Γιάννης Λειβαδάς

Το πτίλο στον αρσιβαρίστα

 

του ΓΙΑΝΝΗ ΛΕΙΒΑΔΑ

Στις αρχές Ιουλίου έλαβα μία σειρά από ηλεκτρονικά μηνύματα στα οποία μου ζητείτο να παρέμβω σε μια δημόσια αντιπαράθεση στην οποία, σύμφωνα με τους αποστολείς των μηνυμάτων, όφειλαν άπαντες να ταχθούν υπέρ ή κατά καθώς αυτή αφορούσε την προώθηση της σύγχρονης ελληνικής ποίησης. Αντιπαρατιθέμενοι ήταν ένας κύκλος σχολιαστών και ένας εκδοτικός οίκος.

Λέω σήμερα, κατόπιν εξέτασης των δεδομένων της αντιπαράθεσης, πως τόσο ο κύκλος των σχολιαστών όσο και ο εκδοτικός οίκος, αποτελούν φατρίες, ανήκουν αμφότεροι σε ημικύκλια γνωμιακών αντιλήψεων. Εάν λοιπόν έχω κάτι να πω, δίχως αυτό να σημαίνει πως εάν δεν το εκφράσω η εν λόγω αντιπαράθεση θα απομείνει λειψή στην αποτίμησή της, ή, για να είμαι απολύτως ειλικρινής, στην ενεχυρίασή της, είναι τα παρακάτω∙ τα οποία δεν είναι τίποτε άλλο από απλοποιημένα ψήγματα κειμένων που είχα συντάξει παλαιότερα. Εν ολίγοις θα επαναληφθώ.

Η ποίηση, εφόσον είναι τέχνη, διότι εάν δεν είναι τέχνη επιβάλλεται άλλου είδους προσέγγιση, επικυρώνεται με τεκμήρια. Τα τεκμήρια που συνθέτουν την ύπαρξη της ποίησης είτε είναι τεκμηριωμένα είτε είναι τεκμαιρόμενα, μπορούν, δηλαδή, να αποδειχθούν και ως τεκμαρούμενα. Τα τεκμήρια προέρχονται από έρευνες, μελέτες, μα ειδικότερα από την ιδία σχέση που έχουν με την ποίηση οι ποιητές, ή,  ορθότερα, από την ποίηση που δημιουργούν οι ποιητές.

Η γνώμη, λοιπόν, οι γνώμες, δεν τεκμηριώνουν την ύπαρξη ποίησης. Η γνώμη, είτε ως ασαφής δήλωση είτε ως σαφής, αποτελεί μεροληπτική πληροφορία, ενημέρωση μη δοκιμασμένη, μη αληθής -σε σχέση με το φαινόμενο της ποίησης ή επί της ποιητικής διάστασης–  η οποία εκφράζει σκέψεις, επιθυμίες, πεποιθήσεις, ανάγκες και αποβλέψεις.

Στον τομέα της ποίησης κάθε ομοθυμία όπως και κάθε διαφωνία εδράζει στις προαναφερθείσες χρονικές αξίες τεκμηρίωσης. Η διαφορά στον τομέα της ποίησης, δε, εδράζει εξίσου σε όλες αυτές τις χρονικές αξίες.

Όταν λοιπόν γεννάται αφορμή ή ανάγκη απόδειξης, κριτικής ή εξέτασης της ποίησης, συνολικά ή επί μέρους, δεν είναι λογικό να ερωτώνται μόνο όσοι φέρουν γνώμες, αυτό είναι εντελώς παράλογο, χρειάζεται να ερωτώνται κι εκείνοι οι λίγοι οι οποίοι προσφέρουν τεκμήρια, όσο αντιθετικά, ανόμοια ή αντικρουόμενα μπορεί μεταξύ τους να είναι, καθώς τέτοια είναι τα είδη της ποίησης.

Η «δαψιλής δημοκρατικότητα» των γνωμών δεν αφορά την ποίηση, μολονότι αφορά το εύρος μιας αυταπάτης: υπεραφθονία τοποθετήσεων οι οποίες συγκλίνουν απολύτως σε ένα πράγμα, στο αλάθητο της από κοινού έγκρισής τους, θα μπορούσε να πει κανείς, μα είναι πιο ακριβές να πω ότι πρόκειται για μία και μόνη τοποθέτηση η οποία συντίθεται από παραλλαγές ομολογίας πίστης στο δόγμα της αισθητικής επιστασίας.

Μηχανισμό αξιοποίησης και παγιοποίησης των αποκυημάτων μιας τέτοιας αυταπάτης αποτελούν οι διαπιστώσεις και οι αξιολογήσεις οι οποίες έγκεινται σε κερδοσκοπίες μη κερδοσκοπικών εταιριών, σε εξουσίες μη κυβερνητικών οργανώσεων, σε κινήματα πτωμάτων, σε συλλογικότητες ημιμαθών, σε ανθρωπάρια μικροφώνων και τραπεζοκαθισμάτων, σε επιτροπές διεκπεραιωτών ή υπαλλήλων.

Η δαψίλεια αυτή αποτελεί φαινόμενο κοινωνικό, όχι ποιητικό. Δεν είναι τυχαίο εξάλλου πως ο μηχανισμός αξιοποίησης και παγίωσής της είναι κατά πολύ σημαντικότερος από τις σημειωμένες λέξεις που, τρόπον τινά, εξυπηρετεί, καθώς δίχως αυτόν το μηχανισμό, οι σημειωμένες λέξεις δεν αρκούν για να γίνεται λόγος, για να προτείνεται μια «ταμπακιέρα», όπως συνηθίζουν να λένε.

Ο ντόρος είναι η ποίηση αυτού του μικρόκοσμου διότι η ποίηση δεν είναι ντόρος. Ανάμεσα στην ποίηση και στον διαχειριστικό, διαφημιστικό, ντόρο των εκδόσεων και των εκδηλώσεων υπάρχει χάσμα, το οποίο όσο περνούν τα χρόνια διευρύνεται αντί να περιορίζεται.

Το ζήτημα δεν είναι άλλο από το ποιόν και το περιεχόμενο της ποίησης, στο οποίο αναφέρομαι εδώ και δεκαπέντε τουλάχιστον χρόνια. Στη διάρκεια αυτών των δεκαπέντε χρόνων η κατάσταση δεν έμεινε στάσιμη, υπήρξε αξιοσημείωτη πρόοδος, από λυπηρή έγινε κατάπτυστη. Τα τεκμήρια αξιολόγησης αυτής της κατάστασης υπάρχουν, είναι δημοσιευμένα. Δεν περιέχονται σε κάποιου προϊσταμένου ποίησης το ευαγγέλιο, μα ούτε σε κάποια από τις ιδεολογικές ντιρεκτίβες που διακινούνται ως ιερά κείμενα της ποίησης.

Ο ρόλος της ποίησης είναι ασυγκέραστος. Το πρόβλημα που περιέχει τη λύση. «Το πτίλο στον αρσιβαρίστα».

Η σχέση της ποίησης με την εκδοτική δραστηριότητα είναι ελάχιστη, μετρημένη, πολλές φορές είναι και αντιθετική. Η ποίηση δεν αξιολογείται μέσω αυτής μα εκτός αυτής. Η εκδοτική επιδότηση αφορά την εκδοτική αποτελεσματικότητα, η ποίηση δεν δύναται να επιδοτηθεί καθώς δεν περιέχει απόβλεψη. Η σχέση της ποίησης με την εκδοτική δραστηριότητα είναι ελάχιστη, μετρημένη, πολλές φορές είναι και αντιθετική. Η ποίηση δεν αξιολογείται μέσω αυτής μα εκτός αυτής. Η εκδοτική επιδότηση αφορά την εκδοτική αποτελεσματικότητα, η ποίηση δεν δύναται να επιδοτηθεί καθώς δεν περιέχει απόβλεψη. Η απόβλεψη αφορά τον μέσο όρο.

Ο μέσος όρος δεν είναι αμετάβλητος. Η εξέλιξη της ποίησης είτε από κακή γίνεται χείριστη είτε από καλή γίνεται καλύτερη, είτε το αντίστροφο, διαμορφώνει αδιάλειπτα έναν μέσο όρο. Αυτός ο μέσος όρος, εξελίσσεται και μεταβάλλεται επίσης, ο μέσος όρος γίνεται από κακός χείριστος και από καλός καλύτερος, είτε το αντίστροφο. Αυτό ονομάζεται νόρμα. Η νόρμα είναι εκείνη που διατηρεί τον εκδοτικό και τον «πολιτιστικό» μηχανισμό σε λειτουργία. Το ελάχιστο ποσοστό της ποίησης δεν είναι αρκετό για να διατηρεί αυτόν τον μηχανισμό σε διαρκή λειτουργία. Εάν η ποίηση είναι η εξαίρεση που επιβεβαιώνει τον κανόνα, ο κανόνας είναι το έρμα του εκδοτικού-πολιτιστικού μηχανισμού. Ας μη λησμονούμε πως κάθε βράβευση και κάθε επιδότηση ενέχει κάποια συγκεκριμένη κριτική/πολιτιστική, και συχνά πολιτική, στόχευση. Ο βραβευμένος ή ο επιδοτούμενος συναινεί απολύτως σε αυτή κι επιπλέον παραδέχεται το ήθος και την ειδικότητα των μελών που την εξέφρασαν – εφόσον δεν την αρνείται.

Αυτά τα λίγα, επαναλαμβανόμενα, ως προκαταρκτικά.

Οι δημοτερπείς δεκαρολογίες δεν μπορούν παρά να είναι δημοσυντήρητες, όποιες κι αν είναι αυτές, γιατί οι προτιμήσεις δεν είναι σταθερές.

Παρίσι, 13 Ιουλίου 2021

 

 

 

 

Ο Λεβινάς, ο ρατσισμός και η πρόκληση της πολυπολιτισμικότητας σήμερα

του ΜΥΡΩΝΑ ΖΑΧΑΡΑΚΗ

Στο περίφημο θεατρικό μονόπρακτο του Σαρτρ με τον τίτλο Κεκλεισμένων των θυρών (1944), πρωταγωνιστές είναι τρεις άνθρωποι: ο λιποτάκτης Ζοζέφ Γκαρσέν, η ομοφυλόφιλη Ινέζ Σεράνο και η αριστοκράτισσα Εστέλ Ριζώ, μέσα σε ένα μυστηριώδες ξενοδοχείο, το οποίο φαίνεται να είναι η μεταθανάτια κόλαση. Καθώς αναπτύσσεται μια δυναμική ανάμεσα σε αυτά τα τρία πρόσωπα και αποκαλύπτεται το έγκλημα ή αμάρτημα που έκανε ο καθένας τους, ο Γκαρσέν καταλήγει στο συμπέρασμα πως η κόλαση δεν είναι ούτε οι φλόγες, ούτε οι δαίμονες, ούτε τα όργανα βασανισμού. Η κόλαση είναι οι άλλοι («L’ enfer, c’ est les autres»). Αυτή είναι η περίφημη σαρτρική ρήση, με την οποία ο Γάλλος υπαρξιστής φιλόσοφος ήθελε να δείξει, μέσα από το παράλογο, το πώς η ελευθερία των ανθρώπων τους οδηγεί στη σύγκρουση. Θεμελιώδης ιδέα στη σκέψη του Εμμανυέλ Λεβινάς (1906-1995) είναι η σχέση του Εγώ (δηλ. του ανθρώπινου υποκειμένου) με τον Άλλο (άνθρωπο), ο οποίος είναι μοναδικός και εντελώς διαφορετικός σε σχέση με το ίδιο (το εγώ), οπότε αδυνατεί να τον κατανοήσει. Ολόκληρη η σκέψη του Λεβινάς στηρίζεται στο θεμελιώδες ερώτημα του πώς μπορούμε να σκεφτούμε τον άλλο χωρίς να απαλείψουμε τη διαφορετικότητά του. Η σκέψη του Λεβινάς έχει διπλή αφόρμηση: στηρίζεται τόσο στη σκέψη άλλων φιλοσόφων (Πλάτων, Ντεκάρτ, Χούσερλ, Χάιντεγκερ), όσο και στα θρησκευτικά κείμενα (Αγία Γραφή). Μια ακόμη ισχυρή επιρροή στη φιλοσοφία του ήταν η πρώιμη επαφή με το λογοτεχνικό έργο του Ντοστογιέφσκι. Πραγματικά, η ιδέα που εκφράζεται στους Αδελφούς Καραμάζοβ ότι κάθε άνθρωπος είναι υπεύθυνος για όλους τους άλλους άφησε ανεξίτηλα τα ίχνη της στη σκέψη του. Ωστόσο, το μεγαλύτερο ίσως ρόλο στη διαμόρφωσή του, έπαιξε η αιχμαλωσία του, ως Εβραίου, σε γερμανικό ναζιστικό στρατόπεδο. Σύμφωνα με τον Λεβινάς, κάθε προσπάθεια κατανόησης του Άλλου (ανθρώπου), δεν κάνει τίποτε άλλο παρά να τον ανάγει στο εγώ που προσπαθεί αν τον γνωρίσει. Όσο και αν προσπαθώ, δε μπορώ να γνωρίσω πλήρως τον άλλο. Το μόνο που μπορώ να κάνω είναι να σχετιστώ μαζί του. Μονάχα όταν σχετίζομαι με τον άλλο, εμφανίζεται μια διέξοδος από τον περιορισμό του εαυτού μου. Κύριο χαρακτηριστικό κάθε απόπειρα συσχετισμού με τον Άλλο, είναι η ευθύνη που ως άνθρωπος αισθάνομαι απέναντί του. Η ευθύνη αυτή, που για το Λεβινάς είναι άπειρη, δεν είναι αποτέλεσμα των κοινωνικών συνθηκών, αλλά αντίθετα κάθε ηθική διδασκαλία έχει εκείνη ως αφετηρία της. Στη σχέση μου με τον Άλλο ενδέχεται να προσπαθήσω να υποτάξω την ετερότητά του σε αυτό που είμαι εγώ ο ίδιος. Αυτό το κάνω ασκώντας βία. Το πιο ακραίο παράδειγμα τέτοιας βίας είναι ο φόνος, κατά τον οποίο αφαιρώ κάθε ετερότητα από το άλλο ανθρώπινο πρόσωπο, παραδεχόμενος ότι μου είναι αδύνατο να τον οικειοποιηθώ όπως θέλω. Πρόκειται για σύγκρουση ανάμεσα στη δική μου ελευθερία και την ελευθερία του άλλου, μια σύγκρουση που στην πραγματικότητα είναι η βάση κάθε πολεμικής σύρραξης. Σύμφωνα με τον Λεβινάς, κάθε ελευθερία τείνει διαλεκτικά να ξεπεράσει τα όρια του προσώπου που την κατέχει και να καταστεί τυραννική περιορίζοντας την ελευθερία των άλλων. Για να επιβιώσουν λοιπόν οι κοινωνίες, συνεχίζει, οι άνθρωποι έχουν κατασκευάσει γραπτούς νόμους που δεσμεύουν τους ανθρώπους σε αμοιβαίο περιορισμό ελευθεριών. Για να είναι όμως ελεύθεροι οι πολίτες, οφείλουν να υπακούν τους νόμους συνειδητά, δηλαδή μόνο εφόσον βλέπουν τη δική τους βούληση να αντικατοπτρίζεται σε αυτούς. Κάθε γνήσια υπακοή προϋποθέτει ελευθερία και αν δεν ισχύει κάτι τέτοιο, πρόκειται για καθεστώς ανελευθερίας. Ο πραγματικά ανελεύθερος άνθρωπος παραδίδεται από ευκολία στη βούληση των άλλων. Με αυτή την έννοια, ο ανελεύθερος άνθρωπος, λέει ο Λεβινάς, είναι αυτός που δε μπορεί να υπακούσει. Πέρα από τις κοινωνικοπολιτικές σχέσεις των ανθρώπων, ο Λεβινάς ξεκινά από την επαφή με τον άλλο για να καταλήξει σε μια άλλου είδους σχέση: τη σχέση με το Θεό. Ο μόνος τρόπος να φτάσουμε προς το Θεό είναι μέσα από την επαφή με τον άλλο άνθρωπο. Γίνεται φανερό βέβαια ότι ο Λιθουανός στοχαστής έχει ως κύριο παράδειγμα σχέσης την ερωτική σχέση, που από τη φύση της τείνει να κυμαίνεται ανάμεσα στα ακραία όρια της υποταγής και της κυριαρχίας. Με βάση την ερωτική σχέση, ο Λεβινάς προσδιορίζει θεμελιωδώς το περιεχόμενο κάθε ανθρώπινης σχέσης. Ενώ λοιπόν το Εγώ, για τους θεωρητικούς της ισχύος, προσπαθεί πρωτίστως να κυριαρχήσει έναντι των άλλων, σε μια συνεχή διαμάχη, για τον Λεβινάς είναι πιο θεμελιώδης η αναφορικότητά του, η ανάγκη του να σχετιστεί με κάποιο άλλο πρόσωπο. Η σκέψη του Λεβινάς επηρέασε αρκετά, και πέραν του χώρου της φιλοσοφίας.

Στο βιβλίο του Ο Άλλος, ο Πολωνός πολεμικός ανταποκριτής που ταξίδευε διεθνώς από το 1956, Ρίσαρντ Καπισίνσκι (1932-2007), εκφράζει τις ιδέες του για την πολυπολιτισμικότητα του σύγχρονου κόσμου. Σύμφωνα με τον ίδιο, η επικοινωνία των διαφορετικών πολιτισμών του κόσμου μας. Συγκεκριμένα, η επικοινωνία των ανθρώπων γνώρισε τρία στάδια: αυτό της εμπορικής επικοινωνίας, αυτό της αποικιοκρατίας και τέλος, εκείνο της ανεκτικότητας. Αυτό το τελευταίο στάδιο επικοινωνίας, στο οποίο βρισκόμαστε μέχρι σήμερα, είχε τρεις σημαντικούς σταθμούς: τον Γαλλικό Διαφωτισμό, τη φιλοσοφία του Ιμάνουελ Λεβινάς και τη, δεδομένη πλέον στις μέρες μας, πρόκληση της πολυπολιτισμικότητας. O Καπισίνσκι τονίζει ότι οι ευρωπαϊκοί λαοί ήταν που ταξίδεψαν και εξερεύνησαν ολόκληρη τη γη, αυτή τους όμως η πρωτοπορία ενείχε πάντα τον κίνδυνο του ευρωκεντρισμού, δηλαδή της περιφρόνησης για ό,τι δεν ανήκε στην επικράτεια του Δυτικού πολιτισμού. Στην καταπολέμηση του ευρωκεντρισμού κύριο ρόλο έπαιξαν οι ανακαλύψεις του Μαλινόφσκι στα νησιά του Ειρηνικού Ωκεανού, οι οποίες έθεσαν τις βάσεις για την επιστήμη της κοινωνικής ανθρωπολογίας.

Με τη σειρά του, ο Κλοντ Λεβί-Στρως (1908-2009), από τους επιφανέστερους εκπροσώπους της επιστήμης της κοινωνικής ανθρωπολογίας επιχειρεί ν’ αναδείξει γλαφυρά την ετερογένεια των αμέτρητων πολιτισμών του κόσμου μας. Συγκρουόμενος με ορισμένες βαθύτατα παγιωμένες προκαταλήψεις, ο Λεβί-Στρως δείχνει εδώ με συναρπαστικά παραδείγματα τις θεμελιώδεις ασυμμετρότητες στην πληθώρα των ανθρώπινων πολιτισμών, τονίζοντας συνάμα την εγγενή προδιάθεσή μας να παρατηρούμε τα άλλα πολιτισμικά συστήματα μέσα από το δικό μας (πχ έτσι εξηγείται ο ευρωκεντρισμός και το αρχαιοελληνικό ρητό «πας μη Έλλην βάρβαρος»), όπως ο παρατηρητής μέσα στο κινούμενο τρένο, κατά το νοητικό πείραμα της Σχετικότητας του Αϊνστάιν: η σχέση των πολιτισμών μεταξύ τους διέπεται από τη δική της «σχετικότητα», μας λέει ο Λεβί-Στρως. Σύμφωνα με τον Λεβί-Στρως, η ποικιλία των ανθρωπίνων πολιτισμών υπάρχει, στο παρόν και στο παρελθόν, πιο μεγάλη και πιο πλούσια απ’ ό,τι πρόκειται να μάθουμε ποτέ σχετικά με αυτή.

Οι πολιτισμοί της Βόρειας και της Νότιας Αμερικής είχαν μείνει εντελώς απομονωμένοι από ολόκληρο τον υπόλοιπο κόσμο για μια περίοδο που κυμαίνεται μεταξύ δέκα και είκοσι πέντε χιλιάδες χρόνια. Ακόμη και οι σημερινές σχετικά απομονωμένες φυλές που θεωρούμε «πρωτόγονες», έχουν μεταβληθεί σημαντικά στη δομή τους, σε σχέση με αυτό που ήταν στα πολύ παλιότερα χρόνια. Οι διαφορές των πολιτισμών εξηγούνται συχνά από τις σχέσεις οι οποίες τους συνδέουν: πράγματι, ένας πολιτισμός υιοθετούσε πολλές φορές έθιμα και παραδόσεις όχι λόγω βαθιάς εσωτερικής ανάγκης αλλά μάλλον με κύριο στόχο να μη μείνει καθυστερημένος συγκριτικά με έναν άλλο, γειτονικό σε αυτόν, πολιτισμό ή κοινωνία. Ωστόσο, παρά την αυξημένη επαφή των διαφορετικών πολιτισμών σήμερα, ακόμη ο κίνδυνος της μισαλλοδοξίας και του ρατσισμού, ο οποίος εκδηλώνεται είτε με την εκούσια απομόνωση ενός λαού, είτε με έναν πόλεμο και μαζικές εκτελέσεις. Είναι γεγονός, υποστηρίζει και πάλι ο Καπισίνσκι, ότι η εποχή που ζούμε είναι πολυπολιτισμική, καθώς η αλματώδης τεχνολογική ανάπτυξη κατέστησε δυνατή την πύκνωση της επικοινωνίας και την υπέρβαση των αποστάσεων με εφευρέσεις όπως η τηλεόραση και το διαδίκτυο. Είναι λοιπόν στη διάθεσή μας να αποδεχτούμε τη διαφορετικότητα του Άλλου και να συνάψουμε μια σχέση μαζί του, μέσα σε κλίμα ανεκτικότητας και ειλικρίνειας ή διαφορετικά, να στραφούμε εναντίον του χτίζοντας συρματοπλέγματα ή και διεξάγοντας μάχη. Σε κάθε περίπτωση πάντως, ο Άλλος είναι μοναδικός και όπως έλεγε και ο Λεβινάς, η ευθύνη μας απέναντί του είναι πάντα άπειρη.

ΜΥΡΩΝ ΖΑΧΑΡΑΚΗΣ

Η λογοκλοπή δεν είναι ποίηση διότι η ποίηση δεν είναι λογοκλοπή

του ΓΙΑΝΝΗ ΛΕΙΒΑΔΑ

Ξεκινώ αυτό το σημείωμα σχετικά με το φαινόμενο της λογοκλοπής, συνθέτοντας τρία παλαιότερα, αδημοσίευτα στον λογοτεχνικό και στον βιβλιοκριτικό Τύπο, σημειώματα, του 2001, του 2009 και του 2016, τα οποία εξοπλίζουν την τοποθέτησή μου με ορισμένες προκαταρτικές νύξεις, οι οποίες θαρρώ πως είναι αναγκαίες.

Αυτός που χρησιμοποιεί οτιδήποτε εκτός από τον εαυτό του για να κατανοήσει τον εαυτό του και κατά συνέπεια το σύμπαν γύρω του, είναι ιδεολόγος της πνευματικής οκνηρίας. Αντιθέτως, ο ποιητής είναι ποιητής επειδή ο ίδιος αποτελεί το μέσο, το εργαλείο, κατανόησης του εαυτού του και κατά συνέπεια του σύμπαντος γύρω του.

Αυτή η, άλλοτε ειδική και άλλοτε περιπτωσιακή, εκδήλωση «χρήσης» εξωτερικών υποκειμένων και μη δικών μέσων για να φτάσει κανείς στην υπόληψη του εκδοθέντος ποιητού αποσαφηνίζει -δίχως να χρειαστεί να φτάσει στα όρια της επεξηγηματικής μεθόδου- πως ο ψωρικός είναι ψωρικός στο κίνητρό του, όπως ο ανόητος είναι ανόητος στη γλώσσα του. (περισσότερα…)