Γιώργος Σεφέρης

Η Αίρεσις του Δεν

IMG_3474_1024x1024

Ἡ Αἵρεσις τοῦ Δέν

του ΙΓΟΥΑΣΑΚΙ ΓΙΑΤΑΡΟ

Γιατί, δὲ θέλω, δὲν μπορῶ, δὲν καταδέχομαι,
ὅσα ἔζησα
τώρα μονάχα ποίηση νά ’ναι
Βύρων Λεοντάρης, Ἡ ὁμίχλη τοῦ μεσημεριοῦ (1959)

 

ΝΑ ’ΤΑΝΕ ΚΑΠΟΙΟΣ νὰ τοῦ χά­ρι­ζε τὸ λυ­τρω­μό… Για­τὶ δὲν μπο­ρεῖ νὰ τὸ ἀρ­νη­θεῖ, μ’ ό­λο του τὸν σε­βα­σμὸ στὴν πα­ρά­δο­ση καὶ στὰ πο­λι­τι­στι­κά της ἐ­πι­τεύγ­μα­τα, τε­λι­κὰ πι­ό­τε­ρο συμ­φω­νοῦ­σε μ’ αὐ­τὰ ποὺ δι­ά­βα­ζε στὴν ὀ­θό­νη τῆς ταμ­πλέ­τας του. Κι αὐ­τὸς, πά­νω ἀ­π’ ὅ­λα, θὰ ἤ­θε­λε, σὰν τὴν πα­ρέ­α τοῦ Μυ­λω­νο­γιά­ννη, «νὰ τρα­γου­δή­σῃ τὸν π ο­ ν ε­ μ έ­ ν ο  ἄ – ν­ θ ρ ω­ π ο στὴν προ­σπά­θειά του νὰ λυ­τρω­θεῖ οἰ­κο­νο­μι­κά, πνευ­μα­τι­κά», για­τὶ ὁ «πο­νε­μέ­νος ἄνθρω­πος» ἔ­τσι σκέ­το κι ἀ­πε­ρι­ό­ρι­στο δὲν τοῦ ’­λε­γε τί­πο­τα… Τί τὸν ἔ­νοια­ζε αὐ­τὸν γιὰ τὶς ἀρ­ρυθ­μί­ες τοῦ Κον­το­μη­νᾶ, ἂν εἶ­ναι ὄν­τως σο­βα­ρὰ ἄρ­ρω­στος ὁ Πού­τιν, πῶς πά­ει ὁ καρκίνος τοῦ Ἐρ­ντο­γάν…

Καὶ στὸ ἄλ­λο θὰ συμ­φω­νοῦ­σε· δὲν εἶ­ναι ἡ ἐ­πο­χή μας γιὰ «τὰ γι­α­ρε­δά­κια, ὁ­ποῦ ’­ναι / καθὼς τὰ προ­σα­νάμ­μα­τα στὴ στιά», ἂν εἶ­ναι τ έ­ τ ο ι α  ἐ­ π ο­ χ ὴ νὰ τὴν κοιτ­τᾶς μέ­σα ἀ­πὸ τὸ μο­νὸ­κλ τοῦ κυ­ρί­ου Μα­λα­κά­ση… Κι ἂν ἦ­ταν νὰ κά­νῃ ἐ­πι­τέ­λους μιὰν ἐ­ξαί­ρε­ση, ἂς τὴν ἔκα­νε γιὰ κεῖ­νο τὸ γι­α­ρε­δά­κι τοῦ Μι­χά­λη Κα­τσα­ροῦ στῶν κλε­φτῶν τὴ μά­ζω­ξη, καὶ τ’ ἄλ­λο τοῦ Τρελ­λο­σκα­ρίμ­πα πα­ρέ­α μὲ τὸν Κύ­ριο τοῦ Τζάκ, ὅ­ταν ἀ­ψη­λώ­νου­νε τὰ με­ρά­κια καὶ γένων­ται δα­χτυ­λι­δά­κια οἱ κα­η­μοί!…

ΛυτρωμόςΝὰ ’ρ­χό­τα­νε, λέ­ει, κά­ποι­ος, καὶ νὰ τοῦ χά­ρι­ζε τὸ Λυ­τρω­μό !… Τί ψυ­χὴ εἶ­χε – ἑ­φτὰ τεύ­χη ὅλα κι ὅ­λα πρὶν τὴν ἄ­δο­ξη κα­τά­λη­ξη, Δε­κέμ­βρη τοῦ ’33… Κι ἂς εἶ­χε ὅ­λες τὶς φθο­ρὲς τοῦ χρό­νου στὸ πε­τσί του! Κι ὅ­λη αὐ­τὴ τὴ φα­γω­μά­ρα τῶν τρο­τσκι­στῶν μὲ τὴν προ­λε­τα­ρια­κὴ ὀρ­θο­δο­ξί­α μέ­σα στὶς ἴ­δι­ες τὶς σε­λί­δες του… Κι ἂς λοι­δω­ρού­σα­νε ἔ­τσι ἄ­σπλα­χνα τὸν Κρισνα­μοῦρ­τι! Κι ἂς βάλ­θη­καν νὰ ψα­λι­δί­σου­νε τὰ φτε­ρὰ τῶν μα­ραμ­ποῦ τοῦ Καβ­βα­δί­α γιὰ νὰ δο­ξά­σουν ἕ­ναν φτω­χὸ δε­κα­εν­νι­ά­χρο­νο ψα­ρὰ ὀ­νό­μα­τι Φώ­τη Ἀγ­γου­λέ, ποὺ ἀ­π’ τὰ χα­ρά­μα­τα δι­α­λα­λοῦ­σε τὴν ψα­ριά του, μο­σχο­βο­λών­τας θά­λασ­σα καὶ λα­κέρ­δα – ἐ­κεῖ στὴ Χιὸ ὅ­που ζοῦ­σε!…

Τὸ ἔ­νι­ω­θε: ἡ ἄρ­νη­σή τους ἦ­ταν ἡ πλη­γω­μέ­νη τους ἀ­ξι­ο­πρέ­πεια· ἡ ἀ­στι­κὴ ἀ­νυ­πο­λη­ψί­α, τὰ πε­νι­χρά τους μέ­σα, τρο­φο­δο­τοῦ­σαν τὴν ὑ­πε­ρή­φα­νη ἀ­κα­τα­δε­ξιά τους, τὴν ἴ­δια ὥ­ρα ποὺ ἄλ­λοι σκί­πη­δες στρῶ­ναν κα­ρι­έ­ρες… Φτω­χὰ, ἀ­σπού­δα­χτα παι­διά, ψυ­χὲς εἰ­κο­σά­χρο­νες φαρμα­κω­μέ­νες ποὺ ἡ πι­στο­λιὰ τοῦ Κα­ρυ­ω­τά­κη σκό­τω­σε μέ­σα τους διὰ παν­τὸς τὸν Μπατα­ριᾶ, καὶ τώ­ρα θέ­λα­νε νὰ θυ­μί­σουν «στοὺς με­φι­στο­φε­λι­κοὺς ὀ­πα­δί­σκους τῆς καρλαϋ­λι­κῆς ἀ­ε­ρο­λο­γί­ας καὶ στὴν ποί­η­ση», ὅ­πως λέ­γαν, πὼς εἶ­χε φτά­σει πιὰ ἡ ὥ­ρα τῆς ὁρι­στι­κῆς τους κα­τα­δί­κης, τοῦ λυ­τρω­μοῦ ἡ ὥ­ρα…

Τὸ μό­νο ποὺ κα­τα­φέρ­να­νε ἦ­ταν νὰ χα­λᾶ­νε τοὺς στί­χους τους:

Στὸ πρόσωπό σου τὸ χλωμὸ γροικῶ τὴν ἀγωνία
πὤχει ἡ καρδιά σου, ἀλήτη μου, τὸν πόνο τὸν κρυφό…
Καὶ βλαστημῶ μουτζώνοντας τὴ γύρω κοινωνία,
μ’ αὐτά της τ’ ἄθλια ξόανα τοὺς δῆθεν «κομιλφώ!»

 

ἀλ­λὰ κι ἔ­τσι χα­λα­σμέ­νοι ἤ­τα­νε πι­ό­τε­ρο ἀ­λη­θι­νοί, καὶ λέ­γα­νε, καὶ γιὰ τοὺς ἴ­διους καὶ γιὰ τὸν κό­σμο γύ­ρω τους ποὺ τοὺς πλή­γω­νε, πε­ρισ­σό­τε­ρα καὶ πιὸ ἀ­λη­θι­νά! (Γι’ αὐτὸ τὸ τάχα «ὡραῖο», τὸ ἐντὸς εἰσαγωγικῶν, ποὺ «νευρίαζε» τὸν ἀστὸ ποιητὴ Γ.Σ. καθὼς κατσάδιαζε, γι’ ἀκόμη μιὰ φορά, τώρα καὶ στὸ χαρτί, τὸν νιόπαντρο Ἀγγουλὲ ἐκείνη τὴν Κυριακή, 30 τοῦ Γενάρη τὸ ’44 στὴν Αἴγυπτο…) Για­τὶ ἔ­τσι κα­θὼς μου­τζώ­να­νε τοὺς ἄλ­λους, τὴν κοινωνί­α καὶ τὸν ἄ­δει­ο οὐ­ρα­νό, βγαί­να­νε ἀ­πὸ τὸ ἀ­πυ­ρό­βλη­το τῆς ψεύ­τι­κης εὐ­πρέ­πειας μου­τζώ­νον­τας τὸν ἴ­διο τους τὸν ἑ­αυ­τό, ὅ­πως σὲ κεί­νους τοὺς σπα­ρα­κτι­κοὺς στί­χους τοῦ Ζώ­η Μά­να­ρη, σα­ράν­τα χρό­νια, ἕ­ναν πό­λε­μο κι ἕ­ναν ἐμ­φύ­λιο με­τά:

μακροσκελῆ Ζώη Μάναρη,
ποὺ βρέχεσαι στὰ καρροτσάκια,
μουτζώνοντας ἀνάσκελα τὸν οὐρανό!
Φώναξες, μὰ ἡ κραυγή σου ἦταν ἀπὸ χαρτί
καὶ δὲν ἄγγιξε τίποτα!…

 

Ἂν ὑ­πάρ­χει μιὰ αἰ­σθη­τι­κὴ τῆς κραυ­γῆς, αὐ­τὴ ἔ­χει νὰ κά­νῃ πρὶν ἀ­π’ ὅ­λα μὲ ἐ­ρεί­πια. Θυμᾶται τέ­λη τῆς δε­κα­ε­τί­ας τοῦ ἑ­ξήν­τα ἕ­ναν σκο­τει­νὸ ἄν­θρω­πο. Κον­τὸ μὲ ζα­ρω­μέ­νο δέρμα καὶ μαῦ­ρα μά­τια ποὺ λάμ­πα­νε βα­θειὰ στὶς κόγ­χες… Τὸν εἶ­χε συ­ναν­τή­σει ἕ­να μεσημέ­ρι στὴν στο­ὰ τοῦ πα­λιοῦ Εἰ­ρη­νο­δι­κεί­ου. Βα­στοῦ­σε μιὰ φθαρ­μέ­νη δερ­μά­τι­νη τσάντα γε­μά­τη δι­κό­γρα­φα. Μα­ζὶ μὲ μιὰ δι­κή του συλ­λο­γὴ τοῦ εἶ­χε χα­ρί­σει κι ἕ­να βι­βλί­ο τοῦ Κρί­τω­να Ἀ­θα­να­σού­λη. Τοῦ ἔ­μει­νε στὴ μνή­μη για­τὶ ἦ­ταν ἡ μέ­ρα ποὺ θὰ λεῖ­παν οἱ δι­κοί της στὴν Κρή­τη, κι ἔ­τσι αὐ­τὸς θὰ κοι­μό­τα­νε στὸ σπί­τι της… Στὸ λε­ω­φο­ρεῖ­ο γιὰ τὸν Κορυδαλ­λὸ τῆς δι­ά­βα­ζε:

Τώρα ποὺ τρώει ἡ ἀγωνία τὸ πρόσωπο τῆς γῆς,
τί νὰ διαλὲς τὰ λόγια σου, τί νὰ προσέχῃς,
πῶς γίνεται καλύτερα νὰ πῇς τὴν λέξη ἀπελπισία;…
 
Γι’ αὐτὸ κι ἡ τέχνη μου ἔτσι ἀτημέλητη
φαντάζει,
μοιάζοντας μὲ τὴ φριχτὴ γυναίκα ὅπου πετιέται
μισόγυμνη ἀπ’ τὸ σπιτικὸ ποὺ καίεται
στοὺς δρόμους.
Ποιός ἔχει νοῦ νὰ πάρῃ ἀπ’ τὸ συρτάρι του
βραχιόλια καὶ μαλάματα,
νὰ στολιστῇ μ’ αὐτὰ κι ἀπὲ νὰ ξεχυθῇ
μὲς στὰ στενὰ φωνάζοντας βοήθεια!

 

Ἀλ­λὰ τώ­ρα ποὺ τὸ ξα­να­σκε­φτό­ταν, ἴ­σως νὰ εἶ­χε δί­κιο κι ὁ Ἀρ­γυ­ρί­ου ποὺ τοὺς κα­τα­λό­γι­ζε ἀ­δυ­να­μί­α νὰ στή­σου­νε ἀν­τί­λο­γο ἀ­πὸ ἔλ­λει­ψη παι­δεί­ας, μὲ τὰ φτωχὰ μαρξιστικά τους νὰ τὰ βάλουν μὲ τὸν συγκροτημένο κι ἐν Παρισίοις σπουδαγ­μένο συνομήλικό τους Πηνιάτογλου… Ὅ­ταν, ὅ­μως ἔ­φτα­σε στὸ τεῦ­χος 3 καὶ ἄρ­χι­σε νὰ δι­α­βά­ζει τὸ σχό­λιό τους «Κα­τά­πτω­ση!» δὲν μπό­ρε­σε νὰ μὴν χα­ρεῖ τὸ κρι­τι­κό τους θάρ­ρος, κι ἔ­πε­σε σὲ ἡ­δο­νι­κὴ ἀνά­γνω­ση ποὺ στὴν πο­ρεί­α της τοῦ προ­κά­λε­σε ἀ­νά­λο­γους σύγ­χρο­νους συ­νειρ­μούς:

Ἀ­πὸ τὸ Βό­λο μᾶς στεί­λα­νε μιὰν ἐ­φη­με­ρί­δα, τὴ «Λα­ϊ­κὴ Φω­νή», ἀ­πὸ τὸ χρο­νο­γρά­φη­μα τῆς ὁ­ποί­ας, μὲ ὑ­πο­γρα­φὴ Ἄ­θως Τριγ­κώ­νης, ἀν­τι­γρά­φου­με τὰ ἑ­ξῆς δι­α­σκε­δα­στι­κά, μὰ καὶ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ τοῦ δι­α­νο­η­τι­κοῦ ξε­πε­σμοῦ τῶν λο­γί­ων μας:

«Στὴν Ἀ­θη­να­ϊ­κὴ “Ἑ­στί­α” τῆς Τρί­της 18ης Ἰ­ου­λί­ου, ὁ με­γά­λος μας ποι­η­τὴς κύ­ριος —ὁ­λο­γρά­φως— Σκί­πης, δη­μο­σι­εύ­ει ἕ­να ἄρ­θρο “του” γιὰ τὸν Νορ­βη­γὸ συγ­γρα­φέ­α Μπγι­έν­ρσον, τὸ ὁ­ποῖ­ον εἶ­ναι παρ­μέ­νο, μὲ τὸν τί­τλο του μα­ζύ, ἀ­πὸ τὸ Γαλ­λι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ “Φι­λο­λο­γι­κὰ Νέ­α” τῆς 3ης Δε­κεμ­βρί­ου 1932 (σε­λί­δες 6η, στῆ­λες 4η καὶ 5η). Ἀ­πὸ τὴ με­τά­φρα­ση αὐ­τὴ λεί­πουν με­ρι­κὰ κομ­μά­τια ποὺ ἀ­να­φέ­ρον­ται εἰ­δι­κῶς στοὺς Γάλ­λους καὶ ποὺ ἀ­ναγ­κά­σθη­κε ἢ νὰ πα­ρα­λεί­ψει ἢ νὰ τὰ με­τε­τρέ­ψει ὁ κύ­ριος Σκί­πης, γιὰ νὰ μὴν τὸν πι­ά­σου­νε στὰ πράσ­σα. Λεί­πει ἐ­πί­σης ἀ­πὸ τὸ ἄρ­θρο αὐ­τὸ τὸ ὄ­νο­μα αὐ­τοῦ ποὺ τὄ­γρα­ψε γαλ­λι­κά, τοῦ κ. —μὲ μι­κρὸ κ— Ζὰν Λε­σκοφ­φι­ὲ καὶ ἀντ’ αὐ­τοῦ ἔ­χει μπεῖ φαρ­δειὰ πλα­τειὰ τὸ ὄ­νο­μα τοῦ με­γά­λου Ἕλ­λη­να ποι­η­τῆ Σω­τή­ρη Σκί­πη, ὁ ὁ­ποῖ­ος πα­ρου­σιά­ζει ἔ­τσι τὴν ξέ­νη σο­φί­α γιὰ δι­κιά του.»

Ἐ­μεῖς δὲν ξέ­ρου­με τί νὰ πρω­το­θαυ­μά­σου­με σ’ ὅ­λην αὐ­τὴ τὴν ὑ­πό­θε­ση ὕ­ψους καὶ κα­τά­πτω­σης. Ὕ­ψους θρά­σους καὶ ἀ­ναί­δειας καὶ κα­τά­πτω­σης ἠ­θι­κῆς καὶ δι­α­νο­η­τι­κῆς. Νὰ θαυ­μά­σου­με τὸ με­γά­λο μας ποι­η­τῆ, τὸν ὑ­πο­ψή­φιο Ἀ­κα­δη­μα­ϊ­κό, ποὺ ἕ­ναν και­ρό, ἂν ὄ­χι καὶ τώ­ρα, ἐ­ρω­το­τρο­ποῦ­σε καὶ μὲ τό… Νόμ­πελ!, τὴ δι­α­νο­η­τι­κό­τη­τα αὐ­τῶν ποὺ τὸν δι­α­βά­ζουν καὶ τὸν θαυ­μά­ζουν κι­ό­λας (ὑ­πάρ­χουν τέ­τοι­οι ἄν­θρω­ποι!) ἢ τὴ στά­ση τῶν με­γα­λό­σχη­μων δι­α­νο­ου­μέ­νων μας, πού, μ’ ὅ­λο ποὺ θἄ­πε­σε σί­γου­ρα στὴν ἀν­τί­λη­ψή τους ἡ πα­ρα­πά­νω ἀ­χα­ρα­χτή­ρι­στη πρά­ξη τοῦ συ­να­δέλ­φου τους, ἀ­φί­νον­τας ἕ­να νέ­ο ἀ­π’ τὴν ἐ­παρ­χί­α —τι­μή του— νὰ τοῦ πε­τά­ξει τὴ λε­ον­τή!…

καὶ κα­λο­τύ­χι­σε τὸν ἑ­αυ­τό του ποὺ ἀν­τὶ νὰ ἔ­χῃ τὸ πορ­τραῖ­το του κρε­μα­σμέ­νο μα­ζὶ μὲ τοὺς ἄλ­λους «με­γά­λους» στὰ γραφεῖα τῆς Νε­φέ­λης, θυ­μᾶ­ται ἀ­κό­μη τὸ «ποι­η­μα­τά­κι» τοῦ Σακελλά­ρη Καμ­πού­ρη ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γή του μὲ τὸν ση­μα­δια­κὸ τί­τλο Ἡ Αἵ­ρε­σις τοῦ Δέν :

Φτιάξτε
τὰ πορτραῖτα τῶν ποιητῶν
γιὰ
νὰ βλέπετε μετὰ ἀπὸ χρόνια
ποιοί μαλάκες
ἦταν
πιὸ ρεαλιστὲς
ἀπὸ σᾶς

 

[Ἐκ τοῦ Ἰ­α­πω­νι­κοῦ / Τρι­το­πρό­σω­πες Ἡ­με­ρο­λο­για­κὲς Ση­μει­ώ­σεις]

Ιβασάκι

ΙΓΟΥΑΣΑΚΙ ΓΙΑΤΑΡΟ

Advertisements

Δύο φίλοι

 ΓΕΩΡΓΉ ΒΙΒΛΊΟ.  ~

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Την 24η Ιουλίου 1974 ο Γιώργος Σεφέρης δεν πρόφτασε να τη ζήσει. Είχε προηγηθεί ο θάνατός του, στις 20 Σεπτεμβρίου 1971. Όμως στον αγώνα για την αποκατάσταση της δημοκρατίας, η συμμετοχή του υπήρξε διαρκής, πολύπλευρη και αταλάντευτη. Το αργότερο από το 1969, όπως σημειώνει ο βιογράφος του, ο Σεφέρης «βρίσκεται πλέον στο επίκεντρο κάθε λογοτεχνικής διαμαρτυρίας κατά του καθεστώτος.»

Απ’ τα ποικίλα επεισόδια αυτής της συμμετοχής, γνωστά στο ευρύτερο κοινό είναι μόλις δύο: η περίφημη δήλωση του ποιητή στο ΒΒC στις 28.3.1969, που βρήκε παγκόσμια απήχηση, και η συμβολή του στη συλλογική αντιστασιακή έκδοση Δεκαοχτώ Κείμενα τον Ιούλιο του 1970. Δεν είναι όμως τα μόνα. Όπως δεν είναι ευρέως γνωστός, ο ρόλος που διαδραμάτισε όλη αυτή την περίοδο στο πλευρό του Σεφέρη ο, έμπιστος φίλος του, Στρατής Τσίρκας.

Ήδη από το 1967 ο Σεφέρης είχε πάρει τη διπλή απόφαση: Να μείνει στην Ελλάδα («Μού λένε να φύγω; Να πάω πού; Δεν μπορώ άλλο την προσφυγιά. Εδώ θα μείνω με τους ανθρώπους που μιλούν τη γλώσσα μου, σ’ αυτό το τοπίο που δεν μπορώ πια να τ’ αποχωριστώ.»)· και να σιωπήσει εκδοτικά («Έπειτα από τα καμώματα της 21ης του Απρίλη, πήρα την απόφαση να μην τυπώνω πια στην Ελλάδα όσο βασιλεύει η λογοκρισία»).

Ειδικά αυτή η τελευταία απόφαση του Σεφέρη δεν έμεινε χωρίς συνέπειες. Όπως σημειώνει ο Γιώργος Γεωργής στο πρόσφατο, εξαίρετο, βιβλίο του Η συνάντηση Στρατή Τσίρκα – Γιώργου Σεφέρη. Μια φιλία που βράδυνε (Καστανιώτης, 2016, όθεν και όλα τα εδώ παραθέματα), η εθελούσια αποχή του Σεφέρη από την εκδοτική δραστηριότητα «φαίνεται ότι έγινε γνωστή μέσω του Τσίρκα σ’ έναν ευρύ κύκλο Ελλήνων ποιητών και συγγραφέων που ακολούθησαν την ίδια πρακτική. Η πατρότητα της ιδέας για σιωπή των συγγραφέων φαίνεται όμως ότι ανήκει στον Τσίρκα».

Στο ιστορικό της πολυκύμαντης σχέσης αυτών των τόσο διαφορετικών μεταξύ τους ανθρώπων, που με τεκμηριωμένο όσο και τερπνό τρόπο φιλοτεχνεί, ο Γεωργής μας δείχνει πώς ο Τσίρκας με τις συγκινητικές φροντίδες του σταθερά ενθαρρύνει και παρακινεί τον πρεσβύτερο φίλο του, τον οποίο τόσο αγαπούσε και θαύμαζε, στις δημόσιες τοποθετήσεις του εκείνα τα δύσκολα χρόνια. Και να σκεφτεί κανείς, ότι η σχέση των δύο ανδρών είχε ξεκινήσει τριάντα χρόνια πριν, επί Κατοχής, με μια δημόσια αντιπαράθεση!

tsirkas002Έτσι, στις 18.12.1970, Σεφέρης και Τσίρκας και συνολικά 28 συγγραφείς και καλλιτέχνες από όλο το πολιτικό φάσμα, από τη δεξιά ώς την αριστερά, πράγμα ώς τότε πρωτοφανές (ανάμεσά τους οι Ρίτσος, Θεοδωράκης, Σινόπουλος, Χάκκας, Βαλτινός, Κουμάντος, Συνοδινού, Σαμαράκης κ.ά.) συνυπογράφουν τηλεγράφημα συμπαράστασης προς τους Καταλανούς διανοουμένους και καλλιτέχνες (μεταξύ τους οι ζωγράφοι Μιρό και Τάπιες, η συγγραφέας Ματούτε κ.ά.) που σε ένδειξη διαμαρτυρίας προς το φρανκικό καθεστώς είχαν εγκλειστεί συμβολικά στο ιστορικό Αβαείο του Μονσεράτ.

Στις 23.3.1971, και με αφορμή την συμπλήρωση των 150 ετών της Επανάστασης, οι δύο φίλοι και άλλοι 131 συγγραφείς, καλλιτέχνες και διανοούμενοι, και πάλι απ’ όλο το πολιτικό φάσμα, συνυπογράφουν διακήρυξη για τον «αληθινό χαρακτήρα» και το «ιδεολογικό περιεχόμενο» του Ξεσηκωμού: «Αποτελεί θεμελιώδη υποθήκη του ’21, εκφρασμένη στα συνταγματικά κείμενα του αγωνιζόμενου Ελληνισμού ότι ένα έθνος τότε μόνο μπορεί να είναι αληθινά ελεύθερο, όταν είναι ελεύθεροι όλοι οι πολίτες του».

Τέλος, στις 9.7.1971, ο Γιώργος Σεφέρης σε κείμενό του στον Figaro Literraire για την εκατοστή επέτειο των γενεθλίων του Μαρσέλ Προυστ κλείνει την αναφορά του στον Γάλλο μυθιστοριογράφο καταγγέλλοντας τη φυλάκιση του μεταφραστή του στην Ελλάδα, Παύλου Ζάννα, από το απριλιανό καθεστώς. Και αυτό το κείμενο, ο ποιητής το είχε συζητήσει προηγουμένως με τον φίλο του. Όπως θυμάται ο ίδιος ο Τσίρκας στο κείμενο με το οποίο τον Σεπτέμβρη του 1971 αποχαιρέτησε από τις στήλες του Βήματος τον Σεφέρη:

Πρώτη του Ιούλη, δειλινό, είκοσι περίπου μέρες πριν να μπει στον Ευαγγελισμό. Απ’ το γραφείο του περάσαμε στην πλακόστρωτη αυλή που τη χωρίζει μια μεγάλη τζαμωτή πόρτα, τις πιο πολλές φορές κλειστή, όταν δούλευε. Καθίσαμε γύρω από το χαμηλό τραπέζι, εκείνος με τη ράχη στη δύση κι εγώ κάπως αντικριστά του. Σχολίαζε αργά ένα κείμενό του στα γαλλικά για τα εκατό χρόνια του Μαρσέλ Προυστ […]

Χαμήλωσα και πάλι τα μάτια στο κείμενο. Τώρα μιλούσε για το μεταφραστή του «Αναζητώντας», το φίλο του και φίλο μου, τον αγαπημένο μας και φυλακισμένο Παύλο Ζάννα. «Για κοίτα», έλεγα μέσα μου, «το κείμενο για τον Προυστ το έγραψε μόνο και μόνο για να θυμίσει στον κόσμο τη μοίρα του Παύλου. Αυτή η σκέψη, αυτή η αγωνία για τους φυλακισμένους, δεν τον αφήνει, του σκάβει τη ζωή».

Έγραψα ήδη, ξετυλίγοντας το συναρπαστικό νήμα της εξιστόρησης του Γ. Γεωργή για τη σχέση των δύο ανδρών, ότι η φιλία του Γιώργου Σεφέρη και του Στρατή Τσίρκα είχε ξεκινήσει απρόοπτα: με μια δημόσια αντιδικία. Τον Μάιο του 1942, σε σημείωμά του σε περιοδικό της Αλεξάνδρειας, ο Τσίρκας παρουσιάζει την έκδοση των καλβικών Ωδών, που είχε μόλις κυκλοφορήσει στην Αίγυπτο, σχολιάζοντας επικριτικά το εισαγωγικό κείμενο του Σεφέρη. seferiΕίναι η εποχή, θυμίζω, μεσούντος του Πολέμου, όπου ο διπλωμάτης Γεώργιος Σεφεριάδης, ακολουθεί την εξόριστη ελληνική κυβέρνηση στις περιπέτειές της, περιπλανώμενος προσωπικά μεταξύ Κρήτης, Καΐρου, Αλεξάνδρειας, Πρετόριας και Ιεροσολύμων. Εκεί άλλωστε, στην Ιερουσαλήμ, όπου και οι δυο τους είχαν καταφύγει προσωρινά εμπρός στον κίνδυνο του προελαύνοντος Ρόμελ, αναφέρει ο Τσίρκας ότι είδε τυχαία τον Σέφερη για πρώτη φορά («είχε έρθει με τη γυναίκα του και έβγαινε απ’ το ελληνικό προξενείο»).

Οι ενστάσεις του Τσίρκα για τη σεφερική ανάγνωση του Κάλβου είναι τόσο πολιτικές όσο και αισθητικές· έχουν τις καταβολές τους στη χρόνια ήδη τότε διαμάχη μεταξύ στρατευμένης και καθαρής ποίησης, και ως τέτοιες διατηρούν την επικαιρότητά τους ώς σήμερα. «Ο πρόλογος» του Σεφέρη, αναγνωρίζει ο Καϊρινός συγγραφέας, ταγμένος ήδη από τότε στους κόλπους της μάχιμης αριστεράς, ασφαλώς

αποτελεί πολύτιμη συμβολή στη μελέτη του έργου του Κάλβου από αισθητικής και γλωσσικής απόψεως και θα είναι εντρύφημα για τους, δυστυχώς, ευάριθμους καλβολάτρες. Η γνώμη μας όμως, είναι πως η εκλογή της μελέτης αυτής από τους εκδότες για να παρουσιασθεί μια έκδοση που έχει χαρακτήρα λαϊκό, δεν ήταν πετυχημένη. Ούτε συμβιβάζεται με το σκοπό που βάλανε στον εαυτό τους οι Νεοαλεξανδρινοί: Να γνωρίσουν δηλ. πλατύτερα «το ιδανικό που εμψυχώνει την Ελλάδα στην ηρωϊκή της θυσία που ήταν και ιδανικό του Κάλβου.» Για τα ιδανικά του Κάλβου δεν γίνεται σχεδόν καθόλου λόγος στον πρόλογο. Τίποτα για το καθαρά διανοητικό του πάθιασμα για τη λευτεριά, τη δικαιοσύνη, τη δημοκρατία, την κοινωνική αρετή, την Ελλάδα

Με αυτό το κριτήριο, συνεχίζει ο Τσίρκας,

η μελέτη του κ. Σεφέρη μοιάζει μάλλον με βαθυστόχαστη προσπάθεια να δικαιολογήσει στα μάτια των οπαδών της «άδολης ποίησης» μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται και ο ίδιος, τη διγλωσσία και την πατριωτική ποίηση του Κάλβου […]

Σαν εισαγωγή σ’ ένα έργο όπου ακούγεται ο Ωκεανός να μουγκρίζει μ’ όλη του την υδάτινη έξαρση, όπου νιώθεις το Χρόνο που

Περιτρέχει την θάλασσαν
Και την γην όλην

να σ’ αγγίζει με τα κοκκαλιάρικά του δάχτυλα, όπου σε καψαλίζει η λάβα όλων των ευγενών μετάλλων που λιώνουν κάτω από την αξεδίψαστη διανοητική φλόγα του αδιάλλαχτου ιδεαλιστή, μας δίνει ένα χαμηλόφωνο μονόλογο αισθητικού ταχυδακτυλουργού σε βραχμάνικο χρυσελεφάντινο ναΐσκο.

Και μόνο η τελευταία αυτή φράση, φράση βγαλμένη από πέννα θα λεγε κανείς ήδη σπουδαίου και κατασταλαγμένου παρά τη νεότητά του κριτικού (ο Τσίρκας δεν έχει κλείσει όταν γράφεται τα 31 του χρόνια), αρκεί νομίζω για Γιώργος Γεωργήςνα εξηγήσει την έντονη δυσφορία που προκάλεσε στον -έντεκα χρόνια μεγαλύτερό του- Σεφέρη το κείμενό του. Από την αλληλογραφία του με τους Αλεξανδρινούς φίλους του Παναγιωτόπουλο και Μαλάνο, μαθαίνουμε ότι για ένα διάστημα ερωτοτρόπησε με την ιδέα να απαντήσει προσωπικά στον Τσίρκα, για τον οποίο ζητεί μάλιστα από τον δεύτερο διά του πρώτου πληροφορίες («Ρώτησε τον Τίμο ποιος είναι αυτός ο τύπος και αν αξίζει να τον περιλάβω.»)

Στο τέλος, όπως σημειώνει ο Γεωργής, «θα επιλέξει την προσωρινή αποσιώπηση του θέματος». Θα επανέλθει σ’ αυτό, έναν χρόνο μετά, εμμέσως και παρεμπιπτόντως, στην πολύκροτη ομιλία του για τον Μακρυγιάννη, στο «Ριάλτο» της Αλεξάνδρειας στις 6 Μαΐου 1943. Και έχοντας τον ίδιο τον Τσίρκα στο ακροατήριο να τον ακούει…

ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ