Δώρος Γεωργίου

Δώρος Γεωργίου, Τρία Ποιήματα

 

Συνθήκη Οικογενειακή

Έδενα τα προαγορασμένα μου παπούτσια
και με γρυπή τη στάση βαττάριζα
σαν τους ναύτες, που μπορεί να γύρισαν
τον κόσμο όλο, μα το έκαναν ναυλοχώντας.
Ομογάστριοι δεν ήμασταν,
είχαμε όμως τον ίδιο ακράτητο πατέρα.
Τα μάτια της ήτανε αμυγδαλωτά,
εμβλήματα δισχιδή που ευωδίαζαν μια καταλαλιά,
σα να συνέβαινε πάντα κάτι.
Στο ημίφωτος στεκόμασταν ζαβά
σε γόνδολα μου φαινόταν βενετσιάνικη
με ηβικό τον ενθουσιασμό μα με μαβή τη διάθεση.
Με τον Φροστ διαρρηγνυόμασταν συνεχώς
ώσπου ήρθε τελικώς απ’ το διάδημα η γνωμάτευση,
«Ο έρωτας σε νησσοτροφείο απαγορεύεται αυστηρώς!»

~.~

Με το πλατύ του ξίφους

Μια παχιά αγελάδα, δαμάλα,
με μια βερβερίτσα να τρέχει στους ώμους της,
έβοσκε πλάι σ’ ένα προτείχισμα.
Με αριστοτελική ενδελέχεια
εκδήλωνε μια πανοραμική θέρμη
κι ένα πηκτό χαριτόβρυτο βούισμα.
Τα βυζιά της εκβάλλονταν σαν του πετεινού
το λειρί, μαρσιποφόρα και καταφύγιο
για όσους από τους μεταπράτες ήτανε στρυφνοί. .
Άμωμο κι ακρυστάλλωτο το γάλα της,
σα να ’βγαινε φρέσκο από γυψωρυχείο,
βανάδιο για τους διαβητικούς και για όλων
των δεδουλευμένων τους απαιτητικούς.
Όντας καλατζής με βαθμό και πηλήκιο,
φύλαγα λίγο για μετά διότι ήξερα πολύ καλά
πως στο άνετο μου το σκήνωμα,
σαν το κρασί το ραζακί θα το ’πινα μονομιάς
και θα κελάρυζα με τσέβδισμα ροχαλίζοντας τα εξής,
«Πο πο πόσο ωρ ωρ ωραία είναι τα τα τα όνειρα,
τι τι τι άσχημη που που που ‘ναι η ζωή!»

~.~

Με το τσίνουρο στο μάτι

Συννέφιασε βρε πουτάνα γη.
Έναν γίγαντα θα πλέρωνα
να ενθυλάκωνε τον ήλιο σου.
Αν και χαμίνι εγώ μ’ αυτά,
θυσίες πολλές θα έκανα
να υπερκάλυπτα όλα του τα θαφτικά.
Μα στα βιβλία οι γίγαντες παραπατούν
απ’ τα πόδα στα από ’κεί
αερομάντηδες όντας πολύ ψηλοί
μα και συνάμα αψίκοροι και υπερόπτες,
μαγκλαράδες απ’ τη γηθοσύνη την πολλή.
Έτσι στολισμένοι και κροσσωτοί
μ’ ορυμαγδό θα πατίκωναν ολόκληρη τη γη
κι ο παλαβός ο ήλιος πάλι να ξεπροβάλλει,
βεκίλης δραπέτης του υποκόσμου,
να μας καθαγνίσει διατηρώντας μας σε σαλαμούρα,
ξομπλιάζοντας ο αλητάμπουρας.

Πάντα το άσπρο θα διάλεγε
σ΄ ένα σύμπαν νταμωτό.
Πάντοτε με μαύρο θα πληρώναμε
των ματιών μας τα διαπύλια.

ΔΩΡΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ

 

 

Δώρος Γεωργίου, Επτά ποιήματα

Ακούγοντας Μάλερ και παίζοντας τάβλι

Μην βιαστείτε να γράψετε
για τους μεγάλους πολέμους.
Αναφερθείτε πρώτα στους μικρούς.

Το χέρι που γράφει κομψότερα,
νικάει αυτό που ορνιθοσκαλίζει.
(περισσότερα…)