απροσωπία

Το πρόσωπο και το ιερό

του ΣΩΤΗΡΗ ΓΟΥΝΕΛΑ

Το πρόσωπο και το ιερό
Μετάφραση-Επίμετρο: Σταύρος Ζουμπουλάκης
Εκδόσεις Πόλις, 2018, σ. 77

 

Αρχίζω κάπως ανάποδα.

Όταν η Βέιλ γράφει στις τελευταίες γραμμές του κειμένου ότι «Εικόνα αυτής της απρόσωπης και θεϊκής τάξης του σύμπαντος ανάμεσά μας είναι η δικαιοσύνη, η αλήθεια, η ομορφιά» (σ. 48), έχει προηγουμένως παραπέμψει στο ευαγγελικό: «όπως γένησθε υιοί του πατρός υμών του εν ουρανοίς, ότι τον ήλιον αυτού ανατέλλει επί πονηρούς και αγαθούς και βρέχει επί δικαίους και αδίκους». (ό.π.) Όμως, όταν θεωρεί ότι η ρήση αυτή «δεν συνάπτει εκεί την εικόνα ενός προσώπου, αλλά πρωτίστως την εικόνα μιας απρόσωπης τάξης», είναι σαν να λέει ότι ο Χριστός δεν είναι Πρόσωπο. Τις όψεις αυτές της ζωής, την αλήθεια, την ομορφιά και την δικαιοσύνη, μετά την ενανθρώπιση του Λόγου, τις γνωρίζουμε μέσα από το Πρόσωπο του Χριστού. Σάρκωση του Λόγου σημαίνει η Αλήθεια σε Πρόσωπο. Οι όψεις αυτές δεν υπάρχουν αυτόνομες παρά μονάχα όταν θεωρητικοποιούμε τη ζωή –δια της εννοιολογικής φιλοσοφίας– την μετατρέπουμε σε σύνολο αφαιρέσεων ή νομικών και αποδεικτικών διατυπώσεων. Γιατί μπορούμε θαυμάσια να θεωρήσουμε ότι η αλήθεια, η δικαιοσύνη και η ομορφιά είναι καθαρές αφαιρέσεις, είναι ιδέες ή έννοιες, ειδικά αν αναφερθούμε στην ευρωπαϊκή φιλοσοφία. Ωστόσο, αν αναφερθούμε στην αρχαιοελληνική, δεν είμαι βέβαιος ότι τα πράγματα είναι τόσο αφηρημένα. Το λέω αυτό γιατί στην Πολιτεία, ο Σωκράτης δεν κρίνει τα πολιτεύματα ως αριστοκρατία, δημοκρατία, τυραννία, ολιγαρχία κλπ., αλλά τον αριστοκράτη, τον δημοκράτη, τον τύραννο, τον ολιγάρχη: δηλαδή τον άνθρωπο με σάρκα και οστά και όχι το πολίτευμα-αφαίρεση.

Στην πατερική θεολογία γίνεται λόγος για ένωση ακτίστου και κτιστού, έχουμε ένωση Πατρός και Υιού κατά το «Ο Πατήρ μου και εγώ εν εσμέν». Αυτό είναι ένα πολύ σοβαρό ζήτημα, όπως μάλιστα έρχεται από την αρχαιότερη και γνησιότερη χριστιανική παράδοση. Η προσωπική πατερική θεολογία ή η εναλλαγή πρόσωπο-υπόσταση δεν ταυτίζεται με την περσοναλιστική φιλοσοφία. Και σίγουρα η Βέιλ δεν αναφέρεται (ούτε εξαρτάται στις διατυπώσεις της) από τη θεολογία των Πατέρων: των Καππαδοκών, του αγίου Μαξίμου κλπ. Και μάλλον ούτε καν τους ξέρει. Η παράδοσή της είναι η εβραϊκή, είτε το δέχεται είτε όχι, και η αρχαιοελληνική, καθώς έχει επάξια προσηλωθεί στην αφομοίωση της αρχαιοελληνικής πνευματικότητας (ποίηση, θεολογία, φιλοσοφία). Και βεβαίως είναι χριστιανή στην πράξη και κατά δήλωσή της  έχει μυστική ή ενορατική εμπειρία, προσωπικής συνάντησης με το Χριστό. Αλλά η θεωρητική της κατάρτιση είναι περισσότερο φιλοσοφική παρά θεολογική. Το γεγονός μάλιστα ότι εμμένει στον σταυρό και παραθεωρεί την Ανάσταση, την κατατάσσει στην ρωμαιοκαθολική Παράδοση, όπου σιγά-σιγά εξατμίζεται η αναστάσιμη διάσταση και κολλάμε στον σταυρό ή με τα λόγια του Κάλλιστου Γουαίαρ:

Στην δυτική όμως προσέγγιση υπάρχουν ορισμένα πράγματα που  κάνουν τους Ορθοδόξους να μην αισθάνονται και τόσο άνετα. Αισθάνονται πως η Δύση τείνει να θεωρεί τη Σταύρωση ως μεμονωμένο γεγονός, χωρισμένο από την Ανάσταση, με συνέπεια η εικόνα του Χριστού ως πάσχοντος Θεού να έχει στην πράξη αντικατασταθεί από την εικόνα τη πάσχουσας ανθρώπινης φύσης του Χριστού: ο πιστός στη Δύση, όταν σκέπτεται τον Σταυρό, πιο πολύ ενθαρρύνεται στο να προβάλλει μια συναισθηματική συμπάθεια για  τον άνθρωπο της θλίψης, παρά να εξυμνεί τον νικητή και θριαμβευτή βασιλιά.

(Κάλλιστος Ware, Η Ορθόδοξη Εκκλησία, μτφρ. Ιωσήφ Ροηλίδης, Ακρίτας, 1996, σ. 361)

Θέλοντας να ξεκαθαρίσω περισσότερο τη σχέση προσώπου και απροσωπίας που θέτει το κείμενο της Βέιλ παραθέτω ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα της ίδιας από το βιβλίο Εκλογή από το έργο της.[1]

Γράφει:

Αυτό που μέσα στον άνθρωπο είναι η ίδια η εικόνα του Θεού, είναι κάτι που μέσα μας συνδέεται με το γεγονός πως είμαστε πρόσωπα, αλλά δεν είναι αυτό το ίδιο το γεγονός. Είναι η ικανότητα ν’ απαρνηθούμε το πρόσωπο. Είναι η υπακοή. Κάθε φορά που ένας άνθρωπος ανέρχεται σ’ ένα ύψος τελειότητας που τον καθιστά δια μετοχής, ένα θείο όν, εμφανίζεται σ’ αυτόν κάτι το απρόσωπο, κάτι το ανώνυμο. Η φωνή του τυλίγεται στη σιωπή. Αυτό είναι φανερό στα μεγάλα έργα  της τέχνης και της σκέψης, στις μεγάλες πράξεις των αγίων και στα λόγια τους.

Είναι επομένως αλήθεια, κατά μία έννοια, πως πρέπει να συλλάβουμε τον Θεό ως απρόσωπο, δηλαδή κατά την έννοια πως Εκείνος είναι ο θείος τύπος ενός προσώπου που υπερβαίνει τον εαυτό του με την αυταπάρνηση. Να τον συλλάβουμε σαν ένα παντοδύναμο πρόσωπο ή αλλιώς, με το όνομα του Χριστού, ως ανθρώπινο πρόσωπο, σημαίνει να αποκλειστούμε από την αληθινή αγάπη του Θεού. Γι’ αυτό ακριβώς πρέπει ν’ αγαπούμε την τελειότητα του ουράνιου Πατέρα, όπως τη βλέπουμε στο χωρίς διάκριση μοίρασμα του φωτός. Ο θείος, ο απόλυτος τύπος αυτής της αυταπάρνησης μέσα μας που είναι η υπακοή, αυτός είναι η δημιουργική και προστακτική αρχή μέσα στο σύμπαν, αυτός είναι η πληρότητα της ύπαρξης. (σ. 60)

Πρώτα-πρώτα πρέπει να λεχθεί εδώ ότι η Βέιλ μιλά για μια «σύλληψη του Θεού ως απρόσωπου», σαν η δουλειά αυτή να γίνεται κυρίως δια του νου. Και προσθέτει αμέσως «δηλαδή κατά την έννοια πως Εκείνος είναι ο θείος τύπος ενός προσώπου που υπερβαίνει τον εαυτό του με την αυταπάρνηση». Είναι σαν να περνά το πρόσωπο του Χριστού σε άλλο επίπεδο, στο επίπεδο της διανοητικής σύλληψης, ενώ από την άλλη, ο Χριστός είναι Αυτός που «υπερβαίνει τον εαυτό του με την αυταπάρνηση». Και ακολουθεί η παράδοξη διατύπωση: «Να τον συλλάβουμε σαν ένα παντοδύναμο πρόσωπο ή αλλιώς με το όνομα του Χριστού, ως ανθρώπινο πρόσωπο, σημαίνει ν’ αποκλειστούμε από την αληθινή αγάπη του Θεού». Εδώ είναι το ζήτημα: ο Χριστός δεν είναι ανθρώπινο πρόσωπο. Είναι Θεός που ενανθρώπισε… Ντύθηκε την ανθρώπινη σάρκα, αλλά όταν λέμε πρόσωπο για τον Χριστό εννοούμε θεανθρώπινο πρόσωπο. Γιατί δεν είναι άνθρωπος αλλά θεάνθρωπος, μοιράζεται η ανθρώπινη φύση με τη θεία («ασυγχύτως και αδιαιρέτως») ή πιο σωστά, ενώνεται. Δεν μπορούμε να κλείσουμε το πρόσωπο-Χριστός μέσα στην ανθρώπινη φύση. Ιδού το ζήτημα.

Επομένως, διασταυρώνοντας το συμπέρασμα αυτό με όσα λέει στο κείμενο Το πρόσωπο και το ιερό καταλαβαίνουμε ότι οι διατυπώσεις της δεν απορρέουν από μιαν οικείωση με την πατερική-αποκαλυπτική Θεολογία. Μάλιστα όταν μας συστήνει στο απόσπασμα που παρέθεσα ότι: «Γι’ αυτό ακριβώς πρέπει ν’ αγαπούμε την τελειότητα του ουράνιου Πατέρα, όπως τη βλέπουμε στο χωρίς διάκριση μοίρασμα του φωτός. Ο θείος, ο απόλυτος τύπος αυτής της αυταπάρνησης μέσα μας που είναι η υπακοή, αυτός είναι η δημιουργική και προστακτική αρχή μέσα στο σύμπαν, αυτός είναι η πληρότητα της ύπαρξης», είναι σαν να χωρίζεται ο Πατέρας από τον Υιό και σαν η τελειότητα του ουράνιου Πατέρα να μην αφορά αυτό που λέμε στη θεολογία «τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος».

Εξάλλου, το ζήτημα της αυταπάρνησης, το οποίο θέτει και ξαναθέτει η Σιμόνη, πως αλλιώς παρουσιάζεται και ξεκαθαρίζεται αν όχι μέσα από την παρουσία και τη θυσία του Υιού;

Παρ’ όλα αυτά, έχει ξεχωριστή σημασία και γι’ αυτό άξιζε όντως να μεταφραστεί αυτό το κείμενο –και όχι τόσο για τα περί προσώπου και απροσώπου– ο τρόπος με τον οποίον η Βέιλ μεταγράφει ή αποτυπώνει στο χαρτί τη σύνθεση ή το συνδυασμό αλήθειας, δικαιοσύνης και  ομορφιάς. Η μεταγραφή αυτή και η αποτύπωση είναι πρώτιστα χριστιανική και ευαγγελική (χωρίς βέβαια να παραθεωρείται η περίπτωση της Αντιγόνης, για την οποία εξάλλου γίνεται συγκεκριμένη αναφορά στις σσ. 24-25) και μάλιστα όταν αντιδιαστέλλει σφόδρα την αληθινή δικαιοσύνη με την ισχύουσα κατασταλτική δικαιοσύνη.

Τα ζητήματα αυτά της δικαιοσύνης την απασχόλησαν από πάντα. Το δείχνει αυτό ο προσωπικός αγώνας της ίδιας να διορθώσει τα λάθη της εφαρμοζόμενης δικαιοσύνης (κοινωνικής ή άλλης). Όταν αντιδιαστέλλει το τρίπτυχο αλήθεια-δικαιοσύνη-ομορφιά σε αυτό που ονομάζει κατασταλτική δικαιοσύνη έχει πίσω της Σωκράτη-Πλάτωνα (η Πολιτεία δεν είναι παρά λόγος περί Δικαιοσύνης – και μέσα εκεί υπάρχει και αλήθεια και ομορφιά) αλλά προπαντός έχει Χριστό και Ευαγγέλιο.

Τα ζητήματα αυτά τα αναπτύσσει πολύ περισσότερο στο βιβλίο της Attente de Dieu που ανέφερα και προηγουμένως. Ανατρέχω για μια ακόμη φορά στην Εκλογή όπου και τα κεφάλαια «Αγάπη του κόσμου» και ¨Αγάπη του πλησίον¨. Εκεί λοιπόν, μεταξύ άλλων, διαβάζουμε σχετικά με τη Δικαιοσύνη τα παρακάτω:

Τίποτα δεν βρίσκεται σε χειρότερη μοίρα από μια ανθρώπινη ύπαρξη που έχει περιβληθεί μια αληθινή ή ψεύτικη ενοχή και που βρίσκεται ολοκληρωτικά στη διάθεση μερικών ανθρώπων που με λίγες λέξεις θα αποφασίσουν για την τύχη της. Αυτοί οι άνθρωποι δεν της δίνουν προσοχή. Άλλωστε, από τη στιγμή που κάποιος πέφτει στα γρανάζια του ποινικού μηχανισμού ως τη στιγμή που βγαίνει-και αυτοί που ονομάζουμε ποινικούς κατάδικους , καθώς και οι  πόρνες, δεν βγαίνουν από εκεί σχεδόν ποτέ ως το θάνατό τους –δεν αποτελεί ποτέ αντικείμενο προσοχής. Όλα είναι κανονισμένα ως τις παραμικρότερες λεπτομέρειες, ως τις διακυμάνσεις της φωνής, για να την κάνουν να φαίνεται στα μάτια όλων και στα ίδια της τα μάτια ένα πράγμα βρωμερό, ένα αντικείμενο αποκρουστικό.  […] Δεν είναι δυνατόν να γίνεται διαφορετικά αν δεν υπάρχει ανάμεσα στον ποινικό μηχανισμό και το έγκλημα κάτι που καθαρίζει τα μιάσματα. Αυτό το κάτι  δεν μπορεί παρά να είναι ο Θεός. Μόνο η άπειρη καθαρότητα δεν έχει μιανθεί από την επαφή με το κακό.

Κάθε πεπερασμένη καθαρότητα εξ αιτίας αυτής της παρατεταμένης επαφής, γίνεται και η ίδια μίασμα. Με όποιον τρόπο και αν μεταρρυθμιστεί ο κώδικας, η τιμωρία δεν μπορεί να είναι ανθρώπινη αν δεν περάσει από τον Χριστό. (Εκλογή από το έργο της, σσ. 34-35)

Είναι βέβαιο ότι η Βέιλ είναι ένας εντελώς ξεχωριστός άνθρωπος μόνο και μόνο για το γεγονός ότι τολμά να γράψει πως: «Δεν εισέρχεται κανείς στην αλήθεια χωρίς να έχει περάσει μέσα από τη δική του εκμηδένιση χωρίς να έχει παραμείνει για πολύ σε κατάσταση άκρας και πλήρους ταπείνωσης». (Το πρόσωπο και το ιερό, σ. 36) Και μόνο η φράση αυτή τινάζει στον αέρα όλες τις φιλοσοφίες και τις θεωρητικές επάρσεις, γιατί μεταθέτει τη σημασία της ύπαρξης σε άλλο επίπεδο, έξω από το κυρίαρχο πνεύμα όλων σχεδόν των κοινωνιών, τουλάχιστον των τελευταίων αιώνων.

Η παραπάνω διατύπωση της Σιμόνης τἠς επέτρεψε να διεισδύσει βαθιά σε ζητήματα ψυχικής και πνευματικής τάξης, όπως σπάνια έχουν κάνει ψυχίατροι και ψυχαναλυτές. Ο τρόπος που μιλά για τη δυστυχία, για την οδύνη, για τον άνθρωπο μέσαθέ τους, για το πως η σκέψη μπορεί να μιλήσει γι’ αυτά, για την ανάλογη εμπειρία όταν συμβαίνει αυτό, για τη σχέση του ανθρώπου με την εκμηδένιση του εαυτού του για να φτάσει στην αλήθεια είναι μοναδικός. Εξίσου σπουδαία είναι η παρακάτω διατύπωση:

Χάρις στην αιώνια οικονομία της Πρόνοιας, ό, τι δημιουργεί ο άνθρωπος σε κάθε πεδίο, όταν τον κυβερνάει το πνεύμα της δικαιοσύνης και της αλήθειας, ενδύεται τη φεγγοβολή της ομορφιάς, (ό.π., σ. 39)

Έρχομαι τώρα στο «Επίμετρο» του μεταφραστή.

Πολύ σωστές είναι οι παρατηρήσεις του Σταύρου Ζουμπουλάκη όταν μιλά για τους μυστικούς και τη σχέση τους  ή μη με τον αναχωρητισμό και τον ασκητισμό. Γράφει:

Οι μυστικοί όλων των αιώνων, σε όποια θρησκεία κι αν ανήκουν, παρουσιάζουν μεγάλες ομοιότητες. Επί παραδείγματι, αντιμετωπίζουν όλοι αρνητικά την ατομικότητα, το εγώ, το προσωπικό θέλημα. Η ψυχή πρέπει να αδειάσει από όλα τα ατομικά στοιχεία, να κενωθεί, για να έρθει να κατοικήσει εκεί ο Θεός, η Αλήθεια. (ό.π., σσ. 72-73) Εδώ, αφήνοντας τα σχετικά με τον Μάιστερ Εκαρτ που λέγονται πιο κάτω, ας μου επιτραπεί νε σημειώσω μερικές αποσαφηνίσεις:

Η υπογράμμιση που κάνουν οι μυστικοί αρχίζει από τη στάση του Χριστού και συγκεκριμένα τη ρήση του –εκφρασμένη μάλιστα σε μια από τις πιο κρίσιμες στιγμές πριν τη σύλληψή του– «όχι το δικό μου θέλημα αλλά το δικό Σου», και το ζήτημα από εκείνη την ώρα βρίσκεται σε αυτό το σημείο: όχι το δικό μου θέλημα αλλά του Πατρός. Ποιός υπογράμμισε πρώτος στις Επιστολές του αυτή τη διάσταση; Ποιος άλλος από τον Παύλο με τη ρήση: «Ζω ουκέτι εγώ, ζει εν εμοί Χριστός».

Όμως, εδώ προσοχή. Ο Χριστός είναι Πρόσωπο. Δεν υπάρχει στη χριστιανική παράδοση και μάλιστα την αρχαιότερη και αποκαλυπτική, δεν υπάρχει απροσωπία. Υπάρχει υπέρβαση του εγώ και του εαυτού έτσι ώστε να χριστοποιηθεί ο άνθρωπος, να γίνει καινός άνθρωπος. Αυτά, σε μια Παράδοση που έχει μέσα της Συμεών νέο Θεολόγο, Γρηγόριο Παλαμά και Νικόλαο Καβάσιλα, είναι  κ ο ι ν ο ί  τ ό π ο ι .  Αυτά είναι τα κλειδιά. Είναι άλλος ο μυστικισμός που αναπτύσσει ο Καθολικισμός και οι μυστικοί του, αν και πιστεύω ότι αυτοί βρίσκονται πιο κοντά στην Ορθόδοξη παράδοση. Και στο σημείο αυτό τίθεται το ερώτημα: τι σχέση έχουμε οι λεγόμενοι ορθόδοξοι με τη ρήση «όχι το δικό μου αλλά το δικό Σου», ή με το «ζη εν εμοί Χριστός» του Παύλου; Θα πρέπει κάποτε να απαντήσουμε.

Σε άλλο σημείο του ¨Επιμέτρου» διαβάζουμε:

Η σφοδρότητα με την οποία η Βέιλ επιτίθεται κατά της ιδέας του προσώπου ξενίζει, δεδομένου μάλιστα ότι η λέξη και η ιδέα αυτή ανήκουν πρωτίστως στη χριστιανική κληρονομιά. Ο Χριστός είναι  πρόσωπο, και οι αναφορές ή οι επικλήσεις στο πρόσωπο του, στα κάθε είδους χριστιανικά κείμενα, είναι κυριολεκτικά αμέτρητες. Την αγία Τριάδα τη συγκροτούν τρία πρόσωπα, και επίσης κάθε άνθρωπος που μετέχει σε μια χριστιανική σύναξη ή κοινότητα, ορίζεται, ήδη από την Καινή Διαθήκη, ως πρόσωπο (2 Κορ, 1:11). Η Βέιλ το ξέρει αυτό (σελ. 47-48) αλλά το προσπερνάει πολύ εύκολα. Επιπλέον, ο περσοναλισμός, εναντίον του οποίου ρητά στρέφεται, είναι ένα ρεύμα σκέψης χριστιανικής εμπνεύσεως. Με την ιδέα του προσώπου οι περσοναλιστές θέλησαν να διαφοροποιηθούν, τόσο από τον άκρατο ατομικισμό των φιλελευθέρων, όσο και από τον κοινωνισμό των μαρξιστών. (ό.π., σ. 57)

Πράγματι, φαίνεται πως την Βέιλ την ενδιαφέρει η σημασία του προσώπου για τον περσοναλισμό, όχι γενικά για το χριστιανικό πρόσωπο. Πάντως συνάπτει το πρόσωπο  με το ‘εγώ’ τη στιγμή που ένας Μπερντιάεφ –αλήθεια πως δεν αναφέρεται ποτέ στους ρώσους της διασποράς που ζούσαν στο Παρίσι και μάλιστα στον Μπερντιάεφ, προσωπικό φίλο της Μητέρας Μαρίας Σκομπτσόβα (νυν αγίας Μαρίας), η οποία, εξάλλου, στην αγάπη της για τους ανεξαρτήτως φύλου και φυλής αναγκεμένους είναι πολύ κοντά στη στάση της Βέιλ– γράφει για τη σχέση προσώπου-ατόμου:

Ο ρόλος του εγώ είναι να πραγματώσει μέσα του το πρόσωπο κα αυτή η πραγμάτωση είναι ένας αδιάκοπος αγώνας. Η αναγνώριση της προσωπικότητας μέσα του και η πραγμάτωσή της είναι οδυνηρές. Η προσωπικότητα είναι οδύνη και πολλοί, ανίκανοι να υπομείνουν αυτή την οδύνη, προτιμούν να χάσουν την προσωπικότητά τους. Η ίδια η ιδέα της κόλασης είναι αξεχώριστη από την διατήρηση του προσώπου: το απρόσωπο είναι δεν γνωρίζει την κόλαση. Το πρόσωπο δεν είναι ταυτόσημο με το άτομο. Το άτομο είναι κατηγορία τάξεως φυσικής, βιολογικής. Όχι μόνον το ζώο και το φυτό αλλά και η πέτρα, το γυαλί, και η κιμωλία είναι άτομα. Το πρόσωπο αντίθετα είναι μια κατηγορία όχι φυσική αλλά πνευματική, είναι έργο του πνεύματος όταν γίνεται κάτοχος της φύσης. Δεν υπάρχει πρόσωπο χωρίς πνευματική εργασία σχετικά με τη φυσική και ψυχική συγκρότηση του ανθρώπου

Και παρακάτω:

Το πρόσωπο είναι άλλο πράγμα από τη φύση όπως ο Θεός είναι άλλο πράγμα από τη φύση∙ και το πρόσωπο βρίσκεται σε στενή εξάρτηση από το Θεό γιατί το πρόσωπο είναι η εικόνα και η ομοίωση του Θεού μέσα στον άνθρωπο. Το πρόσωπο προϋποθέτει την ύπαρξη του υπερ-προσωπικού. Δεν υπάρχει πρόσωπο αν δεν υπάρχει κάτι πάνω από αυτό και στην περίπτωση αυτή αδειάζει από το περιεχόμενό του που είναι συγγενικό με το υπερ-προσωπικό. (Ν. Μπερντιάεφ, Πέντε στοχασμοί περί υπάρξεως, μτφρ. Β. και Σ. Γουνελάς, πρόλ. Μ. Μπέγζος, β΄ έκδοση, Παρουσία, 1996, σσ. 185-186, εξαντλ.)

Αυτή η διάσταση του προσώπου δεν υπάρχει στην Βέιλ. Ίσως δεν υπάρχει ούτε στον καθολικισμό, ούτε στον προτεσταντισμό. Τι υπάρχει σε σχέση με την απροσωπία και το πρόσωπο; Το λέει ο Ζουμπουλάκης λίγο πιο πέρα:

Η Βέιλ για να μη βραδυπορούμε, θεωρεί ότι πρόσωπο σημαίνει προνόμια, κοινωνικά προνόμια (σ. 27). Ο σκλάβος στις φυτείες, με την αλυσίδα στο πόδι, η ό άλλος στην αλυσίδα του εργοστασίου δεν έχουν πρόσωπο. Είναι τσαλαπατημένα σώματα και ψυχές, δαρμένα ζώα. >Πρόσωπο έχουν μόνο οι προνομιούχοι. Οι άλλοι δεν έχουν πρόσωπο, άρα δεν έχουν φωνή. Υποφέρουν βουβά. Το πολύ πολύ να ψελλίσουν. […] Η Βέιλ σε όλη τη ζωή της διάλεξε να είναι με αυτούς που δεν έχουν πρόσωπο, με τους κατατρεγμένους, πάσχισε να ταυτιστεί μαζί τους, να ακούσει και να μεταδώσει τη βουβή διαμαρτυρία τους. […] Για να μπορέσεις να ακούσεις την ανάκουστη φωνή ή τα ψελλίσματά τους, χρειάζεται ένα περιβάλλον σιωπής και ένα είδος προσοχής, που δεν είναι κάτι διαφορετικό από την καθαρή αγάπη (σ.11). («Επίμετρο», σσ. 58-59)

Ρωτάω: αυτή η καθαρή αγάπη μονάχα στους κατατρεγμένους στρέφεται; Για τους άλλους δηλαδή ισχύει κάτι άλλο; Μια μη καθαρή αγάπη ή ένα μίσος; Και πως μπορούμε να μιλήσουμε τόσο απόλυτα για το ότι ο εργάτης στο εργοστάσιο δεν έχει πρόσωπο! Πρόσωπο έχουν όλοι, και οι σκλάβοι. Μόνο που το πρόσωπό του είναι συντριμμένο, τσαλακωμένο, και εδώ έχει απόλυτο δίκιο η Βέιλ να στρέφει την αγάπη της σ’ αυτούς. Όμως, το ζήτημα του προσώπου ή της απροσωπίας δεν μπορεί να σχετίζεται ή να αποσαφηνίζεται μονάχα μέσω της αγάπης  των καταφρονεμένων.

Στο άλλο βιβλίο που προανέφερα και στο κεφάλαιο «Η αγάπη του πλησίον», η Σιμόνη φτάνει να ταυτίζει το Χριστό με τον πάσχοντα άνθρωπο, τον σκλάβο ή τον κατάδικο γράφοντας:

Ο Χριστός συγχώρεσε την μοιχαλίδα. Η λειτουργία της τιμωρίας δεν ταίριαζε στην επίγεια ύπαρξη που θα  κατέληγε στο σταυρό. Όμως δεν έδωσε εντολή να καταργηθεί η ποινική δικαιοσύνη. Επέτρεψε να συνεχίσουμε να ρίχνουμε πέτρες. Παντού λοιπόν όπου αυτό γίνεται δίκαια, εκείνος ρίχνει την πρώτη. Και όπως κατοικεί στον δύστυχο  πεινασμένο, που τον τρέφει ο δίκαιος, έτσι κατοικεί και στον δύστυχο κατάδικο που ο δίκαιος τον τιμωρεί. Δεν το είπε αλλά το έδειξε αρκετά πεθαίνοντας  σαν κατάδικος του  κοινού ποινικού δικαίου. Είναι το θείο πρόσωπο των καταδίκων. (Εκλογή, σ. 32)

Μπορεί να μην έδωσε εντολή να καταργηθεί η ποινική δικαιοσύνη, αλλά κάλεσε τους ανθρώπους να αλλάξουν ριζικά την ως τότε επικρατούσα νοοτροπία και κατάσταση. Η παρότρυνση προς τους μαθητές (και εξ αυτού προς όσους τον ακολουθούν) «αγαπάτε αλλήλους» ανοίγει το δρόμο για μετάθεση της προσοχής στα ένδον, για προσήλωση της προσοχής σ’ εκείνο το «η βασιλεία του Θεού εντός υμών έστιν» που ως τότε λειτουργούσε λειψά ή δεν λειτουργούσε καθόλου. Είναι  προβληματικό να πεις ότι ο Χριστός δεν καταργεί την ποινική δικαιοσύνη. Μήπως, άλλωστε, αυτή δεν ανήκει στο «βασίλειο του Καίσαρα»; Το βασίλειο του Χριστού «δεν είναι του κόσμου τούτου»  άρα και οι τιμωρίες του.

Ας προχωρήσουμε πιο γενικά. Ένα είναι σίγουρο. Την Βέιλ  την ενδιαφέρουν δύο κυρίως πράγματα: η αυταπάρνηση, στην οποία δίνει θεολογική διάσταση, γιατί την αναφέρει στον ίδιο τον Χριστό που απαρνείται την θεία φύση του για να κατέβει στη γη («εν μορφή Θεού υπάρχων εαυτόν εκένωσεν μορφήν δούλου λαβών», λέει ο Παύλος), και η υπέρβαση του εαυτού. Αυτά τα δύο ορίζουν την πορεία της και τη συγγραφική της προσφορά. Υπογραμμίζονται παντού. Άλλωστε, το ένα παραπέμπει στο άλλο. Ταυτόχρονα υπογραμμίζεται η μέσα διάσταση. Αυταπάρνηση σημαίνει απαρνούμαι τον εαυτό μου για χάρη του άλλου ή των άλλων και αυτό σημαίνει και υπέρβαση του εαυτού. Γιατί, τελικά, ο εαυτός δεν είναι το ατομικοποιημένο εγώ, αλλά το προσωποποιημένο άνοιγμα στο Φως που με ωθεί να συναντηθώ ουσιαστικά με τον άλλο. Αλλιώς δεν γίνεται ούτε να καταλάβω-νιώσω την παρουσία του άλλου, ούτε να τον αγαπήσω. Εάν δεχτούμε απροσωπία, δεν μπορούμε να την δεχτούμε παρά όπως την θέτει ο Απόστολος: «δεν ζω εγώ, ζει μέσα μου ο Χριστός». Ανεξάρτητα από τις διατυπώσεις της η Βέιλ ενδιαφέρεται για μια τέτοια πραγματικότητα. Το λέει στο βιβλίο της Η βαρύτητα και η Χάρη[2]:

Να κενωθούμε από τον κόσμο. Να ντυθούμε τη φύση του δούλου. Να κατεβούμε στο σημείο που καταλαμβάνουμε στο χώρο και στο χρόνο. Στο τίποτε. Να γυμνωθούμε από την αυταπάτη της βασιλείας του κόσμου. Απόλυτη μοναξιά. Τότε κατέχουμε την αλήθεια του κόσμου. (ό.π. στην παλιά έκδοση που προανέφερα, σ. 64)

Και μια άλλη φοβερή διατύπωση:

Δεν κατέχουμε τίποτα στον κόσμο-γιατί η τύχη μπορεί να μας τα στερήσει όλα-εκτός από το δικαίωμα να λέμε εγώ. Αυτό είναι που πρέπει να δώσουμε στο Θεό, δηλαδή να καταστρέψουμε. Δεν υπάρχει καμιά άλλη ελεύθερη πράξη που να μας επιτρέπεται, εκτός από την καταστροφή του εγώ. (ό.π., σ. 65)

Πολύ βαριά πράγματα θα πείτε. Ανέφικτα ή ανεφάρμοστα. Αληθινά ωστόσο. Ρίχνουμε μακριά το κοντάρι γιατί αν το ρίξουμε κοντά η προσπάθεια θα είναι σχεδόν ανύπαρκτη. Σ’ ένα κόσμο που έχει βουλιάξει στην απόλαυση, στην ηδονή, στη βία και  την απάτη, στον οικονομισμό και την αποθέωση της σχέσης πουλάω-αγοράζω, πώς να ηχήσουν αυτά που γράφει η Βέιλ; Διαβάζω στο «Επίμετρο» του Ζουμπουλάκη:

Η σκέψη της Βέιλ, όπως και πολλών άλλων προφητών, μυστικών, δασκάλων, στοχαστών, ποιητών, είναι μια σκέψη του αδυνάτου, εξ ορισμού δηλαδή μη εφαρμόσιμη. […] Χωρίς αυτούς όμως, αν μείνουμε δηλαδή μόνο στα όρια του νόμου, τότε ο δρόμος προς την απανθρωπιά είναι ορθάνοιχτος, και μάλιστα με ήσυχη συνείδηση. Η φωνή τους είναι μια φωνή ανακλητική. Εκεί που ζούμε αμέριμνοι, στην κανονικότητα της αδιαφορίας μας για τους πάσχοντες, εκπληρώνοντας μόνο όσα επιβάλλει ο νόμος, η φωνή της Βέιλ μας ανακαλεί στην ανθρωπιά μας. Μας ανακαλεί δηλαδή στη μωρία της αγάπης. (σ. 76)

Όπως και νά ‘ναι η Βέιλ μἀς παραπέμπει στο Ευαγγέλιο και τον Παύλο. Αυτά τα χρειαζόμαστε, χριστιανοί και μη σήμερα, περισσότερο από οτιδήποτε άλλο. Εκεί μέσα βρίσκουμε, τελικά, τη σημασία του προσώπου και της απροσωπίας.

ΣΩΤΗΡΗΣ ΓΟΥΝΕΛΑΣ


[1] Το μετέφρασα το 1983 μαζί με την Β. Τριανταφύλλου και περιείχε κεφάλαια από διάφορα βιβλία της Βέιλ. Το συγκεκριμένο απόσπασμα προέρχεται από τη γαλλική έκδοση Attente de Dieu και συγκεκριμένα από το κεφάλαιο «Αγάπη για την τάξη του κόσμου». Είναι παράξενο πως δεν γίνεται στο «Επίμετρο» καμιά αναφορά σε αυτή την έκδοση, ενώ ήταν η πρώτη στα ελληνικά μετάφραση κειμένων της Βέιλ (που κακώς δεν επανεκδόθηκε).

[2] Το βιβλίο της Η βαρύτητα και η χάρη μεταφράστηκε ολόκληρο από την Αντιγόνη Βρυώνη και εκδόθηκε από τις εκδόσεις Αστρολάβος/Ευθύνη το 1989.

*(Πρώτη δημοσίευση τοῦ κειμένου: Σύναξη 149 (Ἰανουάριος-Μάρτιος 2019)

 

Advertisements