Γιώργος Πινακούλας

Τάκης Κουφόπουλος (1927-2019)

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΠΙΝΑΚΟΥΛΑ

Στις 3 Σεπτεμβρίου 2019 έφυγε απ’ τη ζωή αθόρυβα, όπως αθόρυβα έζησε, ένας σπουδαίος άνθρωπος των γραμμάτων, ο Τάκης Κουφόπουλος. Ο Κουφόπουλος γεννήθηκε το 1927 στην Αθήνα. Σπούδασε πολιτικός μηχανικός και άσκησε το επάγγελμα όλη του τη ζωή. Στα γράμματα εμφανίστηκε το 1956 με το διήγημα «Η θητεία», που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Νέα Πορεία. Ακολούθησαν οι συλλογές διηγημάτων Μικρές σύγχρονες ιστορίες (1959) και Η οδός (1962). Συμμετείχε στα Δεκαοχτώ κείμενα (1970) με το διήγημα «Ο ηθοποιός», όπως και στα Νέα κείμενα 2 (1971) με δύο ποιήματα. Το 1973 κυκλοφόρησε η συλλογή διηγημάτων του Εκδοχές και το 1980 η νουβέλα Απόλογος. Από τότε και μέχρι το θάνατό του απείχε από την εκδοτική αγορά. Στο εξής έγραφε τα βιβλία του σε υπολογιστή ο ίδιος, τα κυκλοφορούσε εκτός εμπορίου σε λίγα αντίτυπα που τύπωνε μόνος του και, όταν πια δόθηκε η δυνατότητα, τα ανέβαζε δωρεάν στο ίντερνετ, ώστε να είναι προσιτά σε όλους. Στην προσωπική του ιστοσελίδα (www.takiskoufopoulos.net), μπορεί όποιος το επιθυμεί να διαβάσει σχεδόν όλο του το έργο. Τελευταίο του βιβλίο ήταν και πάλι μια συλλογή διηγημάτων, τα Ψήγματα, που δημοσίευσε πέρυσι (2018), και το οποίο προαισθανόταν πως θα ’ναι το τελευταίο του.[1]

Εκτός απ’ το πρωτότυπο συγγραφικό του έργο, ο Κουφόπουλος έχει επίσης μεγάλο μεταφραστικό, δοκιμιακό και φιλολογικό έργο. Μεταξύ άλλων μετέφρασε την Τετάρτη των Τεφρών και τα Τέσσερα κουαρτέτα του Έλιοτ, μέρος των Στρωματέων του Κλήμη Αλεξανδρέα, το Περί φύσεως του Παρμενίδη, μια επιλογή απ’ τους Ψαλμούς, την πρώτη ραψωδία της Ιλιάδας, δύο κοντάκια του Ρωμανού Μελωδού, αποσπάσματα του Ηράκλειτου. Έγραψε δοκίμια για διάφορα θέματα, που εκτείνονται από παρατηρήσεις πάνω στο έργο του Ηράκλειτου μέχρι ειδικά θέματα γλωσσολογίας. Τέλος, συνέταξε λεξιλόγια της Καινής Διαθήκης και του Ομήρου, του σολωμικού και του καβαφικού έργου, του Ηροδότου, του Θουκυδίδη, των Βίων Πλουτάρχου.

Όσον αφορά το λογοτεχνικό του έργο, ο Κουφόπουλος ανήκει στη συνεπέστερη και ριζοσπαστικότερη τάση του ελληνικού μοντερνισμού. Μαζί με τον Γιώργο Χειμωνά είναι οι βασικοί εκπρόσωποι της αμιγέστερης μορφής του μοντερνισμού στη μεταπολεμική λογοτεχνία μας. Η γραφή του Κουφόπουλου είναι αφαιρετική στον έσχατο βαθμό. Στα διηγήματά του, ο ανώνυμος πρωτοπρόσωπος αφηγητής, που είναι ταυτόχρονα και ο βασικός ήρωας, αφηγείται παράδοξα και παράλογα συμβάντα. Ο τόπος και ο χρόνος μένουν ασαφείς και δεν προσδιορίζονται. Τον ενδιαφέρει να αποτυπώσει την ανθρώπινη συνθήκη καθ’ αυτήν, και όχι συγκεκριμένες χωροχρονικές συνθήκες. Στις ιστορίες του το παράλογο και το ονειρικό συνυφαίνονται αξεδιάλυτα με το πραγματικό. Επίσης, βασικό στοιχείο της λογοτεχνίας του είναι το υπαρξιακό αδιέξοδο των ηρώων του. Με τα λόγια του Αλέξανδρου Κοτζιά, «[π]έρα από κάθε ελπίδα απολύτρωσης βλέπει ο Κουφόπουλος την κλειστή από παντού Παγίδα, που στα κοφτερά της δόντια σπαράζει, μορφάζει, αιμάσσει, ασχημονεί, εγκληματεί, μετανοεί το πάντως εσταυρωμένο και αξιοθρήνητο σκεπτόμενο καλάμι. Η πράξη, η γνώση, η ομορφιά, όχι απλώς πουθενά δεν άγουν, εντέλει είναι ανύπαρκτες.»[2]

Ως προς τη γενικότερη στάση της ζωής του, αξίζει να τονιστεί και να αναδειχτεί ιδιαίτερα το γεγονός πως ο Κουφόπουλος απείχε πεισματικά και με συνέπεια από το αλισβερίσι της λογοτεχνικής συντεχνίας και απέφυγε καθ’ όλη τη διάρκεια του βίου του την προσωπική προβολή. Ο τρόπος της ζωής του, ως συγγραφέα και διανοούμενου, ερχόταν σε πλήρη αντίθεση με τη συνήθη πρακτική των ομοτέχνων του τις τελευταίες δεκαετίες. Όσο πιο πολύ καθιερωνόταν η ναρκισσιστική αυτοπροβολή και το ψυχαναγκαστικό κυνήγι της δημοσιότητας, τόσο περισσότερο ο Κουφόπουλος έμενε έξω απ’ αυτά. Ταυτόχρονα, υπήρξε πρωτοπόρος στην ηλεκτρονική και διαδικτυακή έκδοση λογοτεχνικών κειμένων, και εξερεύνησε με τόλμη αυτόν τον παρθένο ακόμα τότε χώρο. Όπως ήταν αναμενόμενο, η συντεχνία τον αγνόησε επιδεικτικά όσο ήταν εν ζωή και «ξέχασε» να τον τιμήσει τώρα που πέθανε. Να σημειώσουμε ότι η ιδιότυπη και σπάνια φυγοκοσμία του δεν είχε να κάνει με κάποια ελιτίστικη αντίληψη για τα γράμματα, αλλά με τη γνήσια αγάπη για τη λογοτεχνία και με την απέχθεια προς την αυτοπροβολή. Αυτή η έντιμη και δύσκολη μοναξιά που διάλεξε ο Κουφόπουλος αγνοήθηκε και απαξιώθηκε από τους ομοτέχνους και από την κριτική, όπως και από την ακαδημαϊκή φιλολογία.

Δε μένει παρά να ευχηθούμε να βρεθεί σύντομα ο φιλόπονος φιλόλογος και ο θαρραλέος εκδότης που θα επιμεληθούν και θα εκδώσουν όλο το έργο του σε μορφή έντυπου βιβλίου, ώστε να διαβαστεί ευρύτερα και να πάρει τη θέση που του αξίζει στον κανόνα της λογοτεχνίας μας.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΙΝΑΚΟΥΛΑΣ


[1] Στις «Σημειώσεις» του βιβλίου διαβάζουμε: «[…] το παρόν [βιβλίο] φαίνεται να είναι και το τελευταίο» (Τάκης Κουφόπουλος, Ψήγματα, Αθήνα 2018, σελ. 92, η υπογράμμιση δική μας).

[2] Αλέξανδρος Κοτζιάς, «Κριτική για την Οδό», εφημ. Μεσημβρινή, 4.1.1963.

Ο διάβολος στη Μόσχα

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΠΙΝΑΚΟΥΛΑ

Μια ζεστή ανοιξιάτικη βραδιά, κάπου στις αρχές της δεκαετίας του 1930, εμφανίστηκε ξαφνικά στη Μόσχα ο ίδιος ο διάβολος αυτοπροσώπως. Δε συστήθηκε βέβαια ως διάβολος· το επισκεπτήριό του έγραφε «καθηγητής Βόλαντ», και παρουσιάστηκε ως ειδικός στη μαύρη μαγεία. Μαζί του κατέφτασε και η εκλεκτή συνοδεία του, μια παρδαλή ομάδα που περιλάμβανε τον Μπεγκεμότ, έναν μεγάλο μαύρο γάτο που μπορούσε να στέκεται στα δυο πόδια, να μιλάει με ανθρώπινη φωνή και ενίοτε να μεταμορφώνεται σε άνθρωπο· τον αχώριστο φίλο του Κορόβιεφ ή Φαγκότ, έναν ψηλό, καλοντυμένο και ιδιαίτερα εύγλωττο ταχυδακτυλουργό που φορούσε μισοσπασμένο πενσνέ· τον τρομερό και φοβερό Αζαζέλο, μια πραγματικά δαιμονική φιγούρα, έναν γεροδεμένο κοκκινομάλλη που τα μάτια του ήταν διαφορετικά το ένα από τ’ άλλο και ο οποίος ήταν άσος στο σημάδι με όπλο· και, τέλος, την όμορφη δαιμόνισσα Γκέλλα. Ο διάβολος-Βόλαντ και η συνοδεία του αναστάτωσαν για κάμποσες μέρες την καθημερινότητα των Μοσχοβιτών. Ιδιαίτερα η παράσταση που έδωσαν ενώπιον χιλιάδων θεατών στο Βαριετέ προκάλεσε τεράστια αναταραχή. Αλλά και οι ξεκαρδιστικές φάρσες του ζεύγους Μπεγκεμότ και Κορόβιεφ εις βάρος ανυποψίαστων πολιτών δημιούργησαν επίσης πανδαιμόνιο. Ακόμη πιο βαθιά άλλαξε η ζωή κάποιων συγκεκριμένων προσώπων, και ειδικά του μετρ και της Μαργαρίτας. Ο ανώνυμος μετρ, ένας σπουδαίος αλλά παραγνωρισμένος συγγραφέας, είχε γράψει ένα σπουδαίο έργο, για το οποίο όμως δεν μπορούσε να βρει εκδότη: μια λογοτεχνική εξιστόρηση της ανάκρισης του Χριστού απ’ τον Πιλάτο. Αυτό το έργο προκάλεσε την καταστροφή του. Η Μαργαρίτα, ερωτευμένη μαζί του μέχρι θανάτου, θα κάνει τα πάντα για να τον σώσει· δε θα διστάσει ακόμα και να πουλήσει την ψυχή της στο διάβολο.

Αυτή είναι με λίγα λόγια η υπόθεση του Μετρ και η Μαργαρίτα, του opus magnum του Μιχαήλ Μπουλγκάκοφ. Το αριστούργημα του Μπουλγκάκοφ γράφτηκε τη δεκαετία του 1930. Ο μεγάλος Ρώσος συγγραφέας ξεκίνησε να το γράφει ήδη από το 1928 και το δούλευε διαρκώς μέχρι το θάνατό του το 1940. Θα χρειαστεί όμως να περάσουν είκοσι έξι χρόνια προτού μια πρώτη, λογοκριμένη έκδοση του βιβλίου δει το φως της δημοσιότητας το 1966. Η πρώτη πλήρης έκδοση θα γίνει τελικά το 1973. Από τότε και μέχρι σήμερα το βιβλίο του Μπουλγκάκοφ διαβάζεται όλο και περισσότερο, έγινε διάσημο στη Ρωσία και διεθνώς, αγαπήθηκε με πάθος, μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο, ενέπνευσε μουσικά και ζωγραφικά έργα.[1] (περισσότερα…)

Γιώργος Πινακούλας, Σκόρπιες σκέψεις για το ελληνικό μυθιστόρημα

Διάλογος για το μυθιστόρημα ΙΙ

The_Fools_Following.jpg

Σκόρπιες σκέψεις για το ελληνικό μυθιστόρημα

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΠΙΝΑΚΟΥΛΑ

Ένα πρώτο ζήτημα που θέτει η μελέτη του ελληνικού μυθιστορήματος είναι το ερώτημα περί της ίδιας της ύπαρξής του: υπάρχει ελληνικό μυθιστόρημα; Για να το θέσουμε αλλιώς, έχει γραφτεί στη χώρα μας μυθιστόρημα υψηλής ποιότητας, όπως έχει γραφτεί για παράδειγμα στη Γαλλία, στην Αγγλία, στη Ρωσία, στις Ηνωμένες Πολιτείες ή στη Λατινική Αμερική; Είναι ένα ερώτημα που αφορά την κριτική, την ιστορία και τη θεωρία της λογοτεχνίας.

Πολλοί Νεοέλληνες στοχαστές έδωσαν μια ξεκάθαρα αρνητική απάντηση. Για παράδειγμα, ο Κωστής Παπαγιώργης γράφει:

Χωρίς ισχυρό μύθο, χωρίς βαθύτερη σύλληψη, μακριά από τους βαθύτερους προβληματισμούς, [οι Έλληνες μυθιστοριογράφοι] περιορίστηκαν να τεντώνουν μέχρι διαρρήξεως κάποιες ισχνές ιστορίες –κατάλληλες μάλλον για νουβέλες– τις οποίες, για να φτουρήσουν, τις παραγέμισαν με την ασημαντολογία που πουλιέται φτηνά σε όλες τις γωνιές της πόλης. Αντί ο όγκος να έρθει σαν φυσική συνέπεια του μύθου, ο μύθος –ανύπαρκτος τελικά– αναγκάστηκε να πετάξει αναρίθμητα παραβλάσταρα για να ανταποκριθεί στις ανάγκες του αρχικού προγράμματος.[1]

Και συνεχίζει, λίγο παρακάτω, αναζητώντας τις αιτίες του φαινομένου:

Φταίει η νεοελληνική πραγματικότητα που δεν αντέχει μύθους και πρόσωπα; Φταίει το νεοελληνικό τάλαντο που διαπρέπει στη στιχουργική, αλλά αδυνατεί να συλλάβει την ολότητα; Όπως κι αν έχουν τα πράγματα, αυτά τα μυθιστορήματα πιάνουν μεγάλο χώρο στη βιβλιοθήκη, αλλά ελάχιστο στη συνείδηση του αναγνώστη.[2]

Για τον Παπαγιώργη, απ’ τη νεοελληνική μυθιστοριογραφία απουσιάζει ο μύθος, οι χαρακτήρες και η συνολική θέαση του κόσμου. Δεν μπορούμε να περηφανευτούμε ότι έχουμε κάποιον ντόπιο Ντίκενς, Ντοστογιέφσκι ή Μπαλζάκ. Με τις παρατηρήσεις του Παπαγιώργη συμφωνούν και άλλοι στοχαστές: για παράδειγμα, ο Παναγιώτης Κονδύλης, ο Δημήτρης Τζιόβας, η Αγγέλα Καστρινάκη.[3] Θα μπορούσαμε να πούμε ότι οι αρνητές του ελληνικού μυθιστορήματος μειοψηφούν μεν αριθμητικά, αλλά έχουν πολύ ισχυρά επιχειρήματα.

Αν δώσουμε έναν ευρύ και όχι αυστηρό ορισμό στην έννοια μυθιστόρημα, μπορούμε να βρούμε στην ελληνική λογοτεχνία έργα τα οποία να πληρούν τις γραμματολογικές προϋποθέσεις ώστε να ενταχθούν στο είδος. Αν ορίσουμε ως μυθιστόρημα το εκτενές αφηγηματικό πεζογράφημα, δηλαδή μια ιστορία μεγάλη σε έκταση και γραμμένη σε πεζό λόγο, τότε η λογοτεχνία μας έχει να επιδείξει τέτοια έργα: την Πάπισσα Ιωάννα του Ροΐδη, τα έργα του Καζαντζάκη και του Καραγάτση, την Πριγκιπέσσα Ιζαμπώ του Τερζάκη, το Κιβώτιο του Αλεξάνδρου, την τριλογία του Τσίρκα, τα έργα του Κοτζιά, τα έργα της Ρέας Γαλανάκη και της Μάρως Δούκα, για να αναφέρουμε μερικά ενδεικτικά παραδείγματα. Όλα αυτά τα έργα έχουν τα χαρακτηριστικά του μυθιστορήματος και αναμφίβολα μεγάλη λογοτεχνική αξία.

Αυτό όμως που σαφώς δεν αναπτύχθηκε στην Ελλάδα είναι η κουλτούρα του μυθιστορήματος, δηλαδή ένα συγκεκριμένο πολιτισμικό φαινόμενο με κοινωνική σημασία. Η ανάπτυξη αυτής της κουλτούρας επιτρέπει την άνθιση του μυθιστορήματος και την επιζητεί. Αυτή η ιδιαίτερη κουλτούρα συνδέεται με την εμφάνιση της τυπογραφίας, με τη διάδοση του εγγράμματου πολιτισμού αλλά και με γενικότερες πνευματικές εξελίξεις των Νέων Χρόνων. Ως βασικό στοιχείο της θα μπορούσαμε να εντοπίσουμε αυτό που έχει ορίσει καίρια ο Μίλαν Κούντερα ως «αναστολή της ηθικής αποτίμησης».

Ο άνθρωπος του έπους, και ο άνθρωπος της ποίησης γενικότερα, αισθάνεται την ενστικτώδη παρόρμηση να εκφέρει ηθική κρίση για τα γεγονότα που παρατηρεί και για τα γεγονότα στα οποία μετέχει. Προσλαμβάνει, θα μπορούσαμε να πούμε, την πραγματικότητα ηθικά· τη διυλίζει μέσα από έναν αξιακό κώδικα. Έτσι, ο επικός αφηγητής είναι, μοιραία, μονοφωνικός. Οι συνειδήσεις των ηρώων απορροφώνται από τη συνείδηση του αφηγητή. Ο κόσμος φαίνεται ξεκάθαρος και ιεραρχημένος.

Αντίθετα, ο άνθρωπος του μυθιστορήματος κατορθώνει να αναστείλει την ηθική αποτίμηση για όσα συμβαίνουν γύρω του και εξετάζει προσεκτικότερα και νηφαλιότερα τα πράγματα. Παρατηρεί και αφηγείται από θέση ηθικά ουδέτερη. Δεν προσλαμβάνει την πραγματικότητα ηθικά, αλλά ρεαλιστικά, αποτυπώνοντας έτσι την τεράστια ποικιλία της. Το μυθιστόρημα, σε αντίθεση με το έπος, είναι είδος πολυφωνικό. Η συνείδηση των μυθιστορηματικών ηρώων δεν υποτάσσεται στη συνείδηση του αφηγητή. Κάθε ήρωας έχει τη δική του, ξεχωριστή και ελεύθερη, ψυχική ζωή, που ξεφεύγει απ’ τον έλεγχο του αφηγητή.

Έτσι, οι ήρωες του μυθιστορήματος είναι άνθρωποι κάθε τύπου, οποιασδήποτε κοινωνικής τάξης, επαγγέλματος και ηθικής συγκρότησης. Ο μυθιστοριογράφος δεν έχει καμία υποχρέωση να διαλέγει για ήρωές του πρότυπα αρετής, ανθρώπους ένδοξους και ισχυρούς κ.λπ. Αντίθετα, μπορεί να αφηγείται τη ζωή των πιο ταπεινών και περιθωριακών, ή και ανθρώπων «ανήθικων» και εγκληματιών. Το μυθιστόρημα αποκτά, με αυτό τον τρόπο, την πρωτοφανή δυνατότητα να συμπεριλαμβάνει σε ένα σύνολο τα πιο ετερογενή κοινωνικά φαινόμενα, χωρίς να τα υποτάσσει σε μία ερμηνεία. Οι διαφορετικές ερμηνείες της πραγματικότητας και οι διαφορετικές κοσμοθεωρίες συνυπάρχουν χωρίς να καταστρέφει η μία την άλλη.

Για να κατορθώσει αυτή τη θαυμαστή σύνθεση, το μυθιστόρημα αξιοποίησε μια σειρά από τεχνικές, και κυρίως το γέλιο, το χιούμορ και την καρναβαλική κουλτούρα. Με τη φοβερή ανατρεπτικότητά της, η καρναβαλική κουλτούρα επέτρεψε να αμφισβητηθεί κάθε ιεραρχία και να υπονομευτεί κάθε αυθεντία. Οι δυο μεγάλοι γενάρχες του μυθιστορήματος στην αυγή των Νέων Χρόνων, ο Ραμπελαί και ο Θερβάντες, έθεσαν ακριβώς τα γελαστικά θεμέλια του μυθιστορήματος. Ο Κούντερα μιλά πολύ όμορφα γι’ αυτή την άρρηκτη σχέση γέλιου και μυθιστορήματος με τα παρακάτω λόγια:

Υπάρχει μια θαυμάσια εβραϊκή παροιμία: Ο άνθρωπος σκέπτεται, ο Θεός γελάει. Εμπνεόμενος από αυτή τη ρήση, χαίρομαι να φαντάζομαι πως ο Φρανσουά Ραμπελαί άκουσε κάποια μέρα το γέλιο του Θεού κι έτσι γεννήθηκε η ιδέα του πρώτου μεγάλου ευρωπαϊκού μυθιστορήματος. Μου αρέσει να σκέπτομαι πως η τέχνη του μυθιστορήματος ήρθε στον κόσμο σαν απόηχος του γέλιου του Θεού.[4]

Το γέλιο είναι υπαρξιακά αναγκαίο για το μυθιστόρημα· χωρίς αυτό δεν μπορεί να υπάρξει. Όπως γράφει στο ίδιο κείμενο ο Κούντερα:

Η ειρήνη ανάμεσα στον μυθιστοριογράφο και τον αγέλαστο είναι πράγμα ανέφικτο. Επειδή δεν έχουν ποτέ αφουγκραστεί το γέλιο του Θεού, οι αγέλαστοι είναι πεπεισμένοι πως η αλήθεια είναι διαυγής και πως όλοι οι άνθρωποι πρέπει να σκέφτονται το ίδιο πράγμα κι ακόμη πως οι ίδιοι είναι ακριβώς αυτό που νομίζουν ότι είναι. Ωστόσο, ο άνθρωπος μετατρέπεται σε άτομο μόνο αν χάσει τη βεβαιότητα της αλήθειας και την ομόθυμη συγκατάθεση των άλλων.[5]

Αυτός ο γελαστικός θεμέλιος λίθος του μυθιστορήματος είναι γέννημα των Νέων Χρόνων, ώριμος καρπός της αισιόδοξης αντιμεταφυσικής κοσμοθεωρίας που έφερε η Αναγέννηση. Το μυθιστορηματικό γέλιο αρχίζει να ακούγεται τον 16ο αιώνα, ταυτόχρονα δηλαδή με τις κοσμογονικές αλλαγές που λαμβάνουν χώρα στη Δύση: ταυτόχρονα με την Αναγέννηση, με τις υπερπόντιες ανακαλύψεις, με τη γένεση των εθνικών κρατών. Το μυθιστόρημα γεννιέται την ίδια εποχή που ανατρέπεται το μεσαιωνικό θεοκρατικό και φεουδαλικό σύστημα, δημιουργούνται οι σύγχρονες πόλεις, διαδίδεται το εμπόριο και η καπιταλιστική οργάνωση της οικονομίας.

Στην Ελλάδα όμως υπήρξε ένα ιστορικό φαινόμενο που έχει χαρακτηριστεί ως παράταση του Μεσαίωνα.[6] Για να λάβουν χώρα εδώ αυτές οι αλλαγές, θα χρειαστούμε ακόμη τρεις αιώνες. Έτσι, και αυτή η αισιόδοξη και αντιμεταφυσική κοσμοθεωρία άργησε πολύ να εμφανιστεί και να εμπεδωθεί. Η πνευματική μας ζωή παρέμεινε, σε μεγάλο βαθμό, σοβαροφανής και αντιγελαστική. Έχει ενδιαφέρον –και αξίζει ίσως να ασχοληθεί κανείς επισταμένα με αυτήν– η αντιγελαστική παράδοση στην καθ’ ημάς Ανατολή. Για παράδειγμα, στο Συμβουλευτικόν Εγχειρίδιον του Νικοδήμου Αγιορείτη, ενός συγγραφέα πολύ δημοφιλούς στην εποχή του, και επιδραστικού μέχρι σήμερα, υπάρχει μια λόγια και τεκμηριωμένη αντίκρουση της αριστοτελικής και ραμπελαισιανής ιδέας ότι ο άνθρωπος είναι ον γελαστικόν.[7]

Σε αυτή την αντιγελαστική στάση των Ελλήνων λογίων, που κληρονομήθηκε, όπως φαίνεται, στη λογοτεχνία μας και την καθόρισε σε μεγάλο βαθμό μέχρι σήμερα, οφείλεται, κατά την άποψή μας, η καχεξία της κουλτούρας του μυθιστορήματος. Οι Έλληνες μυθιστοριογράφοι δίνουν την εντύπωση ότι αδυνατούν να δουν τον κόσμο από την αστεία και γελοία πλευρά του. Δεν μπορούν να μειδιάσουν με την αμφισημία της πραγματικότητας, δεν μπορούν να γελάσουν με τη βαβυλωνιακή ποικιλία των διαφορετικών αντιλήψεων και κοσμοθεωριών, δεν μπορούν να ξεκαρδιστούν με το γκροτέσκο χάος του κόσμου. Τα ελληνικά μυθιστορήματα μοιάζουν να είναι αγέλαστα. Ένα αγέλαστο μυθιστόρημα όμως, όπως έδειξε ο Κούντερα, είναι μια contradictio in terminis, ένα ακραίο οξύμωρο.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΙΝΑΚΟΥΛΑΣ


[1] Κωστής Παπαγιώργης, «Τα τούβλα», εφ. Απογευματινή, 17.9.1995· τώρα στο Κωστής Παπαγιώργης, Υπεραστικά, Καστανιώτης, Αθήνα 2014, σελ. 116-117.

[2] Ό.π.

[3] Βλ. Παναγιώτης Κονδύλης, Η παρακμή του αστικού πολιτισμού, Θεμέλιο, Αθήνα 1991, σελ. 38-40· Δημήτρης Τζιόβας, «Το μυθιστόρημα στα Επτάνησα», Η πολιτισμική ποιητική της ελληνικής πεζογραφίας, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2017, σελ. 104-107· Αγγέλα Καστρινάκη, «Bildungsroman και φιλοδοξίες», εφ. Το Βήμα, 3.10.2016.

[4] Μίλαν Κούντερα, Η τέχνη του μυθιστορήματος, μτφρ. Φίλιππος Δρακονταειδής, Εστία, Αθήνα 1988, σελ. 168.

[5] Ό.π., σελ. 169.

[6] Βλ. πρόχειρα Ιωάννης Σ. Κολιόπουλος, Ιστορία της Ελλάδος από το 1800, τχ. Α΄, Βάνιας, Θεσσαλονίκη 2000, σελ. 11-16.

[7] Νικόδημος Αγιορείτης, Εγχειρίδιον Συμβουλευτικόν, περί Φυλακής των πέντε Αισθήσεων, της τε Φαντασίας, και της του Νοός, και Καρδίας, χ.τ. 1801, σελ. 93κ.ε.

Εγκλωβισμένοι σε μια Μικρή Ζωή

Möbius strip

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΠΙΝΑΚΟΥΛΑ

Ο ανώνυμος πρωταγωνιστής και αφηγητής στον Αργό σίδηρο του Σωφρόνη Σωφρονίου είναι εγκλωβισμένος σ’ έναν παράδοξο χώρο και χρόνο. Γεννήθηκε το 1882 στη Νέα Υόρκη, όπου και έζησε μέχρι το θάνατό του από ατύχημα το 1948. Κατά τη διάρκεια της ζωής του δίδασκε λογοτεχνία στο πανεπιστήμιο. Το πάθος του ήταν οι Γερμανοί συγγραφείς του Μεσοπολέμου και το σκάκι. Τώρα όμως έχει πεθάνει κι έχει μεταφερθεί σ’ έναν άλλον πλανήτη, που έχει το παράξενο όνομα Μικρή Ζωή, και σε μια συγκεκριμένη ηλικία, στα είκοσι χρόνια του. Ξέρει βέβαια ότι θα πεθάνει και πάλι σε δέκα χρόνια, όταν πατήσει τα τριάντα. Η ζωή στη Μικρή Ζωή είναι όντως μικρή. Στον Αργό σίδηρο λοιπόν διαβάζουμε τις περιπέτειές του σ’ αυτόν τον πλανήτη κατά τη διάρκεια των δέκα ετών της δεύτερης ζωής του.

Ήδη όμως απ’ τις πρώτες σελίδες του βιβλίου ο αναγνώστης διαπιστώνει ότι η αφήγηση δεν είναι γραμμική, ο αφηγηματικός χρόνος του μυθιστορήματος δεν ξεκινά απ’ την αρχή για να πορευτεί προς το τέλος. Ξεκινά in medias res και διακόπτεται επίσης in medias res, χωρίς να ολοκληρώνεται η ιστορία και χωρίς να μαθαίνουμε τι έγινε τελικά. Να πώς αρχίζει:

Ήμουν σκακιστής στην πλατεία Γιούνιον. Μπορώ να πω με σιγουριά ότι αυτό έκανα, ήταν αν θέλετε το επάγγελμά μου προτού φύγω από τη Γη. Συνήθιζα να μένω εκεί για ώρες, παρακινούσα τους περαστικούς να κάτσουν για μια παρτίδα. […]

Τη μέρα που με πυροβόλησαν κόντευα τα εξήντα έξι· τώρα είμαι στα είκοσι εννιά. Από τους λίγους μήνες που μου έχουν απομείνει στη Μικρή Ζωή σκοπεύω να περάσω τον τελευταίο σε μια πλατεία όμοια με τη Γιούνιον […][1]

Όταν όμως το μυθιστόρημα τελειώνει, σε κάποιο σημείο της αφήγησης των περιπετειών του ήρωά μας, βρισκόμαστε πριν απ’ αυτή τη χρονική στιγμή, δηλαδή τους τελευταίους μήνες του στη Μικρή Ζωή. Το τέλος του μυθιστορήματος βρίσκεται χρονικά πριν από την αρχή του.

Ανάμεσα σ’ αυτά τα δύο σημεία, το εναρκτήριο, που δεν είναι έναρξη, και το καταληκτικό, που δεν είναι κατάληξη, ο χρόνος του μυθιστορήματος συστρέφεται, κινείται μπρος πίσω και ανακυκλώνεται. Πού οφείλεται αυτή η παράδοξη σχέση του αφηγητή με το χρόνο;

Ο διάσημος νευρολόγος Όλιβερ Σακς, που μελετούσε τον ανθρώπινο εγκέφαλο –όπως ακριβώς και ο Σωφρονίου προτού γίνει μυθιστοριογράφος–, απέδιδε ιδιαίτερη σημασία στη δυνατότητα του ανθρώπου να αφηγηθεί την ιστορία του. Σύμφωνα με τον Σακς,

φυσιολογικός άνθρωπος είναι ένας άνθρωπος που μπορεί να αφηγηθεί την ιστορία του […] ένας άνθρωπος ο οποίος ξέρει από πού έρχεται, έχει ένα παρελθόν, τοποθετείται στο χρόνο […] Έχει επίσης ένα παρόν […] μια ταυτότητα […] Τέλος, έχει ένα μέλλον, δηλαδή έχει σχέδια και ελπίζει ότι δεν θα πεθάνει προτού τα εκτελέσει. Γιατί ξέρει επίσης ότι θα πεθάνει.[2]

Ο ήρωας του Αργού σιδήρου όμως δεν είναι φυσιολογικός άνθρωπος. Το παρελθόν και το μέλλον του είναι θολά και αβέβαια, όπως και η τωρινή ταυτότητά του. Και ξέρει μεν ότι θα πεθάνει, αλλά έχει ήδη πεθάνει μια φορά, και εξακολουθεί να ζει. Είναι λογικό, επομένως, που ο χρόνος του έχει διαταραχτεί και δεν μπορεί να μπει σε μια λογική σειρά.

Ο χρόνος λοιπόν στον Αργό σίδηρο δεν είναι γραμμικός, δεν ξεκινά από την αρχή και δεν εξελίσσεται προοδευτικά προς το τέλος. Δεν είναι όμως ούτε κυκλικός. Τα γεγονότα δεν επαναλαμβάνονται με κάποια τακτή κανονικότητα, όπως η μέρα ακολουθεί τη νύχτα ή όπως η μία εποχή του χρόνου διαδέχεται την άλλη. Πιο πολύ προσομοιάζει, θα έλεγε κανείς, στον σπειροειδή χρόνο. Σαν την ταινία του Μέμπιους, αυτός ο σπειροειδής χρόνος δεν πηγαίνει ούτε μπροστά ούτε πίσω, δεν επαναλαμβάνεται αλλά ούτε και προοδεύει.

Ίσως ο χρόνος στον Αργό σίδηρο είναι σπειροειδής, γιατί σπειροειδής είναι και ο χρόνος στον οποίο ζούμε εμείς, οι άνθρωποι της ύστερης Νεωτερικότητας. Εξάλλου, η σχέση με το χρόνο είναι ένα βασικό στοιχείο που εντάσσει το μυθιστόρημα του Σωφρονίου στο πνευματικό σύμπαν της μεταμοντέρνας λογοτεχνίας και στον σύγχρονο στοχασμό περί χρόνου, περί μνήμης, περί ανθρώπου. Όλη η μεταμοντέρνα λογοτεχνία, όπως μπορεί να δει κανείς στους μεγάλους μυθιστοριογράφους αυτής της παράδοσης, στον Πύντσον, στον ΝτεΛίλλο, στον Μπολάνιο, μιλά για έναν άνθρωπο εγκλωβισμένο σ’ αυτόν τον σπειροειδή χρόνο. Έναν άνθρωπο που δεν είναι ούτε παιδί ούτε ενήλικας. Δεν μεγαλώνει και δεν ωριμάζει. Ούτε ο θάνατός του είναι κάποιο ιδιαίτερο συμβάν· απλώς παύει κάποια στιγμή να υπάρχει, θα ’λεγε κανείς ανεπαίσθητα. Όπως ακριβώς στη Μικρή Ζωή:

Κανείς στη Μικρή Ζωή δεν μπορεί να δει με τα γυμνά του μάτια κάποιον άνθρωπο να εξαφανίζεται πραγματικά, να εξαϋλώνεται για παράδειγμα μπροστά του. Όλοι φεύγουν την ώρα που κανείς δεν τους κοιτά στ’ αλήθεια.[3]

διαβάζουμε στον Αργό σίδηρο.

argos sidirosΟ ήρωάς μας λοιπόν βρίσκεται ακριβώς σ’ αυτή τη θέση. Ο κόσμος του δε βρίσκεται, στην πραγματικότητα, σε κάποιον άλλο πλανήτη ούτε στο μεταθανάτιο μέλλον. Είναι μια δυστοπία που βιώνουμε εμείς οι άνθρωποι του παγκοσμιοποιημένου παρόντος, οι κάτοικοι του πλανήτη Γη στις αρχές του 21ου αιώνα. Είναι η δυστοπία ενός χρόνου που, όπως είπαμε, διαστέλλεται αενάως, χωρίς να προοδεύει ή να ανακυκλώνεται.

Είναι η δυστοπία επίσης μιας αναγκαστικής νεότητας. Ο σύγχρονος άνθρωπος μοιάζει αναγκασμένος να ζει μεταξύ είκοσι και τριάντα χρονών. Αυτή η ηλικία της αδιαμόρφωτης ακόμα νεότητας θεωρείται ως ιδανική και ολοκληρωμένη φάση της ζωής. Και συχνά οι άνθρωποι της εποχής μας παλεύουν εναγωνίως να κρατηθούν σ’ αυτή την ηλικία, κι ας την έχουν προ πολλού ξεπεράσει με τη βιολογική έννοια.

Η δυστοπία μας, τέλος, είναι μια δυστοπία διαρκούς ανάμνησης. Η μνήμη μας είναι τεράστια, ένα απέραντο αρχείο που διαρκώς συμπληρώνεται και μεγεθύνεται. Δεν μπορούμε να δραπετεύσουμε απ’ αυτό και ν’ απαλλαγούμε. Βαραίνει πάνω μας και μας εμποδίζει να κοιτάξουμε το μέλλον ή να δράσουμε αυθόρμητα.

Το ζήτημα του χρόνου απασχολεί, άλλωστε, και τον ήρωα του μυθιστορήματος, τόσο σε σχέση με την πραγματικότητα όσο και σε σχέση με τη μυθοπλασία. Για παράδειγμα, διαβάζουμε κάπου τα εξής:

Θυμάμαι τη διάλεξη ενός φυσιολόγου, του Άντριου Μπρότζμαν, στο πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης το 1934, λίγους μήνες προτού πεθάνει η γυναίκα μου και προτού πάψουν να με ενδιαφέρουν τέτοια θέματα. Αφορούσε την αντίληψη του χρόνου στα ζώα και τα μικρά παιδιά. Το απόγευμα της ίδιας μέρας, παραλλήλισα στο μάθημά μου τις μνημονικές τεχνικές του Προυστ με εκείνες του Φώκνερ και του Σελίν […] Με τους φοιτητές προσπαθήσαμε να ανιχνεύσουμε το κοινό μοτίβο μέσω του οποίου οι τρεις συγγραφείς περιέγραφαν το παρελθόν χωρίς να καταστρέφουν την αίσθηση του παρόντος. […]

Αν υπήρξε ένα επιστημονικό ζήτημα που με γοήτευσε, αυτό ήταν οι περιπλοκές του χρόνου. Ύστερα από τη διάλεξη του φυσιολόγου, οι απλοϊκές φιλολογικές προσεγγίσεις που επιχειρούσα κατά καιρούς στα μαθήματα πήραν άλλη υπόσταση. Σύμφωνα με τη θεωρία του, τα περισσότερα ζώα και τα μικρά παιδιά δεν αντιλαμβάνονται το χρόνο όπως εμείς. […]

Τα θέματα της καλειδοσκοπικής πρόσμειξης του παρελθόντος με το παρόν και το μέλλον έφεραν λίγη αισιοδοξία στην ακαδημαϊκή μου ζωή.[4]

Όλος αυτός ο στοχασμός για το χρόνο και τη σχέση του σύγχρονου ανθρώπου με το χρόνο συμπυκνώνεται, νομίζω, στις τελευταίες σελίδες του Αργού σιδήρου, όταν ακούμε την Μποναντέα, τη σύντροφο του πρωταγωνιστή, να απαγγέλλει τη χαμένη τραγωδία του Σοφοκλή, τους Μάντεις, ενώ συνουσιάζεται με ένα άγαλμα. Θέμα των Μάντεων είναι η ιστορία του Πολύειδου. Ο μύθος του Πολύειδου μας παραδίδεται από τη Βιβλιοθήκη του Απολλόδωρου ως εξής: Ο Γλαύκος, ο μικρός γιος του Μίνωα, έπεσε σ’ ένα πιθάρι με μέλι και πνίγηκε. Ο Μίνωας ζήτησε χρησμό για να τον βρει. Και ο χρησμός που του δόθηκε ήταν πως όποιος μπορούσε να μαντέψει τα χρώματα μιας τρίχρωμης αγελάδας που είχε στα κοπάδια του θα του έφερνε πίσω ζωντανό και το παιδί του. Συγκεντρώθηκαν λοιπόν οι μάντεις και ο Πολύειδος μάντεψε τα χρώματα του ζώου από ένα βατόμουρο. Και στη συνέχεια έκανε κάποια μαντεία και βρήκε το παιδί. Αλλά ο Μίνωας του είπε ότι πρέπει να του το παραδώσει ζωντανό, και τον κλείδωσε μαζί με το νεκρό παιδί. Τότε ο Πολύειδος είδε ένα φίδι να πλησιάζει τον νεκρό Γλαύκο· και του έριξε μια πέτρα και το σκότωσε. Έπειτα ήρθε ένα άλλο φίδι, και όταν είδε νεκρό το πρώτο φίδι, έφυγε, κι επέστρεψε μετά από λίγο με ένα βοτάνι, και το έτριψε στο σώμα του πρώτου φιδιού· και το νεκρό φίδι αναστήθηκε. Κι έφερε και ο Πολύειδος το ίδιο βοτάνι κι έτριψε το σώμα του Γλαύκου και τον ανέστησε. Και παρέλαβε ο Μίνωας το παιδί του, αλλά και πάλι δεν άφηνε τον Πολύειδο να φύγει για το Άργος προτού διδάξει αυτή τη μαγεία στον Γλαύκο· κι αναγκάστηκε ο Πολύειδος και τον δίδαξε. Και όταν ήταν ν’ αποπλεύσει, διέταξε τον Γλαύκο να τον φτύσει στο στόμα· και το ’κανε ο Γλαύκος, και έτσι ξέχασε τη μαγεία.[5]

Ο Σοφοκλής όμως σύμφωνα με τον Σωφρονίου, ή μάλλον η Μποναντέα όπως αποκαθιστά το κείμενο του Σοφοκλή, ή μάλλον ο ήρωας του μυθιστορήματος όπως ακούει την Μποναντέα να αφηγείται το κείμενο του Σοφοκλή, ή μάλλον, τέλος πάντων… στο βιβλίο διαβάζουμε μια διαφορετική εκδοχή της ιστορίας του Πολύειδου: την προσπάθεια του μάντη Πολύειδου να γίνει αθάνατος. Αυτό που τελικά κατορθώνει είναι να εγκλωβιστεί σε μια κατάσταση στην οποία ούτε πεθαίνει αλλά ούτε ζει. Ο Πολύειδος παίρνει από το φίδι το βοτάνι και ανασταίνει τον μικρό Γλαύκο. Η ανάσταση του Γλαύκου ωθεί τον Πολύειδο στην ύβρη. Θέλει να γίνει κι αυτός αθάνατος. Έτσι, βάζει τους γιους του, Ευχήνορα και Κλείτο, να τον βυθίσουν ζωντανό σ’ ένα πιθάρι με μέλι και να τον βγάλουν μετά από είκοσι χρόνια και να τον αναστήσουν. Όταν ανασταίνεται, κάνει άλλα παιδιά, και τα βάζει κι αυτά με τη σειρά τους να τον βυθίσουν σ’ ένα πιθάρι με μέλι και να τον αναστήσουν ξανά. Και έχει σκοπό να επαναλαμβάνει το ίδιο τέχνασμα ξανά και ξανά, για να παρατείνει τη ζωή του όσο το δυνατόν περισσότερο. Τελικά, οι θεοί θα τιμωρήσουν την ύβρη του και θα τον θανατώσουν τα ίδια φίδια απ’ τα οποία πήρε το μυστικό της μακροζωίας. Το ζήτημα είναι –και εδώ θα μπορούσε να πει κανείς πως ίσως βρίσκεται το κλειδί όλου του μυθιστορήματος– ότι ο Πολύειδος, στην προσπάθειά του να ζήσει για πάντα, στην ουσία δε ζει. Από κάποιο σημείο και πέρα, όταν πάτησε τα τριάντα πέντε, αμέσως μόλις ανασταινόταν έδινε εντολή να τον ξαναβυθίσουν στο πιθάρι με το μέλι. Αλλιώς θα μεγάλωνε σε ηλικία, ενώ αυτός ήθελε να παραμείνει νέος αιώνια.

Όλος ο Αργός σίδηρος ασχολείται με αυτή την εμμονή του σύγχρονου ανθρώπου να ζήσει για πάντα νέος. Η μάταιη και αλαζονική αυτή προσπάθεια έχει ως αποτέλεσμα να στρεβλώνεται και να διαταράσσεται ο χρόνος, όπως και η δυνατότητα του ανθρώπου να αφηγείται.

Όπως λοιπόν μας υποδεικνύει ο συγγραφέας στις τελευταίες σελίδες του βιβλίου του, η ιστορία του ήρωά του έχει να κάνει και με τη μάταιη αναζήτηση της αθανασίας. Ο αφηγητής και ήρωας του Αργού σιδήρου δεν έχει όνομα, γιατί θα μπορούσε να πάρει οποιαδήποτε μορφή, είναι κυριολεκτικά ένας Πολύειδος, δηλαδή ένας άνθρωπος με πολλές μορφές. Ελπίζει πως αλλάζοντας μορφές και είδη μπορεί να αποφύγει τη φθορά και το θάνατο.

Sofroniou

Η αφήγηση, ή μάλλον οι αφηγήσεις, του Σωφρονίου είναι εξαιρετικές, όπως άλλωστε και στο πρώτο του μυθιστόρημα, στους Πρωτόπλαστους. Είναι ένας συναρπαστικός αφηγητής που σε παρασύρει με την εξιστόρησή του, απολαμβάνοντας και ο ίδιος αυτό που κάνει. Η απουσία γραμμικότητας, η απουσία αρχής και τέλους, δε βλάπτουν την αφηγηματικότητα του μυθιστορήματος. Ο συγγραφέας αφηγείται για την ίδια τη χαρά της αφήγησης. Και μας μεταδίδει αυτή τη χαρά.

Γενικότερα, το μυθιστόρημα του Σωφρονίου είναι πολύ δουλεμένο, τόσο στη γλώσσα όσο και στη δομή του. Μαρτυρά μεγάλο και πολύχρονο κόπο. Και αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία για την ελληνική λογοτεχνία, όπου συνήθως τα μυθιστορήματα ξεπετιούνται στο άρπα κόλλα και το αποτέλεσμα είναι, αναμενόμενα, κακό.

Να προσθέσουμε, ως επιλογική παρατήρηση, ότι τα δύο μυθιστορήματα του Σωφρονίου, οι Πρωτόπλαστοι και ο Αργός σίδηρος, εντάσσονται σε μια νέα τάση του ελληνικού μυθιστορήματος, η οποία μεταφέρει στα καθ’ ημάς το ακραιφνώς μεταμοντέρνο μυθιστόρημα που ακμάζει στην Αμερική τις τελευταίες δεκαετίες. Να θυμίσω άλλο ένα σπουδαίο πρόσφατο μυθιστόρημα που ανήκει σε αυτή την τάση, την Αληθινή οικογένεια του Λευτέρη Καλοσπύρου. Οι νέοι Έλληνες συγγραφείς διαβάζουν και επηρεάζονται από τη σύγχρονη μυθιστορηματική παραγωγή πέραν του Ατλαντικού και εμπλουτίζουν τη λογοτεχνία μας με κάτι εντελώς καινούργιο. Με αυτό τον τρόπο, βγάζουν το ελληνικό μυθιστόρημα από την επαρχιώτικη καθήλωσή του. Και για να το κάνουν, σπάζουν με γενναιότητα το κέλυφος της λογοτεχνικής παράδοσης στην οποία ανήκουν και πετάνε από πάνω τους το βάρος της, με ό,τι κινδύνους μπορεί να συνεπάγεται αυτή η αποκοπή από τις ρίζες και η έξοδος στην παγκοσμιοποιημένη κουλτούρα της εποχής μας.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΙΝΑΚΟΥΛΑΣ

Το παρόν κείμενο διαβάστηκε κατά την παρουσίαση του βιβλίου Αργός σίδηρος του Σωφρόνη Σωφρονίου στο βιβλιοπωλείο Επίκεντρον στους Αγίους Αναργύρους στις 29.3.2019.

[1] Σωφρόνης Σωφρονίου, Αργός σίδηρος, Αντίποδες, Αθήνα 2017, σελ. 7.

[2] Αναφέρεται από τον Ζαν-Κλοντ Καριέρ σε συνέντευξή του. Βλ. Umberto Eco – Jean-Claude Carrière – Jean Delumeau – Stephen Jay Gould, Συνομιλίες για το τέλος του χρόνου, μτφρ. Ελένη Αστερίου, «Νέα Σύνορα» – Α.Α. Λιβάνη, Αθήνα 1999, σελ. 169.

[3] Σωφρόνης Σωφρονίου, Αργός σίδηρος, ό.π., σελ. 46-47.

[4] Ό.π., σελ. 65-66.

[5] Βλ. Απολλοδώρου Βιβλιοθήκη 3,3.

Το μίσος για τον ξένο ως φιλοσοφία

mavres diathikes

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΠΙΝΑΚΟΥΛΑ

Στο νέο του ωραίο βιβλίο με τίτλο Μαύρες διαθήκες (Κίχλη 2018), ο Νικήτας Σινιόσογλου συνεχίζει, από πολλές απόψεις, αυτό που ξεκίνησε με το προηγούμενο βιβλίο του, τον Αλλόκοτο ελληνισμό (Κίχλη 2016). Όπως εκείνο, έτσι κι ετούτο το βιβλίο είναι δοκιμιακό. Όπως εκείνο, έτσι κι ετούτο μελετά τα όρια της γραφής και των ιδεών. Όπως εκείνο, έτσι κι ετούτο είναι αξιοθαύμαστο για τον πλούτο της γνώσης και την ομορφιά της γλωσσικής έκφρασης. Αντίθετα όμως με τον Αλλόκοτο ελληνισμό, οι Μαύρες διαθήκες δεν ασχολούνται με τη σκέψη ανθρώπων παράταιρων κι αποδιωγμένων. Ή, τέλος πάντων, οι ήρωες του παρόντος βιβλίου δεν ήταν πάντα έξω απ’ τη δημόσια ζωή, κυνηγημένοι απ’ την ακαδημαϊκή κοινότητα κι αποκλεισμένοι απ’ τον εκδοτικό χώρο. Για μια μεγάλη περίοδο της ζωής τους υπήρξαν διαμορφωτές του κοινού αισθήματος και του πνεύματος της εποχής. Κι αυτή η διαμορφωτική επιρροή δεν αξιοποιήθηκε προς μια κατεύθυνση θετική και ευεργετική. Το ακριβώς αντίθετο. Οι δύο ήρωες των Μαύρων διαθηκών υποστήριξαν σκόπιμα κι αποφασιστικά τον πόλεμο, το σκοτεινό πάθος, την εξόντωση των εχθρών τους. Ηγήθηκαν της ευρωπαϊκής διανόησης στην πιο μαύρη σελίδα της ιστορίας της. Και δε μετάνιωσαν ποτέ.

Ο Μάρτιν Χάιντεγκερ κι ο Καρλ Σμιτ, γιατί αυτοί είναι οι δύο διαβόητοι στοχαστές στους οποίους αφιερώνει ο Σινιόσογλου τις Μαύρες διαθήκες, βρέθηκαν στο περιθώριο μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και την πτώση του ναζισμού. Θα ’λεγε κανείς πως ίσως στάθηκαν και τυχεροί. Οι διώκτες τους δεν μπόρεσαν να στοιχειοθετήσουν κάποια νομική κατηγορία εναντίον τους, και το μόνο που κατάφεραν ήταν να τους αποκλείσουν εφ’ όρου ζωής απ’ το πανεπιστήμιο, να τους στερήσουν δηλαδή το δικαίωμα να διδάσκουν και να διακηρύσσουν δημόσια τις ιδέες τους. Γιατί, σε αντίθεση μ’ εκείνους, οι διώκτες τους ήταν φιλελεύθεροι, και δεν εκμεταλλεύτηκαν τη νίκη τους και την υπέρτερη θέση στην οποία τους έφερε η ιστορία, για να εκδικηθούν τους δύο ιδεολογικούς τους αντιπάλους. Είναι βέβαιο πως αν τα πράγματα είχαν εξελιχτεί διαφορετικά, αν οι Σμιτ και Χάιντεγκερ είχαν τη δυνατότητα να εξοντώσουν κάποιους φιλελεύθερους στοχαστές, θα το είχαν κάνει, χωρίς δεύτερη σκέψη. Κατ’ αυτούς, έτσι λειτουργεί ο κόσμος: με κριτήριο τους φίλους και τους εχθρούς.

carl_schmittΠιο θανάσιμο όμως απ’ το μίσος τους προς τον φιλελευθερισμό είναι το μίσος που έτρεφαν οι δύο διανοητές προς την ξενότητα και την περιπλάνηση. Όπως εξηγεί ο Σινιόσογλου, ο Σμιτ κι ο Χάιντεγκερ δεν ήταν αντισημίτες με τη στενή, φυλετική έννοια του όρου, όπως ήταν οι Ναζί. Αυτό που περισσότερο τους εξαγρίωνε ήταν ο εξεβραϊσμός της σκέψης, των πολιτικών και κοινωνικών θεσμών, του νομικού πολιτισμού. Γι’ αυτούς η εβραϊκότητα ήταν ένα μικρόβιο, που προσέβαλε τον οργανισμό της Ευρώπης στην αυγή των Νέων Χρόνων, και το οποίο έπρεπε να εξοντωθεί πάση θυσία και όσο το δυνατόν γρηγορότερα, ώστε να σωθεί ο μεγάλος ασθενής. Για τον Σμιτ και τον Χάιντεγκερ, οι Εβραίοι, ο φιλελευθερισμός, η περιπλάνηση και η Νεωτερικότητα είναι μέρη του ίδιου προβλήματος. Οι Εβραίοι, και οι πλάνητες γενικά, στερούνται τη βασική ανθρώπινη ιδιότητα: τη σύνδεση μ’ έναν σταθερό τόπο.

Ο Χάιντεγκερ ανάγει σε γνώμονα κάθε υπαρξιακής στάσης τον τόπο όπου κανείς γεννιέται και ορίζεται (Bodenständigkeit), καταλήγοντας στη θεωρία περί «αίματος και εδάφους» (Blut und Boden). […] ένας Σλάβος δεν μπορεί να συνδεθεί με τη Γερμανία όπως το κάνει ένας Γερμανός, κι ένας ανέστιος Γερμανοεβραίος δεν θα σχετιστεί ποτέ με τη γερμανική γη με τον τρόπο, για παράδειγμα, που τη νιώθει ο Χέλντερλιν στο ποίημα «Germanien». Άλλωστε, ένα χαρακτηριστικό του νομάδα, σημειώνει ο Χάιντεγκερ με νόημα, είναι πως όχι μόνον περιπλανιέται από έρημο σε έρημο, αλλά και πως, κι όταν ακόμη βρίσκει έδαφος εύφορο, πάλι το εγκαταλείπει αργά ή γρήγορα. Οι νομάδες είναι καθ’ έξιν και καταγωγικά ανέστιοι. Όπως οι πλάνητες, παρασιτούν στον ξενιστή και τον απομυζούν.[1]

Αυτή η νομαδικότητα κι η ανεστιότητα των Εβραίων οδηγεί στην υπονόμευση της ισχύος του νόμου. Χωρίς σταθερή κατοίκηση, ακόμα και ο νόμος γίνεται ρευστός.

Ο Εβραίος συνιστά απειλή, επειδή είναι ανέστιος και πλάνης, ο τύπος του ανθρώπου που εμφιλοχωρεί στις παραδόσεις των λαών και αφομοιώνεται χωρίς ποτέ να εντάσσεται πλήρως πουθενά. Στην ιδέα αυτή θεμελιώνεται ο αντισημιτισμός του Χάιντεγκερ και του Σμιτ.

Οι Εβραίοι δεν διαθέτουν γη ή κράτος, μόνον νόμο, λέει ο Σμιτ. Είναι οι μόνοι που μιλούν για δίκαιο εκτός τόπου (Ortung) και παραδομένης τάξης (Ordnung). […] ο νόμος κατήντησε γραπτή νομοθεσία, απρόσωπος και ανίσχυρος […] Ο νόμος δεν είναι πια βασιλιάς, αλλά έπεα πτερόεντα.[2]

Ο Μάρτιν Χάιντεγκερ και ο Καρλ Σμιτ λοιπόν, δύο απ’ τους μεγαλύτερους στοχαστές του τρομερού αιώνα που μόλις αφήσαμε πίσω μας, θεμελίωσαν φιλοσοφικά τον σκληρό εθνικισμό. Ο εθνικισμός, μια νεωτερική ιδεολογία που γινόταν όλο και σκληρότερη κατά τον 19ο και τον 20ό αιώνα, βρήκε στα πρόσωπά τους δύο διαπρύσιους κήρυκες. Και η φιλοσοφική μέριμνα για τον ξένο, την ξενιτεία και τη φιλοξενία βρήκε δύο δολοφονικούς εχθρούς. Ο Χάιντεγκερ και ο Σμιτ ύμνησαν τη γη και το αίμα, και καταδίκασαν τον ξεριζωμένο, εκείνον τον άνθρωπο που η ύπαρξή του δεν ορίζεται από έναν τόπο.

martin-heidegger-2

Το πρόβλημα του ξένου ανάγεται στις απαρχές της ιουδαιοχριστιανικής σκέψης. Είναι το πρόβλημα της ξενότητας, της άρριζης ανθρωπότητας. Είναι το σκάνδαλο του ανθρώπου που δεν έχει γεννηθεί εδώ, δε ζει στη γη των προγόνων του και δεν είναι «δικός μας».

Όπως δείχνει ο Ρίτσαρντ Σέννετ στο εξαίρετο δοκίμιό του «Ο ξένος»[3], το πρόβλημα του ξένου εντάθηκε κατά τον 19ο αιώνα. Απ’ τα μέσα περίπου του αιώνα, συγκεκριμένα απ’ την Επανάσταση του 1848 και μετά, ο εθνικισμός παίρνει μια νέα μορφή, την οποία ο σπουδαίος Αμερικανός κοινωνιολόγος χαρακτηρίζει ανθρωπολογική. Σε αντίθεση με τον παλιότερο, πολιτικό εθνικισμό, ο νέος εθνικισμός είναι βαθύτερος και πιο άκαμπτος. Ο νέος εθνικισμός είναι μια νέα εκδοχή συλλογικής ταυτότητας. Το έθνος γίνεται τώρα έθος: το έθιμο κυριαρχεί, γίνεται ιερό, και είναι σχεδόν έγκλημα πλέον να θίγει κανείς την ιερότητά του. Οι πολιτικές και διπλωματικές αποφάσεις αποκτούν τώρα δευτερεύουσα σημασία, επιτελούν υπηρετική λειτουργία σε σχέση με τη βασική, ανθρωπολογική διάσταση του έθνους.

sennett-xenos-mietΣε αντίθεση με τους παλιότερους θεωρητικούς του έθνους –οι οποίοι υποστήριζαν τα συνταγματικά καθεστώτα, τη δημοκρατία και παρόμοια πολιτικά ιδεώδη, απηχώντας την Αμερικανική και τη Γαλλική Επανάσταση–, οι νέοι θεωρητικοί χρησιμοποιούσαν μια άλλη γλώσσα, μια γλώσσα στην οποία η ανθρωπολογία θριάμβευε επί της πολιτικής. Οι επαναστάτες εθνικιστές του 1848 απέρριπταν την ιδέα του έθνους ως πολιτικού κώδικα. Γι’ αυτούς το έθνος πραγματώνεται μέσω των ηθών και των εθίμων του λαού: μέσω των φαγητών που τρώνε, μέσω των χορών που χορεύουν, μέσω των διαλέκτων που μιλούν, μέσω των προσευχών με τις οποίες απευθύνονται στο θείο. Ο νόμος και η πολιτική εξουσία δεν μπορούν να επιβάλουν την ευχαρίστηση που προσφέρουν τα φαγητά και δεν μπορούν να υπαγορεύουν την πίστη στους αγίους. Η πολιτική, δηλαδή, δεν μπορεί να δημιουργήσει την κουλτούρα. Αντίθετα, η κουλτούρα προϋπάρχει· είναι το έθος του λαού. Έτσι λοιπόν, στα μέσα του 19ου αιώνα, εμφανίζεται και εξαπλώνεται αυτός ο νέος εθνικισμός, που καθιέρωσε έναν νέο θεμελιώδη κανόνα για τη συλλογική ταυτότητα.[4]

Αυτή η μετάβαση απ’ τον πολιτικό στον ανθρωπολογικό εθνικισμό δε θα μπορούσε ν’ αφήσει ανεπηρέαστη την αντίληψη για τον ξένο. Τώρα ο ξένος είναι εκείνος που δεν ανήκει στο έθνος και δεν μπορεί να ενσωματωθεί σ’ αυτό, αφού έχει γεννηθεί αλλού κι έχει ανατραφεί με άλλα ήθη. Ο ξένος είναι κυριολεκτικά ξεριζωμένος: έχει φύγει απ’ τον τόπο όπου ήταν ριζωμένος κι έχει έρθει σ’ έναν τόπο στον οποίο είναι αδύνατο να ριζώσει. Έτσι, ο νέος ξένος γίνεται αντικείμενο εχθρότητας –ως επικίνδυνος για την καθαρότητα του έθνους– ή και αντικείμενο οίκτου – ως μια ακρωτηριασμένη ύπαρξη.

Σε αντίθεση μ’ αυτόν τον νέο, ανθρωπολογικό εθνικισμό, γράφει ο Σέννετ, τόσο η αρχαιοελληνική όσο και η ιουδαιοχριστιανική παράδοση έδιναν θετική αξία στον ξεριζωμό και στην περιπλάνηση. Ειδικά στη Βίβλο, ο εκτοπισμός κατέχει κεντρική θέση. Ήδη στην ιστορία του Αβραάμ, ο βιβλικός Θεός καλεί τους πιστούς να εγκαταλείψουν τη γη τους και να φύγουν μακριά, στον τόπο που θα τους υποδείξει. Στον Αβραάμ δίνεται η εντολή να φύγει απ’ τον τόπο που γεννήθηκε και να μεταναστεύσει μόνιμα στη Χαναάν, εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά απ’ την πατρίδα του. Κι εκείνος υπακούει και φεύγει, και γίνεται πρόσφυγας και μέτοικος. Οι Εβραίοι της Παλαιάς Διαθήκης θεωρούσαν τους εαυτούς τους ξεριζωμένους πλάνητες. Παρόμοια κι οι πρώτοι χριστιανοί βίωναν έντονα την περιπλάνηση και τη μετανάστευση ως επακόλουθα της πίστης. Η ιουδαιοχριστιανική θρησκεία λοιπόν συνδέεται, ήδη απ’ τις καταβολές της, με εμπειρίες εκτοπισμού. Η θρησκευτική μας κουλτούρα είναι μια θρησκευτική κουλτούρα εξορίας και περιπλάνησης.

Αλλά και στον αρχαιοελληνικό κόσμο ο ξεριζωμός μπορεί να είναι μια πράξη με αξία θετική. Ο Σέννετ χρησιμοποιεί ως παράδειγμα την ιστορία του Οιδίποδα. Και κάνει –αξίζει να επισημανθεί– μια ιδιαίτερη και πολύ όμορφη ερμηνεία του οιδιπόδειου μύθου. Μας υπενθυμίζει ότι ο Οιδίποδας έχει δύο τραύματα. Το πρώτο είναι τα πρησμένα πόδια του, ένα ανατομικό πρόβλημα απ’ το οποίο υποφέρει εκ γενετής. Μέσω αυτής της αναπηρίας η καταγωγή και η ταυτότητά του εγγράφονται πάνω στο σώμα του. Δεν μπορεί ν’ απαλλαγεί απ’ τα σημάδια που δείχνουν την εθνικότητά του, τον τόπο και την κοινότητα μέσα στα οποία γεννήθηκε. Το ίδιο το όνομα Οιδίπους σημαίνει «αυτός που έχει πρησμένα πόδια». Παρότι ο βασιλιάς περιπλανήθηκε και έχασε την επαφή με τις καταβολές του, όταν έρχεται η στιγμή που τα άλλα πρόσωπα στο μύθο πρέπει να μάθουν την αληθινή ταυτότητά του, είναι σε θέση ν’ ανακαλύψουν αυτή την αλήθεια κοιτάζοντας το σώμα του. Αυτό το πρώτο τραύμα του Οιδίποδα γίνεται σημείο αναφοράς στη δυτική κουλτούρα για τα ανεξάλειπτα σημάδια τα οποία επρόκειτο να διακρίνει ο 19ος αιώνας στο συλλογικό σώμα του έθνους. Η καταγωγή γίνεται πεπρωμένο.[5]

Το δεύτερο τραύμα του Οιδίποδα δεν είναι μια γενετική ανωμαλία. Είναι μια πληγή επίκτητη, την οποία μάλιστα προξένησε ο ίδιος στον εαυτό του. Όταν έμαθε τα ανομήματα που διέπραξε άθελά του, την πατροκτονία και την αιμομιξία, έβγαλε ο ίδιος τα μάτια του. Με αυτό το δεύτερο τραύμα αποκόπτεται απ’ την κοινότητα στην οποία ανήκει και φεύγει μακριά, γίνεται πλάνης και ανέστιος. Στα τραύματα που του προκάλεσαν κάποτε άλλοι θα απαντήσει βγάζοντας ο ίδιος τα μάτια του. Το δεύτερο τραύμα εξισορροπεί το πρώτο: το πρώτο τραύμα σηματοδοτεί τις καταβολές του Οιδίποδα, το δεύτερο σηματοδοτεί τη μετέπειτα ιστορία του. Έχοντας τραυματιστεί δυο φορές, έχει γίνει ένας άνθρωπος που η ζωή του μπορεί κυριολεκτικά να διαβαστεί πάνω στο σώμα του, και στην κατάσταση αυτή φεύγει ξανά για να περιπλανηθεί στον κόσμο. Στο σώμα του λοιπόν ο Οιδίποδας φέρει δύο διαφορετικά τραύματα, ένα τραύμα καταγωγής, που δεν μπορεί να συγκαλυφθεί, και το τραύμα του πλάνητα, που δε φαίνεται να γιατρεύεται. Αυτό το δεύτερο, αγιάτρευτο τραύμα είναι το ίδιο σημαίνον για τον δυτικό πολιτισμό με το τραύμα καταγωγής, το οποίο δείχνει την αξία που αποδίδεται στο να ανήκει κανείς σε κάποιον συγκεκριμένο τόπο. Ο Σοφοκλής στον Οιδίποδα επί Κολωνώ εισάγει μια ηθική διάσταση στην ίδια την πράξη της μετανάστευσης, απεικονίζοντας τον Οιδίποδα ως μια μορφή που το ξερίζωμά της την έχει εξευγενίσει. Το έργο παρουσιάζει τον Οιδίποδα, τον μέτοικο, τον ξένο, σαν μια φιγούρα τραγικού μεγαλείου μάλλον παρά σαν έναν παρείσακτο κατώτερης θέσης σε σχέση με τον πολίτη.[6]

Αυτό το δεύτερο τραύμα, που είναι το σημάδι του ξένου, είναι ένα ηθικό στίγμα λοιπόν ακριβώς επειδή είναι αγιάτρευτο. Τόσο στην ελληνορωμαϊκή όσο και στην ιουδαιοχριστιανική σκέψη, όποιος αποδεσμεύεται από τη συγκυρία, όποιος ζει σαν ξεριζωμένος, μπορεί να γίνει κανονικό ανθρώπινο ον. Περιπλανώμενος στον κόσμο, μεταμορφώνεται ο ίδιος. Απελευθερώνεται από την τυφλή συμμετοχή, και η αναζήτησή του γίνεται πιο βαθιά. Τα δύο τραύματα στο σώμα του βασιλιά Οιδίποδα αντιπροσωπεύουν μια θεμελιώδη σύγκρουση στον πολιτισμό μας ανάμεσα στις αξιώσεις αλήθειας του τόπου και των καταβολών, από τη μια, και τις αλήθειες που ανακαλύπτει κανείς όταν γίνεται ξένος, από την άλλη.[7]

richard sennettΑυτό είναι το πλαίσιο, καταλήγει ο Σέννετ, στο οποίο πρέπει να εντάξουμε τα πάθη του νεωτερικού εθνικισμού, με την έμφαση που δίνει στο να μοιράζονται άνθρωποι όμοιοι μεταξύ τους την αξιοπρέπεια της καθημερινής ζωής, την αξία της ταυτότητας. Τα πάθη αυτά συνηγορούν υπέρ της κοινότητας εις βάρος της αυτομεταμόρφωσης. Από τους ομηρικούς μύθους όμως μέχρι τους αρχαίους τραγικούς και από τους προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης μέχρι τους πρώτους χριστιανούς πατέρες υπήρχε ένα ενάντιο πάθος για εμπειρίες αυτομεταμόρφωσης εις βάρος της κοινότητας, ένα πάθος για εκτοπισμό.[8]

Αντίθετα μ’ όσα πρεσβεύουν ο Χάιντεγκερ κι ο Σμιτ, η απέχθεια προς τον ξένο και η λατρεία του εδάφους δεν είναι η αρχέγονη κανονικότητα την οποία η Νεωτερικότητα ήρθε να εκθρονίσει. Αντίθετα, υπήρξαν ισχυρές αρχαίες παραδόσεις που όχι μόνο απέτιαν σεβασμό στον ξεριζωμένο, αλλά τον θεωρούσαν ένα πληρέστερο ον, καθώς έφερε εν εαυτώ ταυτόχρονα το στίγμα της καταγωγής και το μεγαλείο της περιπλάνησης. Για τους αρχαίους Έλληνες, για τους Εβραίους και τους χριστιανούς, ο ανέστιος και πλάνης έχει αποκτήσει μια γνώση που δεν μπορεί να αποκτήσει ο αυτόχθων· είναι φορέας μιας βαθύτερης και ουσιαστικότερης αλήθειας.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΙΝΑΚΟΥΛΑΣ

[1] Νικήτας Σινιόσογλου, Μαύρες διαθήκες. Δοκίμιο για τα όρια της ημερολογιακής γραφής, Κίχλη, Αθήνα 2018, σελ. 195.

[2] Ό.π., σελ. 201.

[3] Στο Ρίτσαρντ Σέννετ, Ο ξένος. Δύο δοκίμια για την εξορία, μτφρ. Παναγιώτης Σουλτάνης, ΜΙΕΤ, Αθήνα 2015, σελ. 73-143.

[4] Ό.π., σελ. 90.

[5] Ό.π., σελ. 106-107.

[6] Ό.π., σελ. 108-110

[7] Ό.π., σελ. 113.

[8] Ό.π., σελ. 114.

Ο Γαργαντούας strikes back

Joachim_Beuckelaer_-_Keukenscène_met_Christus_en_de_Emmaüsgangers.jpg

Ο Γαργαντούας strikes back

François Rabelais, Γαργαντούας και Πανταγκρυέλ, εισ.-μτφρ.-σχόλ. Φίλιππος Δ. Δρακονταειδής, Εξάντας, Αθήνα 2018, σσ. 321.

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΠΙΝΑΚΟΥΛΑ 

~.~

Τέσσερα μεγάλα εκδοτικά γεγονότα έλαβαν χώρα τον τελευταίο καιρό στην Ελλάδα, όσον αφορά το μυθιστόρημα. Το πρώτο ήταν η αναμενόμενη από πολλού έκδοση του δεύτερου τόμου του Δον Κιχότε ντε λα Μάντσα στην εξαιρετική νέα μετάφραση της Μελίνας Παναγιωτίδου, από τις εκδόσεις της Εστίας. Το δεύτερο ήταν η ολοκλήρωση της μνημειώδους έκδοσης του Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο, με την κυκλοφορία του έβδομου και τελευταίου τόμου, στη μετάφραση των Παύλου Ζάννα και Παναγιώτη Πούλου, και πάλι απ’ τις εκδόσεις της Εστίας. Το τρίτο ήταν η πλήρης έκδοση του υπέροχου Φάμπιαν του Έριχ Κέστνερ, σε μετάφραση Άντζης Σαλταμπάση, από τις εκδόσεις Πόλις. Το τέταρτο, τέλος, που θα μας απασχολήσει εδώ, είναι η επανέκδοση του Γαργαντούα και Πανταγκρυέλ, σε μετάφραση του Φίλιππου Δρακονταειδή, απ’ τη διάσημη «Λευκή σειρά» του Εξάντα.

Το έργο του Φρανσουά Ραμπελαί, όπως τα έργα όλων των μεγάλων συγγραφέων της Αναγέννησης, όπως λόγου χάρη τα έργα του Θερβάντες ή του Σαίξπηρ, επιστρέφει διαρκώς και θα συνεχίσει να επιστρέφει. Και κάθε φορά οι αναγνώστες θα το απολαμβάνουν ξανά και θα βρίσκουν νέες ευκαιρίες χαράς και νέα νοήματα στην ανάγνωσή του. Ο Ραμπελαί έρχεται απ’ τα βάθη των αιώνων, με το ηχηρό γέλιο του και την επαναστατική του αισιοδοξία, έτοιμος να υπονομεύσει κάθε αυθεντία και να γκρεμίσει κάθε κατεστημένη γνώση. Και μας είναι ωφέλιμος και απαραίτητος, όχι μόνο για να ξεκαρδιζόμαστε με τις περιπέτειες των ηρώων του, αλλά και για να βλέπουμε τον κόσμο κριτικά και ελεύθερα, χωρίς προκαταλήψεις, χωρίς παρωπίδες, χωρίς το σκοτάδι που απλώνουν οι αγέλαστοι προπαγανδιστές κάθε εξουσίας.

Ο Ραμπελαί ήταν ένας γιατρός που έβαζε τους ασθενείς να γελάνε με την αρρώστια τους· ένας παπάς που έκανε τους πιστούς να καγχάζουν με βλάσφημα ανέκδοτα· ένας πολιτικός που έσπρωχνε το λαό να χλευάζει τους ηγέτες του· ένας γελωτοποιός που ύμνησε το γέλιο ως τη σοβαρότερη δραστηριότητα του ανθρώπου. Χωρίς τον Ραμπελαί ο σύγχρονος κόσμος δε θα ’χε τη μορφή που έχει, όπως χωρίς τον Αριστοφάνη η αρχαιότητα δε θα ’ταν όπως την ξέρουμε. Το διονυσιακό γέλιο του Ραμπελαί, γεμάτο αγαθότητα αλλά και αφοβία, είναι θεμέλιο του πολιτισμού μας. Χάρη σ’ αυτόν και χάρη σ’ όλους τους μεγάλους κωμωδούς που τον ακολούθησαν, ο σύγχρονος Ευρωπαίος έχει κερδίσει το δικαίωμα να γελοιοποιεί κάθε κατεστημένη πολιτική, θρησκευτική, κοινωνική και ιδεολογική εξουσία. Γιατί ο Ραμπελαί μάς δίδαξε ότι κάθε εξουσία μέλλει να πεθάνει και ν’ αντικατασταθεί από κάποια άλλη. Καμία εξουσία δεν είναι αιώνια. Αιώνια είναι μόνο η ανθρωπότητα. Σήμερα, μετά τις πιο απόλυτες εξουσίες που υπήρξαν ποτέ, μετά τη ναζιστική και τη σταλινική δικτατορία, οι οποίες κατέρρευσαν κι εξαφανίστηκαν και περιήλθαν στην οριστική λήθη, το μάθημα του Ραμπελαί παραμένει επίκαιρο. Καμία εξουσία αγέλαστων τυράννων δεν μπορεί να ζήσει αιώνια. Και αυτό ισχύει και για τη σκοταδιστική ισλαμιστική βία, για τα αυταρχικά και ανελεύθερα καθεστώτα της εποχής μας, ακόμα και για τη στενόμυαλη οικονομίστικη διαχείριση των δυτικών ελίτ. Και αυτές οι εξουσίες θα αφανιστούν κάποια μέρα, όπως αφανίστηκαν πολλοί χειρότεροι δικτάτορες. Ο Ραμπελαί όμως θα συνεχίσει να γελά, ηχηρά και καλόκαρδα, χλευάζοντας τη σιγουριά, την αγελαστία, τη μάταιη εξουσιολαγνεία τους.

Francois-Rabelais-4Στον Ραμπελαί βρίσκουμε συμπυκνωμένα τα ωραιότερα στοιχεία της αναγεννησιακής λογοτεχνίας: την οργιώδη φαντασία και τη βαθιά αγάπη για τον άνθρωπο, για την ανθρωπότητα συνολικά και για τον κάθε άνθρωπο ειδικά. Ο Ραμπελαί δημιουργεί υπέροχους ουτοπικούς κόσμους και εγκαθιστά εκεί τον άνθρωπο, εν μέσω μιας επίγειας Εδέμ, όπου το σώμα και το πνεύμα συμφιλιώνονται και απολαμβάνουν χωρίς ενοχή. Πώς μπορεί, για παράδειγμα, να μη θαυμάσει κανείς μία από τις ωραιότερες ουτοπίες, έναν απ’ τους πιο εντυπωσιακούς επίγειους παραδείσους που συνέλαβε ποτέ ανθρώπινος νους: τη χώρα του Θελήματος (Pays de Thélème)! Εκεί, στο μοναστήρι που ίδρυσε ο Γαργαντούας για τον αδερφό Ιωάννη, τον αγαπημένο του σύντροφο, όρισαν να μην υπάρχουν ούτε τείχη που να περικλείουν το χώρο ούτε ρολόγια που να περιορίζουν το χρόνο, και να γίνονται όλοι δεκτοί, άντρες και γυναίκες, ελεύθεροι να έρθουν και να φύγουν όποτε θελήσουν.

Όλη τους η ζωή ήταν καθορισμένη όχι από νόμους, καταστατικά ή κανονισμούς, αλλά σύμφωνα με τη θέληση και το αυτεξούσιό τους. Σηκώνονταν από το κρεβάτι όποτε τους άρεσε, έπιναν, έτρωγαν, εργάζονταν, κοιμούνταν, όταν τους ερχόταν η όρεξη. Κανείς δεν τους ξυπνούσε, κανείς δεν τους ζόριζε ούτε για να πιουν ούτε για να φάνε ούτε για να κάνουν οτιδήποτε άλλο. Έτσι το είχε καθιερώσει ο Γαργαντούας. Ο κανονισμός τους δεν ήταν άλλος από το ακόλουθο άρθρο:

ΚΑΝΕ Ο,ΤΙ ΘΕΛΗΣΕΙΣ[1]

Ο Ραμπελαί είναι προφήτης και συνδημιουργός, μαζί με τους άλλους μεγάλους ουμανιστές, ενός πραγματικά νέου κόσμου, ενός κόσμου πιο ελεύθερου, πιο δημοκρατικού, πιο αισιόδοξου. Ο Ραμπελαί, ο Έρασμος, ο Σαίξπηρ, ο Μπος και ο Μπρέγκελ, όλοι οι λόγιοι και οι καλλιτέχνες της Αναγέννησης, έφεραν το πνεύμα των Νέων Χρόνων και οδήγησαν την Ευρώπη σε μια κοσμογονική αλλαγή.

~.~

Η μετάφραση του Γαργαντούα απ’ τον Φίλιππο Δρακονταειδή, με πλούσια εισαγωγή και σημειώσεις, είχε κυκλοφορήσει αρχικά απ’ τις εκδόσεις Πατάκη το 1988. Στη συνέχεια, ο Δρακονταειδής μετέφρασε και τον Πανταγκρυέλ· και τα δύο βιβλία εκδόθηκαν μαζί απ’ το Γαλλικό Ινστιτούτο Αθηνών το 1994. Τα δύο ραμπελικά βιβλία επανεκδόθηκαν το 2004 απ’ την Εστία, και σήμερα, αναθεωρημένα και εμπλουτισμένα, στην οριστική τους μορφή απ’ τον Εξάντα.

Για να εκτιμηθεί η τεράστια σημασία της μετάφρασης του Δρακονταειδή και ο κόπος που κατέβαλε για να γυρίσει στη γλώσσα μας τον Ραμπελαί, πρέπει να επισημανθεί, καταρχάς, ότι ο μέγας Γάλλος μυθιστοριογράφος άργησε πάρα πολύ να βρει το δρόμο του προς τη γλώσσα και τη λογοτεχνία μας. Έπρεπε να περάσουν πάνω από τέσσερις αιώνες απ’ τη στιγμή που πρωτοείδε το φως ο Πανταγκρυέλ, ο βασιλιάς των Διψωδών (1532), προτού εμφανιστεί στα ελληνικά ένα ανθολόγιο μ’ επιλεγμένα αποσπάσματα, σε μετάφραση Σπύρου Σκιαδαρέση (Γαλλικό Ινστιτούτο Αθηνών 1950). Η μετάφραση του Σκιαδαρέση είναι ακριβής και ωραία γλωσσικά. Είναι όμως ελλιπής και λογοκριμένη, και παρουσιάζει συνεπώς διαστρεβλωμένο ένα βασικό στοιχείο της γραφής του Ραμπελαί: την απόλυτα ελεύθερη χρήση της γλώσσας, που δε διστάζει να περιγράψει με ανατομική ακρίβεια τη σεξουαλική ζωή των ηρώων του και απολαμβάνει ιδιαίτερα τις σκατολογικές λεπτομέρειες. Ο Δρακονταειδής, αντίθετα, όχι μόνο μεταφράζει με ακρίβεια και πληρότητα, αλλά διασώζει ακριβώς αυτή την ελευθεροστομία, που είναι το αναγκαίο συμπλήρωμα της απόλυτης πνευματικής αφοβίας του Ραμπελαί.

Τι ήταν αυτό που εμπόδισε τη μετάφραση και την υποδοχή του ραμπελαισιανού έργου στην Ελλάδα; Όπως έχει επισημάνει η Σεσίλ Ιγγλέση Μαργέλλου σε παλιότερη ωραία βιβλιοκρισία της για τη μετάφραση του Δρακονταειδή, ένα πολύ σημαντικό εμπόδιο ήταν σαφώς η γλώσσα,

το δυσνόητο και δυσμετάφραστο ραμπελαιικό ιδίωμα: αρχαϊκά γαλλικά σε αδιαφοροποίητη ακόμη, πρωτεϊκή μορφή […] ένα δύσκολο να περιγραφεί μάγμα λόγιας και δημώδους γλώσσας, κατάμεστο από ντοπιολαλιές, επαγγελματικά ιδιόλεκτα, λογοπαίγνια, νεολογισμούς, λατινισμούς, ελληνισμούς (ο Ραμπελαί προίκισε τα γαλλικά με πλήθος λέξεις ελληνικής προέλευσης, όπως olympiade, microcosme, encyclopedie, κτλ.) […][2]

Πιο σημαντικός λόγος όμως ήταν η αφοβία και η ανατρεπτικότητα του μυθιστορήματος του Ραμπελαί,

η άκρατη ελευθεριότητα αλλά και ελευθερία του ραμπελαιικού λόγου. H πιο χυμώδης αθυροστομία επιστρατεύεται, αφενός, για να αναδείξει με μπουφόνικη και ενθουσιώδη εμμονή τις πεζότερες σωματικές ανάγκες, για να εστιάσει με ασύστολη πληθωρικότητα στο φαγητό, στο πιοτό, στην πεολατρεία, στα κωλοσφούγγια, στην αποπάτηση […] H ίδια αδρή και συχνά βίαιη γλώσσα επιστρατεύεται, αφετέρου, για να στηλιτεύσει σατιρίζοντας τα κληροδοτήματα της «σκοτεινής εποχής των Γότθων», τους αρτηριοσκληρωτικούς θεσμούς, τον παπισμό της Ρώμης (αλλά και τον καλβινισμό της Γενεύης), τον λογιοτατισμό και την αμάθεια, τον σκοταδισμό, την απληστία, τη σεμνοτυφία· γλώσσα δριμεία εναντίον πάντων των «αγελάστων» (ας μην ξεχνάμε, εγγύτερα σ’ εμάς, την Πάπισσα Ιωάννα), εναντίον αυτών που ο Ραμπελαί αποκαλεί «θρησκομανείς, σαλιγκαρομανείς, υποκριτές, ψευδευλαβείς, πορνευλαβείς…» (Πανταγκρυέλ, κεφ. 34), εναντίον των «Σορβονάγρων» θεολόγων, πρωτίστως, που του ανταπέδωσαν τη φιλοφρόνηση καταδικάζοντας κατ’ επανάληψιν τα βιβλία του ως άσεμνα και αιρετικά. Αν λοιπόν τα έργα του Ραμπελαί παρέμειναν επί μακρόν αμετάφραστα, ήταν αναμφίβολα και λόγω της ανατρεπτικής τους σκέψης – ανατρεπτικής τότε, ανατρεπτικής ακόμη και σήμερα![3]

Η λογοτεχνία μας, για λόγους που πρέπει ν’ αναζητηθούν ίσως στην κοινωνιολογία ή την κοινωνική ιστορία του νέου ελληνισμού, παρέμεινε επί μακρόν, και μέχρι σήμερα σχεδόν, σοβαρή και σοβαροφανής. Το χαμηλό και λαϊκό, το καθαυτό κωμικό, δυσκολεύτηκε, και δυσκολεύεται ακόμα, να περάσει το κατώφλι της υψηλής λογοτεχνίας.

gargantoyas-kai-pantagkryel-9786185370152-200-1345818Ιδιαίτερο ενδιαφέρον, όσον αφορά τη μετάφραση του ραμπελαισιανού μυθιστορήματος, έχει η απόδοση των κυρίων ονομάτων. Ο Ραμπελαί εξαντλεί τη γλωσσοπλαστική του δεινότητα και το οργιαστικό χιούμορ του στη σύνθεσή τους. Έτσι, ο μεταφραστής καλείται να βρει λύσεις ώστε να διατηρηθεί αυτό το καταιγιστικό χιούμορ και ταυτόχρονα η σημασία των ονομάτων, που συνδέεται άμεσα με τα συμφραζόμενα της αφήγησης. Εδώ οι επιδόσεις του Δρακονταειδή, όπως επεσήμανε και η Μαργέλλου στην προαναφερθείσα βιβλιοκρισία της, είναι ιδιαίτερα υψηλές. Ας πάρουμε για παράδειγμα την ευφυέστατη απόδοση του Janotus de Bragmardo ως Ιωαννίκιου Κοντοπεοφόρου. Ο Ιωαννίκιος είναι εκπρόσωπος της Θεολογικής Σχολής του Παρισιού και στο πρόσωπό του ο Ραμπελαί σατιρίζει την επηρμένη σοφία των καθηγητών, την οσφυοκαμψία τους μπροστά στην εξουσία και τη διαπλοκή τους μ’ αυτήν, όπως επίσης και την ανοησία και στενομυαλιά τους. Ο Ραμπελαί έχει εκλατινίσει το γαλλικό όνομα Jeannot de Braquemart, όπως εξηγεί ο Δρακονταειδής στο σχετικό σχόλιό του (σελ. 353, σχόλιο 172). Braquemart ονομαζόταν ένα κοντό και φαρδύ ξίφος. Ταυτόχρονα όμως με αυτή τη λέξη υπονοούνταν ο άντρας που έχει μικρό πέος. Αναλογικά λοιπόν με το ξιφοφόρος, και το κοντοξιφοφόρος, όπως θα έπρεπε να ονομαστεί ο Ιωαννίκιος, ο Δρακονταειδής τον ονομάζει κοντοπεοφόρο. Έτσι, διατηρεί το αστείο του Ραμπελαί, που υποβιβάζει και διακωμωδεί την υψηλή θέση και το σεβασμό που υποτίθεται πως απολαμβάνει ένας πανεπιστημιακός καθηγητής της θεολογίας.[4]

Άλλη ακριβής, και ταυτόχρονα πανέμορφη, απόδοση ονόματος είναι ο Frère Jean des Entommeures, που γίνεται, στη μετάφραση του Δρακονταειδή, αδελφός Ιωάννης ο Λιανιστής. Ο Σπύρος Σκιαδαρέσης το είχε αποδώσει ως Ιωάννης ο Πετσοκόφτης. Ο Δρακονταειδής, όπως εξηγεί στο σχετικό σχόλιό του (σελ. 361, σχόλιο 237), προτιμά το «λιανιστής», ώστε να συσχετιστεί με τη λέξη entamures, δηλαδή «κάνω κομματάκια». Η συσχέτιση έχει ιδιαίτερη σημασία, γιατί στον Ραμπελαί, και ειδικά στα επεισόδια στα οποία πρωταγωνιστεί ο αδελφός Ιωάννης, συνδέονται η κουζίνα, τα κουζινικά σκεύη και η μαγειρική γενικά με τη μάχη, την εξόντωση και το κομμάτιασμα των αντιπάλων. Ο πολεμιστής σφάζει και κομματιάζει τους εχθρούς του, όπως ο μάγειρας κομματιάζει το κρέας για να το κάνει κιμά. Και όλα αυτά βέβαια συνδέονται με την ανατομία του ανθρώπινου σώματος, την οποία ο Ραμπελαί, ως άνθρωπος της Αναγέννησης και ως γιατρός, πραγματικά λάτρευε. Σε όλο του το έργο υπάρχουν λεπτομερείς απαριθμήσεις των ανθρώπινων μελών και οργάνων, εξωτερικών και εσωτερικών. Στο κεφάλαιο 27 του Γαργαντούα μάλιστα, όπου ο αδερφός Ιωάννης κάνει την εντυπωσιακή του είσοδο στο μυθιστόρημα, επιτίθεται με αδάμαστη ορμή και κυριολεκτικά λιανίζει τους εισβολείς, που καταστρέφουν τον αμπελώνα του μοναστηριού και απειλούν να στερήσουν τους μοναχούς από τον απαραίτητο για τη θεία λειτουργία αλλά και για την κρασοκατάνυξη οίνο. Παρόμοια ισχύουν και για άλλα ονόματα: Songecreux – Κουφιόνειρας, Jousse Bandouille – Ιούσιος Καυλαρχίδης, Trepelu – Σκοροφαγωμένος, Touquedillon – Απαλαργαχτύπας, Raquedenare – Ξεστροδηνάριος, Engoulevent – Καταπιαέρας κ.ά.

Αξίζει να τονιστεί και να επαινεθεί, πάνω απ’ όλα, η λεπτή ισορροπία μεταξύ σεβασμού και ελευθερίας με την οποία αντιμετώπισε ο Δρακονταειδής το ραμπελαισιανό κείμενο. Μεταφράζει με ακρίβεια το γαλλικό πρωτότυπο, χωρίς να παραλείπει ή να διασκευάζει κανένα σημείο και χωρίς βέβαια να λογοκρίνει τον άφοβο βλάσφημο λόγο του συγγραφέα. Ταυτόχρονα, δεν μένει προσκολλημένος στο γράμμα του κειμένου, αλλά κατορθώνει να αποδώσει το πνεύμα του και να δημιουργήσει ένα αυτόνομο λογοτεχνικό κείμενο στα νέα ελληνικά. Η μετάφραση του Δρακονταειδή διαβάζεται ευχάριστα και χωρίς προσκόμματα. Είναι μια πραγματική μετακένωση του γαλλικού αριστουργήματος στη γλώσσα υποδοχής του.

Οι Έλληνες λάτρεις της μυθιστοριογραφίας δεν μπορούμε παρά να υποδεχτούμε με γαργαντουική χαρά την επανέκδοση του ραμπελικού έργου στα ελληνικά και να συγχαρούμε τόσο τον μεταφραστή όσο και τις εκδόσεις Εξάντας για την προσφορά τους στα γράμματα. Και βέβαια να ευχηθούμε αυτή η σπουδαία προσπάθεια να συμπληρωθεί μελλοντικά με τη μετάφραση του Τρίτου, του Τέταρτου και του Πέμπτου Βιβλίου του μυθιστορήματος, ώστε να έχουμε επιτέλους στα ελληνικά όλον τον Ραμπελαί, καθώς πλησιάζουμε στην επέτειο των πεντακοσίων χρόνων απ’ την πρώτη έκδοση του Πανταγκρυέλ. Ελάτε λοιπόν, όλοι οι λάτρεις του μυθιστορήματος, φτωχοί, ταλαιπωρημένοι κι αποτυχημένοι, λαίμαργοι, μέθυσοι, πόρνοι, περιγελαστές, δεύτε λάβετε τούτο το γελαστικό βάλσαμο, που θεραπεύει πάσαν νόσον και πάσαν μαλακίαν!

ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΙΝΑΚΟΥΛΑΣ


[1] François Rabelais, Γαργαντούας και Πανταγκρυέλ, εισ.-μτφρ.-σχόλ. Φίλιππος Δ. Δρακονταειδής, Εξάντας, Αθήνα 2018, σε. 321.

[2] Σεσίλ Ιγγλέση Μαργέλλου, «Γιγαντογραφημένα πάθη», εφ. Το Βήμα, 21.11.2004.

[3] Ό.π.

[4] Ας αναφερθεί εδώ και η μεταφραστική επιλογή του Σκιαδαρέση, εξίσου επιτυχής κατά την άποψή μας: o Janotus de Bragmardo αποδίδεται ως Ιωαννίκιος Σπαθοβάζης. Το υπονοούμενο είναι λιγότερο προφανές, αλλά σαφές και ακούγεται ωραίο στα ελληνικά.

Ένας σκύλος δεμένος στην αυλή του αφέντη του και άλλες παπαδιαμαντικές παραβολές

Giacomo_Balla,_1912,_Dynamism_of_a_Dog_on_a_Leash,_oil_on_canvas,_89.8_x_109.8_cm,_Albright-Knox_Art_Gallery.jpg

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΠΙΝΑΚΟΥΛΑ

Στην αρχή του παπαδιαμαντικού διηγήματος «Όνειρο στο κύμα», ο αφηγητής παρομοιάζει την κατάστασή του μ’ ένα σκυλί δεμένο στην αυλή του αφεντικού του:

Καθὼς ὁ σκύλος, ὁ δεμένος μὲ πολὺ κοντὸν σχοινίον εἰς τὴν αὐλὴν τοῦ αὐθέντου του, δὲν ἠμπορεῖ νὰ γαυγίζῃ οὔτε νὰ δαγκάσῃ ἔξω ἀπὸ τὴν ἀκτῖνα καὶ τὸ τόξον τὰ ὁποῖα διαγράφει τὸ κοντὸν σχοινίον, παρομοίως κ᾽ ἐγὼ δὲν δύναμαι οὔτε νὰ εἴπω, οὔτε νὰ πράξω τίποτε περισσότερον παρ᾽ ὅσον μοῦ ἐπιτρέπει ἡ στενὴ δικαιοδοσία, τὴν ὁποίαν ἔχω εἰς τὸ γραφεῖον τοῦ προϊσταμένου μου.[1]

Ο ήρωας του διηγήματος, φτωχός υπάλληλος στο γραφείο μεγαλοδικηγόρου και πολιτευτή της Αθήνας, αισθάνεται δέσμιος του εργοδότη του. Δεν μπορεί να πει ή να πράξει κάτι περισσότερο απ’ όσο του επιτρέπει η υπαλληλική του ιδιότητα. Στο τέλος του διηγήματος, αφού αναπολήσει την ευτυχία και την ελευθερία της νεότητάς του στα βουνά της πατρίδας του και τον έρωτά του για τη Μοσχούλα, επιστρέφει στη σκληρή τωρινή πραγματικότητα:

Καὶ τώρα, ὅταν ἐνθυμοῦμαι τὸ κοντὸν ἐκεῖνο σχοινίον, ἀπὸ τὸ ὁποῖον ἐσχοινιάσθη κ᾽ ἐπνίγη ἡ Μοσχούλα, ἡ κατσίκα μου, καὶ ἀναλογίζωμαι τὸ ἄλλο σχοινίον τῆς παραβολῆς, μὲ τὸ ὁποῖον εἶναι δεμένος ὁ σκύλος εἰς τὴν αὐλὴν τοῦ ἀφέντη του, διαπορῶ μέσα μου ἂν τὰ δύο δὲν εἶχαν μεγάλην συγγένειαν, καὶ ἂν δὲν ἦσαν ὡς «σχοίνισμα κληρονομίας» δι᾽ ἐμέ, ὅπως ἡ Γραφὴ λέγει.[2]

Το συγκεκριμένο χωρίο και ιδιαίτερα η λέξη παραβολή έχουν προκαλέσει αρκετό πονοκέφαλο στους μελετητές του Παπαδιαμάντη. Ποια είναι η παραβολή στην οποία αναφέρεται ο Παπαδιαμάντης; Και γιατί την αναφέρει εδώ;

~.~

Ήδη στην κριτική έκδοση του Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλου, στο υπόμνημα παραλλήλων, προτείνεται ως πιθανή πηγή το χωρίο Παροιμιών 7,22. Εκεί διαβάζουμε:

ὁ δὲ ἐπηκολούθησεν αὐτῇ κεπφωθείς,
ὥσπερ δὲ βοῦς ἐπὶ σφαγὴν ἄγεται
καὶ ὥσπερ κύων ἐπὶ δεσμοὺς

κι εκείνος έπεσε στην παγίδα και την ακολούθησε,
όπως ακριβώς ένα βόδι που οδηγείται στη σφαγή
και σαν σκυλί δεμένο

Ο βιβλικός συγγραφέας αφηγείται μια σκηνή αποπλάνησης. Ο «κεπφωθείς» άντρας ακολουθεί την πλανεύτρα σαν ζώο που το πάνε για σφάξιμο και σαν σκυλί δεμένο. Ούτε το περιεχόμενο του χωρίου ούτε και η έκφραση φαίνεται να ταιριάζουν με το παπαδιαμαντικό κείμενο. Ο Παπαδιαμάντης δε μιλά για τη θανάσιμη γοητεία κάποιας γυναίκας· εκτός αν θεωρήσουμε ότι εννοεί τη Μοσχούλα, πως τάχα εκείνη τον κρατούσε δεμένο σαν σκυλί. Κάτι τέτοιο όμως δε συμφωνεί με το γενικό νόημα του διηγήματος. Επιπλέον, ο συγγραφέας των Παροιμιών κάνει λόγο απλώς για «δεμένο σκυλί», χωρίς να αναφέρεται κανένας αφέντης που το έχει δέσει στην αυλή του.

Με την ερμηνεία του παπαδιαμαντικού χωρίου ασχολείται επίσης η Αγγέλα Καστρινάκη στην πρόσφατη μελέτη της «Έρως νάρκισσος, έρως θείος: όψεις του έρωτα στο έργο του Παπαδιαμάντη».[3] Σύμφωνα με την Καστρινάκη, το «αίνιγμα του σχοινιού» είναι ο

πιο δύσκολο[ς] γρίφο[ς] που μας ζητά να λύσουμε ο συγγραφέας. Στο κείμενο γίνεται λόγος για κάποια παραβολή, κάτι τέτοιο ωστόσο δεν απαντά στην Καινή Διαθήκη (στην Παλαιά Διαθήκη συναντάμε ένα χωρίο με άνθρωπο που άγεται στη μοιχεία σαν σκύλος, αλλά δεν αντιστοιχεί στα δικά μας δεδομένα με το κοντό σχοινί). Ίσως λοιπόν να πρόκειται για έναν μύθο του Αισώπου, όπου πράγματι ένας σκύλος είναι δεμένος με κοντό σχοινί. Συγκεκριμένα: ισχνός λύκος συναντά καλοθρεμμένο σκύλο στο υποστατικό του αφέντη του, ο δεύτερος όμως του δείχνει το λουρί του και του εξηγεί με θλίψη πού οφείλεται η καλοταϊσμένη όψη του.[4]

Η Καστρινάκη, όπως κι εμείς παραπάνω, απορρίπτει τη συγγένεια του παπαδιαμαντικού χωρίου με το παλαιοδιαθηκικό. Αντιπροτείνει έναν μύθο του Αισώπου, αν και διατηρεί τις αμφιβολίες της: «Ο αφηγητής μας δεν λέει βέβαια ακριβώς αυτό».[5]

Κατά την άποψή μας, το ερμηνευτικό αδιέξοδο οφείλεται στη λανθασμένη εξήγηση της λέξης παραβολή. Η Καστρινάκη, όπως πιθανόν προηγουμένως και ο Τριανταφυλλόπουλος, αποδίδουν στην παραβολή την έννοια του μύθου, της αλληγορικής διήγησης, την έννοια δηλαδή που έχει η παραβολή στο Ευαγγέλιο. Η παραβολή όμως δεν έχει μόνο αυτή τη σημασία. Παραβολή σημαίνει και σύγκριση, αντιπαραβολή, παραλληλισμός και, συνεπώς, παρομοίωση. Στο σχετικό λήμμα του Λεξικού Δημητράκου διαβάζουμε:

παραβολή (ἡ) κ. μσν., νεώτ. κ. δημ., παράθεσις πρὸς σύγκρισιν, ἀντιβολή, ἀντιπαραβολή […] 2) σύγκρισις, παραλληλισμός, ἀναλογία […] 3) π. ρήτορσι, παρομοίωσις, ὁμιλία περιέχουσα παραστάσεις γνωστῶν καὶ συμβαινόντων πραγμάτων […] 4) κ. μσν., νεώτ. κ. δημ., ἀλληγορική ἁπλῆ διήγησις ἐκ τοῦ καθόλου βίου πρὸς εἰκονικὴν παράστασιν ἠθικῆς τινος διδασκαλίας, γεν. λόγος τροπικῶς καὶ εἰκονικῶς ἐκφερόμενος δι’ ἀλληγοριῶν καὶ παροιμιῶν […]

Η πρώτη και κύρια σημασία της παραβολής είναι η σύγκριση και η παρομοίωση, και μόλις η τέταρτη σημασία είναι η αλληγορική διήγηση. Με αυτή τη σημασία, της παρομοίωσης, χρησιμοποιεί, κατά τη γνώμη μας, τη λέξη ο Παπαδιαμάντης. Προς επίρρωσιν του συλλογισμού μας θα ανατρέξουμε, στη συνέχεια, σε άλλα σημεία του παπαδιαμαντικού corpus όπου συναντούμε τη λέξη παραβολή.

Το πρώτο τέτοιο σημείο βρίσκεται στη Γυφτοπούλα, όπου διαβάζουμε:

Τρίτον ἡ Ἀϊμὰ παραβάλλεται μὲ Νεράϊδα, «μίαν τῶν ὡραίων, πονηρῶν καὶ τρομερῶν ἐκείνων νυμφῶν, δι᾽ ὧν ἡ φαντασία τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ οἰκίζει μέχρι τῆς σήμερον πάντα τὰ σπήλαια καὶ τοὺς δρυμῶνας». Ὅσον λαμπρὰ καὶ ἂν φαίνεται ἡ παραβολὴ αὕτη, κατ᾽ ἐμέ, εἶναι ἄκαιρος καὶ ἀπροσφυής.[6]

Ο συγγραφέας καταγγέλλει την παρανάγνωση ενός επίδοξου μεταφραστή της Γυφτοπούλας, ο οποίος παρομοιάζει την πρωταγωνίστρια Αϊμά με νεράιδα και νύμφη. Η παρομοίωση (παραβολή) αυτή, μας λέει, μπορεί να φαίνεται λαμπρή, αλλά είναι άκαιρη και ακατάλληλη. Όπως είναι φανερό, η παραβολή δε θα μπορούσε εδώ να έχει την έννοια της αλληγορικής διήγησης.

Το δεύτερο χωρίο που μας ενδιαφέρει είναι από τη «Μαυρομαντηλού». Εκεί ο ξάδερφος του αφηγητή Γιαννιός έχει το ωραιότερο περιβόλι στο χωριό:

Ὁποῖον λαμπρόν, ἀχανές, μεγαλοπρεπὲς περιβόλι! Καὶ πόσον δίκαιον εἶχεν ὁ θεῖος Ὅμηρος νὰ θέσῃ ἐκ παραλλήλου τὰς δύο παραβολὰς τῶν κυμάτων τῆς θαλάσσης καὶ τοῦ ἀγροῦ μὲ τοὺς κομῶντας ἀστάχυς!

Κινήθη δ᾽ ἀγορὴ φὴ κύματα μακρὰ θαλάσσης
πόντου Ἰκαρίοιο, τὰ μὲν τ᾽ Εὖρός τε Νότος τε
ὤρορ᾽ ἐπαΐξας πατρὸς Διὸς ἐκ νεφελάων·
ὡς δ᾽ ὅτε κινήσῃ Ζέφυρος βαθὺ λήϊον ἐλθών,
λάβρος ἐπαιγίζων, ἐπὶ τ᾽ ἠμύει ἀσταχύεσσιν,
ὣς τῶν πᾶσ᾽ ἀγορὴ κινήθη…
[7]

Σύμφωνα με τον Παπαδιαμάντη, ο Όμηρος παραθέτει δίπλα δίπλα δύο παραβολές στο συγκεκριμένο απόσπασμα από την Ιλιάδα, μία παραβολή «τῶν κυμάτων τῆς θαλάσσης» και μία παραβολή «τοῦ ἀγροῦ μὲ τοὺς κομῶντας ἀστάχυς». Το απόσπασμα προέρχεται απ’ τη ραψωδία Β, στ. 144-149. Ο Πολυλάς το μεταφράζει ως εξής:

κι ὅλη ἐκινήθ’ ἡ σύνοδος σὰν τοῦ ᾽Ικαρίου πόντου
τ’ ἀγριωμένα κύματα ποὺ ὁ Νότος μὲ τὸν Εὖρον
ἀπὸ τὰ νέφη τοῦ Διὸς ὁρμώντας τὰ σηκώνουν·
ἢ ὅπως τὸ βαθὺ σπαρτὸ μ’ ὅλα τὰ στάχυα κλίνει,
ἂν ἔλθη ξάφνου Ζέφυρος σφοδρὸς νὰ τὸ κινήση,
ὅμοια κινήθ’ ἡ σύνοδος […]

Ο Όμηρος παρομοιάζει τη σύναξη των Αχαιών, που ορμά ασύντακτα και ασυγκράτητα προς τα πλοία, πρώτα με αγριεμένα κύματα που ξεσηκώνονται απ’ τους ανέμους Νότο και Εύρο, και στη συνέχεια με στάχυα που γέρνουν όταν τα φυσά ο Ζέφυρος. Ο Παπαδιαμάντης, επομένως, ονομάζει εδώ παραβολές τις ομηρικές παρομοιώσεις, και όχι βέβαια κάποιες ανύπαρκτες αλληγορικές διηγήσεις.

Ας αναφέρουμε, τέλος, το πιο εύγλωττο, κατά τη γνώμη μας, χωρίο, που αποσαφηνίζει πλήρως την έννοια της παραβολής στον Παπαδιαμάντη:

Δὲν ἦτο ἀνάγκη, φίλε, νὰ ζητήσῃς τόσον πλάτος καὶ βάθος εἰς τὴν ἄκακον ἐκείνην παρομοίωσιν τῆς Νέας. […] Καὶ ὁ μὲν διευθυντὴς τῆς Νέας μὲ παρέβαλε τοὐλάχιστον μὲ διηγηματογράφους, σὺ δέ, θέλων ὁπωσδήποτε ν᾿ ἀντικαταστήσῃς παραβολὴν διὰ παραβολῆς καὶ μὴ εὑρίσκων κανένα διηγηματογράφον οὔτε δευτέρας οὔτε τρίτης οὔτε ἐσχάτης τάξεως, πρὸς ὃν νὰ μὲ κρίνῃς ἄξιον προσεγγίσεως, τελευτῶν μὲ παρέβαλες, πλαγίως καὶ ὑπόπτως καὶ ἑλικοειδῶς, μὲ ἕνα… ᾀσματογράφον! Εἶναι λοιπὸν ἀνάγκη νὰ ὁμοιάζω μὲ κάποιον;[8]

papadiamantis-kontogloyΟ διευθυντής της Νέας Εφημερίδος διαφήμισε σε κάποιο φύλλο τον συνεργάτη του Παπαδιαμάντη παρομοιάζοντάς τον με τον Πόε και τον Ντίκενς. Κάποιος αναγνώστης, που υπέγραφε ως Ζ., διαμαρτυρήθηκε για την υπερβολή της παρομοίωσης, και ο Παπαδιαμάντης του απαντά με τα παραπάνω λόγια. Εδώ η ταυτοσημία και η εναλλαξιμότητα παρομοίωσης και παραβολής είναι ολοφάνερη. Στην αρχή χαρακτηρίζει το σχήμα του διευθυντή «παρομοίωσιν» και λίγο παρακάτω «παραβολήν». Κατηγορεί τον επιστολογράφο ότι αντικαθιστά «παραβολὴν διὰ παραβολῆς», δηλαδή παρομοίωση με παρομοίωση, και ότι τον «παρέβαλε», δηλαδή τον παρομοίασε, με ασματογράφο. Και για να μην υπάρξει καμία αμφιβολία, αρνείται τελικά ότι «ὁμοιάζει» με κάποιον άλλο συγγραφέα. Δηλαδή, ζητά να μην παρομοιάζεται με κανέναν.

Ας επιστρέψουμε τώρα στο «Όνειρο στο κύμα». Στο τέλος του διηγήματος, ο αφηγητής θυμάται το σχοινί απ’ το οποίο «ἐσχοινιάσθη κ᾽ ἐπνίγη» η αγαπημένη του κατσικούλα και το «σχοινίον τῆς παραβολῆς, μὲ τὸ ὁποῖον εἶναι δεμένος ὁ σκύλος εἰς τὴν αὐλὴν τοῦ ἀφέντη του», δηλαδή το «σχοινί της παρομοίωσης», της παρομοίωσης που έκανε ο ίδιος στην αρχή του διηγήματος. Και το ένα σχοινί και το άλλο είναι σημάδια της προσωπικής του δυστυχίας. Το ένα σχοινί σηματοδοτεί το τέλος της ευτυχίας του: με την απώλεια της Μοσχούλας, της αγαπημένης του κατσικούλας, συνδέεται η απώλεια της ομώνυμης κοπέλας, με την οποία ήταν απόλυτα ερωτευμένος, και η έξοδος από τον Παράδεισο. Το δεύτερο σχοινί είναι σημείο της τωρινής του δυστυχίας, της αιχμαλωσίας του στον σύγχρονο, αστικό τρόπο ζωής και στον υπαλληλικό καταναγκασμό. Δεν μπορεί να πάει πουθενά, δεν μπορεί να μιλήσει ή να πράξει αυτοβούλως.

Έτσι, τα δύο σχοινιά τού φέρνουν στον νου το «σχοίνισμα κληρονομίας» που αναφέρει η Βίβλος. Σχοίνισμα κληρονομίας είναι ο κλήρος, το μέρος γης που κληρονομεί κάποιος. Ο Παπαδιαμάντης παίζει με τις λέξεις σχοινί και σχοίνισμα αξιοποιώντας την ετυμολογική συγγένειά τους. Ταυτόχρονα, υπαινίσσεται την πικρή κληρονομιά του, που εικονίζουν αυτά τα δύο σχοινιά. Η ζωή του κύλησε απ’ την ευτυχία του Παραδείσου –στον οποίο ζούσε κατά τη νεότητά του– στην τωρινή δυστυχία και Κόλαση, απ’ την ελευθερία στη δέσμευση και στην αιχμαλωσία. Ο πνιγμός της Μοσχούλας και το δέσιμο του σκυλιού είναι παρομοιώσεις της δυστυχίας στην οποία ζει τώρα ο ίδιος.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΙΝΑΚΟΥΛΑΣ

*Ο υπογραφόμενος οφείλει θερμές ευχαριστίες στον Μιχάλη Καρδαμίτση για τις υποδείξεις του και τη βοήθειά του.

[1] Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Άπαντα, κριτ. έκδ. Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλος, τόμ. Γ΄, Δόμος, Αθήνα 1984, σελ. 262.

[2] Ό.π., σελ. 273.

[3] Η μελέτη περιλαμβάνεται ως επίμετρο στην ανθολογία: Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Ήτον πνοή, ίνδαλμα αφάνταστον, όνειρον… Διηγήματα ερωτικά, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2017, σελ. 173-439.

[4] Ό.π., σελ. 267-268.

[5] Ό.π.

[6] Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Άπαντα, ό.π., τόμ. Α΄, σελ. 633.

[7] Ό.π., τόμ. Β΄, σελ. 154.

[8] «Απάντησις εις τον Ζ. της “Εφημερίδος”», Άπαντα, ό.π., τόμ. Ε΄, σελ. 315-316.

(Πίνακας: G. Balla, Dinamismo di un cane al guinzaglio, 1912)

Ο κλόουν και η υψηλή τέχνη της αποτυχίας

TerBruggen_Bacchanate_wApe_HS9303.jpg

~.~

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΠΙΝΑΚΟΥΛΑ

Το Εγχειρίδιο ενός καλού κλόουν του Ηλία Κουνέλα περιλαμβάνει ενενήντα εννιά στοχασμούς για τον κλόουν.[1] Στην πραγματικότητα, δεν πρόκειται απλώς για στοχασμούς· κάθε εγγραφή ταλαντεύεται ανάμεσα στο στοχασμό και την ποιητική φράση.

Σε πολλές περιπτώσεις, μπορούμε να διακρίνουμε όλα τα στοιχεία της ποίησης: τους στίχους και τις στροφές, τη μεταφορική χρήση της γλώσσας, τον λυρισμό. Επίσης, οι στοχασμοί του συγγραφέα είναι ταυτόχρονα και συμβουλές για κάποιον που θέλει να γίνει καλός κλόουν, αφού το βιβλίο τιτλοφορείται εγχειρίδιο, δηλαδή διδακτικό βοήθημα και εισαγωγικό εγκόλπιο. Κάθε στοχασμός λοιπόν είναι μια παρατήρηση, μια λυρική εικόνα ή μια συμβουλή προς μέλλοντες κλόουν, και έχει να κάνει πάντα με την εμφάνιση και τη συμπεριφορά του κλόουν.

Θα μπορούσαμε να διακρίνουμε τρία επίπεδα ανάγνωσης του Εγχειριδίου. Στο πρώτο επίπεδο ο συγγραφέας μιλά για τον κλόουν επί σκηνής, για τη θέση του κλόουν μέσα στη θεατρική παράσταση. Δηλαδή, δίνει συμβουλές πώς πρέπει να ντύνεται, πώς πρέπει να αισθάνεται, πώς πρέπει να κινείται και τι γκριμάτσες πρέπει να κάνει ένας κλόουν. Σ’ ένα δεύτερο επίπεδο μιλά για τον κλόουν εκτός σκηνής, για τον κλόουν στη ζωή. Θέμα του βιβλίου γίνεται ο ανθρώπινος τύπος του κλόουν, ο κλόουν ως πρακτική του βίου και ως κοσμοθεωρία. Όπως σε κάποιες στιγμές της ζωής μας αντιλαμβανόμαστε τον εαυτό μας ως τραγικό ήρωα ή γενναίο ιππότη, έτσι σε κάποιες άλλες περιπτώσεις λειτουργούμε ως γελωτοποιοί ή κλόουν. Αυτή την τελευταία περίπτωση πραγματεύεται εδώ ο συγγραφέας. Τέλος, στο τρίτο επίπεδο, μιλά για τον ίδιο του τον εαυτό. Αποκαλύπτει κάποιες πλευρές της προσωπικότητάς του. Έτσι, το βιβλίο γίνεται ενός είδους αυτοβιογραφία. Ο Ηλίας φοράει, για παράδειγμα, πάντα παπιγιόν. Και στο στοχασμό 95 διαβάζουμε:

Ο νεαρός κλόουν
φοράει πάντα παπιγιόν
που συμβολίζει το άπειρο
και τον άπειρο μαζί

Ο βετεράνος κλόουν
φοράει πάντα γραβάτα
που συμβολίζει τον κόμπο
της αυτοκτονίας

Η εικόνα του κλόουν είναι γνωστή σε όλους μας, ή στους περισσότερους από εμάς, χάρη στις ταινίες του Τσάρλι Τσάπλιν ή από το τσίρκο. Ο Τσάπλιν δημιούργησε έναν από τους πιο αγαπητούς και αναγνωρίσιμους ήρωες του κινηματογράφου, αξιοποιώντας όλα τα γνωρίσματα του κλόουν. Ποιον δε συγκινούν οι περιπέτειες του φτωχού περιθωριακού με τους παιδικούς τρόπους και την αγαθή καρδιά; Σαν καλός κλόουν, ο Σαρλό κατά κανόνα δε μιλά, αλλά δείχνει με τις κινήσεις και τις γκριμάτσες του τα συναισθήματά του.

Αλλά και οι κλόουν των τσίρκων είναι επίσης πολύ δημοφιλείς. Παρεμβάλλονται ανάμεσα στα εντυπωσιακά νούμερα των ταχυδακτυλουργών, των θηριοδαμαστών και των ακροβατών και κάνουν τους θεατές να ξεκαρδίζονται με τα απλά τεχνάσματα και τ’ αστεία τους. Κατά κάποιο τρόπο, προσγειώνουν τον θεατή στην πραγματικότητα μετά από τις υψηλές πτήσεις των ζογκλέρ.

Ηλίας ΚουνέλαςΤο Εγχειρίδιο ενός καλού κλόουν έχει ως θέμα του τον κλόουν του θεάτρου, που συγγενεύει μεν με τον κλόουν του τσίρκου και του κινηματογράφου, αλλά διαφέρει κιόλας απ’ αυτόν. Στο θέατρο διακρίνονται τρία είδη κλόουν: ο Λευκός, ο Αύγουστος και ο Καρατερίστας. Ο Λευκός είναι ο αρχαιότερος και πιο αναγνωρίσιμος κλόουν. Κατάγεται από τον Πιερότο της Κομέντια ντελ άρτε. Το πρόσωπό του είναι βαμμένο λευκό και ντύνεται στην τρίχα. Είναι σοβαρός και έξυπνος. Είναι ο ανώτερος στην ιεραρχία των κλόουν. Αντίθετα, ο Αύγουστος προέρχεται απ’ τον Αρλεκίνο. Είναι χαζούλης και αστείος. Βάφει το πρόσωπό του ροζ ή στο χρώμα του δέρματος. Τα ρούχα και τα παπούτσια του είναι μικρότερα ή μεγαλύτερα απ’ όσο πρέπει, κι έτσι προκαλεί το γέλιο ήδη με την εμφάνισή του. Είναι ο δεύτερος στην ιεραρχία των κλόουν και συνήθως εμφανίζεται ζευγαρωτά με τον Λευκό. Ο Αύγουστος είναι ατζαμής και τα κάνει όλα λάθος, προκαλώντας διαρκώς προβλήματα στον Λευκό. Ο Καρατερίστας, τέλος, παίζει έναν χαρακτήρα: έναν αστυνομικό, έναν γιατρό, έναν μάγειρα, μια γριά, ένα μωρό κ.λπ.

~.~

Ο συγγραφέας εκφράζει την προτίμησή του για τον πιο αστείο και σκανταλιάρη κλόουν, τον Αύγουστο. Αυτός είναι ο πραγματικός κλόουν, μας λέει στο στοχασμό 96:

Ο πραγματικός κλόουν
είναι πάντα ο Αύγουστος

ο Λευκός κι ο Καρατερίστας
δεν είναι χωρίς αυτόν

Άλλωστε, οι περισσότεροι στοχασμοί του περιγράφουν έναν χαζούλη και κωμικό κλόουν: «Ο κλόουν δεν καταλαβαίνει τίποτα» (σελ. 16), αλλά «ξεκαρδίζεται με τα πάντα» (σελ. 17). «Το γέλιο γι’ αυτόν είναι ο τρόπος που αναπνέει» (σελ. 18). «[Δ]εν έχει συνείδηση της συμφοράς, μπροστά σ’ ένα τραγικό δυστύχημα κινδυνεύει να πεθάνει από τα γέλια» (σελ. 35). «Ο κλόουν μπορεί να διακόψει μια παράσταση απλώς και μόνο επειδή κατουριέται» (σελ. 100).

Η επιλογή του συγγραφέα δεν είναι τυχαία. Αυτό που κυρίως τον ενδιαφέρει είναι η τέχνη του κλόουν ως τέχνη της αποτυχίας, και ο Αύγουστος είναι η ενσάρκωση της αποτυχίας. Ο κλόουν παρουσιάζεται απ’ τον συγγραφέα ως ο καλλιτέχνης και ο δάσκαλος του φιάσκου και της αστοχίας. Είναι ακριβώς εκείνος που δεν μπορεί να πετύχει. Ό,τι και να δοκιμάσει είναι καταδικασμένο.

Ο κλόουν μιμείται
διαρκώς τους γύρω του
για να δει αν μπορεί
να το κάνει κι ο ίδιος

φυσικά πάντα αποτυγχάνει (στοχασμός 31)

Η αποτυχία όμως δεν είναι για τον κλόουν κάτι που προσπαθεί να αποφύγει. Αντίθετα, το επιδιώκει και θέλει να το καταφέρει με κάθε τρόπο:

Ο κλόουν
ζει την
αποτυχία
με πάθος

ίσως είναι το μόνο του πάθος (στοχασμός 32)

Ένας κλόουν διακατέχεται από μεγάλη αγωνία
αν δεν εξευτελιστεί πάνω στη σκηνή
ζητάει συγγνώμη
        ↕
περνάει έξω
        ↕  
χάνει τον ύπνο του (στοχασμός 97)

Τελικά, γίνεται γι’ αυτόν το σπουδαιότερο και πολυτιμότερο πράγμα. Αυτό που νοηματοδοτεί την ύπαρξή του, όπως διαβάζουμε στο στοχασμό 33:

Ένας μεγάλος κλόουν
αναζητάει την

αποτυχία

 όπως ένας άνθρωπος
αναζητάει το

Θεό

Ενώ είναι καλλιτέχνης και άνθρωπος του θεάματος, δεν επιδιώκει την αναγνώριση της αξίας του, το θαυμασμό για τα ταλέντα και τις ικανότητές του. Δεν ενδιαφέρεται καθόλου να κάνει επίδειξη της τέχνης του:

Ο κλόουν ουδεμία σχέση έχει
με τους ταχυδακτυλουργούς
και τους ζογκλέρ που θέλουν
να μας αποδείξουν
πόσα χαρίσματα έχουν (στοχασμός 34)

Στην πραγματικότητα, η τέχνη του και τα χαρίσματά του είναι η απουσία τέχνης και χαρισμάτων:

Ένας γνήσιος κλόουν
δεν ξέρει να κάνει τίποτα

όσο πιο άσχετος είναι σε οτιδήποτε
τόσο πιο σπουδαίος κλόουν είναι (στοχασμός 37)

Η αποτυχία, ισχυρίζεται ο συγγραφέας μας στον στοχασμό 39, δεν είναι εύκολη υπόθεση. Ο κλόουν βάζει στόχο να είναι αποτυχημένος και χρειάζεται μια ολόκληρη ζωή για να τα καταφέρει.

Ο κλόουν
κατά τη διάρκεια της μύησης
που διαρκεί μια ζωή

μαθαίνει τον τρόπο
να μην τα καταφέρνει

μαθαίνει τον τρόπο
να αποτυγχάνει

Ο κλόουν λοιπόν, ο δεξιοτέχνης της αποτυχίας, έχει να μας διδάξει ένα μεγάλο μάθημα:

Ο αληθινός κλόουν
ζει την αποτυχία πάνω στη σκηνή
με τη μεγαλύτερη αγάπη

κι όταν ο κόσμος γελάσει
με την αποτυχία του
αυτός υποκλίνεται βαθιά

μ’ αυτό τον τρόπο μεταδίδεται
στον καθένα μας σαν μετάγγιση

το δικαίωμα στην αποτυχία (στοχασμός 40)</p>

~.~

to-egxeiridio-enos-kalou-klownΟ Ηλίας Κουνέλας μάς υπενθυμίζει με το βιβλίο του πως η τέχνη της αποτυχίας, μια πολύ υψηλή και δύσκολη τέχνη, είναι στην ουσία χαμένη για μας σήμερα. Η εποχή μας εγκωμιάζει διαρκώς και σε όλους τους τόνους την επιτυχία και τις επιδόσεις, το κέρδος και την αποτελεσματικότητα. Και δε δείχνει συμπόνια και συμπάθεια για τους αποτυχημένους και τους losers. Ο Ηλίας, κληρονόμος της μεγάλης παράδοσης των κλόουν, έρχεται να μας δείξει με το Εγχειρίδιο ενός καλού κλόουν, αλλά και με την υποκριτική του, την αξία της αποτυχίας. Όλοι έχουμε, μας λέει, το δικαίωμα, ακόμα και την υποχρέωση να αποτύχουμε. Αυτό είναι τελικά το γνώρισμα που μας κάνει ανθρώπους.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΙΝΑΚΟΥΛΑΣ

~.~

[1] Ηλίας Κουνέλας, Το εγχειρίδιο ενός καλού κλόουν, Καλειδοσκόπιο, Αθήνα 2018.

Ποιος ήταν ο Ουμπερτίνος από την Καζάλε;

 

Ubertin_de_Casale,_auteur_de_Arbor_vitae_crucifixae_Jesu_Christi.jpg

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΠΙΝΑΚΟΥΛΑ

Στις πρώτες σελίδες του Ονόματος του ρόδου, παρακολουθούμε το ζευγάρι των πρωταγωνιστών, τον Γουλιέλμο της Μπάσκερβιλ και τον Άντσο της Μελκ, να φτάνουν σ’ ένα άγνωστο μοναστήρι, χωμένο κάπου στα βουνά της βόρειας Ιταλίας, όπου θα λάβουν χώρα στη συνέχεια οι παράδοξες περιπέτειές τους. Εκεί τους υποδέχεται ο ηγούμενος της μονής, όπως επιβάλλει η εθιμοτυπία. Ο Γουλιέλμος, άλλωστε, είναι απεσταλμένος του αυτοκράτορα και ο Άντσο ο γραμματέας του. Αμέσως μετά την εθιμοτυπική συνάντησή τους με τον ηγούμενο, οι ήρωές μας σπεύδουν στην εκκλησία για ν’ αναζητήσουν τον Ουμπερτίνο της Καζάλε, έναν αυστηρό ασκητή τον οποίο ο Γουλιέλμος αγαπά και σέβεται απεριόριστα. Τον βρίσκουν να προσεύχεται σε μια απομονωμένη γωνιά του ναού:

Κοντά στο τελευταίο εικονοστάσι […] υψωνόταν μια λεπτή κολόνα, πάνω στην οποία στεκόταν μια πέτρινη Παρθένος […] Στα πόδια της Παρθένου, σε στάση προσευχής και πλήρους υποταγής, βρισκόταν ένας άνδρας με ένδυμα του Τάγματος των Κλουνιακών.

Πλησιάσαμε. Ο άνθρωπος, ακούγοντας τον θόρυβο των βημάτων μας, σήκωσε το πρόσωπο. […] Έριξε επάνω μας ένα βλέμμα, στην αρχή σαστισμένο, σαν να τον είχαμε ενοχλήσει σε κάποιο εκστατικό όραμα· μετά το πρόσωπό του φωτίστηκε από χαρά.

«Γουλιέλμο!» φώναξε. «Αγαπημένε μου αδελφέ!» Σηκώθηκε με κόπο και πήγε κοντά στον δάσκαλό μου, τον αγκάλιασε και τον φίλησε στο στόμα. «Γουλιέλμο!» επανέλαβε, και τα μάτια του μούσκεψαν από δάκρυα. «Πόσος καιρός! Κι όμως, σ’ αναγνωρίζω ακόμα! Πόσος καιρός, πόσα γεγονότα! Πόσες δοκιμασίες μάς επέβαλε ο Κύριος!» Έκλαψε. Ο Γουλιέλμος τον αγκάλιασε φανερά συγκινημένος. Ήμασταν μπροστά στον Ουμπερτίνο της Καζάλε.[1]

Η όψη του Ουμπερτίνου προκαλεί βαθιά εντύπωση στον Άντσο, που μας αφηγείται την ιστορία. Βλέποντάς τον από κοντά επιβεβαιώνει πολλά απ’ όσα είχε ακούσει γι’ αυτόν παλιότερα. Νιώθει το σφοδρό του πάθος προς τον Θεό, την αγιότητά του, αλλά και τη σκληρότητα στην οποία μπορεί να μεταμορφωθεί αυτό το πάθος.

3a48ce26-b5c5-4286-8415-a15f3c850b8c_8.jpgΟ δάσκαλός μου με παρουσίασε και ο γέρος μού χάιδεψε το μάγουλο μ’ ένα χέρι ζεστό, σχεδόν φλογισμένο. Στο άγγιγμα εκείνου του χεριού κατάλαβα πολλά απ’ όσα είχα ακούσει για τον άγιο αυτόν άνθρωπο και απ’ όσα είχα διαβάσει στις σελίδες του Arbor Vitae, και αντιλήφθηκα τη μυστική φλόγα που τον κατέτρωγε από τη νεότητά του, τότε που, σπουδαστής στο Παρίσι, απομακρύνθηκε από τους θεολογικούς διαλογισμούς και θεώρησε ότι μετουσιώθηκε σε μετανοούσα Μαγδαληνή· και τις στενές σχέσεις που είχε με την Αγία Αγγελική του Φολίνιο, από την οποία μυήθηκε στους θησαυρούς της μυστικής ζωής και στη λατρεία του σταυρού· και τους λόγους για τους οποίους κάποτε οι ανώτεροί του, ανησυχώντας για τη θέρμη των κηρυγμάτων του, τον έστειλαν σε απομόνωση στη Βέρνη.

Ερευνούσα το πρόσωπο εκείνο με τα γλυκύτατα χαρακτηριστικά, που έμοιαζαν της αγίας με την οποία αντάλλαξε αδελφικά βαθύτατα πνευματικές έννοιες. Μάντευα ότι γνώριζε να παίρνει όψη πολύ σκληρότερη […][2]

Η συζήτηση μεταξύ Γουλιέλμου και Ουμπερτίνου περνά στους παλιούς τους φίλους και συντρόφους και ο Άντσο μαθαίνει όλο και περισσότερα για τον διάσημο ερημίτη. Ο Ουμπερτίνος είναι ασυμβίβαστος εχθρός του ορθολογισμού και της εγκεφαλικής σοφίας. Περιφρονεί και απαξιώνει όσους δεν έχουν φλογερή επιθυμία.

«Ελάχιστα τον είχα γνωρίσει [τον Γουλιέλμο του Όκαμ]. Δεν μου αρέσει. Άνθρωπος δίχως πάθος, μόνο κεφάλι δίχως καρδιά».

«Ωραίο όμως κεφάλι».

«Ίσως· και θα τον οδηγήσει στην κόλαση».

«Τότε, θα τον ξαναδώ εκεί και θα συζητήσουμε περί Λογικής».

«Σώπα, Γουλιέλμο», είπε ο Ουμπερτίνος χαμογελώντας με βαθιά τρυφερότητα, «είσαι καλύτερος από τους φιλοσόφους σου. Αρκεί να ήθελες…»[3]

Ο Γουλιέλμος προσπαθεί να συγκρατήσει τον Ουμπερτίνο και τονίζει τη σημασία της νηφαλιότητας. Η σφοδρή επιθυμία και το φλογερό πάθος μπορούν να οδηγήσουν στο κακό, προειδοποιεί τον Ουμπερτίνο.

«[…] συχνά η απόσταση μεταξύ εκστατικού οράματος και αμαρτωλής φρενίτιδας είναι ελάχιστη», είπε ο Γουλιέλμος.

Ο Ουμπερτίνος τού έσφιξε τα χέρια, και τα μάτια του θάμπωσαν και πάλι από δάκρυα: «Μην το λες αυτό, Γουλιέλμο. Πώς μπορείς να συγχέεις τη στιγμή της εκστατικής αγάπης, που σου καίει τα σπλάχνα από το άρωμα του λιβανιού, με την ταραχή των αισθήσεων που γνωρίζουν το θειάφι; […]»

[…] «Είσαι φλογερό πνεύμα, Ουμπερτίνο, τόσο στην αγάπη του Κυρίου, όσο και στο μίσος του Κακού. Αυτό που ήθελα να πω είναι ότι δεν υπάρχει μεγάλη διαφορά στη φλόγα του Σεραφείμ και τη φλόγα του Εωσφόρου, γιατί γεννιούνται πάντα από μιαν άκρατη πυρπόληση της θέλησης».

«Ω! Η διαφορά υπάρχει και την ξέρω!» είπε ο Ουμπερτίνος με έμπνευση. «Θέλεις να πεις ότι μεταξύ της επιθυμίας του Καλού και της επιθυμίας του Κακού η απόσταση είναι μικρή, διότι πάντοτε πρόκειται για την καθοδήγηση της ίδιας θέλησης. Αυτό είναι αλήθεια. Όμως η διαφορά υπάρχει στο αντικείμενο, και το αντικείμενο είναι διαυγέστατα αναγνωρίσιμο. Από εδώ ο Θεός, από εκεί ο Διάβολος».[4]

Ο Γουλιέλμος δεν αντιπαραθέτει στη φωτιά της βούλησης την ψυχρή διάνοια και την εγκεφαλικότητα. Της αντιπαραθέτει την αισθητική απόλαυση της φυσικής ομορφιάς, το θαυμασμό μπροστά στην ωραιότητα της Δημιουργίας, στην οποία αποκαλύπτεται εν μέρει το κάλλος του Δημιουργού. Αυτή, άλλωστε, ήταν, κατά τον Γουλιέλμο, και η διδασκαλία του Φραγκίσκου, του ιδρυτή του τάγματός τους.

«Ίσως συνήθισα στην Οξφόρδη», είπε ο Γουλιέλμος, «όπου ακόμη οι μυστικιστικές εμπειρίες ήτανε αλλιώτικες».

«Όλες μέσα στο κεφάλι», χαμογέλασε ο Ουμπερτίνος.

«Ή στα μάτια. Ο Θεός γίνεται αντιληπτός στο φως, στις ακτίνες του ήλιου, στις εικόνες του καθρέφτη, στη διάχυση των χρωμάτων πάνω στα μέρη της δομημένης ύλης, στις αντανακλάσεις της ημέρας πάνω στα βρεγμένα φύλλα. Δεν είναι αυτή η αγάπη πλησιέστερη στην αγάπη του Φραγκίσκου που αινεί τον Θεό στις δημιουργίες του, τα άνθη, τα φυτά, το νερό, τον αέρα;»[5]

Και διευκρινίζει στον Ουμπερτίνο πως ακριβώς η καχυποψία του απέναντι στη φλόγα του πάθους, στην ευκολία με την οποία η φλόγα της αγάπης μπορεί να μετατραπεί σε φλόγα μίσους, ήταν η αιτία για την οποία εγκατέλειψε το αξίωμα του ιεροεξεταστή· η αμφιβολία πως μπορεί να κάνει λάθος και να καταδικάσει κάποιον αθώο.

«[…] Αν οι εξεγερθέντες άγγελοι χρειάστηκαν τόσο λίγο για να μετατρέψουν τη φλόγα της λατρείας και της ταπεινοφροσύνης σε φλόγα αλαζονείας και στάσης, τι να πούμε για τα ανθρώπινα όντα; Ορίστε, τώρα το ξέρεις, αυτή η σκέψη με διακατείχε όσο έκανα τις ανακρίσεις μου. Και γι’ αυτό εγκατέλειψα αυτή την ασχολία μου. Μου έλειπε το θάρρος να ερευνώ τις αδυναμίες των κακών, γιατί ανακάλυψα ότι είναι οι ίδιες οι αδυναμίες των αγίων».[6]

Στα μάτια του νεαρού Άντσο και των αναγνωστών του μυθιστορήματος, η βαθιά φιλία και αλληλοεκτίμηση μεταξύ Γουλιέλμου και Ουμπερτίνου μοιάζει παράδοξη. Ο Ουμπερτίνος είναι ένας παθιασμένος μυστικιστής, σχεδόν ημιπαράφρων θρησκόληπτος, ενώ ο Γουλιέλμος είναι ψυχρός εμπειριστής και, σε κάθε περίπτωση, ορθολογικός και ισορροπημένος. Τι μπορεί να συνδέει αυτούς τους δύο τόσο διαφορετικούς ανθρώπους; Πώς ερμηνεύεται η αγάπη του ενός για τον άλλο και η συναντίληψή τους;

uDmc5Vzc_400x400.jpeg

Ο Ubertino da Casale ήταν υπαρκτό πρόσωπο. Μαζί με τον Μιχαήλ της Τσεζένας, που επίσης εμφανίζεται στο Όνομα του ρόδου, ήταν οι ηγέτες των Πνευματικών, δηλαδή της σκληροπυρηνικής φράξιας εντός του φραγκισκανικού τάγματος. Το 1316, στη γενική σύναξη του τάγματος στη Νάπολη, ο Μιχαήλ εκλέγεται Γενικός Ηγούμενος των Φραγκισκανών και οι Πνευματικοί καταλαμβάνουν έτσι την ηγεσία του πολυπληθέστερου και πιο σεβαστού μοναστικού τάγματος της εποχής. Το αποτέλεσμα είναι μια τεράστια αναταραχή στους κόλπους της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, που θα διαρκέσει δεκατρία χρόνια και θα λήξει μόνο αφότου ο Πάπας πάρει τον έλεγχο του φραγκισκανικού τάγματος, το 1329. Οι ηγέτες των Πνευματικών, καθαιρεμένοι και αφορισμένοι, βρήκαν καταφύγιο στην αυλή του Γερμανού Αυτοκράτορα. Ο Ουμπερτίνος πέθανε υπό ανεξιχνίαστες συνθήκες, πιθανόν δολοφονημένος, λίγο καιρό αργότερα, ίσως το 1332.

Στον Ουμπερτίνο αφιερώνει λίγους στίχους και ο Δάντης στη Θεία Κωμωδία, στο δωδέκατο άσμα του Παραδείσου, στ. 121-126. Εκεί καταδικάζεται γιατί δεν ακολούθησε την ισορροπημένη στάση του αγίου Φραγκίσκου, αλλά ήταν αυστηρότερος από εκείνον, όπως άλλοι ήταν χαλαρότεροι:

Ben dico, chi cercasse a foglio a foglio

nostro volume, ancor troveria carta

u’ leggerebbe “I’ mi son quel ch’i’ soglio”;

ma non fia da Casal né d’Acquasparta,

là onde vegnon tali a la scrittura,

ch’uno la fugge e altro la coarta.

Αλήθεια, αν φύλλο φύλλο τα χαρτιά μας

ξεφύλλιζαν, θα βρίσκουνταν ακόμα

φύλλο να γράφει: “Εγώ πιστός ’πομένω”

μα απ’ το Καζάλ δε θα ’ναι ή απ’ το Ακασπάρτα

πούθε έρχουνται αδερφοί, και τους κανόνες

τούτοι αμολούν και κείνοι περσοσφίγγουν.[7]

Ο Ουμπερτίνος είναι ο εκπρόσωπος των Zelanti, των ένθερμων υποστηρικτών του φραγκισκανικού κανόνα, των ζηλωτών της πενίας. Αντίθετα, o Ματθαίος της Ακασπάρτα εξέφραζε τους Relaxati, εκείνους που ζητούσαν τη χαλάρωση του κανόνα. Για τον Δάντη, και ο μεν και ο δε βάδιζαν το δρόμο της πλάνης, μακριά απ’ τις υποθήκες του Φραγκίσκου.[8]

Ο Γουλιέλμος της Μπάσκερβιλ, απ’ την άλλη, είναι ένα φανταστικό πρόσωπο που έχει επινοήσει ο Έκο. Πρότυπο όμως για τη δημιουργία του αποτέλεσε ο Γουλιέλμος του Όκαμ, που αναφέρεται στο μυθιστόρημα ως φίλος του. Ο Γουλιέλμος του Όκαμ ήταν και αυτός ηγετική μορφή των Φραγκισκανών και βρέθηκε και αυτός διωκόμενος απ’ τον Πάπα στην αυλή του Αυτοκράτορα. Ήταν όμως επίσης και σπουδαίος φιλόσοφος, θεολόγος, φυσικός και μελετητής της λογικής. Η πιο γνωστή του συνεισφορά είναι μάλιστα στην επιστήμη της λογικής, το γνωστό ως «ξυράφι του Όκαμ».

Στη συζήτηση λοιπόν του Ουμπερτίνου με τον Γουλιέλμο ubertino-of-casale-84eba4a1-9386-4286-a21f-a4fd2541769-resize-750.jpegαντιτίθενται τα δύο ρεύματα των ιδεών που θα καθορίσουν τους Νέους Χρόνους. Απ’ τη μία, η επιστημονική νηφαλιότητα, ο ορθολογισμός και η δημοκρατία, που εκπροσωπεί ο Γουλιέλμος· απ’ την άλλη, το ριζοσπαστικό αίτημα για δικαιοσύνη και ισότητα, ο μεσσιανισμός, που εκπροσωπεί ο Ουμπερτίνος. Για τον Έκο, οι μεσσιανιστές συγγενεύουν περισσότερο με τους μυστικιστές του Μεσαίωνα: το πρωτεύον σε αυτούς είναι το πάθος, αφήνονται στη φλογερή επιθυμία. Αντίθετα, οι υπέρμαχοι της δημοκρατίας είναι οι πρωτεργάτες της Αναγέννησης: γι’ αυτούς προέχει ο Λόγος, εξετάζουν νηφάλια τα πράγματα και αμφιβάλλουν για τα πάντα. Και τα δύο ρεύματα όμως φύονται σε κοινό έδαφος, όπως υποδεικνύει ο Έκο: στις θρησκευτικές αναζητήσεις του τέλους του Μεσαίωνα, στο αίτημα επιστροφής στην ευαγγελική απλότητα και αλήθεια, όπως το εκφράζουν ο άγιος Φραγκίσκος και οι Φραγκισκανοί.

~.~

Μετά τη συνάντηση του Γουλιέλμου με τον Ουμπερτίνο, ο Άντσο προσπαθεί να εκμαιεύσει τη γνώμη του δασκάλου του για τον άνθρωπο που συνάντησαν. Ο Γουλιέλμος θα του απαντήσει με το φλεγματικό χιούμορ του Άγγλου και τη γελαστή ελαφρότητα του Φραγκισκανού.

«Είναι… παράξενος άνθρωπος», τόλμησα να πω στον Γουλιέλμο.

«Είναι, ή υπήρξε, από πολλές πλευρές, μεγάλος άνθρωπος. […] Ο Ουμπερτίνος θα μπορούσε να είχε γίνει ένας από τους αιρετικούς που ο ίδιος βοήθησε να σταλούν στην πυρά, ή ένας καρδινάλιος της Αγίας Ρωμαϊκής Εκκλησίας. Βρέθηκε πολύ κοντά και στις δύο αυτές πλάνες.»[9]

Ο Γουλιέλμος περιπαίζει με τρυφερότητα το φλογερό ταπεραμέντο του φίλου του. Το πάθος του, λέει, θα μπορούσε να τον έχει οδηγήσει είτε στα ύπατα αξιώματα είτε στον δια πυράς θάνατο ως αιρετικό. Θα μπορούσε να έχει γίνει ένας ισχυρός του κόσμου τούτου ή να έχει θανατωθεί ως ριζοσπάστης του περιθωρίου. Στην πραγματικότητα, ανάμεσα σε αυτά τα δύο άκρα του εκκρεμούς κινήθηκε ο Ουμπερτίνος όλη του τη ζωή. Έφτασε να εκπροσωπήσει το τάγμα του ενώπιον του Πάπα το 1322, για να εγκαταλειφθεί από όλους και να δολοφονηθεί δέκα χρόνια αργότερα. «Υπήρξε, από πολλές πλευρές, μεγάλος άνθρωπος.»

ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΙΝΑΚΟΥΛΑΣ

umberto-eco.jpg

~.~


[1] Ουμπέρτο Έκο, Το όνομα του ρόδου, μτφρ. Έφη Καλλιφατίδη, Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 1999, τόμ. 1, σελ. 76-77.

[2] Ό.π., σελ. 84-85.

[3] Ό.π., σελ. 89.

[4] Ό.π., σελ. 91-92.

[5] Ό.π., σελ. 93.

[6] Ό.π., σελ. 96.

[7] Δάντης, Η Θεία Κωμωδία, μτφρ. Νίκος Καζαντζάκης, Εκδόσεις Καζαντζάκη, Αθήνα 2010 (1η έκδ. 1934), σελ. 483-484.

[8] Για τον Ουμπερτίνο, τον Μιχαήλ, τον Ματθαίο και γενικά για τη συναρπαστική ιστορία των Πνευματικών, βλ. το εξαιρετικό βιβλίο του David Burr The Spiritual Franciscans. From Protest to Persecution in the Century After Saint Francis [Οι Πνευματικοί Φραγκισκανοί. Απ’ τη διαμαρτυρία στο διωγμό στα εκατό χρόνια μετά τον άγιο Φραγκίσκο], The Pennsylvania State University Press, 2001.

[9] Ουμπέρτο Έκο, Το όνομα του ρόδου, ό.π., σελ. 105.

~.~

Ο Νίκολας Μπάρμπερ βγαίνει στο θέατρο του κόσμου

BarUnswor

~.~

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΠΙΝΑΚΟΥΛΑ ~.~

Ένας περιπλανώμενος θίασος είναι το κέντρο γύρω απ’ το οποίο εκτυλίσσεται η δράση στο Θρησκευτικό δράμα του Μπάρυ Άνσγουωρθ. Έξι ηθοποιοί, με το άλογο και το κάρο τους, διασχίζουν την αγγλική ύπαιθρο μέσα στο χειμώνα, κάπου στα τέλη του δέκατου τέταρτου αιώνα.

Τα Χριστούγεννα πλησιάζουν και αυτοί επείγονται να φτάσουν στο Ντάραμ για να δώσουν παραστάσεις ενώπιον μεγάλου κοινού, ώστε να βγάλουν κάποια χρήματα. Είναι πολύ φτωχοί, σχεδόν λιμοκτονούν. Είναι όμως και πολύ ταλαντούχοι. Ιδιαίτερα ο αρχηγός τους, ο Μάρτιν Μπολ. Στην πραγματικότητα, μόνο οι τέσσερις απ’ αυτούς είναι ηθοποιοί. Πέμπτη είναι η Μάργκαρετ, πόρνη και ερωμένη ενός απ’ τους ηθοποιούς, του Στέφανου, η οποία τους βοηθά με το μαγείρεμα, με το μπάλωμα των ρούχων και με τις εισπράξεις κατά τη διάρκεια των παραστάσεων. Έκτος είναι ο αφηγητής και βασικός ήρωας του μυθιστορήματος, ο Νίκολας Μπάρμπερ.

θρησκευτικό δράμαΟ Νίκολας είναι είκοσι τριών ετών. Έχει καλή μόρφωση και ήταν ήδη υποδιάκονος στην επισκοπή του Λίνκολν. Ο επίσκοπός του του είχε αναθέσει να αντιγράψει ένα πολυσέλιδο χειρόγραφο με τα ομηρικά έπη. Ήταν όμως Μάιος, τα πουλιά κελαηδούσαν, τα λουλούδια είχαν ανθίσει και το αίμα του Νίκολας έβραζε. Ήταν μοιραίο λοιπόν να εγκαταλείψει το γραφείο του και τη βαρετή εργασία του αντιγραφέα και να το σκάσει. Στη συνέχεια περιπλανήθηκε, πείνασε, μοίχευσε και έχασε το μανδύα του. Κι έτσι, βρέθηκε μες στο καταχείμωνο να τουρτουρίζει κρυμμένος σ’ ένα σκοτεινό δάσος. Εκεί τον βρίσκουν οι ηθοποιοί και τον παίρνουν μαζί τους, για ν’ αντικαταστήσει ένα μέλος του θιάσου, τον Μπρένταν, που μόλις είχε πεθάνει.

Οι θεατρίνοι φτάνουν σε μια μικρή πόλη και αποφασίζουν να μείνουν για λίγο. Πρέπει να κηδέψουν τον σύντροφό τους και να δώσουν μια παράσταση, ώστε να βγάλουν τα λίγα χρήματα που χρειάζονται για το ταξίδι μέχρι το Ντάραμ. Η εξέλιξη των πραγμάτων όμως θα είναι εντελώς απροσδόκητη και περιπετειώδης. Ανεβάζουν το Έργο του Αδάμ, ένα παραδοσιακό θρησκευτικό μυστήριο. Ενώ όμως η παράσταση είναι καλλιτεχνικά επιτυχημένη, τα έσοδα είναι ελάχιστα. Και καθώς η απόγνωση απειλεί να τους καταπιεί, ο Μάρτιν, ο αρχιθεατρίνος, συλλαμβάνει μια ριζοσπαστική ιδέα: να παραστήσουν ένα έργο με επίκαιρο θέμα. Λίγες μέρες πριν ένα μικρό παιδί είχε δολοφονηθεί και μια κοπέλα συνελήφθη και καταδικάστηκε για το φόνο. Αυτή την πραγματική υπόθεση πρέπει να δραματοποιήσουν, λέει ο Μάρτιν. Τα υπόλοιπα μέλη του θιάσου πείθονται, παίζουν το Έργο του Τόμας Γουέλς και, όντως, οι εισπράξεις αυξάνονται θεαματικά. Ο κόσμος πλημμυρίζει την αυλή του πανδοχείου, όπου γίνονται οι παραστάσεις, για να παρακολουθήσει ένα θέαμα που τους αφορά άμεσα.

Αυτή όμως είναι μόνο η αρχή. Παίζοντας το έργο, οι ήρωές μας θα συνειδητοποιήσουν πως η υπόθεση έχει πολλά κενά και αντιφάσεις. Ο Τόμας Γουέλς δε δολοφονήθηκε απ’ την κοπέλα, που συνεπώς καταδικάστηκε άδικα. Κάποιος άλλος είναι ο φονιάς· αυτός που σκότωσε και άλλα τέσσερα αγόρια λίγο καιρό νωρίτερα. Σιγά σιγά οι ηθοποιοί εμπλέκονται όλο και περισσότερο στα μυστικά τις τοπικής κοινωνίας και η σύγκρουση με τον πανίσχυρο φεουδάρχη γίνεται αναπόφευκτη.

Το μυθιστόρημα του Άνσγουωρθ είναι ένα πραγματικό αριστούργημα· κατορθώνει ν’ απεικονίσει την εποχή της μετάβασης απ’ τον Μεσαίωνα στη Νεοτερικότητα σε όλες της τις πτυχές: πολιτική, κοινωνική και πολιτισμική. Παρουσιάζει, καταρχάς, την ανατροπή της φεουδαρχικής ιεραρχίας, τις απαρχές της σύγχρονης δημοκρατίας και της λαϊκής εξουσίας. Παρουσιάζει, ακόμα, την ανάδυση της νεωτερικής πόλης, με την αγορά, τους εμπόρους και τους βιοτέχνες της, όπως επίσης και την εμφάνιση της δημόσιας σφαίρας. Παρουσιάζει, τέλος, την εκκοσμίκευση της τέχνης και την απελευθέρωσή της από τα θρησκευτικά δεσμά· τα θέματά της προέρχονται πλέον όχι απ’ την ιερή ιστορία αλλά απ’ τη σύγχρονη πραγματικότητα.

Ο συγγραφέας μας επιλέγει ως προνομιακό χρονότοπο για να απεικονίσει όλες αυτές τις κοσμογονικές αλλαγές τη θεατρική σκηνή. Οι ήρωές του, οι ηθοποιοί ενός περιπλανώμενου θιάσου, ανεβάζουν ένα σύγχρονο θεατρικό έργο, και όχι ένα θρησκευτικό μυστήριο· δίνουν την παράστασή τους στην πλατεία της πόλης, και όχι στην αυλή του φεουδάρχη· και γίνονται, τελικά, οι αντιπρόσωποι του λαού στην αντιπαράθεσή του με την αυθαιρεσία της εξουσίας, αντί να υπηρετήσουν το αφήγημα των ισχυρών.

MoralityPlayΤο θέμα του Θρησκευτικού δράματος όμως δεν είναι μόνο ο επαναστατικός ρόλος που διαδραμάτισε το θέατρο στην έλευση της νέας εποχής. Ο Άνσγουωρθ μάς λέει και κάτι ακόμα, μας λέει πως το θέατρο και η ζωή, η απεικόνιση της ζωής και η ίδια η ζωή, δεν μπορούν να διαχωριστούν ξεκάθαρα. Η θεατρική σκηνή και ο πραγματικός κόσμος έρχονται σε επαφή, αλληλεπικαλύπτονται, σε μεγάλο βαθμό συμπίπτουν. Οι ήρωές μας αφήνουν την πραγματικότητα να εισβάλει στη θεατρική σκηνή, στην καλλιτεχνική αναπαράσταση. Και στη συνέχεια, αποδεικνύεται πως η θεατρική αναπαράσταση μπορεί να διαμορφώσει την πραγματικότητα.

Τα όρια μεταξύ πραγματικής ζωής και θεατρικού σανιδιού είναι εξαρχής ασαφή, αλλά θολώνουν όλο και περισσότερο, καθώς ξετυλίγεται το  μυθιστόρημα. Ο Νίκολας –και μαζί του κι εμείς οι αναγνώστες– υποψιάζεται ότι ο κόσμος είναι θέατρο ήδη απ’ την πρώτη του συνάντηση με τους θεατρίνους, όταν τους βλέπει μαζεμένους γύρω απ’ τον νεκρό σύντροφό τους:

Τους είδα να μαζεύονται γύρω του και να σκύβουν πάνω του μέσα στο τσουχτερό κρύο κι ύστερα ν’ αποτραβιούνται, για να κάνουν χώρο στην ψυχή να περάσει. Ήταν σαν να παίζανε την πράξη του θανάτου για μένα, πράμα παράξενο, γιατί εκείνοι δεν ξέρανε ότι τους βλέπω κι εγώ τότε δεν ήξερα ποιοι ήτανε.[1]

Ενώ οι θεατρίνοι δεν ξέρουν ότι έχουν κοινό και ο Νίκολας δεν ξέρει ότι παρακολουθεί θεατρίνους, εκείνοι μοιάζουν να παίζουν μια παράσταση, την παράσταση του θανάτου, κι αυτός μοιάζει να παρακολουθεί σαν θεατής.

Σιγά σιγά η αρχική εντύπωση του Νίκολας θα ενισχυθεί και θα επιβεβαιωθεί. Οι ηθοποιοί παίζουν διάφορους ρόλους ακόμα και όταν δεν είναι πάνω στη σκηνή. Η ζωή τους έξω από το σανίδι ακολουθεί και αυτή τις οδηγίες κάποιου αόρατου σκηνοθέτη.

Και τότε μου ήρθε σαν έμπνευση ότι όλα τα μέλη αυτού του θιάσου παίζανε ρόλους ακόμη κι όταν ήτανε μόνοι μεταξύ τους. Ο καθένας είχε ένα δικό του κείμενο και οι άλλοι περιμένανε να το πει. Χωρίς αυτό δεν μπορούσε να γίνει συζήτηση, ούτε εδώ μεταξύ μας ούτε πουθενά αλλού στον υπόλοιπο κόσμο. Οι ρόλοι ίσως να διαλεχτήκανε μια φορά κάποτε, ο φανατικός Μάρτιν, Σπρίνγκερ ο ντροπαλός και συναισθηματικός, Στέφανος ο εριστικός, ο Άχυρος ταλαντευόμενος και άγριος, ο Τοβίας με τις παροιμίες του και τη φωνή της κοινής λογικής· όμως ο καιρός αυτής της επιλογής βρισκότανε πέρ’ από τα σύνορα της μνήμης. Τώρα είχα πάρει και γω το ρόλο μου μέσα σ’ αυτό το θίασο. Είχα δικές μου γραμμές να πω.[2]

Και δεν είναι μόνο οι ηθοποιοί· όλοι οι άνθρωποι που συναντά στο εξής ο Νίκολας παίζουν, εκούσια ή ακούσια, κάποιο ρόλο: ο πανδοχέας, ο ιερέας, ο τρελός, ο υφαντής, ο δικαστής. Ακόμα και οι υψηλοί προσκεκλημένοι του άρχοντα είναι υποχρεωμένοι να συμμετάσχουν σε μια ακριβή και μεγαλοπρεπή παράσταση, στην κονταρομαχία, και να παίξουν με πειθαρχία και αυστηρότητα το ρόλο τους.

Όλα αυτά ταιριάζουν, άλλωστε, και από την εμπειρία που έχει ο Νίκολας ως κληρικός:

Η ίδια η Εκκλησία έκανε το Θεό θεατρίνο. Οι ιερείς Τον υποδυόντουσαν μπροστά στην Αγία Τράπεζα και ακόμη έτσι κάνουν, όπως επίσης υποδύονται το Χριστό και την Αγία του Μητέρα και άλλους, για να βοηθήσουν την κατανόησή μας.[3]

Η ιδέα ότι ο κόσμος είναι ένα τεράστιο θέατρο και όλοι εμείς ηθοποιοί είναι πολύ παλιά. Ήδη ο Ιωάννης του Σαλίσμπερυ, στο έργο του Policraticus (περ. 1159), και συγκεκριμένα στο όγδοο κεφάλαιο του τρίτου βιβλίου, που έχει τίτλο «De mundana comedia, vel tragedia» («Περί της κωμωδίας ή τραγωδίας του κόσμου»), γράφει:

[…] comedia est vita hominis super terram, ubi quisque sui oblitus personam exprimit alienam.[4]

[…] κωμωδία είναι η ζωή του ανθρώπου επί της γης, όπου όλοι έχουν ξεχάσει το ρόλο τους και παίζουν κάποιον άλλο.

Και λίγο παρακάτω εξυμνεί εκείνους τους ενάρετους ανθρώπους που

[…] de alto virtutum culmine theatrum mundi despiciunt ludumque fortunae contemnentes nullis illecebris impelluntur ad vanitates et insanias falsas.[5]

[…] παρακολουθούν το θέατρο του κόσμου απ’ την υψηλή κορυφή των αρετών και περιφρονούν το παιχνίδι της τύχης και δεν ελαύνονται από κανένα θέλγητρο στις ματαιότητες και στις ψευδείς μανίες.

Περίπου τρεις αιώνες αργότερα, ο Έρασμος γράφει στο Μωρίας εγκώμιόν του (1511):

Porro mortalium vita omnis quid aliud est, quam fabula quaepiam, in qua alii aliis obtecti personis procedunt, aguntque suas quisque partes, donec choragus educat e proscenio? Qui saepe tamen eumdem diverso cultu prodire iubet, ut qui modo Regem purpuratum egerat, nunc servulum pannosum gerat. Adumbrata quidem omnia, sed haec fabula non aliter agitur.[6]

Κι έπειτα; Μα τι άλλο είναι η ζωή του ανθρώπου, από μια κωμωδία όπου μπαίνεις προστατευμένος πίσω απ’ τη μάσκα και παίζεις το ρόλο σου, ώσπου να σε βγάλει έξω απ’ τη σκηνή ο χορηγός; Αυτός, άλλωστε, συχνά ζητάει από τον ίδιο ηθοποιό να παίξει πολύ διαφορετικούς ρόλους: ένας που φορούσε τη βασιλική πορφύρα ξαναφαίνεται με κουρέλια δούλου. Ώστε όλα είναι πλαστά; Και βέβαια! Μα η κωμωδία της ζωής δεν παίζεται διαφορετικά![7]

Η απεικόνιση του κόσμου ως θεάτρου γίνεται τόπος της Αναγέννησης και του Μπαρόκ. Ο Σαίξπηρ θα παρομοιάσει ξανά και ξανά στα έργα του τον κόσμο με θεατρική σκηνή. Στο Όπως σας αρέσει (1599), για παράδειγμα, διαβάζουμε:

All the world’s a stage,
And all the men and women merely players:
They have their exits and their entrances;
And one man in his time plays many parts […][8]

Όλος ο κόσμος είναι μια θεατρική σκηνή
κι όλοι οι άνθρωποι, άντρες, γυναίκες, ηθοποιοί:
βγαίνουνε με το θάνατο, μπαίνουν με τη ζωή
και κάθε άνθρωπος στο βίο του παίζει ρόλους πολλούς […][9]

Και στον Έμπορο της Βενετίας, την ίδια περίπου εποχή (1596-1599):

I hold the world but as the world, Gratiano:
A stage where every man must play a part […][10]

Για μένανε, Γκρατιάνο, ο κόσμος είν’ αυτό που είναι:
σκηνή όπου ο καθένας μας πρέπει το ρόλο του να παίξει […][11]

Και λίγα χρόνια μετά, το 1634, θα κυκλοφορήσει το έργο του Πέδρο Καλντερόν δε λα Μπάρκα που έχει τον εύγλωττο τίτλο El Gran Teatro del Mundo (Το μεγάλο θέατρο του κόσμου).

Ο Νίκολας Μπάρμπερ λοιπόν εγκαταλείπει τη ζωή της ησυχίας και τον θεωρητικό βίο, την «υψηλή κορυφή των αρετών», για την κωμωδία της ζωής, για τις «ματαιότητες» και τις «ψευδείς μανίες» του κόσμου τούτου. Ξεντύνεται τα ρούχα του μοναχού και του κληρικού, και μαζί τους τον σοβαρό και μονοδιάστατο ρόλο του, και αποφασίζει να γίνει ηθοποιός, δηλαδή ένας άνθρωπος δίχως σταθερή ταυτότητα, αναγκασμένος να υποδύεται πάντα το ρόλο κάποιου άλλου. Έτσι, ο Νίκολας βγαίνει απ’ το περίκλειστο, οργανωμένο και ιεραρχημένο σύμπαν του Μεσαίωνα στον ανοιχτό, άναρχο και δημοκρατικό κόσμο των Νέων Χρόνων.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΙΝΑΚΟΥΛΑΣ

~.~

Σ η μ ε ι ώ σ ε ι ς
[1] Μπάρυ Άνσγουωρθ, Θρησκευτικό δράμα, μτφρ. Μαρία Τσάτσου, Νεφέλη, Αθήνα 1997, σελ. 13.
[2] Ό.π., σελ. 56.
[3] Ό.π., σελ. 74.
[4] Ioannes Saresberiensis, Policraticus, sive De nugis curialium et vestigiis philosophorum [Πολυκρατικός ή Σχετικά με τις μικρότητες των αυλικών και τα ίχνη των φιλοσόφων], 488d.
[5] Ό.π., 493d.
[6] Desiderius Erasmus Roterodamus, Laus stultitiae, 29.
[7] Έρασμος, Μωρίας εγκώμιον, μτφρ. Στρατής Τσίρκας, Ηριδανός, Αθήνα 1970, σελ. 67.
[8] Πράξη 2, Σκηνή 7.
[9] Ουίλλιαμ Σαίξπηρ, Όπως σας αρέσει, μτφρ. Ερρίκος Μπελιές, Κέδρος, Αθήνα 51994, σελ. 60.
[10] Πράξη 1, Σκηνή 1.
[11] Ουίλιαμ Σαίξπηρ, Ο έμπορος της Βενετίας, στο Τα αριστουργήματα, μτφρ. Ερρίκος Μπελιές, Το Βήμα, Αθήνα 2016, τόμ. 3, σελ. 488.

 

Mora