Γιάννης Καρπούζης

Γιάννης Καρπούζης, Η ζωή του Όσβαλντ (και δύο φωτογραφίες)

karp.jpg

Η ΖΩΗ ΤΟΥ ΟΣΒΑΛΝΤ

και εκείνη τη μέρα θυμάσαι,
αρχιπέλαγος[1] στους -14

Η μηχανή δούλευε καίγοντας χρόνο˙
ώσπου ο χρόνος τέλειωσε.

Το ξέρει καλά ο Όσβαλντ,
είναι κενό αέρος το σπίτι
Και που να αρχειοθετείς
ονόματα ανθρώπων
πάλι απ’ την αρχή

ξάγρυπνος απόμεινε στη στεριά
να βλέπει τα χρώματα της αυγής,
την τηλεόραση να εκπέμπει πανικούς

ίσως να φταίει που καμιά φορά θυμάται

κυάνιο η θάλασσα κι απόψε, Όσβαλντ
μέσα στα χαρακώματα τούτη η ζωή

τότε

θυμάται

που φώναζε στην Ίνγκριντ
να γεμίσουν
τις τρύπες με αλατόνερο,
καθαρή τρικυμία χωρίς φύκια,
κι εκείνη ένα χαμόγελο του κάρφωνε στο τραπέζι
πόσο μικροί, μικροί ήτανε η Άννα και ο Γιόχαν
μέσα στην παλάμη του χωρούσαν
και στους ώμους του κατοικούσαν
δεν έκρυβε τότε παγάκια μέσα στο στόμα
ο καιρός ήταν καλός στο αρχιπέλαγος
ένας ήλιος φλεγόμενος έκαιγε
στη μέση της νύχτας.

μη ρωτάς που είναι ο ήλιος Όσβαλντ
για τον πάγο μόνο ρώτα που πιάσανε τα μαλλιά σου

(εδώ πέρα κάπου, πέρασαν τα χρόνια)

και η καλημέρα έγινε πηχτή στο στόμα
η Άννα και ο Γιόχαν σπάνια τηλεφωνούνε
στο σπίτι τα γνωστά
(κενό αέρος)

τόσο μόνος έμεινε ο Όσβαλντ
που μια μέρα φαντάστηκε
– εκεί έπεσε πολύ πλάκα από κάτι φίλους –
πως τα νησάκια κουνιούνται μέσα στο
αρχιπέλαγος,
στα μάτια τρίζουν οι φλέβες
στα χέρια κλειδώσανε
σμήνη οι κατακλυσμοί.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΡΠΟΥΖΗΣ


[1] Ως «αρχιπέλαγος» εννοείται το αρχιπέλαγος της Στοκχόλμης.

karp2.jpg

Advertisements