Γιώργος Βαρθαλίτης

Υποθήκες ποιητών

stuck_in_the_ice_web.jpg

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΒΑΡΘΑΛΙΤΗ

«Όσα ξέρει ο νοικοκύρης δεν τα ξέρει ο κόσμος όλος», λέει η παροιμία. Από ποιόν, λοιπόν, θα μπορούσε να μάθει κανείς τα μυστικά της τέχνης της ποιητικής παρά από κάποιον ποιητή; Προτείνω να συμβουλευθούμε δύο ποιητές που έρχονται από τελείως διαφορετικούς κόσμους.

 Quintus_Horatius_Flaccus.jpgΟ ένας είναι ο Οράτιος και η Ποιητική Τέχνη του – ένα από τα σημαντικότερα εγχειρίδια ποιητικής. Εδώ μπορεί να βρει κανείς καίριες διαπιστώσεις αλλά και καθαρά πρακτικές συμβουλές, εξαιρετικά πολύτιμες για όποιον γράφει, που μάταια θα τις αναζητήσει στα περισπούδαστα σύγχρονα θεωρητικά πονήματα. Θα προσπαθήσω να απομονώσω αλλά και να παραφράσω στην τρέχουσα γλώσσα, δίχως εντούτοις να προδώσω το νόημά τους, ορισμένες τέτοιες συμβουλές, που ίσως βοηθήσουν κάποιον που ενδιαφέρεται για την ποιητική τέχνη και γενικότερα για τη συγγραφή.

Α. Προτού αποδυθείς στο ωραίο αγώνα, μέτρα τις δυνάμεις σας. Μην επιχειρήσεις να αναλάβεις κάτι που δεν μπορούν να σηκώσουν οι ώμοι σου.

Β. Πηγή και αρχή της καλής γραφής είναι η σωστή γνώση του θέματος, πράγμα που προϋποθέτει μιαν οξυδερκή σύλληψη της ζωής μ’ όλες τις στοχαστικές, ηθικές και ψυχικές προεκτάσεις της. Άπαξ και το θέμα βρεθεί, οι λέξεις θα ακολουθήσουν.

Γ. Αναζήτησε τα πρότυπα στην ίδια τη ζωή και πάρε από εκεί ζωντανές εκφράσεις (Ας έχουμε κατά νουν πως ο Οράτιος υιοθετεί την μιμητική θεωρία των αρχαίων, την οποία ο νεώτερος υποκειμενικός λυρισμός έχει απεμπολήσει και εκχωρήσει κατ’ αποκλειστικότητα στο μυθιστόρημα).

Δ. Οι ποιητές πρέπει και να τέρπουν και να διδάσκουν.

Ε. Στην τέχνη δεν έχουν θέση οι τραγέλαφοι.

ΣΤ. Μορφή και περιεχόμενο πρέπει να ομονοούν – όχι να αλληλογρονθοκοπούνται.

Ζ. Τα ποιήματα δεν αρκεί να είναι ωραία. Χρειάζεται να πάλλονται κι από αίσθημα. Αλλά για να γίνει αυτό, πρέπει να δονηθεί πρώτα ο ίδιος ο δημιουργός τους: Αν θες να με κάνεις να κλάψω, πρέπει πρώτα να πονέσεις ο ίδιος (si vis me flere, dolendum est / primum ipsi tibi).

H. Στην ποίηση δεν συγχωρείται το μέτριο, ακόμα και το ανεκτό, όπως σε άλλα επαγγέλματα. Ένας μέτριος δικηγόρος, δάσκαλος, μάγειρας κτλ. δεν είναι άμοιρος αξίας. Τους μέτριους ποιητές δεν τους ανέχεται κανείς. Στην ποίηση δεν υπάρχουν διαβαθμίσεις. Ένα ποίημα που λίγο γλιστρά απ’ την κορυφή κατρακυλά στο βάθος. Η ποίηση ή θα είναι εξαιρετική ή δεν θα είναι.

Θ. Επειδή ελάχιστοι διακρίνουν τις ατέλειες και τις αρρυθμίες ενός ποιήματος και συχνά τα κακογραμμένα ποιήματα παίρνουν άφεση, δεν πρέπει για αυτό να περιφρονείς τους κανόνες της τέχνης.

Ι. Αν γράψεις κάτι, δώσε το να το διαβάσει κάποιος που ξέρει (διάβασέ το σε εμένα, λέει ο Οράτιος) κι άκουσε τι θα σου πει. Μη σε ξεγελούν οι ψεύτικες φιλοφρονήσεις και κολακείες. Αν ευτυχήσεις να συναντήσεις κάποιον που θα σου μιλήσει με ειλικρίνεια και θα σε βοηθήσει να βελτιώσεις τα γραπτά σου, αλλά εσύ επιμείνεις στα λάθη σου, αυτός δεν πρόκειται να ασχοληθεί άλλο μαζί σου.

ΙΑ. Αυτό που μετράει είναι το σύνολο. Ένα έργο τέχνης πρέπει να είναι άρτιο ως όλον. Οι καλοδουλεμένες λεπτομέρειες δεν επαρκούν.

ΙΒ. Δούλευε τους στίχους για χρόνια. Οι στίχοι πρέπει να δουλεύονται εξονυχιστικά, τουλάχιστον δέκα φορές.

ΙΓ. Μη βιαστείς να εκδώσεις. Κράτα τα χαρτιά σου για εννιά χρόνια κλειδωμένα.

ΙΔ. Μελέτα νυχθημερόν τα ελληνικά πρότυπα (σήμερα θα λέγαμε: μελέτα νυχθημερόν τα σπουδαία έργα της δυτικής γραμματείας).

ΙΕ. Σκέψου τους αθλητές: σε πόσο σκληρή και μακροχρόνια άσκηση υποβάλλονται και πόσες στερήσεις υπομένουν (εγκράτεια, μετρημένη ζωή, αποχή από το αλκοόλ κτλ.), για να αποδώσουν. Εσύ νομίζεις πως θα αποδώσεις αν δεν ασκήσεις σκληρά και σε βάθος χρόνου το όποιο ταλέντο σου;

~.~

elyths-48.jpegΟ δεύτερος είναι ο Ελύτης. Στο βιβλίο συνεντεύξεών του, που φέρει τον τίτλο Συν τοις άλλοις, υπάρχουν σκόρπιες υποθήκες ποιητικής. Θα ήθελα να παραθέσω ορισμένες από αυτές, άλλες αυτούσιες κι άλλες ελαφρά παραλλαγμένες, αλλά πιστές στο πνεύμα του κείμενου.

 Α) Ο ποιητής μπορεί να αναζητεί κάτι πιο δύσκολο. Όχι την επικαιρική έξαρση του θυμικού του, αλλά τις ‘‘σταθερές’’ που διέπουν τη μόνιμη υπόσταση του λαού και της χώρας του.

Β)Μπορείς να παίρνεις αφορμή από κάτι που σου συμβαίνει, αλλά το σπουδαίο δεν είναι αυτό, είναι η αναγωγή του στο προσωπικό σου Αρχέτυπο. Υπό τον όρο να εξαφανίζεσαι, σαν υποκειμενική περίπτωση, όσο μπορείς πίσω απ’ αυτό.

Γ) Ο στίχος πρέπει να γραφτεί πολλές φορές, πέντε, δέκα, είκοσι, καμιά φορά και περισσότερες, όταν ο δαίμονας δεν σ’ αφήνει να απαλλαγείς από τις αναμνήσεις των άλλων στίχων, από τις επιδράσεις του εκάστοτε συρμού ή τους πειρασμούς της ευκολίας και της δήθεν ειλικρίνειας.

Δ) Οι νέοι δεν πρέπει να τοποθετούν το ποίημα, σαν νοητό σώμα, στον άξονα ‘‘παράδοξη ψυχολογική περίπτωση’’, δηλαδή να υπολογίζουν περισσότερο στην περιέργεια του ανθρώπου και λιγότερο στην ανάγκη του να δοκιμάσει την αληθινή συγκίνηση της Ομορφιάς.

Ε) Θα ήταν ευχής έργον αν βάζανε απευθείας οι νέοι τόσο μεγάλες απαιτήσεις στον εαυτό τους.

ΣΤ) Οι νέοι δεν μπορούν να καταλάβουν τι συμβαίνει στην ποίηση και να αποδώσουν, αν δεν γνωρίζουν δυο ξένες γλώσσες, να ξέρουν τι έχει γίνει και τι γίνεται έξω (να γνωρίζουν ξένες λογοτεχνίες, λέει ο Ελύτης, όχι να θηρεύουν πιστοποιητικά γλωσσομάθειας, και βέβαια να γνωρίζουν και τη δική τους παράδοση).

Ζ) Δεν αρκεί να ‘χεις καλά αισθήματα για να κάνεις καλή ποίηση… Όταν οι ιδέες είναι που βαραίνουν σε μια ποίηση κι όχι ο τρόπος που διατυπώνονται οι ιδέες, σημαίνει ότι οι βάρβαροι έφτασαν.

~.~

Νομίζω πως θα έπρεπε να σταθεί κάποιος όταν βλέπει να ομονοούν τεχνίτες που τους χωρίζουν τόσοι αιώνες.

 Ίσως όμως αμφισβητήσει κάποιος γενικά την αξία τέτοιων υποθηκών, έστω κι αν διατυπώνονται απ’ τους μεγαλύτερους ποιητές των αιώνων. Στην ποίηση —θα μπορούσε να πει—, όπως και στον έρωτα, δεν υπάρχει ‘‘πρέπει’’. Ακόμα θα μπορούσε να μας θυμίσει τόσα παραδείγματα ποιημάτων που γράφτηκαν σε λίγες μόνο ώρες ή και λεπτά ακόμα υπό το κράτος μιας ισχυρής έμπνευσης. Ο Βίκτωρ Ουγκώ λ.χ. συνέθετε στίχους στον ύπνο του, ξυπνούσε, τους στενογραφούσε και ξανακοιμόταν.

 Δεν αμφισβητώ αυτές τις περιπτώσεις. Πιστεύω όμως πως η ποίηση είναι υπόθεση και δωρεάς και συνειδητής εργασίας και άσκησης. Είναι χάρις αλλά και τέχνη. Άλλοτε η ζυγαριά γέρνει στην χάρη κι άλλοτε στην τέχνη. Αλλά έστω και σε υποτυπώδη βαθμό υπάρχουν κι οι δυο. Στο κομμάτι, λοιπόν, της τέχνης —που έχει τους κανόνες της και τις απαιτήσεις της— τέτοιες υποθήκες είναι πολύτιμες. Γιατί, όπως λέει κάπου ο Ιωάννης ο της Κλίμακος «πας ο ιδιορρύθμως τέχνην μαθών φαντάζεται».

 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΑΡΘΑΛΙΤΗΣ

~.~

Advertisements

Γιώργος Βαρθαλίτης, Τρίπτυχον

Young_Girl_Reading_by_Jean-Baptiste-Camille_Corot_c1868.jpg

 

 

 

 

 

 

 

 

~.~.~

ΤΕΡΤΣΙΝΕΣ ΣΤΟΝ ΗΛΙΟ

Πώς ξάφνου στον ορίζοντα προβάλλεις
άβυσσε από καθάρια λαμπηδόνα,
χρυσέ οφθαλμέ της μέρας της μεγάλης,

μαρμαρυγή, π’ αστράφτει στον αιώνα,
και το σκοτάδι,  λάμψη, που νικάει
και πλημμυρά του κόσμου το λειμώνα!

Πώς σα ναός η γη φεγγοβολάει,
που μύριες τον  φωτίζουνε λαμπάδες
και χείμαρροι φωτός που ξεχειλάει!

Τις άμετρες της φύσης ομορφάδες
εσύ μονάχος πάλι ξεσκεπάζεις:
βουνά και δέντρα, δάση και κοιλάδες.

Από τον ουρανό καθώς κοιτάζεις,
η θάλασσα, καθρέφτης, μας θαμπώνει,
τι και σ΄ αυτήν τη λάμψη σου μοιράζεις.

Το φως σου και τα σύννεφα χρυσώνει
και με πορφύρας χρώμα φλογισμένης
τα βάφει σαν η δύση σουρουπώνει.

Διαμάντι λαμπερό της οικουμένης
είσαι και κυανώνεις τα πελάγη
και τα χιονόδοξα βουνά λευκαίνεις,

λωτός, που δε γευτήκαν λωτοφάγοι,
μα π΄ όλοι με τα φίλτρα σου μεθάνε,
κι από χρυσόν αθώρητον αρπάγη,

κι εσύ είσαι, π’ όλα εσένα προσκυνάνε,
των αστεριών το πιο τρανό τ’  αστέρι,
που σα φανείς εκείνα διασκορπάνε!

Στ΄ απέραντο όμως μέσα καλοκαίρι
σκληρά πως καιν οι φλόγες σου τη χτίση
τ΄  ανήλεο και μεγάλο μεσημέρι.

Τίποτε πια θαρρείς πως δε θα αφήσει,
προτού  το κάνει στάχτη το καμίνι
και πριν φωτιά το πεύκο ξεγεννήσει.

Το ξέρουμε: δε φέρνεις τη γαλήνη
μα τη φωτιά, την παιδωμή, την πύρα,
που δίχως τους κανείς δε θά ΄χε μείνει,

τι ζωοδότρα αυτή η φωτιά ΄ναι μοίρα,
που σπλαχνικά τη ζήση μας μοιραίνει
κι οι αχτίδες σου χορός ειναι και λύρα,

κι οι αχτίδες σου κρυφή βροχή που ραίνει
το κάθε φύτρο γύρω μας και θάλλει,
το δέντρο και θεριεύει και πληθαίνει,

τη γη και λάμπει μ΄ όλα της τα κάλλη
και της ζωής τις κρύφιες αντηρίδες.
Στη Βαβυλώνα μέσα τη μεγάλη

σε δόξασαν και πλάι στις πυραμίδες
και πυρολάτρες άγριοι στην Περσία
και μυθικές, χαμένες Ατλαντίδες,

και στην αρχαία, ατέρμονην Ασία
λαούς πολλούς βαρβάρων διαφεντεύεις,
ανώνυμε, με κάθε ονομασία,

και Μίθρας, Ρα και Βήλος βασιλεύεις,
και των Δελφών, Απόλλωνας, τη χώρα
με τα χρυσά σου τόξα προστατεύεις.

Πηγή φωτός ακένωτη και τώρα
ποιά πόλη κρυσταλλένια περιχύνεις,
καθώς κυλούν εκεί τα τροχοφόρα,

μ΄ απ΄ όλους δυνατότερην εκείνης
λάμψη τους δυνατότερους λαμπτήρες,
ήλιε μου νοητέ δικαιοσύνης

και πάμφωτή μου μοίρα μες τις μοίρες;

~.~

ΑΡΙΑΔΝΗ

Πώς απ’ τη μνήμη ορθώνεται τη σκοτεινή βαθιά μου
ένα νησί με κάτασπρα στην κορυφή βουνά
και με σμαράγδια πράσινα στην αγκαλιά της άμμου,
π’ όλογυρα το ζώνουνε πελάγη γαλανά,

κι ένα παλάτι ατέλειωτο με σκάλες κι όλο σκάλες
και με κολώνες πορφυρές και πέτρινα θρονιά,
και με διαδρόμους άφεγγους, λευκές αυλές μεγάλες-
κι ήταν εκείνο, λέγανε, του Μίνωα μονιά.

Κι οι τοίχοι του με ζωγραφιές από γερό τεχνίτη
—κρίνους, χελιδονόψαρα, χταπόδια και πουλιά—
και το νησί ‘ταν η τρανή, φωτολουσμένη Κρήτη
κι ήμουν εγώ μονάκριβη κόρη του βασιλιά.

~.~

Ποιοι κύκλοι να χαράζουνε της μνήμης μου τα χνάρια;
Ποιο μίτο με τα χέρια μου, π’ αδειάζει, συγκρατώ;
Και πόσες κόρες οδηγώ και πόσα παλικάρια
μέσα σ’ ενός λαβύρινθου το μούχρωμα πηχτό;

Και το κουβάρι που κρατώ συνέχεια πώς αδειάζει!
(Κανένα φως δεν έρχεται ψηλά απ’ τον ουρανό.)
Θαρρείς πως άναστρη νυχτιά σε ζώνει και βραδιάζει
και ψηλαφάς τριγύρω σου το ζόφωμα πυκνό!

Με σώμα αντρίκειο ξαφνικά και ταύρου το κεφάλι
κάποια φριχτή κι αλλόκοτη ξεπρόβαλε μορφή,
πώς η σελήνη αμφίκυρτη τη νύχτα ξεπροβάλλει,
π’ ολόμαυρα τη σκέπουνε τα σύννεφα κρυφή.

Ο ένας τότε απ’ τους εφτά σε σύντομον αγώνα
κρατώντας του τα κέρατα στα χέρια του σφιχτά
και βάζοντας στον τράχηλο το δυνατό του γόνα
με το μαχαίρι στο λαιμό τον έσφαξε φριχτά.

Κι αυτός βαριά σωριάζεται στο χώμα και μουγκρίζει
κι οι πέτρινες αντιλαλούν στοές απ’ την κραυγή
και μαύρη λίμνη τ’ αίμα του τριγύρω ξεχειλίζει
και μ’ ένα στόμα το ρουφά η διψασμένη γη.

Και το σκοτάδι πορφυρό απ’ τ’ αίμα που κραυγάζει,
και κύκλοι κι άλλοι κύκλοι παν στην πέτρινην ειρκτή,
κι από μια πόρτα φως κρυφή, που απάντεχα μας βγάζει
σ’ αραξοβόλι γαληνό κι ερημικήν ακτή.

~.~

Άφαντο το γοργόπλωρο καράβι, που ‘χε αράξει—
μονάχη με παράτησαν στη μαύρη ακρογιαλιά—
η αυγή στο μέγα πέλαγο πριν λίγο ‘χε χαράξει—
κύματα σκάζαν γύρω μου και κρώζανε πουλιά.

Όλη τη μέρα μύρομουν στ’ άγιο νησί, τη Νάξο,
ριχτή σαν άχρηστο πανί στην καυτερή αμμουδιά,
μέχρι που δε μ’ απόμεινε δύναμη να φωνάξω,
μέχρι που μ’ όλα τ’ άστρα της κατέβηκε η βραδιά!

Και ξάφνου φύσηξε άνεμος το μαύρο γυρογιάλι
κι αντήχησαν στην ερημιά και κύμβαλα κι αυλοί
και κόπασε το πάθος μου στη νύχτα τη μεγάλη
και μια φωνή μου φάνηκε μακριά να με καλεί!

Και το Σαβάζιο αντίκρυσα στα ρούχα τ’ ανθηρά του
—άστρα τον περιζώνανε με παγερή φωτιά—
και χάιδεψα το ζοφερό στη ράχη πάνθηρά του
και τον κρυφό νυμφώνα της μας άνοιξ’ η νυχτιά!

~.~

ΟΒΕΛΙΣΚΟΙ

Οβελίσκοι μου, οβελίσκοι,
που φρουρείτε τους πυλώνες,
άσπρο φως, κατάμαυροι ίσκιοι,
στων αιώνων τους αιώνες,

οβελίσκοι μου από πέτρα,
που κανείς δε σας λυγάει
—αν μπορείς το ψήλος μέτρα!—
κι ανυψώνεστε στα χάη,

και που κάτω από τον ήλιο
με ναούς τρανούς κοντά σας
στης Αιγύπτου το βασίλειο
στήσατε τ’ ανάστημά σας,

κι είστε αιχμές αδρές τοξότη
και μαγνητικές βελόνες,
που στου πόλου τη γλαυκότη
δεν κλονίζουνε κυκλώνες,

κι είστε δόρατα φτιαγμένα
από μυστικό διαβήτη
και με τέχνη σμιλεμένα
στο σκληρότερο γρανίτη,—

σαν ο ήλιος ανεβαίνει
πώς αντιχτυπάει εκείνες
η κορφή σας χρυσωμένη
τις αγκαθερές του αχτίνες,

κι άλλοτε ο μεσημεριάτης
τη θωριά σας πυρακτώνει
και με τ’ άστρα τα δικά της
η νυχτιά σάς στεφανώνει

κι έτσι ορθώνεστε ολοΐσια
μες τ’ ασέληνο σκοτάδι
σάμπως μαύρα κυπαρίσσια
που φυτρώσανε στον Άδη!

Τρεις σας πια θα τραγουδήσω
με τραγούδι δουλεμένο
κι είθε δίπλα σας να στήσω
κι έναν τέταρτον απ’ αίνο!

Πρώτα τη δική σου δόξα,
οβελίσκε, μέλπω τώρα,
συ που του Ραμψή τα τόξα
κράζεις τα τροπαιοφόρα,

συ που κάτω σου περνούσαν
Φαραώ με τ’ άρματά τους
—τι φεγγοβολή σκορπούσαν
τα τρανά διαδήματά τους!—

και περνούσαν με χρυσάφι
στολισμένες αυλητρίδες
και με μάτια σαν ελάφι
και βαμμένες βλεφαρίδες,

κι έβλεπες την άγια βάρκα
ιερείς να λιτανεύουν
και με γρανιτένια σάρκα
σφίγγες πέρα να σου νεύουν,

και να σέρνει ο τροφοδότης
Νείλος τα βαριά νερά του,
π’ έλουζε το πρόσωπό της
η Ίβις, τ’ όρνιο του θανάτου,

κι από τ’ ουρανού τα μύχια
να πετάν ψηλά σου ολοένα
γυπαϊτοί μ’ ολέθρου νύχια
και γεράκια λιμασμένα,—

κι εσέ πού ’φεραν στην Πόλη,
για τον τσίρκο τους καμάρι,
να κοιτάζεις κάθε σκόλη
των λαών το μαύρο σμάρι,

και που σού ’γραψεν η μοίρα
να ξαναντικρίσεις πάλι
βασιλιάδες με πορφύρα
και με στέμμα στο κεφάλι,

κι είδες βασιλιάδες γαύρους
κι άνευρους κι οκνούς και λύκους
και Γιουστινιανούς κι Ισαύρους
και Φωκάδες κι Αντρονίκους,

και ν’ ορμούν αρματηλάτες
με τ’ ακράτητ’ άλογά τους
(βγάζουνε του τσίρκου οι στράτες
φλόγες απ’ τα πέταλά τους!),

και, μελίσσι αρίφνητ’, είδες
μανιασμένο να κραυγάζει
το λαόν απ’ τις κερκίδες
και στο ΝΙΚΑ να φρενιάζει,-

κι όσους τέλος ξεριζώσαν,
όσους ξένες πολιτείες
να στολίζετε καρφώσαν
σε πλακόστρωτες πλατείες,

π’ απ΄ τον ήλιο ξορισμένοι
οι βροχές σάς μαστιγώνουν
κι οι ουρανοί τους μολυβένιοι
τ’ όρθιο σας κορμί πλακώνουν.—

Φοινικιές σάς γνέφαν πρώτα
κι αύρες σάς σκορπίζαν μύρα-
τώρα σας ζαλίζουν φώτα
κι αυτοκίνητα τριγύρα,

οβελίσκοι μου, οβελίσκοι,
που μακριά από τους πυλώνες
του εαυτού σας γίνατ’ ίσκιοι
στων αιώνων τους αιώνες!

ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΑΡΘΑΛΙΤΗΣ

~.~

 

Γιώργος Βαρθαλίτης, Το τραγούδι των δέντρων

Maleas

~ . ~

Δέντρα μου μοναχά στις πεδιάδες
και στα πυκνά κι ανήλιαγα ρουμάνια
και στις βαθιές, ολόδροσες κοιλάδες
και στις κορφές π’ αγγίζουνε τ’ ουράνια,
με τις πολύθροες, δέντρα μου, σκιάδες,
μηλιές, οξιές και δάφνες και πλατάνια,
και δρυς βασιλική μου της Δωδώνης
που τον προσκυνητή κατευοδώνεις –

και κέδρα στου Λιβάνου τους κεδρώνες
της νύχτας το σκοτάδι που κρατάτε
κι αχάλαστα αψηφάτε τους αιώνες,
κι εσεις, ελιές, που μέσα σας φυλάτε
τους λύχνους του λαδιού στους ελαιώνες
κι αργά κατά τη δύση περπατάτε
σα στηριγμένοι στο ραβδί τους γέροι
στο ψιλόβροχο μέσα και τ’ αγέρι –

και πλάτανοι, όπου πλούσιο κεφαλάρι
των νερών τη βοή τριγύρα απλώνει
–κάθε χαλίκι εκεί μαργαριτάρι–
(στερέωμα τρανό που σε κυκλώνει
σφιχτά με τη βαθύχλωρή του χάρη! –
και πώς θροΐζουν πάνω μύριοι κλώνοι! –
και τι δροσιά εκκλησιάς που σ’ αγκαλιάζει
που η ψυχή σου σκιρτά κι αναγαλλιάζει!) –

και, πεύκα, που αναπνέτε με γαλήνη
κι απ’ την καρδιά σας μέσαθε φυσάνε
υγείας πνοές αδρές καθώς ρετσίνι
που κι οι αύρες από κείνες ευωδάνε,
και στου μεγάλου θέρους το καμίνι
τζιτζίκια στα κλαδιά σας τραγουδάνε,
και πλάι στο κύμα τα δικά σας μύρα
με του πελάγου σμίγουν την αλμύρα –

κι ω φοινικιές, που πάτε σε πορεία
στην άσφαλτο που ρέουν τροχοφόρα,
από λεπτές κολώνες θεωρία,
π’ ατέρμονη περνάει εδώ όλην ώρα,
και πίσω σας αχνά πελάγη κρύα,
και κάποτε σας δέρνει η άγρια μπόρα,
μα μ’ όλη ορθώνετε τη δύναμή σας
στων ουρανών την τέφρα το κορμί σας –

κι εσείς μεγάλα μαύρα κυπαρίσσια,
που τ’ άστρα τη βραδιά σάς τριγυρίζουν
και που ψηλά ανεβαίνετε ολοΐσια
κι άνεμοι μανιασμένοι δεν κλονίζουν,
τι αλκή φωλιάζει μέσα σας περίσσια
(σκύμνων καρδιές βαθιά σας λαχταρίζουν)
κι είστε απ’ ατόφιο δνόφο μαύροι στύλοι
και του ναού της Νύχτας είστε πύλη –

κι ω λεύκες μου, που στέκεστε λαμπάδες
κι από την αύρα αχείτε ολόγυρά σας
ως θάλασσες, α ποιές χλωμές λαμπράδες
την ασημένια λούζουνε θωριά σας
και, πείτε, ποιες κρυφές Αμαδρυάδες
να ζουν και να στενάζουνε βαθιά σας –
απ’ τ’ αργυρό κι απόκρυφο φεγγάρι
το μυστικό σας φως έχετε πάρει; –

κι έλατα, στ’ όρη πάνω με τα χιόνια
π’ αναπνέτε τον κρούσταλλον αγέρα
εκεί που σμίγει ο Χρόνος με τ’ αιώνια,
και πρώτα σας φωτίζει η νέα μέρα
κι είστε στο μούχρωμα άρπα παναρμόνια
που τη δονεί τ’ αγέρι στην εσπέρα,
ποιας άγνωστης λατρείας τα ψαλτήρια
και ποια βουβά σας κλείνουνε μυστήρια; –

τα φύλλα σας πώς ρίχνετε σα βέλη
που το καθένα, δέντρα μου, γυρεύει
το χρυσό να ρουφήξει τ’ ήλιου μέλι,
και πώς με τους αγέρηδες παλεύει
ο κορμός σας και μ’ όλα του τα μέλη
κι οι ρίζες σας πώς χάνονται στ’ ερέβη
τα δάκρυα να βυζάξουν στο σκοτάδι
απ’ τις αστείρευτες κιστέρνες τ’ Άδη;

ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΑΡΘΑΛΙΤΗΣ

O μύθος και ο στίχος

α ίσις

~.~

του ΘΕΟΔΟΣΗ ΒΟΛΚΩΦ~.~

Γιώργος Βαρθαλίτης,
Ίσις,
Αρμός, 2018

«Τoν ποιητήν δέοι, είπερ μέλλει ποιητής είναι, ποιείν μύθους, αλλ’ ου λόγους», φθέγγεται ο Πλάτων. Για τον αρχαίο φιλόσοφο, ο ποιητής είναι πρώτα και πάνω απ’ όλα ο κατ’ εξοχήν μυθολόγος. Δεν είναι απλώς ο διά των λέξεων πλαστουργός στιβαρών μορφών αλλά ο υψηλόφρων δημιουργός μύθων.

Ως εκ τούτου, όποτε παίρνει τον λόγο, μας μιλά μέσω λεκτικών εικόνων, ήχων και ρυθμών, και πρωτίστως μέσω συμβόλων, όχι διά συλλογισμών και λογικών επιχειρημάτων. Γι’ αυτό και το νόημα της εκάστοτε ποίησης δεν μπορεί να αρθρωθεί πλήρως με κανέναν άλλο τρόπο και αστοχούμε οικτρά κάθε φορά που θέλουμε να εξηγήσουμε καταλογάδην «τι λέει το ποίημα».

Το πλατωνικό αυτό πρόταγμα δείχνει να ενστερνίζεται ο Γιώργος Βαρθαλίτης από τα πρώτα του ποιητικά βήματα. Έκτοτε το ακολουθεί εκθύμως και με εντυπωσιακή συνέπεια μέχρι την πιο πρόσφατη κατάθεσή του, την ολιγοσέλιδη αλλά περιεκτική ποιητική συλλογή που τιτλοφορείται Ίσις.

«Το ποιητικό αυτό βιβλίο φιλοδοξεί να ανασυστήσει μιαν απ’ τις πιο γοητευτικές μορφές της προχριστιανικής θρησκευτικότητας: την Ίσιδα, την Θεοτόκο του αρχαίου κόσμου», διαβάζουμε δίκην επισημείωσης στο οπισθόφυλλο του καλαίσθητου τομιδίου. Ώστε ηρωίδα του έργου δεν είναι τίποτα λιγότερο από μια αρχαία θεά κι εμείς ειδοποιούμαστε ότι, αν προχωρήσουμε στην ανάγνωση, θα εισέλθουμε στην ανεξάντλητη και μυστηριακή επικράτεια του μύθου.

Η αρχιτεκτονική του βιβλίου απλή και εύληπτη. Η ύλη χωρίζεται σε τρεις ενότητες. Τη μεν πρώτη απαρτίζουν επτά σονέτα, τη δεύτερη τρεις ωδές και την τρίτη επτά «εικόνες», όπως τις χαρακτηρίζει ο ποιητής. Για ένα βιβλίο που εδράζεται κατά τεκμήριο στη ζωογόνο γαία των συμβόλων, είναι μάλλον βάσιμο να εικάσουμε ότι και η χρήση των ιερών αριθμών«τρία» και «επτά» δεν μπορεί να είναι τυχαία, ότι και τούτηκρύβει μια σημασίαεσώτερη. Όπως και να ’χει, η ορατή αυτή συμμετρία είναι –αν μη τι άλλο–τερπνή, έστω κι αν ο βαθύτερος συμβολισμός της ενδεχομένως μας διαφεύγει.

Άπαντα τα ποιήματα έχουν γραφτεί σε αυστηρές μορφές. Κυρίαρχος στίχος είναι ο ίαμβος και σταθερή επιλογή η ρίμα. Οι τεχνικές λεπτομέρειες ωστόσο δεν πρόκειται να μας απασχολήσουν περαιτέρω. Ο Γιώργος Βαρθαλίτης εξάλλου είναι τεχνίτης δοκιμασμένος. Τη μαστορική της έμμετρης στιχουργίας την κατέχει σε βάθος, όπως καταφαίνεται από τις μέχρι σήμερα ποιητικές του εργασίες– τα πρωτογενή του ποιήματα αλλά και τις πολλές του μεταφράσεις.
Δεν είναι η πρώτη φορά που η μορφή της Ίσιδας απασχολεί τον ποιητή. Την απαντάμε ήδη στο Solstitium, το πρώτο του βιβλίο, όπου της αφιερώνει τρία σονέτα, για να συνεχίσει στη Νουμηνία με δύο ακόμη ισιακά, όπως επιγράφονται, ποιήματα. Παραθέτουμε το δεύτερο, ένα ιδιότυπο πλην έξοχο μεγαλυνάριο, από αυτά που αφθονούν στην ποίησή του.

Μητέρα της νυχτός και της γαλήνης
Μητέρα της πλουτώνιας σιγής
Μητέρα που την κτίση μεγαλύνεις
απ’ τ’ άστρα μέχρι τα έγκατα της γης

Μητέρα και νεκρών εσύ και ζώντων
Μητέρα που συνθλίβεις ξαφνικά
και τις στερνές γραμμές των οριζόντων
Μητέρα που ούτε ο Άδης δε νικά,

την αστρική σου σκόρπισε τη δίνη
που αποχωρίζει σώμα και ψυχή
η δνοφερή πνοή σου ας μη βραδύνει
και να μην πάψει ο σάλος σου να ηχεί.

(«Ισιακόν ΙΙ», Νουμηνία)

Από τον ισιακό τούτο σάλο δείχνει να διακατέχεται σταθερά ο Γιώργος Βαρθαλίτης. Ας παραβάλλουμε το ανωτέρω ποίημα με το τέταρτο σονέτο της Ίσιδος, τους «Χαιρετισμούς» που με θέρμη απευθύνει ο ποιητής στη θέαινά του. Διαπιστώνουμε ότι τα δύο ποιήματα διατρέχει κοινή πνοή και πως τελικά ενώπιόν μας εκτυλίσσεται η ίδια λυρική ουσία. Το λεκτικό, ο τρόπος της θεματικής ανάπτυξης, οι αλλεπάλληλες προσφωνήσεις με τα προσωνύμια που διέσωσε η παράδοση, όλα υποδηλώνουν ότι το ένα ποίημα αποτελεί οργανική συνέχεια του άλλου.

Χαίρε, των Θεών αρχέγονη Μητέρα,
Αρτέμιδα και Δίκτυννα και Ρέα –
χαίρε, σεμνή, πανδότειρα κι ωραία,
αγέρωχη, χθονία κι αμβροτέρα –

χαίρε, ολβιόδωρε έμψυχε αμφορέα,
χαίρε, σεπτή, δικέρατη, υπερτέρα –
χαίρε, των ουρανών η πλατυτέρα
και δάδα των μυστών στηνΤιθορέα!

Χαίρε, μες στ’ αποτρόπαια βάραθρ’ όπου
σ’ αβυσσοτόκα θρόνιασες ερέβη
που δεν τα ξεδιαλύνει μάτι ανθρώπου!

Και χαίρε, εσύ γεννήτρα και χαλάστρα,
που η σιγαλιά απ’ των ουρανών σου τ’ άστρα
τους μαύρους πυρετούς μας ημερεύει!

(«ΙV», Ίσις)

Αλλά τα ίδια στοιχεία απαντάμε και στο ομότιτλοτης Ίσιδος ποίημα από τη συλλογή Σειράχ, σε στίχο ελευθερωμένο αυτό, που μετρικά τουλάχιστον μοιάζει να έλκει την καταγωγή του από τις Συνειδήσεις του Άγγελου Σικελιανού. Κι εδώ πάλι οι κλητικές προσφωνήσεις παρατίθενται σωρηδόν.

Περιβλημένη
τον αστρικό σου τον χιτώνα
πώς ξάφνου ορθώνεσαι μπροστά μου!

Μυριώνυμε Ίσις,
Μεγάλη Θεά και Παντοκράτωρ
του Όσιρι Νυμφία,
που έπλασες πάλι
το σπαραγμένο του το σώμα!
Ίσις-Αστάρτη, των ερώτων Θεσμοθέτι!

Ανώτερη απ’ την Ειμαρμένη,
Ίσιδα-Τύχη, Νέμεσις και Νίκη!

Ίσις-Υγεία, Σώτειρα κι Επήκοε!

Κυρία των ουρανών και των ανέμων,
Κυρία των θαλασσών γαλήνια,
Εύπλοια και Πελαγία!

Τώρα κι εγώ
ακολουθώντας τη μεγάλην έξοδό σου
μες την πομπή των ιερέων και των μυστών σου
θα δω το πλοίο σου με τα πανιά ανοιγμένα
να χάνεται στη θάλασσα του ζόφου!

Και μες στη νύχτα τη δική σου
θα δω τον ήλιο της αγάπης σου να λάμπει!

(«Ίσις», Σειράχ)

Όλο το έργο του Γιώργου Βαρθαλίτη βρίθει από εξωτικά τοπωνύμια και μυστηριακά θεωνύμια, μικρές εστίες λυρικής πύκνωσης γύρω από τις οποίες οργανώνονται οι στίχοι του. Λέξεις που ηχούν σχεδόν σαν μαγικές, απόηχοι κόσμων που είναι βυθισμένοι στην αχλύ του θρύλου και του μύθου, ασκούν ακαταμάχητη γοητεία στη φαντασία του και κατακλύζουν την ποίησή του. «Εκάτη, Αστάρτη, Βερεκύνθια, Ίσις», διαβάζουμε σ’ έναν άλλο λαμπρό ενδεκασύλλαβο.

Μέσα στη μεγάλη πομπή των ιερέων και των μυστών της Ίσιδας, ο ποιητής ενδύεται με τη σειρά του τα ιερατικά άμφια και αναπέμπει έναν ακόμη ύμνο σε αναβαθμούς. Μέσωτης πληθώρας των ύμνων και των ωδών του, ο σύγχρονος υμνωδός επιχειρεί την επανασύνδεση με την πάλαι ποτέ κραταιά παράδοση της υμνογραφίας και επαναφέρει στον ορίζοντα της ποίησής μας κάτι που είχε ουσιαστικά εκλείψει: το θρησκευτικό εγκώμιο.

Διότι αυτό εντέλει είναι και η Ίσις, ένας σπονδυλωτός ύμνος προς τη μεγάλη θεά που τόσο κεντρική θέση κατέλαβε στη λατρεία των λαϊκών κυρίως κοινωνικών στρωμάτων κατά την αιγυπτιακή και όχι μόνον αρχαιότητα. Γι’ αυτό εξάλλου ο τόνος αυτής της ποίησης είναι ιδιαιτέρως υψηλός, διαμετρικά αντίθετος προς τη χαμηλόφωνη κυρίως στιχουργία του καιρού μας. Ο υμνογράφος μεγεθύνει, τονίζει, υπογραμμίζει και ξαναϋπογραμμίζει, αφού αυτό επιβάλλει το ίδιο του το θέμα.

Εκεί ακριβώς, στις εγγενείς ιδιότητες του ύμνου, θα πρέπει να αποδοθεί και η σχετική στατικότητα που εν μέρει χαρακτηρίζει τα ποιήματα της συλλογής, τόσο τα ακραιφνώς ισιακά των δύο πρώτων ενοτήτων όσο και τις προσφυώς επιγραφόμενες «Εικόνες». Ο ύμνος αποτελεί πρωτίστως την κορυφαία λατρευτική εκδήλωση του ανυμνούντος·σπανίως αφηγείται καταλεπτώς περιστατικά από τον βίο του ανυμνούμενου, και όταν το κάνει, τούτο γίνεται μόνο παρεμπιπτόντως.

Είναι προφανές πως η Ίσις, όπως και ολόκληρο το ποιητικό έργο του Γιώργου Βαρθαλίτη, θεμελιώνεται σε μια θηριώδη αρχαιογνωσία, προϊόν πολυετούς και παθιασμένης μελέτης κειμένων που ο μέσος αναγνώστης των ημερών μας αγνοεί. Τα αρχαιόθεμα ποιήματα καταλαμβάνουν ασυνήθιστα μεγάλο μέρος της στιχουργίας του, μεγαλύτερο ίσως απ’ ό,τι σε οποιονδήποτε άλλο δημιουργό της γενιάς του.

Ο Γιώργος Βαρθαλίτης, δεν υπάρχει αμφιβολία πάνω σε αυτό, είναι κατά βάσιν ποιητής βιβλιακός.Στην περίπτωσή του, η φιλολογική γνώση γίνεται το κύριο έναυσμα για την ποιητική πράξη. Διαλέγεται συστηματικά με συγγραφείς και κείμενα από ολόκληρο το φάσμα της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας, ξεκινώντας από τον Όμηρο και φτάνοντας μέχρι τις μέρες μας. Αρχαίοι Έλληνες και Λατίνοι συγγραφείς, η Βίβλος, Βυζαντινοί υμνογράφοι, Γερμανοί και Γάλλοι συμβολιστές και ασφαλώς η ελληνική ποίηση των τελευταίων δύο αιώνων λειτουργούν συχνότατα ως καύσιμη ύλη για την εκτύλιξη της δικής τουγραφής. Το αξιοσημείωτο είναι το ότι στις περισσότερες περιπτώσεις κατορθώνει να μετουσιώσει, χωρίς μεγάλες απώλειες, όλη αυτή τη βιβλιογνωσία σε θαλερή λυρική ποίηση. Κατά συνέπεια, μπορούμε να χαρούμε τα ποιήματά του, ακόμη και αν δεν είμαστε εξοικειωμένοι με τις πηγές τους. Η αναγνωστική μας απόλαυση ωστόσο είναι βέβαιο ότι θα πολλαπλασιαστεί, αν ανατρέξουμε σε αυτές που ο ίδιος ο ποιητής φροντίζει να υποδεικνύει εντίμως στα πεζά σημειώματα που συνοδεύουν τα ποιητικά του βιβλία.

Παράλληλα, χάρη στον τρόπο με τον οποίο πραγματεύεται το εκάστοτε θέμα του, η περιβόητη «διακειμενικότητα», πουαφελώς νομίζουμε ότι ανακαλύφθηκε επί των ημερών μας, αποκαθίσταται στο αληθινό της νόημα. Παύει να είναι η επιπόλαια και εξόφθαλμη, σχεδόν τυχοδιωκτική κάποτε, παραπομπή στην επιφάνειατων κειμένων που προβάλλονται κατά την παρούσα συγκυρία από την αγορά. Γίνεται ξανά ο ουσιαστικός διάλογος με το πνεύμα των κειμένων εκείνων που συνδέονται οργανικά με τον προσωπικό πνευματικό προσανατολισμό του ποιητή και τις αυθεντικές του ανησυχίες.

Για όποιον Έλληνα ποιητή ορέγεται το ύψος του μύθου, και ο Γιώργος Βαρθαλίτης είναι από αυτούς, η συνάντηση και μάλιστα η συμβίωση με την ποίηση του Άγγελου Σικελιανού είναι αναπόφευκτες. Δεν είναι τυχαίο λοιπόν το ότι ο ποιητήςαφιέρωνει τις τρεις ισιακές του ωδές στη μνήμη του Σικελιανού, «του τελευταίου Ευρωπαίου μυθικού ποιητή του μεγέθους του Χαίλντερλιν και του Μπλέικ», κατά τη ρήση του στοχαστή Κώστα Παπαϊωάννου.

Θα σταθούμε ωστόσο σε ένα ποίημα από την τρίτη ενότητα του βιβλίου, την έξοχη «Κυμαία», που μοιάζει να έχει αποσπαστεί απευθείας από το ποιητικό σύμπαν της σικελιανικής Σίβυλλας. Εδώ η εικονοποιία διακρίνεται για την απαράμιλλη δύναμή της, αναδεικνύοντας έκτυπα αυτό που διαπιστώνουμε σε όλα τα βιβλία του Γιώργου Βαρθαλίτη, το ότι δηλαδή είναι κυρίως ποιητής ζωγραφικός–για την ακρίβεια, ένα ιδιότυπο κράμα παρνασσισμού και συμβολισμού στην ελληνική εκδοχή του– και ότι αναδέχεται και αναπλάθει τον κόσμο κυρίως διά της όρασης, η οποίαστην προκειμένη περίπτωση έρχεται να εξεικονίσει με τα πιο ζωηρά χρώματα τη μεγάλη στιγμή της ενορατικής έκστασης. Η ένθεη μανία αποτυπώνεται άψογα. Συν τοις άλλοις, τη διαδοχή των εικόνων διακρίνει και μία εκπληκτική κίνηση, κατ’ αντιδιαστολή προς τη στατικότητα για την οποία κάναμε λόγο παραπάνω. Το ποίημα είναι τόσο ωραίο, που –παρά την έκτασή του– νιώθω υποχρεωμένος να το παραθέσω ολόκληρο.

Στα σκοτεινά άλση δίπλα της Εκάτης,
η πέτρα που ’ναι εκεί η χαλκιδική,
εκεί έχει τα λημέρια τα δικά της
η Διηφόβη, η κόρη η μαντική.

Ο Δήλιος θεός τής συνταράζει
και την ψυχή της όλη και το νου,
κι αυτή σκληρά στον τρίποδα σπαράζει
σαν να την καίνε οι φλόγες τ’ ουρανού.

Του λογισμού της δέρνεται η σημαία
στης προφητείας τον άνεμο σφοδρό,
κι αναβακχεύει σύγκορμη η Κυμαία
στο μέγα πάθος μέσα το ιερό.

Τραντάζονται ώς κι οι γκρίζοι γύρω βράχοι
κι ανοίγονται κι οι πόρτες οι εκατό
σα στ’ άντρα αυτά τα μυστικά μονάχη
με τον θεό παλεύει το φριχτό.

Κι όπως οι σκύλες κάτω απ’ το φεγγάρι
λυσσά κι αυτή μ’ αφύσικο σπασμό,
τη χαίτη της τινάζει σα λιοντάρι
κι αγκομαχά να βγάλει το χρησμό.

Σα ν’ αδειασε όλο το αίμα της χλομιάζει,
την καίει σα βάτο ασίγαστη αφορμή –
του τρίποδα το φίδι ζει και μοιάζει
με κρίκους να της σφίγγει το κορμί.

Και πια του οργίου τη ζώνει η τρικυμία,
μύριες πνοές τα στήθη της συμπάν,
κι από τη μέθη τη θεϊκή, τη μία,
τα φρένα της ανοίγονται στο παν!

Χιλιάδων ήλιων ξάφνου φως αυγάζει!
Τη μια αστραπή διαδέχεται αστραπή!
Και μ’ όλη της τη δύναμη κραυγάζει
τα μέλλοντα που βλέπει για να πει!

Τέλος, από τον τρίποδα τ’ αδύτου
σωριάζεται μεμιάς νεκρή στη γη,
και σβήνει στ’ άντρο το έμψυχο δαδί του
σε παγερή και σκοτεινή σιγή.

(«Κυμαία», Ίσις)

«Πεθαίνει, γιατί οι άνθρωποι δεν πιστεύουν πια σε αυτόν», έλεγε ο πολύς Αντουάν Μπουρντέλ, αναφερόμενος στον περίφημο Θνήσκοντα Κένταυρό του. Ο σπουδαίος γλύπτης, που φιλοτέχνησε τα μνημειώδη του έργα ζώντας και αναπνέοντας μέσα στο βασίλειο των συμβόλων, αποτύπωσε τη δίψα του σύγχρονου ανθρώπου για τον μεγάλο μύθο σε μια εποχή πνιγηρού υλισμού, κατά την οποία, όπως άλλωστε και στη δική μας, οι μύθοι είχαν αρχίσει να θεωρούνται προ πολλού γλώσσα νεκρή και κάθε ενασχόληση μαζί τους ματαιοπονία και ανώφελος αναχρονισμός.

Η καταβύθιση στον κόσμο των αρχέγονων μύθων και η αναβάπτιση στα νάματά τους, όπως προτείνει ο μυθολογικός λυρισμός του Γιώργου Βαρθαλίτη, τι έχει να προσφέρει στον σύγχρονο αναγνώστη κι ακόμα περισσότερο στον άνθρωπο του 21ου αιώνα; Τούτη η αισθητική και συνάμα γενικότερη πνευματική επιλογή μπορεί να οδηγήσει σταδιακά, ύστερα από κόπο και χρόνο πολύ, στην αναγέννηση μιας υγιούς και ρωμαλέας θρησκευτικότητας, στην επανεύρεση ενός ισχυρού μεταφυσικού κέντρου, ενός βέβαιου πνευματικού προσανατολισμού μέσα στη σύγχυση του αιώνα όπως οραματιζόταν, για να περιοριστούμε μόνο στα καθ’ ημάς, ο Άγγελος Σικελιανός; Ή μήπως συνιστά μια εντελώς ανιστορική αντίληψη, ασύγγνωστη πολιτική και όχι μόνον αφέλεια;

Τούτη η στανική αναβίωση δεν οδηγεί νομοτελειακά σε τραγέλαφους; Μπορούμε χάρη σε μια σχεδόν αφύσικη ένταση της βούλησης να «πιστέψουμε» σε πείσμα όλων αυτών που η λογική της εποχής υπαγορεύει; Μπορούμε να αναστήσουμε το νεκρό; Είναι δυνατόν να εκβιάσουμε τη δωρεά; Να γίνουμε, κατά την ευαγγελική ρήση, «οι βιαστές της βασιλείας των ουρανών»;

Ο Όσβαλντ Σπένγκλερ ήταν κατηγορηματικός. «Όλη η γλυπτική μετά τον Μιχαήλ Άγγελο είναι παρανοήσεις και αναβιώσεις», δογμάτιζε. Επ’ αυτών των ζητημάτων δεν έχουμε τίποτα να προσθέσουμε. Ό,τι μπορούσε να ειπωθεί ειπώθηκε, ό,τι μπορούσε να γίνει έγινε. Η εποχή μας δεν είναι η εποχή της ζώσας θρησκευτικότητας. Ζούμε στους καιρούς της πανίσχυρης τεχνοεπιστήμης, όχι στην εποχή της μεγάλης τέχνης, θρησκευτικής ή άλλης. Ο μέγας Παν πέθανε και ετάφη.

Όλα ετούτα, σκέψεις και ερωτήματα, εγείρονται κατά την ανάγνωση του μικρού αυτού βιβλίου αλλά και του συνόλου της ποίησης του Γιώργου Βαρθαλίτη, η ποιητική θέση του οποίου διαγράφεται σαφώς. Για τον ίδιο τον ποιητή, ο χώρος του μύθου συνιστά κι έναν άλλο τρόπο του υπάρχειν μέσα στον κόσμο, έναν άλλο δρόμο στον οποίον προχωρά καθώς φαίνεται απερίσπαστος. Ο καιρός θα δείξει αν τούτος ο προσωπικός προσώρας δρόμος μέλλει να γίνει δημοσιά, αν η στενή αυτή πύλη πρόκειται κάποτε να διαπλατυνθεί για ξαναπεράσουν από μέσα της πλήθη και κοινωνίες.

Στο μεταξύ, τίποτα δεν μας εμποδίζει να απολαύσουμε τα ποιήματά του, αυτά τα ιδιότυπα ταμπλώ βιβάν, τις ομιλούσες εικόνες, που μοιάζουν να έρχονται από άλλες εποχές, όταν μύθοι και σύμβολα έθρεφαν, ως άρτος επιούσιος, ολόκληρους πολιτισμούς.

«Από τον μύθο στον λόγο» τιτλοφορείται η μνημειώδης μελέτη του Βίλχελμ Νέστλε, κατά την οποία συζητείται το πέρασμα των αρχαίων Ελλήνων από τη μυθολογική σκέψη στον ορθολογικό στοχασμό. Ο Παλαμάς πάλι έλεγε ότι «ποίηση είναι ο λόγος που πάει να γίνει τραγούδι». Υποκύπτουμε στον πειρασμό να αντιστρέψουμε τη φράση του φιλοσόφου και να παραφράσουμε τη σκέψη του ποιητή, συνδυάζοντάς τες: ποίηση είναι ο λόγος που πάει να επιστρέψει στον μύθο.

ΘΕΟΔΟΣΗΣ ΒΟΛΚΩΦ

 

 

 

 

 

 

Τι είπε ο παπαγάλος στον Καζαντζάκη;

Damayanti choosing a Husband - Warwick Goble, Indian Myth and Legend:

~ . ~

Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΒΑΡΘΑΛΙΤΗ

Τα παλιά χρόνια στη μακρινή Ινδία ένας φιλήδονος κι ελαφρόμυαλος νέος, ο Μαδάνας, παντρεύτηκε μια εξ ίσου φιλήδονη κι ελαφρόμυαλη γυναίκα, την Πραββαβατή. Λίγο (ή πολύ) καιρό μετά τον γάμο τους, ο Μαδάνας έφυγε για ταξίδι κι η Πραββαβατή έμεινε μόνη της. Ωστόσο, η Πραββαβατή δεν ανήκε στις γυναίκες που μένουν για πολύ καιρό μόνες τους ή που οι άντρες τις αφήνουν μόνες τους.

Φαίνεται πως η Πραββαβατή ήταν μια πολύ γοητευτική γυναίκα. Οι επίδοξοι, λοιπόν, εραστές της άρχισαν να την πολιορκούν επίμονα. Στο σπίτι της κατέφταναν μαυλίστρες κι έχυναν, αλειμμένο με λόγια μελιστάλακτα, το δηλητήριο της διαφθοράς στα αυτιά, κι από εκεί στην καρδιά, της Πραββαβατής. «Τους άντρες μας», της έλεγαν, «τους αγαπάμε όσο ζουν ή είναι κοντά μας. Σαν πεθάνουν ή φύγουν, σβήνεται κι η αγάπη. Απόλαυσε τα νιάτα σου, γιατί τα νιάτα γρήγορα περνούν». Η Πραββαβατή δεν ήταν, βέβαια, Πηνελόπη και δεν άργησε να ενδώσει σε τόσο δελεαστικές και πειστικές προτάσεις. Έτσι ένα βράδυ ντύθηκε και στολίστηκε για να συναντήσει τον αγαπητικό της (που ακόμα δεν είχε γίνει αγαπητικός της).

Στον απερίσκεπτο νεόνυμφο, ωστόσο, η προνοητική συμπάθεια κάποιου βραχμάνα είχε χαρίσει μια κίσσα κι έναν παπαγάλο – σανσκριτιστί Σούκα. Καθώς η Πραββαβατή ετοιμαζόταν να βγει, άκουσε να της μιλά ο Σούκας (τα παλιά χρόνια στην Ινδία οι παπαγάλοι κι όλα γενικώς τα ζώα μιλούσαν): «Πήγαινε», της είπε , «μα πρώτα σκέψου αν έχεις την εξυπνάδα της Λαξμής». «Και ποια είναι η Λαξμή;», ρώτησε η Πραββαβατή. «Άκου, λοιπόν, την ιστορία της», της αποκρίθηκε ο Σούκας. «Κάποτε ο Μαχάνας, ένας έμπορος, ερωτεύθηκε τη γυναίκα ενός άλλου εμπόρου, την Λαξμή. Για να καταφέρει την Λαξμή, ο Μαχάνας της έστειλε μια πανούργα μαυλίστρα, την Πουρνά την Μασοπαβασινή. Η Λαξμή ήταν πιστή στον άντρα της και στην αρχή απέρριπτε τις εκκλήσεις της Μασοπαβασινής. Πες-πες όμως κάμφθηκαν οι αντιστάσεις της και δέχθηκε να συναντήσει τον Μαχάνα. Για κάποιον ωστόσο λόγο, ο Μαχάνας δεν μπόρεσε να έρθει. Τότε η οιστρηλατημένη Λαξμή πρόσταξε τη μαστροπό να της φέρει όποιον άντρα βρει. Εκείνη κατά λάθος της έφερε τον δικό της. Μόλις τον αντίκρισε η Λαξμή προσποιήθηκε τη χολωμένη και τον κατσάδιασε στα γερά: »Παλιάνθρωπε, μου ’λεγες πως μ’ αγαπάς και δεν σ’ αρέσει καμιά άλλη. Τώρα πια σε ξέρουμε». Κι αυτός την καθησύχασε και γύρισαν σπίτι».

Σαν ο Σούκας τελείωσε την διήγησή του, η Πραββαβατή ήταν κουρασμένη και αποκοιμήθηκε. Έτσι κάθε νύχτα, μέχρι την επιστροφή του Μαδάνα, ο παπαγάλος της έλεγε κι από μια ιστορία. Της είπε για την ανδρομανή Ραμββικά, που πίστευε πως όποιον δεν στέργει τη γυναίκα που λιώνει από έρωτα κι έρχεται, επειδή το θέλει, τον αφανίζει ο αναστεναγμός της και τον στέλνει στα Τάρταρα, για τον Μουλαδέβα, τον άτυχο θνητό που οι δαίμονες Καράλας και Ουτάλας όρισαν κριτή για την ομορφιά των γυναικών τους κι εκείνος ανακήρυξε ομορφότερη στον κόσμο αυτή που αρέσει στον άντρα της, για τον γιο του Σάνδρα που ο πατέρας του τον έστειλε σε μια πορνοβοσκό για μάθει τις ραδιουργίες και τις παγίδες των εταιρών (τους ψευδείς όρκους, τους πλαστούς λόγους, τον πλαστό ακκισμό, τα πλαστά δάκρια, τον πλαστό γέλωτα, την πλαστή λύπη και χαρά, το επίπλαστο φίλτρο), μα που κι αυτόν τον ξεγέλασε πόρνη, της είπε για τον αήττητο στην ερωτική αντοχή Βισνουσαρμάν, για την στρίγγλα Καραγαρά, για τον Σουβουδή και τον Κουβουδή, για την αφοσιωμένη Σαντικά, για τον Δαρμαβουδή και τον Δουστουραβή, για τις γυναίκες του Κουχάνα…

Οι Ιστορίες του Παπαγάλου ή η Νυκτερινές Μυθολογίες του Ψιττακού, όπως απέδωσε τον τίτλο του έργου ο πρώτος μεταφραστής του στα ελληνικά και γενικότερα σε ευρωπαϊκή γλώσσα Δημήτριος Γαλανός, είναι μια σειρά ευτράπελων διηγημάτων γραμμένων στα σανσκριτικά. Το βιβλίο μοιάζει με εγκόλπιο γυναικείων ερωτικών τεχνασμάτων και δολοπλοκιών. Ένα επιδερμικό άρτυμα ηθικοπλαστικών γνωμικών δεν καταφέρνει να καλύψει τον σκαμπρόζικο χαρακτήρα του.

Στον μεσαίωνα τα ινδικά διηγήματα αγαπήθηκαν και διαδόθηκαν πολύ. Ενσωματώθηκαν στις Χίλιες και μια νύχτες», πλανόδιοι παραμυθάδες τα αφηγούνταν σ’ όλη την ανατολή, έφτασαν μέχρι και το Βυζάντιο. Εκεί ο Συμεών Σηθ, ιατρός, μάγιστρος και πρωτοσπαθάριος εξ Αντιοχείας, στις μέρες του Ανδρονίκου και του Μιχαήλ Δούκα, εξελλήνισε, υπό την ονομασία Στεφανίτης και Ιχνηλάτης, από τα αραβικά, μια άλλη περίφημη συλλογή ινδικών μύθων, την Χιτοπαδάσσα. Φαίνεται πως οι ιστορίες του Στεφανίτη και Ιχνηλάτη υπήρξαν ιδιαίτερα δημοφιλείς στους Βυζαντινούς.

Ολίγα τινά και εγκυκλοπαιδικά τώρα περί Δημητρίου Γαλανού. Ο Γαλανός γεννήθηκε στην Αθήνα το 1760. Σπούδασε στο Μεσολόγγι και την Πάτμο πλάι σε ονομαστούς δασκάλους του υπόδουλου ελληνισμού. Τον κάλεσαν στην Κωνσταντινούπολη και του πρότειναν να γίνει ιερωμένος. Αλλά η δίψα του Γαλανού για μάθηση ήταν αστείρευτη. «Οι δε σοφοί των Ινδών», γράφει σε επιστολή του, «λέγουσιν, ότι ο φρόνιμος άνθρωπος αφίησι και οικίαν και περουσίαν και φίλους και ξενιτεύει και κακοπαθεί δια ζήτησιν και εύρεσιν μαθήσεως». Προτίμησε να φύγει για την Ινδία, όπου μελέτησε τη Σανσκριτική και άλλες ανατολικές γλώσσες. Αφού απέκτησε αξιόλογη περιουσία, αποσύρθηκε στο Μπεναρές, την ιερή πόλη των Ινδών, ντύθηκε τη στολή των βραχμάνων και αφοσιώθηκε στη μελέτη και τη θεωρία. Μετέγραψε στα ελληνικά ολόκληρη σειρά έργων της σανσκριτικής γραμματείας, τα οποία εκδόθηκαν, λίγο μετά την ίδρυση του ελληνικού κράτους, χάρη στις φροντίδες ενός άλλου φωτισμένου λόγιου, του Γεωργίου Τυπάλδου.

Φαίνεται όμως η δράση του μυθοπλάστη παπαγάλου δεν σταμάτησε και πως έκανε για μιαν ακόμη φορά την εμφάνισή του στα γράμματά μας. Πρόσφατα, άνοιξα τυχαία, στο γραφείο ενός φίλου, τον Αλέξη Ζορμπά, που είχα να τον διαβάσω από την εφηβεία. Έπεσα στο κομμάτι, όπου ο Ζορμπάς εξιστορεί τις συμβουλές που του έδωσε ένας χότζας στη Σαλονίκη. Παραθέτω όλο το χωρίο: «Ο χότζας ήρθε και με βρήκε. — Μωρέ ρωμιόπουλο, μου κάνει, έλα μαζί μου!» —«Δεν έρχουμαι, του λέω, πού θα με πας;» —«Μια χανούμη, μωρέ ρωμιόπουλο, σαν τα κρύα νερά, σε περιμένει στον οντά της, έλα!» Μα εγώ ήξερα πως σκότωναν τους χριστιανούς στους τουρκομαχαλάδες τη νύχτα. —«Όχι, δεν έρχουμαι!» του κάνω. —«Και δεν φοβάσαι το Θεό, γκιαούρη;» —«Γιατί να τον φοβηθώ;» —«Γιατί, μωρές ρωμιόπουλο, όποιος μπορεί να σμίξει με μια γυναίκα και δε σμίγει, κάνει μεγάλο κρίμα. Να σε φωνάξει, μωρέ, μια γυναίκα στο στρώμα της και να μην πας, χάθηκε η ψυχή σου. Η γυναίκα αυτή θ’ αναστενάξει στη μεγάλη κρίση του Θεού κι ο στεναγμός αυτής της γυναίκας, θα σε γκρεμίσει, όποιος και νάσαι, όσα καλά κι αν έχεις καμωμένα, στην Κόλαση!»

Έ, λοιπόν, ναι: Χωρίς αμφιβολία, ο Καζαντζάκης έχει παραφράσει τα λόγια της Ραμββικάς, απ’ τις Ιστορίες του Παπαγάλου και τις έχει βάλει στο στόμα του προξενητή-χότζα του. Μπορούμε να θεωρήσουμε βέβαιο πως ο βιβλιοφάγος Καζαντζάκης γνώριζε το συγκεκριμένο έργο, είτε στη μετάφραση του Γαλανού, είτε σε κάποια άλλη σε σύγχρονη ευρωπαϊκή γλώσσα. Άλλωστε, το μνημονεύει κι ο ίδιος στο κεφάλαιο για την ινδική φιλολογία, που συνέγραψε για το ευρύτερο λήμμα Ινδία ή Ινδίαι του εγκυκλοπαιδικού λεξικού του Ελευθερουδάκη: «Περιφανής υπήρξεν η τέχνη των Ινδών εις την διασκευήν μύθων· αι ονομαστότεραι συλλογαί μύθων είνε η Πανσατάντρα και η Χιτοπαδέσα». Παρεμπιπτόντως, το εκτενές μέρος του ίδιου λήμματος, που συνέταξε ο Καζαντζάκης, δείχνει όχι μόνον πόσο ο συγγραφέας του Ζορμπά ενδιαφερόταν για τον κόσμο και τη σκέψη της Ινδίας –αυτό το ξέρουμε κι από αλλού– αλλά και πόσο καλά είχε διαβάσει τα θεμελιώδη έργα της ινδικής γραμματείας.

Φυσικά, για να επανέλθουμε στον Αλέξη Ζορμπά, κανένας χότζας δεν θα έδινε τέτοιες συμβουλές. Ο Καζαντζάκης, εν τούτοις, βάζει στο στόμα ενός ιεροδιδασκάλου αυτά τα λόγια, αποκυήματα ενός επικουρικού πνεύματος, για να τονίζει εκείνη την αντιστροφή της συμβατικής θρησκευτικής ηθικής που εκφράζουν παρόμοιες ηδονιστικές θεωρήσεις. Μιλάω για την ηθική που συναντούμε, φέρ’ ειπείν, στις βιβλικές Παροιμίες, όπου αφθονούν οι παραινέσεις προφύλαξης από την «ξελογιάστρα» μοιχαλίδα, που παρασύρει το άρρεν σαν «βουν επί σφαγήν». Πολύ παραστατικά ζωγραφίζεται εκεί η γυναίκα αυτού του τύπου και τα τεχνάσματά της: «Ποθούσα το σον πρόσωπον εύρηκά σε… ελθέ και απολαύσωμεν φιλίας έως όρθρου, δεύρο και εγκυλισθώνεν έρωτι· ου γαρ πάρεστιν ο ανήρ μου εν οίκω, πορεύεται δε οδόν μακράν». Πρόκειται, βέβαια, για το γνωστό θέμα του πειρασμού και της υπερνίκησής του, που ο Ερίκ Ρομέρ θα το διαπραγματευτεί, σε σύγχρονη εκδοχή του, στη Νύχτα με τη Μώντ. Σύμφωνα, όμως με την ηθική του χότζα του Καζαντζάκη, αμαρτία δεν είναι να ενδώσεις στον πειρασμό αλλά να μην ενδώσεις. Να μια άλλη πτυχή της κατά Νίτσε –δασκάλου του Καζαντζάκη– «μεταξίωσης των αξιών»!

Σκέφτομαι πως μια τέτοια μεταξίωση εισηγείται κι ο Σικελιανός, όταν προτάσσει στα «σεξουαλικά του ποιήματα», όπως τα λέει ο ίδιος, τη φράση από τον συροσιναϊτικό κώδικα, «το γαρ πνεύμα ζωοποιεί την σάρκα. Και πώς υμείς λέγετε, ότι η σαρξ ουδέν ωφελεί;», που αντιστρέφει το νόημα της ευαγγελικής ρήσης, «το πνεύμα ζωοποιεί την σάρκα· η σαρξ ουδέν ωφελεί». Βέβαια, σήμερα αυτές οι αντιστροφές σε ζητήματα ερωτικής ηθικής έχουν κάπως ξεθωριάσει, έχουν χάσει την επαναστατικότητά τους….

ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΑΡΘΑΛΙΤΗΣ

 

Ιστορία της γενειάδος

bearded

~ . ~

Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΒΑΡΘΑΛΙΤΗ

Η γενειάδα, καθώς και η κόμη, είναι τα στοιχεία εκείνα της εξωτερικής μας εμφάνισης, στα οποία μπορούμε να παρέμβουμε ευκολότερα. Δύσκολα καθορίζει κανείς το ύψος, το πάχος ή το σχήμα του σώματός του. Εντούτοις μπορεί να καθορίσει το μήκος, την πυκνότητα ακόμα και αυτή την ύπαρξη της γενειάδας του (αν ανήκει, βέβαια, στο άρρεν φύλο).

Περισσότερο απ’ την κόμη, η γενειάδα, ως κατ’ εξοχήν του άρρενος προνόμιο, αποτέλεσε βασικό παράγοντα της παγκόσμιας ιστορίας. Δεν θα υπερβάλλαμε, αν υποστηρίζαμε πως η παγκόσμια ιστορία είναι και ιστορία της γενειάδας.

Οι μεγάλοι πολιτισμοί μπορούν να διαχωριστούν σε αγένειους και γενειοφόρους. Οι δύο διαλεκτικές δυνάμεις που κινούν την παγκόσμια ιστορία είναι η γενειοφόρος και η αγένειος. Και κάθε ριζική μεταβολή στον κόσμο συνοδεύεται από την εκ νέου εμφάνιση ή εξαφάνιση της γενειάδας.

Κατ’ εξοχήν αγένειος πολιτισμός ήταν ο αιγυπτιακός, αν παραβλέψουμε το στενό σφηνοειδές γενάκι κάτω απ’ το σαγόνι που συνήθιζαν να έχουν οι Αιγύπτιοι, το οποίο ασφαλώς δεν θα μπορούσε να εκληφθεί ως αληθινή γενειάδα αλλά μάλλον ως απλό διακοσμητικό στοιχείο. Μάλιστα οι Αιγύπτιοι απεχθάνονταν σε τέτοιο βαθμό την τριχοφυΐα, ώστε ξύριζαν ακόμα και την κόμη τους, κι όχι μόνον οι άνδρες αλλά και οι γυναίκες: η Νεφερτίτη λ.χ. ήταν φαλακρή.

Αντιθέτως, οι Ασσύριοι, ήδη από την εποχή του Σαρδανάπαλου, έτρεφαν πλουσιότατη μακρά γενειάδα. Η σύγκρουση των δύο βασιλείων ήταν, βέβαια, αναπόφευκτη. Οι Ασσύριοι ρήμαξαν την Αίγυπτο και λεηλάτησαν τις περίλαμπρες πολιτείες της. Λίγο αργότερα, οι επίσης γενειοφόροι Πέρσες έθεσαν τέλος στην κρατική της υπόσταση. Οι γενειοφόρες δυνάμεις επικράτησαν στην Εγγύς Ανατολή.

Οι μικρογένειοι Έλληνες του Θεμιστοκλή και του Μιλτιάδη αναχαίτισαν την προς δυσμάς προέλαση των βαθυγένειων Μήδων και έσωσαν τον Ελληνισμό, αλλά σύντομα οι Πέρσες επανέκαμψαν και εκμεταλλευόμενοι τις έριδες των ελληνικών πόλεων, ουσιαστικά ρύθμιζαν τα της Ελλάδος κατά το συμφέρον τους. Ο περσικός χρυσός κατόρθωσε ό,τι απέτυχαν να κάνουν τα δρεπανηφόρα άρματα του Ξέρξη. Μόνον όταν επικράτησε το ξύρισμα της γενειάδας, τον καιρό δηλαδή του Μεγάλου Αλεξάνδρου, κι από τον αγένειο Μακεδόνα στρατηλάτη, καταλύθηκε η περσική αυτοκρατορία.

Οι Σελευκίδες και Πτολεμαίοι διάδοχοι του Αλεξάνδρου παγίωσαν στην Ανατολική Μεσόγειο ένα αγένειο status quo, το οποίο διατήρησαν κι οι Ρωμαίοι. Η μετάβαση από τη δυναστεία των Λαγιδών στους Λατίνους του επίσης αγένειου Οκταβιανού Αυγούστου δεν συνιστούσε ρήγμα στην ιστορία του Ελληνισμού αλλά ομαλή συνέχεια. Ο Ελληνισμός συνέχισε να θάλλει και να μεγαλουργεί και υπό το σκήπτρο των Ρωμαίων.

Από την εποχή του Αδριανού όμως η γενειάδα αναδύθηκε σταδιακά εκ νέου. Δεν παραβλέπουμε το γεγονός πως στους πρώιμους βυζαντινούς χρόνους, όταν ο αρχαίος κόσμος ακτινοβολεί τις λοίσθιες αναλαμπές του, οι αγένειες δυνάμεις επανακάμπτουν προς στιγμήν: ακόμα κι ο ίδιος ο Κωνσταντίνος ήταν αγένειος, όπως κι οι διάδοχοί του. Πολλές φορές στην ιστορία δρουν την ίδια περίοδο δυνάμεις κατ’ εξοχήν αντίρροπες μεταξύ τους.

Η είσοδος όμως στον κυρίως Μεσαίωνα, μετά την βασιλεία του Ηρακλείου και τις αραβικές κατακτήσεις, σημαδεύεται από την πλήρη επικράτηση των γενειοφόρων. Λαϊκοί και κληρικοί, αυτοκράτορες και αυλικοί, όλοι τρέφουν γενειάδα. Τη εξαιρέσει, βέβαια, των ευνούχων. Η ιδιότητα όμως του σπανού επέφερε όνειδος βαρύ. Οι σύγχρονοι ορθόδοξοι ιερείς είναι τα τελευταία λείψανα αυτού του μεγάλου γενειοφόρου πολιτισμού των Μέσων Χρόνων. Και μιας και μιλήσαμε για τους ορθόδοξους ιερείς, ας μην παραλείψουμε να αναφέρουμε την σημασία της γενειάδας (ή της απουσίας της) στα θρησκευτικά δόγματα. Συγκρίνετε τον αγένειο και κεκαρμένο βουδισμό με τον συνήθως αμύστακο πλην βαθυγένειο ακραίο ισλαμισμό. Στην συνείδηση των περισσοτέρων μας άλλωστε, η ύπαρξη ή μη της γενειάδας στους θρησκευτικούς λειτουργούς δεν συνιστά τη βασική διαφορά μεταξύ καθολικών και ορθοδόξων;

Ας θίξουμε επί τροχάδην όμως την κεφαλαιώδη σημασία της γενειάδος στον Χριστιανισμό. Οι πρώτοι Χριστιανοί, για να εκφράσουν την αντίθεσή τους στον γενειοφόρο ιουδαϊσμό, ξυρίζονταν. Αγένειες, άλλωστε, είναι κι οι πρώτες αναπαραστάσεις του Χριστού. Πολύ αργότερα, όπως είπαμε, επικράτησε στο Βυζάντιο ο γενειοφόρος Χριστιανισμός. Ο αγένειος Χριστιανισμός αντιτίθεται και στους τελευταίους πωγωνοφόρους υπέρμαχους της εθνικής θρησκείας. Έτσι οι Αντιοχείς λοιδορούν, όπως μας λέει κι Καβάφης, τα “γελοία γένεια” του Ιουλιανού κι αυτός τους απαντά με τον δηκτικότατο Μισοπώγωνά του. Είναι λάθος να φανταζόμαστε τους μεγάλους Πατέρες της Εκκλησίας (τον Γρηγόριο, τον Βασίλειο, τον Χρυσόστομο) ως σεβάσμιους γέροντες με τεράστια γενειάδα. Και νέοι ήταν –γεμάτοι αστείρευτη ενέργεια– και αγένειοι. Αυτό φαίνεται ξεκάθαρα στο αρκετά πρώιμο ψηφιδωτό της Αγίας Σοφίας που αναπαριστά έναν αγένειο Ιωάννη. Εικάζω πως ο ψηφοθέτης είχε κατά νουν αυθεντικές απεικονίσεις του Χρυσοστόμου.

Και για να μην μακρηγορούμε και να συντομέψουμε κάπως την επισκόπησή μας, η θαλερή Αναγέννηση ξυρίζεται, η Αντιμεταρρύθμιση επαναφέρει το υπογένειο, ο ανάλαφρος 18ος αιώνας ξαναξυρίζεται, ο Μεγάλος Πέτρος, για να εκπολιτίσει τους Ρώσσους, διατάσσει την αποτομή της γενειάδας και επιβάλει φόρο στους γενειοφόρους, ο βαρύς 19ος αιώνας υποκύπτει και πάλι στη γοητεία της, ο ρηξικέλευθος 20ός την ξανακόβει, οι hippies εκδηλώνουν δι’ εκείνης την αποστροφή τους στον αγένειο καθωσπρεπισμό.

Αυτά τα ολίγα για την τεράστια, την κοσμοϊστορική σημασία της γενειάδος στην ιστορία της ανθρωπότητας.