Γιώργος Δυνέζης

Νέοι ποιητές ενός νέου αιώνα |40. Γιώργος Δυνέζης

ΔΙΑΡΚΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ 2000-2020

Ποιά ἡ ποίηση τοῦ 21ου αἰώνα καὶ ποιοί οἱ ποιητές της; Χιλιάδες ποιητικὲς συλλογές, εἴτε τυπωμένες ἀπὸ ἐπώνυμους οἴκους εἴτε αὐτοεκδόσεις, ἑκατοντάδων ἢ καὶ χιλιάδων ποιητῶν ποὺ ἀναζητοῦν τὴν θέση τους στὴν Νεοελληνικὴ Λογοτεχνία. Τί μένει ὅμως καὶ τί περνάει ἀπὸ τὴν κρησάρα τῆς κριτικῆς; Τί ἐπιβιώνει –ἢ ἔστω, τί φαίνεται ὅτι μπορεῖ νὰ ἐπιβιώσει– στὴν μνήμη τῆς ἀναγνωστικῆς κοινότητας;

Ἀποπειρώμενο μιὰν ἀπάντηση στὰ παραπάνω, τὸ Νέο Πλανόδιον ἐγκαινιάζει τὴν ἑβδομαδιαία στήλη ‘‘Νέοι ποιητὲς ἑνὸς νέου αἰώνα. Διαρκὴς ποιητικὴ ἀνθολογία 2000-2020’’. Γιὰ διάστημα δύο ἐτῶν καὶ ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὸν Φεβρουάριο τοῦ 2019, θὰ ἀνθολογοῦμε κάθε ἑβδομάδα ἀπὸ ἕνα ἢ περισσότερα ποίηματα ἑνός/μιᾶς συγγραφέα, ποὺ θὰ πληροῦν δύο προϋποθέσεις: θὰ εἶναι α) δημοσιευμένα μετὰ τὸ 2000, καὶ β) γραμμένα ἀπὸ ποιήτριες ἢ ποιητὲς 45 ἐτῶν καὶ νεώτερους, γεννημένους δηλαδὴ ἀπὸ τό –σημαδιακό– 1974 καὶ ἑξῆς.

Τὰ ποιήματα θὰ παρατίθενται πολυτονισμένα, δίχως ὅμως ἄλλες παρεμβάσεις στὸ πρωτότυπο. Ἐπίσης, στὸ τέλος κάθε ἑξαμήνου θὰ δημοσιεύεται στὸν ἱστότοπο ὁ Θησαυρὸς Ἀναγνώσεων τῶν ἀνθολόγων μὲ τὴν μορφὴ ἀναλυτικοῦ καταλόγου, ὅπου καὶ θὰ καταγράφονται ὅλες οἱ ποιητικὲς συλλογὲς ποὺ εἴδαμε στὸ διάστημα αὐτό. Τὰ ποιήματα ποὺ θὰ προκύψουν στὸ πέρας τῆς διαρκοῦς αὐτῆς ἀνθολόγησης, συμπληρωμένα ἐνδεχομένως καὶ μὲ ἄλλα, θὰ ἀποτελέσουν τὸν κορμὸ μιᾶς ἔντυπης Ἐκλογῆς.

Οἱ σκοποὶ τοῦ ἐγχειρήματος, δύο: νὰ ἀναδείξουμε τὰ ἀξιανάγνωστα ποιήματα ποὺ γράφονται στὶς μέρες μας ἀπὸ νέους ποιητές· καὶ νὰ συμβάλλουμε στὴν ἐπόπτευση τῆς νεοελληνικῆς ποίησης τοῦ αἰώνα μας, μακριὰ ἀπὸ παρελκυστικὲς κατηγοριοποιήσεις, αἰσθητικὲς ἢ/καὶ ἰδεολογικές.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ – ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΟΡΔΑΣ


Μὲ δεδομένο τὸν τεράστιο ὄγκο τῆς τρέχουσας ποιητικῆς παραγωγῆς, ποὺ ξεπερνᾶ τοὺς 800 τίτλους ἐτησίως (813 γιὰ τὸ 2017, βάσει ἐπίσημων στοιχείων ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴ Βιβλιοθήκη), οἱ ἀνθολόγοι δὲν τρέφουν ψευδαισθήσεις ὅτι εἶναι σὲ θέση νὰ τὴν παρακολουθήσουν στὴν πληρότητά της. Ὑπόσχονται ὅμως νὰ ἐξετάσουν φιλότιμα ὅλα τὰ βιβλία ποὺ θὰ τεθοῦν ὑπ’ ὄψιν τους. Οἱ φίλοι νέοι ποιητὲς μποροῦν (παρακαλοῦμε πολὺ μὲ ἁπλὸ δέμα/ἐπιστολή) νὰ τὰ στέλνουν στὶς διευθύνσεις: Ἀγησιλάου 7, Ἡράκλειο Ἀττικῆς, 141-22 καὶ Ἁγ. Φανουρίου 2, Ζωγράφου, 157-72. [Μὲ τὴν ἔνδειξη: “Αθ.Β.Γαλανάκης-Αλ.Κορδᾶς γιὰ τὸ Νέο Πλανόδιον” στὰ στοιχεῖα τοῦ παραλήπτη]


Γιῶργος Δυνέζης

roerich

(Πεζὸς ὣς τὴν ἐπούλωση, Θεσσαλονίκη, Πανοπτικόν, 2019)

Λερναῖο

Τὴν τάιζα τὴν πότιζα
τῆς κλαδευα κεφάλια·

μιὰ δράκαινα ποὺ φύτεψα
γενναῖα μὲ ρωτοῦσε
κι ἐγώ;
ἐγὼ τὴ φρόντιζα νυχθημερὸν

καὶ κάθε μου ἀπάντηση
λεπίδι πού ‘πεφτε νὰ κόψει
τὴν κάθε ἀπορία της

μὰ ξαφνικὰ στὴ θέση της
φυτρώνανε δυὸ ἄλλες ἀπορίες
καὶ τέσσερις κι ὀκτὼ

κι ἐγὼ ἀπάνταγα
κι ἐκείνη μὲ ρωτοῦσε
– ἐγὼ ἀποκεφάλιζα
κι ἐκείνη ἀνθοβολοῦσε

ὥσπου στὸ τέλος δάγκωσε
καὶ τὸν πυρσὸ ποὺ ἄναψα

~.~

Λυδία

Στὴν ἀρχὴ μετακινοῦσε
πράγματα μὲ τὰ χέρια της
ἔπειτα μὲ τὸ μυαλό της·

τὰ παιχνίδια ποὺ τῆς ἔκρυβα
στὸ ἀνάκλιντρο – χορεύανε
μόλις τὰ παρατηροῦσε

τὸ ἴδιο καὶ οἱ στάλες τῆς βροχῆς
μεσουρανὶς παλινδρομούσανε
στὸ ρῖγος τῶν βλεφάρων της

κι αὐτὴ σὲ κάθε κεραυνὸ
νὰ μεγαλώνει
ὅπως ὁ μύθος στὸν καιρό

φοβήθηκα μὴν τὴνε κλέψουνε
μὴν τὴνε κάνουνε πειραματόζωο

ἅμα σοῦ σβήνει μέσα ὁ ἄνθρωπος
σὲ ἐξομολογοῦν τὰ τέρατα

ἔσκαψα τὸ μπουντρούμι της
καὶ πέρασα μονοκοντυλιὰ
τὸ σῶμα της

πάνω της νὰ γεννιοῦνται ἀνάποδα τὰ δέντρα
κι οἱ ρίζες δίχως θαύματα

τώρα ὁ κόσμος πιὰ μπορεῖ
ἥσυχος νὰ κοιμᾶται

μέχρι νὰ πεῖ
Λυδία, καλημέρα

~.~

Project 1: Γιγάντιοι ἄγγελοι

Ἐμβολιάσαμε ἀγγέλους
μὲ τὸ μικρόβιο τῆς μοίρας μας
νὰ δοῦμε

ἂν τὸ φτέρωμα ἀντέχει –
ἂν ἀντέχουν τὴν ἀνθρώπινη ἐμπειρία
καὶ δὲν ξεπουπουλιάζονται ἐντελῶς

μέχρι νὰ συγγενέψουμε·
τοὺς πιὸ ἀγαθοὺς ἀνοίξαμε
σὲ ἀνατομικὸ κρεβάτι

μὲ τὴν τσιμπίδα μας τραβήξαμε
κόκκινο ἱστὸ τὸ μέλλον –
(στὸ βάθος
κάθε τρέμουλο ἀντιστοιχοῦσε σὲ σεισμό)

παλιότερα δυό-τρεῖς τό ‘χανε σκάσει

πεζοὶ ὣς τὴν ἐπούλωση

σκάψανε τὸν ἑαυτό τους
]]]]]]]]χωρὶς ἀναισθησία

καὶ ἀνανῆψαν χελιδόνες
μαῦρες πιτσιλιὲς σ’ ἀκουαρέλα

λὲς καὶ τὰ ἔνστικτα τῆς πτήσης
ριζοβολοῦν καλύτερα ξεγυμνωμένα·

δὲν τοὺς λυπήθηκε κανεὶς
γιατί

νὰ μᾶς λυπηθοῦνε τώρα;


Ὁ Γιῶργος Δυνέζης γεννήθηκε τὸ 1984 καὶ μένει στὴν Ἀθήνα. Ἔχει ἐκδώσει τὸ ποιητικὸ βιβλίο Πεζὸς ὣς τὴν ἐπούλωση [2019]

 

Γιώργος Δυνέζης, Πέντε ποιήματα

2091

~ . ~

Λερναίο

Την τάιζα, την πότιζα
της κλάδευα κεφάλια·

μια δράκαινα που φύτεψα
γενναία με ρωτούσε
κι εγώ;
εγώ τη φρόντιζα νυχθημερόν

και κάθε μου απάντηση
λεπίδι που ’πεφτε να κόψει
την κάθε απορία της

μα ξαφνικά στη θέση της
φυτρώνανε δύο άλλες απορίες
και τέσσερις κι οκτώ

κι εγώ απάνταγα
κι εκείνη με ρωτούσε
– εγώ αποκεφάλιζα
κι εκείνη ανθοβολούσε

ώσπου στο τέλος δάγκωσε
και τον πυρσό που άναψα

~ . ~

Kνέφη

Στην κόρη που δεν μίλησε

Άραγε να με θυμάται στην καρέκλα που κοιτά
τους Φλεβάρηδες που πέρασα – καπνίζοντας ταμπάκο
στο λασκαρισμένο της ποδάρι – το κουτσό
όπως και όλοι μας οι μήνες

θαρρώ πως ναι… αλλιώς – προς τι
το γέρμα του λαιμού της – αλλιώς γιατί να κάτσει
κείνο το μαύρο μες το μάτι· αμίλητο

~ . ~

Δεν γράφω πια στα ελληνικά
σχήματα παράξενα εσωστρεφή
υποκαθιστούνε την γραφή μου

κι η κάθε λέξη μοιάζει σωστή
ακτινογραφία – με μια
μαυρίλα στα πνευμόνια της

αλλά δεν είναι απ’ το τσιγάρο
εξωσωματικός ιός παρασιτεί
στη μητρική μου γλώσσα

κι αν κάποτε μου άρεσε η λέξη
που ξεκινούσε από λάμδα
όπως η καλαμιά στο λάμπω

(όλες οι λέξεις δηλαδή
κι αυτές με τα λισγάρια
κι εκείνες με τους λάκκους)

πλέον γοργά κουλουριάζομαι
να διαρκέσω
όσο ένα συναίσθημα
γύρω από τον εαυτό του·

και χτυπάω με σκαρπέλα
και γράφω ακαταλαβίστικα

όμοιος με κινέζικο χαρακτήρα
που σ’ όλους μας αρέσει
αλλά ουδείς καταλαβαίνει

~ . ~

Λυδία

Στην αρχή μετακινούσε
πράγματα με τα χέρια της
έπειτα με το μυαλό της·

τα παιχνίδια που της έκρυβα
στο ανάκλιντρο – χορεύανε
μόλις τα παρατηρούσε

το ίδιο και οι στάλες της βροχής
μεσουρανίς παλινδρομούσανε
στο ρίγος των βλεφάρων της

κι αυτή σε κάθε κεραυνό
να μεγαλώνει
όπως ο μύθος στον καιρό

φοβήθηκα μην τηνε κλέψουνε
μην τηνε κάνουνε πειραματόζωο

άμα σου σβήνει μέσα ο άνθρωπος
σε εξομολογούν τα τέρατα

έσκαψα το μπουντρούμι της
και πέρασα μονοκοντυλιά
το σώμα της

πάνω της να γεννιούνται ανάποδα τα δέντρα
κι οι ρίζες δίχως θαύματα

τώρα ο κόσμος πια μπορεί
ήσυχος να κοιμάται

μέχρι να πει
Λυδία, καλημέρα

~ . ~

Θήτα

Το κίνητρο για φόνο είναι συχνά
το αφανές του θήτα

ακριβώς όπως οι ψαράδες
κρύβουνε μες τα δολώματα τους
το δρεπανάκι του θανάτου

ΓΙΩΡΓΟΣ ΔΥΝΕΖΗΣ