δοκίμιο

Ηλίας Μαλεβίτης, Τίγρις τ’ ἠνεμόεις…

Ηλίας Μαλεβίτης

Τίγρις τ’ ἠνεμόεις…

του Θανάση, για το ακατάβλητο σθένος

Ῥητέον δέ τοι καὶ περὶ τίγριδος,
ἣν ἡ φύσις ἐμοὶ δοκεῖν ἐν ζώοις ἐμόρφωσεν
ἄγαλμα καὶ κόσμον θηρῶν
προηγάγετο[1]

76720836_1041896966154246_7866736380812984320_nΤον τίγρη τον πρωτοείδα όχι στου Μπόρχες τις περιπλανήσεις μήτε και στου τσίρκου τ’ αμμουδερό τ’ αλώνι. Η πρώτη εικόνα του ήταν στην εταζιέρα του αυτοκινήτου ενός θειού μου: λούτρινο ζώο ξαπλωτό που το κεφάλι του, σαν ξεκομμένο από το πυρίφλογο κορμί, σάλευε πέρα δώθε τοξωτά, ίδια ημισέληνη αιώρα, με την παραμικρή κίνηση του αμαξιού, καταπώς νεύει ένας Ινδός την κεφαλή του, μαζί σου συμφωνώντας· εικόνα –τώρα που το σκέφτομαι– αλλόκοτη, σαν υπνωτιστική ταλάντωση ενός εκκρεμούς μεταξύ μιας παραίσθησης ζωντάνιας και ενός γκροτέσκου αστείου. Αυτά ήταν όμως τα γούστα της δεκαετίας του ’70. Μετά –πέρα από της φωτογραφίας τις αποτυπώσεις– ήρθε ο τίγρης ο πραγματικός κι αυτός της φαντασίας, απ’ τα όνειρα πλασμένος· κλεισμένον σε κλουβιά να τον κοιτάζω, σιδερένια, πίσω από κάθετα κάγκελα, ή, μέσα από τις οριζόντια αραδιασμένες ραβδώσεις τα μαύρα στίγματα πάνω στο λευκό χαρτί, να προσπαθώ να τονε ξεδιακρίνω αλαφροπάτητο να πλησιάζει. Έτσι άρχισε σιγά σιγά, πυρίφλογος μες απ’ τα δάση της νυκτός να ξεπροβάλλει για να κατασπαράξει τα όνειρά μου. Πάντα έρχεται διστακτικά αχνοπατώντας, σαν ελαφρό ψιθύρισμα του αέρα, μ’ όλη την τρυφερότητα του αμνού στο βλέμμα. Πάντα έρχεται, έρχεται ασταμάτητα, με μάτια πύρινα κι υγρά, μες απ’ τις λόχμες φωτεινός κι αστραποβόλος. Γιατί, όπως έλεγε κι ο Τσέστερτον, ακόμα κι αν τον ελευθερώσεις  απ’ τις ράβδους που τον κρατούν φυλακισμένο, να τον ελευθερώσεις δεν μπορείς από τις πυρόμαυρες ραβδώσεις του κορμιού του. Ο Αργεντίνος όμως είναι αυτός που συδαύλισε ξανά και ξανά τη βαθιά λαχτάρα που προκαλεί η σκέψη κι η θωριά τούτου του ζωντανού: Dreamtigers, Η άλλη τίγρη, Ο τίγρης, Γαλάζιες τίγρεις, Το χρυσάφι των τίγρεων (εξόν τις σκόρπιες μνείες)· τον πόθο να πλέχουν θωπευτικά το βλέμμα και τα χέρια μες στο φλογόμορφο στραφτάλισμα του κορμιού της:

…Α, δειλινά, τίγρεις και λάμψεις
του μύθου και του έπους,
α, το πιο πολύτιμο χρυσάφι, η χαίτη σου
που λαχταρούν ετούτα εδώ τα χέρια.

(Χ. Λ. Μπόρχες, Το χρυσάφι των τίγρεων, μετ. Δημήτρης Καλοκύρης).

Στο σύμπαν της μπορχεσιανής γραφής, όπου κάθε σημείο του είναι ταυτόχρονα και κέντρο του, η τίγρη είναι ένας από τους πλανήτες με τις ιδιό-τροπες και πολύ-τροπες τροχιές τους, όπως ο λαβύρινθος, οι καθρέπτες, ο χρονοποταμός, τα μαχαίρια, η βιβλιοθήκη, ο όνειρος κι ο ύπνος… Εμμονή που πηγάζει από τα μικράτα του (όπως κι οι καθρέπτες), η τίγρη ξεχωρίζει απ’ όλα τα εμβληματικά σύμβολα του Μπόρχες, όχι μόνο από τη συχνότητα της παρουσίας της. Σύμβολο της άγριας, φυσικής ζωής αλλά και ενός αρχέτυπου κι ενστικτώδικου, αγνού Κακού (όπως ήδη εκφράστηκε στο περίφημο ποίημα του Μπλέηκ), συνδέεται πιο άμεσα με κάτι καταλυτικά βαθιά ζωϊκό αλλά κι αντιδιαστέλλεται ως τέτοιο με τον ίδιο τον συγγραφέα· ο τίγρης, με την αγνότητα της βίας του, ζει μέσα στα πυκνά δάση ενώ ο συγγραφέας, αμέτοχος μιας τέτοιας παρθενικά βίαιης αθωότητας, ενδιαιτάται στα πυκνά, χαρτοκαμωμένα, δάση των βιβλίων της βιβλιοθήκης.[2] Εξ ου και το συχνό πηγαινέλα ανάμεσα στην τίγρη την αληθινή κι αυτήν της φαντασίας, που παρατηρείται στις περισσότερες από τις αναφορές του για τον τίγρη, κι ας προσπαθεί ματαίως να αρθεί στη σύλληψη μιας άλλης τίγρης που να συναίρει αλήθεια και ποίηση σε μία άλλη, υψηλότερη μορφή ― της καθαρής φαντασίας πάλι. Γράφει λοιπόν στην άλλη τίγρη, για την ακατόρθωτη και παράλογη αυτή αναζήτηση:

Να ψάξουμε λοιπόν μια τρίτη τίγρη.
Κι αυτή, όπως κι οι άλλες, θα είναι μια μορφή
του ονείρου μου, ένα σύστημα του ανθρώπινου λόγου
κι όχι η σπονδυλωτή τίγρη που,
πέρα από τις μυθολογίες, πατάει στο χώμα.
Το ξέρω καλά, όμως είναι κάτι
που με αναγκάζει να μπω σ’ αυτό τον άγνωστο
παράλογο και πανάρχαιο χορό
και συνεχίζω να ψάχνω όλο το βράδυ
την άλλη τίγρη,
που μες στο ποίημά μου να ζήσει δεν μπορεί.
(μετ. Δημ. Καλοκύρης)

Βέβαια ο Μπόρχες, πίσω απ’ την τίγρη της Βεγγάλης αλλά και τον άλλο τίγρη, τον άπιαστο (τον πάντα διαφεύγοντα) της περιπλανώμενης φαντασίας, ιχνηλατεί συχνά της τίγρης του Μπλέηκ και του Σιρ Χαν του Κίπλινγκ τ’ αχνάρια, μ’ όλες τις αντιρρήσεις του προς τον συμβολικό τους χαρακτήρα. Πριν όμως προχωρήσουμε στον Μπλέηκ, ας σταθούμε για λίγο να δούμε πως χύμηξε καταπάνω στη φαντασία –των Βρετανών πρωτίστως και κυρίως– με νέα ορμή ο ασιάτης τίγρης.

Η τίγρη, ζώο ιθαγενές της Ινδίας ήδη από τους προϊστορικούς χρόνους, δεν βρήκε τη δέουσα αναγνώριση στη λογοτεχνία και την τέχνη, μ’ όλο που ο Σίβας ντύνεται –ή κάθεται πάνω από– το δέρμα της (όπως κι ο παράλληλός του Έλληνοθρακιώτης Διόνυσος φορά τη λεοπάρδαλη, αλλά κι ένας μεταγενέστερος ιππότης του Καυκάσου). Μεγάλες δόξες ο ινδός τίγρης άρχισε να γνωρίζει απ’ όταν ανέβηκαν στον θρόνο οι δυναστείες των Μογγόλων μουσουλμάνων. Τότε ξεκινούν τα βασιλικά και πριγκηπικά κυνήγια που αποτυπώνονται και στις μινιατούρες του 16ου αιώνα. Με τον ερχομό των Βρετανών το κυνήγι της τίγρης από εκδήλωση αθλητική κι επίδειξη δεξιοτεχνίας εν πολλοίς, όπως ήταν για τη βασιλική αυλή και τους πρίγκηπές της, καθώς απαιτούσε την προσωπική εμπλοκή εκ του σύνεγγυς με ξίφος ή ακόντιο, καταλήγει στη στοχευμένη εξολόθρευση του ζώου με κυνηγετικά όπλα από ασφαλή απόσταση. Αυτή η μανία θέριεψε, αφού πρώτα το βρετανικό φαντασιακό συναντήθηκε με –αλλά κι ερμήνευσε εχθρικά και φοβικά– τη ζούγκλα, γινόμενη χαρακτηριστικό γνώρισμα της περιόδου του Ρατζ. Σκοτώνοντας από καθαρή απόλαυση τις τίγρεις μέχρι σχεδόν αφανισμού, ταυτόχρονα εφούντωνε στη φαντασία τους η πεποίθηση ότι το ξένο αυτό ζώο ήταν η επιτομή του κακού, ο ορισμός της πανουργίας και της απειλής, του κινδύνου. Αυτή η αντίληψη άρχισε να διαπνέει και την αγγλική λογοτεχνία της εποχής, σε πλήρη αντίθεση με τα όσα διαλαμβάνονταν στην ινδική λογοτεχνία και πραγματικότητα.[3] Κι έτσι παρουσιάζεται το παράδοξο του Κίπλινγκ, που ενώ δε συμμερίζεται πολλές από τις συνήθεις αποικιοκρατικές αντιλήψεις και παραδοχές, δημιούργησε τον Σιρ Χαν ως το πλέον πανούργο και πονηρό ζώο της ζούγκλας, επικίνδυνο, ύπουλο και μοχθηρό· το μόνο απ’ το οποίο απειλείται και υπονομεύεται η κυριαρχία του Μόγλη εντός της (στo Jungle Book, 1894).

75557432_438781613718237_8030193674933501952_n

Με τις διαδρομές του τίγρη στους σκοτεινούς λαβύρινθους της διαπλεκόμενης φαντασίας και ιστορίας Ινδών και Βρετανών θέλησε η μοίρα ειρωνικά να συνδεθεί κι ένα –μουσικό– παιγνίδι, που βρίσκεται στο V&A του Λονδίνου, η τίγρη του σουλτάνου Τίπου. Όταν το 1799, οι Βρετανοί της διαβόητης Εταιρείας των Ανατολικών Ινδιών κατανικούσαν και σκότωναν τον σημαντικότερο εχθρό και ισχυρότερο αντίπαλό τους στην Ινδία, τον σουλτάνο Τίπου, τον τίγρη της Μυσόρης, κυρίευσαν και το παλάτι του και πολλά από τα αντικείμενα που επήραν, τα μετέφεραν στη Βρετανία. Μεταξύ αυτών ήταν κι ένα μουσικό κουτί, που είχε παραγγείλει ο σουλτάνος μόλις τέσσερα χρόνια πριν, και που παριστά μια τίγρη να κατασπαράζει έναν Ευρωπαίο αποικιοκράτη. Ο βρετανικός λέων κατίσχυσε της ινδικής τίγρης, η διαρκής όμως έκθεση του μουσικού ‘παιγνιδιού’ από την άλλη θυμίζει πάντοτε πώς τον ‘βλέπει’ κι η τίγρις. Δε παίζουν έτσι ατιμώρητα με τον τίγρη.

Γυρίζοντας έναν αιώνα πίσω στον Ουΐλλιαμ Μπλέηκ, θα δούμε πως εκεί η εικόνα του τίγρη ως ενσάρκωση του απόλυτου Κακού συνυπάρχει με την εκθαμβωτική ομορφιά που προκαλεί συγχρόνως το δέος και τον θαυμασμό, θυμίζοντας αναπόφευκτα σήμερα την «αθάμπωτη φωταψία της ακατάκριτης τίγρης» του Καρούζου (Θάλασσα: η αρχαιότητα της γεωγραφίας, Ποιήματα, τ. Β΄).

74504116_552724085552680_1150137455265972224_nΤίγρη

Τίγρη, τίγρη, φλόγας λάμψη
μέσα στης νυχτιάς τα δάση,
ποιου η αιώνια μαεστρία
σ’ έκαμε με συμμετρία;

Σε τι βάθη ή ύψη πέρα
μάτια αστράψαν στον αέρα;
Τι φτερά αποζητάει;
Τι χέρι φλόγες αρπάει;

Και τι ώμος, και τι τέχνη
της καρδιάς τα νεύρα ζέχνει;
Και, σαν η καρδιά δουλεύει,
τι άκρο σου δεινό σαλεύει;

Τι σφυρί, τι αλυσίδα;
ποιο τ’ αμόνι, ποια τσιμπίδα
– ποιο του νου σου το καμίνι; –
τολμά και δεσμά σού δίνει;

Τ’ άστρα σαν τη γη ακοντίζουν
και τους ουρανούς ποτίζουν,
χάρηκε Αυτός που επλάστης;
Σ’ έκαμε του αρνιού ο Πλάστης;

Τίγρη, τίγρη, φλόγας λάμψη
μέσα στης νυχτιάς τα δάση,
ποιού η αιώνια μαεστρία
σ’ έκαμε με συμμετρία;        (μετ. Μάριος Βύρων Ραΐζης)

Δεν ξέρω αν στο ξακουστό τούτο ποίημα από τα Τραγούδια της Πείρας (1794), ο Μπλέηκ μιλά για μια αιώνια τίγρη κι έναν αιώνιο αμνό, όπως ισχυρίζεται ο Τσέστερτον, σίγουρα όμως θα συμφωνήσω με τον Τσέστερτον (όπως κι ο Μπόρχες εν προκειμένω)[4] για το ότι η τίγρη για τον Μπλέηκ σημαίνει την τρομερή, γεμάτη δέος, κομψότητα («For him the tiger means an awful elegance»).[5] Αναρωτιέται ο Μπλέηκ για τον κοινό πλάστη της τίγρης και του αμνού, θέλοντας να καταδείξει την άφευκτη κι αναγκαία συνύπαρξη των αντιθετικών ζευγαριών του καλού και του κακού. Και μάλιστα η τρομερή και απαρόμοιαστη θεϊκή ομορφιά της τίγρης καταφάσκει την αναγκαιότητα συνύπαρξης της καταστροφικής και βίαιης δύναμής της στη ζωή παράλληλα με τη δύναμη της αθωότητας και της καλωσύνης. Σχετικά με αυτή την ιδιαίτερη και προσωπική όψη της πνευματικότητας και της αισθητικής του Μπλέηκ, την ηθική του διάκριση μεταξύ καλού και κακού, θα ήθελα να παραπέμψω σε ένα κείμενο του Καμπερίδη όπου διαβάζει αυτές τις αντιθέσεις μέσα και από την κατανόηση του Μπλέηκ από τον Γέητς αλλά και τη μετάφραση του Μπλέηκ από τον Λορεντζάτο. «Ο διάλογος μεταξύ σκιάς και φωτός, η ύπαρξη του καλού και του κακού, του Ουρανού και της Κόλασης, της αγάπης και του μίσους, συνιστούν τα αντίθετα που συνέχουν τη ζωή, όπως τα αντίθετα συγκροτούσαν τους ανελισσόμενους γύρους του Yeats. “Δίχως τα Αντίθετα δεν υπάρχει κίνηση προς τα εμπρός (progression). Έλξη και Απώθηση, Λογική και Ενέργεια, Αγάπη και Μίσος, είναι απαραίτητα για την Ανθρώπινη ύπαρξη. Από τα Αντίθετα βγαίνουνε αυτά που οι θρήσκοι λένε Καλό και Κακό”… Σε αυτό το δυναμικό σχήμα εντάσσεται η θεωρία του περί καλού και κακού, που ελευθερώνεται από τα δεσμά του ηθικού κώδικα  όπου την είχαν φυλακίσει, και ντύνεται και αυτή αντίθετο νόημα από αυτό που της είχαν αποδώσει».[6] Αφού επισημάνω ότι η μορφή του Σίβα στον Ινδουϊσμό αυτήν ακριβώς τη σύμπηξη των αντιθέτων δυνάμεων της καταστροφής και της αναδημιουργίας δηλώνει, θα ήθελα να σταθώ και σε μια-δυο δικές μας περιπτώσεις που γνωρίζω, στη νεοελληνική ποίηση, και παρουσιάζουν ξέχωρο ενδιαφέρον. [O τίγρης του πελάγου (l’irrazionale forza monstruosa) που άξαφνα όρμησε στον όμορφο ξένο και καλό, ως μεταφορική μετάβαση σ’ άλλο γένος, θ’ αφεθεί καταμόναχος[7] να πλέχει στο βάθος το τρανό της σολωμικής θάλασσας.] Κάτι παρόμοιο λοιπόν φαίνεται να δηλώνει κι ο Παλαμάς όταν θέλει να μιλήσει για την ομορφιά της Αγέλαστης σε μια στροφή του, από τον Δωδεκάλογο του γύφτου:

Κι είταν όμορφη ως ο τίγρης
κι όμορφη ως η αστραπή,
κι είταν όμορφη ως η θάλασσα
και σαν όλα που πνοή τους
η καταστροφή.

(Λόγος ΙΑ΄, Το παραμύθι του Αδάκρυτου, τ. 3, σ. 430)

Εκείνο όμως που νιώθω ότι συναιρεί όλη αυτή την επιφανειακή αντίθεση που εκφράζει ο Τίγρης και ο Αμνός και τη στροβιλίζει περίτεχνα, ανελίσσοντάς την σε μιαν άλλη ενότητα εσωτερική, στον ένα και μόνον Τίγρη που βρίσκει τον Τίγρη μόνον μέσα στον Αμνό, είναι το έξοχο ποίημα Panthera tigris του Θεοδόση Βολκώφ, το οποίο και παραθέτω αυτούσιο.

PANTHERA TIGRIS

Πώς ονειρεύεται ο Τίγρης κάποτε
τη μακρινή τού Αμνού ομορφιά –
τις ώρες που έκτοπα φαντάζουνε
και γίνονται
τα δόντια και τα νύχια·
τις ώρες που ανατέλλει η μέσα νύχτα
και αναθυμάται σάρκες και αίματα
λαιμούς τού τρυφερού που σπάραξε και ήπιε
οστά λευκά που σύνθλιψε
το μάτι της δορκάδος που έχει σβήσει – φορές πόσες·
ξανά και πάλι ο ίδιος κύκλος άτεγκτα κλειστός
μια θήρα αέναη δίχως θύρα
το μάτι της δορκάδος που ξεγράφεται
μετά το ακαριαίο τού δήγματος αργά-αργά
κι ενώ της κλέβει τη φωνή την ύστατη ώρα
ώστε τον ίδιο της χαμό να μην μπορεί
στο ελάχιστο ν’ αρθρώσει να ιστορήσει.

 

Πώς κάποτε εκεί και πουθενά
δεν βρίσκει τον Εαυτό του
πώς λέει στη σύμπασα Ζωή –
«Μου μοιάζεις και σου μοιάζω
κι όμως κι Εσύ κι Εσύ
στο τόσο σου άπλωμα
στις αναρίθμητες μορφές
Εσύ Εγώ δεν είσαι
και δεν θ’ αρκέσει δεν αρκεί
ο Χρόνος όλος για να γίνεις».

Προβάλλει ο Τίγρης δυο φορές
την ώρα που το δόντι και το νύχι του διψά
αυτό που του ασφαλίζει τη ζωή και τον συνθέτει
τώρα που μόνη απάντηση
που μόνη λύση μένει το αίμα
προβάλλει ως Τίγρης δυο φορές
ορμή και κίνηση και τίναγμα
μυώνες και ραβδώσεις
παντού και πάντοτε ενώπιον πάντων Τίγρης.

Όμως αυτός την απουσία του μετρά –
«Δεν είμαι», λέει, «Εγώ στη σάρκα που σπαράσσω
στο αίμα που διψώ και που δεν χόρτασα ποτέ μου
στου θηρευτή την επικράτεια όλη
στα συνθλιμμένα σας οστά δεν είμαι δεν
ας κυνηγώ
όμως εδώ και πουθενά
και τώρα και ποτέ μου δεν με βρίσκω».
Ο Τίγρης Τίγρης δυο φορές
μα πού μα πού
και ποιος του Τίγρη ο Τίγρης.

Και ονειρεύεται ο Τίγρης κάποτε
τη μακρινή τού Αμνού ομορφιά
το βλέμμα που δεν λέει τον θάνατο
και τον σκυμμένο προς τη Γη πιστόν αυχένα·
Εκείνον που το αίμα ίσως δεν ρώτησε ποτέ
μα βρίσκει το νερό παντού διαυγές
τον τόπο πάντα χλοερό
στα μέτρα του το άπειρο
και αγαθές πανάγαθες τις ανοιχτές αμέτρητες εκτάσεις·
Αυτός κρατά την κόρη και τον γιο πριν γεννηθούν
βρίσκει τις μέλλουσες γενιές αλάθευτος και τις εκτρέφει
διάρκεια και συνέχεια και διατήρηση
το άξιο και το εμμένον
και η δυσεπίτευκτη παντού γενναία ειρήνη·
και ιδού δεν είναι έρημος και βάραθρα
δεν είναι λύση ασυνέχεια διακοπή
δεν είναι βία των κόσμων
και στις μυλόπετρες τού γίγνεσθαι
που ηχούν και τρίζουν μες στον νου
δεν είναι το δεν είναι.

«Κοίτα με, Αμνέ», εκλιπαρεί,
«μες απ’ τους τόσους βρυχηθμούς σού ψιθυρίζω
μην αποστρέφεις απ’ τον Τίγρη Πάνθηρα το βλέμμα·
κοίτα με, Αμνέ», εκλιπαρεί,
«δεν έχω άλλον τόσο κι έτσι αγαπήσει·
θέλω τα μάτια σου το βλέμμα σου το ευθύ
θέλω να γίνω ο χόρτος που σε τρέφει
κι αφού δεν δύναμαι
τα μάτια σου τα μάτια μου να γίνουν
δώσε τον κόσμο να κοιτώ μες στα δικά σου».

Και βλέπει ο Τίγρης τον Αμνό
το βλέμμα ψάχνει την απόκριση στο βλέμμα
και βλέπει στον γαλήνιο οφθαλμό
όλο το κόκκινο – την πυρκαγιά και το αίμα.
Και βλέπει ο Τίγρης τον Αμνό
γυρεύει κάποια Εδέμ η αρσενικότατη ύβρις
και ξαναβρίσκει όλη τη Γη στον Ουρανό
και βρίσκει στον Αμνό τον Τίγρη ο Τίγρης.

Το σώμα είναι πληγή.
Κι ο Εαυτός
ανέγνωρος και ασύλληπτος
το Αναπόφευκτο είναι.

Ψυχή
Ψυχή του Τίγρη
το τρυφερό
το τρυφερότερο ζαρκάδι
σε σπαράσσει.

(από την συλλογή Versus)[8]

Σκαλίζοντας στη μνήμη την απέραντη του Σαίξπηρ (που, ας μην λησμονούμε παρομοιάστηκε με του Θεού), θα δούμε πως κι εκεί έχει κι η τίγρη βρει μια θέση, και μάλιστα αρκετά συχνή. Κάποτε παρουσιάζεται σε παροιμιώδεις εκφράσεις, τυχαία λες σχεδόν παρμένη από έναν ανενεργό και προ πολλού αδρανή Φυσιολόγο («από πότε της τίγρης τα μικρά διδάσκουν την μητέρα;», Τίτος Ανδρόνικος, Πρ. Β΄, Σκ. 3), ή και σαν μακρινός απόηχος μιας –θαμπής πια και μισοσβησμένης– φυσικής αγριότητας, μα και συναθροιζόμενη με άλλα άγρια θηρία αντάμα:

«…τίγρεις, λύκους, δράκοντες, αρκούδες»
(Τίμων ο Αθηναίος, Πρ. Δ΄, Σκ. 3)

~.~

Παμφάγε Χρόνε, αχρήστευσε του λιονταριού τα πόδια,
Και τα γλυκά της τα παιδιά τη γη να τρώει άσε·
Ξερίζωσε απ’ της τίγρης τα σαγόνια τ’ άγρια δόντια
Και τον μακρόβιο φοίνικα στο αίμα του μέσα κάψε».
(Σονέτο 19, μετ. Λένια Ζαφειροπούλου)

Υπάρχουν όμως κι ελάχιστες φορές που η αψιά αγριάδα ξεχύνεται ορμητικά:

«…Τι κάματε; Όχι κόρες, τίγρες,
σαν τι τολμήσατε;»
(Βασιλιάς Ληρ, Πρ. Δ΄, Σκ. 2, μετ. Βασ. Ρώτα)

Σε αυτές τις λίγες μα σημαντικές στιγμές, ποια άραγε τίγρη μνημονεύει ο Σαίξπηρ, ποια τίγρη αναθυμάται ονομαστικά και πούθε την ανακαλεί;

[Ο Δούκας του Γιορκ απευθύνεται στην Βασίλισσα Μαργαρίτα:]
«Ω, τίγρης καρδιά σε γυναικός δορά μέσα κλεισμένη…
Μα πιο απάνθρωπη και πιο αδιάλλακτη είσαι
–δέκα φορές περσότερο– από της Υρκανίας τις τίγρεις».
(Ερρίκος Στ’, 3ο μέρος, Πρ. Β΄, Σκ. 4)

~.~

«Ό,τι κι αν ο άνθρωπος τολμά, κι εγώ τολμώ!
Πλησίασε σαν την τραχιά ρώσικη αρκούδα,
τον πάνοπλο ρινόκερο ή την Υρκάνια τίγρη…»
(Μάκβεθ, Πρ. Γ΄, Σκ. 4)

~.~

«Ο σκληρόψυχος ο Πύρρος, το υρκανικό θηρίο».
(Άμλετ, Πρ. Β΄, Σκ. 2, μετ. Ιάκ. Πολυλάς)

Ο Σαίξπηρ της Αλβιώνος, ξεσηκώνει απ’ τα λατινικά του διαβάσματα τα υρκανικά θεριά και τις υρκάνιες τίγρεις και, 1500 τόσα χρόνια μετά, του Βιργίλιου ακολουθεί τις παροιμιώδεις διατυπώσεις για τον τίγρη ως συνώνυμο της σκληροκαρδίας.

Στην Αινειάδα λοιπόν, ο Αινείας, υπακούοντας του Διός την προσταγή, ετοιμάζεται να φύγει κρυφά από την Καρχηδόνα και να εγκαταλείψει τη Διδώ. Η Διδώ με κλάμματα και παρακάλια προσπαθεί να τον κρατήσει  κοντά της· κάποια στιγμή ξεσπάει στον άκαρδο Αινεία:

Nec tibi diva parens generis nec Dardanus auctor,
perfide, sed duris genuit te cautibus horrens
Caucasus Hyrcanaeque admorunt ubera tigres.

Ούτε θεά είναι η μάνα σου κι ούτε κι ο Δάρδανος γεννήτοράς σου,
σέν’ άπιστ’ ο σκληρός εγέννησεν ο Καύκασος με τα φριχτά γκρεμνά του
κι οι υρκανικές οι τίγρεις σού ’δωσαν μαστούς για να βυζάξεις.
(Αιν., IV.365-7)

Kαι στις Eclogae  (5.29-30) πάλι μιλά για Αρμένιες τίγρεις (Armeniae tigres).

Τον Βιργίλιο ακολουθούν κι οι Λατίνοι ποιητές, πολύ πριν από τον Σαίξπηρ, και μιλούν για τις υρκανικές κι αρμένιες τίγρεις ως μετωνυμία του άγριου και του θηριώδους, ο Οβίδιος, ο Προπέρτιος, ο Λύγδαμης:

non genetrix Europa tibi ea, sed inhospita Syrtis,
Armeniae tigres austroque agitata Charybdis.

Οὐκ ἄρα σοι μήτηρ Εὐρώπη, ἀλλ’ ἡ ἄξενος Σύρτις καὶ Ἀρμένιαι τίγρεις, καὶ ἡ νότῳ τινασσομένη Χάρυβδις.
(Οβίδιος, Μεταμορφώσεις, 8, 121, στη μετάφραση του Μάξιμου Πλανούδη)

~.~

At quibus ingenium est inmansuetumque ferumque,
Armeniae tigres iracundique leones.

Οἷς δὲ φύσις ἀγρία τε καὶ ἀνήμερος, ὡς Ἀρμένιαι τίγρεις καὶ ὀργίλοι λέοντες
(Οβίδιος, Μεταμορφώσεις, 15, 86, στη μετάφραση του Μάξιμου Πλανούδη)

Η Υρκανία, στο νοτιοανατολικό άκρο της Κασπίας στην Περσία, παρά τη στέρεη γνώση για την περιοχή που κληροδότησε το πέρασμα του Μ. Αλεξάνδρου, συνέχισε να θεωρείται ως αφιλόξενος και άγριος τόπος, στα όρια του πολιτισμένου –ρωμαϊκού– κόσμου με τους βαρβάρους, κατοικούμενη από άγρια κι επικίνδυνα θηρία.  Και το πλέον χαρακτηριστικό ιθαγενές της ζώο, η τίγρις, θεωρήθηκε οιονεί φυσικό συνώνυμο της αγριότητας και της βαρβαρότητας, την οποία ανακινούσε στο φαντασιακό των Λατίνων ήδη η αναφορά του τόπου. Ο τίγρις στη λατινική λογοτεχνία[9] προέρχεται πάντα από αυτή την περιοχή και τα επίθετα που τον συνοδεύουν είναι δηλωτικά αυτών των τραχιών, βάρβαρων κι άγριων τόπων: επιπλέον του Υρκάνιου, χρησιμοποιείται ο Κάσπιος, ο Αρμένιος, ο Καυκάσιος, περιοχές της ανείπωτης αγριότητας, της απευκταίας βαρβαρότητας, ονόματα που στο άκουσμά της το κορμί αναριγά με τρόμο. Έτσι λοιπόν η  σκληροκαρδία της τίγρης συμπλέκεται άρρηκτα με τον άγριο τόπο καταγωγής της, την Υρκανία. Η δε φράση του Βιργίλιου σύντομα κατέστη παροιμιώδης μεταφορά για την ψυχική σκληρότητα και την αναλγησία, κι από αυτόν, διαμέσου των Λατίνων ποιητών, πέρασε στη δυτική ποίηση, συναντάται στον Τάσσο, μέχρι να φτάσει και στις ακτές της Αλβιώνος και να την βάλει κι ο Σαίξπηρ στα έργα του.[10]

73497906_2376026369394619_2480801663112183808_n.jpg

Τούτα τα εθνικά επίθετα, που εναλλάξ χειρίζεται η ποιητική γλώσσα των Λατίνων, ταυτόχρονα ρίχνουν φως και προς την προέλευση, την ετυμολογία του τίγρη, σύμφωνα με όσα είχαν φτάσει στ’ αυτιά των ποιητών (αργότερα έμαθαν και για τον ινδικό τίγρη). Διότι ναι μεν μπορεί οι Λατίνοι ποιητές να ακολουθούν τον Βιργίλιο, κι ο ίδιος όμως τον Βάρρωνα ακολουθεί πιστά, καθώς τίγρεις δεν φάνηκαν στη Ρώμη πριν το 11 π.Χ. (τρεις αιώνες μετά την τίγρη –δώρο του Σέλευκου Α΄ στην πόλη τους– που είδαν οι Αθηναίοι) κι έτσι κανείς τους δεν τις είχε αντικρίσει με τα ίδια του τα μάτια.[11] Ο Βάρρων λοιπόν στο αποσπασματικά σωζόμενο έργο του για τη λατινική γλώσσα γράφει πως: «η τίγρις, η οποία είναι σαν λιοντάρι με λωρίδες, και την οποία ακόμη δεν έχει γίνει εφικτό να την πιάσουν ζωντανή, παίρνει το όνομά της από την αρμενική γλώσσα: γιατί εκεί [στην Αρμενία] και το βέλος κι ένα γοργότατο ποτάμι αποκαλούνται Τίγρις».[12]

74529516_845274032536274_5970268853727395840_nΌχι, η λέξη δεν είναι αρμένικη, αλλά περσική. Για την ακρίβεια φαίνεται πως η λέξη τίγρις προέρχεται από μια ρίζα που σημαίνει αιχμηρός, μυτερός και βέλος στην αβεστική και στην παλαιοπερσική, και σύντομα κατέληξε να δηλώνει τη γρηγοράδα και την ορμητικότητα. Γι’ αυτό και σήμανε τόσο τον τίγρη όσο και τον ομώνυμο γοργοπόταμο: «Τίγρης· ποταμὸς Περσῶν. καὶ ὁ τοῦ ποταμοῦ ῥοῖζος. καὶ ζῶον [… παρὰ δὲ Ἕλλησι] τίγρις”, γράφει ο Ησύχιος στο Λεξικόν  του. Κι εδώ κάπου θαρρώ πως συναντιέται ο τίγρης που με στοιχειώνει, και με την πνοή του ανέμου με κυνηγάει στα όνειρά μου, με τον τίγρη του μύθου. Αυτή η ερμηνεία για την ταχύτητα του τίγρη διαμόρφωσε μια ελληνική μετακλασσική παράδοση που τον αρμόζει με τους γοργούς ανέμους. Σε μια καταφανή αναντιστοιχία της νοητικής με τη λεκτική αντίληψη του ζώου, η εναλλασσόμενη διγενής του υπόσταση εξαλείφεται από τον χώρο της ζωϊκής ύπαρξης και μένει μόνο στη γραμματική του διατύπωση, η τίγρη παρουσιάζεται μόνον ως θηλυκή. Τον μύθο για την ανυπαρξία αρσενικού τίγρη, που τη θέση του έχει καταλάβει ο Ζέφυρος, παραδίδει πρώτος ο Οππιανός στα Κυνηγετικά του, προς τα τέλη του 2ου μ.Χ. αιώνα. Στην εξάπλωση αυτού του μύθου συνέβαλε το γεγονός πως η μητέρα παρέμενε κοντά στους σκύμνους της όταν την κυνηγούσαν ενώ ο γεννήτοράς τους έφευγε μακρυά.

«ὠκυτέρη τελέθει δὲ θοῶν πανυπείροχα θηρῶν·
αὐτῷ γάρ τε θέειν ἰκέλη Ζεφύρῳ γενετῆρι·
οὔτι γε μὴν γενετῆρι· τίς ἂν τάδε πιστώσαιτο,
θῆρες ὅτι δμηθεῖεν ὑπ’ ἠέρι νυμφευτῆρι;
ἔπλετο γὰρ κείνη κενεὴ φάτις, ὡς τόδε φῦλον
θῆλυ πρόπαν τελέθει καὶ ἀδέμνιον ἄρσενός ἐστι».

Γοργότερη τρέχει ξεπερνώντας τα πιο γρήγορα θηρία
μοιάζοντας στο τρέξιμο με τον πατέρα της τον Ζέφυρο
που βέβαια δεν είν΄ πατέρας της· ποιος άραγε θα πίστευε
ότι τα θηρία δαμάζονται σε γάμο απ’ τον αέρα ως γαμπρό;
υπήρχε αυτή η κούφια φήμη, ότι αυτό το ζώο είναι εντελώς
και μόνον θηλυκό, χωρίς να παντρευτεί μ’ αρσενικό.
(Οππιανός, Κυνηγετικά 3, 343-363)

Φευ όμως! Όπως πανέμνοστα παραφράζει κι ο Ευτέκνιος τον Οππιανό, πού ακούστηκε ποτέ είτε παράνυφος είτε γαμπρός να είν’ ο αγέρας;

«οὐ γὰρ ἄν ποτε οὔτε ἀὴρ νυμφοστόλος οὔτε νύμφιος ἄνεμος γένοιτο» (Ευτέκνιος, Παράφρασις εἰς τὰ τοῦ Ὀππιανοῦ κυνηγητικά, 35, 10-11).

Η ορμητική ταχύτητα της τίγρης τη σύζευξε διόλου τυχαία με τους γοργόφτερους ανέμους, κάνοντάς την κι αυτήν εξίσου άπιαστη κι ονειρική (μήπως και καταστροφική;) όσο κι οι υποτιθέμενοι αόρατοι σύζυγοί της.  Κι όσο ψεύτικος κι αν ακουγόταν ο μύθος ήδη στην εποχή του Οππιανού, ήταν τέτοια η γοητεία της ταύτισης της τίγρης με τη γοργόφτερη κι αόρατη πνοή του ανέμου που ο βίος αλλά κι η φήμη του παρατάθηκαν επί μακρόν. Ο συγκαιρινός του Οππιανού Φιλόστρατος, ο εξηγητής του Απολλώνιου του Τυανέα, γράφοντας για τους γρύπες, λέει πως μόνον τις τίγρεις δεν μπορούσαν να πιάσουν τα μεγαλόφτερα και φοβερά εκείνα όρνια, γιατί η γοργάδα τους τις κάνει ένα με τους ανέμους: «τὴν τίγριν δὲ αὐτοῖς ἀνάλωτον εἶναι μόνην, ἐπειδὴ τὸ τάχος αὐτὴν ἐσποιεῖ τοῖς ἀνέμοις» (Φιλόστρατος, Τὰ ἐς τὸν Τυανέα Ἀπολλώνιον 3, 47.2-48.15). Από εκεί αυτή η φήμη φτερούγισε μέχρι την ποιητική ψυχή του Γρηγορίου του Ναζιανζηνού που, ξεπερνώντας πια τον μύθο, τον συνάρμοσε στην τίγρη μονολεκτικά μ’ ένα λαμπρό επίθετο: τίγρις ἠνεμόεις,[13] ανεμόεσσα, κυρά του ανέμου η τίγρη πια (απ’ όπου επήρε και την εμπνοή της τούτη η καταγραφή).

Ο μύθος βέβαια συνέχισε να ζει τουλάχιστον μέχρι τον Τιμόθεο τον Γαζαίο, στις αρχές του 6ου αιώνα: «…ἡ τίγρις, ἥτις συλλαμβάνουσα τίκτει ἐξ ἀνέμου. ὅτι δυσχερῶς ζῶσά ποτε συλλαμβάνεται ἢ ἡμεροῦται, σφόδρα ταχυτάτη οὖσα ὡς ἐξ ἀνέμου γεννωμένη» ((Τιμόθεος, Excerpta ex libris de animalibus, 9, 1-14) και μαζί με αυτόν και η πυρόφλογη ομορφιά στο δέρμα της τίγρης αλλά κι η αστραφτερή στιλβηδόνα της φλογόμορφης ματιάς της (Οππιανός & Ευτέκνιος). Και όχι μόνο. Πέρα από αυτή την ελληνική παράδοση, πορευόταν παράλληλα και μια άλλη, εξίσου παλαιά, με ρίζες λατινικές.

76913593_401451527398960_3040072951274668032_n.jpg

Στην Πιάτσα Αρμερίνα, σχεδόν στην καρδιά της Σικελίας, λίγο έξω από την πόλη, βρίσκεται η βίλα Καζάλε, μια ρωμαϊκή βίλα διάσημη για τα πολύαριθμα ψηφιδωτά της, με πιο γνωστά ίσως τα ‘Κορίτσια με μπικίνι’. Τριγυρίζοντας στη βίλα και περιεργαζόμενος τον πλούτο των ψηφιδωτών δαπέδων της, κάθε φορά η ματιά μου σκάλωνε σε μια παράσταση που αδυνατούσα να κατανοήσω κι ερμηνεύσω. Σ’ ένα τεράστιο ψηφιδωτό, το ‘Μεγάλο κυνήγι’, κυνηγοί συλλαμβάνουν και μεταφέρουν σε πλοία διάφορα άγρια ζώα και θηρία· ανάμεσά τους είναι και τρεις τίγρεις. Η μια από αυτές παρατηρεί απορροφημένη μα κι απορημένη ένα κυκλικό αντικείμενο με κάτι σαν μικρογραφία της μέσα του, ενώ ένας καβαλάρης έχοντας μες στον κόρφο του δυο τιγράκια σαλτάρει με το άλογό του στο πλοίο. Ε λοιπόν, αυτή η ψηφιδωτή εικόνα την άλλη παράδοση που μόλις προανέφερα αναπαριστά κι εικονογραφεί. Γράφει ο Πλίνιος (ακολουθώντας τον Πομπώνιο Μέλα) πως όταν κυνηγούν να συλλάβουν τους σκύμνους της τίγρης, έχουν στη διάθεσή τους ένα γοργό άτι και μόλις αιχμαλωτίσουν τα τιγράκια καβαλάνε σ’ ένα άλλο ξεκούραστο και δυνατό άλογο για να φύγουν όσο το δυνατόν μακρύτερα απ’ τη μάνα τίγρη. Μα σαν αυτή τους πλησιάσει της ρίχνουν ένα από τα μικρά της ώστε να απασχοληθεί για λίγο κι έτσι να μπορέσουν να ξεμακρύνουν μέχρι να φτάσουν με ασφάλεια στον προορισμό τους. Προϊόντος του χρόνου η Πλίνεια παρουσίαση του κυνηγιού των μικρών τίγρεων εμπλουτίστηκε με τη χρήση γυάλινων αγγείων. Πρώτος ο Αμβρόσιος Μεδιολάνων (στην Εξαήμερο) κάνει λόγο για μια γυάλινη σφαίρα που ρίχνουν στην τίγρη κι αυτή ξεγελιέται μπερδεύοντας το καθρεφτιζόμενο πρόσωπό της για το μικρό τιγράκι της. Φαντάζομαι εδώ το ελαφρύ μειδίαμα του τυφλού Μπόρχες από το αντίπερα σκοτάδι· να που εντέλει κάπου συμπλέκονται κι οι δυο παιδικές εμμονές του, μες στους λαβύρινθους του χρόνου. Σε χρόνους κατοπινούς, και σε μεταγενέστερες αφηγήσεις, στα γυάλινα αγγεία μέσα έκλειναν τα μικρά τιγρόπουλα: «τοὺς σκύμνους αὐτῆς ἀπούσης ἁρπάζοντες οἱ θηρευταὶ βάλλουσιν ἐν ὑαλίνοις ἀγγείοις, καὶ ὅταν καταληφθῶσιν ὑπὸ τῆς μητρὸς ταχυτάτης οὔσης, ῥίπτουσιν ἀγγεῖον ἕν, καὶ περὶ τοῦτο αὐτῆς ἀπησχολημένης καὶ ὑπὸ τῆς τοῦ τέκνου ἐν τῷ ὑελίῳ μορφῆς ἀπατωμένης οἱ ἱππεῖς τὴν ἄλλην ἔχοντες θήραν διαφεύγουσιν», μας πληροφορεί πάλι ο Τιμόθεος (ό.π.). Κι η οπτική αφήγηση του κυνηγιού της τίγρης γρήγορα πέρασε από τους προγόνους του ελληνόγλωσσου και λατινόγλωσσου Φυσιολόγου στα ψηφιδωτά αλλά και στα αγγλικά και γαλλικά bestiaria των Μέσων Χρόνων, τα οποία διαστίζονται με αντίστοιχες, αν και φανταστικές σ’ ό,τι αφορά την απεικόνιση της τίγρης, μινιατούρες.

Λύθηκε λοιπόν η απορία μου· μου φανερώθηκε όμως και μια άλλη όψη της τίγρης, που πόρρω απέχει από την αγριότητα και τη σκληροκαρδία, που της φόρτωσε η λατινική ποιητική φαντασία.

Από τις όχθες του Ινδού ποταμού, μιλάει ο Απολλώνιος του Φιλοστράτου: «καὶ τὴν τίγριν δὲ χαλεπωτάτην οὖσάν φασιν ἐν τῇδε τῇ χώρᾳ καὶ περὶ τὴν θάλατταν τὴν Ἐρυθρὰν ἐπὶ τὰς ναῦς ἵεσθαι, τοὺς σκύμνους ἀπαιτοῦσαν, καὶ ἀπολαβοῦσαν μὲν ἀπιέναι χαίρουσαν, εἰ δὲ ἀποπλεύσαιεν, ὠρύεσθαι αὐτὴν πρὸς τῇ θαλάττῃ καὶ ἀποθνήσκειν ἐνίοτε» (Φιλόστρατος, Τὰ ἐς τὸν Τυανέα Ἀπολλώνιον 2,14.43).

76747501_545307652933311_2353172217375752192_n

Ώστε ὠρύεσθαι αὐτὴν πρὸς τῇ θαλάττῃ καὶ ἀποθνήσκειν ἐνίοτε… Και πώς να είναι άραγε το βογγητό και το θρηνητικό της ουρλιαχτό λίγο πριν ξεψυχήσει, μια μάνα τίγρη που της κλέβουν τα μικρά της; Ούτε η φαντασία να τ’ ακούσει δεν αντέχει. Στις ακτές του μακρινού Ινδού ή της μυθικής Ερυθράς θαλάσσης σβήνει ο απόηχος της σκληροκαρδίας της τίγρης. Μένει το ανείπωτο ουρλιαχτό προς τη θάλασσα, στερνή και μάταιη επίκληση της τίγρης που ξεψυχάει στην ακροθαλασσιά. Η μάνα τίγρη, η τίγρις μετωνυμία της τρυφερότητας και της στοργής, της στοργής έως σπαραγμού, έως διασπαραγμού εσώτατου και ολοσχερούς.

Από αφορμή τον Δυτικό Κανόνα του Μπλουμ και τις δυσκολίες που παρουσιάζει η διδασκαλία της λογοτεχνίας στο παγκοσμιοποιημένο παρόν, κατέκλειε ο Έκο ένα άρθρο του στην Espresso, ως εξής: «Μπορούμε να φτάσουμε πραγματικά σε μια εκπαίδευση κατάλληλη για τον παγκοσμιοποιημένο κόσμο μας, όταν 99 τοις εκατό των καλλιεργημένων Ευρωπαίων αγνοούν το γεγονός ότι για τους Γεωργιανούς ένα από τα σπουδαιότερα ποιήματα σε όλη τη λογοτεχνική ιστορία ήταν αυτό του Ρουσταβέλι, Ο ιππότης με το δέρμα πάνθηρα, κι ενώ δεν συμφωνούμε καν (ελέγξτε στο Διαδίκτυο) εάν αυτή η γλώσσα με το δυσανάγνωστο αλφάβητο μιλά για δέρμα πάνθηρα κι όχι μάλλον τίγρης ή λεοπάρδαλης; Ή θα συνεχίσουμε να αναρωτιόμαστε “Ρουσταβέλι, ποιος ήταν αυτός;”»[14] Αναρωτιέμαι κι εγώ με τη σειρά μου, μήπως και η σύγχυση που επισημαίνει ο Έκο σχετικά με το λαμπρό ποίημα του Ρουσταβέλι δεν ανιχνεύεται άραγε και στην ίδια την επιστημονική ονομασία που επιδαψίλευσε στην τίγρη η Δύση; Panthera tigris να υπενθυμίσω την καλεί η επιστημονική κοινότητα, συμπλέκοντας κι εμπερικλείοντας ήδη μέσα σε αυτή τη σύμμειξη των λέξεων ένα βαρύ φορτίο αιώνων από αντιφατικές, μυθικές, φανταστικές και αληθινές κατανοήσεις κι αντιλήψεις για τα αιλουροειδή και την τίγρη. Αλλά ας εκτραπώ για λίγο προς τον Καύκασο όπου μας καλεί το διάσημο ποίημα του γεωργιανού. Ο σχεδόν άγνωστος Σότα Ρουσταβέλι έγραψε το λαμπρό του ποίημα κατά τα τέλη του 12ου αιώνα υπό μορφήν 1661 παραδοσιακών έμμετρων (δεκαεξασύλλαβων) τετράστιχων. Μέσα εκεί αφηγείται τη φιλία του Αβταντίλ με τον θλιμμένο ιππότη Ταριέλ, ο οποίος θρηνεί την αγάπη που έχασε και με την οποία καταφέρνει ο Αβταντίλ να τον ενώσει στο τέλος του έργου. Ως επί το πλείστον η όλη υπόθεση παρουσιάζεται μέσα από τις αφηγήσεις των δυο κεντρικών ηρώων. Το έργο, που αποτελεί την κορύφωση της ποιητικής και φιλοσοφικής ανάπτυξης της Γεωργίας του χρυσού αιώνα, έχει μεταφραστεί σε πάμπολλες γλώσσες, μεταξύ των οποίων και στα ελληνικά από τον Εμμανουήλ Μηταφίδη.[15] H αμφισημία του τίτλου που επισήμανε ο Έκο[16] εξακολουθεί να υπάρχει για τους μελετητές, παρά το γεγονός πως στα σύγχρονα γεωργιανά ο τίτλος δηλώνει δέρμα τίγρης, με αποτέλεσμα η διχογνωμία να εξακολουθεί να εμφανίζεται στους μεταφρασμένους τίτλους από γλώσσα σε γλώσσα. Στην έμμετρη –αλλ’ όχι υψηλών ποιητικών απαιτήσεων, παρά τη γενναία προσπάθεια– μετάφραση του Μηταφίδη, προτιμάται η τίγρη έναντι του πάνθηρα σε αντίθεση με την κομψότερη, έμμετρη κι αυτή, αγγλική μετάφραση της Lyn Coffin που έχω υπ’ όψιν μου. Μέσα στο έργο κάνει συχνές εμφανίσεις η τίγρη (ή ο πάνθηρας, αν προτιμάτε). Κι οι εμφανίσεις αυτές ούτως ή άλλως μιλούν για ένα ζώο θηλυκού γένους. Σ’ ένα τετράστιχο ο Ταριέλ (ο ιππότης με το δέρμα τίγρης, ή panthera tigris εντέλει) εξηγεί γιατί ενδύεται του ζώου τη δορά (μετ. Μηταφίδη):

70988185_423122625039327_5639057172181549056_n

«Για να δείξω πως ο τίγρης την καλή μου μου θυμίζει,
η καλή Ασμάτ μου ράβει, ενώ το μάτι της δακρύζει,
το κορμί μου να σκεπάζω φόρεμ’ από τίγρη δέρμα
και στην άχαρη ζωή μου δεν τολμώ να βάλω τέρμα».

Επανερχόμενος στην προαναθερθείσα σύγχυση, και κλείνοντας την περιπλάνηση αυτή, θα ακολουθήσω την ανάστροφη πορεία που θα μας οδηγήσει από την Ύστερη Αρχαιότητα πάλι πίσω στον Μπόρχες και την αγγλική ποίηση απ’ όπου ξεκινήσαμε. Ο βυζαντινός Φυσιολόγος, διαμορφώθηκε μεταξύ του 2ου και 4ου χριστιανικού αιώνα στην Αλεξάνδρεια, από τη συμπαράθεση διαφόρων παραδόσεων και κειμένων (ελληνικής, ρωμαϊκής, ινδικής ή και εβραϊκής προέλευσης) από την εποχή του Αλεξάνδρου. Πολύ νωρίς μεταφέρθηκε σε Ανατολή και Δύση, κι επέδρασε μάλιστα καταλυτικά σε αντίστοιχες λογοτεχνίες. Αξίζει να σημειωθεί εδώ πως, ενώ από όλες τις εκδοχές του Φυσιολόγου απουσιάζει παντελώς η τίγρη, η αρμένικη πιστή και ενωρίτατη μεταφορά του αποτελεί το μοναδικό δείγμα του έργου που τη συμπεριλαμβάνει (μαζί με άλλες δύο προσθήκες). Με τη διαμεσολάβηση λατινικών παραδόσεων αλλά και την καίρια συνδρομή του Ισιδώρου Σεβίλλης, ταξίδεψε σε όλες σχεδόν τις ντοπιολαλιές της Ευρώπης, μεταμορφωμένος σε bestiarium, κι έγινε το κατ’ εξοχήν μεσαιωνικό αφήγημα αλληγορικής ερμηνείας της φύσης και των πλασμάτων της. Άρδευσε έτσι γονιμοποιώς επί χίλια χρόνια την ποιητική φαντασία και τον αλληγορικό συμβολισμό της θρησκευτικής τέχνης στη Δύση. Σε ένα από τα κεφάλαια του Φυσιολόγου, υπάρχει και η περιγραφή του πάνθηρα. Αντιγράφω από το μεταγενέστερο κείμενο του 15ου αι. που εξέδωσε ο Émile Legrand (Le Physiologus. Poeme sur la nature des animaux en grec vulgaire et en vers politiques, Παρίσι 1873).

«Ποικίλον ζῶον γὰρ ἐστίν, καὶ ἥσυχον, καὶ πρᾷον,
ὡραῖόν τε καὶ ἔμμορφον ὁ πάνθηρος ὁ μέγας·
ἐχθρὸς μόνον τοῦ δράκοντος ὑπάρχει ὁ πανθήρης,
καὶ, ὅταν φᾷ καὶ κορεστῇ, κοιμᾶται τρεῖς ἡμέρας·
χωνεύουσιν τὰ βρώματα ἀπέσω στὴν κοιλιάν του,
ἐβγάλλει ξένην μυρωδιὰν ἐκ τὴν κοιλιά του μέσα,
βάλλει φωνὰς μεγάλας τε ὅσον νὰ ἠμπορήσῃ,
ἡ εὐωδία τρέχει δὲ ἀπάνω τε καὶ κάτω,
ἐβγαίνει ἀπὸ τὸ στόμαν του μετὰ [τὰς] τρεῖς ἡμέρας
καί, παίρνοντες τὴν μυρωδιάν, ἔρχονται τὰ θηρία,
καὶ τὰ ἐγγὺς καὶ τὰ μακράν, καὶ παίζουν μετ’ ἐκείνην.
Οὕτω καὶ ὁ Χριστὸς ἡμῶν τριήμερος ἀνέστη,
τὴν εὐωδίαν γὰρ αὐτοῦ προσήγαγεν τοῖς πᾶσιν,
καὶ τοῖς μακρὰν καὶ τοῖς ἐγγὺς τὴν εἰρήνην πληρώσας,
τὸ εὐαγγέλιον αὐτοῦ τὸ ποικίλον διδάξας,
τὴν πίστιν, τὴν ἐγκράτειαν, ὁμοῦ τὴν παρθενίαν·
τοῦτα γὰρ κτῆσαι, ἄνθρωπε, τὰ τοῦ εὐαγγελίου,
ἵνα ἐχθρὸς ἀναφανῇς τοῦ νοητοῦ θηρίου».

Είναι σαφές ότι ο πάνθηρας του Φυσιολόγου δεν έχει καμμία μα καμμία απολύτως σχέση με τον πάνθηρα, και πρόκειται για φανταστικό ον, που ως τέτοιο μνημονεύεται ήδη στο bestiarium των φανταστικών όντων της μπορχεσιανής βιβλιοθήκης. Αυτός ο φανταστικός βυζαντινός πάνθηρας, εμπλουτισμένος έχει μεταφερθεί στα αγγλικά bestiaria, τα οποία εξηγούν ότι ο συσχετισμός του με τον Χριστό οφείλεται στην προφητική ρήση του Ωσηέ: «διότι ἐγώ εἰμι ὡς πανθὴρ τῷ ᾿Εφραὶμ καὶ ὡς λέων τῷ οἴκῳ ᾿Ιούδα» (Ωσηέ, 5, 14). Η δε αριστοτελική προέλευση της ευώδους μυρωδιάς του συνταιριάστηκε με το γραφικό «ὅτι Χριστοῦ εὐωδία ἐσμὲν τῷ Θεῷ ἐν τοῖς σωζομένοις καὶ ἐν τοῖς ἀπολλυμένοις» (Β΄ Κορ. 2,15). Η συμπερίληψη του φανταστικού πάνθηρα στην αναζήτηση του τίγρη γίνεται αφενός για να καταδειχθεί το φαντασιακό υπόβαθρο της νεώτερης αγγλικής ποιητικής φαντασίας για τα αιλουροειδή αλλά κυρίως ως ένα αχνό κι αδιόρατο σκαλί για τη μετάβαση στον τίγρη του Μπλέηκ και πολύ περισσότερο στον τίγρη Χριστό του Έλιοτ.

75588093_566410604191636_1614345204314144768_n.jpg

Αρκετοί έχουν πλειστάκις σχολιάσει, χωρίς οριστική και κοινά αποδεκτή ερμηνευτική ισχύ, το πλέον εμβληματικό σύμβολο που εμφανίζεται στο ποίημα Γερόντιον (1920) του Έλιοτ, αυτό του Χριστού τίγρη.

«In the juvescence of the year
Came Christ the tiger…
The tiger springs in the new year. Us he devours.

στην άνοιξη του χρόνου
ήρθ’ ο Χριστός ο τίγρης…
Ο τίγρης ορμάει στον νέο χρόνο. Εμάς καταβροχθίζει».

Έχει ειπωθεί πως οι λέξεις που εισάγουν τις δύο εμφανίσεις του τίγρη Χριστού παραπέμπουν αντίστοιχα στην σάρκωσή του και στον τελικό  του ερχομό. Την πρώτη φορά έρχεται απλά στην παρθενική νεότητα του χρόνου ενώ την δεύτερη φορά ορμά ως τελικός κριτής να μας κατασπαράξει, στο άνοιγμα του νέου χρόνου που εγκαινιάζει η Δευτέρα Παρουσία του («ὅτι χρόνος οὐκέτι ἔσται», Αποκ. 10,6). Από την Παλαιά Διαθήκη ήδη ο Μεσσίας συχνότατα παρομοιάζεται με λέοντα ή με σκύμνο κι έτσι η ταύτιση του Χριστού με αιλουροειδές δεν ακούγεται κατ’ αρχήν ως κάτι ξένο και παράταιρο· αν συνυπολογιστεί δε και η αναφορά προς τον πάνθηρα του Ωσηέ και η αλληγορικός συσχετισμός του με τον αίλουρο των φυσιολόγων, φανερώνει μια εξοικειωμένη  μάλλον με το θέμα φαντασία. Παράλληλα βέβαια προαναγγέλεται από τις προφητείες αλλά και από τον Ιωάννη στην Καινή Διαθήκη και ως αμνός του Θεού αλλά παρουσιάζεται και ως αρνίον στην Αποκάλυψη. Αν υποθέσουμε ότι μια τέτοια αντιθετική εικόνα ενυπάρχει στην ποιητική αποτύπωση του Έλιοτ, τότε σίγουρα αυτή μας οδηγεί προς τα αντιθετικά ζεύγη της ποίησης του Μπλέηκ, και μάλιστα στην τίγρη (Tyger) του, που αναρωτιόταν αν πλάστηκε από τον ίδιο δημιουργό που έπλασε τον αμνό. Η δε χρήση της λέξης devours ανακαλεί το Devouring (αυτό που καρβροχθίζει) των Γάμων του Ουρανού και της Κόλασης του Μπλέηκ ως αντίθεση στο Prolific (αυτό που γεννά).[17] Ίσως για μια τέτοια υπόθεση συνηγορεί η σύγχρονη τότε ενασχόλησή του και με το έργο του Μπλέηκ, όπως φανερώνει η εντός του ίδιου χρόνου (1920) έκδοση του ποιήματος Γερόντιον αλλά και του δοκιμίου του για τον Μπλέηκ. Αν αυτή η υπόθεση έχει κάποια βάση, τότε θαρρώ πως ο Έλιοτ στον τίγρη Χριστό δεν βλέπει μόνον τον εσχατολογικό Κριτή Χριστό αλλά ενοποιώντας τις δυο αναφορές του στον τίγρη Χριστό (έρχεται & ορμά) απαντά στο δίλημμα που έθετε ο Μπλέηκ στο ποίημά του για τον τίγρη. Αυτή η ενότητα των πριν διεστώτων ήδη υπεμφαίνεται στην Αποκάλυψη του Ιωάννη, «ἰδοὺ ἐνίκησεν ὁ λέων ὁ ἐκ τῆς φυλῆς Ἰούδα, ἡ ῥίζα Δαυίδ, ἀνοῖξαι τὸ βιβλίον καὶ τὰς ἑπτὰ σφραγῖδας αὐτοῦ. Καὶ εἶδον ἐν μέσῳ τοῦ θρόνου καὶ τῶν τεσσάρων ζῴων καὶ ἐν μέσῳ τῶν πρεσβυτέρων ἀρνίον ἑστηκὸς ὡς ἐσφαγμένον» (Αποκ. 5,5-6). Ο αμνός κι ο τίγρης είναι ένας κι ο αυτός, αυτός που καταβροχθίζουμε στην Ευχαριστία και θα μας καταβροχθίσει ολοκληρωτικά. Προς τα εκεί καταδεικνύει άλλωστε και η μεταμφιεσμένη εικόνα μιας παραμορφωμένης μετάληψης, από άθρησκους πια ανθρώπους, που ακολουθεί στο ποίημα τον ερχομό του τίγρη Χριστού:

«In depraved May, dogwood and chestnut, flowering judas,
To be eaten, to be divided, to be drunk
Among whispers

Στον διεφθαρμένο Μάη, κρανιά και κάστανο,
ανθισμένη κουτσουπιά,
να φαγωθούν, να μοιραστούν, να πιωθούν
ανάμεσα σε ψιθύρους».

Πώς όμως και γιατί να μας καταβροχθίσει ο τίγρης Χριστός; Αν ο τίγρης Χριστός είναι μόνον ο τελικός κριτής σίγουρα ο κατασπαραγμός μας είναι κι η τελική καταδίκη και κατάλυσή μας, αν όμως είναι ο τίγρης Χριστός εν ταυτώ κι ο μυστικός Αμνός σίγουρα ο διασπαραγμός είναι η ατέρμονη ενότητα. Κρίνω πως ίσως ετούτο το ορμητικό τιγρίσιο άλμα του Έλιοτ να έχει κάποια κρυφή και μυστική αντιστοιχία με το παύλειο «νῦν δὲ γνόντες Θεόν, μᾶλλον δὲ γνωσθέντες ὑπὸ Θεοῦ» (Γαλ. 4,9). Η θεοφαγία, από μυητική, αναμνηστική, τελετουργική πράξη μερικής ή και συμβολικής ένωσης και κατάληψης του Θεού, μπορεί να τελεστεί ως πλήρης κι ουσιαστική γνώση κι ένωση μαζί του μόνον όταν αφεθεί ο πεπερασμένος άνθρωπος στην κατάληψη, την γνώση κι εντέλει τον διασπαραγμό του από τον ίδιο τον Θεό.  Ποιος ξέρει; Ίσως πάλι και να κρίνω λάθος και να παρασύρθηκα σε μονοπάτια αδιέξοδα. Εξάλλου μόνο όποιος βρέθηκε στα δόντια του τίγρη, θα μπορούσε να μας πει.

68945173_2505458859685676_2006095442034556928_nΌπως κι αν έχει, για τον Έλιοτ ο τίγρης ταυτίζεται με τον Χριστό, τον έγχρονο και σαρκωμένο, αλλά και τον άχρονο, τον αείποτε, σηματοδοτώντας πάντα –ας μην ξεχνάμε!– την διάνοιξη ενός νέου χρόνου, εκεί που για τον Μπόρχες ο τίγρης είναι ο πεπερασμένος ενδοκοσμικός χρόνος-εαυτός: «Ο χρόνος είναι η ουσία απ’ την οποία είμαι φτιαγμένος. Ο χρόνος είναι ένα ποτάμι που με παρασέρνει, αλλά εγώ είμαι το ποτάμι· είναι ένας τίγρης που με κατασπαράζει, αλλά εγώ είμαι ο τίγρης…» (Νέα ανασκευή του χρόνου, Διερευνήσεις, μετ. Αχ. Κυριακίδη).

Όσο για την δική μου τίγρη, που από παιδί ονειρεύομαι, σίγουρα υπάρχει και μες στον τίγρη που ονειρεύτηκαν πολύ πριν από μένα οι μύθοι, η φαντασία, η ποίηση κι η πίστη των ανθρώπων κι όσο και αν τονε ψάχνω στης φαντασίας μου τους σκοτεινούς λαβύρινθους, ξέρω πως θα ’ρχεται μόνο όταν αυτός θελήσει σαν την πνοή του ανέμου αλαφροπάτητος, μαρμαίροντας πυρφόρος, μ’ όλη την ανείπωτη τρυφερότητα του (δια)σπαραγμού στο βλέμμα.

ΗΛΙΑ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ


[1] Ευτέκνιος, Παράφρασις εἰς τὰ τοῦ Ὀππιανοῦ κυνηγητικά, 35, 1-2.

[2] Βλ. και Rodriguez-Monegal Emir, “Symbols in Borges Work”, Modern Fiction Studies, v. 19, no. 3 (1973), 339-340, ο οποίος, προχωρώντας βαθύτερα, συσχετίζει αξιοπρόσεκτα την αφοσίωση του Μπόρχες στην τίγρη με την αφοσίωσή του στους νεκρούς προγόνους, στους πολεμιστές, τους γκάουτσο, τους πειρατές και τους δολοφόνους, δια της νοσταλγίας της δράσης, του αίματος, της βίας και της φωτιάς που απουσιάζει από την ζωή του Μπόρχες· αυτή η αξιομνημόνευτη παρατήρησή του όμως θα μας ξεστράτιζε τώρα.

[3] Mukherjee, Sujit, Tigers in Fiction: An Aspect of the Colonial Encounter, Kunapipi, 9 (1), 1987. Προσβάσιμο εδώ: http://ro.uow.edu.au/kunapipi/vol9/iss1/3

[4] Γράφει ο Μπόρχες: «Μια περίφημη σελίδα του Μπλέικ θέλει την τίγρη “φλόγας λάμψη” κι ένα αιώνιο αρχέτυπο του Κακού· εγώ προτιμώ εκείνη τη φράση του Τσέστερτον, που τη χαρακτηρίζει σύμβολο τρομερής κομψότητας», Μπόρχες, “Γαλάζιες τίγρεις”, Άπαντα τα πεζά, σ. 511 (μετ. Αχιλλέας Κυριακίδης). Δες και την επόμενη σημείωση.

[5] Η φράση αυτή περιέχεται στη βιογραφία του Μπλέηκ από τον Τσέστερτον, και σε αυτήν παραπέμπει ο Αργεντίνος στις Γαλάζιες τίγρεις. Επειδή δεν έχει καταπώς φαίνεται εντοπιστεί από τον εξαιρετικό μεταφραστή Κυριακίδη, δεν έχει καταχωριστεί και στις πληθωρικές και σχολαστικές Σημειώσεις του. Chesterton G. K., William Blake, London 1910, σ. 155.

[6] Καμπερίδης Λάμπρος, “Οι γάμοι του ουρανού και της γης”, Αντί χρυσέων, Αφιέρωμα στον Ζήσιμο Λορεντζάτο, 1995, σ. 183 (Η φράση στα ανωφερή εισαγωγικά είναι του Μπλέηκ, από τους Γάμους του Ουρανού και της κόλασης).

[7] Παρά τη διπλά μεταφορική και περιπαιχτική του επανεμφάνιση στην Παρτούζα του Νίκου Φωκά, αντάμα με τον καρχαρία.

[8] Η τίγρις, καθώς κι ο λύκος, αλλά και τα αιλουροειδή, συχνοπερπατούν στην ποίηση του Βολκώφ.

[9] Σε γένος θηλυκό στην ποίηση, μα και σε αρσενικό στην πεζογραφία, φαίνεται πως η τίγρη κατανοήθηκε στη θηλυκή της ύπαρξη από τη ρωμαϊκή κοσμοαντίληψη, όπως παραθέτει η Hawtree L., Wild Animals in Roman Epic, (PhD Thesis), University of Exeter, September 2011, σ. 105-106. Προσβάσιμο εδώ: https://ore.exeter.ac.uk/repository/bitstream/handle/10036/3469/HawtreeL.pdf?sequence=1

[10] Τη φράση αυτή, καθώς και την (ομηρική) καταγωγή της, συζητά δια μακρών ο Pease στα σχόλιά του στο 4ο βιβλίο της Αινειάδας, δες Pease A. S. (ed.), Publi Vergili Maronis Aeneidos Liber Quartus, Harvard University Press 1935, σ. 315-318.

[11] Για τις εμφανίσεις του ζώου στον ελληνικό και ρωμαϊκό κόσμο, παραμένει κλασικό το έργο της Toynbee Jocelyn, Animals in Roman Life and Art, Thames & Hudson, London 1973· δες και Hawtree L., Wild Animals in Roman Epic, (PhD Thesis), University of Exeter, September 2011, σ. 100-121.

[12] Varro, On the Latin language, V, 20.100 (The Loeb Classical Library).

[13] Γρηγόριος Ναζιανζηνός, Περὶ τῆς τοῦ ἐκτὸς ἀνθρώπου εὐτελείας (Migne, Patrologia Graeca, τ. 37, στ. 767).

[14] http://espresso.repubblica.it/opinioni/la-bustina-di-minerva/2010/11/26/news/rustaveli-chi-era-costui-1.26172?refresh_ce

[15] Η μετάφραση ξεκίνησε το 1966 εν όψει των εορτασμών για τα 800 χρόνια του Ρουσταβέλι στην ΕΣΣΔ, ως μέρος μιας προσπάθειας να μεταφραστεί το έργο σε όλες τις γλώσσες της Σοβιετικής Ένωσης. Ολοκληρώθηκε το 1974, οπότε και πέθανε ο Μηταφίδης, και κυκλοφόρησε μόλις το 2016, σε ιδιωτική έκδοση περιορισμένων αντιτύπων.

[16] Μια αμφισημία που επεκτείνεται και στο πρώτο μισό του τίτλου: ο ιππότης αναφέρεται μάλλον απλά ως άνδρας.

[17] Δες Michael O’Neill στο T. S. Eliot in Context (Jason Harding, ed., Cambridge 2011), σ. 201.

Το ποιητικό έργο του Τάκη Κουφόπουλου. Μια εξ όνυχος αναδίφηση

του ΘΑΝΑΣΗ ΓΑΛΑΝΑΚΗ

Πάντοτε, σὲ ὅλες τὶς ἐθνικὲς γραμματολογίες, θὰ ἐντοπίζονται ἐκεῖνες οἱ sui generis φυσιογνωμίες, ποὺ εἴτε ἕνεκα ἱστορικῆς ἀναγκαιότητας εἴτε ἕνεκα προσωπικῆς ἀνάγκης γιὰ δήλωση τῆς διαφορᾶς τους (καμία σχέση μὲ τὴ χαμερπῆ ἐκδοχὴ τῆς ἐναγώνιας ἀναζήτησης προσοχῆς μὲ κάθε μέσο ἢ τρόπο) θὰ ξεχωρίζουν ἄλλοτε κερδίζοντας εὐρεία ἀποδοχὴ καὶ ἀναγνώριση, κι ἄλλοτε ὄχι. Μία τέτοια περίπτωση ὑπῆρξε καὶ ὁ Τάκης Κουφόπουλος.

Πλάι στὸ πεζογραφικό του ἔργο βρίσκεται –καταλαμβάνοντας σημαντικὰ μικρότερη ἔκταση– καὶ ἕνα μικρότερο ποιητικό, τὸ ὁποῖο ἀξίζει κανεὶς νὰ τὸ ἐξετάσει ξεχωριστά, μιᾶς καὶ μιὰ περιδιάβαση σ’ αὐτὸ ἀποζημιώνει τὸν ἐπίδοξο ἀναγνώστη, ἀποδεικνύοντάς του ὅτι ὁ Κουφόπουλος ἐπιδόθηκε στὸν ποιητικὸ λόγο μὲ λιγότερο ζῆλο ἀπ’ ὅ,τι στὴν πρόζα, ἐπενδύοντας ὡστόσο ἐξίσου ἀπὸ τὸ ψυχικό του ἀπόθεμα. (περισσότερα…)

«Γαλήνη του κόσμου κι ειρήνη»

palamas-520x245

~.~

Oι «Λύκοι» του Κωστή Παλαμά και το τέλος του ποιητή-προφήτη

του ΘΑΝΟΥ ΓΙΑΝΝΟΥΔΗ

Το 2016, ο Κωστής Παλαμάς, από το αιώνιο βάθρο που βρίσκεται και μας εποπτεύει όλους, είδε το έργο του να γίνεται αντικείμενο συζήτησης κι αντιπαράθεσης στη Βουλή των Ελλήνων[1] μετά από ένα μεγάλο χρονικό διάστημα που η αναφορά στο όνομά του περιοριζόταν σε εθνικές επετείους και σε φράσεις του που λειτουργούν πλέον ως αυτόνομα γνωμικά και ρήσεις. Συγκεκριμένα, ο Γενικός Γραμματέας του Λ. Σ.-Χρυσή Αυγή, Νίκος Μιχαλολιάκος, επιθυμώντας να καυτηριάσει τους —αριστερής προέλευσης— πολιτικούς του αντιπάλους, χρησιμοποίησε ως βέλος στη φαρέτρα του τη φράση «καλαμαράδες και δημοκόποι και μπολσεβίκοι» από τους παλαμικούς «Λύκους». Η αντίδραση των Βουλευτών του ΣΥΡΙΖΑ περιελάμβανε τόσο το ποίημα-απάντηση του Κώστα Βάρναλη στους «Λύκους» όσο και την αναφορά στην πάνδημη κηδεία του εθνικού ποιητή που εξελίχθηκε σε παλλαϊκή αντιναζιστική κι αντικατοχική διαδήλωση. Το ποίημα των «Λύκων», ωστόσο, αφέθηκε στην άκρη, ωσάν να είχε τοποθετηθεί ορθώς εντός των συμφραζομένων που ο Μιχαλολιάκος το έθεσε.

mprosta_2.jpgΕπιπλέον, ξανά το 2016 ο ίδιος πολιτικός κυκλοφορεί ένα βιβλίο με κείμενά του για τη Νεοελληνική Λογοτεχνία, με τους «Λύκους» σε περίοπτη θέση στο οπισθόφυλλο.[2] Πρόκειται για μια συρραφή των κατά καιρούς άρθρων του σχετικά με τη λογοτεχνία στην παραταξιακή εφημερίδα της Χρυσής Αυγής,[3] προφανώς ιδωμένα μέσα από τη σκοπιά της εθνικιστικής προπαγάνδας της συγκεκριμένης οργάνωσης. Κι αν μεν ο Μιχαλολιάκος και ο κάθε Μιχαλολιάκος έχει το αναφαίρετο δικαίωμα να εκφέρει λόγο περί της Ελληνικής Λογοτεχνίας, δημιουργείται δε μείζον ζήτημα όταν επιλέγει να παρουσιάσει μόνο τα τμήματα εκείνα του παλαμικού έργου που τον συμφέρουν με σκοπό να δικαιολογήσει τα προκατασκευασμένα συμπεράσματά του, τη στιγμή μάλιστα που κατηγορεί τους αντιπάλους για τον ίδιο ακριβώς λόγο.[4] Σε ένα πολυσχιδές και πολυπρισματικό έργο όπως το παλαμικό, η προσπάθεια απόκρυψης ισοδυναμεί με έγκλημα. Ιδιαίτατα, την περίπτωση των «Λύκων» οφείλει να πέσει άπλετο φως, καθώς το κομβικό και μεταβατικό αυτό ποίημα αποτελεί την τομή που κλείνει εκκωφαντικά τον κύκλο του Κωστή Παλαμά ως ‘‘ποιητή-προφήτη’’· πέραν αυτού, οι εξακτινώσεις του ταξιδεύουν πολύ μακρύτερα από οποιαδήποτε επικαιρική ανάγνωση.

Ας δούμε, όμως, τα γεγονότα με τη σειρά: Η λήξη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου —με τη συνακόλουθη επέκταση της Ελλάδας στα ανατολικά— βρίσκει το όραμα της ‘‘Μεγάλης Ιδέας’’ και της Ελλάδας των δύο ηπείρων και πέντε θαλασσών να παίρνει σάρκα και οστά. Ο Κωστής Παλαμάς, ο οποίος παρακολουθεί σταθερά και αταλάντευτα όλες τις εθνικές περιπέτειες των τελευταίων δεκαετιών, εμπνεόμενος και εμπνέων, οραματιζόμενος και δημιουργώντας όραμα, δεν είναι δυνατόν να απέχει από την παρακολούθηση της Μικρασιατικής εκστρατείας, μιας εκστρατείας που στα μάτια της πλειοψηφίας του ελληνικού λαού έχει λάβει το χαρακτήρα της εποποιίας. Συνθέτει, λοιπόν, κομμάτια αυτόνομα, τα οποία και σκοπεύει να ενώσει κάτω από την κατηγορία των «Επικών Καιρών»,[5] σειρά που πρόκειται να μείνει ανολοκλήρωτη, όπως και άλλα παλαμικά έργα (ενδεικτικά: οι «Παράδεισοι», το «Τραγούδι του Ήλιου») κι εντέλει να ετεροπροσδιοριστεί ακόμα και στο ίδιο της το όνομα από τους «Λύκους» που έρχονται να την κατασπαράξουν και να της δώσουν το κεντρικό όνομα. Έτσι, πριν εμφανιστεί η αγέλη των «βαλτών για τα έργα του ολέθρου», ο Παλαμάς αναζητά στο ποίημα «Στον ποιητή Καρθαίο» τον «Λόγο που αν δεν είναι ο λυτρωτής / λαμπίζει σαν τα ακριβώτατο πετράδι / φωτίζει σαν πυρσός οδηγητής» και κάνει ακολούθως λόγο στη «Νεκρική Ωδή» για αγώνα «για της φυλής την ένωση», αλλά και για «θαμμένα κόκκαλα προγόνων», των οποίων η θυσία τώρα φαίνεται να δικαιώνεται. Ώσπου φτάνει, στο τέλος του καλοκαιριού του 1922, το εκκωφαντικό τέλος της επεκτατικής ‘‘Μεγάλης Ιδέας’’ με μια συμφορά πρωτόγνωρη για τον έως τότε ελληνισμό.

Είναι πραγματικά πολύ δύσκολο να συνειδητοποιήσει έναν αιώνα αργότερα ο μεγαλωμένος στη μεταπολιτευτική χαλαρότητα κι ευμάρεια αναγνώστης το μέγεθος της καταστροφής που συντελέστηκε στην ψυχή του λαού, αλλά κυρίως στο όραμα του ποιητή Παλαμά που είχε προσδέσει τη φωνή του στη παλλαϊκή συνεκτική αφήγηση του καιρού του. Η κατάρρευση του μετώπου είναι ραγδαία, ο ελληνικός στρατός πληρώνει στο αντίστροφο τα όσα έπραξε καθώς προχωρούσε και η καταστροφή της Σμύρνης ολοκληρώνει με το χειρότερο τρόπο το θρυμματισμό του ονείρου που γαλούχησε γενιές επί έναν αιώνα στην Ελλάδα. Ο Κωστής Παλαμάς βιώνει, όπως και όλοι οι Έλληνες, τον καταιγισμό των ραγδαίων εξελίξεων και καταγράφει την ίδια στιγμή και χωρίς καμία χρονική απόσταση —που θα τοποθετούσε τα γεγονότα σε πιο αντικειμενικά συμφραζόμενα— όσες σκέψεις και φοβίες τον κατακλύζουν.

μεγαλη ιδεα

~.~

Στις 27 Αυγούστου έχει ήδη ξεκινήσει να συνθέτει τους «Λύκους», ένα εκτενές ποίημα παράλληλων μονολόγων του ποιητή με μια «Φωνή», το οποίο εκκινεί με το εξής χαρακτηριστικό τετράστιχο:

Βοσκοί, στη μάντρα της Πολιτείας οι λύκοι! Οι λύκοι!
Στα όπλα, Ακρίτες! Μακριά και οι φαύλοι και οι περιττοί,
καλαμαράδες και δημοκόποι και μπολσεβίκοι,
για λόγους άδειους ή για του ολέθρου τα έργα βαλτοί.

Ποιοι, όμως, είναι οι λύκοι, μιας και στο παλαμικό έργο δεν εντοπίζεται μια ολιστική θέαση των πραγμάτων και η κάθε θέση συνυπάρχει με την αντίθεσή της; Η πρώτη, απλοϊκή κι επιφανειακή απάντηση φέρνει στο νου τους κομμουνιστές ή τον οποιονδήποτε ‘‘εσωτερικό εχθρό’’ που ικανοποιείται με την εθνική τραγωδία κι εμφανίζεται έτοιμος να σπείρει καταστροφή και διχόνοια. Φαίνεται ότι αυτή την εκτίμηση έκανε και ο Κώστας Βάρναλης, μιας και με το προαναφερθέν ποίημα «Λεφτεριά» απαντά ουσιαστικά στους παλαμικούς «Λύκους».[6] Η σχέση Παλαμά-Αριστεράς οφείλει σαφώς να μελετηθεί περαιτέρω, μιας και πρόκειται για βαθιά σχέση έλξης και απώθησης.[7] Είναι στιγμές που ο ποιητής νιώθει τον εαυτό του κοντά στην εργατιά κι ευλαβικά στέκει και δοξάζει τους καρπούς του μόχθου της, όπως στον «Κύκλο των τετράστιχων»,[8] ενώ στο χαρακτηρισμό ποιήματός του από τον Αντρέα Καραντώνη ως κομμουνιστικό εξανίσταται.[9] Αν και δεν παίρνει όπως φαίνεται ξεκάθαρη θέση για το ιδιώνυμο, ο ίδιος ο Γενικός Γραμματέας του ΚΚΕ, Νίκος Ζαχαριάδης, θα τον ξαναδιαβάσει την οριακή δεκαετία του ΄40 και θα τον διεκδικήσει για λογαριασμό του κομμουνιστικού κινήματος.[10]

Άραγε, τότε, «οι Λύκοι» θα μπορούσαν να είναι οι ξένες δυνάμεις που επιβουλεύονται τον ελληνισμό και ειδικότερα η Ρωσία —πλέον ‘‘μπολσεβικική’’ Σοβιετική Ένωση’’— που έσπασε τους αιώνιους μύθους για βοήθεια στην Ελλάδα εν ώρα ανάγκης και στράφηκε στον ‘‘εθνικό εχθρό’’; («Σπαθιά του Τούρκου και δαυλιά / παραμονεύει ο Βούλγαρος / κι ο Μόσκοβος φοβέρα είναι. / Κι ο Φράγκος ο άρχοντας […] παραμέρισε στο […] διάβα μας»). Μήπως, όμως, στους «Λύκους» συμπεριλαμβάνεται και ο ίδιος ο λαός που στέκει χαύνος («Ο λαός; Όνομα. Σκλάβας πλέμπας δούλα κ’ η οργή») ή μήπως και οι εσωτερικές φοβίες του καθενός και τα χαλινάρια που τον περιορίζουν μπροστά στη θέαση της καταστροφής; («Μάνα, δεν στέκει τίποτε / γερό κι αντρίκειο μέσα μου, / είμαι άρρωστος χίλιες φορές, / μύριες φορές είμαι άναντρος»); Φαίνεται, λοιπόν, πως στο παλαμικό έργο η μία και στενή ερμηνεία περιορίζει τόσο δραστικά το οπτικό πεδίο, σε βαθμό που δημιουργεί θυμηδία (ή και παρασέρνει στην ηθελημένα γραφική εικόνα του Παλαμά των σχολικών γιορτών κι εθνικών επετείων).

Όσο προχωρούμε στο Σεπτέμβριο της Καταστροφής και η απαρίθμηση των συμφορών και των πολλαπλών «Λύκων» προχωρά, τόσο γίνεται εμφανές πως το πρώτο μισό του ποιήματος που εκφέρεται από τον ‘‘Ποιητή’’ μετατρέπεται σταδιακά σε έναν μαζικό θρήνο και παλλαϊκό μοιρολόι, με την κατάλληλη βέβαια σκηνοθεσία. Επιστρατεύονται οι λεβέντες («Λεβέντες, τα μνημούρια σας / με τα χέρια σας σκάφτε τα, / προτού τα σκάψουνε για σας / άλλοι») και τα κορίτσιαΚορίτσια, ξεριζώστε τα / τα φουντωτά μακρόμαλλα / στη φούρια της απελπισιάς») κι όλοι μαζί καλούνται να συμμετάσχουν στον επιτάφιο θρήνο για την εθνική αφήγηση που καταρρέει παταγωδώς (κι αφού όλα τα όνειρα είχαν προσδεθεί σ’ αυτήν, καταρρέει και ‘‘χάνεται’’ μαζί με την πατρίδα και ο κόσμος ολόκληρος). Ο ποιητής αδυνατεί να δει την ομορφιά ακόμα και στα λουλούδια του περιβολιού των «μαγιάπριλων», μιας και όλα τα σημαίνοντα χάνουν το νόημά τους γύρω του («του κάκου τα ηλιογέρματα / στους κήπους με τις ευωδιές»). Σύντομα γίνεται σαφές πως δεν κηδεύεται ούτε η μικρασιατική εκστρατεία ούτε η Ελλάδα η ίδια, αλλά ο ‘‘Ποιητής-προφήτης’’, αυτός που είχε αρχίσει να ταλαντεύεται από την αλλαγή των καιρών στους Βωμούς[11] και πλέον στους «Λύκους» συντρίβεται σε χιλιάδες κομμάτια: «Μάννα, η Πατρίδα χάνεται / προφήτες, ήρωες, μάρτυρες, / και ο λυτρωτής και ο σαλπιστής / όλα εδώ σβύνουν. Θα σβυστής.» || «Να μας τον προφητεύουνε / κι αν πια οι προφήτες πάψανε, / κι αν κλάψανε τη χάση του, / τη συμφορά μας κλάψανε». Ο Κωστής Παλαμάς, ο ίδιος ο ιεροφάντης μιας ολόκληρης εποχής κι ενός τρόπου αντίληψης της τέχνης, της γλώσσας, της πλάσης όλης, δηλώνει το ίδιο δευτερόλεπτο της πτώσης το θλιβερό τέλος αυτού του κόσμου, της αθανασίας της γραφής και των ονείρων του, αλλά και την αλλαγή μιας εποχής, μέσα στα συντρίμμια των υπερφίαλων οραμάτων. Η σκηνή είναι συγκλονιστική και δικαιώνει ακόμα περισσότερο τον Παλαμά, μιας και η γενιά του Μεσοπολέμου που ακολουθεί δεν κάνει κάτι άλλο από το να επαναδιατυπώσει —και με χρονική μάλιστα καθυστέρηση— όσα πρώτος αυτός συμπέρανε.[12]

Σαφέστατα, ωστόσο, ο Παλαμάς, με την κυκλική αντίληψη του χρόνου, της τέχνης και της ζωής που τον διέπει, δε θα αφήσει το σκοτάδι και το θρήνο να κυριαρχήσουν και τους κάθε λογής «Λύκους» να αναδειχθούν νικητές. Το αποτύπωμα, οπότε, το οποίο το ποίημα αφήνει προς το μέλλον ανιχνεύεται κυρίως στην ανταπάντηση της ‘‘Φωνής’’ στον Ποιητή που με μια μικρή χρονική απόσταση λίγων ημερών επαναπροσδιορίζει το χάρτη και επανατοποθετεί τον κόσμο και την πραγματικότητα στις διαστάσεις που τους αναλογούν. Αντικαθιστώντας τον ίαμβο του πρώτου τμήματος (με τη διπλή τομή που έδινε ανόθευτη την αίσθηση του άγχους και του πνιγμού) με τον σπανιότερο μεσοτονικό της σταθερής τροχιάς και με ενσωματωμένη επωδό που επαναλαμβάνεται μετά το τέλος κάθε στροφής, ο Παλαμάς επιθυμεί να εξισορροπήσει το θρήνο και την οδύνη και να δημιουργήσει μια συνθήκη που θα εξασφαλίσει το αύριο, έστω και μετά την πτώση των ιδανικών, και θα εξαφανίσει από προσώπου γης τους «Λύκους».

Βλέποντας, λοιπόν, «ξημέρωμα / κι ας είναι μεσ’ στη συγνεφιά», «γαλάζιες χλωράδες / και μεσ’ στις χερσάδες / και μεσ’ στις ερμιές», ο Ποιητής δεν εγκλωβίζεται σε ένα επικαιρικό συναίσθημα τέλματος, αλλά αναγνωρίζει πως ο τροχός της μοίρας δεν μπορεί παρά να ξαναγυρίσει. «Τα Έθνη λυγίζονται, ορθώνονται, πάνε» συνεχίζει η Φωνή. Δεν αποτελούν, δηλαδή, μιαν αρτηριοσκληρωτική κατασκευή, αλλά αναπροσαρμόζουν ταχύτατα τους στόχους τους και ανασκουμπώνονται μετά από ήττες που φαντάζουν ολοκληρωτικές. «Μακριά το μαράζι / […] δεν χάνεται τίποτες όσο / φυτρώνω απ’ το χώμα» διατυπώνει ακολούθως, θέτοντας πια το νέο μεγάλο εθνικό στόχο που δεν είναι άλλος από την καταλλαγή, την τοποθέτηση του κόσμου στα πραγματικά του συμφραζόμενα μακριά από ‘‘Μεγάλες Ιδέες’’ και τη συνακόλουθη «γαλήνη και ειρήνη» τόσο σε συλλογικό όσο και σε ατομικό επίπεδο. Την συλλογική Γαλήνη των προσφύγων που κατακλύζουν τη μητέρα-πατρίδα μετά την καταστροφή θα την αναζητήσει αργότερα, ίσως επηρεασμένος από τον Παλαμά, ο Ηλίας Βενέζης στο ομώνυμο μυθιστόρημα.[13] Εξάλλου, η όλη —ανολοκλήρωτη— σύνθεση των «Επικών Καιρών»-«Λύκων» κλείνει με το «Τραγούδι των Προσφύγων», όπου και η Ελλάδα θα φωνάξει υπέρ της ένωσης και της αλληλεγγύης του λαού και των ξεριζωμένων τέκνων της.[14]

Μέσα στην μεταιχμιακή αυτή στιγμή που ένας προφήτης καταρρέει μαζί με τον κόσμο του, πολλοί θα έχαναν εύκολα την προσωπική τους πίστη. Αυτό δεν συμβαίνει, ωστόσο, στο παλαμικό έργο, το οποίο πατά σε στέρεες βάσεις κι αντικρύζει την ανθρώπινη συνθήκη στην ολότητά της, απαλλαγμένο από πάσης φύσεως νεωτερικές προκαταλήψεις. Ο ποιητής αναγνωρίζει πως εισέρχεται σε μια νέα περίοδο δίχως γυρισμό και την ευλογεί πρώτος, καθώς του έλαχε στο πέρασμα των χρόνων ένα ορισμένο τμήμα του κύκλου, γύρω απ’ τον οποίο προφανώς θα υπάρχουν επικαιρικές υψώσεις και βυθίσεις και το προσωπικό του καθήκον είναι να τραγουδήσει το τραγούδι του στα εκάστοτε δεδομένα, με πλήρη πια συναίσθηση πως και η δική του ζωή και φωνή είναι πεπερασμένης διάρκειας. Ίσως κάποτε, όταν θα έχουν περάσει εθνικές και λαϊκές ήττες και νίκες, σωβινιστές που παραποιούν την πραγματικότητα κατά το δοκούν, σημαιοφόροι κάθε λογής ιδεολογίας με επικαιρικά συνθήματα, να μείνει μόνο το τραγούδι, σημαία και ύμνος της ζωής που νικά εσωτερικούς κι εξωτερικούς «Λύκους» και καταφάσκει και πάλι στη ζωή την ίδια:

Γιατί το πολέμιο σαν παύη τουφέκι,
απάνου απ’ τα μαύρα χαλάσματα στέκει
μια Μούσα. Ποτέ το τραγούδι δεν παύει,
χαρήτε, κ’ οι ελεύτεροι τάχα, και οι σκλάβοι.
Διαβαίνουμε, κ’ ένα τραγούδι θα μείνη,
της φλόγας το θάμα, δροσιά στο καμίνι,
γαλήνη του κόσμου και ειρήνη!

 

ΘΑΝΟΣ ΓΙΑΝΝΟΥΔΗΣ

 


[1] Βλ.: https://www.protothema.gr/politics/article/576387/vouli-lukoi-stihoi-kai-mathimata-kommounistikis-istorias/ (Τελ. προσπέλαση: 8/7/2018).

[2] Βλ.: Ν. Γ. Μιχαλολιάκος, Σε γνωρίζω από την κόψη του σπαθιού την τρομερή: 18 κείμενα για την Ελληνική Λογοτεχνία, Χρυσή Αυγή, Αθήνα 2016.

[3] Κάνω λόγο για συρραφή, διότι πολλά σημεία κι αποσπάσματα επαναλαμβάνονται, ενώ παράλληλα, τα αυτοτελή άρθρα του τόμου βρίσκονται πάντα εντός των επικαιρικών συμφραζομένων που ενέπνευσαν τη συγγραφή τους.

[4] Ό.π (σημ. 2), σ. 99. Για την ‘‘Ανθολογία Μιχαλολιάκου’’ που παρουσιάζεται ως η φυσιολογική εξέλιξη κι επιλογή του Έθνους, βλ. παλαιότερο άρθρο μου, προτού πέσει στα χέρια μου ο προαναφερθείς τόμος: https://tvxs.gr/news/user-post/%CE%B7-%CF%87%CF%81%CF%85%CF%83%CE%AE-%CE%B1%CF%85%CE%B3%CE%AE-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CE%B7-%CE%BA%CE%B9%CE%BA%CE%AE-%CE%B4%CE%B7%CE%BC%CE%BF%CF%85%CE%BB%CE%AC (Τελ. προσπέλαση: 8/7/2018).

[5] Βλ.: Κωστής Παλαμάς, ««Οι Λύκοι»: τέσσερα κομμάτια από τους «Επικούς Καιρούς»»: Άπαντα, τ. ΙΔ’, Μπίρης, Αθήνα 1972.

[6] Γι’ αυτή την πλευρά του έργου του Βάρναλη αξίζει να μελετηθεί το: Ηρακλής Κακαβάνης, Ο άγνωστος Βάρναλης και 19 αδημοσίευτα ποιήματά του, Εντός, Αθήνα 2012.

[7] Κοινός τόπος αποτελέι, άλλωστε, για τη σύγχρονη κριτική η αμφιταλάντευση του ποιητή μεταξύ του εθνικισμού και του αντι-εθνικισμού, της τυφλής πατριδολατρίας και της νηφάλιας αντιμετώπισης των πραγμάτων.

[8] Βλ: Αντρέας Καραντώνης, Γύρω στον Παλαμά, τ. Α’, Γκοβόστης, Αθήνα χ. χ. [3η έκδ.], σ. 72.

[9] Ό.π. (σημ. 8), σσ.46-48.

[10] Βλ.: Νίκος Ζαχαριάδης, Ο αληθινός Παλαμάς, Αλφειός, Αθήνα. (αφορά την έκδοση αναφοράς. Πρώτη έκδοση του βιβλίου το 1944).

[11] Για τους Βωμούς ειδικότερα γίνεται λόγος στο άρθρο μου: «Καρτερώντας τον κράχτη: Ο Κωστής Παλαμάς και η νεωτερική τομη», το οποίο πρόκειται να δημοσιευθεί στην ηλεκτρονική έκδοση του Νέου Πλανοδίου.

[12] Βλ. ενδεικτικά το χαρακτηριστικό ποίημα του επιφανέστερου εκπροσώπου της γενιάς αυτής, Κ. Καρυωτάκη: «Εις Ανδρέαν Κάλβον».

[13] Ηλίας Βενέζης, Γαλήνη, Εστία, Αθήνα 2010 [1η: 1939].

[14] «Μια είν’ η Πατρίδα των αιμάτων και δραμάτων, το άστρο / της Ιστορίας το πολικό, του τραγουδιού τροφή, / χώρες καρδιές από παντού μια ψυχή σ’ ένα κάστρο, / κι η προσταγή της: Αδερφοί!»: Κ. Παλαμάς, από το «Τραγούδι των προσφύγων» της ενότητας «Οι Λύκοι».

Στο λησμονημένο περιθώριο της νεοελληνικής ιστορίας

σινιόσογλου

 ~. ~

Ο ΝΙΚΗΤΑΣ ΣΙΝΙΟΣΟΓΛΟΥ μιλάει στον ΓΙΩΡΓΟ ΠΙΝΑΚΟΥΛΑ ~ . ~

Ο Αλλόκοτος ελληνισμός είναι το τρίτο σας βιβλίο, και διαφέρει από τα δύο προηγούμενα ως προς το είδος και τη γλώσσα. Τα προηγούμενα βιβλία σας ήταν επιστημονικές πραγματείες γραμμένες στα αγγλικά. Αντίθετα, ο Αλλόκοτος ελληνισμός είναι δοκίμιο γραμμένο πρωτότυπα στα ελληνικά. Επομένως, έχουμε δύο μεγάλες αλλαγές στη γραφή σας: από την ακαδημαϊκή γραφή περνάτε στη δοκιμιακή και από την αγγλική γλώσσα στην ελληνική. Το πρώτο ερώτημα λοιπόν που θέλω να σας θέσω είναι αν συνδέονται αυτές οι δύο αλλαγές και, αν ναι, με ποιο τρόπο.

Το πέρασμα από την ιστορία της φιλοσοφίας στο δοκίμιο, και από τα αγγλικά στα ελληνικά συνέπεσε με την επιστροφή μου στην Ελλάδα το 2013. Ύστερα από έντεκα χρόνια στο εξωτερικό επέστρεψα για τα καλά, την στιγμή που πολλοί από τους ικανότερους νέους ανθρώπους έφευγαν ή σκέφτονταν να φύγουν (ιδίως το 2013 σημειώθηκε μία από τις υψηλότερες μεταναστευτικές εκροές Ελλήνων). Όμως, δεν είχα γυρίσει στον γενέθλιο τόπο από φιλοπατρία, ούτε για οικογενειακούς λόγους, κι ούτε είχα καμιά πίστη, εργασία εξασφαλισμένη ή σχέδιο να με κρατά, μάλλον είχα κινηθεί παρορμητικά. Κάπως έτσι βρέθηκα στην Ελλάδα της κρίσης. Την προσοχή μου τράβηξε μία πλευρά της χώρας που δεν έμοιαζε καθόλου να επηρεάζεται από την κρίση, κι η οποία μόνο για λύπηση δεν είναι. Θα την περιέγραφα ως ένα κράμα, ανθεκτικό σαν ανθρακόνημα, παρατεταμένης χυδαιότητας και αδικαιολόγητης έπαρσης: είναι η Ελλάδα που συνδυάζει την αντοχή του γερο-σάτυρου με το θράσος της επαρχιώτισσας σταρλέτας. Αυτή η Ελλάδα είναι τόσο μες στην δηθενιά, ώστε αφομοίωσε ακόμη Αλλόκοτος ελληνισμόςκαι την ρητορική της κρίσης προς όφελός της. Κάπως έτσι ξεκίνησα να γράφω τον Αλλόκοτο ελληνισμό, χωρίς να τα έχω ακόμη ξεκαθαρίσει όλα αυτά. Ήξερα μόνον πως το προσκήνιο της εποχής με αηδίαζε, ενώ στο λησμονημένο περιθώριο της νεοελληνικής ιστορίας έβρισκα μεγαλύτερη εντιμότητα και ακεραιότητα.

Τα πράγματα εξελίχθηκαν χωρίς να πολυέχω τον έλεγχό τους: μέσα σε λίγα χρόνια βρέθηκα σχεδόν αποξενωμένος από την παλαιότερη δουλειά που είχα κάνει στο εξωτερικό, αλλά κι από μια γλώσσα –τα αγγλικά– που είχα αγαπήσει πολύ. Τα ελληνικά πάλι, τα είχα τώρα μπρος μου. Όμως, η σχέση μου μαζί τους ήταν ανέκαθεν δύσκολη. Τόσα χρόνια τριβής με κείμενα αρχαία και μεσαιωνικά, και μάλιστα εκτός Ελλάδας, είχαν ως αποτέλεσμα να νιώθω εντελώς ξένη την συνήθη γραφή των «νέων» Νεοελλήνων λογοτεχνών, η οποία μου φαίνεται αβασάνιστη μάλλον, παρά συνειδητά λιτή. Στο κάτω κάτω, η σπουδαιότερη νεοελληνική λογοτεχνία γράφτηκε στην καθαρεύουσα –η οποία προϋποθέτει μια γερή γλωσσική κατάρτιση–, κι όχι στην καχεκτική αστική δημοτική των εφημερίδων. Το ζήτημα του ύφους με ταλαιπώρησε λοιπόν πολύ όταν έγραφα τον Αλλόκοτο ελληνισμό και λύθηκε μόνον καθ’ οδόν, χάρις σε ένα σχήμα «μεικτό, αλλά νόμιμο» και χάρις στον φυσικό υβριδισμό της δοκιμιακής φόρμας. Η γλώσσα είναι φύσει αισιόδοξη, και συνήθως καλύτερη από τον τόπο της.

Ποιες είναι οι διαφορές ακαδημαϊκής και δοκιμιακής γραφής και τι ήταν αυτό που σας οδήγησε να εγκαταλείψετε τη μία και να στραφείτε στην άλλη;

Συγγραφέας είναι ο μυθιστοριογράφος ή ο δοκιμιογράφος, συγγραφέας είναι και ο ιστορικός της φιλοσοφίας. Υποτίθεται πως διαφέρει ο βαθμός της προσωπικής εμπλοκής. Και λέω πως «υποτίθεται», επειδή η καλή επιστημονική γραφή έχει προσωπικό ύφος και παίρνει ρίσκα, είναι εμπνευσμένη και προκύπτει ως τόλμημα – κάτι που δεν είναι διόλου αυτονόητο πια στον χώρο των ανθρωπιστικών επιστημών. Τα δύο μου βιβλία στα αγγλικά –ιδίως το Radical Platonism– πήγαν την «ακαδημαϊκή» γραφή στο ακρότατο όριο που μπορούσα να την φτάσω χωρίς radical-platonismνα βγω από το αυστηρότατο πλαίσιο των μεγάλων πανεπιστημιακών εκδόσεων του εξωτερικού, υπό την έννοια πως πρόκειται για ιστορικοφιλοσοφικές πραγματείες με έκ-κεντρα, ανεπίκαιρα, προσωπικά ή αποκλίνοντα στοιχεία, τόσο ως προς την μέθοδο, όσο και ως προς το ύφος. Είναι μεγάλη άσκηση να προσπαθεί κανείς να διαστείλει τα όρια της «ακαδημαϊκής γραφής» και μαζί την ακαδημαϊκή ορθότητα, χωρίς όμως να τις καταργεί. Όμως, μετά από τα δυο αυτά βιβλία κουράστηκα να παλεύω με μια «ακαδημαϊκή γραφή» που καταντάει όλο και πιο ευνουχισμένη, και ευνουχιστική. Τους λόγους του φαινομένου αναλύει πολύ όμορφα ένας σύγχρονος φιλόσοφος που εσείς τον γνωρίζετε καλά, ο Μιχαήλ Επστάιν. Εδώ, αρκεί να πούμε πως η ακαδημαϊκή ανέλιξη απαιτεί να παίρνεις ελάχιστα ρίσκα και να διαθέτεις ευλύγιστη μέση – με την σειρά του, αυτός ο συνδυασμός επιβάλλει ελάχιστες αποκλίσεις από την ομοιομορφία του τρέχοντος «ακαδημαϊκού» ύφους. Γι’ αυτό, τα περισσότερα papers παράγονται «φασόν», ως προϊόντα μιας ανώδυνης γραφής, η οποία ωστόσο διασφαλίζει την δημοσίευσή τους. Θαυμάζω τους πανεπιστημιακούς που βρίσκουν τρόπους να ξεγελούν ή να αδιαφορούν για τους μηχανισμούς αυτούς και να παραμένουν συνάμα αλώβητοι, όμως δεν γνωρίζω πολλούς τέτοιους, και έχω την αίσθηση πως ο αριθμός τους μειώνεται. Ο τύπος του ιδιοφυή scholar με την κομψή πρόζα εκλείπει, όπως άλλωστε συμβαίνει με τον τύπο του φιλοσόφου και του στοχαστή.

Το δοκίμιο τώρα, νομίζω πως είναι το πιο ποιητικό είδος του λόγου μετά την ποίηση, κι αυτό για δυο λόγους. Πρώτον, επειδή στην ποίηση και στο δοκίμιο κορυφώνεται η συνομιλία με τον εαυτό. Απουσιάζουν οι αφηγηματικές σκαλωσιές, άρα ο εαυτός αναφαίνεται σχεδόν γυμνός. Η ατόφια σκέψη είναι μοναχική σαν στίχος. Κάθε «δοκιμή της σκέψης» δείχνει αμέσως την ωμότητά της χωρίς το άλλοθι μιας αφήγησης ή ενός μύθου, σου φανερώνεται όπως το ψάρι έξω από το νερό, όλο ένταση να ζήσει και να χτυπηθεί με τον κόσμο. Ο δεύτερος λόγος που το δοκίμιο τόσο προσεγγίζει την ποίηση είναι ο εξής: το χαρακτηριστικό του δοκιμιογράφου (το λέει ωραία ο Αντόρνο) είναι η συναισθηματική και ψυχική «υπερεπένδυση» που αυτός αποτολμά, η υπερβάλλουσα, αν προτιμάς, έμφαση σε ένα στοιχείο που αυτόν μεν τον συναρπάζει, ενώ ο επιστήμονας απλώς αναφέρει εν παρόδω, ή μετατρέπει σε υποσημείωση, ή πάντως το εντάσσει σε ένα ευρύτερο, τάχα αποστασιοποιημένο σχήμα. Άρα, ο δοκιμιογράφος εστιάζει την ματιά του μιλώντας βιωματικά, προσωπικά, δημιουργικά, την ίδια στιγμή που παρενδύεται μια λογοτεχνική κατασκευή ορθολογική και συνεπή, πειθαρχημένη και στοχαστική. Λοιπόν, η πάλη του αυτή με τους υφολογικούς περιορισμούς του δοκιμίου κάνει το βιωματικό στοιχείο να περιελίσσεται με κινήσεις ανεπαίσθητες Montaigne-Dumonstier.jpgκαι λεπτές, εξόχως ποιητικές. Τα δοκίμια του Μονταίνιου είναι λεπτεπίλεπτα τολμήματα, δοκιμές κυριολεκτικές (essais, από το essayer), σαν του εξερευνητή που δοκιμάζει να προχωρήσει σε έναν τόπο τον οποίο δεν γνωρίζει. Αλήτικο δεν γίνεται ποτέ το δοκίμιο, διατηρεί τους τρόπους του, όμως είναι φύση απρόβλεπτη. Τόσο λεπτές ισορροπίες ανάμεσα στην δοκιμή και στην μορφή, τέτοιες εντάσεις ανάμεσα στο τόλμημα και στην στοχαστική πειθαρχία δεν θα βρει κανείς σε κανένα άλλο είδος του λόγου. Γι’ αυτό κι ο χειρισμός τους απαιτεί τα περισσότερα εφόδια. Διόλου τυχαία, λίγοι επιλέγουν το δοκίμιο ως την κύρια εκφραστική τους δίοδο, κι από αυτούς οι καλύτεροι διακρίνονται για τις ποιητικές τροπές του λόγου τους.

Το βιβλίο σας ασχολείται με εφτά ιδιαίτερους στοχαστές: Αγκωνίτης, Πλήθων, Ταρχανιώτης, Καΐρης, Παμπλέκης, Σοφιανόπουλος, Σιμωνίδης. Είναι στοχαστές που διαφέρουν πάρα πολύ ο ένας από τον άλλο. Όλοι τους όμως θέτουν, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, το ζήτημα της νεοελληνικής ταυτότητας. Ποια είναι η προσωπική σας άποψη για το ζήτημα; Το νεοελληνικό έθνος είναι ένα πρόσφατο δημιούργημα εκ του μηδενός ή η απόληξη μια μακραίωνης διαδικασίας;

Τι συμβαίνει λοιπόν και ακόμη νομίζουμε πως «το νεοελληνικό έθνος είναι πρόσφατο δημιούργημα»; Πρώτον, ότι συχνά παραγνωρίζουμε την σημασία των ατόμων που προηγούνται του κανόνα, τα μεμονωμένα πρόσωπα που λειτουργούν ως εμπροσθοφυλακή των ιδεών, τόσο χρονικά, όσο και συνειδησιακά. Δηλαδή, κρίνουμε με γνώμονα το πότε μια ιδέα φτάνει
«στην βάση», κοιτάμε την μαζικότητα μιας ιδέας. Νομίζω πως πρόκειται για σφάλμα μεθοδολογικό και συγχρόνως για λάθος κατηγορικό, όπως λέμε στην φιλοσοφία. Διότι οι ιδέες δεν είναι η δημόσια απήχησή τους. Οι ιδέες ξεκινούν από πρόσωπα, κάποιες από αυτές εμψυχώνουν συλλογικότητες και κοινότητες, κι εντέλει εκφυλίζονται σε μια -ότητα ή σε έναν -ισμό. Εν προκειμένω, η διεθνής βιβλιογραφία επισημαίνει πως οι εθνικισμοί της Δύσης αναδύονται κατά τον δέκατο πέμπτο αιώνα, με αφορμή την Σύνοδο της Κωνσταντίας (1414/8). Την ίδια περίοδο στέλνει ο Πλήθωνας τα Υπομνήματά του, και αργότερα λόγιοι και ποιητές που βρέθηκαν εκτοπισμένοι στην Ιταλία αναζήτησαν μία νέα ελληνική ταυτότητα Ταρχανιώτηςπου δεν είναι Βυζαντινή, αλλά ούτε Δυτική. Κάποιοι μάλιστα, όπως ο Μάρουλλος Ταρχανιώτης, κινούνται προς μια νεοελληνική αυτοσυνειδησία γράφοντας στα νεολατινικά, πράγμα που βρίσκω εκπληκτικό ακόμη και από ψυχολογική άποψη: H απώλεια του γενέθλιου τόπου κι η απώλεια της μητρικής γλώσσας παρωθούν σε μια εκδοχή της ελληνικότητας που δεν είναι Ορθόδοξη και οικουμενική, αλλά εξίσου θέλει να διαφέρει από τον Ουμανισμό των Δυτικών. Εφόσον διαπιστώνουμε το αίτημα των προσώπων αυτών, και τον πόθο τους, τότε εξίσου υφίσταται η σύστοιχη ιδέα που αυτοί πρόταξαν: της συγκρότησης μιας νεοελληνικής πολιτικής κοινότητας με διακριτά σύνορα, δικό της νόμισμα, και δική της αυτοσυνειδησία, αν όχι κοσμοαντίληψη. Ας σημειώσουμε, πάντως, πως η έκφραση Νέοι Έλληνες εμφανίζεται γύρω στα 1675, και πως τους νεολογισμούς νεοελληνικός και Νεοέλληνες χρησιμοποιεί ο Παναγιώτης Σοφιανόπουλος στα 1815.

Κατά τα άλλα, νομίζω πως το νεοελληνικό έθνος είναι η απόληξη μιας διαδικασίας που είναι ταυτοχρόνως μακραίωνη και εκφυλιστική. Η ιστορία του είναι μια ιστορία ανολοκλήρωτων συνθέσεων, εν ενί λόγω η ιστορία μιας αποτυχίας, ή μάλλον ενός αλλόκοτου υβριδισμού και μακελειού. Όπως το νεοελληνικό κράτος είναι ένα failed state, έτσι και το νεοελληνικό έθνος είναι ένα έθνος που με ταντάλειες παλινδρομήσεις διαρκώς αποτυγχάνει να αποκτήσει αυτοσυνειδησία (κι αφού δεν την βρήκε ως τώρα, μάλλον δεν θα την βρει ποτέ). Βεβαίως, ένα τέτοιο έθνος είναι οργανισμός που αντέχει σχεδόν τα πάντα, μπορεί να συνεχίζει στρεβλωμένο για αιώνες κι ακατάβλητο χωρίς να χαμπαριάζει τίποτα. Ως γνωστόν, ευάλωτες είναι οι πολύπλοκες και υψηλές φύσεις.

Στο βιβλίο σας αναδεικνύετε τη μακροχρόνια ένταση ή και σύγκρουση μεταξύ της χριστιανικής και της ελληνικής φιλοσοφικής παράδοσης. Δείχνετε ότι η λεγόμενη ελληνοχριστιανική σύνθεση ήταν μια φενάκη. Πώς πιστεύετε ότι εκδηλώνεται αυτή η ένταση σήμερα και πόσο μας αφορά;

Υπάρχει ένα παλιό ψυχιατρικό ανέκδοτο που λέει πως ο νευρωσικός χτίζει παλάτια στον αέρα, ο ψυχωσικός ζει μέσα σε αυτά κι ο ψυχίατρος εισπράττει το νοίκι. Η κουβέντα για την σχέση ελληνικής φιλοσοφίας και Χριστιανισμού εξελίχθηκε για δεκαετίες με όρους νευρωσικούς, το δε νοίκι εισέπραξαν ολίγοι οργανικοί διανοούμενοι που έχτισαν εν μέρει την καριέρα τους υπομνηματίζοντας ad nauseam όψεις της κουβέντας αυτής. Διότι οι Πατέρες της Εκκλησίας είχαν ξεκάθαρη θέση για το ζήτημα, δηλαδή πως η ελληνική φιλοσοφία και η Ορθοδοξία είναι διακριτοί τρόποι ύπαρξης, κι ότι είναι σφάλμα να νομίζει κανείς πως η ομοιότητα της λέξεως συνεπάγεται ταύτιση με τον νοῦν των κειμένων. Σήμερα πια, η κουβέντα έχει –επιτέλους– κορεστεί. Η εκτίμησή μου είναι πως στο εγγύς μέλλον το ζήτημα της σχέσης ελληνικής φιλοσοφίας και Ορθοδοξίας θα εκκρεμεί αδιάφορο σαν απονευρωμένο δόντι.

Πιο σημαντικό είναι πως τελικά ούτε η αρχαία φιλοσοφία, ούτε η Ορθοδοξία εντάχθηκαν σε κάποια τέλος πάντων αναγνωρίσιμη μορφή νεοελληνικής αυτοσυνειδησίας, και ότι οι ιδεολογικές τους χρήσεις πολύ γρήγορα κατέληξαν παρδαλές και φαιδρές. Γενικώς, η λεγόμενη «νεοελληνική ταυτότητα» ασφυκτιά μες στις συλλογικές δομές, κι όποτε πάει να πάρει κάποια επίσημη ή θεσμική μορφή εκτρέπεται στην γραφικότητα. Πιθανόν, αυτό ισχύει για κάθε ταυτότητα κατά το μάλλον ή ήττον, ας πούμε για την γερμανική ή την αγγλική.

Μια πρόταση για το πως μπορεί κανείς να κινηθεί αφ’ ης στιγμής συνειδητοποιήσει το μάταιο του πράγματος, είναι η αντιστροφή της σχέσης ατόμου (προσώπου) και κοινότητας. Αντί να ορίζεται κανείς από την όποια landauerκοινότητα, ας δοκιμάσει να την ξεγεννήσει από μέσα του. Ένας ελάσσων φιλόσοφος που μου αρέσει πολύ, ο Γκούσταφ Λαντάουερ, λέει το εξής: πως η κοινότητα, όταν την ανακαλύψεις εσύ ο ίδιος κινούμενος ως άτομο, όταν την ανασύρεις από βαθιά μέσα σου, είναι ισχυρότερη από την κοινότητα που σου είχε ετοιμάσει το Κράτος, κι ισχυρότερη από κάθε εκφυλισμένη παράδοση. Υπάρχει μια κοινότητα με τους ανθρώπους και τον κόσμο πίσω από τις κοινότητες. Οι αρμοί της είναι αρχαιότεροι και ισχυρότεροι από τους εξωτερικούς της εκάστοτε κοινωνίας. Όσο πιο βαθιά επαναπατρίζομαι στον εαυτό μου, τόσο εντονότερα τους γνωρίζω και συνάμα τους φτιάχνω. Δεν είναι τυχαίο, νομίζω, πως οι λέξεις που τελικά κάνουν την μεγάλη διαφορά στην ζωή μας, και οι οποίες εντέλει ορίζουν την σχέση μας με τους άλλους, λέξεις όπως «ευχαριστώ», «παρακαλώ», «συγγνώμη», ακτινοβολούν την ιδιαίτερη σημασία και βαρύτητα της ατομικά βιωμένης εμπειρίας. Είναι αυτή η αντιστροφή της οπτικής και της φοράς των πραγμάτων που πλέον σπανίζει στον Δυτικό κόσμο, και στην Ελλάδα ακόμη περισσότερο, όπως άλλωστε σπανίζει η προσωπική στάση.

Τον τελευταίο καιρό γράφετε μια νέα σειρά κειμένων* με θέμα τις περιπλανήσεις στις πόλεις, κυρίως στην Αθήνα. Η αγάπη σας για τη flânerie είναι έκδηλη και στον Αλλόκοτο ελληνισμό. Θέλετε να μας πείτε δυο λόγια για την προσωπική σας σχέση με την αστική περιπλάνηση; Τι σας κινεί το ενδιαφέρον σε αυτή την ενασχόληση;

Τα κείμενα αυτά είναι ένα πείραμα μεγάλης διάρκειας, για όσα χρόνια θα αντέχω να περπατώ, να σκέφτομαι και να αισθάνομαι. Κάθε εβδομάδα καταγράφω εικόνες, συνειρμούς και σκέψεις που προκύπτουν σε συνθήκες αστικής περιπλάνησης, αλλά και σχόλια πάνω σε κείμενα που αφορούν την flânerie. Η αστική περιπλάνηση είναι πράξη και συνάμα θεωρία. Είναι ένας προσωρινός αποχωρισμός από τους συμπολίτες και τα πράγματα, η διάνοιξη ατομικών προοπτικών που ίσως, όμως, αφορούν εντέλει και άλλους. Σε θεωρητικό επίπεδο με έχουν επηρεάσει οι Ζίμμελ, Κρακάουερ, Μπένγιαμιν, Ντεμπόρ. Όμως, γρήγορα ανακάλυψα πως η Αθήνα είναι πιο σκληρή πόλη από όσες εκείνοι περιέγραψαν, και πολύ πιο δυνατή, μια πρόκληση για κάθε ικανό φλανέρ, λόγω της βάναυσης πολεοδομίας και της βάναυσης ψυχής της: αρκεί να αναλογιστεί κανείς την σπανιότητα αρχιτεκτονημάτων από την βυζαντινή, την οθωμανική και την νεώτερη περίοδο, λες και η πόλη υπάρχει μόνον στα άκρα της, ως Αθήνα αρχαία και Αθήνα σύγχρονη (από την άποψη αυτή, η Θεσσαλονίκη είναι μια πόλη με καλύτερη συνέχεια), ή τον sui generis μοντερνισμό της Αθήνας, για να το θέσω ευφημιστικά. Ή μάλλον, για να το πω ανοιχτά, πότε πότε, η πόλη αυτή μοιάζει με έναν αιφνίδιο εμετό από νοθευμένα μείγματα τσιμέντου που χύθηκαν διαμιάς ανάμεσα στα αρχαία ερείπια και σε όλα τ’ άλλα, μια τεράστια εμετική Πομπηΐα. Νά με τι καλούνται ο φλανέρ κι ο ψυχογεωγράφος να αναμετρηθούν, και τι Benjaminπασχίζουν να μετασχηματίσουν, τριγυρνώντας σε μια πόλη ιστορικά και ψυχολογικά τσιμεντωμένη. Δεν υπάρχουν παριζιάνες arcades στην Αθήνα, για να τους γλυκάνουν. Αναγκάζεται κανείς να πάει πέρα από τον Μπένγιαμιν. Η νεοελληνική αθλιότητα είναι συναρπαστικό θέμα, και με εμπνέει πολλαχώς. Εξίσου με συναρπάζει η περιπλάνηση εν μέσω ερειπίων, αρχαίων και σύγχρονων – κάτι αρκούντως ελληνικό σκιρτά εδώ, σκέφτομαι το Μυθιστόρημα του Σεφέρη, όπου η πλάνη γίνεται σε έναν κόσμο θραυσμάτων, ενόσω θραύεται μαζί κι ο ίδιος ο πλάνης (Δὲν ἔχω ἄλλη δύναμη / τὰ χέρια μου χάνουνται καὶ μὲ πλησιάζουν / ἀκρωτηριασμένα).

Βεβαίως, η αστική περιπλάνηση έχει προεκτάσεις πολύ πέρα από την σάρκα της πόλης. Μήπως ο Πλάτων και ο Νίτσε δεν είδαν την αλήθεια ως περιπλάνηση και παιχνίδι; Και με πιο αυστηρούς όρους ισχύει μία ακόμη διάκριση: πως η αλήθεια είναι ίσως ένα αποκορύφωμα του «γίγνεσθαι», ο θρίαμβος και το απόγειό του, μια στιγμή ισορροπίας και ηρεμίας· ενώ η διαδικασία της περιπλάνησης είναι μια αλήθεια που αποτυγχάνει, μια αλήθεια χωλή, μισή, αεικίνητη. Την διάκριση αυτήν την έμαθα από έναν άνθρωπο που επηρέασε κάποτε τις μεταπτυχιακές μου σπουδές στην φιλοσοφία, τον Κώστα Αξελό, ο οποίος άλλωστε θέτει το κρίσιμο ερώτημα: «Είναι η εξορία η πατρίδα της σκέψης;». Τούτο το ερώτημα νομίζω πως οφείλουμε να θέσουμε εκ νέου, όμως κατά μόνας και πλάνητες (άλλωστε, μόνοι είμαστε με την γέννηση και τον θάνατό μας), χωρίς τα φασκιά ενός νεοελληνικού τάχα «εμείς», κι έτσι πια να πορευθούμε – κατάμονοι, κι άρα μαζί.

~ . ~

sinios_am.jpg

 

* Η σειρά των κειμένων «Flânερειπie» του Νικήτα Σινιόσογλου εδώ.