Γερμανία

Ρ. Σαφράνσκι: Μην μας αφήνετε μονάχους με τους Γερμανούς!

safranski.jpg

 

Ο Ρούντιγκερ Σαφράνσκι (γεν. 1945) ανήκει στους επιφανέστερους Γερμανούς στοχαστές της γενιάς του. Τα βιβλία του για συγγραφείς όπως ο Ε. Τ. Α. Χόφφμαν, ο Νίτσε, ο Γκαίτε, ο Χάιντεγγερ συγκαταλέγονται στα πιο πολυδιαβασμένα των τελευταίων ετών. Με τις τοποθετήσεις του πάνω στο προσφυγικό ζήτημα και την κριτική που άσκησε στην πολιτική της καγκελαρίου Μέρκελ τέθηκε στο επίκεντρο της δημόσιας αντιπαράθεσης στη χώρα του, και όχι μόνο, και προκάλεσε πλήθος αντιδράσεις και πολεμικές. Η συζήτησή του με τον Ρίκο Μπάντλε δημοσιεύτηκε στην ελβετική επιθεώρηση Die Weltwoche, τον περασμένο Δεκέμβριο.  Η μετάφραση είναι του Πέτρου Γιατζάκη.    

 * * *

Κύριε Σαφράνσκι, κανείς δεν έχει αναλύσει την ουσία του Γερμανού με μεγαλύτερη ακρίβεια από εσάς. Τι συμβαίνει λοιπόν στην Γερμανία;

Για να σας δώσω μία λακωνική απάντηση: Στην γερμανική πολιτική κυριαρχεί ένας μοραλιστικός παλιμπαιδισμός.

Και μία λιγότερο λακωνική απάντηση;

Η Γερμανία απώλεσε μετά το 1945 ως ηττημένο έθνος την κυριαρχία της. Μέχρι την πτώση του τείχους του Βερολίνου το 1989, η Δυτική Γερμανία διήγε βίον ανθόσπαρτον: Ήμασταν υπό την αιγίδα των Αμερικανών και δεν ήμασταν υπεύθυνοι για τίποτε. Επειδή δεν είχαμε την ευθύνη της φροντίδας για τους εαυτούς μας, δεν γνωρίζαμε καν τι είναι η εξωτερική πολιτική. Μόλις το 1989 έγινε η Γερμανία ένα κυρίαρχο κράτος και κινείται μέχρι σήμερα με αρκετή ανασφάλεια στην διεθνή σκηνή. Ταλαντευόμαστε μεταξύ μίας οικονομικής αυτοπεποίθησης και ενός αλλόκοσμου ουμανιταρισμού. Η εξωτερική μας πολιτική έχει καταστεί μία ηθική αποστολή.

Το αποτέλεσμα αυτής της πολιτικής είναι μία κουλτούρα του καλωσορίσματος, όπου οι άνθρωποι που ζητούν άσυλο γίνονται δεκτοί με αλαλαγμούς χαράς;

Παντού στην Ευρώπη πλην της Σουηδίας οι άνθρωποι λένε: «Οι Γερμανοί  τρελάθηκαν.» Η ανωριμότητα της γερμανικής πολιτικής καθίσταται οφθαλμοφανής στο αξίωμα ότι δεν επιτρέπεται να θέσουμε όρια ή κάποια οροφή στον αριθμό των προσφύγων. Εδώ υπάρχει ένα σημαντικό συλλογιστικό σφάλμα. Διότι σύμφωνα με την σημερινή πρακτική, τα δύο τρίτα του παγκόσμιου πληθυσμού θα είχαν δικαίωμα ασύλου στην Γερμανία με βάση τα δικά μας οικονομικά και δημοκρατικά πρότυπα. Το γεγονός ότι η προσφυγική πολιτική μας είναι θύμα ενός εγγενούς λογικού σφάλματος, θα έπρεπε να έχει γίνει το αργότερο σε αυτό το σημείο πλήρως αντιληπτό.

Ο φιλόσοφος Πέτερ Σλοτερντάικ δήλωσε, ότι στο προσφυγικό ζήτημα θα έπρεπε να είμαστε ικανοί για «κάτι σαν μία καλοσυγκερασμένη σκληρότητα». Το πρόβλημα κατ΄ αυτόν είναι ότι: «Οι Ευρωπαίοι αυτοπροσδιορίζονται ως καλοσυνάτοι, καλόγνωμοι  άνθρωποι και όχι ως σκληροί άνθρωποι, και υπάρχει μία ανάλογη δημοσιολογία και δημοσιογραφία, που δυσφημεί τα πρώτα δείγματα στην πορεία προς μία πιο αμυντική ή πιο σκληρή στάση στο προσφυγικό ζήτημα ως πολιτισμικό όνειδος του υψίστου μεγέθους.»  

Δεν είναι απαραίτητο να το εκφράσουμε με τέτοια οξύτητα. Το 1997 έγραψα ένα βιβλίο για το Κακό. Εκεί δεν ισχυρίζομαι ότι είμαστε αβυσσαλέοι σατανάδες. Στην ανθρώπινη όμως ωρίμανση ανήκει η γνώση, για το κακό που ενυπάρχει μέσα μας. Οι Γερμανοί πολιτικοί ομιλούν διαρκώς για την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, που είναι απαράβατη και απαραβίαστη. Υποκρινόμαστε, σαν να είναι η ανθρώπινη αξιοπρέπεια ένα έμφυτο όργανο όπως τα χέρια ή τα πόδια. Αυτό είναι ένα αφελές κοσμοείδωλο. Η ανθρώπινη αξιοπρέπεια δεν πέφτει από τον ουρανό, αλλά προϋποθέτει ένα λειτουργικό κράτος, που δύναται να προστατεύσει την ανθρώπινη αξιοπρέπεια εντός των συνόρων και των ορίων του. Και κατόπιν πρέπει να θέσουμε το ερώτημα: Πώς δυνάμεθα να έχουμε αυτό το κρατικό οικοδόμημα; Αυτό επιτυγχάνεται μόνο με πολύ αυστηρούς κανόνες, αλλιώς το κράτος χάνει την αφομοιωτική, ενοποιητική του δύναμη, που εγγυάται τα ανθρώπινα δικαιώματα. Φοβάμαι πολύ, ότι το κράτος μας χάνει τούτη τη δύναμή του, όταν έχουμε σε ορισμένα τμήματα της κοινωνίας μία ισλαμική πλειοψηφία με ένα τελείως διαφορετικό αξιακό σύστημα. Εν συντομία: Πρέπει να κρατήσουμε σταθερή την κοινωνική συνοχή, για να μπορέσει το κράτος να εγγυηθεί τα ανθρώπινα δικαιώματα. Όταν τούτο δεν το ξεκαθαρίζουμε, τότε αυτό είναι ανεύθυνο: Επιθυμούμε να βοηθήσουμε και παρόλα ταύτα, αδυνατίζουμε συνάμα τους θεσμούς, που θα μπορούσαν εν τέλει να βοηθήσουν.

Αναγνωρίζετε στην προσφυγική πολιτική της Γερμανίας και ορισμένες ρίζες στην ιστορία του γερμανικού πνεύματος; Θα μπορούσαμε π.χ. να πούμε, ότι η Γερμανία ενστερνίστηκε με άτεγκτο τρόπο την κατηγορική προστακτική του Καντ; (Οφείλουμε να μεταχειριζόμαστε τους άλλους, όπως θέλουμε εμείς να μας μεταχειρίζονται οι άλλοι.)

Ο Καντ ήταν βέβαια ιδιαζόντως ευφυής και διατύπωσε την κατηγορική προστακτική ως ηθική απαίτηση που απευθύνεται στο άτομο. Δεν θα του ερχόταν ουδέποτε η ιδέα στο μυαλό, να εγείρει αυτή την απαίτηση και για το κρατικό υποκείμενο. Ότι η πολιτική, ιδίως στην διεθνή αρένα, πρέπει να λειτουργήσει με μία τελείως διαφορετική λογική, δηλαδή με την λογική της κρατικής, συλλογικής βούλησης αυτεπιβεβαίωσης, αυτό ήταν για τον Καντ απολύτως ξεκάθαρο. Ο Καντ ήταν επίσης πεπεισμένος, ότι δεν θα υπάρξει ποτέ ένα παγκόσμιο, οικουμενικό κράτος, κι ότι ο κόσμος θα συνεχίσει επίσης να ομαδοποιείται περαιτέρω σε μία ποικιλομορφία από κράτη. Λέγει βέβαια, ότι θα ήταν επιθυμητό για την αιώνια ειρήνη, αν θα υπήρχε μόνο ένα κράτος,αλλά για αυτό δεν αξίζει να πονοκεφαλιάζει κανείς, διότι αυτό το παγκόσμιο κράτος δεν θα υπάρξει ούτως ή άλλως ποτέ. Οι άνθρωποι υπάρχουν μέσω των γλωσσών και των πολιτισμών τους σε μεμονωμένα, ατομικά αυθύπαρκτα τμήματα.

Βλέπετε κάποιες παραλληλίες ανάμεσα σε αυτή την ουτοπία του ειρηνικού παγκόσμιου  κράτους και στην ιδέα της ενωμένης Ευρώπης;

Ναι, και εδώ επανερχόμαστε πάλι σε ένα τυπικά γερμανικό πρόβλημα. Η Γερμανία μετά το 1945 βρήκε διέξοδο διαφυγής στην ιδεολογία της Ευρώπης. Λέγω συνειδητά ιδεολογία, διότι εκεί υπήρχε η υπερβολική προσδοκία, ότι θα μπορούσαμε να διαλύσουμε την παλαιά Ευρώπη των διαφορετικών εθνών και να πλάσουμε από την παλιά Ευρώπη σύμφωνα με το πρότυπο των ΗΠΑ ένα είδος Ηνωμένων Πολιτειών της Ευρώπης. Ένα μεγάλο μέρος της πολιτικής μας ελίτ και η σκεπτόμενη κοινή γνώμη στη Γερμανία έβλεπε στην Ευρώπη ένα μέσο, για να απαλλαγεί από τον κακόφημο εθνικισμό. Αυτή η ιδέα δεν έφτασε στην πραγματικότητα ποτέ στον λαό. Εκεί το έβρισκαν απλά μονάχα ωραίο, ότι δεν υπήρχαν πια συνοριακοί έλεγχοι και ότι στην δυτική Ευρώπη επικρατούσε ειρήνη – κι αυτό ήταν πραγματικά το κυριότερο. Όσον αφορά τον λοιπό ευρωπαϊκό κανονιστικό οίστρο, μπορούμε πραγματικά να κάνουμε και δίχως αυτόν. Μονάχα ζημιά προκαλεί.

Η αντίληψη ήταν: Όταν υπερβούμε τον εθνικισμό, τότε υπερβαίνουμε τον πόλεμο.

Η πρόθεση ήταν ειλικρινής. Για αυτό η γερμανική πολιτική ήταν όλο και πιο πρόθυμη να μεταβιβάσει κυριαρχικά δικαιώματα στις Βρυξέλλες. Το αργότερο με την ελληνική κρίση φάνηκε όμως, ότι στην Ευρώπη –πώς θα μπορούσε να είναι διαφορετικά– τα εθνικά κράτη διατήρησαν το ειδικό τους βάρος. Μονάχα η Γερμανία το έβλεπε πάντοτε έτσι, ωσάν οι άλλοι να έκαναν «απιστίες» στην Ευρώπη των οραμάτων και των επιθυμιών μας.

Η Γερμανία επιθυμεί να μοιράσει τους πρόσφυγές της σε όλη την Ευρώπη. Πρόκειται μάλλον για μία απατηλή απαίτηση.

Η γερμανική πολιτική δεν θέλει να κατανοήσει, τι συμβαίνει στις ανατολικοευρωπαικές χώρες: Αυτές οι χώρες μόλις έχουν ξεφύγει από το κνούτο της Σοβιετικής Ένωσης και θέλουν τώρα μάλλον να απολαύσουν την νεοαποκτηθείσα εθνική κυριαρχία τους. Δεν επιθυμούν να παραδώσουν το δικαίωμα της αυτοδιάθεσής τους αμέσως πάλι στις Βρυξέλλες, απλώς επειδή η Γερμανία το επιθυμεί και το προωθεί δυναμικά με το όνειρό της για την Ευρώπη.Οι Γερμανοί διαγράφουν απλά από τον αισθητήρα τους και το ιστορικό υπόβαθρο της αμυντικής στάσης και των αμυντικών ανακλαστικών στην ανατολική Ευρώπη: η Βουλγαρία ήταν μέχρι το 1908 υπό την οθωμανική επικυριαρχία. Οι Τούρκοι έστεκαν μέχρι το τέλος του 17ου αιώνα ενώπιον των πυλών της Βιέννης. Η ισλαμική, οθωμανική αυτοκρατορία είχε προωθηθεί βαθιά μέσα στην καρδιά των Βαλκανίων. Αυτό είναι παρόν στην συλλογική μνήμη αυτών των χωρών. Και όπως και να το κάνουμε, τα μεγάλα ρεύματα προσφύγων έρχονται προπάντων από τον ισλαμικό κόσμο.

Δεν είναι φυσιολογικό το γεγονός, όταν ισχυρά κράτη θέλουν να επιβάλλουν στα λιγότερο ισχυρά κράτη τις αξιακές τους αντιλήψεις και προτιμήσεις;

Η παλιμπαιδίζουσα αλλοκοσμία, που εκφράζεται στον μοραλισμό, είναι ήδη πραγματικά ένα πολύ ιδιαίτερο γερμανικό φαινόμενο. Η Μεγάλη Βρεττανία, ακόμα και η Γαλλία είναι όσον αφορά αυτό το ζήτημα πολύ πιο ώριμες χώρες. Γνωρίζουν π.χ. ότι σε ένα κυρίαρχο κράτος ανήκει και ο έλεγχος των συνόρων του. Όταν μία ηγέτις ενός κράτους όπως η Αγγέλα Μέρκελ δηλώνει: «Δεν μπορούμε να ελέγξουμε πια τα σύνορα», μας αυτοτοποθετεί ανάμεσα στα καταρρέοντα, αποτυχημένα κράτη, όπως εκείνα εκεί στην Αφρική. Ένας Βρεττανός ή ένας Γάλλος δεν θα το έλεγε ποτέ και ασφαλώς ούτε και ένας Ελβετός πολιτικός.

Υπερτιμάτε τους Ελβετούς πολιτικούς…

Εν πάση περιπτώσει τέτοιες δηλώσεις θα έπρεπε να μας κάνουν πολύ σκεπτικούς.

Ανήκετε στους λίγους διανοουμένους, που εκφράζονται κριτικά σε σχέση με την προσφυγική, αλλά και με την ευρωπαϊκή πολιτική. Σε αυτά τα θέματα επικρατεί ανάμεσα στους ανθρώπους της κουλτούρας και των μέσων μαζικής ενημέρωσης μία τεράστια, κομφορμιστική πίεση: Όποιος αποκλίνει έστω και κατ΄ ελάχιστον από την «ρητορική του καλωσορίσματος των προσφύγων», παρουσιάζεται ως απάνθρωπο κτήνος, ως εμπρηστικός δημαγωγός, πιθανώς και ως ακροδεξιός. Από πού προέρχεται αυτό;

Η αριστερή και αριστεροφιλελεύθερη πολιτική σκηνή έχει μία συμπλεγματική σχέση με το έθνος. Η ανάγκη του έθνους για αυτεπιβεβαίωση και διαιώνιση προϋποθέτει όμως μία μη συμπλεγματική σχέση με αυτό ακριβώς το έθνος. Στους Γερμανούς διανοουμένους υπάρχει κάτι σαν μία εθνική αυταπέχθεια, ένα ούτως ειπείν εθνικό μίσος του εαυτού, ένα μίσος που δραπετεύει σε έναν ηθικό ουνιβερσαλισμό που είναι ξένος προς την πραγματικότητα. Σε μια χώρα όπως η Γερμανία, που έχει φορτώσει στον εαυτό της τόσο μεγάλη και άφατη ενοχή, επιτρέπεται η υπεράσπιση των εθνικών συμφερόντων μονάχα όταν μπορεί να παρουσιασθεί ως ηθική αποστολή ή ως ευρωπαική ιδεολογία. Γι αυτό υπάρχουν και οι διάφορες multikulti (πολυπολιτισμικές ) αντιλήψεις και ιδέες. Πριν από μερικά χρόνια, όταν ερχόντουσαν ήδη πολλοί οικονομικοί πρόσφυγες στη χώρα, στην αριστερά κυκλοφορούσε το σκαμπρόζικο ρητό: «Μην μας αφήνετε μονάχους με τους Γερμανούς». Στην αυτοπεριφρόνηση ανήκει και ένα ιστορικό κοσμοείδωλο, που κατανοεί μεγάλα τμήματα της γερμανικής ιστορίας μονάχα ως προϊστορία του 1933, δηλαδή της κατάληψης της εξουσίας από τον Χίτλερ. Αυτή η πεποίθηση οδηγεί κατόπιν σε αξιώσεις όπως εκείνη του Γιόσκα Φίσερ, ότι το Άουσβιτς όφειλε να είναι ο ιδρυτικός μύθος για την διαμόρφωση της γερμανικής ταυτότητας. Η ιδεολογία αυτή όμως οδηγεί και σε παράλογες καταστάσεις όπως στην περίπτωση του Μάρτιν Χάιντεγγερ, που είναι αναμφισβήτητα ένας από τους μεγαλύτερους φιλοσόφους του 20ού αιώνα. Επειδή ήταν πράγματι εθνικοσοσιαλιστής, υπάρχουν πολλοί ανάμεσα στους νεώτερους διανοουμένους, που λένε ότι τον Χάιντεγγερ δεν μπορούμε πλέον να τον διαβάζουμε, δεν μπορούμε να διαβάζουμε, ούτε το ιδιοφυές βασικό του έργο από το έτος 1927, δηλαδή το Είναι και ο Χρόνος. Άνθρωποι, που δεν έχουν διαβάσει ούτως ή άλλως ποτέ Χάιντεγγερ, μπορούν τώρα να νιώθουν ωραία και λένε, ότι είναι μολυσμένος, και ότι απαγορεύεται να τον πιάνουμε τρόπον τινά στα χέρια μας.

Σύμφωνα με την λογική αυτή τώρα δεν θα επιτρεπόταν να μιλήσω μαζί σας, διότι σε τελευταία ανάλυση ιδρύσατε το 1970 μαζί με άλλους το μαοϊστικό Κομμουνιστικό Κόμμα Γερμανίας.

Ναι, φυσικά. Αυτό έγινε στα συνεπακόλουθα του Μάη του 1968. Μία πολύ ενδιαφέρουσα, ερεθιστική εποχή. Θέλετε πραγματικά να τα ακούσετε;

Μάλιστα, με πολλή χαρά.

Στην αρχή του κινήματος του 1968 υπήρχε το ξεκίνημα για νέες όχθες, η καυτή νέα μουσική από την Αγγλία και την Καλιφόρνια, η αντίθεση στις αυθεντίες, τα καινούρια βιβλία, η ερωτική απελευθέρωση – όλα τούτα ήταν μεγαλειώδη και πολύ ερεθιστικά πράγματα. Μετά ήλθε η τομή, μία αυτοδογματίζουσα σκλήρυνση με τις κομμουνιστικές ομάδες, που ήταν πραγματικές κομμουνιστικές σέκτες. Κι εγώ ήμουν σε μία σέκτα. Αυτές οι ομάδες προσανατολίζονταν στον Μάο και στην κινεζική πολιτιστική επανάσταση. Φυσικά αυτό γινόταν, επειδή δεν είχαμε ιδέα, τι πράγματι γινόταν εκεί στην Κίνα. Το βρίσκαμε απίστευτα γοητευτικό, πώς ένας κομματικός ηγέτης καλεί υποτίθεται τις μάζες σε εξέγερση ενάντια στον ίδιό του τον κομματικό μηχανισμό. Ο τύραννος Μάο δηλαδή, ως εμβληματική φιγούρα της αντιαυταρχικότητας! – μία σκανδαλώδης παρανόηση. Στην Γαλλία ηγέτες αυτής της κίνησης ήταν οι φιλόσοφοι Αντρέ Γκλυκσμάν και Μπερνάρ-Ανρί Λεβύ. Σε μένα όλο αυτό σταμάτησε, δόξα σοι ο Θεός, μετά τέσσερα χρόνια. Όλα τούτα ήταν σε γενικές γραμμές ένα σημάδι μίας πολύ τραυματισμένης, πολιτικής κριτικής ικανότητας. Μού είναι λίγο οδυνηρό και ντροπιαστικό, αλλά ανήκει κι αυτό στην ζωή μου.

Πώς επηρέασε τούτη η εμπειρία την σκέψη σας;

Ξέρω πολύ καλά τώρα τι είναι ο πειρασμός του ολοκληρωτισμού. Συνολικά όμως, όλα αυτά δεν ήταν τίποτε άλλο από ένα κουκλοθέατρο, δεν ήταν τραγωδία, αλλά ήταν μία κωμωδία. Ένα στέλεχος της υπηρεσίας προστασίας του Συντάγματος μού είπε αργότερα κάτι πολύ σωστό: Αυτοί οι μαοικοί, που έστεκαν με το χάραγμα της αυγής καλά οργανωμένοι μπροστά από τις πύλες των εργοστασίων και μοίραζαν στους εργάτες φυλλάδια, δεν τους ανησύχησαν ποτέ, ήταν έτσι ή αλλιώς ομάδες με μεγάλο αίσθημα αυτοπειθαρχίας. Αυτό ήταν αλήθεια, δουλεύαμε πραγματικά πολύ, στις έξι η ώρα το πρωί στέκαμε στις πύλες των εργοστασίων, παρά το γεγονός ότι οι εργάτες σε γενικές γραμμές δεν ήθελαν να ακούσουν τίποτα για μας ή από εμάς. Κάποιοι από αυτές τις ομάδες του Μάη του 1968 πήγαν αργότερα στην τρομοκρατία, αλλά αυτό δεν ήταν πια πραγματικά η δική μας υπόθεση. Αυτό που είχαμε κάνει εμείς ήταν ένα είδος δημοσιουπαλληλίας, στον κομματικό μηχανισμό που είχαμε δημιουργήσει οι ίδιοι για να επιφέρουμε την παγκόσμια επανάσταση.

Πώς καταλαβαίνει κανείς ότι έχει εμπλακεί σε μία ιδεολογική πλάνη; Συμβαίνει αυτό αργά και σταδιακά, ή είναι κάτι που το καταλαβαίνει κανείς ξαφνικά;

Σε μένα προσωπικά ήταν μία ύπαρξη σε δύο κόσμους, στον ένα κόσμο πέραν των ορίων της σέκτας συνέχισα να διαβάζω Προύστ, Σοπενχάουερ και τα λοιπά. Μπορούμε να έχουμε δύο κόσμους σε ένα κεφάλι, αυτό μου συνέβαινε ακόμα και στην παιδική μου ηλικία, όταν η πιετιστική, θρήσκα γιαγιά μου ήθελε να με οδηγήσει με χείραν σιδηράν στην Εκκλησία, ενώ την ίδια στιγμή ο πατέρας μου επεδείκνυε ακάματα τον αθεισμό του. Προφήτης δεξιά, προφήτης αριστερά, εγώ αισθανόμουν καλά στην μέση, στο κέντρο ως παιδί του κόσμου. Έτσι ήταν όμως κιόλας: Από ένστικτο αποδεχόμουν και τον ένα και τον άλλο κόσμο. Είχα λοιπόν μεγάλη άσκηση στην πνευματική διπλή ζωή, όταν τη μέρα διάβαζα τον Μαρξ και τον Μαο και το βράδυ διάβαζα τον Προύστ και τον Σοπενχάουερ. Όταν τα μέσα της δεκαετίας του εβδομήντα αποστασιοποιήθηκα από την αριστερή σκηνή, τότε ανοίξαμε μαζί με κάποιους ομοιδεάτες φίλους ένα περιοδικό, τα Μπερλίνερ Χέφτε (Τετράδια του Βερολίνου), όπου αναστοχαζόμασταν με βαθύνοια αλλά και πολύ κέφι όλη αυτή την τρελή ιστορία, από την οποία είχαμε μόλις αποχωριστεί: ήταν κι αυτό ένα κάποιο είδος διευθέτησης και απεμπλοκής από το παρελθόν μας. Είναι φανερό ότι στη Γερμανία είμαστε πολύ καλοί στο συγκεκριμένο  άθλημα.

Σας θεωρούσαν εξωμότη ή προδότη;

Ναι, κάτι σε αυτή την κατεύθυνση, αλλά μου ήταν αδιάφορο, γιατί εν τω μεταξύ θεωρούσα την όλη υπόθεση γελοία. Και δεν είχα και άδικο, διότι μεγάλη ζημιά δεν κάναμε, εκτός από το να βλάψουμε τις δικές μας επαγγελματικές προοπτικές. Από τότε είμαι σε θέση να τρέφω μία περιφρόνηση για τους καριερίστες.

Από τότε δεν στρατευθήκατε πια πολιτικά, αλλά όμως κάνατε πολιτικές παρεμβάσεις. Πριν από μερικά χρόνια είχατε πει: «Το ιστορικό παρελθόν έχει διαμορφωθεί αποφασιστικά από το γεγονός ότι οι διάφοροι, μεμονωμένοι πολιτισμοί είχαν ξεχωρίσει ο ένας από τον άλλο μέσα στην απαράλλακτη διαφορετικότητά τους». Σήμερα αυτή η ρήση ακούγεται σαν μία συνηγορία υπέρ του κλεισίματος των συνόρων.

Ναι, έτσι το βλέπω ακόμα και σήμερα. Το ωραίο στα άτομα είναι βέβαια, ότι το καθένα έχει την ατομική του, ξεχωριστή μοναδικότητα. Το τρομακτικό είναι ο κομφορμισμός, όταν ο καθένας είναι όπως ο άλλος και κανένας δεν είναι ο εαυτός του. Για όλα αυτά παρεμπιπτόντως γράφω τώρα ένα βιβλίο: για το άτομο. Ό,τι ισχύει για το άτομο, ισχύει επίσης και για τους πολιτισμούς. Δεν είναι επιθυμητό ή επιδιωκτέο να εφεύρουμε τεχνητά έναν ευρωπαϊκό πολιτισμό. Ευρωπαϊκό είναι το γεγονός ότι υπάρχουν πολλά κράτη, πολλοί λαοί, γλώσσες και πολιτισμοί. Αυτό είναι ο πλούτος της Ευρώπης. Είναι εκπτώχευση όταν επιδιώκουμε κατά κάποιο τρόπο να ανάγουμε αυτή την πολυμορφία σε έναν κοινό παρονομαστή. Το έλλειμμα στη σημερινή λογοτεχνία, φιλοσοφία ή στη ζωγραφική είναι ότι εν τω μεταξύ υπάρχει πολύ λίγο ένας ιδιαίτερος, ξεχωριστός  δρόμος, ότι όλα είναι έτσι όπως είναι παντού. Πόσο θαυμαστά διαφορετική ήταν η κατάσταση για παράδειγμα την εποχή του ρομαντισμού ή του γερμανικού ιδεαλισμού. Ο Νίτσε, αλλά και ο Βάγκνερ είναι απαράλλακτα προιόντα της γερμανικής πολιτισμικής χλωρίδας, όπως είναι για την γερμανόφωνη Ελβετία ο Ιερεμίας Γκόττχελφ ή ένας Γκόττφρηντ Κέλλερ. Τα βιβλία μου είναι μία απόπειρα, να κάνω ορατά τα ισχυρά στοιχεία της γερμανικής κουλτούρας, στο καλό ή και στο κακό. Πρέπει να στοχεύουμε στο ιδιαίτερο και στο προσωπικό, για να μπορέσουμε να πετύχουμε κάτι με καθολική ισχύ.

Τι είναι εκείνο που αποτελεί την ιδιαιτερότητα της γερμανικής σκέψης;

Η κλίση προς την μεταφυσική. Το γεγονός ότι βλέπουμε κάτι που είναι μεγαλύτερο από τον ρεαλισμό, ότι διανοίγουμε μία παραπέρα σφαίρα, πέραν της καθεστηκυίας θρησκείας. Ιδίως στην εποχή του γερμανικού ιδεαλισμού διεκδικούσαν οι διανοητές την ελευθερία για στοχαστική υπέρβαση των ορίων, για την υπερβατικότητα. Αυτή η θαυμαστή γερμανική ιδιότητα, συνδέεται με ένα έλλειμμα, που εμφαίνεται και επιδρά πάνω από όλα στον τομέα της πολιτικής: δηλαδή με την απουσία του ρεαλισμού. Τούτο το μεταφυσικο-ρομαντικό στοιχείο έχει βλάψει την πολιτική, κριτική ικανότητά μας. Αγαπώ τον ρομαντισμό, αλλά δεν αγαπώ καθόλου τον πολιτικό ρομαντισμό.

Μπορούμε να συνοψίσουμε έτσι: Μετά την ανακήρυξη του θανάτου του Θεού από τον Νίτσε, αναζητήσαμε το υπεραισθητό σε άλλες όχθες, πράγμα που μας οδήγησε σε έναν υπερβολικό ρεαλισμό;

Ναι, φυσικά. Παραπέμπω εδώ στον Μαξ Βέμπερ, που έκανε την διάκριση μεταξύ ηθικής της πεποίθησης και ηθικής της ευθύνης. Ως άτομα μπορούμε να αισθανόμαστε υποχρεωμένοι απέναντι στην ηθική της πεποίθησης και να επιθυμούμε να βοηθήσουμε όλους τους πρόσφυγες – αν και σε αυτούς που εκτίθενται δημόσια για αυτό το ζήτημα, τις πιο πολλές φορές πρόκειται μάλλον για ρητορική και μόνον. Η πολιτική όμως πρέπει να ενεργεί με βάση την ηθική της ευθύνης. Προς το παρόν όμως στην πολιτική σημαίνει η μεγάλη ώρα της ηθικής της πεποιθήσεως, όπως την εκπροσωπεί παραδειγματικά η Μέρκελ. Ακόμα και τώρα που προσπαθεί να κάνει κάποια βήματα προς τα πίσω, η ζημιά έχει ήδη γίνει. Με αυτούς τους τεράστιους αριθμούς προσφύγων θα έχουμε σε λίγο μία ισλαμική παράλληλη κοινωνία, με όλες τις μοιραίες συνέπειες.

Ο πολιτικός πρέπει λοπόν να μπορεί να διαχωρίζει ανάμεσα στην προσωπική του συναισθηματική κατάσταση και σε αυτό, που θα είναι μακροπρόθεσμα καλό για την ίδιά του τη χώρα.

Ο Νίτσε σε μία από τις καλύτερες στιγμές του συνηγορεί για αυτόν ακριβώς τον διαχωρισμό, που τον περιέγραψα στο βιβλίο μου το «Σύστημα των δύο συγκοινωνούντων δοχείων». Έλεγε: Από την μια πλευρά πρέπει να ταίζουμε με κάρβουνο την μηχανή του πλοίου του πολιτισμού, από την άλλη μεριά πρέπει όμως να ψύχουμε την μηχανή του πλοίου με τα μέσα της πολιτικής τέχνης. Η ηθική αποστολή και επιταγή πρέπει σύμφωνα με αυτή την οπτική να καταψύχεται στα όρια του πολιτικά πραγματοποιήσιμου και πολιτικά υπεύθυνου. Αυτό θα ήταν τελικά αυτό που ονομάζουμε πολιτική ωριμότητα.

Στο βιβλίο σας για το Κακό, γράφετε: «Το Κακό είναι το κόστος της ελευθερίας.» Δεν ανήκει στο παράπλευρο κόστος της ελευθερίας το γεγονός, ότι τώρα έρχονται πολλοί άνθρωποι στην Ευρώπη, που δεν επιθυμούν να ξέρουν τίποτα για την ελευθερία υπό την δική μας έννοια;

Η ελευθερία περιλαμβάνει μέσα της σε πολύ μεγάλο βαθμό την δυνατότητα της καταστροφής της. Για να μπορούμε να ζούμε σε μία ελευθεροκρατούμενη κοινωνία, πρέπει να περάσουμε από ένα μείγμα εθιμικής και παιδευτικής εκπαίδευσης. Πολλοί μουσουλμάνοι δεν διαθέτουν αυτό το φορτίο στις αποσκευές τους. Και η χώρα μας είναι πολύ λίγο συμφιλιωμένη με τον εαυτό της, ούτως ώστε να είναι σε θέση να παραγάγει μία πειστική πίεση για ενσωμάτωση. Ένα μεγάλο μέρος των προσφύγων είναι νεαροί άνδρες στα καλύτερα χρόνια τους, και απορώ γιατί δεν χρησιμοποιούν την ανδρική τους ενεργητικότητα και δύναμη για να φέρουν την χώρα τους σε μία τάξη. Μερικοί από αυτούς πολέμησαν εκεί ο ένας εναντίον του άλλου, και θα μεταφέρουν τις φιλονικίες τους εδώ σε μας, για να συνεχίσουν εδώ υπό πολύ πιο άνετες συνθήκες τις μάχες και τους αγώνες τους. Ακούω ήδη κάποιους να εγείρουν την κατηγορία της ισλαμοφοβίας. Αλλά το πολιτικό Ισλάμ πρέπει πράγματι να το φοβόμαστε, εαν δεν το πολεμάμε αποφασιστικά εκεί, όπου είναι εχθρικά διατεθειμένο απέναντί μας. Αν δεν προσέξουμε – και η παρούσα πολιτική ηγεσία δεν προσέχει – θα εισπράξουμε τα προβλήματα της Γαλλίας, μαζί με την τρομοκρατία και τον ισλαμικό αντισημιτισμό. Αυτός είναι μία απειλή και για τους εβραίους συμπολίτες μας.

Υπάρχουν όμως πολλά παραδείγματα, όπου η ενσωμάτωση έχει επιτύχει.

Σίγουρα, και τότε αυτή η ανάμειξη είναι ένας εμπλουτισμός. Έχουμε όμως ανάγκη από μία πιο ρεαλιστική στάση: Δεν επιτρέπεται οι ισλαμικοί πληθυσμοί στην Ευρώπη να είναι πολύ μεγάλοι, διότι τότε από την καλή πρόθεση θα γεννηθεί μία πολύ κακή έκπληξη. Μία υγιής καχυποψία είναι απαραίτητη σε μετακινήσεις πληθυσμών μιας τέτοιας κλίμακας, αυτό μας το δείχνει η Ιστορία.

Τι είναι μία «ρεαλιστική στάση»;

Σε καταστάσεις σαν κι αυτή σήμερα όπου νιώθουμε αβοήθητοι έχει παρεισφρύσει η κιτς έκφραση ότι δήθεν πρέπει να καταπολεμήσουμε το πρόβλημα «στην αιτία του». Χαρακτηρίζω αυτή την έκφραση κιτς, επειδή είναι ψευδής, διότι οποία αυτοϋπερτίμηση υπάρχει σε μία τέτοια πρόταση! Οι αιτίες αυτής της γιγαντιαίας κατάρρευσης στην Εγγύς Ανατολή είναι τόσο περίπλοκες, που είναι απολύτως αδύνατο να τις παραμερίσεις από τα έξω. Μία ώριμη και ρεαλιστική κριτική ικανότητα θα έφθανε στο εξής συμπέρασμα: ΄Ολα αυτά είναι διαδικασίες κατάρρευσης, στις οποίες οι περισσότερες παρεμβάσεις έξωθεν, όπως οι δύο πόλεμοι στο Ιράκ, το Αφγανιστάν και η Λιβύη κάνουν την κατάσταση ακόμα πιο χειρότερη. Την πυρκαγιά δεν θα μπορέσουμε να την σβήσουμε, θα έχουμε πετύχει πολλά, αν τουλάχιστον προστατεύσουμε προσωρινά από αυτήν το δικό μας σπίτι.

Οι πρόσφυγες είναι τώρα όμως καθ΄ οδόν, τι μπορούμε να κάνουμε για να συγκρατήσουμε αυτά τα τεράστια ρεύματα; Είμαστε σε θέση ολωσδιόλου να τα συγκρατήσουμε;

Πρέπει να φτιάξουμε κοντά στις περιοχές των εμφυλίων πολέμων ζώνες, όπου θα μπορούσαν οι πρόσφυγες να παραμένουν ασφαλείς, μέχρι να τελειώσει ο πόλεμος. Τίποτα άλλο δεν μπορεί να γίνει. Είναι απλά αδιανόητο, να έλθουν όλα αυτά τα οκτώ εκατομμύρια, που δραπετεύουν από την περιοχή στη Γερμανία. Το δικαίωμα ασύλου δεν είχε σχεδιασθεί για τέτοιες μετακινήσεις λαών, δεν μπορούμε λοιπόν μακροπρόθεσμα να το διατηρήσουμε, υπό την σημερινή του μορφή. Δεν αρκεί να μιλάμε για περιορισμό του αριθμού των εισροών, πρέπει στην ανάγκη να κλείσουμε και τα σύνορα. Τότε θα μεγαλώσει και η πίεση για να δημιουργήσουμε ζώνες ασφαλείας κοντά στην χώρα από την οποία προέρχονται οι πρόσφυγες, οι καταυλισμοί των οποίων θα έπρεπε να υποστηριχθούν οικονομικά με μεγάλα οικονομικά μέσα εκ μέρους της Ευρωπαικής Ένωσης.

Ελκύσατε την προσοχή πριν από λίγο καιρό, με την δήλωση ότι θα θέλατε να ερωτηθείτε ως πολίτης, πριν η χώρα πλημμυρίσει  με πρόσφυγες.

Η κ. Μέρκελ δεν έχει απλούστατα τη δημοκρατική εντολή, να αλλάξει μία χώρα κατά τον τρόπο που τούτη θα αλλάξει, αν μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα εισέλθουν εκατομμύρια μουσουλμάνοι μέσα σε αυτήν. Εν πάση περιπτώσει, η Μέρκελ, κατά την ανάληψη του αξιώματός της, ορκίστηκε να προφυλάξει τον γερμανικό λαό από τέτοιες ζημίες.

Ακούγεστε απαισιόδοξος.

Η «κουλτούρα του καλωσορίσματος» ήταν στην αρχή πολύ εντυπωσιακή, διότι ο κόσμος αυθόρμητα προέβη σε πράξεις και χειρονομίες γενναιοδωρίας. Αργότερα όμως, με την υποδαύλιση των ΜΜΕ, όλα αυτά έγιναν πολιτικό κιτς – μοραλιστικό πολιτικό κιτς, δίχως συναίσθηση ευθύνης και χωρίς ρεαλισμό. Έλλειψη ή κατάργηση συνόρων υπάρχει μόνο πάνω από τα σύννεφα, στην χαμοζωή του γήινου βίου μας όμως, τα σύνορα έχουν μία απολύτως στοιχειακή σημασία – αυτό θα μπορούσε να είναι ένα μάθημα από τα γεγονότα που ξετυλίχθηκαν μπροστά στα μάτια μας.

μετάφραση: ΠΕΤΡΟΣ ΓΙΑΤΖΑΚΗΣ

Παναγιώτης Κονδύλης: Ο γερμανικός «ξεχωριστός δρόμος» και οι γερμανικές προοπτικές

κονδύλης

Το ζήτημα των μελλοντικών γερμανικών προοπτικών δεν μπορεί να συζητηθεί ανεξάρτητα από το ζήτημα του λεγόμενου «ξεχωριστού δρόμου» των Γερμανών κατά το παρελθόν. Άλλωστε, οφείλουμε να αποδεχθούμε μια κάποια συνάφεια μεταξύ παρελθόντος και μέλλοντος άσχετα από το πώς ερμηνεύουμε τον όρο «ξεχωριστός δρόμος», έστω δηλαδή κι αν δηλώνουμε με αυτόν απλώς και μόνο εκείνη την ιστορική πορεία που ακολούθησαν άπαξ και υπό το κράτος της ανάγκης οι Γερμανοί και η οποία τους οδήγησε στις σημερινές συνθήκες θέτοντας συγχρόνως το πλαίσιο της μελλοντικής τους δράσης.

Καθώς σήμερα η έννοια του γερμανικού «ξεχωριστού δρόμου» χρησιμοποιείται κυρίως αρνητικά, το ζήτημα της συνάφειας μεταξύ γερμανικού παρελθόντος και μέλλοντος δεν τίθεται μόνο με ιστορική αλλά και με πολιτική πρόθεση. Έχουμε επομένως να κάνουμε εδώ με μια εργαλειοποίηση της αντίληψης εκείνης που παρουσιάζει τον γερμανικό «ξεχωριστό δρόμο» ως αδιέξοδο και παραπλανητικό, εργαλειοποίηση που υποκινείται από όσους επιδιώκουν να στρέψουν τις γερμανικές προοπτικές προς συγκεκριμένη, κανονιστικά καθορισμένη κατεύθυνση. Έτσι οι προοπτικές αυτές επηρεάζονται πράγματι από τον γερμανικό «ξεχωριστό δρόμο» – όχι όμως από τον γερμανικό «ξεχωριστό δρόμο» με την αντικειμενική ιστορική έννοια που εξηγήσαμε παραπάνω, αλλά από τη θεωρία του «ξεχωριστού δρόμου» που αποτελεί πολιτικό όπλο. Άλλωστε δεν θα μπορούσαμε να περιμένουμε ότι η θεωρία του «ξεχωριστού δρόμου» θα μπορούσε να έχει διαφορετική επίδραση. Γιατί, όπως δείχνει η αναδρομή στην ιστορία του όρου, όλες οι εκδοχές της είχαν εξαρχής πολεμικά κίνητρα και γίνονταν αντίστοιχα αντιληπτές. Όμως ως καθαρή πολεμική η θεωρία αυτή μπορεί να γίνει κατανοητή μόνον αν μέσω της επιστημολογικής και ιστορικής κριτικής αποκτήσουμε επίγνωση του γεγονότος ότι οι θεμελιώδεις παραδοχές της είναι αβάσιμες.

Προτού επιχειρήσουμε αυτή την κριτική στα στενά περιθώρια που έχουμε εδώ στη διάθεσή μας, πρέπει να υπενθυμίσουμε ότι η θέση περί γερμανικού «ξεχωριστού δρόμου» δεν είχε πάντοτε τη σημερινή αρνητική χροιά και ότι η θετική εκδοχή της, όπως και η αρνητική, είχε τις καταβολές της τόσο στη Γερμανία όσο και στο εξωτερικό. Η θετική εκδοχή υπήρξε η αρχική και μπορούμε να την ανιχνεύσουμε ήδη στις αποφάνσεις εξεχόντων Γερμανών στοχαστών του 18ου αιώνα, με τις οποίες ζητούσαν να περιγράψουν την ειδοποιό διαφορά του γερμανικού πνεύματος έναντι της «Δύσης» και να συνεισφέρουν έτσι στη διάπλαση της γερμανικής εθνικής συνείδησης. Μπορούμε να καταρτίσουμε έναν μακρύ κατάλογο ονομαστών συγγραφέων που εγκωμιάζουν σε υψηλότατους τόνους την εν μέρει φιλοσοφική και μεταφυσική, εν μέρει αισθητική και παιδευτική υπεροχή των προϊόντων της γερμανικής σκέψης απέναντι στον «ρηχό» δυτικό Διαφωτισμό. Οι φρικαλεότητες της περιόδου της Τρομοκρατίας κατά τη Γαλλική Επανάσταση ερμηνεύθηκαν συχνά ως αναγκαίο επακόλουθο του Διαφωτισμού αυτού του είδους και φάνηκε να επιβεβαιώνουν την αυτάρεσκη αντίληψη ότι η υψηλότερου επιπέδου παιδεία τους προστάτευσε τους Γερμανούς από τέτοιες απάνθρωπες πράξεις. Όσοι Γερμανοί μετά το 1750 περίπου εξέφρασαν τέτοιες απόψεις για τη «Δύση», και προ πάντων για τους Γάλλους γείτονες, ήταν συνήθως λόγιοι με φιλελεύθερο και ουμανιστικό φρόνημα, που όμως εμπρός στην τότε συγκεχυμένη πολιτική κατάσταση του γερμανικού έθνους δεν μπορούσαν να διεκδικήσουν μια εθνική ταυτότητα παρά μόνο στο πολιτισμικό πεδίο και με τη σχηματική περιχαράκωση έναντι ενός γείτονα, του οποίου η ακτινοβολία και ο πλούτος τούς γεννούσε ανάμικτα συναισθήματα. Για τους λόγους αυτούς, θα ήταν εσφαλμένο και άδικο να δούμε στις δηλώσεις τους εκείνες έναν κακό οιωνό και να παραγνωρίσουμε εντελώς ανιστόρητα τον ψυχολογικό και ιδεολογικό μηχανισμό, μέσα από τον οποίο συντελείται η αποκρυστάλλωση κάθε εθνικής συνείδησης. Εξάλλου, σχεδόν κανείς δεν παρεξηγούσε τότε τη στάση αυτή των Γερμανών. Καθώς η ξηρά και η θάλασσα ήταν υπό την κυριαρχία άλλων, παραχωρήθηκε ευχαρίστως στους Γερμανούς, όπως το είχε κατανοήσει ήδη ο μεγάλος ποιητής, η βασιλεία των ουρανών, δηλαδή το βασίλειο ενός πολιτισμού χτισμένου πάνω σε ιδέες και ιδεώδη, ενώ τους αναγνωρίστηκε μετ’ επαίνων το προβάδισμα στους μακράν της πολιτικής τομείς. Μάλιστα, την αυτοεκτίμηση των Γερμανών λογίων και καλλιτεχνών τη συμμερίζονταν ευρέα στρώματα της ευρωπαϊκής κοινής γνώμης και τη γερμανική θετική εκδοχή της θεωρίας του «ξεχωριστού δρόμου» ήρθε από νωρίς να συνδράμει μια άλλη, προερχόμενη από το εξωτερικό. Γάλλοι και Άγγλοι θιασώτες των ρομαντικών-αντεπαναστατικών ιδεών εξιδανίκευαν τους Γερμανούς, επειδή τάχα έμειναν αμόλυντοι από την επιρροή του «ρηχού» διαφωτισμού και την καπιταλιστική μέθη, μένοντας πιστοί στα όσια και ιερά. Ο θαυμασμός για τις γερμανικές επιδόσεις στα πεδία των κλασσικών γραμμάτων αλλά και των φυσικών επιστημών ήρθε αργότερα να συνοδεύσει αυτές τις συμπάθειες και ο λόγος για τον «λαό των Στοχαστών και των Ποιητών» έγινε παροιμιώδης.

Η ίδρυση του γερμανικού κράτους σήμανε σε μεγάλο βαθμό το τέλος της προθυμίας των ξένων να συμμερίζονται την αυτοκατανόηση των Γερμανών. Γιατί αυτή αποκτούσε πλέον μια επιπρόσθετη διάσταση που καθώς φάνταζε επικίνδυνη στις άλλες (ευρωπαϊκές) χώρες, δεν άργησε να προκαλέσει την απάντησή τους. Αυτή ήταν η σταδιακή μορφοποίηση εκείνης της αρνητικής εκδοχής της θεωρίας του «ξεχωριστού δρόμου» που είναι σήμερα η κρατούσα. Οι νίκες του πρωσσικού στρατού και η πολιτική και οικονομική ισχύς της νεαρής Γερμανικής Αυτοκρατορίας συνετέλεσαν ώστε η έως τότε κυρίαρχη πολιτισμική πλευρά της γερμανικής (ιδεολογικής) αυτοκατανόησης να συνδυαστεί με μιαν άλλη, τουλάχιστον ισάξια, στο επίκεντρο της οποίας βρισκόταν η ιδέα της πολεμικής αρετής και της ισχύος. Συναρμολογημένο από ετερογενή και κούφια ή εύθραυστα υλικά, το συνονθύλευμα αυτό αποτέλεσε το θεμέλιο της εθνικιστικής μυθολογίας των λογίων και των καθηγητών του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου και υιοθετήθηκε κατόπιν κατά το μέγιστο μέρος του από την εθνικοσοσιαλιστική προπαγάνδα. Η «γερμανική ιδέα» πρόβαλλε εδώ ως εκείνη η ιδεώδης συνένωση του πολεμιστή και του στοχαστή που αντιστρατεύεται τα δυτικά «ιδεώδη των εμπόρων» και είναι κατά πολύ ανώτερή τους. Σύμφωνα με αυτήν, ο γερμανικός «ξεχωριστός δρόμος» παρέκαμπτε τόσο τους εν λόγω «εμπόρους» όσο και σύνολο τον «ρηχό» δυτικό διαφωτισμό, του οποίου η στενόμυαλη ορθολογικότητα υποβάσταζε τάχα την κοσμοθεωρήση του «εμπόρου».

Θα πρέπει κανείς να πιστεύει στη χυδαία μαρξιστική θεώρηση των ιδεών ως αντικατοπτρισμού της πραγματικότητας, για να θέλει να μετρήσει την πραγματική ιστορική απόσταση της Γερμανίας από τη μοντέρνα εποχή με αυτά τα μυθολογήματα. Ωστόσο οι ιδέες, ιδίως όσες έχουν κανονιστική φόρτιση, δεν αποτελούν αντικατοπτρισμούς αλλά όπλα, και το περιεχόμενό τους καθορίζεται αρνητικά από την εικαζόμενη πίστη του εκάστοτε εχθρού. Όπως ακριβώς από τις ομολογίες πίστεως των Άγγλων και Γάλλων ιδεολόγων προς τον ουμανιστικό «Διαφωτισμό» δεν πρέπει σε καμμία περίπτωση να συμπεράνουμε ότι η διαγωγή αυτών των εθνών υπήρξε αυστηρά ηθική, έτσι πρέπει να δούμε ότι και η πολεμική των ιδεολόγων της θετικής εκδοχής του γερμανικού «ξεχωριστού δρόμου»ενάντια στην αναποδογυρισμένη γελοιογραφία του ίδιου εκείνου «Διαφωτισμού» και γενικά «της Δύσης» είχε σκοπό να πλήξει έναν εχθρό που για λόγους παράδοσης κατείχε το ιδεολογικό έδαφος του «Διαφωτισμού». Οι ιδεολογικές τοποθετήσεις θα μπορούσαν υπό άλλες ιστορικές συνθήκες να έχουν τελείως άλλη όψη, αφού τόσο ο «Διαφωτισμός» είχε πλούσια εκπροσώπηση στο γερμανικό πνευματικό Πάνθεον, όσο και η «Αντίδραση» σε εκείνο της «Δύσης». Μάλιστα είναι νόστιμο να διαπιστώνουμε ότι πολλοί «προοδευτικοί» θιασώτες της θεωρίας του γερμανικού «ξεχωριστού δρόμου»τεκμηρίωναν τη θέση τους αυτή επικαλούμενοι τις «αντιδραστικές» τοποθετήσεις των ιδεολόγων της ίδιας αυτής «ξεχωριστού δρόμου», σαν να ήταν εκείνοι οι πλέον αξιόπιστοι ερμηνευτές της ιστορικής κίνησης. Όμως, το να συνάγουμε από την αυτοκατανόηση των πρωταγωνιστών της ιστορίας, που την υπαγορεύουν πολεμικές ανάγκες, την πραγματική σχέση τους προς την ιστορική εξέλιξη αποτελεί αφελέστατη μεθοδολογική αρχή. Και πάντως, αν θέλουμε να κατανοήσουμε την κατάσταση των πραγμάτων, είναι άκρως παραπλανητικό να συγχέουμε τη θεωρία του «ξεχωριστού δρόμου» με τον «ξεχωριστό δρόμο» ως ιστορικό γεγονός.

Τη διευρυμένη θετική γερμανική εκδοχή του γερμανικού «ξεχωριστού δρόμου» ήρθε να αντικρούσει μια αρνητική «δυτική» εκδοχή. Όπως ακριβώς το γερμανικό ιδεολογικό συνονθύλευμα, έτσι κι αυτή σχηματίστηκε με βάση ανομοιόμορφα και νεφελώδη υλικά και εξυπηρέτησε αρχικά τις κατανοητές ψυχολογικές και προπαγανδιστικές ανάγκες των Γάλλων, που ως αντίδραση στην ήττα του 1870 διψούσαν για revanche, καθώς και εκείνες των Άγγλων που ανησυχούσαν για τον ιμπεριαλιστικό ανταγωνισμό του δυναμικού γερμανικού κράτους. Η αρνητική αποτίμηση του γερμανικού «ξεχωριστού δρόμου» εμφανίστηκε στην αγγλοσαξωνική και γαλλική πολεμική προπαγάνδα μετά το 1914 με την αξίωση να ερμηνεύσει τις βαναυσουργίες των Γερμανών ανατρέχοντας γι` αυτόν τον σκοπό στο απώτατο παρελθόν τους· μετά το 1933 θα συγκροτηθεί σε κανονική συστηματική κατασκευή που ο σκοπός της ήταν να κάνει κατανοητή τη μοιραία, υποτίθεται, πορεία της γερμανικής ιστορίας από τον Λούθηρο ώς τον Hitler μέσω του Φριδερίκου του Μεγάλου και του Bismarck. Δεν είναι ασφαλώς σύμπτωση ότι η μακρά και πλούσια ιστορία των ιδεών αυτής της κατασκευής δεν έγινε έως σήμερα αντικείμενο διεξοδικής έρευνας, μολονότι το θέμα είναι άκρως επίκαιρο και δελεαστικό: η επιστημονική κατανόηση των πραγματικών συνθηκών υπό τις οποίες η κατασκευή αυτή αποκρυσταλλώθηκε ή του πολεμικού-ιδεολογικού της χαρακτήρα  –για να μη μιλήσουμε για την πολλαπλή χαιρεκακία που εκφράζει– δίχως άλλο θα παρενοχλούσε την μεταπολεμική «αναδιαπαιδαγώγηση» των Γερμανών, της οποίας το περιεχόμενο εδράζεται όχι λίγο σ’ αυτή την κατασκευή.

Όσο είναι τώρα δυνατό να προοικονομήσουμε τα πορίσματα μιας τέτοιας έρευνας, μπορούμε να διακρίνουμε grosso modo μεταξύ δύο παραλλαγών αυτής της εκπορευόμενης από το εξωτερικό αρνητικής θεωρίας του «ξεχωριστού δρόμου». Η πρώτη εκδοχή επιχειρηματολογούσε με σχεδόν ρατσιστικούς όρους. Ήθελε να βλέπει στον Γερμανό το τευτονικό ξανθό κτήνος ή ακόμη τον «Ούννο» που έθεσε τα μέσα της σύγχρονης τεχνικής στην υπηρεσία του ηδονικού ορμέμφυτου της βάρβαρης καταστροφής, ορμέμφυτο το οποίο προσιδίαζε τάχα ανέκαθεν στη φύση του και ήταν επόμενο να τον οδηγήσει σε διαρκή σύγκρουση με την πολιτισμένη ανθρωπότητα. Η δεύτερη εκδοχή, που βέβαια αναμίχθηκε συχνά με την πρώτη, στην καθαρή τουλάχιστον μορφή της επικαλείται αποκλειστικώς κοινωνικοϊστορικά επιχειρήματα και αναζητεί τα αίτια του γερμανικού «ξεχωριστού δρόμου» στην υποπλασία του γερμανικού αστισμού και στην αδυναμία του αστικού-φιλελεύθερου πνεύματος· η τελευταία συνοδεύτηκε από την αντιστρόφως ανάλογη δύναμη των αντιδραστικών-στρατοκρατικών ιδεών ως επακόλουθο της κοινωνικής ηγεμονίας ημιφεουδαρχικών στρωμάτων. Όμως αυτή η κοινωνικοϊστορική παραλλαγή της αρνητικής θεωρίας του «ξεχωριστού δρόμου» είχε διατυπωθεί ήδη προγενέστερα στην ίδια τη Γερμανία, και συγκεκριμένα την περίοδο που προηγήθηκε της Μαρτιανής Επανάστασης του 1848. Θυμίζουμε εδώ τη γνωστή φράση του Karl Marx ότι οι Γερμανοί γνώρισαν τις Παλινορθώσεις των σύγχρονων λαών, δίχως όμως να γνωρίσουν και τις Επαναστάσεις τους. Πρωτουργός και πρώτος επίσημος υποστηρικτής μιας τέτοιας παραλλαγής της θεωρίας του «ξεχωριστού δρόμου» ήταν μια νεοεγελιανή, αλλά και εμπνεόμενη από φιλελεύθερες με την ευρύτερη έννοια του όρου ιδέες, ομάδα διανοουμένων εξαιρετικά δραστήρια και πνευματικά αξιόλογη, που οικειοποιήθηκε την ιδέα της Προόδου για να την μετατρέψει αμέσως σε οξύ όπλο κατά του καθεστώτος: η «μοναρχική-φεουδαλική» ή «αστική-φιλισταϊκή» τάξη όχι μόνο δεν ήταν σε θέση να ικανοποιήσει τα αιτήματα του ιστορικού μέλλοντος, αλλά υστερούσε ακόμη και σε σχέση με το κοινωνικό επιπέδο του ευρωπαϊκού παρόντος, άρα βρισκόταν σε μια ξεπερασμένη εξελικτική βαθμίδα και στιγμάτιζε το έθνος με τη σφραγίδα της καθυστέρησης.

Η αρχική ιστορική και λογική διασταύρωση της αρνητικής θεωρίας του «ξεχωριστού δρόμου» με την ιδέα της Προόδου και με την ιδέα της ανοδικά κλιμακούμενης ιστορικής εξέλιξης καταδεικνύει ήδη την θεμελιώδη επιστημολογική αναξιοπιστία του όλου σχήματος. Διότι δεν έχει νόημα να κάνουμε λόγο για «ξεχωριστό δρόμο», αν δεν έχουμε αποδεχθεί κατ’ αρχήν ένα ορισμένο, τελολογικό κατά βάση σχήμα για την ενιαία εξέλιξη της ιστορίας, που να μπορεί να τεκμηριωθεί εμπειρικά. Με άλλα λόγια: προτού αποκτήσουμε το δικαίωμα να μιλάμε για «ξεχωριστούς δρόμους» κατά τρόπο επιστημονικά και επιστημολογικά αξιόπιστο, πρέπει να έχουμε λύσει πειστικά και τελεσίδικα το δύσκολο πρόβλημα της ιστορικής εξέλιξης. Γνωρίζω τη μακρά διαμάχη πάνω σ’ αυτό το ζήτημα, όμως δεν έχω ακούσει τίποτε για μια τέτοια λύση. Η πορεία της διαμάχης έως σήμερα έχει μάλλον επιβεβαιώσει την εντύπωση ότι αυτό καθαυτό το πρόβλημα δεν υφίσταται και ότι αναφύεται μόνο στην προοπτική των φιλοσοφιών της ιστορίας του 18ου και 19ου αιώνα που πίστευαν στην Πρόοδο. Αν όμως «η» εξέλιξη όπως την εννοούν αυτές οι φιλοσοφίες της ιστορίας είναι απλώς κατασκεύασμα, τότε ό,τι ονομάζουμε από πραγματολογικής-περιγραφικής πλευράς «ιστορική εξέλιξη» δεν μπορεί παρά να αποτελείται αποκλειστικά από «ξεχωριστούς δρόμους» – οπότε ο γερμανικός «ξεχωριστός δρόμος»δεν είναι σε καμμία περίπτωση ψεγάδι ή έγκλημα.

Σ’ αυτή τη βασική και αθεράπευτη επιστημολογική αδυναμία της αρνητικής θεωρίας του «ξεχωριστού δρόμου», που εδράζεται σε μια θεώρηση της γερμανικής κοινωνικής ιστορίας, αντιστοιχεί αναγκαία ο μεθοδολογικά άκρως αμφίβολος τρόπος εργασίας των υποστηρικτών της. Για να αποδεχθούμε ως εύλογο έναν γερμανικό «ξεχωριστό δρόμο», δεν αρκεί να παραβάλουμε τη γερμανική εξέλιξη με ένα γενικό και επιπροσθέτως εξιδανικευμένο σχήμα του φιλελεύθερου κοινοβουλευτισμού, το οποίο σε τελευταία ανάλυση έχει αποσταχθεί από αυτήν την τελολογική αντίληψη για την ιδεώδη ιστορική εξέλιξη και όχι από την ιστορική πραγματικότητα του κοινοβουλευτισμού. Ούτε αρκεί να συγκρίνουμε τη γερμανική εξέλιξη με εκείνην ενός άλλου έθνους. Εκτός αυτού πρέπει να συγκρίνουμε επιπλέον την εξέλιξη όλων των σημαντικών εθνών πέραν της Γερμανίας, ώστε να διακριβώσουμε τον γενικής ισχύος τύπο από τον οποίο υποτίθεται ότι η Γερμανία παρεξέκλινε με μοιραίες συνέπειες. Όμως τέτοιες συγκρίσεις θα καταδείκνυαν ότι είναι αδύνατο να καταλήξουμε σε έναν τέτοιο ενιαίο τύπο. Οι πορείες της Αγγλίας και της Γαλλίας προς τον κοινοβουλευτισμό, λ.χ., ήταν μεταξύ τους ολότελα διαφορετικές, και άλλωστε μια προσεκτικότερη έρευνα δείχνει ότι η επικράτηση του κοινοβουλευτισμού δεν συμπίπτει κατά κανένα τρόπο με την κοινωνική επικράτηση της φιλελεύθερης-βιομηχανικής αστικής τάξης. Στην Αγγλία η αποκρυστάλλωση του κοινοβουλευτικού συστήματος προηγήθηκε της κοινωνικής ανόδου της αστικής τάξης· αντίθετα, στην αστοκρατούμενη Γαλλία του 19ου αιώνα ώς το 1870, ο –σημειωτέον αυστηρά ολιγαρχικός– κοινοβουλευτισμός πέτυχε να επιβληθεί μόνο στη διάρκεια των λίγων ετών της Ιουλιανής Μοναρχίας, και η κατάσταση δεν άλλαξε λόγω της αντίστασης της γαλλικής αστικής τάξης αλλά από τα πρωσσικά όπλα.

Δεν υπάρχει επομένως κάποια γενικής ισχύος ιστορική συνταγή ούτε μια υποχρεωτική σύνθεση των κοινωνικών δυνάμεων που να οδηγεί στην επικράτηση του κοινοβουλευτισμού. Ως εκ τούτου δεν μπορούμε να ισχυριστούμε ότι η κοινωνική δομή της Γερμανικής Αυτοκρατορίας είναι η αιτία για τη ματαίωση του εκκοινοβουλευτισμού, ήτοι της επικράτησης του κυρίαρχου κοινοβουλίου – για να παραβλέψουμε τελείως το γεγονός ότι ένα κυρίαρχο κοινοβούλιο δεν θα ήταν κατ’ ανάγκην eo ipso περισσότερο «φιλελεύθερο» ή «προοδευτικό» από άλλες μορφές διακυβέρνησης. Αν πάλι αναζητήσουμε τα αίτια αυτής της ιδιαίτερης εξέλιξης της Γερμανίας όχι στην κοινωνική δομή της γερμανικής κοινωνίας εκείνης της περιόδου, αλλά στην ώς έναν βαθμό τυραννική πολιτική ηγεμονία μιας προκεφαλαιοκρατικής και αντιφιλελεύθερης μειονότητας, τότε πρέπει αφ’ ενός μεν να εξηγήσουμε γιατί ο φιλελεύθερος αστισμός δεν εξεγέρθηκε εναντίον αυτής της μειονότητας, αφ’ ετέρου δε να αναλογιστούμε ποιες ήταν οι μακροπρόθεσμες τάσεις της πολιτικής εξέλιξης. Σε ό,τι αφορά το πρώτο σημείο, η προθυμία της γερμανικής αστικής τάξης να προβεί σε πολιτικούς συμβιβασμούς ή η αδιαφορία της δεν ήταν αποτέλεσμα της αδυναμίας της, αλλά –αντίθετα– είχε να κάνει με το γεγονός ότι οι Γερμανοί αστοί κατόρθωσαν έτσι κι αλλιώς να εκδιπλωθούν ραγδαία στο κοινωνικοοικονομικό πεδίο και να αναλάβουν την αδιαμφισβήτητη ηγεσία του· αυτή η ηγεσία ενδιέφερε πρωτίστως την γερμανική αστική τάξη ως ιστορικά συγκεκριμένη τάξη, και όχι λ.χ. τα κανονιστικά μελήματα με τα οποία οι «προοδευτικοί» ιστορικοί την έχουν εκ των υστέρων επιφορτίσει. Και η νομιμοφροσύνη της δεν είχε αποδέκτη βέβαια την «Αντίδραση» γενικά και αφηρημένα, αλλά ένα Στέμμα που παρ’ όλα τα αναχρονιστικά, παράδοξα ή και ευτράπελα χαρακτηριστικά του στάθηκε φίλα προσκείμενο στους φορείς της βιομηχανικής προόδου και στους πεπαιδευμένους αστούς. Η από κοινωνικής πλευράς καθ’ όλα φυσική συμμαχία αστών και ευγενών γαιοκτημόνων ως τάξεων ιδιοκτητών ενάντια στο ισχυρότερο και διεκδικητικότερο σοσιαλδημοκρατικό κίνημα της Ευρώπης δεν οικοδομήθηκε –και αυτό είναι το κρίσιμο στοιχείο– σε ημιφεουδαρχικά λ.χ. θεμέλια αλλά στο έδαφος του σύγχρονου καπιταλισμού, και από την πλευρά τους οι μεγαλογαιοκτήμονες είχαν εγκλιματιστεί πλέον στην νέα κατάσταση.

Κάτω από αυτές τις συνθήκες ο κοινοβουλευτισμός πράγματι καθυστέρησε, αλλά μόνον επειδή οι αστοί υποστηρικτές του δεν είχαν επείγοντα κοινωνικοοικονομικό λόγο να τον εκβιάσουν με ακραία μέσα. Όπως όμως διαφαίνεται από τις εσωτερικές πολιτικές εξελίξεις κατά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, η οριστική επιβολή του πλήρους κοινοβουλευτισμού θα ήταν πρακτικά αναπόφευκτη ακόμη και στην περίπτωση γερμανικής νίκης. Αλλά ακόμη και η ατυχής σύνδεσή του με το γεγονός της ήττας δεν θα είχε αποδειχθεί μοιραία για εκείνον, αν η εξωτερική πολιτική κατάσταση μετά το 1918 ήταν διαφορετική. Η μεγάλη οικονομική κρίση δεν θα μπορούσε να δρομολογήσει στη Γερμανία τη γνωστή πολιτική στροφή δίχως τον εθνικιστικό εκριζοσπαστισμό της αστικής τάξης και ευρέων λαϊκών στρωμάτων που ήρθε ως αντίδραση στους όρους της Συνθήκης των Βερσαλλιών, την κατοχή της περιοχής του Ρουρ και την άρνηση του δικαιώματος αυτοδιάθεσης για όλους τους Γερμανούς. Μετά το 1945 πάντως ήταν σχεδόν αδύνατο να γίνει ανοιχτά και απροκατάληπτα λόγος στη Γερμανία για αυτά τα ζητήματα και να εκτιμηθούν αντικειμενικά οι ψυχολογικές και ιδεολογικές τους επιπτώσεις. Όμως οι μελλοντικοί ιστορικοί δεν μπορεί παρά να καταλήξουν στο συμπέρασμα ότι ο εθνικοσοσιαλισμός δεν ήταν η έκβαση κάποιων αναντίστρεπτων ρευμάτων της γερμανικής ιστορίας, αλλά προϊόν ενός συνδυασμού συγκεκριμένων και μοναδικών ιστορικών συνθηκών. Βεβαίως, ως προϊόν ειδικά γερμανικών συνθηκών έφερε και εκείνος γερμανικά κατ’ ανάγκην χαρακτηριστικά, μέσα δε στην κοσμοθεωρητική του αλαζονεία ήταν μάλιστα επόμενο να διεκδικεί για λογαριασμό του όλη τη γερμανική ιστορία. Από το γεγονός όμως αυτό και μόνο δεν μπορούμε να συμπεράνουμε μια ιστορική αναγκαιότητα.

Σε τελευταία ανάλυση, η προσανατολισμένη στην κοινωνική ιστορία αρνητική θεωρία του «ξεχωριστού δρόμου» αποδίδει τις γερμανικές καταστροφές του 1918 και του 1945 στην κοινωνική οπισθοδρομικότητα ή «καθυστέρηση» του γερμανικού έθνους, δηλαδή εξαρτά την εξωτερική από την εσωτερική πολιτική. Στα επιστημολογικά άλματα και τις πραγματικές αστοχίες της πρέπει επομένως να προστεθεί και η αμφίβολη (μονόπλευρη, στην καλύτερη περίπτωση) αντίληψη για το «πρωτείο της εσωτερικής πολιτικής», αντίληψη που συνδέεται άλλωστε και με μια πολιτική ομολογία πίστεως κανονιστικού χαρακτήρα. Η βασική παραδοχή αυτής της τελευταίας έχει ως εξής: φιλελευθερισμός και κοινοβουλευτισμός είναι φύσει ανεκτικοί και ανθρώπινοι· ώς εκ τούτου μια φιλελεύθερη κυβέρνηση που λογοδοτεί στο κοινοβούλιο δεν θα ασκούσε ποτέ επιθετική και επεκτατική πολιτική. Τούτο το εγκώμιο του φιλελευθερισμού και του κοινοβουλευτισμού δεν αφορά, αναχρονιστικά ασφαλώς, την ολιγαρχική μορφή κυριαρχίας της αστικής τάξης του 19ου αιώνα, αλλά ένα ιστορικά πολύ πρόσφατο δημοκρατικό ιδεώδες. Όμως ακόμα κι αν παραβλέπαμε αυτό το γεγονός, παραμένει αινιγματικό γιατί η άνθηση του αγγλικού και γαλλικού φιλελευθερισμού συνέπεσε με το ζενίθ της ιμπεριαλιστικής επέκτασης αυτών των εθνών. Και πρέπει επίσης να εξηγηθεί γιατί από γερμανικής πλευράς η ναυπήγηση στόλου (την οποία απαίτησε η γερμανική αστική τάξη ήδη από το 1848!) αποτέλεσε επιθυμία της εθνικοφιλελεύθερης παράταξης και γιατί μάλιστα το αίτημα του εκκοινοβουλευτισμού, ακόμη και στη βεμπεριανή του εκδοχή, ξεπήδησε από την ρητή επιθυμία να ξεπεραστεί επιτέλους η ανικανότητα της επαρχιωτών μεγαλογαιοκτημόνων να ασκήσουν ιμπεριαλιστική πολιτική, ώστε οι Γερμανοί να πάρουν επιτέλους θέση ως «έθνος κυρίων» δίπλα στα υπόλοιπα «έθνη κυρίων». Συνεπώς μια φιλελεύθερη και κοινοβουλευτική Γερμανία θα ήταν πιθανότατα εκτεθειμένη στους ίδιους γεωπολιτικούς και εξωτερικούς πολιτικούς πειρασμούς και δυσκολίες όπως μια «ημιφεουδαρχική» ή «στρατοκρατική». Επιπλέον, ιδέες εκπορευόμενες από τον κοινωνικό δαρβινισμό, τον ρατσισμό και παρόμοια ρεύματα ανήκαν σε μεγάλο βαθμό στον τρόπο σκέψης των φιλελεύθερων πριν από το 1914. Μόνο βαριά άγνοια της αγγλικής και γαλλικής ιστορίας των ιδεών επιτρέπει το συμπέρασμα ότι οι ιδέες αυτές γεννήθηκαν στη Γερμανία ή ότι ευδοκίμησαν περισσότερο επί γερμανικού εδάφους. Βεβαίως στη Γερμανία συνδέθηκαν τελικά με τη διάπραξη μιας γενοκτονίας· όμως αυτή υπήρξε αποτέλεσμα συγκεκριμένων αποφάσεων συγκεκριμένων ανθρώπων και όχι απόρροια μιας αδήριτης ιστορικής αναγκαιότητας με αυτό το ιδεολογικό ένδυμα.

Η κυρίαρχη σήμερα αρνητική θεωρία του «ξεχωριστού δρόμου» με το δόγμα της για το «καθυστερημένο έθνος» επικράτησε στη Γερμανία μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, όχι όμως ως συνέπεια της βαθμιαίας αποδοχής και διάδοσης των απόψεων Γερμανών αριστερών ή φιλελεύθερων διανοουμένων, αλλά αρχικά ως επακόλουθο της αναπόφευκτης ηγεμονίας της γνώμης που είχαν σχηματίσει οι νικητές για το ποιόν και την ιστορία των ηττημένων. Ακόμη και στο υπό κομμουνιστική διακυβέρνηση τμήμα της Γερμανίας, αυτή η θεώρηση απόκτησε το πάνω χέρι μέσα από τις ερμηνείες που εισήγαγαν οι σοβιετικές δυνάμεις κατοχής. Θα ήταν όμως εσφαλμένο να κατανοήσουμε την επιβολή της ως φόρο βίας στην ιδεολογική βούληση των νικητών και ως συνοδό φαινόμενο της πολιτικής που εκείνοι υπαγόρευσαν. Απεναντίας πρόκειται για μια πολυπλοκότατη κοινωνική και ψυχολογική διεργασία που επικράτησε όσο τα οικονομικά και θεσμικά θεμέλια της παλαιάς Δυτικής Γερμανίας παγιώνονταν και εμπεδώνονταν. Με άλλα λόγια: η νέα συνείδηση των Γερμανών περί επιτυχίας δεν ήρθε καθόλου σε σύγκρουση με την αντίληψη του «καθυστερημένου έθνους» και την αρνητική εικόνα της Γερμανίας, αλλά τις επιβεβαίωνε και τις δυο.

Αυτό το φαινομενικά παράδοξο πρέπει να εξηγηθεί. Αν αντιστρέφαμε τη σχέση αυτή θα έπρεπε να συμπεράνουμε ότι στην περίπτωση που η εξαθλίωση και τα κοινωνικά αδιέξοδα της μεταπολεμικής Γερμανίας διαρκούσαν περισσότερο, θα είχαν ως αποτέλεσμα μια πολύ πιο σκεπτικιστική ή και εχθρική στάση των Γερμανών απέναντι στην αρνητική θεωρία του «ξεχωριστού δρόμου», πόσο μάλλον που αυτή υπήρξε κατά βάση προϊόν εισαγωγής. Όμως κάτω από τις συνθήκες του μεταπολεμικού γερμανικού «οικονομικού θαύματος» και της αυξανόμενης ευημερίας, η θεωρία αυτή όχι μόνο μετατράπηκε σε ευρέως διαδεδομένο άρθρο πίστεως, αλλά επιπλέον ζευγάρωσε με μια ομολογία ενοχής για εκείνα τα εγκλήματα που υποτίθεται ότι απέρρευσαν αναγκαία από τον «ξεχωριστό δρόμο» που ακολούθησαν οι Γερμανοί στην παλαιότερη ιστορία τους. Με αυτή τη διπλή μορφή, αφ` ενός ως κοινωνικοϊστορική κατασκευή και αφ` ετέρου ως ομολογία ενοχής, η θεωρία του «ξεχωριστού δρόμου» έγινε μόνιμο στοιχείο του γερμανικού εθνικού βίου και η τοποθέτηση απέναντί της έφτασε από μόνη της να δηλώνει τη θέση των ιδεοπολιτικών παρατάξεων και την εκάστοτε χάραξη των μετώπων.

Αυτό το φαινόμενο μπόρεσε να εκταθεί σε ευρεία κοινωνική βάση, επειδή έγινε δυνατή η δημιουργία μιας βαθύτερης συνάφειας μεταξύ της ομολογίας της συλλογικής ενοχής και της συλλογικής ευημερίας. Άλλωστε, τα «παλαιά εγκλήματα» κολάστηκαν κατά τρόπο στ’ αλήθεια μοναδικό: ο λαός των εγκληματιών έλαβε την άδεια να εξάγει, να παράγει και να ταξιδεύει όλο και περισσότερο, όμως δεν είχε το δικαίωμα να κατέχει ατομικά όπλα ή να αναλαμβάνει ευθύνες στη σφαίρα της παγκόσμιας πολιτικής. Ώστε δίπλα στην υλική ευημερία, του εξασφαλίστηκε λίγο-πολύ και η πολιτική αμεριμνησία. Όσο πιο μεγαλόφωνα διατράνωνε κανείς την ευθύνη του για τα συλλογικά εγκλήματα, τόσο πιο βέβαιος ήταν ότι ο ίδιος δεν θα χρειαστεί να διακινδυνεύσει κάτι και ότι θα αφεθεί να απολαμβάνει την ευημερία του κατά κάποιον τρόπο εκείθεν της ιστορίας. Με τα παραπάνω δεν θέλω καθόλου να υποβαθμίσω την καθαρά ηθική όψη του προβλήματος, μολονότι πρέπει να παρατηρηθεί ότι για πάρα πολλούς όλη αυτή η ηθική ιεροτελεστία ήταν μάλλον μια υποχρεωτική άσκηση ή μια πράξη κοινωνικού κομφορμισμού που δεν απαιτούσε θυσίες, αλλά αντίθετα εξασφάλιζε χρήσιμη κοινωνική αναγνώριση. Σε κάθε περίπτωση, η ακραιφνώς ηθική πλευρά του ζητήματος δεν αρκεί ως γνωστόν για να φέρει και να κρατήσει στη ζωή ιδεολογήματα ικανά να στηρίξουν ένα επίσημο κράτος. Για κάτι τέτοιο απαιτούνται επιπλέον και προ παντός κατάλληλες κοινωνικές συνθήκες, με τις οποίες να μπορεί να ευθυγραμιστεί η συλλογική ηθική. Αυτό ακριβώς επιτεύχθηκε με τη διασύνδεση της ομολογίας της συλλογικής ενοχής και της συλλογικής ευημερίας. Όσοι εκπροσωπούν αυτόν τον μηχανισμό, είναι ασφαλώς υποχρεωμένοι να αρνούνται την ύπαρξή του, αφού τέτοιοι μηχανισμοί λειτουργούν μόνον όταν η δράση τους επιβεβαιώνει ακριβώς την ιδεατή αυτοκατανόηση των δρώντων. Όμως ακόμη και ένας αφελής παρατηρητής θα έπρεπε να εικάσει ότι η αρνητική θεωρία του «ξεχωριστού δρόμου» στη συνάφειά της με την ομολογία της συλλογικής ενοχής θα είχε πολύ διαφορετικό αντίκτυπο στην γερμανική εθνική ζωή, αν η Γερμανία δεν ήταν η πρώτη αλλά η τεσσαρακοστή εξαγωγός χώρα του κόσμου. Και ο ίδιος θα έπρεπε να περιμένει ότι αν η ευημερία των Γερμανών έβαινε μειούμενη, θα μειωνόταν μαζί της και η προθυμία τους να ομολογούν την ενοχή τους. Ευκολότερα αισθάνεται κανείς ενοχές παραθερίζοντας στην Τοσκάνη ή την Αλσατία, παρά όταν κρέμεται για την επιβίωσή του από επιδόματα κοινωνικής αρωγής.

Αυτή η ηθικά αιτιολογημένη ή εξωραϊσμένη συνταγή της κοινωνικής ευδαιμονίας έγινε παρεμπιπτόντως αντικείμενο θεωρητικής επεξεργασίας από κοινωνιολόγους και πολιτικούς επιστήμονες που υποστήριξαν τη θέση ότι πολιτική και οικονομία αποτελούν ως εκ του χαρακτήρος τους διαφορετικές δραστηριότητες. Όποιος λοιπόν μετά πολιτικής ταπεινότητος αφιερώνεται αποκλειστικά στο οικονομείν, βρίσκεται στον καλύτερο δρόμο για να αποφύγει τον κυκεώνα και τα εγκλήματα της πολιτικής. Η ανέμελη δοχοτομία πολιτικής και οικονομίας οδηγούσε επομένως άμεσα ή έμμεσα στη σύζευξη του οικονομικού με το ηθικό στοιχείο. Και εδώ επίσης έκανε αισθητή την παρουσία της η σύνδεση ηθικής και ευημερίας που αναφέραμε. Διότι η κατά αποκλειστικότητα ή κατά προτίμηση ενασχόληση με την οικονομία φαίνεται να εγγυάται και τα δύο: και την ηθική αλλαγή ζωής πέραν των αναμημάτων της πολιτικής της ισχύος και την ευημερία. Έτσι διατυπώθηκε μια επιταγή που συγκεφαλαίωσε τα πρακτικά διδάγματα από τη σκοπιά της θεωρίας του «ξεχωριστού δρόμου». Κατ’ αυτήν, ο ριζικός εκδημοκρατισμός ή εξηθικισμός της πολιτικής και της κοινωνίας πάνω στη βάση μιας ανθούσας οικονομίας θα ολοκλήρωνε στο εξής τον εκδυτικισμό, θα παγίωνε την πρόσδεση της Γερμανίας στη Δύση και θα καταστούσε a limine αδύνατο κάθε «ξεχωριστό δρόμο»· είναι χαρακτηριστικό ότι η κεντρική σημασία της οικονομικής βάσης δεν αμφισβητήθηκε έως σήμερα ούτε καν από εκείνους τους εμπνευσμένους ηθικοφιλόσοφους που ειδάλλως προσπερνούν ακατάδεχτοι τέτοια πεζά προβλήματα.

Η τραγωδία των Γερμανών ήταν συχνά ότι οι θεωρητικές συλλήψεις και συνταγές τους υπερείχαν τόσο πολύ της πραγματικότητας ώστε ήταν επόμενο να σκοντάφτουν με τη βαθυστόχαστη τελειότητά τους πάνω στη συγκεχυμένη ατέλεια της πραγματικής ζωής. Η θεωρητική εξιδανίκευση της πολιτικά χλιαρής ευημερίας μέσω της διχοτομίας μεταξύ οικονομίας και πολιτικής αποτελεί μια εξίσου αιθεροβάμονα κατασκευή που λίγο έχει να κάνει με τις κακοτοπιές της ζωής των εθνών. Όχι επειδή η πολιτική πρέπει πρώτα να φτάσει το επίπεδο της οικονομίας –όπως πιστεύουν όσοι ρομαντικοί θεωρητικοί της απόφασης ενστερνίζονται τη διχοτομία αυτή με αντεστραμμένα πρόσημα–, αλλά επειδή η οικονομία δεν είναι λιγότερο πολιτική από την ίδια την πολιτική, ήτοι αποτελεί όπως ακριβώς και η πολιτική (με την τρέχουσα στενή σημασία της λέξης) πρόβλημα συγκεκριμένων σχέσεων και συσχετισμών ισχύος μεταξύ συγκεκριμένων ανθρώπων. Ακόμη κι αν όλοι οι Ευρωπαίοι ή όλοι οι άνθρωποι αποφάσιζαν κάποτε να διαλύσουν τα κράτη και τα έθνη τους και να ιδρύσουν στη θέση τους μια γιγαντιαία ανώνυμη εταιρεία, ακόμη και τότε θα ανέκυπτε πάλι το ερώτημα ποιος θα κατέχει πoιο πακέτο μετοχών. Καθώς οι Γερμανοί γενικά έχουν εσωτερικεύσει την διχοτομία μεταξύ πολιτικής και οικονομίας κατά τρόπο ώστε να συμπίπτει με τις παραστάσεις τους περί ευτυχίας και ηθικής, κατά πάσα πιθανότητα δεν θα προσαρμοστούν απρόσκοπτα στην μεταψυχροπολεμική πλανητική κατάσταση. Έτσι ζητούν να συλλάβουν το ζήτημα της ευρωπαϊκής ένωσης κατ` αρχήν επιστρατεύοντας οικονομικές ή πολιτικοοικονομικές κατηγορίες και αντιστέκονται όσο μπορούν στην ανησυχητική και οδυνηρή αλλά βαθμηδόν όλο και πιεστικότερη επίγνωση ότι μετά την γερμανική επανένωση και την έκλειψη της αμερικανικής προστασίας, μαζί με κάθε κεντρικό οικονομικό πρόβλημα, όπως είναι λ.χ. το πρόβλημα της νομισματικής ένωσης, ανακύπτει συγχρόνως και αναγκαία στον ορίζοντα το ζήτημα της πολιτικής ηγεμονίας. Έτσι συγχέουν την αναντίρρητα υπαρκτή σήμερα καλή τους θέληση με τη δυναμική της ιστορικής κατάστασης, και με τρόπο γνήσια ηθικολογικό συνδέουν ευθέως την υποκειμενική τους πρόθεση με την αντικειμενική έκβαση των γεγονότων.

Σ’ αυτό το σημείο Γάλλοι και Άγγλοι είναι πολύ περισσότερο ρεαλιστές και έχουν απόλυτα δίκαιο όταν αρνούνται να προοικονομήσουν την πορεία της ιστορίας από τις διαβεβαιώσεις του εκάστοτε κυρίου Κίνκελ. Διότι από την πλευρά τους βλέπουν ό,τι οι Γερμανοί δεν μπορούν να αντιληφθούν: ότι οι διαβεβαιώσεις αυτές παραχωρούνται σήμερα τόσο ειλικρινά και γενναιόδωρα ακριβώς επειδή εκφέρονται από τη θέση του αντικειμενικά ισχυρότερου – του ισχυρότερου κατά το παρόν και του πιθανώς ακόμη ισχυρότερου στο μέλλον. Οι ανησυχίες τους έχουν να κάνουν με τη διαμόρφωση της μελλοντικής ισορροπίας δυνάμεων στο πλαίσιο του απαράκαμπτου ζητήματος της ηγεμονίας, και δεν αφορούν τους «ξεχωριστούς δρόμους» του παρελθόντος – μολονότι διακριτικοί ή αδιάκριτοι υπαινιγμοί για το παρελθόν καρυκεύουν ως εκ των πραγμάτων κάθε ευρωπαϊκή συζήτηση. Στην πραγματικότητα το παρελθόν θα είχε από καιρό ξεθωριάσει, αν η σημερινή Γερμανία ήταν μια μετρίως εκμηχανισμένη αγροτική χώρα. Ώστε δεν βοηθά να μεγαλοποιούμε τη διαφορά μεταξύ γερμανικού παρελθόντος και μέλλοντος επικαλούμενοι την ηθική και τις πολιτικές προθέσεις, όταν το ζήτημα της ισορροπίας ισχύος αφυπνίζει στους άλλους μια δυσπιστία καθ’ όλα κατανοητή: είναι εκείνη η δυσπιστία που θα αισθάνονταν 55 εκατομμύρια Γερμανοί απέναντι σε 80 εκατομμύρια παραγωγικότερους Γάλλους με ένα τεράστιο πεδίο εκδίπλωσης στην Ανατολή. Για Γάλλους και Άγγλους επομένως το πρόβλημα της ευρωπαϊκής ένωσης είναι τόσο αυτονόητα ζήτημα ηγεμονίας και ζήτημα «δέσμευσης» της Γερμανίας, επειδή είναι παλαιοί ιμπεριαλιστικοί λαοί με κατά πολύ μακροβιότερες παραδόσεις στο πεδίο της παγκόσμιας πολιτικής και αντίστοιχα πλουσιότερες εμπειρίες καθώς και πιο εκλεπτυσμένο διπλωματικό αισθητήριο από τους Γερμανούς. Αντίθετα στους Γερμανούς είναι ενδεχόμενο ότι η αδέξια πολιτική ισχύος του παρελθόντος θα δώσει τώρα τη θέση της σε μια αδέξια ηθικολογία, που εξ ανάγκης θα οδηγήσει εξίσου σε αδιέξοδο. Ιδιότητες ικανές να αποτρέψουν μια τέτοια εξέλιξη δεν συγκαταλέγονται μάλλον στα προτερήματα του γερμανικού εθνικού χαρακτήρα. Οι Γερμανοί διαθέτουν μεν αποδεδειγμένα τις αρετές του πληβείου (φιλοπονία, φειδώ, ηθική σοβαρότητα, δράση σύμφωνα με προδιαγραφές και σχέδιο)· όμως σε γενικές γραμμές στερούνται τις αρετές του αριστοκράτη: την ειρωνεία και την αυτοειρωνεία του κυρίαρχου, την αταραξία κατά τις περιστάσεις όπου οι προδιαγραφές ναυαγούν, την αποστασιοποιήμενη ανωτερότητα απέναντι στους κάθε λογής κανόνες.

Οι μέλλουσες κυμάνσεις και προοπτικές της διαδικασίας της ευρωπαϊκής ένωσης ή άλλων μορφών της πολιτικής συμβίωσης θα καθορίσουν συνεπώς ποιος θα κάνει ποια χρήση των «επιστημονικών» ή «χυδαίων» εκδοχών της αρνητικής θεωρίας του «ξεχωριστού δρόμου». Η απόληξη των τεκταινομένων στην Ευρώπη ωστόσο δεν εξαρτάται έτσι απλά από τη βούληση των συμμετεχόντων, αλλά πολύ περισσότερο από τη γενική πλανητική κατάσταση. Αν η «Ευρώπη» ως μείζων χώρος εκτεθεί στην πίεση άλλων μειζόνων χώρων και αυτό εκληφθεί από ευρείες μάζες στα μεγάλα ευρωπαϊκά έθνη ως απειλή και πρόκληση, τότε δεν θα απομείνει πολύς χώρος για «ξεχωριστούς δρόμους» στην πράξη ή την πολεμική. Αν, αντίθετα, όλος ο πλανήτης – με λίγες ίσως εξαιρέσεις– κατευθυνθεί προς μια βαλκανοποίηση, τότε οι φυγόκεντρες δυνάμεις εντός της Ευρώπης θα κερδίσουν σε ένταση και οι εθνικοί δρόμοι θα χαρακτηριστούν εκ νέου από τους εκάστοτε ζημιωμένους ή αποκλεισμένους ως «ξεχωριστοί δρόμοι» και θα συσχετισθούν αναπόφευκτα με το παρελθόν. Όμως αυτά είναι μόνο δύο ακραία νοητά ενδεχόμενα. Είναι κατά βάση απίθανο ότι το πρώτο θα συντελεστεί τόσο ραγδαία και δραματικά, ώστε να εκπέσει εντέλει το ζήτημα της ηγεμονίας στην Ευρώπη στα πλαίσια μιας συλλογικής προσπάθειας επιβίωσης. Άρα στο ορατό μέλλον οι διαγκωνισμοί μεταξύ των εθνών θα εξακολουθήσουν – και είναι επίσης πολύ αμφίβολο αν μια γενικευμένη και γνήσια πολιτική ένωση, αν ποτέ προέκυπτε υπό συνθήκες εξωτερικής πίεσης, θα λάμβανε χώρα διά της οδού των προβλεπόμενων διαδικασιών. Σε κάθε περίπτωση σε ομαλούς καιρούς δεν πρόκειται να συντελεστεί αν ο οικονομικά ισχυρότερος δεν φανεί πρόθυμος να παραχωρήσει σε άλλους το πολιτικοστρατιωτικό προβάδισμα ως αντιστάθμισμα και εγγύηση. Όμως αυτό προϋποθέτει όχι μόνο διαρκή αρμονία συμφερόντων αλλά και εκείνη τη διχοτομία μεταξύ οικονομίας και πολιτικής, της οποίας τον αμφίβολο χαρακτήρα, ιδίως στις σημερινές μαζικοδημοκρατικές σχέσεις, ήδη σχολιάσαμε. Σε ένα υψηλό βαθμό διαπλοκής «πολιτικής» και «οικονομίας», οι πολιτικοστρατιωτικές αποφάσεις θα έθιγαν άμεσα τα συμφέροντα του οικονομικά ισχυρότερου, ώστε αυτός, προκειμένου να διαφυλάξει το αδιαφιλονίκητο έδαφός του, θα αναγκαζόταν να ζητήσει δικαίωμα συγκαθορισμού της πολιτικής, αίτημα όμως που εν όψει της οικονομικής του επικυριαρχίας αργά ή γρήγορα θα μετατραπεί κατ’ ανάγκην σε πρακτική απαίτηση της ηγεμονικής θέσης. Πρέπει επομένως να αναμένουμε ότι οι Γερμανοί θα ακολουθήσουν μελλοντικά έναν στο έπακρο πολιτικό και ενδεχομένως μεστό σε συγκρούσεις δρόμο από την επιφανειακά μη πολιτική παρακαμπτήριο της προάσπισης της ευημερίας τους. Θα το κάνουν με ελαφρά τη συνείδηση, γιατί κατά τις προηγούμενες δεκαετίες έμαθαν να συνδέουν στενά μεταξύ τους την ευημερία και την οικονομία με την ηθική. Οι λεπταίσθητοι παρατηρητές γνωρίζουν από μακρού πόσο αρέσκεται η ιστορία σε παρόμοια παράδοξα παιχνίδια.

Αν το ίδιο διάστημα η βαλκανοποίηση προχωρήσει σε οικουμενικό επίπεδο, πρέπει να αναμένεται ότι θα ενισχυθούν ακόμη περισσότερο τέτοιες εξωτερικές πολιτικές τάσεις και ότι –ιδίως υπό την πίεση των παρενεργειών της πληθυσμιακής έκρηξης καθώς και των χρόνιων κοινωνικών κρίσεων που προκαλεί η ακατάσχετη εξάπλωση της «νέας φτώχειας»– θα συνοδευθούν από εσωτερικές πολιτικές κρίσεις με πιθανό αποτέλεσμα μεταβολές στο σημερινό γερμανικό κομματικό τοπίο. Στην περίπτωση αυτή η αρνητική θεωρία του «ξεχωριστού δρόμου» δεν θα υποστηρίζεται ούτε θα εκπορεύεται μόνο από το εξωτερικό, αλλά θα γίνει και εντός Γερμανίας σημαντικό σημείο ιδεολογικής έριδας – κάτι που όμως θα αυξήσει ακόμη περισσότερο τον αριθμό των πολεμίων της. Το ότι ήταν και είναι απλώς και μόνο ένα όπλο σε μια μεγάλη πολιτική διαμάχη, πρέπει να είναι σήμερα περισσότερο σαφές παρά ποτέ. Γιατί σήμερα οι κοινωνικές δομές της Γερμανίας χωρίς να είναι βέβαια τέλειες, είναι κατά πάσα πιθανότητα οι πλέον προηγμένες (με την μαζικοδημοκρατική έννοια) στο εσωτερικό της Ευρωπαϊκής Κοινότητας. Ήδη γι’ αυτό το λόγο είναι πλέον απαρχαιωμένο και μάλιστα έντελώς άνευ νοήματος να μιλούμε για έναν «αντιδραστικό» γερμανικό «ξεχωριστό δρόμο». Οι θιασώτες της αρνητικής θεωρίας του «ξεχωριστού δρόμου», που θέλουν να είναι συνεπείς στην επιχειρηματολογία τους και με το πρωτείο της εσωτερικής πολιτικής που υποστηρίζουν, πρέπει επομένως να περιμένουν μια «αντιδραστική» εξωτερική πολιτική μάλλον από τη σημερινή Μεγάλη Βρεταννία ή την Πορτογαλία παρά από την τωρινή Γερμανία. Όμως το ζητούμενο σ’ αυτή τη θεωρητική διαμάχη δεν ήταν ποτέ η συνέπεια, και ούτε πρόκειται ποτέ να είναι. Μόνο αφελείς και εύπιστοι μπορούν να προσδοκούν ότι η επιθετική εργαλειοποίηση της θεωρίας του «ξεχωριστού δρόμου» ανήκει στο παρελθόν εν όψει της πραγματωμένου εκδημοκρατισμού της γερμανικής κοινωνίας και της ευσυνείδητης διαγωγής των Γερμανών. Πάντα θα υπάρχει κάποιος στο εσωτερικό ή το εξωτερικό που θα επιφυλάσσει στον εαυτό του το δικαίωμα να κρίνει αν και κατά πόσο αυτή η κοινωνία μπορεί να ονομαστεί «αληθινά» φιλελεύθερη ή δημοκρατική, αν και κατά πόσο η διαγωγή των Γερμανών είναι ή όχι «αληθινά» ηθική. Η σκιά της αρνητικής θεωρίας του «ξεχωριστού δρόμου» θα συνοδεύσει επομένως τη Γερμανία και στο ορατό μέλλον. Αν ως αντίδραση σ’ αυτήν προκύψει εν νέου μια θετική, αυτάρεσκη και μυθολογική θεωρία του «ξεχωριστού δρόμου», δεν είναι τόσο ζήτημα εξορκισμών του κακού και παιδαγωγικών προγραμμάτων, αλλά εξαρτάται από τις συγκεκριμένες συνθήκες. Τίποτα δεν μπορεί να αποκλειστεί εκ των προτέρων και διά παντός. Πολλές φορές τα τέρατα του χθες γίνονται οι θεοί του αύριο, τα ανομήματα του χθες, τα πρότυπα του σήμερα.

Μετάφραση: Κώστας Κουτσουρέλης

Τίτλος πρωτοτύπου και πρώτη δημοσίευση: «Der deutsche Sonderweg und die deutschen Perspektiven», στο: R. Zitelmann-K. Weissmann-M. Grossheim (Hg.), Westbindung, Chancen und Risiken für Deutschland, Βερολίνο, 1993.
Πρώτη δημοσίευση στα ελληνικά: Παναγιώτης Κονδύλης, Μελαγχολία και πολεμική. Δοκίμια και μελετήματα, επιμέλεια Κώστας Κουτσουρέλης, Θεμέλιο 2000.