βιβλίο

Κοιτάζοντας εκείνο που με κοιτάζει

Η Σαλώμη, ο Μορώ και το Ανάστροφα του Ζ.- Κ. Υσμάν

του ΝΙΚΟΥ ΣΓΟΥΡΟΜΑΛΛΗ

Εν αντιθέσει με άλλα είδη του εμπορίου, το βιβλίο έχει μια ιδιαιτερότητα: από τη στιγμή που θα το αποκτήσω δεν μπορώ να πετάξω το έξω και να αφήσω το μέσα, είναι αδύνατον να αφαιρέσω το χαρτί πάνω στο οποίο είναι τυπωμένες οι λέξεις και να κρατήσω μονάχα το περιεχόμενο – ένα βιβλίο μου δίνεται ολόκληρο, επιβάλλει την παρουσία του ως οργανική μονάδα, κάθε μέρος της οποίας λογοδοτεί σε ένα συνεκτικό όλον. Μια τέτοια ολιστική αντίληψη για το βιβλίο προϋποθέτει ότι η κριτική για ένα λογοτεχνικό έργο δεν θα πρέπει να εστιάσει μόνο στις θεματικές επιλογές και στα εκφραστικά μέσα —ό,τι αποκαλούμε δηλαδή περιεχόμενο και μορφή—, αλλά και στα διάφορα τυποτεχνικά ζητήματα, στις βιβλιοδεσίες, στα στολίδια, στις γραφιστικές επιλογές, στη στοίχιση και φυσικά στα εξώφυλλα. Συνδέοντας και όχι αποσυνδέοντας τα μέρη που συναπαρτίζουν το σύνολο προσδίδουμε στην ανάγνωση την αξία που της αναλογεί: το βιβλίο είναι ο χώρος μιας μοναδικής αισθητηριακής εμπειρίας – μάτια, όσφρηση και αφή επαγρυπνούν. Για αυτό και έχουν δίκιο ορισμένοι μελετητές όταν λένε ότι το βιβλίο έχει «σάρκα»[1], αφού έχουν ήδη αναγνωρίσει κάτι που για μερικούς άλλους μοιάζει ακατανόητη συνθήκη: ότι ένα βιβλίο σφύζει από ζωή. Προς αυτή την κατεύθυνση στρέφονται εξάλλου και οι —καθόλου τυχαίες—“ένσαρκες”, θα λέγαμε, μεταφορές που χρησιμοποιούμε, όπως η «ράχη» και τα «αυτιά» λόγου χάρη, για να χαρακτηρίσουμε συγκεκριμένα μέρη του βιβλίου.

(περισσότερα…)

Ένα βιβλίο είναι πρώτα απ’ όλα ένα βιβλίο

Το εξώφυλλο του λογοτεχνικού έργου
ως κριτική στάση απέναντι στη λογοτεχνία

του ΝΙΚΟΥ ΣΓΟΥΡΟΜΑΛΛΗ

Έχει επικρατήσει γενικώς η ιδέα ότι ένα βιβλίο δεν πρέπει να κρίνεται από το εξώφυλλο. Η άποψη αυτή, ακόμη και αν εμφορείται από ευγενείς προθέσεις, αποκρύπτει ένα στοιχείο ιδιαίτερα κρίσιμο για την κριτική ενός λογοτεχνικού έργου: ότι ένα βιβλίο κρίνεται και από το εξώφυλλο. Και κατ’ επέκταση, ένα βιβλίο κρίνεται και από τη στοίχιση, κρίνεται και από τη γραμματοσειρά, κρίνεται και από τα κάθε λογής στολίδια (βινιέτες, γκραβούρες, κ.λπ.) που κοσμούν την έκδοση. Δεν πρέπει επομένως να ξεχνάμε κάτι που τείνουμε συχνά να ξεχνάμε: ότι ένα βιβλίο είναι πρώτα απ’ όλα ένα βιβλίο. Η διατύπωση αυτή, που εκ πρώτης ηχεί ως ταυτολογία, υποδεικνύει μια κρυμμένη ή και υποτιμημένη όψη της αναγνωστικής εμπειρίας: η αξία ενός βιβλίου ξεκινάει από την αναγνώριση ότι εκείνο που κρατώ στα χέρια μου είναι πρωτίστως ένα υλικό αντικείμενο, ένα πράγμα με συγκεκριμένη υφή, με ιδιαίτερο χρώμα και με ορισμένη μυρωδιά – ένα βιβλίο, κοντολογίς, έχει κάτι το ενσώματο, δεν είναι μια νεκρή, ουδέτερη παρουσία· αντιθέτως, σφύζει από ζωή. Το “έξω” ενός βιβλίου δηλοί πολλά για το “μέσα του” – ή, πιο σωστά, δεν υπάρχει “έξω” και “μέσα”, αφού οι δύο αυτές ―φαινομενικά και μόνο― ξεχωριστές “στιγμές”, την ώρα της ανάγνωσης ενοποιούνται: ο κόσμος των αισθήσεων ―μάτια, όσφρηση και αφή― συλλειτουργεί με τον κόσμο του πνεύματος, βαδίζουν χέρι-χέρι. Αυτό ακριβώς δεν είχε πάψει να υπενθυμίζει ο Στεφάν Μαλλαρμέ σε κοινό και κριτικούς επιμένοντας ότι κατά την ανάγνωση ενός βιβλίου δεν προσέχουμε μόνο τι αυτό λέει αλλά και τι δείχνει, με άλλα λόγια, ποτέ δεν πρέπει να χάνουμε τη λήψη επαφής με την υλικότητα του βιβλίου ―με το βιβλίο ως τέτοιο―, με την ορατή και απτική του υπόσταση, η οποία συνιστά εν πολλοίς και την προϋπόθεση για την πνευματική του αξία.[1]

(περισσότερα…)