διήγημα

Έφη Δήμου, «Τέλειο!»

main-image.jpg

«Τέλειο!»

Τον τελευταίο μήνα, κάθε μέρα, η ίδια σκηνή, η ίδια κουβέντα. Εκείνη, καθισμένη στο τραπέζι της κουζίνας, με το βλέμμα καρφωμένο στα χέρια της, προσεχτικά ακουμπισμένα στην ποδιά της και, εκείνος, να κόβει βόλτες μπροστά της, σαν αγρίμι στο κλουβί. Μικρές βόλτες, πέρα-δώθε, ίσαμε τέσσερα βήματα η καθεμία. Σταματά και ανάβει τσιγάρο. Τρεις βαθιές ρουφηξιές. Τη ρωτά αν είναι σίγουρη, αν το σκέφτηκε καλά και νιώθει το πηγούνι του να τρέμει. Του απαντά ότι όχι, δεν είναι σίγουρη, για τίποτα πια δεν μπορεί να είναι σίγουρη όμως τώρα αυτό θέλει. Τον προλαβαίνει και του μιλά για τα παιδιά, πως είναι μεγάλα, θα καταλάβουν, αν μπουν στον κόπο να ασχοληθούν. «Δε σε ρώτησα για τα παιδιά», της λέει ξερά. «Κουράστηκα να υποκρίνομαι…», συνεχίζει εκείνη σα να μην τον άκουσε και κάνει να σηκωθεί να φύγει. «Κουράστηκες να υποκρίνεσαι;», αρθρώνει με κόπο εκείνος και αφήνει τα χέρια του να κρεμάσουν. Το τσιγάρο πέφτει από τα δάχτυλά του και κυλά στο πάτωμα. Ο καπνός του αρχίζει να ανεβαίνει προς τα πάνω αλλά διαλύεται προτού φτάσει στο ύψος των κεφαλιών τους. Με την αναστροφή του χεριού του σκουπίζει τον ιδρώτα που έχει φυτρώσει –ψιλές ψιλές σταγονίτσες– στο μέτωπό του. «Κουράστηκες να υποκρίνεσαι;», επαναλαμβάνει σα να απευθύνεται στο κενό. «Δεν αντέχω άλλο σ’ αυτόν τον ρόλο», ψελλίζει εκείνη με φωνή βραχνή και πνιγμένη, ανακατεμένη μ’ ένα πνιχτό αναφιλητό. «Μαριάννα, κοίταξέ με» κι εκείνη, σαν μικρό παιδάκι, υπακούει. Τον κοιτά με το πρόσωπό της βουτηγμένο στα δάκρυα και σε λίγο ξεσπά σε λυγμούς που τραντάζουν το λιγνό κορμί της. «Για ποιο ρόλο μου μιλάς; Πρόκειται για τη ζωή σου. Τη ζωή μας», λέει εκείνος και κάνει να την αγγίξει. «Έχω στεγνώσει από ζωή. Είμαι μόνο θέατρο…», λέει εκείνη πικρά, τα μάτια της κατακόκκινα, στα όρια του εαυτού της. «Σύνελθε», φωνάζει εκείνος και η παλάμη του αφήνει κόκκινο αποτύπωμα στο μάγουλό της. Πονάει. Σωριάζεται στο πάτωμα και νιώθει την καύτρα του τσιγάρου στην πλάτη της. Η θεόρατη σκιά του στέκει από πάνω της και την κάνει να μαζευτεί κουβάρι, παλεύοντας απεγνωσμένα να ξεφύγει, να κρυφτεί. Αφήνει μια κραυγή που δεν βγαίνει ποτέ προς τα έξω. Το πρόσωπό της είναι αλλοιωμένο από μια έκφραση απελπισίας και οδύνης. Με τρόμο αντιλαμβάνεται τα δάχτυλά του να σφίγγουν το λαιμό της. Έχει μελανιάσει, ανασαίνει όλο και πιο δύσκολα.

Με όσο κουράγιο της απομένει σηκώνει το κεφάλι και το στρέφει προς την πλευρά της πλατείας. «Στοοοπ!», ακούγεται μια φωνή, «τέλειο!». Τα μάτια της μένουν ακίνητα, διεσταλμένα, με μια έκφραση θριάμβου πάνω στη γυάλινη επιφάνειά τους.

ΕΦΗ ΔΗΜΟΥ



(Τὸ διήγημα «Τέλειο!» ἀποτελεῖ προδημοσίευση ἀπὸ τὴν ἐπικείμενη συλλογὴ ἀφηγημάτων τῆς Ἔφης Δήμου, ἡ ὁποία ἐπίκειται νὰ κυκλοφορήσει ἀπὸ τὶς ἐκδόσεις Γκοβόστη)

Δημήτρης Καρακίτσος, Bicycle Waltz

20190801_103048.jpg

Δημήτρης Καρακίτσος

Bicycle Waltz

Ξεκινάς από το σπίτι, είναι, λες, ένα μικροαστικό δυάρι στα Πατήσια. Βιβλία παντού και κούτες με περιοδικά, προφυλακτικά στο πάτωμα, ένα κλουβί με παπαγαλάκια… ή μάλλον σκατά, δεν χρειάζεται παπαγαλάκια η ιστορία σου, έχεις έναν ταύρο εν υαλοπωλείω, ένα τηλεβόλο που ισοπεδώνει την ετοιμόρροπη γλώσσα μας: έχεις τον μεγαλύτερο συγγραφέα από καταβολής κόσμου. Το δυάρι του λοιπόν είναι γεμάτο εξωτικά φυτά και αντίγραφα έργων του Πικάμπια – αρκούν αυτά. Ένα τραπεζάκι με λίγα μπουκάλια, ουίσκι, ρούμι και μπράντι… όχι, μεθύσι και γραφομηχανές δεν φτιάχνουν καλούς συγγραφείς αλλά ηλίθιους θαυμαστές, σκέτος καφές, φτάνει, μια χαρά. Και τώρα στο ζουμί: να περιγράψεις το υποτιθέμενο έργο του. Ότι έγραψε τι; Οπότε στύβεις τη φαντασία σου και ξεκινάς. Έκανε το ντεμπούτο του στα έντεκα, μπλα μπλα, με ένα βιβλίο που τυπώθηκε με λεφτά του πατερούλη. Η Ιστορία της αεροπλοΐας. Εξήντα εννιά αεροπλάνα, οι πρώτες πτήσεις και οι πρώτες ανακαλύψεις. Οι πρωτοπόροι, ο Voisin, οι αδερφοί Ράιτ, τα μονοκινητήρια, οι αεροπλανικές επιδείξεις, τα καρδιοχτύπια και τα λιβάδια με τα ανεμόπτερα, τα αερόστατα και οι εκκεντρικοί μηχανικοί. Οι στολές, τα ατυχήματα, τα υπερατλαντικά εγχειρήματα, τα μεσοπολεμικά πόστερ και οι σαμπάνιες ύστερα από κάθε πέρασμα της Μάγχης – έντεκα χρονών, διάολε! Κι ύστερα περνάς στο δεύτερο, ένα μυθιστόρημα με τίτλο, ξερωγώ, Ταξίδι στην άκρη της νύχτας με γιγάντιο ψάρι. Λήγει ο Πρώτος Παγκόσμιος, κι ένας Γάλλος φαντάρος γυρίζει στο χωριό του. Κοιμάται σε αχυρώνες και παλιές αποθήκες, πιάνει δουλειά ως εργάτης των Σιδηροδρομικών Γραμμών Υπερδνειστερίας, αλλά δεν στεριώνει εκεί, ξέρεις, κάποια γυναίκα. Ύστερα περιπέτειες, καβγάδες, πόρνες και ο δρόμος που τον οδηγεί στο κεντροευρωπαϊκό κρατίδιο Μαρντούκ κλπ κλπ, σε ένα ψιλοερειπωμένο ξενοδοχείο, παρέα με δυο περιπλανώμενους πεζικάριους (έναν πρώην μάγειρα κι έναν πρώην νευρολόγο-ψυχαναλυτή). Αποφασίζουν να στήσουν το ξενοδοχείο από την αρχή, αλλά ως ησυχαστήριο αυτή τη φορά για ολίγους εκλεκτούς. Ιδού το «Οτέλ Μιραμάρε», που αφορά στρατιώτες και αξιωματικούς που θυμούνται τα όνειρα και τους εφιάλτες τους στα χαρακώματα. Ο νευρολόγος καταγράφει τις αφηγήσεις και τις καρφιτσώνει στις κόκκινες κουρτίνες της σάλας, τίποτα πιο φρικιαστικό και παράλληλα όμορφο στην ιστορία της παγκόσμιας λογοτεχνίας, θα πεις εσύ, τα νοσταλγικά όνειρα, το σπιτικό που περιμένει, η τσαγιέρα και το πιάτο με τα βουτήματα, η σοφίτα, το ξύλινο αλογάκι, ο αχυρώνας και οι κότες του παππού, ενώ, από την άλλη, οι εφιάλτες, τα μάτια των κατακρεουργημένων, τα αέρια, οι αρουραίοι, ένα άλογο χτυπημένο από οβίδα. Και μπλα μπλα. Και το τρίτο τώρα, μια φιλοσοφική νουβέλα είκοσι χιλιάδων λέξεων με τον τίτλο Ex nihilo. ένας δυσλεκτικός που προσπαθεί μέσα από βιβλία εκλαϊκευμένης επιστήμης να κατανοήσει το σύμπαν. Το ηλεκτρόνιο (γιατί έχει μάζα 1,836 x 10³ φορές μικρότερη από το πρωτόνιο;), η βαρύτητα, η σκοτεινή ύλη, η θεωρία των πάντων, η κβαντομηχανική κλπ κλπ. Ξαφνικά ο ήρωας συλλαμβάνει μια υπέροχη ιδέα. Αν υποθέσουμε ότι η ιστορία της φυσικής είναι σαν να ξετυλίγεις ένα μπλεγμένο κουβάρι, τότε τι θα βρούμε (αν φτάσουμε ποτέ) στο τέλος του νήματος; Τι υπάρχει έξω από το σύμπαν, πότε γεννήθηκε ο χρόνος, συνέβη το Big bang, και αν ναι τι το προκάλεσε; Τι προκάλεσε αυτό που προκάλεσε το Big Bang και ούτω καθεξής. Μα είναι απλό, σκέφτηκε ο καθηγητής, τα δομικά στοιχεία του σύμπαντος δεν μπορούν να δώσουν απαντήσεις, το σύμπαν έχει χάσει τη μνήμη του, δηλαδή όφειλε, ως αιτιατό, να χάσει τη μνήμη του για να μπορέσει να κόψει τις βαριές αλυσίδες που το καταδίκαζαν στο ίδιο κελί με την άπλυτη και αυταρχική αιτία. Αν τα υποατομικά σωματίδια, τα μποζόνια φερ’ ειπείν και τα γκλουόνια, ήξεραν τι κάνουν θα έπρεπε να δώσουν απαντήσεις, αλλά οι απαντήσεις (π.χ. τι προηγήθηκε του χρόνου;) θα έσπρωχναν τα πάντα στο χείλος μια προ-κοσμικής αβύσσου. Ζούμε λοιπόν σε έναν αμνήμονα κόσμο, και είναι η ιδιότητά του αυτή που τον καθιστά πραγματοποιήσιμο εκ του μηδενός. Φοβερό βιβλίο. Φοβερή σύλληψη. Ή, όπως έγραψε ένας κριτικός, μια συμπαντική αντισύλληψη. Και μπλα μπλα. Πραγματικά, είναι άχαρο αυτό που πρέπει να υποστώ, η αρχική ιδέα μου δεν ήταν τόσο φιλόδοξη: ήθελα να γράψω για έναν μέτριο συγγραφέα που κάθε λίγο τού χτυπούν την πόρτα. Μια απλοϊκή ιστορία: Είναι πανέμορφες γυναίκες, η Κατερίνα από τον πρώτο, που ξέμεινε από ζάχαρη, η Σοφία με την πετσέτα στα κεφάλι, που της κάηκε το πιστολάκι, η Έφη από το διπλανό, που του ζητά ευγενικά να χαμηλώσει την τηλεόραση γιατί μελετά για το διδακτορικό της – μα ποια τηλεόραση; Δεν έχω τηλεόραση, όπως βλέπεις βασανίζομαι σε μια παλιά γραφομηχανή, λέει ο συγγραφέας. Όλες τους γυρεύουν αφορμή για σεξ. Είναι θεές και αχαλίνωτες. Δεν μ’ αφήνουν να γράψω, σκέφτεται ο τύπος βυθίζοντας τα δάχτυλά του στα μαλλιά της τάδε και της τάδε, υπνωτισμένος από την ηδονή και τα αρώματα. Θα ήταν κωμικό το διήγημά μου, είχα γράψει τέσσερις σελίδες και είχα βρει το κατάλληλο ύφος, αλλά ξαφνικά κεραυνοβολήθηκα από αυτό που λέμε συγγραφική σοβαρότητα. Μυρίζει καψόνι εδώ, μυρίζει τιμωρία αυτό με τις γυναίκες που δεν τον αφήνουν σε ησυχία. Και το ερώτημα που γεννάται είναι ποιος θέλει την τιμωρία του, και κυρίως γιατί; Η απάντηση είναι εύκολη: ο Θεός. Ναι, είναι έργα του Θεού οι παρενοχλήσεις. Ο Θεός αποφάσισε να φέρει προσκόμματα στον μεγαλύτερο συγγραφέα όλων των εποχών. Γιατί όμως; «Έχεις διαπράξει ύβρη», του λέει μέσα από τα μάτια της Σοφίας, της Έφης και της Κατερίνας, «για την ακρίβεια μαζί τη διαπράξαμε, πηλέ μου έμψυχε. Δεν έπρεπε να σε πλάσω, είσαι ένα λάθος της Δημιουργίας, είσαι ένα τεράστιο λάθος, μα τώρα είναι αργά – σε έχω αγαπήσει. Τι μου μένει; Να θέσω εμπόδια στη γραφή σου. Και θα το κάνω, γλίσχρε και ουτιδανέ, θα σου επιβάλω μια θεσπέσια τιμωρία. Ετοιμάσου για ορδές γυναικών, καλλονές που θα σου χτυπούν την πόρτα κάθε φορά που πας να γράψεις, είσαι επικίνδυνος, τα γραπτά σου πρόκειται να σπείρουν το χάος – κι αυτό δεν θα το επιτρέψω. Θα σου στείλω πολλές γυναίκες: την Νάντια από τον πέμπτο και την παντρεμένη από το ημιυπόγειο, την Κερασία, αλλά και την Πόπη, την ντελιβερού, που μπέρδεψε τα κουδούνια – σεξ και πίτσες!» Το κλειδί της παρουσίας του Θεού σ’ αυτό το διήγημα είναι η λέξη χάος. Η σπορά χάους. Και είναι αυτό που φοβάται ο Θεός. Πώς ένα πλάσμα τρωτό μπορεί να θέσει τους όρους για κάτι αναλλοίωτο και άφθαρτο; Λένε ότι το σύμπαν κάποια στιγμή θα πάψει να υπάρχει, η ανθρωπότητα, η Γη, ο γαλαξίας μας, η Λανιακέα και όλα τα σούπερ κλάστερ γαλαξιών θα έχουν ήδη καταποντιστεί στις μαύρες τρύπες, αλλά εμείς, με μόλις τέσσερις χιλιάδες χρόνια ιστορίας, γράφουμε κριτικές λογοτεχνίας και επιδιδόμαστε, μεταξύ τύρου και αχλαδίου, σε μια αναζήτηση πλατωνικού καθρεφτίσματος στους αιθέρες της ποιητικής (θυμάμαι τους δυσκοίλιους στοχασμούς του Διονύσιου Σολωμού). Τι αβάσταχτο λάθος θα ήταν, όντως, ένας τόσο μεγάλος συγγραφέας! Μα ας δούμε κι αυτό: Τέλεια διηγήματα, τέλεια ποιήματα και μυθιστορήματα – ψυχανεμίζεστε το περιεχόμενό τους; Είναι μάταιο να πεις ναι. Τα βιβλία του θα ήταν κορνίζες χωρίς καθρέπτη. Δεν με βλέπω, δεν με βλέπω πουθενά, δεν βρίσκομαι εκεί, δεν υπάρχω. Ανοικείωση. Γιατί οι άνθρωποι δεν είναι πνεύματα, τρομάζουν αν δεν δουν σκιά ή είδωλο. Μεταμφιέζονται καθημερινά (κάζουαλ ντύσιμο ή κοστούμια εποχής) και ποζάρουν – είναι ζήτημα ουσίας αυτό. Θαυμάσιοι βιεννέζικοι καθρέπτες, Φρόιντ, Χόφμανσταλ, Μπροχ, Σνίτσλερ. Εσάς σας αρέσει ο Σαίξπηρ; Μα ναι, επιχρυσωμένη η κορνίζα, κοιταζόμαστε και είναι σαν να γίναμε εκείνα τα σοκολατάκια με την Μόνα Λίζα. Τι λέτε φίλοι, περνάμε κι από του Ομήρου; Και τι θα λέγατε αν κρεμούσαμε τον θαμπό του Κάφκα στο κουρείο που ξυρίζεται ο κύριος υπουργός; Χαχα, έχετε δίκιο.
]]]]]Μπορεί. Συμπεράσματα ας βγάλουν οι αναγνώστες.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΑΡΑΚΙΤΣΟΣ


Φωτογραφία: L’apprendista, Νεκρὴ ἀστικὴ φύση (Λ. Πεντέλης, 2019)  

Τάκης Κουφόπουλος, Το δωμάτιο

room

[Το διήγημα «Το δωμάτιο» του Τάκη Κουφόπουλου που αναδημοσιεύουμε εδώ προέρχεται από τη συλλογή διηγημάτων Εκδοχές (Κέδρος, Αθήνα 1973), σελ. 23-31. Το Νέο Πλανόδιον κάνει ένα μικρό αφιέρωμα στη μνήμη του Τάκη Κουφόπουλου, που έφυγε από τη ζωή στις 3 Σεπτεμβρίου 2019. Προηγήθηκε μια ανασκόπηση από τον Γιώργο Πινακούλα, που μπορείτε να διαβάσετε εδώ. Τις επόμενες μέρες θα ακολουθήσουν ένα κείμενο του Θανάση Γαλανάκη για τον ποιητή Τάκη Κουφόπουλο και μια ανθολόγηση από το ποιητικό του έργο. Ν.Π.]

ΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

του ΤΑΚΗ ΚΟΥΦΟΠΟΥΛΟΥ

Το δωµάτιο –όπως όλα τα δωµάτια– είναι στρογγυλό. Χωρίς έπιπλα. Μονάχα µε τις δυο βαθιές πολυθρόνες στο κέντρο του, τη µια ακριβώς απέναντι στην άλλη.

Το δωµάτιο –όπως όλα τα δωµάτια– είναι πολύ καθαρό. Ο αέρας µυρίζει απολυµαντικό. Το πάτωµα γιαλίζει. Οι πολυθρόνες, πατώντας στα ανάποδα είδωλά τους, αιωρούνται στο κενό.

Είναι κι οι δυο χωµένοι στις πολυθρόνες. Τα κεφάλια τους στηρίζονται στα ερεισίνωτα. Τα πόδια τους τεντωµένα µπροστά σχεδόν ακουµπούν. Τα χέρια τους, στα πλάγια, κρέµουνται προς τα κάτω, µε τα δάχτυλα κλεισµένα.

Δεν κινούνται. Μόνο εκείνος ανοίγει πότε-πότε τα µάτια, αλλά αµέσως τα ξανακλείνει. Εκείνη δεν ανοίγει τα µάτια ποτέ. Μόνο το στόµα, κάθε τόσο, και αναπνέει.

Ο κυλινδρικός τοίχος είναι κόκκινος. Ένας µακρύς επίδεσµος τον επιδένει. Αρχίζει από το πάτωµα και ανεβαίνει κυκλικά, επικαλυπτόµενος κάθε φορά, µέχρι το ταβάνι. Ο επίδεσµος είναι νοτισµένος.

∆εν υπάρχουν πόρτες ή άλλα ανοίγµατα. Μονάχα ένα τζάµι παραθύρου, κρεµασµένο. Στο ύψος στήθους. Πάνω του είναι ζωγραφισµένο ένα κλαδί.

Ξαφνικά ανασηκώνονται κι οι δυό ανοίγουνε τα µάτια κοιτάζονται ανοίγουνε τα στόµατα…, γέρνουνε λίγο ο ένας προς τον άλλον ανοίγουν περισσότερο τα στόµατα…, βάζουνε τις παλάµες στα γόνατα τα σφίγγουν ανοίγουν όσο παίρνει τα στόµατα…, µαζεύουνε τα πόδια –τα παπούτσια ακουµπούν στις πολυθρόνες οι αστράγαλοι ενώνονται– βήχουν καθαρίζουν το λαιµό τους ανοίγουν πάλι τα στόµατα…, πετάγονται όρθιοι πλησιάζουν σκουπίζουν τις παλάµες µέσα έξω από το έγκληµα τις φέρνουνε χωνί µπροστά στα στόµατα…

Το ταβάνι ολόκληρο είναι µια πλάκα ρολογιού. Χωρίς αριθµούς ή διαιρέσεις. Στο κέντρο της, οι δύο δείχτες –ο ένας των λεπτών ο άλλος των δευτερολέπτων–, δύο µακρόστενες µεταλλικές λεπίδες πολύ καλά ακονισµένες, περιστρέφονται µε σταθερή ταχύτητα. Κάθε φορά που συναντιώνται, οι κόψεις τους σέρνουνται η µία πάνω στην άλλη, βγάζοντας διαπεραστικό ήχο. Η υπόλοιπη διαδροµή τους είναι αθόρυβη.

Εκείνη είναι ξαπλωµένη στην πολυθρόνα, το κεφάλι της προς τα πίσω. Κοιτάζει το ταβάνι. Εκείνος είναι σκυµµένος προς το µέρος της, της λέει. Τα χείλη του κινούνται ρυθµικά, λόγια άφωνα βγαίνουν. Σε λίγο σηκώνεται, σκύβει πάνω της, το στόµα του ακουµπά το δικό της, τα χείλη του εξακολουθούν να κινούνται. Εκείνη κάθε τόσο καταπίνει. Ξαφνικά γυρίζει στο πλάι και κάνει εµετό.

Ο δείχτης των λεπτών δεν φτάνει τον επίδεσµο. Ο δείχτης των δευτερολέπτων, που είναι πιο µακρύς, χώνεται µέσα του, γυρίζει στις ελικώσεις του, βιδώνει, από πάνω προς τα κάτω. Το ταβάνι σιγά-σιγά κατεβαίνει.

Εκείνος είναι καθισµένος στο πάτωµα δίπλα στην πολυθρόνα της. Το χέρι του απλωµένο µπροστά, µε το δάχτυλο τεντωµένο, δείχνει. Εκείνη, ανασηκωµένη, µε το βλέµµα προς την κατεύθυνση, παρακολουθεί. Το χέρι του σε λίγο στρέφεται δεξιότερα και πάλι δείχνει. Εκείνη πάλι παρακολουθεί. Το χέρι του εξακολουθεί να στρέφεται κατά διαστήµατα γύρω να δείχνει. Εκείνη πάντα παρακολουθεί. Τέλος ο κύκλος κλείνει, το χέρι του που τρέµει αρχίζει να λυγίζει και να κατεβαίνει. Εκείνη κλείνει τα μάτια παύει να παρακολουθεί. Ξαφνικά το χέρι του σταµατά, ξανασηκώνεται µε δύναµη, τεντώνεται –τα κόκαλά του τρίζουν– και δείχνει –εκείνη ανοίγει διάπλατα τα µάτια– δείχνει, ακριβώς εκείνη· στο στήθος· εξ επαφής. Οι λεπίδες ξύνονται µια φορά δυο φορές. Εκείνη κλείνει αργά τα µάτια και σωριάζεται στο πλάι της πολυθρόνας.

Το ταβάνι συνεχώς κατεβαίνει, το ύψος του δωµατίου λιγοστεύει, η πίεση του αέρα αυξάνει.

Εκείνος είναι γονατισµένος µε το πρόσωπο χωµένο ανάµεσα στα γόνατά της. Εκείνη έχει γείρει, το κεφάλι της βρίσκεται πάνω απ’ το δικό του. Τα µακριά µαλλιά της ριγµένα γύρω του τον σκεπάζουν τελείως µέχρι τους ώµους. Κάτω απ’ τα µαλλιά τα δάχτυλά της, τυλιγµένα στο λαιµό του, σιγά σιγά τον πνίγουν.

ogarna-street-61st

Περπατούν πέρα δώθε πολύ γρήγορα. Οι τροχιές τους συναντώνται τα σώµατά τους χτυπούν µε δύναµη πέφτουνε κάτω σηκώνονται αρχίζουν πάλι να περπατούν ξαναχτυπούν ξαναπέφτουν ξανασηκώνονται –ο βρυγµός των κόψεων ακούγεται κατά ορισµένα διαστήµατα– αυτοί εξακολουθούν να περπατούν όλο και πιο γρήγορα και να συγκρούονται όλο και πιο δυνατά, µια αιµάτινη γραµµή πίσω απ’ τον καθένα σηµαδεύει την πορεία του πάνω στο παρκέ, οι πορείες είναι ζικ-ζακ, εκεί που διασταυρώνονται, τα δύο αίµατα ανακατεύονται, αφρίζουν, απ’ τους αφρούς σχηµατίζονται παιδιά, αυτοί όπως περπατάνε τα πατούν, τα παιδιά ακρωτηριασµένα τρέχουνε προς τους τοίχους, σκαρφαλώνουν στους επιδέσµους, σηκώνουνε τους επιδέσµους µπαίνουνε από κάτω και κρύβονται. Οι τοίχοι γεµίζουν.

Το ταβάνι συνεχώς κατεβαίνει, οι µουσκεµένοι επίδεσµοι στάζουν, το πάτωµα πληµµυρίζει.

Εκείνος είναι ξαπλωµένος κάτω ανάσκελα. Εκείνη τον πατά µε το πέλµα στο στήθος. Με τις παλάµες της κρύβει το πρόσωπο. Κλαίει. Στον τοίχο, τα παιδιά, ανασηκώνουν τους επιδέσµους, βγάζουνε τα κεφάλια την κοιτούν, βγάζουν και τα µικρά τους χέρια τεντωµένα –τα χέρια είναι από µέταλλο µυτερά– την δείχνουν. Εκείνη βλέπει τα κεφάλια, τρέχει, πέφτει πάνω στον τοίχο κι αρχίζει ένα-ένα να τα φιλά. Τα µυτερά µεταλλικά χέρια µπήγονται στο στήθος της κάθε φορά. Εκείνη ξεκαρφώνεται από τη µια θέση και καρφώνεται φιλώντας στην επόµενη.

Ο δείχτης των δευτερολέπτων που βιδώνει στους επιδέσµους κόβει ένα-ένα τα κεφάλια των παιδιών. Η στάθµη του αίµατος στο πάτωµα ανεβαίνει.

Εκείνος είναι καθισµένος. Έχει γυρίσει την πολυθρόνα του προς το τζάµι. Κοιτάζει. Τα φύλλα του κλαδιού είναι κίτρινα. Σε κάθε ξύσιµο των κόψεων κουνιούνται έπειτα αρχίζουν ένα ένα και πέφτουν. Σε λίγο το κλαδί μένει γυμνό.  Αυτός εξακολουθεί να κοιτάζει.

Εντωµεταξύ το ταβάνι κατεβαίνει, ο δείχτης των δευτερολέπτων φτάνει στο πάνω µέρος του τζαµιού κι αρχίζει να το κόβει σε οριζόντιες φέτες πολύ λεπτές. Εκείνος τότε πετάγεται αµέσως όρθιος, πιάνει το τζάµι µε προσοχή και το ξεκρεµάει. Από κάτω δεν υπάρχει επίδεσµος, έχει σαπίσει. Αυτός φέρνει το τζάµι απέναντι, σκύβει και προσπαθεί να το κρεµάσει πιο χαµηλά. Ξαφνικά, ένα απότοµο κατέβασµα του ταβανιού, που έγινε µε κρότο, τον σταµατά. Ο δείχτης των δευτερολέπτων, που συγκρατούσε το ταβάνι πατώντας στις ελικώσεις των επιδέσµων, φτάνοντας τώρα στο µέρος του τζαµιού, βρίσκεται στο κενό. Το ταβάνι αµέσως, µε όλο του το βάρος, πέφτει. Ο δείχτης των δευτερολέπτων µόλις προφταίνει πάλι να το σταµατήσει πιάνοντας απέναντι, δυο τρεις ελικώσεις πιο κάτω. Το πήδηµα του ταβανιού επαναλαµβάνεται, αυτός γυρίζει γρήγορα πίσω και προσπαθεί να βάλει το τζάµι στην ίδια θέση, το τζάµι δεν µπαίνει, οι πτώσεις του ταβανιού εξακολουθούν, αυτός προσπαθεί, το τζάµι ραγίζει σπάζει, το ταβάνι πλησιάζει, αυτός πετάει τα υπολείµµατα του τζαµιού –πλέουν για λίγο στην επιφάνεια του αίµατος και έπειτα βουλιάζουν– τρέχει σ’ εκείνην που είναι στην πολυθρόνα την αρπάζει από το χέρι τη σηκώνει όρθια και την αγκαλιάζει. Τα κόκαλά της διαλύονται και σκορπίζουν.

Το ταβάνι πέφτει πάνω στην επιφάνεια του αίµατος που ανεβαίνει, µε παφλασµό.

ΤΑΚΗΣ ΚΟΥΦΟΠΟΥΛΟΣ

Δημήτρης Καρακίτσος, Οιδίπους θηρευτής

του ΔΗΜΗΤΡΗ ΚΑΡΑΚΙΤΣΟΥ

Επιβλητικός και παχουλός, ο Οιδίποδας Μαχραμής βγήκε από το αυτοκίνητό του και πλησίασε τον άνθρωπο που σφάδαζε πεσμένος ανάσκελα στους θάμνους. Λίγα μέτρα δίπλα του, μια αναποδογυρισμένη μοτοσυκλέτα είχε πάρει φωτιά. Ο τραυματισμένος, ένας ηλικιωμένος άντρας με χρυσαφί παλτό, κρατούσε το σπασμένο του πόδι.

«Θα με σκότωνες ρε παλικάρι, βοήθα με, τι κοιτάς».

«Έχει ιατρείο εδώ κοντά;» ρώτησε ο Οιδίποδας.

«Στον Ορχομενό».

«Νόμιζα ότι δεν ζει κανείς εκεί».

Ο τραυματισμένος προσπάθησε να σκίσει ένα κομμάτι από το πουκάμισό του. «Καμιά τριανταριά, όλοι κι όλοι. Βιάσου όμως, έχω χάσει αίμα».

«Μην αγχώνεσαι, δεν θα πεθάνεις από αυτό».

Ο ηλικιωμένος κοίταξε τον άνδρα. «Πονάω, φίλε».

Ο Οιδίποδας πέταξε το τσιγάρο του στο χώμα.  Μπήκε στο αυτοκίνητο και άνοιξε το ράδιο στη διαπασών. Καλύτερα να μην ακούς τα ουρλιαχτά, σκέφτηκε. Ύστερα πάτησε με δύναμη το γκάζι, πέρασε με τους δεξιούς τροχούς πάνω από το κορμί του γέρου και έκανε όπισθεν για να τον ξαναπατήσει.

Να βεβαιωθεί ότι η δουλειά έγινε σωστά.

«Του έλιωσα τον μηρό, μαλακία μου! Το πιο κρεατωμένο σημείο».

Τα μάτια του ηλικιωμένου κοίταζαν το κενό.

Ο Οιδίποδας τύλιξε το πτώμα στη ζελατίνη αυτόματης ψύξης θηράματος και το στρίμωξε στο πορτ μπαγκάζ. Τρεις ποιήτριες, ένας πεζογράφος και μια γριά μυθιστοριογράφος. Διακόσιες κορώνες, μέχρι στιγμής καλά. Ψαχούλεψε τα χαρτιά του νεκρού. Λάιος λεγόταν, εβδομήντα τριών ετών. Ιδού και το τελευταίο του βιβλίο. Ένα βιογραφικό που κάλυπτε τα δυο αυτιά και το οπισθόφυλλο. Κυρίως διακρίσεις σε ασήμαντους διαγωνισμούς και συμμετοχές σε ηλίθιες ημερίδες.

«Πέσαμε μέσα». (περισσότερα…)

Χρίστος Δάλκος, Καταγγελία του οργανισμού τηλεπικοινωνιών Ελβετίας και των Αυστροουγγαρέζων υποτακτικών του

21055028_1544172968954820_8202570881702941270_o.jpg

ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ ΤΟΥ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΕΛΒΕΤΙΑΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΑΥΣΤΡΟΟΥΓΓΑΡΕΖΩΝ ΥΠΟΤΑΚΤΙΚΩΝ ΤΟΥ

Συγχωρῆστε μου τὴν ἀγανάκτηση, ἀλλὰ ὡς πολίτης τῆς Ἑλβετίας ἔχω νὰ κάνω μιὰ καταγγελία ποὺ ἐλπίζω νὰ μὴν περάσῃ στὰ ψιλά.

Ἐγώ, ἀγαπητοὶ συμπολῖτες Ἑλβετοί, ἀνέκαθεν δὲν συμπαθοῦσα τὰ κινητά. Ἔπαιξε ρόλο καὶ ποὺ ἕνας φίλος μου, πανεπιστημιακός, τμῆμα φυσικῶν ἐπιστημῶν, μοῦ ᾿χε μιλήσει γιὰ κάτι αὐγὰ ποὺ τά ᾿χαν βάλει κοντὰ σὲ κινητά, καὶ σὲ λίγα λεφτὰ ἔβραζαν.

Ἔμεινα λοιπὸν χωρὶς κινητὸ ὅλα αὐτὰ τὰ χρόνια –βράζω ἀπὸ μέσα μου- κι ἐδῶ ποὺ τὰ λέμε δὲν ἔπαθα καὶ τίποτα, μιὰ χαρὰ ἤμουνα μὲ τὸ σταθερό, ἅμα κάποιος μὲ ἀναζητοῦσε, κάποτε θὰ μέ ᾿βρισκε.

Μὲ φάγανε φίλοι καὶ γνωστοί, Ἑλβετοὶ καὶ Αὐστριακοὶ κυρίως, πάρε ἕνα κινητό, μπορεῖ νὰ χρειαστῇ. Μέχρι καὶ ὁ πανεπιστημιακὸς ὁ φίλος μου πῆρε κινητό, «Τί ἔγινε, τοῦ λέω, τὰ ξέχασες τὰ αὐγά;», «Ἔ, μοῦ λέει, σκέφτηκα μήπως βράζω κἀνα αὐγό, νά ᾿χω νὰ τρώω!»

Ὤπα, λέω, ἀφοῦ πῆρε ὁ φίλος μου ὁ αὐγοφοβικός, θὰ πάρω κι ἐγὼ νὰ κάνω καμμιὰ ὀμελέτα. Πάω λοιπὸν στὸ ὑποκατάστημα τοῦ ΟΤἙλβετίας τῆς συνοικίας μου καὶ λέω «δῶστε μου ἕνα κινητό», λέει «τί μάρκα», ἐντωμεταξὺ τὰ γιαπάκια τοῦ ὑποκαταστήματος μὲ ψωνίσανε ὅτι εἶμαι χάπατο, τοὺς λέω «δὲν ἔχω ἰδέα, δὲν ξέρω ἀπ᾿ αὐτά», κοντολογὶς «Νά λιλί, δῶ μ᾿ τσιτσί», ἔ, καλά, λέει, θὰ σᾶς κάνουμε ἕνα συμβόλαιο.

Μοῦ φέρνουνε κάτι ἀκαταλαβίστικα καὶ πολλά, ποῦ νὰ τὰ διαβάζῃς, ποὺ ἔπρεπε νὰ πληρώνω 30 εὐρὼ τὸ μῆνα, τὸ ὑπόγραψα κι ἐγὼ σὰ χάπατο ποὺ εἶμαι καὶ πῆρα τὸ κινητό, ἕνα φτηνό, εὐτυχῶς.

Μετὰ μὲ πιάσανε διάφοροι, Ἑλβετοὶ καὶ Αὐστριακοὶ κυρίως, λέει τί βλακεία ἔκανες, 30 εὐρὼ τὸ μῆνα, σὲ κοροϊδέψανε, μιὰ κάρτα βάζεις 10 εὐρὼ τὸ μῆνα καὶ γίνεται ἡ δουλειά σου. (περισσότερα…)

Χαν Κανγκ, Οι καρποί της γυναίκας μου (2/2)

Alex-Katz-Red-Roses-with-Blue-2001-detail-via-Sothebyscom.jpg

(Συνέχεια από το πρώτο μέρος)

5

Σταδιακά, η γυναίκα μου έπαψε να μιλά. Δεν μίλαγε εκτός αν της μιλούσα, ακόμα και τότε όμως η μόνη απάντησή της ήταν ένα νεύμα ή μια χειρονομία. Όταν ύψωνα τη φωνή μου απαιτώντας μία απάντηση, εκείνη κοίταζε στο υπερπέραν, με την υπεκφυγή ζωγραφισμένη στο βλέμμα της. Ήταν πια εμφανής η διαρκής επιδείνωση στην όψη της, ακόμα και στο χλωμό φως της λάμπας φθορίου.
Δεδομένου ότι ο γιατρός δεν είχε βρει τίποτα παθολογικό, εκτός ίσως από κάποια φυσιολογική διαταραχή στο πεπτικό σύστημα της γυναίκας μου, άρχισα να πιστεύω πως αιτία του προβλήματος ήταν κάτι πιο απλό, κάτι που ίσως η γυναίκα μου αποζητούσε. Τι στο καλό όμως μπορούσε να λαχταρά τόσο;
Τα τελευταία τρία χρόνια ήταν τα πιο γαλήνια, τα πιο ήρεμα της ζωής μου. Η δουλειά μου δεν ήταν τόσο επίπονη, είχα την τύχη να έχω έναν σπιτονοικοκύρη που δεν μου έκανε ούτε μια φορά αύξηση στο νοίκι, είχα σχεδόν αποπληρώσει το δάνειο για το νέο διαμέρισμα, και είχα μια γυναίκα που μπορεί να μην ήταν εκθαμβωτικά ελκυστική, μα είχε όλα όσα ήθελα σ’ έναν σύντροφο. Ένιωθα την ευχαρίστηση να
ρέει σαν ζεστό νερό μέσα σε βαθιά, ξέχειλη μπανιέρα, αναζωογονώντας το εξαντλημένο σώμα μου.
Τι πρόβλημα είχε λοιπόν η γυναίκα μου; Αν στ’ αλήθεια λαχταρούσε κάτι, δεν μπορούσα να φανταστώ πώς αυτό ήταν τόσο σοβαρό ώστε να μετατραπεί σε μια ψυχογενή ασθένεια. Κάθε φορά που αναρωτιόμουν για το αν η γυναίκα αυτή είχε το δικαίωμα να μου προξενεί τόση μοναξιά, ένιωθα λες κι όλη μου η ύπαρξη πλημμύριζε μ’ απέραντη απέχθεια, κι αυτό το αίσθημα με απομόνωνε, σαν ένα στρώμα σκόνης που είχε κατακάτσει πάνω μου.
Το πρωί της επόμενης Κυριακής, μια μέρα προτού φύγω για ένα επταήμερο επαγγελματικό ταξίδι στο εξωτερικό, παρατήρησα τη γυναίκα μου καθώς άπλωνε τη μπουγάδα στο μπαλκόνι. Οι μελανιές κάλυπταν πλέον τόσο πολύ τα χέρια της που τα λευκά μέρη στο δέρμα της φαινόντουσαν σαν ένα αρνητικό φωτογραφίας: σα να ‘ταν αυτά οι μελανιές, μικρές λευκές κηλίδες εδώ κι εκεί ανάμεσα σ’ όλο αυτό το μπλαβί. Κράτησα την ανάσα μου. Μπήκα μπροστά της, καθώς μετέφερε το άδειο καλάθι της μπουγάδας πίσω στο σαλόνι, και της ζήτησα να βγάλει τα ρούχα της. Αντιστάθηκε, μα της έβγαλα το μπλουζάκι της, αποκαλύπτοντας έναν ώμο βαμμένο σε βαθύ, θαμπό μπλε.
Πισωπάτησα παραπατώντας και κοίταξα το σώμα της. Οι άλλοτε πυκνές τρίχες στις μασχάλες της είχαν σχεδόν όλες πέσει, ενώ το χρώμα είχε ξεφτίσει από τις καφετιές της ρώγες, άλλοτε μαλακές και τρυφερές.
«Δεν πάει άλλο. Θα τηλεφωνήσω στη μητέρα σου».
«Όχι, μη, θα το κάνω εγώ», φώναξε βιαστικά η γυναίκα μου, με φωνή ακατανόητη, σα να μάσαγε τη γλώσσα της.
«Να πας στο νοσοκομείο, συνεννοηθήκαμε; Να πας σ’ ένα δερματολόγο. Όχι, καλύτερα σε μια γενική κλινική». Ένευσε καταφατικά, χωρίς να μιλήσει. «Το ξέρεις πως δεν έχω το χρόνο να σε συνοδέψω. Το ξέρεις πως το σώμα σου σου ανήκει, άρα πρέπει και να το φροντίζεις, έτσι δεν είναι;» Ένευσε ξανά. «Άκουσέ με. Πάρε τη μητέρα σου τηλέφωνο». Η γυναίκα μου εξακολούθησε να νεύει συγκαταβατικά με τα χείλη σφραγισμένα. Ήταν αυτό σημάδι πως άκουγε; Το πιο πιθανό είναι πως τα λόγια
μου έμπαιναν απ’ το ένα αυτί κι έβγαιναν απ’ το άλλο. Τα άκουγα να πέφτουν στο πάτωμα του σαλονιού, να θρυμματίζονται, όπως ένα μπισκότο, σε ψίχουλα.

6

Οι πόρτες του ασανσέρ άνοιξαν κροταλίζοντας. Διέσχισα τον σκοτεινό διάδρομο κουβαλώντας τον βαρύ μου χαρτοφύλακα και χτύπησα το κουδούνι. Καμία απάντηση.
Κόλλησα το αυτί μου στο παγωμένο μέταλλο της πόρτας. Επέμεινα, χτύπησα ξανά το κουδούνι μία, δύο, τρεις, τέσσερις φορές, για να βεβαιωθώ ότι όντως δουλεύει. Το άκουγα να χτυπά μέσα στο διαμέρισμα, αν και η πόρτα το έκανε να ακούγεται σαν μακρινή ηχώ. Ακούμπησα τον χαρτοφύλακά στην πόρτα και κοίταξα το ρολόι μου. Οκτώ το απόγευμα. Το ήξερα πως η γυναίκα μου κοιμάται βαριά, αλλά δεν μπορεί να μην άκουγε το κουδούνι.
Ήμουν εξαντλημένος. Ούτε είχα φάει. Ήθελα τόσο, αυτή τη φορά ειδικά, να μπω χωρίς να πρέπει να ξεθάψω το κλειδί απ’ τον χαρτοφύλακά μου.
Ίσως η γυναίκα μου να είχε τηλεφωνήσει στη μητέρα της και να είχε πάει στο νοσοκομείο, όπως την είχα προτρέψει, ή μπορεί να είχε πάει να μείνει στους συγγενείς της στην εξοχή. Όμως όχι – μόλις μπήκα στο διαμέρισμα, έπεσα πάνω στον γνώριμο σωρό που σχημάτιζαν οι παντόφλες, τα αθλητικά και τα καλά της παπούτσια.
Έβγαλα με ανακούφιση τα δικά μου παπούτσια και φόρεσα τις παντόφλες μου, συλλογιζόμενος ασυνείδητα τη συνηθισμένη ψύχρα του διαμερίσματος. Δεν είχα κάνει μερικά βήματα όμως, όταν αντιλήφθηκα μια αηδιαστική οσμή. Άνοιξα το ψυγείο, στο εσωτερικό του οποίου τα αγγούρια και τα κολοκύθια είχαν συρρικνωθεί σε βρωμερούς, μουχλιασμένους σβόλους.
Ένα κατσαρολάκι με ρύζι είχε μείνει πάνω στο μάτι της κουζίνας. Προφανώς ήταν εκεί για μέρες, γιατί είχε ξεραθεί και είχε κολλήσει στο κατσαρολάκι για τα καλά. Όταν άνοιξα το καπάκι, η χαρακτηριστική μυρωδιά του μπαγιάτικου ρυζιού χτύπησε τα ρουθούνια μου, μαζί με την υγρασία του ατμού που είχε εγκλωβιστεί εκεί. Στο νεροχύτη σωρός άπλυτα πιάτα και πάνω στο πλυντήριο η πλαστική λεκάνη, όπου η μπουγάδα επέπλεε μέσα σ’ ένα γκρι μείγμα νερού και απορρυπαντικού, αναδύοντας μια μυρωδιά μούχλας.
Η γυναίκα μου δεν ήταν στην κρεβατοκάμαρα, ούτε στο μπάνιο, ούτε στο έξτρα δωμάτιο που το χρησιμοποιούσαμε για διάφορα πράγματα. Τη φώναξα. Καμία απάντηση. Στο σαλόνι, η πρωινή εφημερίδα ήταν απλωμένη στο τραπέζι ακριβώς όπως την είχα αφήσει πριν μια βδομάδα. Ένα άδειο καρτόνι γάλα. Ένα ποτήρι διάστικτο με κηλίδες ξεραμένο γάλα. Μία από τις άσπρες κάλτσες της γυναίκας μου, γυρισμένη το μέσα-έξω. Κι ένα κόκκινο πορτοφόλι από δερματίνη. Όλα σκόρπια εδώ κι εκεί.
Ο βρυχηθμός των αυτοκινήτων καθώς έτρεχαν στη λεωφόρο έκοβε σα νυστέρι τη στεγανή μάζα της μοναξιάς που γέμιζε το διαμέρισμα.
Είτε επειδή ήμουν κουρασμένος και νηστικός, είτε επειδή τα πιάτα μούχλιαζαν στη λεκάνη του νεροχύτη κι ούτε ένα καθαρό κουτάλι δεν υπήρχε για να φάω λίγο ρύζι, ένιωσα μοναξιά. Επειδή είχα γυρίσει σ’ ένα άδειο σπίτι μετά από ένα τόσο μακρινό ταξίδι, επειδή ήθελα να μιλήσω σε κάποιον για όλα αυτά τα βαρετά που συμβαίνουν σε μια υπερπόντια πτήση, για όλα τα τοπία που πέρασαν στιγμιαία απ’ τα παράθυρα τραίνων άλλων χωρών, επειδή δεν υπήρχε κανείς να ρωτήσει «Είσαι κουρασμένος;», ώστε να ‘χω την ευκαιρία να επιδείξω την αντοχή μου μ’ ένα στωικό «Καλά είμαι», ένιωσα μοναξιά. Και η μοναξιά έγινε θυμός. Γιατί ένιωθα το σώμα μου σαν ένα ασήμαντο νήμα αυτού του κόσμου, και την ψύχρα να διαπερνά τα – άξαφνα – τόσο λεπτά ρούχα μου, και τη σκέψη πως όλα όσα είχα καταφέρει στη ζωή μου μέχρι τώρα δεν ήταν παρά για να εξαπατήσω τον εαυτό μου πως τάχα αξίζω μιας κάποιας εκτίμησης… κι έτσι ένιωθα θυμό. Μόνος μου, και δίχως κανέναν να μ’ αγαπά, η ύπαρξή μου ίσως και να ‘χε ήδη εξαλειφθεί.
Ακριβώς εκείνη τη στιγμή, άκουσα μια αδύναμη φωνή.
Στράφηκα προς τα εκεί απ’ όπου ακούστηκε ο ήχος. Ήταν η φωνή της γυναίκας μου. Ένα αμυδρό μουρμουρητό που ερχόταν από το μπαλκόνι, ακατάληπτο.
Αμέσως, εκείνη η έντονη μοναξιά μεταμορφώθηκε σ’ ένα αίσθημα ανακούφισης, κι όπως έτρεξα στο μπαλκόνι ένιωσα μια έκρηξη εκνευρισμού ν’ ανεβαίνει σαν πίδακας ως την άκρη της γλώσσας μου. «Γιατί δεν απαντούσες αφού ήσουν εδώ όλη αυτή την ώρα;» Βρόντηξα τη μπαλκονόπορτα και βγήκα. «Έτσι κρατιέται ένα σπίτι; Τι στο καλό έτρωγες; Πώς ζούσες εδώ μέσα;»
Κι ύστερα είδα το γυμνό σώμα της γυναίκας μου και πάγωσα.
Η γυναίκα μου, γονατιστή, κοίταζε προς τις γρίλιες κατά μήκος της μπαλκονόπορτας, με τα δυο της χέρια τεντωμένα στον αέρα σα να πανηγύριζε. Ολόκληρο το σώμα της ήταν σκούρο πράσινο. Το μέχρι πρότινος σκιώδες πρόσωπό της τώρα έλαμπε σαν γυαλιστερό, αειθαλές φύλλο. Τα αχυρένια, ξερά μαλλιά της τώρα ήταν στιλπνά σαν βλαστάρια άγριων βοτάνων.
Τα δυο της μάτια άστραφταν θαμπά μες στο πράσινο πρόσωπό της. Καθώς πισωπάτησα σαστισμένος, γύρισε προς το μέρος μου κι έκανε να σηκωθεί. Αντί γι’ αυτό όμως, τα πόδια της κυριεύτηκαν από σπασμούς: μάταια προσπαθούσε. Φαινόταν ανήμπορη να σταθεί ή να περπατήσει.
Η εύκαμπτη μέση της λύγισε επώδυνα. Η ατροφική γλώσσα της κρεμόταν σαν φύλλο κισσού ανάμεσα στα μπλαβιά της χείλη. Δεν υπήρχε ίχνος απ’ τα δόντια της.
Μια μικρή κραυγή μόνο, κάτι παραπάνω από μουγκρητό, βγήκε από εκείνα τα σουφρωμένα, διάστικτα χείλια.
«…νερό».
Έτρεξα στο νεροχύτη, άνοιξα τη βρύση τέρμα και γέμισα ένα πλαστικό μπωλ μέχρι που ξεχείλισε. Σε κάθε βήμα μου, το νερό χυνόταν στο πάτωμα του σαλονιού, καθώς έτρεχα βιαστικά πίσω στο μπαλκόνι. Μόλις έχυσα το νερό στο στήθος της γυναίκας μου, ολόκληρο το σώμα της τρεμούλιασε σαν να ανάπνευσε ξανά, αναζωογονήθηκε σαν να ήταν φύλλο ενός τεράστιου φυτού. Ξαναγέμισα το μπωλ στο νεροχύτη και γύρισα ξανά στο μπαλκόνι για να χύσω το νερό στο κεφάλι της γυναίκας μου. Τα
μαλλιά της ορθώθηκαν, σα να έφυγε από πάνω τους ένα αόρατο βάρος. Την κοίταζα καθώς το λαμπερό, καταπράσινο σώμα της άνθισε ξανά μ’ αυτό μου το βάφτισμα. Ένιωσα ζάλη.
Η γυναίκα μου ποτέ δεν ήταν τόσο όμορφη.

7

Μητέρα.
Δεν μπορώ πια να σου γράφω γράμματα. Ή να φοράω το πουλόβερ που άφησες εδώ. Εκείνο το πλεκτό, πορτοκαλί πουλόβερ, που ξέχασες εδώ πέρισυ το καλοκαίρι, όταν είχες έρθει να μας δεις.
Το φορούσα την επόμενη της μέρας που έφυγε για το επαγγελματικό του ταξίδι. Ξέρεις πόσο έντονα νιώθω το κρύο.
Ήταν άπλυτο, κι έτσι είχε ακόμα τη μυρωδιά μπαγιάτικου φαγητού και τη μυρωδιά του δέρματός σου. Ίσως αν ήταν μια άλλη μέρα να το είχα πλύνει, αλλά έκανε πολύ κρύο, κι έπειτα, ήθελα να μπορώ να αναπνέω αυτή τη μυρωδιά, κι έτσι το φόρεσα, κι αποκοιμήθηκα μ’ αυτό. Το επόμενο πρωί η παγωνιά δεν είχε καταλαγιάσει, κι ίσως ήταν επειδή πεινούσα και κρύωνα τόσο πολύ που, όταν το πρώτο φως του ήλιου έλαμψε απ’ το παράθυρο της κάμαρας, ξέσπασε από μέσα μου μια πνιγμένη κραυγή: μητέρα. Θέλησα να τυλιχτώ σ’ αυτό το ζεστό φως, βγήκα στο μπαλκόνι κι έβγαλα τα ρούχα μου. Οι αχτίδες του ήλιου που διαπέρασαν τη γυμνή σάρκα μου έμοιαζαν τόσο με τη μυρωδιά σου, γονάτισα εκεί και φώναξα μητέρα, μητέρα. Καμία άλλη λέξη.
Αναρωτιέμαι πόσος καιρός πέρασε. Μέρες, βδομάδες, μήνες; Πρόσεξα πως ο αέρας δεν ήταν ιδιαίτερα ζεστός, και το μόνο που θυμάμαι ύστερα από αυτό είναι μια αμυδρή άνοδος της θερμοκρασίας κι έπειτα μία αντίστοιχη πτώση.
Από στιγμή σε στιγμή, τα παράθυρα των διαμερισμάτων πέρα μακριά, πάνω απ’ τον ποταμό Τσάγκναγκ, θα λάμψουν μ’ ένα πορτοκαλί φως.
Μπορούν να με δουν οι άνθρωποι που ζουν εκεί; Οι οδηγοί που τρέχουν στη λεωφόρο, με το φως να ξεχύνεται απ’ τους προβολείς των αυτοκινήτων τους; Με τί μοιάζω, πώς φαίνομαι αυτή τη στιγμή;

*
Είναι τόσο καλός μαζί μου. Αγόρασε μια τεράστια γλάστρα και με φύτεψε μέσα της. Τις Κυριακές, περνά όλο το πρωί στο μπαλκόνι καθαρίζοντάς με από τη μελίγκρα.
Εκείνος, που ήταν πάντοτε τόσο κουρασμένος, ανεβαίνει κάθε μέρα τον λόφο πίσω από την πολυκατοικία μας κι επιστρέφει κουβαλώντας έναν κουβά μεταλλικό νερό για να ποτίσει τα πόδια μου (θυμόταν πως δεν μου άρεσε το νερό της βρύσης). Πριν λίγο καιρό άδειασε τη γλάστρα μου κι άλλαξε το χώμα μου με μπόλικο φρέσκο, γόνιμο χώμα. Όταν βρέχει μες στο βράδυ κι η σκόνη της βροχής κατακάθεται στο μπαλκόνι, βρώμικη απ’ το μολυσμένο αέρα της πόλης, εκείνος ανοίγει το πρωί διάπλατα τα παράθυρα και την κύρια είσοδο για να κυκλοφορεί ο φρέσκος αέρας.

*

Είναι παράξενο, μητέρα. Δεν βλέπω, δεν ακούω, δεν μπορώ να μυρίσω ή να γευτώ, μα όλα είναι πιο φρέσκα, πιο ζωντανά. Αισθάνομαι την αδρή τριβή των ελαστικών των αυτοκινήτων καθώς ξύνουν την άσφαλτο, τον ανεπαίσθητο απόηχο των βημάτων του καθώς ανοίγει την πόρτα του διαμερίσματος κι έρχεται κοντά μου, το νοτισμένο από την βροχή αέρα, γεμάτο προσοδοφόρα όνειρα, το γκρίζο ημίφως της αυγής.
Νιώθω μπουμπούκια να βλασταίνουν και πέταλα να ξετυλίγονται σε μέρη κοντινά και μακρινά, κάμπιες να ξεπροβάλουν από χρυσαλλίδες, σκύλους και γάτες να γεννούν τα μικρά τους, τον τρεμουλιαστό σφυγμό του γέρου άντρα στο διπλανό κτήριο, το σπανάκι να τσιτσιρίζει σ’ ένα τηγάνι στην κουζίνα του πάνω ορόφου, ένα μπουκέτο κομμένα χρυσάνθεμα να μπαίνουν σ’ ένα βάζο πλάι στο γραμμόφωνο στο κάτω διαμέρισμα. Μέρα ή νύχτα, τ’ αστέρια διαγράφουν μια ήρεμη παραβολή, και κάθε που βγαίνει ο ήλιος οι κορμοί των πλατάνων κατά μήκος της λεωφόρου γέρνουν τα γεμάτα λαχτάρα κλαδιά τους προς την ανατολή. Και το δικό μου σώμα αντιδρά κατ’ αυτόν τον τρόπο.
Μπορείς να καταλάβεις; Σύντομα, το ξέρω, δεν θα μπορώ πια ούτε να σκέφτομαι, μα είμαι εντάξει. Το έχω ονειρευτεί αυτό, να μπορώ να ζω μονάχα με αέρα, φως και νερό, το ονειρευόμουν πολύ καιρό τώρα.

*

Σκέψεις από όταν ήμουν μικρή: όταν έτρεχα μες στην κουζίνα κι έθαβα το πρόσωπό μου μέσα στη φούστα σου, εκείνη η τόσο απολαυστική μυρωδιά – μυρωδιά σησαμελαίου, καβουρδισμένων σπόρων σησαμιού. Πάντα είχα τα χέρια μου μέσα στη γη, το ξέρεις. Τα λερωμένα με χώμα χέρια μου, που βρώμιζαν τον ποδόγυρο της φούστας σου.
Πόσων χρόνων να ήμουν; Εκείνη την ανοιξιάτικη μέρα, τη μουσκεμένη με ψιλόβροχο, ο πατέρας να με σηκώνει ψηλά πάνω στο αγροτικό και να μας οδηγεί κάτω στην ακτή. Τα ανέμελα γέλια των μεγάλων, με τα αδιάβροχά τους, τα παιδιά με τα βρεγμένα μαλλιά κολλημένα στο μέτωπό τους, να χοροπηδούν τριγύρω και να χαιρετούν, τα πρόσωπά τους να γυρνούν, να ξεθωριάζουν.
Εκείνο το φτωχό ψαροχώρι πλάι στο κύμα ήταν ολάκερος ο κόσμος σου. Γεννήθηκες εκεί και μεγάλωσες εκεί. Γέννησες εκεί, δούλεψες εκεί, γέρασες εκεί.
Κάποια στιγμή, θα αναπαυτείς εκεί, στις παρυφές της ταφικής γης των προγόνων σου, πλάι στον πατέρα.
Ήταν ο φόβος μου μην γίνω σαν εσένα, μητέρα, που μ’ έκανε να πάρω τόση απόσταση απ’ το σπίτι μου. Θυμάμαι ακόμη πώς άφησα το σπίτι στα δεκαεφτά, τις πόλεις, Μπουσάν, Νταεγκού, Κανγκούνγκ, όπου περιπλανήθηκα άσκοπα για πάνω από ένα μήνα. Πώς είπα ψέματα για την ηλικία μου σ’ ένα γιαπωνέζικο εστιατόριο, έτρεχα σε εξωτερικές δουλειές ολομόναχη, και τ’ απογεύματα τυλιγόμουν σε στάση εμβρυική μέσα στο αναγνωστήριο – μου άρεσε εκείνο το μέρος. Τα εκτυφλωτικά φώτα των αστικών συνοικιών, η απαστράπτουσα λάμψη των αστών.
Δεν ξέρω πότε συνειδητοποίησα για πρώτη φορά πως θα κατέληγα γριά και κατεστραμμένη, τριγυρνώντας σ’ αυτούς τους δρόμους τους γεμάτους με ξένους ανθρώπους. Ήμουν δυστυχισμένη στο σπίτι κι εξίσου δυστυχισμένη οπουδήποτε, οπότε πες μου, πού θα έπρεπε να έχω πάει;
Ποτέ δεν υπήρξα ευτυχισμένη. Ίσως κουβαλώ στην πλάτη μου κάποια καταραμένη ψυχή που μ’ έχει στοιχειώσει παντοτινά, αγκιστρωμένη από το λαιμό, από τα μέλη μου. Το μόνο που ήθελα πάντα ήταν να τρέξω μακριά, ήταν για μένα σαν ενστικτώδης παρόρμηση, σαν τον πόνο που προκαλεί μια κραυγή, σαν το τσίμπημα που γεννά μια στριγγλιά. Καθόμουν στο πίσω μέρος του λεωφορείου με τα γόνατα σηκωμένα, φαινόμουν ακίνδυνη, θα ‘λεγε κανείς πως δεν θα μπορούσα να πειράξω ούτε μύγα, κι όμως ποθούσα όλη εκείνη την ώρα να σπάσω το τζάμι με τη γροθιά μου. Ήθελα να γλείψω άπληστα το αίμα που θα κύλαγε στην παλάμη μου, όπως μια γάτα γλείφει το γάλα. Τί ήταν αυτό απ’ το οποίο πάλευα να ξεφύγω, τί ήταν αυτό που με βασάνιζε τόσο, ώστε λαχταρούσα να τρέξω στην άλλη πλευρά του κόσμου; Τί ήταν αυτό που με κράταγε πίσω, που με περδίκλωνε, που με σακάτευε; Τι ήταν αυτές οι αλυσίδες που με γονάτιζαν, που μ’ εμπόδιζαν να κάνω το άλμα που θα καθάριζε το άρρωστο αίμα μου;

*
Ο γηραιός γιατρός χτυπούσε με τα δάχτυλά του το στηθοσκόπιο ξανά και ξανά, μουρμουρίζοντας πως τα σωθικά μου ήταν σιωπηλά σαν τάφος. Πως ο μόνος ήχος ήταν η ηχώ των ριπών ενός μακρινού ανέμου. Ακούμπησε το στηθοσκόπιο πάνω στο τραπέζι κι άναψε την οθόνη του υπερηχογράφου. Ξάπλωσα ακίνητη, καθώς άπλωσε ένα κολλώδες τζελ πάνω στο στομάχι μου κι ύστερα έτριψε το κρύο, μακρουλό εργαλείο πάνω στη σάρκα μου, μετακινώντας το μεθοδικά στην κοιλιά μου, από πάνω προς τα κάτω.
Φαινόταν πως μέσα απ’ αυτό το εργαλείο, μια ασπρόμαυρη εικόνα των σωθικών μου μεταφερόταν στην οθόνη.
«Όλα φυσιολογικά», μουρμούριζε, κροταλίζοντας τη γλώσσα του. «Εδώ βλέπουμε τα έντερά σου… τίποτα το ανησυχητικό εκεί».
Όλα διαγνώστηκαν «φυσιολογικά».
«Στομάχι, συκώτι, μήτρα, νεφρά, όλα μια χαρά».
Γιατί δεν μπορούσε να δει πως αυτά τα όργανα σιγά-σιγά ατροφούσαν; Πως σύντομα δεν θα υπήρχαν πια; Σκούπισα όσο τζελ μπορούσα με μια χούφτα χαρτομάντηλα,
αλλά μόλις πήγα να σηκωθώ μου είπε να ξαπλώσω ξανά. Πίεσε το στομάχι μου εδώ κι εκεί. Δεν ήταν ιδιαίτερα επώδυνο. Αγριοκοίταξα το πρόσωπό του, μ’ αυτά τα γιατρουδίστικα γυαλιά, καθώς μου πέταγε τις συνηθισμένες ερωτήσεις του τύπου «Πονάει εδώ;», κι ένευα συνεχώς.
«Τί νιώθεις εδώ;»
«Πονάει εδώ;»
«Μήπως εδώ;»
«Δεν πονάει».
Μου έκανε μία ένεση και στον δρόμο για το σπίτι έκανα ξανά εμετό.
Κουλουριάστηκα μέσα στο σταθμό του μετρό, με την πλάτη στα πλακάκια του τοίχου. Μετρούσα, ένα, δύο, τρία …, καθώς περίμενα να υποχωρήσει ο πόνος. Ο γιατρός μου είπε να χαλαρώσω, βλέπεις, να κάνω ευχάριστες, γαλήνιες σκέψεις. Όλα είναι στο μυαλό είπε, εμφατικά, λες και ήταν κανένας Ινδός γκουρού. Γαλήνιες σκέψεις, ευχάριστες σκέψεις, ένα, δύο, τρία, τέσσερα, αδιατάρακτη γαλήνη, μετρούσα προσπαθώντας να μην ξεράσω … ο πόνος έφερνε δάκρυα στα μάτια μου, συσπάσεις με κυρίευσαν καθώς ξέρναγα, ξανά και ξανά, στομαχικά υγρά, ώσπου στο τέλος δεν είχε μείνει τίποτα να βγάλω και μπόρεσα ν’ αφεθώ, να γλιστρήσω στο πάτωμα. Περίμενα, να σταματήσει να κουνιέται το αναθεματισμένο πάτωμα, απλά να σταματήσει.
Πόση ώρα είχε περάσει από τότε;

*
Μητέρα, εξακολουθώ να βλέπω το ίδιο όνειρο. Ονειρεύομαι πως ψηλώνω σα να ‘μαι λεύκα. Τρυπάω το σκέπαστρο του μπαλκονιού, και αυτό του πάνω ορόφου, του δέκατου πέμπτου, του δέκατου έκτου ορόφου, εκτινάσσομαι μέσα απ’ το τσιμέντο και τους αρμούς ώσπου ξεπηδώ στην κορυφή, μέσα απ’ τη σκεπή του τελευταίου πατώματος. Λουλούδια σαν λευκές κάμπιες ξετυλίγουν τους ανθούς τους στις πιο ψηλές μου απολήξεις. Η τραχεία μου ρουφά γάργαρο νερό, κι είναι τόσο τεντωμένη
που λες θα σπάσει, το στήθος μου εκτινάσσεται προς τον ουρανό και προσπαθώ με κόπο να τεντώσω κάθε μου διχαλωτό μέλος. Κι έτσι δραπετεύω από αυτό το διαμέρισμα. Κάθε νύχτα, μητέρα, κάθε νύχτα το ίδιο όνειρο.

*
Κάνει ολοένα και περισσότερο κρύο. Και σήμερα, αυτός ο κόσμος θα έχει ήδη δει τόσα φύλλα να πέφτουν στο έδαφος, τόσα φίδια να αποβάλλουν το δέρμα τους, τόσα έντομα να χάνουν τις μικροσκοπικές ζωές τους, και τόσα βατράχια να πέφτουν στη χειμέρια νάρκη τους, κάπως πρόωρα.
Σκέφτομαι συνεχώς το πουλόβερ σου. Η ανάμνηση της μυρωδιάς σου δεν είναι πια τόσο ξεκάθαρη. Θέλω να του ζητήσω να το τυλίξει γύρω μου, μα έχω χάσει τη φωνή μου. Τι μπορώ να κάνω; Κλαίει βλέποντάς με να ατονώ, και θυμώνει, επίσης. Όπως ξέρεις, ήμουν η μόνη οικογένεια που είχε. Μπορώ να νιώσω τα ζεστά του δάκρυα να πέφτουν πάνω μου μαζί με το μεταλλικό νερό που μου ρίχνει. Μπορώ να νιώσω τα μόρια του αέρα να κλυδωνίζονται, τη σφιγμένη γροθιά του να χτυπά στο κενό, χωρίς στόχο.
*
Φοβάμαι, Μητέρα. Τα μέλη μου πρέπει να πέσουν. Αυτή η γλάστρα είναι πολύ μικρή, και τα τοιχώματά της πολύ στενά. Πόνοι διαπερνούν τις άκρες των ριζών μου. Μητέρα, θα πεθάνω πριν να έρθει ο χειμώνας.
Και αμφιβάλλω πως θ’ ανθίσω ξανά, σ’ αυτόν τον κόσμο.

8

Αργότερα εκείνη τη νύχτα που γύρισα απ’ το επαγγελματικό μου ταξίδι, αφού πότισα τη γυναίκα μου, αδειάζοντας πάνω της τρία γεμάτα μπωλ με νερό, εκείνη εξέμεσε μεγάλη ποσότητα κίτρινων, στομαχικών οξέων.
Είδα τα χείλη της να σουφρώνουν και να κλείνουν ερμητικά στη στιγμή, σάρκα πάνω στη σάρκα, μπροστά στα μάτια μου. Καθώς τα τρεμάμενα δάχτυλά μου ψηλαφούσαν αυτά τα σουφρωμένα, διάστικτα χείλη, άκουσα επιτέλους μια ανεπαίσθητη φωνή, τόσο αμυδρή, που δεν καταλάβαινα τι να ήταν αυτό που έλεγε. Αυτή ήταν η τελευταία φορά που άκουσα τη φωνή της γυναίκας μου. Ύστερα από αυτό, δεν ξανάκουσα από κείνη ούτε έναν στεναγμό.
Παχιές, λευκές ρίζες ξεπετάχτηκαν από το εσωτερικό των μηρών της. Βυσσινιά λουλούδια άνθισαν το στήθος της. Δίδυμοι στήμονες, λευκοί στις άκρες τους, κιτρινωποί και χοντροί στις ρίζες, ξεπρόβαλλαν απ’ τις ρώγες της. Όταν τα υψωμένα στον αέρα χέρια της έδειξαν ικανά να ασκήσουν την παραμικρή πίεση, η γυναίκα μου προσπάθησε να μ’ αγκαλιάσει απ’ το λαιμό. Κοιτάζοντας εκείνα τα μάτια, μέσα στα οποία αχνοφαινόταν ακόμα ένα ισχνό φως, έσκυψα κι άφησα εκείνα τα χέρια που ήταν πια πέταλα καμέλιας, να μ’ αγκαλιάσουν. «Είσαι καλά;» τη ρώτησα. Τα μάτια της, δυο ώριμα σταφύλια. Η σκιά ενός χαμόγελου στραφτάλιζε στη γυαλιστερή τους επιφάνεια.
Καθώς προχωρούσε το φθινόπωρο, ένα διαυγές πορτοκαλί φως διαπότιζε σταδιακά το σώμα της γυναίκας μου. Κάθε που άνοιγα το παράθυρο, τα τεντωμένα προς τα πάνω χέρια της ταλαντευόντουσαν πολύ απαλά, στη φορά του ανέμου.
Προς το τέλος του φθινοπώρου, τα φύλλα της άρχισαν να πέφτουν, δυο-δυο, τρία-τρία. Το σώμα της από πορτοκαλί πήρε σιγά-σιγά ένα μουντό, καφετί χρώμα.
Σκέφτηκα την τελευταία φορά που είχα κοιμηθεί με τη γυναίκα μου.
Αντί για την έντονη αψάδα σωματικών υγρών, μια μυρωδιά σχεδόν γλυκιά ερχόταν από το κάτω μέρος του σώματος της γυναίκας μου. Τότε, απλώς υπέθεσα πως μπορεί να άλλαξε το σαπούνι που χρησιμοποιούσε, ή πως είχε ελεύθερο χρόνο και αποφάσισε να τον περάσει ρίχνοντας μερικές σταγόνες άρωμα εκεί κάτω. Πόσος καιρός είχε περάσει από όλα αυτά;
Τώρα, η μορφή της δεν έχει ούτε ίχνος από το δίποδο πλάσμα που ήταν κάποτε. Οι κόρες των ματιών της, που είχαν μεταμορφωθεί σε κάτι που έμοιαζε με γυαλιστερά, στρογγυλά σταφύλια, σταδιακά θάβονται μέσα σε καφέ στήμονες. Η γυναίκα μου δεν μπορεί να δει πια. Δεν μπορεί καν να κουνήσει τις απολήξεις των στημόνων της. Κι όμως, όταν βγαίνω στο μπαλκόνι νιώθω μια απροσδιόριστη αίσθηση που νικά τη
γλώσσα, σαν μια απειροελάχιστη ηλεκτρική εκκένωση που πάλλεται από το δικό της σώμα και περνά στο δικό μου. Όταν όμως τα φύλλα που ήταν τα χέρια και τα μαλλιά της γυναίκας μου έπεσαν όλα, και το σημείο όπου τα χείλη της είχαν κλείσει σουφρωμένα άνοιξε, απελευθερώνοντας ένα μάτσο καρπούς, αυτή η αίσθηση χάθηκε, σα μια λεπτή κλωστή που σπάει.
Οι μικροί καρποί είχαν εκραγεί προς τα έξω ομαδικά, σαν σπόροι ροδιού. Τους μάζεψα στις χούφτες μου και κάθισα κάτω, στο κατώφλι που συνέδεε το μπαλκόνι με το σαλόνι. Αυτοί οι καρποί, που δεν είχα ξαναδεί, ήταν κιτρινοπράσινοι. Κι ήταν σκληροί, σαν τους λιόσπορους που σερβίρουν μαζί με πόπκορν, ως συνοδευτικό, όταν παραγγέλνει κανείς μια μπύρα.
Ξεχώρισα έναν και τον έβαλα στο στόμα μου. Το λείο περίβλημα δεν είχε καμία γεύση ή μυρωδιά. Το μάσησα ώσπου άνοιξε. Ο καρπός της μοναδικής γυναίκας που είχα ποτέ σ’ αυτή τη γη. Το πρώτο πράγμα που ένιωσα στον ουρανίσκο μου ήταν μια όξινη, σχεδόν καυτερή γεύση, κι ο χυμός που κύλησε στη βάση της γλώσσας μου άφησε μια πικρή επίγευση.
Την επόμενη μέρα αγόρασα μια ντουζίνα μικρές, στρογγυλές γλάστρες, κι αφού τις γέμισα γόνιμο χώμα, φύτεψα μέσα τους καρπούς. Τις τοποθέτησα στη σειρά, πλάι στη γλάστρα της μαραμένης μου γυναίκας, κι άνοιξα το παράθυρο. Ακούμπησα στο περβάζι και κάπνισα ένα τσιγάρο, απολαμβάνοντας τη μυρωδιά φρέσκου γρασιδιού που ξαφνικά αναδύθηκε από το κάτω μέρος της γυναίκας μου. Ο κρύος αέρας των τελευταίων ημερών του φθινοπώρου ανακάτωσε τον καπνό του τσιγάρου μου, τα μακριά μαλλιά μου.
Όταν θα έμπαινε η άνοιξη, θα βλάσταινε ξανά η γυναίκα μου; Θα άνθιζαν, κόκκινα, τα λουλούδια της; Δεν μπορούσα να ξέρω.

ΧΑΝ ΚΑΝΓΚ


Η Χαν Κανγκ γεννήθηκε στο Γκουάντζου, στη Νότια Κορέα, και μετακόμισε στη Σεούλ στα δέκα της έτη. Σπούδασε Κορεάτικη Λογοτεχνία στο Πανεπιστήμιο Γιόνσεϊ. Έχει βραβευτεί για τη γραφή της τόσο στην Κορέα όσο και διεθνώς: το μυθιστόρημά τηςΗ Χορτοφάγος, το πρώτο της που μεταφράστηκε στα Αγγλικά (από την Ντέμπορα Σμιθ), κέρδισε το Man Booker International Prize το 2016. Το διήγημα «Οι Καρποί της Γυναίκας μου» αποτέλεσε τον πρόδρομο τηςΧορτοφάγου. Άλλα έργα της:Έργα Ανθρώπων (2016, εκδ. Portobello), «Το Λευκό Βιβλίο» (2017, εκδ. Portobello). Ζει στη Σεούλ.

Χαν Κανγκ, Οι καρποί της γυναίκας μου (1/2)

DH-mR_zXsAAz_HA1-e1509890004851

~.~

ΧΑΝ ΚΑΝΓΚ

Οι καρποί της γυναίκας μου

Μετάφραση από τα αγγλικά (βασισμένη στη μετάφραση της Ντέμπορα Σμιθ): Μαρία Σ. Μπλάνα

~.~

1

Ήταν τέλη Μαΐου όταν πρωτοείδα τις μελανιές στο σώμα της γυναίκας μου. Εκείνη τη μέρα, μυριάδες πέταλα πασχαλιάς έπεφταν, σαν κομμένες γλώσσες, στο παρτέρι πλάι στο γραφείο του επιστάτη, και το πλακόστρωτο στην είσοδο του οίκου ευγηρίας ήταν τελείως σκεπασμένο με λευκά άνθη που μαραίνονταν, καθώς τα τσαλαπατούσαν τα παπούτσια των περαστικών.

Ο ήλιος σχεδόν μεσουρανούσε.

Ηλιαχτίδες, στο χρώμα της σάρκας ώριμου ροδάκινου, ξεχυνόντουσαν στο πάτωμα του καθιστικού, φανερώνοντας άπειρα σωματίδια σκόνης και γύρης.

Αυτό το γλυκανάλατο, χλιαρό ηλιόφως έπεφτε πάνω στο πίσω μέρος της λευκής μου φανέλας, καθώς η γυναίκα μου κι εγώ ξεφυλλίζαμε την Κυριακάτικη πρωινή εφημερίδα.

Η βδομάδα που μόλις είχε τελειώσει άφησε κι αυτή το στίγμα της εξάντλησης που ένιωθα μήνες τώρα. Τα σαββατοκύριακα επέτρεπα στον εαυτό μου να χουζουρεύει ως αργά, κι έτσι είχα ξυπνήσει μόλις πριν από λίγα λεπτά. Μουδιασμένος, γύρισα πλευρό για να βολέψω καλύτερα τα νωθρά μου μέλη, διαβάζοντας αδιάφορα την εφημερίδα, όσο πιο αργά γινόταν.

«Μπορείς να ρίξεις μια ματιά; Δεν ξέρω γιατί αυτές οι μελανιές επιμένουν».

Τα λόγια της γυναίκας μου ήχησαν στ’ αυτιά μου πιο πολύ σαν μια διατάραξη του πέπλου της σιωπής, παρά σαν μια πρόταση με νόημα. Την κοίταξα αφηρημένος.

Σα να με τσίμπησε μύγα, ανακάθισα απότομα στο κρεβάτι. Μαρκάροντας με το δάχτυλό μου το σημείο που διάβαζα, στην εφημερίδα, έτριψα τα μάτια μου με την ανάστροφη της παλάμης μου. Η γυναίκα μου είχε ανασηκώσει το φανελάκι της μέχρι το σουτιέν – εδώ κι εκεί μώλωπες, σαν στάμπες, κηλίδωναν την κοιλιά και την πλάτη της.

«Τι – πώς έγινε αυτό;»

Έστρεψε λίγο τη μέση της ίσα για να δω τους σπονδύλους της, ν’ αναρριχώνται, ξεκινώντας απ’ το φερμουάρ της πλισέ φούστας της. Θαμποί μπλε μώλωπες, στο μέγεθος της γροθιάς ενός νεογνού, που φαινόντουσαν τόσο καθαρά λες κι είχαν τυπωθεί με μελάνι.

«Λοιπόν; Τι είναι αυτά;» Ο αιχμηρός, επίμονος τόνος μου αντήχησε στα εξήντα τετραγωνικά του διαμερίσματός μας.

«Δεν έχω ιδέα… Υπέθεσα πως μάλλον χτύπησα πάνω σε κάτι χωρίς να το καταλάβω, και πως τα σημάδια θα έφευγαν… αλλά, αυτά ολοένα και μεγαλώνουν».

Η γυναίκα μου απέφευγε το βλέμμα μου σαν άτακτο παιδί που πιάστηκε στα πράσα. Μετανιώνοντας λίγο που της μίλησα σα να την επιπλήττω, έκανα μια προσπάθεια να μαλακώσω τον τόνο μου.

«Πονάς;»

«Όχι, καθόλου. Δε νιώθω τίποτα, εκεί που είναι οι μελανιές. Αλλά, ξέρεις, αυτό είναι που με ανησυχεί ακόμα περισσότερο».

Η ένοχη έκφραση που είδα για μια στιγμή να ζωγραφίζεται στο πρόσωπό της χάθηκε δίχως ίχνος και τη θέση της πήρε ένα αχνό, παράταιρο χαμόγελο. Αυτό το χαμόγελο έπαιζε στα χείλη της γυναίκας μου, καθώς ρώτησε αν θα έπρεπε να πάει στο νοσοκομείο.

Εξέτασα το πρόσωπο της γυναίκας μου μ’ ένα ψυχρό, νηφάλιο βλέμμα – ένιωθα, παραδόξως, σα να με χώριζε μεγάλη απόσταση από αυτό που συνέβαινε. Το πρόσωπο που είχα απέναντί μου έμοιαζε ανοίκειο. Έμοιαζε ανοίκειο, σχεδόν εξωπραγματικό – κάτι που δεν θα περίμενε κανείς δεδομένου ότι μέναμε μαζί εδώ και τέσσερα περίπου χρόνια.

Η γυναίκα μου ήταν τρία χρόνια μικρότερή μου, είχε μόλις κλείσει τα είκοσι εννέα. Το πρόσωπό της την έκανε να μοιάζει εκνευριστικά μικρότερη όταν βγαίναμε, προτού παντρευτούμε – συχνά την έπαιρναν για μαθήτρια. Τώρα είχε πάνω του καθαρά τα σημάδια της κούρασης, που έκαναν αντίθεση με την έκφραση αθωότητας που της έδιναν τα ολοστρόγγυλα μάτια της. Μάλλον δύσκολα θα την μπέρδευε πια κανείς με μαθήτρια, ή έστω φοιτήτρια. Μάλιστα, έμοιαζε πια μεγαλύτερη απ’ ό,τι ήταν στην πραγματικότητα. Τα μάγουλά της, σαν άγουρα μήλα που μόλις άρχιζαν να κοκκινίζουν, ήταν βαθουλωτά, σαν πηλός που είχε πιεστεί προς τα μέσα. Η μέση που κάποτε ήταν απαλή κι ευλύγιστη σαν μίσχος λουλουδιού, η κοιλιά που κάποτε είχε τις πιο ελκυστικές καμπύλες, τώρα πια ήταν θλιβερά ισχνή. (περισσότερα…)

Χασάν Μπλασίμ, Το Κουνέλι της Πράσινης Ζώνης

[Μετάφραση από τα αγγλικά: Μαρία Μπλάνα (βασισμένη στη μετάφραση από τα αραβικά του Τζόναθαν Ράιτ)]

Προτού εμφανιστεί το αυγό, διάβαζα βιβλία σχετικά με το νόμο ή τη θρησκεία κάθε βράδυ, πριν κοιμηθώ. Όπως ακριβώς και το κουνέλι μου, ήμουν πιο δραστήριος τις πρώτες πρωινές και τις απογευματινές ώρες. Ο Σαλσάλ, από την άλλη, έμενε ξύπνιος ως αργά το βράδυ και ξύπναγε το μεσημέρι. Και προτού σηκωθεί απ’ το κρεβάτι άνοιγε το λάπτοπ του και έμπαινε στο φέισμπουκ να τσεκάρει τα τελευταία σχόλια στη συζήτηση που είχε αρχίσει το προηγούμενο βράδυ, και τελικά σηκωνόταν να κάνει μπάνιο. Ύστερα πήγαινε στην κουζίνα, άνοιγε το ράδιο και άκουγε ειδήσεις ενώ τηγάνιζε ένα αυγό κι έφτιαχνε καφέ. Έβγαινε με το πρωινό του στον κήπο και καθόταν στο τραπέζι κάτω απ’ την ομπρέλα, τρώγοντας και πίνοντας και καπνίζοντας καθώς με παρατηρούσε.

«Καλημέρα, Χατζάρ. Τί νέα απ’ τα λουλούδια;»

«Κάνει πολλή ζέστη φέτος και δεν φτουράνε», του έλεγα, ενώ κλάδευα τις τριανταφυλλιές.

Ο Σαλσάλ άναβε κι άλλο τσιγάρο και χαμογέλαγε ειρωνικά στο κουνέλι μου. Ποτέ μου δεν κατάλαβα γιατί τον ενοχλούσε το κουνέλι. Το είχε φέρει η γριά Ουμ Νταλά. Το βρήκε στο πάρκο, είπε. Αποφασίσαμε να το κρατήσουμε ώσπου να βρει η Ουμ Νταλά τον ιδιοκτήτη του. Το κουνέλι ήταν μαζί μας ένα μήνα τώρα κι εγώ ήδη είχα περάσει δυο μήνες με τον Σαλσάλ σ’ αυτή τη γουστόζικη βίλα στη βόρεια Πράσινη Ζώνη. Η βίλα ήταν απομονωμένη, τριγυρισμένη από έναν ψηλό τοίχο και με μια πύλη εξοπλισμένη με το πιο σοφιστικέ ηλεκτρονικό σύστημα ασφαλείας. Δεν ξέραμε πότε θα σήμαινε η ώρα μηδέν. Ο Σαλσάλ ήταν βετεράνος, σε αντίθεση με εμένα που με αποκαλούσαν ψάρακα επειδή αυτή ήταν η πρώτη μου επιχείρηση.

Ο κ. Σαλμάν μας επισκεπτόταν μια φορά τη βδομάδα για να δει πώς είμαστε και να μας καθησυχάσει για τα τεκταινόμενα. Ο κ. Σαλμάν μας έφερνε αλκοόλ και χασίς. Πάντα μας έλεγε ένα χαζό αστείο για τις πολιτικές εξελίξεις και μας υπενθύμιζε πόσο μυστική και σημαντική ήταν η επιχείρηση. Αυτός ο Σαλμάν τα είχε κυμιάσει με τον Σαλσάλ και δεν μου αποκάλυπτε πολλά μυστικά. Οι δυο τους τόνιζαν συνέχεια την αδυναμία και την έλλειψη εμπειρίας μου. Δεν ασχολιόμουν και πολύ μαζί τους. Είχα βουλιάξει στην πικρία της ζωής μου κι ήθελα να καταστραφεί ο κόσμος μία κι έξω.

Η Ουμ Νταλά ερχόταν δύο φορές τη βδομάδα. Μας έφερνε τσιγάρα και καθάριζε το σπίτι. Μια φορά ο Σαλσάλ την παρενόχλησε. Της έπιασε τον πισινό ενώ εκείνη μαγείρευε ντολμάδες. Του έδωσε μία στη μύτη με την κουτάλα και του την άνοιξε. Ο Σαλσάλ την άφησε και ύστερα από αυτό δεν της μιλούσε. Εκείνη ήταν μια δυναμική γυναίκα, στα πενήντα της, μάνα εννιά παιδιών. Έλεγε πως μισούσε τους άντρες, έλεγε πως ήταν σιχαμένοι, εγωιστές, γουρούνια. Ο άντρας της δούλευε εργάτης στη ΔΕΗ αλλά έπεσε απ’ την κορυφή μιας κολώνας και πέθανε. Ήταν μεθύστακας κι εκείνη συνήθιζε να τον αποκαλεί μεθυσοκούναβο. (περισσότερα…)

Λίζα Καβάγιου, Αυτό, που είμαστε

kavagiou

της ΛΙΖΑΣ ΚΑΒΑΓΙΟΥ

Να ’μαστε λοιπόν. O γιος μας, η νύφη μας, οι δυο εγγόνες μας, ο άντρας μου κι εγώ, το τελευταίο βράδυ πριν τη μεγάλη μέρα. Καθισμένοι στους αντικρυστούς καναπέδες του σαλονιού παρακολουθούμε τα κορίτσια, που παίζουν στο χαλί ανάμεσά μας. Συζητάμε για τον επίμονο χειμώνα, το πετυχημένο μου στιφάδο, την πρόοδο των κοριτσιών στο σχολείο. Το ημίφως των μισοκαμένων φωτιστικών τρέφει τη νύστα όλων μας, μα τα παιδιά διστάζουν να φύγουν. Φοβούνται να μας αφήσουν μόνους με την αγωνία μας για την επόμενη μέρα.

Τους παρατηρώ. Μια παράδοξη διπλωπία μού επιτρέπει να τους δω πιο καθαρά. Τους βλέπω όλους διπλούς. Πίσω από τον καθέναν τους υπάρχει μια δεύτερη φιγούρα, που σκέφτεται άλλα από αυτά που ελευθερώνει το στόμα τους. Κάνει τα τραγικότερα σενάρια για την επόμενη μέρα. Κάθε φορά, που το βλέμμα τους πέφτει σε μένα, η κόπια αυτή προδίδει τις σκέψεις της. Φωνάζει βουβά πάνω από τις ευχάριστες κουβέντες του απτού τους εαυτού. «Αύριο μπορεί να μην την βγάλεις», «αύριο μπορεί να την χάσω», «την καημένη, πώς αντέχει τέτοια αγωνία». Κι εγώ είμαι διπλή – έχω τα ίδια τραγικά σενάρια για την επόμενη μέρα στο μυαλό μου, μα χαμογελάω. Πιέζομαι και κουράζομαι να χαμογελάω, όμως κανείς δεν τολμάει να σηκωθεί να φύγει, να ξεκουραστώ.

Τα κορίτσια, χωρίς να ξέρουν το γιατί, αποφεύγουν το βλέμμα μου σα να αποφεύγουν ένα μεγάλο κακό. Κι ας μη μου συνέβη ακόμη. Την αγωνία αποφεύγουν. Μες στην εξάντλησή τους, την περασμένη τούτη ώρα, αποφασίζουν να επικεντρώσουν το ενδιαφέρον τους σε μια κούκλα. Την θέλουν κι οι δύο. (περισσότερα…)

Ο αδερφός του Τζων Ντάφυ

ΤΟΥ ΦΛΑΝ Ο’ΜΠΡΑΪΑΝ

μετάφραση: Γιώργος Αποσκίτης

Κανονικά, αυτή την ιστορία δεν θα έπρεπε να την γράψουμε ή να την πούμε καθόλου. Με το να την γράψουμε ή με το να την πούμε την καταστρέφουμε. Κι αυτό διότι ο άνθρωπος που βίωσε την παράξενη εμπειρία για την οποία πρόκειται να μιλήσουμε δεν ανέφερε ποτέ σε κανέναν το παραμικρό και το γεγονός ότι κράτησε το μυστικό του επτασφράγιστο στη μνήμη του είναι όλο το ζουμί της ιστορίας. Ως εκ τούτου, οφείλουμε να παραδεχτούμε ευθύς εξαρχής τη μειονεκτική θέση στην οποία βρισκόμαστε – ότι είναι παράλογο να πούμε εμείς την ιστορία, παράλογο να να την ακούσει κανείς και αδιανόητο να περιμένουμε πως κάποιος θα την πιστέψει.

Εντούτοις, θα κάνουμε σ’ αυτόν τον άνθρωπο μια χάρη. Θα συγκρατηθούμε και δεν θα αναφέρουμε το πλήρες ονοματεπώνυμό του. Αυτό θα μας δώσει τη δυνατότητα να πούμε το μυστικό του επιτρέποντάς του παράλληλα να συνεχίσει να κοιτά τους φίλους του στα μάτια. Μπορούμε πάντως να πούμε πως το επώνυμό του είναι Ντάφυ. Θα πρέπει να υπάρχουν χιλιάδες με το επώνυμο Ντάφυ στον κόσμο∙ ακόμα κι αυτή τη στιγμή, ένας νέος Ντάφυ θα κάνει πιθανότατα την εμφάνισή του σε κάποια γωνιά του πλανήτη. Μπορούμε ακόμη ακόμη να φτάσουμε ως το σημείο να πούμε ότι είναι ο αδερφός του Τζων Ντάφυ. Δεν προδίδουμε κάτι λέγοντάς το, διότι αν υπάρχουν εκατό μόνον άνθρωποι με το ονοματεπώνυμο Τζων Ντάφυ, ακόμη κι αν δεχόμασταν πως θα μπορούσε να βρεθεί και να ερωτηθεί ο καθένας χωριστά από αυτούς, δεν θα ερχόταν στο φως τίποτα το ντροπιαστικό. Κι αυτό γιατί ο συγκεκριμένος Τζων Ντάφυ δεν έφυγε ποτέ από το σπίτι του, δεν εγκατέλειψε ποτέ το κρεβάτι του, δεν μίλησε ποτέ σε κανέναν όσο έζησε και δεν τον είδε παρά μονάχα ένας άνθρωπος. Και το όνομα αυτού Γκάμλυ. Ο Γκάμλυ ήταν γιατρός. Ήταν παρών κατά τη γέννηση του Τζων Ντάφυ όπως και κατά τη στιγμή του θανάτου του, μια ώρα αργότερα.

Ο αδερφός του Τζων Ντάφυ ζούσε μόνος σε ένα μικρό σπίτι σ’ ένα ύψωμα στο Ίντσικορ. Το πρωί, καθώς ντυνόταν, είχε τη δυνατότητα να ατενίσει την πλατιά κοιλάδα του ποταμού Λίφυ στη μια άκρη, τις πλαγιές του πάρκου Φοίνιξ στην άλλη, και να γαληνέψει. Ο ποταμός σπανίως ήταν ορατός, όμως τα πρωινά που είχε ήλιο φαινόταν σαν μακρύ απαστράπτον δόρυ στην παλάμη της κοιλάδας. Έμοιαζε με αξιοσέβαστο παντρεμένο κύριο που μπαίνει βιαστικά στο Δουβλίνο για δουλειά.

Κάποιες φορές ο αδερφός του Τζων Ντάφυ έφερνε κατά νου το ότι το ρολόι του πηγαίνει μπροστά κι έτσι περνούσε μια στιγμή ραστώνης με το τηλεσκόπιο του πατέρα του, να κοιτά την κοιλάδα απ’ άκρη σ’ άκρη με μάτι αετού. Το χωριό Τσαπελίζοντ βρισκόταν στα αριστερά, σχεδόν καλυμμένο στο βάθος, όμως κάθε πρωί οι κάτοικοι σήκωναν νωχελικά –το έκαναν θαρρείς για να επωφεληθεί ο κύριος Ντάφυ– ένα σύννεφο καπνού για να δείξουν ακριβώς το σημείο στο οποίο βρίσκονταν.

Ο φακός του κυρίου Ντάφυ συνήθως στεκόταν ακίνητος μόλις εντόπιζε τη μορφή ενός άντρα ο οποίος περπατούσε βιαστικά στα ψηλότερα σημεία του πάρκου και χανόταν από το οπτικό πεδίο κατευθυνόμενος προς το φρούριο Μαγκαζίν. Ένα μικρό λευκό τεριέ χοροπηδούσε μπροστά του και κατά διαστήματα επιτάχυνε για να τον προσπεράσει, αφού πρώτα είχε χασομερήσει κάπου πίσω του.

Ο άντρας κουβαλούσε παραμάσχαλα ένα εργαλείο το οποίο στην αρχή ο κύριος Ντάφυ το πέρασε για πυροβόλο όπλο ή επαναληπτική καραμπίνα, όμως κάποιο πρωινό o άντρας βαστώντας το απ’ την άκρη χτυπούσε ζωηρά μ’ αυτό τα βαρέλια κάτω στο δάπεδο καθώς περπατούσε, και τότε φανερώθηκε στον κύριο Ντάφυ –ο οποίος ένιωσε ορισμένη απογοήτευση– ότι το αντικείμενο ήταν μπαστούνι.

Τον άντρα έτυχε να τον λένε Μάρτιν Σμάλεν. Ήταν συνταξιούχος μηχανοδηγός και ζούσε ήσυχα μαζί με τη λεπτεπίλεπτη αδερφή του στο Πάρκγκεητ, στον αριθμό 4 της οδού Κάνον Ρόου. Ο κύριος Ντάφυ δεν ήξερε πώς τον λένε και δεν αξιώθηκε ποτέ να τον συναντήσει ή να βρεθεί στην ευχάριστη θέση να τον γνωρίσει, ίσως όμως αξίζει να αναφέρουμε πως οι δυο τους κάποτε στάθηκαν δίπλα δίπλα στη μπάρα μιας παμπ στην οδό Λιτλ Ήστερ, χωρίς να αναγνωρίσει ο ένας τον άλλον, ολότελα ξένοι. Ο κύριος Σμάλεν παρήγγειλε ουίσκι κι ο κύριος Ντάφυ μπύρα.

Την αδερφή του κυρίου Σμάλεν την έλεγαν όχι Σμάλεν αλλά Γκόγκινς, χήρα του εκλιπόντος Πωλ Γκόγκινς, χονδρεμπόρου υφασμάτων. Ο κύριος Ντάφυ ούτε που την είχε ακουστά. Αυτή πάλι είχε έναν ξάδερφο που λεγόταν Λήο Κορ κι ο οποίος είχε απασχολήσει την αστυνομία. Το 1924 καταδικάστηκε σε κάθειρξη και καταναγκαστικά έργα για κατασκευή πλαστών νομισμάτων. Η κυρία Γκόγκινς δεν τον είχε γνωρίσει ποτέ, είχε όμως ακούσει γι’ αυτόν πως μετανάστευσε στο Λάμπραντορ με το που αφέθηκε ελεύθερος.

Λίγα λόγια για το τηλεσκόπιο. Μια περίεργη ιστορία συνδέεται με τον ιδιοκτήτη του∙ Ντάφυ κι αυτός, συνταξιούχος του εμπορικού ναυτικού. Παρ’ ότι δεν καρπώθηκε τα οφέλη της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης –στην πραγματικότητα μπάρκαρε στα δεκαέξι του εξαιτίας ενός περιστατικού που συνέβη λόγω ατελούς κατανόησης της σεξουαλικής σχέσης– είχε τη στόφα λογίου και συχνά περνούσε τα απογεύματα των αδειών του στη στεριά μόνος στην τραπεζαρία του σπιτιού του να φυλλομετρά με χαρά κάποιο βιβλίο του Ομήρου ή να υπομνηματίζει τα όχι καλά λατινικά του Αγγελικού Δασκάλου [Θωμά Ακινάτη] και να μειδιά, φανερώνοντας έτσι την πολυμάθειά του. Την 4η Ιουλίου του 1927 στις τέσσερις η ώρα, κι ενώ ήταν στην τραπεζαρία, έχασε τα λογικά του. Το ίδιο εκείνο σούρουπο, στις οχτώ η ώρα, τέσσερις άντρες έφτασαν με ένα φορτηγάκι, τον πήραν από τη χώρα του θανάτου και τον μετέφεραν σε κάποιο μέρος στο οποίο θα ήταν υπό περιορισμό για το δικό του καλό.

Θα μπορούσε να υποστηρίξει κανείς ότι πολλά από τα προαναφερθέντα δεν έχουν στην πραγματικότητα και μεγάλη σχέση με την ιστορία του αδερφού του Τζων Ντάφυ, όμως η μοντέρνα γραφή –υπάρχει αυτή η ελπίδα– έχει περάσει από το στάδιο κατά το οποία απλά συμβάντα παρατίθενται στο κενό δίχως κάποια ένδειξη ως προς τα ψυχολογικά και γενεσιουργά αίτιά τους τα οποία δουλεύουν στο βάθος. Έχοντας πάντως πει τόσα πολλά, ας μας επιτραπεί να καταγράψουμε τώρα εν συντομία τη φύση της περιπέτειας του αδερφού του Τζων Ντάφυ.

Κάποιο πρωί σηκώθηκε –ήταν 9 Μαρτίου του 1932–, ντύθηκε και ετοίμασε το πρωινό του για να φύγει. Αμέσως μετά τον κυρίευσε η παράξενη ιδέα πως είναι τρένο. Καμιά εξήγηση δεν στέκει να επιχειρήσουμε να δώσουμε. Στα αγοράκια ενίοτε αρέσει να παριστάνουν πως είναι τρένα κι υπάρχουν στον κόσμο κάτι χοντρές γυναίκες που από μακριά μοιάζουν λιγάκι με τρένα. Μα ο αδερφός του Τζων Ντάφυ ήταν βέβαιος πως είναι τρένο –μεγάλο σε μάκρος, βροντερό κι αχανές, πως απ’ τα πόδια του βγαίνει με κρότο λευκός καπνός και πως μακρόστενα φυσερά έρχονται ρυθμικά απ’ το σημείο στο οποίο βρισκόταν το φουγάρο του.

Συν τοις άλλοις, ήταν βέβαιος πως είναι ένα συγκεκριμένο τρένο, το τρένο των 9.20 για Δουβλίνο. Ο σταθμός του ήταν η κρεβατοκάμαρα. Στεκόταν εντελώς ακίνητος για είκοσι λεπτά, γνωρίζοντας πως τα καλά τρένα είναι πάντοτε στην ώρα τους τόσο κατά την αναχώρηση όσο και κατά την άφιξη. Έριχνε συχνά πυκνά ματιές στο ρολόι του ώστε να σιγουρευτεί ότι δεν θα του περάσει η ώρα χωρίς να το προσέξει. Το ρολόι του έφερε πάνω του τις λέξεις «αντικραδασμικό» και «σιδηροδρομικός χρονομέτρης».

Στις 9.20 ακριβώς εξέπεμπψε ένα διαπεραστικό σφύριγμα, έθεσε σε κίνηση τη μεγάλη μεταλλική μάζα του και αναχώρησε για την πόλη με ορμή αφήνοντας πίσω του καπνό. Το τρένο έφτασε δίχως καμιά καθυστέρηση στον προορισμό του, ο οποίος ήταν το γραφείο των κυρίων Πόλτερ και Πόλτερ, νομικών συμβούλων και υπευθύνων λήψης ένορκων βεβαιώσεων. Για προφανείς λόγους, η επωνυμία της εταιρείας είναι επινοημένη. Μέσα στο γραφείο βρίσκονταν δύο άντρες, ο γηραιός κύριος Κράνμπερυ κι ο νεαρός κύριος Χοτζ. Αμφότεροι ήταν υπάλληλοι κι αμφότεροι λογοδοτούσαν στον αδερφό του Τζων Ντάφυ. Φυσικά, και των δύο τα επώνυμα τα έχουμε φανταστεί.

«Καλημέρα κ. Ντάφυ», είπε ο κ. Κράνμπερυ. Ήταν μιας κάποιας ηλικίας κι ευγενέστατος κι είχε γίνει κατακίτρινος υπηρετώντας την εταιρεία.

Ο κ. Ντάφυ τον κοίταξε έκπληκτος. «Δεν το βλέπεις ότι είμαι τρένο;», είπε. «Γιατί με αποκαλείς κ. Ντάφυ;»

Ο κ. Κράνμπερυ γέλασε κι έκλεισε το μάτι στον κ. Χοτζ, ο οποίος καθόταν έτσι νεαρός, περιποιημένος κι ευπαρουσίαστος πίσω από τη γραφομηχανή του.

«Εντάξει, κ. Τρένο», είπε. «Κρύο σήμερα το πρωί, κύριε. Δύσκολο να ανεβάσετε ατμό ως επάνω κάτι τέτοια κρύα πρωινά, κύριε.»

«Δεν είναι εύκολο», είπε ο κ. Ντάφυ. Κατευθύνθηκε με χάρη στην καρέκλα του πιο πέρα και περίμενε υπομονετικά τους υπαλλήλους της εταιρείας να έρθουν να τον αποσυναρμολογήσουν όπως πρέπει. Ο κ. Χοτζ κρυφογελούσε πίσω απ’ τα στόρια του.

«Τίποτα φτηνές εκδρομές, κύριε;», ρώτησε.

«Όχι.», απάντησε ο κ. Ντάφυ. «Υπάρχουν, φυσικά, ετήσια εισιτήρια.»

«Τρίτης και τέταρτης θέσης να υποθέσω, κύριε;»

«Όχι.», είπε ο κ. Ντάφυ. «Προς επίρρωση των θέσεων του Χερ Μαρξ όλες οι ταξικές διακρίσεις στον τροχαίο εξοπλισμό του σιδηροδρομικού οργανισμού καταργήθηκαν.»

«Α, μάλιστα», είπε ο κ. Κράνμπερυ.

«Αυτό είναι κομμουνισμός», είπε ο κ. Χοτζ.

«Εννοεί», είπε ο κ. Κράνμπερυ, «ότι τώρα υπάρχει μόνο πρώτη θέση.»

«Πόσους τροχούς έχει η μηχανή σας;», ρώτησε ο κ. Χοτζ. «Τρεις μεγάλους;»

«Δεν είμαι εμπορευματική αμαξοστοιχία», είπε δηκτικά ο κ. Ντάφυ. «Ο σχηματισμός στην επιβατική αμαξοστοιχία είναι τέσσερις-τέσσερις-δύο – δύο μεγάλοι κινητήριοι τροχοί σε κάθε πλευρά οι οποίοι ασφαλώς συνοδεύονται από ένα τρέηλερ με τέσσερις τροχούς στο μπροστινό μέρος και δύο μικρούς τροχούς στη θέση του οδηγού. Γιατί ρωτάς;»

«Είναι η αποβάθρα στη μέση.», είπε ο κ. Κράνμπερυ. «Δεν βλέπει καθαρά.»

«Α, ναι, έχεις δίκιο.», είπε ο κ. Ντάφυ. «Το ξέχασα.»

«Να υποθέσω πως χρησιμοποιείτε πολύ κάρβουνο;», είπε ο κ. Χοτζ.

«Περίπου μισό τόνο για κάθε τριάντα μίλια.», είπε αργά ο κ. Ντάφυ, ελέγχοντας από μέσα του την κατανάλωση του συγκεκριμένου πρωινού. «Όπως θα φαντάζεστε κι αν ακόμη δεν σας το πω, το συνεχές σταμάτα-ξεκίνα στους προαστιακούς σταθμούς με εξαντλεί.»

«Είμαι σίγουρος», είπε συμπονετικά ο κ. Χοτζ.

Συνέχισαν να συνομιλούν κάπως έτσι για μισή ώρα ώσπου κατέφτασε ο κ. Πόλτερ ο πρεσβύτερος και κατευθύνθηκε σοβαρός σοβαρός στο γραφείο του στο βάθος. Με το που συνέβη αυτό η συζήτηση έφτασε στο τέλος της. Δεν ακούστηκαν και πολλά ακόμη ως την ώρα του γεύματος πέρα από τον γρατζουνιστό ήχο της πένας στο χαρτί κι από τους ακανόνιστους ήχους των πλήκτρων της γραφομηχανής.

Ο αδερφός του Τζων Ντάφυ έφευγε πάντοτε απ’ το γραφείο στη μιάμιση και πήγαινε στο σπίτι για να γευματίσει. Κατά συνέπεια, ξεκινούσε να ανεβάζει ατμό στη μία παρά τέταρτο ούτως ώστε να μην υπάρχει καθυστέρηση στην ώρα της αναχώρησης. Κάθε φορά που ο «σιδηροδρομικός χρονομέτρης» έλεγε ότι είναι μιάμιση, έβγαζε ακόμη ένα στριγκό σφύριγμα κι έβγαινε ατμοκίνητος από το γραφείο αργά αργά δίχως να ανταλλάσσει ούτε κουβέντα ούτε ματιά με τους συναδέλφους του. Έφτανε στο σπίτι του ακριβώς στην ώρα του.

Πλησιάζουμε τώρα στο πλέον σημαντικό σημείο της πλοκής, στο περιστατικό που δίνει νόημα σε ολόκληρη την ιστορία. Στη μέση του γεύματός του ο αδερφός του Τζων Ντάφυ ένιωσε κάτι σπουδαίο, κάτι παράδοξο, βαρυσήμαντο και μαγικό να συμβαίνει μες στο μυαλό του, κάποια υπέρμετρη ένταση να μαλακώνει, άπλετο φως να πλημμυρίζει έναν τόπο που ήταν ως τότε σκοτεινός. Τα μαχαιροπίρουνα έπεσαν απ’ τα χέρια του και κάθισε εκεί κάμποση ώρα με απελπισμένο βλέμμα∙ μια μπουκιά πατάτες παραμελημένη μες στο στόμα του. Στη συνέχεια κατάπιε, σηκώθηκε χωρίς δυνάμεις από το τραπέζι και περπάτησε ως το παράθυρο, σκουπίζοντας τον ιδρώτα που είχε αρχίσει να τρέχει στο μέτωπό του.

Έστρεψε το βλέμμα του έξω στο φως της μέρας, όχι πια τρένο αλλά άνθρωπος κατατρομαγμένος. Ξανάφερε στο νου του ολόκληρο το πρωινό του σπιθαμή προς σπιθαμή. Εξ όσων θυμόταν δεν είχε σκοτώσει κανέναν, δεν είχε βρίσει κανέναν, δεν είχε σπάσει τίποτα παράθυρα. Μονάχα είχε μιλήσει με τον Κράνμπερυ και τον Χοτζ. Κάτω στον αυτοκινητόδρομο δεν υπήρχε κανένα σκοτεινό φορτηγάκι που να το λυμαίνονται άνθρωποι με στολές. Κάθισε ξανά κάτω, συντετριμμένος, δίπλα στο μισοτελειωμένο γεύμα.

Ο αδερφός του Τζων Ντάφυ ήταν οπωσδήποτε θαρραλέος. Όταν γύρισε πίσω στο γραφείο είχε κατεβάσει λίγο ουίσκι στο στομάχι του κι ήταν σούρουπο, πιο αργά απ’ ό,τι θα ’πρεπε. Ο Χοτζ κι ο Κράνμπερυ έμοιαζαν απορροφημένοι στις επιστολές τους. Κρέμασε το καπέλο του ανέμελα και είπε:

«Φοβάμαι πως το τρένο άργησε λιγάκι να γυρίσει πίσω.»

Κάτω από τα χαμηλωμένα του βλέφαρα έριξε ένα κοφτερό βλέμμα στο πρόσωπο του Κράνμπερυ. Νόμισε πως είδε ένα αμυδρό χαμόγελο να περνά φευγαλέα από τα χαρακτηριστικά του προσώπου του ηλικιωμένου την ώρα που αυτά παρέμεναν βυθισμένα σε μια κόλλα χαρτί. Το χαμόγελο έμοιαζε να σημαίνει πως αυτό το ίδιο πρωινό αστείο δεν ήταν αρκετά καλό λίγες ώρες αργότερα. Ο Χοτζ σηκώθηκε απότομα στη γωνιά του και κατευθύνθηκε ήσυχα στο γραφείο του κ. Πόλτερ κουβαλώντας μαζί του τις επιστολές του. Ο αδερφός του Τζων Ντάφυ αναστέναξε και κάθισε αποκαμωμένος στο γραφείο του.

Εκείνη τη νύχτα, όταν έφυγε από το γραφείο, η καρδιά του ζύγιζε λιγότερο και πίστεψε πως έχει βρει μια καλή δικαιολογία για να αγοράσει κι άλλο αλκοόλ. Κανένας δεν ήξερε το μυστικό του παρά μόνον ο ίδιος και κανείς άλλος δεν επρόκειτο ποτέ να το μάθει.

Θεραπεύτηκε πλήρως. Το παράξενο νόσημα δεν επέστρεψε ποτέ. Ακόμα και σήμερα πάντως, ο αδερφός του Τζων Ντάφυ εμφανίζεται στη σήραγγα στον ποταμό Λίφι με το βουητό των τρένων και στέκει ριζωμένος στο έδαφος όποτε συναντά ισόπεδη διάβαση – σιωπηλός, που λέει ο λόγος, επάνω σε μια κορυφή στο Ντέριεν.

ΤΟΥ ΦΛΑΝ Ο’ΜΠΡΑΪΑΝ

Flann O’Brien, The Short Fiction of Flann O’Brien, Σαμπέιν / Λονδίνο / Δουβλίνο, Dalkey Archive Press, 2013 [πρώτη δημοσίευση: Irish Digest (Ιούν. 1940), σ. 69–73 και (με λίγες αλλά σημαντικές διαφορές) Story: The Magazine of the Short Story (Ιούλ.-Αύγ. 1941), σ. 65–68].

Φλαν Ο’Μπράιαν (1911, Κάουντυ Τιρόουν – 1966, Δουβλίνο). Ιρλανδός συγγραφέας του οποίου το πραγματικό όνομα ήταν Μπράιαν Ο’Νόλαν. Δούλεψε ως δημόσιος υπάλληλος και έγραψε (μυθιστορήματα, θεατρικά, διηγήματα και σατιρικά κείμενα διατηρώντας για χρόνια στήλη στην εφημερίδα The Irish Times) –με διάφορα ψευδώνυμα– στα αγγλικά αλλά και στα ιρλανδικά. Στα ελληνικά κυκλοφορεί το μυθιστόρημα Ο τρίτος αστυφύλακας (Αλεξάνδρεια, 2008) σε μετάφραση του Άρη Μπερλή.