ελληνική γλώσσα

Γλωσσικές νότες λ

[ Νύξεις για τα πάθη των λέξεων  ]

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Ο κατήφορος που έχει πάρει η ελληνική γλώσσα τις τελευταίες δεκαετίες φαίνεται απ’ τα χρώματα. Η «μπλε» θάλασσα και ο «μπλε» ουρανός δίνουν και παίρνουν. Τα γαλάζιος, γαλανός, θαλασσής, ουρανής, κυανός και οι αποχρώσεις τους τείνουν να εκλείψουν. «Μπλε» το χρώμα της εθνικής ομάδας, «μπλε» και της Νέας Δημοκρατίας. «Όλη η Ελλάδα, είναι μπλε, είναι μπλε», όπως φώναζαν το 2004 οι οπαδοί της τελευταίας…

Magenta, indigo, raf, όλες οι ονομασίες των νέων χρωμάτων που τυποποιεί η βιομηχανία και το εμπόριο μάς έρχονται απ’ έξω ανεκτελώνιστες, δεν καταβάλλεται η παραμικρή προσπάθεια να εξελληνιστούν, συχνά μένουν και λατινόγραπτες.

Κι όμως το ελληνικό λεκτικό χρωματολόγιο, χάρις στο ιστορικό του βάθος και την ευχέρεια παραγωγής συνθέτων έχει εκπληκτικό πλούτο: μελίχλωρο (η λέξη στον Παλαμά), ωχρόχρυσο, νυχτοπράσινο, φαιορόδινο, κυανέρυθρο, ανοιχτοκάστανο, ηλεκτροκόκκινο, καταγάλαζο, πάλλευκο, ολομέλανο, πυρρόξανθο, σταχτοκίτρινο, σκοτεινόμαυρο, βαθυπόρφυρο κ.ο.κ., κ.ο.κ.

Χάρη στις υπηρεσίες της μόδας, η ακλισία έχει γενικευθεί. «Γκρί» και όχι γκρίζος, «μοβ» (sic) και όχι βιολετής, μελιτζανής, ιώδης. «Καφέ» όχι καστανός, μελής, κανελλής και καφετής. Ροζ και όχι ρόδινος, ροδόχρωμος, ροδοκόκκινος κ.ο.κ. Μάλιστα επιβάλλεται και σε λέξεις καθαρά ελληνικές: τα επίθετα πορτοκαλής, –ιά, –ί, ασημής, τριανταφυλλής, βυσσινής κ.ο.κ. πλέον είναι ντεμοντέ. «Οι πράσινες, οι κόκκινες, οι… θαλασσί σου οι χάντρες» λοιπόν, οι «πορτοκαλί επαναστάσεις» και δεν συμμαζεύεται.

Με τις λέξεις συμβαίνει ό,τι με τους μετανάστες. Όταν η πλειονότητα είναι ξένες, αυτές απορροφούν τις γηγενείς και όχι το αντίστροφο. Ας είναι καλά ο συμπλεγματικός πίθηκος που κρύβουμε μέσα μας και οι διαφημιστές μας βέβαια. Εδώ κατάφεραν το παλτό, λέξη λαϊκή και πλήρως προσαρμοσμένη στην κλίση της γλώσσας μας, με παράγωγα όπως παλτουδιά, παλτουδάκι χιλιοτραγουδισμένα, ώς και το παλτό λοιπόν να το ξε-κλίνουν, όπως ξέρει όποιος ξεφυλλίζει τα γυναικεία βλακοπεριοδικά. Το παλτό, του παλτό, τα παλτό λοιπόν. Λίαν προσεχώς και… paletot.

(Γνωρίζω φυσικά την τοποθέτηση της πλειοψηφικής ίσως μερίδας της τωρινής γλωσσολογίας μας: «Η γλώσσα εξελίσσεται», «η γλώσσα δεν κινδυνεύει», διότι «οι γλώσσες γενικώς δεν  κινδυνεύουν» παρά μόνο «αν χάσουν παντελώς τους ομιλητές τους» κ.τ.τ. Ωστόσο η εμμονή σε μια ακρισία, και η Ακαδημία Αθηνών, και το Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας να την υποστηρίζει, δεν την κάνει ολιγότερο άκριτη. Ασφαλώς και «εξελίσσεται» η γλώσσα. Και η πορεία προς την εξάλειψη, εξέλιξη είναι…)

Τα αρχιγράμματα που κοσμούν τη στήλη είναι του ζωγράφου Δημήτρη Γέρου.

 

Γλωσσικές νότες ι

[ Νύξεις για τα πάθη των λέξεων  ]

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

«Στὶς δέκα λέξεις μας οἱ πέντε εἶναι ξένες. Ὁλοταχῶς βαδίζουμε πρὸς μιὰν ἐσπεράντο παρὰ πέντε. Κανένας Ἡρώδης δὲν θὰ τολμοῦσε νὰ διατάξει τέτοια γενοκτονία, ὅπως αὐτὴ τοῦ τελικοῦ -ν· ἐκτὸς κι ἂν τοῦ ᾿λειπε ἡ ὀπτικὴ τοῦ ἤχου.

Μιὰ Φύση εὐκτική, ἀνώτερη καὶ τῆς Ἀττικῆς, ἐξαποστέλλει ρυακισμοὺς καὶ θροΐσματα στὸ Θριάσιο πεδίο τῶν ἀποξηραμένων μεταρρυθμιστῶν, ποὺ χάρη στὸν εὐφωνικὸ στραβισμό τους ἐκλαμβάνουν τὸν ἑαυτό τους γιὰ προοδευτικό. Ἀλλὰ στοὺς φθόγγους, ὅπως καὶ στὰ χρώματα, δὲν ὑπάρχει ἡ ἔννοια τῆς προόδου

(περισσότερα…)

Γλωσσικές νότες θ

[ Νύξεις για τα πάθη των λέξεων  ]

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

«Ξύλινη γλώσσα» αποκαλούσαμε έναν καιρό το άκαμπτο, συχνά και ακαταλαβίστικο ιδίωμα της αριστεράς, ένα ιδίωμα γεμάτο κλισέ και περισσή σπουδαιοφάνεια που πάσχιζε να κρύψει την ένδειά του σε ουσία και περιεχόμενο.

Ο όρος μού φαίνεται πια εντελώς ξεπερασμένος. Όχι επειδή τα αριστερά κόμματα έπαψαν να μιλούν ξύλινα, αλλά επειδή στο προσκήνιο έχει έρθει μια άλλη γλώσσα, τρισχειρότερη, που έτσι όπως καμώνεται την εκσυγχρονισμένη και την τεχνοκρατική θα την ονόμαζα γλώσσα λαμαρινένια, γλώσσα τσίγκινη. Και πράγματι ηχεί τόσο κούφια, όσο κάτω απ’ τις στάλες της βροχής οι τσίγκινες σκεπές σε κάτι παράγκες και χαμόσπιτα. (περισσότερα…)

Γλωσσικές νότες ζ

 

[ Νύξεις για τα πάθη των λέξεων  ]

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Όταν στα 1864 ο Johann Ludwig Fuchs ίδρυσε το πρώτο εργοστάσιό του στο Κολωνάκι, το πώς και σε ποια γλώσσα και με ποιο αλφάβητο θα επέγραφε το προϊόν του ήταν προφανές. Και ίδιος είχε άλλωστε εξελληνίσει τ’ όνομά του: Ιωάννης Φιξ. Ζύθος Φιξ, λοιπόν. (περισσότερα…)

Γλωσσικές νότες δ

[ Νύξεις για τα πάθη των λέξεων  ]

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Ξαναδιαβάζοντας συνηγορίες διάφορες υπέρ της αποδόσεως των έργων του Παπαδιαμάντη και των άλλων μας συγγραφέων της καθαρεύουσας στην καθομιλουμένη («ενδογλωσσικές μεταφράσεις» τις λένε τις απόπειρες αυτές οι ειδήμονες), επανέρχομαι στην παλιά μου διαπίστωση.

Σε μια άλλη χώρα, σε μια άλλη εποχή, μια άλλη περιρρέουσα ατμόσφαιρα, τέτοιες συζητήσεις περί απλουστεύσεως ίσως να ήταν χρήσιμες. Σε μας εδώ, διαιωνίζουν απλώς την απέθαντη λογική της ήσσονος προσπάθειας, τον λαϊκισμό της λούφας που αναπαράγει μαζικά η μεταπολιτευτική μας εκπαίδευση. Ανέκαθεν στα γλωσσικά, τα σκόντα που κάνουμε τα βρίσκουμε μπροστά μας μπαστούνια.

Ανεξαρτήτως προελεύσεως και προαιρέσεως λοιπόν, η διάγνωση ότι «οι νέοι δεν καταλαβαίνουν» δρα ως αυτοεκπληρούμενη προφητεία: καταπνίγει εν τη γενέσει της την επιθυμία τους να προσπαθήσουν και νομιμοποιεί προκαταβολικά την οκνηρία. Και φυσικά μόνο τη λογοτεχνία δεν προάγει.

Ας μην κοροϊδευόμαστε λοιπόν. Όποιος ισχυρίζεται ότι η ξενότητα της γλώσσας του Παπαδιαμάντη τού είναι πρόβλημα αξεπέραστο, όχι Παπαδιαμάντη, κανέναν απαιτητικό συγγραφέα δεν μπορεί να διαβάσει. Το «Στο Χριστό στο Κάστρο» λ.χ. είναι κείμενο πολύ βατότερο νοηματικά από το «Άξιον Εστί» λ.χ., ή τον «Δωδεκάλογο», ή τον «Πεθαμένο και την Ανάσταση». Να τα μεταφράσουμε κι αυτά;

Όποιος θεωρεί ότι αυτά τα κείμενα δεν αξίζουν τον (ολίγο) κόπο που του ζητείται να καταβάλει, και λιανά να του τα κάνουν πάλι δεν θα τα συλλάβει. Δεν τον αφορούν. Ας τα αφήσει λοιπόν στην ησυχία τους.

Και ας μην ανησυχεί διόλου ούτε για τον Παπαδιαμάντη ούτε για το μέλλον του. Τα έργα του, ως έχουν, τυπώνονται και ξανατυπώνονται, ανεβαίνουν στη σκηνή και γεμίζουν θέατρα, μοιράζονται από εφημερίδες. Οι «ενδογλωσσικές μεταφράσεις» του, αντίθετα, διαχρονικά, πάνε άπατες. Και δε θέλει ρώτημα το γιατί…

Τα αρχιγράμματα που κοσμούν τη στήλη είναι του ζωγράφου Δημήτρη Γέρου.

Γλωσσικές νότες γ

~.~

[ Νύξεις για τα πάθη των λέξεων  ]

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

 

Έως πρότινος, τα ορολογικά της προβλήματα η νέα ελληνική τα έλυνε καταφεύγοντας στη λόγια κληρονομιά της. Καθώς μέσω της καθαρεύουσας, η παρουσία της αρχαίας ήταν ιδιαίτερα έντονη στον δημόσιο λόγο, τα αποτελέσματα αυτής της προσπάθειας υπήρξαν συχνά αξιοθαύμαστα, σωστά επιτεύγματα εκφραστικής οικονομίας και δημιουργικής φαντασίας.

Από δύο ουσιαστικά ρίζες, του σμήνους και της πτέρυγας, η Πολεμική Αεροπορία έφτιαξε ένα πλήρες βαθμολόγιο με μονολεκτικούς, σχεδόν αποκλειστικά αεροπορικούς όρους εκεί όπου η αγγλική γλώσσα λ.χ. καταφεύγει σε περιφραστικές λύσεις, δάνειες από τον στρατό ξηράς. (περισσότερα…)

Γλωσσικές νότες β

 

[ Νύξεις για τα πάθη των λέξεων  ]

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

 

Βλέποντας κανείς τη νέα ελληνική ως αναβαθμό της σύνολης ελληνικής, παρατηρεί το εξής. Ενώ οι εκφραστικές δυνατότητές της –απόδειξη η ποίηση– διατηρούνται σε επίπεδο αξιοσημείωτα υψηλό, οι αναλυτικές της δυνατότητες παραμένουν ατροφικές ή υπανάπτυκτες επί αιώνες. Το κύριο παράδειγμα εδώ είναι η υστέρησή μας στον αφηρημένο στοχασμό, φιλοσοφικό ή επιστημονικό. Ενώ δεν υπάρχει σχεδόν περίοδος, όπως έλεγε ο Ελύτης, χωρίς σπουδαία ποίηση ελληνική (θα πρόσθετα και χωρίς αξιόλογη ιστοριογραφία – αφήγηση παρ’ ημίν σημαίνει πρωτίστως αφήγηση ιστορική), η ελληνική σκέψη λιμνάζει και αποψιλώνεται μετά τον Πλήθωνα και τους τελευταίους θεολόγους και ανθρωπιστές εκεί γύρω στην Άλωση.

Στον αφηρημένο λόγο και την αναλυτική σκέψη η νέα ελληνική γλώσσα ξεκινά από δομικά μειονεκτήματα διόλου ασήμαντα. Της λείπει λ.χ. το απαρέμφατο που ουδετεροποιεί την εκφορά και επιτρέπει και γραμματικοσυντακτικά την υπέρβαση του στενού προσωποκεντρισμού. Επίσης, σε σχέση με την αρχαία, λόγω της παγχρησίας του «σε», αυτής της πρόθεσης-πασπαρτού, έχει απολέσει την κρίσιμη διάκριση μεταξύ της εις τόπον κίνησης και της εν τόπω στάσης, άρα την επίγνωση της διαφοράς μεταξύ ρηματικής δράσης και αδράνειας.

(περισσότερα…)