ελληνική πεζογραφία

Η κοχλάζουσα libido της ελληνικής πεζογραφίας

sex

 ~ . ~ 

του ΦΩΤΗ ΔΟΥΣΟΥ ~ . ~ 

Ο τίτλος του άρθρου θα μπορούσε να ανήκει και σε διδακτορική διατριβή της Φιλοσοφικής Σχολής ή του Τμήματος Ψυχολογίας κάποιου πανεπιστημίου ή να αποτελεί κεντρικό θεματικό μοτίβο σε stand up κωμωδία, προορισμένη βέβαια αυστηρά για την ιντελιγκέντσια. Προφανώς το ζήτημα είναι αχανές και δεν γίνεται παρά να το θίξουμε ελάχιστα εδώ.

Θα προσπαθήσουμε ωστόσο να το ψηλαφίσουμε έχοντας στον νου το έργο συγκεκριμένων συγγραφέων: των πιο προβεβλημένων, των πιο γνωστών, των πιο αγαπητών στο αναγνωστικό κοινό. Μια διευκρίνιση: δεν θα επεκταθούμε στους πολύ εμπορικούς συγγραφείς (Μαντά, Δημουλίδου κτλ.) γιατί α) υποθέτουμε ότι οι αναγνώστες του Νέου Πλανοδίου δεν τους θεωρούν καν συγγραφείς, β) η σεξουαλικότητα στα έργα τους προκαλεί κυρίως γέλιο (και δεν θέλουμε να ασχοληθούμε με την φαιδρή πλευρά της σεξουαλικότητας).

Πριν αρχίσουμε την (όσο πιο σφαιρική γίνεται) πραγμάτευση του θέματος, μας έρχεται συνειρμικά στον νου η ξεχασμένη πλέον πραγματεία του γιατρού Μ. Μωϋσείδη Αυνανισμός : Κίνδυνοι – Προφύλαξις – Θεραπεία που εκδόθηκε το 1927 στην Αθήνα. Στο προβοκατόρικο αυτό έργο μας διαβεβαιώνει ο αυστηρός και ηθικά άτεγκτος συγγραφέας-γιατρός ότι «δια της αναγνώσεως ενός έργου περί αυνανισμού ουδέποτε έγινε τις αυνανιστής». Αυτό είναι μάλλον ανακουφιστικό αν κάνουμε τις δέουσες αναγωγές στα μνημεία ερωτικού λόγου της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας. Με λίγα λόγια δεν έχουμε να φοβηθούμε, μπαινοβγαίνοντας –ως κοινοί voyeurs– στις τολμηρές περιγραφές ερωτικών σκηνών, μήπως καταληφθούμε από κάποιου είδους ερωτικό οίστρο. Η αυξημένη libido του νεοελληνικού μυθιστορήματος θα μας αφήσει ανεπηρέαστους και νηφάλιους να συγκεντρωθούμε στη δουλειά μας.

Πράγματι μόνο για αναφροδισία δεν μπορεί να κατηγορήσει κανείς την λογοτεχνία μας (για την πεζογραφία μιλάω, διότι όσον αφορά την ποίηση υπάρχουν πολλές ενστάσεις επ’ αυτού). Εδώ και πολύ καιρό οι πεζογράφοι έχουν σηκώσει το σεντόνι και μπορούμε να παρακολουθούμε με ανατομική ακρίβεια κάθε απόκρυφη πράξη των ηρώων τους. Είναι κακό αυτό; Φυσικά όχι. Εξαρτάται όμως πως το κάνει κανείς. Για παράδειγμα η σχετική ευφράδεια του Πασκάλ Μπρυκνέρ τίθεται πέρα από κάθε κριτική και βγαίνει βεβαίως εκτός συναγωνισμού. Αλλά οι περισσότεροι εν Ελλάδι ομότεχνοί του δεν χαρακτηρίζονται από το ίδιο μπρίο, τον ίδιο πλουραλισμό εκφραστικών μέσων, την ίδια έμπνευση, την ίδια στόχευση και την ίδια ειρωνεία απέναντι στο θέμα.

Μια πρώτη ματιά στα αξιόλογα γραπτά κάποιων από τους καλούς πεζογράφους μας δείχνει ότι αυτά όζουν τεστοστερόνης. Καθόλου παράλογο βέβαια. Η machο συμπεριφορά, πέρα από την γραφικότητα που της αποδίδουμε πολλές φορές, είναι συνυφασμένη με την εικόνα του άντρα από την μεταπολίτευση κι έπειτα. Γελάμε με τον Greek Lover του ’80, με τα σταυρουδάκια του, το δασύτριχο στήθος και τα ανοιχτά πουκάμισα. Αλλά αυτός δεν εξαλείφθηκε. Σήμερα μπορεί να έχει γυρισμένα τα ρεβέρ του παντελονιού του (για να φαίνεται ο αστράγαλος) και να διαθέτει μακριά γενειάδα (όπως στην αγροτική Ρωσία πριν αναλάβει την εξουσία το Μεγάλος Πέτρος) αλλά στην ουσία δεν έχει αλλάξει διόλου. Είναι ίσως λίγο πιο φοβισμένος, πιο μπλαζέ, πιο άτολμος. Αλλά κατά βάθος διακατέχεται από τις ίδιες ιδέες.

Τα μυθιστορήματα αποτελούν κάποιο είδος καθρέφτη της εποχής τους. Καθώς βυθιζόμαστε στον κόσμο τους είναι σαν να επιχειρούμε μια βουτιά στο Zeitgeist και να παίρνουμε μια γεύση από τις κυρίαρχες ιδέες, τις μεγάλες φαντασιώσεις, τις ψευδαισθήσεις και τα οράματα που συγκρούονται μέσα σε αυτό. Πως διαμορφώθηκε σήμερα το Ερωτικό μέσα από το Πολιτικό και το Κοινωνικό δεν είναι δύσκολο να το διακρίνουμε: η επίπλαστη οικονομική ευμάρεια, οι απεριόριστες δυνατότητες κοινωνικής καταξίωσης μέσα από ελιγμούς διαπροσωπικών σχέσεων, οι ψευδαισθήσεις μεγαλείου και παντοδυναμίας που ενέτεινε μια περιρρέουσα αίσθηση ευφορίας, δεν μπορεί παρά να επέδρασαν καταλυτικά στον τρόπο που βλέπουμε την ερωτική πράξη και συμπεριφορά και ακόμα στον τρόπο που αυτή απεικονίζεται και εγχαράσσεται στη λογοτεχνία μας.

Σε μεγάλο αριθμό μυθιστορημάτων (γραμμένων από άντρες – για τις γυναίκες θα πούμε αργότερα) οι αρσενικοί χαρακτήρες, που είναι βέβαια και οι πρωταγωνιστές, διακρίνονται από ελευθέρια, ακάματη και βουλιμική σεξουαλική ζωή. Αν θέλουμε να φτιάξουμε το γενικό προφίλ του δεσπόζοντος μυθιστορηματικού ήρωα θα πούμε ότι είναι  άνδρας 30-40 ετών, γυναικάς, πολυγαμικός εκ φύσεως και εκ πεποιθήσεως, που κατά κανόνα έχει μεγάλη πέραση στο αντίθετο φύλο και επωφελείται στο έπακρον από αυτό. Αλλά συγχρόνως δεν παύει να είναι και κάπως ευαίσθητος, κυνικός όσο και αισθηματίας, στοχαστικός και άφρων, προσηλωμένος σε μια ιδανική γυναίκα αλλά σε αέναη αναζήτηση της σεξουαλικής εμπειρίας που έχει σωρευτική αξία για αυτόν: είναι παράσημο αρρενωπότητας. Όσο πιο πολλές γυναίκες τόσο το καλύτερο. Φαντάζομαι κάποια από αυτά τα στοιχεία θα εξοργίζουν την φεμινιστική κριτική στην χώρα μας (sic). Να τονίσουμε ότι τα ζεύγη των αντιφάσεων που αναφέρουμε παραπάνω δεν προέρχονται από κάποια υπαρξιακή διχοτόμηση του ήρωα, αλλά σε αυτοσχεδιασμούς και σε επιπόλαιους επαμφοτερισμούς της συγγραφικής βούλησης.

Ο ανθρωπότυπος που περιγράφουμε έχει και άλλα στοιχεία που διαμορφώνουν ή απορρέουν (από) την σεξουαλική του συμπεριφορά. Είναι έξυπνος και αποφασιστικός, παίρνει ρίσκα, μπορεί να είναι αποτυχημένος σε αυτό που κάνει, αλλά αντιμετωπίζει την αποτυχία του με μεγαθυμία, χιούμορ και σαρκασμό, δεν έχει πολύ στενούς φίλους, αυτοπροσδιορίζεται ως  μοναχικός κυνηγός. Θεωρεί ότι (πρέπει να) είναι απόλυτα ελεύθερος, για αυτό και δεν δένεται συναισθηματικά – δεν διατηρεί συναισθηματικούς δεσμούς ούτε καν με την οικογένειά του. Καλύπτει τα υπαρξιακά του κενά μέσω της δράσης. Έχει έναν ψυχαναγκασμό (ψύχωση να το πούμε;) με την προσωπική του ελευθερία (όπως την ορίζει αυτός, το να πράττει αυτοβούλως χωρίς καμία συνέπεια δηλαδή), αλλά αγνοεί ότι είναι δέσμιος των παθών του και των ασυνείδητων παρορμήσεών του.

Τέλος δεν έχει αμφιβολίες για την σεξουαλική του ταυτότητα, ενώ αντιμετωπίζει με περιπαικτικότητα και με κάποιο αίσθημα ανωτερότητας (αν όχι με χλευασμό) τους ομοφυλόφιλους. Θυμίζει λίγο τον τρόπο που παρουσίαζε τον χαριτωμένο gay η τηλεόραση στα 90ties. Λίγο σαν καρικατούρα, λίγο σαν παρακατιανό, λίγο σαν ιδιάζουσα περίπτωση, πάντως όχι σαν άτομο που μπορείς να το πάρεις στα σοβαρά.

Όταν σχεδιάζουν γυναικείους χαρακτήρες, οι συγγραφείς μας, δείχνουν να μην πολυκαταλαβαίνουν τι ακριβώς κάνουν. Το εγχείρημα είναι έτσι κι αλλιώς δύσκολο. Πολλοί από τους σύγχρονους πεζογράφους πάντως αρέσκονται να βλέπουν την γυναίκα  χειραφετημένη, δυναμική, τσαμπουκαλεμένη, λίγο αριβίστρια, ελαφρώς κυνική, έξυπνη μεν μα και κάπως αφελή. Αλλά για μισό λεπτό. Αυτά είναι χαρακτηριστικά που αποδίδουν λίγο πολύ και στους αντρικούς χαρακτήρες τους! Από ένα σημείο και μετά γίνεται εύκολα αντιληπτό ότι, διαβάζοντας ελληνική λογοτεχνία, παγιδευόμαστε σε έναν τραγικά μονοδιάστατο κόσμο, όπου όλοι οι ήρωες είναι αντίγραφα ή κακέκτυπα συγκεκριμένων ψυχικών τάσεων του συγγραφέα τους.

Η κυρίαρχη σεξουαλικότητα σε πολλά από τα μυθιστορήματα της τελευταίας τριακονταετίας έχει μια έκδηλα ναρκισσιστική τάση. Σχεδόν βλέπουμε τον συγγραφέα να τσαλαβουτά με αυταρέσκεια και εγωπάθεια στις φαντασιώσεις του ή να καταγράφει (μήπως να πω καλύτερα να “μετουσιώνει”;) τις εμπειρίες του προς χάριν της αναγνωστικής τέρψεως. Η δε επιλογή πολλών πεζογράφων να χρησιμοποιούν εμμονικά το πρώτο πρόσωπο στην αφήγηση μας αναγκάζει να παρακολουθούμε τα τεκταινόμενα υπό το πρίσμα του πρωταγωνιστή, πράγμα που συχνά προκαλεί δυσφορία.

Η αθυροστομία εξαίρεται και λαμβάνει κλέη ζουμερού, μεστού, ακόμα και ποιητικού λόγου. Ενός λόγου που διατηρεί όμως στενή σχέση με την ωμότητα και την αμεσότητα της αληθινής, καθημερινής, αγοραίας γλώσσας. Το οπλοστάσιο του λογοτέχνη εμπλουτίζεται από λέξεις, φράσεις, ιδιωματισμούς του δρόμου. Η γλώσσα γίνεται ακραιφνώς ρεαλιστική, επιδίδεται σε φωτογραφική περιγραφικότητα, δεν κρύβει τίποτα. Δεν έχει ανάγκη να κρύψει άλλωστε (δεν φιλεί κρύπτεσθαι!).

Για να δούμε τώρα πως διαχειρίζονται το όλο θέμα οι γυναίκες συγγραφείς (στην queer λογοτεχνία δεν θα αναφερθούμε γιατί –πλην ελαχίστων εξαιρέσεων– δεν υπάρχει κάτι τέτοιο στην Ελλάδα). Εδώ έχουμε εντελώς διαφορετική αντιμετώπιση.

Και σε αυτές ο αρσενικός ήρωας είναι συνήθως άπιστος καιδιατηρεί κάποια από τα χαρακτηριστικά που του προσδίδουν παραδοσιακά οι άντρες συγγραφείς. Αναζητά την ελευθερία του, έχει παρόλα αυτά τύψεις για την ερωτική απιστία, είναι βαθιά μοναχικός και πολύ δυναμικός κτλ. Η ίδια η σεξουαλική πράξη αποσιωπάται συχνά από έναν απρόσμενο συγγραφικό πουριτανισμό που έχει και μια επικάλυψη ψευτο-ρομαντισμού. Άλλοτε πάλι αποδίδεται με ανατριχιαστικές/γαργαλιστικές λεπτομέρειες που θα κάναν μια αρσακειάδα να ερυθριάσει. Μόνο που στην εποχή του ίντερνετ και της ασύδοτης διάχυσης του πορνό δεν υπάρχουν αρσακειάδες-αναγνώστες. Τίποτα δε μας σοκάρει. Είμαστε απρόσβλητοι στην περιγραφική δύναμη του λόγου, ειδικά όταν ο λόγος αποπειράται να υποκαταστήσει την εικόνα. Εκεί συντρίβεται.

Η ερωτική συμπεριφορά των γυναικείων χαρακτήρων ποδηγετείται σχεδόν πάντα από τα κελεύσματα του συναισθήματος. Άρα κατά μια έννοια διαθέτει ένα ηθικό προβάδισμα σε σχέση με τον ζωώδη, ασυνείδητο και ρηχό ερωτισμό των ανδρών. Ακόμα και όταν απιστεί η γυναίκα έχει λόγο που το κάνει. Αυτό την δικαιώνει και αυτομάτως την απενοχοποιεί στα μάτια του αναγνώστη.

Θα περίμενε κανείς μεγαλύτερο βάθος, ποικιλία και πρωτοτυπία στην διαχείριση της σεξουαλικότητας από τις γυναίκες συγγραφείς. Μιας και ο ερωτισμός με όλη του την μυστικοπάθεια, τη μεγαλοσύνη και την λαβυρινθώδη του διάρθρωση, θεωρείται κάτι σαν τερραίν τους. Τουναντίον γινόμαστε συνήθως μάρτυρες μιας σειράς κοινοτοπιών που ακουμπούν σε κλισέ, στερεότυπα και κοινωνικές συμβάσεις. Κατά συνέπεια όταν εισερχόμαστε στα άδυτα της λογοτεχνικής κρεβατοκάμαρας αυτών των κυριών, βαριόμαστε ασύστολα και θέλουμε να το βάλουμε στα πόδια σαν εραστές που τους έτυχε κακό ραντεβού στα τυφλά.

~ . ~

Άλλαξε κάτι μέσα στα εφτά χρόνια κρίσης; Ποιες είναι οι κυρίαρχες σεξουαλικές εικόνες που κανοναρχούν τώρα την λογοτεχνία μας; Πως ερωτοτροπούν οι χάρτινοι ήρωές μας σήμερα;

Σε γενικές γραμμές η αλλαγή –αν συντελείται– επέρχεται με πολύ αργά βήματα.

Μια από τις πιο γλαφυρές ερωτικές σκηνές των τελευταίων ετών υπάρχει στο διήγημα της Λένας Κιτσοπούλου “Ο Μουνής”, από τη συλλογή διηγημάτων Μεγάλοι δρόμοι. Αξίζει να σταθούμε λίγο σε αυτήν.

Πρόκειται για μια ερωτική σκηνή από την οποία αναδύεται μισανθρωπία, σαρκασμός, διαβολεμένα μαύρο χιούμορ, στοιχεία που δεν είδαμε συχνά μέχρι τώρα σε ανάλογες στιγμές της λογοτεχνίας μας. Σε κάποιο μέρος της ελληνικής επαρχίας λοιπόν (η Κιτσοπούλου μισεί την επαρχία – σε αντίθεση με τους περισσότερους πεζογράφους μας που την αντιμετωπίζουν πάντοτε με μια ιδεαλιστική νοσταλγία) μια άγαμη γυναίκα για να συγκαλύψει το σκάνδαλο της εγκυμοσύνης της, παντρεύεται εσπευσμένα έναν ανάπηρο και καθυστερημένο άνδρα, ο οποίος αποδεικνύεται και σεξουαλικά ανίκανος. Για την αφύπνιση της λιμνάζουσας λίμπιντο του ανδρός επιστρατεύεται η μάνα της κοπέλας, αφού η ίδια η νύφη σηκώνει τα χέρια ψηλά.

Σχεδόν όλα τα πρόσωπα του διηγήματος είναι άσχημα, υπέρβαρα, βρώμικα και ηλίθια. Η σεξουαλική τους ζωή αρρωστημένη, προβληματική, εφιαλτική. Voilà λοιπόν ένα ερωτικό κοσμοείδωλο σε άμεση συνάρτηση με την πραγματικότητά μας.

Η Κιτσοπούλου δεν χαρίζεται ούτε στους άνδρες ούτε στις γυναίκες (αν και μεροληπτεί ανεπαίσθητα υπέρ των δευτέρων). Μπορεί η γλώσσα της και η θεματολογία της να γίνεται συχνά αποκρουστική, αλλά εκφράζει μια αδιαμφισβήτητη αλήθεια. Βάζει μπροστά στον αναγνώστη ένα κάτοπτρο και του ζητάει να τσεκάρει λίγο την εικόνα του. Δικαίωμα του καθενός είναι να αποστρέψει το βλέμμα ή να κοιτάξει πιο προσεκτικά και να βγάλει κάποια συμπεράσματα.

Στο εν λόγω διήγημα (αλλά και σε άλλα με ενδεικτικούς τίτλους όπως “Ο Κατάθλας”, “Ο Καραγκιόζης” κ.ά.) ο άντρας γελοιοποιείται, γίνεται “Μουνής” ευνουχίζεται, χάνει την πατριαρχική ρώμη του και μετατρέπεται σε μια δυσλειτουργική καρικατούρα. Έχουμε να κάνουμε με μια ιδιότυπη, όψιμη, φεμινιστική δικαιοσύνη; Ο τρόπος που συνομιλούν διακειμενικά πάντως αυτοί οι ήρωες με τους προγενέστερούς τους (που προέρχονται από άντρες και γυναίκες συγγραφείς) δείχνει μια μετατόπιση του βαρόμετρου της ασυνείδητης συγγραφικής λίμπιντο. Θα αποδειχτεί γόνιμη μια τέτοια μηδενιστική σεξουαλικότητα; Θα αποδώσει καρπούς; Δεν έχουμε παρά να περιμένουμε και θα δούμε. Πάντως η Κιτσοπούλου αποτελεί εξαίρεση αυτή τη στιγμή στα ελληνικά γράμματα (υποθέτω ότι κάποιοι αναγνώστες του Νέου Πλανοδίου δεν την θεωρούν ούτε αυτήν συγγραφέα…)

~ . ~

Είναι ομολογουμένως δύσκολο –αν και εν τέλει αναπόφευκτο– να προσαρμόσεις μια ερωτική σκηνή στην αφήγησή σου. Και αυτό γιατί έχει γίνει άπειρες φορές στο παρελθόν με όλους τους δυνατούς τρόπους: με διακριτικότητα, με υπαινικτικότητα, με αγριότητα, με ωμότητα, ρομαντικά, πορνογραφικά, κυνικά, αποκαλυπτικά, πουριτανικά κτλ. Το μεγάλο πρόβλημα όμως που εντοπίζουμε στους σύγχρονους Έλληνες πεζογράφους δεν είναι η “αγωνία της επίδρασης» που τους κόβει τα πόδια, ούτε η έλλειψη φαντασίας, εμπειρίας, ερωτικής επινοητικότητας. Το πρόβλημα ξεκινάει αρκετά πριν τη στιγμή που οι ήρωες αφαιρέσουν τα ενδύματά τους και αφεθούν στις φλόγες του πάθους. Έχει να κάνει με τον ίδιο τον χαρακτήρα των ηρώων, την δόμηση και τη συγκρότησή του. Οι ερωτικές σκηνές δεν πάσχουν από αφλογιστία – οι ήρωες όμως που τις εμψυχώνουν είναι φτιαγμένοι ελλιπώς.

Οι χαρακτήρες της λογοτεχνίας μας είναι ως επί το πλείστον φλατ, χάρτινοι, επίπεδοι. Χωρίς εσωτερικές συγκρούσεις. Χωρίς κίνητρα. Χωρίς βάθος. Με άλλα λόγια είναι ήδη γυμνοί πριν βγάλουν τα ρούχα τους. Περιφέρονται από σελίδα σε σελίδα σα να είναι θεατές σε ένα πανόραμα που εκτυλίσσεται μπροστά τους. Δεν συμμετέχουν στα πράγματα. Εκτελούν τα πάντα με έναν επιδερμικό τρόπο. Ακόμα και όταν έχουν να κάνουν κάτι πολύ σοβαρό (φόνο για παράδειγμα) το πράττουν ελαφρά τη καρδία. Ο θάνατος και η απώλεια των αγαπημένων τους προσώπων περνούν ξώφαλτσα από τον αδιατάρακτο ψυχικό τους κόσμο. Δεν κατατρέχονται από διλήμματα, ιδιαίτερες ηθικές αναστολές, τύψεις, ενοχές. Πάσχουν με λίγα λόγια από characterization (όπως λέει και ο γέρο-McKee) – δεν είναι characters. Είναι δηλαδή φορτωμένοι με ένα σωρό φανταχτερά εξωτερικά γνωρίσματα: όμορφοι, άσχημοι, ευφυείς, βαρεμένοι, ψώνια, υπέροχοι τύποι κτλ. αλλά αυτά έχουν να κάνουν με την επιφάνεια. Οι επιθετικοί προσδιορισμοί από μόνοι τους δεν συνιστούν χαρακτήρα, δεν είναι δηλωτικοί βάθους, και στην συνείδηση του αναγνώστη σκάνε σαν κούφιες λέξεις. Ένας χάρτινος ήρωας αποκτάει τρεις διαστάσεις μέσα από μια πολύ διαφορετική ανάπτυξη (όπως το ορίζει πολύ εύγλωττα ο McKee που μνημονεύω παραπάνω) και αυτή συνοψίζεται στα εξής: διλημματικές αποφάσεις σε άκρως επείγουσες στιγμές, σύγκρουση των θέλω του ήρωα, αντίθεση εξωτερικών περιγραφικών του στοιχείων με άρρητες εσωτερικές του ανάγκες κτλ.

Πώς γίνεται να κάνουν έρωτα και να μας συναρπάσουν ή έστω να μας πείσουν δυο χάρτινοι και εντελώς επίπεδοι χαρακτήρες; Σε τέτοιου είδους ερωτικές περιπτύξεις δεν ξεγυμνώνονται οι εν λόγω ήρωες, αλλά οι απόκρυφες σκέψεις, τα κόμπλεξ, οι διαστροφές και οι φαντασιώσεις του συγγραφέα τους.

ΦΩΤΗΣ ΔΟΥΣΟΣ

~ . ~

Οι στήλες του ΝΠ. gr
ΛΟΞΕΣ ΜΑΤΙΕΣ : γράφει ο ΦΩΤΗΣ ΔΟΥΣΟΣ

Advertisements

Δύο διηγήματα

bloody

~  .  ~ 

του ΚΙΜΩΝΑ ΚΑΛΑΜΑΡΑ 

~  .  ~ 

ΤΑΙΝΙΑ

Περπατούσαμε στα πλακόστρωτα στενά παραπατώντας στο κρύο. Τα φώτα της νύχτας ύφαιναν έναν προστατευτικό ιστό όπου μέσα του περιπλανιόμασταν. Σπρώξαμε την ξεκλείδωτη πόρτα και ανεβήκαμε τις σκάλες βιαστικά. Μπαίνοντας, η μυρωδιά του χώρου μας έσπασε τη μύτη.

Πρώτη γερή γροθιά ενός χαμένου πυγμαχικού αγώνα. Κατεβήκαμε τρέχοντας προς το πλακόστρωτο, όπου ένα φως από το απέναντι πεζοδρόμιο μας τράβηξε κοντά του. Ανεβήκαμε ξανά μια σκάλα. Το μαγαζί είχε αναδουλειές και η μαντάμ μας καλωσόρισε νυσταγμένη . «Έχει γενέθλια ο φίλος μου» της είπα. Μας χαμογέλασε ψυχρά καθώς διαφορετικές οπτικές από λευκά οπίσθια, ροζ στήθη, μπλαβιασμένα πόδια και κόκκινα χείλη, σαν φιγούρες παράξενου κουκλοθέατρου, πέρασαν από μπροστά μας και έπειτα χάθηκαν πίσω από μια κουρτίνα. Το έντονο άρωμα και ο ξένος ιδρώτας έμειναν για λίγο στην σκηνή. Το ίδιο έργο, με διαφορετικούς πρωταγωνιστές. Κοιταχτήκαμε με τον Λεό με κάποια δυσφορία και κατηφορίσαμε βιαστικά την σκάλα. Βγήκαμε στο πλακόστρωτο, περάσαμε στον κεντρικό δρόμο και πήραμε ταξί.

Το επόμενο βράδυ ήρθε με το αμάξι. Ήπιαμε ουίσκι, καπνίσαμε μερικά τσιγάρα. Κάποια στιγμή έβγαλε τον μπλε σκούφο, μου έδειξε το κεφάλι του και άρχισε τις εξομολογήσεις. «Τι είναι αυτό;», ρώτησα ξαφνιασμένος. Στην αριστερή πλευρά του κρανίου είχε φυτρώσει ένα τεράστιο ροζ σπυρί. Ήπιε λίγο κάνοντας μια γκριμάτσα. Άναψα ένα τσιγάρο και έμεινα σιωπηλός. «Αυτή η πουτάνα φταίει» είπε ξαφνικά. Από τη μέρα που γύρισα από το Λονδίνο το έχω. Κάθε μέρα μεγαλώνει.» Είχε πάει να την δει πριν από ένα μήνα περίπου. Μέχρι χθες έδειχνε χαρούμενος.

Βγήκαμε στο δρόμο και μπήκαμε γρήγορα στο αμάξι. Το βράδυ μόλις ξεκίναγε. Παρκάραμε σε έναν λαβυρινθώδη πεζόδρομο πίσω από την πλατεία Συντάγματος και κατευθυνθήκαμε σε ένα μπαράκι. Ήταν μισοάδειο. Ο μπάρμαν, καραφλός, κοντά στα σαράντα, έφτιαχνε κοκτέιλ για κάποια παρέα. Είχε αρκετό κρύο και καθώς περιμέναμε έξω με τα τσιγάρα αναμμένα, είπαμε να πάρουμε Bloody Mary. Αργούσε να τα ετοιμάσει. Μπήκαμε μέσα, καθίσαμε στα ζεστά και ακουμπώντας στον πάγκο, χαζεύαμε τον λιγοστό κόσμο, σχολιάζοντας το παρηκμασμένο ντεκόρ. Πάτωμα με σκούρο μωσαϊκό, λαχανί τοίχος, χάρτινα φώτα ταβανιού με κόκκινες και μπλε λάμπες, συμπλήρωναν την αισθητική πανηγυριού. Δεν υπήρχε ιδιαίτερος λόγος να είναι κανείς εκεί. Τρίτη βράδυ. Η πόλη όλη έμοιαζε με ένα φτηνό ρημαγμένο ντεκόρ. Και αν ήσουν αρκετά νηφάλιος, κάτω από την μουσική του τελευταίου αυτού ανοιχτού μπαρ, μπορούσες και άκουγες αμυδρά τον επιθανάτιο απολογισμό που χαράσσονταν από κάποιον μαρμαρά.

Πίσω από το φρούριό του, ταμπουρωμένος, συνέχιζε ατάραχος να ανακατεύει διάφορα υλικά. Η μουσική έβγαινε σα χαμηλή βοή, σαν δυνατός ψίθυρος στο αυτί κάποιου και έκρυβε κάπως σα πέπλο τις πραγματικές μας διαθέσεις. Εκείνος, σα να μη έτρεχε τίποτα, έσκυβε κάτω από τον πάγκο, ρωτούσε που και που για τις μυρωδιές και τις γεύσεις που μας άρεσαν, κι έπειτα ανακάλυπτε κάτι καινούργιο και το πρόσθετε σε κάτι πελώρια ποτήρια. Έπειτα από ώρα, φύτεψε δυο πράσινα κλαδιά σέλερι στα κόκκινα ποτήρια και τα έσπρωξε μπροστά μας. Επανήλθαμε στην συνειδητή μας κατάσταση. Τα πήραμε, του γυρίσαμε την πλάτη, ήπιαμε και κοιταχτήκαμε. Έπειτα από λίγο, ο Λεό γύρισε προς τον καραφλό τύπο και άρχισε να ανακατεύει μπροστά του τα δικά του, τα δικά μας υλικά, άρχισε να φτιάχνει και να αυτοσχεδιάζει και να σερβίρει την δική μας πραγματικότητα. Του έλεγε πως δούλευα ανταποκριτής στον Κόρακα της Νέας Υόρκης, πως ο ίδιος έμενε στο Τορόντο. Του μίλαγε άλλοτε με αγγλικές φράσεις άλλοτε με κάποια προφορά, έσκυβε μπροστά για να του πει για τις σημαντικές δουλειές του, για τους αλγόριθμους και τις γλώσσες προγραμματισμού και πως θα είναι εδώ για λίγες μέρες μόνο. Τέλος, αφού τον είχε ήδη μαγέψει με τα προκαταρκτικά, του πρόσφερε το κοκτέιλ: «Θα μπορούσε να γράψει ένα άρθρο ο φίλος μου για το μπαρ».

Του γύρισε για λίγο την πλάτη, ακούμπησε τους αγκώνες και άρχισε να γελάει πνιχτά.

Ο μπάρμαν ήταν τόσο ενθουσιασμένος με μας, όσο κι εμείς με τα ποτά του. Τα εντυπωσιακά μπλε μάτια του γυάλισαν στιγμιαία και το γκρίζο αραιό γένι, πήρε για λίγο μια ξανθιά απόχρωση. Η φλόγα του νεανικού του εαυτού τρεμόπαιζε κάτω από την θράκα της παγωμένης αλήθειας. «Με πετυχαίνετε σε δύσκολη στιγμή… ο πατέρας μου είναι στα τελευταία του, και αυτό είναι ό,τι καλύτερο άκουσα τον τελευταίο καιρό», είπε με βραχνή φωνή, με μάτια υγρά από συγκίνηση. Συστηθήκαμε. Κοίταξα τον Λεό, καθώς κατέβαζα μια γερή γουλιά. Με κοίταξε και αυτός για μια στιγμή καθώς δάγκωνε το σέλερι. «Χάρη μας φτιάχνεις άλλα δύο;» έκανε ο Λεό, μπουκώνοντας την τελευταία λέξη με την πρασινάδα και ακούμπησε το άδειο ποτήρι στον πάγκο.

«Τελικά, πως απ’ τα μέρη μας παιδιά;», άρχισε πάλι την συζήτηση ο Χάρης καθώς μετά από ώρα μας έδινε τα ποτήρια. Η ιστορία του Λεό είχε τόση επιτυχία που άρχισε να την επαναλαμβάνει. Την στιγμή που έλεγε ότι το μαγαζί θα έμπαινε στις σελίδες του Κόρακα, έγνεψα επικυρώνοντάς την και ο Χάρης έσκυψε στον Λεό και του τσίμπησε ελαφρά το μάγουλο. Ο Λεό τραβήχτηκε ασυναίσθητα, ίσιωσε τον σκούφο, τράβηξε μια τζούρα από το ποτήρι και δάγκωσε λίγο ακόμη σέλερι αδιάφορος.

Πληρώσαμε, πήραμε τα ποτά και βγήκαμε να πάρουμε αέρα. Με τα κόκκινα ποτήρια μισογεμάτα, προχωρήσαμε μέσα στην νύχτα.

«Γυναίκες…», είπε ο Λεό μετά από πέντε λεπτά περπάτημα, «κοίτα πως έχει γίνει το κεφάλι μου». Έβγαλε το σκούφο. Ήπια λίγο από το ποτήρι μου και κάθισα σε ένα παγκάκι. Είχε κόψει τα μαλλιά με την ψιλή και το σπυρί κατακόκκινο τώρα , φαινόταν έντονα πάνω στο άσπρο κρανίο. Έμοιαζε με μπαλάκι του τένις. Όλο το άγγιζε με προσοχή και μανία ταυτόχρονα, προσπαθώντας να το ξορκίσει από την μία και από την άλλη, έμοιαζε σχεδόν περήφανος για το παράξενο τραύμα του.

«Γιατί δεν κάνεις καμιά συνέντευξη με εκείνον τον σκηνοθέτη που όλο μιλάει για τις γυναίκες στις ταινίες του; Τον είδα τις προάλλες στο εστιατόριο της εταιρείας. Θέλει να κάνει μια εκπομπή άκουσα». Εργαζόταν για λίγους μήνες σε μια εταιρεία που διαχειριζόταν ένα τηλεοπτικό κανάλι. «Ναι…» αναφώνησε, «θα πας στον κ. Πέτρο και θα του πεις πως θες να κάνεις μια συνέντευξη με έναν διάσημο και πως για τον λόγο αυτό θες κάποια χρήματα». «Ο κ. Πέτρος έχει βυζιά, μεγαλύτερα από το σπυρί σου», του είπα «και όταν του ζητήσω χρήματα για συνέντευξη θα με στείλει από εκεί που ήρθα».

Είχε περάσει ένα εξάμηνο που εργαζόμουν στον Πρωινό Κόρακα ως άμισθος αρθογράφος, είχα ήδη κάνει ένα πρωτοσέλιδο, μα χρήματα δεν φαινόντουσαν πουθενά στον ορίζοντα. «Κάνε μια συνέντευξη, δεν χρειάζεται να πεις τίποτα στον κυρ-Πέτρο. Θα του την πας μετά και θα μείνει με τις ρόγες σηκωμένες. Μετά θα γίνουμε φίλοι με τον σκηνοθέτη και θα μας βάλει σε κάποια ταινία του». Τί ρόλο;» έκανα. «Να, εμείς, που θα κυκλοφορούμε στην κωλοπόλη με τα ποτά μας στο χέρι.» Μου άρεσε η ιδέα, «…και θα είμαστε συνεχώς μεθυσμένοι, θα μπαινοβγαίνουμε στα μπαρ και στα μπουρδέλα και θα δουλεύουμε κόσμο». «Και θα ερωτευόμαστε κάθε βράδυ και από μία διαφορετική γυναίκα» πρότεινα, ανήμπορος να αποχωριστώ το ποτήρι.

Ανάβαμε το ένα τσιγάρο μετά το άλλο, περπατάγαμε λίγο και έπειτα σταματάγαμε για να προσθέσουμε ιδέες για την ταινία μας. Όταν η σκέψη μας έφτανε σε μια ικανοποιητική ρήξη με την πραγματικότητα, σηκώναμε τα ποτήρια, πίναμε μια γερή γουλιά και συνεχίζαμε το περπάτημα. Πήγε έτσι για καμιά ώρα μέχρι που φτάσαμε στα πλακόστρωτα σοκάκια του Μεταξουργείου. Αφήσαμε τα άδεια ποτήρια δίπλα σε κάποιο δέντρο και ανεβήκαμε. Η μυρωδιά μας έσπασε την μύτη. Το μέρος ξεχείλιζε από κόσμο που περίμενε τα διαπιστευτήρια. Το ίδιο τραγικό έργο με διαφορετικούς ηθοποιούς.

«Μάγκες είναι καλή;», ρώτησε ο Λεό την ομήγυρη. «Κι εμείς περιμένουμε» έκανε αθώα ένας νεαρός. «Δεν έχει βγει ακόμη» συμπλήρωσε με κατανόηση ένας άλλος. Κατεβήκαμε την σκάλα στο λεπτό και χαθήκαμε μέσα στο θαμπό φως.

~  .  ~

ΤΟΥΙΤΙ

Με σήκωσε το επίμονο τηλεφώνημά της. «Πρέπει να σώσουμε ένα γατάκι» είπε. «Το είδα καθώς πήγαινα στην αγορά. Γυρίζει εδώ και κει ολομόναχο. Είναι πολύ μικρό.» Η φωνή της ακουγόταν συγκεκριμένη όσο και ψεύτικη. Το φως που πέφτει στο δωμάτιο από έναν σκονισμένο φεγγίτη. «Εντάξει, κατάλαβα, θα περάσω να σε πάρω σε καμιά ώρα» και κατέβασα το ακουστικό.

Όποτε έβλεπε κάποιο αδέσποτο ήθελε πάντα να το πάρει σπίτι. Ήταν ικανή να θυσιαστεί, να μονομαχήσει, να βάλει και τα χέρια της στην φωτιά, ακολουθώντας τα ίχνη κάποιας πρωινής έμπνευσης. Αυτό ξεκίνησε πριν από ένα δίμηνο, όταν έχασε το γάτο που της είχα πάρει. Τον άφηνε να κάνει βόλτες στον δρόμο και, όποτε κουραζόταν από το κυνήγι, ανέβαινε στο σπίτι. Νιαούριζε μέχρι να του ανοίξει την πόρτα. Έμπαινε βουβός με σηκωμένη ουρά και ίχνη εξάντλησης στο γατίσιο πρόσωπό του. Βάδιζε αργά και σίγουρος προς την κουζίνα, απαιτώντας με ένα βλέμμα την αγαπημένη του τροφή. Αργότερα το απόγευμα, έκοβε βόλτες επιδεικτικά, πάνω στο κάγκελο του μπαλκονιού, αψηφώντας κάθε κίνδυνο. Όταν σκοτείνιαζε νιαούριζε και του άνοιγε να κατέβει. Στην αυλή στεκόταν και τον περίμενε ο Μπάτμαν. Οι δυο τους, οι αγαπημένοι γάτοι της γειτονιάς. Ήταν ασπρόμαυρος με φουντωτό τρίχωμα και με μια άσπρη τούφα στην άκρη της μαύρης του ουράς. Κάτω από τα κίτρινα γαλήνια μάτια του, κάτω από την γκρίζα μουσούδα, λίγο μαύρο τρίχωμα θύμιζε αυστηρό αλλά, περιποιημένο σε κουρέα, μουστάκι. Στην γειτονιά οι μισοί τον φώναζαν Χίτλερ και οι υπόλοιποι Σύλβιο. Εμείς τον φωνάζαμε Τουίτι.

Την πρώτη μέρα που της είχα φέρει τον Τουίτι –δεν θα ήταν πάνω από τριάντα ημερών– τον κοίταξε στο πρόσωπο καλά-καλά, μετά κοίταξε εμένα και με μια γκριμάτσα μου είπε: «Καλά, επίτηδες μου το πήρες; Αυτό είναι κακάσχημο». Όταν όμως το έχασε, για δύο βδομάδες με τράβαγε κάθε βράδυ και περπατάγαμε ολόκληρη την γειτονιά με μια σακούλα τροφή στο χέρι. Αφήναμε και από μια χούφτα σε κάθε τετράγωνο μπας και ο γάτος την αναγνώριζε. Το νιαούρισμά του δεν το ξανακούσαμε και η ίδια έπνιγε μέρα με τη μέρα τον πόνο μέσα της. «Αφού ήταν άσχημο, έτσι δεν μου έλεγες;» «Ναι, αλλά, όταν μεγάλωσε έγινε όμορφος και εγώ τον αγάπησα. Τον αγάπησα όπως και αν ήταν». Αν τόλμαγε κάποιος κτηνίατρος να αναφέρει το μουστάκι του δεν μας ξανάβλεπε. «Αυτό για να μάθει», μου έλεγε συνωμοτικά, καθώς μπαίναμε στον καινούργιο για τα εμβόλια.

Δεν υπολόγισα καλά το ξενύχτι με τον Λεό. Σε ένα μισάωρο, σκέφτηκα, θα πρέπει να έχω τινάξει από πάνω μου κάθε ίχνος από την προηγούμενη βραδιά: Τρία ουίσκι, δύο Bloody Mary και μερικά ακόμη που δεν ξέραμε τι περιείχαν. Κατάπια δύο ντεπόν και μπήκα στο μπάνιο. Τα νυχτοπερπατήματα, πάντα αυθόρμητα, χωρίς κανένα πλάνο και σκοπό, έμεναν μεταξύ μας. Πάντα, όλο και κάτι θα συνέβαινε που, το θυμόμασταν ξαφνικά την επομένη και αναρωτιόμασταν πως ακριβώς να είχε συμβεί. Ένα απόγευμα είχε καλέσει και περίμενε από κάτω ανήσυχος: «Έχω μπλέξει». Μπήκα στο αμάξι και ξεκίνησε να οδηγεί σα τρελός. «Πού πάμε; Δεν είναι λίγο νωρίς για ποτό»; «Στο χθεσινό μπουρδέλο. Το θυμάσαι»; Είχαμε μπει σε καμιά δεκαριά.«Στο τελευταίο… με πήρε η μαντάμ και μου είπε πως ξέχασα εκεί το πορτοφόλι μου. Είχα σε ένα χαρτί το τηλέφωνο του αφεντικού μου και πήρε στην δουλειά». «Ωραία…».

Λίγο μετά το μεσημέρι, ήμουν κάτω από το σπίτι της και περίμενα στο αμάξι. Μπήκε μέσα βιαστικά και ξεκίνησα αργά. «Που πάμε;» την ρώτησα. «Ούτε ένα μικρό φιλί;» «Καλά πας, θα σου πω στο δρόμο» είπε, δίνοντάς μου ένα φιλί στο μάγουλο. «Πάμε να σώσουμε το γατάκι. Α-μέ-σως!». Μου έλεγε να στρίψω από δω να μπω στο τάδε στενό να βγάλω φλας αριστερά να κορνάρω στον μπροστινό που σερνόταν, μέχρι που φτάσαμε έξω από το μπουρδέλο που είχε ξεχάσει ο Λεό το πορτοφόλι του λίγα βράδια πριν. Παρκάρισα όσο πιο αργά μπορούσα μιας και δεν ήμουν έτοιμος για καβγά. Πόσο χυδαία είναι αυτή η πόλη, σκέφτηκα. Τα πάντα βρίσκονται μια ανάσα από την μικρή μας γειτονιά.

Βγήκε τρέχοντας από το αυτοκίνητο και πήγε στο πεζούλι όπου το είχε δει το πρωί. Το φως από τον πρώτο ήταν σβηστό. «Πού είναι το γατάκι;» την ρώτησα με αγωνία. «Εδώ στις σκάλες ήταν, πριν δυο ώρες». Ρώτησε το παιδί από τον διπλανό φούρνο που, μόλις είχε βγει στην πόρτα να μας επεξεργαστεί, και της είπε πως πριν λίγο είχε περάσει κάποιος κύριος και το μάζεψε. Το παιδί του φούρνου το είχε συμπαθήσει και μας διηγήθηκε πως κάθε πρωί στις 7:30 του έβαζε γάλα. Το καημένο, σκέφτηκα, δεν κάνει να πίνει γάλα. Μια-δυο φορές του πήρε και τροφή.

Ήταν απαρηγόρητη. «Σίγουρα το πήρε κάποιος;» ρώτησε ξανά. Περίμενα χωρίς να ακούω τι έλεγαν μεταξύ τους, πιασμένος σε έναν νοητικό ιστό μεταξύ ενοχής και αθωότητας. Γύρισε και με κοίταξε με ένα ήρεμο βλέμμα. «Πάμε να ψάξουμε άλλη μια φορά τον Τουίτι;» ρώτησε, και μπήκαμε γρήγορα στο αμάξι.

Κίμων Καλαμάρας

Ένας σύγχρονος διηγηματογράφος

λευκαδίτικα διηγήματα

~ . ~
του ΘΕΟΔΟΣΗ ΒΟΛΚΩΦ
~ . ~
Δημήτρης Ε. Σολδάτος,
Λευκαδίτικα διηγήματα,
Fagotto, α΄ έκδοση 2016,
β΄ έκδοση εμπλουτισμένη 2017

Όταν ο νεαρός ποιητής Λυσιέν ντε Ρυμπαμπρέ εκθέτει αδρομερώς την υπόθεση του παρθενικού του μυθιστορήματος στον εκδότη Ντογκερό, ο τελευταίος, με εμφανέστατα ευμενή διάθεση, τού λέει ότι θα διαβάσει το χειρόγραφο, και αν είναι καλό, προτίθεται άμεσα να το εκδώσει. Ο ταλαντούχος πλην άπειρος Λυσιέν, συνεχίζει ο Μπαλζάκ στις Χαμένες ψευδαισθήσεις, βλέποντάς τον τόσο ευπροσήγορο, έχει τη μοιραία ιδέα να παρουσιάσει στον εκδότη και το χειρόγραφο μιας ποιητικής συλλογής. Η στάση του Ντογκερό αλλάζει άρδην και, αφού του επιστρέφει αμέσως το χειρόγραφο, δηλώνει ορθά κοφτά: «Ώστε είστε ποιητής· δεν το θέλω πια το μυθιστόρημά σας. Οι ριμαδόροι την πατάνε όταν καταπιάνονται με την πρόζα. Στην πρόζα, δεν έχει φιοριτούρες, πρέπει οπωσδήποτε να πεις κάτι».[i]

Ο τρομερός Γάλλος μυθιστοριογράφος του 19ου αιώνα, σε λίγες μόλις γραμμές και με καυστικότατο χιούμορ, ειδοποιεί τον σύγχρονο αναγνώστη πως η ακατάσχετη λογόρροια που θέλει να περάσει για ποίηση, όσο κι αν γιγαντώθηκε στις μέρες μας, δεν είναι αποκλειστικό προνόμιο της μεταμοντέρνας καλούμενης συνθήκης.

Το χαριτωμένο αυτό επεισόδιο όμως υποδηλώνει και κάτι άλλο, και είναι αυτό που κυρίως μας ενδιαφέρει στην προκειμένη περίπτωση. Τόσο η ποίηση όσο και η πρόζα, μολονότι αμφότερες εκφάνσεις του λόγου στην έντεχνή του μορφή, ως είδη, υπό την ευρεία έννοια, παραμένουν σαφώς διακριτά και ως τέτοια διέπονται από διαφορετικούς κανόνες. Συνεπώς, μπορεί κανείς να είναι ικανότατος ποιητής αλλά να αποτυγχάνει οικτρά όταν δοκιμάζει να καταπιαστεί με την πρόζα. Ό,τι είναι καλό, δηλαδή λειτουργικό, για την ποίηση, δεν σημαίνει ότι μπορεί να είναι καλό και για την πεζογραφία. Ασφαλώς ισχύει και το αντίστροφο. Στην πλειονότητα των περιπτώσεων λοιπόν, φαίνεται πως μια αόρατη γραμμή χωρίζει τους πεζογράφους από τη μια μεριά και τους ποιητές από την άλλη.

Την άτυπη ετούτη διαίρεση μάλλον ενισχύουν και ορισμένες αντιλήψεις που γνωρίζουν αρκετή διάδοση μεταξύ της λογοτεχνικής συντεχνίας. Πολύ συχνά, αν κάποιος έχει ξεκινήσει το στάδιό του ως ποιητής και αργότερα αποπειραθεί να μεταπηδήσει στην πεζογραφία ή αν πάλι έχει γίνει γνωστός ως πεζογράφος και δοκιμάσει σε δεύτερο χρόνο να μετέλθει τους τρόπους της ποίησης, θα αντιμετωπίσει κατά πάσα πιθανότητα την επιφυλακτικότητα, αν όχι την καχυποψία, όσων σταδιοδρομούν εδώ και χρόνια στον πεζό ή στον ποιητικό λόγο αντίστοιχα. Δεν αποκλείεται μάλιστα η νέα συγγραφική απόπειρα να εκληφθεί ακόμα και ως θρασύτατη εισβολή σε ξένα χωράφια.

Ευτυχώς όμως τόσο η πεζογραφία όσο και η ποίηση δεν είναι κτήμα κανενός. Οι όποιες άτυπες διαχωριστικές γραμμές χαράσσονται από τους περιορισμούς που αυτοβούλως επιβάλλει κάθε συνειδητός δημιουργός στον εαυτό του δουλεύοντας πάντα κατά την κλίση του. Όποιος αποφασίζει να γράψει επιδίδεται πάντα στο πεδίο που νιώθει πιο πρόσφορο, σε αυτό δηλαδή όπου νιώθει τις δυνάμεις του πιο πλήρεις στον αγώνα του με τα πράγματα και τις λέξεις.

Δεν υπάρχει λοιπόν κανένα θέσφατο που να απαγορεύει στους ποιητές να πεζογραφούν και στους πεζογράφους να στιχουργούν και μάλιστα με αξιοσημείωτες επιδόσεις ενίοτε και στα δύο αυτά πεδία. Η ιστορία της λογοτεχνίας, εγχώριας και αλλοδαπής, έχει να επιδείξει πολλές και σημαίνουσες εξαιρέσεις. Ο Ουγκώ και ο Γκαίτε ή ο Πόε και ο Πούσκιν από τους παλαιότερους, ο Λώρενς, ο Παστερνάκ, ο Τσβάιχ, ο Μπόρχες, ο Γκρέιβς από τους νεότερους και στα καθ’ ημάς ο Παπαδιαμάντης, ο Βιζυηνός, ο Παλαμάς, ο Καζαντζάκης, ο Βάρναλης αλλά και εντελώς πρόσφατα ο Αργύρης Χιόνης και ο Μάνος Ελευθερίου, αποτελούν όλοι τους χαρακτηριστικές περιπτώσεις συγγραφέων που έγραψαν ποίηση και πρόζαεξίσου επιτυχώς. Αυτά εντελώς ενδεικτικά και περιοριζόμενοι αυστηρά στη μυθοπλασία. Αν θελήσουμε φέρ’ ειπείν να επεκταθούμε στη δοκιμιογραφία, εκεί η πληθύς των παραδειγμάτων είναι ακόμα μεγαλύτερη.

* * *

Στη χορεία των πεζογραφούντων ποιητών έρχεται πλέον να προστεθεί πανηγυρικώς και ο Δημήτρης Σολδάτος με το βιβλίο του Λευκαδίτικα διηγήματα. Κι αν στην αρχή του παρόντος μνημονεύσαμε τον Μπαλζάκ, είναι για να υπογραμμίσουμε τη μεγάλη ομολογουμένως έκπληξη που δοκιμάσαμε παίρνοντας στα χέρια το πιο πρόσφατο έργο του. Περιμέναμε ένα ακόμη βιβλίο με ποιήματα· αντ’ αυτού, βρεθήκαμε να κρατάμε μια ογκώδη συλλογή διηγημάτων. Την όποια επιφυλακτικότητα διέλυσε αμέσως η επί τροχάδην ανάγνωση τριών τεσσάρων σελίδων, για να παραχωρήσει ύστερα από λίγο οριστικά τη θέση της στην ακράδαντη πεποίθηση ότι βρισκόμαστε ενώπιον ενός γνήσιου πεζογραφικού ταλέντου πρώτης τάξεως.

sol1Στους παροικούντες τη λογοτεχνική μας Ιερουσαλήμ ο Δημήτρης Σολδάτος δεν θα πρέπει να είναι άγνωστος. Ποιητής από τους πλέον αξιόλογους, διαθέτοντας φωνή διακριτή και έργο διόλου ευκαταφρόνητο σε έκταση, έχει χαράξει και εξακολουθεί να χαράζει τον δικό του δρόμο. Χαρακτηριστική ευθυβολία στην έκφραση και διαύγεια στα νοήματα τον ξεχωρίζουν μέσα στη δεσπόζουσα ασάφεια και αοριστία που ταυτίζεται με μεγάλη μερίδα της σύγχρονης στιχοποιίας. Γράφοντας τόσο σε ισόμετρο όσο και σε ελευθερωμένο στίχο, διακονώντας το σονέτο, το λιανοτράγουδο, τη σάτιρα, το βραχύ λυρικό αλλά και το συνθετικό ποίημα, εμπνεόμενος τόσο από την προσωπική του περιπέτεια όσο και από περιστατικά της σύγχρονης συλλογικής ζωής, έχει να επιδείξει επιδόσεις ζηλευτές, αρδεύοντας την πολυδύναμη ποίησή του από τον διπλό κρουνό της παράδοσης και της ζωής.

Για τον ποιητή, ωστόσο, ίσως μας δοθεί η ευκαιρία να μιλήσουμε εκτενέστερα μιαν άλλη φορά. Θέμα μας εν προκειμένω είναι ο διηγηματογράφος και μόνον. Διότι, και τούτο πρέπει αρκούντως να τονιστεί, ο Δημήτρης Σολδάτος αποδεικνύεται –με την πρώτη του αυτή συμβολή στο είδος, όμως πόσο πλούσια και από άποψη ποσού και από άποψη ποιού– διηγηματογράφος καθαρόαιμος.

Το βιβλίο του δεν είναι απλώς πάρεργο, ξεκούραση από την τέχνη της στιχουργίας, αλλά έργο, με όλο το βάρος και τη σημασία της λέξης, που όχι απλώς στέκεται πανάξια δίπλα στο προγενέστερο έργο του το ποιητικό παρά αξιώνει να προσπελαστεί και να κριθεί απολύτως αυτοτελώς. Επιγραμματικά διατυπωμένο, τα Λευκαδίτικα διηγήματα δεν είναι διηγήματα ποιητή αλλά διηγήματα διηγηματογράφου.

Σύντομη πλην αναγκαία παρένθεση. Τις τελευταίες δεκαετίες σύνηθες φαινόμενο αποτελεί η δημοσίευση μεγάλου αριθμού κειμένων τα οποία δεν έχουν σαφή χαρακτήρα: πεζά που ποιητικίζουν και ποιήματα που πεζοφέρνουν βρίσκονται στην ημερήσια διάταξη της λογοτεχνικής παραγωγής. Η κυρίαρχη δε εντύπωση που προξενούν είναι ότι οι συγγραφείς τους ακροβατούν ανάμεσα σε δύο βάρκες για να πνιγούν εντέλει στα αβαθή της αοριστίας και του διαρκούς πηγαινέλα μεταξύ ποιητικού και πεζού λόγου. Κι αν η εν λόγω συγγραφική αντίληψη έχει να επιδείξει ενίοτε ενδιαφέροντα αποτελέσματα εκβάλλοντας σε ένα είδος «μικτόν αλλά νόμιμον», κατά την περίφημη σολωμική ρήση, στις περισσότερες περιπτώσεις, ωστόσο, απλώς θυμίζουν τραγέλαφο, προδίδοντας την αδυναμία του εκάστοτε συγγραφέα να υπηρετήσει με συνέπεια τόσο την ποίηση όσο και την πρόζα.

Για όσους έχουν κουραστεί από ανάλογες συγγραφικές πρακτικές που, ενώ επιδιώκουν προγραμματικά την πρωτοτυπία, δημιουργούν συλλήβδην την αίσθηση του χιλιοειπωμένου, θα είναι διπλή η χαρά της ανακάλυψης ενός βιβλίου που δεν πάει να παραστήσει κάτι άλλο από αυτό που είναι. Στο έργο αυτό του Δημήτρη Σολδάτου όχι μόνο δεν σημειώνουμε την καταφυγή σε πολυχρησιμοποιημένα πλέον συγγραφικά τερτίπια για να αναπληρωθούν ή απλώς να καλυφθούν τεχνηέντως αδυναμίες στην τέχνη της αφήγησης αλλά και δεν διακρίνουμε την παραμικρή αμηχανία μπροστά στη μορφή. Το χέρι του συγγραφέα είναι εξαιρετικά σίγουρο και το έργο του πεισματικά άρτιο, σε ευθεία αντίθεση με τον θλιβερό κανόνα που θέλει, στις περισσότερες περιπτώσεις,  αυτό που μας λανσάρεται ως διήγημα να είναι απλώς το σχεδιάγραμμα ενός ξεφουσκωμένου μυθιστορήματος ή αντιστρόφως το παραφουσκωμένο σκαρίφημά του. Ο Δημήτρης Σολδάτος –κι αυτό είναι μια επιπλέον απόδειξη σπάνιας καλλιτεχνικής τιμιότητας– μάς έδωσε αυτό ακριβώς που δηλοί και ο τίτλος του βιβλίου του: ακραιφνή, ακραιφνέστατα μάλιστα, διηγήματα.

Καθώς όμως του ουσιαστικού προτάσσεται το επίθετο λευκαδίτικα, αναγκαία κρίνεται μία ακόμη διασάφηση. Ο αναγνώστης ας μην σπεύσει να εικάσει πως πρόκειται περί όψιμης αναβίωσης της ηθογραφίας του προπερασμένου και των αρχών του περασμένου αιώνα. Ο Δημήτρης Σολδάτος δεν ηθογραφεί, ποιεί μύθους. Σκοπός του δεν είναι η γραφική απεικόνιση της λευκαδίτικης επαρχίας, των ηθών και των εθίμων μιας ζωής αγροτικής που έχει οριστικά και ανέκκλητα παρέλθει, αλλά η εξεικόνιση του διαχρονικά ανθρώπινου· η διαύγασή του από πολλές και διάφορες γωνίες, με όλα τα πάθη και τα πένθη που εγκλείει. Τα ηθογραφικά στοιχεία ασφαλώς και δεν λείπουν, αλλά η χρήση τους γίνεται με εξαιρετική σύνεση και φειδώ. Αποτελούν και αυτά οργανικά στοιχεία της αφήγησης και περισσότερο από το να συντελούν στη δημιουργία μιας κάποιας ατμόσφαιρας συντείνουν κατά τον βαθμό που τους αναλογεί στην εξέλιξη του μύθου.

Γιατί αυτό που κυρίως χαρακτηρίζει τα εν λόγω διηγήματα είναι η συνεχής και απρόσκοπτη κίνηση που ζωογονείται από μιαν αλάθευτη αίσθηση του palialefkada4ρυθμού, πολύτιμη κατάκτηση κι αυτή του συγγραφέα. Ο ρυθμός αυτός εντοπίζεται τόσο στη δομή των προτάσεων όσο και σε αυτήν των παραγράφων, καθώς και στον τρόπο με τον οποίο συναρμόζονται οι παράγραφοι μεταξύ τους. Η μία εκβάλλει στην άλλη με τρόπο απολύτως φυσικό.

Η οικονομία των μέσων είναι υποδειγματική. Τίποτα δεν έχει αφεθεί στην τύχη. Κάθε λέξη, κάθε προσδιορισμός, επιθετικός ή επιρρηματικός, βρίσκεται στη θέση του. Καμία περίοδος δεν δείχνει λειψή αλλά και τίποτα δεν φαίνεται να περισσεύει. Τίποτα δεν μπορούμε να αφαιρέσουμε ή να προσθέσουμε χωρίς να βλάψουμε αυτά τα κομψοτεχνήματα αρχιτεκτονικής, στα οποία συναιρούνται θαυμάσια η μουσικότητα της φράσης και η γλυπτική κατά τόπους αντίληψη των μερών και των όγκων. Ο αναγνώστης από την αρχή της αφήγησης τίθεται στο κέντρο της δράσης και με τη λήξη της έχει την αίσθηση ενός τέλους οριστικού. Με το πέρας κάθε διηγήματος, όλα όσα έπρεπε να ειπωθούν έχουν ειπωθεί, όλα όσα έπρεπε να συμβούν έχουν συμβεί και τίποτα δεν φαίνεται να στέκει μετέωρο. Κανένα αφηγηματικό νήμα δεν μοιάζει να κόβεται απότομα ή να μένει ανοικτό. Καμία ανθρώπινη μοίρα από αυτές που διάλεξε να φωτίσει ο συγγραφέας δεν μοιάζει να εκκρεμεί. Ο κύκλος κλείνει και είναι τέλειος. Μετά την τελευταία τελεία, αν κάτι συνεχίζεται, αυτό είναι ο απόηχος της μουσικής κάθε διηγήματος στον νου του αναγνώστη.

Ένα άλλο στοιχείο των διηγημάτων στο οποίο αξίζει να σταθούμε είναι η ολοζώντανή τους γλώσσα. Μια στρωτή και ευλύγιστη πλην ρωμαλέα δημοτική, ενοφθαλμισμένη με λέξεις που –στα αστικά κέντρα τουλάχιστον– έχουν περιπέσει προ πολλού σε αχρησία. Και εδώ όμως η χρήση τους, όπως και αυτή των λογιότερων ή και των καθαρευόντων τύπων, είναι απολύτως λελογισμένη. Το λεκτικό δεν ανάγεται σε πρωταγωνιστή της αφήγησης μετατοπίζοντας το κέντρο βάρους από το τι λέγεται στο πώς. Σοφότατα και εδώ, η γλώσσα είναι αυτή που υπηρετεί τον στέρεο μύθο. Δεν χρησιμοποιείται ο μύθος, είτε ως πρόσχημα είτε σε υποτυπώδη μορφή, για να δειχθεί η γλώσσα.

Εντούτοις, το ότι τα διηγήματα αυτά αποβαίνουν –χωρίς όμως κάτι τέτοιο να αποτελεί και αυτοσκοπό– και μια ιδιότυπη κιβωτός λέξεων που τείνουν να εκλείψουν είναι κάτι που προσγράφεται στα πολλά θετικά στοιχεία τούτης της γραφής. Μας θυμίζει επιπλέον τι μπορεί να επιτευχθεί όταν αντλείται υλικό από το πλούσιο υπέδαφος μιας πολυστρώματης γλώσσας· τι κατορθώνεται όταν ο δημιουργός ενωτίζεται τη ζώσα λαλιά του περιβάλλοντός του και αφομοιώνει δημιουργικά τη διδαχή αιώνων.

Ρυθμολογία και λεκτικό δημιουργούν από κοινού ένα προσωπικό ύφος που διαπνέει όλα τα διηγήματα. Υφολογική ενότητα από τη μια και θεματολογική πολυμέρεια από την άλλη συνθέτουν ένα μικρό, συνεκτικό σύμπαν κλεισμένο σ’ ένα βιβλίο. Και όπως το φυσικό σύμπαν δεν έχει κέντρο ή, πράγμα που είναι το ίδιο, οποιοδήποτε σημείο του μπορεί να θεωρηθεί ως κέντρο έτσι κι εδώ το κέντρο βρίσκεται παντού. Ο αναγνώστης μπορεί να αρχίσει την περιδιάβαση του από οπουδήποτε, καθώς ακόμα και τα συντομότερα διηγήματα της συλλογής ή και αυτά που έχουν χαρακτήρα πιο παιγνιώδη και ανάλαφρο μπορούν να ιδωθούν ως σημεία εκκίνησης, ως προσφυείς αφετηρίες για την προσπέλαση του όλου.

Η λαμπρή αυτή τεχνική, τα άρτια δουλεμένα μέσα, θα οδηγούσαν ενδεχομένως σε ένα καλογραμμένο βιβλίο, όχι σε ένα ζωντανό βιβλίο όπως αυτό που μας δώρισε ο Δημήτρης Σολδάτος, αν δεν υπήρχε πάνω και πίσω απ’ όλα το οξύ και συνάμα τρυφερό βλέμμα που βυθίζεται στο μυστήριο της ζωής αντλώντας από αυτήν τους πιο βαθείς και μυστικούς της τόνους. Κάθε ήρωας των διηγημάτων αναδίδει τη δική του, μοναδική και αξέχαστη, μουσική την οποία ο συγγραφέας μεταφράζει σε λόγο, παρατηρώντας, ανατέμνοντας και συμπάσχοντας.

* * *

Κάτι από την υψηλή αυτή μαστορική και το βαθύ βλέμμα, απτά εξάλλου σε όλο το βιβλίο, φαίνονται στα ακόλουθα αποσπάσματα. Οξυδέρκεια και στοχασμός πάνω στη συνθήκη του ναυτικού βίου, μια ματιά όλο κατανόηση και ενσυναίσθηση. Γρήγορες, αδρές πινελιές, ένα δριμύ στακάτο που εκθέτει μέσα σε λίγες προτάσεις όλο το δράμα και τους αγιάτρευτους καημούς της ναυτικής ζωής.

Ο θαλασσινός έρχεται σαν σίφουνας στο νησί: φέρνει λεφτά, τακτοποιεί λογαριασμούς, σπέρνει παιδιά… Ξαναμπαρκάρει με τα καράβια του Μαστροβασίλη και του Μπαχατέλα, θαλασσοπνίγεται και ξαναγυρίζει. Βρίσκει τα παιδιά ξεπεταγμένα, δεν τον γνωρίζουν για πατέρα τους και κλαίνε. Τα γλυκαίνει με παιγνίδια. Θέλουν τα παιγνίδια του, εκείνον όχι. Άλλη γυναίκα άφησε, άλλη αγκαλιάζει. Δεν γνωρίζει τα χάδια του το κορμί της. Τη γλυκαίνει με δώρα. Θέλει τα δώρα του, εκείνον όχι. Άφησε τους γονιούς του στο κρεβάτι, τους βρίσκει στον τάφο. Γλυκαίνει το πόνο του με μνημόσυνα, με ωραία μνήματα. Τον θαυμάζουν οι χωριανοί, εκείνος όχι. Δεν ήθελε να βουλώσει τα στόματα του κόσμου, ήθελε να κλείσει του πατέρα του τα μάτια. («Πέτρες ριγμένες στο πέλαγος», σ. 10)

Οι περιγραφές πάλλονται από ζωγραφική ένταση και ακρίβεια εκπληκτική. Το τοπίο ζωντανεύει τρισδιάστατο μπροστά στα μάτια μας.

Ο φιδωτός δρόμος που ανεβαίνει απ’ το Βλυχό στο Κατωχώρι είναι σήμερα ασφαλτοστρωμένος, με προστατευτικές μπάρες στην πλευρά του γκρεμού. Απ’ την άλλη μεριά, εκεί που τελειώνει ο λόγγος, μεγάλες ιζηματογενείς πλάκες σχηματίζουν το φυσικό όριο του οδοστρώματος. Το θέαμα σε κάποια σημεία είναι εντυπωσιακό. Λες και το αόρατο χέρι ενός γίγαντα, σε καιρούς αλλοτινούς, πελέκησε την πέτρα με τόση μαστοριά, κάνοντάς την λεία και τέλεια εφαπτόμενη στο βουνό, ώστε να είναι δύσκολο κανείς να πιστέψει πως όλο αυτό το κατεβατό είναι έργο της φύσης και μόνον. («Στου Ντεβεκέλη», σ. 41)

Εν συνεχεία παραθέτουμε δύο αποσπάσματα όπου καταφαίνεται η λαμπρή χρήση της αντίστιξης.

Τώρα, όμως, όλα είχαν χαθεί μέσα στο σούρουπο, λες και της Γης η κιβωτός μπατάρισε ξαφνικά στο μαύρο πέλαγος που την κατάπιε. Κι απέμειναν μονάχα ο Γούπας με την γαϊδούρα του, να βαδίζουν πάνω στα κύματα του σκοταδιού, σαν να ’ταν οι τελευταίοι επιζήσαντες του κατακλυσμού. […] Ξάφνου, οι σκιές αναμέρισαν τρομαγμένες, όπως οι δαιμόνοι στην Δευτέρα Παρουσία… Έλαμψε η πλάση! Κι έμοιαζαν τώρα, ο Γούπας και η γαϊδούρα του, λες κι ήταν τα πρώτα πλάσματα του Θεού στην χαραυγή του κόσμου. («Ο Γούπας», σ. 55-56)

Σε ένα άλλο σημείο, με ελάχιστες υποβλητικές προτάσεις, σκιαγραφείται η μυστικοπαθής ιδιοσυγκρασία ενός παιδιού που μεγαλώνοντας θα ακολουθήσει το μοναστικό στάδιο.

Κεριά και λιβάνια ήταν τα παιγνίδια του. Οι Γραφές, τα βιβλία του. Οι άγριες μορφές των ασκητών, δάσκαλοί του. Οι φιγούρες των Αγίων και των αγγέλων, οι φίλοι του. Ψωμί του, ο Άρτος και το Πρόσφορο. Όταν θέλει να τραγουδήσει, ψάλλει. Κι όταν ψάλλει, κλαίει… («Μοναχός Νικηφόρος», σ. 132)

Λίγες γραμμές πάλι και αιχμαλωτιζόμαστε από την παρουσία της γυναίκας, απάντηση αυτή κατά τον συγγραφέα πριν καν προλάβουμε να θέσουμε το οιοδήποτε ερώτημα.

Ούτε που ξέρω τι με παρακίνησε να την γνωρίσω, λες και βρίσκονταν μπροστά μου μιαν απάντηση, πριν καν προφτάσω να σκεφτώ τι θα ρωτήσω.

Βλέμμα ευθύ, διεισδυτικό, μαύρα μαλλιά κι αστραφτερά, δέρμα λευκό, χέρια απαλά, όμορφη, αλλά δεν ήταν τόσο η θωριά της, μα κάτι ανείπωτο, μα κάτι ανείδωτο, περιιπτάμενο όπως η αύρα εκεί σιμά της. («Φαρμακόπετρα», σ. 115)

λευκάδαΣτο παρακάτω απόσπασμα είναι πραγματικά αριστοτεχνική η μετάβαση από την εγρήγορση στον κόσμο του ονείρου και εν συνεχεία η βίαιη ανατροπή κατά την οποία αποκαλύπτεται ότι αυτό που νομίζαμε όνειρο, τόσο εμείς όσο και ο άτυχος ήρωας του διηγήματος, δεν είναι παρά η πάντα αιμάσσουσα πραγματικότητα. Ο αισθησιασμός της περιγραφής εντείνεται εκπληκτικά από ένα εξαίσιο εύρημα που είναι παράλληλα και η αποτύπωση μιας αλήθειας ακράδαντης: ερωτευόμαστε στη γλώσσα μας. Έτσι λοιπόν, κατά τη διάρκεια των ερωτικών περιπτύξεων ακούμε τη μικρή τσιγγάνα να προφέρει τις άγνωστες σε μας λέξεις, που θυμίζουν μαγικές επωδούς, ξόρκια και ερωτικούς κατάδεσμους, οδηγώντας τον άντρα στην ερωτική κορύφωση και στο φρικτό του τέλος.

Αργά την νύχτα, του στρώσανε να πλαγιάσει στην σκηνή του Καραφάνταλου. Μαλακά σκεπάσματα και μαξιλάρια κεντημένα, για τον εκλεκτό φιλοξενούμενο. Η κούραση βαρούσε το ντέφι, κι η νύστα χόρευε τσιφτετέλι στα βλέφαρά του. Σε λίγο αποκοιμήθηκε…

Κι είδε –όνειρο τάχα κι αυτό– πως ήτανε, λέει, στην ίδια σκηνή που τώρα κοιμόνταν, αλλά όχι μονάχος. Γλίστρησε κάτω απ’ τα σκεπάσματα μια γυφτοπούλα, όχι μεγαλύτερη από δεκαπέντε χρονών, ψιθυρίζοντάς του:

«Σικλιάρ μα τε μανγκάβ: μάθε με ν’ αγαπώ».

Η φωνή της λιγώνονταν ολοένα:

«Σικάβμανγκέ ο ντρομ ε μανγκιμάσκο, τζι τε μεράβ λε τε πφιράβ: δείξε μου τον δρόμο της αγάπης, μέχρι να πεθάνω αυτόν αν περπατώ».

Οι λέξεις έλειωναν στα χείλη της:

Σίτουτσουκάργιακχά: έχεις όμορφα μάτια».

Ο άντρας πήγε να μιλήσει…

Η βελουδένια παλάμη της του ’κλεισε απαλά το στόμα, κι αρχίνησε να τον φιλά στον λαιμό με την υγρή γλωσσίτσα της, που στριφογύριζε σαν λαβωμένη οχιά. Το άλλο χέρι της κατέβηκε χαμηλά κι έκανε τον Θάνο να μουγκρίζει σαν δαμάλι που το σφάζουν. Τώρα τον γλυκοδάγκωνε παντού, ενώ η φούστα της ανέβηκε πάνω απ’ το γόνατο, και τα στιλπνά, σαν από γυαλιστερό οψιδιανό, πόδια της, σφιχτά τυλίχτηκαν γύρω από τη μέση του. Εκείνος χίμηξε να την κατασπαράξει. Σταγόνες ιδρώτα μούσκεψαν τα πυρωμένα κορμιά, σκίζαν σάρκες τα νύχια, κι η δριμιά μυρωδιά του αίματος και του σπέρματος πότισε τις υγραμένες καρπέτες.

Ξάφνου, ένα φως άναψε… Νόμισε πως βγήκε ο ήλιος και μόλις ξύπνησε. Μα, διέκρινε μια λάμπα, που τύφλωνε τα μάτια του – διάολε, δεν ήταν όνειρο! Ίσα που πρόφτασε να δει: Ο Καραφάνταλος, κρατώντας ένα χαντζάρι που άστραφτε, του έπαιρνε το κεφάλι βλαστημώντας στη γλώσσα του («Η κουμπαριά των γύφτων», σ. 30-31).

Οι διάλογοι, ένα από τα δυσκολότερα σημεία της πρόζας, έχουν πάντα φυσικότητα. Ακόμη και στα σημεία όπου ο τόνος λόγω του θέματος γίνεται πιο ηρωικός δεν φαίνονται ποτέ ψεύτικοι. Στην ακόλουθη σκηνή, με φόντο το εκτελεστικό απόσπασμα, συναντώνται δύο παλιοί γνώριμοι, αθλητές αμφότεροι, με δεδομένη την αμοιβαία εκτίμηση. Η μοίρα τούς έχει θέσει σε αντίπαλα στρατόπεδα. Αξιωματικός της Γκεστάπο ο ένας, Έλληνας αντιστασιακός ο άλλος. Η στιχομυθία, η σκηνοθεσία, ο τρόπος με τον οποίο συγκρούονται οι δύο αντίμαχες αντιλήψεις σε μιαν οριακή στιγμή όπου κρίνονται τα πάντα –ζωές και συνειδήσεις– απηχούν Ουγκώ. Ανασαίνουμε για λίγο την ήρεμη δύναμη που αποπνέουν οι αληθινά γενναίοι.

Ο αξιωματικός παίρνει βαθιά ανάσα. Μιλάει αποφασιστικά:

«Μπορώ να σε σώσω, Ηλία! Δεν υπάρχει λόγος να πεθάνεις εσύ».

Εκείνος χαμογελάει.

«Θες να πεις πως υπάρχει λόγος να πεθάνουν αυτοί;» λέει, δείχνοντας τους υπόλοιπους πατριώτες.

«Δεν μπορώ να τους σώσω όλους, κατάλαβέ με», απολογείται ο Γερμανός.

«Δεν μπορώ να ζήσω εγώ και να πεθάνουν αυτοί, κατάλαβέ με», απαντά ο Βεργίνης.

«Είναι κι άλλοι πάνω από μένα, Ηλία, δεν δύναμαι…»

Το ελληνόπουλο τού κάνει νόημα να σωπάσει.

«Είναι κι άλλοι πάνω από μένα, Έμιλ, δεν δύναμαι να τους αγνοήσω κι εγώ. Αιωρούνται γύρω μας, τους βλέπεις; Μου δίνουν προσταγές, τους ακούς; Είν’ εκατοντάδες, χιλιάδες, εκατομμύρια νεκροί!»

Ο Γερμανός ανατριχιάζει σύγκορμος. Κι ασυναίσθητα σηκώνει το βλέμμα ψηλά, λες και βλέπει τις λεγεώνες των πεθαμένων να εφορμούν απ’ τα σύννεφα.

«Το καθήκον μου όμως…» ψελλίζει.

Ο Βεργίνης τον διακόπτει:

«Κάμε εσύ το καθήκον σου να κάμω κι εγώ το δικό μου. Είσαι σπουδαίος αθλητής, σε θαυμάζω! Τώρα, όμως, είμαστε αντίπαλοι και πρέπει ν’ αγωνιστούμε…»

«Δεν είναι αγώνας, Ηλία, είναι πόλεμος! Αν χάσεις σήμερα, δεν θα ξαναγωνιστείς ποτέ!»

«Αν σώσω τον εαυτό μου, θα έχω προδώσει αυτούς! Θα ήθελες γι’ αντίπαλο έναν προδότη, Έμιλ;» («Ο σφαιροβόλος», σ. 189-190)

Εκτενή κάπως τα παραθέματα, μα ειλικρινά λυπάμαι που ο χώρος δεν μας επιτρέπει να θέσουμε υπ’ όψιν του αναγνώστη κι άλλα χωρία ενός βιβλίου απ’ το οποίο δεν ξέρεις τι να πρωτοδιαλέξεις. Σε κάθε πρόταση, σε κάθε παράγραφο, σε κάθε σελίδα και των 29 διηγημάτων που απαρτίζουν αυτήν τη γενναιόδωρη συλλογή, εντοπίζονται μικροί και μεγάλοι θησαυροί σκορπισμένοι με μιαν απλοχεριά που αποτελεί αδιάψευστο μάρτυρα βαθιάς συγγραφικής φλέβας.

Τέτοιας αρτιότητας διηγήματα προϋποθέτουν ένα θαύμα δουλειάς και μελέτης. Ωστόσο, έτσι όπως στέκουν τελειωμένα και αυτάρκη, παραδομένα στο βλέμμα μας μοιάζουν το αποτέλεσμα μιας υπέροχης δωρεάς. Όπως δηλαδή συμβαίνει με κάθε σπουδαίο έργο τέχνης.

Κοντολογίς, η εν λόγω συμβολή του Δημήτρη Σολδάτου αρκεί αφ’ εαυτής όχι μόνο για να τον κατατάξει μέσα στους κορυφαίους σύγχρονους imagesδιηγηματογράφους αλλά και για να του εξασφαλίσει θέση περίοπτη μέσα στην σπουδαία παράδοση της ελληνικής διηγηματογραφίας. Ο συγγραφέας μάς έδωσε ένα βιβλίο, προϊόν μόχθου και αγάπης, το οποίο αξίζει να διαβαστεί ξανά και ξανά· μπορεί δε κατά περίπτωση να αποτελέσει και πρότυπο για όσους θελήσουν στο μέλλον να καταπιαστούν με αυτό το δύσκολο αλλά τόσο γοητευτικό πεζογραφικό είδος.

Και κάτι τελευταίο. Κάθε σπουδαίο έργο τέχνης άπαξ και αναδυθεί από την ανυπαρξία δίνει την αίσθηση ότι με κάποιον τρόπο υπήρχε ανέκαθεν. Άπαξ και το γνωρίσουμε δεν μπορούμε να φανταστούμε τον κόσμο χωρίς αυτό. Γνωρίζουμε πως το έφτιαξε άνθρωπος, το χρονολογούμε, διαπιστώνουμε επιρροές, το εξετάζουμε γραμματολογικά, το εντάσσουμε στο κοινωνικοϊστορικό του πλαίσιο και πλείστα όσα. Χέρια ανθρώπινα –δεν υπάρχει αμφιβολία– το έπλασαν από την αρχή ώς το τέλος κι ωστόσο λες και κάτι αχειροποίητο το κατοικεί με τρόπο μυστικό, ενεργώντας και γοητεύοντας εσαεί· μιλώντας μας και για έναν άλλο κόσμο, κρυμμένο στην καρδιά του κόσμου του ορατού. Έτσι και τα Λευκαδίτικα διηγήματα του Δημήτρη Σολδάτου.

Αν τα ελληνικά γράμματα επιβιώσουν στα χρόνια που έρχονται και αν τη σημερινή γενικευμένη σύγχυση διαδεχθεί μια κάποια ευθυκρισία –κι είναι δύο πολύ μεγάλα «αν» αυτά–, είμαι βέβαιος πως οι μελλούμενοι καιροί θα κοιτάζουν το βιβλίο αυτό σαν να ήταν από πάντα «εκεί», αποπνέοντας την αύρα αυτού που τόσο λείπει στις μέρες μας – την αύρα του κλασικού.

ΘΕΟΔΟΣΗΣ ΒΟΛΚΩΦ

[i]Honoré de Balzac, Χαμένες ψευδαισθήσεις, μτφρ.: Μπάμπης Λυκούδης, Εξάντας, 1993, σ. 242.

Τάσος Αναστασίου: Μόνη της στην καφετέρια

 

0000000000000000000000000000000000000000000000000000000

 

1

Καθώς έτρεχε να τον προλάβει, δεν πρόσεξε και βρέθηκε στην άκρη του πεζοδρομίου· μια μοτοσικλέτα πέρασε σχίζοντας τα νερά κι αμέσως το παντελόνι της γέμισε λασπωμένες στάλες. Έφταιγε η βιασύνη της, ο ανόητος ενθουσιασμός της. Λίγα μέτρα πιο κάτω, απότομα, λες κι εκεί ακριβώς κοβόταν η επιφάνεια εργασίας του σύννεφου, η βροχή σταμάτησε. Τον είχε αντικρίσει απ’ το ταμείο του Λινοξυλάκη: καμπουριασμένος, κοιτάζοντας γύρω του, βαδίζοντας γρήγορα. Πάντα του έπρεπε να κινείται, δεν άντεχε λεπτό ήσυχος. Εδώ κοντά ήταν άλλοτε το φοιτητικό δωμάτιο της Δέσποινας. Στις άδειές του, φαντάρος, έμενε μαζί της· κόκκινος από τον ήλιο, κοκαλιάρης, το χιούμορ του κυνικό, άρρωστο, σαν να έλεγε: κοιτάτε με, ανοιχτή πληγή. Δεν φαινόταν πουθενά. Καλύτερα. Γιατί αλλιώς, πετώντας κάτω τις σακούλες της με τα ψώνια, θα έπεφτε στην αγκαλιά του –και τότε θα την κοιτούσε με το ψυχρό αδιαπέραστο ύφος του. Το βλέμμα της συνάντησε τη Φορτέτσα κι αμέσως βιάστηκε να ψάξει άλλο σημείο προσανατολισμού: Τέσσερις Μάρτυρες. Καλύτερα. Ίσως πάλι να του φερόταν τυπικά, κάνοντάς τον να χλομιάσει από κακία. Ήξερε τη δύναμή της πάνω του. Ήξερε και τη δικιά του δύναμη –την ικανότητά του να την σπρώχνει, να την ρίχνει προς τα πίσω. Για ποιο λόγο είχε έρθει; Δεν μπορούσε να βασίζεται στον εαυτό της, ήταν ικανή και να τον φιλήσει –για να τον τρομάξει, να τον αναγκάσει να ξεντυθεί ψυχραιμία και νευρικότητα. Τόσο βραδύνους, δεν θα το εκμεταλλευόταν, όπως εκείνο το βράδυ που του είχε τείνει χείρα παροδικής επανασύνδεσης, καθισμένη δίπλα του, περιμένοντας κέρασμα –μήνυμα που άλλοι θα το αποκρυπτογραφούσαν στο δευτερόλεπτο. Ή μήπως δεν ήταν αυτός;

      The stars we are, the stars will be / just you and me: το τραγούδι πλημμύρισε το μυαλό της μαζί με τον ήλιο που πρόβαλε μέσα από τα σύννεφα. Ο Αργύρης, σαν ντι- τζέι λιώνοντας τον ίδιο δίσκο ξανά και ξανά, το είχε μολύνει. Το άκουγες και θυμόσουν: βόλτες, χορούς, εκδρομές. Και το αντίθετο: πέρναγες έξω απ’ το Εδέμ, τα παράθυρά του σκοτεινά, τα τραπεζάκια του έρημα, και η μελωδία ορμούσε καταπάνω σου, φθινοπωρινή μπόρα κατακαλόκαιρο. Εικόνες γέλιου, συγκίνησης, νόστος παραδείσιας εφηβείας, ανανεωμένος πόθος ζωής. Απίστευτο: η αντίθεση με το παρόν της. Μοναξιά, μοναξιά, με τα δώδεκα σπαθιά. Οι δουλειές της κάθε μέρας, συγκρούσεις, καυγάδες. Απόμακρος θόρυβος τα πλήκτρα του υπολογιστή. Το αφηρημένο, μπουχτισμένο ύφος του. Τι κούραση, Θεέ μου. Είχε ξεχάσει πώς είναι να περπατάς. Απότομα σταμάτησε, οι σακούλες παραλίγο πέφτοντας απ’ τα χέρια της. Της έλειπε η αγκαλιά του, το βλέμμα του. Φοβόταν ότι στο σπίτι τους θα της άνοιγε την πόρτα ο Αργύρης και ανυπομονούσε να διαλύσει τον παραλογισμό της σκέψης της. Τι φρίκη. Και βέβαια δεν ήταν αυτός. Φτάνει. Φύγετε. Όχι άλλες νοσταλγίες, αναστατώσεις. Βρικόλακες, μακριά!

2

Αχτένιστος, με βρώμικα ρούχα, έντονο λαχάνιασμα, κουτσός. Το κεφάλι του γέρνοντας, σαν να προσπαθούσε να ξύσει το μάγουλό του στον ώμο του. Όπως εκείνος ο κουρελιάρης στο χωριό της, που περνώντας δίπλα σου σε ρωτούσε: «Πότε καπάκ’, πότε καπάκ’;»

      Συγκράτησε το βήμα της κι η εκκωφαντική ασχήμια του χάθηκε πίσω απ’ τη Λόντζα.

      Ένιωσε τα μάτια της να μισοκλείνουν. Ανάλαφρο παιχνίδισμα φωτός. Το χωριό της, παρά την εικόνα του τρελού, ανοιξιάτικο. Ήλιε του Μάρτη, Βαπτιστή και Πρόδρομε. Κοίταξε αριστερά της: σ’ ένα τραπέζι δυο φοιτητές έπαιζαν τάβλι· σ’ ένα άλλο, γεμάτο φραπέδες, πέντε μαθήτριες συζητούσαν· οι καφέ αφροί στα ποτήρια τους κατάξεροι, τα καλαμάκια λοξά πάνω στο κολλώδες στόμιο.

      Οι φοιτητές –κοντοκουρεμένοι, καλοντυμένοι– σταμάτησαν το τάβλι και της έριξαν μια ματιά: γάτα που με το ηλεκτρικό της άγγιγμα στο πόδι του τραπεζιού τάραξε την αυτοσυγκέντρωσή τους. Φοιτητές; Ναι. Αγύμναστο σώμα.

      Το οξύθυμο και ειρωνικό ύφος του μπάρμαν –το λερωμένο της παντελόνι;– την απώθησε και δεν μπήκε μέσα. Κάθισε κοντά στην πόρτα, κάτω απ’ την τέντα, κοκκινίζοντας στη σκέψη της Ιεράς Συμμαχίας γύρω της, νιώθοντας ότι, έτσι όπως ήταν μόνη, χωρίς τον Αποστόλη, παρέβαινε θέσφατα. Ο σερβιτόρος πλησίασε, το βλέμμα του θαμπό απ’ την αντηλιά, τα χείλη του μια ενιαία επιφάνεια, κολλημένα. Παράγγειλε με ξαφνική άνεση καφέ φίλτρο κι έβαλε τις σακούλες κάτω απ’ το τραπεζάκι.

      Οι άντρες της παρέας έφταιγαν. Ο Πολύκαρπος με τις απιστίες του. Ο Αργύρης με το πείσμα του. Ο Μίχας με τον κυνισμό του. Ήδη από τότε έπρεπε να τους κρατά σε απόσταση. Φύγετε. Μακριά!

      Ο σερβιτόρος έφερε τον καφέ, το νερό, σιωπηλός, τα μάτια του κοιτώντας πλάγια, στα χείλη του απομεινάρι χασμουρητού.

      Θυμήθηκε κάποτε που δούλευε για ένα διάστημα στο Εδέμ: πίσω απ’ την μπάρα πλένοντας ποτήρια, βάζοντας ποτά, σερβίροντας ξηρούς καρπούς, ο Πολύκαρπος στην άλλη άκρη γελώντας μεγαλόφωνα. Παρόλο που απέφευγε να τον κοιτάζει, η παρουσία του την συνόδευε αδιάκοπα, καθώς έκανε τη δουλειά της. Μικρό ανατρίχιασμα στα μπράτσα και τους ώμους, απολαυστικό αίσθημα πληγωμένης αξιοπρέπειας. Ένα βράδυ ο Πολύκαρπος είχε πιάσει ψιλή κουβέντα με μια κακάσχημη και η Ειρήνη τον κορόιδευε από μέσα της: Έτσι προσπαθείς να μ’ εκνευρίσεις, κακομοίρη; Πετώντας τα ποτήρια που κρατούσε, πήρε απ’ τον πάγκο ένα μαχαίρι και τον πλησίασε φωνάζοντας «Θα σε σκοτώσω!». Κάποιος την τράβηξε από κοντά του, ήδη χαλαρή, ξεθυμασμένη.

      Έφερε το φλιτζάνι στο στόμα περιμένοντας μια στυφάδα που δεν θ’ απογοήτευε τη γλώσσα της. Μαύρος καφές καυτός. Σαν νύχτα που σβήνει, θα χάσει τη μαύρη αχνάδα του, θα μεταμορφωθεί, χλιαρή επίπεδη επιφάνεια. Και τότε θα καθρεφτίσει, κάτω απ’ τα μισόκλειστα βλέφαρά της, το πάνω μέρος του προσώπου της, θαμπό. Μια παρηγοριά όμως θα βαραίνει τη γλώσσα της –η στυφάδα που κανείς δεν μπορεί να την ακυρώσει.

      «Μην κάνεις έτσι», την είχε καθησυχάσει ο Αργύρης. «Δεν είπαμε και να σε παντρευτώ». «Εννοείται», του είχε απαντήσει, τρομάζοντας και μόνο στην αναφορά της λέξης. Όπως αν πεις διαζύγιο, ακόμα και στ’ αστεία, διάβηκες σύνορα. Ή σαν η όλη φράση να χρησιμοποιούνταν ευφημιστικά.

      Στον γάμο της Μέλπως: σταυρώνοντας τα χέρια του δεν κουνήθηκε στο άγγιγμά της, δεν μίλησε. Άραγε της κρατούσε κακία; Ή προσποιούνταν τον άνετο, μέσος όρος τελείως; Ο Πολύκαρπος, όταν παλιότερα τύχαινε να την συναντήσει, δεν φοβόταν να είναι εκδηλωτικός, να την κολακέψει («Γεια σου, Ρηνούλα! Τι ομορφιές είναι αυτές;») ή να την κατακρίνει («Εσύ φταις για όλα!»), νόμιμος δικαιούχος, παρά τα όσα είχαν συμβεί, της φιλίας, της μνησικακίας. Δεν στεκόταν ακίνητος, αρκούμενος να την παρατηρεί, σαν γάτος σε φοβισμένη εγρήγορση.

      Η κοπέλα του έδειχνε οξύθυμη, καταπιεστική. Όμορφη; Έπρεπε να τον είχε συμβουλέψει: Ξανασκέψου το. Έπρεπε κι ας της έλεγε: Και σένα τι σε νοιάζει; Αν δεν είχε μεσολαβήσει το θέατρο του Αλέξανδρου.

      Θυμήθηκε: ο μπάρμαν ήταν τότε μαθητής στο Τεχνικό Λύκειο και συνήθιζε να κοροϊδεύει τον Αργύρη· το ακούρευτο μαλλί και το πολύχρωμο πουκάμισό του τραβούσαν την προσοχή. Διασχίζοντας το προαύλιο του Τεχνικού τα πόδια του πεδικλώνονταν στο σπρωγμένο απ’ τα σφυρίγματα βάδην του.

      Ναι, γάτος. Μεγαλόσωμος, ό,τι πρέπει για τις παιδικές συμμορίες, μαγνήτης πετροβολημάτων. Μέσα στο σπίτι παρατηρητής, μεθυσμένος απ’ τη νύστα, μισανοίγοντας τα μάτια, ξανακλείνοντάς τα, ευπροσήγορος υποδοχέας χαδιών.

3

Σοβαρός, ενθουσιώδης. Κάποιος που δεν κάνει ερωτήσεις, σίγουρος για τον εαυτό του. Πουθενά δεν πήγαινε μόνη της, χωρίς τη συνοδεία του, στο εστιατόριο, στον κινηματογράφο. Ζητούσε τη βοήθειά του για οτιδήποτε, για ένα μάθημα που προετοίμαζε, για ένα διαγώνισμα που σχεδίαζε. Πρόθυμα έσκυβε από πάνω της, χωρίς να βαριέται.

      Σκιά του;

      Υπηρέτης της;

      Ενώ ο Αργύρης: μπορούσε να σε συναντήσει μετά από χρόνια που είχατε να ιδωθείτε και να σου πει: Γεια, τι γίνεται;, λες και χθες ήσασταν μαζί. Τότε, στα ραντεβού τους την αντίκριζε να έρχεται, και το ύφος του παρέμενε ανέκφραστο, λες και δεν είχε αλλάξει τίποτε απ’ την προηγούμενη κατάστασή του, όταν περιμένοντάς την απευθυνόταν στους περαστικούς με αγαλμάτινο βλέμμα.

      Νά τος πάλι. Ξύνοντας το αυτί του στον ώμο του.

      «Πότε καπάκι;» έλεγε ο άλλος στο χωριό. Εννοώντας: πότε θα έρθει κι εσένα η ώρα σου να βάλεις καπάκι; Δηλαδή: να μπεις στο φέρετρο.

      Η ύπαρξη τέτοιας δυστυχίας πώς να μη σε κάνει να οργίζεσαι με τη φύση; Όχι με τη φύση. Με αυτούς που την λατρεύουν. Ή πώς να μη θες ν’ αφιερωθείς στους βασανισμένους, μαλακώνοντας την πίκρα τους, την πίκρα σου, προσπαθώντας να κρύψεις λίγη απ’ την ασχήμια γύρω σου;

      Ο τρελός πλησίασε, απέστρεψε το πρόσωπό του για να μη φανεί ότι την κοίταζε, τα χείλη του ανοιγμένα, το χαχάνισμά του ανάκουστο, και μπήκε μέσα.

      Παρηγορήσου. Τα προβλήματά σου ανάξια λόγου.

      Ν’ αδιαφορεί για τους γονείς του. Να μη μιλά στο τηλέφωνο με τη θεία, τον θείο της. Να μη θέλει στο σπίτι επισκέπτες.

      Και τώρα τελευταία: να μην της απαντάει αμέσως. «Πώς σου φαίνεται αυτό το θέμα για έκθεση;» Ούτε που γύρισε να την κοιτάξει, απορροφημένος.

      Όταν χώρισε από τον Πολύκαρπο, έλεγε μέσα της, ξεγελώντας επίτηδες τον εαυτό της, ότι ένιωθε νεκρή. Τη στιγμή που τον πρόδιδε στη σκέψη της με τον Αποστόλη, την πρόδωσε κι αυτός με την Ιωάννα. Χώρισαν αλλά φοβόταν να ολοκληρώσει την προδοσία της. Ο Αργύρης την έβγαλε απ’ τον φόβο, την ανάγκασε να κάνει ένα ακόμη βήμα. Όλα είχαν γίνει τόσο γρήγορα, μέθη μαζί με χαιρεκακία μαζί με τύψεις. Όταν ο Αποστόλης πήγε για λίγο στην Αθήνα, τον πρόδωσε με τον Πολύκαρπο που, απρόσμενα, φαινόταν να έχει βυθιστεί στην απόγνωση.

      Κι έπειτα: η καθημερινότητα. Σιγά-σιγά, διακριτική, ξέροντας ότι δεν θα συναντούσε αντίσταση, χωρίς να βιάζεται.

      Όπως ένας αλκοολικός που γιατρεύτηκε: φαντάσου· κάποτε, αν δεν έπινε, τα χέρια του έτρεμαν, δυσκολευόταν ν’ ανάψει τσιγάρο. Και τώρα έχει αόριστη μόνο ανάμνηση από εκείνες τις ώρες. Τα χέρια μου έτρεμαν, το λέει αλλά δεν το θυμάται, δεν μπορεί να δει τον εαυτό του αυτοκαταστροφικό, η αναπαράσταση του παρελθόντος επίπεδη, άχρωμη.

      Του είχε πει: «Τώρα πραγματικά νιώθω ελεύθερη». Δεν του είχε πει: Τώρα νιώθω πως ξεπέρασα τον Πολύκαρπο. Κι ο Αργύρης, ενώ διάβαζε ποίηση, ενώ ήξερε από υπαινιγμούς, δεν είχε το σθένος να καταλάβει. Και το «πραγματικά», το πιο φθαρμένο των επιρρημάτων, γι’ αυτό το είχε χρησιμοποιήσει: για να δώσει επιφανειακό χαρακτήρα στα λεγόμενά της και ν’ απομακρύνει την υποψία ενθουσιασμού.

      Όταν τον επισκέφτηκε στο σπίτι του στην Ηλιούπολη και ήρθε η ώρα να φύγει, αντί να την γυρίσει με το αυτοκίνητο της μητέρας του, την συνόδεψε να βρει ταξί. Περπατούσαν, περπατούσαν, ερημιά, με κάθε του βήμα όλο και κοντύτερα στη γελοιοποίηση. Λίγο μετά τον χωρισμό τους της χτύπησε την πόρτα της ξημερώματα. Τον άφησε να ξαπλώσει, έτσι όπως ήταν, με τα ρούχα του, δίπλα της. Δεν την άγγιξε, άναψε μόνο τσιγάρο –κακόγουστη διαμαρτυρία. Και το χειρότερο: τον καταλάβαινε, τον δικαιολογούσε. Την επόμενη μέρα, τρομαγμένη, θυμωμένη, πήρε το αεροπλάνο για την Αθήνα. Όταν μετά από μια εβδομάδα επέστρεψε, τον βρήκε λιγότερο ενοχλητικό: δεν της απηύθυνε τον λόγο, την απέφευγε, τα χέρια του τρέμοντας απ’ την προσπάθεια γι’ αξιοπρέπεια.

      Ο Αποστόλης όλες εκείνες τις μέρες: διστακτικός. Ήθελε, της είπε αργότερα, να σεβαστεί τον χωρισμό της απ’ τον Πολύκαρπο. Δεν ήθελε να την ταράξει. Ανυποψίαστος. Αλλά ίσως της το έλεγε έτσι, για να της δώσει αξία, να της κρύψει ότι τραβήχτηκε προς το μέρος της όχι από μόνος του, όχι από ατόφιο ενδιαφέρον, αλλά επειδή πρώτα είχε διακρίνει τον πόθο στο βλέμμα της.

4

Κοίταξε πίσω της: στεκόταν αντικρίζοντας την μπάρα, το αυτί του κολλημένο στον ώμο του.

      Άραγε τι την αναστάτωνε; Η εμφάνιση του Αργύρη; Η πρωτόφαντη αποδέσμευσή της απ’ το προστατευτικό τείχος του Αποστόλη; Ο εξοδούχος ήλιος;

      Πενταόρια: άγγιγμα ζέστης, ανάλαφρο παιχνίδισμα φωτός έπειτα από μέρες συννεφιάς και κρύου. Έκπληκτη άκουσε τον εαυτό της, καθώς προχωρούσαν στον λόφο: «Ήλιε του Μάρτη, Βαπτιστή και Πρόδρομε». «Τι λες;» την ρώτησε η Μέλπω. Δεν της απάντησε γιατί πίστευε ότι θα ζήλευε· η Μέλπω, καθόλου περίεργη για τις σκέψεις των άλλων, δεν επέμεινε· βλέποντας τον ενθουσιασμό της γέλασε κι αυτή.

      Άγγιγμα από λεπτά δάχτυλα, χωρίς παρανυχίδες άγχους: γιατί να μην είναι εφικτό, γιατί πάντα κάτι να το χαλάει;

      Το στριγκό κέφι του Πολύκαρπου: μάσκα μπαλαφάρας στην οποία, έτσι και δεν ανταποκρινόσουν, μεταμορφωνόταν σε ακατεύναστο μούτρωμα.

      Το παράφορο πείσμα του Αργύρη: σαν κάποιος να την κρατούσε κάτω απ’ την επιφάνεια της θάλασσας, κακόγουστη πατητή.

      Τώρα με τον Αποστόλη: αλλεπάλληλοι θρόμβοι στο αίμα, μπλόκαραν την κυκλοφορία, εκβράζονταν σε αδιόρατους πόνους, το μούδιασμα της απομάκρυνσης.

      – Ντα ίντα θες; Φράγκα;

      Το βλέμμα της στράφηκε πάλι πίσω. Ο τρελός χαχάνιζε μπροστά στον μπάρμαν και τον σερβιτόρο κουνώντας το κεφάλι καταφατικά και χτυπώντας ένα σιγανό παλαμάκι με τα χέρια του.

      – Και πόσα; ρώτησε ο μπάρμαν, το ύφος του αφ’ υψηλού χαζοχαρούμενο.

      Η Ειρήνη ήπιε μια γουλιά καφέ. Για χάρη της είχε έρθει, ποιος ξέρει από ποια ελπίδα κινημένος. Πώς υπέφερε τότε, μεθούσε, κυλιόταν στον δρόμο, κάπνιζε ασταμάτητα.

      Οξύτονος ήχος, μεταλλική αναπήδηση πάνω σε κυριακάτικο δίσκο. Κατρακύλισμα διαρκείας, εκνευριστικό σαν τικ.

      Ο τρελός απομακρύνθηκε απ’ την μπάρα κι έσκυψε στο πάτωμα. Σηκώθηκε κρατώντας ένα νόμισμα, και, γυρνώντας στην μπάρα, το ακούμπησε πάνω στον πάγκο.

      Ο σερβιτόρος πήρε το νόμισμα και, γελώντας πονηρά, το πέταξε στο πάτωμα. Καθώς ο τρελός πήγαινε να το μαζέψει, σερβιτόρος και μπάρμαν κοιτάχτηκαν ανασηκώνοντας τα φρύδια τους.

      Η καθημερινότητα: τα ιδιαίτερα, να πηγαίνει από σπίτι σε σπίτι, μαθητές παράξενοι, δύσκολοι. Πέρυσι ένας πατέρας την είχε διώξει, γιατί η κόρη του δεν πρόσεχε στο μάθημα, συνεχώς την διέκοπτε με αστειάκια.

      Ο μπάρμαν πέταξε πάλι το νόμισμα στο πάτωμα. Χαμογελώντας ανόητα, καθόλου πικραμένα, ούτε καν με απορία, σαν να είχε ήδη ξεχάσει, ο τρελός το μάζεψε πάλι και το έδωσε πίσω. Ο σερβιτόρος το πέταξε στο πάτωμα.

      Η Ειρήνη κοίταξε γύρω της. Οι φοιτητές έπαιζαν τάβλι ανταλλάσσοντας ήρεμα πειράγματα, οι μαθήτριες  μιλούσαν όλες μαζί καπνίζοντας.

      Ο μπάρμαν και ο σερβιτόρος συνέχισαν το παιχνίδι τους, οι κινήσεις τους αργές, ήρεμες, μια συνηθισμένη απασχόληση, σχεδόν δεν την παίρνεις είδηση, όπως το κομπολόι.

      Ο τρελός μάζευε το νόμισμα, οι άλλοι δυο το ξαναπετούσαν, ο τρελός πήγαινε να το μαζέψει. Ανούσια επανάληψη που γέμιζε το οπτικό της πεδίο. Φύγε, άκουσε μια φωνή μέσα της.

      Όμως δεν μπορεί, κάποτε θα βαριόντουσαν. Το χοροπηδηχτό ντιντίνισμα του νομίσματος ξανακούστηκε. Φύγε. Τόση αθλιότητα.

      Σηκώθηκε παίρνοντας μαζί της το ποτήρι με το νερό και στάθηκε στην είσοδο της καφετέριας.

      – Σταματήστε αμέσως, αλλιώς θα σας το πετάξω!

      –  Ίντα ’γινε; είπε απορημένος και σαν τρομαγμένος απ’ τα σάλια της κραυγής της ο σερβιτόρος.

      – Αν δεν σταματήσετε, θα σας το πετάξω! ούρλιαξε η Ειρήνη.

ΤΑΣΟΣ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ

Απόσπασμα από μυθιστόρημα που βρίσκεται στο στάδιο της ολοκλήρωσης.