διαδίκτυο

Πληροφοριακές λεωφόροι και διαδικτυακά σοκάκια

El-fake-con-la-foto-del-arrepentimiento-torero-que-se-convirtió-en-viral

*

του ΗΛΙΑ ΑΛΕΒΙΖΟΥ

Στα μέσα του 2012, μια είδηση έκανε την εμφάνισή της στο διαδίκτυο. Αφορούσε την αιφνίδια μεταστροφή ενός ταυρομάχου, εν τω μέσω μάλιστα μιας ταυρομαχίας. Η είδηση συνοδευόταν και από μία φωτογραφία που έδειχνε τον ταυρομάχο καταβεβλημένο, να κάθεται στην άκρη της αρένας, πιάνοντας το πρόσωπό του σε μια χειρονομία απόγνωσης, με τον ταύρο να τον παρακολουθεί σε απόσταση αναπνοής. Πόση σχέση όμως έχουν όλα αυτά με την πραγματικότητα; Η ιστορία της δημιουργίας ενός θρύλου…

Άρτος και θεάματα 

Στο εκτενέστερο από τα δοκίμιά του, γραμμένο πριν από 450 χρόνια περίπου, ο Μονταίν επιχειρεί να αποδείξει ότι τα ζώα πόρρω απέχουν από το να είναι απλά θηρία, κατευθυνόμενα από ωμά ένστικτα, χωρίς ίχνος λογικής και φαντασίας. Διαθέτουν κι αυτά εκείνα τα χαρακτηριστικά για τα οποία ο άνθρωπος υπερηφανεύται ότι αποτελεί τον εργολαβικό κάτοχό τους. Χαρακτηριστικά όπως ευφυία, γενναιότητα, συμπόνια κι ευγνωμοσύνη ανήκουν στο ρεπερτόριο της συμπεριφοράς τους και, καταπώς το συνήθιζε, ο Μονταίν αντλεί πλήθος παραδειγμάτων από την αρχαία Ελληνική και Λατινική γραμματεία, προς επίρρωση της θέσης του. (περισσότερα…)

Τάκης Κουφόπουλος (1927-2019)

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΠΙΝΑΚΟΥΛΑ

Στις 3 Σεπτεμβρίου 2019 έφυγε απ’ τη ζωή αθόρυβα, όπως αθόρυβα έζησε, ένας σπουδαίος άνθρωπος των γραμμάτων, ο Τάκης Κουφόπουλος. Ο Κουφόπουλος γεννήθηκε το 1927 στην Αθήνα. Σπούδασε πολιτικός μηχανικός και άσκησε το επάγγελμα όλη του τη ζωή. Στα γράμματα εμφανίστηκε το 1956 με το διήγημα «Η θητεία», που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Νέα Πορεία. Ακολούθησαν οι συλλογές διηγημάτων Μικρές σύγχρονες ιστορίες (1959) και Η οδός (1962). Συμμετείχε στα Δεκαοχτώ κείμενα (1970) με το διήγημα «Ο ηθοποιός», όπως και στα Νέα κείμενα 2 (1971) με δύο ποιήματα. Το 1973 κυκλοφόρησε η συλλογή διηγημάτων του Εκδοχές και το 1980 η νουβέλα Απόλογος. Από τότε και μέχρι το θάνατό του απείχε από την εκδοτική αγορά. Στο εξής έγραφε τα βιβλία του σε υπολογιστή ο ίδιος, τα κυκλοφορούσε εκτός εμπορίου σε λίγα αντίτυπα που τύπωνε μόνος του και, όταν πια δόθηκε η δυνατότητα, τα ανέβαζε δωρεάν στο ίντερνετ, ώστε να είναι προσιτά σε όλους. Στην προσωπική του ιστοσελίδα (www.takiskoufopoulos.net), μπορεί όποιος το επιθυμεί να διαβάσει σχεδόν όλο του το έργο. Τελευταίο του βιβλίο ήταν και πάλι μια συλλογή διηγημάτων, τα Ψήγματα, που δημοσίευσε πέρυσι (2018), και το οποίο προαισθανόταν πως θα ’ναι το τελευταίο του.[1]

Εκτός απ’ το πρωτότυπο συγγραφικό του έργο, ο Κουφόπουλος έχει επίσης μεγάλο μεταφραστικό, δοκιμιακό και φιλολογικό έργο. Μεταξύ άλλων μετέφρασε την Τετάρτη των Τεφρών και τα Τέσσερα κουαρτέτα του Έλιοτ, μέρος των Στρωματέων του Κλήμη Αλεξανδρέα, το Περί φύσεως του Παρμενίδη, μια επιλογή απ’ τους Ψαλμούς, την πρώτη ραψωδία της Ιλιάδας, δύο κοντάκια του Ρωμανού Μελωδού, αποσπάσματα του Ηράκλειτου. Έγραψε δοκίμια για διάφορα θέματα, που εκτείνονται από παρατηρήσεις πάνω στο έργο του Ηράκλειτου μέχρι ειδικά θέματα γλωσσολογίας. Τέλος, συνέταξε λεξιλόγια της Καινής Διαθήκης και του Ομήρου, του σολωμικού και του καβαφικού έργου, του Ηροδότου, του Θουκυδίδη, των Βίων Πλουτάρχου.

Όσον αφορά το λογοτεχνικό του έργο, ο Κουφόπουλος ανήκει στη συνεπέστερη και ριζοσπαστικότερη τάση του ελληνικού μοντερνισμού. Μαζί με τον Γιώργο Χειμωνά είναι οι βασικοί εκπρόσωποι της αμιγέστερης μορφής του μοντερνισμού στη μεταπολεμική λογοτεχνία μας. Η γραφή του Κουφόπουλου είναι αφαιρετική στον έσχατο βαθμό. Στα διηγήματά του, ο ανώνυμος πρωτοπρόσωπος αφηγητής, που είναι ταυτόχρονα και ο βασικός ήρωας, αφηγείται παράδοξα και παράλογα συμβάντα. Ο τόπος και ο χρόνος μένουν ασαφείς και δεν προσδιορίζονται. Τον ενδιαφέρει να αποτυπώσει την ανθρώπινη συνθήκη καθ’ αυτήν, και όχι συγκεκριμένες χωροχρονικές συνθήκες. Στις ιστορίες του το παράλογο και το ονειρικό συνυφαίνονται αξεδιάλυτα με το πραγματικό. Επίσης, βασικό στοιχείο της λογοτεχνίας του είναι το υπαρξιακό αδιέξοδο των ηρώων του. Με τα λόγια του Αλέξανδρου Κοτζιά, «[π]έρα από κάθε ελπίδα απολύτρωσης βλέπει ο Κουφόπουλος την κλειστή από παντού Παγίδα, που στα κοφτερά της δόντια σπαράζει, μορφάζει, αιμάσσει, ασχημονεί, εγκληματεί, μετανοεί το πάντως εσταυρωμένο και αξιοθρήνητο σκεπτόμενο καλάμι. Η πράξη, η γνώση, η ομορφιά, όχι απλώς πουθενά δεν άγουν, εντέλει είναι ανύπαρκτες.»[2]

Ως προς τη γενικότερη στάση της ζωής του, αξίζει να τονιστεί και να αναδειχτεί ιδιαίτερα το γεγονός πως ο Κουφόπουλος απείχε πεισματικά και με συνέπεια από το αλισβερίσι της λογοτεχνικής συντεχνίας και απέφυγε καθ’ όλη τη διάρκεια του βίου του την προσωπική προβολή. Ο τρόπος της ζωής του, ως συγγραφέα και διανοούμενου, ερχόταν σε πλήρη αντίθεση με τη συνήθη πρακτική των ομοτέχνων του τις τελευταίες δεκαετίες. Όσο πιο πολύ καθιερωνόταν η ναρκισσιστική αυτοπροβολή και το ψυχαναγκαστικό κυνήγι της δημοσιότητας, τόσο περισσότερο ο Κουφόπουλος έμενε έξω απ’ αυτά. Ταυτόχρονα, υπήρξε πρωτοπόρος στην ηλεκτρονική και διαδικτυακή έκδοση λογοτεχνικών κειμένων, και εξερεύνησε με τόλμη αυτόν τον παρθένο ακόμα τότε χώρο. Όπως ήταν αναμενόμενο, η συντεχνία τον αγνόησε επιδεικτικά όσο ήταν εν ζωή και «ξέχασε» να τον τιμήσει τώρα που πέθανε. Να σημειώσουμε ότι η ιδιότυπη και σπάνια φυγοκοσμία του δεν είχε να κάνει με κάποια ελιτίστικη αντίληψη για τα γράμματα, αλλά με τη γνήσια αγάπη για τη λογοτεχνία και με την απέχθεια προς την αυτοπροβολή. Αυτή η έντιμη και δύσκολη μοναξιά που διάλεξε ο Κουφόπουλος αγνοήθηκε και απαξιώθηκε από τους ομοτέχνους και από την κριτική, όπως και από την ακαδημαϊκή φιλολογία.

Δε μένει παρά να ευχηθούμε να βρεθεί σύντομα ο φιλόπονος φιλόλογος και ο θαρραλέος εκδότης που θα επιμεληθούν και θα εκδώσουν όλο το έργο του σε μορφή έντυπου βιβλίου, ώστε να διαβαστεί ευρύτερα και να πάρει τη θέση που του αξίζει στον κανόνα της λογοτεχνίας μας.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΙΝΑΚΟΥΛΑΣ


[1] Στις «Σημειώσεις» του βιβλίου διαβάζουμε: «[…] το παρόν [βιβλίο] φαίνεται να είναι και το τελευταίο» (Τάκης Κουφόπουλος, Ψήγματα, Αθήνα 2018, σελ. 92, η υπογράμμιση δική μας).

[2] Αλέξανδρος Κοτζιάς, «Κριτική για την Οδό», εφημ. Μεσημβρινή, 4.1.1963.

Το μικρό και το μεγάλο

ba2222

~.~

του  ΦΩΤΗ ΔΟΥΣΟΥ~.~

Πολλές ιερεμιάδες εξακοντίζονται πανταχόθεν τα τελευταία χρόνια για την αποστροφή που δείχνει ο μέσος αναγνώστης προς τα μεγάλα, εκτεταμένα, πολυσέλιδα κείμενα. Έχουμε χάσει την εξοικείωσή μας με τα ογκώδη βιβλία, λένε. Χειμαζόμενοι από ένα καθολικό (αν και τυπικά αδιάγνωστο) σύνδρομο ελλειμματικής προσοχής αδυνατούμε να αντεπεξέλθουμε στις απαιτήσεις της προσηλωμένης ανάγνωσης. Διασπάται η προσοχή μας, δεν έχουμε χρόνο, νυστάζουμε, δουλεύουμε πολύ, τρέχουμε, χαζεύουμε στο ίντερνετ. Η ανάγνωση του μεγάλου βιβλίου με τους χρόνους που απαιτεί, τους ρυθμούς της, τη δέσμευση που προϋποθέτει, τη δέουσα αφοσίωση, καθίσταται πραγματική πολυτέλεια στο ασφυκτικό πλαίσιο του σύγχρονου τρόπου ζωής. Πόσο μάλλον όταν το κύριο μέλημα των περισσοτέρων είναι απλώς η επιβίωση κάτω από τις δύστηνες οικονομικές συνθήκες που μας περιβάλλουν.

Κι όμως τα μεγάλα βιβλία έχουν ακόμα την πρωτοκαθεδρία στις προτιμήσεις των αναγνωστών. Αυτό δηλούν τουλάχιστον οι λίστες των ευπώλητων. Τωόντι τα περισσότερα best seller -είτε πρόκειται για ποιοτικά έργα είτε για φτηνά αναγνώσματα- έχουν εκτόπισμα και καταλαμβάνουν χώρο στις βιβλιοθήκες, ενώ το αδιάλειπτο κουβάλημά τους από τα ισχνά και ατροφικά χέρια των βιβλιοφάγων μπορεί να προκαλέσει από μυϊκές θλάσεις μέχρι και τενοντίτιδες.

Κάποιοι ισχυρίζονται ότι υπάρχουν εκδότες που δεν δέχονται καν μυθιστορήματα με λιγότερες από 300 σελίδες. Ειδάλλως θεωρούν μια τέτοια επένδυση (οι ίδιοι αλλά και μεγάλη μερίδα των αναγνωστών τους προφανώς) πεταμένα λεφτά. Είναι αλήθεια ότι η παροιμία “ουκ εν τω πολλώ το ευ” έχει χάσει την ισχύ της στην ματαιόδοξη και βουλιμική εποχή μας. Ακόμα και στο θέατρο ακούμε πολύ συχνά την ερώτηση “πόσοι ηθοποιοί παίζουν;” λες και υπάρχει κάποια μυστική αναλογία ανάμεσα στον αριθμό των συντελεστών και το αισθητικό αποτέλεσμα, ένας αλγόριθμος που ορίζει την στάθμη της ποιότητας του θεάματος.

Παρ’ όλα αυτά η ιντερνετική ανάγνωση, που κακά τα ψέματα έχει καταλάβει μεγάλο μέρος της αναγνωστικής μας δραστηριότητας, επιτάσσει άλλους ρυθμούς, άλλες αντοχές, διαφορετική ανοχή στο διάβασμα κειμένων. Μπροστά στην οθόνη διαβάζουμε γρήγορα, πεταχτά, αποσπασματικά, ανοίγουμε πολλές και διαφορετικές σελίδες και πεταγόμαστε πότε στη μια και πότε στην άλλη, περιτρέχουμε σταυρωτά τις παραγράφους και γενικά επιδεικνύουμε εγγενή απέχθεια προς τα εκτενή κείμενα. Με λίγα λόγια αρθρίδια σαν και το παρόν (που απαρτίζεται από 2000 λέξεις περίπου) αντενδείκνυνται για ιντερνετική χρήση. Ο βιαστικός αναγνώστης που ψάχνει εναγωνίως data, πληροφορίες, νέα, ευτράπελα ή επιζητά απλώς να σκοτώσει την ώρα του και να ξεσκάσει, θα το προσπεράσει χωρίς δεύτερη σκέψη τσεκάροντας απλώς και μόνο το μέγεθός του. Αλλά και ο πιο απαιτητικός αναγνώστης δυσκολεύεται να παραδοθεί σε ρυθμούς που είναι λίγο εκτός εποχής, ειδικά όταν ξεροσταλιάζει μπροστά σε μία οθόνη.

Με λίγα λόγια μας θέλγουν ακόμα τα ογκώδη βιβλία (και ακολούθως τα μεγάλα κείμενα) στην φυσική τους μορφή, αλλά μας απωθούν κάπως όταν είμαστε αναγκασμένοι να τα διατρέξουμε μέσα από την οθόνη του υπολογιστή μας. Προφανώς αυτά τα προσκόμματα θα εξαλειφθούν στο μέλλον (άπαντες θα διαβάζουν από οθόνες), αλλά στην μεταβατική περίοδο που διανύουμε μια τέτοια διάκριση είναι νομίζω οφθαλμοφανής.

Μηδέν κακό αμιγές καλού. Το ίντερνετ, μαζί με όλες τις αλλαγές που επέφερε στη ζωή μας, και παρά την μειοδοσία του προς το μεγάλο κείμενο, πριμοδότησε, εξύψωσε και σχεδόν αποθέωσε το μικρό. Είτε αυτό είναι άρθρο, είτε είναι μικρό διήγημα, είτε είναι ποίημα. Υπάρχει ένας αμφίδρομος μηχανισμός παραγωγής και κατανάλωσης γραπτού λόγου που μέσα από την διαδικτυακή συνένωση δημιουργεί αναγνωστικά ειωθότα. Διαβάζουμε αυτό που (αφειδώς) μας προσφέρεται και γράφουμε αυτό που ζητά το αναγνωστικό κοινό. Έτσι φτάνουμε στον εξοβελισμό του μεγάλου κειμένου από το διαδίκτυο ή έστω την σχετική περιθωριοποίησή του, και στον πολλαπλασιασμό, την άνθιση, την αναγέννηση του μικρού. Θα περιμέναμε κάτι τέτοιο να έχει και ένα άλφα ποιοτικό αντίκρισμα. Να οδηγηθούμε σε παραδείγματα συμπύκνωσης του νοήματος, να γίνουμε κοινωνοί μιας λείανσης του λόγου, να παρατηρήσουμε επιμονή στην λεπτομέρεια, ακρίβεια στην έκφραση, σαφήνεια, ενάργεια, εκλέπτυνση, να ταυτοποιήσουμε, τέλος, καλύτερο έλεγχο του λεκτικού υλικού. Όλα αυτά παρέμειναν – φευ- μάταιες προσδοκίες.

Αυτό που μαρτυρούμε αντιθέτως είναι άπειρα παραδείγματα έκπτωσης του γραπτού λόγου: ιδεολογική απίσχνανση, αισθητική χωλότητα, λεκτική ένδεια, ασάφεια, σολοικισμό, έλλειψη βάθους και προοπτικής. Το κείμενο στην εποχή της ιντερνετικής ανάγνωσης τείνει να λειτουργεί πολλές φορές ως πλατφόρμα προσωπικής διαφήμισης, ναρκισσιστικού άγχους, ωραιοπάθειας και ματαιοδοξίας. Θα αναρωτηθεί κανείς, πάντα δεν ήταν έτσι; Όχι. Διότι άλλοτε δεν υπήρχε το άμεσο feedback, η ανταπόκριση, ο σχολιασμός, η δυνατότητα κοινοποίησης, η έννοια του viral. Με το που έγραφες και δημοσίευες ένα κείμενο, αυτό έμπαινε σε μια μυστηριώδη επικράτεια δίκαιης και αναπόφευκτης σιωπής. Ανήκε μεν στην δημόσια σφαίρα, αλλά η αναδιαπραγμάτευσή του (μια δημιουργική και άρρητη άλεση) γινόταν στα μυαλά των ανθρώπων ή σε κατ’ ιδίαν συζητήσεις. Ακόμα και όταν πυροδοτούσε δημόσιο διάλογο αυτός γινόταν με συντεταγμένους όρους, με συγκρότηση, με τους κανόνες του αποχρώντος λόγου. Δεν υπέκειτο στο χάος της πολυφωνίας και τις ευκολίες που παρέχει σήμερα ο δημόσιος και απρόσωπος σχολιασμός (που φτάνει σε σημεία απόλυτης οχλοκρατίας).

Με την έξαρση του ίντερνετ και των ΜΜΕ είναι σα να ξεσάλωσε ξαφνικά το συλλογικό ασυνείδητο μιας αναβράζουσας πολλαπλότητας. Ό,τι πιο πριν βρισκόταν σε λανθάνουσα κατάσταση, καταχωνιασμένο μέσα στις ψυχές ή στον νου των ανθρώπων, τώρα έχει φωνή, εικόνα, εκτίθεται στη δημόσια σφαίρα, πιάνει χώρο στην κοινή αντίληψη και συνδιαμορφώνει συνειδήσεις. Μπορεί να εκφράζεται με βρυχηθμούς, οιμωγές, άναρθρες κραυγές, να ξοδεύεται σε ουτιδανές αναλύσεις, αλλά έχει θέση, διεκδικεί παρουσία.

Ας ρίξουμε μια γενική ματιά στη λογοτεχνία του διαδικτύου που συμμορφωμένη σε αυτά τα δεδομένα προσπαθεί να αρθρώσει τον δικό της αυτόνομο λόγο. Δεν χρειάζεται καν να διαβούμε το κατώφλι της ερμηνείας και να υπεισέλθουμε σε ειδικά θέματα γραμματολογίας για να διαπιστώσουμε ότι κάτι είναι σάπιο στο βασίλειο της (λογοτεχνικής μας) Δανιμαρκίας. Αυτό που βλέπουμε με μια πρώτη ματιά είναι η απωθητική πρεμούρα των νέων δημιουργών να φανούν, να ανελιχθούν, να ξεχωρίσουν, να καθιερωθούν. Θα μου πείτε και που είναι το κακό; Ο λογοτεχνικός στίβος δεν αποκλείει την άμιλλα, ίσα ίσα την ενθαρρύνει. Ασφαλώς, όμως υπάρχει μια μικρή διαφορά. Συμβαίνει ένα ιστορικό παράδοξο: τα μέσα προβολής φαίνονται για πρώτη φορά να είναι στα χέρια των δημιουργών (δεν θέλω να κάνω αναγωγές στην ιστορική περίοδο που τα μέσα παραγωγής είχαν περιπέσει στα χέρια των εργατών, αν και με έναν διεστραμμένο, παραμορφωτικό τρόπο αυτό είναι αναπόφευκτο…). Αυτό συνιστά ενδιαφέρουσα εξέλιξη στο προτσές των λογοτεχνικών μας πραγμάτων, και θα έχει σίγουρα αρνητικές και θετικές συνέπειες στον τρόπο διαχείρισης του λογοτεχνικού προϊόντος.

Δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι οι λεγόμενοι ποιητές της γενιάς της κρίσης έχουν καταβαραθρώσει ακόμα και τους περισπούδαστους μυθιστοριογράφους του ’80 και του ‘90 σε επίπεδο επικοινωνίας, προώθησης και επίδειξης. Καθώς τα παραδοσιακά life style έντυπα κλείνουν το ένα μετά το άλλο (αλήθεια έχει μείνει κανένα;), όπως και οι εφημερίδες που έχουν έτσι και αλλιώς απολέσει εδώ και καιρό την αναγνωστική τους ισχύ και την επιδραστικότητά τους, αναδεικνύονται νέα μέσα προβολής, επιβολής και καθιέρωσης μιας λογοτεχνικής περσόνας: ιστολόγια, blogs, facebook κτλ. O κατακερματισμός και η φυσική αποκεντρωτική τάση αυτών των μέσων είναι τόσο δεδομένη που καθιστά αδύνατο το “σπρώξιμο” (ή ακόμα την ειδωλοποίηση) ενός και μόνου προσώπου. Τα προηγούμενα χρόνια το “σύστημα” ήταν προσωποπαγές. Μπορούσαμε να πούμε ότι ο τάδε ή ο δείνα λογοτέχνης είναι ο χαϊδεμένος των μέσων. Τώρα δεν είναι και τόσο εύκολο να οριστεί κάτι τέτοιο. Καμιά φορά ξεχωρίζει αυτός που φωνασκεί πιο πολύ ή αυτός που εκφέρει ακραίο και προκλητικό λόγο, άλλοτε αυτός που έχει μάθει να ελίσσεται και να εκμεταλλεύεται τις διαπροσωπικές του σχέσεις, και ενίοτε κάποιος που όντως αξίζει. Γρήγορα ξεχνιέται όμως. Και έρχεται άλλος στην επιφάνεια.

Η λογοτεχνία μας είναι πιο θνησιγενής και πιο εφήμερη από ποτέ. Ένα κείμενο γράφεται, εκτελεί την βραχύπνοη τροχιά του και εγκαταλείπεται σε μια κατά τα φαινόμενα οριστική λήθη, από όπου κανένας αναγνώστης δεν θα ζητήσει να ανασύρει. Στο μέλλον το διαδίκτυο θα είναι γεμάτο από διασκορπισμένους και αχανείς ερειπιώνες κειμένων.

Εντούτοις τα πιο δημοφιλή, τα πιο πολυδιαβασμένα και πολυσχολιασμένα κείμενα στο διαδίκτυο δεν είναι τα λογοτεχνικά, αλλά αυτά που έχουν δημοσιογραφικές αξιώσεις και είναι αλληλένδετα με την επικαιρότητα. Την μερίδα του λέοντος στον ιντερνετικό αναγνωστικό χάρτη λοιπόν κατέχει η πολιτική αρθρογραφία, η ειδησεογραφία, η ενημέρωση και η κατάθεση απόψεων για τρέχοντα ζητήματα από επαγγελματίες δημοσιογράφους ή μη. Θα πρέπει να ξεκαθαρίσουμε κάτι: μπορεί με τη λογοτεχνία του διαδικτύου να είμαστε αυστηροί, αλλά με την αρθρογραφία θα πρέπει να φανούμε εντελώς αμείλικτοι. Εδώ τα πράγματα είναι τρισχειρότερα.

Αν και σε ιντερνετικές εκδόσεις εφημερίδων του εξωτερικού (The Guardian, NY Times κ.α.) βλέπουμε ότι οι αρθρογράφοι δεν διστάζουν να ξεδιπλώσουν τις σκέψεις τους σε μεγάλα κατεβατά, κείμενα που θέλουν κάποιον χρόνο για να καταναλωθούν, να διαβαστούν, να χωνευθούν, στις καθ’ ημάς δεν φαίνεται να ακολουθούμε ούτε κατά διάνοια το παράδειγμά τους. Άραγε μας ποδηγετεί σε αυτό κάποιο είδος “ελληνικού μέτρου”, βαθιά κρυμμένου στο DNA της φυλής; μια δωρική αίσθηση των πραγμάτων; μια συμφυής έφεση προς το λακωνίζειν; μια ανάγκη για την αναζήτηση αποσταγμάτων νοήματος; Μάλλον όχι. Όπως είπαμε έχουμε την απαίτηση να μην χρονοτριβούμε κατά την ανάγνωση οποιουδήποτε κειμένου στο διαδίκτυο. Εφόσον στον βωμό της ταχύτητας, θυσιάζουμε και περικόπτουμε με προκρούστειες μεθοδεύσεις το λογοτεχνικό κείμενο, δεν θα έχουμε κανέναν ενδοιασμό απέναντι στο δημοσιογραφικό (που στα μάτια μας άλλωστε ορίζεται από την ευτέλεια του καθημερινού).

Θα μπορούσαμε να χωρίσουμε τους συντάκτες αυτών των κειμένων (έστω καταχρηστικά) σε δύο τάξεις: μία οι των προοδευτικών πεποιθήσεων και μία οι των συντηρητικών. Στο σύνολο αμφότερων των περιπτώσεων εμφιλοχωρούν παραδείγματα οξείας παθογένειας. Οι δημοσιογραφούντες δεν φέρουν μόνο το “ψώνιο” τους, δεν διψούν για αναγνώριση, δεν λαχταρούν τον έπαινο του δήμου και των σοφιστών (όπως οι ταλαίπωροι λογοτέχνες). Αρμόζον θεωρείται να είναι εριστικοί, ακόμα καλύτερα είρωνες. Η μισαλλοδοξία, η ιδεοληψία και η μοχθηρία λογιάζονται πολλές φορές προσόντα για τα γραπτά τους. Γενικά η δημοσιογραφική τους συμπεριφορά τείνει να θυμίζει νταή σε επαρχιακό καφενείο που υψώνει την ένταση της φωνής του με σκοπό να αποστομώσει όσους διαφωνούν μαζί του. Το να εξαπολύουν παντού απειλές και ύβρεις, θεωρούν ότι τους προσδίδει κύρος. Ίσως η αρθρογραφία οφείλει να είναι κάπως έτσι: μαχητική, να υποθάλπει συγκρούσεις και να διανοίγει δρόμους διαλόγου ή να διευρύνει συνειδήσεις, να χτυπάει εκ του συστάδην και να φωτίζει με την πολεμική της πολυπρισματικά τα θέματά της. Όμως όλο και πιο συχνά βλέπουμε τους εκπροσώπους της να ξεπερνάνε τα όρια και να καταδύονται σε περιοχές του λόγου όπου κυριαρχεί η αναίδεια.

Οι πένες που τοποθετούνται γύρω από το φάσμα του λεγόμενου προοδευτικού τόξου αποδεικνύονται ρηχές, ανερμάτιστες, παγιδευμένες σε ιδεολογικές αγκυλώσεις, σε αφελείς και παρωχημένες αναγνώσεις του κόσμου, σε φανατισμό. Οι προσεγγίσεις τους έχουν συχνά την θολούρα του αδαούς. Οι αναλύσεις που επιχειρούν είναι ανεδαφικές. Οι καταγγελίες τους μετέρχονται ένα πεπαλαιωμένο λεξιλόγιο που ζέχνει ιδεολογική καθήλωση και πνευματικό τέλμα.

Οι δε φωνές του συντηρητικού τόξου είναι ακόμα πιο απωθητικές. Αν και ομολογουμένως πιο συντεταγμένες, πιο ορθολογικές (τα ελληνικά τους είναι καλύτερα) δεν παύουν να είναι μονόπλευρες, ρεβανσιστικές, μνησίκακες. Περνιούνται για πιο νηφάλιες, αλλά συχνά διολισθαίνουν στην υστερία και την κακεντρέχεια, βαλτωμένες σε ιδεολογικά σχήματα που δεν έχουν προοπτική, επιδίδονται σε ατέλειωτη μεμψιμοιρία και ομφαλοσκόπηση. Η πολεμική που ασκούν είναι μονοδιάστατη, τα ιδεολογικά σχήματα που ευαγγελίζονται, αδιέξοδα.

Χρειάζεται μια σύνθεση των αντινομιών του σύγχρονου γραπτού λόγου, που να μην έχει συμβιβαστική πρόθεση, αλλά τάση υπέρβασης. Πως και πότε θα γίνει αυτό; Άγνωστο.

Όταν καταλαγιάσει λίγο ο θόρυβος, ή όταν συνηθίσουμε πια την φλυαρία, τους λήρους, τα φληναφήματα, ίσως καταφέρουμε να σταθούμε με πιο ψύχραιμο και κριτικό τρόπο απέναντι στις νέες αναγκαιότητες και τις καινούργιες δυνατότητες που προκύπτουν από τη λειτουργία του κειμένου στο διαδίκτυο. Ο Άρτουρ Σοπενχάουερ έχει γράψει ένα ενδιαφέρον δοκίμιο με τίτλο Περί θορύβου. Εκεί ο στριφνός στοχαστής κατακεραυνώνει τους ήχους της καθημερινότητας (στέλνοντας στο πυρ το εξώτερον τον διαπεραστικό ήχο που προκαλείται από το μαστίγιο των αμαξάδων όταν αυτό “χτυπάει” στον αέρα) που δρουν περισπαστικά και ανασταλτικά για την σκέψη και την συγκέντρωση. Άραγε τι θα έγραφε σήμερα ο φιλόσοφος, στην εποχή της μεγάλης χασμωδίας;

Σε καμία περίπτωση δεν μπορούμε να παραβλέψουμε τα θετικά στοιχεία που προέκυψαν από την προτίμηση του διαδικτύου για το μικρό κείμενο. Πρώτα από όλα βγήκαν στην επιφάνεια τα ποιήματα και τα μικρά διηγήματα. Επίσης συσπειρώθηκε το αναγνωστικό κοινό. Ειδικά το κοινό της ποίησης (που αποτελείται ως επί το πλείστον από αυτούς που γράφουν ποίηση) φαίνεται να περνάει στην αντεπίθεση. Αυτό ακούγεται ελπιδοφόρο. Μιλάμε για έναν αριθμό αναγνωστών που τελούσε σχεδόν υπό διωγμόν τις προηγούμενες δεκαετίες. Διασκορπισμένοι, μονήρεις, αποσυνάγωγοι και μισεροί οι αναγνώστες της ποίησης εγόγγυζαν σε πηγαδάκια ή κατά μόνας για την κατάντια της αγαπημένης τους μούσας. Τώρα έχουν πρόσωπο. Ανήκουν κάπου. Καταλαβαίνεις πως άλλοι νόμοι διέπουν την δική σου πατρίδα, όμως σκέφτεσαι κάποιον που σκέφτεται τα ίδια (κάπως έτσι το γράφει εύστοχα ο Μάριος Βαϊάνος…). Έχουν κερκίδα και μάλιστα λαλίστατη, αν κρίνει κανείς από τον αριθμό των ποστ που ανεβάζουν, τις δημοσιεύσεις σε ιντερνετικά περιοδικά και την γενικότερη αποφασιστική διαδικτυακή τους παρουσία.

Ο κόσμος που ζούμε είναι πιο σύνθετος από ποτέ. Και σε αυτό πρωτεύοντα ρόλο παίζει φυσικά η διάχυση της πληροφορίας και η εύκολη πρόσβαση της γνώσης. Το ίντερνετ συν τοις άλλοις αποτελεί μια τεράστια, πολυπλόκαμη βιβλιοθήκη (σαν αυτές που ονειρευόταν ο Μπόρχες) που μας παρέχει το δικαίωμα της πληθωρικής, αδιατάρακτης ανάγνωσης. Στο χέρι μας είναι να αξιοποιήσουμε δημιουργικά αυτή την ευκαιρία.

~ ~ ~

Οι στήλες του ΝΠ. gr
ΛΟΞΕΣ ΜΑΤΙΕΣ : γράφει ο ΦΩΤΗΣ ΔΟΥΣΟΣ

Διονύσιος Πλατανιάς: “Κριτική” και δυσφήμιση στο διαδίκτυο

social-media-bullying-390x285

Είναι γνωστό σε όλους τους ενασχολούμενους δια του ενός ή άλλου τρόπου με την λογοτεχνία, ότι η κριτική στο διαδίκτυο είναι σχεδόν κάτι άγνωστο. Αυτό το «είδος» του λόγου δεν υπάρχει εδώ, γιατί ακόμα και το «γένος» σε αυτή την περίπτωση θα πρέπει να πούμε πως είναι κάτι που δύσκολα ανευρίσκεται.

Εδώ το καλύτερο που μπορεί να συναντήσει κανείς είναι αξιοπρεπείς (ή μη) παρουσιάσεις βιβλίων και διαδικτυακών έργων, και στο πλείστον των περιπτώσεων ανορθολογικά αναρτολογήματα που εκτείνονται από την έξαλλη νεοελληνική υβρεολογία έως τις επιφωνηματικές, “παρεΐστικες” ή απλής κολακείας, δοξολογίες από την άλλη.

Όχι σπάνια μάλιστα, αυθαίρετοι και δημαγωγικοί (ψευδο)λογοτεχνικοί χαρακτηρισμοί του κιλού αλλά και υστερικές (ενίοτε προσβλητικές και συκοφαντικές) επιθετικότητες επιστρατεύονται σε trash posts που σκοπό έχουν να παραπληροφορήσουν, διαβάλλουν, λασπώσουν (κάποτε με ακραίο ψυχοπαθολογικό τρόπο) με την ελπίδα ότι μέσα στο χάος του διαδικτύου θα μπορέσουν να βρουν μια θέση έστω και σε πίσω “πλάνο”.

Στους διαδικτυακούς λαβύρινθους όπου μαζί με υγιείς εκφράσεις η αφελής πλην ελπίζουσα σε κάποια αναγνώριση υποκουλτούρα παράγεται καθημερινώς σε απίστευτες ποσότητες, θα ήταν κάποιος αδικαιολόγητα αισιόδοξος αν θεωρούσε ότι μπορεί να επισημάνει εύκολα εκείνο το είδος της κριτικής που γνωρίζουμε από τον πνευματικό κόσμο έξω και είναι το πλέον νόμιμο, επειδή είναι το πλέον λογικό και αναμενόμενο από την έννοια «κριτική», καθώς τηρεί κάθε στοιχειώδη δεοντολογία:

παρατιθέμενο όνομα παρουσιαζομένου συγγραφέα, τίτλος βιβλίου (ή ιστολογίου για ό,τι παρουσιάζεται διαδικτυακά) και από κάτω ο όποιος αυτοσχέδιος κριτικός θα πρέπει να αποδείξει ότι πληροί τον ρόλο που ανέλαβε είτε προσωρινώς (πράγμα που αφθονεί στο διαδίκτυο καθώς οι αυτοσχέδιοι κριτικοί είναι αρκετοί αλλά εξαντλούνται μόνο σε «παρουσιάσεις»), είτε μονιμότερα, σε περίπτωση που φιλοδοξεί κάτι τέτοιο. Κριτική σημαίνει, –εκτός από το ότι κάνω φανερό το ΤΙ ακριβώς (ποιο έργο ή ποιον συγγραφέα) κρίνω, αλλιώς μιλάμε για θέατρο του παραλόγου!–, πως έχω ξοδέψει ώρες και ώρες ενασχόλησης και εμβάθυνσης επί του έργου περί του οποίου καλούμαι να προφέρω μια τεκμηριωμένη γνώμη, πρέπει να παρουσιάσω επίσης αυτό το έργο σε ικανή διέκταση και όχι εκ του προχείρου, οφείλω να έχω παραδείγματα και επιχειρήματα επί οιασδήποτε θέσης μου προβάλλω στο κείμενό μου κλπ.

Σημαίνει όμως πάνω απ’ όλα πως έχω την στοιχειώδη εξυπνάδα να μην διακατέχομαι από την παραμικρή εμπάθεια ή ευνοϊκή προδιάθεση για τον συγγραφέα του συγκεκριμένου έργου. Τελευταίο αλλά όχι έσχατο: πως ΟΦΕΙΛΩ να μην είμαι εγώ προσωπικά ο ίδιος κατώτερος σε έργο από το έργο που αποπειρώμαι να «κρίνω»! (σε περίπτωση που ο κριτικός είναι και λογοτέχνης σύγχρονος με τον λογοτέχνη που φιλοδοξεί να «κρίνει»). Αυτό το τελευταίο εναπόκειται στην αυτογνωσία, διαίσθηση και αίσθηση αξιοπρέπειας που οφείλει να έχει ο αυτοαποκαλούμενος “διαδικτυακός κριτικός” και φυσικά δεν μπορεί να σχετίζεται με τις όποιες φαντασιώσεις προβολής και αυτοπροβολής που μπορεί να έχει ο καθένας. Γενικώτερα, θα μπορούσε να πει κανείς πως δεν θα ήταν δυνατόν να σχετίζεται με το όποιο θεαθήναι αλλά μονάχα με την πραγματική αξία.

Είναι φυσικά ανέκδοτο το ότι οι παραπάνω στοιχειώδεις προϋποθέσεις μπορούν να υπάρξουν κατά πλειοψηφίαν στο διαδίκτυο και βέβαια δεν υπάρχουν. Όμως αυτό δεν σημαίνει ότι δεν πρέπει να γίνονται πολλαπλά βήματα εξυγίανσης από πολλές ενδιαφερόμενες κατευθύνσεις στο βαθμό που είναι κατ’ ελπίδα επιθυμητή η ποσοτική μείωση του ηλεκτρονικού βόθρου.

Υπάρχουν φυσικά εξαιρέσεις που τιμούν τους κριτικούς εκείνους (συνήθως αυτοσχέδιους πλην αξιοπρεπείς) που σε ένα περιρρέον διαδικτυακό περιβάλλον μείζονος υποκουλτούρας και χαμηλού επιπέδου δεν ενδίδουν σε αυτό, αλλά επιθυμούν να τηρήσουν το λιγότερο τα αυτονόητα της λογοτεχνίας ή του πνεύματος γενικώτερα.

Όμως από την άλλη (αρνητική) μεριά υπάρχουν και περιπτώσεις που δεν εξαντλούνται σε έναν απλό, ακόμα και υβρεολογικό, λίβελλο, αλλά περνούν σε χρόνια και συστηματική κατασυκοφάντηση. Η μέθοδος εδώ είναι γνωστή από το διεθνές διαδίκτυο και στην χώρα μας, όπως δεν είναι και τόσον αναπάντεχο, “αφθονεί”: οι δράστες κατασκευάζουν και αναρτούν συστηματικά μυθεύματα και αυτοσχέδιες “βρωμοϊστοριούλες” ή ωμά παραληρήματα με σκοπό την έμμεση, ύπουλη συκοφάντηση ανθρώπων (που τις περισσότερες φορές δεν γνωρίζουν ούτε κατ’ όψιν) και στις οποίες προοδευτικά ενσταλάζουν αυθαίρετα και παραμορφωμένα “φωτογραφικά” στοιχεία αυτών. Πολλές φορές το ιδιάζον εμετικό περιεχόμενο αυτών των αναρτημάτων είναι τέτοιο που φθάνει ή και ξεπερνάει το αρρωστημένο και το ψυχοπαθολογικό. Aξίζει ακόμα να αναφερθεί, πως συχνότερα από το αναμενόμενο οι δράστες βρίσκουν “συνεργούς”, έναν ή περισσότερους εν είδει τυπικής βαλκανικής “κλίκας” που “ορμάει” όλη μαζί κατά περίστασιν ή κατ’ εξακολούθησιν.

Ιδιαίτερα η φύση των κοινωνικών μέσων με την επιλεκτική ανακοινωσιμότητά τους προσφέρεται για όλα αυτά, στο βαθμό που κάλλιστα κάποιος μπορεί να βοθρολογεί εναντίον διαφόρων ανθρώπων, χωρίς να δύνανται οι τελευταίοι να το πληροφορηθούν. Ως προς αυτόν τον σκοπό, κάθε κουτόπονηρο τέχνασμα είναι διαθέσιμο και με αυτόν τον τρόπο, ο οποιοσδήποτε τυχόν ψυχοπαθής ή κακοήθης μπορεί να παρουσιάζει επί καιρόν οποιοδήποτε άτομο όπως το θέλει η δική του νοσηρή φαντασία.

Έχουν αναφερθεί στο όχι μακρινό παρελθόν μέχρι και περιπτώσεις εικονικής “πλαστογράφησης”(!) ολόκληρων ιστολογίων γνωστών λογοτεχνών με σκοπό την κατασυκοφάντησή τους.

Θα πρέπει να υπάρξει λοιπόν κάποια στοιχειώδης αυτοπροστασία του διαδικτυακού κοινού και εξ αυτού, ειδικώτερα, του λογοτεχνικού διαδικτυακού κοινού, το οποίο από τη φύση του είναι εξαιρετικά ετερομεικτικό και ανομοιογενές σε ένα μάλλον χαοτικό σύνολο, όχι πάντα, είναι αλήθεια, “θετικό” (ιδιαίτερα στα κοινωνικά μέσα), στο βαθμό που δημιουργοί και μη δημιουργοί, συστηματικοί και αυτοσχέδιοι κριτικοί, συγκροτημένοι και τυχάρπαστοι, σοβαροί και φαιδροί, αλλά ακόμα trolls και bullies συνυπάρχουν σε ένα ηλεκτρονικό παζάρι ανταλλαγής γνωμών, συμφωνιών, διαφωνιών, επαίνων και αποστροφών διατυπωμένων συνήθως εν προχειρότητι ή κάτω από μια περιστασιακή θυμική παρόρμηση. Κάτι τέτοιο, όπως εύκολα καταλαβαίνει κανείς δεν μπορεί να παράγει κατ’ ανάγκην “πολιτισμό”, αλλά τείνει πολύ γρήγορα και συνολικά σε μια εικόνα διάχυτης υποκουλτούρας και απερίγραπτης σύγχυσης, παρά ακόμα τις προθέσεις των υγιέστερων στοιχείων μέσα σε αυτό το “σύνολο”.

Υπάρχουν φυσικά πολλοί κανόνες αυτοπροστασίας απέναντι σε αρνητικά φαινόμενα, όμως ένας, ίσως ο πλέον βασικός, είναι ο εξής: όπου παρατηρούμε σε ορισμένες περιπτώσεις κείμενα μπουρδολογικά, εννοιολογικώς ασύντακτα ή ακατάληπτα, γέμοντα εξάλλων χαρακτηρισμών κλπ. τα οποία επιχειρούν να ομιλήσουν για το έργο κάποιου μέσα σε λίγες μόλις γραμμές, χωρίς να κατονομάζουν ούτε τον συγγραφέα ούτε το έργο (μπορεί να φανταστεί κανείς κάτι πιο παράλογο και ψυχοπαθολογικό;), σε κάποιες περιπτώσεις μάλιστα με τον «συντάκτη» τους να συνοδεύει τα λεγόμενά του με ύβρεις ή και οχετό παρανοϊκής επιθετικότητας σε προσωπικό επίπεδο (πολλές φορές σε τακτική ή και χρόνια επαναλαμβανόμενη βάση), τότε βεβαιωνόμαστε ότι στην πρώτη περίπτωση έχουμε να κάνουμε απλά με άνθρωπο που δεν έχει ιδέα τι σημαίνει «λόγος», ενώ στις δεύτερες, πολύ πιο άσχημες και κλινικές περιπτώσεις, έχουμε να κάνουμε με ψυχάκια και διαδικτυακό stalker και όχι αυτοσχέδιο κριτικό του διαδικτύου. Εδώ αρμόδιοι μπορεί να είναι άλλοι (ψυχίατρος, εισαγγελέας), όχι όμως κατ’ ανάγκην ο αναγνώστης.

Τις περισσότερες φορές αυτά τα κατασκευάσματα δεν έχουν συνέχεια στον χρόνο, αλλά υπάρχουν και περιπτώσεις ακραία ψυχοπαθολογικές έτσι τουλάχιστον όπως μπορεί να εκφανούν από την δημόσια συμπεριφορά τους, οι οποίες φαίνεται να παρασιτούν στο διαδίκτυο κατά μείζονα λόγο ή και αποκλειστικώς με αυτό το είδος υποκουλτούρας, ώστε, θα έλεγε κανείς πως υπάρχουν μόνο ή κατά κύριον λόγον γι’ αυτό το σκοπό. Και εδώ βέβαια προκύπτουν και άλλα πολύ σημαντικά ερωτήματα, αλλά δεν είναι της ώρας να διατυπωθούν ακόμα.

Στις πρώτες περιπτώσεις (περιστασιακές ή βραχύχρονες) συνιστάται η αγνόησή τους. Σε εξακολουθητικές ή και μακρόχρονες περιπτώσεις συνιστάται η μη-αγνόησή τους, γιατί υπάρχει εδώ πιθανώς χρόνια απόπειρα συστηματικής “διάβρωσης” με ύπουλο τρόπο δημιουργών, πνευματικών ανθρώπων ή απλών αναγνωστών και είναι αναγκαία η άμεση καταγγελία και ανάδειξη αυτών των περιπτώσεων.

Είναι κρίσιμης σημασίας όσον έχει να κάνει με αυτή την κατεύθυνση, ολοένα και περισσότεροι αναγνώστες, κριτικοί και δημιουργοί να ενωθούν σε κοινές προσπάθειες, για να μην φτάσουν κάποτε όλοι να μην …”αναγνωρίζουν” κάποιες στιγμές τον εαυτό τους στο διαδίκτυο!

Η πραγματική κριτική, όσον οξεία και αν είναι (και όσον, δυστυχώς, σπάνια και αν είναι σήμερα), είναι πάντοτε επιθυμητή. Η παραπληροφόρηση, η διαβολή, η συκοφαντία σε προσωπικό επίπεδο, το bullying και η ωμή λάσπη, με όποιο άμεσο ή έμμεσο “όχημα” και αν εκφέρονται, αλλοίμονο αν καθίστανται ποτέ πράγματα ανεκτά, ακόμα και στην διαδικτυακή ζούγκλα .

Ηλίας Αλεβίζος: Πληροφοριακές λεωφόροι και διαδικτυακά σοκάκια

El-fake-con-la-foto-del-arrepentimiento-torero-que-se-convirtió-en-viral

*

του ΗΛΙΑ ΑΛΕΒΙΖΟΥ

Στα μέσα του 2012, μια είδηση έκανε την εμφάνισή της στο διαδίκτυο. Αφορούσε την αιφνίδια μεταστροφή ενός ταυρομάχου, εν τω μέσω μάλιστα μιας ταυρομαχίας. Η είδηση συνοδευόταν και από μία φωτογραφία που έδειχνε τον ταυρομάχο καταβεβλημένο, να κάθεται στην άκρη της αρένας, πιάνοντας το πρόσωπό του σε μια χειρονομία απόγνωσης, με τον ταύρο να τον παρακολουθεί σε απόσταση αναπνοής. Πόση σχέση όμως έχουν όλα αυτά με την πραγματικότητα; Η ιστορία της δημιουργίας ενός θρύλου…

Άρτος και θεάματα 

Στο εκτενέστερο από τα δοκίμιά του, γραμμένο πριν από 450 χρόνια περίπου, ο Μονταίν επιχειρεί να αποδείξει ότι τα ζώα πόρρω απέχουν από το να είναι απλά θηρία, κατευθυνόμενα από ωμά ένστικτα, χωρίς ίχνος λογικής και φαντασίας. Διαθέτουν κι αυτά εκείνα τα χαρακτηριστικά για τα οποία ο άνθρωπος υπερηφανεύται ότι αποτελεί τον εργολαβικό κάτοχό τους. Χαρακτηριστικά όπως ευφυία, γενναιότητα, συμπόνια κι ευγνωμοσύνη ανήκουν στο ρεπερτόριο της συμπεριφοράς τους και, καταπώς το συνήθιζε, ο Μονταίν αντλεί πλήθος παραδειγμάτων από την αρχαία Ελληνική και Λατινική γραμματεία, προς επίρρωση της θέσης του. (περισσότερα…)