διήγημα

Τάσος Αναστασίου, Γιατί λοιπόν δεν χωρίζετε; (α΄ μέρος)

Χωρισμός

1

-Παντελή, θέλω να πας στο νεκροταφείο αύριο και να τα κανονίσεις.

Αυτό του είπε, με τον συνήθη απότομο τρόπο της, η μητέρα του. Όμως ο Παντελής, φεύγοντας απ’ το πατρικό του, αποφάσισε, αφού βρισκόταν που βρισκόταν στην Αργυρούπολη, να πάει στο νεκροταφείο αμέσως. Γιατί να έρθει πάλι αύριο; Μόνο η Ελένη έκανε τέτοια, να σπαταλάει τον χρόνο της ανοήτως. Της κατέβαινε, ας πούμε, ν’ αγοράσει μια βιβλιοθήκη για το δωμάτιο των παιδιών: άρχιζε τις επισκέψεις στα καταστήματα επίπλων της Αλίμου, όχι σε δυο-τρία την ημέρα, προς Θεού, σ’ ένα κάθε φορά, έπειτα έπιανε τα καταστήματα της Βουλιαγμένης, και ούτω καθεξής, μπορεί να έφτανε η χάρη της μέχρι το Περιστέρι στη μάταιη αναζήτηση για το φτηνότερο· τέλος, επέστρεφε στην Αλίμου, για να ξανακοιτάξει και ν’ αγοράσει.

Ο Παντελής έκανε άλλα. Για παράδειγμα, εδώ και τέσσερα χρόνια ήθελε να τηλεφωνήσει σ’ έναν φίλο του απ’ το γυμνάσιο, που πλέον ζούσε στη Θεσσαλονίκη. Ο φίλος του τον είχε πάρει τηλέφωνο για να του δώσει το νούμερό του κι έκτοτε δεν ξαναπήρε. Ο Παντελής ήθελε να του τηλεφωνήσει Κυριακή, επειδή τις άλλες μέρες ο φίλος του, δικηγόρος με άφθονη πελατεία, δεν είχε χρόνο. Κάθε Κυριακή, όμως, ο Παντελής άφηνε το τηλεφώνημα για την επόμενη Κυριακή. Μόλις έφτανε το Σάββατο, έλεγε από μέσα του: «Να μην ξεχάσω αύριο να τηλεφωνήσω στον Μίμη». Και ποτέ δεν τηλεφωνούσε. Ο Μίμης είχε απ’ την αρχή προβλέψει ότι ο γάμος του Παντελή δεν θα πήγαινε καλά και είχε εκφράσει τις αντιρρήσεις του, όμως αυτό δεν έπαιξε κανένα ρόλο στη διακοπή της μεταξύ τους επικοινωνίας. Απλώς ο Παντελής, αν ανέβαλλε κάτι μια-δυο φορές, έπειτα το ανέβαλλε συνέχεια.

Στη γραμματεία του νεκροταφείου τον πληροφόρησαν πως έπρεπε πρώτα να πληρώσει ένα ποσόν στον Δήμο και μετά να ορίσουν ημερομηνία εκταφής. Φεύγοντας πέρασε απ’ τον τάφο του πατέρα του και, παρόλο που ο ήλιος είχε αρχίσει να καίει, κάθισε για λίγο στην άκρη της ταφόπλακας. Η φωτογραφία στην όρθια στήλη έδειχνε τον πατέρα του στα εβδομήντα του, πέντε χρόνια πριν πεθάνει, κουστουμαρισμένο, ευθυτενή και με χτενισμένα τα λιγοστά μαλλιά του. Το ύφος του ήταν ήρεμο: σαν να κατανοούσε τη ματαιότητα των εγκοσμίων και να είχε υιοθετήσει μια στάση εγκαρτέρησης. Ο Παντελής σηκώθηκε, πήρε απ’ τον διπλανό τάφο ένα ποτιστήρι, το γέμισε σε μια βρύση εκεί κοντά και, με ήρεμες αργές κινήσεις, έπλυνε την επιφάνεια του μνήματος.

Καθώς το σπίτι της μητέρας του βρισκόταν στον δρόμο για το γραφείο του, σταμάτησε μια στιγμή να της δώσει αναφορά. Μόλις η μητέρα του άκουσε τα καθέκαστα, σηκώθηκε στηριζόμενη στο πι και πήγε να πλύνει τα πιάτα στον νεροχύτη. Ο Παντελής κατευθύνθηκε στο υπνοδωμάτιο. Η τηλεόραση, ανοικτή ως συνήθως, εκείνη την ώρα έδειχνε εικόνες απ’ το κέντρο της Αθήνας: περαστικούς στον Άγνωστο Στρατιώτη να μορφάζουν κάτω απ’ τον ήλιο, τουρίστες που δροσίζονταν στο σιντριβάνι της Ομόνοιας και ηλικιωμένους μέσα σ’ ένα κλιματιζόμενο ΚΑΠΗ. Πίσω απ’ την τηλεόραση κρεμόταν μια φωτογραφία παρόμοια με τη φωτογραφία του νεκροταφείου: ο πατέρας του φορώντας κοστούμι και με ήρεμο ύφος.

-Πολλή ζέστη αυτές τις μέρες, είπε ο Παντελής γυρίζοντας στην κουζίνα. Ιδίως χθες ήταν μια τρέλα, μια…

Σώπασε. Στο μυαλό του είχε παρουσιαστεί ο χθεσινοβραδινός καυγάς του με την Ελένη. Παραλίγο –για τα πάντα υπάρχει πρώτη φορά– να σήκωνε χέρι πάνω της. Δεν την υπέφερε πλέον, δεν άντεχε τη συνεχή κι αδιάλειπτη, την δι’ ασήμαντον αφορμήν, γκρίνια της.

Ο χωρισμός τους ήταν αναπόφευκτος, ο Παντελής το ήξερε, το είχε πάρει απόφαση· απλώς έπρεπε να της το ανακοινώσει.

-Αν είχατε μείνει απάνω, είπε η μητέρα του, θα είχατε δροσιά, με κλιματισμό σε κάθε δωμάτιο κι όχι μόνο στο σαλόνι. Αλλά εσείς μου θέλατε ευρυχωρία. Λες και κάνετε τις δεξιώσεις.

-Το επάνω διαμέρισμα είναι ταράτσα. Ποιος ξέρει πόση ζέστη έχει. Το ζευγάρι που το νοικιάζει θα θεωρεί ότι εξαπατήθηκε.

-Άμα δεν τους αρέσει, να τα μαζέψουν και να φύγουν.

Ο Παντελής σηκώθηκε.

Στο μυαλό του είχε παρουσιαστεί ο πατέρας του: όχι όπως ήταν στις φωτογραφίες, αλλά όπως κυκλοφορούσε μέσα στο σπίτι τα τελευταία πέντε χρόνια της ζωής του: με το ξεχειλωμένο του μπλουζάκι, τα μαλλιά του αχτένιστα, καμπούρης και μελαγχολικός. Για μια στιγμή το πρόσωπό του ζωντάνεψε, τα χείλη του άνοιξαν: «Τέτοια πουστιά δεν την περίμενα».

 

2

Το απόγευμα ο Παντελής, επιστρέφοντας στο σπίτι του από το γραφείο, ασχολήθηκε με το μαγείρεμα, επειδή τον τελευταίο καιρό η Ελένη γκρίνιαζε που, αντί να την βοηθάει στις δουλειές του σπιτιού, έβγαινε με φίλους του για ούζα (τίποτα πιο παρακμιακό, κατά τη γνώμη της) ή έπαιρνε τα παιδιά και πήγαιναν στην παραλία για ψάρεμα. Ο Παντελής είχε την εντύπωση ότι η γυναίκα που ερχόταν κάθε Σάββατο και καθάριζε, ήταν αρκετή βοήθεια για την Ελένη, αλλά φαίνεται πως έκανε λάθος. Θύμωνε μαζί του ακόμα και για τις φορολογικές δηλώσεις που έφερνε και συμπλήρωνε στο σπίτι. «Πηγαίνετε στον πατέρα σας να σας βοηθήσει», έλεγε στα παιδιά, «που κάθεται και χαζολογάει»· παρόλο που τον έβλεπε καμπουριασμένο να παιδεύεται μπροστά στον υπολογιστή.

Όταν, όμως, ζούσαν στη Ρόδο, η Ελένη δεν αρπαζόταν με το παραμικρό ούτε του έδειχνε τόση ψυχρότητα ούτε του γκρίνιαζε για δουλειές του σπιτιού. Βέβαια τότε τα παιδιά ήταν μικρά, χωρίς ιδιαίτερα έξοδα κι απαιτήσεις, κι ο ρυθμός της ζωής πιο ήρεμος.

Αλλά μήπως κι εκεί δεν τσακώνονταν; Μήπως κι εκεί δεν υπήρχε η σκέψη του διαζυγίου; Ίσως, ποιος ξέρει, έφυγαν απ’ τη Ρόδο στην προσπάθειά τους ν’ ανανεώσουν τον γάμο τους. Αυτή που κυρίως ήθελε την Αθήνα, είχε βαρεθεί τόσα χρόνια στη γενέτειρά της, έτσι έλεγε, ήταν η Ελένη. Επιπλέον, στη Ρόδο έμεναν στους γονείς της, σ’ ένα μικρό διαμέρισμα στην αυλή της μονοκατοικίας τους· ο πατέρας της ήταν συνταξιούχος θεολόγος και τους είχε ταράξει στα καθημερινά κηρύγματα και τις συμβουλές, ενώ η μητέρα της, μια κοντούλα εβδομηντάρα, προσπαθούσε να τραβήξει την προσοχή τους γκρινιάζοντας αδιαλείπτως. Στην πραγματικότητα πήραν από κοινού την απόφαση να φύγουν, ύστερα από ήρεμες διεξοδικές συζητήσεις, για τις οποίες τώρα ο Παντελής ένιωθε μια κάποια νοσταλγία.

Όταν τέλειωσε με το μαγείρεμα, πήγε στο σαλόνι, άνοιξε το κλιματιστικό και την τηλεόραση και κάθισε να συμπληρώσει μια φορολογική δήλωση. Στο Μέγκα είχε ειδήσεις και, σύμφωνα με τον μετεωρολόγο του καναλιού, η ζέστη των ημερών θα εξελισσόταν την επόμενη εβδομάδα σε καύσωνα. Φαντάσου. Πού να ’μπαινε κι ο Ιούλιος. Μόλις ακούστηκε ο βόγκος του ανελκυστήρα στον όροφό τους, ο Παντελής έκλεισε το κλιματιστικό. Ποια άλλη γυναίκα στον κόσμο ήταν έτσι; Όλες όσες είχε γνωρίσει είχαν ευαισθησία στο εν λόγω ζήτημα (εδώ που τα λέμε, είχαν ευαισθησία σε κάθε ζήτημα), ωστόσο καμιά τους δεν ζούσε χωρίς καθόλου κλιματισμό.

Η Ελένη μπήκε κρατώντας έναν φραπέ, το πρόσωπό της κουρασμένο, στα ρούχα της μια μυρωδιά τσιγαρίλας.

-Μαγείρεψες; είπε.

Το πρόσωπό της παρέμεινε κουρασμένο, τα μάτια της μισόκλεισαν. Μπαίνοντας στην κουζίνα, έβαλε τις φωνές:

-Μα, ρε παιδί μου, έβρασες τα μακαρόνια; Δεν ξέρεις ότι πρέπει να τρώγονται φρεσκομαγειρεμένα; Δεν ξέρεις ότι μ’ αρέσουν ζεστά;

Ο Παντελής στάθηκε στην πόρτα της κουζίνας και είπε:

-Πήγα στο νεκροταφείο για την εκταφή. Πέρασαν κιόλας τρία χρόνια.

Η Ελένη ανακάτεψε μ’ ένα κουτάλι τον κιμά στο κατσαρόλι χωρίς να μιλήσει. Όταν ήταν με τις φίλες της, την έπιανε λογοδιάρροια, τώρα… Μπορεί, όμως, να ήθελε ν’ ακούσει αυτόν. Ο Παντελής γύρισε στο σαλόνι: θύμωνε με τον εαυτό του γιατί, ενώ θα έπρεπε να της ανακοινώσει τον χωρισμό τους, καθόταν κι έβρισκε δικαιολογίες για τη συμπεριφορά της.

Το αστείο ήταν ότι της είχε μαγειρέψει κιόλας. Αλλά ούτως ή άλλως πρώτα έπρεπε να ρωτήσει έναν δικηγόρο για τη διατροφή και το μοίρασμα της περιουσίας και μετά να της κάνει λόγο. Επιπλέον, από στιγμή σε στιγμή θα επέστρεφαν τα παιδιά τους απ’ το θερινό πρόγραμμα δραστηριοτήτων και δεν ήταν σωστό να τους βρουν μαλωμένους.

Παρόλα αυτά προλάβαινε να της πει δυο λόγια: Ο γάμος τους ήταν παρελθόν. Δεν χρειάζονταν περαιτέρω συγκρούσεις. Όλα θα γίνονταν ήρεμα και πολιτισμένα. Θυμήθηκε το χωριό των γονιών του στη Λάρισα, όπου περνούσε μικρός τα καλοκαίρια του. Τώρα οι παππούδες είχαν πεθάνει, ο πατέρας του επίσης, ενώ η μητέρα του, λόγω της αρρώστιας της, δεν ταξίδευε· μονάχα η αδερφή του πατέρα του το επισκεπτόταν. Ο Παντελής ήξερε ότι ο ίδιος δεν θα ξαναπήγαινε, το είχε πάρει απόφαση, και δεν ένιωθε καμιά νοσταλγία. Επιστρέφοντας στην κουζίνα την είδε να στέκεται στην ανοιχτή μπαλκονόπορτα και να καπνίζει φυσώντας τον καπνό προς τα έξω.

-Και τι σου είπαν; τον ρώτησε. Πότε θα τον… ;

-Πρέπει πρώτα να πάω στο Δημαρχείο να πληρώσω.

-Θεέ μου. Δεν θέλω να έρθω στην εκταφή. Με τίποτα δεν θα το άντεχα.

Στην κηδεία του πατέρα του η Ελένη δεν είχε πλησιάσει το ανοικτό φέρετρο, απέφυγε ακόμα και να το κοιτάξει, τόσο πολύ την φόβιζε ο θάνατος.

Αλλά ίσως ήταν απλώς τύψεις για εκείνη τη σύγκρουση των δυο τους με τον πατέρα του. Την αστεία εκείνη παρεξήγηση με τις τόσο άσχημες συνέπειες.

 

3

Έτσι όμως κι εξοργιζόταν η Ελένη, τα παιδιά θα το καταλάβαιναν αμέσως: θα τους σερβίριζε το φαγητό απότομα, θα έτρωγε σκυθρωπή και θα τα μάλωνε διαρκώς. Αλλά μήπως κορόιδευε τον εαυτό του; Μήπως επρόκειτο γι’ άλλη μια δικαιολογία για να μην κάνει τίποτα;

-Λες καλύτερα να μέναμε στην Αργυρούπολη; άκουσε τη φωνή της.

-Όχι βέβαια, της απάντησε.

Του είχε μιλήσει λες και θεωρούσε δεδομένη τη συνέχεια του γάμου τους, λες και δεν διαισθανόταν το αναπόφευκτο της διάλυσής του.

-Δεν μπορώ να καταλάβω πώς η μάνα σου συνεχίζει να μας κρατάει κακία.

-Οι γέροι άνθρωποι δεν αλλάζουν. Ας μην το σκεφτόμαστε καλύτερα.

Όλα ξεκίνησαν πριν από μερικά χρόνια, την εποχή που η Ελένη κι ο Παντελής ζούσαν στη Ρόδο: τους τηλεφώνησε ο πατέρας του και τους πρότεινε να χτίσουν ένα διαμέρισμα στην Αργυρούπολη, στον πρώτο όροφο, πάνω απ’ το δικό του, για να το έχουν αν κάποτε μετακόμιζαν στην Αθήνα. Αυτός θα έβαζε τα λεφτά για την άδεια και τα μπετά και κατόπιν θα το συνέχιζαν με δικά τους λεφτά· επίσης αναλάμβανε ο ίδιος την επίβλεψη του χτισίματος. Η Ελένη κι ο Παντελής δεν το πολυσκέφτηκαν και είπαν το ναι –με την ιδέα ότι όσα χρήματα τους περίσσευαν, θα έπιαναν τόπο: θα είχαν κάτι στην ιδιοκτησία τους, το οποίο θα τους απέφερε αργότερα ένα μικρό εισόδημα. Όταν ο πατέρας του έβγαλε την άδεια, ο Παντελής άρχισε να έχει ενδοιασμούς. Καταλάβαινε ότι οι γονείς του προόριζαν το νέο διαμέρισμα για κύρια κατοικία δική του και της Ελένης. Έπρεπε να τους μιλήσει: μπορεί κάποτε να μετακόμιζαν στην Αθήνα, όμως ποτέ δεν θα έμεναν στην Αργυρούπολη.

Στην εποχή μας, θα τους έλεγε, οι άνθρωποι θέλουν ελευθερία, δεν μπορούν να είναι αγκιστρωμένοι στους γονείς τους.

Ας μην περίμεναν από κάποιον που είχε φύγει απ’ το πατρικό του στην ηλικία των είκοσι δύο, να ερχόταν στα τριάντα τόσο του πάλι πίσω. Ας μη ματαιοπονούσαν.

Όμως δεν τους μίλησε. Και το έτερόν του ήμισυ, ενώ σε άλλα ζητήματα ήταν πιεστική κι ανυποχώρητη, στο συγκεκριμένο δεν τον πίεσε καθόλου –τον άφησε να βολοδέρνει από αναβολή σ’ αναβολή. Μέσα σε τρία χρόνια το διαμέρισμα της Αργυρούπολης τέλειωσε κι όποτε έρχονταν στην Αθήνα, κοιμόντουσαν εκεί, σε κάτι παλιά κρεβάτια που είχαν βάλει στις κρεβατοκάμαρες. Το διαμέρισμα δεν είχε άλλα έπιπλα ούτε ηλεκτρικές συσκευές.

Όταν βρέθηκε για την Ελένη μια θέση στην Εθνική Τράπεζα της Γλυφάδας, μετακόμισαν στην Αθήνα. Έπιασαν διαμέρισμα στη Γλυφάδα κι ο Παντελής άνοιξε μ’ ένα φίλο του λογιστικό γραφείο στο Ελληνικό. Οι γονείς του Παντελή έπεσαν να πεθάνουν. Ο πατέρας του, θεωρώντας εαυτόν προδομένον, τους μίλησε άσχημα και τους απαγόρευσε να εκμεταλλευτούν το διαμέρισμα της Αργυρούπολης. Στενοχωριόταν μάλιστα που ήταν ήδη στο όνομα του γιου του και δεν μπορούσε να το πάρει πίσω.

Ο Αργύρης κούνησε το κεφάλι του, για να διώξει τις αναμνήσεις.

Την Ελένη τα τελευταία τρία χρόνια κατά καιρούς κάτι την έπιανε κι ήθελε να τα κουβεντιάζουν όλα αυτά, ν’ ανταλλάσσουν γνώμες και δικαιολογίες, σαν να πίστευε ότι κάποτε, μέσα απ’ την ανακύκλωση των ίδιων και των ίδιων, θα εμφανιζόταν ένα καθοριστικό επιχείρημα υπέρ τους. Την είδε να σβήνει με γρήγορες νευρικές κινήσεις το τσιγάρο της και να σηκώνει το καχύποπτο βλέμμα της.

-Εσύ σίγουρα θέλεις να πάμε να μείνουμε στην Αργυρούπολη. Αλλά το διαμέρισμα είναι μικρό για μας. Πώς θα χωρέσουμε τέσσερα άτομα σε ογδόντα τετραγωνικά;

-Μα όχι, εγώ δεν ήμουν που σε απέτρεψα; Λες μετά από τόσα χρόνια που έμενα μόνος μου στο κέντρο της Αθήνας, μετά από τόσα χρόνια στη Ρόδο, να ξαναγύριζα στους γονείς μου; Ακόμα και μεγάλο να ήταν…

Η Ελένη δεν απάντησε. Στεκόταν στην πόρτα, σαν να περίμενε ν’ ακούσει κι άλλα.

Η αναβλητικότητά μου φταίει, σκέφτηκε ο Παντελής. Σηκώθηκε μην μπορώντας να συγκρατήσει την οργή του. Γιατί να είμαι τόσο αναβλητικός; Γιατί; Γιατί;

 

4

Βγήκαν απ’ το σχολικό σιγά-σιγά και με κόπο, τα πρόσωπά τους αναψοκοκκινισμένα, η μπλούζα τους γεμάτη λεκέδες ιδρώτα. Ο Παντελής τα λυπήθηκε. Όλο το πρωί στην αυλή του σχολείου τα είχαν κι απασχολούνταν με αθλητικά παιχνίδια και το μεσημέρι, μετά το γεύμα, τα ξαμολούσαν στο γυμναστήριο. Και να σκεφτείς ότι αυτές τις μέρες μέχρι τα μέσα Ιουλίου που θα πήγαιναν στην κατασκήνωση, θα μπορούσε να τα κρατάει η μητέρα του. Αλλά ποτέ δεν τους το είχε προτείνει.

Μπαίνοντας στο σπίτι άφησαν το σακίδιό τους κι έτρεξαν στο σαλόνι να βγάλουν τα παπούτσια τους και ν’ ανοίξουν την τηλεόραση.

-Τα πράγματά σας μαζέψτε, είπε ο Παντελής και στάθηκε από πάνω τους.

Ο Γιάννης, ο πιο μεγάλος και πιο καλομαθημένος, τι άλλο θα έλεγε παρά: «Σε λίγο». Ο Μιχάλης, αντίθετα, σηκώθηκε, μετέφερε το σακίδιό του στο δωμάτιό του και τα παπούτσια του στην ντουλάπα του διαδρόμου κι έπειτα γύρισε και κάθισε ξανά στον καναπέ.

Όταν ο Παντελής πήγε να στρώσει το τραπέζι στην κουζίνα, η Ελένη του έβαλε τις φωνές: Γιατί τους άφηνε κι έβλεπαν τηλεόραση; Μα καλά, μυαλό δεν είχε; Ο Παντελής γύρισε στο σαλόνι και τους είπε να κλείσουν την τηλεόραση και να έρθουν για φαί.

Ο Γιάννης σηκώθηκε τεντώνοντας το κορμί του και πήγε στην τουαλέτα.

-Μισό λεπτό, είπε ο Μιχάλης.

-Μιχάλη, τέλειωνε.

-Μισό λεπτάκι.

-Μιθό λεπτάκι, τον κορόιδεψε ο Γιάννης βγαίνοντας απ’ την τουαλέτα.

Ο Μιχάλης έκλεισε την τηλεόραση κι έπειτα όρμησε στον Γιάννη και τον κλώτσησε, όχι δυνατά.

Άρχισαν να σπρώχνονται και να φωνάζουν.

-Ωχ, θα με πεθάνετε. Σταματήστε, είπε η Ελένη βγαίνοντας απ’ την κουζίνα. Πονάει το κεφάλι μου.

Ρε τρελέγκω, είπε ο Παντελής από μέσα του.

Κατά τη διάρκεια του γεύματος, η Ελένη, όπως πάντα, τους ρώτησε πώς τα είχαν περάσει. Δεν έμαθε πολλά πράγματα, μόνο πως κανείς απ’ τους δυο δεν είχε μπλέξει σε καυγά. Τ’ αγόρια έτρωγαν γρήγορα, βιάζονταν να πιάσει το τάμπλετ του ο ένας, το κόμικ του ο άλλος.

-Μπαμπά, γιατί στον Τεν-Τεν ο Μιλού μιλάει; ρώτησε ο Μιχάλης.

-Είναι κόμικ, ρε χαζέ, είπε ο Γιάννης.

-Γιάννη. Δεν θέλω τέτοιες λέξεις, είπε η Ελένη. Επιτρέπεται εσύ, που ήσουν το καλύτερο παιδί της Πέμπτης Τάξης;

-Μπαμπά, θα πάρουμε σκυλάκι; ρώτησε ο Μιχάλης.

-Ναι, μπαμπά, ένα σκυλάκι, είπε ο Γιάννης.

Ο Παντελής χάρηκε και δεν ήξερε αν ήταν απ’ τον γλυκό κι ήρεμο τόνο της κλητικής προσφώνησης ή επειδή τα παιδιά επιτέλους συμφωνούσαν μεταξύ τους σε κάτι. Τους εξήγησε πως, αν κάποτε μετακόμιζαν σε μονοκατοικία, τότε, ναι, θα έπαιρναν.

-Εντάξει, ας πάρουμε χάμστερ τώρα, είπε ο Γιάννης.

-Θα σηκωθώ να φύγω, είπε η Ελένη. Δεν αντέχω άλλο να με βασανίζετε.

Παλιότερα, όταν έλεγε τέτοια, γυρνούσε στον Παντελή και του έκλεινε το μάτι. Τώρα φυσικά ούτε που τον κοίταξε. Τα παιδιά σηκώθηκαν και κατευθύνθηκαν στο δωμάτιό τους, ο Γιάννης χτυπώντας με δύναμη την πόρτα του διαδρόμου.

Καθώς μάζευαν το τραπέζι, ο Παντελής είπε:

-Μετά το νεκροταφείο πήγα στη μητέρα μου.

Σε γενικές γραμμές απέφευγε να της διηγείται τις ανοησίες της μητέρας του, αλλά τώρα, ποιος ξέρει, ίσως για να την πικάρει, της είπε τα περί κλιματισμού και δεξιώσεων. Η Ελένη αναστέναξε. Ήταν εξωφρενικό, κατά τη γνώμη της. Τα ίδια και τα ίδια εδώ και χρόνια. Τελείως παράλογο, αν σκεφτόταν κανείς πως η μάνα του είχε φύγει στα νιάτα της απ’ το χωριό της κι είχε έρθει να ζήσει στην Αθήνα. Γιατί δεν μπορούσαν να κάνουν κι αυτοί κάτι ανάλογο;

-Μήπως οι περισσότεροι Έλληνες έτσι δεν είναι; είπε ο Παντελής. Δεν έχουν άλλα ενδιαφέροντα, μόνο τα παιδιά τους. Επιπλέον, οι δικοί μου αισθάνονταν αδικημένοι. Δεν τους το είχαμε ξεκαθαρίσει απ’ την αρχή.

-Και λοιπόν; Τα δεδομένα αλλάζουν. Εκείνη την εποχή θέλαμε το διαμέρισμα για να μείνουμε, τώρα δεν το θέλουμε. Δεν καταλαβαίνω, απαγορεύεται κάποιος ν’ αλλάξει γνώμη;

Να ένα επιχείρημα που η Ελένη δεν το είχε αναφέρει άλλοτε. Συνήθως έλεγε ότι το επάνω διαμέρισμα της Αργυρούπολης ήταν άβολο ή ότι ο δρόμος από κάτω είχε φασαρία. Στην πραγματικότητα, έτσι κι ο Παντελής είχε επιμείνει, θα είχαν πάει να ζήσουν εκεί. Αλλά του φαινόταν αστείο να επιστρέψει σ’ ένα περιβάλλον με γονείς, συχνή παρουσία συγγενών, καθημερινό έλεγχο για το πού θα πας και ποιον θα φέρεις.

Δεν χρειάζονταν επιχειρήματα στο κάτω-κάτω –όπως ένα παιδί, όταν βλέπει έναν άνθρωπο με παράξενα χαρακτηριστικά, καμπούρα ή γαμψή μύτη, αυτομάτως βάζει τα γέλια· δεν χρειάζεται να επεξεργαστεί τίποτα με τη σκέψη του.

-Κι ο πατέρας σου; Επιτρέπεται να μας βρίσει;

Η Ελένη αγανακτούσε. Αντίθετα, για τον Παντελή, το πείσμα του πατέρα του ανήκε στη σφαίρα του κωμικού. Όποτε το σκεφτόταν, του έρχονταν φράσεις στην καθαρεύουσα: Ο πατήρ μου, απόλυτος ων εν πάσαις αυτού συναλλαγαίς, αγύριστον κεφάλι κατά το κοινώς λεγόμενον, ουδεμίαν συζήτησιν εδέχετο επί του θέματος. Η απόφασίς του ήτο ειλημμένη και δεν εδύνατο να μεταστραφεί.

-Τα μαθήματά σας! Εμπρός! Γρήγορα!

Η Ελένη, φωνάζοντας απ’ την κουζίνα στα παιδιά, περίμενε ότι τα λόγια της θα είχαν αποτέλεσμα. Μια τέτοια γυναίκα πώς να μην την χωρίσεις; Αλλά και το αντίθετο: Πώς να την χωρίσεις; Θα έπαιρνε μαζί της τα παιδιά και θα τα κατέστρεφε με την γκρίνια και την ανυπομονησία της.

Ο Παντελής πήγε στο δωμάτιό τους κι ύστερα από λίγη ώρα κάθονταν και τα δυο στα γραφεία τους. Είχαν να γράψουν τ’ αγγλικά τους για ένα ιδιαίτερο μάθημα που έκαναν μέρα παρά μέρα όλο τον Ιούνιο.

-Να έρθει η μαμά και θ’ αρχίσω να γράφω, είπε ο Γιάννης.

Ο Παντελής υποχώρησε και δεν επέμεινε. Όταν ήρθε η Ελένη, ο Γιάννης άρχισε να την παρακαλάει για σκύλο.

-Ναι, ναι, μαμά, σε παρακαλώ, είπε κι ο Μιχάλης.

Η Ελένη σήκωσε τα χέρια της.

-Παιδιά, σταματήστε. Θα πάθω κάτι. Πονάει το κεφάλι μου, έλεος. Θα με πεθάνετε όλοι σας.

Τα συνηθισμένα: φωνές κι αναστεναγμοί. Παρόλο που ο Παντελής της είχε εξηγήσει επανειλημμένως ότι τα παιδιά έπρεπε να υπακούν σε κανόνες, όχι να υποχωρούν από οίκτο, και παρόλο που η Ελένη συμφωνούσε μαζί του, τώρα συνέχιζε τα δικά της.

Μερικές ώρες αργότερα, στο κρεβάτι, περιμένοντάς την για ύπνο, άφησε τη φαντασία του να δουλέψει. Αν την έριχνε στην αγκαλιά ενός άλλου άντρα κι έβαζε κάποιον να τους φωτογραφίσει σε στιγμές οικειότητας; Το διαζύγιο θα έβγαινε σε βάρος της και θα κρατούσε αυτός τα παιδιά.

Όμως, όταν η Ελένη ήρθε στο κρεβάτι, γύρισε να την αγκαλιάσει. Μόλις κατάλαβε τι πήγαινε να κάνει, συγκρατήθηκε (είχαν μήνες ν’ αγγιχτούν) και τράβηξε το χέρι του. Η Ελένη αναστέναξε και στριφογύρισε μερικές φορές απότομα, έχοντας σίγουρα στο μυαλό της το διαζύγιο και τον αποτυχημένο γάμο της. Ύστερα από λίγη ώρα η ανάσα της ακούστηκε βαριά. Ο  Παντελής σκέφτηκε να πάει στο σαλόνι και να κοιμηθεί με ανοικτό το κλιματιστικό, αλλά, καθώς το σκεφτόταν κι έλεγε μέσα του τι ανακούφιση, τι απελευθέρωση θα ήταν, ένιωσε τα μάτια του να κλείνουν και να βυθίζεται στον ύπνο.

 

5

Την επομένη, στο γραφείο του, έτσι στα ξαφνικά, με κάποια οργή απέναντι στον εαυτό του, τηλεφώνησε στον Μίμη, τον φίλο που έμενε στη Θεσσαλονίκη. Ο Μίμης, μόλις τον αναγνώρισε, άρχισε να μιλάει με κέφι. Ο Παντελής ανακουφίστηκε. Επιτέλους! Ένα άγχος λιγότερο! Τώρα δεν θα είχε να σκέφτεται κάθε μέρα ότι έπρεπε να του τηλεφωνήσει. Επιτέλους! Απελευθέρωση! Το εξομολογήθηκε στον Μίμη εν είδει απολογίας και τον διαβεβαίωσε ότι κάθε Κυριακή τα τελευταία τέσσερα χρόνια είχε αυτό το άγχος.

-Εντάξει, Παντελή, είπε ο Μίμης. Είσαι περίπτωση, το ξέρουμε.

-Είμαι, γέλασε ο Παντελής.

Κατά σύμπτωση, ο Μίμης την επόμενη εβδομάδα θα ερχόταν στην Αθήνα μαζί με τη γυναίκα του. Αν ο Παντελής είχε χρόνο στη διάθεσή του, ευχαρίστως να συναντιόντουσαν.

-Είσαι ακόμα με την Ελένη; Ή απαλλάχτηκες;

Ο Παντελής τα έχασε.

-Αστειεύομαι, είπε ο Μίμης. Παραμένει σκληρή κι αδίστακτη;

Ο Παντελής θυμήθηκε: ο φίλος του είχε τη συνήθεια να ειρωνεύεται και να λέει δυσάρεστα πράγματα, με στόχο να φέρει τον συνομιλητή του σε δύσκολη θέση· επιπλέον, δεν έτρεφε καμιά συμπάθεια για την Ελένη, αν και μπροστά της απέφευγε να το δείχνει – με τις γυναίκες ήταν πιο σοβαρός και συγκρατημένος. Τον είχε ενοχλήσει που παλιότερα για ένα μικρό διάστημα η Ελένη, όποτε τον έβλεπε, τον πίεζε να πάρει δάνειο. Αλλά γιατί σκληρή; Δεν του είχε βάλει και το μαχαίρι στο λαιμό.

Η Ελένη, αντίθετα, όταν άκουσε για τον Μίμη, χάρηκε. Ο φίλος του είχε καρδιά μάλαμα. Η γυναίκα του, ε, δεν ήταν κι ο πιο εύκολος άνθρωπος του κόσμου, αλλά, εντάξει, τρωγόταν… Ο Παντελής την διέκοψε και της ζήτησε να πάει τα παιδιά στην Αργυρούπολη ώστε αυτός να καθόταν και να τελείωνε μερικές φορολογικές δηλώσεις.

-Εντάξει, θα τα πάω. Η μάνα σου παραπονέθηκε πάλι;

-Μου έλεγε ότι δεν έχει χαρεί καθόλου τα παιδιά. Πότε στη Ρόδο, πότε στη Γλυφάδα, πάντα ήταν μακριά της.

-Έλα, μην τα παίρνεις τοις μετρητοίς. Δεν υπάρχει πιο χειριστικό άτομο απ’ τη μητέρα σου. Κι όσο σκέφτομαι ότι τότε που μέναμε στη Ρόδο κι ερχόμασταν στις γιορτές, περνούσα την ώρα μου με τους γονείς σου. Εσύ έβγαινες να δεις τους φίλους σου κι εγώ καθόμουν κι έκανα παρέα στη μάνα σου και τον πατέρα σου.

Όταν έμεινε μόνος, ο Παντελής συμπλήρωσε δύο δηλώσεις, χάνοντας σιγά-σιγά τον ενθουσιασμό που του είχε προκαλέσει η επικοινωνία με τον φίλο του. Στο τέλος τα παράτησε κι έπιασε το κεφάλι του. Ενώ σχεδίαζε να χωρίσει την Ελένη, την έστελνε να επισκεφτεί τη μητέρα του. Ήταν να τρελαίνεσαι.

Σηκώθηκε. Συνήθως, όταν έβρισκε την αιτία της κακής του διάθεσης, ηρεμούσε, τώρα όμως όχι.

Θυμήθηκε μια φράση που είχε πει προ μηνών η αδερφή της Ελένης: «Πώς την αντέχεις; Κι η μάνα μας είναι ανυπόφορη, αλλά είναι εβδομήντα χρονών. Στα σαράντα της δεν γκρίνιαζε τόσο». Ο Παντελής εκείνο το βράδυ είχε στενοχωρηθεί και είχε νιώσει μια θέρμη απέναντι στην Ελένη, μια διάθεση να την προστατέψει από τέτοιες κακολογίες. Η αδερφή της, που ζούσε στη Ρόδο και δούλευε σ’ ένα τουριστικό μαγαζί στα Τριάντα, την ζήλευε. Όμως, τώρα που το σκεφτόταν, η φράση τού φάνηκε να έχει κάτι το επικριτικό για τον ίδιο.

Η Ελένη, γυρνώντας απ’ την Αργυρούπολη, έτρεξε στην μπαλκονόπορτα της κουζίνας κι άναψε τσιγάρο.

-Μου κατηγορούσε το κοριτσάκι του νοικάρη, ότι, αν και μόλις πέντε χρονών, είναι συνέχεια μ’ ένα κινητό στο χέρι κι ότι κατεβαίνει συνέχεια και της χτυπάει την πόρτα. Ήθελε να πει ότι τα δικά μας παιδιά δεν τα βλέπει. Πήρε ύστερα ένα βιβλίο και διάβαζε. Μετά μου είπε να μη βαριέμαι και να πηγαίνω τα παιδιά συχνότερα στην εκκλησία, όχι μόνο μια φορά τον μήνα.

-Σε συμπαθεί όμως. Της αρέσουν οι άνθρωποι που έχουν μια σοβαρότητα. Ενώ εμένα που όλο λέω αστεία… Ποτέ δεν χώνεψε το ύφος μου.

-Ναι, μες στην καρδιά της με έχει. Στο εξής θα την επισκέπτομαι κάθε δεκαπέντε μέρες. Η διευθύντριά μου τη δική της πεθερά δεν την βλέπει καθόλου. Κι εγώ ο βλάκας τότε που ερχόμασταν απ’ τη Ρόδο κρατούσα συντροφιά στους γονείς σου. Και τις Κυριακές, αντί να βγούμε μια βόλτα, μέναμε και τρώγαμε μαζί τους. Αφού εσύ δεν τολμούσες να τους φέρεις αντίρρηση…

Ο Παντελής την κοίταξε. Δεν πήγαινε άλλο. Δεν τραβάει, τι το καθυστερούμε; θα της έλεγε.

Χτύπησε το μέτωπό του: είχε ξεχάσει το βασικότερο. Έπρεπε πρώτα να βρει δικηγόρο. Ναι, αλλά ποιον; Στην ανάγκη θ’ απευθυνόταν στον Μίμη· αυτός θα ήξερε να του συστήσει.

(Το δεύτερο μέρος θα δημοσιευτεί στις 18.11.)

Advertisements

Χριστιανοί στα λιοντάρια

14991953_10154769485145337_6475764873313843883_n.jpeg

του ΚΩΣΤΑ ΖΑΧΑΡΑΚΗ

Τον είδα. Ήμουν περικυκλωμένος από φίλους του που μιλούσαν μεταξύ τους σε πηγαδάκια, κουνούσαν το κορμί τους και φώναζαν περιμένοντας ν’ αρχίσει ένα μεγαλύτερο ξέσπασμα. Δεν τον πήραν πρέφα να έρχεται να ενωθεί μαζί μας καθώς κατέβαινε το δρόμο που οδηγούσε στο τέλος του parade. Ήταν ένας δρόμος κατηφορικός, κάθετος στη λεωφόρο, στον οποίο δεν επιτρέπονταν οχήματα. Δεξιά κι αριστερά του μικρά εμπορικά καταστήματα είχαν κλείσει.

Δεν έλαμπε όπως συνήθως κι έμοιαζε άκεφος· ίσως γι’ αυτό δεν τον είδαν. Φορούσε ένα σκισμένο μπλε τζιν και λευκό μπλουζάκι και σίγουρα μόλις τα πρώτα βλέμματα των φίλων θα έπεφταν πάνω του θα χαμογελούσε και θ’ άρχιζαν όλοι να ασχολούνται μαζί του. Αυτές τις μέρες όμως είχε μάτια μόνο για μένα. Μια βδομάδα ήταν που είχαμε ξαναβρεθεί· για χρόνια χαμένοι μετά το στρατό. Έμοιαζε το ίδιο νέος με τότε ενώ εγώ είχα σίγουρα μεγαλώσει.

«Έτσι είστε εσείς οι στρέιτ, σπάτε εύκολα», είπε κι αυτό υπήρξε η εισαγωγική κουβέντα της εξομολόγησης. «Εξακολουθείς να ’σαι ωραίος άντρας» είπε λίγο αργότερα. «Ειλικρινά, ειλικρινά όμως, εύχομαι να μη σ’ αρέσω!» του είπα και γελάσαμε. Του μίλησα για τον αποτυχημένο γάμο μου κι εκείνος για τη φάση που είχε αρχίσει στη ζωή του τα τελευταία χρόνια. Μια ομάδα γκέι ακτιβισμού από κάποιον που όταν τον γνώριζα δεν ήταν γκέι.

«Πάντα ήμουν», είπε ο άνθρωπος που κάποτε θεωρούσα τον καλύτερο μου φίλο.

Η Λίντα τον είδε πρώτη και τον αγκάλιασε κι όλα τα βλέμματα σαν ηλιοτρόπια στράφηκαν σε κείνον. Άρχισαν δυο-τρεις να του μιλάνε ταυτόχρονα μα κείνη τη στιγμή ακούστηκαν εκκωφαντικά από τα μεγάφωνα οι πρώτες νότες του «Bad Romance». Όλα γύρω μας έγιναν πάρτι.

Κάπου παραπέρα, στη λεωφόρο, μπορέσαμε ν’ αρχίσουμε να μιλάμε. «Νιώθεις αμήχανα;», με ρώτησε.

«Κοίτα, δε θα ’μουν εδώ αν δεν ήσουν εσύ», απάντησα.

«Δε φαίνεσαι καθόλου αμήχανος» μου είπε. Το είπε λες κι ήταν ένα κομπλιμέντο που είχα ανάγκη ν’ ακούσω. Όμως περνούσα σχεδόν καλά και μ’ άρεσε κι ένα κορίτσι από την παρέα του. «Μου θυμίζει το καρναβάλι», του είπα.

«Δεν ήταν πάντα έτσι, έχει γίνει. Έχουν χαθεί πολλά, φίλε».

«Δηλαδή;».

«Δε πρέπει να ’ναι καρναβάλι». Εκείνη τη στιγμή ένας γνωστός δημοσιογράφος ήρθε και του έσφιξε το χέρι. Εκείνος τον άρπαξε από τον αυχένα και πλησίασε το πρόσωπο του στο δικό του· ο δημοσιογράφος φάνηκε να σαστίζει από την εγγύτητα. Έμειναν για λίγο πίσω μας μιλώντας συνωμοτικά κι εγώ δεν έχασα ευκαιρία να ψάξω με το βλέμμα το μελαχρινό κορίτσι με το αγγελικό πρόσωπο. Απογοήτευση, περπατούσε αγκαλιά με το αίσθημα.

Όταν ξανάρθε δίπλα μου, φαινόταν φουρκισμένος. «Έχω βαρεθεί».

«Τι; Ποιόν;» ρώτησα. Δεν απάντησε. «Έχει σχέση με το περιοδικό;»

Κατένευσε. Εκείνο το πρωινό που είχαμε ξανασυναντηθεί μετά από τόσα χρόνια μου μίλησε για το εγχείρημα που είχε στα σκαριά: «Against». Ακτιβισμός και life style.

«Μπορείς να γράψεις κι εσύ εκεί», είχε πει. Αυτός ήταν κι ο λόγος που, από μέρους μου, επέτρεψα αυτή την εμμονική προσέγγιση του παλιού κολλητού. Καθαρός ωφελιμισμός που όμως μέσα σε τέσσερις-πέντε μέρες έδωσε τη θέση του στην περιέργεια. Γνώρισα τους φίλους του κι άκουσα τόσα για τη ζωή του. Είχε έναν κύκλο προσκολλημένο σ` αυτόν, κάποια στιγμή τον αποκάλεσα, για να τον πειράξω, «γκουρού». Ισχυριζόταν πως παντού υπάρχουν κλίκες και συμφέροντα και «τάσεις». «Ίσως αποτελέσω κι εγώ μια τάση», ομολόγησε. Αυτές τις μέρες πίστεψε πως με έπεισε να στρατευτώ όμως εγώ ήμουν απλά ένας επαρχιώτης που πάτησε τα τριάντα-τρία ζώντας —σε όλα τα επίπεδα χρεωκοπημένος— στην πρωτεύουσα.

Θυμόταν πως ήθελα να γίνω συγγραφέας και πόνταρε σ’ αυτό. Εγώ πάλι θυμόμουν πόσο μετρημένη ήταν η συμπεριφορά του στο στρατό · ήταν το αγόρι που αγαπούσαν οι πάντες. Ένας άντρας που οι άλλοι άντρες τον συμπαθούν· άρα όχι ανταγωνιστικός. Όμως κάτι ήθελε από μας …ή όχι; Κάτι που κανείς δεν υποψιαζόταν. Γιατί η φωνή του ήταν βαθιά και σταθερή, το φέρσιμό του όμορφο και λιτό και δωρικό.

Η ποπ μουσική έπαιζε εκκωφαντικά και όλοι χορεύανε. «Βαριέσαι;», με ρώτησε.

«Τι;», φώναξα.

Με έπιασε από το χέρι και διασχίσαμε διαγώνια την πορεία και βγήκαμε στην αρχή ενός μικρού δρόμου. Με οδήγησε εκεί λες και ήμασταν ζευγάρι και παραδόξως το χάρηκα. Σαν αστραπή πέρασε απ’ το μυαλό μου η σκέψη: αν μ’ έβλεπε ο πατέρας μου δε θα ’χε καμιά αμφιβολία πως είμαι πούστης. Ο πατέρας που δε μάσαγε τα λόγια όταν ρωτούσε για το γάμο και για τις αποτυχημένες δουλειές μου.

Περπατήσαμε χαλαρά για κάνα λεπτό κι ενώ άκουγα, τον αχό της πορείας να απομακρύνεται τον ρώτησα: «Που πάμε;».

«Θα ξαναβγούμε στην αρχή του parade», με βεβαίωσε.

«Δε δίνω δεκάρα», απάντησα. «Όμως εσύ δεν είσαι που ήθελες να είμαστε στο τέλος του;»

«Να, γι’ αυτό πάνε όλα στραβά», είπε.

«Δεν κατάλαβα».

«Όλοι αυτοί εκεί έξω δεν είναι ένα», είπε δείχνοντας προς τα πίσω. Είχαμε περπατήσει αρκετά στο δρομάκι που τώρα στένευε και οδηγούσε σε αδιέξοδο.

«Από δω αποκλείεται να βγαίνουμε στην αρχή του parade».

Δεν απάντησε. Σταμάτησε απότομα μπροστά σε μια καγκελόπορτα στα δεξιά του δρόμου. Ένα τριώροφο μιας παλιότερης εποχής που υπέθεσα πως θα ’χει πίσω αυλή που βγαίνει πάλι σε δρόμο. Όμως μπροστά μας δεν είχαμε παρά μια καγκελόπορτα χαμηλού ύψους, έναν κηπάκο με ραγισμένες πλίθινες γλάστρες και μια ακόμα πόρτα από σκούρο, χοντρό, ξύλο. Πήδηξε την καγκελόπορτα και με προέτρεψε να κάνω το ίδιο. Όταν βρέθηκα μέσα στο κηπάκι πρόσεξα πως στο κέντρο της πόρτας διαγραφόταν ένας ανάγλυφος σταυρός και θυμήθηκα πόσο θρήσκος ήταν όταν τον είχα πρωτογνωρίσει. Είχα ξεχάσει πως είχε μεγαλώσει σε εκκλησιαστικό ίδρυμα.

Χτύπησε το κουδούνι και η πόρτα άνοιξε σχεδόν αυτόματα. Ένα χοντρό κορίτσι με γυαλιά και πιασμένα τα μαλλιά του κοτσίδα μάλλον βρισκόταν ακριβώς πίσω από την πόρτα. Φορούσε φούστα που έφτανε ως κάτω, λευκό πουκάμισο και —παρά την καλοκαιρινή ζέστη— λινή ζακέτα. Μας κοίταξε παραξενεμένη αλλά έδειχνε για κάποιο λόγο χαρούμενη.

«Ο πατέρας;», τη ρώτησε.

«Ποιος», έκανε αυτή εννοώντας ποιοι είμαστε εμείς. Μέχρι να της απαντήσουμε κοίταξε προς την καγκελόπορτα και καταλαβαίνοντας πως δεν είχε ανοίξει με κλειδί ούτε παραβιαστεί ρώτησε: «Πως;» Οι δυο ερωτήσεις την έκαναν να μοιάζει ηλίθια.

Είπε το ονοματεπώνυμό του και μετά έκανε παύση. «Με ξέρει».

«Θα του πω», είπε αυτή και χάθηκε από τα μάτια μας. Ακούσαμε τα βήματα της να απομακρύνονται μα αμέσως μετά να ξαναπλησιάζουν. Επέστρεψε γιατί θυμήθηκε πως θα ‘ταν ασφαλέστερο να μας κλείσει την πόρτα στη μούρη. Βάλαμε τα γέλια.

«Εδώ ήταν;», τον ρώτησα.

«Ναι, εδώ», είπε. Καταλαβαίναμε και οι δυο για ποιο πράγμα μιλάμε.

Το κορίτσι ξανάνοιξε οριστικά την πόρτα κι εμείς περάσαμε μέσα. «Είναι πάνω», είπε. Περάσαμε σε έναν διάδρομο γεμάτο εικόνες του Χριστού και των Αγίων με κείνη να μας οδηγεί. Δεξιά κι αριστερά πόρτες· πίσω από αυτές, χαμηλόφωνες συζητήσεις. Μια μυρωδιά χλωρίνης και λιβανιού.

Όταν φτάσαμε στη στριφτή ξύλινη σκάλα εκείνη στάθηκε. «Ανεβείτε». Πρόσεξα πως δε φορούσε πια τη ζακέτα, ούτε τα γυαλιά. Εκείνος άρχισε να ανεβαίνει τη στενή σκάλα κι εγώ να ακολουθώ κοιτώντας προς τα κάτω το πρόσωπο του χοντρού κοριτσιού στραμμένο απάνω μας.

Πάλι διάδρομος και πάλι πόρτες που μόνο η προτελευταία ήταν ανοιχτή. Μπήκα ξοπίσω του και τον είδα να σκύβει και να αγκαλιάζει έναν άντρα που φορούσε ράσα και καθόταν σε ένα τραπέζι. Το τραπέζι μαζί με τρεις καρέκλες έπιανε σχεδόν το μισό δωμάτιο. Τρόμαξα κι εγώ με το πόσο γέρος ήταν αυτός ο άνθρωπος που είχε μπροστά του απλωμένες θρησκευτικές εικονίτσες σε μέγεθος χαρτιών τράπουλας. Του φίλησε το χέρι και κάθισε στη καρέκλα δίπλα του ενώ εγώ —αμήχανος— στεκόμουν όρθιος στην πόρτα.

«Έλα μέσα», είπε ο γέρος. Έτσι όπως είχα μεγαλώσει δεν θα μπορούσα παρά να του φιλήσω το χέρι· αυτό έκανα. Ο παλιός και νέος φίλος μου τράβηξε τη διπλανή καρέκλα κι εγώ κάθισα. Ο γέρος χάρηκε που είχαμε το ίδιο μικρό όνομα, το περιέγραψε σαν επιβεβαίωση της φιλίας μας. «Να είστε αγαπημένοι σαν αδέρφια», μας συμβούλεψε. Γέλασα αλλά ευτυχώς δεν το ‘πιασε· αμφιβάλλω καν αν μπορούσε να δει. Ζήτησε να του μιλήσουμε για τις ζωές μας. Μόνο εγώ είπα αλήθειες.

Κουράστηκε γρήγορα κι άρχισε να ανασαίνει βαριά. Μας έδινε πολλές συμβουλές, να επικαλούμαστε Αγίους, τέτοια. Διηγήθηκε μια σύντομη ιστορία για ένα κορίτσι που έχασε την όραση, αλλά όχι τη πίστη της. Θλιβερή, ήταν μια ιστορία ήττας στην ουσία. Απ’ αυτές όμως που δίνουν στους θρησκευόμενους ανθρώπους μια αίσθηση θαλπωρής. Ζεις χωρίς να βλέπεις, αλλά η Παναγία σε αγαπά. Και κυρίως, συμβαίνει σε κάποιον άλλον.

Πριν φύγουμε μας έδωσε από μια χρωματιστή εικονίτσα που όταν βρεθήκαμε ξανά στον δρόμο εγώ την πέταξα στον πρώτο κάδο που βρέθηκε μπροστά μας. Το οίκημα είχε όντως πίσω αυλή και πίσω έξοδο που τώρα όμως μας έβγαζε αρκετά μακριά από το parade.

Ανεβήκαμε μια ανηφόρα που έβγαζε σε ένα παρκάκι κι από κει μπορούσες να παρακολουθήσεις ένα μέρος της πορείας. Κάτσαμε σε ένα παγκάκι κι ήμασταν πολύ κουρασμένοι. Σουρούπωνε και στην ατμόσφαιρα κυκλοφορούσαν άπειρα ξοδεμένα σωματίδια χαράς στην οποία όμως εμείς δεν είχαμε συμμετάσχει.

«Θες μια κόκα κόλα;», ρώτησε γνέφοντας προς το κιόσκι που υπήρχε λίγα μέτρα παραπέρα.

«Γιατί δεν του είπες πως είσαι ομοφυλόφιλος; Ναι, θέλω».

Έκανε να σηκωθεί από το παγκάκι και μετά το μετάνιωσε.

«Είμαι ένας άθεος που νοσταλγεί την πίστη», είπα.

«Ε;», έκανε.

«Παζολίνι».

«Α!».

Παρότι σουρούπωνε η ζέστη δεν είχε πέσει καθόλου. Σηκώθηκε βαριεστημένα βάζοντας στήριγμα το χέρι του. «Πάω για κείνη την κόκα κόλα», είπε. Από την κωλότσεπη έπεσε η χριστιανική εικονίτσα που του χάρισε ο άλλοτε μέντοράς του.

«Gay over!», είπε κοιτώντας το parade. Δε ρώτησα, ήξερα πως του αρέσει να παίζει με τις λέξεις χωρίς να λέει στην ουσία τίποτα.

«Η δική μου να είναι light!», φώναξα.

«Έγινε!», απάντησε. Ήταν ήδη στο κιόσκι. Από κάτω μας ακουγόταν συνθήματα. Έπιασα την εικονίτσα και την κοίταξα. Χριστιανοί μάρτυρες τα πρώτα χρόνια των διωγμών.

Όρθιοι σε μια αρένα περικυκλωμένοι από λιοντάρια.

ΚΩΣΤΑΣ ΖΑΧΑΡΑΚΗΣ

Ανάγκη και ελευθερία

nx

~ . ~

Aπό το Άχτι στο Κυνήγι του Βασιλιά Ματθία
Μια περιδιάβαση στο έργο του Νίκου Ξένιου ~.~

της ΛΙΛΑΣ ΤΡΟΥΛΙΝΟΥ

Κραυγές διαμαρτυρίας

Το άχτι είναι μια συλλογή 16 διηγημάτων που εμπνέονται από την καθημερινότητα, η οποία αποβάλλει το ρεαλιστικό της περίβλημα και μεταμορφώνεται σε ένα πολυφωνικό ποιητικό μανιφέστο, μια αρένα διαμαρτυρίας όπου άνθρωποι μοναχικοί, πληγωμένοι, βιοπαλαιστές, μετανάστες, καταπιεσμένοι, ξεσπούν την αγανάκτησή τους, βγάζουν το άχτι τους για τον ξεριζωμό από τη χώρα τους, τις συνήθειές τους, τις επιθυμίες τους, τους αγαπημένους τους, την αλήθεια της ύπαρξής τους.

Ένα άχτι που τους ωθεί να αναμετρηθούν με τους φόβους τους, τους πόθους τους, τους εφιάλτες τους, την κοινωνική σκληρότητα και αδικία. Οι ήρωες κινούνται μέσα σε χώρους εγκλεισμού και εξουσίας –  σχολεία, αστυνομικά τμήματα, στρατόπεδα και φυλακές, περιπλανιούνται μέσα σε απάνθρωπα αστικά τοπία, μετρώντας τις θλιβερές ήττες τους, τους απατηλούς θριάμβους τους, καταφεύγοντας στο όνειρο και στην αναπόληση του παρελθόντος. Υπάρχει ένα γλυκόπικρο χιούμορ, μια διάθεση κατεδάφισης που διαποτίζει τις ιστορίες, απόρροια, όπως λέει ο Νίκος Ξένιος σε μια συνέντευξή του, «της επιθυμίας του να απομυθοποιήσει όλα τα πράγματα που είχε πολύ ψηλά, την πολιτική, την κουλτούρα, τον τρόπο που οι άνθρωποι διεκδικούν τα δικαιώματά τους». Όλα θέλησε να τα απομυθοποιήσει, μας λέει, όλα, «εκτός από την εκπαίδευση», καθώς ο ίδιος είναι μάχιμος εκπαιδευτικός και μάλιστα επί 10 χρόνια εργάστηκε σε Διαπολιτισμικό Λύκειο.

Δεκαέξι αριστοτεχνικά διηγήματα όπου ο σαρκασμός εναλλάσσεται με το χιούμορ, το εξπρεσιονιστικό στοιχείο με το ρεαλιστικό, ο κυνισμός με την τρυφερότητα, η υποταγή στην ανάγκη με την αναπτέρωση της ελπίδας, ο αγώνας για την επιβίωση με την αναζήτηση νοήματος, η ταπείνωση με το ξέσπασμα της οργής, ο αποκλεισμός με τη διεκδίκηση, το αίσθημα της αποτυχίας με την προσφυγή στη φαντασία. Στο πρώτο διήγημα «Κόκκινο αλάρμ στην Ιωλκό», μέσα στο δωμάτιο-σταύλο ενός νυχτερινού εφιάλτη, ο ήρωας μεταμορφώνεται σε Κένταυρο, σε ένδειξη διαμαρτυρίας για την κατάρρευση των αστικών μύθων που έτρεφαν τη συλλογική συνείδηση της Ευρώπης και συνδιαλέγεται με την κατσαρίδα, το βουλιμικό καφκικό αρθρόποδο, που για έναν ολόκληρο αιώνα διέσχιζε τους βόθρους και τους υπονόμους της Τσεχίας, τρεφόμενο με τη βρωμιά του ανατολικού γραφειοκρατικού ολοκληρωτισμού. Ειρωνική ματιά που χλευάζει και αποκαλύπτει, με την τεχνική της παραμόρφωσης, την αποκρουστική όψη της εχθρικής πραγματικότητας. Βλέμμα διαπεραστικό και ευθύβολο, που δεν χρονοτριβεί σε θεωρητικά ζητήματα όπως το νόημα της ύπαρξης του πολιτισμού ή η σύγκρουση φύσης και πολιτισμού, αλλά πυροδοτεί μια συναισθηματική έκρηξη του ήρωα που περιέχει όλη την ένταση της υπαρξιακής του συμμετοχής σε αυτήν την αγωνία.

Στο δεύτερο διήγημα, «Tο Άχτι», που δίνει και τον τίτλο στη συλλογή, μια νεοδιόριστη φιλόλογος σε μια επαρχιακή πόλη ασφυκτιά σε ένα αδιάφορο και ανταγωνιστικό εργασιακό περιβάλλον και σταδιακά βυθίζεται στην αδιαφορία για το λειτούργημά της, ενώ το αίσθημα του αποκλεισμού μετατρέπεται σε αίσθημα καταδίωξης, καθώς υποψιάζεται ότι από την κορυφή της ιεραρχίας, τη Συντονίστρια της Μέσης Εκπαίδευσης και τον Διευθυντή μέχρι τους συναδέλφους της μεθοδεύεται εναντίον της μια ανεξήγητη υπονόμευση που την οδηγεί στο να υποβάλει παραίτηση. Έγκλειστη σε έναν Πύργο, όπου δικάζεται και καταδικάζεται ερήμην της, απομονωμένη σ’ ένα διάφανο κελί σ’ ένα Πανοπτικόν όπου όλοι την παρατηρούν και την επιτηρούν, με γελάκια, μισόλογα και μικροκακίες, με την αποφορά της μικρόνοιας και της γραφειοκρατίας, τα βροντάει όλα με ένα «γαία πυρί μειχθήτω» και επιστρέφει με το λεωφορείο στο σπίτι της, σύννεφα αιθαλομίχλης σκεπάζουν την Αθήνα, και κει, στην τρίτη έξοδο της πόλης, βλέπει τσιγγανάκια ξεβράκωτα να αποθέτουν στις σιδηροτροχιές, ενώ το τρένο πλησιάζει με ταχύτητα, μια χελωνίτσα. «Να περάσει το τρένο και να τη λιώσει. Χωρίς λόγο. Έτσι. Για να βγάλουν το άχτι…»

Η άλλη δασκάλα, του έβδομου διηγήματος, σε δυσπρόσιτο ορεινό χωριό με ένα μοναδικό μαθητή που πάσχει από αλαλία, ακούει μόνο τη δική της φωνή να αντηχεί στους τοίχους του πέτρινου σχολείου, ενώ απ’ έξω σωριάζονται οι στοίβες απ’ το χιόνι, και κάθε μέρα ημερώνει το παιδί με την αγάπη της, με «Καραμελίτσες ξεμπλέτσωτες»,  ζαχαρωτά στο χρώμα του τριαντάφυλλου, αντίδοτο στη θλίψη, τη βουβαμάρα, την ερημιά της ψυχής και του τοπίου, ενώ στο τρίτο διήγημα ένας άλλος μαθητής, γιος αρμένιων λαθρομεταναστών με ονόματα σαιξπηρικών ηρώων, Άμλετ αυτός, ένας «Πρίγκιπας» μες στη σαπίλα της γειτονιάς του Μεταξουργείου, κλεισμένος τώρα αναίτια στο κελί της φυλακής, έχει βάλει πείσμα να περάσει στην Ιατρική Σχολή.

1d5a7023-298e-4a1d-b6e3-a441c99c2e0c_3Στο «Επιπλέον» ένας νεαρός οικογενειάρχης, κρυφός ομοφυλόφιλος, σπαταλάει τη ζωή του σε Chat room, σε λουτρά και πορνοκινηματογράφους, περιπλανιέται στην χώρα των Λωτοφάγων, στην χώρα της άσκοπης λαγνείας με τους ηδονικούς καρπούς της λήθης. Και πολλοί άλλοι ήρωες παρελαύνουν, άνθρωποι του μόχθου, άνθρωποι άστεγοι που η νέα «Πολιτική του καταστήματος», του συνοικιακού Σούπερ Μάρκετ, δηλητηριάζει ρίχνοντας σκόνη απορρυπαντικού πάνω στις ανοιγμένες συσκευασίες κρέατος μέσα στον κάδο απορριμμάτων. Ο τρελαμένος «Γιος του Σωτήρη» σε μια ύστατη πράξη αντίδρασης στην αδιάφορη μάνα του που τον περιφρονούσε παιδί, κατεβάζει τα παντελόνια του στη μέση του δρόμου και χέζει την χώρα του, χέζει τους πάντες. Δύο στρατιώτες το πρωί ξυπνούν με δειλά αγγίγματα τον πόθο τους, τον περιβάλλουν με την αχλή της εξιδανίκευσης («Et in Arcadia ego») στον κάθε άλλο παρά ειδυλλιακό στρατώνα και βλέπουνε το βράδυ την παλίρροια να ξεβράζει, στον θάλαμο με τη βαριά μπόχα και τα σκυλάδικα, τα φύκια του ξεθυμασμένου ερωτισμού τους, όταν ο ένας ξαφνικά βγαίνει μες στο σκοτάδι και με το όπλο του ξεπαστρεύει τριγύρω όλα τα αδέσποτα: Ας πάψουν οι Μούσες το βουκολικό τους τραγούδι!

Και φτάνουμε στον «Θρίαμβο» με τον οποίο κλείνει η συλλογή. Ένα τεράστιο γήπεδο με αντικριστές κερκίδες, χωρίς πρόσβαση η μία στην άλλη, μια αρένα, καλύτερα, όπου μαίνεται ο πόλεμος. Δύο στρατοί αντιμέτωποι, οι απόγονοι των Σπαρτιατών, και απέναντι οι βάρβαροι, αίμα κυλάει στην κονίστρα, ένα ρυάκι κατακόκκινο με ανθρώπινα μέλη, ζητωκραυγές απ’ τις κερκίδες, στην εξέδρα οι επίσημοι, κι ο στρατηγός δίνει το πρόσταγμα για επίθεση, τεράστιες γιγαντοοθόνες προβάλλουν την σύγκρουση, πίσω στα αποδυτήρια κάνουνε ντους οι πολεμιστές, πιο πίσω είναι τα στρατόπεδα της κάθε παράταξης και οι δύο πόλεις ή χώρες, η δική μας και η εχθρική. Την μάχη κερδίζουμε εμείς, το βαρβαρικό άγημα χάθηκε αύτανδρο, αύριο θα ακούγεται στις απονομές ο δικός μας εθνικός ύμνος, λέει ο απόγονος των Σπαρτιατών, και κατευθύνεται κρυφά στο εχθρικό στρατόπεδο, αγοράζει εισιτήριο για την ξένη χώρα για να παρακολουθήσει από κει ως θεατής την εξέλιξη της μάχης. Την υπόλοιπη νύχτα του την περνάει αποκαρδιωμένος σε ένα χαμαιτυπείο αγκαλιά με μια γριά πόρνη. Το κόκκινο φως που φώτιζε τα στρατόπεδα, η έξαψη, ο πυρετός έχουν σβήσει. Μείνανε μόνο οι αλλοδαποί εργάτες να καθαρίζουν απ’ το έδαφος το αίμα.

Μια συγκλονιστική αλληγορία είναι το τελευταίο διήγημα, που συνοψίζει και οδηγεί στα άκρα την προβληματική των προηγούμενων. Το κόκκινο χρώμα μάς πολιορκεί από παντού, ουρλιαχτά, κραυγές, επευφημίες, η σφαγή, το λάλημα του πετεινού, οι κανονιοβολισμοί, οι προβολείς του γηπέδου, η φαντασμαγορία της γιγαντοοθόνης. Το όριο επαφής των δύο χωρών είναι το γήπεδο όπου σκοτώνονται κάθε μέρα οι πολεμιστές, κραυγάζοντας συνθήματα που τους εμψυχώνουν, ενώ οι θεατές υποστηρίζουν με πάθος τη δική τους εθνική ομάδα πολέμου, έξαλλοι από το μίσος για τον αντίπαλο, συγκλονισμένοι από εθνική υπερηφάνεια. Είναι σαν όλοι οι ήρωες των προηγούμενων διηγημάτων, με τις αδύναμες κραυγές διαμαρτυρίας, ο καθένας κλεισμένος στο δικό του καβούκι, στο δικό του άχτι, να ενώσανε όλοι μαζί τις φωνές τους, να μοιραστήκανε έναν κοινό σκοπό, την αντιμετώπιση ενός κοινού εχθρού, είναι σαν οι τοίχοι του δωματίου, της φυλακής, του σχολείου να διευρυνθήκαν και να γίνανε τα γιγάντια τείχη ενός γηπέδου, όπου γίνεται αληθινός πόλεμος, που δεν τον βλέπεις πια στην τηλεόραση καθισμένος στην πολυθρόνα σου, όχι, δεν είναι ο πόλεμος που έχει γίνει απλώς θέαμα προς τέρψιν των θεατών του καναπέ, εδώ ο πολεμιστής μετατρέπεται σε οπαδό-θεατή και το αντίστροφο, η απόλαυση της φρίκης εναλλάσσεται με τους σπασμούς του ψυχορραγήματος, η αποστασιοποίηση με τη διέγερση, το πραγματικό και το εικονικό ανταλλάσσουν ιδιότητες, το πραγματικό χάνει την ουσία του, το εικονικό τη δύναμη να υποβάλλει, η ζωή υποβιβάζεται σε αναπαράσταση, γίνεται διάφανη, διαπερατή, επίπεδη, μια προβολή σε γιγαντοοθόνη,  όλοι βορά του άγριου αισθήματος του ανεκπλήρωτου, σε μια αρένα να ξεδίνουν την οργή τους, δεν μπορεί να υπάρχει πραγματική αλληλεγγύη στη ματαίωση παρά συνενοχή στην εκτόνωση, όλοι οι ταπεινωμένοι της ζωής κλεισμένοι στο περιφραγμένο γήπεδο, στο πλέγμα της οργής, πέφτουνε κάτω εξοντωμένοι. Τι καλά που θα ήταν «να πολεμούσαμε έξω από τον στίβο αυτόν για κάποιο ιδεώδες», μονολογεί κάποια στιγμή ο απόγονος των Σπαρτιατών, αναγνωρίζοντας πως το ξέσπασμα της αγανάκτησης είναι στείρο, δεν μπορεί ούτε όραμα να χτίσει ούτε κοινότητα αυθεντική. Ο μόνος θρίαμβος είναι αυτός της βαρβαρότητας, όπου θεατές, θύτες και θύματα αλλάζουνε θέσεις στο τεράστιο σφαγείο της οργής.

Στα 16 διηγήματα της συλλογής η γλώσσα είναι διαυγής, κοφτερή σαν διαμάντι, οι διάλογοι γεμάτοι ζωντάνια, το ταπεινό, το θλιβερό, το ασήμαντο, το νοσηρό, καθώς διαθλώνται στο πρίσμα του Υψηλού, χαρίζουν στοχασμό, κατανόηση και προβληματισμό. Οι ιστορίες συνομιλούν με την ποίηση και τη φιλοσοφία. Το χιούμορ, ο σαρκασμός διαπερνούν τα στεγανά της καθημερινότητας, την κάνουν πιο υποφερτή.

Τα παθήματα ενός σύγχρονου Οιδίποδα

Το δεύτερο βιβλίο του Ξένιου, το  Ένα τριάρι για τον Οιδίποδα, είναι μία νουβέλα. Ο Λεωνίδας, ένας παλαίμαχος αιγυπτιώτης ηθοποιός κάνει πρόβα για την τελευταία του παράσταση του Οιδίποδα επί Κολωνώ στο μικρό του διαμέρισμα, όπου τον παρακολουθούν, από τη φωτογραφία, η πεθαμένη γυναίκα του και από τη δερμάτινη πολυθρόνα το φάντασμα της αγαπημένης του φίλης. Ο ήρωας είναι τριπλά ταυτισμένος με τον Οιδίποδα. Ως άνθρωπος ήταν ένα παιχνιδάκι στα χέρια της Ανάγκης, όπως ο Οιδίποδας στα χέρια των θεών. Υπήρξε θύμα της σκευωρίας των θετών του παιδιών, σαν τον Οιδίποδα που εξορίζεται από τη Θήβα με τη θέληση των δύο γιων του, Ετεοκλή και Πολυνείκη, αλλά και σαν τον Σοφοκλή, τον δημιουργό του Οιδίποδα, που σύμφωνα με την παράδοση υπήρξε θύμα της απληστίας του νόμιμου γιού του, Ιοφώντα. Και επί σκηνής αναπαριστά ως ηθοποιός τα πάθη του τραγικού ήρωα εμβαθύνοντας περισσότερο στην κατανόησή του και συνάγοντας όλο και περισσότερες αναμεταξύ τους ομοιότητες. Ο Λεωνίδας, ένας κομμουνιστής παλαιάς κοπής, έντιμος, εργατικός, ευσυνείδητος, δυναμικός, αλληλέγγυος με τους συνανθρώπους του, ιδεολόγος, αγωνιστής, είναι κατάλοιπο μιας άλλης εποχής, ένα σώμα ξένο στην μεταπολεμική Ελλάδα του καιροσκοπισμού, του εύκολου πλουτισμού, της απαξίωσης των ηθών, της χυδαιότητας. Ένας άνθρωπος ακέραιος που, σαν τον ήρωα του Σοφοκλή, δέχεται όλα τα χτυπήματα της μοίρας, όλους τους χλευασμούς της ύπαρξης. Όταν ήταν πιο νέος και διάβαζε πάλι θέατρο, οργιζόταν με την επιβουλή του θεού που βασάνιζε έναν υποδειγματικό άνθρωπο σαν τον Οιδίποδα.

triari

Τώρα, που αναθυμάται όλη την ταλαίπωρη ζωή του και τη διηγείται στις αγαπημένες του γυναίκες που σαν σκιές τον συντροφεύουν, αγανακτεί, διαμαρτύρεται για την επιβουλή της δικής του μοίρας – αυτός ως μαρξιστής την ονομάζει «υλικοί όροι της ύπαρξης» που καθορίζουν την ευτυχία μας. Ο πατέρας του ήταν ένας χειρώνακτας, ένας ακονιστής μαχαιριών, «σοφό» τον φώναζαν στην Αίγυπτο, ο πατέρας του Σοφοκλή κατασκευαστής όπλων. Τη μάνα του, μια καλή γυναίκα που την λάτρευε, την αντικατέστησε η αγαθή, απλοϊκή γυναίκα του, μια γυναίκα με ποιότητα, συμπονετική προς τα ζώα και τους ανθρώπους, έτσι μάνα και σύζυγος γίνανε ένα, στα μάτια της γυναίκας του έβλεπε τα μάτια της μητέρας του, «αυτή είναι η φυσική τάξη των πραγμάτων». Όμως αυτή η πηγή καλοσύνης τον φόρτωσε δυο παιδιά τέρατα από προηγούμενο γάμο, καθώς και τον άσωτο πρώην σύζυγο και όλο το φρικτό τους σόι, αδέλφια, ξαδέλφια, θείους, και συμφορές αναρίθμητες βρήκαν τον καλό άνθρωπο, τόσες που ούτε ο Ιώβ δεν θα μπορούσε να αντέξει, ούτε ο Βασιλιάς Ληρ, ούτε ο Οιδίποδας. Δεν υπήρξε έγκλημα που να μην έκαναν η αδελφή της γυναίκας του, ο πρώην σύζυγος και τα τέκνα του, προκειμένου να βάλουν στο χέρι τη δική του περιουσία που με αίμα απέκτησε, απειλές, εκβιασμοί, απόπειρες δολοφονίας, δηλητηρίασης, πνιγμού, εκμετάλλευση γυναικών, διακίνηση ναρκωτικών, συκοφαντίες, ψεύδη, αγωγές, δίκες, ψευδορκίες, όλο το απάνθισμα της ανθρώπινης εγκληματικότητας, όπως εμφανίζεται στην μεταπολεμική Ελλάδα της αρπαχτής και της διαφθοράς, που γέννησε τα μετέπειτα χρόνια της κρίσης: μια παραβολή, μια αλληγορία της μετεμφυλιακής Ελλάδας θα μπορούσε να είναι η βασανισμένη του ζωή.

Κι εμείς οι αναγνώστες δυσανασχετούμε, απορούμε, αγανακτούμε, δεν μπορούμε να αντέξουμε άλλο τον καταιγισμό τόσων δεινών, τον πολλαπλασιασμό των εγκλημάτων, την άπειρη διακλάδωση των σκευωριών, όλα μοιάζουν με ένα κακό όνειρο, μ’ έναν εφιάλτη, μοιάζει με φάρσα ο ατέλειωτος κατατρεγμός ενός αθώου και ανυποψίαστου ανθρώπου. Ανυποψίαστου; Ο σύγχρονος Οιδίποδας, τυφλός κι αυτός από το ένα του μάτι, ονομάζει την άγνοια στην οποία ήταν βυθισμένος «εθελοτυφλία». «Οι άνθρωποι δεν θέλουν να αντικρύσουν την αλήθεια, Βέρα!» λέει στη βουβή φίλη του. «Ο Οιδίποδας βγάζει τα μάτια του με τα ίδια του τα χέρια μόνο και μόνο για αντικρύσει την αλήθεια που του στερεί ο κόσμος των αισθητών» (σελ. 45). « Όλοι γύρω λένε ‘μη ρωτάς, μη ρωτάς!’ όταν πρόκειται για σημαντικά ζητήματα… είναι η παρότρυνση που ακούμε για την ευτυχία που προκαλεί η άγνοια, το να ζει δηλαδή κανείς μέσα στην παραίσθηση των απαντήσεων […] να ξέρεις, το ‘μη ρωτάς’ είναι ο καλύτερος τρόπος για να ζεις μέσα στα ερωτήματα! Να απορείς και να μην παίρνεις απαντήσεις» (σελ. 103), λέει ο Λεωνίδας γεμάτος παράπονο και πίκρα μέσα στο γεροντίστικο σπίτι που είναι φορτωμένο αναμνήσεις και απραγματοποίητα σχέδια και λίγο πριν τον θάνατο, οπλισμένος με τη νηφαλιότητα και τη σύνεση που του δίδαξαν τα κλασικά κείμενα, αποφασίζει να φανεί επιεικής απέναντι στα δύο παιδιά τέρατα που του κληροδότησε η γυναίκα του. Ο Λεωνίδας, θύμα των περιστάσεων, της διεφθαρμένης κοινωνίας, δίνει μέχρι το τέλος τον δικό του αγώνα, συνεχίζει να βαδίζει τον δικό του μοναχικό δρόμο της αξιοπρέπειας.

Χαρακτηριστικό της γραφής είναι η ηρεμία, η ψυχραιμία, η απαλλαγή από τα περιττά στολίδια, η απλότητα της αφήγησης που ανακαλεί το ανεπιτήδευτο του προφορικού λόγου, ωστόσο το στέρεο στρώμα του ρεαλισμού το διαρρηγνύει το πικρό υποδόριο χιούμορ, η εισβολή του γκροτέσκο, του εφιαλτικού, από την χρήση της υπερβολής, – τις απανωτές επιθέσεις της κακίας, τις άπειρες μεταμορφώσεις της φαυλότητας, τις λεπτομερείς περιγραφές της ραδιουργίας, την εξαντλητική σκηνοθεσία της κακουργίας. Για ποιο λόγο να παρουσιάζεις έναν ευαίσθητο άνθρωπο που αντιστέκεται στην αθλιότητα να γίνεται άθυρμα μιας γενικευμένης και επιδεινούμενης βαρβαρότητας; Όχι για να δείξεις την αντοχή του καλού, ούτε τον θρίαμβο της κακίας. Ο σύγχρονος Οιδίποδας είναι εθελούσια τυφλός, αρνείται να δει ότι αμέτρητοι άνθρωποι επιλέγουν το κακό και θα συνεχίσουν να το επιλέγουν όσο κι αν αυτός αντιτάσσει τη δική του εγκαρτέρηση και ευγένεια στην εξαχρείωση. Όμως μας καλεί κι εμάς να πάρουμε θέση στη διαμάχη ανάμεσα στην αρετή και την κακία, ανάμεσα στην κυριαρχία της ιδιοτέλειας και την υπηρεσία του ιδανικού. Και μας προκαλεί να επιλέξουμε σε τι είδους χώρα, σε τι είδους κοινωνία θέλουμε να ζήσουμε.

 Η αέναη επιστροφή του ονείρου

Το κυνήγι του βασιλιά Ματθία είναι η τελευταία νουβέλα του Ξένιου. Συναρπαστική αφήγηση, γοητευτική γλώσσα, ένα κράμα ρεαλισμού, ποίησης και παραμυθιού. Θα μπορούσαμε να πούμε πως έχει τη δυναμική του μυθιστορήματος, μιας και διατρέχει μια περίοδο 400 χρόνων και πραγματεύεται τις ζωές δύο ομάδων ηρώων που τοποθετούνται σε απομεμακρυσμένες χρονικές περιόδους. Πρόκειται για μια επιτομή του μεταναστευτικού προβλήματος στην Ευρώπη, που ξεκινάει από πολύ παλιά στη νουβέλα, από τον 15ον αιώνα, ιδωμένο από μια ενδιαφέρουσα και εντελώς διαφορετική από τις συνηθισμένες προοπτική: όχι από την σκοπιά των μαζικών μετακινήσεων λαών ή ομάδων, των μεγάλων αφηγήσεων της επίσημης Ιστορίας και των ουδέτερων στατιστικών, αλλά από την προσωπική ματιά του μετανάστη, που διωγμένος από την πατρίδα του, αναζητά στην Ευρώπη ένα καταφύγιο, το ξεκίνημα μιας νέας ζωής, μακριά από τον εξαναγκασμό και την καταπίεση. Έτσι το μεταναστευτικό αποκτάει μια άλλη οντότητα, διαχρονική, που τη θεμελιώνουν τα όνειρα και οι πόθοι των ξεριζωμένων ανθρώπων, η λαχτάρα τους για ζωή, οι συνθήκες από τις οποίες προσπαθούν να δραπετεύσουν, ο κατατρεγμός τους από τους ισχυρούς, η επιθυμία τους να επενδύσουν ψυχικά στην αλήθεια και την ελευθερία αναζητώντας την αλληλεγγύη των κοινωνικών θεσμών στην ήπειρο όπου γεννήθηκε η δημοκρατία.

ΚΡΙΤΙΚΗ ΞΕΝΙΟΣ ΚΥΝΗΓΙ ΕΞΩΦΥΛΛΟ COLOUR FINALΑυτό που ωθεί τον μετανάστη να ριχτεί σε αυτή την τόσο επικίνδυνη περιπέτεια της περιπλάνησης, να διασχίσει με μια βάρκα τη Μεσόγειο καταχείμωνο, μέσα στην καταιγίδα, να περάσει βουνά, άγρια δάση, πλημμυρισμένα ποτάμια, να πηδήξει συρματοπλέγματα, να κλειστεί σε στρατόπεδα «φιλοξενίας», να ξυλοκοπηθεί από την αστυνομία, είναι η βαθιά ριζωμένη μέσα του θέληση για ζωή, για αυτοδιάθεση, για ευτυχία. Ο μετανάστης είναι ο άνθρωπος που τα έχει χάσει όλα, σπίτι, πατρίδα, οικογένεια, ασφάλεια, ιδιοκτησία, φίλους, συγγενείς, προγόνους, και γι’ αυτό δεν έχει να φοβηθεί τίποτα. Υποχείριο της Ανάγκης αλλά ταυτόχρονα απελευθερωμένος από αυτήν, ξεκομμένος από οποιαδήποτε δεσμευτική συνθήκη, εκτεθειμένος στην αγριότητα της φύσης, από κοινωνική άποψη είναι κάτι το παράδοξο, κάτι το απροσδιόριστο, μια αφαίρεση, ένας περιπλανώμενος χωρίς ιδιότητες, χωρίς κοινωνικούς δεσμούς, που στερείται των πάντων, και γι’ αυτό ακριβώς μπορεί να τολμήσει τα πάντα, να διεκδικήσει τα πάντα, είναι το κατεξοχήν υποκείμενο που μπορεί να θέσει το πρόταγμα της ελευθερίας και της αυτοδιάθεσης σε επίπεδο ανθρώπινου όντος και κοινωνίας. Το μεταναστευτικό λοιπόν πρόβλημα τίθεται από τη σκοπιά του μετανάστη που, έχοντας χάσει κάθε κοινωνικό προσδιορισμό, στο μεταίχμιο της κοινωνίας, στις γραμμές των κλειστών συνόρων μεταξύ των χωρών, στις νεκρές ζώνες, διαθέτει μόνο το ένστικτο αυτοσυντήρησης και την ελευθεροφροσύνη του.

Στη νουβέλα του Ξένιου, πέντε Κούρδοι μετανάστες, προσπαθώντας να ξεφύγουν από το μένος του Ισλαμικού κράτους στο Ιράκ, διασχίζουν την Τουρκία, το Αιγαίο, τα Βαλκάνια με κατεύθυνση προς την Ουγγαρία. Κεντρικός ήρωας είναι ο γεροντότερος, ο Μπίρκα, που στην πατρίδα του ήταν πανεπιστημιακός. Αυτός κατά τη διάρκεια του οδοιπορικού τους, αφηγείται ένα παραμύθι, έναν μεσαιωνικό θρύλο, την ιστορία του Ματθία, βασιλιά της Ουγγαρίας, Κροατίας και Βοημίας στα μέσα του 15ου αιώνα, και της Μερσούδας, μιας βυζαντινής μορφωμένης πριγκίπισσας που την αναγκάζουν να παντρευτεί τον καθολικό βασιλιά. Ο Ματθίας αφιερώνει τη ζωή του σε κυνήγια και πολέμους, είναι ωστόσο καλλιεργημένος, έχει πλούσια βιβλιοθήκη, υποστηρίζει τις τέχνες, τις επιστήμες και τα γράμματα. Θέλει όμως να εξουσιάζει, να κατέχει, να ελέγχει την ψυχή και το σώμα της κόρης, τη ζηλεύει, την υποψιάζεται, την κατηγορεί άδικα, θέλει να την υποτάξει, να τη συντρίψει, κι αυτή «σφαλισμένη στα σύνορα των δυο κόσμων», «χωρίς καμία γέφυρα με την παλιά της ζωή», για να γλυτώσει από τον τύραννο, το σκάει ξεκινώντας μια περιπλάνηση στο άγνωστο, στις παρυφές της Ευρώπης, για να καταλήξει σε ένα νησί του Αιγαίου, όπου εκεί γίνεται μάγισσα φημισμένη για τα θεραπευτικά της βοτάνια για να μεταμορφωθεί στο τέλος σε ένα γρήγορο ελάφι, άπιαστη λεία στο αδιάκοπο κυνήγι του βασιλιά. Δύο ιστορίες κατατρεγμού, καταδίωξης, που αλληλοσυμπλέκονται και συμπληρώνονται μεταξύ τους, η πρώτη ρεαλιστική, σύγχρονη, και η δεύτερη ένα επινοημένο από τον συγγραφέα παραμύθι στα πρότυπα των μεσαιωνικών θρύλων και των λαϊκών παραδόσεων. Δύο ιστορίες που αποδίδουν με ποιητικότητα τη συνθήκη του πρόσφυγα διαχρονικά, που είναι η ανελέητη καταδίωξη, η στέρηση πατρίδας και ελευθερίας, αλλά και ο αγώνας του να βρει ένα καταφύγιο, μια νέα πατρίδα, ενώ το ελάφι, το σύμβολο του ανυπότακτου πνεύματος, μπαινοβγαίνει στις δύο ιστορίες, αίροντας την αντίθεση ανάμεσα σε πραγματικότητα και θρύλο.

Στην ουσία πρόκειται για μία ιστορία και το συμβολικό της αντίστοιχο που την υποστηρίζει, της δίνει βάθος στον χρόνο, νόημα και προοπτική, καθώς το ελάφι παρακολουθεί την πορεία των πέντε μεταναστών διακριτικά και τους συντροφεύει μέχρι να φτάσουν στη Βουδαπέστη. Ο Μπίρκα το κοιτάζει κατάματα, το αναγνωρίζει, ίσως κάποτε να βλέπει μέσα από τα μάτια του τις επόμενες γενιές των ξεριζωμένων να διασχίζουν τα δάση, να τους συνοδεύει αυτός στο ταξίδι τους. Κι όταν φτάνουν στα ανάκτορα της Βούδας, στο τεράστιο σύμπλεγμα της Κρήνης του βασιλιά Ματθία, θα αντικρύσει πάλι το ελάφι, «σμιλεμένο σε μπρούντζο, να ξαπλώνει χτυπημένο στα πόδια του Ματθία» (σελ. 83). Το σύμβολο της στυγερής εξουσίας ακίνητο στο βάθρο του θα συνεχίσει το αέναο κυνήγι του ενάντια σε κάθε εξεγερμένο, ενώ το κυνηγημένο ελάφι μέσα στη ζοφερή νύχτα της μισαλλοδοξίας, δεν θα πάψει να αναζητάει το όραμα της Ευρώπης του ανθρωπισμού, το όνειρο ενός νέου κόσμου δίκαιου, αθώου.

Από τον περίκλειστο χώρο της ιδιωτικότητας όπου οι ήρωες των δύο πρώτων βιβλίων του Ξένιου, ασφυκτιούν και διαμαρτύρονται μάταια, οδηγούμαστε στο δύσβατο μονοπάτι προς τη γη της ελευθερίας, που διασχίζει, προσπαθώντας να σωθεί από το αιώνιο κυνήγι του βασιλιά Ματθία, ο κάθε κατατρεγμένος της γης. Από πού έρχεται; Από παντού έρχεται, απ’ όλα τα μέρη της γης, σαν άνθρωπος έρχεται να μοιραστεί μαζί μας τον χώρο.

Από πού έρχομαι;
Από τη γη έρχομαι
Στη γη έρχομαι
Από την καρδιά της Αφρικής
Από τα νεφρά της Ασίας
Από την Ινδία με τα μπαχαρικά έρχομαι
Από το βαθύ δάσος του Αμαζονίου
Από το λιβάδι του Θιβέτ έρχομαι
Από τη γη του ελεφαντόδοντου
Μακριά από εδώ
Από παντού γύρω μου
Από όπου υπάρχουν δέντρα, βουνά, ποτάμια και θάλασσες
Από εδώ, από εκεί, από παντού.

Από τη μήτρα της Μεσογείου έρχομαι
Από μια ουλή στην ψυχή
Από κλειστά σύνορα
Από ένα στρατόπεδο με χίλιες σκηνές
Από τις ακτές με τον Αλάν τον Κούρδο έρχομαι
Από ένα τραύμα σφαίρας
Από το πρόσωπο ενός ρημαγμένου παιδιού
Από την ανάσα του στεναγμού μιας μάνας
Από ένα σκίσιμο σε μια βάρκα φουσκωτή για να βυθιστεί
Από ένα μπουκάλι νερό μοιρασμένο σε πενήντα
Από την παγωμένη μύξα στη μύτη ενός νηπίου
Από ένα δάκρυ στο μάγουλο του πατέρα
Από ένα πεινασμένο στομάχι
Από ένα γκράφιτι που λέει, «ήμουν εδώ μια φορά»
Από την άλλη μεριά ενός δέντρου που λέει «Αγαπώ τη ζωή»
Από τα άκρα του σώματος που λείπουν
Σαν ένας άνθρωπος με τα πάντα έρχομαι να μοιραστώ το χώρο

(Ποίημα του Αμίρ Νταρουίς, Σύριου ποιητή, κουρδικής καταγωγής, απόδοση Β. Ιντζίδη)

~.~

Stieglitz-Snapshot2

O Νίκος Ξένιος είναι εκπαιδευτικός με σπουδές φιλοσοφίας και χορού, κριτικός θεάτρου, χορού και λογοτεχνίας και συγγραφέας τριών αξιόλογων έργων: το πρώτο είναι μια συλλογή διηγημάτων με τίτλο Το άχτι (Φαρφουλάς, 2011), ενώ τα δύο επόμενα είναι νουβέλες: Ένα τριάρι για τον Οιδίποδα (Φαρφουλάς, 2012) και το Κυνήγι του βασιλιά Ματθία (Κριτική, 2017).

Η Λίλα Τρουλινού είναι φιλόλογος και πεζογράφος.

Εκεί κι εδώ (διήγημα)

Sportbeklei

~ . ~  

της ΑΛΕΞΑΝΔΡΑΣ ΣΑΝΔΗ  ~.~

Από όλα τα κορμιά εσύ πρόσεξες το δικό της. Παντού γύρω αξιοπρόσεκτα κορμιά, κορμιά ωραία, χυτά, λαξεμένα, κορμιά ταλαιπωρημένα από αυτοεπιβαλλόμενη ασιτία ή από σίτιση αυστηρά χωρίς γλουτένη, κορμιά κατάκοπα, υποταγμένα στους κανόνες του φίτνες και του πέρσοναλ τρέινινγκ, κορμιά που έχουν χρόνια να φάνε βραδινό, κορμιά που συχνά ξερνούν ή φτύνουν μεγάλες δόσεις σοκολάτας, κορμιά τόσο ίδια, σχεδόν απαράλλακτα, επαναλαμβανόμενα κορμιά, τρισδιάστατα φωτοαντίγραφα, στρατιά από κλώνους. Δεν μπορούσες να τα προσέξεις παρά όλα μαζί, σαν ένα κλειστό σύνολο, σαν μια ομάδα σε σκοτεινή αποστολή, σαν μια μάζα γυμνή. Δεν μπορούσες να δεις κανένα ξεχωριστά, σαν μονάδα, σαν ένα, κανένα εκτός από το δικό της. Ίσως αν δεν ήταν το δικό της να νόμιζες ότι είσαι σοβαρά μεθυσμένος ή ότι η μεγάλη πραγματικότητα, αυτή που βλέπεις με τα ματιά άλλοτε ανοιχτά άλλοτε κλειστά, αυτή που είναι στ’ αλήθεια πραγματική, όχι η άλλη, αυτή, η δική σου πραγματική πραγματικότητα έχει διασπαστεί σε πολλές ίδιες πιο μικρές πραγματικότητες, όχι για άλλο λόγο, παρά μόνο για τη δική σου εξυπηρέτηση, μπας και τα φέρεις βόλτα αυτή τη φορά. Έτσι κι αλλιώς πάντα είχες ζητήματα με το μέγεθος.

Δε γελιέσαι ούτε βαυκαλίζεσαι. Ξέρεις ότι δε θα είχες καμία ελπίδα αν το δικό της κορμί δε ξεχώριζε, αν δεν ήταν το μοναδικό που κατάφερες να προσέξεις μέσα στα αξιοπρόσεκτα. Δεν είχε απαραίτητα κάτι διαφορετικό. Είχε δυο χέρια, δυο πόδια κανονικά, ένα ωραίο κεφάλι ούτε πολύ μεγάλο ούτε πολύ μικρό –πάντα είχες πρόβλημα με τα δυσανάλογα κεφάλια– δεν είχε κάποιο έλλειμμα ή κάποια υπερβολή για να τραβήξει την προσοχή σου, όχι. Ήταν η κίνηση του, η κίνηση αυτή που ακολουθούσε το άπειρο, αυτή που σε ερέθισε μέχρι εκεί που πιο πριν από αυτό το εκεί δεν υπήρχε άλλο αντάξιο του. Το προηγούμενο εκεί, σαφώς χαμηλότερης στάθμης, ήταν τότε στο λεωφορείο. Είχες αφήσει τη μάνα σου στο κρεβάτι του πόνου,  του παραπόνου, του παυσιπόνου, στο κρεβάτι του τέλους και του επιτέλους, και κυρίως στο κρεβάτι του γείτονα, του πρώην γείτονα, αυτό που είχε όλα τα κομφόρ για να κάνει τους σχεδόν νεκρούς σχεδόν ζωντανούς και τους σχεδόν ζωντανούς τελείως πεθαμένους και που η χήρα του ξεφορτώθηκε χωρίς αντάλλαγμα, μιας και δεν κατάφερε να συμβιώσει με την πιθανότητα να ξαπλώσει κάποτε κι εκείνη εκεί. Την άφησες και ανέβηκες στο πρώτο λεωφορείο που βρήκες, κάθισες στο πίσω μέρος, εκεί που η λεκάνη σου ταραζόταν περισσότερο από τις λακκούβες και τις σκληρές αναρτήσεις, και τότε σου ’ρθε στο μυαλό ότι ήσουν κάπου στην ανατολή, έξω από ένα ναό με περίτεχνη αρχιτεκτονική παγόδας, όταν το κορμί σου άρχισε να ταλαντώνεται με τρόπο πρωτόγνωρο. Ο  σεισμός, πρωτόγνωρα ισχυρός, κατεδάφισε το ναό εγκλωβίζοντας στα πρωτόγνωρα συντρίμμια εκατοντάδες πρωτόγνωρα πτώματα. Σε φαντάστηκες να βουτάς στα συντρίμμια και να αγκαλιάζεις τα πτώματα, κυρίως πτώματα γυναικών αλλά και μερικών ανδρών, και δυο τριών παιδιών, και να τα βγάζεις ξανά στο φως. Κι εκεί που ένιωθες τα χέρια σου στα στήθη τους, στους γλουτούς, στους μηρούς, στις πλάτες, στο πίσω μέρος των γονάτων τους κι έτσι όπως μύριζες τα τελευταία τους υγρά αναμεμιγμένα με τη σκόνη από τα χαλάσματα, είχες τη μεγαλύτερη σου στύση. Μέχρι εκεί.

Εκεί τότε, εκεί και τώρα, όχι εδώ. Ποτέ εδώ, γιατί στο εδώ θα της μιλούσες, θα τη ρωτούσες τουλάχιστον το όνομα της – δε θα γινόταν αλλιώς. Στο εδώ τα πράγματα είναι απαιτητικά, το εδώ σε παίρνει μαζί του δε σε αφήνει να ξεφύγεις, να διαφύγεις, να καταφύγεις εκεί που θες εσύ, στο δικό σου εκεί. Μέχρι εκεί. Θυμάσαι το όνειρο που είδες το προηγούμενο βράδυ,  αυτό που έτρωγες από τα σκουπίδια, όχι γιατί πεινούσες, ούτε κι εσύ ήξερες γιατί έτρωγες, αλλά ήταν κάτι που έπρεπε να κάνεις, δε μπορούσες να ξεφύγεις  κι έτρωγες σκουπίδια μέχρι που ξύπνησες. Αν ήσουν στο εδώ θα είχες ακόμα τη γεύση από τα σκουπίδια, θα κουβάλαγες τη μυρωδιά τους και θα έπρεπε να της πεις κάτι, οτιδήποτε. Θα μπορούσες ας πούμε να της πεις, σήμερα το βράδυ θα σε δω στον ύπνο μου. Έχω πολύ καιρό να ονειρευτώ γυναίκα. Πάνε χρόνια. Τελευταία φορά είχα ονειρευτεί τη μητέρα μου πριν με γεννήσει. Ήταν όμορφη, δε με έβλεπε, μόνο εγώ την έβλεπα. Ήθελα να τη φωνάξω, είχα ξεχάσει όμως το όνομά της. Δεν είμαι καλός με τα ονόματα. Τα ξεχνώ όλα. Κάποιες φορές μέχρι και το δικό μου, για αυτό καλύτερα μη μου πεις το δικό σου. Μέχρι εκεί. Θα μπορούσες επίσης να ρωτήσεις τυπικά κι ευγενικά, έρχεστε συχνά εδώ, δεν σας έχω ξαναδεί, νομίζω ότι έχω ξαναέρθει άπειρες φορές, αλλά είμαι σίγουρος ότι δε σας έχω δει ούτε μία, μετά θα αναρωτιόσουν αν σε μια γυμνή γυναίκα είναι πρέπον να απευθύνεται κανείς στον πληθυντικό. Αλήθεια πού έχετε αφήσει τα ρούχα σας, θα συνέχιζες,  τι ρούχα φοράτε στη ζωή σας; Γενικά σας ενδιαφέρει η μόδα ή η άνεση; Κι ενώ θα ρώταγες αυτό, θα έσφιγγες αντανακλαστικά το μαύρο μανδύα πάνω στο σώμα σου και θα αναρωτιόσουν αν τα δικά σου ρούχα είναι ακόμα εκεί που τα άφησες, χωρίς να έχεις ιδέα που είναι το εκεί. Μέχρι εκεί. Τέλος, αν ήσουν θαρραλέος στο εδώ, θα μπορούσες να την αγγίξεις με το κάλο, με το στανιό, με το άγριο, με τη θέλησή της, με τη βία, με τα χέρια σου, με τη γλώσσα σου, με το πέος σου, θα μπορούσες να την αγγίξεις, ενώ μάλλον θα σκεπτόσουν τότε που κήδεψες το αγαπημένο σου λαμπραντόρ στην αυλή του παππού σου, δίπλα στα γεράνια της γιαγιάς –δεν ήσουν πάνω από οχτώ χρονών κι έκλαιγες λες κι ήσουν οχτώ χρονών– για να μη τελειώσεις επιτόπου και δε νοιώσεις τη λεκάνη της να διαγράφει το άπειρο πάνω στη δική σου. Μέχρι εκεί.

Στο εδώ δε θα μπορούσες όμως να της πεις, είσαι ό,τι πιο όμορφο έχω δει, γιατί θα σε άκουγε και είτε θα σε πίστευε είτε όχι, οπότε και στις δυο περιπτώσεις θα έβγαινες χαμένος. Στη μία γιατί θα σου έκανε το βίο αβίωτο με τις ματαιόδοξες ερωτήσεις, τις ματαιόδοξες ανασφάλειες, τα ματαιόδοξα καπρίτσια, τα ματαιόδοξα πηδήματα και στην άλλη γιατί θα σου απέδιδε ένα ευρύ φάσμα διόλου κολακευτικών χαρακτηρισμών, βλέπε από «καιροσκόπος» έως και «πειναλέος». Μέχρι εκεί.  Ενώ τώρα στο εκεί της λες, είσαι ό,τι πιο όμορφο έχω δει. Έχεις συγκλονίσει ό,τι έχω, έχεις απαγάγει τη σκέψη μου, το βλέμμα μου είναι σταθερά κολλημένο πάνω στον κορμό σου, είσαι το μοναδικό κορμί ανάμεσα σε τόσα άλλα. Είμαι τυφλός για όλα τα άλλα. Η στύση μου είναι μεγάλη και σκληρή εξαιτίας σου και αυτό είναι ένα θαύμα, γιατί είναι ζωντανή και είσαι κι εσύ ζωντανή, κάτι που δεν έχει ξανασυμβεί, γιατί πιο πριν η μια από τις δυο ήταν πάντα πεθαμένη. Μέχρι εκεί. Της τα λες με πάθος χωρίς να κρύβεις ούτε στάλα από τον ενθουσιασμό και τη θέρμη σου, της τα λες και εννοείς κάθε λέξη και θα την εννοείς όσο εκείνη δε θα την ακούει και δε θα την ακούει όσο θα είναι στο εδώ της κι εσύ θα είσαι στο εκεί σου.

Ένα πράγμα μόνο ζητάς κι επειδή δεν μπορείς να της το ζητήσεις, το εύχεσαι. Κάθε φορά που πηγαίνεις εκεί να τη βλέπεις. Εκεί.

ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΣΑΝΔΗ