Ελλάδα

Ιωάννης Π. Α. Ιωαννίδης, «O τόπος ερήμωσε, έγινε τοξικός»

Ιωανν

 

«Η επιστήμη και η τέχνη συνήθως δεν επικοινωνούν, είναι κάπως σαν φυλές πρωτόγονων που, αποκομμένες και ακοινώνητες, κατοικούν το ίδιο νησί. Η αδιαφορία αυτή δεν είναι ένα ήπιο laissez faire αμοιβαίας αποδοχής, αλλά άγνοια ή και άρνηση της ύπαρξης του άλλου, γιατί τις χωρίζει μια αδιάβατη ζούγκλα. Για παράδειγμα, τα μέτρα που προτείνανε κάποιοι επιστήμονες στη διάρκεια της πανδημίας έδειξαν ότι δεν τους καίγεται καρφί αν η τέχνη (και η ζωή μαζί της) εξαλειφθεί πλήρως.»

Πρόσωπο των ημερών με πλατιά διεθνή απήχηση, σημείο αναφοράς αλλά και αντιδικίας, πλάι στο ιατρικό ερευνητικό του έργο ο ΙΩΑΝΝΗΣ Π. Α. ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ έχει δημοσιεύσει από το 1989 έως σήμερα οχτώ λογοτεχνικά βιβλία. Με αφορμή το τελευταίο απ’ αυτά, μίλησε στο Νέο Πλανόδιον και τον Κώστα Κουτσουρέλη για τα μεγάλα θέματα της γραφής και της δράσης του: την ποίηση και την επιστήμη, την ανάπηρη ελευθερία του λόγου και την πάγια ανελευθερία της πολιτικής, τις κακοδαιμονίες του τόπου και την μεγάλη περιπέτεια της πανδημίας.

 

(περισσότερα…)

Ντίνος Σιώτης, Τενεκεδένια πατρίδα

 

ΤΕΝΕΚΕΔΕΝΙΑ ΠΑΤΡΙΔΑ

Χρόνια τους περιμέναμε τους εθνομάρτυρες
νά ’ρθουν βουτηγμένοι στη φωτιά, νά ’ρθουν
με βουητό που θα ακουγόταν ακόμη έως και

το απόγευμα, ήμασταν φιλήσυχοι κι ατάραχοι
με φουσκωμένα από δόκανα μυαλά και σπίρτα
που άναβαν μόνο με λησμονημένο αίμα, τους (περισσότερα…)

Ευαγγελία Τολιοπούλου, Ιστορία και Ποίηση: ο «Υπερίων» του Φρήντριχ Χαίλντερλιν και οι πηγές του

 

της ΕΥΑΓΓΕΛΙΑΣ ΤΟΛΙΟΠΟΥΛΟΥ

Ο «Υπερίων ή ο Ερημίτης στην Ελλάδα», το «ποιητικό» μυθιστόρημα του Friedrich Hölderlin, εκδόθηκε σε δύο μέρη, το 1797 και το 1799.[1] Συντίθεται από μια σειρά επιστολών που ο Υπερίων, ο ομώνυμος κεντρικός ήρωάς του, απευθύνει στον φίλο του Μπελλαρμίν, και στις οποίες αφηγείται την πορεία της ζωής του, από την εποχή της γεμάτης ελπίδες νιότης του, όταν μυείται στην λαμπρή πνευματική παράδοση της πατρίδας του, της Ελλάδας, από τον δάσκαλο Αδάμα, την δυνατή φιλία του με τον Αλαβάνδα και το όραμά του ενός καλύτερου κόσμου, την εμπειρία του τέλειου έρωτα με την «ωραία ψυχή» της Διοτίμας, που του αποκαλύπτει την ουσιαστική κοινότητα όλων των πραγμάτων και το ιδανικό μιας ζωής σε απόλυτη μέθεξη με την «θεϊκή Φύση», μέχρι το τραγικό τέλος και την απώλεια των πάντων. Επειδή, ουσιαστικά, ο Υπερίων αποτελεί το χρονικό της πλήρους αποτυχίας μιας ζωής, μιας πορείας προς την διάψευση, την απώλεια, την μοναξιά. Ο ήρωας αφήνεται να παρασυρθεί στον δρόμο της δράσης, του αγώνα και της βίας για την δημιουργία αυτού του νέου κόσμου που ονειρεύτηκε, και στην πορεία αυτή τα χάνει όλα: τις ελπίδες του για μια ελεύθερη πατρίδα, την φιλία, τον έρωτα. Βρίσκει όμως τον εαυτό του. Μόνος, αφήνει τον τόπο του και ταξιδεύει, γνωρίζει τον καινούριο κόσμο της αστικής «προόδου» και τον απορρίπτει, για να επιστρέψει τελικά και να ζήσει ως ερημίτης, ως ποιητής, στην αγκαλιά της Φύσης. Γράφοντας από την προοπτική της ολοκληρωμένης πλέον πορείας των γεγονότων, ο επιστολογράφος-πρωταγωνιστής του μυθιστορήματος δεν περιορίζεται να περιγράψει τα στάδια αυτής της εξέλιξης προς το χρονικό σημείο του παρόντος και την σταδιακή «αποκρυστάλλωση», μέσω της εμπειρίας, του νέου, τωρινού εαυτού. Διηγούμενος αναδρομικά τα συμβάντα, στοχάζεται πάνω σ’ αυτά, και αναστοχαζόμενος το βιωμένο, το πραγματικό, το υπερβαίνει στο τέλος, για να υψωθεί σ’ ένα ανώτερο επίπεδο ύπαρξης, συνείδησης και ζωής, σ’ ένα Ιδεώδες. Όχι τυχαία θεωρείται ο Υπερίων το μυθιστόρημα του Γερμανικού Ιδεαλισμού. (περισσότερα…)

Λάμπρος Λαρέλης, Κόμμα ελληνικό

mpost

 

 

 

 

 

 

 

 

~.~

 

ΚΟΜΜΑ ΕΛΛΗΝΙΚΟ

Τώρα που θα φύγω και θα πάω στα ξένα,
δέντρο που ξερίζωσαν του καιρού οι ανέμοι,
άφησέ με νά ’χω κάτι κι από σένα,
παρδαλή πατρίδα εξαχρειωμένη,
άφησε μαζί μου σουβενίρ να πάρω
για όσες πίκρες μού ’δωσες, κάθε σου χτικιό,
σουβενίρ της λέρας, της βλακείας καπάρο,
μόνο λίγο κόμμα, κόμμα ελληνικό.

Κόμμα αναστημένο μες στα βουρκονέρια,
κόμμα βουτηγμένο στην ψευτιά, στη φτήνια,
κόμμα ταϊσμένο με λογής ξεφτέρια,
κόμμα που σημαία το ’χουν τα σαΐνια,
γαλανό και πράσινο κι ερυθρό κοπάδι
που όλο ατσιδοσύνη ζέχνει κι εμετό,
κόμμα που την κάλπη του έστησε στον Άδη
κι ο Αρχηγός του ανέτειλε απ’ τον οχετό.

Κόμμα που όλα γύρω τα ’χει κάνει στάχτη,
που όσα όρθια στέκαν τά ’χει όλα γκρεμίσει,
τ’ άγια που έχει θάψει μέσα στην απάτη
κι έχει όλα τα τίμια στην κοπριά κυλήσει
από την Ακρόπολη ώς το Εικοσιένα,
που έχει κάνει σούργελο κάθε προκοπή,
κόμμα που ένα κόμισε δώρο στον καθένα:
αναγούλα κι όνειδος, πόζα και πομπή.

Το έμβλημά σου, κόμμα μου, πάνω στο ψυγείο
να κολλήσω θέλω, άθλιο θυμητάρι,
κι όταν θα σε βλέπω, μ’ ένα γέλιο κρύο
να χλευάζω ολόκαρδα την αισχρή σου χάρη.
Η δική σου η θέα να με αηδιάζει
κι όσο κι αν πεινάσω, όσο κι αν διψώ,
μια ματιά στην όψη σου λες θα με προστάζει
πίσω στην Ελλάδα να μην ξαναρθώ.

Κι αν το ριζικό μου –κωμικό το μαύρο–
άθελά μου κάποτε με γυρίσει πίσω,
τη στερνή μου εκδίκηση μέσα σου εγώ θά ’βρω
όλη αυτή τη βρώμα σου, κόμμα, αν αυγατίσω.
Μες στον σκουπιδώνα σου μόνο να πεθάνω,
τίποτα δεν ξέρω πιο λυτρωτικό,
να σαπίσω σύγκορμος στη σαπίλα επάνω,
κόμμα άθλιο πτώμα, πτώμα ελληνικό.

ΛΑΜΠΡΟΣ ΛΑΡΕΛΗΣ

 

 

Γράμμα από την Πρέβεζα

φωτο ανοσια αγελης

 

Ανοσία Αγέλης

Πρέβεζα, 30/03/2020

Σε μοναχικούς περιπάτους, βλέπεις ανθρώπους ανήμπορους να συμφιλιωθούν με τη στιγμιαία μοναξιά τους. Αντί λόγου χάρη να σταθούν να ατενίσουν τη θάλασσα στήνοντας αυτί στο μέσα κυματισμό τους, τρέχουν να πάρουν κάποιο τηλέφωνο ή να σερφάρουν στα ρηχά του διαδικτύου. Σπάνε με κάθε τρόπο τη σιωπή που αφήνει να ακουστεί ο ψίθυρος του εαυτού τους. Σε καιρούς κοινωνικής αποστασιοποίησης, η μεγαλύτερη απόσταση που έχει κανείς να διανύσει είναι η συνάντηση με τον ίδιο του τον εαυτό και αυτό απαιτεί κότσια. Όσο επικρατεί η τρέχουσα κοινωνική ζωή, ο οφθαλμός επιπολάζει στους άλλους, και αποστρέφει το βλέμμα από εμάς τους ίδιους, οπότε αποφεύγεται μία κατ’ αντιμωλίαν εξέταση με τη συνείδησή μας. Η καραντίνα προκαλεί υποτροπή μίας καραμπινάτης δυσανεξίας στον εαυτό, για αυτό και όλοι εκφράζουν εναγωνίως το πόσο στερούνται αγαπημένα πρόσωπα ή κοινωνικές τους συναναστροφές. Ο έγκλειστος εαυτός, έχοντας στερηθεί βαθμούς ελευθερίας, υπάρχει φόβος πως δε θα χαριστεί τώρα που μας βρίσκει αφύλακτους. Για αυτό φαίνεται πως μας χρειάζεται μία ανοσία τύπου αγέλης μέσω κοινωνικού συγχρωτισμού, ώστε να περάσουμε στο πόδι τη ζωή και τις ιοβόλες σκέψεις μας.

ΘΩΜΑΣ ΙΩΑΝΝΟΥ

Κώστας Κουτσουρέλης, Έλληνες και Γερμανοί

 

ell-ger

 

Σχόλια σε μια δύσκολη σχέση

ΣΥΝΗΘΙΖΟΥΜΕ ΟΤΑΝ ΜΙΛΑΜΕ για στερεότυπα, να εκλαμβάνουμε τη λέξη αποκλειστικά στην κακόσημη, την αρνητική έννοιά της. Έτσι, στερεότυπο αποκαλούμε τον λόγο τον φτωχό, τον αδιαφοροποίητο, τον μηχανικό και γι’ αυτό ευάλωτο στην προκατάληψη και την μεροληψία. Αντιθέτως, ο λόγος κατά των στερεοτύπων διεκδικεί για τον εαυτό του τα εύσημα του πλούσιου περιεχομένου και της διακριτικής ευαισθησίας, θέλει να ταυτίζεται με τον λόγο τον κριτικό κατ’ εξοχήν. (περισσότερα…)