δοκίμιο

Η διαλεκτική του «ίδιου» και του «άλλου» στο έργο του Γιάννη Κιουρτσάκη

Μια περιδιάβαση στο σύνολο του έργου του με αφορμή την παρουσίαση του πρόσφατου βιβλίου του Το θαύμα και η τραγωδία: Το Εικοσιένα από τον κόσμο του Ομήρου στην παγκόσμια επαρχία, Πατάκης, 2020, στα Χανιά, στον Αίθριο Χώρο του Θεάτρου Κυδωνία, στις 12. 7. 2021.

της ΛΙΛΑΣ ΤΡΟΥΛΙΝΟΥ

Βιογραφικά στοιχεία

Ο Γιάννης Κιουρτσάκης γεννήθηκε το 1941 στην Αθήνα. Έχει καταγωγή από τα Χανιά από την μεριά του πατέρα του. Ο παππούς του Χαρίδημος ήταν ελληνοδιδάσκαλος και ψάλτης στην Παναγία Τριμάρτυρη, τον καθεδρικό ναό της πόλης των Χανίων. Σπούδασε νομικά στο Παρίσι. Το 1986 τιμήθηκε με το Β΄ Κρατικό Βραβείο Δοκιμίου για το έργο του Καρναβάλι και Καραγκιόζης. Το 1996 με το Βραβείο Μυθιστορήματος του περιοδικού «Διαβάζω» για το αυτοβιογραφικό του πεζογράφημα Σαν μυθιστόρημα, πρώτο μέρος της τριλογίας του με τον γενικό τίτλο “Το ίδιο και το άλλο”. Το 2010 απέσπασε Βραβείο Δοκιμίου από το περιοδικό “Διαβάζω” με το βιβλίο του Ένας χωρικός στη Νέα Υόρκη.

Το πλούσιο έργο του – Γράφοντας το ίδιο με διαφορετικό τρόπο

Το έργο του πλούσιο, ερευνητικό, δοκιμιακό και λογοτεχνικό, αριθμεί μέχρι σήμερα 15 βιβλία, πέρα από τις συμμετοχές σε συλλογικά έργα και τις μεταφράσεις, όμως όλα μαζί μπορούν να ιδωθούν ως ένα ενιαίο, πολυδιάστατο βιβλίο σε εξέλιξη, που γράφεται διαρκώς από την αρχή, ενσωματώνοντας νέα στοιχεία, επαναδιατυπώνοντας προβληματισμούς, αποδομώντας τα παλιά υλικά και ανασυνθέτοντάς τα σε μια νέα μορφή, συνεχίζοντας τον ίδιο δρόμο με διαφορετικό τρόπο, ερευνώντας με τις αισθήσεις και με τη νόηση τις περιπέτειες του βίου και του κόσμου.

Το ασκητικό ιδανικό: από τον καταναγκασμό της κοινωνίας στην στοχαστική απομόνωση

Ο Γιάννης Κιουρτσάκης έχει αφιερώσει με πάθος και αυταπάρνηση όλη του τη ζωή στη μελέτη και τη συγγραφή. Ποια όμως είναι η ζωή ενός παθιασμένου ερευνητή και συγγραφέα; Είναι το είδος του βίου που διαπνέεται από το «ασκητικό ιδανικό», όπως το όρισε ο Νίτσε, τον αναχωρητισμό, θα λέγαμε σήμερα, και προϋποθέτει έναν συνεχή αγώνα για τη διασφάλιση «περισσότερο ευνοϊκών όρων για μια υψηλότερη πνευματικότητα»; Και πώς κερδίζεται αυτή η «ελευθερία από κάθε καταναγκασμό, ενόχληση, θόρυβο, υποθέσεις, καθήκοντα, φροντίδες;»[1] Ο Νίτσε μας λέει πως το τίμημα αυτής της ελευθερίας είναι ο υποβιβασμός της ζωής σε στοχαστική απομόνωση, σε αβάστακτη μοναξιά, στέρηση των συγκινήσεων και των χαρών του αληθινού βιώματος, αυστηρή εγκράτεια, μια έρημος όπου αποσύρεται ένα δυνατό πνεύμα για να αναλωθεί στον σολιψιστικό του μονόλογο.

Το πέρασμα από το προσωπικό στο συλλογικό υποκείμενο

Όμως, ο “ασκητισμός” δεν είναι καθόλου το ιδανικό του Κιουρτσάκη. Ο συγγραφέας μας αναγνωρίζει πως αν και από πολύ νωρίς παρέμεινε στο περιθώριο της ενεργού κοινωνικής ζωής, αν και ήταν αποκομμένος από κάθε συλλογική δράση, και είχε «τη γεύση της εξορίας μέσα στο στόμα»[2] όπου και να πήγαινε, ωστόσο κάθε του σκέψη, στοχασμός, αναζήτηση καθοδηγούνταν από τη λαχτάρα του να συναντήσει το συλλογικό, να συναντήσει αυτό το Εμείς που όλο μας ξεφεύγει· να ανακαλύψει τον κόσμο ψάχνοντας τον Άλλο μέσα στον εσώτερο εαυτό του, να αναζητήσει μέσα στο Ίδιο όλες τις κρυμμένες μορφές της ετερότητας, μέσα στο Εγώ το Εμείς, που περικλείει εντός του τις ποικίλες όψεις του κόσμου. Και αν ο προορισμός του ήταν η συγγραφή, αν «το γράψιμο είχε γίνει η βαθύτερη, αληθινή ζωή του», αν αυτή ήταν «η μόνη πράξη που είχε νόημα»[3], αυτό κατέστη δυνατό ακριβώς μέσω της ιδιότυπης σχέσης που εγκαθίδρυσε ανάμεσα στον εαυτό και τον κόσμο, που είχε θρέψει τις ιδέες του, ενσωματώνοντας μια πολυφωνική συλλογικότητα στη δική του φωνή. Με αυτή του στάση κατάφερε να περάσει από το προσωπικό υποκείμενο (το Εγώ) σε ένα απρόσωπο και συλλογικό υποκείμενο (το Εμείς), δικαιώνοντας τον βιωμένο από εμάς κόσμο ως την αληθινή ζωή.

Η διαλεκτική σχέση ανάμεσα στο “Ίδιο” και το “Άλλο”

Η διαλεκτική αυτή σχέση ανάμεσα στο Εγώ και το Εμείς, “το Ίδιο και το Άλλο”, που τείνει να άρει την αντιπαλότητά τους σε μία ενότητα που τα περιέχει, υποδηλώνεται άλλωστε στον εμβληματικό τίτλο της μυθιστορηματικής τριλογίας του, εντάσσοντας το εγχείρημά του στο ζωντανό εργαστήρι της ευρωπαϊκής σκέψης και του φιλοσοφικού λόγου όπου αυτοί οι όροι έχουν ιδεογραφηθεί, συσχετισθεί και αναλυθεί ποικιλοτρόπως τους τρεις τελευταίους αιώνες (ως σχέση Υποκειμένου και Αντικειμένου, Σκέψης και Είναι, Συνείδησης και Ιστορίας, Θεωρίας και Πράξης, Συνείδησης και Ασυνείδητης Επιθυμίας, Λόγου και Εξουσίας, Ταυτότητας και Διαφοράς κλπ.).

Λογοτεχνικός και δοκιμιακός λόγος

Στη δουλειά του Κιουρτσάκη θα μπορούσαμε να διακρίνουμε δύο κατευθύνσεις, δύο διαφορετικούς τρόπους προσέγγισης και επεξεργασίας του αντικειμένου του, δύο μεθοδολογικές γραμμές, που χωρίζουν το έργο του σε δύο κατηγορίες: Στην πρώτη θα κατατάσσαμε το λογοτεχνικό του έργο, στη δεύτερη το δοκιμιακό. Όμως η διάκριση είναι μάλλον τεχνική: Το λογοτεχνικό του έργο είναι βαθιά στοχαστικό, ενώ το δοκιμιακό ακολουθεί τους τρόπους της λογοτεχνίας. (περισσότερα…)

Νίκος Σγουρομάλλης, Αναπαριστώντας το ανεικόνιστο

Αναπαριστώντας το ανεικόνιστο: εμπόδια και δυνατότητες εκφοράς ενός λόγου για τον θάνατο

του ΝΙΚΟΥ ΣΓΟΥΡΟΜΑΛΛΗ

~.~

Ο θάνατος, όμως, είναι χαρά;
Μαργαρίτα Καραπάνου, Rien ne va plus

Η τέχνη δεν μου άρεσε καθόλου. Ξέρεις πως εμείς οι Συριανοί δεν αγαπούμε πολλά ανακατώματα με τους αποθαμένους και το βράδυ αλλογυρίζομεν για να μην περάσωμεν απ’ εμπρός από νεκροταφείο. Τες σαβανώτρες και τους νεκροθάπτες τους φέρνουμε όλους απ’ έξω, από τη Μύκονο ή τη Σαντορίνη, γιατί παρά να μαλάζη νεκροκρέββατα και κουφάρια θα προτιμούσε και ο πιο ξεπεσμένος Συριανός να μαζεύη καβαλλία. Εφοβόμουν μη με σιχαθή και η γυναίκα μου. […] Τον πρώτο καιρό υπέφερα πολύ. Σκάπτοντας τη μαύρη εκείνη γη του νεκροταφείου, τη γεμάτη κόκκαλα και σάπια σανίδια, δεν μπορούσα να μη θυμηθώ το κόκκινο κοτέτζι, τα γουρούνια και τ’ άλλα που ήτανε όλα δικά μου. Από νοικοκύρης, νεκροθάπτης. Άσχημη αλλαξιά![1]

~.~

(περισσότερα…)

Νατάσα Κεσμέτη, ΑνθρωπόκΕνος;

Ἀνθρωπόκενος ;

της ΝΑΤΑΣΑΣ ΚΕΣΜΕΤΗ

Σέ μιάν ἀπό τίς παραστατικά εὐφραδεῖς ἀφηγήσεις τοῦ Χρήστου Μποκόρου πού δημοσιεύθηκαν στό Νέο Πλανόδιον (προδημοσιεύσεις τοῦ βιβλίου του «eμερολόγιο ΙΙ», ἀκούει κανείς ἕναν παλιό καλό δάσκαλο, τόν θεῖο τοῦ καλλιτέχνη, νά ὁδηγεῖ τήν προσοχή τῶν μικρῶν μαθητῶν του ἀπό τό ἐλάχιστο καί συγκεκριμένο στό μέγιστο, ἕως καί ἀφηρημένο: ἀπό ἕνα ἀπομεινάρι, στό μωσαϊκό τῆς τάξης, σβησμένου σπίρτου στην συνεργατική ἀλληλεξάρτηση πουλιῶν καί δέντρων ­– κι ἀκόμη παρά πέρα…

Συναρπάζοντας τά παιδιά μέ τό γοητευτικό ξεδίπλωμα τῆς ἀφήγησής του, κατ’ οὐσίαν ὁ χαρισματικός δάσκαλος λέει πώς τίποτα δέν εἶναι τυχαῖο καί, κυρίως, πώς τίποτα δέν εἶναι ἀσήμαντο. Τά περιστέρια πού τσιμπολογοῦσαν στήν σχολική τους αὐλή ἔφεραν στόν νοῦ μου ἕνα ἄλλο μικρό φτερωτό, μιᾶς ποιήτριας πού ἔσκυβε εὐλαβικά πάνω στά «ἀσήμαντα»:

Κι ἔχω δεῖ
τήν αὐγή,
τόν κορυδαλλό
ν’ ἀναπηδᾶ ἀπό τό ψηλό χορτάρι
καί στόν ρόδινο ἀέρα –
τά φτερά του,
πού οὔτε πλατιά εἶναι
οὔτε πολύ δυνατά
 
νά φτερακίζουν –
 
μέ τόν θώρακα
σέ πάλη κι ἀναλαμπή
μονάχα γιά νά πάρει ὕψος –
 
καί τό τραγούδι
στό μεταξύ
νά πετιέται
ἀπό λαρύγγι κόκκινο.
Κι ὕστερα κατεβαίνει,
κι εἶναι λυπημένος.
Τό κεφαλάκι κρέμεται
ἡ ἀνάσα κομμένη
 
γιά λίγα λεπτά
ἀνάμεσα στά λυγισμένα
χόρτα τριζάτα καί ξερά,
ὅπου τήν περισσότερη ζωή περνᾶ,
 
κι ὕστερα κάτι πάλι τόν καλεῖ ψηλά
καί πάνω ἀνεβαίνει
οἱ ὦμοι του δουλεύουν,
τό σῶμα του ὅλο καταπέφτει
 
ὥς τίς ἄκριες πλέοντας τοῦ κόσμου.
Εἴμαστε συμβιβασμένοι, λέω,
μέ τό ὑπερβολικά πολύ.
Καλύτερα ὅπως τοῦτος, ἕνα πουλί –
 
Κόσμημα τοῦ αἰώνιου.
Ὅταν κατέβηκε στοῦ χόρτου τή φωλιά
«Τή μέρα ξόδεψε, μά σῶσε τήν ψυχή»,
Τόν ἄκουσα νά λέει μιά φορά.

Ἀπό τήν ἀναπαράσταση τοῦ λόγου τοῦ δασκάλου στήν γραφή τοῦ Χ. Μποκόρου γίνεται φανερό πώς ὁ σπόρος ἐκείνης τῆς ἱστορίας ρίζωσε γιά καλά στήν καρδιά τοῦ καλλιτέχνη. Σ’ ἐμένα πάλι προκλήθηκαν κάποιες σκέψεις καί ἐρωτήματα ὅπως τά ἀκόλουθα:

Σήμερα μπορεῖς νά διαβάσεις σοβαρές ἀναλύσεις καί ἐξαιρετικοῦ ἐνδιαφέροντος δοκίμια γιά τήν κατάσταση τοῦ κόσμου, ὅπως καί γι’ αὐτήν τῆς πατρίδας μας 200 χρόνια μετά τό πολύπαθο καί ἀπελευθερωτικό 1821. Γιατί ὅμως μιά διήγηση πού ἀπευθύνεται σέ παιδιά, πολλά χρόνια πρίν, ἔχει τήν χάρη νά μᾶς συγκινεῖ;

Ἡ πρώτη ἀπάντηση ἔχει νά κάνει μέ τήν διάκριση: ἄλλο ἡ διανοητική ἱκανοποίηση καί τό γνωσιακό ἅπλωμα τοῦ στοχασμοῦ ἐξ αἰτίας τῆς ἀνάλυσης καί σύνδεσης παραγόντων πού, καθώς ἐκτίθενται, κεντρίζουν τόν δικό μας ἀναστοχασμό, καί ἄλλο ἡ συγκίνηση.

Γιατί ἐπίσης ἡ φωτογραφία τοῦ παρατημένου καί παραδομένου στή σκουριά του φορτηγοῦ, ὅπως καί αὐτή τοῦ κάρου, φορτωμένου ξερά χόρτα σ’ ἕναν χωματόδρομο κάποτε προπολεμικά, κινεῖ ἀκόμα καί τά δάκρυα;

Μᾶς τροφοδοτεῖ ἀκόμα ἡ γῆ πού ἐγκαταλείφθηκε; Νομίζω πώς αὐτό ἀποκαλύπτουν οἱ σελίδες ἀπό τό e-μερολόγιο ΙΙ τοῦ Χ. Μποκόρου. Μ’ ἄλλα λόγια, συμβαίνει ἕνα παράδοξο: ἄν καί ἔχουμε πάψει πρό πολλοῦ νά εἴμαστε ἀγροτική χώρα, τά χωράφια, ἄκαρπα πλέον καί ἀκαλλιέργητα …μᾶς καλλιεργοῦν. Ἔτσι παραμένουν παρόντα καί μᾶς θρέφουν. Μοιάζει νά ἀντιστράφηκαν οἱ ὅροι, ἀλλά κατ’ οὐσίαν παραμένουν οἱ ἴδιοι: ἡ γῆ καί ὁ ἄνθρωπος.

Θά μπορούσαμε ἴσως νά μιλήσουμε γιά Καλλιτεχνία τῆς Ὑπαίθρου στήν ρίζα τῆς ἔμπνευσης τοῦ καλλιτέχνη; Θά μπορούσαμε, ἀκόμα περισσότερο, νά ἰχνηλατήσουμε στήν σκληρή παιδαγωγία τῆς ἀγροτικῆς ζωῆς τήν ἐξ ἀρχῆς προίκα τῆς πειθαρχίας τῶν μελλοντικῶν ἔργων του; Πόσες ποιότητες ἀφέθηκαν στίς ἄκριες τῶν ἀγρῶν, τῶν περιβολιῶν, στίς ἄκριες τῶν κοινοτήτων; Μποροῦμε νά διακρίνουμε, ἀνάμεσα στό πλῆθος τῶν συνέργων, τῶν μικροπραγμάτων πού ἀκόμα δέν χωνεύτηκαν ἐντελῶς στό χῶμα, τήν ὀξεία παρατηρητικότητα, τό μυστήριο τοῦ ἁπτοῦ, τήν ἀμηχανία μπροστά στό αἰφνιδιαστικά οἰκεῖο τοῦ ὁρατοῦ, τήν διεύρυνση τοῦ νοῦ καί τῆς καρδιᾶς ὥς τήν στοχαστικότητα –αὐτή πού στούς προπάτορες ἐκφραζόταν ὡς θυμοσοφία;

Καμιά ἀνοησία ὡραιοποίησης δέν ἔχει θέση ἐδῶ. Ἀλλά τό αἴνιγμα παραμένει ὅπως καί τό ἐρώτημα:

Πόθεν ἡ συγκίνηση πού προκαλοῦν αὐτές οἱ ἀφηγήσεις;

Πιθανόν ὁ λόγος δ έ ν βρίσκεται στήν μεταποίηση ἤ μεταμόρφωση μιᾶς αὐτογενοῦς καλλιτεχνίας σέ μιάν ἔντεχνη ἄλλη, γιατί τότε ὑπάρχει μιά αὐξητική προσθήκη, αὐτή πού πραγματώνει ὁ καλλιτέχνης. Ὄχι, δέν μιλάω γι αὐτό· ἀλλά γιά τό τετελεσμένο μιᾶς ἀνεπίστροφης ἔλλειψης. Μιλάω γιά τήν ἔλλειψη τοῦ μέτρου στήν ζωή μας. Ὅσα γράφει ὅμως ὁ Χ. Μποκόρος ἀνακαλοῦν ἕνα αἴσθημα ἀσφάλειας, αἴσθημα πού γεννᾶ ἡ ἀπουσία τῆς ὑπερβολῆς, τοῦ κορεσμοῦ καί τοῦ ὑπερκορεσμοῦ. Κι ἀκόμα περισσότερο, στίς ἀφηγήσεις του ἐμφαίνεται ὁ ρυθμός. Ἕνας ρυθμός οἰκεῖος καί μαζί ἀναποκάλυπτος. Τοῦτο ὅμως ἐπιτείνει τήν ἀντίθεση πρός τό ἄγνωστο πού ἐγκυμονεῖ ὁ σημερινός καιρός. Τό ἐγκυμονεῖ ἤ βρίσκεται ἤδη ἐδῶ καί παντοῦ; Ὁπωσδήποτε εἶναι κάτι πού δέν κατανοοῦμε. Ἡ μή κατανόηση μᾶς συμπιέζει ἀνάμεσα στήν νωθρότητα καί τό πυρετῶδες τῆς ἄγνοιας. Καί ἡ ἔλλειψη χώνει τά νύχια της στήν ψυχή μας.

Ἀνησυχώντας πώς ἡ γλώσσα μου δέν εἶναι ἁπλή, ἐνῶ αὐτό πού μέ ἀπασχολεῖ εἶναι ἡ ἁπλότητα, θά προσπαθήσω νά ἀναδιατυπώσω τήν σκέψη μου:

Ὅσα γράφει ὁ ζωγράφος, καί ἀποτυπώνουν οἱ φωτογραφίες πού παραθέτει, εἶναι λυρικές πτήσεις. Ξεφεύγουν ἀπό τά ὅρια τῶν λέξεων καί τῶν εἰκόνων.

Οὔτε ἡ παραπάνω εἶναι ἐπαρκής ἐξήγηση στό «γιατί ἡ συγκίνηση;». Προκαλεῖ ὅμως νέα ἐρωτήματα:

Κλαίει βουβά μέσα μας ὁ ἀγρότης ἤ εὐρύτερα ὁ «Ὑπαίθριος Ἄνθρωπος» πού δέν θά συναντήσουμε ποτέ ξανά; Ἤ ἐπιμένει ἕνα πένθος πού δέν προλάβαμε νά πενθήσουμε; Τό πένθος τοῦ λώρου μέ τή γῆ πού κόπηκε; Ἄν πρόκειται γιά τό δεύτερο, τότε οἱ ἀφηγήσεις μᾶς συγκινοῦν γιατί ἀνεβάζουν σέ πρῶτο πλάνο, μέ ἕνα ζούμ, ὅσα λείπουν, ὅπως: τόν ρυθμό, τό μέτρο, τήν χαρά τῶν ἀναμονῶν καί τῶν αἰφνίδιων μεταβολῶν. Μ’ ἕναν λόγο τήν καλλιέργια ἑνός ἤθους ὑπομονῆς καί ἐμπιστοσύνης. Γι’ αὐτά, καί πολύ περισσότερα, δέν μίλησε ὁ Χάμσουν στήν «Εὐλογία τῆς Γῆς» -πού δέν ἐξαντλεῖται στό χώμα, ἀλλά ἀνοίγεται στήν διαφάνεια τοῦ κόσμου;

Στό μεταξύ, τό ἄγνωστο ἐρχόμενο σπέρνει διαρκῶς νέες ὑποψίες πώς οὔτε μᾶς θέλει, οὔτε… μᾶς χρειάζεται, καλύπτοντας ἔτσι τήν ζωή μας μέ πηχτή ἀδιαφάνεια.

Ἀλλά ἄν αὐτή ἡ περίοδος, πού ἔχει ἤδη ξεκινήσει, εὔστοχα ὀνομάζεται ἀνθρωπόκαινος, θέλοντας νά καταδείξει τήν εἰσβολή τοῦ ἀνθρώπου στούς ρυθμούς καί τήν τάξη τῆς φύσης, τότε ὅ,τι συνεισφέρει στό νά μή μεταβληθεῖ σέ ἀνθρωπόκενο μᾶς εἶναι οὐσιῶδες, φιλάνθρωπο, βιόφιλο, καί πολύτιμο.

Ἄραγε γι’ αὐτό πλῆθος λαμπηδόνες ἀνάβουν στά ὑλικά τοῦ Χρ. Μποκόρου;

Μιλώντας γιά πτήσεις τοῦ καλλιτέχνη, τίς ὁποῖες ὀνόμασα λυρικές, ἕνα ἄλλο λιτό ποίημα τῆς ἴδιας Ἀμερικανίδας ποιήτριας, θαρρῶ πώς ταιριάζει ὡς ἐπιμύθιο ἐδῶ:

Τόν εἴδατε, περιπλέοντα, ὅλη νύχτα, πάνω στόν μαῦρο ποταμό;
Τόν εἴδατε στό πρωϊνό, νά ὑψώνεται μέσα στόν ἀσημένιο ἀέρα-
Μιά ἀγκαλιά λευκά μπουμπούκια,
Μιά τέλεια συγκίνηση μεταξιοῦ καί λινοῦ, καθώς ἔκλινε
στή δουλεία τῶν φτερῶν του· χιονισμένη ἀκτή, ἀκτή κρίνων,
Τσιμπώντας μέ τό μαῦρο του ράμφος τόν ἀέρα;
Τόν ἀκούσατε, κυματίζοντας καί σφυρίζοντας
Μιά στριγγή σκοτεινή μουσική – σάν τήν βροχή πού ἐκτοξεύεται στά δέντρα, – σάν καταρράκτης
Χαράζοντας τίς μαῦρες πλαγιές τῶν βράχων;
Καί, τελικά, τόν εἴδατε, ἀκριβῶς κάτω ἀπ’ τά σύννεφα –
Ἕνας λευκός σταυρός Ρέοντας στό μῆκος τοῦ οὐρανοῦ, τά πόδια του
Σάν μαῦρα φύλλα, οἱ φτεροῦγες του Σάν τό ἁπλωμένο φῶς τοῦ ποταμοῦ;
Καί τό νιώσατε, στήν καρδιά σας, πῶς ἀνῆκε σέ ὅλα;
Κι ἀκόμα ἀνακαλύψατε ἐπιτέλους πρός τί ἡ ὀμορφιά;
Κι ἀλλάξατε ζωή;

ΝΑΤΑΣΑ ΚΕΣΜΕΤΗ


Σ Η Μ Ε Ι Ω Σ Ε Ι Σ [και ἕνα μικρό σχόλιο]

1. https://neoplanodion.gr/2021/04/27/christos-bokoros-o-aderphos-tou-patera-mou/

2. https://neoplanodion.gr/2021/05/16/christos-bokoros-photographia/

3. Ὁ Κορυδαλλός τῆς Mary Oliver, ἀπό τήν ποιητική συλλογή της Thirst, μετάφραση Νατάσας Κεσμέτη.

4. Ὁ Κύκνος, τῆς Mary Oliver, ἀπό την ἴδια ποιητική συλλογή καί σέ μετάφραση Νατάσας Κεσμέτη. Γιά τόν τελευταῖο στίχο τοῦ Κύκνου, πού ἀνάγεται σέ αὐτόν τοῦ Ρίλκε, μπορεῖ νά παρατηρήσει κανείς πώς ἡ Oliver εὐθέως ρωτάει ἐκεῖ πού ὁ Σεφέρης μετά βεβαιότητος λέει «Κι ἀλλάξαμε ζωή» Ὁπωσδήποτε ὅλοι μέ διαφορετικές προσεγγίσεις καί διατυπώσεις δείχνουν πρός τό πλέον οὐσιῶδες καί διαρκές πρόταγμα: νά ἔλθουμε εἰς ἑαυτόν.

Βασικές θεωρητικές πολιτισμικές λογικές που διέπουν την ελληνική κοινωνία

Διακόσια χρόνια από την επανάσταση του 1821:

Βασικές θεωρητικές πολιτισμικές λογικές

που διέπουν την ελληνική κοινωνία[1]

του ΚΩΣΤΑ Ι. ΜΕΛΑ

Να πεθαίνεις για την “αλήθεια”. Δεν θα δεχόμαστε να καούμε για τις απόψεις μας. Δεν είμαστε τόσο σίγουροι γι’ αυτές. Αλλά θα δεχόμαστε ίσως να καούμε για να μπορούμε να έχουμε απόψεις και να μπορούμε να τις αλλάζουμε.

Εχθροί της αλήθειας. Οι πεποιθήσεις είναι χειρότεροι εχθροί της αλήθειας απ’ ό,τι τα ψέματα.

ΦΡΙΝΤΡΙΧ ΝΙΤΣΕ

1

Η φυσιογνωμία της ελληνικής κοινωνίας μπορεί να προσεγγισθεί με βάση τις πολιτιστικές λογικές που συνέχουν τη δημόσια σφαίρα της. Είναι γνωστόν, ότι σε κάθε κοινωνικό σχηματισμό υπάρχει μια κυρίαρχη πολιτισμική λογική. Συγχρόνως όμως, ενυπάρχουν και άλλες μικρότερες εμβέλειας πολιτιστικές λογικές που είτε βρίσκονται σε αποδρομή (είναι φθίνουσες) είτε αναδύονται σιγά-σιγά, επιχειρώντας να αναδειχθούν σε κυρίαρχες.[2]

(περισσότερα…)

Γιώργος Μπλάνας, Η Ποίηση στην εποχή της Παγκοσμιοποίησης

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΜΠΛΑΝΑ

ΒΙΩΝΟΥΜΕ, ΓΙΑ ΠΟΛΛΟΣΤΗ ΦΟΡΑ στην ανθρώπινη Ιστορία, μια ταραγμένη εποχή. Αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς, θα πρέπει να παραδεχθούμε πως δεν υπήρξαν μη ταραγμένες εποχές. Οι άνθρωποι είμαστε ζώα σε κρίση, συμπτώματα μιας πτώσης από το οικείο σκοτάδι της μήτρας, στην αφιλόξενη λάμψη του κόσμου και από το σκότος του χάους στο αιχμηρό φως του πολιτισμού. Την δική μας ταραγμένη εποχή την χαρακτηρίζουμε μεταμοντέρνα, μεταπολιτική, μεταβιομηχανική και κάμποσα άλλα «μετά»: προσαγορεύσεις οι οποίες καλύπτονται εν πολλοίς από τον εννοιολογικό πέπλο της Παγκοσμιοποίησης, μιας ακόμα φαντασιακής “στρατηγικής” επιβίωσης του ανθρώπου. Και επιπλέον μιας ακόμα υπερφίαλης προσπάθειας επιβολής του μοντέλου πνευματικής και υλικής ισχύος του επονομαζόμενου Δυτικού Πολιτισμού, εκείθεν του γεωγραφικού ορίζοντά του.

(περισσότερα…)

Έρκος φιλοκαλίας

του ΣΤΕΛΙΟΥ ΠΑΠΑΓΡΗΓΟΡΙΟΥ

Ο Alain Robbe-Grillet στο δοκίμιο του για το Nouveau roman, Νέο μυθιστόρημα, νέος άνθρωπος (1965)  αναφέρει πως ακόμη και τα αισθήματα μπορούν να κατέχουν ρόλο αντικειμένων, όπως ακριβώς ότι «κατέχει το πνεύμα είναι εξ ορισμού αντικείμενο».[i]

(περισσότερα…)

Παραλειπόμενα τ΄ Άη Νικόλα

Πρόδρομες σημειώσεις μιας παράλληλης ανάγνωσης των αγιορειτικών ημερολογίων του Ν. Καζαντζάκη & του Ά. Σικελιανού

του ΗΛΙΑ ΜΑΛΕΒΙΤΗ

Χάρη στην πρόσφατη εκδοτική επιμέλεια και τον κόπο της Χριστίνας Ντουνιά και της Παρασκευής Βασιλειάδη, έχουμε πια στα χέρια μας το ―από ετών πολλών επιποθούμενο― αγιορείτικο ημερολόγιο του Νίκου Καζαντζάκη ώστε να συμπληρώσει τη ματιά μας στις αγιορείτικες εμπειρίες του αδελφικού ζεύγους Σικελιανού-Καζαντζάκη.[1] Το ταξίδι τους στο Άγιον Όρος πραγματοποιήθηκε από τις 14 Νοεμβρίου ώς τις 22 Δεκεμβρίου 1914 (στις 23/12 έβγαιναν από το Άγ. Όρος για τη Θεσσαλονίκη). Με αφορμή την χθεσινή γιορτή του αγίου Νικολάου (ημέρα ονομαστικής γιορτής του Καζαντζάκη άλλωστε) θα παραθέσω ένα σύντομο σημείωμα σχετικά με τις αντίστοιχες καταγραφές αυτής της ημέρας, από μια συνολικότερη (εν εξελίξει) μελέτη των δυο αυτών ημερολογιακών καταγραφών. (Κι ως εκ τούτου θα περιοριστώ μόνο σε επιμέρους συμπεράσματα που εξάγονται από αυτές μόνον τις καταγραφές).

(περισσότερα…)

Τι είναι ένας «πλατωνικός» έρωτας;

του ΜΥΡΩΝΑ ΖΑΧΑΡΑΚΗ

Ο έρωτας που συνήθως ονομάζουμε «πλατωνικό» είναι ένα ζήτημα για το οποίο συχνά γίνεται λόγος. Όταν μιλάμε για πλατωνικό έρωτα, συνήθως τείνουμε ν’ αναφερόμαστε σε έναν έρωτα ανεκπλήρωτο, αγνό και χωρίς τη σεξουαλική εμπειρία. Τι εννοούσε όμως ο Πλάτων όταν έκανε λόγο για τον έρωτα; Ο όρος που χρησιμοποιούμε παραπέμπει όντως στη σκέψη του μεγάλου αρχαίου φιλοσόφου ή μήπως είναι παραπλανητικός; Ας προσπαθήσουμε να απαντήσουμε χωρίς περίπλοκες ακαδημαϊκές αναλύσεις. Αρχικά, πρέπει να παρατηρηθεί ότι οι επιδράσεις της πλατωνικής φιλοσοφίας είναι αναμφίβολα τεράστιες: εκτός από τη φιλοσοφική παράδοση που ανέπτυξαν οι σπουδαστές του Πλάτωνα στην Ακαδημία, μερικούς αιώνες αργότερα ιδρύθηκε η σχολή σκέψης του Νεοπλατωνισμού από τον Αμμώνιο Σακκά και εκπροσωπήθηκε από τον Πλωτίνο. Την ίδια εποχή εμφανίστηκε και ο Φίλων ο Αλεξανδρέας, ο οποίος συνδυάζοντας την πλατωνική σκέψη με τις εβραϊκές παραδόσεις, διαμόρφωσε ένα σύστημα σκέψης που έλαβε την ονομασία Ιουδαιοπλατωνισμός. Μέσω του Νεοπλατωνισμού, η φιλοσοφία του Πλάτωνα επηρέασε και τον Άγιο Αυγουστίνο, από τον οποίο διαδόθηκε στη Δύση και δημιουργήθηκε ο περίφημος Χριστιανοπλατωνισμός. Τόσο στη Δύση όσο και στο Βυζάντιο, ο Πλάτων και ο Αριστοτέλης προκάλεσαν ανταγωνισμούς και διαμάχες σχετικά με το ποιος από τους δύο ήταν καταλληλότερος ως μέσον για να εκφραστούν τα χριστιανικά δόγματα. Αν και κατά τον Δυτικοευρωπαϊκό Μεσαίωνα δέσποζε η αυθεντία του Αριστοτέλη, η φυσιογνωμία του Πλάτωνα δεν έπαψε να επηρεάζει με τον δικό της τρόπο τη φιλοσοφική αναζήτηση. Ίσως κανένας άλλος διανοητής στην ιστορία της Φιλοσοφίας δε συναιρεί μέσα του τόσες διαμετρικά αντίθετες ιδιότητες όσο ο Πλάτων. Στους διαλόγους του, όπου κυριαρχεί η επιβλητική προσωπικότητα του Σωκράτη, ενώνονται η φιλοσοφία με τη θρησκεία, η τέχνη με την επιστήμη και η θεωρία με την πράξη.

(περισσότερα…)

Ερείπια, πυγολαμπίδες και η αναζήτηση πρακτικών επιβίωσης

Πιερ-Πἀολο Παζολίνι
Κουρσάρικα γραπτά
Μτφρ: Κεφακοπούλου, Β.
Αθήνα: Εξάντας, 1986

Georges Didi-Huberman
Επιβίωση των πυγολαμπίδων
Μτφρ: Πατεράκη-Γαρέφη, Μ.
Αθήνα: Vesta,  2015

της ΚΩΣΤΟΥΛΑΣ ΜΑΚΗ 

Σε ένα εν εξελίξει πρωτόγνωρο καθεστώς επισφάλειας κατά συνέπεια της πανδημίας, όλα βρίσκονται σε διαπραγμάτευση, σ’ ένα είδος ρευστότητας, που τροποποιεί τον χώρο (ιδιωτικό και δημόσιο), τις υποκειμενικότητες και τις σχέσεις με τους άλλους.

(περισσότερα…)

Δημήτρης Ἀγαθοκλῆς, Ἀπάντηση σ’ ἕνα φίλο

pic-shadow

τέλη Ἰουλίου, 2020

Ἀγαπητὲ Δ.

Ἔλαβα τὸ γράμμα σου προχθὲς μὲ μεγάλη χαρὰ καὶ σπεύδω νὰ σοῦ ἀπαντήσω πρὶν νὰ φύγω, ὡς εἴθισται, γιὰ τὰ καλοκαιρινὰ μπάνια τοῦ Αὐγούστου. Ξέρω, ἔχεις πολλὲς ἀπορίες∙ θὰ προσπαθήσω λοιπόν, ἐν συντομίᾳ, ν’ ἀπαντήσω. Καλύτερα, νὰ σοῦ θυμίσω πῶς ἔχουν τοποθετηθεῖ ἄλλοι σημαντικώτεροι ἐμοῦ ἐπὶ τῶν ζητημάτων ποὺ θίγεις· μὲ τοὺς ὁποίους, ἀπὸ ἀδυναμία νὰ τοὺς ἀντικρούσω, συμφωνῶ ἀπολύτως. (περισσότερα…)