Δημήτρης Αρμάος

Κώστας Κουτσουρέλης: Εντυπώσεις από τον Δημήτρη Αρμάο

Εικόνα 118

Αλεξάνδρεια, 2005, στο Σπίτι του Κ. Καβάφη. Από αριστερά: Ηλ. Παπαγιαννόπουλος, Κ. Πουλής, Σπ. Γιανναράς, Κ. Κουτσουρέλης, Ν. Μαυρίδης και ο Δημήτρης Αρμάος.

~   ~   ~  

Τρίτο και τελευταίο μέρος του αφιερώματος του ΝΠ στον Δημήτρη Αρμάο. Προηγήθηκαν τα κείμενα του Α. Κ. Χριστοδούλου και του Γιάννη Πατίλη.

~   ~   ~  

Η έκπληξή μου που είμαι απόψε εδώ, φίλοι και φίλες, είναι διπλή. Το πρώτον, διότι ειλικρινώς δεν περίμενα ότι το βιβλίο που σήμερα παρουσιάζουμε, θα έβλεπε ποτέ το φως της δημοσιότητας. Τέτοια ήταν η πίστη μου στην ακράδαντη αναβλητικότητα ή στην ανυποχώρητη τελειοθηρία, αν το προτιμάτε, του ποιητή. Την πίστη μου αυτή την έβλεπα άλλωστε να ανανεώνεται κάθε φορά που άκουγα τους δισταγμούς του. Ακόμη και τις ρητές διαβεβαιώσεις του ότι το πράγμα βαίνει καλώς, και ότι η έκδοση επίκειται, είχα μάθει να τις παίρνω για ξεγλίστρημα απ’ τις πιέσεις των γνωστών, κάτι σαν φιλική στάχτη στα μάτια.

Είμαι όμως έκπληκτος, τόσους μήνες τώρα, και για έναν άλλον λόγο. Τον Αρμάο τον είχα ανέκαθεν για ολιγογράφο. Όσες σκόρπιες δημοσιεύσεις του είχα κατά νου, αυτό μου εδήλωναν. Οι Βίαιες εντυπώσεις του, περιτυλιγμένες ειρωνικά το φιλήσυχο γαλανό τους εξώφυλλο, με διαψεύδουν πανηγυρικά. Τετρακόσιες τόσες σελίδες, διακόσια και βάλε ποιήματα, κάποια τους μακρόσυρτα και άλλα πολυμερή: παραγωγή όπως και να το κάνουμε βιαίως εντυπωτική, ακόμη κι όταν πρόκειται για θησαύρισμα τριάντα και πλέον ετών.

Τώρα, για το ποιος ο ποιητής και ποιο το βιβλίο του, τα πολλά εισαγωγικά μού φαίνεται περισσεύουν. Ο Αρμάος παίζει στα δάχτυλα την ποιητική παράδοση, είτε είναι επιχώρια είτε εισαγωγής. Τρόπους, τόνους, ρυθμούς, είδη, μορφές, όλο το βαρύ της νόου-χάου το ξέρει απ’ την καλή και την ανάποδη. Επιγραμματοποιός, ελεγειογράφος, σατιρικός, τραγουδιστής διαδοχικώς ή εν τω άμα, όλα του είναι προσιτά. Γλωσσικά, ανεβοκατεβαίνει με άνεση τσιρκολάνου ή πειρατή όλο το μακρύ σκοινί της ελληνικής. Στα θέματά του απλώνεται απ’ τη μυστική πηγή της ιδιωτικότητας ώς την πιο ελευθερόστομη πολιτικολογία. Με δυο λόγια, κι εδώ ας σταθώ, γιατί πολλούς τους παρασύρει η προσήνεια του ανδρός και το στεντόρειο, πηγαίο του γέλιο, ο Αρμάος είναι ποιητής γερά αρματωμένος, τουτέστιν δικαίως φιλόδοξος.

Ανοίγω παρένθεση. Η φιλοδοξία στα γράμματα, η φιλοδοξία στην τέχνη, στη ζωή γενικότερα, είναι πράγμα παρεξηγημένο. Δεν έχει να κάνει μόνο με τη βούληση για δύναμη, εν προκειμένω με τη δίψα για αναγνώριση, κύρος, περιωπή. Κάποτε μάλιστα, όταν είναι αλαζονικώς ρωμαλέα, η φιλοδοξία όλα αυτά τα περιφρονεί. Η αναγνώριση της ποιότητας, του ύψους ή του μεγέθους, αν το σκεφτείτε καλά, είναι πράγμα παράταιρο. Αυτοί που τα στερούνται εξ ορισμού όλ’ αυτά, πάει να πει οι πολλοί, γιατί αναγνώριση σημαίνει αναγνώριση από τους πολλούς, αυτοί που τα στερούνται λοιπόν καλούνται να τα διακρίνουν στους λίγους που τα έχουν. Διόλου περίεργο που τούτοι οι τελευταίοι πάντα δυσπιστούν στις κρίσεις των πρώτων. Αρκεί να σκεφτείς ποιοι θα κληθούν να σε κρίνουν, για να απαλλαγείς μια και καλή από κάθε φιλοδοξία, λέει κάπου στο Επιτήδευμα του ζην ο Παβέζε. «Τι θέλει η πλέμπα δηλαδή; να φάει κεφάλι πράσου;» λέει ο Αρμάος στο δικό του ομότιτλο ποίημα, έναν βαθύλαλο έλεγο απ’ τους λίγους.

Η φιλοδοξία όμως δεν έχει να κάνει ούτε μόνο με το ταλέντο. Το ταλέντο, όσο πηγαιότερο είναι, τόσο και πιο αυτάρεσκο μπορεί να γίνει. Το ταλέντο είναι επιπόλαιο, κοντόθωρο, του λείπει η αίσθηση του βάθους. Μόνο όταν το ταλέντο συγκρουστεί με την αμφιβολία, γίνεται άξιο του ονόματος. Ταλέντο είναι να κοιτάζεσαι με απόφαση στο μάταιο του καθρέφτη.

Φιλόδοξος, άρα, είναι εκείνος που και μπορεί, και αμφιβάλλει. Εκείνος που πεισματικά ξέρει να τρέπει σε δωρεά την κάθε αμφιβολία. Την πίκρα, σας θυμίζω, οι Κρήτες ποιητές της Αναγέννησης τη λέγαν πρίκα.

Armaos-BiaiesEntyposeisΏστε ο Αρμάος είναι ποιητής φιλόδοξος μ’ αυτή την έννοια, όσο και με την έννοια την κοινή, κι όποιος του αναγνώστης ξεγελάστηκε ως τώρα, καλό θα κάνει τάχιστα ν’ αναθεωρήσει, αν θέλει κάτι να εννοήσει απ’ τα γραφτά του. Για μένα, όμως το μέτρο της φιλοδοξίας του προκύπτει και από αλλού. Όποιος διατρέξει τα ποιήματά του με την πρέπουσα προσοχή, δεν θα συλλέξει μόνο σκόρπια ενσταντανέ μιας ευαισθησίας, αυτό κάθε καλή ποίηση μας το δίνει, κάποτε και κάθε ποίηση εν γένει. Θα αποκομίσει συνάμα και μια εικόνα γενική, συγκεφαλαιωτική της κατάστασης του ποιητικού μας λόγου σήμερα.

Αφήστε με να επιμείνω κάπως περισσότερο. Ο παρατηρητής που με το βλέμμα του θα διατρέξει σήμερα οριζοντίως το λογοτεχνικό μας φάσμα (κι ό,τι ισχύει για την λογοτεχνία ισχύει εξίσου για τις άλλες τέχνες), τι ακριβώς θα δει;

Στον έναν πόλο, στο ένα άκρο του φάσματος θα δει συγκεντρωμένους όλους εκείνους που, όπως γράφει ο Χάμπερμας, πιστεύουν ότι το μοντέρνο, το σχέδιο ή το όραμα της νεωτερικότητας, έμεινε ανολοκλήρωτο· που του αναγνωρίζουν λοιπόν λόγο προωθητικό και πασχίζουν ως πρόταγμα αισθητικό να το αναζωογονήσουν. Στην άλλη άκρη του φάσματος, ο παρατηρητής μας θα δει να στέκουν όλους όσοι πιστεύουν ότι αυτή η ιστορία με το μοντέρνο και τη στανική του γραμμικότητα έχει πλέον ανέκκλητα τελειώσει. Όσο για τις ενδιάμεσες ζώνες του φάσματος, για τα εννιά δέκατα του εκτάματός του δηλαδή, εδώ επικρατούν οι ανάκατοι τόνοι, τα μεμειγμένα χρώματα, οι υβριδικές μορφές, το σκιόφως. Διευκρινίζω ότι δεν κάνω εδώ ποιοτική αποτίμηση, σημαντικοί δημιουργοί βρίσκονται σε όλες τις πλευρές. Ωστόσο το εύρος του φάσματος μπορεί να το επισκοπήσει κανείς με ασφάλεια, μόνο αν περιλάβει στο βλέμμα του τα νοητά του άκρα. Και για να το πετύχει αυτό, χρειάζεται συγγραφείς, ποιητές εν προκειμένω, οριακούς, που να πολώνουν, να ακροπατούν.

Τέτοιος ποιητής, των νοητών άκρων, είναι για μένα, από τη μια μεριά των σημερινών επιγόνων του μοντέρνου, λ.χ. ο Νίκος Παναγιωτόπουλος του Σὐσσημου. Κι από την άλλη, από τη μεριά όσων ζητούν τον απεγκλωβισμό της σημερινής λογοτεχνίας από τα βρόχια του μοντερνισμού, ο Διονύσης Καψάλης της Τετραλογίας. Έναν άλλο ακραίο ποιητή, τον Ηλία Λάγιο, μη μου ζητάτε να σας τον προσγράψω είτε στον ένα είτε στον άλλο πόλο, μου φαίνεται ότι με τρόπο καταπληκτικό μοιράζεται και στους δυο χωρίς να ξεπέφτει ποτέ στο μουντό ενδιάμεσο.

Και της μιας και της άλλης τάσης οι ποιητές μπορούν να ονομαστούν μεταμοντέρνοι, μετανεωτερικοί. Με τη διαφορά όμως ότι οι μεν προσβλέπουν στο μετά το νεωτερικό, στην ομαλή αποδοχή και συνέχειά του, ενώ οι άλλοι, στο πέραν του νεωτερικού, στη μερική έστω υπέρβασή του. Οι πρώτοι είναι γνησίως υστερονεωτερικοί· οι δεύτεροι, κάποτε, ευθέως αντιμοντέρνοι.

Τώρα, σ’ αυτό το νοερό φάσμα, που κατατάσσεται ο Αρμάος; Δεν θα λάθευε νομίζω κανείς αν τον έφερνε πλησιέστερα στην πρώτη μας ομάδα, αυτή των όψιμων διαδόχων της νεωτερικότητας. Και η δική του αφετηρία είναι το παουντιανό Make it new!, η διηνεκής δηλαδή εξατομίκευση της έκφρασης. Και ο Αρμάος είναι ποιητής της πρωτοτυπίας. Στη ράχη των στίχων του ιχνηλατούμε διαρκώς, εξακολουθητικά, κατά κόρον, το κυνήγι της απόκλισης, της λοξάδας, που θα ’λεγε ο ίδιος.

Της λοξάδας της λεξιλογικής πρώτα πρώτα, που δεν διστάζει ν’ αραδιάσει παιχνιδιάρικα μεν, αλλά και μ’ ακριβολογία όπου δει, λέξεις όπως μαρμιτόνι, ρεφούλι, σκιαζούλι δίπλα σε άλλες του τύπου κουβικουλάριοι, κήνσοι, λογισμαχούντες· ρήματα όπως απικουπίζομαι, κουντρίζω, ρονρονίζω δίπλα σε φράσεις όπως ο σειληνώδης μισαπόλλωνας, το αφορεσμένο αγχίθεο κοτόπουλο, ο ντελη-βοριάς του εβένου· την άατη κι αάατη σποδό δίπλα στο λαλούδι το περιφημισμένο.

Της λοξάδας των ευρηματικών τίτλων επίσης, που από μόνοι τους θ’ άξιζαν ειδική μελέτη. Σας διαβάζω μερικούς: “Τρομακτική αδιανόητη φονική προς τους γονείς αγάπη” – “Το μπεκατσόνι φεύγει” – “Η τελετουργική αποκάλυψη, ήγουν Ιδέες λίγο πριν απ’ την ολοζώντανη ψευδαίσθηση” – “Μερκούριος Βους” – “Οι ρευοσκελείς” – “Για το μελλούμενο τραπέζι της Παράδεισος” – “Με της καρδιάς ήσυχη αντάρα” – “Σιχαμερή αλαλία των πράξεων” – “Γυναίκα νεαρή της επαρχίας με βατραχοπέδιλα: Fantasia (ο quasi) για μιαν Άρπα και Κόρνο με ράμφος” –  κ.ο.κ.

Της λοξάδας του, τέλος, της τυποτεχνικής που όμως τα χίλια της τεχνάσματα μένουν προφορικώς απερίγραπτα. Να μην ξεχάσω να μνημονεύσω εδώ την αμίμητη ευστροφία των αφιερώσεών του. Ποιος φιλόλογος, ποιος διδακτορικός θα πιάσει να μας τα εκθέσει κάποτε όλ’ αυτά, με το νι και με το σίγμα;

Στάθηκα επίτηδες σε τέτοια, εξωτερικά, παραδείγματα, γιατί δείχνουν νομίζω τι θέλω να ισχυριστώ: ότι και ο Αρμάος θηρεύει στους δρυμούς της εκπλήξεως, θητεύει στην αισθητική της ανατροπής. Η μαθητεία του στους συμβολιστές και τους αβανγκαρντίζοντες είναι έκτυπη. Και όπως σ’ αυτούς, η ιδιοφωνία του είναι ακριβώς η αποφυγή της κοινολεξίας. Μολονότι έχει θύλακες φρασεολογίου λαϊκού στα ποιήματά του (όπως και λόγιου, και αργκοτικού, και ξενόγλωσσου), τα γραφόμενά του μόνο απλά και λαϊκά δεν ακούγονται.  Κύριο γνώρισμά τους είναι η περιπλοκή. Ο Αρμάος, όπως και όλοι οι υστερομοντέρνοι, είναι ποιητής του έμμεσου λόγου. Τα πάντα λέγονται εδώ διαθλασμένα μέσα από χίλιους καθρέφτες. Πείσμονες γρίφοι, υπαινιγμοί, αποσπάσματα, πολυμάθεια και ποικιλογλωσσία (και ποια και πόση, ο Αρμάος είναι poeta doctus βεβαίως, και τι doctus! – doctorum doctissimus…), όλ’ αυτά συνθέτουν ένα πεδίο αναγνωστικό δυσπρόσιτο, δύσβατο για τον ανάσκητο ή για τον οκνηρό. Φορές ανακαλεί κανείς αθέλητα εκείνο το σχόλιο του Έλιοτ για το όψιμο έργο του Τζόυς, ότι είναι δηλαδή γραμμένο για τον ιδανικό αναγνώστη που πάσχει από την ιδανική αϋπνία.

Ρέπει λοιπόν προς την πτέρυγα την υστερονεωτερική, των επιγόνων, των συνεχιστών, ο Αρμάος. Όμως δεν της παραδίδεται πλήρως. Χάρη στο ωδικό του αισθητήριο, τη σχέση του με το τραγούδι δηλαδή και ιδίως με την μαστορική της επωδού, σχέση που δεν τη μαρτυρεί μόνο εκείνη η δεκαριά των έμμετρων ποιημάτων του, αλλά και χάρη στο χιούμορ και την ελαφράδα, πήγα να πω τη διαολιά, που έχουν ενίοτε οι λέξεις του, χάρη τέλος στο ξέγνοιαστο θράσος του που του δίνει φερ’ ειπείν το ελεύθερο πότε ν’ αγανακτεί με τον Ηράκλειτο και πότε να καταχερίζει τον Χεμινγουαίυ, ο Αρμάος δεν χάνει την επαφή του και με τον άλλο πόλο. Πολύτροπος όπως είναι, ξέρει να παίρνει από παντού, κι αυτό τον κάνει ποιητή περισσότερο αντιπροσωπευτικό του γραφομένου μας λόγου – παρ’ όλη την ιδιοτυπία του, που τρομάζει στην πρώτη ματιά. Και είναι αυτή η πολυτροπία, που κόντρα στο μοντερνίζον του έθος, απαλύνει κάποτε τις εντυπώσεις, καθιστώντας τες λιγότερο βίαιες απ’ όσο τις θέλει ο τίτλος του.

Διαβάζοντάς τον, γεύεται κανείς μια τραχύτητα, αποκομίζει μια αίσθηση πράγματι βίαιη, φορές κι επώδυνη, για τη μοίρα της γραφής και της γλώσσας σ’ αυτούς τους καιρούς, και για τους τρόπους που είναι ανάγκη να σοφίζονται οι ποιητές αν θέλουν να κρατήσουν τη φωνή τους ζωντανή. Όχι όμως μόνο αυτό. Πίσω από την βαριά τεχνολογία, κάτω από την αστραφτερή αρματωσιά των μορφών, υπάρχει στον Αρμάο κάτι ηπιότερο, ένας ουμανισμός ανάγλυφος, μια τρυφερότητα φιλέταιρη και καταδεκτική, κι ακόμη μια βαθιά κατανόηση για την ανθρώπινη κωμωδία, αυτή την παλιά πολυπαιγμένη ταινία που όμως τόσες και τόσες φορές τα καταφέρνει ακόμα να εκπλήσσει τα εμβρόντητα μάτια μας.

Θα μου πείτε, τόσες και τόσες φορές, παλιά πολυπαιγμένη ταινία, πώς συμβιβάζονται όλα αυτά, πώς συμβιβάζεται η επανάληψη με την πρωτοτυπία, και με την έκπληξη και την ανατροπή, για τις οποίες τώρα δα σας μιλούσα; Έχει κι εδώ μια απάντηση ο Αρμάος. Από ένα πεζό του ποίημα διαλέγω ένα απόσπασμα που δείχνει εξαίρετα γιατί ό,τι γράφουμε, έχει κιόλας γραφτεί, γιατί ό,τι βαθιά μάς εκφράζει έχει ήδη ειπωθεί από άλλον. Αφήστε με να κλείσω μ’ αυτό:

Δίνω το παραπάνω κείμενο σε μερικούς γνωστούς και φίλους       μου λένε       «τό ’χουμε ξαναδιαβάσει       πριν κάτι χρόνια ένας που σού ’μοιαζε μας τό ’δωσε πιστεύοντας πως ήτανε δικό του»       «Δεν είναι δυνατόν» τους αποπήρα       «εγώ τό ’φερα φρέσκο-φρέσκο μόλις τό ’γραψα       το μόνο μου γραπτό που δε μπορώ να καταλάβω γιατί γράφτηκε ή τι μπορεί να γύρευα μαζί του       σας λέω       δεν ξέρω καν σε τι αποσκοπεί       μου ερχόταν μόνο μια θεϊκή μορφή θαμπά στο νου σαν προσταγή ενώ τό ’γραφα ή το γύριζα στη σκέψη μου       κάποια καθολική πού ’διωξε μια θαυμάσια ψυχή απ’ το πλάι της γιατί δεν είχε υποτροπές φιλοδοξίες και άγχη       να παίζει κάποιο ρόλο αυτό;»       μου απάντησαν       «Έτσι είναι όπως σ’ τα λέμε κι άκουσέ μας         κι ο φίλος μάλιστα που σού ’μοιαζε είχε τότε ξαφνιαστεί καθώς εσύ κι άμα το τύπωσε θυμόμαστε πού ’χε προσθέσει κι ένα δεύτερο κομμάτι       όπου περιέγραφε το ξάφνιασμά του άμ’ άκουσε από κάποιους ότι κι άλλος πιο παλιά       κάποιος που τού ’μοιαζε έλεγαν σε τόπον άλλο κι άλλο χρόνο το είχε ξαναγράψει»

(«Το ποίημα και το χρονικό του», σελ. 354)

ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ

Ομιλία, στο μεγαλύτερο μέρος της ανέκδοτη, κατά την παρουσίαση των Βίαιων Εντυπώσεων του Δ. Αρμάου στις εκδόσεις ύψιλον/βιβλία την 1η Ιουλίου 2010. Τμήμα του κειμένου δημοσιεύτηκε ως βιβλιοκρισία στην εφημερίδα Αυγή (18.7.2010).

Advertisements

Γιάννης Πατίλης: Δημήτρης Ἀρμάος – Πρόσωπο καὶ Ἔρ­γο

ArmaosStoGrafeioTou(Mesologgiou16,27-05-2014)

Με­ρο­λη­πτι­κὴ Ἐξ Ὄ­νυ­χος Κα­τά­θε­ση Σὲ Τριά­ντα Μί­α Στη­μέ­νες Ἐ­ρω­τα­πο­κρί­σεις

*    *    *

Τὸ δεύτερο μέρος τοῦ διαδικτυακοῦ ἀφιερώματος τοῦ ΝΠ στὸν Δημήτρη Ἀρμάο.  Προηγήθηκε τὸ κείμενο τοῦ Α. Κ. Χριστοδούλου καὶ ἕπεται αὐτό τοῦ Κώστα Κουτσουρέλη.

*    *    *

Πό­τε ἄ­κου­σες γιὰ τὸν Ἀρ­μά­ο;

Ὁ­ποι­οσ­δή­πο­τε νοι­ά­ζε­ται γιὰ τὶς λε­πτο­μέ­ρει­ες στὰ βι­βλί­α καὶ ψά­χνει στ’ ἀ­ζή­τη­τα ἢ ψύλ­λους πο­λυ­τι­μό­τε­ρους ἀ­πὸ τ’ ἄ­χε­ρα ποὺ τοὺς πε­ρι­βάλ­λουν, βρί­σκε­ται ἐ­πὶ τὰ ἴ­χνη τοῦ Δη­μή­τρη Ἀρ­μά­ου…

Πό­τε τὸν γνώ­ρι­σες;

Ἀ­δύ­να­τον νὰ θυ­μη­θῶ, εἶ­μαι καὶ βρα­χυ­μνή­μων, ἡ γνω­ρι­μί­α μας, πάν­τως, με­τροῦ­σε πα­ρελ­θόν… Τὸ ἀρ­χεῖ­ο μου, ποὺ θυ­μᾶ­ται μὲ ἀ­κρί­βεια, λέ­ει: πρώ­τη ἐ­πι­στο­λή του στὶς 21 Ὀ­κτω­βρί­ου 1998… Μπο­ρῶ, ὅ­μως, νὰ σοῦ πῶ πό­τε συν­δε­θή­κα­με κα­λύ­τε­ρα, ἔ­χει σχέ­ση καὶ μὲ τὴν πα­τρί­δα του, τὴν Ἄμ­φισ­σα…  

Πό­τε;…

Ἀ­πὸ τὶς ἀρ­χὲς τὶς τρί­της χι­λι­ε­τί­ας, ὅ­ταν συ­στά­θη­κε ἀ­πὸ τὸν Στα­μά­τη Μαυ­ρο­ει­δῆ ὁ κύ­κλος τῶν δη­μο­σι­ο­γρα­φούν­των «Ἐ­πι­σκε­πτῶν» τῆς ἐ­φη­με­ρί­δας Αὐ­γή καί, κυ­ρί­ως, ὅ­ταν ἀ­νέ­λα­βε, ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ πα­ρέμ­βα­ση δι­κή μου καὶ ἄλ­λων φί­λων, τὴν ἔκ­δο­ση ἁ­πάν­των τῶν εὑ­ρι­σκο­μέ­νων ἑ­νὸς ση­μαν­τι­κοῦ λο­γο­τέ­χνη, μὲ προ­σω­πι­κὴ ἀ­συ­νή­θι­στη σφρα­γί­δα στὰ γράμ­μα­τα μας, τοῦ Τά­κη Παυ­λο­στά­θη (1946-1999), ποὺ κα­τα­γό­ταν καὶ αὐ­τὸς ἀ­πὸ τὴν Ἄμ­φισ­σα καὶ ἔ­ζη­σε στὴν ἴ­δια πό­λη με­γά­λο μέ­ρος τῆς ζω­ῆς του…

Ἔ­χει ση­μα­σί­α ὁ τό­πος γιὰ τέ­τοι­ου εἶ­δους συ­ναν­τή­σεις;…

Γιὰ μέ­να, ναί· γιὰ τὸν Ἀρ­μά­ο, μᾶλ­λον ὄ­χι… Μοῦ ἔ­γρα­φε γιὰ τὸν Παυ­λο­στά­θη σὲ ἐ­πι­στο­λή του: «Καὶ ἡ δι­κή μου ἐ­κτί­μη­ση δὲν ἀ­πορ­ρέ­ει ἀ­πὸ τὴν κοι­νὴ κα­τα­γω­γή: ἀλ­λοῦ συ­ναν­τή­θη­κα μὲ τὴν γρα­φή του.»

Πῶς ἦ­ταν ὡς ἄν­θρω­πος ὁ Ἀρ­μά­ος;…

Συν­τρο­φι­κός, ἀ­νοι­χτό­καρ­δος καὶ πάν­τα δο­τι­κός· τῆς πα­ρέ­ας, τοῦ πο­τοῦ καὶ τοῦ τσι­γά­ρου, μὲ ὑ­πὲρ τὸ δέ­ον βρον­τῶ­δες πα­ρα­τε­τα­μέ­νο γέ­λιο…, καὶ μιὰ μα­τιὰ —θε­έ μου!— ἀ­λη­θι­νὰ τα­πει­νή, σὰν νὰ τοῦ ἔ­κα­νες χά­ρη ποὺ μι­λοῦ­σες μα­ζί του – καμ­μιὰ σχέ­ση μὲ ἐ­κεῖ­νο τὸ τέ­ρας με­θο­δι­κό­τη­τας καὶ γνώ­σε­ων, ποὺ ἀ­να­δυ­ό­ταν μό­λις ἔ­κλει­νε τὴν πόρ­τα πί­σω του γιὰ νὰ ἐ­πι­στρέ­ψει στὴ μο­νιά του…

Ὑ­πῆρ­ξε πράγ­μα­τι τέ­τοι­ο τέ­ρας;…

Ναί, μὲ τὴν πα­λιὰ ση­μα­σί­α, ποὺ λέ­γα­νε «ση­μεῖ­α καὶ τέ­ρα­τα», γιὰ κά­θε τι τὸ ἐ­ξαι­ρε­τι­κὸ καὶ ἀ­συ­νή­θι­στο –­ κι εἶ­χε, γιὰ τοῦτο, στὰ θέ­μα­τα αὐ­τὰ τα­κι­μιά­σει, ὅ­σο δὲν παίρ­νει, μὲ ἕ­να ἄλ­λο “τέ­ρας” τοῦ εἴ­δους του, ποὺ “φω­λιά­ζει” αὐτὸ στὸν Βό­λο, τὸν Ἀ.Κ. Χρι­στο­δού­λου… Τί νὰ λέ­με τώ­ρα… Ὁ ἄν­θρω­πος εἶ­χε ἀ­πὸ τὴ φτια­ξιὰ ἑ­νὸς Μάρ­κου Μου­σού­ρου κι ἑ­νὸς Δη­μη­τρί­ου Χαλ­κο­κον­δύ­λη, καὶ ζοῦ­σε τὸ βι­βλί­ο σὰν νὰ ἐ­φευ­ρέ­θη­κε μό­λις χθὲς ἡ τυ­πο­γρα­φί­α… Καὶ τὸ τα­ξί­δι του στὴν Ἰ­τα­λί­α, καὶ ἡ πα­ρα­μο­νή του τρί­α χρό­νια σὲ Ρώ­μη καὶ Σι­έ­να, σὰν συμ­βο­λι­κὴ με­τεμ­ψύ­χω­ση αὐ­τῶν τῶν σπου­δαί­ων λο­γί­ων τοῦ πα­ρελ­θόν­τος καὶ τῶν τα­ξι­δι­ῶν τους, μοῦ φαί­νε­ται· γιὰ νὰ φέ­ρει δῶ­ρα μᾶλ­λον ἀ­χρεί­α­στα σ’ ἕ­ναν λα­ὸ κα­τα­κτη­μέ­νο ξα­νά, ὄ­χι ἀ­πὸ τοὺς Τούρ­κους (ἀ­κό­μη), ἀλ­λὰ ἀ­πὸ τὸ πο­λι­τι­στι­κὸ σου­περ­μάρ­κετ τῆς κα­κιᾶς ὥ­ρας καὶ τὰ σκα­λα­θύρ­μα­τα τοῦ πο­δα­ριοῦ…

Καὶ ποι­ά ἦ­ταν αὐ­τὰ τὰ δῶ­ρα;…

Δῶ­ρα καὶ γιὰ τοὺς πολ­λοὺς καὶ γιὰ τοὺς λί­γους, γιὰ κεί­νους τοὺς λί­γους ποὺ ἀν­τέ­χουν νὰ κά­νουν τό­σο ἀ­παι­τη­τι­κὰ σὲ σκευ­ὴ καὶ δύ­σκο­λα σὲ ἀ­πό­φα­ση προ­σο­χῆς καὶ ὑ­πο­μο­νῆς τα­ξί­δια στὰ ἔγ­κα­τα τοῦ εὐ­ρω­πα­ϊ­κοῦ πο­λι­τι­σμοῦ, ὅ­πως εἶ­ναι τὸ μεῖ­ζον ἔρ­γο του Προ­σφο­ρὰ τῆς Ξε­ρι­ζω­μέ­νης Καρ­διᾶς: Προ­ϊ­στο­ρί­α καὶ Λει­τουρ­γί­α τοῦ Θέματος στὴν Ἐ­ρω­φί­λη τοῦ Χορ­τά­τση – πρω­τό­τυ­πη αὐ­τὸ συ­νει­σφο­ρὰ ἐ­πὶ τοῦ θέ­μα­τος σὲ δι­ε­θνὲς ἐ­πί­πε­δο, ποὺ ξε­κί­νη­σε ὡς ἐκ­πό­νη­ση δι­α­τρι­βῆς τὸ 1990, ἐγ­κρί­θη­κε μὲ ἄ­ρι­στα τὸ 2004, καὶ δη­μο­σι­εύ­τη­κε σὲ 1013 σε­λί­δες τὸ 2011 ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Gutenberg… Ἢ τὴν πρω­τό­τυ­πη με­λέ­τη του Ὁ­μι­λο­ύ­σα Κε­φα­λὴ στὴν Ἔ­ξο­δο τοῦ Ὀρ­φι­κοῦ Μύθου: Ἐ­να­τέ­νι­ση μιᾶς Πτυ­χῆς ἀ­πὸ τὴ Λο­γο­τε­χνι­κὴ Τύχη τοῦ Ὀρ­φέ­α σὲ Συ­νάρ­τη­ση μὲ Κάποιες ἀ­πὸ τὶς Εἰ­κα­στι­κές της Ἀ­πο­τυ­πώ­σεις στοὺς Νε­ό­τε­ρους Κυ­ρί­ως Χρό­νους… Καὶ πολ­λὰ ἄλ­λα, γραμ­μα­το­λο­γι­κὰ καὶ συγ­κρι­το­λο­γι­κά: γιὰ τὶς ἑλ­λη­νι­κὲς με­τα­φρά­σεις, φε­ρει­πεῖν, τῆς Θεί­ας Κω­μω­δί­ας, πα­ραλ­λη­λί­ες ἀ­νά­με­σα στὰ ἔρ­γα Κα­ζαν­τζά­κη καὶ Μα­κι­α­βέλ­λι, Κα­βά­φη καὶ Ἔν­τγαρ Λῆ Μά­στερς…

Καὶ γιὰ τοὺς πολ­λούς;…

Ἔ, πιά, αὐ­τὰ κι ἂν ἦ­ταν τὰ δῶ­ρα, πού, γιὰ μᾶς τοὺς πολ­λούς, δη­λα­δὴ τοὺς φι­λο­λό­γους ἐκ­παι­δευ­τι­κούς, ποὺ δου­λειά μας ἦ­ταν καὶ εἶ­ναι νὰ τὰ με­τα­δω­ρί­ζου­με σὲ ἀ­κό­μη πε­ρισ­σό­τε­ρους, δὲν ξέ­ρα­με κὰν ἀ­πὸ ποῦ μᾶς ἐρ­χό­ντου­σαν!… Καὶ ἀ­να­φέ­ρο­μαι, βέ­βαι­α, ὄ­χι μό­νον στὴν συ­νει­σφο­ρά του γιὰ τὴν σύν­θε­ση τοῦ σχο­λι­κοῦ βι­βλί­ου κα­τεύ­θυν­σης Νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ Λο­γο­τε­χνί­α τῆς Γ΄ Ἑ­νι­α­ί­ου Λυ­κε­ί­ου, ὅ­που ἐ­πε­ξερ­γά­στη­κε τὶς ἑ­νό­τη­τες γιὰ τὸν Δι­ο­νύ­σιο Σο­λω­μὸ καὶ τὸν Γιά­ννη Ρί­τσο, ἀλ­λὰ καὶ στὰ ἀ­συ­νή­θι­στα γιὰ τὰ μέ­τρα τῆς ἀ­γο­ρᾶς λί­αν ὑ­ψη­λοῦ ἐ­πι­πέ­δου πο­λύ­το­μα δι­δα­κτι­κὰ βο­η­θή­μα­τα στὰ ὁ­ποῖ­α ὑ­πὸ τὸν γε­νι­κὸ τί­τλο Κε­ί­με­να Νε­ο­ελ­λη­νι­κῆς Λο­γο­τε­χνί­ας: Ἕ­να Δι­δα­κτι­κὸ Βο­ή­θη­μα συ­νερ­γά­στη­κε μὲ τὴν Ζω­ὴ Μπέλ­λα καὶ ἄλ­λους

Καὶ αὐ­τὴ ἦ­ταν ἡ μί­α ὄ­ψη τῆς δου­λειᾶς τοῦ ἐκ­παι­δευ­τι­κοῦ, ἡ δη­μό­σια καὶ πιὸ φα­νε­ρή…

Για­τί, ὑ­πῆρ­χε καὶ ἄλ­λη κρυ­φή;…

Ἀ­στει­εύ­ο­μαι… Ἐν­νο­ῶ τὴν στά­ση τοῦ κρι­τι­κοῦ τῆς κρα­τι­κῆς Ἐκ­παι­δευ­τι­κῆς Πο­λι­τι­κῆς καὶ συγ­κε­κρι­μέ­νων παι­δα­γω­γι­κῶν πρα­κτι­κῶν, μέ­σα ἀ­πὸ τὶς συ­να­γω­γὲς κει­μέ­νων ποὺ δη­μο­σί­ευ­ε μὲ τὸ ψευ­δώ­νυ­μο Δη­μή­τρης Πτο­λε­μαί­ου…

Αὐ­τὸ ποὺ τοῦ θαυ­μά­ζω, καὶ τώ­ρα ποὺ λεί­πει, εἶ­ναι τὸ πάν­τρε­μα τοῦ ἀ­γώ­να μέ­σα ἢ πλά­ι στὸ χα­ρά­κω­μα τῆς σχο­λι­κῆς τά­ξης (ἐ­κεῖ ὅ­που συ­ναν­τοῦ­σε κα­νεὶς —ἐ­πι­τέ­λους— «τὸν πραγ­μα­τι­κὸ λα­ό», ποὺ ἐν­νο­οῦ­σε ὁ Παυ­λο­στά­θης) μὲ ἀ­πό­ψεις γιὰ τὴν ἐκ­παί­δευ­ση σὰν αὐ­τὲς ποὺ δι­α­τύ­πω­νε σὲ συ­νέν­τευ­ξή του στὴν ἐ­φη­με­ρί­δα Αὐ­γὴ τὸν Ὀ­κτώ­βριο τοῦ 2004:

­

«Ἡ ἐκ­παί­δευ­ση, κι ὄ­χι μό­νο στὴ χώ­ρα μας (ἀλ­λὰ γνω­ρί­ζω κα­λὰ μό­νο τὴ φρί­κη τοῦ τό­που μας), ἔ­χει τε­λει­ώ­σει. Ὑ­πάρ­χει ξε­κά­θα­ρη βού­λη­ση σὲ ἐ­πί­πε­δο κο­ρυ­φῆς γιὰ τὴν ὑ­πο­βάθ­μι­σή της καὶ ὅ­σοι ὀ­νο­μά­ζου­με “στε­λέ­χη ἐκ­παί­δευ­σης” ἀν­τι­με­τω­πί­ζουν τὸ ἔρ­γο τους μὲ τὸν ἀ­πο­λί­τι­κο τρό­πο ἑ­νὸς κα­θη­γη­τά­κου ποὺ προ­ε­τοι­μά­ζε­ται —στὴν “ρο­μαν­τι­κό­τε­ρη πε­ρί­πτω­ση”— νὰ δι­εκ­πε­ραι­ώ­σει τὶς ὑ­πο­χρε­ώ­σεις του στὴν αἴ­θου­σα. Γιὰ τοὺς συν­δι­κα­λι­στὲς δὲν μι­λῶ, ἐ­πει­δὴ ἡ θέ­ση τους εἶ­ναι δει­νὴ κα­θώς, σή­με­ρα του­λά­χι­στον, τὰ συμ­φέ­ρον­τα τῆς ἐκ­παί­δευ­σης δὲν ταυ­τί­ζον­ται σὲ ἱ­κα­νο­ποι­η­τι­κὸ βαθ­μὸ μὲ τὰ συμ­φέ­ρον­τα τῶν ἐκ­παι­δευ­τι­κῶν. Ἔ­πει­τα, μπο­ρεῖ­τε νὰ ὑ­πο­θέ­σε­τε τί χα­μη­λὴ ποι­ό­τη­τα ἐκ­πέμ­πει ἕ­νας κα­θη­γη­τὴς μὲ μι­σθὸ γύ­ρω στὰ 1200 εὐ­ρώ; Τὸ το­πί­ο, κα­τὰ συ­νέ­πεια, εἰ­δι­κὰ στὴν κρί­σι­μη γιὰ τὴ μα­ζι­κὴ παι­δεί­α Μέ­ση Βαθ­μί­δα, εἶ­ναι το­πί­ο θα­νά­του. Νι­ώ­θω ὅ­λο μου τὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον (πο­λυ­ε­τές, ὅ­πως ἀ­να­φέ­ρα­τε) νὰ ἔ­χει μα­ται­ω­θεῖ…»

Τὸν κα­τα­λα­βαί­νω, ὅ­μως, κα­λά, ἐ­πει­δή, στὰ θέ­μα­τα προ­σφο­ρᾶς, ἔ­χω λί­γο κι ἐ­γὼ τὴν πα­ρα­πλή­σια ἰ­δι­ο­συγ­κρα­σί­α ἐ­κεί­νου ποὺ θέλ­γε­ται νὰ γε­μί­ζει μὲ ὡ­ραῖ­α ναυά­για τοὺς γυα­λούς!…

Θὰ εἶ­σαι κι ἐ­σύ, φαν­τά­ζο­μαι, τὸ ἴ­διο ρο­μαν­τι­κός…

Τὸ ἴ­διο, δὲν θὰ ἔ­λε­γα… Ἐ­γὼ ὑ­πάρ­χω καὶ ὀ­λί­γον “μνη­μο­νια­κός”… Θυ­μᾶ­μαι τὴν ἐ­πο­χὴ ποὺ ὑ­πη­ρε­τού­σα­με σὲ κο­ντι­νὰ νυ­χτε­ρι­νὰ σχο­λεῖ­α στὴν ἀ­μυν­τι­κὴ γραμ­μὴ Βά­θης-Σε­πο­λί­ων… Δι­α­φω­νού­σα­με στὸ θέ­μα τῆς συγ­χώ­νευ­σης γει­το­νι­κῶν ἑ­σπε­ρι­νῶν σχο­λι­κῶν μο­νά­δων, ποὺ τό­τε, δύο-τρία χρό­νια πρὶν τὸ ξέ­σπα­σμα τῆς κρί­σης, εἶ­χε τε­θεῖ πι­ε­στι­κὰ ἐ­πὶ τά­πη­τος ἀ­πὸ τὴν δι­οί­κη­ση… Ἐ­γὼ σκαν­δα­λι­ζό­μου­να ἀ­πὸ τὶς τά­ξεις τῶν πέν­τε καὶ δέ­κα μα­θη­τῶν, κι ἔ­βλε­πα κα­χύ­πο­πτα στὸ ἐ­πι­χεί­ρη­μα «νὰ μὴν χα­θοῦν θέ­σεις ἐρ­γα­σί­ας» τὸν φό­βο γιὰ τὸ ἐ­πα­πει­λού­με­νο ξε­βό­λε­μα με­ρι­κῶν… Ὁ Ἀρ­μά­ος ἀν­τι­με­τώ­πι­ζε τὸ θέ­μα μὲ ἦ­θος… Πα­τρο­κο­σμᾶ: Ἂς κό­ψουν αὐ­τοὶ τὸ λαι­μό τους· δὲν κλεί­νου­με πο­τὲ καὶ γιὰ τί­πο­τα ἕ­να σχο­λεῖ­ο!

Ἀλ­λὰ για­τί μᾶς εἶ­πες πα­ρα­πά­νω ὅ­τι τὰ δῶ­ρα του «δὲν ξέ­ρα­με κὰν ἀ­πὸ ποῦ μᾶς ἐρ­χό­ντου­σαν»· δὲν τὸ κα­τά­λα­βα αὐ­τό…

Ἐ­δῶ, γιὰ νὰ τὸ κα­τα­λά­βεις κα­λύ­τε­ρα, θὰ πρέ­πει νὰ ἀ­νοί­ξου­με τὴν τρί­τη πτυ­χὴ τῆς ἐ­ξω­λο­γο­τε­χνι­κῆς ἐρ­γα­σί­ας τοῦ Ἀρ­μά­ου, αὐ­τὴ ποὺ συγ­κρο­τεῖ τὸ κε­φά­λαι­ο τῆς Ἐκ­δο­τι­κῆς… Σὲ μιὰ ἐ­πο­χὴ ποὺ καὶ τὸ τε­λευ­ταῖ­ο ψί­χου­λο “ἔρ­γου” στὸν κό­σμο τῶν “ἐ­πω­νύ­μων” ἀ­λέ­θε­ται γιὰ νὰ ἐκ­θρέ­ψει τὴν θη­ρι­ώ­δη του ἰ­δι­ο­τέ­λεια, ὁ Ἀρ­μά­ος εἶ­χε τὴν “ἐ­ξω­φρε­νι­κὴ” ἰ­δέ­α πὼς κά­θε δου­λειὰ —καὶ ἡ ἐκ­δο­τι­κὴ αὐ­το­νο­ή­τως— θὰ ἔ­πρε­πε νὰ γί­νε­ται σω­στά σύμ­φω­να μὲ δο­κι­μα­σμέ­να αὐ­στη­ρὰ κρι­τή­ρια (de lege artis, ποὺ λέ­γα­νε οἱ πα­λιοί), ἀ­σχέ­τως μὲ τὸ ποι­ός τε­λι­κὰ θὰ τὴν ὑ­πο­γρά­ψει ἢ θὰ τὴν καρ­πω­θεῖ καὶ σὲ ποι­όν βαθ­μό!… Ἰ­δοὺ ἕ­να ἄλ­λο, πιὸ ἀ­πρό­σμε­νο αὐ­τὴ τὴ φο­ρά, ars gratia artis!… Ἐ­πει­δὴ γιὰ τὸν Ἀρ­μά­ο ἡ Ἐκ­δο­τι­κὴ δὲν ἦ­ταν μί­α ἀ­κό­μη ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὴ τε­χνι­κὴ δε­ξι­ό­τη­τα στὸ στά­τους ἔ­στω τῆς “ἐ­πι­στή­μης”, ἀλ­λὰ καλ­λι­τε­χνί­α πο­λι­τι­σμοῦ: μιὰ ἀ­πὸ τὶς Κα­λὲς Τέ­χνες τῆς Ἀ­να­γέν­νη­σης! Θυ­μᾶ­μαι, μά­λι­στα, πού, ὅ­ταν ἱ­στο­ρι­κὸ ἐκ­δο­τι­κὸ τῆς ἀ­γο­ρᾶς «γύ­ρι­σε σε­λί­δα» (γιὰ ἄλ­λου εἴ­δους “τι­μὲς” ἀ­πὸ τὴν “τι­μὴ” τῶν γλωσ­σι­κῶν ἰ­δα­νι­κῶν) καὶ ἐ­πέ­βα­λε σὲ πο­λυ­βρα­βευ­μέ­νο ποι­η­τή, ποὺ γρά­φει ἀ­κό­μη χει­ρο­γρά­φως στὸ πο­λυ­το­νι­κό, τὴν ἔκ­δο­ση συγ­κεν­τρω­τι­κῆς τῶν ποι­η­μά­των του στὸ μο­νο­το­νι­κό, ὁ Ἀρ­μά­ος προ­σφε­ρό­ταν ἐ­πι­μό­νως νὰ κά­νει ὁ ἴ­διος ἀ­μι­σθὶ τὴν δου­λειὰ τῆς ἐ­πι­μέ­λειας τοῦ πο­λυ­το­νι­σμοῦ…

Ἔ­τσι, γιὰ πλεῖ­στα ὅ­σα βι­βλί­α, ἔ­χει βά­λει γεν­ναῖ­α καὶ συ­χνό­τα­τα ἀ­φι­λο­κερ­δῶς τὸ χέ­ρι του σὲ ἕ­να σω­ρὸ ὑ­πο­στη­ρι­κτι­κὰ στοι­χεῖ­α τοῦ κει­μέ­νου: σὲ εἰ­σα­γω­γές, ὑ­πο­μνή­μα­τα, ἐ­πί­με­τρα, σχό­λια, βι­βλι­ο­γρα­φί­ες, εὑ­ρε­τή­ρια (γιὰ νὰ μὴν ἀ­να­φερ­θοῦ­με σὲ ἄλ­λα δῆ­θεν πε­ρισ­σό­τε­ρο “ἀ­ό­ρα­τα”, ὅ­πως σὲ οἰ­κο­γέ­νει­ες γραμ­μα­το­σει­ρῶν καὶ τρό­πους σε­λι­δώ­σε­ων): δη­λα­δὴ σὲ πλῆ­θος κρί­σι­μων γιὰ τὸ βι­βλί­ο πραγ­μά­των ποὺ συ­χνὰ οἱ ἀ­δα­εῖς προ­σπερ­νᾶ­νε, γιὰ νὰ πᾶ­νε —ἂν πράγ­μα­τι πᾶ­νε πο­τέ— κα­τευ­θεῖ­αν στὸ ὑ­πο­τι­θέ­με­νο «ζου­μί»…

Ἀ­πό­σταγ­μα τῆς με­γά­λης του πεί­ρας ἦ­ταν καὶ ἡ σει­ρὰ δύ­ο σε­μι­να­ρί­ων ποὺ ἔ­δω­σε τὸ 2011, ὀρ­γα­νω­μέ­νη ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Gutenberg στὸν χῶ­ρο τοῦ βι­βλι­ο­πω­λεί­ου τους, μὲ θέ­μα «Ὀρ­γά­νω­ση καὶ Σύν­τα­ξη Ἐ­πι­στη­μο­νι­κῆς / Ἐ­ρευ­νη­τι­κῆς Ἐρ­γα­σί­ας (μὲ Ἐ­ξει­δί­κευ­ση στὶς Θε­ω­ρη­τι­κὲς Σπου­δές)» καὶ «Μορ­φο­λο­γί­α Ἐκ­δό­σε­ων» (ἐ­πι­μέ­λεια κει­μέ­νου —γλωσ­σι­κή, δο­μι­κὴ κλπ.— καὶ τυ­πο­τε­χνι­κὴ δε­ον­το­λο­γί­α μὲ ἐ­ξει­δί­κευ­ση στὸ βι­βλί­ο)…

Πε­ριτ­τό, ἴ­σως, νὰ προ­στε­θεῖ ὅ­τι τέ­τοι­α με­ρά­κια δὲν μα­κρο­η­με­ρεύ­ουν, ἂν δὲν βροῦν καὶ τὶς ἀν­τί­στοι­χες ἐ­πι­χει­ρη­μα­τι­κὲς πόρ­τες ἀ­νοι­χτές· τό­σο, ποὺ νὰ μὴν μπο­ρῶ νὰ πῶ μὲ βε­βαι­ό­τη­τα στὴν πε­ρί­πτω­σή μας, ποι­ός ἦ­ταν ὁ πε­ρισ­σό­τε­ρο τυ­χε­ρὸς ἀ­πὸ μιὰ τέ­τοι­ου εἴ­δους συ­νάν­τη­ση: οἱ ἐκ­δό­σεις Gutenberg ἢ ὁ Δη­μή­τρης Ἀρ­μά­ος;…

Καὶ σκέ­φτο­μαι συ­χνά, ἐν κα­τα­κλεί­δι, πὼς μό­νο στὰ χεί­λη ἑ­νὸς τέ­τοι­ου ἀν­θρώ­που, θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ λά­βει ὅ­λο της τὸ βά­ρος ἡ πα­ρα­κά­τω κου­βέν­τα, στὴν συ­νέν­τευ­ξη ποὺ ἔ­δω­σε ὁ Ἀρ­μά­ος στὸν Στα­μά­τη Μαυ­ρο­ει­δῆ τὸ 2004, μι­λών­τας, ὡς ποι­η­τὴς πιά, γιὰ τὴν λο­γο­τε­χνί­α: «Ὅ­σο κι ἂν λα­τρεύ­ω τὴν ἔν­τυ­πη μορ­φή της, ξέ­ρω πὼς εἶ­ναι ἀ­σή­μαν­τη γιὰ τὴν ἀ­ξί­α τῶν κει­μέ­νων…» Ἂς τὸ πῶ: ὁ Ἀρ­μά­ος δὲν ἦ­ταν φι­λό­λο­γος καὶ στὰ ποι­ή­μα­τά του, ὅ­πως λαν­θα­σμέ­να νο­μί­ζουν ἀρ­κε­τοί, ἦ­ταν ποι­η­τὴς καὶ στὰ φι­λο­λο­γι­κά του!…

Τέ­λει­ω­σες μὲ τὸ ἐ­ξω­λο­γο­τε­χνι­κό του τρί­πτυ­χο;… Για­τὶ σὰν νὰ μοῦ φαί­νε­ται πὼς ἀ­πο­φεύ­γεις νὰ μι­λή­σεις γιὰ τὸν ποι­η­τή…

Ἴ­σα-ἴ­σα γι’ αὐ­τὸ θὰ ἤ­θε­λα νὰ μι­λή­σου­με… Ἀ­φοῦ, ὅ­πως μό­λις ὑ­παι­νί­χθη­κα, ἡ ἀ­ξί­α τὴν ὁ­ποί­α οἱ ἄλ­λοι σπεύ­δουν νὰ ἀ­να­γνω­ρί­ζουν προ­θυ­μό­τε­ρα στὸ ἔρ­γο του εἶ­ναι ἡ φι­λο­λο­γι­κή του δει­νό­τη­τα καὶ ἡ πε­ρὶ τὰ ἐκ­δο­τι­κά…

Καὶ για­τὶ συμ­βαί­νει αὐ­τό;…

Οἱ μὲν ἀ­κα­δη­μα­ϊ­κοὶ δι­ό­τι τρῶ­νε ἀ­πὸ τὰ γνω­στὰ καὶ τὰ ἕ­τοι­μα καὶ δὲν ψά­χνουν γιὰ “νέ­ες” φω­νές, οἱ δὲ ποι­η­τὲς ἐ­πει­δὴ βα­ρι­οῦν­ται νὰ δι­α­βά­ζουν συγ­κεν­τρω­τι­κὲς ἐκ­δό­σεις (ἄλ­λων), καὶ ἦ­ταν ἀ­πί­θα­νο νὰ εἶ­χαν συ­ναν­τή­σει ἀλ­λοῦ ποι­ή­μα­τα τοῦ Ἀρ­μά­ου – ὁ ἴ­διος ἦ­ταν πο­λὺ φει­δω­λὸς σὲ δη­μο­σι­εύ­σεις… Σπά­νια δη­μο­σί­ευ­ε καὶ σχε­δὸν πο­τὲ με­μο­νω­μέ­να ποι­ή­μα­τα, μό­νον ἑ­νό­τη­τες… Ἔ­τσι, ὅ­ταν κυ­κλο­φό­ρη­σε τὸ 2009 ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Ὕ­ψι­λον, σὲ ἕ­ναν ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ φρον­τι­σμέ­νον ἀ­πὸ τὸν ἴ­διο τό­μο, τὸ corpus τῶν ποι­η­μά­των του, βρῆ­κε τὴν μι­κρὴ κοι­νό­τη­τα τῶν ἀ­να­γνω­στῶν τῆς ποί­η­σης ἀ­νέ­τοι­μη νὰ μπεῖ στὸν κό­πο νὰ τὰ γνω­ρί­σει καὶ νὰ τὰ δε­χθεῖ… Ἀλ­λὰ καὶ ὡς ἔκ­δο­ση συγ­κεν­τρω­τι­κὴ τριά­ντα δύ­ο ἐ­τῶν δου­λειᾶς βρι­σκό­ταν μα­κριὰ ἀ­πό τὴν “πε­πα­τη­μέ­νη”…

Armaos-MitropoliΤί τὸ ἰ­δι­αί­τε­ρο εἶ­χε, δη­λα­δή;…

Τὰ ποι­ή­μα­τα ποὺ πε­ρι­λαμ­βά­νον­ται ἐ­κεῖ δὲν εἶ­ναι οὔ­τε μό­νο οὔ­τε ὅ­λα ὅ­σα δη­μο­σί­ευ­σε· οὔ­τε ὅ­πως τὰ δη­μο­σί­ευ­σε, οὔ­τε μὲ τὴν χρο­νο­λο­γι­κὴ σει­ρὰ κα­τὰ τὴν ὁ­ποί­α γρά­φτη­καν ἢ δη­μο­σι­εύ­τη­καν… Ἀλ­λὰ καὶ μέ­σα στὶς ἑ­νό­τη­τες ποὺ εἶ­χε ἤ­δη δη­μο­σι­εύ­σει, ἡ ὕ­λη ἀ­να­δι­α­τά­χθη­κε κι αὐ­τή, ὅ­πως δή­λω­νε σὲ συ­νέν­τευ­ξή του ὁ ἴ­διος, «μὲ κρι­τή­ριο θε­μα­το­λο­γι­κὸ κυ­ρί­ως». Στὴν οὐ­σί­α τὸ ὑ­λι­κὸ ἀ­να­συγ­κρο­τή­θη­κε κα­τὰ τὴν ἐ­σω­τε­ρι­κὴ τά­ξη τοῦ βα­θύ­τε­ρου νο­ή­μα­τος ζω­ῆς καὶ ἔρ­γου ποὺ θέ­λη­σε ὁ ἴ­διος γιὰ τὴν τέ­χνη του, ὅ­ταν ἔ­λα­βε τὴν ἀ­παι­τού­με­νη ἀ­πό­στα­ση καὶ ἀ­πό­φα­ση γιὰ νὰ τὸ δεῖ συ­νο­λι­κά – κά­τι ποὺ ἀ­να­τρέ­χει πί­σω, στὸ 2004, του­λά­χι­στον… Ἔ­τσι ὁ τό­μος αυ­τὸς τῶν 219 ποι­η­μά­των καὶ τῶν 416 σε­λί­δων θὰ πρέ­πει νὰ θε­ω­ρη­θεῖ ὡς ἡ μο­να­δι­κὴ κι ἀ­ναν­τι­κα­τά­στα­τη συλ­λο­γὴ ποι­η­μά­των του ἀ­πὸ τὴν ὁ­ποί­α καὶ μό­νον θὰ πρέ­πει νὰ κρι­θεῖ…

Ἐ­ξάλ­λου, μὲ τὴν ἴ­δια αἴ­σθη­ση συ­νό­λου, χα­ρα­κτή­ρι­σε τὸν τό­μο του «Βι­βλί­ο Στί­χων», καὶ τοῦ ἔ­δω­σε τὸν τί­τλο «Βί­αι­ες ἐν­τυ­πώ­σεις τῶν ἐ­τῶν 1975-2007». Πα­ρέ­δω­σε δὲ τὶς ποι­ή­σεις του σὲ κά­θε μέλ­λον­τα ἀ­να­γνώ­στη «ἄ­νευ ὅ­ρων», ὅ­πως γρά­φει ὁ ἴ­διος κλεί­νον­τας τὴν προ­λο­γι­κή του «Σύ­νο­ψη», ὅ­πως πα­ρα­δί­νον­ται «ὅ­λοι οἱ νι­κη­μέ­νοι κα­τὰ κρά­τος»…

Ἐ­σὺ πῶς τὸ κα­τα­λα­βαί­νεις αὐ­τό, τὸ «ἄ­νευ ὅ­ρων» καὶ τὸ «νι­κη­μέ­νοι κα­τὰ κρά­τος»;

Ἐ­μέ­να δὲν μὲ δυ­σκο­λεύ­ει νὰ κα­τα­λά­βω τὴν “ἥτ­τα” τῆς ποί­η­σης· κι ὁ ἴ­διος τὴν ἐ­ξη­γεῖ: «σ’ αὐ­τὸ τὸ βι­βλί­ο δὲν μι­λά­ει κά­ποι­ος “ὥ­ρι­μος” ἄν­θρω­πος. Ἡ ἐμ­πει­ρί­α ποὺ εἰ­σπράτ­τει τὸν πλήτ­τει ὡς στα­θε­ρὴ δι­ά­ψευ­ση…» Γιὰ τὸ «ἄ­νευ ὅ­ρων», ὡ­στό­σο, θὰ πρέ­πει νὰ δι­α­κρί­νου­με ἀ­νά­με­σα στὴν κρί­ση γιὰ τὸ ποί­η­μα, ποὺ εἶ­ναι ἐ­λεύ­θε­ρη καὶ δὲν ὑ­πό­κει­ται σὲ κα­νε­νὸς εἴ­δους ἐ­ξα­ναγ­κα­σμό, καὶ στὶς προ­ϋ­πο­θέ­σεις αὐ­τῆς τῆς κρί­σε­ως, δη­λα­δὴ τὴν ἀ­νά­γνω­ση· αὐ­τὴ δὲν εἶ­ναι δι­ό­λου «ἄ­νευ ὅ­ρων»…

Δὲν σὲ κα­τα­λα­βαί­νω…

Ἐν­νο­ῶ πὼς κιν­δυ­νεύ­ου­με νὰ ἀ­δι­κή­σου­με σφό­δρα τὴν ποί­η­ση τοῦ Δη­μή­τρη Ἀρ­μά­ου, ἐ­ὰν δὲν γί­νου­με οἱ προ­σή­κον­τες ἀ­να­γνῶ­στες της…

Καὶ ὑ­πάρ­χουν τέ­τοι­οι;…

Ὁ ἴ­διος τοὺς προ­ε­ξό­φλη­σε, ὅ­ταν ἔ­λε­γε ὅ­τι ἀ­πὸ τὶς ἀρ­χὲς ἤ­δη τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να «ἡ πιὸ ἀ­παι­τη­τι­κὴ φι­λο­λο­γι­κὴ σκευ­ὴ εἶ­ναι προ­ϋ­πό­θε­ση τοῦ λο­γο­τε­χνι­κοῦ ἔρ­γου», συ­νε­πῶς καὶ τῆς ἀ­νά­γνω­σής του, σκέ­φτο­μαι ἐ­γώ…

Καὶ συμ­φω­νεῖς μὲ μιὰ τέ­τοι­α ἄ­πο­ψη;… 

Ὄ­χι! Ἔ­τσι γε­νι­κὰ δι­α­τυ­πω­μέ­νη, σὰν νὰ ἀ­φο­ρᾶ σὲ κά­θε λο­γο­τε­χνι­κὸ ἔρ­γο· ἀλ­λὰ γιὰ ἕ­να ἔρ­γο σὰν τοῦ Ἀρ­μά­ου, ναί!… Ὅ­σο πιὸ ἀ­παι­τη­τι­κὴ εἶ­ναι αὐ­τὴ ἡ σκευ­ὴ τό­σο πιὸ ἔν­τι­μα θε­με­λι­ω­μέ­νο καὶ τὸ δι­καί­ω­μα τῆς κρί­σε­ως…

Αὐ­τὸ τί ση­μαί­νει;… Ὅ­τι ἐ­ὰν δι­α­θέ­τει κα­νεὶς στὸ ἔ­πα­κρον αὐ­τὴν τὴν «φι­λο­λο­γι­κὴ σκευή», δι­και­ώ­νε­ται ὡς ἐ­πι­τυ­χη­μέ­νο ἔρ­γο τέ­χνης καὶ τὸ κά­θε ποί­η­μα ποὺ τὴν προ­ϋ­πο­θέ­τει;…

Ὄ­χι, βέ­βαι­α… Δι­και­ώ­νε­ται πι­θα­νό­τα­τα τὸ ἀ­ξι­ο­λο­γι­κὸ κύ­ρος τῆς κρί­σης… Ἀλ­λὰ ἂς κά­νου­με ἕ­να βῆ­μα πρὸς τὰ πί­σω. Τί εἶ­ναι στὸ με­γα­λύ­τε­ρό της μέ­ρος ἡ ποί­η­ση τοῦ Ἀρ­μά­ου κοι­ταγ­μέ­νη σὲ μιὰ πρώ­τη πρό­χει­ρη ἀ­νά­γνω­ση… Ἕ­να ἀρ­χι­πέ­λα­γος πο­λι­τι­σμι­κῶν δει­κτῶν πά­σης φύ­σε­ως (τμή­μα­τα φι­λο­λο­γι­κῶν πα­ρα­θε­μά­των ἀ­πὸ νε­κρὲς καὶ ζων­τα­νὲς γλῶσ­σες, ὅ­ροι μου­σι­κῆς ἢ ζω­γρα­φι­κῆς, τί­τλοι λο­γο­τε­χνι­κῶν ἔρ­γων ἢ κι­νη­μα­το­γρα­φι­κῶν ται­νι­ῶν, πρό­σω­πα τῆς ἱ­στο­ρί­ας ἢ ἥ­ρω­ες τῆς λο­γο­τε­χνί­ας, συ­νή­θως δεύ­τε­ρης καὶ τρί­της σει­ρᾶς σὲ ἀ­να­γνω­ρι­σι­μό­τη­τα), ποὺ ξε­προ­βάλ­λουν ὡς πα­ρά­ξε­νες νη­σί­δες πά­νω ἀ­πὸ τὸ continuum μιᾶς γλώσ­σας ρέ­ου­σας καὶ λαμ­πε­ρὰ ἐκ­φρα­στι­κῆς, πλού­σιας σὲ κοι­τά­σμα­τα ἑλ­λη­νι­κῆς κά­θε λο­γῆς καὶ τέ­λεια ρυθ­μι­σμέ­νης, ὅ­που ὁ ἴα­μβος, κυ­ρί­αρ­χος, πο­τὲ δὲν χά­νει τὸν βη­μα­τι­σμό του… Ποι­η­τι­κή, ἀ­σφα­λῶς, ποὺ χρω­στᾶ πολ­λὰ καὶ στὸν τρό­πο συν­θέ­σε­ως τῶν Cantos τοῦ Ἔζ­ρα Πά­ουντ…

Ὅ­μως, βά­ζον­τας στὴν πάν­τα τὰ ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ δου­λε­μέ­να καὶ μὲ γνώ­ση ποι­κί­λων μορ­φῶν ἔμ­με­τρά του, ὑ­πάρ­χει καὶ ἕ­να ση­μαν­τι­κὸς ἀ­ριθ­μὸς ποι­η­μά­των, ἴ­σως καὶ τὸ ἕ­να τρί­το τοῦ συ­νό­λου, γιὰ τὴν κα­τα­νό­η­ση καὶ τὴν ἀ­πό­λαυ­ση τῶν ὁ­ποί­ων δὲν θὰ χρει­α­ζό­ταν κα­μιὰ ἰ­δι­αί­τε­ρη φι­λο­λο­γι­κὴ σκευ­ή.

Ἂς δι­α­βά­σου­με ἕ­να ἀ­πὸ αὐ­τά:

ΖΕΥΓΟΣ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΩΝ ΣΕ ΓΡΑΝΙΤΗ

Ζών­τας αὐ­τὴ κάμ­πο­σα χρό­νια ὑ­στε­ρι­νά του
Κα­τόρ­θω­σε νὰ ὁ­λο­κλη­ρώ­σει τὶς κοι­νές τους ἔ­ρευ­νες
Καρ­πο­φο­ρί­α ποὺ τῆς προ­σκό­μι­σε
Δι­ό­λου εὐ­κα­τα­φρό­νη­τη δό­ξα      ἐ­πί­και­ρη      ἔγ­και­ρη
Δὲν εἶ­ναι βέ­βαι­ο πὼς ἂν ζοῦ­σε κι ὁ λε­γά­με­νος
Θὰ ξε­κολ­λού­σα­νε μα­ζὶ ὅ­πως τὰ κα­τά­φε­ρε μο­νά­χη
Ἦ­ταν δι­στα­κτι­κὸς ἀμ­φί­θυ­μος τε­λει­ο­μα­νὴς γε­μά­τος φό­βους
Τε­ρα­το­λό­γος σὲ ζη­τή­μα­τα κοι­νά
Τά ’ξε­ρε αὐ­τὰ καὶ πρὶν νὰ τὸν γνω­ρί­σει στὸ Ἰν­στι­τοῦ­το
Ἔ­ψα­χνε ἀλ­λοῦ τὴν λύ­ση κι ὄ­χι στὴν «πε­πα­τη­μέ­νη»
Ἀλ­λὰ ἡ πε­πα­τη­μέ­νη ἀ­μέ­σως ἔ­δω­σε καρ­ποὺς
Σὰν πῆ­ρε αὐ­τὴ τὰ ἡ­νί­α στὰ χέ­ρια της
Τὸ δί­χως ἄλ­λο θὰ τῆς ἀ­να­γνώ­ρι­ζε      ἐ­ὰν εἶ­χε μέ­ρες
Τὴν ἱ­κα­νό­τη­τα ποὺ ν’ ἀ­χτι­νο­βο­λή­σει τό­τε δὲ λευ­τέ­ρω­νε
Καὶ πά­νω ἀ­π’ ὅ­λα τὴν ἀ­γά­πη της
Ποὺ ἐ­κλι­πα­ροῦ­σε νὰ εἶ­ναι πιὸ θερ­μὴ κι ἐκ­φρα­στι­κή
Ἀ­φοῦ με­ρί­μνει της κυ­κλο­φο­ρή­θη­καν ὅ­λες του οἱ ἐρ­γα­σί­ες
Opera Omnia καὶ Opuscula καὶ Spuria
Τί εἶ­χε κά­νει ὁ ἴ­διος ὅ­σο ζοῦ­σε; φύλ­λα καὶ φτε­ρά!
Καὶ μα­ζε­μέ­να φά­νη­καν κα­λύ­τε­ρα τί ἀ­ξί­ζα­νε
Μπρὸς στὸ δι­κό της ἔρ­γο      θά ’χε
Τὴν ἴ­δια γνώ­μη ὅ­μως κι ἐ­κεῖ­νος;
Στὴν εἴ­σο­δο τοῦ Κέν­τρου Ἐ­ρευ­νῶν ὁ γλύ­πτης δὲν ἀ­πέ­δω­σε
Μὲ ἀρ­κε­τὴ σα­φή­νεια
Τὸ βλέμ­μα τῆς λα­τρεί­ας ποὺ ἀν­ταλ­λάσ­σουν.

Ὁ ἄν­θρω­πος ποὺ ἔ­χει γρά­ψει ἕ­να τέ­τοι­ο ποί­η­μα —ἀ­δι­α­φο­ρῶ ἂν ὑ­παι­νίσ­σε­ται τὸ ζεῦ­γος Κι­ου­ρί, ἢ ὅ­ποι­ο ἄλ­λο, ποὺ ὡ­στό­σο μέ­σα ἀ­πὸ τὸ ποί­η­μα αὐ­τὸ γί­νε­ται “ἀρ­χε­τυ­πι­κό”— δὲν μπο­ρεῖ νὰ εἶ­ναι οὔ­τε μέ­τριος οὔ­τε ἀ­δι­ά­φο­ρος ποι­η­τής… Καὶ πα­ρό­μοι­ας πά­νω-κά­τω ἀ­ξί­ας εἶ­ναι καὶ τὰ ὑ­πό­λοι­πα ποι­ή­μα­τά του αὐ­τῆς τῆς πλέ­ον εὔ­λη­πτης —ἂς τὴν ὀ­νο­μά­σου­με ἔ­τσι— κα­τη­γο­ρί­ας, τό­σο ποὺ ἂν ἐ­πρό­κει­το νὰ τὸν κρί­νου­με ἀ­πὸ αὐ­τὸ καὶ μό­νο τὸ μέ­ρος τοῦ ἔρ­γου του, ἡ ποί­η­ση τοῦ Ἀρ­μά­ου δὲν θὰ εἶ­χε σὲ τί­πο­τα νὰ ζη­λέ­ψει ἐ­κεί­νη τῶν κα­λύ­τε­ρων ποι­η­τῶν τῆς γε­νιᾶς του…

Αὐ­τὰ ὡς πρὸς αὐ­τό – κι ἡ πα­ρα­πά­νω πα­ρα­τή­ρη­ση ἔ­στω γιὰ ὅ­σους, πρω­τί­στως ὁ­μό­τε­χνους, προ­σχη­μα­τι­ζό­με­νοι τὸ δύσ­λη­πτο πολ­λῶν ποι­η­μά­των του, ἀ­πο­φεύ­γουν νὰ ἀ­να­με­τρη­θοῦν ἐν συ­νό­λῳ μὲ τὴν ποί­η­σή του.

Armaos-MythologimaἘ­σύ, δη­λα­δή, δὲν ἀν­τι­με­τώ­πι­σες πα­ρό­μοι­ες δυ­σκο­λίες κα­τανό­η­σης;…

Τὴν ἀν­τι­με­τώ­πι­ζα ἀ­πὸ πα­λιὰ καὶ ὡς ἐκ­δό­της τοῦ Πλα­νό­διου, ὅ­ταν ὁ Ἀρ­μά­ος ἔ­δω­σε νὰ δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ ἡ ποι­η­τι­κὴ ἑ­νό­τη­τά του «Μυ­θο­λό­γη­μα», ἕ­να σύν­θε­μα ποὺ ἀ­κό­μη καὶ τώ­ρα ἀν­τι­στέ­κε­ται στὴν πλή­ρη καὶ λει­τουρ­γι­κὴ κα­τα­νό­η­σή μου… Ἡ ἑ­νό­τη­τα ἔ­τυ­χε μιᾶς ἰ­δι­αί­τε­ρης με­τα­χεί­ρι­σης στὴν σύν­θε­ση τῆς συγ­κεν­τρω­τι­κῆς ἔκ­δο­σης τῶν ποι­η­μά­των του: το­πο­θε­τή­θη­κε στὸ τέ­λος της γιὰ νὰ κλεί­σει ὁ ποι­η­τὴς μα­ζί της τοὺς λο­γα­ρια­σμούς του μὲ τὸν προ­η­γού­με­νο αἰ­ώ­να. Ἀ­να­τρέ­χον­τας τώ­ρα στὴν ἀλ­λη­λο­γρα­φί­α μας τῆς ἐ­πο­χῆς κα­τὰ τὴν ὁ­ποί­α δη­μο­σι­εύ­τη­κε στὸ πε­ρι­ο­δι­κό, τρά­βη­ξε τὴν προ­σο­χή μου ἕ­νας ἀ­στε­ρί­σκος στὴν ἐ­πι­στο­λή του τῆς 18ης Νο­εμ­βρί­ου 1999: Γρά­φει ἐ­κεῖ ὁ Ἀρ­μα­ός: «Ἐκ τῶν ὑ­στέ­ρων πρό­σε­ξα καὶ τὴ σύμ­πτω­ση: αὐ­τὸ τὸ ποί­η­μα, ποὺ σὲ με­γά­λο βαθ­μὸ ἀ­πο­τε­λεῖ χαι­ρε­τι­σμὸ πρὸς τὸν βι­ω­μα­τι­κὸ χρό­νο [ὑ­πο­γράμ­μι­ση δι­κή μου], δη­μο­σι­εύ­ε­ται στὸ τε­λευ­ταῖ­ο τοῦ αἰ­ώ­να (καὶ τῆς χι­λι­ε­τί­ας βέ­βαι­α) τεῦ­χος τοῦ Πλα­νό­διου.» Ἡ ση­μεί­ω­ση αὐ­τὴ ἔ­γι­νε ἀρ­γό­τε­ρα γιὰ μέ­να ἕ­να ἀ­κό­μη κλει­δὶ στὴν κα­τα­νό­η­ση τοῦ τί­τλου ποὺ ἔ­δω­σε ἀρ­κε­τὰ χρό­νια με­τὰ στὴν συγ­κεν­τρω­τι­κὴ ἔκ­δο­ση τῶν ποι­η­μά­των του, κι ἀ­κό­μη: μιὰ ἐ­πι­πλέ­ον μαρ­τυ­ρί­α γιὰ τὸ εἶ­δος τοῦ ρι­ζώ­μα­τος τῆς ποι­η­τι­κῆς του…

Ἐν­νο­εῖς τὸν τί­τλο «Βί­αι­ες ἐν­τυ­πώ­σεις τῶν ἐ­τῶν 1975-2007» – ἀ­λή­θεια, ἔ­χει ὁ τί­τλος μιὰ πα­ρά­ξε­νη ὀ­μορ­φιά…

Ναί, μοῦ ἄ­ρε­σε (καὶ μὲ πα­ρα­ξέ­νι­σε) ἀ­πὸ τὴν πρώ­τη στιγ­μὴ ποὺ τὸν ἀν­τί­κρι­σα στὸ ἐ­ξώ­φυλ­λο τοῦ βι­βλί­ου του, ἀλ­λὰ δὲν εἶ­χα πο­τὲ φαν­τα­στεῖ ὅ­τι κα­τα­γό­ταν ἀ­πὸ τὸ ἔρ­γο «Πε­ρὶ ἁ­μαρ­τη­μά­των καὶ ποι­νῶν» τοῦ Καί­σα­ρος Μπε­κα­ρί­α, ὅ­πως ἐ­ξη­γοῦ­σε ὁ Ἀρ­μά­ος σὲ συ­νέν­τευ­ξη σχε­τι­κὴ μὲ τὴν κυ­κλο­φο­ρί­α τοῦ βι­βλί­ου του… Ἀ­ξί­ζει νὰ με­τα­φέ­ρω ἐ­δῶ τὸ συγ­κε­κρι­μέ­νο ση­μεῖ­ο: «Ἐ­κεῖ ὁ Ἰ­τα­λὸς δι­α­φω­τι­στὴς ἐ­ξη­γεῖ για­τί προ­τι­μᾶ τὴν τι­μω­ρί­α ἀ­πὸ τὸ θά­να­το (σὲ πε­ρι­πτώ­σεις ἀ­ξι­ό­ποι­νων πρά­ξε­ων) καὶ λέ­ει πὼς οἱ “βί­αι­ες ἐν­τυ­πώ­σεις” δὲν ἔ­χουν ἀν­το­χὴ ὡς βι­ώ­μα­τα στὴν κοι­νω­νί­α. Φυ­σι­κὰ ἡ γνώ­μη μου εἶ­ναι, ὅ­πως θὰ δι­α­πι­στώ­σει ὁ ἀ­να­γνώ­στης, δι­α­φο­ρε­τι­κή, ἂν καὶ ὄ­χι ὡς πρὸς ὅ,τι αὐ­τός ὑ­πε­ρα­σπί­ζε­ται.»

Ὁ «βι­ω­μα­τι­κὸς χρό­νος» τὸν ὁ­ποῖ­ο χαι­ρε­τοῦ­σε μὲ τὸ ποί­η­μα ποὺ ἔ­κλει­νε τὸν 20ὸ αἰ­ώ­να καὶ μα­ζὶ τὴν ποι­η­τι­κή του δι­α­θή­κη ὁ Ἀρ­μά­ος, δὲν ἦ­ταν γιὰ μέ­να τί­πο­τε ἄλ­λο ἀ­πὸ τὴν δρα­μα­τι­κὴ ἔν­τα­ση τῶν πνευ­μα­τι­κῶν βι­ω­μά­των ποὺ ὡς καλ­λι­ερ­γη­μέ­νο ἄν­θρω­πο καὶ πρω­τί­στως ὡς καλ­λι­τέ­χνη τὸν ση­μα­δέ­ψα­νε βα­θιὰ σὲ ὁ­λό­κλη­ρο τὸ μῆ­κος τῆς ἐ­νή­λι­κης ζω­ῆς του. Για­τὶ ὁ Ἀρ­μά­ος ζοῦ­σε τὸν πο­λι­τι­σμὸ σὰν νὰ ἐ­ξαρ­τι­ό­ταν ἡ ὕ­παρ­ξη καὶ ἡ συ­νέ­χι­σή του ἀ­πὸ αὐ­τὸν τὸν ἴ­διο, καί, συ­νά­μα, ὡς προ­σω­πι­κό του ἀ­γώ­να ψυ­χο­πνευ­μα­τι­κῆς ἐ­πι­βί­ω­σης μέ­σα σὲ ἕ­ναν ἄ­θλιο καὶ τραυ­μα­τι­κὸ γιὰ τὴν φι­λο­τι­μί­α του κό­σμο!

Γιὰ τὸν λό­γο αὐ­τὸ τὸ πλη­σί­α­σμα τῆς ποί­η­σής του θὰ πρέ­πει νὰ γί­νε­ται μὲ τοὺς δι­κούς της ὅ­ρους, ποὺ προ­ϋ­πο­θέ­τουν τὴν δι­ά­κρι­ση στὴν πη­γὴ τῆς δυ­σκο­λί­ας…

Καὶ πῶς γί­νε­ται μιὰ τέ­τοι­α δι­ά­κρι­ση;…

Ἂν μπο­ρέ­σου­με νὰ δι­α­κρί­νου­με ἀ­νά­με­σα στὸ «κρυ­πτι­κὸ» καὶ τὸ «δύσ­λη­πτο» ποί­η­μα. «Κρυ­πτι­κὸ» εἶ­ναι τὸ ποί­η­μα ποὺ συν­τη­ρεῖ σκό­πι­μα στὴ γρα­φὴ τὸν ἰ­δι­ω­τι­κὸ χα­ρα­κτή­ρα τοῦ προ­σω­πι­κοῦ βι­ώ­μα­τος… Ἐ­δῶ, ἂν τὸ ψυλ­λια­στοῦ­με ἀ­π’ τὴν ἀρ­χή, ἡ δυ­σκο­λί­α —ὅ­ση μᾶς πε­ρι­μέ­νει— γί­νε­ται πιὸ εὔ­κο­λα ἀ­πο­δε­κτή· μπαί­νει στὴ ἀ­να­γνω­στι­κὴ σύμ­βα­ση καὶ πε­ρι­μέ­νου­με ἀ­πὸ ἀλ­λοῦ τὶς χά­ρες του… Ἀν­τί­θε­τα «δύσ­λη­πτο» εἶ­ναι τὸ ποί­η­μα τοῦ ὁ­ποί­ου τὰ ἄ­γνω­στά μας στοι­χεῖ­α, ἐ­κεῖ­να ποὺ πε­ρισ­σό­τε­ρο μᾶς ἐμ­πο­δί­ζουν στὴν κα­τα­νό­η­ση τοῦ ποι­ή­μα­τος, δὲν ἀ­νά­γον­ται στὴ σφαί­ρα τῶν ἰ­δι­ω­τι­κῶν προ­σω­πι­κῶν βι­ω­μά­των τοῦ ὁ­μι­λη­τῆ, οὔ­τε σὲ κά­ποι­α ὑ­πο­τι­θέ­με­νη πρό­θε­ση τοῦ ποι­η­τῆ νὰ ἀ­πο­κρύ­ψει κά­τι ἢ νὰ μᾶς δυ­σκο­λέ­ψει στὴν κα­τα­νό­η­σή του, ἀλ­λὰ στὸν βαθ­μὸ τῆς ἀ­πὸ μέ­ρους μας γνώ­σης ἢ μὴ τοῦ πο­λι­τι­σμι­κοῦ ἀ­πο­θέ­μα­τος ποὺ τὸ συγ­κε­κρι­μέ­νο ποί­η­μα κι­νη­το­ποι­εῖ· σὲ στοι­χεῖ­α δη­λα­δὴ ποὺ τε­λι­κῶς δὲν εἶ­ναι ἰ­δι­ω­τι­κὰ ἀλ­λὰ δη­μό­σια.          

Μή­πως θὰ μπο­ροῦ­σες νὰ μοῦ δώ­σεις ἕ­να πα­ρά­δειγ­μα;…

Νά, σ’ ἕ­να ποί­η­μα ὅ­που ἀν­τι­πα­ρα­θέ­τει τὸν κό­σμο τῆς φύ­σης καὶ τοῦ ἐν­στί­κτου μὲ τὸν κό­σμο τῆς πό­λης, συ­ναν­τᾶ­με τὴν πα­ρα­κά­τω συ­στά­δα στί­χων:

[…] Μὰ τώρα νὰ μ’ ἀφήσεις γιὰ τὸ βίωμα τῆς ἀπώλειας
Τὸν τυχοδιωκτισμὸ νὰ ὑπάρχεις καὶ νὰ ὑπάρχεις μὲς στὴν πολιτεία
Σὰν ποὺ τὸ λέει κι ὁ Ραστινιάκ       μ’ αὐτὴ τὴν πόλη καὶ μ’ ἐμένα κάτι τρέχει
Κάτι συμβαίνει ἐν γένει μὲ τὶς πόλεις μας κι ἂς μένουν
Ὅλα ἀναλλοίωτα ὅταν ἀπερχόμαστε καὶ συνεχίζει ἀκόμα κι ὁ ρυθμὸς
Ἀνεπηρέαστος στὶς πλατεῖες τοὺς δρόμους βράδι καὶ πρωί […]

δὲν εἶ­ναι δι­ό­λου φταί­ξι­μο τοῦ ποι­η­τῆ, ἂν ὁ ἀ­να­γνώ­στης δὲν θυ­μᾶ­ται ἢ δὲν δι­ά­βη­κε πο­τὲ τὸ χω­ρί­ο ἀ­πὸ τὴν Ἀν­θρώ­πι­νη Κω­μω­δί­α τοῦ Μπαλ­ζάκ, ὅ­ταν ὁ ἥ­ρω­άς του Ρα­στι­νιὰκ κοι­τών­τας τὸ Πα­ρί­σι ἀ­πὸ τὸν λό­φο τοῦ κοι­μη­τη­ρί­ου Πὲρ Λα­σαὶζ ἀ­να­φω­νεῖ: «Καὶ τώ­ρα οἱ δυ­ό μας»!… Καὶ πές μου ἐ­σύ, ἂν θὰ πε­τύ­χαι­νες κα­λύ­τε­ρη καὶ λει­τουρ­γι­κό­τε­ρη νο­η­μα­τι­κὴ ἐν­δυ­νά­μω­ση ποι­ή­μα­τος ἀ­πὸ τού­την τὴν ἔμ­με­ση μνεί­α ἑ­νὸς κα­τα­γω­γι­κοῦ γιὰ τὸ συγ­κε­κρι­μέ­νο θέ­μα κλα­σι­κοῦ κει­μέ­νου;…

Ἢ γιὰ νὰ σοῦ δώ­σω ἕ­να ἄλ­λο, δευ­τε­ρό­τε­ρο, πα­ρά­δειγ­μα, βρί­σκω πο­λὺ τρυ­φε­ρὸ καὶ χα­ρι­τω­μέ­νο ἐ­κεῖ­νο τὸ «λέ­ει ὁ Βλά­σης στοὺς Παν­σέ­δες του», στὸν στί­χο:

Κα­μα­τε­ροῦ σου­σού­μια παίρ­νει λέ­ει ὁ Βλά­σης στοὺς Παν­σέ­δες του […]

ποὺ ὑ­παι­νίσ­σε­ται —“ἐ­ξη­με­ρώ­νον­τας” τὴν φι­λο­λο­γι­κὴ μνεί­α— τὸ ἔρ­γο Pensées τοῦ Μπλαὶζ Πα­σκάλ, ὅ­σο καὶ ἂν δὲν μπο­ρῶ ἀ­κό­μη νὰ κα­τα­λά­βω τὸ πρῶ­το ἡ­μι­στί­χιο «Κα­μα­τε­ροῦ σου­σού­μια παίρ­νει…»…

Καὶ γιὰ τὸ «κρυ­πτι­κὸ» τὸ ποί­η­μα, δέν θὰ μοῦ πεῖς;…

Θὰ σοῦ πῶ…, ἂν καὶ στὸ συγ­κε­κρι­μέ­νο πα­ρά­δειγ­μα θὰ σοῦ σπα­ρά­ξω —δί­χως νὰ τὸ ἤ­θε­λε καὶ νὰ τὸ θέ­λω— τὴν καρ­διά…

Εἶ­ναι τὸ ποί­η­μα μὲ τί­τλο «Σει­ρὰ τῆς Κλω­θῶς», καὶ ὅ­πως σὲ ὅ­λα τὰ «κρυ­πτι­κά», ποὺ ὅ­πως εἴ­πα­με ἐγ­κι­βω­τί­ζουν τὸ ἰ­δι­ω­τι­κὸ βί­ω­μα, πε­ρι­μέ­νου­με ν’ ἀ­κού­σου­με τὶς σκέ­ψεις τοῦ ὁ­μι­λη­τῆ γιὰ τὴ μοί­ρα του, ποὺ μὲ ἀ­να­δρο­μι­κὴ προ­βο­λὴ ἀ­να­τρέ­χουν στὴν ὥ­ρα τῆς γέν­νη­σής του… Ὅ­ταν μά­λι­στα βλέ­που­με τὸ ποί­η­μα ἐν­ταγ­μέ­νο σὲ ἑ­νό­τη­τα μὲ τί­τλο «Ὑ­πο­τα­γὴ στὸν Λί­βα», καὶ ξέ­ρου­με, ὅ­σοι ξέ­ρου­με (κρυ­φὸ δὲν εἶ­ναι), ὅ­τι τὴν πε­ρί­ο­δο 1969-1971, ὁ συγ­γρα­φέ­ας του, παι­δὶ δε­κα­ε­τές, δι­έ­με­νε οἰ­κο­γε­νεια­κῶς στὴν Νε­ά­πο­λη Λα­σι­θί­ου, πάν­τως ὄ­χι καὶ πο­λὺ μα­κριὰ ἀ­πὸ τὸ «Λι­βυ­κό», προ­ε­τοι­μα­ζό­μα­στε γιὰ τὸ αὐ­το­βι­ο­γρα­φι­κὸ στοι­χεῖ­ο – ποὺ στὴν συγ­κε­κρι­μέ­νη πε­ρί­πτω­ση ἀ­πο­τε­λεῖ γιὰ μᾶς τοὺς ἀ­φε­λεῖς (Clotho Rules!) καὶ σχῆ­μα… πα­ρὰ προσ­δο­κί­αν… 

ΣΕΙΡΑ ΤΗΣ ΚΛΩΘΩΣ

Τὸν βλέπω κιόλας μὲ κρανίο θρυμματισμένο εἰκοσιδυὸ χρονῶ σὲ πόλεμο                                       κι ἂν ὄχι αὐτό
Πενήντα πέντε μὲ ραγδαῖες τὶς μεταστάσεις      ἢ ἄιντε
Ὀγδόντα ἐννιὰ μὲ τέλη εἰρηνικά      σάψαλο ὁλόβολο
Αὐτοὶ ποὺ ὀνόμασαν ἀθάνατα πράγματα λίγο μόνο ἀνθεκτικότερα                                                    πὲς καὶ πολύ
Ἀπ’ τὶς ἐφήμερες ζωές τους θὰ τὸν ἔχουν
Ὠθήσει σὲ πολλὲς ὧρες σπατάλης ἔξω ἀπ’ τὴν ἀπόλαυση
Τοῦ ἐλάσσονος ποὺ διαρκεῖ  ὅ σ ο  π ρ έ π ε ι

Μὰ θὰ μιλήσει      ἑφτὰ μηνῶ εἶν’ ἀκόμα
Τὸ ὑπόλοιπο ἑνὸς θαύματος τοῦ κόσμου μας φανατικὰ θὰ ὑπηρετήσει                                                καὶ τὸ σπουδαιότερο
Οἱ χάρες κι οἱ χαρὲς θὰ τὸν ἐκστασιάσουν

Καὶ πιὸ βαρὺ δὲ γίνεται ἀπ’ αὐτό      Ἕλληνας εἶναι ἀπογοήτευση.

Ναί, «Ἕλ­λη­νας εἶ­ναι ἀ­πο­γο­ή­τευ­ση»… Φρί­κη!… Μοῦ ’λε­γε κά­πο­τε πὼς εἶ­χες πεῖ «Ἕλ­λη­νας οὔ­τε γεν­νι­έ­σαι, οὔ­τε γί­νε­σαι. Ἕλ­λη­νας κα­ταν­τᾶς!»… Εἶ­ναι ἀ­λή­θεια;…

Μι­σή! Τὸ κα­τα­δι­α­σκέ­δα­σε… Τὸ εἶ­χα δεῖ γραμ­μέ­νο σὲ κά­ποι­ον τοῖ­χο, νο­μί­ζω… Ἀλ­λὰ δι­έ­δι­δε, ὅ­πως μοῦ ’λε­γε ὁ Χαρ­μά­νης, ὅ­τι τὸ εἶ­χα πεῖ ἐ­γώ…

Ὅ­μως, θὰ σὲ ξα­να­γυ­ρί­σω —θέ­λεις δὲ θές— στὰ «δύσ­λη­πτα»! Ἐ­πει­δὴ ἐ­κεῖ θὰ δο­θεῖ ἡ μά­χη τῆς ποί­η­σης τοῦ Ἀρ­μά­ου στὸν χρό­νο ποὺ ἔρ­χε­ται (ποὺ τώ­ρα ἔ­γι­νε καὶ εἰ­ρω­νι­κὰ καὶ τρα­γι­κὰ καὶ ἀ­με­τά­τρε­πτα «ὅ­λος δι­κός του»!)…

Θὰ ἀρ­χί­σω μὲ ἕ­να μι­κρὸ πα­ρά­δειγ­μα, ἐ­πει­δὴ ἀ­ξί­ζει νὰ δοῦ­με κα­τό­πιν τὴν ἀν­το­χὴ τῆς κρί­σι­μης κα­τη­γο­ρί­ας καὶ στὶς πιὸ φι­λό­δο­ξες συν­θέ­σεις της… Νά, ἀ­πὸ τὸ πα­ρα­κά­τω τρί­στι­χο:

ΚΟΜΙΣΣΑ DE NOAILLES

Ὅταν γεννάει στ’ ἀπόνερά της Καρυωτάκη
Δὲ μπορεῖς      φίδι!      νὰ τὴ λὲς
«Αὐτὴ ἡ σάχλα».

Ἀ­θώ­α ἀ­κα­τα­λα­βί­στι­κο τὸ ποι­η­μα­τά­κι;… “Βι­βλια­κό” ἢ “λό­γιο” καὶ δῆ­θεν κουλ­του­ρι­ά­ρι­κο ἀ­μη­χά­νως;… – δέν θὰ τό ’λε­γα… Για­τὶ αὐ­τὸ ποὺ συ­ζη­τᾶ­με ἐ­δῶ εἶ­ναι τὰ μι­κρὰ ποι­η­τι­κὰ ἀ­ρι­στουρ­γή­μα­τα τῶν με­τα­φρά­σε­ων τοῦ Κα­ρυ­ω­τά­κη, ἐ­κεῖ­νο τὸ

Ὅταν πιὰ θά ’μαι κουρασμένη
ἐδῶ νὰ ζῶ μόνη καὶ ξένη
          χρόνους ἀβίωτους,
θὰ πάω νὰ δῶ τὴ χώρα πού ’ναι
οἱ ποιητὲς καὶ καρτεροῦνε
          μὲ τὸ βιβλίο τους […]

ὑ­πέ­ρο­χη ποι­η­τι­κὴ σκιὰ ἀ­πὸ τὸ ποί­η­μα «Οἱ σκιές» τῆς κό­μισ­σας-ποι­ή­τριας· καὶ ναί —φί­δι!—, καὶ μό­νον γιὰ τὴν “ἀ­νά­πλα­ση” αὐ­τὴ ποὺ γέν­νη­σε ἡ ποί­η­σή της μὲ τὴν πέν­να τοῦ Κα­ρυ­ω­τά­κη [ὄ­χι σὰν κά­ποι­ους ποὺ μᾶς λέ­νε ὑ­πε­ρη­φά­νως «δὲν σᾶς ξέ­ρω» στὰ πρω­τό­τυ­πα!], δὲν μπο­ρεῖς νὰ τὴν λὲς «Αὐ­τὴ ἡ σά­χλα»!…

Μή­πως καὶ ξέ­ρεις ποι­όν ἐν­νοῦ­σε μὲ αὐ­τὸ τὸ «φί­δι!» – ἔ­βα­λε καὶ τὸ «Αὐ­τὴ ἡ σά­χλα» σὲ εἰ­σα­γω­γι­κά…

Ὅ­ταν τὸ “ποι­η­μα­τά­κι” ἔ­χει κερ­δί­σει τὴ μά­χη γιὰ τὸ νό­η­μα τοῦ πο­λι­τι­σμοῦ, τί ση­μα­σί­α ἔ­χει;… Ναί, μπο­ρεῖ νὰ εἶ­ναι καὶ κά­ποι­ος “ὑ­παρ­κτός”, μὲ ὀ­νο­μα­τε­πώ­νυ­μο, ποὺ εἶ­πε αὐ­τὴν τὴ μπα­ρού­φα γιὰ τὴν κό­μισ­σα…

Ἀλ­λὰ σοῦ ὑ­πο­σχέ­θη­κα κι ἕ­να πιὸ πλού­σιο γεῦ­μα – ἔ­χεις ὑ­πο­μο­νή;…

Θὰ κά­νω…

Σοῦ δι­α­βά­ζω, λοι­πόν τὸ ποί­η­μα:

Η ΚΥΡΙΑ MASSIN ΤΑ ’ΧΕΙ ΚΟΠΑΝΗΣΕΙ
ΚΑΙ ΜΟΥ ΛΕΕΙ

Ἂ τὸν χαντούμη!      ξέρω πὼς μὲ μελετάει
Μοῦ τ’ ἀκουμπάει ἀκόμα κάθε τόσο ἀλήθεια      μ’ ἔχει ἔγνοια του
Κατάφερα νὰ τοῦ ξεφύγω ὅταν δὲν εἶχα πιὰ τὰ θέλγητρά μου

Πολὺ παραπονιέται καὶ γιὰ λόγου μου
Κι ὅλο μὲ τὶς γυναῖκες τά ΄χει γενικὰ σ’ ἐκεῖνα τὰ χοντροκιτάπια του
Ποὺ δὲ μᾶς χάρισαν μέρα γλυκιὰ παρὰ τὸν ὄγκο τους
Μ’ ὅσες ἐλπίδες κι ἂν τὰ σκάρωνε ὑφαρπάζοντας συνύπαρξη
Ἐμένα δὲν μὲ ρώτησε πῶς πέρασα μέσα στὸν χάρτινό του κόσμο
Ὅπου χωρὶς καλὰ-καλὰ νὰ καταλάβω βρέθηκα θαμμένη
Παραληρῶ ἔχεις τὴν ἰδέα;      τὸν ξαναγέννησα
Θεϊκὸ ἦταν μεγαλεῖο αὐτό (γιατί τί θέλει
Ὁ ἄντρας ἀπὸ μιὰ γυναίκα;      νέα γέννηση) μὰ ἦταν μακρὰ κυοφορία
Κι ὅταν      εἶχαν κυλήσει χρόνια ἁγνείας καὶ πίστης πιὰ μᾶλλον συζυγικῆς
Ἀπαύδησα κι ἄρχισα νὰ τοῦ τὰ φοράω κι ἐγὼ μὲ κάποιο σύστημα
Τὸν ἔριχνα λέει σὲ κατάθλιψη      μὰ ἐγὼ
Μόλις ποὺ γλύτωνα ἔτσι ἀπ’ τὴν αὐτοκτονία      ναὶ τὴν αὐτοκτονία!
(Δὲ θά ΄θελες νὰ ξέρεις τί αἰσθάνεται μιὰ καθαρὴ καρδιὰ σὰ τὴν δικιά μου
Παίρνοντας κάβο τὶς πηγὲς τῆς προκατάληψης)

Pardon      καὶ τί περίμενε νὰ κάμω πλάγι του;      καριέρα;
Εἶδα κι αὐτὲς ποὺ κάνανε     εἶδα κι αὐτὸς ἂν ἔκανε
Εὐκαιρία δὲν ἔχασε νὰ πλακωθεῖ μ’ ἐκείνους ποὺ εἶχε τὴν ἀνάγκη τους
Ὅλα τά ’χω δοκιμασμένα στὴν πλατούλα μου
«Φτάνει» τοῦ ξεκαθάρισα      κι ἔστριψα δῶθε

(Ἔτσι ποῦ σοῦ μιλῶ τώρα τί σκέφτομαι;
Κάτι κοθώνια θὰ νομίσουν ἢ θὰ ὑποστηρίξουνε πὼς σ’ ἔχω γιὰ ὑπαρχτόν
Δὲν πά’ νὰ ξεδοντιάζονται)
                                                                                Μόρτη νὰ μὴ λένε Καρολίνα
Ἂν δὲ μοῦ δόθηκε τὸ ἴδιο κεφάλαιο καὶ μὲ πάρτη του καὶ μὲ τὸν κάθε παλαβιάρη
Τοῦ χαζοσιναφιοῦ του       μ ι ὰ   ζ ω ή
Καὶ νὰ σ’ τὸ καμπανίσω καὶ τὸ ρέστο;      τόνε πόνεσα
Μὲ μέτρο      ἐντάξει      φουκαράς ἠταν
Γι’ αὐτὸ καὶ ἰδίως τὰ μπούτια μου ἀποφάσισα
Νὰ μὴν τ’ ἀφήσω παραπονεμένα      μαραζώνουν
Πολὺ εὔκολα τὰ σώματα μέσα στὴ δυστροπία
Ἔχεις σκεφτεῖ πῶς ὑποφέρεται ἕνα σῶμα (ὄχι καὶ χτικιασμένο κι ἀπὸ πάνω);
Κότσι καὶ διπλοσάγονο καὶ μῆλα λέω λοιπὸν
Κάτι μετρᾶν ἅμα δὲν κουδουνᾶνε τὰ ὄβολα
Κι ὅσο γιὰ ὑστεροφημία      ἄ τὸν ἀνόητο
Ἦταν τόσο περίπλοκος ὁ τρόπος ποὺ σκεφτόταν
Ὥστε ἁπαξάπαντες θὰ δώσουνε τὸ δίκιο ἁλάκερο σ’ἐμένα
Πλάσμα φυσικό.

Νὰ πῶ ὅ­τι στὸ ποί­η­μα αὐ­τὸ κρύ­βε­ται —ἢ πιὸ σω­στά: φα­νε­ρώ­νε­ται— ὅ­λο τὸ δρά­μα τῶν ἀν­τι­φά­σε­ων τοῦ δυ­τι­κοῦ ὀρ­θο­λο­γι­σμοῦ, στὴν πιὸ ἐμ­βλη­μα­τι­κή του ἔκ­φρα­ση, τὴν φι­λο­σο­φί­α τοῦ θε­τι­κι­σμοῦ, κα­θὼς αὐ­τὸ σαρ­κώ­νε­ται, ὅ­πως πρέ­πει (καὶ ὅ­πως ἕ­να ἀ­λη­θι­νὸς ποι­η­τὴς μπο­ρεῖ νὰ τὸ κά­νει), σὲ χα­ρα­κτῆ­ρες πραγ­μα­τι­κῶν ἄν­θρώ­πων – για­τὶ ποῦ ἀλ­λοῦ με­τριέ­ται πράγ­μα­τι ὁ πο­λι­τι­σμός;… Πὼς αὐ­τή ἡ γυ­ναί­κα—τὸ με­θυ­σμέ­νο πρό­σω­πο ποὺ μι­λά­ει στὸ ποί­η­μα τὴν “χυ­δαί­α” γλώσ­σα τοῦ κα­πη­λει­οῦ—, ἡ Κα­ρο­λί­να Μασ­σίν, εἶ­ναι μιὰ νό­θα κό­ρη ζεύ­γους ἐ­παρ­χια­κῶν ἠ­θο­ποι­ῶν, πόρ­νη “πο­λυ­τε­λεί­ας” τῆς βα­σι­λι­κῆς αὐ­λῆς ἕ­ναν και­ρό, μαι­τρέσ­σα, σύ­ζυ­γος με­τά, καὶ τώ­ρα “στιμ­μέ­νο λε­μό­νι” τοῦ μι­σο­γύ­νη, πο­λε­μί­ου ἀ­πό­­λυ­του τῶν προ­κα­τα­λή­ψε­ων, καὶ ἱ­δρυ­τῆ τῆς Κοι­νω­νι­ο­λο­γί­ας ὡς ἐ­πι­στή­μης τῶν ἐ­πι­στη­μῶν καθὸ ἐ­πι­στή­μης φυ­σι­κῆς, δη­λα­δὴ τοῦ Αὐ­γού­στου Κόντ – ἡ ἄ­γνω­στη τῆς Ἱ­στο­ρί­ας πλά­ι στὸν πνευ­μα­τι­κὸ κο­λο­φώ­να τῆς Δύ­σης;… Γιὰ τὴν αὐ­θε­ντι­κὴ στά­ση γυ­ναί­κας —«πλά­σμα φυ­σι­κό»—, κο­ρυ­φαί­α ἀ­λη­θι­νῆς στὴν ἀ­πό­γνω­σή της, ποὺ στὸ ἀ­γέ­ρω­χο ἦ­θος της —ἀ­πὸ βα­θειὰ ἐ­πί­γνω­ση τοῦ πραγ­μα­τι­κοῦ— φέρ­νει στὸ νοῦ μαῦ­ρες “Ἀν­τι­γό­νες”, μιᾶς ἄλ­λης, κα­τα­ρα­μέ­νης, ἐ­πο­χῆς;…

ArmaosStonKapetanMichaliMeFilous(04-10-2014)-01Καὶ σὺ ὅ­λα τοῦ­τα ποῦ τὰ βρῆ­κες;…

Ἐ­κεῖ ποὺ τώ­ρα τὰ βρί­σκει ὁ κα­θέ­νας… Ἐπι­τέ­λους!… Στὸ  δί­κτυ­ο δὲν μπαί­νου­με μό­νο καὶ μό­νο γιὰ νὰ δοῦ­με πό­σα like εἰ­σπρά­ξα­νε οἱ σα­χλα­μά­ρες ποὺ γρά­φου­με γιὰ τὶς δη­μό­σι­ες σχέ­σεις μας στὸ φέ­ισ­μπουκ…

Νο­μί­ζω πὼς ἀρ­χί­ζεις νὰ μὲ πεί­θεις… Λέ­ω νὰ πά­ρω τὸν τό­μο τοῦ Ἀρ­μά­ου…

Κα­λύ­τε­ρα νὰ πά­ρεις ἄ­δεια ἀ­πὸ τὴν δου­λειά… Δὲν ξεμ­περ­δεύ­εις εὔ­κο­λα μὲ δαῦ­τον…

Ἂν εἶ­ναι γιὰ τὴν ἐ­πι­βί­ω­ση τῆς ποί­η­σής του, νὰ τὸ κά­νω… Ἐ­σὺ τί λὲς ἐπ’ αὐ­τοῦ, ἔ­χει μέλ­λον ὁ Ἀρ­μά­ος ὡς ποι­η­τής;..

Τὸ προ­τι­μό­τε­ρο νὰ μὴν τὸ κά­νεις!… Γιὰ μέ­να, δὲν «βά­ζει στοί­χη­μα ὁ ποι­η­τὴς μὲ τὸν χρό­νο», ὅ­ταν γρά­φει τὴν ποί­η­σή του, ὅ­πως μοῦ ἔ­λε­γε κά­πο­τε κά­ποι­ος λε­βέν­της “κρι­τι­κός”… Ἂς ἀ­φή­σου­με ἔ­ξω τὰ «γρα­φεῖ­α στοι­χη­μά­των», τοὺς τζο­γα­δό­ρους καὶ τοὺς ἀ­τζέν­τη­δες τῆς Τέ­χνης… Μὴ εἰ­κῆ πε­ρὶ τῶν με­γί­στων συμ­βαλ­λώ­με­θα…

Ἂν ὅ­μως συ­ζη­τᾶ­με γιὰ τὸ πῶς στὴν ἱ­στο­ρί­α καὶ τὸν πο­λι­τι­σμὸ ἀ­νοί­γε­ται στὴ συ­νεί­δη­ση τὸ ποί­η­μα, ὁ Ἀρ­μά­ος εἶ­χε πεῖ κά­πο­τε μιὰ σο­φὴ κου­βέν­τα: «Ἡ “δυ­σκο­λί­α”, τώ­ρα, στὴν ποί­η­ση εἶ­ναι κά­τι ποὺ ὡς γνω­στόν, κρα­τά­ει λί­γο: μιὰ γε­νιὰ ἀ­να­γνω­στῶν με­τά, ὅ­λα ἔ­χουν γί­νει “ἐ­φη­με­ρί­δα” – μὰ ὁ ἦ­χος μέ­νει.»… Ἔ­τσι ἔ­λε­γε, ὑ­πε­ρα­σπι­ζό­με­νος ὄ­χι μό­νον τὴν ὅ­ποι­α “δυ­σκο­λί­α” της, ἀλ­λὰ —αὐ­τὸ ποὺ βα­θύ­τε­ρα γνω­ρί­ζει κά­θε πραγ­μα­τι­κὸς ποι­η­τὴς— τὴν ρυθ­μι­κὴ ἀ­γω­γὴ τῆς ποί­η­σής του καὶ τῆς ποί­η­σης γε­νι­κό­τε­ρα, τὸ μο­να­δι­κὸ σω­μα­τι­κό της ἀ­πο­μει­νά­ρι ἀ­πὸ τὰ βά­θη τῶν αἰ­ώ­νων, αὐ­τὴν τὴν ἀπ’ ἔ­ξω κι ἀ­πὸ μέ­σα «ἀ­κου­στι­κό­τη­τά» της δη­λα­δή, κα­τε­ναν­τί­ον —μά­λι­στα!— καὶ τῆς ἔν­τυ­πης μορ­φῆς!… Κι ὅ­ταν σκε­φτό­ταν γιὰ τὴν κοι­νω­νι­κὴ ἀ­φά­νεια τῆς πραγ­μα­τι­κῆς ποί­η­σης στὸν και­ρό μας κι ἔ­λε­γε «Δὲν θὰ εἶ­ναι ἡ μο­να­δι­κὴ ἐ­πο­χὴ ποὺ οἱ καρ­ποί της ὡ­ρί­μα­σαν στὸ ὑ­πέ­δα­φος», ἐ­γὼ καὶ τὴν δι­κή του ποί­η­ση σκέ­φτο­μαι γιὰ λο­γα­ρια­σμό του…

Μπο­ρῶ νὰ φύ­γω τώ­ρα;…

Ὄ­χι, πρὶν νὰ μοῦ πεῖς τί θὰ θυ­μᾶ­σαι στὰ χρό­νια ποὺ ἔρ­χον­ται ἀ­πὸ τὸν ἄν­θρω­πο Ἀρ­μά­ο;…

Νὰ σοῦ πῶ… Τὰ βουρ­κω­μέ­να μά­τια του στὸ πρό­σω­πό του τὸ κα­τα­κόκ­κι­νο, ὅ­ταν ἕ­να γλυ­κὸ ἀ­πό­γευ­μα, ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ ἕ­κτο Ἑ­σπε­ρι­νὸ Λύ­κει­ο Μι­χα­ὴλ Βό­δα καὶ Μα­κε­δο­νί­ας, μοῦ μι­λοῦ­σε γιὰ τὸ πῶς ἔ­χα­σε τὸ ἀ­γα­πη­μέ­νο του σκυ­λί…

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΤΙΛΗΣ, Πά­σχα τοῦ 2016

Πα­ρέμ­βα­ση στὴν Ἡ­με­ρί­δα τοῦ Συν­δέ­σμου Φι­λο­λό­γων Φω­κί­δας τὴν ἀ­φι­ε­ρω­μέ­νη στὸν Δη­μή­τρη Ἀρ­μά­ο. 

Α. Κ. Χριστοδούλου: Δημήτρης Ἀρμάος

ΕΝΑΣ ΠΟΙΗΤΗΣ ΠΟΥ ΑΛΛΟΙΘΩΡΙΖΕΙ

Πρῶτο μέρος τοῦ διαδικτυακοῦ ἀφιερώματος τοῦ ΝΠ στὸν Δημήτρη Ἀρμάο.  Ἕπονται τὰ κείμενα τοῦ Γιάννη Πατίλη καὶ τοῦ Κώστα Κουτσουρέλη.

Θὰ προτιμοῦσα ἀπόψε νὰ μιλήσω ὄχι γιὰ τὰ ποιήματα τοῦ ᾿Αρμάου, ἀλλὰ γιὰ τὰ τυπώματά του. Γιατὶ ὁ Δημήτρης ὑπῆρξε ἀπαράμιλλος τυπογράφος. Δηλαδὴ φανατικὸς ζηλωτὴς τοῦ Πνεύματος, γιατὶ ἡ τυπογραφία εἶναι ἡ Μορφή του καὶ γιατὶ Πνεῦμα χωρὶς Μορφὴ δὲν ὑπάρχει. Πνεῦμα καὶ Μορφὴ ταυτίζονται. Κατανάγκην λοιπὸν ἀπὸ σπουδαῖος τυπογράφος ἔγινε καὶ σπουδαῖος ποιητής, ἐνηλικιωμένος δηλαδὴ μὲ τὸ δυναμωτικὸ γάλα τῆς τυπογραφίας. Ρουφώντας τυπογραφικὰ μελάνια, φασκιωμένος ἀπὸ τὶς σφιχτὲς διαστάσεις ἀτελείωτων σελιδοποιήσεων, ψηλαφώντας διαρκῶς τὴν ὑφὴ ἀπὸ τόπια χειροποίητα φανταστικὰ χαρτιά, ὑπνοβατώντας ἀνάμεσα σὲ πυκνὲς ἀράδες ἀπὸ τυπογραφικὰ στοιχεῖα, μὲ δυὸ λόγια συνεπαρμένος ὁλόψυχα ἀπὸ τὴ μαυλίστρα Μορφή (μὲ τὸ Μ κεφαλαῖο), ἦταν μοιραῖο κάποια στιγμὴ νὰ πιαστεῖ θύμα στὶς πλεκτάνες τῆςἐκείνης τῆς μιᾶς ἄπιαστης Οὐσίας ποὺ κατὰ συνθήκην ὅλος ὁ συμβιβασμένος κόσμος ὀνομάζει, χωρὶς νὰ ξέρει τίποτα γιὰ τὴν οὐσία της, «Πνεῦμα». ῎Ετσι ἔγινε τελικὰ ποιητὴς αὐτῆς τῆς Οὐσίας.

Σὰν παράδειγμα αὐτῆς τῆς παγίδας θὰ χρησιμοποιήσω ἀπόψε ἕνα μικρὸ ποίημα ἀπὸ τὶς Βίαιες ᾿Εντυπώσεις᾿Εκτυπώσεις τοῦ ᾿Αρμάου μὲ τίτλο Μικρὸς Παρακλητικός. ᾿Αντιγράφω μὲ ἀπόλυτη ἀκρίβεια καὶ διαβάζω ὁλόκληρο τὸ ποιηματάκι, ποὺ εἶναι σπασμένο σὲ τρεῖς στροφές:

Καταγραφή

᾿Ακολουθώντας τὴ λογικὴ τοῦ ποιήματος, θὰ διαπιστώσουμε στὸ τέλος πὼς ὅ,τι φαντάζει σὲ πρώτη ἀνάγνωση «σπασμένο» καὶ αὐθαίρετο, κρύβει μιὰν ὑγιέστατη λογική, ἕναν εἱρμὸ στοχασμοῦ ποὺ εἶναι φυσικὰ ἔξω ἀπὸ τὴ δική μας παραδοσιακή, συνθηκολογημένη καὶ περιορισμένη λογική.

Προσέχω τὴν τυπογραφία τοῦ ποιήματος. Προσέξτε καὶ νὰ θυμάστε πὼς κάθε στροφὴ ἀρχίζει μὲ κεφαλαῖο γράμμα (ΣΠΑΣΤΕ, ẺΛΕΗΣΕ, ΑΝ): Μιὰ πρώτη τυπογραφικὴ ἰδιορρυθμία ἀποτελεῖ τὸ ἀρχικὸ φωνῆεν Ε τῆς δεύτερης στροφῆς, τοῦ ρήματος «ẺΛΕΗΣΕ» δηλαδή, ποὺ εἶναι τυπωμένο μὲ ἕνα κεφαλαῖο τονισμένο Ε. Φέρει τὸ πνεῦμα τῆς ψιλῆς ὄχι ἀριστερὰ πλάϊ του, ὅπως στὴν κοινὴ (τὴ δική μας) γλώσσα, ἀλλὰ ἀπὸ πάνω του, ὡσὰν σκέπη του. Μιὰ δεύτερη τυπογραφικὴ ἰσορρυθμία εἶναι τὸ ἀρχικὸ φωνῆεν Α τοῦ ὑποθετικοῦ συνδέσμου «ΑΝ» τῆς τρίτης στροφῆς, ποὺ εἶναι τυπωμένο μὲ κεφαλαῖο ψηφίο, ἀπολύτως ἄτονο ὅμως, σὲ ἀντίθεση μὲ τὸ ὑπερ-τονισμένο «ẺΛΕΗΣΕ». Μιὰ τρίτη ἰδιορρυθμία εἶναι τὸ μεγάλο τυπογραφικὸ διάστημα, ἡ τεράστια ἀπόσταση ἀνάμεσα στὸ «μας» καὶ στὸ «Κύριε» τῆς δεύτερης στροφῆς. Μὲ συμπαθᾶτε γι᾿ αὐτὰ τὰ ἀναγνωστικά μου ψειρίσματα, ἀλλὰ ἐπειδὴ ξέρω καλὰ τί ἐστὶ ᾿Αρμάος, σᾶς βεβαιώνω πὼς ὁ ἀπολιπὼν παρὼν ἦταν μέγας ψείρας τυπογράφος καὶ κατεπέκταση ἢ κατασυνέπεια ψιλολόγος ποιητής. ῏Ηταν ἱκανὸς νὰ παραμείνει ξάγρυπνος μιὰ βδομάδα, νηστικός, γιὰ μιὰ καὶ μόνο ψιλὴ ἢ δασεία.

Armaos-BiaiesEntyposeisΤὸ σπάσιμο τοῦ ποιήματος σὲ τρεῖς στροφὲς εἶναι μιὰ δεύτερη σιωπηρὴ προτροπὴ τοῦ ποιητῆ, παράλληλη μὲ τὴν ρητὴ προτροπὴ τοῦ πρώτου στίχου «ΣΠΑΣΤΕ τα», ποὺ στὴ σκέψη μου σημαίνει «σπάστε» τὰ λόγια τοῦ ποιήματος καὶ μετὰ διαβάστε τα «σπασμένα». Ποιὸς ὁ σκοπὸς αὐτῆς τῆς διπλῆς προτροπῆς; Μὰ γιὰ νὰ «βγεῖ» ἀπὸ αὐτὸ τὸ διπλὸ βίαιο σπάσιμο «ζωὴ βεβιασμένη», καὶ «ζωή» καὶ «ποίηση ἢ γλώσσα», σὰν προϊόντα βίας. Δηλαδή; «Ζωή» (μὲ κεφαλαῖο Ζ), ἀκούω τὸ Δημήτρη νὰ μοῦ ψιθυρίζει, δὲν εἶναι καθόλου, μὰ καθόλου, μιὰ κατάσταση φυσιολογική, ὁρισμένη καὶ περιορισμένη ἀπὸ τὰ ἐννοιολογικὰ (καὶ κατεπέκταση αἰσθηματικὰ) πλαίσια τοῦ κοινοῦ ὅρου «ζωή». Ξεπερνάει καὶ τὶς πάγιες γνώσεις μας καὶ τὰ ὁρισμένα αἰσθήματά μας καὶ τὶς παραδοσιακὲς ἢ τὶς νεωτεριστικὲς τέχνες μας καὶ τὴ καθιερωμένη γλώσσα μας. Εἶναι ἁπλῶς μιὰ λέξη, μιὰ «συνθήκη» τῆς κοινῆς γλώσσας, «βεβιασμένη»· μιὰ αὐθαιρεσία μας. Εἶναι ἡ συνηθισμένη βία ποὺ ἀσκεῖ πάντα τὸ γνωστικό μας ὄργανο, τὸ μυαλό μας, (γιατὶ ἔτσι λειτουργεῖ), πάνω σὲ κάτι ᾿Επέκεινα, σὲ Κάτι ἔξω καὶ πέραν ἀπὸ τὶς γνωστικές του δυνατότητες, ἀπροσπέλαστο καὶ ἀπερίγραπτο στὴν Οὐσία. ᾿Απὸ αὐτὴ τὴν ἀσύλληπτη Οὐσία (ἀπο)σπᾶμε μὲ τὴ βία ἕνα θραῦσμα καὶ τὸ βαφτίζουμε μὲ ἕνα ὄνομα, μὲ τὴν ἐτικέτα «ζωή».

Μπαίνω τώρα σὲ λεπτομέρειες. «Σπάστε τα» λέει ὁ πρῶτος στίχος. «Ποιά» ἀναρωτιέμαι. «Ποιά» εἶναι αὐτὰ τὰ ἄτονα καὶ ἄγνωστα τῆς ἀόριστης ἀντωνυμίας «τα», ποὺ πρέπει νὰ σπάσουμε, ξαναρωτάω. Οἱ τόνοι ἐδῶ, ἀρχίζω νὰ πιστεύω στὰ ἐπίμονα ψιθυρίσματα τοῦ Δημήτρη, παίζουν ἕναν δικό τους ἄκρως δραματικὸ ρόλο. ᾿Απὸ τὰ ἄτονα καὶ ἀόριστα «τα» βγαίνουν ἀποσπασμένα μὲ τὴ βία καὶ τονισμένα κατεπιταγὴν τῆς συνομολογημένης ὀρθογραφίας δυὸ κομμάτια, δυὸ λέξεις: οἱ δυὸ ὀρθογραφημένες λέξεις «ζωὴ βεβιασμένη». ῎Οχι κάτι φυσικὸ ἢ φυσιολογικό, ἢ κάτι ὁλόκληρο καὶ ἀδιάσπαστο, ἢ κάτι ζωντανό, ἑνιαῖο, ἀκέραιο καὶ ἀκατάτμητο, ἀλλὰ κάτι σπασμένο σὲ δυὸ κομμάτια καὶ ἄρα λειψὰ τὸ ἕνα σὲ σύγκριση μὲ τὸ ἄλλο, σχηματισμένο μάλιστα σὰν θραύσματα τὴν ὥρα ἀκριβῶς τοῦ σπασίματος καὶ ἐξαιτίας τοῦ σπασίματος.

Φίλοι μου, δὲν ξέρω ἂν ἀρχίζετε νὰ καταλαβαίνετε γιὰ τί πράγμα μιλάει ὁ ποιητής. ῾Η ποίηση δὲν εἶναι χῶρος ψυχοσωτήριος καὶ λυτρωτικός. Εἶναι σφαγεῖο, ὅπως λέει ὁ Γιάννης Πατίλης, ἕνας ἄλλος σπουδαῖος ποιητής μας, ἀπὸ ὅπου βγαίνει καταματωμένος ὁ ἀνα-γνώστης, ἀναβαπτισμένος στὸ ἴδιο του τὸ αἷμα. ῍Ας παρακολουθήσουμε λοιπὸν αὐτὴ τὴν ἀναβάπτιση τοῦ ᾿Αρμάου στὸν Παρακλητικό του. Συλλαβίζω τὸν τρίτο στίχο τῆς πρώτης στροφῆς ὅπου ὁ ποιητὴς κάνει λόγο τώρα γιὰ κάποια «αὐγὰ ταπεινῶν». Προφανῶς ὁ τρίτος στίχος ἀναφέρεται καὶ προσδιορίζει τὰ ἄτονα «τα» τοῦ πρώτου στίχου, λέω μέσα μου. Ξεκαθαρίζει ἔτσι τὸ μυστήριο τῆς ἄτονης ἀόριστης ἀντωνυμίας «τα». ῾Η προστακτικὴ «σπάστε τα» ἐννοεῖ ἀκριβῶς τὰ «ἀβγὰ ταπεινῶν», ποὺ πόρρω ἀπέχουν καὶ δὲν ταυτίζονται ἀσφαλῶς μὲ τὸ Πρωτ-᾿Αβγὸ ἀπὸ ὅπου γεννιέται ἡ Ζωή. ῞Ο,τι σπάζουμε λοιπὸν γιὰ νὰ δώσουμε νόημα καὶ μορφὴ στὴ ζωή μας εἶναι μιὰ πράξη βίας πάνω σὲ ἀβγὰ ταπεινά, κατώτερης ἢ δεύτερης ποιότητας· πάνω σὲ ἀβγὰ/λέξεις, ἀπὸ ὅπου γεννιοῦνται μὲ καισαρικὴ ἄλλα παρόμοια ἀβγά: οἱ λέξεις «βεβιασμένη ζωή».

Πολὺ σωστὰ σκέφτομαι. ῞Ομως κάτι μοῦ λέει πὼς ὁ ποιητὴς μιλάει μιὰ διφορούμενη γλώσσα. ῾Η διγλωσσία του μοῦ λέει πὼς «τα» καὶ «ἀβγὰ ταπεινῶν» εἶναι ἕνα καὶ τὸ αὐτό, ἀφοῦ καὶ τὰ ἄτονα «τα» εἶναι μιὰ λέξη, ὅπως λέξεις εἶναι καὶ τὰ «ἀβγὰ ταπεινῶν». Κάτι μὲ τρώει ὅμως. Προσέχω λοιπὸν καὶ πάλι τὸν τυπογράφο ᾿Αρμάο. ᾿Ανάμεσα στοὺς δύο πρώτους στίχους καὶ στὸν τρίτο στίχο (καὶ τῆς πρώτης καὶ τῆς δεύτερης στροφῆς) ὑπάρχει ἕνα ἐπιπλέον διάστιχο. Οἱ τρεῖς στίχοι δηλαδὴ τῶν δύο πρώτων στροφῶν ἀπὸ τυπογραφικὴ ἄποψη παρουσιάζουν μιὰν ἀνισότητα, ἕνα ἄλλο σπάσιμο, αὐτὴ τὴ φορὰ τῆς στροφῆς. Τὸ διάστημα ἀνάμεσα στὸ δεύτερο καὶ τρίτο στίχο εἶναι μεγαλύτερο ἀπὸ τὸ διάστημα ἀνάμεσα στὸν πρῶτο καὶ τὸ δεύτερο στίχο. ῎Ετσι οἱ δύο πρῶτοι στίχοι ἀποτελοῦν μιὰ νοηματικὴ ἑνότητα ποὺ ἀντιδιαστέλλεται ἀπὸ τὸ νόημα τοῦ τρίτου στίχου. ῾Ο λεπτολόγος τυπογράφος καὶ ποιητὴς ἐδῶ, μὲ αὐτὴ τὴν τυπογραφικὴ διάταξη φαίνεται νὰ ξεπερνάει τὴν προηγούμενη λογικὴ ἀνάγνωση. Τὰ «ἀβγά» τώρα μοιάζουν νὰ μὴν ὑποκαθιστοῦν, νὰ μὴ διευκρινίζουν τὰ ἄτονα «τα». Οἱ ἀναγνῶστες δὲν καλοῦνται νὰ σπάσουν «ἀβγά», καὶ μάλιστα «ἀβγὰ ταπεινῶν», γιὰ νὰ βγεῖ ἀπὸ αὐτὰ «βεβιασμένη», «πρόωρη» ἡ ζωή· μία συγκεκριμένη μορφὴ ζωῆς. Τὸ «τα» παραμένει, ἄτονο, ἀπροσδιόριστο, ἀπερίγραπτο καὶ κατεπέκταση ἄψυχο καὶ ἀνυπόστατο, στὴ Σκιὰ τοῦ πρώτου στίχου ἢ σὰν μιὰ Σκιὰ Πρώτης Γραμμῆς· σὰν μιὰν ὀντολογικὴ Σκιά. ῾Υπάρχει σὰ Σκιά, ὄχι σὰν κάτι ὁρισμένο καὶ ὁριστέο. ῾Υπάρχει σὰν αὐτόνομη, ἀόριστη ἀντωνυμία καὶ ὄχι σὰ συγκεκριμένο οὐσιαστικό. ῾Υπάρχει σὲ ἀντιδιαστολὴ μὲ τὰ ἀπομονωμένα στὸν τρίτο στίχο «ἀβγὰ ταπεινῶν».

Τί ἀκριβῶς λοιπὸν ἔχει τώρα στὸ ἀλλοίθωρο μυαλό του αὐτὸς ὁ περίεργος τυπογράφος/ποιητής; Γιὰ μένα, ἕναν πολὺ πονηρεμένο πιὰ καὶ μανιακὸ ἀναγνώστη τοῦ ᾿Αρμάου πλέον, τὸ δεύτερο καὶ βαθύτερο νόημα τῆς πρώτης διπλοσήμαντης στροφῆς ἀρχίζει νὰ ξεκαθαρίζει: Σπάστε, βιάστε τὴν ᾿Ασύλληπτη Οὐσία ποὺ εἶναι κρυμμένη κάτω ἀπὸ τὴν ἀόριστη ἀντωνυμία «τα». ῞Ο,τι θὰ γεννηθεῖ ἀπὸ τὸ σπάσιμο αὐτὸ θὰ εἶναι «ἀβγὰ ταπεινῶν», βεβιασμένα, πεπερασμένα λόγια καὶ μόνο λόγια. ῞Ο,τι λοιπὸν σπάει, ὅ,τι βιάζει ὁ ἄνθρωπος εἶναι τὸ ἀόριστο (= μὴ ὁριστέο) «τα» τῆς ἀόριστης ᾿Οντολογικῆς Σκιᾶς του.

Κι ἐδῶ ἀκριβῶς ὑποκρύπτεται ἡ τραγωδία μιᾶς φρικτῆς καὶ ἀνυποψίαστης ἀντίφασης. Τὰ ἄλεκτα καὶ ἄσπαστα στὴν οὐσία τους «τα» σπάζουν καὶ βιάζονται ἀπὸ τὸ μυαλό μας σὰν λεκτὰ καὶ σπάσιμα, σὰν ἔννοιες, σὰ λέξεις πάντοτε, σὰν «ἀβγὰ ταπεινῶν». Αὐτὴν ἀκριβῶς τὴ φοβερὴ ἀντίφαση, αὐτὴ τὴν τραγωδία ὑπαινίσσεται ἡ τυπογραφία τῶν τριῶν στίχων τῆς πρώτη στροφῆς: Πὼς μολονότι τὰ «τα» ἀντιδιαστέλλονται πάντα ἀπὸ τὰ προϊόντα τους, ἀπὸ τὰ «ἀβγά» τους, τὴν ἴδια ἀκριβῶς στιγμὴ μήτρα καὶ ἀβγὰ εἶναι ἕνα καὶ τὸ αὐτό. ῾Η φυλακὴ τοῦ ἀνθρώπου δὲν ἐπιτρέπει ἀποδράσεις. ῾Ο ἐγκλεισμὸς στὴ φυλακὴ τῶν λέξεων εἶναι ὁ Νόμος τοῦ ἀνθρώπου.

Προσοχὴ καὶ πάλι παρακαλῶ. ῾Η φρασούλα «ἀβγὰ ταπεινῶν», ἀποτελεῖ τὸν τρίτο στίχο τῆς πρώτης στροφῆς, ἀπομονωμένο ἀπὸ τοὺς δύο προηγούμενους. ῞Ο,τι ἐπιπλέον ὑποδηλώνει αὐτὸς ὁ ἀποσπασμένος τρίτος στίχος, εἶναι ὁ κλοιὸς τῆς ἀπομόνωσης: Μόνο «ἀβγὰ ταπεινῶν» ὄντων μποροῦμε νὰ ἀποσπάσουμε μὲ τὴ βία ἀπὸ τὸ ῎Αρρητο, ποὺ κυοφοροῦν ὡστόσο τὸ ῎Αλεκτο χωρὶς ὅμως νὰ μποροῦν νὰ τὸ γεννήσουν. Γιατὶ ὅ,τι γεννοῦν μὲ καισαρική, μὲ τὸ βίαιο σπάσιμο δὲν εἶναι τὸ ῾Υψηλὸ καὶ ᾿Ασύλληπτο, ἀλλὰ ἄλλα ὅμοια ἀβγά, λέξεις ποὺ παράγουν ἕνα πλάσμα ζωῆς, ἕνα εἴδωλο ζωῆς καὶ ὄχι τὴν Αὐθεντικὴ ζωή.

Παίρνω λοιπὸν βαθιὰ ἀνάσα καὶ διαβάζω τὸ δεύτερο «θραῦσμα» τοῦ Παρακλητικοῦ: «ẺΛΕΗΣΕ μας      Κύριε  |  Τὰ παιδάρια  || Ζωγραφίζουμε ἀράχνες». Σὲ ποιὸν Κύριο ἀπευθύνει τὸν παρακλητικό του στίχο ὁ Δημήτρης; ῏Ηταν ἄραγε ἄνθρωπος θρῆσκος; ῍Αν καὶ δὲν τὸ ἀποκλείω, ἐδῶ τουλάχιστον ἄλλο πράγμα ἔχει στὸ μυαλό του ὁ ποιητής. Λέω λοιπὸν ξεκάθαρα πὼς «Κύριος» ἐδῶ εἶναι τὰ προηγούμενα ἄτονα «τα». «Κύριος» εἶναι τὸ ῾Υψηλὸ Θεῖο Πνεῦμα, τὸ Πνεῦμα τῆς Ψιλῆς ποὺ ἵπταται πάνω ἀπὸ τὸ φωνῆεν Ε τῆς παρακλήσεως «ẺΛΕΗΣΕ μας»· τὸ Ψιλὸ (μὲ γιώτα, παρακαλῶ, γιὰ τὰ μέτρα τοῦ ἀνθρώπου) Πνεῦμα. Αὐτὸ ποὺ βρίσκεται μίλια μακριὰ ἀπὸ «μας». Γιατὶ μιὰ ἀβυσσαλέα ἀπόσταση μεσολαβεῖ ἀνάμεσα σὲ «μας» καὶ σὲ Κεῖνο, ὅπως ἀφήνει νὰ ἐννοηθεῖ ἡ ἀβυσσαλέα τυπογραφικὴ ἀπόσταση ἀνάμεσα στὶς λέξεις «μας» καὶ «Κύριε». ᾿Απὸ αὐτὸ ζητάει ἔλεος ὁ ποιητής, γιατὶ δὲν ἔχει αὐταπάτες. Γνωρίζει σὲ βάθος τὸ ἀνθρώπινο δράμα. ᾿Εμεῖς, οἱ ἄνθρωποι ὅλοι, δὲν εἴμαστε παιδιά του, ἀλλὰ παιδάριά του. ῾Ο ὅρος «παιδάρια» λέει τὸ λεξικό, σημαίνει κατὰ συνεκδοχὴν «ἀνθρώπους ἀνόητους». Καρικατοῦρες, ἀστεῖα καὶ ἀνόητα ὄντα εἴμαστε ὅλοι ἐμεῖς, ποὺ μὲ τὸ φωνῆεν μιᾶς λέξεως, μὲ τὴ φωνὴ τῶν λέξεων, μὲ τὰ ἀβγά μας, ἀβγὰ ταπεινῶν παιδαρίων, γεννᾶμε «ζωὴ βεβιασμένη», μιὰ βεβιασμένη τέχνη δηλαδή, τὴν τέχνη τῆς ποίησης/γλώσσας, τὴν τέχνη τῆς ζωγραφικῆς, μιὰ τέχνη ποὺ μιμεῖται ἀποτυχημένα τὴν ἀπροσδιόριστη Οὐσία τῆς ζωῆς, μιὰ τέχνη παμπάλαια καὶ εὔθραυστη, ὅπως παμπάλαιες καὶ εὔθραυστες εἶναι οἱ ἀράχνες, τὰ δίχτια τους, στὶς γωνιὲς τῶν ἐγκαταλειμένων, ἀκατοίκητων καὶ κλειστῶν σπιτιῶν, παγίδες γιὰ μᾶς τὰ παιδιάρια, ποὺ γινόμαστε βορὰ στὸ τέλος τοῦ Ζώου τῆς ᾿Αράχνης/Πνεύματος.

Solomos-ArmaosStoGrafeioTou(Mesologgiou16,27-05-2014)Περνάω τώρα στοὺς δυὸ τελευταίους στίχους τῆς τρίτης στροφῆς. ῾Η παράκληση τοῦ ποιητῆ συνεχίζεται μὲ μιὰν ὑποθετικὴ οὐτοπικὴ ἐρώτηση. «ΑΝ  |  ᾿Αποσύραμε τὴν κεφαλή μας τοῦ ἐμπορίου;», ἂν ἀποφασίζαμε, ἂν μπορούσαμε νὰ ἀποσύρουμε τὴν κεφαλή μας τοῦ ἐμπορίου, ἀναρωτιέται καθὼς προσεύχεται, τί θὰ γινόταν; «Θὰ μᾶς ἐλεοῦσες, Κύριε;» εἶναι ἡ σιωπηρὴ καταληκτικὴ προέκταση αὐτοῦ τοῦ ἐρωτήματος. ῞Ομως ὁ ᾿Αρμάος δὲν εἶναι συνηθισμένο μυαλό. ῍Ας προσέξουμε γιὰ τελευταία φορὰ τὰ λόγια του. Οἱ δύο στίχοι, ὁ πρῶτος μονολεκτικὸς καὶ ὁ δεύτερος πολυλόγος, πρέπει νὰ διαβαστοῦν μὲ δύο τρόπους. Αὐτὴ τὴ διπλὴ ἀνάγνωση ὄχι μόνο ἐπιτρέπουν ἀλλὰ καὶ ὑπαγορεύουν ὑπογείως οἱ δυὸ στίχοι\θραύσματα τῆς τρίτης στροφῆς. α) Οἱ συντάξεις τοῦ ρήματος «ἀποσύρω» μὲ τὴ γενικὴ πτώση «τοῦ ἐμπορίου» καὶ μὲ τὴν αἰτιατικὴ πτώση τῆς «κεφαλῆς μας» εἶναι δηλωτικὲς «καταπτώσεων». Οἱ «πτώσεις» ἐδῶ χρησιμοποιοῦνται καὶ μὲ τὴν ὀντολογική τους ἀπόχρωση. Καὶ ἡ γενικὴ (τοῦ ἐμπορίου) καὶ ἡ αἰτιατικὴ (τὴν κεφαλή μας), στὴ σκέψη τοῦ Δημήτρη, εἶναι δύο γλωσσικὲς καταπτώσεις καὶ μοιραῖα δυὸ (κατα-) πτώσεις τοῦ μυαλοῦ. ῾Η γενικὴ «τοῦ ἐμπορίου», στὴν σύνταξή της μὲ τὸ ρῆμα «ἀποσύρω», χρησιμοποιεῖται «ἐπιρρηματικῶς», ὅπως θὰ ἔλεγε ἴσως ὁ Τζάρτζανος, στὸ σπουδαῖο πόνημά του γιὰ τὴ Νεοελληνικὴ Σύνταξιν. «᾿Αποσύρω τοῦ ἐμπορίου» λοιπὸν σημαίνει «ἀποσύρω ἐκ τοῦ ἐμπορίου». ᾿Απὸ τὴν ἄλλη μεριὰ «κεφαλὴ τοῦ ἐμπορίου» δὲν εἶναι παρὰ δύο πράγματα συνάμα: ἕνα ἐμπορικὸ μυαλό, ποὺ ταυτόχρονα εἶναι καὶ τὸ πραγματικὸ «κεφάλαιο» τοῦ ἐμπορίου. «Αν» λοιπόν, ψελλίζει ὁ ποιητής, ξεκινώντας τὸ τραύλισμά του μὲ αὐτὸ τὸ ἄτονο, ἀμφίβολο, ξεμοναχιασμένο, μετέωρο καὶ ξέπνο «Αν», σὲ ἀντίθεση μὲ κεῖνο τὸ προηγούμενο ἔντονο «ẺΛΕΗΣΕ μας», ἀποσύραμε τὸ Πνεῦμα, ποὺ ἀποτελεῖ τὴν Κεφαλὴ καὶ τὸ πραγματικὸ Κεφάλαιο ὅλων τῶν λογῆς συναλλαγῶν, θὰ ἄλλαζε κάτι; Θὰ μπορούσαμε νὰ ἀπελευθερωθοῦμε ἀπὸ τὶς παγίδες τῶν «πτώσεων» καὶ νὰ γευτοῦμε τὸ νέκταρ τῆς ῾Υπέρβασης; Τὸ ἐρώτημα τοῦ Δημήτρη εἶναι ρητορικό· ἐμπεριέχει δηλαδὴ καὶ τὴν ἀπελπιστικὴ ἀπάντηση. β) Καὶ ἡ ἀπάντηση αὐτὴ γίνεται σαφέστερη ἂν διαβάσουμε τὴ τρίτη στροφὴ σπασμένη· ἂν δηλαδὴ ἀπομονώσουμε καὶ διαβάσουμε τὸ δεύτερο στίχο της αὐτόνομο: «᾿Αποσύραμε <ἄραγε> τὴν κεφαλή μας τοῦ ἐμπορίου;» μὲ ὅσα εἴπαμε καὶ διαβάσαμε στὸ ποίημα ἐτοῦτο; ῎Οχι ἀσφαλῶς ἀφοῦ τὸ μυαλό μας ἦταν αὐτὸ ποὺ πρωτοστάτησε τόσο στὸ στήσιμο τοῦ ποιήματος ὅσο καὶ στὴν προώθηση αὐτοῦ τοῦ ἐμπορικοῦ προϊόντος. Τὸ μυαλό μας κατασκευάζει καὶ ἐμπορεύεται τὰ πάντα· καὶ τὰ ποιήματά του. Κεφάλαιο καὶ Κεφαλὴ λοιπὸν τοῦ ἀνθρώπου εἶναι πάντα ἕνα μικρὸ Μυαλό, ψευδεπίγραφο ἀντίγραφο ἑνὸς ῎Οντος αἰώνιου καὶ ἀσύλληπτου στὴν οὐσία του. Παγιδευμένο πάντα στὴ Γλώσσα, σὲ ἕνα πεποιημένο ἐμπόρευμά του, ποὺ βρίθει ἀπὸ εὔθραυστες ζωγραφιές, ἀπὸ ἀραχνούφαντα δίχτια παιδαρίων, κυοφορούμενο πάντα ἀπὸ ἀβγὰ ταπεινῶν ὄντων. «Πιασμένο» στὰ δίχτια/λέξεις τοῦ ἐμπορίου του, σὲ ἀβγὰ ταπεινῶν πτηνοτροφείων, τὸ αἷμα του κυκλοφορεῖ ἀλλοιωμένο ἀπὸ τὸ χαλασμένο καὶ βρόμιο γλεῦκος αὐτῶν ἀβγῶν/λέξεων. ᾿Εξάλλου ποιὸς ἢ ποιοὶ θὰ ἦταν οἱ «ἐμεῖς», ὅπως ὑπονοεῖ ἡ ὀνομαστικὴ τοῦ πληθυντικοῦ «ἀποσύραμε», ποὺ θὰ μπορούσαμε νὰ ἀποσύρουμε ὅ,τι ἔχει θεσμοθετηθεῖ ἀνέκκλητα, ἀπαρχῆς τοῦ κόσμου; Τὸ ἄτονο, χωρὶς τόνο καὶ πνεῦμα «Αν» τοῦ τυπογράφου, ἀτελὲς καὶ λειψὸ σὰν ὀρθογραφημένη λέξη τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας, ὑποβάλλει τὴ δική του αὐτόνομη σημασία. Εἶναι ἀδύνατη ἡ τέλεια ἀπόδραση εἶναι ὁ δικός του τυπογραφικὸς ὑπαινιγμός.

῾Ο Μικρὸς Παρακλητικὸς τοῦ ᾿Αρμάου εἶναι μιὰ σύνοψη τῆς ὀντολογίας του, ποὺ λέει αὐτὸ καὶ μόνο τὸ ἁπλό: ἡ Ζωὴ ἢ ἀλλιῶς ἡ ᾿Ιδέα τῆς Ζωῆς, ἢ ἀλλιῶς ἡ Συναίσθηση τῆς Ζωῆς ἢ ἀλλιῶς οἱ ᾿Εμπειρίες τῆς Ζωῆς ἢ ἀλλιῶς οἱ ἄπειρες πνευματικές, (καὶ ἐπιμένω στὸν ὅρο «πνευματικές» γιατὶ καὶ οἱ λεγόμενες «σωματικὲς» εἶναι στὴν οὐσία «πνευματικὲς») ἐμπειρίες ποὺ ἀποτελοῦν τὸ περιεχόμενο τοῦ ἀνθρώπινου βίου, εἶναι ἕνα σύνολο Βίαιων ᾿Εντυπώσεων, προϊόντων μιᾶς βεβιασμένης ἀπόσπασης. Δὲν ἦταν, δὲν εἶναι καὶ δὲ θὰ εἶναι ποτὲ ἐκεῖνο τὸ ἀπόλυτα φρέσκο καὶ κρυστάλλινο νερό, ποὺ ἀναβλύζοντας πηγαῖο περνάει ἀτόφιο στοὺς ἀνθρώπινους ἱστούς. ῾Η ῾Ιστορία δὲν ἦταν, δὲν εἶναι καὶ δὲ θὰ εἶναι ποτὲ μιὰ αὐθεντικὴ καὶ ὁλόκληρη ἐμπειρία· ἦταν, εἶναι καὶ θὰ εἶναι ἕνα ἀπόσπασμα, μιὰ βίαιη ἐντύπωση, ἕνα σπάραγμα ἀπὸ κάτι ᾿Επέκεινα τῆς ἱστορίας. ῾Ο ῎Ερωτας δὲν ἦταν, δὲν εἶναι καὶ δὲν θὰ εἶναι ποτὲ μιὰ αὐθεντικὴ καὶ ὁλόκληρη ἐμπειρία, εἶναι καὶ θὰ εἶναι πάντα μιὰ βίαιη ἐντύπωση, ἕνα σπάραγμα, ἕνα βραχύβιο ἀπόσπαμα ἀπὸ κάτι ὁλόκληρο ποὺ παραμένει ᾿Απλησίαστο, ἀσύλληπτο στὴ σκιά· ἀπὸ κάτι ποὺ μᾶς κοιτάει ψυχρὸ καὶ ἀσυγκίνητο καθὼς σπαράζουμε στὰ ἐρωτικὰ κρεβάτια. ῾Η μοίρα τοῦ ᾿Ανθρώπου λοιπὸν εἶναι δεινή. ῾Ο ἄνθρωπος ζεῖ συμβιβασμένος, συνθηκολογημένος μὲ πολέμους, μὲ ἐρωτικὲς σχέσεις, μὲ θεσμοὺς καὶ ἐθνικὲς παραδόσεις, δουλεύοντας σὲ ἐργοστάσια καὶ γραφεῖα, γράφοντας ποιήματα καὶ βιβλία, περιχαρακωμένος στὰ ψεύδη τῆς γλώσσας του, στὶς αὐταπάτες του, ἔχοντας καρφωμένο τὸ ἕνα του μάτι πάντα πρὸς τὸν ἀθέατο ᾿Οφθαλμὸ τοῦ Παλαιοῦ τῶν ῾Ημερῶν, ποὺ στὸ βλέμμα κάθε ταπεινοῦ ἀνθρώπου ὁ ᾿Οφθαλμὸς ἐκεῖνος μοιάζει νὰ ἀλλοιθωρίζει.

Α. Κ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ

 

 

 

 

Οι «Πλανόδιοι» για τον Δημήτρη Αρμάο, 5.6.2015

armaos

Οι Πλανόδιοι
17:00 – 18:00

Η σημερινή μας εκπομπή, 5.6., είναι αφιερωμένη στη μνήμη και το έργο του ποιητή και φιλόλογου Δημήτρη Αρμάου. Για τον Αρμάο συζητούν με τον Κώστα Κουτσουρέλη ο συγγραφέας και δημοσιογράφος Ξενοφών Μπρουντζάκης και ο τυπογράφος και επιμελητής των εκδόσεων Gutenberg Γιάννης Μαμάης.

Μας ακούτε εδώ: http://www.thepressproject.gr/tppradio.php

Τις προηγούμενες εκπομπές μας τις ακούτε από το Αρχείο του TPP:

– 15.5, για τον Στέλιο Ράμφο και τον Παναγιώτη Κονδύλη με καλεσμένο τον Ηλία Παπαγιαννόπουλο

– 22.5. για την ελληνική λογοτεχνία και τη μετάφραση με καλεσμένο τον Νικόλα Κροτσέττι

– 29.5. για τον Γιώργο Ιωάννου