ελληνική γλώσσα

Γλωσσικές νότες ζ΄

 

[ Νύξεις για τα πάθη των λέξεων  ]

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Όταν στα 1864 ο Johann Ludwig Fuchs ίδρυσε το πρώτο εργοστάσιό του στο Κολωνάκι, το πώς και σε ποια γλώσσα και με ποιο αλφάβητο θα επέγραφε το προϊόν του ήταν προφανές. Και ίδιος είχε άλλωστε εξελληνίσει τ’ όνομά του: Ιωάννης Φιξ. Ζύθος Φιξ, λοιπόν. (περισσότερα…)

Γλωσσικές νότες δ΄

[ Νύξεις για τα πάθη των λέξεων  ]

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Ξαναδιαβάζοντας συνηγορίες διάφορες υπέρ της αποδόσεως των έργων του Παπαδιαμάντη και των άλλων μας συγγραφέων της καθαρεύουσας στην καθομιλουμένη («ενδογλωσσικές μεταφράσεις» τις λένε τις απόπειρες αυτές οι ειδήμονες), επανέρχομαι στην παλιά μου διαπίστωση.

Σε μια άλλη χώρα, σε μια άλλη εποχή, μια άλλη περιρρέουσα ατμόσφαιρα, τέτοιες συζητήσεις περί απλουστεύσεως ίσως να ήταν χρήσιμες. Σε μας εδώ, διαιωνίζουν απλώς την απέθαντη λογική της ήσσονος προσπάθειας, τον λαϊκισμό της λούφας που αναπαράγει μαζικά η μεταπολιτευτική μας εκπαίδευση. Ανέκαθεν στα γλωσσικά, τα σκόντα που κάνουμε τα βρίσκουμε μπροστά μας μπαστούνια.

Ανεξαρτήτως προελεύσεως και προαιρέσεως λοιπόν, η διάγνωση ότι «οι νέοι δεν καταλαβαίνουν» δρα ως αυτοεκπληρούμενη προφητεία: καταπνίγει εν τη γενέσει της την επιθυμία τους να προσπαθήσουν και νομιμοποιεί προκαταβολικά την οκνηρία. Και φυσικά μόνο τη λογοτεχνία δεν προάγει.

Ας μην κοροϊδευόμαστε λοιπόν. Όποιος ισχυρίζεται ότι η ξενότητα της γλώσσας του Παπαδιαμάντη τού είναι πρόβλημα αξεπέραστο, όχι Παπαδιαμάντη, κανέναν απαιτητικό συγγραφέα δεν μπορεί να διαβάσει. Το «Στο Χριστό στο Κάστρο» λ.χ. είναι κείμενο πολύ βατότερο νοηματικά από το «Άξιον Εστί» λ.χ., ή τον «Δωδεκάλογο», ή τον «Πεθαμένο και την Ανάσταση». Να τα μεταφράσουμε κι αυτά;

Όποιος θεωρεί ότι αυτά τα κείμενα δεν αξίζουν τον (ολίγο) κόπο που του ζητείται να καταβάλει, και λιανά να του τα κάνουν πάλι δεν θα τα συλλάβει. Δεν τον αφορούν. Ας τα αφήσει λοιπόν στην ησυχία τους.

Και ας μην ανησυχεί διόλου ούτε για τον Παπαδιαμάντη ούτε για το μέλλον του. Τα έργα του, ως έχουν, τυπώνονται και ξανατυπώνονται, ανεβαίνουν στη σκηνή και γεμίζουν θέατρα, μοιράζονται από εφημερίδες. Οι «ενδογλωσσικές μεταφράσεις» του, αντίθετα, διαχρονικά, πάνε άπατες. Και δε θέλει ρώτημα το γιατί…

Τα αρχιγράμματα που κοσμούν τη στήλη είναι του ζωγράφου Δημήτρη Γέρου.

Γλωσσικές νότες γ΄

~.~

[ Νύξεις για τα πάθη των λέξεων  ]

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

 

Έως πρότινος, τα ορολογικά της προβλήματα η νέα ελληνική τα έλυνε καταφεύγοντας στη λόγια κληρονομιά της. Καθώς μέσω της καθαρεύουσας, η παρουσία της αρχαίας ήταν ιδιαίτερα έντονη στον δημόσιο λόγο, τα αποτελέσματα αυτής της προσπάθειας υπήρξαν συχνά αξιοθαύμαστα, σωστά επιτεύγματα εκφραστικής οικονομίας και δημιουργικής φαντασίας.

Από δύο ουσιαστικά ρίζες, του σμήνους και της πτέρυγας, η Πολεμική Αεροπορία έφτιαξε ένα πλήρες βαθμολόγιο με μονολεκτικούς, σχεδόν αποκλειστικά αεροπορικούς όρους εκεί όπου η αγγλική γλώσσα λ.χ. καταφεύγει σε περιφραστικές λύσεις, δάνειες από τον στρατό ξηράς. (περισσότερα…)

Γλωσσικές νότες β΄

 

[ Νύξεις για τα πάθη των λέξεων  ]

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

 

Βλέποντας κανείς τη νέα ελληνική ως αναβαθμό της σύνολης ελληνικής, παρατηρεί το εξής. Ενώ οι εκφραστικές δυνατότητές της –απόδειξη η ποίηση– διατηρούνται σε επίπεδο αξιοσημείωτα υψηλό, οι αναλυτικές της δυνατότητες παραμένουν ατροφικές ή υπανάπτυκτες επί αιώνες. Το κύριο παράδειγμα εδώ είναι η υστέρησή μας στον αφηρημένο στοχασμό, φιλοσοφικό ή επιστημονικό. Ενώ δεν υπάρχει σχεδόν περίοδος, όπως έλεγε ο Ελύτης, χωρίς σπουδαία ποίηση ελληνική (θα πρόσθετα και χωρίς αξιόλογη ιστοριογραφία – αφήγηση παρ’ ημίν σημαίνει πρωτίστως αφήγηση ιστορική), η ελληνική σκέψη λιμνάζει και αποψιλώνεται μετά τον Πλήθωνα και τους τελευταίους θεολόγους και ανθρωπιστές εκεί γύρω στην Άλωση.

Στον αφηρημένο λόγο και την αναλυτική σκέψη η νέα ελληνική γλώσσα ξεκινά από δομικά μειονεκτήματα διόλου ασήμαντα. Της λείπει λ.χ. το απαρέμφατο που ουδετεροποιεί την εκφορά και επιτρέπει και γραμματικοσυντακτικά την υπέρβαση του στενού προσωποκεντρισμού. Επίσης, σε σχέση με την αρχαία, λόγω της παγχρησίας του «σε», αυτής της πρόθεσης-πασπαρτού, έχει απολέσει την κρίσιμη διάκριση μεταξύ της εις τόπον κίνησης και της εν τόπω στάσης, άρα την επίγνωση της διαφοράς μεταξύ ρηματικής δράσης και αδράνειας.

(περισσότερα…)