Αντώνης Μπαλασόπουλος

Αντώνης Μπαλασόπουλος, Τέσσερα ποιήματα

Ο κυνηγός

O κυνηγός
δε βλέπει τον θάνατο
στο στόχαστρο.
Βλέπει μονάχα
ένα μέσο στον σκοπό
κι έναν σκοπό στον στόχο.
Ξαπλώνει με το σίδερο
την αλεπού στο χιόνι.
Την κόκκινη κλωστή της
στο σεντόνι
ξετυλίγει.

Διαφεντεύει
την απόσταση
με τον σκύλο του.
Με την ακαριαία του βούληση
ράβει την ολόκληρη
πλευρά εδώ
στη σκισμένη
πλευρά εκεί
με τη μαύρη βελόνα
στον θάνατο τη ράβει
για προικιό.

Μέσα του όμως
μια άλλη αλεπού
τον τρώει
αόρατη, κυτταρική·
τουφέκι δεν ακούγεται.
Τη νύχτα, αργά,
θα βρει το πρώτο αίμα
εκεί που κατουράει.
Και θ’ αναρωτηθεί
πώς ήρθε πίσω
η πληγή.

~.~

Ο υποδεέστερος άγγελος

O υποδεέστερος άγγελος
με τα πρισματικά του μάτια
βλέπει τον παράδεισο
σαν μωσαϊκό
κρυστάλλινο, λευκό
σε σχήμα κύβου
πεθαίνει
πριν προλάβει
να τον γευτεί
το λίγο αίμα του
σαν μέταλλο
πικρίζει πάνω στη μικρή
Εδέμ, δίπλα στο φλυτζάνι
το κουτάλι για λίγο
δονείται
έπειτα ακούγονται πάλι
απρόσκοπτα
τα ωδικά πτηνά
που θα ’ρθουν
να τον κατασπαράξουν
γιατί είναι μόνο
ο υποδεέστερος άγγελος
γιατί υμνείται μόνο
εδώ
για μια στιγμή
και πάει.

~.~

Το κοράκι

Το κοράκι είναι ένα είδος παρωδίας·
ένας φτερωτός βανδαλισμός
σε βάρος του γράμματος.
Γιατί, ενώ φτιαχτήκαμε κατ’ εικόνα
και ομοίωση του προσώπου,
εκπέσαμε στην ομοίωση
ενός σημείου που φθείρεται
από ερμηνείες.
Κι έτσι θα θέλαμε
να είμαστε γυαλιστεροί
και μαύροι και κακόφωνοι
και να αφήνουμε ίχνη τσουγκράνας
στην χιονισμένη γη.
Αυτό είναι για μας το κοράκι:
Ένα «ποτέ πια» σκοτεινότερο
του παπαγάλου και πιο κατηγορηματικό
απ’ τη γλυκιά φλυαρία του αηδονιού,
ένας καθρέφτης που τον σπάμε
με τη θέλησή μας, παρά τα εφτά
χρόνια κακοτυχίας. Κι όσο
για το τι είμαστε εμείς για το κοράκι
δε γνωρίζω. Ρωτήστε
τα σύρματα και ρωτήστε τα χωράφια
που τρελαίνονται απ’ το κίτρινο στα στάχυα
και φύγετε, φύγετε μακριά
απ’ αυτό το ποίημα.

~.~

Ο φονιάς

Ο φονιάς τριγυρνάει ορφανός μες στο δρόμο.
Ποιος μπορεί να διατρέξει τις ερωτήσεις
που βαραίνουν στην πλάτη του;
Σε ποιο σπίτι γεννήθηκε;
Ποια βροχή Φθινοπώρου τον κλαίει;

Έχει μια καρδιά που γέρνει απ’ το αίμα
σαν ήλιος που δύει
κι έχει αδύναμο στέρνο. Έχει αδέρφια
μυριάδες, μεταξύ τους αγνώριστα.
Κι έχει ένα μικρό, σκουριασμένο τραγούδι.

Τον δικάζουν τα λιόδεντρα, τον δικάζει ο ήλιος.
Τον δικάζει η χλόη μυριόστομη
κι η επίορκη πάχνη· κι ο αδέκαστος κόρακας
τρυγάει τον σβέρκο του
και ρουφάει τη χαρά του και κρώζει.

ΑΝΤΩΝΗΣ ΜΠΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ

W. H. Auden, Εις μνήμην W. B. Yeats (μετάφραση Αντώνης Μπαλασόπουλος)

wby2

W. H. AUDEN

Εις μνήμην W. B. Yeats

I
Χάθηκε μες στο καταχείμωνο:
Παγωμένα τα ρυάκια, τ’ αεροδρόμια σχεδόν έρημα,
Το χιόνι παραμόρφωνε τα δημόσια αγάλματα·
Ο υδράργυρος βυθιζόταν στο στόμα της θνήσκουσας μέρας.
Τα όργανα που διαθέτουμε συμφωνούν
Η μέρα του θανάτου του ήταν μια σκοτεινή, κρύα μέρα.

Μακριά απ’ την ασθένειά του,
Οι λύκοι έτρεχαν στα αειφόρα δάση,
Ο χωριάτης ποταμός δεν έμπαινε στον πειρασμό απ’ τις μοντέρνες προκυμαίες·
Απ’ τις θρηνητικές γλώσσες
Ο θάνατος του ποιητή κρατήθηκε μακριά απ’ τα ποιήματά του.

Αλλά γι’ αυτόν ήταν το τελευταίο του απόγευμα ως ο εαυτός του,
Ένα απόγευμα από νοσοκόμες και φήμες·
Οι επαρχίες του σώματός του εξεγέρθηκαν,
Οι πλατείες του νου του ήταν άδειες,
Η σιωπή εισέβαλε στα προάστια,
Το ρεύμα της συναίσθησής του έπεσε· έγινε οι θαυμαστές του.

Τώρα είναι σκόρπιος ανάμεσα σε εκατό πόλεις
Εντελώς παραδομένος σε άγνωστες τρυφερότητες,
Για να βρει την ευτυχία του σ’ ένα άλλο είδος δάσους
Και να τιμωρηθεί από ξένο κώδικα συνείδησης.
Οι λέξεις του νεκρού
Μετατρέπονται στα σπλάχνα των ζώντων.

Αλλά στη σημασία και τον θόρυβο του αύριο
Όταν οι μεσίτες βρυχώνται σαν θηρία στο Χρηματιστήριο
Και οι φτωχοί έχουν τα μαρτύρια στα οποία έχουν μάλλον συνηθίσει
Και στο κελί του εαυτού του ο καθένας έχει σχεδόν πειστεί για την ελευθερία του
Κάποιες χιλιάδες θα σκέφτονται τούτη τη μέρα
Όπως σκέφτεται κανείς μια μέρα όπου έκανε κάτι ελαφρώς ασυνήθιστο.

Τα όργανα που διαθέτουμε συμφωνούν
Η μέρα του θανάτου του ήταν μια σκοτεινή, κρύα μέρα.

II
Σαν εμάς ήσουν άμυαλος· το χάρισμά σου επιβίωσε από όλα:
Απ’ την ενορία των ευκατάστατων γυναικών, από τη φυσική φθορά,
Από σένα. Η τρελή Ιρλανδία σε πλήγωσε ως την ποίηση.
Τώρα, η Ιρλανδία έχει ακόμα την τρέλα της και τον καιρό της,
Γιατί η ποίηση δεν κάνει κάτι να συμβαίνει: επιβιώνει
Στην κοιλάδα που η ίδια φτιάχνει, όπου τα διευθυντικά στελέχη
Δεν θα ’θελαν ποτέ ανάμιξη, ρέει προς τον Νότο
Από αγροκτήματα απομόνωσης, από πολυάσχολες θλίψεις,
Πόλεις ωμές στις οποίες πιστεύουμε και στις οποίες πεθαίνουμε• επιβιώνει,
Ένας τρόπος του γίγνεσθαι, ένα στόμα.

III
Γη, δέξου έναν επισκέπτη με τιμή:
Ο Γουίλιαμ Γέιτς ήρθε ν’ αναπαυθεί.
Το Ιρλανδικό σταμνί να κείτεται ας αφεθεί
Άδειο απ’ τη δική του ποίηση.

Στου σκοταδιού τον εφιάλτη
Γαυγίζουν όλοι οι σκύλοι στην Ευρώπη
Κι αναμένουν τα έθνη που ’ναι ζωντανά,
Όλα τους μες στο μίσος τους κλεισμένα·

Της διανόησης η ατίμωση
Από κάθε πρόσωπο κοιτάζει
Και του οίκτου οι θάλασσες
Σ’ όλα τα μάτια παγωμένες και κλειστές.

Ακολούθα, ποιητή, ακολούθα
Ως της νύχτας τον πυθμένα,
Με τη φωνή σου, που λύνει τα δεσμά
Κάνε μας να εκφράσουμε χαρά·

Καλλιεργώντας μία ρίμα
Κάνε την κατάρα κλήμα,
Για την ανθρώπινη τραγούδα αποτυχία,
Μ’ εκστατική απελπισία·

Μέσα στης καρδιάς την ερημιά
Άσε να τρέξουν τα ιαματικά νερά,
Μες στων ημερών του τη φυλακή
Δίδαξε τον λεύτερο να υμνολογεί.

Μετάφραση Αντώνης Μπαλασόπουλος

william-butler-yeats

Αντώνης Μπαλασόπουλος, Cappella Sestina

 

Λείπει, αὐτὸ τὸ σούρουπο, ἀπ᾽ τὸ ἐκκλησάκι ὁ Θεός
καὶ στὸ κατόπι του ἒμειναν οἱ κουρασμένοι ἀγγέλοι
τὸ κράτος τῆς ἀμπέλου δεσπόζει στὸ ἱερό,
μὲ μάνταλο γερὸ σφαλίζονται οἱ πύλες
καὶ στὰ κεριὰ οἱ θησαυροὶ τοῦ μελισσιού ἀνάβουνε
καὶ νά ὁ παππὰς ὁ ἔρημος, μὲ τ᾽ ἄμφια του μεθάει. (περισσότερα…)

Αντώνης Μπαλασόπουλος, Ποιήματα

 

Ο τζίτζικας

Από την σκοτεινή γη
στο πολλαπλασιασμένο επί πέντε
φως του Ιούλη, ο τζίτζικας
τρελαίνεται σαν τον δεσμώτη
της πλατωνικής σπηλιάς
που αντικρίζει τον ήλιο
πρώτη φορά. Η τρέλα του
είναι τραγούδι ως το θάνατο, (περισσότερα…)