Γιώργος Βέης

Ο δρόμος προς την ελευθερία της ύπαρξης

Εκδοχές ερμηνευτικής ανάγνωσης της ποιητικής συλλογής του Γιώργου Βέη: Βράχια

του ΚΟΣΜΑ ΚΟΨΑΡΗ

Αυτό που έχει ενδιαφέρον ως διασαφητικός δείκτης της ποιητικής συλλογής του Γιώργου Βέη: Βράχια, είναι να προσδιοριστεί ερμηνευτικά τι νοηματοδοτούν αυτά ως σύμβολα στο ποιητικό του σύμπαν. Αποτελούν ένα από τα πια στιβαρά στοιχεία του φυσικού κόσμου που δίνουν τη δυνατότητα στο ποιητικό υποκείμενο να τα χρησιμοποιήσει ως μέτρα της συμπαντικής νομοτέλειας. Είναι ουσιαστικά ένα ψυχικό αντιστύλι. Η αφετηρία ώστε να αντιμετωπιστούν οι βαθύτερες οντολογικές ανησυχίες σχετικά με τον εναγώνιο φόβο του ατόμου για τη φθορά και το θάνατο. Συνιστούν έναν σταθερό συνενωτικό αρμό με την παραδοσιακή ποίηση, όταν το ποιητικό έδαφος γονιμοποιείται στο έπακρο με θεματικούς άξονες εμπνευσμένους από την παντοδύναμη φύση. Οι διακειμενικές σχέσεις της συλλογής με τον Σολωμό και τον Παλαμά ενέχουν μια διττή λειτουργία.

Από τη μια, απηχούν την ανάγκη του δημιουργού να κατανοήσει με σύνεση τους βαθύτερους μηχανισμούς που διέπουν την κοσμική τάξη. Από την άλλη, εξαπολύουν ανιχνευτές εδάφους στο ποιητικό παρελθόν για να ενδυναμώσουν την πάγια πεποίθησή του ότι το κλειδί για την εσωτερική αρμονία είναι η αναζήτηση μιας ουσιαστικής σχέσης με τη φύση ως αντιστάθμισμα στην έσω αποδιοργάνωση. Είναι ο μόνος τρόπος για να αντιπαρέλθει κανείς την αίσθηση του εφήμερου αλλά και ένα αντίβαρο όταν βιώνουμε έναν αλλοτριωμένο κόσμο γύρω μας στις διάφορες εκφάνσεις του. Τα βράχια από ένα άγονο στοιχείο μεταμορφώνονται σε οδοδείκτες που βοηθούν τον άνθρωπο να επανακτήσει την ολιστική αντίληψη για τον κόσμο αντί θρυμματισμένων εικόνων του:

παλίμψηστο είναι
για να διαβάζουμε εκεί το παρελθόν
το καμένο μέλλον των βρύων
αλλά και του πλανήτη την τρελή τροχιά
όταν θα πέσει πάλι πάνω του κομήτης.[1]

Καθένας μέσα στην ποιητική δεξαμενή παύει να αισθάνεται αποσπασματικό-περιθωριοποιημένο στοιχείο της πραγματικότητας αλλά διεκδικεί εκ νέου τον κοινωνικό του ρόλο, καθώς και το ατομικό πεπρωμένο σε έναν κόσμο που μπορεί μέσω της αναθεωρητικής αυτής διαδικασίας να εκληφθεί ως αδιάλειπτη συνέχεια:

Πορτοκαλιές κατάφορτες να σκύβουν όλες μαζί
είδα ξανά στον ύπνο μου
το βελούδο των αγρών
πορτοκαλιές κατάφορτες να σκύβουν όλες μαζί
να μου πάρουν την ανάσα
να τη γυρίσουν σε χρυσάφι θέλουν […].[2]

Τα βράχια αποκτούν μέσω της ποίησης του Βέη υπόσταση. Γίνονται αρωγοί και συνοδοιπόροι του καθενός μας, όταν νιώθουμε πως ολισθαίνουμε αναπόφευκτα στη φθορά. Συνεπώς, χρειάζεται να εμπεδώσουμε την αναγκαιότητα του να γίνουμε ξανά περισσότερο ανθρώπινοι. Τότε, εκείνα που θεωρούμε ενδεχομένως ασήμαντα και ευτελή, μπορούν να φανούν περισσότερο από ποτέ χρήσιμα για έναν ολικό επαναπροσδιορισμό της ζωή μας:

Η ώρα τροχόσπιτο κολλημένο στη λάσπη
με τρύπια λάστιχα βλέπεις εικόνες στίγματα
ένα ακόμα οικόπεδο Χιροσίμα η γλώσσα μας
κακοφορμισμένο απόγευμα
κεφάλι που έγινε μπάλα στα πόδια της Κυριακής
διαστημόπλοιο χωρίς καύσιμα
οι αστροναύτες δεν έχουν πια γη να βλέπουν
αλλά σπασμένα αγγεία των θεών από κομήτες
ξεχασμένοι, γεμάτοι σκουπίδια του νου αυτοί
που ήμασταν κάποτε […].[3]

Η ριζική αλλαγή θεώρησης σχετίζεται με την γόνιμη επενέργεια του χρόνου, όταν δεν τον βλέπουμε πια ως απειλή που ανά πάσα στιγμή μπορεί να μάς συμπαρασύρει στο σημείο μηδέν της ύπαρξης. Για αυτό το λόγο, δεν θα πρέπει να αποφύγουμε τον αληθινό εαυτό μας, αλλά να βρούμε τη δύναμη να τον αντιμετωπίσουμε κατά μέτωπο, ώστε να βγούμε κερδισμένοι και πιο δυνατοί από αυτή την υπαρξιακή αναμέτρηση. Η συγκεκριμένη δοκιμασία συνιστά ανακλαστικό δείκτη της επιζητούμενης αλήθειας και της αυθεντικότητας:

Ο σκύλος επιστρέφει πάντα στον εμετό του
ακριβολογεί και αυτήν τη φορά η Βίβλος
όπως ακριβώς και εμείς δεν ξεχνάμε
κι επιστρέφουμε πάντα στις πληγές που μάς άνοιξαν,
όχι για να τις καθαρίσουμε
αλλά για να τις κάνουμε ακόμα βαθύτερες.
[4]

Ο ποιητής δεν χάνει την πίστη του στην ευοίωνη εξέλιξη των ανθρώπων, αρκεί να μην ξεχνούν να κοιτάζουν ψηλά, κάτι που πάντα αποτελούσε την βασική, αρχέγονη αποστολή τους:

Όχι, δεν θα μείνουμε απόκληροι στο τέλος
χωρίς αντίκρισμα των πόλεων οι νομάδες
η εμπιστοσύνη των άστρων
το άφθιτο σημάδι
πηδάλιο […].[5]

Η πίστη στο αύριο σηματοδοτεί για τον Βέη μια ιδιαίτερη αντίληψη του χρόνου. Διερευνώ το παρελθόν, για να ανακαλύψω εκεί τα μυστικά της συμπαντικής λειτουργίας, ώστε να απεγκλωβιστώ από την αίσθηση παροδικότητας διεκδικώντας ένα μέλλον με ευρύτερη προοπτική. Με τον τρόπο αυτό, αποκτώ την ανθεκτικότητα των βράχων που είναι σε θέση να ατενίζουν τον ατέρμονο ορίζοντα της θάλασσας. Από το αγέρωχο σημείο των βράχων αισθάνεται κανείς ότι δεν υπάρχει τέλος, τέλμα ή όριο, αλλά ότι είναι σε θέση πάντα να ταξιδεύει σε έναν τόπο με ανοιχτό ορίζοντα, ακολουθώντας τη διαδρομή των πουλιών που χάνονται στο βάθος του ωκεανού:

Εκεί που αρχίζει, τελειώνει κιόλας
εφήμερο καθώς το λένε
όλα στο μεταξύ του αντιστέκονται
μα εκείνο δεν παραιτείται ποτέ
το σημάδι του αγαθού
είσαι.[6]

Η ποίηση τότε μετατρέπεται σε μια «υπόσχεση διαρκείας» που «θέλει ν’ ακυρώσει το φθόνο της νύχτας».[7] Για το ποιητικό υποκείμενο, όποιος καταφέρει να ξεφύγει, έστω για λίγο, από την ενίοτε ανυπόφερτη και διαβρωτική καθημερινότητα, αφιερώνοντας λίγο χρόνο στο αντίκρισμα της θάλασσας γίνεται ο μεγάλος νικητής της ζωής. Η θάλασσα στον ποιητικό καμβά του Βέη αποδίδει την εσωτερική ελευθερία και τα βράχια τρέπονται σε βασικό εργαλείο κατάκτησής της:

Ας σταματήσουμε εδώ λοιπόν
στην άκρη των κυμάτων
άπληστοι, ακοίμητοι,
με το κεφάλι ψηλά
ως τάματα στη νίκη
ένα με τ’ άστρα των μηνυμάτων
ένα με τα κήτη που φτάνουν ως εδώ
ένα με το καλοκαίρι του νου
σελήνη στη μέση του λιμανιού.[8]

Αυτό είναι το σημαντικό φιλοσοφικό απόσταγμα αυτής της βαθυστόχαστης συλλογής. Στην ποίηση του Βέη η αυτοπραγμάτωση του οντολογικού είναι οδηγεί στη θάλασσα. Εκεί βρίσκεται ο δρόμος προς την ελευθερία της ύπαρξης.

ΚΟΣΜΑΣ ΚΟΨΑΡΗΣ


[1] «Η γέρικη γλυσίνα»: Γιώργος Βέης, Βράχια, ύψιλον/βιβλία, Αθήνα 2020, σ. 22.

[2] «Η πάλη», ό.π., σ. 27.

[3] «Μαθήματα ανθρωπολογίας», ό.π., σ. 28.

[4] «Επικαιρότητα», ό.π., σ. 29.

[5] «Κορυφογραμμές», ό.π., σ. 36.

[6] «Πίστη», ό.π., σ. 46.

[7] «Ειλικρίνεια», ό.π., σ. 49.

[8] «Με τους ψαράδες», ό.π., σ. 64.

H ποιητική μετωνυμία των όντων

του ΓΡΗΓΟΡΗ ΤΕΧΛΕΜΕΤΖΗ

Γιώργος Βέης, Βράχια, Ύψιλον 2020

Η σχέση σημαίνοντος και σημαινόμενου είναι αυθαίρετη στο γλωσσικό εργαλείο, αν εξαιρέσουμε τις ηχοποίητες λέξεις, ή επεμβαίνει και κατά πόσον ο συνειρμός και η λογική που κατασκευάζουν ένα δίκτυο ετυμολογικών σχέσεων; Μέχρι πού φτάνει αυτή η επιρροή και κατά πόσον είναι συνειδητή είναι συζητήσιμο. «[…] καὶ δὴ καὶ τὸ περὶ τῶν ὀνομάτων οὐ σμικρὸν τυγχάνει ὂν μάθημα», θα μας πει ο Πλάτωνας στον Κρατύλο, φράση που χρησιμοποιεί ο Βέης όχι τυχαία ως προμετωπίδα στη συλλογή του. Ποια είναι όμως η σχέση σημαίνοντος και σημαινόμενου στην ποίηση και ειδικότερα σε αυτό το βιβλίο;

Η χρήση της μεταφοράς και της αλληγορίας διαταράσσουν τις κανονικές σχέσεις της γλώσσας και στηρίζονται στους συνειρμούς του ποιητή και του αναγνώστη. Μάλιστα στα μαθήματα δημιουργικής γραφής διδάσκεται ότι όσο λιγότερο κοινότυπες είναι οι εκφράσεις του ποιητή, τόσο καλύτερο είναι το αποτέλεσμα, μια και αυτή η ποίηση χαράζει νέους δρόμους. Η πρωτοτυπία αυτή είναι διάχυτη στο ανά χείρας βιβλίο.

Μια «προοπτική» (σ. 18) αλλαγής των συμβολικών «εποχών», αντιμετωπίζεται με «περίστροφο όρθιο», που «στραμμένο στα σύννεφα» (δυσοίωνες καταστάσεις) «ψελλίζει απειλή» και έρχονται «επιτάφιοι» και «χάροντες» (θάνατοι του παλιού για να αναδυθεί το νέο).

(περισσότερα…)

Γιώργος Βέης, Ποιήματα

george-541x576

 

ΠΡΟΑΥΛΙΣΜΑ

Από τα μεσάνυχτα ως τις τέσσερις το πρωί
δεν κουνιέται φύλλο συνήθως τέτοια ώρα
χειμώνα καλοκαίρι
έτσι νομίζουν οι νεοσύλλεκτοι της βάρδιας
γιατί κανείς δεν τους είπε
γιατί κανείς δεν ξέρει
ότι τότε ακριβώς, κάπου εκεί κοντά
θα ξεσπάσει θύελλα κι αντάρα
έρχεται, λέει το πρωί, ο κορυδαλλός
να συντρίψει τα έργα των τρελών ανθρώπων
λέει η τρίλια τρελή από πάθημα
διότι εκεί που δείχνουν όλα ατιμώρητα
όλο αυθάδεια κι υπερηφάνεια φούσκα
εκεί χτυπάει δυνατά η καρδιά
η οργή του αδικημένου.

~.~

ΑΔΕΙΟΙ ΠΕΡΙΣΤΕΡΙΩΝΕΣ

είναι τα μάτια μας πολλές φορές
λες και οι εικόνες, ολόκληρα τοπία
ιδίως τα θεάματα των ημερών
υπάρχουν αποκλειστικά και μόνο
για τα όνειρα των παιδιών.

~.~

ΤΟ ΠΡΟΝΟΜΙΟ

Στάζει από λαχτάρα τώρα το ξημέρωμα
δεν νοιάζεται βέβαια καθόλου για μας
απλώς τα τριζόνια να τα φιλέψει σκέπη
στέργει.

~.~

Ο ΑΝΙΚΗΤΟΣ

Κάτω από την επιδερμίδα μας σέρνεται
δεν υποχωρεί παρά τις προσπάθειες
θάλλει από το αίμα ο πονηρός εχθρός
τον λένε “ο κέρδος”.

~.~

ΤΑ ΔΑΧΤΥΛΙΔΙΑ ΤΩΝ ΑΡΡΑΒΩΝΩΝ

δεν θα τα φορέσουμε ποτέ,
λέει ο αέρας στο ψηλότερο έλατο
στην κορυφή της Πάρνηθας
δεν θα σ’ αφήσω ποτέ, συνεχίζει
κανείς δεν θα μας αναγκάσει
να κρύψουμε λόγια,
θα χτυπιέμαι πάνω σου πάντα
δύναμη πολλή θα σου φέρνω
θα έρχομαι
για να σε πάρω στο τέλος μαζί μου
στον κόσμο.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΕΗΣ

Λίλα Κονομάρα: Το διαλανθάνον παντού

Βέης 

Γιώργος Βέης, Παντού. Μαρτυρίες,
μεταμορφώσεις, Κέδρος 2015

Τι υποδηλώνει ένας σταθμός χωρίς τραίνα; Πώς οι στίχοι των ποιημάτων περπατούν στον κόσμο ανεβασμένοι πάνω σε μια χάρτινη, κινέζικη ομπρέλα; Τι είναι τα πανδοχεία του Άδη στη Γιοκοχάμα; Πώς τα γλυκίσματα που δεν είναι γλυκά εκφράζουν την ιδέα της απόλυτης ηδύτητας;

Σαν τις ατέρμονες παραλλαγές σε ένα θέμα, το Παντού αποτελεί το έβδομο βιβλίο του Γιώργου Βέη με θέμα την Άπω Ανατολή και το απόσταγμα της θητείας του σ’ αυτήν. Σιγκαπούρη, Κίνα, Ιαπωνία, Κορέα, οι τόποι αυτοί μοιάζουν να στοιχειώνουν το συγγραφέα που επανέρχεται με την προσήλωση εμμονικού εραστή, προσθέτοντας κάθε φορά μία νέα πλευρά, μια καθοριστική λεπτομέρεια σ’ ένα ταξίδι που δεν τελειώνει ποτέ. Ο ίδιος ανιχνεύει στα παιδικά του χρόνια και στο πολύωρο ταξίδι για τη Σάμο κάθε καλοκαίρι τις απαρχές αυτής της βαθιάς επιθυμίας. Η διαδικασία της μετάβασης φαίνεται να επηρέασε και την επιλογή του επαγγέλματος του διπλωμάτη. Η πολύχρονη μαθητεία του στην Ασία, σε συνδυασμό με την ιδιότητά του του ποιητή, συνιστούν ιδιαίτερη συνθήκη για την ταξιδιωτική λογοτεχνία και προσδίδουν στα κείμενα αυτά μια ξεχωριστή ποιότητα και γοητεία.

Τι είναι όμως ο τόπος για τον Βέη; Πρόκειται για μια σύνθετη έννοια με πολλαπλές συνδηλώσεις. Είναι ένα πολύπλοκο με αναρίθμητες παραλλαγές σύστημα σαν του σκακιού, μας λέει, ασπαζόμενος τη ρήση του Καλβίνο, είναι «το νυν και το επερχόμενο», αυτό που δεν παύει ούτε στιγμή να συντελείται. Είναι αυτό που δεν μπορείς να ξεδιαλύνεις όσες φορές κι αν τον επισκεφθείς, ένα μόνιμο αίνιγμα που θα σου διαφεύγει και θα σε καλεί να επιστρέψεις. Είναι το διαλανθάνον παντού. Η Σιγκαπούρη συναρπάζει με τις αντιφάσεις της, την έκρηξη των όγκων και τη σφοδρότητα των ανατροπών που φέρνει ένα τσουνάμι, την ευμάρεια της φιλελεύθερης οικονομίας που υπονομεύεται διαρκώς από μια αίσθηση ματαιότητας των εγκοσμίων, την πνευματικότητα του βουδισμού που ξεδιπλώνεται ανάμεσα στους υπερσύγχρονους ουρανοξύστες, την ατέρμονη διαδικασία του κύκλου από την αίγλη στον αφανισμό. Μέσα από μια διαδικασία σταδιακής μύησης, η Ιαπωνία σε καλεί να αποκρυπτογραφήσεις τον πολυσύνθετο κώδικα εθιμοτυπίας που την διακρίνει, υπενθυμίζοντάς σου διαρκώς με την αμφισημία της το πόσο επισφαλής θα ήταν κάθε απόπειρα ερμηνείας. Πώς δίπλα στα πιο προηγμένα τεχνολογικά επιτεύγματα, συνυπάρχει αρμονικά η πίστη ότι τα πνεύματα των νεκρών κυκλοφορούν ελεύθερα ή ότι τα αγαλματίδια στην είσοδο των σπιτιών προστατεύουν από το Κακό; Η μοναδική αυτή χορογραφία των παλαιστών Σούμο είναι «εγκώμιο στη Μάζα», «πρόλογος ενός συμβολικού θανάτου» ή «παράταση στο μέλλον ενός ευδιάκριτου μυθικού στοιχείου;» Πώς το όνομα προκαθορίζει την πορεία ενός ανθρώπου στην Κορέα;

Ο τόπος είναι παράλληλα η αποδοχή του άλλου, του αλλότριου. Στην Κίνα, αυτό καθίσταται πιο εμφανές από παντού: η σταδιακή προσέγγιση με τη Δύση, η προσπάθεια επικοινωνίας, η σπουδαιότητα της γλώσσας ως εικαστικού συμβόλου μα και ως γέφυρας. Ο Βέης μας μιλάει για μια παλιά παράδοση «ταχυγραφής» η οποία μεταφέρεται στο ηλεκτρονικό παρόν των μέηλ και των sms. Αυτές οι ιστορίες των εκατό λέξεων εμφανίστηκαν την περίοδο που άνθησε η κλασική λογοτεχνία, και επανέρχονται σήμερα με τον όρο «hint-fiction». Πρόκειται για μικρο-μυθιστορήματα τα οποία ενίοτε συνοδεύονται και από σχόλια αναγνωστών, επιμερίζοντας έτσι την αφήγηση σε πολλά πρόσωπα. Αυτή θα είναι άραγε η λογοτεχνία την εποχή των ταχυφαγείων, αναρωτιέται ο συγγραφέας, ή μήπως όπως έλεγε ο Ντε Γκολ «η Ανατολή είναι ένα σταυροδρόμι. Περνούν τα πάντα απ’ αυτήν. Θρησκείες, στρατεύματα, αυτοκρατορίες, αγαθά, χωρίς κατ’ ουσίαν να κινείται τίποτα».

Ταυτόχρονα, ο τόπος αναδύεται από μέσα μας, από αυτό που είμαστε και από αυτό που θα θέλαμε να είμαστε. Η μετάβαση συμβαδίζει με τον πόθο μας να «διαγράψουμε τις καταναγκαστικές συνήθειές μας», όπως λέει ο Βέης, να υπερβούμε τα όριά μας και να ανακαλύψουμε μια άλλη διάσταση του εαυτού. Ο άλλος τόπος γίνεται δηλαδή ο τόπος των ανεκπλήρωτων ονείρων.

Για τον ταξιδιώτη-ποιητή όμως, ο τόπος παίρνει και μια άλλη διάσταση: είναι όπως αναφέρει «ένα πρόπλασμα δοκιμίου», ένας «ζωτικός πίνακας», η Σιγκαπούρη «ένα νησί περγαμηνή», «μια σπουδαία συλλογή διηγημάτων» «μια ολοκληρωμένη αφήγηση». Τι είναι άλλωστε η συγγραφή αν όχι ένα ατέλειωτο ταξίδι; Στις πολλαπλές του αναγνώσεις, το τοπίο, όπως κάθε κείμενο, γεννάει ένα νέο, είναι ταυτόχρονα συνεχής αναγωγή και δημιουργία. Τα σύννεφα γίνονται λέξεις που δεν έχουν ακόμα γεννηθεί, «γλωσσοέμβρυα» τα ονομάζει, «νέφη πολλαπλών συγκινήσεων», γιατί όπως οι λέξεις φέρουν το καθένα το δικό του φορτίο, σχήμα, μετεωρισμό. Ο τόπος είναι ένα βιβλίο που γράφεται. Στις εντυπώσεις και τους οξυδερκείς στοχασμούς, έρχεται να προστεθεί η ποιητικότητα της γραφής του Βέη καθιστώντας πολλαπλή την απόλαυση και κομίζοντας μια νέα πρόταση στην ταξιδιωτική ελληνική λογοτεχνία.

Ο συγγραφέας προσεγγίζει τον εκάστοτε τόπο ως προσκυνητής, με σεβασμό και ευλάβεια, με τις αισθήσεις τεταμένες, αλλά και με την πνευματική του σκευή: «Βλέπω, δοκιμάζω, αγγίζω τη Σιγκαπούρη σαν καρπό του νου», λέει. Στις περιηγήσεις του, κοιτάζει παντού, αντλεί από παντού: παρατηρεί το φυσικό τοπίο μα και τις αρχιτεκτονικές και υφολογικές αναμίξεις, την οργάνωση του κράτους και τους θεσμούς, παρακολουθεί τη ζωή να ξεδιπλώνεται ως και στην πιο ασήμαντη λεπτομέρεια, θίγει κοινωνικά προβλήματα, παραθέτει εν συντομία κάποιο ιστορικό στοιχείο, συνδιαλέγεται με την παγκόσμια λογοτεχνία, ανασύρει μνήμες και προσωπικά βιώματα, προβαίνει σε αισθητικές αποτιμήσεις και φιλοσοφικούς στοχασμούς. Προσπερνώντας ντετερμινιστικές ερμηνείες, στερεότυπα και απλουστευτικές αναγωγές, ο συγγραφέας αφήνεται σε συνειρμούς, ανιχνεύει ομοιότητες, επιρροές, προβαίνει σε μια συγκριτική θεώρηση των πολιτισμών, προσπαθώντας να βρει, κάτω από τις διαφορές, το νήμα που τους συνδέει, το παντού, τους «κοινούς παρονομαστές έκφρασης» όπως λέει σε όλες τις χώρες του κόσμου, όπως λόγου χάριν τη σπείρα. Κάθε φορά, βγαίνει έξω από το οικείο για να το ανακαλύψει εκ νέου, καθώς το ξένο του αποκαλύπτει ταυτόχρονα το πάτριο. Έτσι, σταδιακά συγκροτεί έναν νέο εαυτό και μια άλλη αντίληψη του κόσμου που τον περιβάλλει. Πέρα λοιπόν από «φορέας», «φερέφωνο τοπίου», ο συγγραφέας είναι εγκιβωτισμένος σ’ αυτό, αφού η κάθε ερμηνεία που επιχειρεί είναι ερμηνεία του θέματος αλλά από τη σκοπιά του ερμηνευτή. Η σχέση όμως είναι αμφίδρομη διότι την ίδια στιγμή που προσδιορίζει, επαναπροσδιορίζεται και ο ίδιος. Γιατί το ταξίδι δεν είναι μόνο μετατόπιση του σώματος μα και του μυαλού και μετατρέπει την επιστροφή σε μια καινούρια εμπειρία. Δεν είναι τυχαίο ότι το βιβλίο τελειώνει με ένα κεφάλαιο-μνεία στη γενέθλια γη. Διαγράφοντας άλλον έναν από τους ατέρμονους κύκλους της σπείρας, ο συγγραφέας, ως άλλος Οδυσσέας, κατακλύζεται από τον πόθο του νόστου. «Το συναρπαστικό μέρος ενός ταξιδιού», μας λέει, «είναι μάλλον η ανάμνησή του. Ίσως διότι την επινοούμε σ’ ένα βαθμό. Αυτό θα πει επιστροφή».