ελληνική πεζογραφία

«Στη λογοτεχνία όλα μπορούν να συμβούν», φτάνει να το θελήσει ο συγγραφέας

Δημήτρη Καρακίτσου
Δον Υπαστυνόμος
Αθήνα, Αντίποδες, 2020

της ΑΥΓΗΣ ΛΙΛΛΗ

Αποτελεί πλέον αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι τα πεζά έργα του Καρακίτσου είναι, μεταξύ άλλων, παιγνιωδώς αλληγορικά, σουρεαλιστικά σατιρικά και βαθιά αυτοαναφορικά· φαινομενικά “περίεργα”. Εντούτοις, κατακτώντας την καθολικότητα (της ανθρώπινης περιέργειας, των συναισθηματικών εντάσεων, του χιούμορ, της παραδοχής, της ταύτισης, του καλλιτεχνικού συμβεβηκότος) τα ειδολογικά οριακά έργα του Καρακίτσου αφορούν κάθε αναγνώστη, ακόμα και αν αυτά πηγάζουν από τον ανδρικό ψυχισμό (του) και το βίωμα, κατ’ αντιστοιχία του όρου της γυναικείας γραφής ‒ όρου πολυσυζητημένου, πολυερμηνευμένου και πολυπαθούς και βεβαίως όχι ζητήματος που αφορά αυτό το σημείωμα. Αν όμως υπάρχει η γυναικεία γραφή, υπό την αποδεκτή έννοια της γραφής εκείνης που προκύπτει από τη γυναικεία (βιολογική και κοινωνική) εμπειρία και ψυχισμό, υπάρχει βεβαίως και η αντίστοιχης επιχειρηματολογίας ανδρική – θα μπορούσε κανείς εύκολα να σκεφτεί τα χαρακτηριστικά παραδείγματα του Πέτρου Τατσόπουλου και του Θανάση Χειμωνά μέχρι τα πιο πρόσφατα έργα του Άκη Παπαντώνη, του Ιάκωβου Ανυφαντάκη και του Χρίστου Κυθρεώτη. Στην περίπτωση του Καρακίτσου όμως συμβαίνει κάτι εντελώς διαφορετικό· θα τολμούσαμε να πούμε ότι η πηγή είναι το στερεοτυπικά “αγορίστικο βίωμα”, που αντλείται εν προκειμένω από τη νοσταλγική εμπειρία των κόμικ, του Μπλεκ, της Περιπέτειας, των αστυνομικών νουάρ των ζεν πρεμιέ, του κυνηγητού, του κρυφτού, της αλάνας.

(περισσότερα…)

«Λουκής Λάρας»: Διάλογος με την κριτική

Δημητρίου Βικέλα Λουκῆς Λάρας :

Διάλογος μὲ τὴν κριτική[1]

τῆς ΖΩΗΣ ΜΠΕΛΛΑ-ΑΡΜΑΟΥ

Εἰσαγωγικά

Ὁ Δημήτριος Βικέλας (1835-1908) ἔγραψε τὸν Λουκῆ Λάρα στὸ Παρίσι στὶς ἀρχὲς τοῦ 1879 καὶ ἔστειλε τὸ ἔργο γιὰ δημοσίευση στὴν Ἀθήνα, στὸ περ. Ἑστία, ὅπου καὶ δημοσιεύτηκε σὲ 10 συνέχειες.[2] Ἀπὸ τὴν πρώτη στιγμὴ προκάλεσε μεγάλο ἐνδιαφέρον στοὺς κύκλους τῶν διανοουμένων – κατὰ τὴν πληροφορία μάλιστα τοῦ Γρ. Ξενόπουλου, τὸ διήγημα ἀνεγνώσθη ἀπλήστως.[3] Σχεδὸν ὅλοι οἱ σημαντικότεροι κριτικοὶ ἔγραψαν γι᾿ αὐτό, πότε σχόλια ἐξυμνητικά, πότε ἐπιφυλάξεις ἢ καὶ ἀπορριπτικὲς κρίσεις.

(περισσότερα…)

Ο γοητευτικός άνεμος της ιστορίας

Σταμάτης Πολενάκης, Η πάλη με τον άγγελο, μυθιστόρημα, ενύπνιο, 2020.

της ΘΕΩΝΗΣ ΚΟΤΙΝΗ

Το πρώτο μυθιστόρημα του ποιητή και θεατρικού συγγραφέα Σταμάτη Πολενάκη συνεχίζει τις αναζητήσεις της ποιητικής του παραγωγής τόσο στη θεματολογία όσο και στην τεχνική. Έλξη μόνιμη στη δημιουργία του ασκούν η Ιστορία και οι μεγάλες μορφές της λογοτεχνίας, γι’ αυτό και η ποίησή του αντλεί από ένα ευρύ ιστορικό και λογοτεχνικό διακείμενο, από το οποίο απομονώνει και σκηνοθετεί επεισόδια, τόπους και πρόσωπα, συνήθως βυθισμένα σε μια μυθική αχλύ, στα αμφίβολα πλάνα μιας ημιτελούς και σημαίνουσας χειρονομίας. Ιστορικές προσωπικότητες, εμβληματικοί λογοτεχνικοί ήρωες, “καταραμένοι” συγγραφείς, επινοημένα ανώνυμα θύματα της ιστορικής συγκυρίας συνθέτουν την πινακοθήκη ενός μαρτυρολόγιου και το εικονοστάσι μιας ομολογίας πίστεως του ποιητή. Μέσα από τα πρόσωπα μιλά για τα διαχρονικά θυσιαστήρια της Ιστορίας, τις μεγάλες πολιτικές και ιδεολογικές ουτοπίες, τη λειτουργία της ποίησης. Όλα σε μια μεθόριο, σε στιγμές μετέωρες, στιγμές μετάβασης πριν συναντηθούν με το πεπρωμένο για να ηττηθούν από αυτό ή για να αφήσουν με την παρουσία τους το λεπτό άρωμα της ομορφιάς που αναζήτησαν. (περισσότερα…)

Ευάγγελος Ι. Τζάνος, Αυτοβιογραφικά στοιχεία στον «Εκτοπισμένο» του Γεράσιμου Βώκου

Στο τελευταίο τεύχος  του περιοδικού «Ο Καλλιτέχνης» (αρ. 31, Ιανουάριος 1914), ο Γεράσιμος Βώκος (Πάτρα 1868 – Παρίσι 1927) δήλωσε ότι εγκαταλείπει τη λογοτεχνία και ότι στο εξής πρόκειται ν’ αφοσιωθεί στη ζωγραφική και τη μουσική. Επιπροσθέτως, δίνοντας στη δήλωσή του ψυχολογικό αντίκρισμα, εξομολογήθηκε ότι στην πραγματικότητα η λογοτεχνία δεν τον ενδιέφερε ποτέ και ότι μονάχα η ζωγραφική και η μουσική τον ένοιαζαν ανέκαθεν παρ’ όλο που μέχρι τώρα δεν το είχε συνειδητοποιήσει. Για την απήχηση της δήλωσής του δεν υπάρχει καμιά πληροφορία, ωστόσο, όπως έγινε κατόπιν φανερό, ο ίδιος τη λησμόνησε ακυρώνοντάς τη. Έτσι, μολονότι η λογοτεχνική δραστηριότητά του μειώθηκε έκτοτε στο ελάχιστο, στο πλαίσιο της συνεργασίας του με την εφημερίδα «Πρόοδος», δημοσίευσε σε έξι συνέχειες (23-30 Μαρτίου 1917) το εν πολλοίς αυτοβιογραφικό διήγημα «Εκτοπισμένος», εκφράζοντας με αυτό την αγωνία του πνευματικού ανθρώπου για την τύχη της ανθρωπότητας μετά την έκρηξη του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου και προφητεύοντας ότι στην προσπάθεια να ικανοποιηθούν τα διεθνή οικονομικά συμφέροντα θ’ ακολουθήσει πρόσκαιρη ειρήνη κι ύστερα πάλι πόλεμος.

(περισσότερα…)

Υλική και λαβυρινθώδης περιπλάνηση

Αχιλλέας Κυριακίδης
Το μουσείο των τύψεων και άλλα διηγήματα

Αθήνα: Πατάκης
2018

Αχιλλέας Κυριακίδης
Σώμα
Αθήνα: Πατάκης
2017

της ΚΩΣΤΟΥΛΑΣ ΜΑΚΗ

«Τι κάνει τώρα μέσα μου αυτός ο αιχμάλωτος αέρας; … Τον νιώθω να γυρίζει σαν χαμένος, πεπλανημένος πλάνης, αίολος». (Σώμα, σ. 13)

Η περιπλάνηση, έννοια δυναμική, νοηματοδοτείται με νέους κάθε φορά όρους, ανάλογα με τη συνύφανση των γεγονότων και την οπτική των εμπλεκομένων σε αυτά. Η περιπλάνηση μπορεί επίσης να προταχθεί ως μεταφορά της γραφής και της κατασκευής ιστοριών για τον κόσμο και τις ανθρώπινες σχέσεις. Στην περίπτωση του Αχιλλέα Κυριακίδη, η περιπλάνηση είναι υλική και λαβυρινθώδης και εμπλέκει τη διπλή ιδιότητά του ως συγγραφέα και μεταφραστή. Αριστοτεχνικός και έμπειρος μεταφραστής ο Κυριακίδης περιπλανιέται στον χώρο της παγκόσμιας λογοτεχνίας πάνω από τριανταπέντε χρόνια, συνομιλώντας με το έργο του Μπόρχες, του Κορτάσαρ, του Κενό, του Περέκ και άλλων πολλών. Αν το ένα βιβλίο οδηγεί στο άλλο, στο πλαίσιο της σύνθεσης ενός υπό διαμόρφωση πολύμορφου διαλεκτικού λογοτεχνικού τοπίου, τότε ο Κυριακίδης εμπλέκει τους αναγνώστες/αναγνώστριες σε αυτή τη διαδικασία, προσκαλώντας τους να οικειοποιηθούν και οι ίδιοι τους χώρους που δημιουργούνται στα βιβλία των προαναφερθέντων συγγραφέων. Επομένως, η συμβολική αυτή περιπλάνηση είναι ατομική και συλλογική και παραμένει επίκαιρη, εφόσον δεν ολοκληρώνεται ποτέ, αλλά αναπροσδιορίζεται στην κάθε ιστορική στιγμή, θέτοντας στον συγκεκριμένο χρόνο νέα ερωτήματα σε κάθε ανάγνωση των μεταφρασμένων έργων. Έτσι, τα λογοτεχνικά έργα και οι συγγραφείς τους περιπλανιούνται αντίστοιχα στην κοινωνικο-ιστορική ελληνική πραγματικότητα σε αλληλεπίδραση με τους αναγνώστες/αναγνώστριες, συνθέτοντας νέους τόπους/χώρους, στους οποίους η γραφή, ο λόγος και η ανάγνωση οικοδομούν το πραγματικό, αλλά και οικοδομούνται με τη σειρά τους από αυτό.

Η περιπλάνηση αυτή του Κυριακίδη, με την ιδιότητα του μεταφραστή, και η λεπτομερής εντρύφηση στον Μπόρχες δεν μπορεί παρά να επηρεάσει και το λογοτεχνικό του έργο.

Στο Σώμα παρουσιάζεται το χρονικό της ζωής ενός γλωσσολόγου του Μαρτινιανού Σταύρου που τον φωνάζουν Μάρτη. Στο βιβλίο με αφορμή την προσπάθεια του πρωταγωνιστή να εντοπίσει μια γλώσσα χαμένη, την οποία ακούει πρώτη φορά όταν νοσηλεύεται στο νοσοκομείο το 1965, τη συνδέει με το σώμα. Επίσης, περιγράφεται σ’ αυτό η υλικότητα της γλώσσας που ομιλεί για τη φθορά και τον πόνο του ανθρώπινου σώματος, επαναλαμβάνοντας πως άνθρωποι και γλώσσες φθείρονται και σβήνουν σταδιακά. Πρόκειται, επομένως, για ένα χρονικό ανασύνθεσης της βιογραφίας ενός ανθρώπου και για μια συνεχόμενη διερώτηση για τον θάνατο, τη γλώσσα, τον ανθρώπινο πόνο, τη διαμόρφωση των ταυτοτήτων: «Σ’ αυτές τις τρύπες, τις παράγκες, που ονομάζουμε εαυτό μας, κατοικεί ένα πρόσωπο απόκρυφο, που δεν μας μοιάζει».[1]

Τα όρια του σώματος συνδέονται με αυτά της προσωπικής διαδρομής του πρωταγωνιστή, καθώς αυτός αναστοχάζεται, σε διάφορες στιγμές του βίου του, το πώς διαμορφώνεται η υλικότητα της γλώσσας στην έκφραση του ανθρώπινου καημού. Συνδέονται επίσης με την επιτελεστικότητα της γλώσσας και την περιπλάνηση του πρωταγωνιστή στην προσπάθειά του να εντοπίσει τις διαδρομές μιας χαμένης γλώσσας: «Αναδιφώντας στο σώμα αυτής της γλώσσας, σχολιάζει ο συγγραφέας, θαρρείς και ανέσκαψε τη γλώσσα του δικού του σώματος, σκαπάνευσε τις επιταγές του» (σ. 51).

Γλώσσα και σώμα σε μια λειτουργία αλληλεπίδρασης, καθοριστική για τον αναστοχασμό της ανθρώπινης πορείας. Όταν τελικά ο Μάρτης αρρωσταίνει, διαπιστώνει πως «ήταν μια γλώσσα χωρίς όνομα, δεν ζούσε πια, αυτά που ο Μάρτης είχε ακούσει ήταν σπαράγματα, μικροί μεταθανάτιοι ρόγχοι… ρήματα με κοινό τους μόρφημα το σώμα»(σ. 46).

Η φθορά του σώματος, αλλά και της γλώσσας αναδύονται σε κεντρικό μοτίβο. Ο πρωταγωνιστής αναφέρει χαρακτηριστικά, περιγράφοντας την παιδική του ηλικία, τη μανιώδη του επιθυμία να εμποδίσει την έλευση της αρρώστιας. Όταν τον ρωτούσαν για το τι θα γίνει άμα γεράσει, μια από τις απαντήσεις ήταν: «δήμιος αναδρομικός όλων των νόσων» (σ. 15). Η επιθυμία να ελεγχθεί και να διατηρηθεί η γλώσσα, περιγράφοντας τα στιγμιότυπα της ζωής του ανθρώπου, είναι παράλληλα και μια διαδικασία διατήρησης μιας ενεργής μνήμης, που αντιστέκεται στην επέλαση του χρόνου. Η λέξη Curpesten, είναι μια από τις λέξεις της άγνωστης γλώσσας που άκουσε ξαφνικά, όταν νοσηλεύεται στο νοσοκομείο, ο πρωταγωνιστής του βιβλίου. Την ερμηνεία της θα τη μάθει πολύ αργότερα. Curpesten «είναι μια λέξη που τα λέει όλα: Το σώμα είναι» (σ. 30).

Το βιβλίο του Κυριακίδη συνεχίζει τον διάλογο με τις σύγχρονες κοινωνικές θεωρίες[2] για την υλικότητα του σώματος και παράλληλα για τις κατασκευές του στον λόγο. Έτσι λοιπόν, το σώμα δεν είναι τόπος κοινωνικά και προσωπικά ουδέτερος, όπως εξάλλου η γλώσσα και η γραφή. Σώμα, γλώσσα, γραφή συγκροτούν νέες αναδυόμενες υποκειμενικές ταυτότητες και χώρους στην πορεία του κάθε ανθρώπου. Το σώμα κατασκευάζεται από σύνθετους λόγους και πρακτικές, ενώ παράλληλα διατηρεί την υλική του οντότητα, που μόνιμα επανανοηματοδοτείται στο ιστορικό παρόν. Είναι πηγή βιωμένων εμπειριών και συναισθημάτων, τόπος επιθυμιών και διαμεσολάβησης των κοινωνικών προσδοκιών (σ. 12). Ο Κυριακίδης δεν ενδιαφέρεται για το αδιαίρετο φυσικό σώμα, αλλά για το ρευστό αβέβαιο σώμα και τη σχέση του με τα όρια και το περιεχόμενο της γλώσσας, καθώς αυτά αλληλοπροσδιορίζονται. Η αναζήτηση της υλικότητας γλώσσας και σώματος δημιουργούν νέους τόπους ενδεχομενικότητας, επισημαίνοντας την «κοινωνικά κατασκευασμένη και διαρκώς μεταβαλλόμενη κειμενική σωματικότητα»[3].

Το σώμα είναι, λοιπόν, και αντίστοιχα, η γλώσσα είναι. Σώμα και γλώσσα σε μια διαδικασία περιπλάνησης του βίου, σε έναν ανοιχτό μνημονικό διάλογο, με όσα αισθανόμαστε, όσα επιθυμούμε, όσα αφήνουμε πίσω, καθώς και με όλους τους ανθρώπους που συναντάμε στη ζωή μας. Η κάθε ανάσα διατηρεί το σώμα και τις μνήμες του ζωντανές, σε μια απόπειρα αποφυγής του θανάτου. Ο θάνατος προσδιορίζεται από τον πρωταγωνιστή ως «αδυναμία επικοινωνίας και συνεννόησης με τους άλλους» (σ. 23), μέχρι να έλθει όμως μας προτρέπει να αναπνέουμε.

Στον αγώνα για επιβίωση ο γραπτός λόγος, τα αγαπημένα βιβλία, λειτουργούν ως λύτρωση και σωτηρία: «Είναι μια σκέψη που γαληνεύει και δίνει δύναμη, πως ανάμεσα στα βιβλία που έχουμε στην κατοχή μας υπάρχουν μερικά που αρκούν για τη λύτρωση και τη σωτηρία μας. Σχεδόν κάθε μέρα προστίθενται καινούρια, αλλά τα απαραίτητα υπάρχουν ήδη από καιρό».[4]

Στο σύμπαν του Αχιλλέα Κυριακίδη ο Μπόρχες είναι ένας από τους κλειδοκράτορες και στο βιβλίο: Το μουσείο των τύψεων, ο συγγραφέας αναρωτιέται για τους τρόπους με τους οποίους εκτυλίσσεται η αλληλεπίδραση ανάμεσα στον συγγραφέα που τον έχει καθορίσει, και τη διαμόρφωση του δικού του λογοτεχνικού και προσωπικού κόσμου. Συνεκτικός ιστός για άλλη μια φορά είναι η εννοιολόγηση της μνήμης και οι συνέπειές της στην ανάδειξη των καλλιτεχνικών έργων, αλλά και των προσωπικών διαδρομών.

Το ερώτημα για το πώς συγκροτείται η μνήμη, ποιο περιεχόμενο έχει και ποιες είναι οι επιδράσεις της στη λογοτεχνία και τις επιλογές του καθενός εμφανίζεται με διαφορετικούς τρόπους στο βιβλίο.

«Η μνήμη κάθε ανθρώπου είναι η μοναδική ισχυρή εκδοχή του χρόνου. Για να συντονιστούν, λοιπόν, δύο άνθρωποι, δεν αρκεί παρά να υπάρχει ο ένας στη μνήμη του άλλου. Κι’ η συνάντηση γίνεται πάντα στο παρόν, τη στιγμή που πυροδοτείται η ανάμνηση» (σ. 68)

Επομένως, η μνήμη δεν αφορά στη γραμμική αφήγηση του παρελθόντος, δεν αφορά στην παράθεση παρελθοντικών γεγονότων, δεν αφορά κάτι οριστικά τετελεσμένο. Η μνήμη συνδέεται με τους ανθρώπους και τις συναντήσεις μαζί τους. Είναι δράση που συμβαίνει διαχρονικά και μπορεί να ανακατασκευάζεται διαρκώς.

Ο συγγραφέας παίζοντας επίσης με τη μεταμυθοπλασία και τις υποκειμενικές εκδοχές ταυτότητας του ίδιου, ως μεταφραστή, επιμελητή, και αναγνώστη θίγει ζητήματα μνήμης και ταυτότητας. Ο Μπόρχες είναι παρών με διαφορετικούς τρόπους σχεδόν σε όλα τα διηγήματα του βιβλίου. Παρίσταται ως κεντρικό πρόσωπο αναφοράς και ενορχηστρωτής της γραφής του Κυριακίδη. Στο βιβλίο, πέρα από τις κειμενικές επιδράσεις του έργου του στους ήρωες των διηγημάτων («The ender», «Το μουσείο των τύψεων», «Φάλαινες και αναισθητικά», «Το εξωφρενικό αριστούργημα») εμφανίζεται ένας ήρωας του Μπόρχες ο Φούνες, ενώ στα «Κτερίσματα» ο ίδιος ο Μπόρχες παίρνει τον λόγο και μάλιστα υπογράφει στο τέλος και το κείμενο με το όνομά του. Η «Λέσχη της μυστικής μελαγχολίας» χαρακτηρίζεται επίσης από μια κλασική μπορχεσιανή ατμόσφαιρα, καθώς ο ήρωας συναντά έναν Άλλο εαυτό, ο οποίος απολαμβάνει τη φανταστική ζωή που ονειρεύεται ο πρωταγωνιστής του διηγήματος. Ενώ ο ήρωας συμμετέχει στη λέσχη, όπου κάθε μέλος μπορεί ανενόχλητα να ξεδιπλώσει τη μελαγχολία του και να αναστοχαστεί τη ζωή και τις επιθυμίες του, ο Άλλος εαυτός στο τέλος μπορεί να πάρει τη θέση του, ώστε να γίνει η αντιστροφή στη ζωή του πρωταγωνιστή. Με όλες αυτές τις επινοήσεις ο Κυριακίδης καταθέτει τις «οφειλές» και την αγάπη του για τον Αργεντινό συγγραφέα, εξετάζοντας τα όρια της γραφής στον χρόνο, την κατασκευή της μνήμης στα κείμενα και τη ζωή, το πώς οι επιθυμίες διαμορφώνουν το πραγματικό και το φανταστικό, αλλά και τη χρήση του μπορχεσιανού έργου στους λογοτεχνικούς, καλλιτεχνικούς και ακαδημαϊκούς κύκλους. Τα θραύσματα άλλωστε της καθημερινότητας λειτουργούν ως μόνιμες επισημάνσεις του ότι τίποτα δεν είναι οριστικό και ότι τα αποσιωπητικά ταιριάζουν σε όλες τις ανθρώπινες ιστορίες.

Στο «The ender» ο επιμελητής “πειράζει” το διήγημα του Μπόρχες «Ο Νότος» και παρεμβαίνει ευρύτερα στα κείμενα, καταργώντας την αμφισημία τους και βάζοντας ένα οριστικό τέλος. Γι’ αυτό αποπέμπεται από τους λογοτεχνικούς κύκλους, στους οποίους είχε δοξαστεί. Το μότο του Βίκτορ Σκλόφκσι στην αρχή του διηγήματος: «Κάθε μυθιστόρημα μπορεί να τελειώσει αλλά δεν έχει τέλος […] γιατί αυτό θα σήμαινε ότι ξέρουμε το μέλλον, κι εμείς το μέλλον δεν το ξέρουμε.» είναι παράλληλα και η διαπίστωση του συγγραφέα για τον ανοιχτό διάλογο που αναπτύσσεται ανάμεσα στα βιβλία και τους αναγνώστες και την πολυφωνικότητα που δημιουργείται στο διηνεκές του χρόνου.

Στα «Κτερίσματα» παρατίθεται ο Κρίστιαν Γκρείνβιλ, ο οποίος δηλώνει «ότι η μνήμη είναι η τέταρτη-και η μόνη-υποκειμενική εκδοχή του χρόνου» (σ. 76) μιας διαρκούς «work in progress» (σ. 77).

Ο Κυριακίδης θέτει, επιπλέον, ένα ανοιχτό δίλημμα. Η μνήμη δεν είναι ουδέτερη, αλλά αντίθετα αγγίζει τα όρια της οδύνης και της βίας όταν ξαφνικά έρχεσαι αντιμέτωπος/η με «έναν απίστευτο όγκο αυτοβιογραφικών αναμνήσεων», που λειτουργεί ως «παρελθόν-Ατλαντίδα» (σ. 77). Η συγκρότηση της μνήμης σε ένα τέτοιο πλαίσιο επιδρά και «στη γεωγραφία του μέλλοντος» (σ. 77), ορίζοντας την καθημερινότητα και τις επιλογές των ανθρώπων. Από την άλλη στο διήγημα «Με τον Φούνες» περιγράφεται ο τρόμος τού να «μπορείς ν΄ ανασύρεις τον πιο ακαριαίο έρωτα ή το πιο ποταπό μίσος» (σ. 72). Το να θυμάσαι διαρκώς με ένταση τα πάντα μπορεί να οδηγήσει σε ένα «στέγνωμα». Το συναισθηματικό αυτό στέγνωμα, η παύση της ενεργής νοηματοδότησης και επανατροφοδότησης, το πάγωμα του σώματος, της γραφής και της μνήμης είναι, νομίζω, και ένας ισχυρός συνδετικός ιστός ανάμεσα στο Σώμα και το Μουσείο των τύψεων.

«Λογοτεχνία είναι η ζωή που ξαναρχίζει όταν τελειώσεις το διάβασμα» (σ. 50), απαντά ο Κυριακίδης. Το πώς δεν θα αποστεγνωθούν οι γραφές, τα σώματα και οι μνήμες είναι πολιτικό ερώτημα-διακύβευμα, το οποίο απαιτεί τη ρευστότητα στους τρόπους που ορίζουμε το σώμα, την επιθυμία, τη λογοτεχνία και το πραγματικό. Για να επιστρέψουμε όμως, στην αρχή, η περιπλάνηση ως ενεργή διαδικασία θέασης του κόσμου ενδέχεται να ανατροφοδοτήσει με νέους όρους τη συγκρότηση της μνήμης με τρόπους που θα προσδιορίσουν και το μέλλον. Με αυτόν τον τρόπο, ίσως τελικά να γίνει πράξη το απόφθεγμα του Ceronetti ότι: «η βαθύτερη εκλογή του ανθρώπου θα είναι πάντα υπέρ μιας κόλασης πάθους και όχι ενός παράδεισου αδράνειας» (σ. 140).

ΚΩΣΤΟΥΛΑ ΜΑΚΗ


[1] Ceronetti, G. (1987) Η σιωπή του σώματος, Αθήνα: Ροές, σ. 33.

[2] Μακρυνιώτη, Δ. (2004) “Εισαγωγή”. Στο: Τα όρια του σώματος: Διεπιστημονικές προσεγγίσεις, επιμ. Μακρυνιώτη Δ., Αθήνα: Νήσος.

[3] Ό.π., σ. 20.

[4] Ceronetti, G. (1987) Η σιωπή του σώματος, Αθήνα: Ροές, σ. 65

Η προσωπική μαρτυρία ως γιατρειά του κοινού τραύματος

Δήμητρα Λουκά, Κόμπο τον κόμπο, Αθήνα, Κίχλη, 2019

της ΑΥΓΗΣ ΛΙΛΛΗ

Σύμφωνα με το οπισθόφυλλο του βιβλίου της Δήμητρα Λουκά Κόμπο τον κόμπο (Αθήνα, Κίχλη, 2019), στις σελίδες του συντίθεται ένας «κόσμος τραχύς», ο οποίος «δονείται από δυνατά πάθη και ένστικτα και συνάμα κυριαρχείται από τους ισχυρούς δεσμούς της κοινότητας». Ενώπιον του αναγνώστη ξεδιπλώνουν τις ιστορίες τους «ηρωίδες που βίωσαν «τη σκληρότητα της αρχαϊκής κοινωνίας και άλλες που ύψωσαν το ανάστημά τους και πάλεψαν στις πιο αντίξοες συνθήκες∙ ήρωες-θύματα των κοινωνικών προκαταλήψεων και άλλοι που τους συνέθλιψαν οι μυλόπετρες της Ιστορίας». Όντως, χωρίς διστακτικότητα εξιστορούνται οι βαθιές πληγές της παραδοσιακής κλειστής κοινωνίας: από τη σωματική και ψυχολογική κακοποίηση της γυναίκας εντός του οίκου («Αράχνες», «Το αίμα σπαράζει», «Κόμπο τον κόμπο»), αλλά και εκτός αυτού («Δεν είχε τυχερό»), μέχρι την κακοποίηση των ζώων («Κανέλα»), έως και το μεγάλο τραύμα του εμφυλίου («Singer»). (περισσότερα…)

Νατάσα Κεσμέτη, Ικέτης ανάμεσα σε θυμάρια

1

Ἱκέτης ἀνάμεσα σέ θυμάρια

Ἀποσπασματικές καταγραφές μιᾶς μεγάλης σαρακοστῆς

Ἡ ἀντίληψή μας τόσο γιά τόν Χριστό ὅσο καί γιά τόν ἑαυτό μας εἶναι εἰδωλική. Διαρκῶς ἔχουμε εἴδωλα. Ἡ νοησιαρχική καί ἰδεοληπτική μας προσέγγιση εἶναι αὐτή πού ἐμποδίζει τήν ὀντολογική ἀναζήτηση τοῦ Χριστοῦ. Κινούμεθα στήν φαινομενολογία τῆς πίστης καί ὄχι στήν ὀντολογία τῆς ὀρθοδοξίας.

     Χρειάστηκαν πολλά χρόνια ἔμπονης ἄσκησης καί δοκιμασιῶν γιά νά τό ἀναγνωρίσει. Ἀλλά ὅταν ἦταν ἕνα στοχαστικό παιδί, δέν γνώριζε παρά τά μονοπάτια μέ τά ἄγρια θυμάρια.

~.~

Τήν ὥρα πού  ὁ μικρός μαῦρος γάϊδαρος κατέβαινε τρεχάτος, μπροστάρης στό κοπάδι τά πρόβατα, καί ξαφνικά σταματοῦσε γιά νά μασουλήσει ἕνα ὡραῖο γαλάζιο ἀγκάθι, τό  ἀγόρι καθόταν πάνω στόν μαντρότοιχο καί χάϊδευε τόν φίλο του μέ τά μάτια. Θά κύλαγε πολύ νερό στό ποτάμι ὥσπου νά ἀκούσει γιά τόν «Ἀδελφό Γάϊδαρο» ἀπό τήν Οὔμπρια, καί νά ἐπιθυμήσει νά ἀκολουθήσει τά πατήματά του.

~.~

Κάποτε ὁ ἥλιος ἔριχνε μακρουλές σταγόνες αἷμα πάνω στά φουντωμένα θυμάρια καί τό παιδί ἔψαχνε περίλυπα ἀνάμεσα στά ξερά στάχυα, τά φρύγανα καί τούς θάμνους μέ τίς πικραγγουριές.

    Πολλά ἑπόμενα πρωϊνά, σκαρφαλωμένο στά κλαριά τῆς τζιτζιφιᾶς κοίταζε ἀνάμεσα στά μακρόστενα φύλλα τά αὐγινά σύννεφα κι ἦταν ἤδη ἕνα οὐράνιο πλάσμα, ὄχι γιατί  ὀνειροπολοῦσε -ποτέ δέν ὀνειροπολοῦσε- ἀλλά γιατί μέσα του  ἁπλωνόταν, ὅπως ἡ γκρεμοκαπαριά, σ’ ὅλη τήν ἔκταση τῆς καρδιᾶς του ἡ συμπόνια.

~.~

Κάποτε γύρισε κι ὁ πατέρας του: πάμφτωχος καί ρημαγμένος μετά ἀπό τόσα χρόνια πόλεμο, ἀποφάσισε νά γίνει ξυλάς· ὑπομονετικά τό ἀγόρι ἔσπρωχνε τό σαραβαλια- σμένο καρότσι στίς γύρω πλαγιές καί στά μακρινά λαγκάδια. Τό βράδυ τούς ἔβρισκε τίς πιό πολλές φορές νηστικούς· στρώνανε μιά τρύπια στρατιωτική κουβέρτα σέ κάποια αὐλακιά ἀνάμεσα στά κλήματα ἤ τά φουντωμένα στάχυα. Τό παιδί ἦταν πάλι χορτάτο ἀπό βρισιές, βλαστήμιες καί  ξυλοδαρμούς, ἀλλά κρατοῦσε κάτω ἀπ’ τά βλέφαρά του τίς μακρινές φωταψίες τῶν ἀστεριῶν καί παραδινόταν στόν ὕπνο μέ ἐμπιστοσύνη.

~.~

Ἡ γλυκειά του ψυχή πονοῦσε ἀφόρητα, γιατί δέν μποροῦσε νά ἐξηγήσει τόν λόγο τῆς  βαρβαρότητας μέσα στήν ὁποία περνοῦσαν οἱ μέρες του, ἀλλά στό βάθος τῆς καρδιᾶς του ἔπαλλε ἕνας τόπος δύναμης.

 ~.~

Ἀκολούθησαν γρήγορα τά χειρότερα. Ἀνοίγοντας τήν ἐξώπορτα σκόνταφτε συχνά πάνω στά κουφάρια ἐκείνων πού εἶχαν στριμωχτεῖ γιά ν’ ἀπαγγιάσουν καί ξύλιασαν σιγά-σιγά γιά πάντα. Μή μπορώντας νά κάνει τίποτα ἄλλο, ἔντρομο ἀκουμποῦσε τήν ἱκεσία του στά ἀνοιχτά τους παγωμένα μάτια. Κουφάρια βρίσκονταν παντοῦ, καί τό ἀγόρι ἱκέτευε γιά ὅλους πού σάν ἄλλοι σωροί ἀπό ξεμασκαλισμένα, κατάξερα κλαδιά, γέμιζαν τά κάρα.

~.~

Ἡ ζωή τῆς Ἱκεσίας ἄνοιγε μέ ἀνήκουστη ἀγριότητα, μέ ἀπότομα ἀπανωτά χτυπήματα τό δικό της δρόμο μέσα του. Θολά κι ἀβέβαια στήν ἀρχή ἀντιλαμβανόταν πώς ἡ ἀπόφαση σχηματιζόταν στό μεδούλι τῶν ὀστῶν του καί ἤδη μιά λιγνή σκιά Μαχητή τόν ἀκολου- θοῦσε κάθε στιγμή. Γιατί ὁ Ἱκέτης δέν εἶναι ζητιάνος. Ὁ Ἱκέτης εἶναι Πολεμιστής.

Ἀλλά αὐτή ἡ γνώση στήν πλήρη της ὡρισμασμένη ἔννοια, μέ ὅλη τήν ἐξάρτυση τῶν ὅπλων καί τούς γκρεμούς τῶν ἄθλων νά χάσκουν ἐμπρός του: τά τανυσμένα σκοινιά τῶν ἀποφάσεων πού ἔπρεπε πάνω τους νά περπατήσει ἀνάμεσα σέ ὀξέα διλήμματα, τό ἄλλοτε σκουριασμένο κι ἄλλοτε ἀστραφτερό ἀλλά, σέ κάθε περίπτωση, βουτηγμένο στό αἷμα λεπίδι τῆς γνώσης στεκόταν μέσα στό μέλλον του. Μποροῦσε ἀκόμα νά τό ἀδράξει ἤ νά τό ἀρνηθεῖ.

~.~

Πολύ ἀργότερα φανερώθηκε καί στά ἴδια του τά μάτια ἡ ἐκλογή, ὅταν ἄκουσε καθαρά:

Νά προηγεῖται ὁ Θεός στίς ἀποφάσεις σου καί ὄχι ἐσύ.

Τότε ἔκπληκτος, ἀλλά γεμάτος ἀγαλλίαση, ξεχώρισε τή φωνή κάποιου ἄγνωστου, ἐντούτοις πολύ δικοῦ του, ὡσάν καρδιά τῆς καρδιᾶς του, νά ἀποκρίνεται  σιγανά ἀλλά μέ σιγουριά:

Χρειάζεται μιά δόση Τρέλας. Χωρίς αὐτήν τίποτα δέ γίνεται!

Μέ αὐτόν τόν διάλογο πέρασε στόν καιρό τοῦ ἄνδρα, καί φάνηκε ποιός εἶχε μιλήσει στήν ψυχή του καί ποιά Τρέλα ἀκολούθησε…

~.~

Τότε ἦταν πού σημείωσε, ἀργά τό βράδυ μιᾶς μεγάλης Τρίτης, γιά τήν Κασσιανή:

Δίπλα στήν ἄβυσσο τῆς Ἐμῆς Νύχτας, ἡ ἄβυσσος τοῦ Ἀνεξιχνίαστου Ἐλέους.

    Τό δίπλα-δίπλα εἶναι μόνον σχῆμα λόγου, ἀναφορικά μέ μιά τεράστια αὐτοαναγνώριση καί μαζί ἀναγνώριση τοῦ Θεοῦ, ἀπό τά χείλη μιᾶς μοναχῆς καί ποιήτριας πού σαφέστατα μιλάει κατά ἔμφυλο καί ὄχι ἄφυλο τρόπο.

    Εἶναι ἡ γυναικεία ψυχή πού κοιτάζει κατάματα καί τίς δύο ἀβύσσους. Κοιτάζει μέσα της, στή Νύχτα της, ἀλλά ἔχει τό θεῖο Θάρρος νά κοιτάξει ἀκόμα πιό πέρα. Ἡ ματιά της δέν μαγεύεται ἀπό τήν πρώτη ἄβυσσο καί δέν παγιδεύεται ἐκεῖ μέσα, ὅπως τόσο συχνά συμβαίνει στήν ζωή τῶν περισσότερων ἀπό μᾶς. Ὅμως δέν εἶναι, στενά,γιά λόγους μελέτης τοῦ γυναικείου ψυχισμοῦ ἤ γιά λόγους τιμῆς στό Θήλυ, πού μιά σαφῶς πατριαρχική θρησκεία τοποθετεῖ σ’ αὐτή τή μέρα τόν συγκεκριμένο ὕμνο. Δέν εἶναι τό ψυχολογικό ἐπίπεδο, ἐν γένει, πού παίζει τόν πρωτεύοντα ρόλο στήν ἐπιλογή. Μᾶλλον οἱ πατέρες ἀντιλήφθηκαν πώς ἀπαιτεῖται ἤ καλύτερα πρό-ἀπαιτεῖται μιά «Θηλυκή Ψυχή» στόν ἄνθρωπο ὁ ὁποῖος, κατά τά ἄλλα  Ἀγωνιστής, Μαχητής ἤ Πολεμιστής, ὁδεύει πρός τό Πάθος.

    Ἡ Πνευματική Στάση ἀποτελεῖ ἕναν συγκερασμό ἀρρενωπά ἐνεργητικῆς – μαχητικῆς – ἡρωϊκῆς δράσης καί θηλυκῆς θρηνώσας ψυχῆς.  Ἀλλά ἡ δεύτερη δέν θρηνεῖ μόνον, οὔτε ἔχει αὐτεπίγνωση μόνον. Εἶναι προικισμένη μέ τήν Ἱκανότητα τοῦ Λατρεύειν ὁλόκαρδα μέσα σέ  ὑπαρξιακό συγκλονισμό. Ἡ ἰσχύς της βρίσκεται στό πῶς μπορεῖ νά αὐτοεγκα- ταλείπεται στήν παραφορά τοῦ συγκλονισμοῦ.

~.~

Μεγάλη Παρασκευή: πῶς μπορεῖ νά περιγραφεί αὐτή ἡ ἡμέρα πού εἶναι ἡ ἀρχή τῆς βαθιᾶς νύχτας; Αἴσθηση ἀποτυχίας, ἀτίμωσης καί ἀπουσίας οἰκείων. Εἶναι εὔκολο νά λές πώς ὅλοι εἶναι μόνοι ἤ πώς ὁ ἄνθρωπος εἶναι μόνος. Ἀλλά ποιοί εἰσέδυσαν σ’ αὐτό τό «εἶναι» καί δέν θέλησαν νά ξεφύγουν ἀμέσως γιά κάπου ἀλλοῦ; Μπορεῖ νά ἐκφράσει ἐπαρκῶς κανείς τόν πανικό; Τουλάχιστον τόν ἀρχικό πανικό; Ἡ ἰδέα πώς μόνον ἡ νόηση πανικοβάλλεται εἶναι ἀφελής. Οὔτε κανείς ξέρει ἄν ἡ ἴδια ἡ ὕπαρξη εἶναι πού τρέμει.

    Οἱ  Φάροι πού ἀπομένουν εἶναι ὅσοι προηγήθηκαν σ’ αὐτήν τήν ἀτέλειωτη Γεθσημανή.

    Τό ἴδιο τό Γεγονός πώς οἱ γενναῖοι αὐτοί προηγήθηκαν, τήν διατηρεῖ ὡς Κῆπο. Καί πρῶτος αὐτός πού ἀκολούθησαν: ὁ διωγμένος, ὁ ἀτιμασμένος, ὁ δαρμένος, ὁ ἀπόβλητος, τό περίτριμμα, τό μίασμα, ὁ περίγελος, ὁ ἀκατανόητος ξένος.

    Τοῦτος ὁ Κῆπος, πού μέ ὅλα τοῦτα παραμένει Κοσμικό  Περιβόλι, δέν ἔχει καμιάν ὀμορφιά καί καμιά ἀγάπη, καμιά συνομιλία ἐκτός ἀπό κρωγμούς τῶν ἁρπακτικῶν τῆς βίας, τῆς ἐρήμωσης καί τῆς ὀρφάνιας.

    Ἀρχή τῆς βαθιᾶς νύχτας κι ὅμως τά πατήματα τῶν προηγηθέντων ἀστράφτουν. Πόσο πολύ ἀγάπησαν αὐτόν πού τούς ἔκανε τό δῶρο νά τόν ἀγαπήσουν καί νά κατασκη- νώσουν μαζί του. Τά πατήματά τους ἀστράφτουν μαλαματένιες πέτρες – μαλαματένια πέταλα – μαλαματένια ἄτια.

~.~

Ἔντρομος κι ὅμως ὄχι μόνος. Ἀποτράβηξε τήν προσοχή ἀπό τό σκοτάδι. Προσηλώσου στά μαλαματένια ἴχνη.

~.~

Τώρα τά δέντρα εἶναι ἀνθισμένα, τό κοτσύφι ἔρχεται καί κελαηδεῖ, ἡ γειτόνισσα ἑτοιμά- ζεται νά πεθάνει. Ἀλλά ὅλοι ἐπίσης ἑτοιμαζόμαστε νά πεθάνουμε. Ἑτοιμαζόμαστε;

    Σ’ εὐγνωμονῶ γιά τίς εὐκαιρίες σιωπῆς πού μοῦ ἔχεις δώσει. Ἐξακολουθῶ ὅμως νά νιώθω ἀγωνία γιά τ’ ἀδέλφια μου καί γιάτά  τεκνία μου. Κουτή σκέψη, κουτή ἀγωνία. Μᾶς ἔχεις προβλέψει ἀπό τήν ἀρχή μαζί Σου. Ἀλλά πόσο δύσκολο νά ἀρθεῖ κανείς σ’αὐτοῦ τοῦ ὕψους τήν  ὀντολογία.

    Ἡ καρδιά μου λαχταράει καί γιά ἕνα μοναδικό κορίτσι. Λαχταράει νά τήν προλάβει χαρούμενη καί συντροφευμένη πρίν τελευτήσω.

    Ἐλέησέ με μέ πίστη, κουράγιο καί ἐλπίδα πώς ἡ ὕπαρξή της θά πληρωθεῖ. Σ’εὐχαριστῶ πού μοῦ δίνεις τήν ἔγνοια. Βοήθησέ με νά τήν σηκώσω μέ ἐμπιστοσύνη. Σ’εὐχαριστῶ πού μπόρεσα, μέ τήν συνδρομή Σου, νά ὁμολογήσω τήν ἀγωνία μου.

    Ὁ Μπάτουσκα λέει πώς πεθαίνοντας θέλει νά λησμονηθεῖ ἐντελῶς. Δέν ἐπιθυμεῖ καμιά δόξα, καμιά φήμη, τίποτα. Ἐπιθυμεῖ τήν πλήρη ξενητεία. Νά ἀπορροφηθεῖ μέσα στήν Ὑποστατική Ἀρχή τοῦ Χριστοῦ. Φοβᾶμαι μήπως τό διατυπώνω ἀνακριβῶς.

~.~

Ἄν καί ἀνέτοιμο γιά ὅλα Πλάσμα παροδικό, σκόνη τῆς σκόνης, ὡστόσο μέ ἄπειρη ἀξία: Κόρη Φωτός, Ὑιός Φωτός.

~.~

Κύριε στεῖλε μου λίγο Φῶς νά κατανοήσω πῶς θέλεις νά βαδίσω, πῶς νά σταθῶ ἀπέ- ναντι σέ ὅλους καί ὅλα. Χωρίς τήν Ἀνάσταση τίποτα δέν ἔχει κανένα νόημα.

     Ἄπειρες ἐκτάσεις τῆς ὑπάρξεως πέρα ἀπό τόν ζόφο τῆς μοναξιᾶς τοῦ θανάτου…

     Ἅγιε Σεραφείμ, Ἅγιε Σεραφείμ, πρόβαλλε πάλι μέ τήν Χαρά πού σέ περιβάλλει, ἀνάμεσα στά θυμάρια τοῦ νοῦ καί τῆς καρδιᾶς. Δίδαξέ με γιατί τά ἔχω ξεχάσει πάλι ὅλα. Δίδαξέ με πῶς νά ζῶ, πῶς νά ἀναπνέω πῶς νά συγχωρῶ πῶς νά ξεχνάω τό παρελθόν καί νά ἀνοίγομαι πρός τό μέλλον. Ἄπειρες ἐκτάσεις Δίδαξέ με πῶς νά μήν τίς φοβᾶμαι, πῶς νά μή νιώθω χαμένη, δίδαξέ με Ἅγιο Φῶς τήν Χαρά Σου. Ἐλέησε μέ τήν Παρουσία Σου τούς ἄρρωστους, τούς μόνους, τούς πάμφτωχους, τούς χαμένους μέσα στήν τύφλωση, ὅλους ἐμᾶς τούς μολυσμένους τοῦ Εἰκοστοῦ Πρώτου Αἰῶνα.

2

Ἔχουμε γεννηθεί μέ ἄλγος στήν καρδιά, πως ἡ καρδιά τού Ιησοῦ εἶναι τρυπημένη. Δέν εἴμαστε ἕνα πάθος χωρίς νόημα, ὅπως ὁ Σάρτρ μᾶς ἀποκαλεί, ἀλλά ἕνα πάθος τοῦ ὁποίου τό νόημα εἶναι ὁ Θεός.

Fr. Ernesto Cardenal, Νικαράγουα

ΝΑΤΑΣΑ ΚΕΣΜΕΤΗ

Ἄνοιξη 2007 – Ἄνοιξη 2020


*Ἀλέκος Κυραρίνης. Ἀπό τήν ἔκθεση Ὑπέρ Εὐχῆς, 2012 Οἰκία Κατακουζηνοῦ.

IVA : Σκιαγραφίες ἑνὸς Ἐσόπτρου Β΄

IVA-5-196~.~

I V A

Σκιαγραφίες ἑνὸς ᾿Εσόπτρου
τῆς
ΝΑΤΑΣΑΣ ΚΕΣΜΕΤΗ

ἰχνογραφημένες
ἀπὸ τὸν
Α. Κ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ

~.~

Δ Ο Κ Ι Μ Ι Ο
Μέρος Δεύτερο

 

8.

«Τὸ αὐτοκρατορικὸ κέντρο»

῍Αν ἐπέμενα στὴ λεπτομερειακὴ ἀνάγνωση αὐτῶν τῶν δύο περικοπῶν εἶναι γιατὶ θεώρησα πὼς θὰ μποροῦσαν νὰ χρησιμοποιηθοῦν ὡς εὔστοχη εἰσαγωγὴ σὲ μιὰ βαθύτερη ἐξέταση τῆς φυσιολογίας τοῦ κεσμέτειου Πνεύματος, ποὺ ἡ συγγραφέας παρομοιάζει μὲ ῎Εσοπτρο/Μυστηριώδη ᾿Οθόνη. Νομίζω πὼς εἶναι ὁλοφάνερη ἡ διφυὴς φύση αὐτῆς τῆς ᾿Οθόνης. ῾Υφέρπει ζωτικὴ σὲ ὅλο τὸ βιβλίο καὶ κυκλοφορεῖ ζωηρὴ στὶς ὑγιέστατες φλέβες τῆς συγγραφέως. ῾Η Νατάσα Κεσμέτη/᾿Οθόνη δὲ χάνει εὐκαιρία νὰ ἀντικαθρεφτίζει τὸ ἀπατηλὸ εἴδωλό της. Καθαρὰ καὶ θαμπά, ταυτόχρονα. Μὲ μιὰ τραγικὴ συναίσθηση πάντα γιατὶ μολονότι αὐτὴ ἡ ζώσα Διττότητα εἶναι ὅλο τὸ Εἶναι της, δὲν παύει νὰ εἶναι ἐντέλει καὶ στὶς δυὸ περιπτώσεις Μορφὴ μιᾶς ᾿Ιτιᾶς Κλαίουσας. ῍Ας ἐξηγηθῶ ὅμως περισσότερο. (περισσότερα…)

IVA : Σκιαγραφίες ἑνὸς Ἐσόπτρου Α΄

IVA-1-200

~.~

I V A

Σκιαγραφίες ἑνὸς ᾿Εσόπτρου
τῆς
ΝΑΤΑΣΑΣ ΚΕΣΜΕΤΗ

ἰχνογραφημένες
ἀπὸ τὸν
Α. Κ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ

~.~

Δ Ο Κ Ι Μ Ι Ο
Μέρος Πρῶτο

 

1.

«῞Ο,τι δὲ μοιράζεται, δὲν ὑπάρχει»

Πρὶν ἀπὸ δύο χρόνια (2017) ἡ Νατάσα Κεσμέτη δημοσίευσε ἕνα τελευταῖο ἔργο της, μιὰ «μυθιστορία», μὲ τίτλο «IVA» καὶ ὑπότιτλο «ΕΣΟΠΤΡΟ ΜΥΣΤΗΡΙΩΔΟΥΣ ΟΘΟΝΗΣ». Τὸ βιβλίο, ποὺ ἐκτείνεται σὲ 416 σελίδες, δὲν εἶναι οὔτε εὔβατο, οὔτε εὔληπτο, οὔτε εὐανάγνωστο. ῾Η ἐντύπωση ποὺ σχημάτισα διαβάζοντας καὶ ξαναδιαβάζοντας τὶς σελίδες του ἐξακολουθεῖ νὰ εἶναι πὼς ἡ συγγραφέας μᾶς χάρισε ἕνα ξεχωριστὸ κείμενο ποὺ δὲ μοιάζει μὲ «μυθιστόρημα» μὲ τὴ γνωστὴ σημασία τοῦ ὅρου. ῾Υπῆρξαν στιγμὲς ποὺ εἶχα τὴν αἴσθηση πὼς ὅ,τι διάβαζα δὲν ἦταν «κανονικὸ βιβλίο», (περισσότερα…)

Μυρτώ Χαρβαλιά, Ασφάλεια πάνω απ’ όλα

[Ασφάλεια πάνω απ’ όλα]

Η συνέχεια από τα Ροδάκινα

Myrtw-Charvalia-Eikona

Αγαπητέ Θ.,

Χαθήκατε. Σας στέλνω τόσες επιστολές, κάρτες αναμνηστικές και ραβασάκια. Πού είστε; Μήπως αλλάξατε διεύθυνση; Τα ροδάκινα που σας έστειλα πρέπει να μούχλιασαν στην εξώπορτα. Τα ροδάκινα είναι η ψυχή μου. Σας τη στέλνω ταχυδρομικώς, αν θελήσετε. Αν θελήσετε να την παραλάβετε, εννοώ. Είναι εκεί. Σε ένα κιβώτιο το πιο πιθανόν, ανάμεσα σε άλλα, αφημένα εκεί από καιρό, δίπλα σε άλλες επιστολές, λογαριασμούς και διαφημιστικά. Σας στέλνω την παρούσα επιστολή για να σας γνωστοποιήσω πως:

Σας ποθώ, σας ποθώ, σας ποθώ.

Ανυπεράσπιστος δηλώνω κι αφελής,

Σας ποθώ,

Μ.

*

Κύριε Θ.,

Το γράμμα μου ήταν μια στιγμή αδυναμίας. Αγνοήστε το. Συγχωρήστε με.

*

Αγαπητέ κύριε Θ.,

Είπα να μην σας στέλνω πια αλλά βλέπετε, ανησυχώ. Δηλαδή, όχι, δεν ανησυχώ, δεν χρειάζεται να ανησυχώ για την ακεραιότητά σας. Γνωρίζω πως τα καταφέρνετε μια χαρά· η σωματική σας διάπλαση σάς βοηθά για να προστατεύσετε τον εαυτό σας. Όσον αφορά στο μυαλό και την ψυχή σας, αυτά τα τελευταία αποδείχθηκαν τωόντι παραπάνω σκληρά κι αμετακίνητα απ’ όσο φανταζόμουν. Είσαστε πολύ σκληρός, λοιπόν, για να πεθάνετε. Το γνωρίζω.

Αλλά να, περνούσα προχθές, εντελώς τυχαία, κάτω από το σπίτι σας και είδα πως υπήρχε ένα περιπολικό ακριβώς απ’ έξω. Βεβαίως, το προσπέρασα πολύ γρήγορα. Δεν θα ήθελα να έχω επιπλέον μπελάδες. Αρκετούς είχα όταν μου έσπασαν την μπαλκονόπορτα. Θυμάστε, άλλωστε. Ήταν δύο αστυνόμοι που είχαν κατέβει από το όχημα και στέκονταν στην είσοδο, δύο άλλοι φαίνεται ότι κατέβαιναν την κεντρική σκάλα, κατέβαζαν κάποιον και κρατούσαν το κεφάλι του προς τα κάτω. Δεν μπόρεσα να δω περισσότερα. Θέλω να πω, με τύφλωσε κι αυτό το φωσφορίζον μπλε φως του περιπολικού… Είναι όλα καλά;

Αναρωτιέμαι. Ήσασταν εσείς, μήπως;

Θέλω να πω, αυτό θα ήταν αδύνατον. Αλλά, βλέπετε, ανησυχώ. Το λοιπόν;

Καταλαβαίνω ότι δεν θέλετε πλέον να έχετε περαιτέρω επικοινωνία μαζί μου, το κάνω καθαρά και μόνο για λόγους ασφάλειας και ενδιαφέροντος. Το λοιπόν;

Ελάτε, δεχτείτε ευγενικά να μου αποστείλετε μια σύντομη επιστολή, έστω και μονολεκτική, ένα ναι ή ένα όχι, κι εγώ θα καταλάβω.

Με φιλικούς χαιρετισμούς,

Μ.

*

Κύριε Θ.,

Δεν απαντήσατε στο γράμμα μου. Ωστόσο, δεν σας κατηγορώ. Είναι μονάχα ότι με βάλατε σε μεγαλύτερη ανησυχία. Βλέπετε, αμέσως άρχισα να φτιάχνω σενάρια. Μην τυχόν σας έχουν πάρει αυτόφωρο, και εκεί που μένετε… Πώς να το πω, θα ήταν φριχτό αν σας έπαιρναν αυτόφωρο σε εκείνη την περιοχή. Και σε κάθε περίπτωση εσείς είστε αθώος. Αθώος. Γιατί να σας έπαιρναν αυτόφωρο! Ύστερα σκέφτηκα το βανάκι της αστυνομίας—εκεί όπου βάζουν τους ύποπτους και τους εγκληματίες εννοώ. Σας σκέφτηκα εκεί μέσα κι ένα τρέμουλο με διαπέρασε. Λάθος, κανένα τρέμουλο. Δεν μπορώ να σας φανταστώ μέσα σε μια κλούβα. Μόνο κλούβια αβγά δεν θα ταίριαζαν εκεί μέσα; Μέσα σε μία τέτοια λέξη;

Δείξτε την καλοσύνη που αρμόζει σε τέτοιες καταστάσεις ύστατης αγωνίας και απαντήστε μου αν ήσασταν εσείς.

Ελπίζω απλώς να ήταν κάποιος άλλος, κάποιος πραγματικά ένοχος γιατί εσείς δεν είστε ούτε στο ελάχιστο, το γνωρίζω πολύ καλά αυτό. Μπορεί άλλωστε να έχετε αλλάξει διεύθυνση. Έτσι δεν είναι; Άλλωστε, τι θα μπορούσε να δηλώνει αυτή σας η μακροχρόνια σιωπή αν όχι απουσία;

Σας χαιρετώ φιλικά,

Μ.

ΥΓ. Κι όπως είπαμε, μπορείτε να αρκεστείτε σε μια μονολεκτική επιστολή. Θα δείξω απόλυτη κατανόηση.

*

Αγαπητέ Θ.,

Ξέρω πως δεν πέρασαν πολλές μέρες από την τελευταία μου επιστολή. Ο λόγος που σας ξαναστέλνω είναι για να σας πω να προσέχετε. Περίεργα πράγματα συμβαίνουν τελευταία. Μάλιστα, περίεργα πράγματα συμβαίνουν κι εδώ που μένω. Δεν θα ήθελα να φανταστώ τι συμβαίνει στη δική σας γειτονιά. Είμαστε όλοι στο πόδι από το πρωί ώσπου να πέσει το φως. Μια αδιαθεσία γενική επικρατεί. Θα σας εξηγήσω.

Στο δεύτερο υπόγειο της πολυκατοικίας έμενε η γιαγιά από τις Φιλιππίνες. Πριν λίγες μέρες μπήκαν στο σπίτι της και τής το έκαναν λαμπόγυαλο.

Όταν μπήκαν μέσα για επιθεώρηση, είδαν εφημερίδες παντού απλωμένες στο πάτωμα. Η λάμπα στο μπάνιο έκαιγε και μύριζε ψαρίλα· το ντουί είχε χαλάσει, συμπέραναν. Στον χώρο βρέθηκαν πολλά τάπερ αταίριαστα και ελαφρώς λαδωμένα. Είχαν αναποδογυρίσει τον κάδο των σκουπιδιών στην κουζίνα. Η γιαγιά φαίνεται ότι είχε αγοράσει χοιρινό κρέας—το πότε δεν μπορούν να το υπολογίσουν με σιγουριά—πάντως βρήκαν ενήλικα σκουληκάκια να χαμογελούν μέσα στον σωρό με τα υπόλοιπα σκουπίδια, ανάμεσα σε φλούδες πατάτας και πορτοκάλια στυμμένα. Αναρωτήθηκαν, μάλιστα, αν είχε εγγόνια, γιατί, ας μην γελιόμαστε, ποια γιαγιά θα έστυβε πορτοκάλια για τον εαυτό της!  Κι αν είχε εγγόνια, στα οποία έφτιαχνε τακτικά πορτοκαλάδες τότε πώς γίνεται να βρέθηκε μετά από δύο εβδομάδες, σ’ αυτήν την έρημη πλαστική καρέκλα με τα χέρια και τα πόδια της δεμένα σφιχτά με μαύρη ταινία, και μπορείτε να φανταστείτε την μπόχα. Της είχαν φιμώσει και το στόμα, για να μην φωνάξει όσο εκείνοι θα έψαχναν. Είπαν, μάλιστα, πως όταν αφαίρεσαν την ταινία είδαν κάτι να ζυμώνεται εκεί μέσα. Δεν είπαν παραπάνω. Κι όλα αυτά για μερικά χαρτονομίσματα που φαίνεται να έκρυβε στο συρτάρι με τις κιλότες. Ούτε κοσμήματα, ούτε τίποτα.

Η γιαγιά του δεύτερου υπογείου από τις Φιλιππίνες μού κάνει παρέα εδώ και κάποιες μέρες. Δουλεύω ως αργά και με επισκέπτεται συχνά. Πώς γίνεται να την ξέχασαν δύο πατώματα κάτω από τη γη να σαπίζει; Το σπίτι της ήταν αρκετά βαθιά για να είναι ο τάφος της. Ζούσε μέσα στον τάφο της! Χα! Φανταστείτε!

Τα μαραμένα της χεράκια κολλημένα στην καρέκλα. Τους άκουσα να λένε πως οι βούλες από τα γηρατειά στα χέρια της είχαν ανοίξει και μπορούσες να δεις κάτι μαύρο μέσα τους.

Τι; Τα μάτια της; Ήξερα πως θα ρωτούσατε. Για τα μάτια της δεν μίλησαν, γιατί λένε πως ήταν τυφλή.

Σας χαιρετώ,

Δικός σας,

Μ.

ΥΓ. Στον φάκελο θα βρείτε μια μαραμένη μαύρη μαργαρίτα. Είναι από αυτές που σας έλεγα ότι φυτρώνουν στη σκεπή του απέναντι σπιτιού.

*

Κύριε Θ.,

Καταλαβαίνω πως η δουλειά σας δεν σας επιτρέπει πολλές ώρες για χάσιμο και φαντάζομαι ότι σε αυτή την έλλειψη χρόνου συμπίπτει και η έλλειψη απάντησης από μέρους σας. Καταλαβαίνω απόλυτα, όπως σας είπα. Επίσης, συγχωρήστε με για την προηγούμενη επιστολή. Είναι απλώς ότι τα πράγματα γίνονται επικίνδυνα τώρα πια.

Κοιτάξτε, αυτήν τη φορά σας στέλνω γιατί δεν θα άντεχα να σας κρύψω την ανησυχία μου. Βλέπετε, πέρασα ξανά από τη γειτονιά σας, είχα κάτι υποχρεώσεις εκεί κοντά και, ήταν βράδυ, βλέπετε, και ακριβώς απέναντι από την πολυκατοικία όπου διαμένετε—ή που κάποια στιγμή ορίσατε ως σπίτι σας, τέλος πάντων—έβλεπα καπνό. Έβλεπα καπνό να φεύγει από κάποιο παράθυρο στον πέμπτο περίπου όροφο και ήθελα να δω αν είναι όλα καλά.

Κάθισα αρκετή ώρα κοιτάζοντας τον μαύρο καπνό που χανόταν στον αέρα με μια ελαφρότητα σαν να μην συνέβαινε τίποτα, με μια ευκολία γκρίζα που μου έλεγε «ε, και τι πειράζει» κι ύστερα εξαφανιζόταν στον νυχτερινό ουρανό. Ούτε ένα σύννεφο δεν υπήρχε για να μπερδευτώ. Το είδα καθαρά. Ο καπνός μού έλεγε πως δεν σας νοιάζει, πως δεν πειράζει. Το δυστυχές είναι πως καθώς έβλεπα με σηκωμένο το κεφάλι τον μαύρο καπνό της έγνοιας να εξαφανίζεται στο μπλε δεν ήξερα αν έπρεπε να γίνω κι εγώ κομμάτι αυτού του αδιαπέραστου, ακηλίδωτου μπλε και να σας αφήσω πίσω, στον όροφό σας, στη φλεγόμενη, ίσως, βεράντα σας, και να φύγω. Το δυστυχές είναι πως εσάς δεν σας νοιάζει, πως εσείς συνεχίζετε τη ζωή σας φυσιολογικά κι αναπνέετε ακόμη και στον μαύρο καπνό τη φυσιολογικότητα του αέρα, ενώ εγώ δεν μπορώ να προχωρήσω χωρίς εσάς. Είμαι κολλημένος σε αυτό το διαμέρισμα που σιγά-σιγά το τρώνε οι φλόγες. Σιγά-σιγά οι φλόγες με πλησιάζουν, μου αρπάζουν την ανάσα και αρνούνται να μου τη δώσουν πίσω. Πνίγομαι μέσα στον μαύρο καπνό, κύριε Θ. Πνίγομαι μέσα στον μαύρο καπνό, είπα ψέματα ότι ο καπνός διαλύεται, δεν αλλάζει. Ο καπνός είναι μαύρος σαν πίσσα και αποπνικτικός. Έχω εγκλωβιστεί μέσα στο διαμέρισμα. Δεν προλαβαίνω να καλέσω την Άμεση. Η ανάσα μου μικραίνει. Τα μάτια μου μισοκλείνουν, αφήνομαι σε αυτό το μαύρο. Κι εσείς βρίσκεστε ακριβώς απέναντί.

Αυτή η ιστορία πρέπει να τελειώσει.

Μ.

*

Αγαπητέ Θ.,

Είδα στον ύπνο μου την Μάρθα.

Δηλαδή δεν την είδα. Είδα ότι μπήκα στο σπίτι σας. Είδα την κουζίνα ακατάστατη· άπλυτα κατσαρολικά και το κίτρινο του κουρκουμά.

Είδα άστρωτο τον μπλε καναπέ.

Άνοιξα το φως του μπάνιου· δεν κατάλαβα πολλά. Πετάξατε την οδοντόβουρτσά μου, ωστόσο, γιατί; Ήρθα. Κι αν ήθελα να πλύνω τα δόντια μου; Πού είναι η οδοντόβουρτσά μου;

Πέρασα στο δωμάτιο. Είδα το πάπλωμα. Δεν ήταν το δικό μας πάπλωμα. Έκανα να το πιάσω, να συνηθίσω την υφή του και τότε έκπληκτος ένιωσα ζέστα, ένιωσα ζέστα στο πάπλωμα από κάτω. Και τότε κατάλαβα ότι εσείς μπορεί να μην υπήρξατε αλλά η Μάρθα υπήρχε μαζί σας.

Είδα στον ύπνο μου την Μάρθα.

Πριν τρία βράδια δηλαδή.

Από τότε αρνούμαι να κοιμηθώ, δεν θέλω συνέχεια σ’ αυτή τη σκηνή. Δεν θέλω λύσεις στην πλοκή ούτε dénouements. Θέλω απλώς να μην είναι αλήθεια.

Μ.

ΥΓ. Τι υστερόγραφο να αφήσω; Παρακαλώ, να μην είναι αλήθεια.

*

Κύριε Θ.,

Ελπίζω η ημέρα σας να είναι bright and sunny, bright and sunny και η ζωή σας ένα ατελείωτο βρετανικό accent. Σας στέλνω αυτό το σύντομο γράμμα, για να σας γνωστοποιήσω, για να σας πω, να σας πω, αγόρασα νέες γαλότσες, wellingtons, ξέρετε.

Τις φόρεσα.
Βγήκα στην πίσω αυλή.
Τα αράδιασα όλα χάμω.
Τι μαρμελάδα! Κιμά τα έκανα.
Να μην υπάρξουν ποτέ ξανά.
Στην υγειά σας,
Δικός σας,
Ο πρώην (πιστός δε) ροδακινοπάροχός σας.

***

ΜΥΡΤΩ ΧΑΡΒΑΛΙΑ

Myrtw-Charvalia-Eikona-2