Διονύσιος Πλατανιάς

Για έναν φιλοσοφικό ορισμό της ύλης

HyperFocal: 0

~ . ~

του ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΠΛΑΤΑΝΙΑ   ~ . ~

Δεν είναι ίσως τόσον εύκολο να δοθεί ένας διεξοδικός ορισμός του τι είναι ύλη και όχι απλώς να αποδοθούν μερικά κατηγορούμενα σε αυτήν, εν είδει υποκατάστατου ορισμού. Κάποτε δε μπορεί να είναι και αρκούντως περιπετειώδες μέσα στο χρόνο και την ιστορία της σκέψης, από την άποψη πως όταν μέσω ενός ορισμού επιχειρείται η ανάδειξη της ουσίας της ύλης στον όσον το δυνατόν ακριβέστερο ενδοσχετισμό μιας εννοιολογίας, μένει στο τέλος -και  ακριβώς γι’ αυτό- ένα κενό και μάλιστα, θα έλεγε κανείς στο σημείο εκείνο που φαίνεται πως πληροί με μεγαλύτερη συνέπεια ο ορισμός.

Ας προσπαθήσουμε για λίγο να διατρέξουμε πίσω την ιστορία της φιλοσοφίας στον χρόνο, προτού κατασταλάξουμε σε ορισμένες βεβαιότητες όσον αφορά το πώς τελικώς ορίζεται η ύλη σε φιλοσοφικό επίπεδο, και κατά πόσον η μέση συμβατική εκφορά του όρου στην καθημερινότητα ανταποκρίνεται και σε ανάλογη επίγνωση αυτής της ουσίας της. Προς τούτο, θα σταθούμε σε επιλεγμένα «κομβικά» σημεία της δυτικής φιλοσοφίας, και θα επιχειρήσουμε να δούμε κριτικά σε τι «κερδίζει» και σε τι «χάνει» ο κάθε φιλόσοφος από αυτούς που θα αναφερθούν ως κρίσιμοι όσον αφορά έναν έμμεσο ή άμεσο εκ των σκέψεών τους ορισμό της “ύλης” σε φιλοσοφικό επίπεδο (Αριστοτέλης, Descartes, Spinoza, Kant, Hegel).

Ο Αριστοτέλης, λοιπόν, εισήγαγε την έννοια «ύλη» με  φιλοσοφική προοπτική, και σε κάθε περίπτωση προσπαθώντας να την  ερμηνεύσει πραγματολογικά. Για τον Αριστοτέλη η ύλη είναι ένα είδος “υπόστασης” των όντων, με την έννοια πως συνιστά, -όπως θα μπορούσαμε να πούμε εμείς- εκείνο που χωρίς την μορφή και την τελεολογία της θα έμενε κάθε φορά  μέσα σε μια πρωταρχική χαοτική κατάσταση. Από αυτήν την άποψη, η ύλη στην πιο καθαρή μορφή της είναι «δυνάμει» στον κόσμο και απαρτίζει το απροσδιόριστο υπόστρωμα κάθε αντικειμένου, ενώ μπορεί να λάβει προσδιορισμούς μόνο στην τελική της εμφάνιση, στην έξοδό της σε «μορφή», τουτέστιν, στην υλοποιημένη μορφή.

Οι αναφορές του Αριστοτέλη έρχονται μέσα από μια θεώρηση μεταφυσικού υλισμού να αποδώσουν με όσον το δυνατόν πιο ακριβή τρόπο «αντικειμενικότητα» στην ύλη, σε πρώτη φάση, παρά και ανεξάρτητα από την αισθητηριακή πρόσληψή της. Ωστόσο μένει ένα κενό εδώ. Αν η ύλη είναι ό,τι απομένει σταθερά εν “δυνάμει”, τότε θα έπρεπε να υπάρχει μόνιμα «κάπου» (οντολογικώς), με την έννοια ότι το “είναι” της εφ’ όσον απολύει κάποια στιγμή τους προσδιορισμούς του για να λάβει άλλους (επειδή “είδος”-μορφή και “ύλη” στον Αριστοτέλη είναι έννοιες αξεχώριστες μεταξύ τους), καθίσταται γι’ αυτό ένα Είναι αδιαφοροποίητο από τον εαυτό του, μια καθαρή αφαίρεση που καίτοι (προ)υποτίθεται η ύπαρξή της, εν τούτοις δεν συναντάται, άμεσα τουλάχιστον, στην φύση.

Γνωρίζουμε, όπως και ο Αριστοτέλης, μόνο την μορφοποιημένη ύλη και αν εξ αυτής εξάγεται ως σταθερό σημείο η δυνάμει απροσδιόριστη ύλη, αυτό είναι κάτι που ανήκει στην περιοχή μιας αφαίρεσης (έστω και αν η “πρώτη ύλη”, για παράδειγμα το “μάρμαρο” σε σχέση με το “άγαλμα”-μορφή, μας προϊδέαζει σχετικώς για μια “πρώτιστη” ύλη, ή ύλη των υλών), και αν θέλουμε να είμαστε απολύτως ακριβείς, μιας αφαιρετικής εικασίας, όσο λαμπρή και αν είναι εν προκειμένω. Ο Αριστοτέλης εδώ στην πραγματικότητα εικάζει, αλλά εικάζει με ιδιοφυή τρόπο, είναι αλήθεια, ακριβώς γιατί προβαίνει σε μια αφαίρεση πολύ ουσιαστική και η υπόθεσή του εμπίπτει με μεγάλη παραστατική δύναμη στην σφαίρα της ρεαλιστικότητας και της λογικής ακολουθίας των εννοιών και αυτό την κάνει κάτι περισσότερο από μια υπόθεση: μια θεωρία της ύλης. Και μάλιστα, την πρώτη στην ιστορία της ανθρωπότητας και της φιλοσοφίας.

Ο Descartes στους Νέους Καιρούς θεώρησε πως ύλη είναι οτιδήποτε έχει μάζα και εκτείνεται στον χώρο, μια θεώρηση που επί μακρόν υπήρξε και ένα από τα βασικά δόγματα των φυσικών επιστημών. Όμως αυτός ο κλασσικός ορισμός, αν θέλουμε να τον δούμε σε ένα επίπεδο πάνω από την εμπειρική πρόσληψη σφάλλει στο ότι εκλαμβάνει στην διατύπωσή του, τις έννοιες «μάζα» και «χώρος» ως αντικειμενικές. Ότι δηλαδή μπορεί να υπάρχουν αυτονόητα και αυτόματα έξω από την συνείδησή μας, επειδή κάτι τέτοιο ταιριάζει περισσότερο στην «εντύπωση» που αποκομίζουμε από τα πράγματα του «εξωτερικού» κόσμου. Επομένως η καθολικότητα ενός ορισμού εδώ μετατρέπεται ή υπάγεται σε ζήτημα φιλοσοφικής επιλογής και προτίμησης θεωρώντας a priori την καρτεσιανή «έκταση» ως αντικειμενική. Επιπλέον ο ορισμός αυτός σφάλλει και στο εξής: το «οτιδήποτε» είναι συγκεκριμένο και ποτέ καθολικό και αφηρημένο. Οτιδήποτε μπορεί να είναι ένα κομμάτι ξύλο, ή ένα βουνό ή ένα κτήριο, ποτέ όμως η «ύλη»! Συνεπώς ο ορισμός του επιμέρους εδώ ανάγεται σε γενική αρχή.

Ο λαμπρός Spinoza υποκαθιστά λίγο πολύ την ιδέα της ύλης με την έννοια της «υπόστασης». Ωστόσο αυτή η έννοια στην σπινοζική προοπτική της ,πέρα από το ότι ανασκεύασε με σημαντική επιτυχία τον όλο προβληματισμό περί της αιτίας των πραγμάτων στον κόσμο για την σύγχρονη φιλοσοφία, εν τούτοις η ίδια ως το «κοινό» υπόστρωμα του σύμπαντος για όλα τα «τροποποιημένα» μορφικά μέσα σε αυτήν όντα, δεν συνιστά μια ποιοτική υπέρβαση αλλά μάλλον μια (πιο προωθημένη είναι αλήθεια) παραλλαγή των αριστοτελικών ορισμών και επόψεων περί της ύλης εν είδει φιλοσοφικού «πανθεϊσμού» στην συγκεκριμένη περίπτωση. Στην πραγματικότητα ο Spinoza ταυτίζοντας την υπόσταση με τον θεό, ανάγει τον δεύτερο σε υλική αιτία και αρχή, και έτσι καθίσταται ipso facto ο πρώτος πραγματικά ευρηματικός και ευφυής υλιστής (και παρά τις παν-θεϊστικές αιτιάσεις του) στην Ιστορία της Φιλοσοφίας των Νέων Καιρών.

Ο Kant θεωρεί πως η ύλη είναι οτιδήποτε στην εμφάνιση του οποίου ανταποκρίνονται οι αισθήσεις μας. Ο ορισμός αυτός καίτοι πάσχει ομοίως σε εκείνο που πάσχει και ο καρτεσιανός ορισμός (το επιμέρους -«οτιδήποτε»- ανάγεται σε γενική αρχή), ωστόσο είναι πολύτιμος από την άποψη πως συναρμόζει πρωταρχικά την ύλη στην αισθητηριακότητα. Επιπλέον δε, η σκέψη αυτή του Kant έχει το πλεονέκτημα πως ανταποκρίνεται θαυμάσια στον όλο προβληματισμό του περί “Ding an sich “και του δυνατού της γνωσιμότητάς του ή όχι, ενώ, ακόμα, «υποκειμενικοποιεί» σε μεγάλο βαθμό την έννοια της ύλης σε αντίθεση με τις «αντικειμενικές» αριστοτέλειες αρχές εν προκειμένω.

Ο Hegel από την άλλη, στην «Επιστήμη της Λογικής» του, λέει πως δεν είναι εύκολο να οριστεί η «ύλη» καθ’ εαυτή (εν δυνάμει δηλαδή) λόγω ακριβώς του ότι γνωρίζουμε την ύλη ΜΟΝΟΝ δι’εαυτήν, τουτέστιν ξέχωρη, ως ύλη για τον εαυτό της και συγκεκριμένη μορφικά. Γνωρίζουμε ή διαπιστώνουμε ένα αντικείμενο ή ένα άλλο, όχι όμως το καθαρό Είναι της ύλης, χωρίς προσδιορισμούς. Το απροσδιόριστο Είναι όμως εδώ μας ενδιαφέρει και όχι το συγκεκριμένο Είναι της ύλης.

Τι κάνει, λοιπόν, εδώ ο Hegel; Πρώτα πρώτα για να υπερβεί τις συμπληγάδες αυτής της εννοιολογίας προβαίνει σε μια δήλωση εντυπωσιακή όχι μόνο για τα φιλοσοφικά δεδομένα, αλλά και για τις φυσικές επιστήμες του καιρού του: η ύλη είναι η ταυτότητα (ενότητα αντιθέτων) του χώρου και του χρόνου. Με αυτή την ταυτότητα, ο Hegel ξεπερνάει μεν την μονόπλευρη καρτεσιανή συμμετοχή του χώρου μόνον και όχι του χρόνου στην έννοια της «ύλης», αλλά από την άλλη δεν γίνεται ιδιαίτερη μνεία μεσολάβησης των ανθρωπίνων αισθήσεων, ακριβώς ίσως γιατί συνειδητοποιεί την δυσκολία ενός τέτοιου εγχειρήματος, όπως προελέχθη, κυρίως όσον αφορά το ποιο τελικά είναι το κριτήριο βάσει του οποίου η ύλη μπορεί να εκληφθεί προσλήψιμη από τις αισθήσεις.

Έτσι ο Hegel, οδηγείται σε μιαν άλλη εντυπωσιακή δήλωση που κατά κάποιο τρόπο συνιστά και ένα συμβιβασμό (αν μπορεί να το πει κάποιος έτσι), ανάμεσα στο ζητούμενο του ορισμού της καθαρότητας του Είναι της ύλης και της μη διαμεσολάβησής του και στην συγκεκριμένη ύλη-αντικείμενο στο οποίο κάθε φορά διαμεσολαβείται: η ύλη, λέει ο Hegel, είναι η ταυτότητα του Καθ’ εαυτόν-Είναι (an sichs sein) και του Δι’  εαυτόν-Είναι (für sich sein). Αυτός ο ορισμός είναι τόσον αριστουργηματικός και τόσον ακριβής, που πραγματικά διστάζει να τον αγγίξει κανείς μήπως και τον λερώσει.

Τι σημαίνει αυτό ακριβώς; ας προσπαθήσουμε λίγο να το εξηγήσουμε για τον αναγνώστη που μπορεί να είναι αμύητος γενικότερα στην Φιλοσοφία και ειδικότερα στο πολύ ιδιαίτερο, σε βαθμό “ιδιώματος” θα μπορούσε να πει κανείς (και κάποτε “ακραίο” ή φαινομενικά “συγκεχυμένο”), σύστημα ορολογίας του Hegel που κάποτε αποθαρρύνει ακόμα και ευφυείς ανθρώπους από το να επιχειρήσουν να κατανοήσουν βαθύτερα αυτό το είδος σκέψης!

Όπως είδαμε παραπάνω, είναι αδύνατον να εντοπίσουμε πουθενά στον κόσμο την ύλη ως καθαρό, άμεσο και απροσδιόριστο Είναι. Οτιδήποτε μας παραπέμπει στην έννοια «ύλη» είναι συγκεκριμένο, προσδιορισμένο (πράγμα που σημαίνει πως έχει αποκλείσει ήδη άλλους προσδιορισμούς) και πεπερασμένο. Ο Hegel, συνεπώς, αντί να αγνοήσει, αναγνωρίζει αυτή την αντίθεση ανάμεσα στο καθολικό της έννοιας και το μερικοποιημένο της εμπειρίας της και δεν προσπαθεί να αναπτύξει έναν «τρίτο όρο» ξεχωριστά από αυτήν (όπως κάθε άλλος ορισμός που υπάρχει ή μπορεί να νοηθεί εν προκειμένω!) ει μη μόνον ως η ταυτότητα και ενότητα αυτών των δύο αντιθέτων.

Με άλλα λόγια, o Hegel εννοεί πως η ύλη είναι η ταυτότητα του απροσδιόριστου εν δυνάμει με το συγκεκριμένο εν ενεργεία του. Μέσα από αυτή την ταυτότητα, δεν έχει νόημα να πεις πως η ύλη είναι εκεί, στην απεραντοσύνη της· είναι κάθε φορά το εδώ στην συγκεκριμένη εμπειρία μας. Και από την άλλη, δεν έχει νόημα να την εγκλείσεις ούτε εδώ, στο πεπερασμένο αντικείμενο, εφ’ όσον κάθε αντικείμενο στο κόσμο αλλάζει, μεταμορφώνεται και γίνεται κάτι άλλο. Αυτή η διαδικασία της αλλαγής του αντικειμένου είναι ακριβώς εκείνη που αποτρέπει σε τελική ανάλυση το συγκεκριμένο και προσδιορισμένο της ύλης!

Κατά συνέπεια, εφ’ όσον δεν νοείται ύλη έξω από το αντικείμενο και εφ’ όσον δεν νοείται αντικείμενο ανεξάρτητο από την γενικότητα της ύλης (επειδή το αντικείμενο αλλάζει και μεταμορφώνεται όπως είπαμε, και ό,τι παραμένει σταθερό απ’ αυτό είναι μόνο ή έννοια της ύλης), τότε η ύλη δεν είναι τίποτε λιγότερο και τίποτε περισσότερο απ’ αυτήν ακριβώς την ταυτότητα του άμεσου και του εμμέσου, του απροσδιόριστου και του προσδιορισμένου, του σταθερού και του μεταβλητού, ή με φιλοσοφικούς όρους, η ταυτότητα του Καθ’ Εαυτόν-Είναι με το Δι’ Εαυτόν-Είναι.

Εδώ ο αντικειμενικός ιδεαλισμός του Hegel φτάνει σε ένα μεγαλοφυές όριο σκέψης από την άποψη πως δεν προϋποθέτει καθόλου την αισθητηριακότητα ως κάτι αναγκαίο για ένα ορισμό της ύλης (κάτι ας πούμε που θα φάνταζε αδιανόητο τόσο για τον ειμί-υποκειμενικό και ημι-αντικειμενικό ιδεαλισμό του Kant, όσο και για τον υποκειμενικό ιδεαλισμό ενός Berkeley ή ενός Fichte για παράδειγμα). Αν θα μπορούσε αυτό να θεωρηθεί “έλλειμμα”, συνιστά αναμφίβολα ένα προτέρημα επίσης, στο βαθμό που από την άποψη μιας ολιστικής σχολής φιλοσοφίας όπως ο εγελιανός αντικειμενικός ιδεαλισμός που επισκοπεί τoν κόσμο των αντικειμενικοποιημένων πραγμάτων σε σχέση με την μοναδική αλήθεια που εντοπίζεται όχι σε αυτά αλλά στην έννοιά τους, τότε, όντως δεν είναι αναγκαίο να συνυπολογίσουμε την ανθρώπινη αισθητηριακότητα ως όρο sine qua non για την ορισμό της ύλης. Όμως από την άλλη, είναι ένας χρήσιμος και αιτούμενος όρος, έστω και αν δεν είναι «εκ των ουκ άνευ» για τον αντικειμενικό ιδεαλισμό, και όσο και αν ο Hegel το παραβλέπει αυτό, στην συγκεκριμένη περίσταση διατύπωσης όχι χωρίς λόγο.

Το πρόβλημα, ωστόσο, όταν συνδέουμε την ύλη με την αισθητηριακότητα σε έναν ορισμό, εντοπίζεται, στο κριτήριο πρόσληψης αυτής της αίσθησης, στην υπόσταση της αισθητηριακότητας. Είναι το καρτεσιανό εκτατό που μπορεί να δώσει εδώ ένα εχέγγυο ακρίβειας, η «ανταπόκριση στις αισθήσεις» του Kant, οι «αντικειμενοποιημένες» έννοιες του χώρου και του χρόνου του Hegel; Τα δύο πρώτα, αφήνουν, όπως είδαμε ένα σημαντικό κενό ερμηνείας μιας και εκλαμβάνουν ως αυτονόητο (είτε αντικειμενικότητα της έκτασης και του χώρου, είτε αντικειμενικότητα της «αίσθησης») εκείνο που κάθε άλλο παρά αυτονόητο είναι.

Τι συμβαίνει λοιπόν εδώ; πρόκειται ίσως για μια έννοια-φάντασμα που δεν αφήνει πολλά περιθώρια ορατότητας της ουσίας της, τουτέστιν, να καταλάβουμε πώς ακριβώς η ύλη φαίνεται μέσα στον εαυτό της από μόνη της και όχι μέσω άλλου πράγματος, και έτσι να ορισθεί. Αν επιχειρούσαμε, ωστόσο, μέσα από τους προαναφερθέντες ορισμούς να οδηγηθούμε όχι σε έναν εναλλακτικό αλλά σε έναν τροποποιημένο και παραλλακτικό ορισμό που επικεντρώνεται περισσότερο στο ζήτημα της υπόστασης του «αισθητού» της ύλης, και, εννοείται, σε καμμιά περίπτωση με ματαιόδοξο ή υπερφίαλο σκοπό να αντιπαραβληθεί προς τους προηγούμενους ορισμούς των φιλοσόφων ή να τους αντικαταστήσει (προς θεού!), αλλά για να τεθεί ως βοήθημα για περαιτέρω σκέψη και διερεύνηση, τότε ίσως θα μπορούσαμε να οδηγηθούμε σε κάτι όπως το αμέσως παρακάτω και να το διατυπώσουμε αναλόγως: ότι, δηλαδή, ύλη είναι η αίσθηση του απτού που υποβάλλεται προκαταβολικά στην συνείδηση από τις δοσμένες εξωτερικές παραστάσεις του κόσμου.

Κατ’ αρχάς, το «προκαταβολικά» έχει να κάνει με την διαδρομή και ενηλικίωση της αισθητηριακής εμπειρίας ώσπου να αποκτηθεί η βεβαιότητα (η προκαταβολική βεβαιότητα) του «απτού» άμα τη θέα του αντικειμένου. Γιατί από ένα σημείο και μετά ο άνθρωπος, συνήθως από το τέλος της προσχολικής ηλικίας και ύστερα έχει μια πλήρη αιτιατή συνείδηση της απτότητας και της αναπόφευκτης αισθητηριακής πρόσληψής της.

Περαιτέρω δε, επιλέγεται ο όρος «προκαταβολικά» αντί του συνήθους «a priori-εκ των προτέρων», διότι είναι πλέον δυναμικός του δευτέρου, εφ’ όσον εκείνο που «προκαταβάλει» ενεργεί και δεν «δίδεται» ή εμφανίζεται εξωτερικά απλώς και μόνον στο χρόνο και τον χώρο. Επιπλέον, προστίθεται ο όρος «δοσμένες» στις «εξωτερικές» παραστάσεις, ούτως ώστε να μην θεωρηθούν ή εκληφθούν ως «αντικειμενικές» πέραν της ανθρώπινης συνείδησης. Αν προεκτείναμε αυτόν τον όρο σε μια πιο διεξοδική προοπτική αντικειμενικού ιδεαλισμού, θα μπορούσαμε ίσως να μιλήσουμε για «αντικειμενικοποιημένες» παράστασεις και όχι «αντικειμενικές». Κάτι τέτοιο όμως θα πλάταινε πολύ τον ορισμό και θα αφαιρούσε από την συνοχή και την περιεκτικότητα που οφείλει να έχει.

Το κύριο πλεονέκτημα, ωστόσο, που μπορεί να υπάρχει, αν επιλέξουμε την πρωταρχικότητα της απτότητας ως εκκίνηση ενός ορισμού, είναι πως το «απτό» είναι πολύ πιο ουσιωδώς βιώσιμο από το «εκτατό» του καρτεσιανού ορισμού και δεν προϋποθέτει φιλοσοφική επιλογή ή προτίμηση. Πράγματι, το «εκτατό» μπορεί να αμφισβητείται στο κατά πόσο είναι «αντικειμενικό» ή όχι, το «απτό» ωστόσο αν και δεν υπερβαίνει εντελώς αυτό το πρόβλημα, εν τούτοις ενέχει μια πιο καθολική μαρτυρία της πρόσληψής του ή της αλήθειάς του. Το απτό σε αντίθεση με το εκτατό είναι μια πολύ αμεσότερη διαμεσολάβηση, αν μπορεί να το πει κανείς έτσι, και ενέχει ένα μεγαλύτερο βαθμό αισθητηριακής ωμότητας που υποχρεώνει αμέσως κάποιον να μην προσπεράσει εύκολα ως αναληθές το αποτέλεσμά του πάνω στην φυσική αίσθηση.

Ωστόσο δεν είναι ακριβώς στο απτό που εντοπίζεται η ύλη αλλά στην αίσθησή του (όπως αναγράφεται στον ορισμό πιο πάνω). Και ακόμα περισσότερο στην «υποβολή» αυτής της αίσθησης προκαταβολικά. Αυτό ο αναγνώστης στο βαθμό που θέλει να κατανοήσει αυτήν την σκέψη θα πρέπει να το διαφοροποιήσει μέσα στο νου του με όσο το δυνατόν πιο συγκεκριμένο τρόπο καθώς είναι το κυριώτερο που θα ήθελα να «κρατήσει» από εδώ: εδώ, κυρίως μας ενδιαφέρει ή εκλαμβάνουμε ή θεωρούμε πιο καίριο να συμπεράνουμε πως η ύλη είναι αίσθηση (με την έννοια της αισθητηριακής πρόσληψης ή της εντύπωσης ή της φαινομενικότητας), πάνω απ’ όλα αν όχι αποκλειστικά, και όχι υπόσταση.

Θα μπορούσε όμως να πει κάποιος εδώ, και τι γίνεται με τα υποατομικά σωματίδια της Φυσικής και την μηδαμινή αίσθηση απτότητας που υποβάλλουν προκαταβολικά. Κατ’ αρχάς, τα σωματίδια δεν είναι άμεση παράσταση αλλά διαμεσολαβημένη, πράγμα που σημαίνει απλά πως κριτήριο για την όποια «αίσθησή» τους μπορεί να εκλαμβάνεται κάθε φορά μονάχα εκείνο που μεσολαβεί για την παράστασή τους προς την συνείδησή μας (επιταχυντής, επιστημονική υπόθεση, πιθανότητα ύπαρξης) και όχι τα ίδια. Περαιτέρω δε, εφ’ όσον η παράσταση του κόσμου συναπαρτίζεται (θεωρητικά τουλάχιστον) από τα σωματίδια, τότε είναι ακριβώς αυτά τα σωματίδια που στην ολότητα και την λειτουργική σύνδεση μεταξύ τους υποβάλλουν την αίσθηση του απτού! Άρα το συγκεκριμένο πρόβλημα εδώ μπορεί να θεωρηθεί σε ασφαλή πλαίσια λυμένο.

Σε κάθε περίπτωση, όλες οι προαναφερόμενες απόπειρες ορισμού της ύλης κάθε άλλο παρά εξαντλούν την αλήθειά της. Μπορούν όμως να αποτελέσουν ένα πρώτο βήμα για μια περαιτέρω επεξεργασία ενός όσο το δυνατόν πιο πλήρους ορισμού, γιατί είναι αλήθεια πως η ουσία του Λόγου, έγκειται ακριβώς εδώ: στο ορισμένο, το συγκεκριμένο, όχι εν είδει φυλάκισης της έννοιας αλλά εν είδει δυναμικής γεννήτριας όσο το δυνατόν περισσοτέρων εννοιολογιών μέσα από αυτήν.

~ ~ ~

Οι στήλες του ΝΠ. gr

ΝΠ | ΛΟΓΟΣ ΚΑΙ ΣΚΕΨΗ : γράφει ο Δ. Πλατανιάς

Advertisements

Αντίφαση, αντίθεση, αντινομία στην ποίηση

cern_1

~ . ~

του ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΠΛΑΤΑΝΙΑ

Ομολογουμένως η ποίηση, από την φύση της, δεν μπορεί να είναι το πλέον ασφαλές καταφύγιο της λογικής (καίτοι βεβαίως  την συμπροβάλλει, όπως κάθε τι στον κόσμο φανερώνει, αναγκαστικώς, “μια λογική”) ή ο πλέον σταθερός δείκτης της. Μάλλον ορίζει μιαν “ακτίνα ελευθερίας”  σε σχέση με κάθε λογική, ή μια περιοχή -σχετικής- απαλλαγής από αυτήν. Είναι, από μιαν ορισμένη φιλοσοφική άποψη, η ποίηση,  ένα διάλειμμα στην λογική και την αναγκαιότητά της.

Βέβαια, αυτά είναι πολύ σχετικά, πάντα, μιας και όπως προελέχθη, τα όρια ανάμεσα σε λογική και μη-λογική, ή την υπέρβασή της, δεν είναι πάντοτε διακριτά ή με έναν προπαγιωμένο τρόπο αδιαμφισβήτητα, ωστόσο αυτό που έχει μεγίστη σημασία να λεχθεί σε αυτήν την περίπτωση είναι, πως καίτοι ομιλούμε για έννοιες που μπορεί να αποβούν κάποτε  “ρευστές”, εν τούτοις δεν παύουν γι’ αυτό να  προφαίνουν ως ξεχωριστές ανά περίσταση ή επιλογή..

Λέμε στον καθημερινό λόγο: “με αυτήν την λογική”, “σύμφωνα με την δική σου λογική” κλπ. Η Λογική φυσικά είναι μία, είτε την λαμβάνουμε στην τυπική είτε στην εγελιανή εκδοχή της, αλλά και σε κάποια άλλη που μπόρεσε να “επισημοποιηθεί” στον πνευματικό κόσμο, τουλάχιστον ως “μία” εκδοχή λογικής. Όμως, παρά τις μετρημένες αυτές “λογικές”, ο καθημερινός λόγος μαρτυρεί περί της υπάρξεως πολλών “λογικών”.  Πιθανόν, τόσες πολλές “λογικές” όσοι είναι οι άνθρωποι και οι περιστάσεις τους. Από αυτή την άποψη η “λογική της ποίησης” δεν είναι λιγότερον υπαρκτή, και με αυτήν ασχολούμαστε στο παρόν κείμενο, ερευνώντας, με έναν συμπερασματικό-καταληκτικό τρόπο, τις έννοιες της “αντίφασης”, της “αντίθεσης” και της “αντινομίας” αναφορικά με αυτήν την “λογική της ποίησης”.

Η αντίφαση, λοιπόν, από λογική άποψη λαμβάνεται ως μη συμβατότητα ή αλληλαποκλεισμός ανάμεσα σε δύο όρους ή δύο “θέσεις”:  μια αρχή ή τάση που ενείχε μεν αριστοτελικές αφετηρίες, ωστόσο παγιώθηκε στον χρόνο ανάμεσα σε πολύ πρόδηλες “αντιθέσεις” των οποίων η ενότητα (αντίφαση) θεωρείτο ως αδύνατη ή μη υπαρκτή στην πραγματικότητα. “Contradictio in terminis” (αντίφαση εν όροις), είναι ένας παλαιός όρος που δηλώνει το “ασύμβατο” που ενέχει η αντίφαση στην λεκτική εκφορά,  και στον βαθμό που συνήθως δεν διαπιστώνεται ή δεν έχει διαπιστωθεί έως τώρα στην πραγματικότητα, χωρίς όμως και τίποτε να αποκλείει κάτι τέτοιο εξ ορισμού και διηνεκώς. Δεν θα μπορούσε όμως, γενικότερα,  κάτι να υπάρχει ή να μην υπάρχει“ in terminis” αν δεν υπαγορευόταν (ή  δεν έδινε την εντύπωση πως υπαγορευόταν), εμμέσως, από αυτό το νεφελώδες πράγμα που αποκαλούμε “πραγματικό”.

Ίσως, όμως, δεν πρόκειται καν για “υπαγόρευση”, αλλά για επιβολή όρων πάνω σε αυτό το νεφέλωμα, όσον και αυτό μας ξαφνιάζει ή μας τρομοκρατεί, όταν το υποψιαζόμαστε. Επειδή, με τις λέξεις μας στην ουσία δεν “περιγράφουμε” κάτι, αλλά περισσότερον το ορίζουμε εκ των προτέρων. Απ’ αυτήν την άποψη, η ορολογική αντίφαση δεν ξεχωρίζεται εύκολα από μιαν υποτιθέμενη “πραγματική” αντίφαση. Δεν ξέρουμε τι είναι “πραγματική” αντίφαση έτσι κι αλλιώς, στον βαθμό που δεν βλέπουμε καμμία “ουσία” με ορατό τρόπο· in terminis διαπιστώνουμε (υποθέτουμε) πάντα τις αντιφάσεις στον κόσμο.

Σίγουρα, το όλο ζήτημα προκύπτει δαιδαλώδες, εφ’ όσον και αναμενομένως, κάθε διαπίστωση ορολογικής αντίφασης με την παλαιά αριστοτελική και σχολαστικιστική έννοια, υπαγορεύεται από μιαν προδεδομένη φιλοσοφική θέση ή προκατάληψη που μπορεί να έχει ο διαπιστώνων  την “αντίφαση”.

Στον βαθμό που ούτε η “ουσία” ούτε η “υπόσταση” είναι άμεσα ορατές, τότε οι λογικές ασυμβατότητες δεν παύουν  συνήθως να προκύπτουν από την πίστη σε μιαν ορισμένη σχέση ανάμεσα σε λέξεις και έννοιες, στο πλαίσιο όμως μιας εκ των προτέρων δεδομένης φιλοσοφικής βεβαιότητας ή παραδοχής κάποιας φιλοσοφικής “σχολής”.

Για παράδειγμα: λέμε πως ένας άνθρωπος δεν μπορεί να βρίσκεται ταυτοχρόνως σε δύο σημεία (τόπους). Αυτό για τον ιστορικό ή δυτικό νου, είναι τόσον ακλόνητον ως βεβαιότητα (μάλλον ως απόρριψη βεβαιότητας), ώστε να αρνείται, σχεδόν ανακλαστικώς,  κάθε αντίθετο ισχυρισμό. Η πειθώ της  εμπειρίας ή μη εμπειρίας,  είναι εκείνη που δημιουργεί έτσι κι αλλιώς αυτήν την προπαραδοχή ή προκατάληψη. Για έναν πρωτογονικό (ή και αρχαϊκό) νου όμως, το να βρίσκεται ένας άνθρωπος ταυτοχρόνως σε δύο τόπους ακούγεται ως κάτι φυσιολογικό (μαγική αντίληψη του κόσμου) ή τουλάχιστον, δεν το αποκλείει. Δεν έχει κανένα πρόβλημα να το “αποδεχθεί”.

Ούτε η ποίηση όμως, στον βαθμό που δεν ακολουθεί κατ’ ανάγκην την λογική της αιτιότητας, θα είχε κάποιο πρόβλημα να αποδεχθεί είτε αυτό είτε παρόμοια εν γραπτώ.

Γενικά, μιλώντας, η ποίηση δεν χειρίζεται μόνον τις αντιφάσεις ως (όχι ακριβώς λογικές αλλά σίγουρα ως “υπαρκτικές”) προκλήσεις όσον διαπιστώνεται πως η ίδια συχνά ασφυκτιά  στην επικράτεια της λογικής (αν η φιλοσοφία βρίσκεται “σαν στο σπίτι της” μέσα σε αυτήν την επικράτεια, η ποίηση απλά την μετέρχεται ως ξενοδοχείο), αλλά συνιστά, εν πολλοίς, η ίδια αντίφαση. Γιατί; επειδή, ο λόγος υπάρχει πρωτίστως χάριν “αιτιότητας”, μια έννοια με την οποία η ποίηση δεν είναι υποχρεωμένη να έχει κατ’ ανάγκην και τις καλύτερες σχέσεις. Η αναγκαιότητα του λόγου είναι το μέτρο της πάλης για επιβίωση σε ένα εχθρικό περιβάλλον και , κατ’ επέκτασιν,  για επιβίωση στην Ιστορία, τουλάχιστον από ένα χρονικό σημείο και μετά.

Ο άνθρωπος ζει σε ένα σύμπαν αιτιατών φαινομένων και αυτά αποπειράται κυρίως  να διακοινωνεί μέσω του προφορικού και γραπτού λόγου. Αν ζούσε σε ένα φαινομενικώς μη αιτιατό σύμπαν, τότε, παραδόξως, η ποίηση θα ήταν ο καθημερινός λόγος. Βέβαια, το γεγονός ότι ο πρωτογονικός άνθρωπος αντιλαμβάνεται πολλά πράγματα με έναν μη αιτιατό τρόπο, δεν αίρει τον φόρο τιμής στην  αιτιότητα που είναι αναγκασμένος να καταβάλλει και αυτός στην καθημερινότητά του. Όμως οι επί μέρους ανθρωπολογικές διαφοροποιήσεις θα μας πήγαιναν πολύ μακριά σε ένα τέτοιο κείμενο, το οποίο ενέχει εξ αρχής άλλους σκοπούς.

Η αντίθεση από την άλλη, δεν είναι ζητούμενη ενότητα (όπως στην έννοια της “αντίφασης”) έστω και μη υπαρκτή, αλλά διεκφαίνεται πάντα ως αντι-παρά-θεση και  μη κατ’ ανάγκην δυναμική συνύπαρξη δύο εννοιών ή όρων ή προτάσεων που κρίνονται για τον α ή β λόγο ως “αντίθετες”.

Για παράδειγμα: το “άσπρο” και το “μαύρο” ως αντίθετα, με κυριολεκτική ή μεταφορική έννοια, μπορούν κάλλιστα να συνυπάρχουν χωρίς να ορίζουν θέμα “ενότητας”. Ο κόσμος μας, προδήλως, είναι γεμάτος από τέτοιες αντιθετικές συνυπάρξεις, οι οποίες από την φύση τους δεν εμφανίζουν κάποιο “λογικό” πρόβλημα στο βαθμό που δεν παρουσιάζονται κατ’ ανάγκην ως ενότητα μεταξύ τους (αντίφαση).

Βέβαια από την άλλη, ο καθημερινός λόγος, δημιουργεί συχνά “ζήτημα εκ του μηδενός”, προκειμένου να εξάρει την απόρριψη μιας “αντίφασης”. “Είναι άσπρο-μαύρο, αυτό που είπες”, λέγεται συχνά, που σημαίνει “δεν ξέρεις τι λες”. Και όμως, ο κόσμος εμφανίζει το “άσπρο-μαύρο” στην καθημερινή οπτική αντίληψη με τέτοια συχνότητα, ώστε θα έπρεπε αυτή η αντι(συμ)παράθεση να θεωρείται ως το πλέον λογικό πράγμα στον κόσμο. Αν οι άνθρωποι κάποιες φορές δεν ξέρουν τι λένε, δεν μπορεί και ο σύνολος κόσμος να “μην ξέρει τι λέει”. Και στον βαθμό που ο πρώτος, δεν κάνει τίποτε άλλο από το να “αντιφάσκει” με τον ίδιο τρόπο που η ζωή, ο κόσμος και οι μεμερισμένες αλήθειές τους αντιφάσκουν, τότε προφανώς “ξέρει τι λέει”, αλλά κυρίως “λέει ό,τι ξέρει” (έχει διαπιστώσει στην εμπειρία του και μεταφέρει στον λόγο του).

Ο καθημερινός λόγος, είναι αλήθεια, παίζει συχνά με αδιέξοδα που κάποτε ωστόσο δεν είναι τίποτε περισσότερο από πολύ εύκολα αντιληπτές προφάνειες της ζωής. Και η αντίφαση ανήκει μάλλον σε ό,τι διαπιστώνουμε εν πληθωρικότητι στην ζωή, όμως αρνούμαστε να το παραδεχθούμε στην καθημερινή σκέψη. Από αυτήν την άποψη, ο Χέγκελ, τουλάχιστον, που δόμησε την λογική του στην δυναμική πλευρά της αντίφασης, θα πρέπει να θεωρείται, εκτός των άλλων, ένας από τους πλέον ειλικρινείς φιλοσόφους που υπήρξαν ποτέ. Δεν απομυθοποίησε μόνον μια παλαιά, αριστοτελικού τύπου προκατάληψη, αλλά αγκάλιασε αυτό το ίδιο το “εξορκισμένο” και το προέβαλε θετικά.  Ό,τι για έναν μέσο νου ήταν “παράλογο”, για τον Χέγκελ ήταν η ίδια η ζωή.

Η ποίηση, πάντα “αγκαλιάζει” την αντίφαση, με την ίδια θέρμη που το έπραττε ο Γερμανός φιλόσοφος, είτε αυτό γίνεται συνειδητά είτε ασυνείδητα. Στο κάτω-κάτω, η ίδια η έννοια της “μεταφοράς” είναι κάτι το κατ’ εξοχήν αντιφατικό στην διεκπεραίωσή του μέσω του γραπτού λόγου.

Το γεγονός ότι ο ποιητής αισθάνεται την ανάγκη να αποδώσει μέσω ενός συγκεκριμένου σχήματος λόγου την αλήθεια ενός γεγονότος, σκηνής, προσώπου, κατάστασης κλπ., στην πραγματικότητα μέσω μιας “απομάκρυνσης” από αυτά και προβαίνοντας σε μια δηλωτική- “ετερομοιοφανή” σχέση τους (να μου συγχωρηθεί ο νεολογισμός), αυτό συνιστά σίγουρα αντίφαση. Για να μπορέσει να δει, διαπιστώσει, εκτιμήσει, εκφράσει μιαν ουσιαστικότερη αλήθεια ενός πράγματος, “αποχωρεί” από αυτό.  Ή αλλιώς, και για να το πούμε πιο συνοπτικά:  για να προσεγγίσει κάτι ο ποιητής (μέσω της μεταφοράς), απομακρύνεται από αυτό. Και αυτό δεν είναι, φυσικά,  τίποτε άλλο από αντίφαση.

Η αντινομία, με καντιανή ή ευρύτερη έννοια, και εν κατακλείδι, είναι η ασυμβατότητα δύο “νόμων” μεταξύ τους, είτε φυσικών είτε όχι. Στην πραγματικότητα, οποιαδήποτε αδικαιολόγητη και πολύ επιφανειακή εκδίωξη ή εξορκισμός του όρου “αντίφαση” στον καθημερινό λόγο, θα οφειλόταν παρερμηνευτικώς, μάλλον,  στην έννοια της “αντινομίας”, η οποία προκύπτει εχθρική έτσι κι αλλιώς για κάθε πρακτική δραστηριότητα του ανθρώπου.

Όμως, ακόμα και αυτή η έννοια, δεν θα μπορούσε να είναι “απαγορευμένη” στην ποίηση. Πολλές ποιήσεις (ιδιαίτερα εκείνες που μετέχουν σε ένα ικανό ποσοστό του “οραματικού” ή ενός σκοπούμενου φαντασιακού στοιχείου) βρίθουν από περιγραφές “αντινομικών”  φαινομένων.

Για να καταλήξουμε κατ’ ελπίδα σε ένα όσον το δυνατόν πιο ουσιώδες συμπέρασμα, θα έλεγε κανείς πως και οι τρεις έννοιες, “αντίφαση”, “αντίθεση”, “αντινομία”, μοιάζει αν όχι να δικαιώνονται στην ποίηση (έτσι κι αλλιώς δεν θα μπορούσε εύκολα να φανταστεί κανείς το τι θα συνιστούσε ακριβώς “δικαίωση” και για τα τρία, και ούτε καν θα έπρεπε να θεωρηθεί “ζητούμενο” κάτι τέτοιο), τότε, τουλάχιστον, να βρίσκονται σε έναν πολύ οικείο χώρο. Εκεί όπου μπορούν να αναπτύσσονται ελευθέρως και χωρίς τον φόβο του ψόγου ή της μομφής από  την πλευρά μιας καθημερινόλογης ένστασης.

Είναι, λοιπόν, από αυτήν την άποψη, η ποίηση κάτι πολυτιμότερο απ’ όσον φαίνεται ή εκτιμάται συνήθως. Μα πραγματικά, αν μπορούμε να αλλάζουμε με τόσην ευκολία τις σχέσεις των πραγμάτων στον ποιητικό γραπτό λόγο, και στον βαθμό που τίποτε δεν μας πείθει πως μεταφέρουμε γλωσσικά στον καθημερινό λόγο τις σχέσεις των ιδίων πραγμάτων έτσι όπως υποτίθεται ότι υπάρχουν σε κάποιο νεφελώδες “πραγματικό”  παρά μόνον τις προδιαγράφουμε με λέξεις (“εμφανίζοντάς” τις  κατά κάποιο τρόπο!), τότε, και στον βαθμό, ακόμα, που ο άνθρωπος δεν θα παύει ολοένα να “διανοίγεται” ανθρωπολογικώς με κύρια συνιστώσα αυτής της δύναμης εξόδου την ίδια την γλωσσική λειτουργία του, συνυπολογιζομένων όλων αυτών λοιπόν, η ποίηση είναι μια πολύ πιο σοβαρή υπόθεση, απ’ όσον συνήθως πιστεύουμε.

Ανοίγει “δρόμους” στο μέλλον, με έναν τρόπο που ούτε οι ποιητές συνήθως υποψιάζονται. Αυτό φυσικά, δεν σημαίνει, πως η ποίηση είναι μια πολύ σοβαρή υπόθεση για να την αφήσουμε στους ποιητές, αν θα θέλαμε σε αυτήν την περίπτωση να μετασχηματίσουμε με φάλτσα πρόθεση  ένα τετριμμένο κλισέ, αλλά, σίγουρα, σημαίνει πως η ποίηση είναι πολύ πιο σοβαρή υπόθεση, απ’ όσον φαίνεται ή φέρεται να την παίρνουν συνήθως πολλοί ποιητές.

Επειδή, κάποτε έχει νόημα το “ανθρωπολογικό” μέρος να υφίσταται πολύ πιο πάνω από το μονόπλευρα “γραμματολογικό” της λογοτεχνίας. Αν βεβαίως, επιθυμούμε να μην πάει χαμένο τζάμπα τίποτε από κάθε ανθρώπινη δραστηριότητα, και να προτιμούμε σε κάθε περίπτωση  την  ζωντανή σάρκα του λόγου έναντι των σκορπισμένων οστών του.

~ ~ ~

Οι στήλες του ΝΠ. gr

ΝΠ | ΛΟΓΟΣ ΚΑΙ ΣΚΕΨΗ : γράφει ο Δ. Πλατανιάς

Ποίηση και αναρχία

chicago-anarchists

~  .  ~

του ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΠΛΑΤΑΝΙΑ

Είθισται πολλές φορές, ιδιαίτερα στην χώρα μας, ο όρος «αναρχικός» να χρησιμοποιείται με μιαν ευρεία έννοια, τέτοια που διαφεύγει κατά πολύ των ιδεοπολιτικών απαρχών και συνισταμένων της λέξης, και ορίζει περισσότερον, ένα μονόλεκτο ορμής ή πάθους, αγάπης για την ζωή, αλλά και ενός ευρύτερου «αντιεξουσιασμού» όχι κατ’ ανάγκην συμπεπτωκότος με την συνήθη χρήση της λέξης στους σχετικούς χώρους.

Φυσικά, όχι μόνον η κατάχρηση του αυτοχαρακτηρισμού, αλλά και η απλή χρήση του με αυτήν την «ευρεία» έννοια δεν μπορεί παρά να προκαλεί κάποτε υποψίες όσον έχει να κάνει με το δημαγωγικό του πράγματος. Κατά κάποιον τρόπον, όχι και τόσον μυστήριον όσον φαίνεται, η γοητεία που προκαλεί η λέξη «αναρχικός» ακόμα και σε άτομα που κάθε άλλο παρά συμπαθούν τους σχετικούς ιδεολογικούς χώρους, δεν είναι τυχαία. Δεν είναι τυχαία, σίγουρα, μα πρωτίστως δεν  πρόκειται σε αυτή την περίπτωση περί αυθυπόστατης χρήσης της έννοιας, αν μάλιστα σκεφθεί κανείς πως πίσω από τις αντιεξουσιαστικές δηλώσεις πολλών ανθρώπων της χώρας μας, συχνά  δεν κρύβεται κάτι πιο γοητευτικό από το «δίκαιο της συμμορίας» και μερικά από τα πλέον ακατέργαστα και ωμά εξουσιαστικά σύνδρομα που θα μπορούσε κάποιος να φανταστεί.

Μα, εδώ, στους με ιδεολογική έννοια αυτοχαρακτηριζομένους αναρχικούς το ζήτημα της «εξουσίας» περιπλέκεται (κυρίως στην πράξη, επειδή στα πολιτικά θεωρήματα πάντοτε μερικά πράγματα μοιάζουν ανέφελα, χωρίς αυτό βεβαίως να σημαίνει πως δεν προκαλούν ραγδαίες βροχοπτώσεις στην πραγματικότητα…) σε τέτοιον βαθμόν και με τόσες άλυτες αντιφάσεις, ώστε κάποτε να αναρωτιέται κανείς για το πόσον εξουσιαστές περισσότερον θα ήταν πολλοί αυτοπροσδιοριζόμενοι ως «αναρχικοί» αν δεν δηλώναν κιόλας τέτοιοι!

Αν στους αυτοδηλούμενους αναρχικούς, λοιπόν, ο όρος «εξουσία» και η αντιμετώπιση της πραγματικότητάς της, συχνά τους κάνει –για να το πω λαϊστί- «να μπλέκουν τα μπούτια τους» και να φανερώνονται …βασιλικώτεροι εκείνου του βασιλέως που μισούν όσον κανέναν άλλον, φανταστείτε πόσον ακόμα περισσότερον συμβαίνει αυτό σε όσους δηλώνουν «αναρχικοί» με ευρεία, μη πολιτική έννοια ή σκοπιμότητα προς χάριν μιας εύκολης δημαγωγίας και αυτοπροσπορισμού γοητείας.

Δεν είναι άγνωστο φυσικά το φαινόμενο και στους ποιητικούς χώρους. Ακόμα δε περισσότερον, αν αναλογιστεί κανείς ότι η «ποίηση» πάντα, και στον έναν ή τον άλλον βαθμό, συνδεόταν ως έννοια κατά έναν κάπως «συγκεχυμένο» τρόπο με την ιδέα της «αναρχίας». Κατά την γνώμη μου, όχι αδικαιολόγητα, όμως η κατάχρηση τόσον από άποψη εξαγγελίας όσον και από συμπεριφορική άποψη, κρύβει πάντα μια δημαγωγική μόδα και τίποτε περισσότερον.

Ιδιαίτερα, μάλιστα, στους σημερινούς καιρούς, στους οποίους  ο κόσμος της κουλτούρας, μικρός, μεγάλος, άξιος, ανάξιος, καλός, κακός, αντικουλτουρικός  και υποκουλτουρικός, έχει «πέσει με τα μούτρα» στο facebook, και μπορεί ασφαλώς να καταλάβει κανείς πως αυτό συμβαίνει ως επί το πλείστον προς χάριν δημαγωγίας και όχι προς όφελος του πνεύματος, με αποτέλεσμα ο εγχώριος πολιτισμός μας  να δέχεται (και) εξ αυτού του αταίριαστου γάμου «αγορεύσεως» και «κουλτούρας» ένα καίριο χτύπημα και να βυθίζεται τακτικά στους στροβίλους μιας αυτοϋπνωτιζομένης παρακμής.

Όμως το θέμα μου εδώ πρωτίστως εντοπίζεται στην ανίχνευση των κοινών τόπων μεταξύ ποίησης και αναρχίας, οι οποίοι, και παρά τις άνω αναφερθείσες αρνητικές προφάνειες, δεν είναι ανύπαρκτες. Βέβαια, και ως προς αυτόν τον σκοπό, καλό θα ήταν να ορίσουμε τον έναν πόλο του ζητήματος με αξιόσημα αναφοράς πολύ πίσω στον χρόνο. Δεν θα πάρουμε συνεπώς ως πρότυπο αναρχικού κάποιον που πάει και  …τα σπάει στους δρόμους για το  κέφι του και φωνάζει «ζήτω η αναρχία» (με ιδιαζόντως εξουσιαστική ορμή και πρόθεση βεβαίως…), αλλά ιστορικές μορφές του παρελθόντος, όπως, για παράδειγμα ο Κροπότκιν , ο Ελιζέ Ρεκλύ, η  Έμμα Γκόλντμαν. Αυτή η αναφορική προτίμηση εξ άλλου έχει σκοπό να μην αδικήσει τον όρο «αναρχία», με τον ίδιον τρόπον που αν θα θέλαμε να ομιλήσουμε για τις πλέον ουσιώδεις «ιδεολογικές» βάσεις του χριστιανισμού, δεν θα διαλέγαμε ως πρότυπο τους έξαλλους φονικούς όχλους που καίγαν κάποτε τους αρχαίους ναούς και έσφαζαν τους ιερείς αλλά και τους χωρικούς που ήταν προσκολλημένοι στην αρχαία ελληνική λατρεία, αλλά, θα προτιμούσαμε σίγουρα μορφές όπως ο Αυγουστίνος, ο Ισαάκ ο Σύρος, ο Ιωάννης Δαμασκηνός, αλλά και ο Duns Scotus ή ο Θωμάς Ακινάτης κ.ά.

Στο κάτω κάτω υπάρχει όχι μόνον διαφορά οξύνοιας και μόρφωσης, αλλά και «συμπεριφορικού» πολιτισμού ανάμεσα στους παλαιότερους αναρχικούς και πολλούς «όξω καρδιά και σπάσ’ τα όλα» του σήμερα. Σπάνια θα βλέπατε παλαιό αναρχικό να μην ομιλεί με ιδιαίτερα πολιτισμένο τρόπο και σπανιότερα, ακόμα, θα ακούγατε έστω και μια βρισιά από αυτόν! Τουναντίον, σήμερα, σπάνια θα ακούσετε μια λέξη ανάμεσα στα λεγόμενα πολλών «αναρχικών» (δεν είναι όλοι φυσικά έτσι) που να μην είναι βρισιά ή μπινελίκι!

Όπως και να έχει όμως, και επανερχόμενοι στον κεντρικό άξονα του θέματος, οφείλει να πει κατ’ αρχάς κάποιος, πως, ναι, αναμφίβολα, η ποίηση παρουσιάζει κοινούς τόπους με την ιδέα της «αναρχίας», χωρίς φυσικά αυτό να σημαίνει κατ’ ελάχιστον πως θα μπορούσε να συμπέσει ολοκληρωτικά με αυτήν από άποψη πρόθεσης.

Αν θέλετε την γνώμη μου, η ποίηση ως είδος του γραπτού λόγου είναι πολύ πιο «αντιεξουσιαστική» από την πεζογραφία, στον βαθμό που η ίδια, και σε μεγάλο βαθμό, συνιστά ανατροπή και όχι διατήρηση του καθημερινού λόγου.  Πολύ σημαντικό ως προς το θέμα μας, αν το σκεφθεί κανείς αυτό σωστά. Επιπλέον, ό,τι αποκαλούμε «καθημερινός λόγος» σε ένα σημαντικό ποσοστό του είναι  γεμάτος από προσταγές, διαταγές,  επειγότητες, αναγκαιότητες, μη αντιστρεπτές τετελεσμένες χρονικότητες (που από την φύση τους όλα αυτά είναι πάντα εξουσιαστικά), αλλά και προσφυγές στην «αυθεντία», κλπ.

Στην ποίηση κάθε αιτιότητα (και μιλώντας τώρα από φιλοσοφική πλευρά) αίρεται ή έχει την δυνατότητα να αίρεται. Εφ’ όσον συμβαίνει αυτό, αίρεται αυτομάτως και κάθε αιτιατή «αναγκαιότητα» στην εκφορά των εννοιών και κατά συνέπειαν παύει να είναι τόσον δραστική οποιαδήποτε πρόθεση εξουσίας είτε αυτή είναι συνειδητή είτε ασυνείδητη.

Ένα ποίημα πάνω απ’ όλα είναι μια «συνείδηση» από τα έξω, δεν συνεπιφέρεται δηλαδή κατ’ ανάγκην από τις άμεσα τελούμενες διεργασίες της ανθρωπότητας.  Είναι ακόμα «απομεμακρυσμένο στον χρόνο» ως οπτική και εν κατακλείδι κάτι «παράλληλο» με την πραγματικότητα.

Από την φύση του αλλά και από την δυνατότητά του ένα ποίημα δεν επεμβαίνει (και ας υπάρχουν αφελείς που πιστεύουν πως η ποίηση μπορεί να αλλάξει τον κόσμο) και δεν αλλάζει την πραγματικότητα. Το πολύ πολύ να αλλάξει κάποιον που είναι ήδη αλλαγμένος από μόνος του.

Βλέπουμε συνεπώς να προβάλλει κάπως εκφανέστερος ο φυσικός «αντιεξουσιαστικός» χαρακτήρας της ποίησης, και χωρίς αυτό φυσικά να έχει να κάνει στο ελάχιστο με τις εξουσιαστικότητες κάθε παρα-ποιητικής δραστηριότητας (δημόσιες σχέσεις, ανταγωνισμός νόμιμος ή μη νόμιμος κλπ.). Όμως αυτή η διαπίστωση κάθε άλλο παρά θα μας επέτρεπε να ταυτίσουμε την ποίηση με ένα μεγάλο μέρος της ιδεολογικής Αναρχίας, και παρά τις εκλεκτικές -αλλά και ουσιαστικές- ομοιότητες με αυτήν.

Η Αναρχία, έχει έναν συγκεκριμένο σκοπό «κοινωνικό» (μιας και οι αναρχικοί αποστρέφονται συνήθως τον όρο «πολιτικό»). Δεν αναζητά λιγότερο από άλλες ιδεολογικές θεωρήσεις την σαφώς συγκροτημένη και οργανωμένη σε διακοινωνική βάση «τάξη», με τον όρο, φυσικά, να εκλείπει πλέον η κεντρική κεφάλη της εξουσίας. Βέβαια, αυτό το όραμα περισσότερον προσεγγίζει τα ιδανικά του αναρχοκομμουνισμού παρά του αναρχοκολλεκτιβισμού και ουδόλως του αναρχοατομικισμού, όμως αυτό είναι άλλο θέμα.

Η ποίηση, από την άλλη, «αδιαφορεί» αρχικώς και συνολικώς ως τέχνη για όλα αυτά (ασχέτως αν ένας συγκεκριμένος ποιητής μπορεί να συντηρεί κοινωνικοπολιτικές παραμέτρους στην σκέψη και την ποίησή του).

Η κίνησή της ποίησης δεν είναι «ιστορική» αλλά «αντι-ιστορική» με μια φιλοσοφική σημασία. Εννοώ, πως αν το ποιητικό φαινόμενο, ως προς μία πολύ σημαντική έννοια, είναι μετα-στοχασμός επί του ήδη «γεγονότος», τότε αυτό δεν συμβαίνει εξ ίσου στο έδαφος του «ιστορικού» αλλά στον αντίποδά του.

Επειδή ακριβώς δεν υπάρχει σε αυτήν την περίπτωση κανένας «καθημερινός λόγος» που θα παρακολουθήσει το ιστορικό στο «γήπεδό του» αλλά ένας μη καθημερινός λόγος, αρκετά μακριά απ’ αυτό το τελευταίο.

Και εδώ έχουμε αμέσως αμέσως ένα «κλειδί» για να καταλάβουμε την πιο κρίσιμη διαφορά ανάμεσα στην Ποίηση και την Αναρχία και παρά τις υπαρκτές, εκλεκτικές σίγουρα, συγγένειες μεταξύ τους. Την Ιστορία. Η Αναρχία ως θεώρηση και όραμα είναι γέννημα της Ιστορίας και σκοπός της, αναμφίβολα, είναι η δράση επ’ αυτής.

Η Ποίηση, από την άλλη,  αν και γέννημα της Ιστορίας, περισσότερον προσεγγίζει την έννοια της Φυγής-Fuga (με καμμίαν αρνητική έννοια του όρου). Φεύγει ή προσποιείται πως φεύγει από την Ιστορία, για να βρει τον εξισορροπητικό της «άλλο» πόλο, που θα της επιτρέψει επιπλέον να «κατανοήσει» καλύτερα (και σίγουρα εμμέσως) και την ίδια την Ιστορία.

Εν κατακλείδι: Ο αναρχικός επιθυμεί να αλλάξει τον κόσμο. Ο ποιητής επιθυμεί να «δει» τον κόσμο, όπως δεν θα μπορούσε να τον δει αν ενέμενε συνεχώς μέσα στην λελογισμένη ροή του.

Η ποίηση στο κάτω κάτω είναι ό,τι ανασκευάζει-ξαναφτιάχνει τον κόσμο χωρίς να τον βάζει στην …ταλαιπωρία να ξαναφτιάχνεται! Και ας μην εκληφθεί αυτό απλά ως μια χιουμοριστική διαπίστωση.

Είναι, πάνω απ’ όλα,  μια διαδικασία που θα μας γλίτωνε από πολλά ποτάμια διιστορικώς χυμένου αίματος από την άποψη της «πρόρρησης» και της τρομαχτικά εύστοχης διαίσθησης που παρουσιάζουν κάποτε οι πιο σημαντικοί ποιητές, τουλάχιστον, όπως άλλωστε και η ίδια η Ποίηση εν συνόλω, αν εκλαμβανόταν από την κοινωνία περισσότερον στα σοβαρά ως τέχνη.

Καίτοι το μοναδικό ίσως σοβαρό πράγμα που έχει απομείνει στον κόσμο (ιδιαίτερα σήμερα σε περίοδο τραγικής παρακμής και παρά την ανύπαρκτη σοβαρότητα πολλών ποιητών και «ποιητών»!), εν τούτοις σπάνια λαμβάνεται με την σοβαρότητα που της αξίζει από το  σύνολο μιας κοινωνίας που αυτοσχεδιάζει πρακτικιστικώς αλλά μόνον για να καταπέσει συνήθως σε ακόμα μεγαλύτερα αδιέξοδα των εφαρμογών. Προμηθεύς Δεσμώτης ακόμα το ποιητικό φαινόμενο, αλλά σε ένα κοινωνικό σύνολο-Επιμηθέα.

Στο κάτω κάτω, αν δεν υπήρχε ακόμα αυτή η αντίφαση, αυτό θα σήμαινε πως θα είχε τελειώσει ιστορικώς ο ρόλος της γραπτής ποίησης. Όμως απέχουμε ακόμα πολύ από κάτι τέτοιο.

~ ~ ~

Οι στήλες του ΝΠ. gr

ΝΠ | ΛΟΓΟΣ ΚΑΙ ΣΚΕΨΗ : γράφει ο Δ. Πλατανιάς

 

Οφείλει η ποίηση να είναι φιλοσοφικώς «δεσμευμένη»;

my_jackson_pollock_painting_by_amau41200-d4vjeut

του ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΠΛΑΤΑΝΙΑ

Δεν υπάρχει άνθρωπος  που να μην έχει πλάσει μέσα στο μυαλό του, ιδιαίτερα με την πάροδο των χρόνων και την συσσώρευση της εμπειρίας, ένα “φιλοσοφικό πιστεύω”. Φυσικά, αυτό το πιστεύω δεν συναντάται πάντα και ακριβώς με τα μέτρα και  κριτήρια μιας προϋπαρξάσης φιλοσοφικής σχολής ή θεώρησης από την ιστορία της συστηματικής σκέψης, και ούτε βέβαια θα ήταν υποχρεωτικό κάτι τέτοιο. Όμως, κατά κανόνα βρίσκεται “εγγύς” αυτού,  έστω και με, συνήθως, λιγότερο κατηργασμένο νοητικώς τρόπο.

Θέλω να πω, για παράδειγμα, πως το φιλοσοφικό πιστεύω ενός ανθρώπου  κάλλιστα μπορεί να παραπέμπει στον υπερβατικό αγνωστικισμό του Kant, χωρίς ο ίδιος να έχει διαβάσει ποτέ στην ζωή του έστω και μια σελίδα από την Κριτική του Καθαρού Λόγου.  Άλλος, μπορεί να είναι επικούρειος ή εμπειριοκράτης, χωρίς φυσικά και αυτός να έχει διαβάσει ποτέ Επίκουρο ή John Locke για παράδειγμα. Οι πολύ πιο “λεπτές”, τουτέστιν  ιδεαλιστικές, θεωρήσεις, όπως η πλατωνική, νεοπλατωνική, υποκειμενική ιδεαλιστική, αντικειμενική ιδεαλιστική (και ο Πλάτων άνετα μπορεί να συνυπολογίζεται σε αυτή την τελευταία), κατά κανόνα δεν είναι συχνά εντοπιζόμενες στις κοινές πεποιθήσεις. Προϋποθέτουν δηλαδή, μια  ήδη υπάρξασα ενασχόληση, σε μικρό ή μεγαλύτερο βαθμό, με τις συγκεκριμένες φιλοσοφικές κατευθύνσεις.

Όπως και να έχει όμως, αυτό που θα μας ενδιέφερε εδώ να επισημάνουμε είναι το εξής: αν κάθε άνθρωπος έχει διαμορφωμένο ένα κάποιο φιλοσοφικό πιστεύω στο μυαλό του, βάσει του οποίου, αν όχι ακριβώς πορεύεται πάντα, τουλάχιστον, αξιολογεί και εκτιμά συχνά τα πράγματα, τότε και ο ποιητής δεν έχει λιγότερο σχηματισμένη στο μυαλό του μια ορισμένου είδους φιλοσοφική θεώρηση. Θεώρηση, της οποίας η εμφάνιση στα ποιήματά του (εν όλω, εν μέρει ή κατά περιστάσεις), δεν πρέπει να θεωρείται μη αναμενόμενη.

Πολλές φορές μάλιστα, και όπως με σαφήνεια μας έχει δείξει η ιστορία της λογοτεχνίας, κάλλιστα ένας ποιητής μπορεί να εμφορείται από περισσότερες της μίας φιλοσοφικές κατευθύνσεις. Ο Yeats για παράδειγμα, εμφανίζεται άλλοτε ως υποκειμενικός ιδεαλιστής (τις περισσότερες φορές, και με τέτοιο τρόπο,  λες και διαβάζει κανείς ποιητικά τον Berkeley,  του οποίου το έργο άλλωστε ήταν οικείο στον ποιητή) και άλλοτε πλατωνικός αντικειμενικός ιδεαλιστής (ή περίπου)  μέσα από ένα εντελώς αναπάντεχο “αποκρυφιστικό” πρίσμα, το οποίο και προσήνεγκε στην γραφή του ο Ιρλανδός ποιητής από την θητεία του σε διάφορες μαγικο-αποκρυφιστικές οργανώσεις κλπ.

Για να έλθουμε στα ελληνικά πράγματα, ο Σολωμός, για παράδειγμα, ο οποίος και υπήρξε ο πλέον κατηρτισμένος από φιλοσοφική άποψη ποιητής στην χώρα μας (πιθανώς έως …σήμερα), από ένα σημείο και μετά της ποιητικής του διαδρομής εμφανίζεται σαφώς με ανεξίτηλα  τα ίχνη ενός  “αντικειμενικού ιδεαλισμού” στην γραφή του, έντονα όμως χρωματισμένου από sui generis μυστικιστικές διεκτάσεις (Boehme και άλλοι μυστικοί).

Όλες οι σχολές ή οι τρόποι θεώρησης στην φιλοσοφία, μπορούν, όπως είναι ευνόητο, να απαντώνται στα γραπτά των ποιητών του κόσμου. Με μία κρίσιμη διαφορά ωστόσο: εκεί που η πλειοψηφία των ανθρώπων, των μη ενεργώς ή συγγραφικώς ενασχολουμένων με την ποίηση, κατά κανόνα διακατέχεται από μιαν ορισμένη πίστη “απλοϊκού υλισμού” ή “απλοϊκού ρεαλισμού” (από φιλοσοφική άποψη), και στον βαθμό βέβαια που  μια τέτοια πίστη της αποβαίνει χρήσιμη για την αντιμετώπιση των εκτάκτων ή τακτικοτέρων αναγκών που προσπίπτουν στην καθημερινή εμπειρία της, στην ποίηση, μάλλον πρέπει να αναμένεται το αντίθετο. Η μεγάλη μάζα των ποιητών των αιώνων  αποκλίνει (το λιγότερο) σημαντικά από κάθε πίστη απλοϊκού υλισμού, ακόμα και αν ο ποιητής ομολογεί σε εξωσυγγραφικές στιγμές του μια τέτοια πίστη!

Δεν είναι και τόσον παράξενο ή αναπάντεχο αυτό, στο βαθμό που η ποίηση φέρεται ή μοιάζει να παρουσιάζει στενή συγγένεια με κάθε είδος “υπερβατικότητας”. Η αλήθεια είναι πως ο  ποιητής τείνει συχνά να γίνεται ιδεαλιστής στην δημιουργία του, ακόμα και αν ο ίδιος, κατά τα άλλα, παρουσιάζει τον εαυτό του ως κοινό ή ιδιότροπο υλιστή.

Φυσικά, υπάρχουν και ποιητές (στην χώρα μας αρκετοί) που διασώζουν “αυστηρά” στην γραφή τους μιαν ενδεχόμενη υλιστική πίστη τους. Στην Ελλάδα, πάντα ένα είδος “καθημερινού υλισμού” υπήρξε (τουλάχιστον από ιδρύσεως νεοελληνικού κράτους έως σήμερα) η μάλλον επικρατήσασα “φιλοσοφική” άποψη και ανά το μεγάλο πλήθος των -όχι κατ’ ανάγκην  σημαντικοτέρων- ποιητών (κυρίως στις εξωσυγγραφικές στιγμές τους και διανθιζομένη συχνά από ένα είδος υπαρξιακού, και όχι καντιανού, “αγνωστικισμού”).

Το  ενδεχόμενο “θρησκευτικό” χρώμα που μπορεί να συνοδεύει ή να μην συνοδεύει εδώ μια συγκεκριμένη ποιητική δημιουργία, δεν έχει τόσην σημασία, στο βαθμό που η θρησκεία δεν συνιστά φιλοσοφία , και κάλλιστα μπορεί να αποκόπτεται και η ίδια από τις ρίζες της και να συμπαρουσιάζεται ως “φολκλόρ” ή ως γενικώτερη πολιτισμική προφάνεια στην ιδιοσυστασία ενός λαού ή ενός ποιητή. Μπορεί και όχι όμως. Ο Τάκης Παπατσώνης, για παράδειγμα, και αν θέλουμε να αναφερθούμε σε έναν πολύ σημαντικό ποιητή της μοντερνιστικής περιόδου στην Ελλάδα, υπήρξε στα θρησκευτικά πιστεύω του Ουνίτης, και η ποίησή του συνιστά, από φιλοσοφική άποψη, μάλλον ένα είδος εκλεκτικού μεταφυσικού πρωτοϋπαρξισμού που όχι σπάνια  “συναντά” και τα θρησκευτικά πιστεύω του.

Βέβαια, το γεγονός ότι αυτό ακριβώς το είδος του “καθημερινού” ή “απλοϊκού” υλισμού (που στην χώρα μας αποδεικνύεται ό,τι πιο βολικό ως πίστη) δέχτηκε, και συνεχίζει να δέχεται έως τις μέρες μας σημαντικότατα πλήγματα  από την επιστήμη της Φυσικής (στις πιο “εξειδικευμένες” μορφές της), δεν φαίνεται να έχει επηρεάσει κατ’ ελάχιστον την κοινή “καθημερινή-υλιστική” πεποίθηση.

Μα πραγματικά, “όλα” έχουν “τιναχτεί στον αέρα”, αρχής γενομένης  εδώ και έναν αιώνα περίπου: για παράδειγμα, η πίστη σε μιαν “αντικειμενική πραγματικότητα”, θεωρείται αδιανόητη (για να μην πούμε “γραφική”) μεταξύ των  περισσοτέρων κορυφαίων ή σημαντικότερων φυσικών όπου γης, την στιγμή που η πλειοψηφία των ανθρώπων θα θεωρούσε αδιανόητο ακριβώς το αντίθετο!

Το γεγονός ότι οι άνθρωποι  έχουν μια τυφλή, παράξενη, εμπιστοσύνη σε ό,τι φέρει την ετικέτα “επιστημονικό” –όπως έλεγε κάποτε ο Jung–, αυτό δεν φαίνεται να έχει κλονίσει κατ’ ελάχιστον την πίστη τους στον απλοϊκό, άμεσο υλισμό, έστω και αν η επιστήμη απορρίπτει αυτή την πίστη.

Οι λόγοι για τους οποίους επισυμβαίνει κάτι τέτοιο, εννοώ, οι λόγοι αυτής της αντίφασης, μάλλον πρέπει να είναι οι εξής: πρώτον, η μεγάλη πλειοψηφία των ανθρώπων πάντοτε συναντά ή δέχεται με αρκετή χρονική καθυστέρηση  τις διάφορες και σημαντικές επιστημονικές ανακαλύψεις ακόμα και αν ορισμένες από αυτές συνιστούν “επανάσταση” στο συγκεκριμένο πεδίο τους, και, κατά δεύτερον, ο “απλοϊκός υλισμός” είναι κάτι παραπάνω από μια πίστη για να συρθεί άμεσα στον κάλαθο των αχρήστων. Είναι, επίσης,  ένα εργαλείο  απαραίτητο για την αντιμετώπιση των καθημερινών αναγκών, και από αυτή την άποψη πρέπει να θεωρείται δικαιολογημένο ή φυσικό που οι άνθρωποι δεν ακολουθούν με τόσον αναμενόμενο ή φυσικό τρόπο μια συγκεκριμένη “περιοχή” της Φυσικής στους προβληματισμούς-διαπιστώσεις της.

Μα ακόμα και όσοι έχουν απορρίψει τον “απλοϊκό υλισμό” ή ρεαλισμό, ως φιλοσοφική πεποίθηση, αυτό δεν σημαίνει πως οι ίδιοι δεν τον μετέρχονται στις περισσότερες περιστάσεις της καθημερινής ζωής τους, στον βαθμό που  είναι κοινωνικά όντα, και όχι αίφνης μάγοι σε κάποια ζούγκλα ή ερημίτες σε κάποιο βουνό.

Υποχρεούται, λοιπόν, και κατά μίαν έννοια, η ανθρωπότητα να εξορκίζει (τουλάχιστον προσωρινά) μιαν αλήθεια προς ανάγκην επιβίωσης. Και αυτό, ωρισμένως, μπορεί να το θεωρήσει κανείς σκανδαλώδες ή φαρσοειδές, όμως δικαιολογημένο.

Από αυτή την άποψη, λοιπόν, η πίστη στον απλοϊκό υλισμό μπορεί να είναι δικαιολογημένη όχι όμως και “κανόνας”. Ακόμα δε περισσότερο, δεν θα μπορούσε να είναι κανόνας σε μία τέχνη που από την φύση της προσεγγίζει περισσότερο κάθε τι μη υλιστικό: η ποίηση παρουσιάζει, θα έλεγε κανείς, μια τάση να απλώνεται στο Άγνωστο με τέτοιο φυσικό τρόπο, λες και στιγμές είναι η ίδια η αναπνοή της.

Όσον δικαιολογημένη, συνεπώς, και αν είναι η διατήρηση του απλοϊκού υλισμού ή ρεαλισμού στην πεποίθηση των ανθρώπων (έστω και εις πείσμα της αληθείας), δεν σημαίνει ωστόσο γι’ αυτό, πως θα ήταν εξίσου δικαιολογημένη η υπεράσπισή του ως “αυτονόητη αρχή”. Πράγμα που σημαίνει πως έστω και αν η ποίηση μπορεί να είναι φιλοσοφικώς “προϊδεασμένη” (και αναπόφευκτα), αυτό δεν θα δικαίωνε σε καμμία περίπτωση την εμφάνισή της ως φιλοσοφικώς “δεσμευμένη”.

Δεν θα μπορούσε, δηλαδή, μια ορισμένη φιλοσοφική προτίμηση να συνιστά λόγο προκατάληψης ή a priori απώθησης του στυλ: “αυτά είναι μακριά από την καθημερινή ζωή, είναι …μεταφυσικά πράγματα”. (Σε μια χώρα που σχεδόν εφηύρε την μεταφυσική, κάτι τέτοιο ακούγεται, εκτός των άλλων, -κυρίως της ανακρίβειας-, και ασύστολα κωμικοτραγικό!). Ποια ζωή, ποια μεταφυσικά…

Η επιστήμη μας υποχρέωσε να δούμε τελικώς πως τα “πράσινα άλογα” δεν ήταν εκεί που τα υποψιαζόμασταν, αλλά ακριβώς δίπλα μας, στην “περηφάνεια” ή την βεβαιότητα της καθημερινής εμπειρίας μας! Και αυτά τα –σε πανανθρώπινο επίπεδο– πράσινα άλογα, αν μη τι άλλο,  η ποίηση στις πλέον επιτυχείς στιγμές της επιχειρεί να τα καταστήσει χρήσιμα και να τα μετατρέψει σε άλογα του σκακιού.

Σε μια ολοφώτεινη σκοτεινή παρτίδα με το Άγνωστο.

~ ~ ~

ΝΠ | ΛΟΓΟΣ ΚΑΙ ΣΚΕΨΗ : γράφει ο Δ. Πλατανιάς

Σημάδια παρακμής στην λογοτέχνια

DECAY

~~~

του ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΠΛΑΤΑΝΙΑ

Το φαινόμενο της παρακμής όταν ερμηνεύεται σε «ειδικότερη» βάση, για παράδειγμα στα λογοτεχνικά πράγματα, παρουσιάζει πάντοτε ή κατά κανόνα κάποια ευκόλως ανιχνεύσιμα στοιχεία, βάσει των οποίων επιχειρείται ανά τις εποχές –και στο βαθμό που ένα τέτοιο φαινόμενο καθίσταται πλέον μη αγνοήσιμα αισθητό– μια ποιοτική καταμέτρησή του. Τα κριτήρια σε ένα τέτοιο εγχείρημα είναι δύο ειδών: θεωρητικά (από την άποψη μιας θεωρίας της τέχνης) και ιστορικά-ιστοριογραφικά.

Στην περίπτωση που εξετάζουμε, τουτέστιν τα λογοτεχνικά πράγματα της χώρας μας, δύο είναι οι κύριες παράμετροι εφαρμογής των ιστορικών κριτηρίων: η κοινωνική-οικονομική κρίση που μαστίζει την χώρα μας εδώ και χρόνια αλλά και το –ίσως μοναδικό– νεοελληνικό φαινόμενο διεξαγωγής μιας «πνευματικής» ζωής πρωτίστως, αν όχι αποκλειστικώς, μέσα από το διαδίκτυο και μάλιστα μέσα από τα προφίλ ενός μέσου κοινωνικής δικτύωσης!

Για λόγους προσληπτικής ευχρηστίας από τον αναγνώστη, θα επιχειρήσουμε να απαριθμήσουμε εν είδει καταλόγου, μερικές τέτοιες ενδείξεις παρακμής, οι οποίες λαμβανόμενες εν συνόλω δεν μπορεί παρά να άγονται σε μια κατάδειξη του παρακμιακού φαινόμενου. Πρόκειται, όπως ελέχθη, για «μερικές» ενδείξεις, πράγμα που σημαίνει πως υπάρχουν και άλλες (αρκετές ακόμα). Εδώ παρατίθενται από καθαρά δειγματοληπτική άποψη οι κάτωθι.

1. Πρώτο απ’όλα, ως γενικευμένο γνώρισμα λογοτεχνικής παρακμής ανά τους αιώνες, το ολοένα και περισσότερο χοντροκομμένο της μορφής στο όνομα μιας φαιδρώς εξιδανικευμένης ή μυστικοποιημένης απλότητας. Πληθαίνουν τα κείμενα ατελούς ή ανύπαρκτης προκατεργασίας που παρουσιάζονται στον έντυπο και τον διαδικτυακό κόσμο.

Δικαιολογίες από την πλευρά της παρακμής: Όπως προελέχθη, η «ποιούσα την ανάγκην φιλοτιμίαν» μυστικοποίηση ή λατρεία της «απλότητας». Σύμφωνα με αυτήν την μάλλον φυγόπονη και δίχως παιδεία θεώρηση, το απλό και το πολύπλοκο είναι ασυμβίβαστα μεταξύ τους πράγματα και ως εκ τούτου το απλό προτιμάται, έστω και αν το απλοϊκό ή απλοποιημένο παρερμηνεύεται από τους παρακμίες ως εάν ήταν πράγματι απλό και προβάλλεται ως τέτοιο.

Παρενέργειες και αρνητικές συνέπειες: Ολοένα και περισσότεροι θεωρούν περιττή μια βαθύτερη θεωρητική ενάσχοληση με τα λογοτεχνικά πράγματα, αποφεύγουν μια συστηματικότερη μελέτη κρισίμων περιόδων στην ιστορία της λογοτεχνίας ή εν γένει του ανθρωπίνου πνεύματος και εμπιστεύονται περισσότερο τον «εσωτερικό» κόσμο τους (όχι ότι αυτό είναι λάθος, μονόπλευρα όμως παρμένο είναι τραγικό… η λογοτεχνία θέλει δουλειά).

Αυτοσχεδιασμός και προχειρότητα λοιπόν στην θέση της υποδομής, με αποτέλεσμα οι «εμπνεύσεις» να περιτριγυρίζουν χιλιοαναμασημένα και «πολυτραγουδισμένα» μοτίβα, μη διακτινιζόμενα σε τίποτε περαιτέρω του εαυτού τους.

Ως αποτέλεσμα η μορφή καθίσταται πιο χοντροκομμένη, η εκφραστική έχει τα χάλια της καθώς οι «γωνίες» του γραπτού λόγου αμβλύνονται σε βαθμό τέτοιο ώστε να δύναται να ακολουθήσει την πνευματική φτώχεια του παρακμία, η θεματολογία είναι η πλέον «βασική» και χιλιοχρησιμοποιημένη, αλλά και άλλα συναφή γνωρίσματα.

Αντιμετώπιση: Είναι καλό –και σε πείσμα μιας κατ’ εξοχήν αντιθεωρητικής χώρας και νοοτροπίας που τους περιβάλλει– οι λογοτέχνες να ασχολούνται τόσον με την θεωρία γενικότερα όσον και ειδικότερα με την θεωρία της λογοτεχνίας. Επειδή, προτού επιχειρήσεις να αρθρώσεις λόγο για κάτι, θα πρέπει να είσαι ενήμερος (όσον το δυνατόν) περί του τι είπαν και έγραψαν πολλοί άνθρωποι πριν από σένα, ώστε να μην επαναλάβεις τα ίδια και μάλιστα σε πτωχότερη μορφή! Η τέχνη, αντίθετα με την θεώρηση της παρακμής –που τείνει να προσημειώσει με θετική σήμανση κάθε έκπτωση δεν είναι μίμηση ούτε «συνέχεια», αλλά νέα δημιουργία, ρήξη και ασυνέχεια!

Περαιτέρω, η εξιδανίκευση της «απλότητας», τόσον διαδεδομένη στην χώρα μας λόγω της ρωμέικης συνήθειας να αναπαράγονται ακρίτως διάφορα βολικά σλόγκαν και συνθηματάκια που εξυπηρετούν την πνευματική οκνηρία και την πρόχειρη έμπνευση, η εξιδανίκευση της απλότητας λοιπόν, είναι τόσον σαθρή όσον και επικίνδυνη εξ αιτίας των αναποφεύκτων παραλόγων συνεπειών της. Για να το κατανοήσουμε αυτό καλύτερα, αρκεί να σκεφθούμε ότι ένας ανθρώπινος οργανισμός για παράδειγμα, είναι κάτι εξαιρετικά πολύπλοκο και σε καμμία περίπτωση δεν παραπέμπει στην ιδέα της “απλότητας”. Η ζωή για να υπάρξει και να λειτουργήσει χρειάζεται μια “πολύπλοκη” ανάπτυξη ή επέκταση. Αν αυτό λοιπόν ισχύει για τον άνθρωπο, πόσον περισσότερο θα έπρεπε να ισχύει για ό,τι ο ίδιος παράγει, και εν προκειμένω παράγει λογοτεχνικά!

Όμως αυτό που πρέπει να επισημανθεί εδώ κατά πρώτιστη και καίρια σημασία είναι το εξής: Το απλό δεν ταυτίζεται κατ’ ανάγκην με το εύληπτο! Όπως και το πολύπλοκο δεν είναι κατ’ ανάγκην δύσληπτο. Τέτοιου είδους χοντροκομμένα μυθεύματα γίνονται δημοφιλή της μιας ευκαιριακής χρήσεως σε καιρούς παρακμής αλλά και γενικότερα σε χώρες στις οποίες εξιδανικεύεται η στασιμότητα και η οπισθοδρόμηση στο όνομα του “απλού”!

Για να το αντιληφθούμε αυτό καλύτερα ας δούμε λίγο την φράση: «ο θεός είναι άπειρος». Δεν υπάρχει κάτι πιο απλό ως σκέψη, έκφραση και διατύπωση από αυτό. Πόσον όμως εύληπτο θα το θεωρούσατε; Το ζητούμενο, λοιπόν, δεν είναι η απλότητα πάση θυσία (ακόμα και της λογικής ή της πραγματικής ανάγκης), αλλά η λειτουργική, αιτιολογημένη απλότητα όποτε η περίσταση το απαιτεί, γιατί σε μιαν άλλη περίσταση μονάχα το πολύπλοκο φέρει τα πράγματα εις πέρας.

2. Η αντικατάσταση της λογοτεχνικής κριτικής προοδευτικώς και σε εκτεταμένη βάση από το ατεκμηρίωτο μπινελίκι, το μεθυσμένο μουρμουρητό που επιχειρεί να δυσφημίσει πλαγίως, τις πρόχειρες «στο πόδι» γνώμες, τις ξεδιάντροπες διαφημίσεις που πλασάρονται ως «θετικές κριτικές», τα άναρχα μουγκρητά αγνώστου ανθρωπολογικής συστάσεως κλπ. κλπ.

Δικαιολογίες από την πλευρά της παρακμής: Απολύτως καμμία εμφανιζόμενη δικαιολογία, «επίσημη» τουλάχιστον. Με παραδειγματικά ρωμέικο θρασύ τρόπο επιχειρείται κάποτε ή συχνά να περάσουν όλα τα άνω αναφερόμενα καταρρακώματα ως «κριτική». Ενίοτε και με την συνδρομή μιας κακώς εννοουμένης διασυμπεριφοροπαρλατορικής «καλλιτεχνικότητας» που «πουλάει τρέλα» ενώ στην ουσία δεν είναι τίποτε περισσότερο από ανειρμικότητα, ασυναρτησία ενώ στις χειρότερες περιπτώσεις λασπογραφία και bullying σε ψευδολογοτεχνίζουσα προφάνεια.

Παρενέργειες και αρνητικές συνέπειες: Όπως μπορεί ευκόλως να διαπιστωθεί στα κοινωνικά μέσα, αλλά και εν γένει στο ελληνικό διαδίκτυο, η πραγματική λογοτεχνική κριτική τείνει να καταστεί πλέον ανύπαρκτο είδος. Πράγμα τρομαχτικά επικίνδυνο για τις νεώτερες γενιές που μορφώνονται λογοτεχνικώς κυρίως από το διαδίκτυο και δεν πρέπει να θεωρείται απίθανη η οποιαδήποτε απόπειρα χειραγώγησής τους από επιτήδειους, απατεώνες και λασπογράφους όταν αυτοί οι τελευταίοι επιχειρούν να παρουσιάσουν ως πράγματα «φυσικά» την δια βοής επικρότηση ή τον χλευασμό από κάποια «στημένη» μικροπαρέα ή μικροόχλο.

Περαιτέρω, αρνητικότερη ίσως συνέπεια αποτελεί η μετατόπιση από την “ad judicium” στην “ad hominem” κρίση (ή παράκρουση), πράγμα το οποίο και συνιστά ένα από τα πλέον βασικά και επίμονα στην εμφάνιση γνωρίσματα παρακμής στην ανθρώπινη Ιστορία!

Ιδιαίτερα μάλιστα, αν αναλογιστεί κάποιος, ότι σε κοινωνίες όπως η νεοελληνική που επί δεκαετίες «διαπαιδαγωγείται» –σε σημαντικό βαθμό– με bullying, νταηλίκι αλλά και τον ευφημισμό της αισχρής λάσπης ως «ε εντάξει είπαμε και μια κουβέντα παραπάνω, δεν χάλασε ο κόσμος», τι τερατογραφήματα γελοιότητας και ψυχανωμαλίας, λοιπόν, μπορεί να γεννήσει το διαιωνίως παρακμιακό σημάδι σφετερισμού του argumentum ad judicium από το argumentum ad hominem! Είναι μήπως τυχαίο που στις συνθήκες της σημερινής παρακμής, και σε ένα όχι εύκολα αγνοήσιμο ποσοστό, το ελληνικό λογοτεχνικό (και παραλογοτεχνικό) διαδίκτυο θυμίζει βόθρο;

Φυσικά, και σε καιρούς ακμής το “ad hominem” στην λογοτεχνία δεν εξαφανίζεται, αλλά εκεί αποκτά την σωστή θέση του και την κρίσιμη ποιότητά του. Η κρίση επί του ανθρώπου ως λογοτέχνη, συμφώνως με τα έργα τέχνης του αλλά και με τις δημόσιες πράξεις που πιθανώς συνόδευσαν αυτά, ανήκει συνήθως σε πιο ώριμες χώρες και κοινωνίες και σε κάθε περίπτωση στις επερχόμενες γενεές που μπορούν να δουν με ψυχραιμία και με πιο αντικειμενικό μάτι εκεί που τα πάθη και τα μίση (τρελά και υπερχρονίσαντα συνήθως στο ρωμέικο) αποτυγχάνουν να δουν στο εκάστοτε παρόν.

Αντιμετώπιση: Σε αυτές τις γελοίες περιπτώσεις που δυστυχώς πληθαίνουν στο διαδίκτυο, και σε συνθήκες αμέριμνης παρακμής, η αντιμετώπιση είναι μόνο μία: Στα σκουπίδια.

Κείμενο, μουρμουρητό ή μουγκρητό που καμώνεται την κρίση, προσφέροντας αυθαιρεσία, μη παραδειγματογραφία, ανειρμικότητα και αναιτιατές συνδέσεις, ενώ στις χειρότερες πλην υπαρκτές περιπτώσεις μην όντας κάτι περισσότερο από υβρεομπινελικοστάσιο (χωρίς συνήθως να κατονομάζει τίποτα από φόβο ενοχής και συνεπειών) απορρίπτεται χωρίς πολλά πολλά. Ο βόθρος στην Ελλάδα έχει φρακάρει πλέον. Δεν υπάρχει η πολυτέλεια για επέκτασή του.

3. Η ξεδιάντροπη αναπαραγωγή «υφών» κάποιων σημαντικών ποιητών, φαινόμενο που παρατηρείται κυρίως στο διαδίκτυο όπου το κοινό δεν είναι αμιγώς λογοτεχνικό και πολλές φορές η αναγνωστική πρόσληψη της παρουσιαζομένης λογοτεχνίας κάθε άλλο παρά με λογοτεχνικό τρόπο γίνεται, ενώ, παραλλήλως, η στοιχειώδης σοβαρότητα δεν εμφανίζεται ως προϋπόθεση για την συναναστροφή με τα λογοτεχνικά πράγματα!

Δικαιολογίες από την πλευρά της παρακμής: Ψευδοθεωρητικισμοί και χιλιομασημένα κλισέ για κάτι τόσον αυταπόδεικτο άμα τη εμφανίσει: το γεγονός δηλαδή ότι πολλοί ποιητές του διαδικτύου μιμούνται έως αισχρής εξαντλήσεως τις καβαφικές ή σεφερικές μανιέρες, ενώ οι πιο «διαμαρτυρόμενοι» πιθηκίζουν ασύστολα στις γραφές τους την «πληθυντική» μανιέρα του Ginsberg. (Π.χ.: Αγόρια που κλαίνε με αναφιλητά στους στρατούς! γέροι που κλαψουρίζουν στα πάρκα!… Διαμερίσματα ρομπότ! Αόρατα προάστια! Σκελετωμένα θησαυροφυλάκια! – κλπ. κλπ., στην Ελλάδα η μίμηση του συγκεκριμένου γινσπεργείου ύφους –που έχει τις καταβολές του φυσικά στον Ουίτμαν– δημιούργησε επί δεκαετίες θύματα και θύματα που πίστεψαν ότι απλά «γαυγίζοντας» θα γίνουν ποιητές με μια «επαναστατική» χροιά μάλιστα, γεμίζοντας χαρτιά και χαρτιά με παροξυσμούς σαλεμένων ή νοσηρών φαντασιογραφιών επί ανθρωπίνων τύπων οι οποίοι, αντίθετα με ό,τι επαγγέλλεται μια κοινωνικώς διαμαρτυρόμενη ποίηση, υπήρχαν κατά κανόνα μόνον στο κεφάλι των γινσπεργειοπαθών ποιητών και όχι στην πραγματικότητα).

Παρ’ όλ’ αυτά όμως, σου λέει ο άλλος, διαδίκτυο είναι, λέγε λέγε και ξελέγε, βρες και μια παρεούλα για κάνα λάικ και μπιζάρισμα, ρίξε και κάνα μπινελίκι στους σοβαρούς, κάπως θα την βγάλεις.

Παρενέργειες και αρνητικές συνέπειες: Πλήρης εκτροχιασμός και διαστροφή της αναγνωστικής συνείδησης όποτε συμβαίνει, γιατί το ρωμέικο πάντοτε αποπειράται να δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα, και να ακυρώσει ζηλοφθόνως όχι μόνο τα έγκυρα αλλά και αυτά τα επίκαιρα ή πιο σύγχρονα προς όφελος μιας εκάστοτε προτιμηθείσης παρελθοντολαγνείας.

Αντιμετώπιση: Η πραγματική κριτική που πρέπει κάποτε να εμφανιστεί και στο ελληνικό διαδίκτυο (πολύ λίγες οι θετικές εξαιρέσεις σήμερα).

Και όταν λέμε πραγματική κριτική, εννοούμε μονάχα: κατονομασία, ανάληψη ευθύνης, λογικά αιτιατές συνδέσεις στο κείμενο της κριτικής, επαρκής παραδειγματογραφία, αντιπαράθεση κειμένων όταν αυτή προκύπτει ως αναγκαία από τα προφραζόμενα, αναγωγή στην ιστορία της λογοτεχνίας, έκταση και ανάπτυξη των ιδεών και πάνω απ’ όλα: ΤΕΚΜΗΡΙΩΣΗ (με αληθή και όχι με ψευδή στοιχεία ή παραπληροφορώντας).

Όλα τα άλλα δεν είναι παρά για τα σκουπίδια.

~ ~ ~

ΝΠ | ΛΟΓΟΣ ΚΑΙ ΣΚΕΨΗ : γράφει ο Δ. Πλατανιάς

 

«Λόγος και σκέψη»: Τέσσερα αγοραία μυθεύματα 

penseur

του ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΠΛΑΤΑΝΙΑ 

Στους καιρούς μας, και όσον έχει να κάνει με τις διάφορες «διαδικτυακές» μορφές που μπορεί να πάρει η λογοτεχνική έκφραση, η κριτική παρατήρηση τείνει να αντικαθίσταται από την ατεκμηρίωτη ή αυθαίρετη προπαγάνδα και τις λογικά ναυαγισμένες «αιτιάσεις». Στο βαθμό, μάλιστα, που ο διαδικτυακός προφορικός λόγος συχνά συμμειγνύεται με όλες εκείνες τις ιδιαίτερες ποιότητες που χαρακτηρίζουν τον γραπτό λόγο ή και τις αντικαθιστά πλήρως (καταστρέφοντάς τες βέβαια), το πρόβλημα θα έλεγε κανείς πως κλιμακώνεται σε βαθμό αν όχι ανεπανόρθωτο, τότε σίγουρα ιδιαζόντως παρακμιακό ή διαβρωτικό.

Από αυτήν την άποψη, πολλά είναι τα «συνθηματολογικά» κλισέ που χρησιμοποιούνται ως υποκατάστατα μιας λογοτεχνικής σκέψης, εφ’ όσον βέβαια τα όποια φαινόμενα παρακμής τείνουν να κάνουν αν όχι αποδεκτά, τότε τουλάχιστον πράγματα ανεκτά την αγοραία διαπίστωση, το ψευδοθεώρημα, την συμπλεγματική αποστροφή, ή και μια γκαιμπελική αναστροφή της πραγματικότητας.

Ας δούμε τέσσερα σύγχρονα, ή λιγότερο σύγχρονα, ψευδολογοτεχνικά μυθεύματα τα οποία ελέχθησαν κατά καιρούς και σε διάφορες περιστάσεις , και ας εξετάσουμε λίγο το λογικά αδόκιμο ή και πλήρως παράλογο που τα διακρίνει:

Μύθευμα 1ον: «Τα πάντα έχουν ειπωθεί στην λογοτεχνία». Από εκεί και πέρα οι λογοτέχνες είτε οφείλουν να κλαίνε την μοίρα τους, είτε υποχρεώνονται αυστηρώς και δια ροπάλου σε υποκριτικές επιδείξεις ψευδοταπεινοφροσύνης και «υποταγής» σε κάποιο, –απ’ όλα τα διαθέσιμα στο χρόνο–, παρελθόν (ή τους συγγραφείς του).

Απάντηση: οι διατυπώνοντες αυτή την τετράπαχη κοτσάνα, πάσχουν συνήθως από σύνδρομο χαμηλής αυτοεκτίμησης (αλλά και αλαζονεία που δεν υποψιάζονται) το οποίο και μασκαρεύουν σε ψευδοσεμνότητα. Μα, πραγματικά, για να φτάσει να πει ένας άνθρωπος, σε κάποιο σημείο του χρόνου, σε κάποια ορισμένη εποχή, ότι «τα πάντα έχουν ειπωθεί», αυτό σημαίνει ότι ο ίδιος γνωρίζει όχι μόνον ποια είναι αυτά τα «πάντα», αλλά και ποια θα μπορούσαν να είναι αυτά τα πάντα σε κάθε προοπτική και έκταση του χρόνου. Γνωρίζει ακόμα προφητικώς πως στο μέλλον δεν μπορεί να προκύψει τίποτε περισσότερο από τα ήδη γεγονότα «πάντα», και το κυριώτερον, όλα αυτά τα γνωρίζει από την αρχή του χρόνου!

Επειδή δεν μπορείς να ξέρεις σε αυτήν την περίπτωση αν κάτι έχει «τελειώσει» αν δεν είσαι εσύ ο ίδιος που το έχεις δημιουργήσει!

Με λίγα λόγια, όποιος διατείνεται με τόση θρασεία αφέλεια ότι «τα πάντα έχουν ειπωθεί» στην λογοτεχνία, ούτε λίγο ούτε πολύ, πιστεύει ότι είναι ο ίδιος ο θεός!

Απ’ όπου και αν το δει κανείς, δεν συμπεραίνεται τίποτε διαφορετικό. Και να σκεφθεί κανείς, πως αυτή η ψευδοδιαπίστωση εκφέρεται με έκδηλη διάθεση «ταπεινότητας».

Μύθευμα 2ον: «Πολλές φορές η γραφή χρησιμεύει ως «ψυχοθεραπεία». Η διαπίστωση αυτή χρησιμοποιείται για να χλευάσει κατ’ επιλογήν ή να απαξιώσει με συνθηματολογικό-συνοπτικό τρόπο διάφορους γραφείς κλπ.

Απάντηση: Το τι ειναι και δεν είναι «ψυχοθεραπεία» μπορεί να το ορίσουν μόνον πολύ ειδικές επιστημονικές παράμετροι και στο κάτω κάτω θα ήταν παράλογο (ή και πλήρως απευκταίο) αν έλειπε ποτέ η όποια ψυχοθεραπευτική διάσταση από την διαδικασία της λογοτεχνικής δημιουργίας.

Το κυριώτερο, όμως, είναι πως ουδείς μπορεί να βρίσκεται στο κεφάλι του άλλου, για να διαπιστώσει τις προθέσεις ή τις ανάγκες του και να επιτύχει έτσι την απόλυτα επιτυχή «δίκη προθέσεων». Το πολύ πολύ, να προβάλλει με αυτόν τον τρόπο τις δικές του προθέσεις στον άλλον, κρίνοντάς τον κατ’ επέκτασιν με μέτρο τον δικό του εαυτό. Στο βαθμό, μάλιστα, που μην μπορώντας να είναι μέσα στο κεφάλι του άλλου, βρίσκεται αναγκαστικά και εκ δεδομένης βιοανατομικής πραγματικότητας στο δικό του, το ίδιο του το κεφάλι! Εξ αυτού, λοιπόν, ό,τι λέει.

«Του κεφαλιού του», λοιπόν είναι πάντα αυτά τα πράγματα, με ζητούμενο ωστόσο το κεφάλι του άλλου.

Θα πρέπει ωστόσο να λεχθεί ακόμα ότι και «ψυχοθεραπεία» να συνιστά η γραφή για πολλούς, αυτό δεν μας ενδιαφέρει, σε πρώτο πλάνο παρατήρησης τουλάχιστον. Μας νοιάζει κατά κύριον λόγον αν είναι λογοτεχνία, και μάλιστα καλή λογοτεχνία. Αν όντως είναι, ας είναι ταυτόχρονα και ψυχοθεραπεία, ας είναι και γιόγκα, με γειά της με χαρά της. Έχουν διατυπωθει μάλιστα κατά καιρούς και διάφοροι παραλογισμοί που «καταδικάζουν» κάθε αυτοβιογραφική παράμετρο στην γραφή. Εδώ θα απαντούσε κανείς: μα αστειεύεστε. Πάνω από το 50% της ποίησης στους αιώνες θα έπρεπε τότε να αποδοκιμάζεται.

Μύθευμα 3ον: Η «διακειμενικότητα» ως έννοια «λάστιχο». Όταν, δηλαδή, ο μύθος της διακειμενικότητας χρησιμοποιείται είτε εν είδει δικαιολογίας για να καλύψει άνομους σφετερισμούς υλικού είτε κατά κατάχρησιν (ή κατ’ αυθαιρεσίαν) για να «μειώσει» σημαντικά έργα του παρελθόντος ή ποιοτικές και εξαιρετικά πρωτότυπες δουλειές στο παρόν.

Απάντηση: Οι παλιοί καλοί λογαριασμοί και διαχωρισμοί, τουτέστιν η σαφής διάκριση ανάμεσα σε νόμιμη επιρροή, μίμηση και λογοκλοπή, κάνουν και τους καλούς φίλους της ποίησης. Οι επιρροές είναι νόμιμες και χωρίς αυτές δεν νοείται όχι μόνο λογοτεχνία, αλλά και καμμία ανθρώπινη πράξη. Η ξεδιάντροπη μίμηση όμως (σε ηλικίες που δεν είναι νεαρές) και η λογοκλοπή είτε απροκάλυπτη είτε «με δικαιολογίες» (δήθεν «διακειμενικότητα»), είναι καταδικαστέες από κάθε άποψη.

Σε αυτές τις περιπτώσεις, οι ιδιοτελείς συνηθίζουν να «συσκοτίζουν», να μην κατονομάζουν, να μην τεκμηριώνουν, να δικαιολογούνται, να ψεύδονται. Στο διαδίκτυο σπάνια στέκεται κανείς να εξετάσει επιμελέστερα όχι μόνο το ΤΙ λέει ο άλλος, αλλά κυρίως το ΠΩΣ το τεκμηριώνει! Και όμως θα έπρεπε.

Από εκεί και πέρα, είναι αρμοδιότητα και χρέος της κριτικής, να εξετάζει κάθε φορά αυτά τα ζητήματα με τεκμηριωμένο λόγο, με παραθέσεις κειμένων, με αιτιολόγηση και με σαφέστατο ειρμό. Όλα τα άλλα είναι απλά για τα σκουπίδια.

Μύθευμα 4ον: «Η λογική είναι κάτι που δεν έχει σχέση με την λογοτεχνία και δη με την ποίηση».

Απάντηση: Η λογική έχει σχέση με τα πάντα!

Καίτοι αυτό είναι ένα τεράστιο ζήτημα που χρίζει μιας διεξοδικότερης δοκιμιακής αντιμετώπισης, εν τούτοις, και για τους σκοπούς μόνον του παρόντος κειμένου, θα λέγαμε το εξής: αλλοίμονον αν διαχωρίζαμε τόσον στενόμυαλα και φέρναμε σε μια παράλογη αντιπαράθεση μεταξύ τους την λογική με την φαντασία ή την ποιητική δραστηριότητα! Συχνά, τους λιγότερο συνειδητοποιημένους ποιητές τους χαρακτηρίζει ένα είδος ψευδοηρωικού συνδρόμου κατά της «λογικής» (ειδικά στην χώρα μας, για πολλούς και διάφορους ιστορικούς λόγους που σχετίζονται με την αντιθεωρητική παράδοσή της). Δεν υπάρχει όμως μεγαλύτερη χίμαιρα από αυτό. Κυρίως, δεν θα υπήρχε λόγος να κρύβεται σε αυτές τις ολιγόμυαλες (πραγματικά) περιπτώσεις η μασκαρεμένη ελπίδα για επικράτηση μιας πλήρους αυθαιρεσίας (ιδιαίτερα στην κριτική θεώρηση), ώστε και ο λίγοτερο προικισμένος στην γραφή να ανακουφίσει κάπως το αίσθημα μειονεκτικότητάς του με αιτιάσεις «ό,τι να ‘ναι» και τις οποίες επιχειρεί να τις πλασάρει ως «ποιητικές» ή «γνωμοδοτικές».

Αυτά είναι, λοιπόν, τέσσερα αγοραία μυθεύματα που επιχειρήσαμε να καταδείξουμε εδώ ως αναληθείς «φόρμουλες» και τα οποία συχνά αναπαράγονται ακρίτως και με μιμητικό ή άσκεπτο τρόπο από διάφορους θιασώτες των λογοτεχνικών πραγμάτων.

Ίσως ασχοληθούμε κάποια στιγμή και με άλλα αγοραία «συνθήματα» αυτού του είδους.

ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΠΛΑΤΑΝΙΑΣ

Διονύσιος Πλατανιάς: “Κριτική” και δυσφήμιση στο διαδίκτυο

social-media-bullying-390x285

Είναι γνωστό σε όλους τους ενασχολούμενους δια του ενός ή άλλου τρόπου με την λογοτεχνία, ότι η κριτική στο διαδίκτυο είναι σχεδόν κάτι άγνωστο. Αυτό το «είδος» του λόγου δεν υπάρχει εδώ, γιατί ακόμα και το «γένος» σε αυτή την περίπτωση θα πρέπει να πούμε πως είναι κάτι που δύσκολα ανευρίσκεται.

Εδώ το καλύτερο που μπορεί να συναντήσει κανείς είναι αξιοπρεπείς (ή μη) παρουσιάσεις βιβλίων και διαδικτυακών έργων, και στο πλείστον των περιπτώσεων ανορθολογικά αναρτολογήματα που εκτείνονται από την έξαλλη νεοελληνική υβρεολογία έως τις επιφωνηματικές, “παρεΐστικες” ή απλής κολακείας, δοξολογίες από την άλλη.

Όχι σπάνια μάλιστα, αυθαίρετοι και δημαγωγικοί (ψευδο)λογοτεχνικοί χαρακτηρισμοί του κιλού αλλά και υστερικές (ενίοτε προσβλητικές και συκοφαντικές) επιθετικότητες επιστρατεύονται σε trash posts που σκοπό έχουν να παραπληροφορήσουν, διαβάλλουν, λασπώσουν (κάποτε με ακραίο ψυχοπαθολογικό τρόπο) με την ελπίδα ότι μέσα στο χάος του διαδικτύου θα μπορέσουν να βρουν μια θέση έστω και σε πίσω “πλάνο”.

Στους διαδικτυακούς λαβύρινθους όπου μαζί με υγιείς εκφράσεις η αφελής πλην ελπίζουσα σε κάποια αναγνώριση υποκουλτούρα παράγεται καθημερινώς σε απίστευτες ποσότητες, θα ήταν κάποιος αδικαιολόγητα αισιόδοξος αν θεωρούσε ότι μπορεί να επισημάνει εύκολα εκείνο το είδος της κριτικής που γνωρίζουμε από τον πνευματικό κόσμο έξω και είναι το πλέον νόμιμο, επειδή είναι το πλέον λογικό και αναμενόμενο από την έννοια «κριτική», καθώς τηρεί κάθε στοιχειώδη δεοντολογία:

παρατιθέμενο όνομα παρουσιαζομένου συγγραφέα, τίτλος βιβλίου (ή ιστολογίου για ό,τι παρουσιάζεται διαδικτυακά) και από κάτω ο όποιος αυτοσχέδιος κριτικός θα πρέπει να αποδείξει ότι πληροί τον ρόλο που ανέλαβε είτε προσωρινώς (πράγμα που αφθονεί στο διαδίκτυο καθώς οι αυτοσχέδιοι κριτικοί είναι αρκετοί αλλά εξαντλούνται μόνο σε «παρουσιάσεις»), είτε μονιμότερα, σε περίπτωση που φιλοδοξεί κάτι τέτοιο. Κριτική σημαίνει, –εκτός από το ότι κάνω φανερό το ΤΙ ακριβώς (ποιο έργο ή ποιον συγγραφέα) κρίνω, αλλιώς μιλάμε για θέατρο του παραλόγου!–, πως έχω ξοδέψει ώρες και ώρες ενασχόλησης και εμβάθυνσης επί του έργου περί του οποίου καλούμαι να προφέρω μια τεκμηριωμένη γνώμη, πρέπει να παρουσιάσω επίσης αυτό το έργο σε ικανή διέκταση και όχι εκ του προχείρου, οφείλω να έχω παραδείγματα και επιχειρήματα επί οιασδήποτε θέσης μου προβάλλω στο κείμενό μου κλπ.

Σημαίνει όμως πάνω απ’ όλα πως έχω την στοιχειώδη εξυπνάδα να μην διακατέχομαι από την παραμικρή εμπάθεια ή ευνοϊκή προδιάθεση για τον συγγραφέα του συγκεκριμένου έργου. Τελευταίο αλλά όχι έσχατο: πως ΟΦΕΙΛΩ να μην είμαι εγώ προσωπικά ο ίδιος κατώτερος σε έργο από το έργο που αποπειρώμαι να «κρίνω»! (σε περίπτωση που ο κριτικός είναι και λογοτέχνης σύγχρονος με τον λογοτέχνη που φιλοδοξεί να «κρίνει»). Αυτό το τελευταίο εναπόκειται στην αυτογνωσία, διαίσθηση και αίσθηση αξιοπρέπειας που οφείλει να έχει ο αυτοαποκαλούμενος “διαδικτυακός κριτικός” και φυσικά δεν μπορεί να σχετίζεται με τις όποιες φαντασιώσεις προβολής και αυτοπροβολής που μπορεί να έχει ο καθένας. Γενικώτερα, θα μπορούσε να πει κανείς πως δεν θα ήταν δυνατόν να σχετίζεται με το όποιο θεαθήναι αλλά μονάχα με την πραγματική αξία.

Είναι φυσικά ανέκδοτο το ότι οι παραπάνω στοιχειώδεις προϋποθέσεις μπορούν να υπάρξουν κατά πλειοψηφίαν στο διαδίκτυο και βέβαια δεν υπάρχουν. Όμως αυτό δεν σημαίνει ότι δεν πρέπει να γίνονται πολλαπλά βήματα εξυγίανσης από πολλές ενδιαφερόμενες κατευθύνσεις στο βαθμό που είναι κατ’ ελπίδα επιθυμητή η ποσοτική μείωση του ηλεκτρονικού βόθρου.

Υπάρχουν φυσικά εξαιρέσεις που τιμούν τους κριτικούς εκείνους (συνήθως αυτοσχέδιους πλην αξιοπρεπείς) που σε ένα περιρρέον διαδικτυακό περιβάλλον μείζονος υποκουλτούρας και χαμηλού επιπέδου δεν ενδίδουν σε αυτό, αλλά επιθυμούν να τηρήσουν το λιγότερο τα αυτονόητα της λογοτεχνίας ή του πνεύματος γενικώτερα.

Όμως από την άλλη (αρνητική) μεριά υπάρχουν και περιπτώσεις που δεν εξαντλούνται σε έναν απλό, ακόμα και υβρεολογικό, λίβελλο, αλλά περνούν σε χρόνια και συστηματική κατασυκοφάντηση. Η μέθοδος εδώ είναι γνωστή από το διεθνές διαδίκτυο και στην χώρα μας, όπως δεν είναι και τόσον αναπάντεχο, “αφθονεί”: οι δράστες κατασκευάζουν και αναρτούν συστηματικά μυθεύματα και αυτοσχέδιες “βρωμοϊστοριούλες” ή ωμά παραληρήματα με σκοπό την έμμεση, ύπουλη συκοφάντηση ανθρώπων (που τις περισσότερες φορές δεν γνωρίζουν ούτε κατ’ όψιν) και στις οποίες προοδευτικά ενσταλάζουν αυθαίρετα και παραμορφωμένα “φωτογραφικά” στοιχεία αυτών. Πολλές φορές το ιδιάζον εμετικό περιεχόμενο αυτών των αναρτημάτων είναι τέτοιο που φθάνει ή και ξεπερνάει το αρρωστημένο και το ψυχοπαθολογικό. Aξίζει ακόμα να αναφερθεί, πως συχνότερα από το αναμενόμενο οι δράστες βρίσκουν “συνεργούς”, έναν ή περισσότερους εν είδει τυπικής βαλκανικής “κλίκας” που “ορμάει” όλη μαζί κατά περίστασιν ή κατ’ εξακολούθησιν.

Ιδιαίτερα η φύση των κοινωνικών μέσων με την επιλεκτική ανακοινωσιμότητά τους προσφέρεται για όλα αυτά, στο βαθμό που κάλλιστα κάποιος μπορεί να βοθρολογεί εναντίον διαφόρων ανθρώπων, χωρίς να δύνανται οι τελευταίοι να το πληροφορηθούν. Ως προς αυτόν τον σκοπό, κάθε κουτόπονηρο τέχνασμα είναι διαθέσιμο και με αυτόν τον τρόπο, ο οποιοσδήποτε τυχόν ψυχοπαθής ή κακοήθης μπορεί να παρουσιάζει επί καιρόν οποιοδήποτε άτομο όπως το θέλει η δική του νοσηρή φαντασία.

Έχουν αναφερθεί στο όχι μακρινό παρελθόν μέχρι και περιπτώσεις εικονικής “πλαστογράφησης”(!) ολόκληρων ιστολογίων γνωστών λογοτεχνών με σκοπό την κατασυκοφάντησή τους.

Θα πρέπει να υπάρξει λοιπόν κάποια στοιχειώδης αυτοπροστασία του διαδικτυακού κοινού και εξ αυτού, ειδικώτερα, του λογοτεχνικού διαδικτυακού κοινού, το οποίο από τη φύση του είναι εξαιρετικά ετερομεικτικό και ανομοιογενές σε ένα μάλλον χαοτικό σύνολο, όχι πάντα, είναι αλήθεια, “θετικό” (ιδιαίτερα στα κοινωνικά μέσα), στο βαθμό που δημιουργοί και μη δημιουργοί, συστηματικοί και αυτοσχέδιοι κριτικοί, συγκροτημένοι και τυχάρπαστοι, σοβαροί και φαιδροί, αλλά ακόμα trolls και bullies συνυπάρχουν σε ένα ηλεκτρονικό παζάρι ανταλλαγής γνωμών, συμφωνιών, διαφωνιών, επαίνων και αποστροφών διατυπωμένων συνήθως εν προχειρότητι ή κάτω από μια περιστασιακή θυμική παρόρμηση. Κάτι τέτοιο, όπως εύκολα καταλαβαίνει κανείς δεν μπορεί να παράγει κατ’ ανάγκην “πολιτισμό”, αλλά τείνει πολύ γρήγορα και συνολικά σε μια εικόνα διάχυτης υποκουλτούρας και απερίγραπτης σύγχυσης, παρά ακόμα τις προθέσεις των υγιέστερων στοιχείων μέσα σε αυτό το “σύνολο”.

Υπάρχουν φυσικά πολλοί κανόνες αυτοπροστασίας απέναντι σε αρνητικά φαινόμενα, όμως ένας, ίσως ο πλέον βασικός, είναι ο εξής: όπου παρατηρούμε σε ορισμένες περιπτώσεις κείμενα μπουρδολογικά, εννοιολογικώς ασύντακτα ή ακατάληπτα, γέμοντα εξάλλων χαρακτηρισμών κλπ. τα οποία επιχειρούν να ομιλήσουν για το έργο κάποιου μέσα σε λίγες μόλις γραμμές, χωρίς να κατονομάζουν ούτε τον συγγραφέα ούτε το έργο (μπορεί να φανταστεί κανείς κάτι πιο παράλογο και ψυχοπαθολογικό;), σε κάποιες περιπτώσεις μάλιστα με τον «συντάκτη» τους να συνοδεύει τα λεγόμενά του με ύβρεις ή και οχετό παρανοϊκής επιθετικότητας σε προσωπικό επίπεδο (πολλές φορές σε τακτική ή και χρόνια επαναλαμβανόμενη βάση), τότε βεβαιωνόμαστε ότι στην πρώτη περίπτωση έχουμε να κάνουμε απλά με άνθρωπο που δεν έχει ιδέα τι σημαίνει «λόγος», ενώ στις δεύτερες, πολύ πιο άσχημες και κλινικές περιπτώσεις, έχουμε να κάνουμε με ψυχάκια και διαδικτυακό stalker και όχι αυτοσχέδιο κριτικό του διαδικτύου. Εδώ αρμόδιοι μπορεί να είναι άλλοι (ψυχίατρος, εισαγγελέας), όχι όμως κατ’ ανάγκην ο αναγνώστης.

Τις περισσότερες φορές αυτά τα κατασκευάσματα δεν έχουν συνέχεια στον χρόνο, αλλά υπάρχουν και περιπτώσεις ακραία ψυχοπαθολογικές έτσι τουλάχιστον όπως μπορεί να εκφανούν από την δημόσια συμπεριφορά τους, οι οποίες φαίνεται να παρασιτούν στο διαδίκτυο κατά μείζονα λόγο ή και αποκλειστικώς με αυτό το είδος υποκουλτούρας, ώστε, θα έλεγε κανείς πως υπάρχουν μόνο ή κατά κύριον λόγον γι’ αυτό το σκοπό. Και εδώ βέβαια προκύπτουν και άλλα πολύ σημαντικά ερωτήματα, αλλά δεν είναι της ώρας να διατυπωθούν ακόμα.

Στις πρώτες περιπτώσεις (περιστασιακές ή βραχύχρονες) συνιστάται η αγνόησή τους. Σε εξακολουθητικές ή και μακρόχρονες περιπτώσεις συνιστάται η μη-αγνόησή τους, γιατί υπάρχει εδώ πιθανώς χρόνια απόπειρα συστηματικής “διάβρωσης” με ύπουλο τρόπο δημιουργών, πνευματικών ανθρώπων ή απλών αναγνωστών και είναι αναγκαία η άμεση καταγγελία και ανάδειξη αυτών των περιπτώσεων.

Είναι κρίσιμης σημασίας όσον έχει να κάνει με αυτή την κατεύθυνση, ολοένα και περισσότεροι αναγνώστες, κριτικοί και δημιουργοί να ενωθούν σε κοινές προσπάθειες, για να μην φτάσουν κάποτε όλοι να μην …”αναγνωρίζουν” κάποιες στιγμές τον εαυτό τους στο διαδίκτυο!

Η πραγματική κριτική, όσον οξεία και αν είναι (και όσον, δυστυχώς, σπάνια και αν είναι σήμερα), είναι πάντοτε επιθυμητή. Η παραπληροφόρηση, η διαβολή, η συκοφαντία σε προσωπικό επίπεδο, το bullying και η ωμή λάσπη, με όποιο άμεσο ή έμμεσο “όχημα” και αν εκφέρονται, αλλοίμονο αν καθίστανται ποτέ πράγματα ανεκτά, ακόμα και στην διαδικτυακή ζούγκλα .

Διονύσιος Πλατανιάς: Σκέψεις για την λογική και την φαντασία

ΣΚΑΚΙ

Ποιος είχε δίκιο; ο Μποτβίνικ που υποστήριζε ότι το σκάκι είναι “τέχνη έκφρασης της επιστήμης της λογικής” ή ο Μπρονστάιν που διετείνετο πως “το σκάκι είναι φαντασία”;

Πώς μπορεί να προκύψει τόσον μεγάλη η διαφορά εκτίμησης ανάμεσα σε δύο πολύ ισχυρούς παίκτες του σκακιού (σίγουρα διαφορετικής “σχολής” και νοοτροπίας), ώστε ο ένας να υποστηρίζει εν προκειμένω το «αντίθετο” του άλλου;

Κατ’ αρχάς, θα μπορούσε να πει κάποιος πως το σκάκι είναι και τα δύο. Και ακόμα, πως σπάνια κατά την τέλεση μιας παρτίδας ξεχωρίζεται η Λογική από την Φαντασία. Όμως, κάτεστη έθος πλέον στην ανθρωπότητα, αυτές οι δυο να διαχωρίζονται “απόλυτα” και να μην ιδώνονται σε μια δυναμική σχέση μεταξύ τους.

“Είτε-είτε” για άλλη μια φορά με αποτέλεσμα πολλές φορές το ένα να “καταχράται” ερμηνευτικώς την θέση του άλλου, προκαλώντας μεγάλες διαφορές εκτίμησης επί των σχετικώς και μόνον διακριτών ρόλων τους.

Επειδή στην πραγματικότητα είναι αδύνατον να εντοπίσει κανείς “καθαρή” Λογική χωρίς ήδη μια μεγάλη δράση της Φαντασίας παραπλεύρως αυτής, καθώς και το αντίστροφο: Φαντασία χωρίς Λογική σε όποιο βαθμό και ποσοστό “συμμετοχής” της δεύτερης στην πρώτη, είναι αδύνατον να υπάρξει.

Εξ αυτής της αδυναμίας κατανόησης της δυναμικής σχέσης ανάμεσα σε Λογική και Φαντασία, ευδοκιμεί στις ρηχές εκφάνσεις του καθημερινού λόγου και της πρόχειρης διαγνωστικής η πλήρως φάλτσα ψευδανθρωπολογική εκτίμηση ενός ακόμα είτε-είτε γι’ αυτή την περίπτωση, τουτέστιν: “κάποιος μπορεί να είναι είτε άνθρωπος της λογικής είτε άνθρωπος της φαντασίας”.

Άλλωστε, πάνω σε αυτή τη βάση κρατάει εν πολλοίς ή «διαμάχη» ποίησης και φιλοσοφίας από τον καιρό του Πλάτωνα τουλάχιστον, μιας και ένα «θραυσματικό» προμήνυμα αυτής βρίσκουμε ακόμα παλαιότερα, στον Ηράκλειτο όταν είχε την άποψη (εν είδει μάλιστα έμμεσης «προτροπής» ή «παραίνεσης” για το μέλλον σε ανάλογες περιπτώσεις) πως ο Όμηρος και ο Αρχίλοχος θα έπρεπε να «αποβάλλονται» από τους αγώνες (D.K.42)

Κατά μία έννοια λοιπόν, είθισται η Ποίηση να εκλαμβάνεται ως ανήκουσα ή μετέχουσα στο πλέον «εξωλογικό» ή μη ορθολογικό μέρος του ανθρώπου (και αυτό γενικά δεν είναι λάθος, όμως έχουν σημασία εδώ οι «όροι», είτε φιλοσοφικοί και ερμηνευτικοί είτε σκωπτικοί ή χλευαστικοί μέσα από τους οποίους διαπιστώνεται μια τέτοια «συσχέτιση»), ενώ η Φιλοσοφία σε κάθε περίπτωση πλην μεμονωμένων περιπτώσεων να απολαμβάνει το «κύρος» της Λογικής.

Κάτω από αυτό το πρίσμα, για την μέση αντίληψη (ιδιαίτερα χωρών καθυστερημένων) ο ποιητής συχνά διαπιστώνεται ή θεωρείται ως ένας άνθρωπος «αιθεροβάμων», συχνά εθισμένος και παραδιδόμενος στην έξαψη του φαντασιακού οίστρου, αλλά και ο φιλόσοφος δεν έχει καλύτερη τύχη στα πλαίσια μιας τέτοιας «εκτίμησης» (εκτός ίσως από τον πολιτικό φιλόσοφο): καίτοι πιο «προσγειωμένος» από τον ποιητή, εν τούτοις ανήκει και αυτός στην χορεία των εξωτικών πλασμάτων που ασχολούνται με ζητήματα πολύ «έξω» από τις άμεσες, πρακτικές ανάγκες της ανθρωπότητας, παρ’όλο βέβαια που η Ιστορία της Φιλοσοφίας έρχεται σε πλήρη αντίθεση με μια τέτοια ερμηνευτική χοντροκοπιά.

Όπως και να έχει όμως η διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στον άνθρωπο της Λογικής και τον άνθρωπο της Φαντασίας εμμένει και εδώ, είτε είναι απόλυτη είτε «με όρους», με λίγα λόγια , κάποιος θα είναι είτε το ένα είτε το άλλο.

Δεν υπάρχει όμως μεγαλύτερη πλάνη, και ποτέ βιαστική προκατάληψη δεν αστόχησε τόσον πολύ όσον αυτή η τελευταία. Στην πραγματικότητα, όποιος στερείται λογικών αναλυτικών και συνθετικών ικανοτήτων, τότε η φαντασία του δεν μπορεί παρά να φαίνεται πλήρως πρωτόγονη ή παιδαριώδης. Και εκείνος που στερείται ικανής φαντασίας, τείνει συχνά προς τον ανορθολογισμό ή τις χοντροκομμένες αιτιολογήσεις, όταν αποπειράται μια λογική εκτίμηση των πραγμάτων.

Είναι αδύνατον να έχεις ισχυρή φαντασία, αν δεν έχεις ισχυρή λογική. Και το αντίστροφο. Από εκεί και πέρα, οι “τυποποιήσεις” της καθημερινότητας δεν θα μπορούσαν να είναι χρήσιμες ούτε για το επίπεδό της.

H Λογική κατατέμνει σε “στάδια”, “φάσεις” δημιουργώντας από αυτά κάτι “νέο” για τις χρηστικές ανάγκες είτε μιας ολόκληρης εποχής είτε, ακόμα, μίας μόνον στιγμής. Η Φαντασία, από την άλλη, “παρακάμπτει” και “ανασυνθέτει” επιλεκτικά για τις βαθύτερες υπαρκτικές ανάγκες ανεύρεσης ενός τουλάχιστον πράγματος που παραμένει σε κάθε εποχή και σε κάθε στιγμή “νέο”. Όμως αυτή η διάκριση δεν είναι απόλυτη. Είναι και αυτή “σχετική” και εύκολα “αντιστρέφεται”, όταν η Φιλοσοφία, λόγου χάριν, προσπαθεί με λογικά μέσα να κάνει το δεύτερο (ανεύρεση “διαχρονικών” αληθειών), ενώ η Φαντασία αποπειράται το πρώτο (“πρωτοπορεία” σε μιαν ορισμένη εποχή).

Η αντιπαράθεση ανάμεσα Λογική και Φαντασία πολλές φορές εκπίπτει σε επίπεδο άμεσης αντιπαράθεσης της Ποίησης με την Ζωή όταν η δεύτερη θεωρείται πως πρέπει να συμβαδίζει αποκλειστικά και μόνον με μια λογική αντιμετώπιση των πραγμάτων και με την σειρά της να ταυτίζει με ισοπεδωτικό τρόπο την απλή, τυπική λογική της καθημερινότητας με μια πιο ανεπτυγμένη φιλοσοφική λογική.

Ίσως αξίζει σε αυτό το σημείο να αναλογιστούμε, -μιας και το σύνολο κείμενο παίρνει ως αφετηρία του το σκάκι-, το «blindfold» σκάκι.

Τι είναι μια «blindfold» παρτίδα;

Παίζεις χωρίς να βλέπεις την σκακιέρα, τα κομμάτια και τις κινήσεις τους, είτε μόνον εσύ είτε και οι δύο συμπαίκτες. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι παίζεις “στα τυφλά”.

Κατακρατείς συνεχώς στην μνήμη και την φαντασία σου όλα τα παραπάνω, και στο άκουσμα της κίνησης του συμπαίκτη “παίζεις” και την δική σου. “Visualization”-οραματικοποίηση κατά την διάρκεια της παρτίδας• τα εξηντατέσσερα τετράγωνα με τις ακριβείς θέσεις των κομματιών καθώς αυτά αλλάζουν με τις κινήσεις των παικτών, “οπτικοποιούνται” στην και από την φαντασία, η οποία και καλείται να παρέχει την μεγίστη πιστότητα αναπαραγωγής.

Αν, λοιπόν, το ορατό σκάκι είναι η Ζωή (αλλά και η Λογική), τότε το blindfold σκάκι είναι η Ποίηση.

Και αν στο πρώτο παίζεις με αντίπαλο την μοίρα, τα γεγονότα, τον κόσμο, τον “θεό”, ας το ορίσει όπως θέλει κανείς, τότε στο δεύτερο αναπόφευκτα παίζεις με κάτι πολύ σκοτεινό: το ίδιο το μυαλό σου. Δεν το βλέπεις το μυαλό σου, αλλά ξέρεις φυσικά ότι “υπάρχει”.

Το μυαλό σου λοιπόν είναι ο συμπαίκτης σου κατά την διάρκεια του παιγνιδιού της ποιητικής γραφής.

Σε κάθε περίπτωση, όμως, τόσον η Λογική όσον και η Φαντασία είναι “επιθετικές” κινήσεις προς τον κόσμο.

Η Λογική είναι μια καθαρά ανθρώπινη ικανοποίηση, ο άνθρωπος κατά μία έννοια επιβεβαιώνει ή και ξεπερνάει τον εαυτό του μέσα στην Ιστορία.

Η Φαντασία όμως, συχνά επιτελείται ως μια αναπάντεχη “ρεβάνς” που παίρνει ή επιθυμεί να παίρνει ο άνθρωπος από την Ιστορία. Το σύνθημα άλλωστε «η φαντασία στην εξουσία» του Μάη του ’68 δεν είναι μια “επαναστατική” εκκεντρικότητα όπως μπορεί να φαντάζει σε πρώτη πρόσληψη, αλλά, κυρίως , μια επιθυμία και βαθειά αναγκαιότητα για την ανθρώπινη φύση.

“Ανθρώπινο” (ως ατομικό) και “ιστορικό” συνιστούν μια διαρκή ενότητα και πάλη μεταξύ τους και θα συμφιλιωθούν πραγματικά μόνον στην Αλήθεια.

Ως τότε το σκάκι, ως ένα πεδίο συναρπαστικής συνύπαρξης της Λογικής και της Φαντασίας μπορεί να μην είναι από μόνο του η Αλήθεια, αλλά, σίγουρα, καθιστά με τον τρόπο του – και θα καθιστά πάντοτε – περιττή οποιαδήποτε σφετεριστική “εκπροσώπησή” της από την πλευρά του “ανθρώπινου”, είτε αυτή προέρχεται από την λογική είτε από την φαντασία, ή -το πλέον σύνηθες- από κάθε βλακώδη φανατισμό.

ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΠΛΑΤΑΝΙΑΣ

Διονύσιος Πλατανιάς: Ποίηση και αυτοέκφραση

1 (2)

του ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΠΛΑΤΑΝΙΑ

Ο Τ. Σ. Έλιοτ διετύπωσε κάποτε με ακρίβεια και εν είδει αφοριστικής διάγνωσης την ουσία της ποίησης, όταν έγραφε για τον ποιητικό νου ότι :

Μπορεί εν μέρει ή εξ ολοκλήρου να επενεργεί πάνω στην εμπειρία του ανθρώπου· αλλά όσο πιο τέλειος είναι ο καλλιτέχνης, τόσο περισσότερο θα διαχωρίζεται μέσα σε αυτόν ο άνθρωπος που αισθάνεται από τον νου που δημιουργεί· τόσο πιο τέλεια  ο νους θα αφομοιώνει και θα μετασχηματίζει τα πάθη που είναι το υλικό του.

The Sacred Wood:  Essays On Poetry and Criticism, 1921,  σ. 28 – Bartlebycom, 1999

Αυτή ακριβώς είναι η πλέον κρίσιμη ιδιότητα της ποίησης και ως τέτοια καθόλου αυτονόητη για νοοτροπίες όπως εν πολλοίς η πιο σύγχρονη νεοελληνική που καθορίζει αρκετούς ποιητές, όταν φαίνονται να  εγκατέχονται έντονα από το άγχος και την επιθυμία μιας κραυγαλέας ή επιδεικτικής έκφρασης των προσωπικών αισθημάτων και συναισθημάτων τους στο σώμα της γραπτής ποίησης, μη αντιλαμβανόμενοι πόσο αντι-αισθητικό είναι αυτό (ακόμα  και όταν υπάρχουν ψευδαισθήσεις  περί «καλόγουστου») και πόσος μάταιος κόπος διαστίχισης του πεζού λόγου σε ποίηση.

Επειδή τις περισσότερες φορές σε αυτές τις περιπτώσεις δεν έχουμε κάτι άλλο από συσσώρευση ποσότητας πεζού λόγου σε στίχο, αντί μιαν αναγωγή του λόγου σε ποιότητα και ουσία στίχου.

Όμως πρόκειται σαφώς για άλλο είδος διάταξης του λεκτικού χρόνου. Η ποίηση από την φύση και λειτουργία της καταργεί τον χρόνο ενώ ο πεζός λόγος τον προϋποθέτει και δεν υπάρχει πιο «άτσαλη» ποίηση από εκείνη που τελείται «εν χρόνω»  χαμένη στην επιθυμία αναπαραγωγής συναισθημάτων που θα έπρεπε ήδη να έχουν μεταμορφωθεί σε «κάτι άλλο» μέσα από τις διαδικασίες της ποίησης.

Η αυτοέκφραση,τουτέστιν, η τάση εκδήλωσης ή επίδειξης των προσωπικών συναισθημάτων σε βάρος κάθε άλλης παραμέτρου του λόγου ή της γραφής, μπορεί να είναι μόνο έξη ή ανάγκη της ζωής, όχι όμως της ποίησης. Η ποίηση επιδιώκει την «απόσπαση» από τον κόσμο με σκοπό το όσο δυνατόν πλατύτερο ή και πανοραμικό βλέμμα επ’ αυτού, για τον λόγο ότι όσο πιο πολύ απομακρύνεσαι από κάτι, τόσο συνολικότερα μπορείς να το βλέπεις. Από αυτή την άποψη η ποίηση δεν είναι «αυτοέκφραση». Θα έλεγε δε κανείς, πως ούτε καν την εμπεριέχει  ή οφείλει κατ’ ανάγκην να την εμπεριέχει.

Επειδή ακριβώς η αυτοέκφραση στην ποίηση κατά κανόνα είναι καθημερινός λόγος ή λόγος που μην αποτολμώντας να είναι είτε αμιγώς ποιητικός είτε αμιγώς καθημερινός, τείνει προς τις αμηχανίες και των δυο. Η ποίηση από την άλλη αποστρέφεται ή αποφεύγει τον «ενστικτώδη», ανακλαστικό των περιστάσεων λόγο προς όφελος ενός  πιο οργανωμένου και μεταφορικού λόγου.

Ο κακός ή ρηχός ποιητής επιδιώκει μια «ενσωμάτωση» στα γεγονότα, γίνεται «ένα» με το αντικείμενο του, πάσχει, υποφέρει, αναγγέλλει  ή, ακόμα χειρότερα, «φωνάζει» τα συναισθήματά του στους στίχους του·  με λίγα λόγια γράφει σαν να προσπαθεί να προσελκύσει την συμπάθεια ή την αγάπη από αναγνωστικά μάτια. Aυτό είναι το μυστικό της αποτυχίας του: μπερδεύει διαδικασίες της ζωής με διαδικασίες της δημιουργίας του λόγου.

Όμως όταν η ποίηση εκλαμβάνεται ως ο ανακλαστικός δέκτης της ζωής, τότε όχι μόνο διαγιγνώσκεται εκείνη η βαρβαρότητα που χαρακτηρίζει κάθε κακή η παρακμιακή ποίηση, τουτέστιν η εξίσωση της ζωής  με την ποίηση, αλλά κυρίως, σε αυτή την περίπτωση προκαλεί έκπληξη η αδυναμία κατανόησης της ποίησης ως τέχνη στην πλέον ουσιώδη ιδιότητά της:   αν η ζωή μπορούσε να είναι πλήρως «αυθυπόστατο» και «αυτοερμηνευόμενο» φαινόμενο τότε όχι μόνον δεν θα χρειαζόταν την ποίηση αλλά και καμμία άλλη τέχνη. Από την άλλη, εκείνο για το οποίο η ζωή υπεραρκεί, δεν έχει νόημα η ποίηση να το αναπαράγει.

Η ποίηση έρχεται να πει κάτι «παραπάνω» από την ζωή, όχι να την αναπαράγει·  ούτε καν να την αντιστοιχίσει κατ’ ανάγκην με το υποκείμενο της γραφής. Κυρίως, δεν έχει να κάνει τόσο πολύ με την έκφραση των προσωπικών συναισθημάτων· είναι πάνω απ’ όλα ένας τρόπος να κατανοούμε τον κόσμο και όχι να χαιρόμαστε ή να λυπόμαστε γι’ αυτόν (χωρίς φυσικά να αποκλείεται και αυτό, αλλά έχουν νόημα, στην ποίηση και στα πάντα οι προτεραιότητες ή ο «κεντρικός στόχος»).

Ή αλλιώς, όπως έλεγε ο Spinoza: «Προσπάθησα σκληρά να μην γελάω με τις πράξεις των ανθρώπων, ούτε να κλαίω με αυτές ούτε να τις μισώ, αλλά να τις καταλαβαίνω». (Ηθική, III)

Και αυτό δεν είναι μόνο δουλειά του φιλόσοφου αλλά και του ποιητή, ο καθένας από διαφορετική εποπτεία λόγου και διανοησιαρχική οπτική: Eκεί που η φιλοσοφία αναζητεί, εξάγει και αναστοχάζεται τα universalia από τους συλλογισμούς και τις θεωρητικές διαπιστώσεις της, η ποίηση επιχειρεί να διατυπώσει με μεταφορές την ουσία. Με λίγα λόγια είναι ένας τρόπος για να πειστούμε πως οι ιδιότητες των πραγμάτων δεν είναι συμπτωματικές αλλά ουσιαστικές, στο βαθμό που ποτέ δεν μπορούμε να δούμε την Ουσία άμεσα αλλά έμμεσα, μέσω της σκέψης (ποιητικής στην συγκεκριμένη περίπτωση).

Αυτό φυσικά δεν σημαίνει ότι η ποίηση τελείται εν συναισθηματικώ κενώ. Μια τέτοια χοντροκομμένη παρερμηνεία θα ήταν τυπική κάθε παρακμιακής σκέψης που αδυνατεί να ξεφύγει από τις απλοποιήσεις του «είτε-είτε». ‘Ολα τα παραπάνω  στην ουσία υπογραμμίζουν το εξής: ο καλός ποιητής δεν «αφήνει» το συναίσθημα στην ποίηση όπως το νοιώθει (η ζωή έτσι κι αλλιώς αρκεί γι’ αυτό). Κατορθώνει να το μετατρέπει σε κάτι άλλο.

Μπορούμε όμως να συνοψίσουμε την όλη διαφορά ανάμεσα στις δυο αντιλήψεις περί «προσωπικού» στην ποίηση επιγραμματικά ως εξής: ο πραγματικός ποιητής διακρίνεται από το έντονα προσωπικό ύφος  ή στυλ στην ποίησή του· ο κακός από τα προσωπικά «συναισθήματά» του και την σφοδρή επιθυμία έκθεσής τους ως έχουν ή όπως νομίζει ότι έχουν, στην ποίηση. Ο μεν πρώτος μετασχηματίζει την προσωπικότητά του σε αυτό που οφείλει: λογοτεχνία. Ο δε δεύτερος σε συναίσθημα (για την ακρίβεια: σε επίδειξη συναισθήματος)  που δεν έχει τίποτε περισσότερο να κάνει από το να διατυπώνεται απλά σε γραπτό στίχο, σε μια δουλειά έτσι κι αλλιώς για την οποία αρμοδιότερος είναι ο πεζός λόγος.

Είναι δύο διαφορετικοι χειρισμοί της «προσωπικότητας» σε κάθε περίπτωση· ο πρώτος «αποσπασμένα» (απομεμακρυσμένα) στυλιστικός, ο δε δεύτερος απονενοημένα αυτοεκφραστικός.

Ή όπως λέει ο  Έλιοτ:

Στην πραγματικότητα, ο κακός ποιητής είναι συνήθως μη συνειδητός εκεί που θα όφειλε να είναι συνειδητός, και συνειδητός εκεί που θα έπρεπε να είναι μη συνειδητός. Και τα δύο λάθη τείνουν να τον καθιστούν «προσωπικό».  Ποίηση δεν είναι να αφήνεται το συναίσθημα ελεύθερο, αλλά μια απόδραση από το συναίσθημα· δεν είναι η έκφραση της προσωπικότητας, αλλά μια απόδραση από την προσωπικότητα. Όμως, ασφαλώς, μόνον εκείνοι που έχουν προσωπικότητα και συναισθήματα γνωρίζουν τι  σημαίνει να θέλεις να δραπετεύσεις από αυτά. (ό.π., σ. 30)

Και ξέρουν ακόμα τι σημαίνει να δραπετεύεις από τον Χρόνο, θα συμπλήρωνε κανείς σε αυτά τα λόγια του Τ. Σ. Έλιοτ. Γιατί ο ποιητής δεν είναι τίποτε άλλο παρά μονάδα μέτρησης της Αχρονίας, αν θα μπορούσε κανείς να το διατυπώσει έτσι.  Εξ αυτού του δημιουργικού παραδόξου προκύπτει η στυλιστική «απόσπασή» του από τον κόσμο κατά την διάρκεια της γραφής, όπως επίσης και η συνάλληλη με αυτήν απογύμνωση του γεγονότος sub specie aeternitatis.

Και αν ερμηνεύσει σωστά κανείς τον Έλιοτ μακριά από χοντροκομμένες προσλήψεις, θα καταλάβει γιατί οι καλοί ποιητές μετασχηματίζουν την προσωπικότητά τους σε έντονα διακριτό «προσωπικό στυλ» ενώ ταυτόχρονα πραγματώνουν εν έργω ένα  όσο το δυνατόν πιο «αποπροσωποποιημένο βλέμμα» ακόμα και όταν «ομιλούν» σε πρώτο ενικό πρόσωπο.

Δεν έχει νόημα, έτσι κι αλλιώς, να δεις δυο φορές στον χρόνο το ίδιο πράγμα με τον ίδιο τρόπο. Την δεύτερη φορά, θα πρέπει να το δεις «αλλιώς». Και η ποίηση αν μη τι άλλο μας επιτρέπει ένα πιο ώριμο, πιο ψύχραιμο βλέμμα επί των ανθρωπίνων, αρκεί φυσικά να υπάρχει και η ίδια ως δραστηριότητα ουσίας και όχι μόνο κατ’ όνομα.