διαδίκτυο

Τάκης Κουφόπουλος (1927-2019)

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΠΙΝΑΚΟΥΛΑ

Στις 3 Σεπτεμβρίου 2019 έφυγε απ’ τη ζωή αθόρυβα, όπως αθόρυβα έζησε, ένας σπουδαίος άνθρωπος των γραμμάτων, ο Τάκης Κουφόπουλος. Ο Κουφόπουλος γεννήθηκε το 1927 στην Αθήνα. Σπούδασε πολιτικός μηχανικός και άσκησε το επάγγελμα όλη του τη ζωή. Στα γράμματα εμφανίστηκε το 1956 με το διήγημα «Η θητεία», που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Νέα Πορεία. Ακολούθησαν οι συλλογές διηγημάτων Μικρές σύγχρονες ιστορίες (1959) και Η οδός (1962). Συμμετείχε στα Δεκαοχτώ κείμενα (1970) με το διήγημα «Ο ηθοποιός», όπως και στα Νέα κείμενα 2 (1971) με δύο ποιήματα. Το 1973 κυκλοφόρησε η συλλογή διηγημάτων του Εκδοχές και το 1980 η νουβέλα Απόλογος. Από τότε και μέχρι το θάνατό του απείχε από την εκδοτική αγορά. Στο εξής έγραφε τα βιβλία του σε υπολογιστή ο ίδιος, τα κυκλοφορούσε εκτός εμπορίου σε λίγα αντίτυπα που τύπωνε μόνος του και, όταν πια δόθηκε η δυνατότητα, τα ανέβαζε δωρεάν στο ίντερνετ, ώστε να είναι προσιτά σε όλους. Στην προσωπική του ιστοσελίδα (www.takiskoufopoulos.net), μπορεί όποιος το επιθυμεί να διαβάσει σχεδόν όλο του το έργο. Τελευταίο του βιβλίο ήταν και πάλι μια συλλογή διηγημάτων, τα Ψήγματα, που δημοσίευσε πέρυσι (2018), και το οποίο προαισθανόταν πως θα ’ναι το τελευταίο του.[1]

Εκτός απ’ το πρωτότυπο συγγραφικό του έργο, ο Κουφόπουλος έχει επίσης μεγάλο μεταφραστικό, δοκιμιακό και φιλολογικό έργο. Μεταξύ άλλων μετέφρασε την Τετάρτη των Τεφρών και τα Τέσσερα κουαρτέτα του Έλιοτ, μέρος των Στρωματέων του Κλήμη Αλεξανδρέα, το Περί φύσεως του Παρμενίδη, μια επιλογή απ’ τους Ψαλμούς, την πρώτη ραψωδία της Ιλιάδας, δύο κοντάκια του Ρωμανού Μελωδού, αποσπάσματα του Ηράκλειτου. Έγραψε δοκίμια για διάφορα θέματα, που εκτείνονται από παρατηρήσεις πάνω στο έργο του Ηράκλειτου μέχρι ειδικά θέματα γλωσσολογίας. Τέλος, συνέταξε λεξιλόγια της Καινής Διαθήκης και του Ομήρου, του σολωμικού και του καβαφικού έργου, του Ηροδότου, του Θουκυδίδη, των Βίων Πλουτάρχου.

Όσον αφορά το λογοτεχνικό του έργο, ο Κουφόπουλος ανήκει στη συνεπέστερη και ριζοσπαστικότερη τάση του ελληνικού μοντερνισμού. Μαζί με τον Γιώργο Χειμωνά είναι οι βασικοί εκπρόσωποι της αμιγέστερης μορφής του μοντερνισμού στη μεταπολεμική λογοτεχνία μας. Η γραφή του Κουφόπουλου είναι αφαιρετική στον έσχατο βαθμό. Στα διηγήματά του, ο ανώνυμος πρωτοπρόσωπος αφηγητής, που είναι ταυτόχρονα και ο βασικός ήρωας, αφηγείται παράδοξα και παράλογα συμβάντα. Ο τόπος και ο χρόνος μένουν ασαφείς και δεν προσδιορίζονται. Τον ενδιαφέρει να αποτυπώσει την ανθρώπινη συνθήκη καθ’ αυτήν, και όχι συγκεκριμένες χωροχρονικές συνθήκες. Στις ιστορίες του το παράλογο και το ονειρικό συνυφαίνονται αξεδιάλυτα με το πραγματικό. Επίσης, βασικό στοιχείο της λογοτεχνίας του είναι το υπαρξιακό αδιέξοδο των ηρώων του. Με τα λόγια του Αλέξανδρου Κοτζιά, «[π]έρα από κάθε ελπίδα απολύτρωσης βλέπει ο Κουφόπουλος την κλειστή από παντού Παγίδα, που στα κοφτερά της δόντια σπαράζει, μορφάζει, αιμάσσει, ασχημονεί, εγκληματεί, μετανοεί το πάντως εσταυρωμένο και αξιοθρήνητο σκεπτόμενο καλάμι. Η πράξη, η γνώση, η ομορφιά, όχι απλώς πουθενά δεν άγουν, εντέλει είναι ανύπαρκτες.»[2]

Ως προς τη γενικότερη στάση της ζωής του, αξίζει να τονιστεί και να αναδειχτεί ιδιαίτερα το γεγονός πως ο Κουφόπουλος απείχε πεισματικά και με συνέπεια από το αλισβερίσι της λογοτεχνικής συντεχνίας και απέφυγε καθ’ όλη τη διάρκεια του βίου του την προσωπική προβολή. Ο τρόπος της ζωής του, ως συγγραφέα και διανοούμενου, ερχόταν σε πλήρη αντίθεση με τη συνήθη πρακτική των ομοτέχνων του τις τελευταίες δεκαετίες. Όσο πιο πολύ καθιερωνόταν η ναρκισσιστική αυτοπροβολή και το ψυχαναγκαστικό κυνήγι της δημοσιότητας, τόσο περισσότερο ο Κουφόπουλος έμενε έξω απ’ αυτά. Ταυτόχρονα, υπήρξε πρωτοπόρος στην ηλεκτρονική και διαδικτυακή έκδοση λογοτεχνικών κειμένων, και εξερεύνησε με τόλμη αυτόν τον παρθένο ακόμα τότε χώρο. Όπως ήταν αναμενόμενο, η συντεχνία τον αγνόησε επιδεικτικά όσο ήταν εν ζωή και «ξέχασε» να τον τιμήσει τώρα που πέθανε. Να σημειώσουμε ότι η ιδιότυπη και σπάνια φυγοκοσμία του δεν είχε να κάνει με κάποια ελιτίστικη αντίληψη για τα γράμματα, αλλά με τη γνήσια αγάπη για τη λογοτεχνία και με την απέχθεια προς την αυτοπροβολή. Αυτή η έντιμη και δύσκολη μοναξιά που διάλεξε ο Κουφόπουλος αγνοήθηκε και απαξιώθηκε από τους ομοτέχνους και από την κριτική, όπως και από την ακαδημαϊκή φιλολογία.

Δε μένει παρά να ευχηθούμε να βρεθεί σύντομα ο φιλόπονος φιλόλογος και ο θαρραλέος εκδότης που θα επιμεληθούν και θα εκδώσουν όλο το έργο του σε μορφή έντυπου βιβλίου, ώστε να διαβαστεί ευρύτερα και να πάρει τη θέση που του αξίζει στον κανόνα της λογοτεχνίας μας.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΙΝΑΚΟΥΛΑΣ


[1] Στις «Σημειώσεις» του βιβλίου διαβάζουμε: «[…] το παρόν [βιβλίο] φαίνεται να είναι και το τελευταίο» (Τάκης Κουφόπουλος, Ψήγματα, Αθήνα 2018, σελ. 92, η υπογράμμιση δική μας).

[2] Αλέξανδρος Κοτζιάς, «Κριτική για την Οδό», εφημ. Μεσημβρινή, 4.1.1963.

Το μικρό και το μεγάλο

ba2222

~.~

του  ΦΩΤΗ ΔΟΥΣΟΥ~.~

Πολλές ιερεμιάδες εξακοντίζονται πανταχόθεν τα τελευταία χρόνια για την αποστροφή που δείχνει ο μέσος αναγνώστης προς τα μεγάλα, εκτεταμένα, πολυσέλιδα κείμενα. Έχουμε χάσει την εξοικείωσή μας με τα ογκώδη βιβλία, λένε. Χειμαζόμενοι από ένα καθολικό (αν και τυπικά αδιάγνωστο) σύνδρομο ελλειμματικής προσοχής αδυνατούμε να αντεπεξέλθουμε στις απαιτήσεις της προσηλωμένης ανάγνωσης. Διασπάται η προσοχή μας, δεν έχουμε χρόνο, νυστάζουμε, δουλεύουμε πολύ, τρέχουμε, χαζεύουμε στο ίντερνετ. Η ανάγνωση του μεγάλου βιβλίου με τους χρόνους που απαιτεί, τους ρυθμούς της, τη δέσμευση που προϋποθέτει, τη δέουσα αφοσίωση, καθίσταται πραγματική πολυτέλεια στο ασφυκτικό πλαίσιο του σύγχρονου τρόπου ζωής. Πόσο μάλλον όταν το κύριο μέλημα των περισσοτέρων είναι απλώς η επιβίωση κάτω από τις δύστηνες οικονομικές συνθήκες που μας περιβάλλουν.

Κι όμως τα μεγάλα βιβλία έχουν ακόμα την πρωτοκαθεδρία στις προτιμήσεις των αναγνωστών. Αυτό δηλούν τουλάχιστον οι λίστες των ευπώλητων. Τωόντι τα περισσότερα best seller -είτε πρόκειται για ποιοτικά έργα είτε για φτηνά αναγνώσματα- έχουν εκτόπισμα και καταλαμβάνουν χώρο στις βιβλιοθήκες, ενώ το αδιάλειπτο κουβάλημά τους από τα ισχνά και ατροφικά χέρια των βιβλιοφάγων μπορεί να προκαλέσει από μυϊκές θλάσεις μέχρι και τενοντίτιδες.

Κάποιοι ισχυρίζονται ότι υπάρχουν εκδότες που δεν δέχονται καν μυθιστορήματα με λιγότερες από 300 σελίδες. Ειδάλλως θεωρούν μια τέτοια επένδυση (οι ίδιοι αλλά και μεγάλη μερίδα των αναγνωστών τους προφανώς) πεταμένα λεφτά. Είναι αλήθεια ότι η παροιμία “ουκ εν τω πολλώ το ευ” έχει χάσει την ισχύ της στην ματαιόδοξη και βουλιμική εποχή μας. Ακόμα και στο θέατρο ακούμε πολύ συχνά την ερώτηση “πόσοι ηθοποιοί παίζουν;” λες και υπάρχει κάποια μυστική αναλογία ανάμεσα στον αριθμό των συντελεστών και το αισθητικό αποτέλεσμα, ένας αλγόριθμος που ορίζει την στάθμη της ποιότητας του θεάματος.

Παρ’ όλα αυτά η ιντερνετική ανάγνωση, που κακά τα ψέματα έχει καταλάβει μεγάλο μέρος της αναγνωστικής μας δραστηριότητας, επιτάσσει άλλους ρυθμούς, άλλες αντοχές, διαφορετική ανοχή στο διάβασμα κειμένων. Μπροστά στην οθόνη διαβάζουμε γρήγορα, πεταχτά, αποσπασματικά, ανοίγουμε πολλές και διαφορετικές σελίδες και πεταγόμαστε πότε στη μια και πότε στην άλλη, περιτρέχουμε σταυρωτά τις παραγράφους και γενικά επιδεικνύουμε εγγενή απέχθεια προς τα εκτενή κείμενα. Με λίγα λόγια αρθρίδια σαν και το παρόν (που απαρτίζεται από 2000 λέξεις περίπου) αντενδείκνυνται για ιντερνετική χρήση. Ο βιαστικός αναγνώστης που ψάχνει εναγωνίως data, πληροφορίες, νέα, ευτράπελα ή επιζητά απλώς να σκοτώσει την ώρα του και να ξεσκάσει, θα το προσπεράσει χωρίς δεύτερη σκέψη τσεκάροντας απλώς και μόνο το μέγεθός του. Αλλά και ο πιο απαιτητικός αναγνώστης δυσκολεύεται να παραδοθεί σε ρυθμούς που είναι λίγο εκτός εποχής, ειδικά όταν ξεροσταλιάζει μπροστά σε μία οθόνη.

Με λίγα λόγια μας θέλγουν ακόμα τα ογκώδη βιβλία (και ακολούθως τα μεγάλα κείμενα) στην φυσική τους μορφή, αλλά μας απωθούν κάπως όταν είμαστε αναγκασμένοι να τα διατρέξουμε μέσα από την οθόνη του υπολογιστή μας. Προφανώς αυτά τα προσκόμματα θα εξαλειφθούν στο μέλλον (άπαντες θα διαβάζουν από οθόνες), αλλά στην μεταβατική περίοδο που διανύουμε μια τέτοια διάκριση είναι νομίζω οφθαλμοφανής.

Μηδέν κακό αμιγές καλού. Το ίντερνετ, μαζί με όλες τις αλλαγές που επέφερε στη ζωή μας, και παρά την μειοδοσία του προς το μεγάλο κείμενο, πριμοδότησε, εξύψωσε και σχεδόν αποθέωσε το μικρό. Είτε αυτό είναι άρθρο, είτε είναι μικρό διήγημα, είτε είναι ποίημα. Υπάρχει ένας αμφίδρομος μηχανισμός παραγωγής και κατανάλωσης γραπτού λόγου που μέσα από την διαδικτυακή συνένωση δημιουργεί αναγνωστικά ειωθότα. Διαβάζουμε αυτό που (αφειδώς) μας προσφέρεται και γράφουμε αυτό που ζητά το αναγνωστικό κοινό. Έτσι φτάνουμε στον εξοβελισμό του μεγάλου κειμένου από το διαδίκτυο ή έστω την σχετική περιθωριοποίησή του, και στον πολλαπλασιασμό, την άνθιση, την αναγέννηση του μικρού. Θα περιμέναμε κάτι τέτοιο να έχει και ένα άλφα ποιοτικό αντίκρισμα. Να οδηγηθούμε σε παραδείγματα συμπύκνωσης του νοήματος, να γίνουμε κοινωνοί μιας λείανσης του λόγου, να παρατηρήσουμε επιμονή στην λεπτομέρεια, ακρίβεια στην έκφραση, σαφήνεια, ενάργεια, εκλέπτυνση, να ταυτοποιήσουμε, τέλος, καλύτερο έλεγχο του λεκτικού υλικού. Όλα αυτά παρέμειναν – φευ- μάταιες προσδοκίες.

Αυτό που μαρτυρούμε αντιθέτως είναι άπειρα παραδείγματα έκπτωσης του γραπτού λόγου: ιδεολογική απίσχνανση, αισθητική χωλότητα, λεκτική ένδεια, ασάφεια, σολοικισμό, έλλειψη βάθους και προοπτικής. Το κείμενο στην εποχή της ιντερνετικής ανάγνωσης τείνει να λειτουργεί πολλές φορές ως πλατφόρμα προσωπικής διαφήμισης, ναρκισσιστικού άγχους, ωραιοπάθειας και ματαιοδοξίας. Θα αναρωτηθεί κανείς, πάντα δεν ήταν έτσι; Όχι. Διότι άλλοτε δεν υπήρχε το άμεσο feedback, η ανταπόκριση, ο σχολιασμός, η δυνατότητα κοινοποίησης, η έννοια του viral. Με το που έγραφες και δημοσίευες ένα κείμενο, αυτό έμπαινε σε μια μυστηριώδη επικράτεια δίκαιης και αναπόφευκτης σιωπής. Ανήκε μεν στην δημόσια σφαίρα, αλλά η αναδιαπραγμάτευσή του (μια δημιουργική και άρρητη άλεση) γινόταν στα μυαλά των ανθρώπων ή σε κατ’ ιδίαν συζητήσεις. Ακόμα και όταν πυροδοτούσε δημόσιο διάλογο αυτός γινόταν με συντεταγμένους όρους, με συγκρότηση, με τους κανόνες του αποχρώντος λόγου. Δεν υπέκειτο στο χάος της πολυφωνίας και τις ευκολίες που παρέχει σήμερα ο δημόσιος και απρόσωπος σχολιασμός (που φτάνει σε σημεία απόλυτης οχλοκρατίας).

Με την έξαρση του ίντερνετ και των ΜΜΕ είναι σα να ξεσάλωσε ξαφνικά το συλλογικό ασυνείδητο μιας αναβράζουσας πολλαπλότητας. Ό,τι πιο πριν βρισκόταν σε λανθάνουσα κατάσταση, καταχωνιασμένο μέσα στις ψυχές ή στον νου των ανθρώπων, τώρα έχει φωνή, εικόνα, εκτίθεται στη δημόσια σφαίρα, πιάνει χώρο στην κοινή αντίληψη και συνδιαμορφώνει συνειδήσεις. Μπορεί να εκφράζεται με βρυχηθμούς, οιμωγές, άναρθρες κραυγές, να ξοδεύεται σε ουτιδανές αναλύσεις, αλλά έχει θέση, διεκδικεί παρουσία.

Ας ρίξουμε μια γενική ματιά στη λογοτεχνία του διαδικτύου που συμμορφωμένη σε αυτά τα δεδομένα προσπαθεί να αρθρώσει τον δικό της αυτόνομο λόγο. Δεν χρειάζεται καν να διαβούμε το κατώφλι της ερμηνείας και να υπεισέλθουμε σε ειδικά θέματα γραμματολογίας για να διαπιστώσουμε ότι κάτι είναι σάπιο στο βασίλειο της (λογοτεχνικής μας) Δανιμαρκίας. Αυτό που βλέπουμε με μια πρώτη ματιά είναι η απωθητική πρεμούρα των νέων δημιουργών να φανούν, να ανελιχθούν, να ξεχωρίσουν, να καθιερωθούν. Θα μου πείτε και που είναι το κακό; Ο λογοτεχνικός στίβος δεν αποκλείει την άμιλλα, ίσα ίσα την ενθαρρύνει. Ασφαλώς, όμως υπάρχει μια μικρή διαφορά. Συμβαίνει ένα ιστορικό παράδοξο: τα μέσα προβολής φαίνονται για πρώτη φορά να είναι στα χέρια των δημιουργών (δεν θέλω να κάνω αναγωγές στην ιστορική περίοδο που τα μέσα παραγωγής είχαν περιπέσει στα χέρια των εργατών, αν και με έναν διεστραμμένο, παραμορφωτικό τρόπο αυτό είναι αναπόφευκτο…). Αυτό συνιστά ενδιαφέρουσα εξέλιξη στο προτσές των λογοτεχνικών μας πραγμάτων, και θα έχει σίγουρα αρνητικές και θετικές συνέπειες στον τρόπο διαχείρισης του λογοτεχνικού προϊόντος.

Δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι οι λεγόμενοι ποιητές της γενιάς της κρίσης έχουν καταβαραθρώσει ακόμα και τους περισπούδαστους μυθιστοριογράφους του ’80 και του ‘90 σε επίπεδο επικοινωνίας, προώθησης και επίδειξης. Καθώς τα παραδοσιακά life style έντυπα κλείνουν το ένα μετά το άλλο (αλήθεια έχει μείνει κανένα;), όπως και οι εφημερίδες που έχουν έτσι και αλλιώς απολέσει εδώ και καιρό την αναγνωστική τους ισχύ και την επιδραστικότητά τους, αναδεικνύονται νέα μέσα προβολής, επιβολής και καθιέρωσης μιας λογοτεχνικής περσόνας: ιστολόγια, blogs, facebook κτλ. O κατακερματισμός και η φυσική αποκεντρωτική τάση αυτών των μέσων είναι τόσο δεδομένη που καθιστά αδύνατο το “σπρώξιμο” (ή ακόμα την ειδωλοποίηση) ενός και μόνου προσώπου. Τα προηγούμενα χρόνια το “σύστημα” ήταν προσωποπαγές. Μπορούσαμε να πούμε ότι ο τάδε ή ο δείνα λογοτέχνης είναι ο χαϊδεμένος των μέσων. Τώρα δεν είναι και τόσο εύκολο να οριστεί κάτι τέτοιο. Καμιά φορά ξεχωρίζει αυτός που φωνασκεί πιο πολύ ή αυτός που εκφέρει ακραίο και προκλητικό λόγο, άλλοτε αυτός που έχει μάθει να ελίσσεται και να εκμεταλλεύεται τις διαπροσωπικές του σχέσεις, και ενίοτε κάποιος που όντως αξίζει. Γρήγορα ξεχνιέται όμως. Και έρχεται άλλος στην επιφάνεια.

Η λογοτεχνία μας είναι πιο θνησιγενής και πιο εφήμερη από ποτέ. Ένα κείμενο γράφεται, εκτελεί την βραχύπνοη τροχιά του και εγκαταλείπεται σε μια κατά τα φαινόμενα οριστική λήθη, από όπου κανένας αναγνώστης δεν θα ζητήσει να ανασύρει. Στο μέλλον το διαδίκτυο θα είναι γεμάτο από διασκορπισμένους και αχανείς ερειπιώνες κειμένων.

Εντούτοις τα πιο δημοφιλή, τα πιο πολυδιαβασμένα και πολυσχολιασμένα κείμενα στο διαδίκτυο δεν είναι τα λογοτεχνικά, αλλά αυτά που έχουν δημοσιογραφικές αξιώσεις και είναι αλληλένδετα με την επικαιρότητα. Την μερίδα του λέοντος στον ιντερνετικό αναγνωστικό χάρτη λοιπόν κατέχει η πολιτική αρθρογραφία, η ειδησεογραφία, η ενημέρωση και η κατάθεση απόψεων για τρέχοντα ζητήματα από επαγγελματίες δημοσιογράφους ή μη. Θα πρέπει να ξεκαθαρίσουμε κάτι: μπορεί με τη λογοτεχνία του διαδικτύου να είμαστε αυστηροί, αλλά με την αρθρογραφία θα πρέπει να φανούμε εντελώς αμείλικτοι. Εδώ τα πράγματα είναι τρισχειρότερα.

Αν και σε ιντερνετικές εκδόσεις εφημερίδων του εξωτερικού (The Guardian, NY Times κ.α.) βλέπουμε ότι οι αρθρογράφοι δεν διστάζουν να ξεδιπλώσουν τις σκέψεις τους σε μεγάλα κατεβατά, κείμενα που θέλουν κάποιον χρόνο για να καταναλωθούν, να διαβαστούν, να χωνευθούν, στις καθ’ ημάς δεν φαίνεται να ακολουθούμε ούτε κατά διάνοια το παράδειγμά τους. Άραγε μας ποδηγετεί σε αυτό κάποιο είδος “ελληνικού μέτρου”, βαθιά κρυμμένου στο DNA της φυλής; μια δωρική αίσθηση των πραγμάτων; μια συμφυής έφεση προς το λακωνίζειν; μια ανάγκη για την αναζήτηση αποσταγμάτων νοήματος; Μάλλον όχι. Όπως είπαμε έχουμε την απαίτηση να μην χρονοτριβούμε κατά την ανάγνωση οποιουδήποτε κειμένου στο διαδίκτυο. Εφόσον στον βωμό της ταχύτητας, θυσιάζουμε και περικόπτουμε με προκρούστειες μεθοδεύσεις το λογοτεχνικό κείμενο, δεν θα έχουμε κανέναν ενδοιασμό απέναντι στο δημοσιογραφικό (που στα μάτια μας άλλωστε ορίζεται από την ευτέλεια του καθημερινού).

Θα μπορούσαμε να χωρίσουμε τους συντάκτες αυτών των κειμένων (έστω καταχρηστικά) σε δύο τάξεις: μία οι των προοδευτικών πεποιθήσεων και μία οι των συντηρητικών. Στο σύνολο αμφότερων των περιπτώσεων εμφιλοχωρούν παραδείγματα οξείας παθογένειας. Οι δημοσιογραφούντες δεν φέρουν μόνο το “ψώνιο” τους, δεν διψούν για αναγνώριση, δεν λαχταρούν τον έπαινο του δήμου και των σοφιστών (όπως οι ταλαίπωροι λογοτέχνες). Αρμόζον θεωρείται να είναι εριστικοί, ακόμα καλύτερα είρωνες. Η μισαλλοδοξία, η ιδεοληψία και η μοχθηρία λογιάζονται πολλές φορές προσόντα για τα γραπτά τους. Γενικά η δημοσιογραφική τους συμπεριφορά τείνει να θυμίζει νταή σε επαρχιακό καφενείο που υψώνει την ένταση της φωνής του με σκοπό να αποστομώσει όσους διαφωνούν μαζί του. Το να εξαπολύουν παντού απειλές και ύβρεις, θεωρούν ότι τους προσδίδει κύρος. Ίσως η αρθρογραφία οφείλει να είναι κάπως έτσι: μαχητική, να υποθάλπει συγκρούσεις και να διανοίγει δρόμους διαλόγου ή να διευρύνει συνειδήσεις, να χτυπάει εκ του συστάδην και να φωτίζει με την πολεμική της πολυπρισματικά τα θέματά της. Όμως όλο και πιο συχνά βλέπουμε τους εκπροσώπους της να ξεπερνάνε τα όρια και να καταδύονται σε περιοχές του λόγου όπου κυριαρχεί η αναίδεια.

Οι πένες που τοποθετούνται γύρω από το φάσμα του λεγόμενου προοδευτικού τόξου αποδεικνύονται ρηχές, ανερμάτιστες, παγιδευμένες σε ιδεολογικές αγκυλώσεις, σε αφελείς και παρωχημένες αναγνώσεις του κόσμου, σε φανατισμό. Οι προσεγγίσεις τους έχουν συχνά την θολούρα του αδαούς. Οι αναλύσεις που επιχειρούν είναι ανεδαφικές. Οι καταγγελίες τους μετέρχονται ένα πεπαλαιωμένο λεξιλόγιο που ζέχνει ιδεολογική καθήλωση και πνευματικό τέλμα.

Οι δε φωνές του συντηρητικού τόξου είναι ακόμα πιο απωθητικές. Αν και ομολογουμένως πιο συντεταγμένες, πιο ορθολογικές (τα ελληνικά τους είναι καλύτερα) δεν παύουν να είναι μονόπλευρες, ρεβανσιστικές, μνησίκακες. Περνιούνται για πιο νηφάλιες, αλλά συχνά διολισθαίνουν στην υστερία και την κακεντρέχεια, βαλτωμένες σε ιδεολογικά σχήματα που δεν έχουν προοπτική, επιδίδονται σε ατέλειωτη μεμψιμοιρία και ομφαλοσκόπηση. Η πολεμική που ασκούν είναι μονοδιάστατη, τα ιδεολογικά σχήματα που ευαγγελίζονται, αδιέξοδα.

Χρειάζεται μια σύνθεση των αντινομιών του σύγχρονου γραπτού λόγου, που να μην έχει συμβιβαστική πρόθεση, αλλά τάση υπέρβασης. Πως και πότε θα γίνει αυτό; Άγνωστο.

Όταν καταλαγιάσει λίγο ο θόρυβος, ή όταν συνηθίσουμε πια την φλυαρία, τους λήρους, τα φληναφήματα, ίσως καταφέρουμε να σταθούμε με πιο ψύχραιμο και κριτικό τρόπο απέναντι στις νέες αναγκαιότητες και τις καινούργιες δυνατότητες που προκύπτουν από τη λειτουργία του κειμένου στο διαδίκτυο. Ο Άρτουρ Σοπενχάουερ έχει γράψει ένα ενδιαφέρον δοκίμιο με τίτλο Περί θορύβου. Εκεί ο στριφνός στοχαστής κατακεραυνώνει τους ήχους της καθημερινότητας (στέλνοντας στο πυρ το εξώτερον τον διαπεραστικό ήχο που προκαλείται από το μαστίγιο των αμαξάδων όταν αυτό “χτυπάει” στον αέρα) που δρουν περισπαστικά και ανασταλτικά για την σκέψη και την συγκέντρωση. Άραγε τι θα έγραφε σήμερα ο φιλόσοφος, στην εποχή της μεγάλης χασμωδίας;

Σε καμία περίπτωση δεν μπορούμε να παραβλέψουμε τα θετικά στοιχεία που προέκυψαν από την προτίμηση του διαδικτύου για το μικρό κείμενο. Πρώτα από όλα βγήκαν στην επιφάνεια τα ποιήματα και τα μικρά διηγήματα. Επίσης συσπειρώθηκε το αναγνωστικό κοινό. Ειδικά το κοινό της ποίησης (που αποτελείται ως επί το πλείστον από αυτούς που γράφουν ποίηση) φαίνεται να περνάει στην αντεπίθεση. Αυτό ακούγεται ελπιδοφόρο. Μιλάμε για έναν αριθμό αναγνωστών που τελούσε σχεδόν υπό διωγμόν τις προηγούμενες δεκαετίες. Διασκορπισμένοι, μονήρεις, αποσυνάγωγοι και μισεροί οι αναγνώστες της ποίησης εγόγγυζαν σε πηγαδάκια ή κατά μόνας για την κατάντια της αγαπημένης τους μούσας. Τώρα έχουν πρόσωπο. Ανήκουν κάπου. Καταλαβαίνεις πως άλλοι νόμοι διέπουν την δική σου πατρίδα, όμως σκέφτεσαι κάποιον που σκέφτεται τα ίδια (κάπως έτσι το γράφει εύστοχα ο Μάριος Βαϊάνος…). Έχουν κερκίδα και μάλιστα λαλίστατη, αν κρίνει κανείς από τον αριθμό των ποστ που ανεβάζουν, τις δημοσιεύσεις σε ιντερνετικά περιοδικά και την γενικότερη αποφασιστική διαδικτυακή τους παρουσία.

Ο κόσμος που ζούμε είναι πιο σύνθετος από ποτέ. Και σε αυτό πρωτεύοντα ρόλο παίζει φυσικά η διάχυση της πληροφορίας και η εύκολη πρόσβαση της γνώσης. Το ίντερνετ συν τοις άλλοις αποτελεί μια τεράστια, πολυπλόκαμη βιβλιοθήκη (σαν αυτές που ονειρευόταν ο Μπόρχες) που μας παρέχει το δικαίωμα της πληθωρικής, αδιατάρακτης ανάγνωσης. Στο χέρι μας είναι να αξιοποιήσουμε δημιουργικά αυτή την ευκαιρία.

~ ~ ~

Οι στήλες του ΝΠ. gr
ΛΟΞΕΣ ΜΑΤΙΕΣ : γράφει ο ΦΩΤΗΣ ΔΟΥΣΟΣ

Διονύσιος Πλατανιάς: “Κριτική” και δυσφήμιση στο διαδίκτυο

social-media-bullying-390x285

Είναι γνωστό σε όλους τους ενασχολούμενους δια του ενός ή άλλου τρόπου με την λογοτεχνία, ότι η κριτική στο διαδίκτυο είναι σχεδόν κάτι άγνωστο. Αυτό το «είδος» του λόγου δεν υπάρχει εδώ, γιατί ακόμα και το «γένος» σε αυτή την περίπτωση θα πρέπει να πούμε πως είναι κάτι που δύσκολα ανευρίσκεται.

Εδώ το καλύτερο που μπορεί να συναντήσει κανείς είναι αξιοπρεπείς (ή μη) παρουσιάσεις βιβλίων και διαδικτυακών έργων, και στο πλείστον των περιπτώσεων ανορθολογικά αναρτολογήματα που εκτείνονται από την έξαλλη νεοελληνική υβρεολογία έως τις επιφωνηματικές, “παρεΐστικες” ή απλής κολακείας, δοξολογίες από την άλλη.

Όχι σπάνια μάλιστα, αυθαίρετοι και δημαγωγικοί (ψευδο)λογοτεχνικοί χαρακτηρισμοί του κιλού αλλά και υστερικές (ενίοτε προσβλητικές και συκοφαντικές) επιθετικότητες επιστρατεύονται σε trash posts που σκοπό έχουν να παραπληροφορήσουν, διαβάλλουν, λασπώσουν (κάποτε με ακραίο ψυχοπαθολογικό τρόπο) με την ελπίδα ότι μέσα στο χάος του διαδικτύου θα μπορέσουν να βρουν μια θέση έστω και σε πίσω “πλάνο”.

Στους διαδικτυακούς λαβύρινθους όπου μαζί με υγιείς εκφράσεις η αφελής πλην ελπίζουσα σε κάποια αναγνώριση υποκουλτούρα παράγεται καθημερινώς σε απίστευτες ποσότητες, θα ήταν κάποιος αδικαιολόγητα αισιόδοξος αν θεωρούσε ότι μπορεί να επισημάνει εύκολα εκείνο το είδος της κριτικής που γνωρίζουμε από τον πνευματικό κόσμο έξω και είναι το πλέον νόμιμο, επειδή είναι το πλέον λογικό και αναμενόμενο από την έννοια «κριτική», καθώς τηρεί κάθε στοιχειώδη δεοντολογία:

παρατιθέμενο όνομα παρουσιαζομένου συγγραφέα, τίτλος βιβλίου (ή ιστολογίου για ό,τι παρουσιάζεται διαδικτυακά) και από κάτω ο όποιος αυτοσχέδιος κριτικός θα πρέπει να αποδείξει ότι πληροί τον ρόλο που ανέλαβε είτε προσωρινώς (πράγμα που αφθονεί στο διαδίκτυο καθώς οι αυτοσχέδιοι κριτικοί είναι αρκετοί αλλά εξαντλούνται μόνο σε «παρουσιάσεις»), είτε μονιμότερα, σε περίπτωση που φιλοδοξεί κάτι τέτοιο. Κριτική σημαίνει, –εκτός από το ότι κάνω φανερό το ΤΙ ακριβώς (ποιο έργο ή ποιον συγγραφέα) κρίνω, αλλιώς μιλάμε για θέατρο του παραλόγου!–, πως έχω ξοδέψει ώρες και ώρες ενασχόλησης και εμβάθυνσης επί του έργου περί του οποίου καλούμαι να προφέρω μια τεκμηριωμένη γνώμη, πρέπει να παρουσιάσω επίσης αυτό το έργο σε ικανή διέκταση και όχι εκ του προχείρου, οφείλω να έχω παραδείγματα και επιχειρήματα επί οιασδήποτε θέσης μου προβάλλω στο κείμενό μου κλπ.

Σημαίνει όμως πάνω απ’ όλα πως έχω την στοιχειώδη εξυπνάδα να μην διακατέχομαι από την παραμικρή εμπάθεια ή ευνοϊκή προδιάθεση για τον συγγραφέα του συγκεκριμένου έργου. Τελευταίο αλλά όχι έσχατο: πως ΟΦΕΙΛΩ να μην είμαι εγώ προσωπικά ο ίδιος κατώτερος σε έργο από το έργο που αποπειρώμαι να «κρίνω»! (σε περίπτωση που ο κριτικός είναι και λογοτέχνης σύγχρονος με τον λογοτέχνη που φιλοδοξεί να «κρίνει»). Αυτό το τελευταίο εναπόκειται στην αυτογνωσία, διαίσθηση και αίσθηση αξιοπρέπειας που οφείλει να έχει ο αυτοαποκαλούμενος “διαδικτυακός κριτικός” και φυσικά δεν μπορεί να σχετίζεται με τις όποιες φαντασιώσεις προβολής και αυτοπροβολής που μπορεί να έχει ο καθένας. Γενικώτερα, θα μπορούσε να πει κανείς πως δεν θα ήταν δυνατόν να σχετίζεται με το όποιο θεαθήναι αλλά μονάχα με την πραγματική αξία.

Είναι φυσικά ανέκδοτο το ότι οι παραπάνω στοιχειώδεις προϋποθέσεις μπορούν να υπάρξουν κατά πλειοψηφίαν στο διαδίκτυο και βέβαια δεν υπάρχουν. Όμως αυτό δεν σημαίνει ότι δεν πρέπει να γίνονται πολλαπλά βήματα εξυγίανσης από πολλές ενδιαφερόμενες κατευθύνσεις στο βαθμό που είναι κατ’ ελπίδα επιθυμητή η ποσοτική μείωση του ηλεκτρονικού βόθρου.

Υπάρχουν φυσικά εξαιρέσεις που τιμούν τους κριτικούς εκείνους (συνήθως αυτοσχέδιους πλην αξιοπρεπείς) που σε ένα περιρρέον διαδικτυακό περιβάλλον μείζονος υποκουλτούρας και χαμηλού επιπέδου δεν ενδίδουν σε αυτό, αλλά επιθυμούν να τηρήσουν το λιγότερο τα αυτονόητα της λογοτεχνίας ή του πνεύματος γενικώτερα.

Όμως από την άλλη (αρνητική) μεριά υπάρχουν και περιπτώσεις που δεν εξαντλούνται σε έναν απλό, ακόμα και υβρεολογικό, λίβελλο, αλλά περνούν σε χρόνια και συστηματική κατασυκοφάντηση. Η μέθοδος εδώ είναι γνωστή από το διεθνές διαδίκτυο και στην χώρα μας, όπως δεν είναι και τόσον αναπάντεχο, “αφθονεί”: οι δράστες κατασκευάζουν και αναρτούν συστηματικά μυθεύματα και αυτοσχέδιες “βρωμοϊστοριούλες” ή ωμά παραληρήματα με σκοπό την έμμεση, ύπουλη συκοφάντηση ανθρώπων (που τις περισσότερες φορές δεν γνωρίζουν ούτε κατ’ όψιν) και στις οποίες προοδευτικά ενσταλάζουν αυθαίρετα και παραμορφωμένα “φωτογραφικά” στοιχεία αυτών. Πολλές φορές το ιδιάζον εμετικό περιεχόμενο αυτών των αναρτημάτων είναι τέτοιο που φθάνει ή και ξεπερνάει το αρρωστημένο και το ψυχοπαθολογικό. Aξίζει ακόμα να αναφερθεί, πως συχνότερα από το αναμενόμενο οι δράστες βρίσκουν “συνεργούς”, έναν ή περισσότερους εν είδει τυπικής βαλκανικής “κλίκας” που “ορμάει” όλη μαζί κατά περίστασιν ή κατ’ εξακολούθησιν.

Ιδιαίτερα η φύση των κοινωνικών μέσων με την επιλεκτική ανακοινωσιμότητά τους προσφέρεται για όλα αυτά, στο βαθμό που κάλλιστα κάποιος μπορεί να βοθρολογεί εναντίον διαφόρων ανθρώπων, χωρίς να δύνανται οι τελευταίοι να το πληροφορηθούν. Ως προς αυτόν τον σκοπό, κάθε κουτόπονηρο τέχνασμα είναι διαθέσιμο και με αυτόν τον τρόπο, ο οποιοσδήποτε τυχόν ψυχοπαθής ή κακοήθης μπορεί να παρουσιάζει επί καιρόν οποιοδήποτε άτομο όπως το θέλει η δική του νοσηρή φαντασία.

Έχουν αναφερθεί στο όχι μακρινό παρελθόν μέχρι και περιπτώσεις εικονικής “πλαστογράφησης”(!) ολόκληρων ιστολογίων γνωστών λογοτεχνών με σκοπό την κατασυκοφάντησή τους.

Θα πρέπει να υπάρξει λοιπόν κάποια στοιχειώδης αυτοπροστασία του διαδικτυακού κοινού και εξ αυτού, ειδικώτερα, του λογοτεχνικού διαδικτυακού κοινού, το οποίο από τη φύση του είναι εξαιρετικά ετερομεικτικό και ανομοιογενές σε ένα μάλλον χαοτικό σύνολο, όχι πάντα, είναι αλήθεια, “θετικό” (ιδιαίτερα στα κοινωνικά μέσα), στο βαθμό που δημιουργοί και μη δημιουργοί, συστηματικοί και αυτοσχέδιοι κριτικοί, συγκροτημένοι και τυχάρπαστοι, σοβαροί και φαιδροί, αλλά ακόμα trolls και bullies συνυπάρχουν σε ένα ηλεκτρονικό παζάρι ανταλλαγής γνωμών, συμφωνιών, διαφωνιών, επαίνων και αποστροφών διατυπωμένων συνήθως εν προχειρότητι ή κάτω από μια περιστασιακή θυμική παρόρμηση. Κάτι τέτοιο, όπως εύκολα καταλαβαίνει κανείς δεν μπορεί να παράγει κατ’ ανάγκην “πολιτισμό”, αλλά τείνει πολύ γρήγορα και συνολικά σε μια εικόνα διάχυτης υποκουλτούρας και απερίγραπτης σύγχυσης, παρά ακόμα τις προθέσεις των υγιέστερων στοιχείων μέσα σε αυτό το “σύνολο”.

Υπάρχουν φυσικά πολλοί κανόνες αυτοπροστασίας απέναντι σε αρνητικά φαινόμενα, όμως ένας, ίσως ο πλέον βασικός, είναι ο εξής: όπου παρατηρούμε σε ορισμένες περιπτώσεις κείμενα μπουρδολογικά, εννοιολογικώς ασύντακτα ή ακατάληπτα, γέμοντα εξάλλων χαρακτηρισμών κλπ. τα οποία επιχειρούν να ομιλήσουν για το έργο κάποιου μέσα σε λίγες μόλις γραμμές, χωρίς να κατονομάζουν ούτε τον συγγραφέα ούτε το έργο (μπορεί να φανταστεί κανείς κάτι πιο παράλογο και ψυχοπαθολογικό;), σε κάποιες περιπτώσεις μάλιστα με τον «συντάκτη» τους να συνοδεύει τα λεγόμενά του με ύβρεις ή και οχετό παρανοϊκής επιθετικότητας σε προσωπικό επίπεδο (πολλές φορές σε τακτική ή και χρόνια επαναλαμβανόμενη βάση), τότε βεβαιωνόμαστε ότι στην πρώτη περίπτωση έχουμε να κάνουμε απλά με άνθρωπο που δεν έχει ιδέα τι σημαίνει «λόγος», ενώ στις δεύτερες, πολύ πιο άσχημες και κλινικές περιπτώσεις, έχουμε να κάνουμε με ψυχάκια και διαδικτυακό stalker και όχι αυτοσχέδιο κριτικό του διαδικτύου. Εδώ αρμόδιοι μπορεί να είναι άλλοι (ψυχίατρος, εισαγγελέας), όχι όμως κατ’ ανάγκην ο αναγνώστης.

Τις περισσότερες φορές αυτά τα κατασκευάσματα δεν έχουν συνέχεια στον χρόνο, αλλά υπάρχουν και περιπτώσεις ακραία ψυχοπαθολογικές έτσι τουλάχιστον όπως μπορεί να εκφανούν από την δημόσια συμπεριφορά τους, οι οποίες φαίνεται να παρασιτούν στο διαδίκτυο κατά μείζονα λόγο ή και αποκλειστικώς με αυτό το είδος υποκουλτούρας, ώστε, θα έλεγε κανείς πως υπάρχουν μόνο ή κατά κύριον λόγον γι’ αυτό το σκοπό. Και εδώ βέβαια προκύπτουν και άλλα πολύ σημαντικά ερωτήματα, αλλά δεν είναι της ώρας να διατυπωθούν ακόμα.

Στις πρώτες περιπτώσεις (περιστασιακές ή βραχύχρονες) συνιστάται η αγνόησή τους. Σε εξακολουθητικές ή και μακρόχρονες περιπτώσεις συνιστάται η μη-αγνόησή τους, γιατί υπάρχει εδώ πιθανώς χρόνια απόπειρα συστηματικής “διάβρωσης” με ύπουλο τρόπο δημιουργών, πνευματικών ανθρώπων ή απλών αναγνωστών και είναι αναγκαία η άμεση καταγγελία και ανάδειξη αυτών των περιπτώσεων.

Είναι κρίσιμης σημασίας όσον έχει να κάνει με αυτή την κατεύθυνση, ολοένα και περισσότεροι αναγνώστες, κριτικοί και δημιουργοί να ενωθούν σε κοινές προσπάθειες, για να μην φτάσουν κάποτε όλοι να μην …”αναγνωρίζουν” κάποιες στιγμές τον εαυτό τους στο διαδίκτυο!

Η πραγματική κριτική, όσον οξεία και αν είναι (και όσον, δυστυχώς, σπάνια και αν είναι σήμερα), είναι πάντοτε επιθυμητή. Η παραπληροφόρηση, η διαβολή, η συκοφαντία σε προσωπικό επίπεδο, το bullying και η ωμή λάσπη, με όποιο άμεσο ή έμμεσο “όχημα” και αν εκφέρονται, αλλοίμονο αν καθίστανται ποτέ πράγματα ανεκτά, ακόμα και στην διαδικτυακή ζούγκλα .

Ηλίας Αλεβίζος: Πληροφοριακές λεωφόροι και διαδικτυακά σοκάκια

El-fake-con-la-foto-del-arrepentimiento-torero-que-se-convirtió-en-viral

του ΗΛΙΑ ΑΛΕΒΙΖΟΥ

Στα μέσα του 2012, μια είδηση έκανε την εμφάνισή της στο διαδίκτυο. Αφορούσε την αιφνίδια μεταστροφή ενός ταυρομάχου, εν τω μέσω μάλιστα μιας ταυρομαχίας. Η είδηση συνοδευόταν και από μία φωτογραφία που έδειχνε τον ταυρομάχο καταβεβλημένο, να κάθεται στην άκρη της αρένας, πιάνοντας το πρόσωπό του σε μια χειρονομία απόγνωσης, με τον ταύρο να τον παρακολουθεί σε απόσταση αναπνοής. Πόση σχέση όμως έχουν όλα αυτά με την πραγματικότητα; Η ιστορία της δημιουργίας ενός θρύλου…

Άρτος και θεάματα 

   Στο εκτενέστερο από τα δοκίμιά του, γραμμένο πριν από 450 χρόνια περίπου, ο Μονταίν επιχειρεί να αποδείξει ότι τα ζώα πόρρω απέχουν από το να είναι απλά θηρία, κατευθυνόμενα από ωμά ένστικτα, χωρίς ίχνος λογικής και φαντασίας. Διαθέτουν κι αυτά εκείνα τα χαρακτηριστικά για τα οποία ο άνθρωπος υπερηφανεύται ότι αποτελεί τον εργολαβικό κάτοχό τους. Χαρακτηριστικά όπως ευφυία, γενναιότητα, συμπόνια κι ευγνωμοσύνη ανήκουν στο ρεπερτόριο της συμπεριφοράς τους και, καταπώς το συνήθιζε, ο Μονταίν αντλεί πλήθος παραδειγμάτων από την αρχαία Ελληνική και Λατινική γραμματεία, προς επίρρωση της θέσης του.

   Ανάμεσα στα άλλα, παραθέτει και την περίπτωση του Ανδροκλή, ενός σκλάβου από τη Δακία, που μια μέρα βρέθηκε σε κάποια αρένα της Ρώμης, ως υποψήφιο έδεσμα για τα δόντια ενός λιονταριού, περίφημου για το μέγεθος και την αγριότητά του. Ωστόσο, προς έκπληξη του φιλοθεάμονος κοινού, αντί να τον κατασπαράξει, το λιοντάρι τον πλησίασε και άρχισε τα παιχνιδίσματα και τα χάδια μαζί του. Όπως αφηγήθηκε αργότερα ο Ανδροκλής, την εποχή που ήταν δραπέτης και φυγάς στην Αφρική, βρήκε καταφύγιο σε κάποια σπηλιά της ερήμου. Ήταν εκεί που συνάντησε το λιοντάρι. Πληγωμένο στο πόδι του, αφέθηκε στις περιποιήσεις του Ανδροκλή και όταν ανάρρωσε, κυνηγούσε και μοιραζόταν μαζί του την τροφή που έπιανε. Επί τρία χρόνια έζησαν μαζί στη σπηλιά, μέχρι που ο Ανδροκλής αποφάσισε να επιστρέψει στον πολιτισμό, για να αιχμαλωτιστεί ξανά, έπειτα από τρεις ημέρες. Όταν κατά τύχη βρέθηκαν μαζί στην αρένα μετά από καιρό, ήταν σαν συνάντηση παλιών φίλων. Φυσικά, δόθηκε χάρη στον Ανδροκλή, ο οποίος από τότε ζούσε μαζί με το λιοντάρι, βγάζοντάς το για βόλτες στα στενά της Ρώμης.

   Στα μέσα του 2012, μια είδηση παρόμοιας θεματολογίας έκανε την εμφάνισή της στο διαδίκτυο, ξεκινώντας από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και φτάνοντας μέχρι και σε ορισμένους ειδησεογραφικούς ιστοτόπους. Η είδηση αφορούσε την αιφνίδια μεταστροφή ενός ταυρομάχου, εν τω μέσω μάλιστα μιας ταυρομαχίας. Συνειδητοποιώντας τη βαρβαρότητα του συγκεκριμένου «αθλήματος» τη στιγμή που ετοιμαζόταν να αποτελειώσει τον ταύρο, βίωσε μια συναισθηματική κατάρρευση μέσα στην αρένα κι έκτοτε αποφάσισε να στρατευτεί ως ακτιβιστής στον αγώνα υπερ της κατάργησης των ταυρομαχιών. Η είδηση συνοδευόταν και από μία φωτογραφία που έδειχνε τον ταυρομάχο καταβεβλημένο, να κάθεται στην άκρη της αρένας, πιάνοντας το πρόσωπό του σε μια χειρονομία απόγνωσης, με τον ταύρο να τον παρακολουθεί σε απόσταση αναπνοής.

   Η επιμονή στην κατανάλωση θηριωδίας θα μπορούσε να ωθήσει κάποιον να αντλήσει συμπεράσματα διόλου κολακευτικά για αυτό που ονομάζουμε πολιτισμό, ή, εν πάση περιπτώσει, για ορισμένες στιγμές του δυτικού πολιτισμού (και η αξία του Μονταίν, μεταξύ άλλων, έγκειται στο ότι υπήρξε ένας από τους πρώτους στοχαστές με την ικανότητα να σκέφτεται ανθρωπολογικά). Σ’ ένα δεύτερο επίπεδο, η αντιπαραβολή του σχολίου του Μονταίν με μια σύγχρονη είδηση θα μπορούσε να αναδείξει τις διαφορές που χωρίζουν δύο κοινωνίες με απόσταση μισής χιλιετηρίδας, όσον αφορά στο τι αντιλαμβάνονται ως ζητούμενο της κοινωνικής κριτικής. Αν το διακύβευμα του Μονταίν υπήρξε η σχετικοποίηση του δυτικού ανθρώπου, τόσο ως προς άλλους πολιτισμούς όσο και ως προς τα ζώα, η είδηση για τον ανανήψαντα ταυρόμαχο φαίνεται να μας καλεί σε μια υπεράσπιση της ανθρωπιάς… του ανθρώπου. Ωστόσο, το παρόν κείμενο θα περιοριστεί σε κάτι πιο τετριμμένο. Θα επιχειρήσουμε μία σύντομη ανάλυση της εν λόγω είδησης, τόσο ως προς την αξιοπιστία της όσο και ως προς την εξέλιξη και τη διάδοσή της  στις πληροφοριακές λεωφόρους του διαδικτύου – που ενίοτε μπορεί να αποδεικνύονται στενοσόκακα.

Η ιστορία μιας «παρανόησης» 

   Για όσους έτυχε να διαβάσουν τη συγκεκριμένη ιστορία κάπου στο διαδίκτυο, το πιο πιθανό είναι ότι είτε την είδαν αναδημοσιευμένη στο προφίλ κάποιου φίλου τους στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης είτε την έλαβαν από κάποιο γνωστό τους υπό τη μορφή e-mail. Παρά το γεγονός ότι εμφανίζεται σε διάφορες παραλλαγές, ποτέ δεν υπερβαίνει τις δύο – τρεις παραγράφους και ανάμεσα στην περιγραφή του περιστατικού παρεμβάλλεται κι ένα απόσπασμα σχεδόν λογοτεχνικής ποιότητας που αποδίδεται στον ίδιο τον ταυρομάχο. Αναπόσπαστο κομμάτι της αποτελεί και η φωτογραφία που αναφέρθηκε παραπάνω. Η ιστορία θα μπορούσε να χαρακτηριστεί και ορφανή, μιας και σχεδόν ποτέ δεν συνοδεύεται από παραπομπή στην αρχική πηγή ούτε γίνεται αναφορά στον συντάκτη της. Για να πιάσει κανείς το νήμα της εξέλιξής της, πρέπει να είναι πρόθυμος να αφιερώσει μερικές ώρες αναζήτησης στο διαδίκτυο, χρησιμοποιώντας τα κατάλληλα εργαλεία και συμπληρώνοντας κατά περίσταση με τις κατάλληλες λογικές συνεπαγωγές.

   Μία από τις πρώτες εκδοχές της, τοποθετημένη περίπου στις αρχές του 2012, μπορεί να ανευρεθεί στο ισπανόφωνο (με έδρα την Αργεντινή) κοινωνικό δίκτυο taringa[1]. Ο χρήστης που τη δημοσίευσε ανήρτησε την επίμαχη φωτογραφία, πάνω από την οποία παρέθετε το «λογοτεχνικό» απόσπασμα σε εισαγωγικά.  Ωστόσο, φρόντισε να αποδώσει την πατρότητα του αποσπάσματος στον συγγραφέα του, τον ισπανό λογοτέχνη Antonio Gala. Δεν ήταν ο πρώτος που χρησιμοποιούσε τα συγκεκριμένα λόγια του Gala, σε συνδυασμό με κάποια φωτογραφία ταυρομαχίας, προφανώς ως μια συμβολική κίνηση εναντίωσης στο έθιμο αυτό[2]. Το 1995, ο Gala έγραψε ένα άρθρο για την ισπανική εφημερίδα El Pais, στο οποίο περιέγραφε τη δική του εμπειρία μεταστροφής που τον οδήγησε να συνταχθεί με το μέρος όσων αντιτάσσονται στο έθιμο των ταυρομαχιών. Από κάποια στιγμή κι έπειτα, φαίνεται πως ένα μέρος του άρθρου εκείνου βρήκε τον δρόμο του προς το διαδίκτυο, αποτελώντας έκτοτε προσφιλή παραπομπή για τους anti-taurino. Περίπου την ίδια εποχή, ο συνδυασμός της φωτογραφίας με το απόσπασμα του Gala κυκλοφορεί και στην ορφανή του εκδοχή, με τα λόγια ενσωματωμένα στην εικόνα, τα εισαγωγικά στη θέση τους, αλλά χωρίς αναφορά στον συγγραφέα[3].

   Μέχρι εκείνη τη στιγμή, το όνομα του ταυρομάχου (Álvaro Múnera) δεν εμφανίζεται κάπου, συνδεδεμένο είτε με η φωτογραφία είτε με τα λόγια του Gala, παρά το ότι ο ίδιος είχε υπάρξει για χρόνια ενεργός ακτιβιστής υπέρ των δικαιωμάτων των ζώων και είχε παραχωρήσει συνεντεύξεις, προσβάσιμες και σε αγγλόφωνο κοινό[4]. Το σημείο καμπής φαίνεται πως είναι η 5η Μαρτίου του 2012, όταν ο αμερικανικός ιστότοπος salon.com αναδημοσιεύει δύο παλαιότερες συνεντεύξεις του, μία σε περιοδικό και μία ραδιοφωνική σε έναν ολλανδικό σταθμό[5]. Την ίδια μέρα, τρεις αμερικανοί χρήστες του facebook αναρτούν μία δημοσίευση που περιλαμβάνει την αρχική φωτογραφία, τα λόγια του Gala, αποδιδόμενα πλέον στον Múnera, καθώς και μερικά επιπλέον σχόλια όπου αναφέρεται ότι ο Múnera, παρότι κατέρρευσε σε εκείνη την ταυρομαχία, αποχώρησε τελικά από την ενεργό δράση λίγο καιρό αργότερα, λόγω ενός ατυχήματος στο οποίο ο ταύρος τον τραυμάτισε, αφήνοντάς τον παράλυτο[6]. Η χρήστης, στο προφίλ της οποίας ανέβηκε η δημοσίευση, παραθέτει σε σχόλιο της σύνδεσμο προς τη ραδιοφωνική συνέντευξη του Múnera, στην οποία όμως ο ίδιος ο Múnera δεν αναφέρει το παραμικρό σχετικά με κάποια κατάρρευσή του μέσα στην αρένα. Αντιθέτως, και στις δύο συνεντεύξεις του αναφέρει ρητά ότι η μεταστροφή του οφείλεται κατά κύριο λόγο στο γεγονός ότι, μετά το ατύχημά του (που όντως συνέβη), το περιβάλλον του, ιδιαίτερα όταν μετέβη στις Η.Π.Α. για κάποιες θεραπείες, τον αντιμετώπιζε περίπου ως εγκληματία.

   Παρ’ όλα αυτά, η ιστορία άρχισε να διαδίδεται γρήγορα στο facebook και να καταγράφει χιλιάδες αναδημοσιεύσεις, ακόμα και σε συντομευμένες ή και ελαφρώς παραλλαγμένες εκδοχές της, χωρίς όμως κάποιον σύνδεσμο προς τις συνεντεύξεις[7]. Το καλοκαίρι του 2012, ένας συγγραφέας, στο ενεργητικό του οποίου βρίσκεται κι ένα βιβλίο με θέμα ειδικά τις ταυρομαχίες, ανήρτησε στο ιστολόγιό του μία σειρά στοιχείων που αποδείκνυαν το πλαστό της ιστορίας[8]  (χωρίς όμως να ιχνηλατεί την εξελιξή της, όπως παρουσιάζεται εδώ). Πέραν των όσων έχουν ήδη αναφερθεί ως τώρα σχετικά με την πραγματική ιστορία του Múnera, ταυτοποιεί επίσης τον ταυρομάχο της φωτογραφίας (Sánchez Vara) κι επεξηγεί το νόημα της στάσης στην οποία τον συνέλαβε ο φακός. Κατά τρόπο ειρωνικό, ο ταυρομάχος όχι μόνο δεν βρισκόταν σε απόγνωση τη στιγμή που καθόταν με το κεφάλι του ακουμπισμένο στο χέρι, αλλά, αντίθετα, η εν λόγω στάση αποτελεί τη λεγόμενη φιγούρα desplante, κατά την οποία δείχνει να αψηφά επιδεικτικά τον ταύρο, επιτρέποντάς του να φτάσει σε τόσο κοντινή απόσταση. Φυσικά, όσοι ταυρομάχοι αποπειρώνται να εκτελέσουν αυτή τη φιγούρα, το κάνουν μόνο τότε, όταν έχουν βεβαιωθεί ότι ο ταύρος είναι τόσο τραυματισμένος κι εξουθενωμένος ώστε να μην έχει καν τη δύναμη για να επιτεθεί – στην ουσία όταν βρίσκεται λίγο πριν τον θάνατο.

Δι’ εσόπτρου ηλεκτρονικού

   Αν το χρονολόγιο αυτής της πλαστογράφησης, όπως το ανασυστήσαμε παραπάνω, ευσταθεί έστω και σε αδρές γραμμές, τότε το ενδεχόμενο κάποιας εσκεμμένης παραποίησης με σκοπό την παραπληροφόρηση, μοιάζει λιγότερο πιθανό απ’ όσο θα μπορούσε να υποθέσει κανείς, γνωρίζοντας μόνο το γεγονός της πλαστογράφησης αυτό καθ’ εαυτό. Αντίθετα, μια πιο ευλογοφανής υπόθεση θα ήταν αυτή της «αθώας» παρανόησης. Ένας ιστότοπος αναδημοσιεύει αρχικά μια παλαιότερη συνέντευξη του ταυρομάχου. Ορισμένα άτομα με ευαίσθησίες στο θέμα των δικαιωμάτων των ζώων σκοντάφτουν στο άρθρο και σπεύδουν να κάνουν μια πρόχειρη αναζήτηση στο διαδίκτυο για το θέμα. Καθώς το λογοτεχνικό απόσπασμα του Gala κυκλοφορεί ήδη ορφανό, μαζί με τη φωτογραφία,  αναφερόμενο επίσης σε μια εμπειρία μεταστροφής και μάλιστα μέσα από το βλέμμα ενός οιονεί ταυρομάχου, το βήμα της σύνδεσης των δύο περιστατικών μοιάζει σχεδόν λογικό. Εφόσον η σύνδεση μέσω απλής παράθεσης δεν θα ήταν αρκούντως ελκυστική, η φαντασία συμπληρώνει επικουρικά τη διήγηση με τις κατάλληλες λεπτομέρειες ώστε να της προσδώσει συνοχή. Τελικά, άτομα ή ομάδες με συγγενείς ανησυχίες αναλαμβάνουν από αυτό το σημείο κι έπειτα τη διάδοση της ιστορίας, η οποία σταδιακά αποκτά το καθεστώς είδησης.

   Το περιστατικό δεν είναι ούτε το πιο ακραίο ούτε μεμονωμένο μέσα στη σύντομη ιστορία του διαδικτύου. Το ζήτημα θα μπορούσε επομένως να λήξει κάπου εδώ, αφήνοντας ως παρακαταθήκη μία ακόμα αφορμή για ανέξοδες ηθικολογίες περί αναξιοπιστίας των νέων μέσων – προφανώς τα έντυπα μέσα του παρελθόντος και του παρόντος υπήρξαν υποδείγματα αξιοπιστίας – ή για διθυράμβους περί της ικανότητας του διαδικτυακού «πλήθους» να αυτορυθμίζεται, κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση των κυβερνητικών συστημάτων – μέχρι τον επόμενο Snowden που θα υπενθυμίσει ότι και οι μηχανές διαθέτουν τους ρυθμιστές τους. Ως διέξοδο από τη διελκυνστίδα μεταξύ τεχνοφοβίας και τεχνοφιλίας προτάσσεται ενίοτε εκείνη η «ώριμη» στάση της τήρησης ίσων αποστάσεων από εκδηλώσεις του λεγόμενου τεχνολογικού ντετερμινισμού, αντίθετες όψεις του οποίου συνιστούν τόσο η τεχνοφοβία όσο και η τεχνοφιλία. Μια τέτοια καταδίκη του τεχνολογικού ντετερμινισμού «απ’ όπου κι αν προέρχεται», στη βάση μιας αφηρημένης μεθοδολογικής αρχής, μοιάζει καταρχήν θεμιτή. Ωστόσο, δεν θα μπορούσε παρά να εγείρει υποψίες, αν εξεταστεί ως προς τις έσχατες κοινωνικές, πολιτικές κι εν τέλει ιδεολογικές συνέπειές της, ειδικότερα αν λάβει κανείς υπόψιν του την πλημμυρίδα «λατρευτικών» εκδηλώσεων που περιβάλλει τα νέα μέσα καθώς και την πηγή απ’ όπου αναβλύζει όλη η συναφής τεχνολαγνεία – κι εδώ φυσικά εννοούμε τα προνομιούχα τμήματα των τεχνολογικά υπερανεπτυγμένων και καπιταλιστικά υπερώριμων κοινωνιών της δύσης. Αντί να προσπεράσουμε το περιστατικό, ξορκίζοντάς το με μερικές κατάρες ή δοξολογίες, ίσως θα ήταν πιο γόνιμο να το χρησιμοποιήσουμε ως εφαλτήριο για ορισμένες κριτικές παρατηρήσεις.

   Μία από τις συνηθέστερες χάρες που αποδίδονται στα νέα μέσα αφορά στην υποτιθέμενα εγγενή δημοκρατικότητά τους, με τη δυνατότητα που παρέχουν στους απλούς χρήστες να εκφράζονται αυθόρμητα, σπάζοντας τα άλλοτε ασφυκτικά δεσμά των παντός είδους διαμεσολαβήσεων. Αν εξεταστεί από πιο κοντά αυτό το νέο είδος λόγου του απλού χρήστη (κι αφήνοντας κατά μέρος το θέμα της αξιοπιστίας προς το παρόν), ένα ερώτημα που θα μπορούσε να διατυπωθεί είναι το κατά πόσον ανήκει στη σφαίρα του ιδιωτικού ή του δημόσιου.  Στην περίπτωση της ιστορίας με τον ταυρομάχο, το ύφος της παρουσίασής της καθώς και ο τρόπος διαδόσης της προδιαθέτουν υπέρ της δημόσιας φύσης της. Ωστόσο, οι δημοσιεύσεις ενός χρήστη κοινωνικού δικτύου στο προφίλ του απευθύνονται κατά κύριο λόγο σε όσους έχει επιλέξει να προσθέσει ως «φίλους» του ή, με άλλα λόγια, σε άτομα που παραδοσιακά θα λέγαμε ότι ανήκουν στον προσωπικό του κύκλο. Φυσικά, μόνο κάποιος αφοπλιστικά αφελής θα τολμούσε να αντιμετωπίσει τη δραστηριότητα του σε τέτοια μέσα με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που θα διαχειριζόταν αυστηρά ιδιωτικές υποθέσεις του (τουλάχιστον μέχρι τώρα). Παρ’ όλα αυτά, μεγάλο κομμάτι του λόγου των νέων μέσων φαίνεται να εμπίπτει ακριβώς σε μια γκρίζα ζώνη μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού, με τις αντιφάσεις, τις αντινομίες και τις εντάσεις μεταξύ των δύο πόλων να διατρέχουν και το ύφος του. Ύφος εξομολογητικό, συχνά με υπερχειλίζοντα συναισθηματισμό ποικίλων αποχρώσεων (από δακρύβρεχτο μέχρι οργίλο) που ωστόσο, στο βαθμό που θέλει να εκφραστεί ημι-δημόσια, ποτέ δεν ρίχνει τις άμυνες για να γίνει απροκάλυπτα προσωπικό, παρά την τελευταία στιγμή ελίσσεται για να επιδοθεί σε γενικεύσεις και παρατηρήσεις που υπερβαίνουν  το ατομικό – και δικαιολογημένα ελέγχονται ως απλές εκλογικεύσεις. Αρκετά χρόνια πριν τη διάδοση του διαδικτύου, ο Richard Sennett είχε περιγράψει σε μια εκτενή μελέτη του (The Fall of Public Man, μεταφρασμένο στα ελληνικά ως Η τυραννία της οικειότητας) τη διαδικασία κατάλυσης των ορίων μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού κατά τη μετάβαση από το Ancien Régime στις αστικές, βιομηχανικές κοινωνίες του 19ου αιώνα. Αυτό που ονόμασε ως εισβολή της προσωπικότητας στον δημόσιο χώρο αποτυπώνεται ιδεοτυπικά στον τρόπο με τον οποίο γίνεται αντιληπτή και κρίνεται η παρουσία ενός πολιτικού (αλλά όχι μόνο) προσώπου στις δημόσιες εμφανίσεις του, κατά τις οποίες το ίδιο το περιεχόμενο των λόγων του δεν διαθέτει κάποια αυταξία, παρά λογίζεται ως αφορμή για να αποκωδικοποιηθούν όψεις της προσωπικής του ζωής, όταν αυτή δεν προβάλλεται απροκάλυπτα ως θέαμα μπροστά σ’ ένα παθητικό κοινό. Μπορεί κανείς να επιχαίρει για τις (πραγματικές ή φανταστικές) αυξημένες δυνατότητες ενεργητικής συμμετοχής των απλών χρηστών στον δημόσιο λόγο, όμως συνήθως προσπερνάται το ζήτημα των δομικών μεταβολών σε αυτόν τον λόγο, διαμέσου και των νέων δικτυακών τεχνολογιών. Αυτό το υβρίδιο του νέου λόγου που βρίσκει πρόσφορο έδαφος στις γκρίζες ζώνες του διαδικτύου φαίνεται να οδηγεί στις ακραίες της συνέπειες τη διαδικασία σύμφυσης μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού χώρου, όπως την είχε περιγράψει ο Sennett. Όμως αυτή τη φορά δεν πρόκειται μόνο για μια διάρρηξη των ορίων του δημοσίου από στιγμές του ιδιωτικού, αλλά και αντίστροφα, για μια διαρκή παρουσία ενός οιονεί δημοσίου ματιού σε λειτουργία κατόπτευσης του προσωπικού, παγιδεύοντας έτσι τον λόγο στη μέγγενη μιας διπλής λογοκρισίας (λησμονείται συχνά ότι η πιο αυστηρή λογοκρισία μπορεί να έχει ως πηγή της τα πιο κοντινά πρόσωπα), από την οποία επιχειρεί να αποδράσει με συναισθηματικές εξάρσεις που καταλήγουν να ταυτίζουν το πολιτικό με το προσωπικό. Κατόπιν τούτου, δεν φαίνεται παράλογο όταν πολιτικές και ιδεολογικές διαφωνίες εκλαμβάνονται ως προσωπικές προδοσίες ή όταν προσωπικές διαφορές λειτουργούν ως ανυπέρβλητα αναχώματα για την σύμπτυξη πολιτικών συμμαχιών ή όταν παροχετεύονται στον δημόσιο λόγο με το προκάλυμμα του πολιτικού.

   Ένα δεύτερο στοιχείο που παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον στην είδηση για τον ταυρομάχο αφορά στην εξέλιξη της μέσα στον χρόνο. Παρά τις παραλλαγές και μεταμορφώσεις που γνώρισε κατά τη διάρκεια της σύντομης ζωής της, η ιστορία κατάφερε να διατηρήσει αλώβητο ένα χαρακτηριστικό της. Το μήνυμα που μεταφέρει, ως μια διαμαρτυρία εναντίον των ταυρομαχιών, μοιάζει αναμφίλεκτο, ανεξαρτήτως του ακριβούς περιεχομένου του. Οι ενδιάμεσοι κόμβοι μέσα από τους οποίους διήλθε μπορεί να επέβαλλαν πλήθος περιεχομενικών παραμορφώσεων, κάτι που ωστόσο όχι μόνο δεν αποδυνάμωσε το αρχικό μήνυμα, αλλά λειτούργησε και ενισχυτικά υπέρ του. Το «παράδοξο» αυτό βρίσκει μια απλή εξήγηση αν παρατηρήσει κανείς ότι όσοι επέλεξαν να αναδημοσιεύσουν την ιστορία συμμερίζονταν εξαρχής μία αδιαπραγμάτευτη στάση εναντίον των ταυρομαχιών. Φυσικά, δεν πρόκειται για μια συμπεριφορά που προσιδιάζει ειδικά στους χρήστες των νέων μέσων. Αν κάτι είναι καινούριο στην εικονικότητα του διαδικτύου, αυτό έγκειται στην ευκολία με την οποία ένας χρήστης μπορεί να απορρίψει, να αποδεχτεί και να αναπαραγάγει το όποιο υλικό συναντάει στις ψηφιακές περιπλανήσεις του, χαρακτηριστικό που δύσκολα θα έβρισκε επικριτές. Σε δεύτερο χρόνο όμως, αυτή η ευκολία ανεπαίσθητα μεταφράζεται σε ευχέρεια προεπιλογής εκείνων των όψεων της εμπειρικής πραγματικότητας που συνάδουν με ό,τι φαίνεται να επιβεβαιώνει την αυτοκατανόηση του εγώ που κάθεται μπροστά από την οθόνη – ευχέρεια που ενισχύεται από πλείστες εταιρείες μέσω της λεγόμενης προσωποποιημένης παροχής υπηρεσιών ή αλλιώς customization. Η επιδίωξη μιας (εικονικής, περιττό να το πούμε) ασφάλειας μέσω του εξοβελισμού από το διανοητικό και συναισθηματικό πεδίο του ο,τιδήποτε μοιάζει απειλητικό ανορθώνει έτσι διάφανα τείχη τα οποία δεν μπορούν παρά να επιστρέφουν αντανακλάσεις αυτού του περιδεούς εγώ[9]. Αν η ελευθερία διακίνησης πληροφοριών αποτελεί κάτι σαν άρθρο πίστης του νέου ψηφιακού κόσμου, τουλάχιστον σε ρητορικό επίπεδο, οι διαδικασίες που κυοφορούνται υπόγεια μπορεί ωστόσο να εκβάλουν σε ένα νέο είδος πουριτανισμού που θα κρατάει σε απόσταση ό,τι δεν συμμορφώνεται με προσωπικές αρέσκειες. Σ’ έναν τέτοιο κόσμο παράλληλων και μη τεμνόμενων οδών ψηφιακά ενισχυμένης φιλαυτίας, οι πληροφοριακές λεωφόροι των φιλελεύθερων δημοκρατιών (μαζί με την περιλάλητη πολυφωνία τους) ίσως καταλήξουν τελικά να μοιάζουν περισσότερο με τα τούνελ του Σάμπατο.

Η ανθεκτική γοητεία της μυθολογίας

Συχνά – πυκνά, διάφορες αναλύσεις που πραγματεύονται τις κοινωνικές επιπτώσεις των νέων τεχνολογιών καταφεύγουν σε αναλογίες με την εποχή της ανακάλυψης της τυπογραφίας. Αυτό που επιτυγχάνουν συνήθως είναι να συνδυάζουν κατά αξιοθαύμαστο τρόπο την ιστορική άγνοια γύρω από την εξέλιξη της τυπογραφίας με την ακόμα πιο αβυσσαλέα τεχνική άγνοια σχετικά με τη δομή των ψηφιακών μέσων (τυπικό παράδειγμα τέτοιας παρανόησης αποτελεί ο μύθος περί της αποκεντρωμένης φύσης του διαδικτύου, σε αντίθεση με τη συγκεντρωτική φύση της τυπογραφίας)[10]. Ενδίδοντας προς στιγμή στον πειρασμό μιας τέτοιας ιστορικής αναλογίας, θα αναφέρουμε μια συνηθισμένη πρακτική από τα πρώτα χρόνια της τυπογραφίας. Ως γνωστό, η ευρωπαϊκή επέκταση προς νέες ηπείρους συνέπεσε με την ανακάλυψη της τυπογραφίας. Ένα από τα προσφιλή θέματα των τότε βιβλίων ήταν οι ταξιδιωτικές αφηγήσεις από τους νέους τόπους καθώς και ζωολογικές εγκυκλοπαίδειες που περιλάμβαναν πλήθος ζώων που συναντούσε κανείς στα ταξίδια, αλφαβητικά ταξινομημένων, τα λεγόμενα bestiarium vocabulum. Μία ιδιαιτερότητα ωστόσο αυτών των βιβλίων ήταν η απουσία διάκρισης ανάμεσα σε πραγματικές και φανταστικές ιστορίες ή ανάμεσα σε υπαρκτά ζώα και μυθολογικά τέρατα, κάτι που παρά ταύτα δεν μείωνε τη λαοφιλία τους. Τραβώντας την αναλογία διαδικτύου – τυπογραφίας στα άκρα και με αφορμή την ιστορία που παρουσιάστηκε, πόσο εύστοχο ή άστοχο θα ήταν άραγε να μιλήσουμε για μια αναβίωση των bestiarium vocabulum στον 21ο αιώνα; Οι εύκολες ιστορικές αναλογίες είναι όντως παρακινδυνευμένες, όμως αν κάτι έχει να μας πει η ιστορική εμπειρία είναι ότι τα νέα τεχνικά μέσα ποτέ δεν έδρασαν αυτόματα κατά διαφωτιστικό ή χειραφετητικό τρόπο, ενώ η συλλήβδην απόρριψή τους μπορεί να οδηγήσει σε κωμικά συμπεράσματα. Στο βαθμό που τα νέα, ψηφιακά μέσα, όπως κάποτε τα βιβλία, γεννιούνται κι αναπτύσσοναι εντός ανταγωνιστικών κοινωνικών πλαισίων, δεν μπορεί παρά να λειτουργούν κι αυτά σε ένα βαθμό ως όπλα του πολιτικού αγώνα. Αν η αντανακλαστική απόρριψή τους ισοδυναμεί με αφοπλισμό, η άκριτη αποδοχή τους από την άλλη μάλλον ακονίζει το λεπίδι των εκάστοτε ισχυρών.

[1]     Σύνδεσμος Ακριβής ημερομηνία δημοσίευσης δεν υπάρχει. Ωστόσο ο χρονικός εντοπισμός της μπορεί να γίνει με χρήση των κατάλληλων ημερομηνιακών φίλτρων της Google.

[2]     Σύνδεσμος Σε αυτόν τον σύνδεσμο (Ιούλιος 2011) μπορεί να βρεθεί μια άλλη φωτογραφία, με ενσωματωμένο το απόσπασμα.

[3]     Σύνεδσμος Ιανουάριος 2012

[4]     Σύνδεσμος Συνέντευξή του στο περιοδικό Vice, από το 2008.

[5]     Σύνδεσμος Ο αρχικός σύνδεσμος δεν λειτουργεί αλλά μπορεί να ανακτηθεί μέσω του wayback machine.

[6]     Σύνδεσμος

[7]     Σύνδεσμος 7 Μαρτίου 2012, Σύνδεσμος 8 Ιουλίου 2012

[8]     Σύνδεσμος

[9]     Στον αγγλόφωνο χώρο, το συγκεκριμένο φαινόμενο έχει αποδοθεί εύστοχα με τον όρο echo chamber, που μια πιθανή απόσοσή του στα ελληνικά θα ήταν ως αντηχοϊκός θάλαμος, κατά παράφραση του ανηχοϊκού θαλάμου.

[10]    Κάποιες πιο ισορροπημένες αναλύσεις σχετικά με την ιστορική εξέλιξη των νέων τεχνολογιών, τις ιδεολογικές προκείμενές τους και τις επιπτώσεις τους, τόσο από συντηρητική όσο και από ρητά κριτική σκοπιά, μπορούν να βρεθούν στα εξής: Computer: a history of the information machine (Martin Campbell-Kelly, William Aspray, Nathan Ensmenger, Jeffrey Yost), The modern invention of information: discourse, history and power (Ronald Day) Who controls the Internet? Illusions of a borderless world (Jack Goldsmith, Tim Wu). Ειδικότερα για τις σχέσεις γραφής και τεχνικών μέσων: Orality and literacy: the technologizing of the word (Walter Ong), Writing technology: studies on the materiality of literacy (Christina Haas).