πως για την αιτία της νόσου κάποιος θα τον ειρωνευτεί.
Είπε, «Καλύτερα στην πατρίδα …».
Μάταιο και σκληρό να του αρνηθεί.
«Αλέξανδρε, όπως αγαπάς».
Έφυγε σε λίγες μέρες
για της αιώνιας τέχνης το νησί.

ΚΩΣΤΑΣ ΖΩΤΟΠΟΥΛΟΣ

Νέοι ποιητές ενός νέου αιώνα |61. Μυρτὼ Χμιελέφσκι

ΔΙΑΡΚΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ 2000-2020

Ποιά ἡ ποίηση τοῦ 21ου αἰώνα καὶ ποιοί οἱ ποιητές της; Χιλιάδες ποιητικὲς συλλογές, εἴτε τυπωμένες ἀπὸ ἐπώνυμους οἴκους εἴτε αὐτοεκδόσεις, ἑκατοντάδων ἢ καὶ χιλιάδων ποιητῶν ποὺ ἀναζητοῦν τὴν θέση τους στὴν Νεοελληνικὴ Λογοτεχνία. Τί μένει ὅμως καὶ τί περνάει ἀπὸ τὴν κρησάρα τῆς κριτικῆς; Τί ἐπιβιώνει –ἢ ἔστω, τί φαίνεται ὅτι μπορεῖ νὰ ἐπιβιώσει– στὴν μνήμη τῆς ἀναγνωστικῆς κοινότητας;

Ἀποπειρώμενο μιὰν ἀπάντηση στὰ παραπάνω, τὸ Νέο Πλανόδιον ἐγκαινιάζει τὴν ἑβδομαδιαία στήλη ‘‘Νέοι ποιητὲς ἑνὸς νέου αἰώνα. Διαρκὴς ποιητικὴ ἀνθολογία 2000-2020’’. Γιὰ διάστημα δύο ἐτῶν καὶ ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὸν Φεβρουάριο τοῦ 2019, θὰ ἀνθολογοῦνται κάθε ἑβδομάδα ἕνα ἢ περισσότερα ποίηματα ἑνός/μιᾶς συγγραφέα, ποὺ θὰ πληροῦν δύο προϋποθέσεις: θὰ εἶναι α) δημοσιευμένα μετὰ τὸ 2000, καὶ β) γραμμένα ἀπὸ ποιήτριες ἢ ποιητὲς 45 ἐτῶν καὶ νεώτερους, γεννημένους δηλαδὴ ἀπὸ τό –σημαδιακό– 1974 καὶ ἑξῆς. (περισσότερα…)

Νέοι ποιητές ενός νέου αιώνα |60. Χρίστος Κρεμνιώτης

ΔΙΑΡΚΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ 2000-2020

Ποιά ἡ ποίηση τοῦ 21ου αἰώνα καὶ ποιοί οἱ ποιητές της; Χιλιάδες ποιητικὲς συλλογές, εἴτε τυπωμένες ἀπὸ ἐπώνυμους οἴκους εἴτε αὐτοεκδόσεις, ἑκατοντάδων ἢ καὶ χιλιάδων ποιητῶν ποὺ ἀναζητοῦν τὴν θέση τους στὴν Νεοελληνικὴ Λογοτεχνία. Τί μένει ὅμως καὶ τί περνάει ἀπὸ τὴν κρησάρα τῆς κριτικῆς; Τί ἐπιβιώνει –ἢ ἔστω, τί φαίνεται ὅτι μπορεῖ νὰ ἐπιβιώσει– στὴν μνήμη τῆς ἀναγνωστικῆς κοινότητας;

Ἀποπειρώμενο μιὰν ἀπάντηση στὰ παραπάνω, τὸ Νέο Πλανόδιον ἐγκαινιάζει τὴν ἑβδομαδιαία στήλη ‘‘Νέοι ποιητὲς ἑνὸς νέου αἰώνα. Διαρκὴς ποιητικὴ ἀνθολογία 2000-2020’’. Γιὰ διάστημα δύο ἐτῶν καὶ ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὸν Φεβρουάριο τοῦ 2019, θὰ ἀνθολογοῦνται κάθε ἑβδομάδα ἕνα ἢ περισσότερα ποίηματα ἑνός/μιᾶς συγγραφέα, ποὺ θὰ πληροῦν δύο προϋποθέσεις: θὰ εἶναι α) δημοσιευμένα μετὰ τὸ 2000, καὶ β) γραμμένα ἀπὸ ποιήτριες ἢ ποιητὲς 45 ἐτῶν καὶ νεώτερους, γεννημένους δηλαδὴ ἀπὸ τό –σημαδιακό– 1974 καὶ ἑξῆς. (περισσότερα…)

Παναγιώτης Νικολαΐδης, Μανιφέστο αποτυχίας

zoom-backgrounds-00014

ΜΑΝΙΦΕΣΤΟ ΑΠΟΤΥΧΙΑΣ

Και ξαφνικά το χρήμα
δεν χρησιμεύει πια σε τίποτα
ούτε οι έξυπνες βόμβες του στρατού
ούτε ο τρυπημένος ουρανός
γεμάτος κάμερες και δορυφόρους.
Φαίνεται πως η φύση πήρε τον λόγο
και θα τον έχει για καιρό
καθώς μας πνίγουν ολοένα
οι στέγες των μεγάλων μας σπιτιών
κι αυτός ο φόβος ο βαθύς
πως θα πεθάνουμε από κάτι τόσο απλό
ενώ δαμάσαμε όλα τα είδη στον πλανήτη.
Γι’ αυτό, λοιπόν,
πετάμε μόνο με ψηφιακούς χαρταετούς
(ό,τι χτίζουμε μας γκρεμίζει πιο πολύ)
αφού το βαθύτερο νόημα
δεν είναι πια να μετοικήσουμε στον Άρη,
τη σελήνη ή κάπου αλλού
αλλά να δούμε τη ζωή αλλιώς
με τις φυλακισμένες μας αισθήσεις.
έξω στον κήπο, όμως,
κοκκινίζουν πάλι τ’ άνθη της ροδιάς
και τα σπουργίτια
χορεύουν σάλσα μες στο φως
σαν εσωτερικοί μετανάστες του εφήμερου.
Έτσι απλά αδέλφια νικά πάντα η ζωή
καθώς οι φλόγες
μεταφέρουν κομμάτια
της απανθρακωμένης μας ψυχής
στον ατελείωτο ιμάντα
του χρόνου.

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ

Δημήτρης Μακούσης, Δύο πεζά ποιήματα

012090

| Μπάαταρ |

Στον Μαραθώνα και την Ισσό, στην Μπριτάννια και στης Μογγολίας τις στέπες, στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, την Ιερουσαλήμ, στα σκωτσέζικα υψίπεδα και της Λατινικής Αμερικής τις ζούγκλες, στην Μπογιάκα, την Λίμνη Ατιτλάν, στον Μυστρά και την Κωνσταντινούπολη, στην Καλλίπολη και το Βερντέν, το Στάλινγκραντ, το Βερολίνο, σε κάποιο άγνωστο νησί του Ειρηνικού, στο Βιετνάμ και την Κορέα, στην Μαντζουρία και το Μογκαντίσου, την Ιωνία, την Κριμαία, στο Τόκιο και την Κούβα, την Μπιάφρα και το Κουρσκ, κομμάτια απ’ την σάρκα μου σκόρπισα παντού∙ όνειρα και σπίτια ανατίναξα, σχολεία, στρατώνες, τανκς και δάση τεντωμένα. ένας εχθρός περιδιάβαινε το βλέμμα μου και μού ‘γνεφε πάντα την πιο κρίσιμη στιγμή: πότε την σφαίρα να γλιτώσω, πότε τον όλμο, την ρουκέτα, πότε το μαχαίρι που γυάλιζε στο φως του ήλιου ή στου φεγγαριού την καμπύλη λάμψη. πόσες φορές δεν στέγνωσαν το στόμα μου και η ψυχή, πόσες φορές δεν έμπηξα την μπαγιονέτα βαθιά μέσα στα κρέατα και πόσες δεν με ‘κόψαν, ακόμα κι όταν ήμουν άοπλος, αιχμάλωτος της γης τους;

πόσες φορές τον ουρανό δεν κοίταξα, συγχώρεση και δύναμη να πάρω απ’ τον Θεό, απ’ τους θεούς, από τα πνεύματα, την Φύση, τους νεκρούς κι απ’ όλους όσους θάρθουν; στον ωκεανό πόσες φορές δεν βούτηξα την πίστη —τον πάνω και τον κάτω— να βρω να την αποκαθάρω κάποιον τρόπο, μέσα ξανά για να την νιώσω, να την φορέσω σαν πρώτα αγαθή με κείνο το χαμόγελο το διαμαντένιο των μωρών; πόσες φορές, στο στήθος έχοντας καρφιά φωτογραφίες των γονιών μου, των παιδιών, της γυναίκας μου ή μιας ερωμένης, στην πρώτη δεν ξεχύθηκα γραμμή; πόσες φορές το φυλακτό που μούχαν φτιάξει, στα χέρια ή τον λαιμό δεν το κρεμούσα, δεν τόχα στην στολή ραμμένο, στις τσέπες του παντελονιού; πόσες φορές δεν λύγισα στον θάνατο μπροστά, στα μάτια μου αντίκρυ φέρνοντάς τους; το χώμα της πατρίδας πόσες δεν το υπερασπίστηκα φορές και πόσες με σάρκα δεν γάνωσα δικιά μου τις ιδέες; για μιαν ιδέα, αλήθεια, και μιαν ανάσα λευτεριάς, πόσες φορές δεν έδειξα υπακοή στον όλεθρο, στης μάχης την κλαγγή, σ’ ενός ηγέτη τις διαταγές ή ενός δειλού ξεμωραμένου; πόσες φορές την νιότη μου κατάματα δεν κοίταξα για να της πω αντίο;

υπήρξα σαν τον άνεμο πουλί, ταξιδευτής στης γης κάθε γωνιά, ιδεαλιστής και αφελής, έξυπνος και πλανεμένος, νικημένος και νικητής. πάντοτε μόνος μου, μέσα βαθιά, με τους μονάχους μου συντρόφους, για αξίες ν’ αγωνιζόμαστε και ιδανικά, για του κόσμου την αλλαγή και το δίκιο των ανθρώπων, για της κατάκτησης την έξαψη, την δύναμη, το πιότερο ψωμί, για τα λουλούδια και τις πέτρες που μας μάγεψαν μικρά, τους δρόμους στους οποίους ερωτευτήκαμε και για τα σπίτια που στην κοιλιά τους κρύβανε παιχνίδια παιδικά και αναμνήσεις των παλιών καιρών μας. αγνός υπήρξα και σκύλος λυσσασμένος πάνω στης φωτιάς την ένταση και την δίψα του μολυβιού, πάνω στης λεπίδας την παγωνιά και του μίσους το βλέμμα. δεν υποχώρησα ποτέ, δεν λιγοψύχησα. πάντοτε κράτησα την θέση μου σαν άξιος στρατιώτης, αγωνιστής κι επαναστάτης. μόνο που κάποιες φορές αναρωτιόμουν, λίγο πριν η αυλαία πέσει και μες στην γκρίζα άγνοιά μου, πώς θα ήταν η ζωή αλλιώς, δίχως τον βρυχηθμό του τέρατος, δίχως του ανθρώπου την σκληράδα και την καθαρότητα του αναγκεμού, χωρίς θυσίες και βλαστερά οράματα.

ο πόλεμος με έθρεψε και μ’ άφησε φορές χιλιάδες νηστικό∙ δύο μεριές κι αυτός σαν την ζωή μας έχει. μα πάντοτε στο τέλος, του πηχτού αίματος η γεύση μένει η πικρή και το μαύρο δέρμα στο χρώμα. τα πάντα σέρνουν το κολοσσιαίο τίμημά τους. κι εγώ γεννιέμαι μπάαταρ. σαν τέτοιος κάθε φορά πεθαίνω στο αιώνιο γκάστρωμα των εποχών, που τα χαρτιά σε όλους άνισα μοιράζει: δεν ζητάς, δεν παίρνεις, δίνεις μοναχά. κι ο καθένας χάνει καθετί ανάλογα το βιος του. η παρτίδα ας αρχινίσει πάλι —όποιος σαν κι εμένα είναι ξέρει καλά πως τίποτε δεν θα την αποτρέψει. τα ψέματα κι οι αυταπάτες απ’ το δικό μας δεν ξεδιψούν παγούρι. στης νυχτός τον ποταμό το πρόσωπο αντιφεγγίζει, κι έτσι κανείς τις συστροφές και τους παράδρομους μπορεί να δει, τις διακλαδώσεις και τα μονοπάτια που ολόγιομος ο κόσμος περπατάει. μοίρα και τύχη στο ίδιο στέκουν κεφαλόσκαλο κι εμείς στον οίκο μας απλώς προσκεκλημένοι. απόψε δεν θα βλαστημήσω ήττα μήτε νίκη θα χαρώ. θα καρτερώ βαστώντας τ’ όπλο και μέσα μου θα ψάχνω για ν’ αγγίξω την στιγμή, στα χέρια σου πούχε κυλήσει, το βράδυ προτού να ξαναφύγω —ετούτο το λυχνάρι θα ψέλνει την φωνή σου και τα βήματά μου θα φωτίζει, μέσα στου σκότους την σιβηρική αυλακιά και της δόξας το αχόρταγο πάθος, ελπίζοντας για μια φορά ότι δεν θα χαθώ και πάλι.


zoom-backgrounds-00020

| Timeo Danaos et dona ferentes |

Είμαστε πρόσφυγες του μέλλοντος που με ταχύτητα τρέχει φωτός. ανοίγουμε την αγκαλιά στο τέρας, το έγκλημα μ’ έπαρση εφηβική καλωσορίζουμε, τον «άνθρωπο» διαστρέφουμε σε όχημα διαφυγής, σ’ υπεκφυγή μεταλλαγμένη, σε παρά φύσιν δίλημμα και πτώση κατά φύσιν —ριπή εξ επαφής. και τι άραγε «άνθρωπος» θα πει; ποια γενίκευση εκμαυλισμένη ορίζει τον ρυθμό του; ποια ερμηνεία, τάχα, ενδογενής τα σπλάχνα του συστήνει; στης αυταρέσκειας την επικράτεια και την δουλοπρεπή υπόκλιση στον πάτρωνα καθρέφτη, κίνδυνος είναι κατάματα κανείς του να κοιτάζει: μπορεί πάλι ν’ αρχινίσει την όψη του να βλέπει∙ κι είναι βαθιά ο εχθρός στις ρίζες μπηγμένος του κορμιού. τον όλεθρο υπηρετούμε μίας ζαλάδας εποχής, σε τραπεζών λογαριασμούς μηδενικά καλλίπυγα, που μ’ αναίσχυντη μας δένουν ρητορεία, πορτοφολάδων με ορθάνοιχτα μυαλά∙ και χύνοντ’ έξω τα δικά μας από πάθη κι απόναν αυθάδη μαστροπό ανθρωπισμό∙ αλίμονο: τούτος μπορεί θαρρώ κι ο μελλοθάνατος νάναι αντικατοπτρισμός των ύστερων σάρκινων μελών μας.

το κεφάλι θα σκύβουμε στο τέρας μονομιάς κι εκείνο θα μας κατατρώει ενδοτοιχώς. πως οι άρχοντες θ’ αυταπατόμαστε είμαστ’ εμείς∙ ορατών τε πάντων και αοράτων, αυτουργοί ηθικοί και δολοφόνοι ευθύς. κι όταν το ένστικτο θ’ αρχίσει να κραυγάζει —αν κάτι στα χέρια θα βαστά του ναρκοληπτικού το ηλεκτροσόκ— νους πια δεν θα υπάρχει να συνδέσει τις κουκκίδες. στάχτη μονότονα σπαραχτική θα κείται, κάποιες παλιές θολές εικόνες εορτών και συνεδρίων φέιγ βολάν, πολύχρωμα πανό, μπαλόνια ψυχαναγκαστικών, με τις φυλακές μαζί της αυτοκρατορίας ν’ ανοίγουνε ολόθερμη αγκαλιά. αυτή μεγάθυμη, απ’ τα μέγαρα τα στιλβωμένα και τα πεζοδρόμιά της, θα μας σφουγγίζει με βραβεία, στα φιλάνθρωπα μπράτσα της θα μας ζουλάει, στο χείλος θα μας σπρώχνει του κόκκινου νυχιού της, έναν-έναν για να μας γκρεμίσει με μιαν έσχατη κλωτσιά. είμαστε πρόσφυγες του μέλλοντος με τα ξεπαστρεμένα μάτια, πούχει τα χέρια στα πόδια του δεμένα, χωρίς πατρίδα, δίχως οικογένεια και παιδιά στην γειτονιά να παίζουν, χωρίς αγάπη για τον εαυτό μας, χωρίς αγάπη στ’ αλήθεια για κανέναν. είμαστε δήμιοι θλιβεροί, οι πιο υποτακτικοί ένοχοι, συνηρημένοι αυτόχειρες σε μία πρόστυχα ξεκοιλιασμένη γλώσσα. είμαστε πρόσφυγες δίχως πια γη για να προστρέξουμε, αφού άλλη λεύτερη δεν έμεινε καμμία.    

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΑΚΟΥΣΗΣ

Νέοι ποιητές ενός νέου αιώνα |59. Δημήτριος Δημητριάδης

ΔΙΑΡΚΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ 2000-2020

Ποιά ἡ ποίηση τοῦ 21ου αἰώνα καὶ ποιοί οἱ ποιητές της; Χιλιάδες ποιητικὲς συλλογές, εἴτε τυπωμένες ἀπὸ ἐπώνυμους οἴκους εἴτε αὐτοεκδόσεις, ἑκατοντάδων ἢ καὶ χιλιάδων ποιητῶν ποὺ ἀναζητοῦν τὴν θέση τους στὴν Νεοελληνικὴ Λογοτεχνία. Τί μένει ὅμως καὶ τί περνάει ἀπὸ τὴν κρησάρα τῆς κριτικῆς; Τί ἐπιβιώνει –ἢ ἔστω, τί φαίνεται ὅτι μπορεῖ νὰ ἐπιβιώσει– στὴν μνήμη τῆς ἀναγνωστικῆς κοινότητας;

Ἀποπειρώμενο μιὰν ἀπάντηση στὰ παραπάνω, τὸ Νέο Πλανόδιον ἐγκαινιάζει τὴν ἑβδομαδιαία στήλη ‘‘Νέοι ποιητὲς ἑνὸς νέου αἰώνα. Διαρκὴς ποιητικὴ ἀνθολογία 2000-2020’’. Γιὰ διάστημα δύο ἐτῶν καὶ ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὸν Φεβρουάριο τοῦ 2019, θὰ ἀνθολογοῦνται κάθε ἑβδομάδα ἕνα ἢ περισσότερα ποίηματα ἑνός/μιᾶς συγγραφέα, ποὺ θὰ πληροῦν δύο προϋποθέσεις: θὰ εἶναι α) δημοσιευμένα μετὰ τὸ 2000, καὶ β) γραμμένα ἀπὸ ποιήτριες ἢ ποιητὲς 45 ἐτῶν καὶ νεώτερους, γεννημένους δηλαδὴ ἀπὸ τό –σημαδιακό– 1974 καὶ ἑξῆς. (περισσότερα…)