ανθολογία

Νέοι ποιητές ενός νέου αιώνα | 9. Λένια Ζαφειροπούλου

ΔΙΑΡΚΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ 2000-2020

Ποιά ἡ ποίηση τοῦ 21ου αἰώνα καὶ ποιοί οἱ ποιητές της; Χιλιάδες ποιητικὲς συλλογές, εἴτε τυπωμένες ἀπὸ ἐπώνυμους οἴκους εἴτε αὐτοεκδόσεις, ἑκατοντάδων ἢ καὶ χιλιάδων ποιητῶν ποὺ ἀναζητοῦν τὴν θέση τους στὴν Νεοελληνικὴ Λογοτεχνία. Τί μένει ὅμως καὶ τί περνάει ἀπὸ τὴν κρησάρα τῆς κριτικῆς; Τί ἐπιβιώνει –ἢ ἔστω, τί φαίνεται ὅτι μπορεῖ νὰ ἐπιβιώσει– στὴν μνήμη τῆς ἀναγνωστικῆς κοινότητας;

Ἀποπειρώμενο μιὰν ἀπάντηση στὰ παραπάνω, τὸ Νέο Πλανόδιον ἐγκαινιάζει τὴν ἑβδομαδιαία στήλη ‘‘Νέοι ποιητὲς ἑνὸς νέου αἰώνα. Διαρκὴς ποιητικὴ ἀνθολογία 2000-2020’’. Γιὰ διάστημα δύο ἐτῶν καὶ ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὸν Φεβρουάριο τοῦ 2019, θὰ ἀνθολογοῦμε κάθε ἑβδομάδα ἀπὸ ἕνα ἢ περισσότερα ποίηματα ἑνός/μιᾶς συγγραφέα, ποὺ θὰ πληροῦν δύο προϋποθέσεις: θὰ εἶναι α) δημοσιευμένα μετὰ τὸ 2000, καὶ β) γραμμένα ἀπὸ ποιήτριες ἢ ποιητὲς 45 ἐτῶν καὶ νεώτερους, γεννημένους δηλαδὴ ἀπὸ τό –σημαδιακό– 1974 καὶ ἑξῆς.

Τὰ ποιήματα θὰ παρατίθενται πολυτονισμένα, δίχως ὅμως ἄλλες παρεμβάσεις στὸ πρωτότυπο. Ἐπίσης, στὸ τέλος κάθε ἑξαμήνου θὰ δημοσιεύεται στὸν ἱστότοπο ὁ Θησαυρὸς Ἀναγνώσεων τῶν ἀνθολόγων μὲ τὴν μορφὴ ἀναλυτικοῦ καταλόγου, ὅπου καὶ θὰ καταγράφονται ὅλες οἱ ποιητικὲς συλλογὲς ποὺ εἴδαμε στὸ διάστημα αὐτό. Τὰ ποιήματα ποὺ θὰ προκύψουν στὸ πέρας τῆς διαρκοῦς αὐτῆς ἀνθολόγησης, συμπληρωμένα ἐνδεχομένως καὶ μὲ ἄλλα, θὰ ἀποτελέσουν τὸν κορμὸ μιᾶς ἔντυπης Ἐκλογῆς.

Οἱ σκοποὶ τοῦ ἐγχειρήματος, δύο: νὰ ἀναδείξουμε τὰ ἀξιανάγνωστα ποιήματα ποὺ γράφονται στὶς μέρες μας ἀπὸ νέους ποιητές· καὶ νὰ συμβάλλουμε στὴν ἐπόπτευση τῆς νεοελληνικῆς ποίησης τοῦ αἰώνα μας, μακριὰ ἀπὸ παρελκυστικὲς κατηγοριοποιήσεις, αἰσθητικὲς ἢ/καὶ ἰδεολογικές.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ – ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΟΡΔΑΣ


Μὲ δεδομένο τὸν τεράστιο ὄγκο τῆς τρέχουσας ποιητικῆς παραγωγῆς, ποὺ ξεπερνᾶ τοὺς 800 τίτλους ἐτησίως (813 γιὰ τὸ 2017, βάσει ἐπίσημων στοιχείων ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴ Βιβλιοθήκη), οἱ ἀνθολόγοι δὲν τρέφουν ψευδαισθήσεις ὅτι εἶναι σὲ θέση νὰ τὴν παρακολουθήσουν στὴν πληρότητά της. Ὑπόσχονται ὅμως νὰ ἐξετάσουν φιλότιμα ὅλα τὰ βιβλία ποὺ θὰ τεθοῦν ὑπ’ ὄψιν τους. Οἱ φίλοι νέοι ποιητὲς μποροῦν νὰ τὰ στέλνουν στὶς διευθύνσεις: Ἀγησιλάου 7, Ἡράκλειο Ἀττικῆς, 141-22 καὶ Ἁγ. Φανουρίου 2, Ζωγράφου, 157-72 [Μὲ τὴν ἔνδειξη: “Α.Β.Γ.-Α.Κ. γιὰ τὸ Ν.Π.” στὰ στοιχεῖα τοῦ παραλήπτη].


Λένια Ζαφειροπούλου

(Paternoster Square. Μιὰ διαδρομὴ σὲ 53 στάσεις, Ἀθήνα, Πόλις, 2012)

09

47

Σάλπαραν γιὰ τὶς χῶρες ποὺ ἦταν ἄλαλες
Καὶ δὲν θὰ εἶχαν τί νὰ ἀποκριθοῦν
Τὰ πλοῖα τους πρόβαλαν πίσω ἀπὸ τοὺς βράχους
Ἄγνωστοι ὄγκοι μιᾶς θεομηνίας
Ποὺ προχωρεῖ χωρὶς νὰ βιάζεται
Οἱ ἄνθρωποι τῶν ἄλαλων χωρῶν
Σηκώσανε τὰ χέρια
Κι ἅρπαξαν τὸ κεφάλι τους

Ἀποβιβάστηκαν
Τὰ μάτια τῶν κατοίκων
Ἄστραψαν δίχως νόημα

Τὰ ἄγρια ζῶα
Μπῆκαν ἀργὰ ἀργὰ ἀπὸ τὶς βεράντες
Στὶς νέες ἐπαύλεις
Πήρανε θέση στὰ ἐπίσημα δωμάτια
Κι ἔγιναν διακόσμηση

Πρόθυμα ἡ γῆ ξαπλώθηκε γι’ αὐτούς
Ἔφτυσαν κάτω
Τὰ χέρια ἔβγαλαν ἀπὸ τὶς τσέπες
Καὶ τὴν πλησίασαν τρίβοντάς τα
Οἱ πράξεις ἔχασαν κι αὐτὲς
Τὰ παλαιὰ ὀνόματα

Ἔμπαιναν ἀνυπόδητοι στὰ σπίτια
Γεμάτη ἀναπαραγωγὴ
Ἦταν ἡ σκόνη αὐτῆς τῆς γῆς
Ἕτοιμη σὲ μιὰ νύχτα
Νὰ ὀρθώσει δέντρα πάνω στὸ χαλί

Στὸ πλάι τους τὸ μαστίγιό τους
Ἀνέβαινε σὰν κατοικίδιο πηδηχτὰ τὶς σκάλες
Ἐπάνω ἀπ’ τὸ κεφάλι τους οἱ γύπες
Ἔγραφαν στέμματα νοητά

~.~

(Σκληρὸ νὰ σκοντάφτεις σὲ πέτρες, Ἀθήνα, Πατάκης, 2016)

16603066_748522195325944_6112644418488486676_n
ΤΩΡΑ ΑΠΟ ΤΟ στηθαῖο τῆς γέφυρας
Τὰ χέρια σου ἀκουμποῦν ὅπως τῶν βασιλιάδων στὰ μπαλκόνια
Ἀκόμη
Καὶ τούτη ἡ στάση ἐπιτρέπεται

Καὶ ἄλλες πολλές
Μπορεῖς νὰ βγεῖς μὲ μιὰ κορόνα στὸ κεφάλι
Μὲ ἕνα ἔμβλημα πολεμικὸ στὸ στῆθος
Ἀπὸ ἐκεῖνα ποὺ βδελύσσονται ὅλοι
Νὰ ἐξακοντίσεις ὕβρεις
Πάνω ἀπ’ τὸν ποταμὸ πρὸς τὰ ὑπαίθρια ἀναψυκτήρια
Νὰ ἀναρτηθεῖς σὲ ἰστία
Νὰ ἐνσαρκωθεῖς ὡς προσβολή

Ἐδῶ εἶναι ἡ χώρα τῶν ὀνείρων
Μπάλες κυλοῦν χωρὶς ὁρμὴ καὶ σταματοῦν
Πάνω σὲ ἥρεμη χλόη
Τὸ πάθος ξαστοχεῖ τὸν ἑαυτό του
Ὅλοι οἱ πολίτες κάτοχοι
Περνοῦν τὴ γέφυρα
Ὅλοι κοιτοῦν ἴσια μπροστά
Πλάγια κοιτάζουν οἱ τουρίστες μόνο
Καὶ στέκουν μιὰ στιγμή

Ἐσὺ γιατί στέκεις ἐδῶ;
Τουρίστας; Κάτοχος;
Γιὸς τῶν κτητόρων;

Πάρε τὸ βλέμμα σου ἀπ’ τὴ θυγατέρα μας
Προχώρα στὴ δουλειά σου
–Γιὰ τὸ καλό σου ἐλπίζω νὰ ἔχεις κάποια–

Ἢ πήδα μὲ ἑτοιμότητα ἴσια κάτω
Ὅταν τὸ στόμα σου γεμίσει ἡ λάσπη τοῦ βυθοῦ
Θὰ ἐννοήσεις
Ἀπὸ τί ὑλικὸ εἴμαστε ὅλοι μας φτιαγμένοι
[…]

~.~

Ἰώβ Α’ 13-22

Καὶ ὅπως καθόμουν ἔρχεται ἕνα μήνυμα
Κλείδωσαν τὸ γραφεῖο σου καὶ τὰ κλειδιὰ τὰ πέταξαν
στὸ βόθρο. Κατέσχεσαν τοὺς ὑπολογιστές, τὰ ἔπιπλα
τὰ σήκωσαν, ἔκοψαν τὶς συνδέσεις, σταμάτησαν
κλιματισμὸ καὶ σφράγισαν τὸ κτίριο. Ἔμεινα δὲ μόνος
ἐγὼ γιὰ νὰ σοῦ τὸ ἀναγγείλω.
Καθὼς ἀκόμη διάβαζα, ἔρχεται ἄλλο μήνυμα.
Στὸν οἶκο σου εἰσέβαλαν οἱ αἰχμαλωτεύοντες,
φόρτωσαν τὰ χαλιὰ καὶ τὰ κοσμήματα, τὶς συσκευές,
τὸ πιάνο καὶ τοὺς πίνακες, τὰ ἔπιπλα καὶ τὰ ἁπαλὰ
κρεβάτια. Ἀπέκτειναν ἐν στόματι τὸν κηπουρό, τὸν
θυρωρό, τὴν καμαριέρα καὶ τοὺς γείτονες. Κι ἐγὼ ποὺ
χώθηκα μὲς στὸ ρολόι τοῦ τοίχου, σώθηκα κι ἔμεινα
νὰ σοῦ τὸ ἀναγγείλω.
Κι ἐνῶ ἀκόμη διάβαζα ἔρχεται ἄλλο μήνυμα.
Ἡ τράπεζα πτώχευση κήρυξε στοὺς κήρυκες.
Καπνὸς οἱ καταθέσεις καὶ τὰ ἀποθέματα ρευστοῦ
ἐξαντλήθηκαν. Ἄγνωστοι δὲ κατέκαυσαν τὴν τράπεζαν
καὶ τοὺς τραπεζικούς, γενηθήτω ἡ τράπεζα αὐτῶν εἰς
παγίδα καὶ ἐσώθην ἐγὼ μόνος γιὰ νὰ σοῦ τὸ ἀναγγείλω.
Καθὼς ἀκόμη διάβαζα ἔρχεται ἄλλο μήνυμα.
Πνεῦμα μέγα ἦλθεν ἀπὸ τῆς ἐρήμου καὶ ἥψατο τῶν
τεσσάρων ἀεροσκαφῶν ὅπου ἐπέβαιναν τὰ τέκνα σου
καὶ κατεκρημνίσθη καὶ ἐτελεύθησαν πάντες. Σωθείς δε
μόνος ἐγώ, ἦλθα νὰ σ’ τὰ ἀναγγείλω.

Σηκώθηκα.
Πῶς πάει παρακάτω;
Νὰ διαρρήξω νὰ εὐλογήσω
Αὐτὸς γυμνὸς ἐκ κοιλίας
γυμνὸς ἐκεῖ
ἔδωκεν ἔδοξεν
τὸ ὄνομα

Ὦ Θεέ μου κάπου θά ‘χω γραμμένη τὴ συνέχεια


Ἡ Λένια Ζαφειροπούλου γεννήθηκε στὴν Ἀθήνα τὸ 1979. Εἶναι λυρικὴ τραγουδίστρια, ποιήτρια καὶ μεταφράστρια. Ἔχουν ἐκδοθεῖ τὰ ποιητικά της βιβλία:Paternoster Square. Μιὰ διαδρομὴ σὲ 53 στάσεις (2013) καὶ Σκληρὸ νὰ σκοντάφτεις σὲ πέτρες (2016). Περισσότερες πληροφορίες στὴν προσωπική της ἱστοσελίδα: www.leniasafiropoulou.gr

 

Advertisements

Νέοι ποιητές ενός νέου αιώνα |8. Ελένη Κεφάλα

ΔΙΑΡΚΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ 2000-2020

Ποιά ἡ ποίηση τοῦ 21ου αἰώνα καὶ ποιοί οἱ ποιητές της; Χιλιάδες ποιητικὲς συλλογές, εἴτε τυπωμένες ἀπὸ ἐπώνυμους οἴκους εἴτε αὐτοεκδόσεις, ἑκατοντάδων ἢ καὶ χιλιάδων ποιητῶν ποὺ ἀναζητοῦν τὴν θέση τους στὴν Νεοελληνικὴ Λογοτεχνία. Τί μένει ὅμως καὶ τί περνάει ἀπὸ τὴν κρησάρα τῆς κριτικῆς; Τί ἐπιβιώνει –ἢ ἔστω, τί φαίνεται ὅτι μπορεῖ νὰ ἐπιβιώσει– στὴν μνήμη τῆς ἀναγνωστικῆς κοινότητας;

Ἀποπειρώμενο μιὰν ἀπάντηση στὰ παραπάνω, τὸ Νέο Πλανόδιον ἐγκαινιάζει τὴν ἑβδομαδιαία στήλη ‘‘Νέοι ποιητὲς ἑνὸς νέου αἰώνα. Διαρκὴς ποιητικὴ ἀνθολογία 2000-2020’’. Γιὰ διάστημα δύο ἐτῶν καὶ ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὸν Φεβρουάριο τοῦ 2019, θὰ ἀνθολογοῦμε κάθε ἑβδομάδα ἀπὸ ἕνα ἢ περισσότερα ποίηματα ἑνός/μιᾶς συγγραφέα, ποὺ θὰ πληροῦν δύο προϋποθέσεις: θὰ εἶναι α) δημοσιευμένα μετὰ τὸ 2000, καὶ β) γραμμένα ἀπὸ ποιήτριες ἢ ποιητὲς 45 ἐτῶν καὶ νεώτερους, γεννημένους δηλαδὴ ἀπὸ τό –σημαδιακό– 1974 καὶ ἑξῆς.

Τὰ ποιήματα θὰ παρατίθενται πολυτονισμένα, δίχως ὅμως ἄλλες παρεμβάσεις στὸ πρωτότυπο. Ἐπίσης, στὸ τέλος κάθε ἑξαμήνου θὰ δημοσιεύεται στὸν ἱστότοπο ὁ Θησαυρὸς Ἀναγνώσεων τῶν ἀνθολόγων μὲ τὴν μορφὴ ἀναλυτικοῦ καταλόγου, ὅπου καὶ θὰ καταγράφονται ὅλες οἱ ποιητικὲς συλλογὲς ποὺ εἴδαμε στὸ διάστημα αὐτό. Τὰ ποιήματα ποὺ θὰ προκύψουν στὸ πέρας τῆς διαρκοῦς αὐτῆς ἀνθολόγησης, συμπληρωμένα ἐνδεχομένως καὶ μὲ ἄλλα, θὰ ἀποτελέσουν τὸν κορμὸ μιᾶς ἔντυπης Ἐκλογῆς.

Οἱ σκοποὶ τοῦ ἐγχειρήματος, δύο: νὰ ἀναδείξουμε τὰ ἀξιανάγνωστα ποιήματα ποὺ γράφονται στὶς μέρες μας ἀπὸ νέους ποιητές· καὶ νὰ συμβάλλουμε στὴν ἐπόπτευση τῆς νεοελληνικῆς ποίησης τοῦ αἰώνα μας, μακριὰ ἀπὸ παρελκυστικὲς κατηγοριοποιήσεις, αἰσθητικὲς ἢ/καὶ ἰδεολογικές.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ – ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΟΡΔΑΣ


Μὲ δεδομένο τὸν τεράστιο ὄγκο τῆς τρέχουσας ποιητικῆς παραγωγῆς, ποὺ ξεπερνᾶ τοὺς 800 τίτλους ἐτησίως (813 γιὰ τὸ 2017, βάσει ἐπίσημων στοιχείων ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴ Βιβλιοθήκη), οἱ ἀνθολόγοι δὲν τρέφουν ψευδαισθήσεις ὅτι εἶναι σὲ θέση νὰ τὴν παρακολουθήσουν στὴν πληρότητά της. Ὑπόσχονται ὅμως νὰ ἐξετάσουν φιλότιμα ὅλα τὰ βιβλία ποὺ θὰ τεθοῦν ὑπ’ ὄψιν τους. Οἱ φίλοι νέοι ποιητὲς μποροῦν νὰ τὰ στέλνουν στὶς διευθύνσεις: Ἀγησιλάου 7, Ἡράκλειο Ἀττικῆς, 141-22 καὶ Ἁγ. Φανουρίου 2, Ζωγράφου, 157-72 [Μὲ τὴν ἔνδειξη: “Α.Β.Γ.-Α.Κ. γιὰ τὸ Ν.Π.” στὰ στοιχεῖα τοῦ παραλήπτη].


Ἑλένη Κεφάλα

(Μνήμη καὶ Παραλλαγές, Ἀθήνα, Πλανόδιον, 2007)

16406513_744541209057376_8428073417178507442_n

Μέλος

Ἁγιὰ Μαρίνα καὶ κυρὰ
ποὺ ἀποκοιμίζεις τὰ μωρὰ
πάρε καὶ τὸ δικό μου
ποὺ τόσα χρόνια πέρασαν
καὶ ὕπνος δὲν τὸ παίρνει.

Ἁγιὰ Μαρίνα καὶ κυρὰ
ποὺ ἀποκοιμίζεις τὰ μωρὰ
πάρε καὶ τὸ δικό μου
ποὺ τόσα χρόνια πέρασαν
κι ἀγέννητό ΄χει μείνει.

~.~

Παλίμψηστο

Χρόνος: 
Ἀδυσώπητος
Ὅπως ἡ σιωπή σου

Φοβᾶμαι πὼς εἶν’ ἀργὰ πιὰ 
Φοβᾶμαι πὼς πιὰ εἶναι πολὺ ἀργὰ

Σκεφτόταν ὁ Μοκτεζούμα
Ὅταν ἔφτασαν οἱ βάρβαροι στὴν Τενοχτιτλάν

 ~.~

(Χρονορραφία, Ἀθήνα, Νεφέλη, 2013)

11061968_10207330752132468_5037015475044831204_o

Μέρες τοῦ 1453

Κι ἀφοῦ εἶδε πὼς αὐτὸς ἐπέμενε
τοῦ τά ΄πε ὅλα. Πὼς θά ΄φταναν οἱ
ξένοι μὲ τὸ χλωμὸ τὸ δέρμα. Πὼς
θὰ μιλοῦσαν μιὰ γλώσσα παράξενη
κι ἀκατανόητη. Πὼς θά ΄χαν γένια
καὶ μαλλιὰ μέχρι τ’ αφτιά. Πὼς
θὰ κατέβαιναν ἀπὸ πλωτοὺς πύρ-
γους μὲ μακριὰ δοκάρια. Πὼς θὰ
καβαλοῦσαν πανύψηλα ἐλάφια χω-
ρὶς κέρατα. Πὼς ἀπ’ τὰ ὅπλα τους
θά ΄βγαινε φωτιά. Πὼς ὀγδόντα
μέρες κι ὀγδόντα νύχτες θὰ πολι-
ορκοῦσαν οἱ βάρβαροι τὴν Πόλη.
Πὼς θά ΄πεφτε στὰ χέρια τους καὶ
θ΄ ἀφανιζόταν ἡ Τενοχτιτλάν. Αὐτὰ
ἔμελλε νὰ δείξουν οἱ ὀκτὼ οἰωνοὶ
τοῦ Κετσαλκόατλ, μ΄ ἀλλιῶς θὰ
τοὺς ἑρμήνευε ὁ Σοκογιότσιν.

Ὁργισμένος ὁ αὐτοκράτορας ἔβα-
λε ἀμέσως νὰ ἐκτελέσουν τὸν πα-
ράφρονα ζητιάνο.

~.~

Περιμένοντας τὸν Κορτές

Κι ὅταν ἄκουσαν τὴν ἀλησμό-
νητη κραυγὴ τοῦ νεαροῦ μα-
ντατοφόρου πῆραν τὴν πόλη
πῆραν την, πῆραν τὴν Τεκοάκ,
στὴν Τλαξκάλα οἱ εὐγενεῖς
θορυβημένοι κάλεσαν πάραυ-
τα συμβούλιο κι εἶπαν πὼς
ἄλλη λύση δὲν ὑπάρχει καὶ
συμφώνησαν πὼς δὲν ὑπάρχει
ἄλλη ἐπιλογὴ κι ἀποφασίσαν
νὰ πᾶνε μὲ τὸ μέρος τους, νὰ
τοὺς καλοδεχτοῦν τοὺς πα-
ντοδύναμους βαρβάρους.


Ἡ Ἑλένη Κεφάλα γεννήθηκε στὴν Ἀθήνα τὸ 1975 καὶ μεγάλωσε στὴν Κύπρο. Εἶναι ἀναπληρώτρια καθηγήτρια Λατινοαμερικάνικης Λογοτεχνίας στὸ Πανεπιστήμιο τοῦ St. Andrews τῆς Σκωτίας. Ἔχουν ἐκδοθεῖ οἱ ποιητικές της συλλογές: Μνὴμη καὶ Παραλλαγὲς (2007) καὶ Χρονορραφία (2013).

 

Νέοι ποιητές ενός νέου αιώνα |7. Ευτυχία Παναγιώτου

ΔΙΑΡΚΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ 2000-2020

Ποιά ἡ ποίηση τοῦ 21ου αἰώνα καὶ ποιοί οἱ ποιητές της; Χιλιάδες ποιητικὲς συλλογές, εἴτε τυπωμένες ἀπὸ ἐπώνυμους οἴκους εἴτε αὐτοεκδόσεις, ἑκατοντάδων ἢ καὶ χιλιάδων ποιητῶν ποὺ ἀναζητοῦν τὴν θέση τους στὴν Νεοελληνικὴ Λογοτεχνία. Τί μένει ὅμως καὶ τί περνάει ἀπὸ τὴν κρησάρα τῆς κριτικῆς; Τί ἐπιβιώνει –ἢ ἔστω, τί φαίνεται ὅτι μπορεῖ νὰ ἐπιβιώσει– στὴν μνήμη τῆς ἀναγνωστικῆς κοινότητας;

Ἀποπειρώμενο μιὰν ἀπάντηση στὰ παραπάνω, τὸ Νέο Πλανόδιον ἐγκαινιάζει τὴν ἑβδομαδιαία στήλη ‘‘Νέοι ποιητὲς ἑνὸς νέου αἰώνα. Διαρκὴς ποιητικὴ ἀνθολογία 2000-2020’’. Γιὰ διάστημα δύο ἐτῶν καὶ ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὸν Φεβρουάριο τοῦ 2019, θὰ ἀνθολογοῦμε κάθε ἑβδομάδα ἀπὸ ἕνα ἢ περισσότερα ποίηματα ἑνός/μιᾶς συγγραφέα, ποὺ θὰ πληροῦν δύο προϋποθέσεις: θὰ εἶναι α) δημοσιευμένα μετὰ τὸ 2000, καὶ β) γραμμένα ἀπὸ ποιήτριες ἢ ποιητὲς 45 ἐτῶν καὶ νεώτερους, γεννημένους δηλαδὴ ἀπὸ τό –σημαδιακό– 1974 καὶ ἑξῆς.

Τὰ ποιήματα θὰ παρατίθενται πολυτονισμένα, δίχως ὅμως ἄλλες παρεμβάσεις στὸ πρωτότυπο. Ἐπίσης, στὸ τέλος κάθε ἑξαμήνου θὰ δημοσιεύεται στὸν ἱστότοπο ὁ Θησαυρὸς Ἀναγνώσεων τῶν ἀνθολόγων μὲ τὴν μορφὴ ἀναλυτικοῦ καταλόγου, ὅπου καὶ θὰ καταγράφονται ὅλες οἱ ποιητικὲς συλλογὲς ποὺ εἴδαμε στὸ διάστημα αὐτό. Τὰ ποιήματα ποὺ θὰ προκύψουν στὸ πέρας τῆς διαρκοῦς αὐτῆς ἀνθολόγησης, συμπληρωμένα ἐνδεχομένως καὶ μὲ ἄλλα, θὰ ἀποτελέσουν τὸν κορμὸ μιᾶς ἔντυπης Ἐκλογῆς.

Οἱ σκοποὶ τοῦ ἐγχειρήματος, δύο: νὰ ἀναδείξουμε τὰ ἀξιανάγνωστα ποιήματα ποὺ γράφονται στὶς μέρες μας ἀπὸ νέους ποιητές· καὶ νὰ συμβάλλουμε στὴν ἐπόπτευση τῆς νεοελληνικῆς ποίησης τοῦ αἰώνα μας, μακριὰ ἀπὸ παρελκυστικὲς κατηγοριοποιήσεις, αἰσθητικὲς ἢ/καὶ ἰδεολογικές.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ – ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΟΡΔΑΣ


Μὲ δεδομένο τὸν τεράστιο ὄγκο τῆς τρέχουσας ποιητικῆς παραγωγῆς, ποὺ ξεπερνᾶ τοὺς 800 τίτλους ἐτησίως (813 γιὰ τὸ 2017, βάσει ἐπίσημων στοιχείων ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴ Βιβλιοθήκη), οἱ ἀνθολόγοι δὲν τρέφουν ψευδαισθήσεις ὅτι εἶναι σὲ θέση νὰ τὴν παρακολουθήσουν στὴν πληρότητά της. Ὑπόσχονται ὅμως νὰ ἐξετάσουν φιλότιμα ὅλα τὰ βιβλία ποὺ θὰ τεθοῦν ὑπ’ ὄψιν τους. Οἱ φίλοι νέοι ποιητὲς μποροῦν νὰ τὰ στέλνουν στὶς διευθύνσεις: Ἀγησιλάου 7, Ἡράκλειο Ἀττικῆς, 141-22 καὶ Ἁγ. Φανουρίου 2, Ζωγράφου, 157-72 [Μὲ τὴν ἔνδειξη: “Α.Β.Γ.-Α.Κ. γιὰ τὸ Ν.Π.” στὰ στοιχεῖα τοῦ παραλήπτη].


Εὐτυχία Παναγιώτου

(Μέγας κηπουρός, Ἀθήνα, Κοινωνία τῶν (δε)κάτων, 2007)

576190_512006778826174_848232981_n

ἡ ἐξοχὴ τοῦ μυαλοῦ μου

ξύπνησα χαράματα ν’ ἀλλάξω
παράθυρο, στράβωσε νὰ κοιτᾶ ἀπέναντι
τὴ θέα μου κόβοντας.
ἀνοίγω τὰ παντζούρια, ἀτίθασα
ἀπὸ τὸν ἀέρα καὶ τ’ ἄλλα κακά, ξεγλιστρᾶνε ἀπὸ
τὰ δάχτυλά μου — ψεῦτες ἐρωμένοι.
μάταια προσπαθῶ ν’ ἀνοίξω διάπλατα
τὸ φῶς νὰ μπεῖ λίγο, λέω, εἶπα  θ έ λ ω  φ ῶ ς,
ἀλλὰ χαράματα εἶναι ἀκόμη, χαράματα ἄγρια.

γενηθήτω φῶς εἶπα σ’ ἕνα παράθυρο ἀναίτιο.

 

~.~

 

(Χορευτές, Ἀθήνα, Κέδρος, 2014 [2η: 2015])

480817_507288265964692_797161637_n

Λίγο πρὶν σηκωθεῖς

Μὴν πεῖς πὼς δὲν πόθησες τὰ φτερὰ τοῦ παγονιοῦ,
ἕνα φόρεμα νὰ σκουπίζει τὴν πίστα μὲ βάλς.
Κι ἂν τὴν κορόνα σοῦ ἔκλεψε τελικὰ τὸ καρδιοχτύπι
ὅταν σὲ κοίταξε στὰ μάτια ὁ τολμηρότερος,
μὴν πεῖς πὼς ἤτανε κατακτητής·

στὰ γόνατα εἶχε πέσει.

 

 


Ἡ Εὐτυχία Παναγιώτου γεννήθηκε στὴ Λευκωσία τὸ 1980. Σπούδασε φιλοσοφία στὴν Ἀθήνα καὶ Νεοελληνικὴ φιλολογία στὸ Λονδίνο. Ἔχει μεταφράσει τὰ Ἐρωτικὰ ποίηματα τῆς Ἄνν Σέξτον, καθὼς καὶ ποιήματα τῆς Ἄνν Κάρσον. Ἔχουν ἐκδοθεῖ οἱ ποιητικές της συλλογές: Μέγας κηπουρός (2007), Μαύρη Μωραλίνα (2010) καὶ Χορευτές (2014). Ζεῖ καὶ ἐργάζεται ὡς ἐπιμελήτρια ἐκδόσεων στὴν Ἀθήνα.   

Νέοι ποιητές ενός νέου αιώνα |6. Στράτος Κοσσιώρης

ΔΙΑΡΚΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ 2000-2020

Ποιά ἡ ποίηση τοῦ 21ου αἰώνα καὶ ποιοί οἱ ποιητές της; Χιλιάδες ποιητικὲς συλλογές, εἴτε τυπωμένες ἀπὸ ἐπώνυμους οἴκους εἴτε αὐτοεκδόσεις, ἑκατοντάδων ἢ καὶ χιλιάδων ποιητῶν ποὺ ἀναζητοῦν τὴν θέση τους στὴν Νεοελληνικὴ Λογοτεχνία. Τί μένει ὅμως καὶ τί περνάει ἀπὸ τὴν κρησάρα τῆς κριτικῆς; Τί ἐπιβιώνει –ἢ ἔστω, τί φαίνεται ὅτι μπορεῖ νὰ ἐπιβιώσει– στὴν μνήμη τῆς ἀναγνωστικῆς κοινότητας;

Ἀποπειρώμενο μιὰν ἀπάντηση στὰ παραπάνω, τὸ Νέο Πλανόδιον ἐγκαινιάζει τὴν ἑβδομαδιαία στήλη ‘‘Νέοι ποιητὲς ἑνὸς νέου αἰώνα. Διαρκὴς ποιητικὴ ἀνθολογία 2000-2020’’. Γιὰ διάστημα δύο ἐτῶν καὶ ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὸν Φεβρουάριο τοῦ 2019, θὰ ἀνθολογοῦμε κάθε ἑβδομάδα ἀπὸ ἕνα ἢ περισσότερα ποίηματα ἑνός/μιᾶς συγγραφέα, ποὺ θὰ πληροῦν δύο προϋποθέσεις: θὰ εἶναι α) δημοσιευμένα μετὰ τὸ 2000, καὶ β) γραμμένα ἀπὸ ποιήτριες ἢ ποιητὲς 45 ἐτῶν καὶ νεώτερους, γεννημένους δηλαδὴ ἀπὸ τό –σημαδιακό– 1974 καὶ ἑξῆς.

Τὰ ποιήματα θὰ παρατίθενται πολυτονισμένα, δίχως ὅμως ἄλλες παρεμβάσεις στὸ πρωτότυπο. Ἐπίσης, στὸ τέλος κάθε ἑξαμήνου θὰ δημοσιεύεται στὸν ἱστότοπο ὁ Θησαυρὸς Ἀναγνώσεων τῶν ἀνθολόγων μὲ τὴν μορφὴ ἀναλυτικοῦ καταλόγου, ὅπου καὶ θὰ καταγράφονται ὅλες οἱ ποιητικὲς συλλογὲς ποὺ εἴδαμε στὸ διάστημα αὐτό. Τὰ ποιήματα ποὺ θὰ προκύψουν στὸ πέρας τῆς διαρκοῦς αὐτῆς ἀνθολόγησης, συμπληρωμένα ἐνδεχομένως καὶ μὲ ἄλλα, θὰ ἀποτελέσουν τὸν κορμὸ μιᾶς ἔντυπης Ἐκλογῆς.

Οἱ σκοποὶ τοῦ ἐγχειρήματος, δύο: νὰ ἀναδείξουμε τὰ ἀξιανάγνωστα ποιήματα ποὺ γράφονται στὶς μέρες μας ἀπὸ νέους ποιητές· καὶ νὰ συμβάλλουμε στὴν ἐπόπτευση τῆς νεοελληνικῆς ποίησης τοῦ αἰώνα μας, μακριὰ ἀπὸ παρελκυστικὲς κατηγοριοποιήσεις, αἰσθητικὲς ἢ/καὶ ἰδεολογικές.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ – ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΟΡΔΑΣ


Μὲ δεδομένο τὸν τεράστιο ὄγκο τῆς τρέχουσας ποιητικῆς παραγωγῆς, ποὺ ξεπερνᾶ τοὺς 800 τίτλους ἐτησίως (813 γιὰ τὸ 2017, βάσει ἐπίσημων στοιχείων ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴ Βιβλιοθήκη), οἱ ἀνθολόγοι δὲν τρέφουν ψευδαισθήσεις ὅτι εἶναι σὲ θέση νὰ τὴν παρακολουθήσουν στὴν πληρότητά της. Ὑπόσχονται ὅμως νὰ ἐξετάσουν φιλότιμα ὅλα τὰ βιβλία ποὺ θὰ τεθοῦν ὑπ’ ὄψιν τους. Οἱ φίλοι νέοι ποιητὲς μποροῦν νὰ τὰ στέλνουν στὶς διευθύνσεις: Ἀγησιλάου 7, Ἡράκλειο Ἀττικῆς, 141-22 καὶ Ἁγ. Φανουρίου 2, Ζωγράφου, 157-72 [Μὲ τὴν ἔνδειξη: “Α.Β.Γ.-Α.Κ. γιὰ τὸ Ν.Π.” στὰ στοιχεῖα τοῦ παραλήπτη].


Στράτος Κοσσιώρης

(Τὰ κάρβουνα, Κορώνη, (.poema..) ἐκδόσεις, 2014)

DSC_0207bw

Πακιστανοί

Εἶναι πράγματι ἐντυπωσιακὸ
τὸ πῶς συναθροίζονται τὴν κατάλληλη στιγμὴ
λίγο πρὶν τὸ ξέσπασμα τῆς μπόρας Πακιστανοὶ
πουλώντας ὀμπρέλες
ἔξω ἀπὸ τοὺς σταθμοὺς τοῦ Ἠλεκτρικοῦ.
Γι’ αὐτὸ ἂν τύχει κι ἔχω ξεχάσει
τὴν ὀμπρέλα μου στὸ σπίτι δὲν ἀνησυχῶ.

Τὴν ἄλλη μπόρα εἶναι ποὺ φοβᾶμαι –
κι ἀπ’ αὐτὴν τρόπο δὲν ἔχεις νὰ κρυφτεῖς.

~.~

Ὁ συγγραφέας

Μπῆκε μὲ περίσσια σιγουριὰ
στὸ μαγαζὶ ἕνα πρωὶ
κουρελὴς γέρος, πλανόδιος πωλητὴς
τονίζοντάς μας εὐθαρσῶς
καὶ μὲ ὕφος ἠλίθια ἐπηρμένο: «Εἶμαι ὁ
συγγραφέας
ποὺ πουλάει βιβλία, πολλὰ καὶ καλὰ βιβλία».
Ὅταν διαπίστωσα κοιτάζοντάς τα ἕνα πρὸς ἕνα
ὅτι εἶναι δικά του ἔνιωσα βαθιὰ ἐνοχλημένος,
παράλληλα ὅμως ἀναδύθηκε μέσα μου
μιὰ λύπη
γι’ αὐτὸν τὸν τσαρλατάνο τῆς γραφῆς ποὺ λίγο
ἔλειψε
μιλώντας μου γιὰ τὴν πενία τοῦ Παπαδιαμάντη
καὶ τὴν ἐγκαρτέρηση τοῦ Καβάφη νὰ
τσακωθοῦμε.
Ἀργότερα σκέφτηκα, ποιός ξέρει, ἴσως πράγματι
νὰ τὰ εἶχε μεγάλη ἀνάγκη τὰ λεφτά, ἴσως πάλι
νά ’ναι πιὸ τίμιος ἀπ’ ὅλους ἐμᾶς ποὺ
προσδοκᾶμε
στὴν τράπεζα τοῦ μέλλοντος ἐπάνω
συναλλάγματα πολλά.

~.~

Πηγαδάκια

Εἶναι νὰ θαυμάζει κανεὶς
τὴν ἀλληλεγγύη ποὺ δημιουργεῖ ἡ ἀνάγκη
σὰν βλέπεις λογῆς λογῆς ἀλλοδαποὺς
νὰ στήνουν πηγαδάκια
ἔξω ἀπὸ τὶς δημόσιες βρύσες.
Ἐνῶ ὁ Ἕλληνας –κυρίως ὁ παντρεμένος–
στὰ μουλωχτὰ
κι ὅσο πιὸ ἀθόρυβα
θὰ κάνει τὴ δουλειά του.


Ὁ Στράτος Κοσσιώρης γεννήθηκε στὴν Ἀθήνα τὸ 1981. Ἔχουν ἐκδοθεῖ οἱ ποιητικὲς συλλογές του Ὕστατος καπνός (2010) καὶ Τὰ κάρβουνα (2014).

Νέοι ποιητές ενός νέου αιώνα | 4. Αλέξιος Μάϊνας

ΔΙΑΡΚΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ 2000-2020

Ποιά ἡ ποίηση τοῦ 21ου αἰώνα καὶ ποιοί οἱ ποιητές της; Χιλιάδες ποιητικὲς συλλογές, εἴτε τυπωμένες ἀπὸ ἐπώνυμους οἴκους εἴτε αὐτοεκδόσεις, ἑκατοντάδων ἢ καὶ χιλιάδων ποιητῶν ποὺ ἀναζητοῦν τὴν θέση τους στὴν Νεοελληνικὴ Λογοτεχνία. Τί μένει ὅμως καὶ τί περνάει ἀπὸ τὴν κρησάρα τῆς κριτικῆς; Τί ἐπιβιώνει –ἢ ἔστω, τί φαίνεται ὅτι μπορεῖ νὰ ἐπιβιώσει– στὴν μνήμη τῆς ἀναγνωστικῆς κοινότητας;

Ἀποπειρώμενο μιὰν ἀπάντηση στὰ παραπάνω, τὸ Νέο Πλανόδιον ἐγκαινιάζει τὴν ἑβδομαδιαία στήλη ‘‘Νέοι ποιητὲς ἑνὸς νέου αἰώνα. Διαρκὴς ποιητικὴ ἀνθολογία 2000-2020’’. Γιὰ διάστημα δύο ἐτῶν καὶ ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὸν Φεβρουάριο τοῦ 2019, θὰ ἀνθολογοῦμε κάθε ἑβδομάδα ἀπὸ ἕνα ἢ περισσότερα ποίηματα ἑνός/μιᾶς συγγραφέα, ποὺ θὰ πληροῦν δύο προϋποθέσεις: θὰ εἶναι α) δημοσιευμένα μετὰ τὸ 2000, καὶ β) γραμμένα ἀπὸ ποιήτριες ἢ ποιητὲς 45 ἐτῶν καὶ νεώτερους, γεννημένους δηλαδὴ ἀπὸ τό –σημαδιακό– 1974 καὶ ἑξῆς.

Τὰ ποιήματα θὰ παρατίθενται πολυτονισμένα, δίχως ὅμως ἄλλες παρεμβάσεις στὸ πρωτότυπο. Ἐπίσης, στὸ τέλος κάθε ἑξαμήνου θὰ δημοσιεύεται στὸν ἱστότοπο ὁ Θησαυρὸς Ἀναγνώσεων τῶν ἀνθολόγων μὲ τὴν μορφὴ ἀναλυτικοῦ καταλόγου, ὅπου καὶ θὰ καταγράφονται ὅλες οἱ ποιητικὲς συλλογὲς ποὺ εἴδαμε στὸ διάστημα αὐτό. Τὰ ποιήματα ποὺ θὰ προκύψουν στὸ πέρας τῆς διαρκοῦς αὐτῆς ἀνθολόγησης, συμπληρωμένα ἐνδεχομένως καὶ μὲ ἄλλα, θὰ ἀποτελέσουν τὸν κορμὸ μιᾶς ἔντυπης Ἐκλογῆς.

Οἱ σκοποὶ τοῦ ἐγχειρήματος, δύο: νὰ ἀναδείξουμε τὰ ἀξιανάγνωστα ποιήματα ποὺ γράφονται στὶς μέρες μας ἀπὸ νέους ποιητές· καὶ νὰ συμβάλλουμε στὴν ἐπόπτευση τῆς νεοελληνικῆς ποίησης τοῦ αἰώνα μας, μακριὰ ἀπὸ παρελκυστικὲς κατηγοριοποιήσεις, αἰσθητικὲς ἢ/καὶ ἰδεολογικές.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ – ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΟΡΔΑΣ


Μὲ δεδομένο τὸν τεράστιο ὄγκο τῆς τρέχουσας ποιητικῆς παραγωγῆς, ποὺ ξεπερνᾶ τοὺς 800 τίτλους ἐτησίως (813 γιὰ τὸ 2017, βάσει ἐπίσημων στοιχείων ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴ Βιβλιοθήκη), οἱ ἀνθολόγοι δὲν τρέφουν ψευδαισθήσεις ὅτι εἶναι σὲ θέση νὰ τὴν παρακολουθήσουν στὴν πληρότητά της. Ὑπόσχονται ὅμως νὰ ἐξετάσουν φιλότιμα ὅλα τὰ βιβλία ποὺ θὰ τεθοῦν ὑπ’ ὄψιν τους. Οἱ φίλοι νέοι ποιητὲς μποροῦν νὰ τὰ στέλνουν στὶς διευθύνσεις: Ἀγησιλάου 7, Ἡράκλειο Ἀττικῆς, 141-22 καὶ Ἁγ. Φανουρίου 2, Ζωγράφου, 157-72 [Μὲ τὴν ἔνδειξη: “Α.Β.Γ.-Α.Κ. γιὰ τὸ Ν.Π.” στὰ στοιχεῖα τοῦ παραλήπτη].


Ἀλέξιος Μάινας

(Τὸ περιεχόμενο τοῦ ὑπόλοιπου, Ἀθήνα, Γαβριηλίδης, 2011)

.23423423

Ὁ αὐτοκράτορας

Τίποτα μικρό.

Ὀνειρεύτηκα μιὰ αὐλὴ μὲ φοίνικες καὶ παρτέρια
ὀνειρεύτηκα τὴν αἰχμαλωσία ἀπ’ τὰ παράθυρα
τοῦ κελιοῦ μου.
Σκλάβοι ἀδράξαν τὶς ἁλυσίδες καὶ μ’ ἔσυραν
κατὰ μῆκος τοῦ δαίδαλου στὶς μουχλιασμένες σκάλες
κι ἀπὸ κεῖ σὲ ἀψιδωτὲς αἴθουσες καὶ κατατρεγμοὺς
μὲ ὐαλογραφήματα καὶ τοὺς ἥλιους στοὺς τοίχους,
κι ἀπὸ κεῖ σὲ χαλιά, βεντάλιες μὲ χρυσοκάνθαρους
καὶ χαλκοτύμπανα στὶς πανοπλίες τῆς πόρτας.
Εἶπαν:
Πίσω ἀπὸ δῶ εἶναι αὐτὸς ποὺ θὰ κρίνει τὴν τύχη σου.
Ἐδῶ θὰ μπεῖς μόνος.
Κάποιος γέλαγε πίσω ἀπ’ τὴν πόρτα.
Τὸν εἶδα. Καθόταν καταγῆς σ’ ἕνα δέρμα ἀρνιοῦ
καὶ κρατοῦσε τὴν ξύλινη ρομφαία του. Ἔβλεπε τηλεόραση.
Φοροῦσε μιὰ πράσινη σαλιάρα.

 ~.~

Ἡ ὕπαρξη τῶν δασῶν

– Ἡ ἁπλότητά σου
καθὼς προδίδεται
δὲν ξεχνάει ν’ ἀγκαλιάσει
τὸν ἑαυτό της.
– Δὲ γνώριζα καὶ τὰ θεωροῦσα
ὅλα διαρκῆ.

Ποθώντας τ’ ὁλότελο μεγαλώνουν τὰ χέρια,
βυθίζουν κορίτσια στὶς γοῦβες τους λίγο,
μὰ περνάει ὁ καιρός, βαραίνει ἡ αἰθέρια
καρδιά· μὲς στὶς λέξεις τὰ χείλη μου σμίγω.

Τὰ παράθυρα δάση διαγράφουν καὶ τρένα·
εἶναι δίπλα γυμνή, μὲ κοιτάζει γιὰ πάντα,
τὸ νιώθει πὼς φεύγω καθὼς πιάνει τὴ χτένα,
πὼς μ’ ἐλκύει τὸ ξένο, τῶν δρυμῶν τὰ συμβάντα.

Παλιὰ ἱστορία, στέκω ἀκόμα στὸ τζάμι·
στὸ μυαλὸ πινελιές, μὲς στὸν ἥλιο σκοτάδια,
τὸ μέλλον τῆς μοιάζει σολομὸς σὲ ποτάμι
ποὺ μὲ μνῆμες εἰσβάλλει στὰ δωμάτια τὰ ἄδεια.

Ἤδη πέρα ἔχει πέσει ἀπ’ τὸ κατάστρωμα ὁ ἥλιος,
δές, συννέφιασε μπροῦντζο κι ἔχει ἀρχίσει νὰ βρέχει
τὴ στιγμὴ ποὺ τὸ χρῶμα, μιὰ βροντὴ καὶ ἡ ὕλη ὡς
καθρέφτης, μαρτυροῦν πὼς τὸ πρὶν ἀπ’ τὸ τώρα ἀπέχει.

Δὲν θυμᾶμαι ἂν τῆς εἶπα «ἔχουν ὅλα τελειώσει»
ὅταν τρίκλισα ἄτολμα πρὸς τὸν φάρο στὴν πόρτα,
στὸν κῆπο ξεβράστηκα μὲ μιὰ ἀδύναμη ὤση
κι ἤδη τρίζαν στὶς μπότες τῶν δρυμῶν μου τὰ χόρτα.

~.~

(Τὸ ξυράφι τοῦ Ὄκαμ, Μικρὴ Ἄρκτος, 2014)
William-of-Ockham-stained-glass.png

 

 

 

 

 

(Felix aestheticus, 08:50
Ἐπὶ τῇ βάσει ἄνυδρων νερόλακκων)

Γιὰ παράδειγμα ὁ Ἀμαζόνιος εἶναι μύθος τῆς τζεογκράφικ, τοῦ BBC
τοῦ τρέχα γύρευε.
Ἐνῶ ὡς σονέτο:
Τὸ φῶς τοῦ παντζουριοῦ σχεδιάζει στὸ χαλὶ
τὴν κάτοψη ἑνὸς δάσους
μὲ ἐξωτικὰ πουλιά, ἔντονα ἔντομα
καὶ θεόρατες ρίζες ποὺ βγαίνουν ἀπ’ τὸ νερό.
Τὸ πρωὶ ποὺ χαλᾶνε τὸν κόσμο
σηκώνομαι καὶ κάνω βόλτες ἀνάμεσα
στὰ τηλεγραφόξυλα τῶν κορμῶν
καὶ τὰ φαρδιὰ λουλούδια δίπλα στὸ κρεβάτι.
Μὲ μιὰ πιρόγα ἀπὸ φελλὸ πλησιάζω τὴν κουζίνα.
Κουπὶ ποὺ σπρώχνει τὰ νερόφιδα
στὰ κόκκινα κυρήγματα τοῦ ἰβίσκου.
Τ’ ἀγριεμένα ροῦχα μου ἀνεμίζουν.
Ἀνάμεσα στὶς φυλλωσιὲς τῶν κουρτινόξυλων
ἀκούω τὶς φωνὲς τῶν ἰαγουάρων.

~.~

(19:08) Ἕξι συνώνυμα τοῦ Γκέοργκ Χάυμ

Μεγάλα ρόδια
σὰν καρδιὲς
μὲ ρωγμὲς

σὰν άπογεύματα
στὰ τέλη
τοῦ Λυκείου

~.~

Ἐξάχνωση πεζοδρομίου, 01:10)
Μπροστά σου δὲν ὑπάρχει ὁδὸς καὶ πίσω σου χαλάει

(Exordium)

Τὰ καναρίνια
εὔκολα κίτρινα πουλιὰ σχεδιασμένα πρόχειρα
φωνάζουν στὸ σκοτάδι
κι οἱ κόπροι τῆς ἀλάνας γαβγίζουν καὶ τὰ πεῦκα.
Ὁ λεγόμενος καιρός, ἂν ἤρθε
θὰ πέθανε τὴ νύχτα
ὅπως πεθαίνουν οἱ τηλεοράσεις.
Ρέματα μὲ μπαζωμένες βροχὲς
καὶ μισογδαρμένες κνῆμες
σπασμένοι φράχτες ξύλινες κολόνες
μιὰ γειτονιὰ ἀπὸ συνάψεις τοίχων
καὶ ξεραμένες λάμπες ἠλεκτρικοῦ.

Πάνω ἀπ’ τὶς στέγες ἡ ἐκπνοὴ τῆς στάχτης
ἀναζητεῖ κάτι ἀκόμα νὰ κάψει.


Ὁ Ἀλέξιος Μάινας γεννήθηκε τὸ 1976 στὴν Ἀθήνα, ὅπου καὶ μεγάλωσε. Ἔχει ἑλληνογερμανικὴ καταγωγὴ καὶ γράφει καὶ μεταφράζει λογοτεχνία καί στὶς δύο γλῶσσες. Ἔχουν ἐκδοθεῖ τὰ ποιητικά βιβλία του Τὸ περιεχόμενο τοῦ ὑπόλοιπου (2011) καὶ Τὸ ξυράφι τοῦ Ὄκαμ (2014).

Νέοι ποιητές ενός νέου αιώνα | 3. Γιώργος Γωνιανάκης

ΔΙΑΡΚΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ 2000-2020

Ποιά ἡ ποίηση τοῦ 21ου αἰώνα καὶ ποιοί οἱ ποιητές της; Χιλιάδες ποιητικὲς συλλογές, εἴτε τυπωμένες ἀπὸ ἐπώνυμους οἴκους εἴτε αὐτοεκδόσεις, ἑκατοντάδων ἢ καὶ χιλιάδων ποιητῶν ποὺ ἀναζητοῦν τὴν θέση τους στὴν Νεοελληνικὴ Λογοτεχνία. Τί μένει ὅμως καὶ τί περνάει ἀπὸ τὴν κρησάρα τῆς κριτικῆς; Τί ἐπιβιώνει –ἢ ἔστω, τί φαίνεται ὅτι μπορεῖ νὰ ἐπιβιώσει– στὴν μνήμη τῆς ἀναγνωστικῆς κοινότητας;

Ἀποπειρώμενο μιὰν ἀπάντηση στὰ παραπάνω, τὸ Νέο Πλανόδιον ἐγκαινιάζει τὴν ἑβδομαδιαία στήλη ‘‘Νέοι ποιητὲς ἑνὸς νέου αἰώνα. Διαρκὴς ποιητικὴ ἀνθολογία 2000-2020’’. Γιὰ διάστημα δύο ἐτῶν καὶ ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὸν Φεβρουάριο τοῦ 2019, θὰ ἀνθολογοῦμε κάθε ἑβδομάδα ἀπὸ ἕνα ἢ περισσότερα ποίηματα ἑνός/μιᾶς συγγραφέα, ποὺ θὰ πληροῦν δύο προϋποθέσεις: θὰ εἶναι α) δημοσιευμένα μετὰ τὸ 2000, καὶ β) γραμμένα ἀπὸ ποιήτριες ἢ ποιητὲς 45 ἐτῶν καὶ νεώτερους, γεννημένους δηλαδὴ ἀπὸ τό –σημαδιακό– 1974 καὶ ἑξῆς.

Τὰ ποιήματα θὰ παρατίθενται πολυτονισμένα, δίχως ὅμως ἄλλες παρεμβάσεις στὸ πρωτότυπο. Ἐπίσης, στὸ τέλος κάθε ἑξαμήνου θὰ δημοσιεύεται στὸν ἱστότοπο ὁ Θησαυρὸς Ἀναγνώσεων τῶν ἀνθολόγων μὲ τὴν μορφὴ ἀναλυτικοῦ καταλόγου, ὅπου καὶ θὰ καταγράφονται ὅλες οἱ ποιητικὲς συλλογὲς ποὺ εἴδαμε στὸ διάστημα αὐτό. Τὰ ποιήματα ποὺ θὰ προκύψουν στὸ πέρας τῆς διαρκοῦς αὐτῆς ἀνθολόγησης, συμπληρωμένα ἐνδεχομένως καὶ μὲ ἄλλα, θὰ ἀποτελέσουν τὸν κορμὸ μιᾶς ἔντυπης Ἐκλογῆς.

Οἱ σκοποὶ τοῦ ἐγχειρήματος, δύο: νὰ ἀναδείξουμε τὰ ἀξιανάγνωστα ποιήματα ποὺ γράφονται στὶς μέρες μας ἀπὸ νέους ποιητές· καὶ νὰ συμβάλλουμε στὴν ἐπόπτευση τῆς νεοελληνικῆς ποίησης τοῦ αἰώνα μας, μακριὰ ἀπὸ παρελκυστικὲς κατηγοριοποιήσεις, αἰσθητικὲς ἢ/καὶ ἰδεολογικές.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ – ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΟΡΔΑΣ


Μὲ δεδομένο τὸν τεράστιο ὄγκο τῆς τρέχουσας ποιητικῆς παραγωγῆς, ποὺ ξεπερνᾶ τοὺς 800 τίτλους ἐτησίως (813 γιὰ τὸ 2017, βάσει ἐπίσημων στοιχείων ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴ Βιβλιοθήκη), οἱ ἀνθολόγοι δὲν τρέφουν ψευδαισθήσεις ὅτι εἶναι σὲ θέση νὰ τὴν παρακολουθήσουν στὴν πληρότητά της. Ὑπόσχονται ὅμως νὰ ἐξετάσουν φιλότιμα ὅλα τὰ βιβλία ποὺ θὰ τεθοῦν ὑπ’ ὄψιν τους. Οἱ φίλοι νέοι ποιητὲς μποροῦν νὰ τὰ στέλνουν στὶς διευθύνσεις: Ἀγησιλάου 7, Ἡράκλειο Ἀττικῆς, 141-22 καὶ Ἁγ. Φανουρίου 2, Ζωγράφου, 157-72 [Μὲ τὴν ἔνδειξη: “Α.Β.Γ.-Α.Κ. γιὰ τὸ Ν.Π.” στὰ στοιχεῖα τοῦ παραλήπτη].


Γιῶργος Γωνιανάκης

(Κάλεσμα, Ἀθήνα, Ποιήματα τῶν φίλων, 2013)

H0223-L16559448

Ἡ πόρτα τῶν ὀνείρων μου
                                         Μνήμη Μιχάλη Βασιλάκη

Ἡ πόρτα τῶν ὀνείρων μου εἶναι ἀνοικτὴ γιὰ σένα,
να ‘ρθεῖς νὰ ξαναζήσουμε ὅλα τὰ περασμένα.
Στοὺς δρόμους τῶν ὀνείρων μου ὅποτε θὲς περπάτα,
νὰ σεργιανίσομε μαζὶ σὲ μαγεμένη στράτα.
Στ’ ἅρματα τῶν ὀνείρων μου, τ’ ἀνέμου καβαλάρης,
ὅλο τὸν κόσμο θὰ γυρνᾶς, ἔλα, κι ἐμὲ νὰ πάρεις.
Στὰ κάστρα τῶν ὀνείρων μου μάχη θέλω νὰ δώσεις,
ὅλου τοῦ κόσμου τὸ κακὸ γιὰ πάντα νὰ σκοτώσεις.
Ὁ κόσμος τῶν ὀνείρων μου μὲ τὸ δικό σου μοιάζει,
ἀγάπη καὶ καλὴ καρδιὰ ἐμᾶς ἐξουσιάζει.
Ἡ μπάντα τῶν ὀνείρων μου θά ‘χει δικούς σου ἤχους,
ἐσὺ θὰ παίζεις μουσικὴ κι ἐγὼ θὰ γράφω στίχους.
Στὸ γλέντι τῶν ὀνείρων σου θὰ κάνομε βεγγέρα,
παλιὸ κρασὶ θὰ πίνομε μέχρι νὰ βγεῖ ἡ μέρα.
Καὶ σὰν ξυπνήσω, φίλε μου, ἐσὺ δὲ θά ‘σαι γύρω –
ὤ, πόσο γρήγορα περνᾶ ὁ χρόνος τῶν ὀνείρω.
Μὰ αὐτὸ ποὺ θέλησα νὰ πῶ, πιστεύω πὼς τὸ εἶπα:
τὴν πόρτα τῶν ὀνείρων μου ὅποτε θέλεις χτύπα.

                                                        16-VII-2006

~.~

Βαρέλι

Κι ἡ προσμονὴ ὡρίμαζε χωρὶς νὰ βρίσκει πάτο·
χαμένος οἶνος ἔρεε στὰ ὀνειρέματά μου,
καθὼς ἐντός μου πάλευε τ’ ἄδειο μὲ τὸ γεμάτο.

Καὶ μιὰ βραδιὰ ξεχείλισε καὶ γέμισα δυὸ κοῦπες·
τὸ κάλεσμα τ’ ἀρνήθηκαν, καὶ τότε ἤπια μόνος:
καὶ μέθυσα μὲ θάνατο καὶ ξέρασα ἀγάπη.

Ὦ, τρυγητές μου ἔρωτες, σεῖς ξέρετε μονάχα
ποιό μυστικὸ κατανικᾶ τὴν τρύπα τοῦ θανάτου,
γιατὶ ἀπ’ ὅταν πάψατε ἡ στέρηση πληθαίνει:

Ἐμένα ξεπατώσετε ποὺ βράζω ἀπὸ ζυμώσεις.
Ὁ χρόνος εἶναι ὥριμος, – Ὥρα καλή, ἂς ἔρθεις.
Ὦ αἴσθηση πληρότητας! Ὦ ἅγιασμα τῆς μέθης!

~.~ 

Σὰν ψαροκόκκαλο καρφώθηκα στῆς πόλης τὸ λαρύγγι·
πῶς βρέθηκα ΄δῶ πέρα!
Θέλω νὰ φωνάξω, ὅμως ἔχω χάσει τὴ φωνή μου.
Κι αὐτὴ τοῦ δρόμου ἡ πνοὴ φέρνει μονάχα βρώμα
σὰν ἀπὸ μιᾶς γριᾶς – παλιόγριας τὸ στόμα
(ἐδῶ ΕΝΟΙΚΙΑΖΕΤΑΙ ἐδῶ ΑΓΟΡΑ ΧΡΥΣΟΥ)
ποὺ μούχλιασε ἡ μποὐκα της σαπίλα
καὶ τὸ φτιασίδωμα δὲν ἔχει πιὰ σαγήνη·
λάμπουν τὰ ψεύτικα χρυσά της δόντια

~.~

(Τί εἶπε τὸ ποτάμι, Ἀθήνα, Στιγμή, 2018)

Evinos_River,_Greece_-_View_from_the_Bania_bridge

Δάσος ὑδάτινο

Ἡ θάλασσα συνέχιζε τὰ δάση.
Κι ἐκεῖ, στὸ δασωμένο ἀκροθαλάσσι,
ψαράδες ξυλοκόποι συναγμένοι
ὅπου γιὰ τὴ δική σου τὴν εὐγένεια
καὶ τὸ δικό μου τὸ χατίρι
βάζουν φωτιὰ στὶς βάρκες
καὶ σπάζουν τὰ πελέκια
ἀλλὰ φύγαν καὶ δὲν μοῦ εἶπαν
τί εἶναι πιὸ ἐπικίνδυνο,
νὰ κολυμπήσω σὲ βαθειὰ νερὰ
ἢ νὰ πνιγὼ στὴν εὐωδιὰ τῶν δέντρων·
φύγαν, καὶ τά ‘χω χάσει…

Ποὺ εἶναι τὰ μάτια σου
μιὰ θάλασσα ἀπὸ δάση.

~.~

Ἀποκάρπωση

Στὸ σπίτι γύριζα κι ἀνέβαινα πρὸς Στρέφη.
Καὶ ἦταν σὰν νά ‘κοβα κρυφοὺς καρπούς·
γευόμουν τὸ ἀπόγευμα καὶ ἔπινα τ’ ἀγέρι
καὶ ἡ λιακάδα εἶχε μαλακώσει τ’ ἀνηφόρι.
Τί μέρα ὄμορφη κι ἀνάλαφρο τὸ φῶς της!
Σὲ λίγο —σκέφτηκα— θὰ νύχτωνε
τὰ μαγαζιὰ θὰ μάζευαν ὡραῖο κόσμο.
Μιὰ στάση, μιὰ στιγμὴ καὶ θὰ μὲ βρεῖ τὸ βράδυ
ἁπλὸ καὶ πλούσιο μὲ τὴ σοδειὰ τοῦ ἥλιου.

~.~

Ἀκέραιο θραῦσμα

Μύριες ἀλήθειες καὶ μαῦρο μοιρολόι
κεῖνο τὸ βράδυ πέσαν, τὸ βράδυ
ποὺ κοίμισε σκληρὰ ἡ μάνα τὸ παιδί της
τὸν γιό της τὸν μονάκριβο· πικρὸ νανούρισμα.

—Πῶς τὸ ἀβάσταχτο λιγάκι νὰ γλυκάνει.

Ἄχι, κι ὁ χρόνος πίσω δὲν γυρνᾶ!
Κι ἀπὸ τοῦ θειου-Γιώργη τὰ στερνὰ
ὣς τῆς γιαγιᾶς τὸ θρῆνο καὶ τὸ σθένος
ἡ μνήμη μου ἀκέραια ματώθηκε
ἀπὸ τὴ φράση-θραῦσμα:

«Γιέ μου, μὰ καὶ νεκρός, πάλι ὡραῖος εἶσαι!».


Ὁ Γιῶργος Γωνιανάκης γεννήθηκε τὸ 1984 στὸ Ἡράκλειο Κρήτης. Ζεῖ στὴν Ἀθήνα. Εἶναι ἀπόφοιτος τῆς Α.Σ.Παι.Τ.Ε. τοῦ Τμήματος Ἠλεκτρονικῶν Μηχανικῶν. Ἔχει ἐκδώσει δύο ποιητικὲς συλλογές: Κάλεσμα (2013) καὶ Τί εἶπε τὸ ποτάμι (2018).

Νέοι ποιητές ενός νέου αιώνα | 2. Μάξιμος Τρεκλίδης

ΔΙΑΡΚΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ 2000-2020

Ποιά ἡ ποίηση τοῦ 21ου αἰώνα καὶ ποιοί οἱ ποιητές της; Χιλιάδες ποιητικὲς συλλογές, εἴτε τυπωμένες ἀπὸ ἐπώνυμους οἴκους εἴτε αὐτοεκδόσεις, ἑκατοντάδων ἢ καὶ χιλιάδων ποιητῶν ποὺ ἀναζητοῦν τὴν θέση τους στὴν Νεοελληνικὴ Λογοτεχνία. Τί μένει ὅμως καὶ τί περνάει ἀπὸ τὴν κρησάρα τῆς κριτικῆς; Τί ἐπιβιώνει –ἢ ἔστω, τί φαίνεται ὅτι μπορεῖ νὰ ἐπιβιώσει– στὴν μνήμη τῆς ἀναγνωστικῆς κοινότητας;

Ἀποπειρώμενο μιὰν ἀπάντηση στὰ παραπάνω, τὸ Νέο Πλανόδιον ἐγκαινιάζει τὴν ἑβδομαδιαία στήλη ‘‘Νέοι ποιητὲς ἑνὸς νέου αἰώνα. Διαρκὴς ποιητικὴ ἀνθολογία 2000-2020’’. Γιὰ διάστημα δύο ἐτῶν καὶ ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὸν Φεβρουάριο τοῦ 2019, θὰ ἀνθολογοῦμε κάθε ἑβδομάδα ἀπὸ ἕνα ἢ περισσότερα ποίηματα ἑνός/μιᾶς συγγραφέα, ποὺ θὰ πληροῦν δύο προϋποθέσεις: θὰ εἶναι α) δημοσιευμένα μετὰ τὸ 2000, καὶ β) γραμμένα ἀπὸ ποιήτριες ἢ ποιητὲς 45 ἐτῶν καὶ νεώτερους, γεννημένους δηλαδὴ ἀπὸ τό –σημαδιακό– 1974 καὶ ἑξῆς.

Τὰ ποιήματα θὰ παρατίθενται πολυτονισμένα, δίχως ὅμως ἄλλες παρεμβάσεις στὸ πρωτότυπο. Ἐπίσης, στὸ τέλος κάθε ἑξαμήνου θὰ δημοσιεύεται στὸν ἱστότοπο ὁ Θησαυρὸς Ἀναγνώσεων τῶν ἀνθολόγων μὲ τὴν μορφὴ ἀναλυτικοῦ καταλόγου, ὅπου καὶ θὰ καταγράφονται ὅλες οἱ ποιητικὲς συλλογὲς ποὺ εἴδαμε στὸ διάστημα αὐτό. Τὰ ποιήματα ποὺ θὰ προκύψουν στὸ πέρας τῆς διαρκοῦς αὐτῆς ἀνθολόγησης, συμπληρωμένα ἐνδεχομένως καὶ μὲ ἄλλα, θὰ ἀποτελέσουν τὸν κορμὸ μιᾶς ἔντυπης Ἐκλογῆς.

Οἱ σκοποὶ τοῦ ἐγχειρήματος, δύο: νὰ ἀναδείξουμε τὰ ἀξιανάγνωστα ποιήματα ποὺ γράφονται στὶς μέρες μας ἀπὸ νέους ποιητές· καὶ νὰ συμβάλλουμε στὴν ἐπόπτευση τῆς νεοελληνικῆς ποίησης τοῦ αἰώνα μας, μακριὰ ἀπὸ παρελκυστικὲς κατηγοριοποιήσεις, αἰσθητικὲς ἢ/καὶ ἰδεολογικές.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ – ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΟΡΔΑΣ


Μὲ δεδομένο τὸν τεράστιο ὄγκο τῆς τρέχουσας ποιητικῆς παραγωγῆς, ποὺ ξεπερνᾶ τοὺς 800 τίτλους ἐτησίως (813 γιὰ τὸ 2017, βάσει ἐπίσημων στοιχείων ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴ Βιβλιοθήκη), οἱ ἀνθολόγοι δὲν τρέφουν ψευδαισθήσεις ὅτι εἶναι σὲ θέση νὰ τὴν παρακολουθήσουν στὴν πληρότητά της. Ὑπόσχονται ὅμως νὰ ἐξετάσουν φιλότιμα ὅλα τὰ βιβλία ποὺ θὰ τεθοῦν ὑπ’ ὄψιν τους. Οἱ φίλοι νέοι ποιητὲς μποροῦν νὰ τὰ στέλνουν στὶς διευθύνσεις: Ἀγησιλάου 7, Ἡράκλειο Ἀττικῆς, 141-22 καὶ Ἁγ. Φανουρίου 2, Ζωγράφου, 157-72 [Μὲ τὴν ἔνδειξη: “Α.Β.Γ.-Α.Κ. γιὰ τὸ Ν.Π.” στὰ στοιχεῖα τοῦ παραλήπτη].


Μάξιμος Τρεκλίδης

(Ἐωθινὰ βὰλς ἑνὸς μόνου, Ἀθήνα, Γαβριηλίδης, 2016)

51588430_1093537220842597_623115577585565696_n

ια’

[Ὁ ὕπνος τοῦ ἠλίου νοσταλγία
φέρνει στὰ χρώματα.] Τὸ πέρα κύμα
μὲ φτάνει μ’ ἕναν λιπόθυμο ἀέρα,
ἀφοῦ οἱ νεφέλες ἔχουν ἀπεργία.

Εἶναι μιὰ μέρα σκέτη εὐλογία…
Ἀκολουθώντας τὶς ἀμμορυτίδες
καθὼς μὲ συντροφεύουνε ἀχτίδες
ἀνίσχυρες, μὲ μιὰ σιωπὴ ἁγία.

Βραδιάζει καὶ λέω νὰ τὴν κάνω.
Βάζω στὸ mp3 τὸ Pilgrimage τῶν Om
κι ὅλο τυχαίως κοιτάζω πρὸς τὰ πάνω.

Ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἀμπεμπαμπλόμ,
ὁ κόσμος τὸ παπούτσι ποὺ βρομάει.
Μὰ ἡ ὀμορφιὰ στὸ κούτελο ὁρμάει.

~.~

γγ’

Τὴ νύχτα ποὺ μ’ ἀγχώνουνε οἱ κοῦκοι,
κι ἄχρονα, ἀνειρήνευτα ρολόγια,
τὸ μόνο ποὺ μὲ σώζει εἶναι τὰ λόγια
σου: look our shadows, are so spooky.

Ἄρα ἡ καρδιὰ δὲν εἶναι λόγια,
γυρεύει ποῦ καὶ ποῦ κάνα χαστούκι,
ὅπως κι οἱ ἔννοιες τραμποῦκοι
φυλάγουν παρελθόντος λεξιλόγια.

Ξάπλωσε ἐδῶ, νυχτοκλάδευτη φίλη,
δίπλα στὰ μάτια μὲ τὸ αἰώνιο δείλι.
Ἔμπα στὸ χρῶμα κι ἂν δὲν χορτάσεις

θὰ μείνει ὁ χρόνος ποὺ σταμάτησε,
μία στιγμὴ ποὺ ἐγκλημάτισε
ποὺ μέσα της διαρκῶς θὰ ἐφησυχάζεις.

~.~

XV

                                                           Στὸν Πάνο

Πέφτουν τὰ σώματα κι ἀνεβαίνουν οἱ λέξεις μας
Σὰν τοὺς κλειστοὺς καπνοὺς μέχρι ποὺ χάνονται
Ἐρχόμενοι στὸ βαθύτερο λευκὸ
Ποὺ ἐνυπάρχει ἀβέβαιη ἡ νεκρὴ φωνή μας
Ἔξω ἀπ’ τοῦ χρόνου τὸ land up comedy –
Ποὺ ἀναγκαστήκαμε νὰ περάσουμε παρέα μὲ τὴ
Μεμψίμοιρη σάρκα μας – ζητιανεύει τὸ τέλος τῆς ἀνάσας

Ὥστε πράγματι αἰχμαλωτίζεται κανεὶς σ’ ἀθάνατες πληγές –
Εἴμαστε παιδαρέλια τῆς νόησης ἀλλιῶς εὐγενεῖς
Μὲ φύλλα κρεμασμένα στὸ μέτωπο.
Οὔτε μᾶς λείπει τίποτα οὔτε ἔχουμε τίποτα.

Πέφτουν τὰ χρώματα κατεβαίνουν οἱ αἰσθήσεις μας.
Ὁπόταν ξαναρθεῖ ὁ θάνατος
Θὰ γελάσουμε παραπάνω. Τὸ βεβαιώνω –


Ὁ Μάξιμος Τρεκλίδης γεννήθηκε τὸ 1992 στὰ Ἰωάννινα. Ζεῖ καὶ ἐργάζεται στὴν Ἀθήνα. Τὰ Ἐωθινὰ βὰλς ἑνὸς μόνου εἶναι ἡ πρώτη του ποιητικὴ συλλογή.

Νέοι ποιητές ενός νέου αιώνα | 1. Θοδωρῆς Ρακόπουλος

ΔΙΑΡΚΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ 2000-2020

Ποιά ἡ ποίηση τοῦ 21ου αἰώνα καὶ ποιοί οἱ ποιητές της; Χιλιάδες ποιητικὲς συλλογές, εἴτε τυπωμένες ἀπὸ ἐπώνυμους οἴκους εἴτε αὐτοεκδόσεις, ἑκατοντάδων ἢ καὶ χιλιάδων ποιητῶν ποὺ ἀναζητοῦν τὴν θέση τους στὴν Νεοελληνικὴ Λογοτεχνία. Τί μένει ὅμως καὶ τί περνάει ἀπὸ τὴν κρησάρα τῆς κριτικῆς; Τί ἐπιβιώνει –ἢ ἔστω, τί φαίνεται ὅτι μπορεῖ νὰ ἐπιβιώσει– στὴν μνήμη τῆς ἀναγνωστικῆς κοινότητας;

Ἀποπειρώμενο μιὰν ἀπάντηση στὰ παραπάνω, τὸ Νέο Πλανόδιον ἐγκαινιάζει τὴν ἑβδομαδιαία στήλη ‘‘Νέοι ποιητὲς ἑνὸς νέου αἰώνα. Διαρκὴς ποιητικὴ ἀνθολογία 2000-2020’’. Γιὰ διάστημα δύο ἐτῶν καὶ ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὸν Φεβρουάριο τοῦ 2019, θὰ ἀνθολογοῦμε κάθε ἑβδομάδα ἀπὸ ἕνα ἢ περισσότερα ποίηματα ἑνός/μιᾶς συγγραφέα, ποὺ θὰ πληροῦν δύο προϋποθέσεις: θὰ εἶναι α) δημοσιευμένα μετὰ τὸ 2000, καὶ β) γραμμένα ἀπὸ ποιήτριες ἢ ποιητὲς 45 ἐτῶν καὶ νεώτερους, γεννημένους δηλαδὴ ἀπὸ τό –σημαδιακό– 1974 καὶ ἑξῆς.

Τὰ ποιήματα θὰ παρατίθενται πολυτονισμένα, δίχως ὅμως ἄλλες παρεμβάσεις στὸ πρωτότυπο. Ἐπίσης, στὸ τέλος κάθε ἑξαμήνου θὰ δημοσιεύεται στὸν ἱστότοπο ὁ Θησαυρὸς Ἀναγνώσεων τῶν ἀνθολόγων μὲ τὴν μορφὴ ἀναλυτικοῦ καταλόγου, ὅπου καὶ θὰ καταγράφονται ὅλες οἱ ποιητικὲς συλλογὲς ποὺ εἴδαμε στὸ διάστημα αὐτό. Τὰ ποιήματα ποὺ θὰ προκύψουν στὸ πέρας τῆς διαρκοῦς αὐτῆς ἀνθολόγησης, συμπληρωμένα ἐνδεχομένως καὶ μὲ ἄλλα, θὰ ἀποτελέσουν τὸν κορμὸ μιᾶς ἔντυπης Ἐκλογῆς.

Οἱ σκοποὶ τοῦ ἐγχειρήματος, δύο: νὰ ἀναδείξουμε τὰ ἀξιανάγνωστα ποιήματα ποὺ γράφονται στὶς μέρες μας ἀπὸ νέους ποιητές· καὶ νὰ συμβάλλουμε στὴν ἐπόπτευση τῆς νεοελληνικῆς ποίησης τοῦ αἰώνα μας, μακριὰ ἀπὸ παρελκυστικὲς κατηγοριοποιήσεις, αἰσθητικὲς ἢ/καὶ ἰδεολογικές.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ – ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΟΡΔΑΣ


Μὲ δεδομένο τὸν τεράστιο ὄγκο τῆς τρέχουσας ποιητικῆς παραγωγῆς, ποὺ ξεπερνᾶ τοὺς 800 τίτλους ἐτησίως (813 γιὰ τὸ 2017, βάσει ἐπίσημων στοιχείων ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴ Βιβλιοθήκη), οἱ ἀνθολόγοι δὲν τρέφουν ψευδαισθήσεις ὅτι εἶναι σὲ θέση νὰ τὴν παρακολουθήσουν στὴν πληρότητά της. Ὑπόσχονται ὅμως νὰ ἐξετάσουν φιλότιμα ὅλα τὰ βιβλία ποὺ θὰ τεθοῦν ὑπ’ ὄψιν τους. Οἱ φίλοι νέοι ποιητὲς μποροῦν νὰ τὰ στέλνουν στὶς διευθύνσεις: Ἀγησιλάου 7, Ἡράκλειο Ἀττικῆς, 141-22 καὶ Ἁγ. Φανουρίου 2, Ζωγράφου, 157-72 [Μὲ τὴν ἔνδειξη: “Α.Β.Γ.-Α.Κ. γιὰ τὸ Ν.Π.” στὰ στοιχεῖα τοῦ παραλήπτη].


Θοδωρῆς Ρακόπουλος

(Φαγιούμ, Ἀθήνα, Μανδραγόρας, 2010)

948b96274c66ed8468c35c7d6907f25a.jpg

φαγιούμ

Κάθε τόσο ἀπαντοῦν στὰ ἰντεντικίτ
μὲ φωτογραφικὴ ἀνακρίβεια
ἢ ἔνστολου μνήμη ἀνορθόγραφη
στὶς στροφὲς τῆς λεωφόρου,
αὐτοκινημένοι, ἀκίνητοι.

ἀσάλευτοι
σὰν γιὰ πορτρέτο διαβατηρίου
θολὸ σὲ τράνζιτ κι ὑπὸ βροχήν

κάνουν στάση ὅσο
–σὲ κάποιο ἄλλο ποίημα–
ἡ ἀδράνεια ἀποτυπώνει
τὸ ὁλοκάθαρο φαγιούμ τους

~.~

ἐπιφάνια

Στάθηκε λοιπὸν μπροστά
μὲ τὸ πνευμόνι του διαμπερές
κι ἕνα μπουκάλι χωρὶς πῶμα
ἢ μέσα μήνυμα

μὲ τὴν ἀμηχανία τοῦ ἀκάλεστου
στὸ κατώφλι κυριακάτικα
ὅταν ὅλες οἱ κάβες ἔχουν κλείσει

«ρὲ Πάνο» τοῦ εἶπα, «ἀπὸ τὸ χῶμα ἔρχεσαι καὶ μοῦ μυρίζεις
σὰν ὅταν ἔσκαβες χωράφια· ὁ ἴδιος· κόπιασε».

Ἐκεῖνος δὲν ἀπάντησε– οὔτε κἂν φαίνονταν
νὰ ἔχει καταλάβει· μὲ κοίταζε ἀργὰ στὸ στῆθος
σὰν νὰ ψάχνει τοὺς ὑπότιτλους
κι ἔβγαζε ἕνα μαντήλι συνέχεια κόκκινο
σκουπίζοντας τὴν εὐφυΐα στάλα στάλα ἀπὸ τὸ μέτωπο.

Δὲν ἤτανε στὴ γλώσσα ὁ Πάνος.
Δὲν «τό ‘χε» ποὺ λὲν οἱ γλωσσοπλάστες.
Σὲ μιὰ μαύρη φωτογραφία ἤτανε, χωμένος στὸ παλιό του ροῦχο.

σημ: αὐτὸ τὸ ποίημα βγῆκε μὲ ἀναμμένο τὸ ἀλάρμ
μόλις προσπέρασα ἕναν ποὺ σοῦ ἔμοιαζε ρὲ Πάνο
ἀκίνητος στὸ ἀεράκι τοῦ ἀμπελώνα
μὲ τὸ πουκάμισό του καπνισμένο
λογάριαζε τὴν ἀριθμητικὴ τῶν πουλιῶν.

~.~

ἀπὸ κουτὶ φοντάν

(σχόλια σὲ φωτογραφία)

Στέκουν τὰ δέντρα ἀνώνυμα στὸ γκρί:
ἁβρά, μὲ ἔνταση ἀναπάντεχης γεωγραφίας,
στὸ ρυάκι ποὺ ἐπαναλαμβάνονταν Πρωτομαγιὲς σειρά
σὲ δρόμο μὲ ἐθνόσημα, πουκάμισα γραμμὴ
ἢ μὲ Τορόντου κλίμακα: τεράστια, μακρινά.

Ἀγνωστοι δρόμοι, πόλεις σὲ αιὠνια ἀπογέματα·
ἡ σκαλωσιὰ μὲ ὁμόηχα ἐπίθετα ποὺ λὲν family tree.
Γελᾶν στ’ ἀρχαῖα ἢ μακεδόνικα – πάντως σπαστά.
Τὸ φῶς ὅριζε ἴδιο τότε ὅπως τώρα, τὰ ἐκθέματα
ποὺ θὰ γινόντουσα ζωές τους. Ἀγέλαστοι, μαζί.

Τὸ λικέρ, γερμένο σὰν φακός, διαλύει τὴν πυκνότητα
ἀπὸ τὰ παραστήματα στὴν ἀναμνηστική:
σοβαροί, φερμένοι στὸ κάδρο τελευταία στιγμή
– στὸ ρέμα, στὴν παρέλαση, στὸν Καναδᾶ.
Ἡ ἀφιέρωση, ἀπὸ πίσω, σὲ ἐπίσημα πολυτονικὰ
καί –θὲς νὰ πεῖς— «μὲ ἀνορθόγραφη κομψότητα».

Τοῦ Θόδωρου: μνήμη

~.~

(Ἡ συνωμοσία τῆς πυρίτιδας, Ἀθήνα, Νεφέλη, 2014)

563028_350354455017919_163015065_n

Ἡ Τούρνα (μακεδ.), Τουτέστιν Λοῦτσος

Ἡ τούρνα, το μικρὸ σκυλόψαρο τῆς Βεγορίτιδας, μὲ
τὰ ἀνοιχτά της φαιοκόκκινα βράγχια, μὲ κοιτοῦσε,
βλέποντας πρὸς τὴ γραμμὴ τοῦ κενοῦ, στὴ λαϊκὴ
ἀγορὰ τῆς κεντρικῆς πλατείας Ἀμυνταίου (δίπλα
στὸν καφενὲ τοῦ Τζότζου, ὄχι ἐκεῖνον τὸν καινούριο).

Σὰν ἄπιστος Θωμᾶς –τοῦ Καραβάτζο– ἀκούμπησα
μὲ τὴν ἄκρη τοῦ δαχτύλου τὴ γλαρὴ ἐπιφάνεια στὸ
βράγχιο, ποὺ ἔμοιαζε μὲ αὐτί: μὲ τὶς χορδὲς τοξωτὰ
ὁλόγυρα. Μπῆκα στὸ βασίλειό του ἀνοίγοντας τὶς
κόκκινες κουρτίνες, εἰσβάλλοντας μὲ τὸ νύχι. Μέσα
ἀπὸ τὶς λάσπες καὶ τὸν ὑποτροφισμό, ὅλα τὰ ψάρια
μιλᾶνε μακεδόνικα – ἀκόμη καὶ οἱ κορίγανοι, ποὺ
φέραν οἱ ἀλιεῖς ὡς γόνους ἀπὸ τὴν Οὐγγαρία. Εἶδα
ὴ γλώσσα του, βαμμένη καφετιά –λασπωμένη–
μέσα στὸ παγωμένο στόμα: ἴδια μὲ τὴ δική μου.

[τὸ ζωικὸ βασίλειο (τοῦ Ἰουλίου Βέρν)]

~.~

Ἕνας μάρτυρας τοῦ Ἰεχωβᾶ κτυπᾶ μὲ διακριτικό-
τητα, καὶ προσοχή, μιὰ πόρτα, στὸ Ναϊρόμπι τῆς
Κένυας ἢ στὸ Πέραμα – σὲ μιὰ λαϊκὴ πολυκατοι-
κία. Ἡ σύντροφός του, πιὸ ἀποφασιστική, ἴδιας ἡλι-
κίας, χρησιμοποιεῖ τὸ ρόπτρο, παρακάμπτοντας τὴν
ἀμηχανία του: καθὼς ἀδράχνει τὸ ἐπίχρυσο χεράκι
γιὰ νὰ ἀκουστεῖ, τοῦ ἀγγίζει ἐλαφρὰ τὴν παλάμη.
Τοῦ χαμογελάει κι ἐκεῖνος κοκκινίζει, μέσα ἀπὸ τὸ
σφιχτό, ζεστὸ γιλέκο του. Ἀκούγονται πολὺ ἀπαλὰ
ἄλλα σταθερὰ βήματα, ποὺ πλησιάζουν, πίσω ἀπὸ
τὴν ἑτοιμόρροπη πόρτα· μᾶλλον ἀπὸ ξυλοπάπουτσα.
Ὁ σύρτης τραβιέται· οἱ χιλιαστὲς χαϊδεύουν ἀσυνεί-
δητα τὴν Ἁγία Γραφή, ποὺ κρατοῦν ὑπὸ μάλης, καί,
γιὰ ἕνα δευτερόλεπτο, ὁ νεαρὸς σκέπτεται νὰ ρω-
τὴσει τὴ σύντροφό του ποιό εἶναι τὸ ἀγαπημένο της
χωρίο· ἐν τῷ μεταξύ, ἀπὸ τὴν καταχνιὰ τοῦ δια-
δρόμου, ποὺ ἀνοίγει μπροστά τους στὸ κατώφλι τῆς
πόρτας, ξεπροβάλλει καὶ τοὺς καλεῖ, χωρὶς δεύτερη
κουβέντα, στὸ σπίτι Του, ὁ Ἰησοὺς Χριστός.

[Χιλιαστές]


Ὁ Θοδωρῆς Ρακόπουλος (Ἀμύνταιο, 1981) σπούδασε Νομικὰ καὶ Κοινωνικὴ Ἀνθρωπολογία στὴ Θεσ/νίκη καὶ τὸ Λονδίνο. Ἔχει γράψει τρία βιβλία ποίησης: Φαγιούμ (2010), Ὀρυκτὸ δάσος (2013) καὶ Ξέρετε τὸ τέλος (μαζὶ μὲ τούς: Στέργιο Μήτα καὶ Ἀντώνη Ψάλτη) (2017) καὶ τὸ ὑβριδικὸ Ἡ συνωμοσία τῆς πυρίτιδας (2014). Ἡ συλλογὴ διηγημάτων Νυχτερίδα στὴν τσέπη (2015) ὑπῆρξε τὸ πρῶτο του πεζογραφικὸ βιβλίο. Διατηρεῖ τὸ μπλογκ Ἡ Ἀφρικὴ μὲ ὁποιοδήποτε ἄλλο ὄνομα (http://thodorisrakopoulos.blogspot.com/).

«Ex ungue leonem»

Anthologia

του ΘΕΟΔΟΣΗ ΒΟΛΚΩΦ

Ανθολογία Κωστή Παλαμά
ανθολόγηση-πρόλογος Κώστας Χατζηαντωνίου
Κέδρος, 2018

Όπως έχει επισημανθεί από συστηματικούς μελετητές του παλαμικού έργου, τις τελευταίες δεκαετίες η ποίηση του Κωστή Παλαμά εξακολουθεί να απασχολεί κατά μείζονα λόγο μια ευάριθμη ομάδα νεοελληνιστών που δραστηριοποιούνται κυρίως στους κόλπους της πανεπιστημιακής κοινότητας. Πέραν αυτής, η αναστροφή των συγχρόνων Ελλήνων λογοτεχνών και δη των ποιητών με το σύνολο ή έστω με όψεις της παλαμικής τεχνουργίας, όπως τουλάχιστον αυτή διαπιστώνεται είτε σε έργα αμιγώς ποιητικά είτε σε κριτικά άρθρα και κείμενα δοκιμιακού χαρακτήρα, είναι εξαιρετικά περιορισμένη και όπου τυχόν ανιχνεύεται πρόκειται για λιγοστές, σποραδικές και μεμονωμένες περιπτώσεις.[i]

Το γεγονός αυτό δεν αναιρεί βέβαια την αξία και τη γονιμότητα που ενδέχεται να έχουν αυτοί οι κατά μόνας διάλογοι αλλά και δεν είναι δυνατόν να μεταβάλει σε βαθμό αξιοσημείωτο την εικόνα του ευρύτερου ποιητικού τοπίου, ενός τοπίου από το οποίο ο Παλαμάς απουσιάζει εκκωφαντικά και επί μακρόν. Εξάλλου, παρότι διακρίνονται κυρίαρχες ερμηνευτικές τάσεις, η στάση των συγχρόνων λογοτεχνών που κατά καιρούς ασχολήθηκαν, έστω και εντελώς συγκυριακά, ή εξακολουθούν να ασχολούνται με το ποιητικό έργο του Παλαμά δεν είναι ενιαία. Ορισμένοι διάκεινται θετικά απέναντί του, αρκετοί μάλλον αρνητικά και άλλοι απλώς στέκουν αμήχανοι μπροστά του.[ii] Οι περισσότεροι πάντως, είτε γέρνουν προς την πλευρά της αποδοχής είτε προς την πλευρά της απόρριψης, προκρίνουν, ως γνωστόν, τον λυρικό, καταπώς λέγεται, Παλαμά, δηλαδή τον ποιητή του ήσσονος τόνου, απορρίπτοντας λιγότερο ή περισσότερο κατηγορηματικά τον δημιουργό των μακρόστιχων και μεγαλόπνοων συνθετικών έργων.

Η απουσία διαλόγου ευρείας κλίμακας με την παλαμική ποίηση, φαινόμενο που είχε ήδη επισημάνει από τα μέσα της δεκαετίας του ’40 ο Κωνσταντίνος Τσάτσος,[iii] είναι προφανής και έχει επαρκώς τεκμηριωθεί.[iv] Η πλειονότητα των Ελλήνων ποιητών της σήμερον μένει ξένη τόσο προς τον ποιητή όσο και προς τον κριτικό Παλαμά. Κατά πόδας ακολουθεί και το ευρύτερο αναγνωστικό κοινό, στον βαθμό που νομιμοποιούμαστε βέβαια να κάνουμε λόγο για κοινό και μάλιστα ευρύ όσον αφορά την ποίηση και δη την ελληνική. Δεν είναι απλώς ο Παλαμάς που δεν διαβάζεται σήμερα από το σχεδόν μυθώδες εκείνο πλάσμα που αποκαλούμε «μέσο αναγνώστη» αλλά η ποίηση γενικώς.

Kostis Palamas

Όσο κι αν η φορά των πραγμάτων είναι τέτοια που θα χρειαστούν γενεές επί γενεών συνειδητών και –το κυριότερο– συντονισμένων προσπαθειών για την αντιστροφή του κρατούντος κλίματος και την επαναφορά της ποιητικής τέχνης στην προτέρα της αίγλη, δηλαδή στην εκ νέου εδραίωση μιας σχέσης ζωντανής με ένα ευρύ και ακμαίο κοινό πέρα από τα περίκλειστα όρια της ακαδημαϊκής κοινότητας και της λογοτεχνικής συντεχνίας, είναι βέβαιο ότι δυο τρία πράγματα μπορούν και επιβάλλεται να ξεκινήσουν από σήμερα κιόλας.

Νομίζω πως οι βασικοί πυλώνες ενός τέτοιου μεγαλεπήβολου εγχειρήματος δεν μπορεί παρά να είναι οι εξής δύο. Ισχυρός κριτικός λόγος από τη μια, δηλαδή λόγος εμπεριστατωμένος και εμπνευσμένος εν ταυτώ, που σημαίνει λόγος άξιος τόσο να διδάξει όσο και να εμπνεύσει, και συγκρότηση νέων ανθολογιών από την άλλη. Ανθολογιών όπου θα επιχειρείται η χαρτογράφηση του αχανούς σύγχρονου ποιητικού τοπίου όχι βάσει κριτηρίων εξωλογοτεχνικών όπως κατά κόρον συμβαίνει σήμερα αλλά βάσει κριτηρίων ακραιφνώς αισθητικών που θα ελέγχουν και συνάμα θα γονιμοποιούν τον ούτως ή άλλως αναπόφευκτο και εν πολλοίς καλοδεχούμενο υποκειμενισμό των εκάστοτε ανθολόγων. Αυτά είναι ζητήματα δύσκολα, που δεν λύνονται από τη μια μέρα στην άλλη και προϋποθέτουν όχι μόνο χρόνο και κόπο πολύ αλλά και τη συνεργασία –αν όχι και τη συστράτευση– ικανού αριθμού σοβαρών μελετητών και κριτικών.

Τηρουμένων των αναλογιών, κάτι αντίστοιχο πρέπει να επιχειρηθεί και όσον αφορά την ειδική περίπτωση του Παλαμά που εδώ μας απασχολεί. Ισχυρή κριτική –και μάλιστα συνθετικής υφής– από τη μια και γενναία ανθολόγηση από την άλλη, πνευματικές ενέργειες κατ’ ουσίαν ομόλογες και συμπληρωματικές. Μόνον έτσι υπάρχει ελπίδα να επανατεθούν οι βάσεις που σιγά σιγά θα προλειάνουν το έδαφος για την εκ νέου γνωριμία με την παλαμική ποίηση. Διότι τόσο η κριτική όσο και η ανθολόγηση, με αυτά που επιλέγουν να φωτίσουν και να προτείνουν, επιχειρηματολογώντας και συγκρίνοντας η μια και επαναφέροντας τα πρωτότυπα κείμενα στον αναγνωστικό μας ορίζοντα η άλλη, έχουν χαρακτήρα πρωτίστως παιδευτικό και η τέτοια αισθητική προπαιδεία είναι απαραίτητη –και σήμερα και πάντα– για μια υγιή και γόνιμη αναστροφή με την ποίηση. Δεν θα ήταν ίσως υπερβολή να ισχυριστούμε ότι η υπέρτατη προσφορά της κριτικής στην υπόθεση της τέχνης και της σκέψης δεν είναι τελικά η ανάδειξη ετούτου ή εκείνου του έργου, αλλά η δημιουργία και στην προκειμένη περίπτωση η αναδημιουργία του μεγάλου απόντος των ημερών μας – του κοινού.

Μόλις τώρα κάναμε λόγο για κριτική συνθετική και ανθολόγηση γενναία. Αναγκαίες είναι λοιπόν κάποιες ελάχιστες διασαφήσεις. Η σημασία των ειδικών μελετών γύρω από το παλαμικό έργο που είδαν το φως της δημοσιότητας τα τελευταία έτη ασφαλώς ούτε πρέπει ούτε μπορεί να υποτιμηθεί. Ουδείς επιτρέπεται να παραγνωρίσει την προσφορά τους, καθώς αρκετές από τις ειδικές αυτές μελέτες μπορούν να αποτελέσουν σημαντικά βοηθήματα για εκείνον που θα τολμούσε να αναλάβει το μείζον συνθετικό έργο που θα έστηνε ενώπιον της εποχής μας τον Παλαμά – πλήρη και διαρκή. Σήμερα, το μεγάλο αυτό συνθετικό έργο που κρίνουμε αναγκαίο για την ουσιαστική δεξίωση της παλαμικής ποίησης και ακολούθως την αποκατάσταση του ποιητή στη συνείδηση της ελληνικής κοινωνίας θα πρέπει να αποτελεί συνδυασμό και των δύο – αφενός να στηρίζεται γερά στη σύγχρονη φιλολογική έρευνα αξιοποιώντας τα πορίσματά της και αφετέρου να την υπερβαίνει.

«Γενναία» καλώ την ανθολόγηση εκείνη που τολμά να σταχυολογεί όχι μόνον τα ποιήματα που είναι πιθανότερο να αποκρίνονται στην τρέχουσα ποιητική ευαισθησία, όπως αυτή διαμορφώθηκε κατά τον τελευταίο αιώνα από τη λιγότερο ή περισσότερο ευδόκιμη θητεία απάντων των γραφόντων στον μοντερνισμό, ελληνικό και ξένο, καθώς και στο μεταμοντέρνο, αλλά και τα ποιήματα εκείνα που ως εκ της ουσίας τους μπορούν να θέσουν υπό διερώτηση μακροχρόνιες αναγνωστικές έξεις και να αμφισβητήσουν ή ακόμη και να κλονίσουν από καιρό εμπεδωμένες αισθητικές αντιλήψεις.

Το συνθετικό έργο πάνω στον Παλαμά επί του παρόντος εκκρεμεί αλλά το ζήτημα της εκ νέου ανθολόγησής του βρίσκει, χάρη στο πρόσφατο πόνημα του Κώστα Χατζηαντωνίου, μια καθ’ όλα άρτια απάντηση. Με την ανθολογία του Κ. Χατζηαντωνίου η δεύτερη αυτή ανάγκη καλύπτεται ανέλπιστα και μάλιστα σε τέτοιο βαθμό, που μας επιτρέπεται να κάνουμε λόγο για ανθολογικό και κριτικό επίτευγμα. Στη συνέχεια του κειμένου μας θα προσπαθήσουμε να δείξουμε το γιατί.

 ~ . ~

Αν δεν λαθεύω, επί του παρόντος βρίσκονται σε κυκλοφορία τουλάχιστον επτά αυτοτελείς ανθολογίες της παλαμικής ποίησης. Από αυτές εκείνες που προσφάτως συζητήθηκαν περισσότερο είναι οι ακόλουθες τρεις: (α) η μακρόβια ανθολογία των Κατσίμπαλη και Καραντώνη, η οποία χάρη στο εύρος και την προσπάθεια που καταβλήθηκε από τους ανθολόγους για συμπερίληψη του μεγαλύτερου δυνατού αριθμού ποιημάτων κάθε θεματικής και τεχνοτροπίας «έφτασε να υποκαταστήσει περίπου τα παλαμικά άπαντα», κατά την εύστοχη παρατήρηση του ποιητή Κώστα Κουτσουρέλη·[v] (β) η επίσης εκτενής ανθολογία του καθηγητή Κ. Γ. Κασίνη με πλουσιότατο φιλολογικό υπομνηματισμό[vi] και (γ) η  βραχύτερη ανθολογία του ποιητή Ηλία Λάγιου.[vii]

Ορθώς πάλι επισημαίνει ο Κ. Κουτσουρέλης ότι τη μεν ανθολογία του Κ. Γ. Κασίνη «η φιλολογική τεκμηρίωση, οι πίνακες και ο υπομνηματισμός που τη συνοδεύουν την καθιστούν ιδανική για τις ανάγκες της ακαδημαϊκής και εκπαιδευτικής χρήσης και δευτερευόντως για το γενικότερο ακροατήριο»,[viii] τη δε ανθολογία του Λάγιου χαρακτηρίζει μια μερικότητα, καθώς «προσπερνά τον ραψωδό των μεγάλων φαντασμαγορικών επών»[ix] για να επικεντρωθεί στον παθητικό δημιουργό της «Φοινικιάς» και των βραχύτερων λυρικών συνθέσεων που κατά την κρίση του ανθολόγου μπορούν να συγκινήσουν τον σημερινό αναγνώστη. Δεδομένου ότι ο συστηματικός αναγνώστης της ποίησης σήμερα τις περισσότερες φορές στιχουργεί και ο ίδιος, θα μπορούσαμε να πούμε, ότι η ανθολογία του Λάγιου προτάσσει όχι τον Παλαμά στην πλήρη του έκπτυξη αλλά τον Παλαμά εκείνον που είναι πιθανότερο να αναδεχθούν οι σύγχρονοι ποιητές, όπως υπογραμμίζει και ο Κ. Κουτσουρέλης.

Σε αυτή τη γραμμή, ήδη από το 1993, με αφορμή τα πενήντα χρόνια από τον θάνατο του Παλαμά, δημοσιεύθηκαν μελετήματα συγχρόνων ποιητών πάνω σε θέματα που συνδέονται με συγκεκριμένες διαστάσεις της παλαμικής ποίησης. Τον «ελάσσονα» Παλαμά προκρίνει σαφώς ο ποιητής Διονύσης Καψάλης.[x] Τις αυτές περίπου απόψεις δείχνουν να συμμερίζονται οι Νάσος Βαγενάς, Μιχάλης Γκανάς, Ευγένιος Αρανίτσης και άλλοι, θεωρώντας σταθερά την περίφημη «Φοινικιά» ως την κορωνίδα και συνάμα ως την ύπατη πηγή του παλαμικού λυρισμού.[xi] Υπ’ αυτή την έννοια, η ανθολογία Λάγιου αποτελεί κατά τεκμήριο την εφαρμογή των εν λόγω αισθητικών απόψεων επί του παλαμικού σώματος.

Όμως οι επιμερισμοί και οι αναγωγισμοί αυτού του είδους, ιδίως όταν εφαρμόζονται σχεδόν στανικά σε ένα ποιητικό σώμα που διακρίνεται για την πολυμορφία και την πολυτροπία του όπως το παλαμικό και ως εκ τούτου αντιστέκεται σθεναρά σε κάθε μονόπλευρη προσέγγιση, εγείρουν σημαντικά ερμηνευτικά ζητήματα. Επιπλέον έχω την αίσθηση ότι τελικώς περισσότερα προβλήματα προξενούν παρά επιλύουν. Σε κάθε ανάλογη περίπτωση, η ανθολογία δεν συνιστά τον τόπο που μας επιτρέπει να εποπτεύσουμε κάτι από το όλον αλλά ένα διαθλαστικό γυαλί που έως ένα βαθμό παραμορφώνει και κατά συνέπεια ενδέχεται μέχρι και να παραπλανά τον ανυποψίαστο αναγνώστη ως προς την ουσία του ανθολογημένου έργου. Ο Παλαμάς μεσολαβημένος από τον Λάγιο είναι μια εκδοχή του λυρικού που θα μπορούσε να είναι ο ποιητής του Δωδεκάλογου, αν δεν ήταν αυτό ακριβώς που υπήρξε – ο Παλαμάς, δηλαδή ένα δημιουργικό υποκείμενο απείρως ευρύτερο από αυτό που δείχνει έτοιμη να δεξιωθεί η τρέχουσα ποιητική ευαισθησία. Η ανθολογία Λάγιου είναι ένας αποκλειστικά ή σχεδόν αποκλειστικά λυρικός Παλαμάς, ένας «Παλαμάς σε σμίκρυνση» και μάλιστα μη αναλογική. Το παλαμικό έργο ωστόσο είναι γέννημα ενός πολυσθενούς δημιουργικού πνεύματος, ενός πνεύματος που περιέχει –και μάλιστα στον υπερθετικό βαθμό– όχι μία και δύο αλλά δέκα, είκοσι, τριάντα, εκατό ισόκυρες ποιητικές φωνές. Πράγμα που έως ένα βαθμό άλλωστε εξηγεί και την εκπληκτική γονιμότητά του.

Τηρουμένων των αναλογιών, το παλαμικό σύμπαν –διότι περί σύμπαντος πρόκειται– όπως και το φυσικό, έχει το κέντρο του παντού. Με άλλα λόγια, κάθε σημείο μέσα στο χωροχρονικό του συνεχές μπορεί να ιδωθεί ως κέντρο. Τίποτα επομένως δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται επιπόλαια και βιαστικά, τίποτα δεν πρέπει να αφήνεται αβασάνιστα στην τύχη του. Και ασφαλώς τίποτα δεν μπορεί να αποκοπεί –και μάλιστα βιαίως– χωρίς να φτωχύνει και κυρίως χωρίς να αλλοιωθεί σε βαθμό ανεπανόρθωτο η εντύπωση που θα αποκομίσουμε για το οργανικά ανεπτυγμένο σύνολο. Κάθε επιμέρους πτυχή του πρέπει συνεπώς να εξετάζεται διττά:  αυτοτελώς αλλά και υπό την προοπτική του όλου.

Καίρια διατύπωσε το μείζον ζήτημα που ανακύπτει από τις τέτοιες προσεγγίσεις του παλαμικού έργου, ίσως υπέρ το δέον βασισμένες σε υποκειμενικές αρέσκειες και απαρέσκειες, ο Ευριπίδης Γαραντούδης. Σε μελέτημά του σημειώνει σχετικά: «Αν δεχτούμε, όπως πιστεύω, ότι τα στοιχεία του παμποιητισμού και του πανιδεατισμού του Παλαμά, με άλλα λόγια τα βασικά και ειδοποιά στοιχεία της ποιητικής του, είναι σύμφυτα και στα λυρικά ποιήματά του, αυτό σημαίνει ότι σήμερα διαβάζουμε, ανθολογούμε και αποτιμούμε τον Παλαμά ως ποιητή διαφορετικό από αυτό που ουσιαστικά ήταν και είναι. Με άλλα λόγια, επικεντρώνοντας την προσοχή μας στον ελάσσονα παλαμικό λυρισμό και στον πυρήνα του, τη “Φοινικιά”, εμμέσως επιλέγουμε να διαβάζουμε τον Παλαμά ως καθαρά λυρικό, με άλλα λόγια ως νοσταλγικό, εσωστρεφή, θρηνητικό και πεσιμιστή ποιητή, παραβλέποντας ή και αφαιρώντας έτσι τα γνωρίσματα του θριαμβικού, του ραψωδικού και του “μεγάλου” ποιητή, γνωρίσματα που –το επαναλαμβάνω– διαχέονται σε ολόκληρο το ποιητικό έργο του και ενυπάρχουν οργανικά και στα λυρικά ποιήματά του».[xii]

Το ότι σημερινή ποίηση αναπτύσσεται σχεδόν αποκλειστικά στο έδαφος ενός χαμηλότονου λυρισμού, αντλώντας τα θέματά της από περιστατικά του ιδιωτικού κυρίως βίου, ενόσω σε απόλυτη συστοιχία μεγάλο μέρος της σύγχρονης τεχνοκριτικής επιμένει να την ταυτίζει ανυπερθέτως με τη χαμηλή φωνή λέει, νομίζω, πολύ περισσότερα για τον χαρακτήρα της εποχής μας παρά για το ήθος και την ουσία της υψιπετούς ποίησης αυτής καθ’ αυτήν. Ο ευρύτατα διαδεδομένος σκεπτικισμός και η συνακόλουθη σχετικοκρατία καλλιεργούν την καχυποψία έναντι κάθε διατύπωσης που εκφράζει ρητά ή και υπόρρητα μιαν εδραία πίστη. Η ριζική πάλι αμφιβολία για την ίδια την αξία και τις δυνατότητες του ποιητικού λόγου να αρθρώσει κάτι το ουσιαστικό τόσο για την ανθρώπινη συνθήκη διαχρονικά όσο και για τον νέον ανθρωπολογικό τύπο που κυοφορούν οι καιροί μας δύσκολα εναρμονίζεται με ένα ποιητικό λόγο που δείχνει σίγουρος για τον εαυτό του και αξιώνει να διαδραματίσει βαρύνοντα ρόλο στη δημόσια συζήτηση. Όταν η σχετικοκρατία αποκρυσταλλώνεται σε ιδεολογικό ή αισθητικό δόγμα φτάνει μέχρι την άρνηση κάθε ποιητικότητας σε οποιονδήποτε λόγο δεν συμμορφώνεται με τις επιταγές της. Ο δυναμισμός ταυτίζεται άκριτα με τον στόμφο και η αυτοπεποίθηση με την αφέλεια. Κάθε μεγάλη ποιητική πράξη εξισώνεται με τον θεατρινισμό και η μακρά πνοή με την απεραντολογία. Κάτι τέτοιο συνέβη εν ολίγοις και με τα επικολυρικά έργα του Παλαμά κατά τις πρόσφατες δεκαετίες.

Την αντίληψη αυτή έρχεται να ανασκευάσει αποφασιστικά και κυρίως εμπράκτως, μαζί με δυο τρεις άλλες –σποραδικές ακόμη– κριτικές γραφίδες, και η σύγχρονη ανθολόγηση του παλαμικού έργου από τον Κ. Χατζηαντωνίου.

~ . ~

Τι νέο κομίζει λοιπόν στην παλαμική –και όχι μόνον– υπόθεση η καινούργια ανθολογία που μόλις κυκλοφόρησε; Πολλά και καλά είναι η άμεση απάντηση και μάλιστα για πολλούς, γεγονός που υπό τις παρούσες συνθήκες κρίνεται εξίσου σημαντικό. Τους πολλούς πρέπει να ξανακερδίσει η ποίηση, αν στα χρόνια που έρχονται φιλοδοξεί να αναβιώσει ως τέχνη ζωτική και όχι απλώς να επιβιώσει ως ενασχόληση του περιθωρίου. Κι αυτό μπορεί να συμβεί μόνο διά της γοητείας και της εμβρίθειας. Κάθε βιβλίο ποιητικό, όπως το υπό συζήτηση, που συναιρεί τα δύο αυτά στοιχεία βάζει ένα διόλου ευκαταφρόνητο λίθο προς αυτή την κατεύθυνση.

Η νέα παλαμική ανθολογία δεν απευθύνεται στους επαΐοντες, στους ειδικού ενδιαφέροντος αναγνώστες, ακαδημαϊκούς ή ποιητές και λογοτέχνες. Στοχεύει πρωτίστως στην εξοικείωση ενός ευρύτερου αλλά απαιτητικού κοινού με μια απολύτως κορυφαία πνευματική φυσιογνωμία των γραμμάτων μας που εντούτοις παραμένει ακόμα και σήμερα –και μάλλον περισσότερο σήμερα– «ο μεγάλος άγνωστος των ελληνικών γραμμάτων» κατά τη γνωστή φράση του Αιμίλιου Χουρμούζιου.[xiii]

Η ανθολογία Χατζηαντωνίου βρίσκεται, θα έλεγε κανείς, στο τρίστρατο όπου συναντώνται οι τρεις μνημονευθείσες ανθολογίες, αποτελώντας κατά κάποιον τρόπο τη χρυσή τομή τους. Όμως –και αυτό πρέπει να τονιστεί– η τομή ετούτη δεν είναι το αναιμικό προϊόν συμβιβασμών και της τήρησης ίσων αποστάσεων αλλά το ακριβώς αντίθετο: το αιματώδες και άκρως κρίσιμο σημείο μιας έμφρονος τόλμης, γεμάτης γνώση και ευθυκρισία. Πρόκειται για το απότοκο μιας ματιάς οπωσδήποτε προσωπικής αλλά όχι αυθαίρετης, που πατά τόσο στη βαθιά γνώση του ανθολογούμενου έργου όσο και στην βέβαιη επίγνωση της τρέχουσας πνευματικής ατμόσφαιρας εντός της οποίας έρχεται να το προτείνει.

Συμπαγέστερη από την ανθολογία Κατσίμπαλη-Καραντώνη και πληρέστερη από την ανθολογία Λάγιου, χωρίς να υποκύπτει στον πειρασμό της ανάδειξης δύο τριών λαμπερών στίχων από πληθώρα ποιημάτων όπως η ανθολογία Κασίνη, η ανθολογία Χατζηαντωνίου συνδυάζει επιτυχώς τα κριτήρια της αντιπροσωπευτικότητας και της ποιότητας,[xiv] χωρίς να χάνει στιγμή από τα μάτια της το σχεδόν δυσανεκτικό έναντι της παλαμικής ποίησης αναγνωστικό παρόν. Πρόκειται δηλαδή για μια εργασία πλήρως συγχρονισμένη με την τρέχουσα αναγνωστική πραγματικότητα.

Ο ανθολόγος ξέρει καλά ότι σήμερα, για πολλούς και διαφόρους λόγους, δεν είναι λίγοι αυτοί που δεν είχαν την ευκαιρία να διαβάσουν ούτε μισό στίχο του Παλαμά. Ότι και από αυτούς που κάπως τον έχουν διαβάσει οι περισσότεροι τον θεωρούν λογοτέχνη μουσειακό, γερασμένη μορφή ενός καιρού αλλοτινού που τίποτα δεν έχει να πει στον δικό μας. Ξέρει επίσης ότι η εποχή δουλεύει ποιητικά σε άλλο ύφος και κυρίως με άλλο ήθος. «Άλλες είναι οι διαστάσεις της ποιητικής ψυχής στις μέρες μας»,[xv] ειδοποιεί στην περιεκτική αλλά γλαφυρή του γλώσσα. Γνωρίζει ακόμα πόσο αρνητική είναι η περιρρέουσα ατμόσφαιρα για κάθε έργο πολύστιχο και πόσο πολύ ξενίζει ποιητές και αναγνώστες ο υψηλός τόνος.

Έτσι λοιπόν, προκειμένου να παράσχει μια ανθολογία που θα μπορέσει κατ’ αρχάς να κινήσει το ενδιαφέρον, δυνάμενη να λειτουργήσει ως πόλος έλξης για το έργο του Παλαμά, ο Κ. Χατζηαντωνίου περιστέλλει αποφασιστικά τον όγκο της. Ανθολογεί 163 ποιήματα και αυτοτελή ποιητικά αποσπάσματα έναντι των 210 της ανθολογίας Κατσίμπαλη-Καραντώνη και των άνω των 500 της ανθολογίας Κασίνη. Εντούτοις δεν αλλοιώνει τον χαρακτήρα του ανθολογούμενου έργου υπερτονίζοντας μονομερώς ορισμένες του όψεις και αποσιωπώντας άλλες. Δίνει απλόχερα το βήμα τόσο στον λυρικό όσο και στον επικό ποιητή. Στον βάρδο Παλαμά, στον ποιητή πολίτη και οπλίτη, αφιερώνει σημαντικό μέρος της ανθολογίας του. Μαζί με άλλα υψηλότονα αλλά βραχύσωμα ή μεσαίας έκτασης ποιήματα (π.χ., Ο γκρεμιστής, Ο Ασκραίος, Οι λύκοι), αφιερώνει περί τις 120 σελίδες σε εκλεκτές περικοπές του Δωδεκάλογου και της Φλογέρας από τις περίπου 420 της ανθολογίας του, δηλαδή κάτι περισσότερο από το ένα τέταρτο της συνολικής της έκτασης. Είναι αυτά ακριβώς τα έργα για τα οποία ο Ηλίας Λάγιος έγραψε πως σήμερα δεν διαβάζονται «ούτε με σφαίρες».[xvi] Ο Κ. Χατζηαντωνίου αραιώνει τον ποιητικό οίνο με καθαρό και γάργαρο νερό – όσο ακριβώς χρειάζεται για να διατηρήσει την ηδύτητά του χωρίς να χάσει την αψάδα του.

Palamas

Στην ερώτηση «αν ο Παλαμάς ζει και βασιλεύει», όπως παραστατικά τη διατύπωσε ο Γιώργος Σεφέρης στη συγκινησιακά φορτισμένη ομιλία που εκφώνησε την επαύριον της τελευτής του Παλαμά,[xvii] η απάντηση του Κ. Χατζηαντωνίου δεν είναι τίποτα λιγότερο από μια γενναία κατάφαση. Ένα απερίφραστο, καθαρό και βροντώδες «ναι». Εδώ δεν υπάρχουν κανενός είδους μισόλογα και ανυπόφορα «ναι μεν, αλλά» . Ο Παλαμάς, λέει και πρωτίστως δείχνει ο ανθολόγος του, δεν ζει υπό όρους, ούτε επιβιώνει μερικώς ή κατ’ επιλογήν. Πολύ περισσότερο, ο Παλαμάς δεν έχει ανάγκη τη φιλολογική ή αναγνωστική συγκατάβασή μας. Δεν ψευτοζεί ο λυρικός Παλαμάς πάνω από τη σορό του επικού Παλαμά, ούτε φύεται αποκαρδιωτικά μόνη η Φοινικιά μαζί με κάποια μικρά λυρικά του ποιήματά εν μέσω των ερειπίων του Γύφτου και της Φλογέρας. Ο Παλαμάς ζει ολόκληρος και μυριοϋπόστατος, ακερμάτιστος και πλήρης, πυκνός και πλατύς μαζί. Με τα λόγια του Κ. Χατζηαντωνίου από την εξαίρετη εισαγωγή του, «ο Παλαμάς φανέρωσε την ποίηση ως καθολική δυνατότητα ζωής».[xviii]

Μολονότι ο βαθιά παιδευτικός χαρακτήρας της κριτικής και της ανθολόγησης έχει περάσει σήμερα σε τρίτη και τέταρτη μοίρα, εμμένουμε και θα εμμένουμε σε αυτόν.  Κριτικός και ανθολόγος είναι παντού και πάντοτε πρωτίστως οδηγοί, είναι αυτοί που θα βοηθήσουν τον αναγνώστη με τις αναλύσεις και τις εκλογές τους να προσεγγίσει το εκάστοτε έργο με κάποια ασφάλεια. Είναι αυτοί που προσπαθούν να αναδείξουν το ουσιώδες, ανοίγοντας και φωτίζοντας τον δρόμο προς αυτό, και παράλληλα προφυλάσσουν από κακοτοπιές και ανώφελα λοξοδρομίσματα. Είναι ακόμη αυτοί –πράγμα για το οποίο σπανίως κάνουμε λόγο– που θα καλλιεργήσουν μεθοδικά και συστηματικά την αγάπη προς το έργο και πρωτίστως προς την ίδια την ποίηση· όχι όμως μιαν αγάπη ανεδαφική και μετέωρη αλλά εκείνη που εδράζεται στα πράγματα, στο ίδιο το έργο ως απτή και αναντίρρητη αντικειμενική πραγματικότητα.

Κατά συνέπεια, ένας ανθολόγος που διαρκώς αμφιβάλλει, που μονίμως παλινωδεί, που στέκεται αθεράπευτα αμφίθυμος απέναντι στο έργο που καλείται να ανθολογήσει είναι αν μη τι άλλο κακός οδηγός. Τέτοιοι συνήθως είναι όσοι δεν έχουν αναπτύξει επαρκώς εσωτερική σχέση με το έργο που ανθολογούν ή που ασκούν υπερβολική βία πάνω του, αυτοί που υπερερμηνεύουν ή παραθεωρούν αδικαιολογήτως. Είναι επίσης εκείνοι που έρχονται εκ των υστέρων, οχυρωμένοι πίσω από τα αισθητικά δόγματα του καιρού τους, ακόμη και για να κάνουν μάθημα στον ποιητή, αυτοί που αυτάρεσκα του κουνούν το δάχτυλο.

Σε ευθεία αντίθεση με την πλειονότητα των συγχρόνων λογοτεχνών, ο Κ. Χατζηαντωνίου δεν νιώθει την παραμικρή αμηχανία μπροστά στο παλαμικό έργο, το οποίο, όπως άλλωστε και άλλη παλαιότερη εργασία του μαρτυρεί, γνωρίζει σε βάθος.[xix] Δεν στέκει δίβουλος απέναντί του ούτε διακατέχεται από κανένα «άγχος εκσυγχρονισμού και επικαιροποίησης της ποιητικής του γλώσσας. Το αποδέχεται ως όλον και ως όλον το προτείνει, γνωρίζοντας πως ο αληθινά διαχρονικός συγγραφέας μπορεί να φαντάζει ανεπίκαιρος ή και παρωχημένος όποτε οι καιροί αδυνατούν να αναμετρηθούν στα ίσα με το πνευματικό του ανάστημα.

Εξ όνυχος τον λέοντα. Σε αυτή τη φράση μπορεί να συνοψισθεί η οδηγητική αρχή που διέπει την ανθολογική εργασία του Κ. Χατζηαντωνίου και την καθιστά τόσο επιτυχή, δηλαδή αντιπροσωπευτική και γοητευτική συνάμα. Αρκεί βέβαια ο λέων να είναι λέων, όπως εν προκειμένω ισχύει, και το νύχι να είναι νύχι – όχι παρωνυχίδα– όπως ευτυχώς συμβαίνει. Το σώμα της παλαμικής ποίησης δεν ψηλαφάται ως μνημείο παλαιικό και θρυμματισμένο, ως έκθεμα ανασυρμένο από τις αραχνιασμένες αποθήκες ενός φανταστικού λογοτεχνικού μουσείου, αλλά ως σάρκα αιμάτινη και κρουστή, ως κάτι ακόμα ολοζώντανο που –σε πείσμα της λαθροβίωσης στην οποία τόσο απερίσκεπτα καταδικάστηκε– έχει και θέση και ρόλο να διαδραματίσει μέσα στη σύγχρονη ζωή. Κοντά στον ελεγειακό τραγουδιστή ο στεντόρειος ραψωδός και δίπλα στον ραψωδό ο σατιριστής, ο πατριδολάτρης και ο ριζοσπάστης, ο μεταφυσικός και ο αντιμεταφυσικός, ο χοϊκός και ο μυστικιστής, ο λάγνος και ο σεραφικός, όλοι οι ποιητές που συνέθεταν αυτή τη συγκλονιστική συγγραφική προσωπικότητα, την πληθωρικότερη που γνώρισαν ποτέ τα γράμματά μας καθ’ όλη τη μακραίωνη ιστορία τους, αφήνουν τα ίχνη τους στα ποιήματα που ανθολογούνται.

Ακόμη κι αν η εν λόγω ανθολογία ταυτιζόταν με τα παλαμικά άπαντα, θα αρκούσε από μόνη της για να περιληφθεί ο Παλαμάς στους κορυφαίους του νεοελληνικού Παρνασσού, κάτι που αποτελεί αναμφισβήτητα μία από τις μεγάλες αρετές της. Ξέρουμε βέβαια ότι τούτη δεν συνιστά παρά την κορυφή του παγόβουνου. Χάρη στη μέριμνα του ανθολόγου ωστόσο μπορούμε να υποψιαστούμε τον γιγάντιο όγκο κάτω από τις καλοαρμοσμένες ποιητικές ψηφίδες που συνθέτουν την επιφάνεια των τετρακοσίων και πλέον σελίδων της.

Κλείνοντας, δυο λόγια και για ορισμένα μορφολογικά στοιχεία της έκδοσης. Όλως αξιέπαινη η επιλογή των επιμελητών και του ανθολόγου να μην στοιβαχθούν όπως όπως χάριν εξοικονόμησης σελίδων τα ποιήματα, αλλά να τους δοθεί ο χώρος να ανασάνουν. Κάθε ποίημα –με τη λογική εξαίρεση των τετραστίχων από τον Κύκλο των τεστραστίχων και τις Νύχτες του Φήμιου– τυπώνεται σε ξεχωριστή σελίδα, πρακτική διόλου αυτονόητη σήμερα προκειμένου για ανθολογίες ή ακόμη και για άπαντα ποιητών. Τα ποιήματα παρουσιάζονται κατά τη χρονολογική σειρά της πρώτης τους ένταξης σε συλλογές, ενώ οι συλλογές διακρίνονται η μία από την άλλη διά της παρεμβολής ενός δισέλιδου. Οι κεφαλίδες σημαίνουν τα ποιητικά βιβλία από τα οποία αντλείται κάθε ποίημα ή ποιητικό απόσπασμα. Εν ολίγοις, τηρήθηκε η μορφή που προκρίθηκε και στα ποιητικά άπαντα ενός άλλου σπουδαίου ποιητή και κριτικού του Κώστα Βάρναλη,  που κυκλοφορήθηκαν από τον ίδιο εκδοτικό οίκο. Δίνεται λοιπόν η ευκαιρία στον αναγνώστη να προσεγγίσει την ανθολογία όχι ως επιτομή βαρύτιμων απάντων αλλά ως μια εκτενή και πολυσυλλεκτική ποιητική συλλογή, πράγμα που λειτουργεί άκρως ενθαρρυντικά για την ανάγνωση.

Ο Κ. Χατζηαντωνίου αναδεικνύεται στον γεφυροποιό που συνδέει το ποιητικό μας παρόν με τη διαχρονική αξία που ακούει στο όνομα Παλαμάς και η ανθολογία του στη σεμνή και ωραία πύλη μέσα από την οποία ο αναγνώστης μπορεί να οδηγηθεί σε μια συστηματικότερη γνωριμία με την παλαμική ποίηση.

Η εν λόγω ανθολογία αποτελεί μια ολοκληρωμένη και άκρως υπεύθυνη απάντηση στα ανθολογικά προβλήματα που θέτει ένα έργο τόσο ογκώδες, θεματογραφικά και ειδολογικά πλούσιο, και επιπλέον μια απάντηση σύγχρονη, ικανή να εξυπηρετήσει τόσο τις τρέχουσες αναγνωστικές μας ανάγκες όσο και αυτές των προσεχών δεκαετιών. Είναι ένας πρώτος σταθμός, ένα ορμητήριο ακόμα, απ’ όπου μπορεί να εκκινήσει η εξερεύνηση της παλαμικής ενδοχώρας και παράλληλα ένας αξιόπιστος χάρτης και μια προσεκτικά καμωμένη πυξίδα. Το πόσοι, ποιοι και με τι αποτελέσματα θα επιδοθούν στο εγγύς και μεσοπρόθεσμο μέλλον σε αυτή την πνευματική περιπέτεια μένει να δειχθεί. Όμως αυτό είναι μια άλλη ιστορία. Οι λιγοστοί παλαμιστές έχουν κάθε λόγο να χαιρετίσουν την προσπάθεια και το αποτέλεσμά της. Οι υπόλοιποι αναγνώστες δεν μπορούμε παρά να είμαστε ευγνώμονες για την απόκτηση ενός νέου και «αθλητικού» Παλαμά, ευλύγιστου και ευκίνητου, που μπορεί να μας οδηγήσει μέσω της υψηλής διανοητικής απόλαυσης που χαρίζει η ανάγνωσή του και στον άλλον Παλαμά – τον μέγα.

ΘΕΟΔΟΣΗΣ ΒΟΛΚΩΦ

 ______________________________________

[i] Από τους ποιητές που τυχαίνει να έχω υπ’ όψιν μου σχετικά τους κείμενα και στα οποία εξετάζονται συστηματικότερα όψεις του παλαμικού έργου αναφέρω ενδεικτικά τους Νάσο Βαγενά, Διονύση Καψάλη, Ηλία Λάγιο και Παντελή Μπουκάλα από τους παλαιότερους, και Γιώργο Βαρθαλίτη, Δημήτρη Κοσμόπουλο, Κώστα Κουτσουρέλη και Μάνο Τασάκο από τους νεότερους, καθώς και τον νεότατο ποιητή Θάνο Γιαννούδη.

[ii] Χαρακτηριστικό είναι το προ δεκαπενταετίας αφιερωματικό ένθετο της εφημερίδας Ελευθεροτυπία, όπου κείμενα για τον Παλαμά υπογράφουν ορισμένοι εκ των πλέον προβεβλημένων Ελλήνων λογοτεχνών των τελευταίων χρόνων. Βλ. Βιβλιοθήκη, τχ. 278, Ελευθεροτυπία, 24/10/2003.

[iii] Κωνσταντίνος Τσάτσος, Παλαμάς, Βιβλιοπωλείον της «Εστίας», 1949.

[iv] Η κυριότερη εργασία όσον αφορά στην κριτική πρόσληψη του Παλαμά κατά τις τελευταίες δεκαετίες είναι ασφαλώς η εκτενής μονογραφία του Ευριπίδη Γαραντούδη, όπου τεκμηριώνονται φιλολογικά και σχεδόν εξαντλητικά η παρουσία του παλαμικού έργου ως αντικειμένου ακαδημαϊκών μελετημάτων από τη μια και η ισχνότητα του διαλόγου με τους σύγχρονους ποιητές και λογοτέχνες από την άλλη. Βλ. Ευριπίδης Γαραντούδης, Ο Παλαμάς από τη σημερινή σκοπιά, Καστανιώτης, 2003.

[v] Βλ. Κώστας Κουτσουρέλης, «Ανθολογώντας τον Παλαμά, Νέα Εστία, τχ. 1878, Σεπτ. 2018, σ. 536.

[vi] Δεν γνωρίζω άλλον φιλόλογο που να έχει εργαστεί με περισσότερη συνέπεια, επιμονή και –ας μην φοβηθούμε τη λέξη– αγάπη πάνω στο έργο του Παλαμά κατά τις τελευταίες δεκαετίες. Εκτός από την εν λόγω ανθολογία, την οποία συνοδεύει εκτενέστατο μελέτημα 120 σελίδων περίπου, δηλαδή ούτε λίγο ούτε πολύ ένα ολόκληρο βιβλίο μέσα στο βιβλίο, αναφέρω ενδεικτικά τους τέσσερις τόμους της αλληλογραφίας του Παλαμά, τους τρεις τόμους με άρθρα και χρονονογραφήματά του, την κριτική έκδοση της Φλογέρας του βασιλιά και φυσικά τον πρώτο τόμο της κριτικής έκδοσης των Απάντων του Παλαμά που επιτέλους κυκλοφόρησε, εργασίες που δεν θα είχαν δει το φως της δημοσιότητας χωρίς τη μέριμνα και την επιμέλεια του Κ.Γ. Κασίνη. Ειδικά όσον αφορά την ανθολογία, το μόνο που θα είχε ίσως να παρατηρήσει κανείς σε μια κατά τα λοιπά εξόχως προσεγμένη και πολύτιμη φιλολογική εργασία είναι –όπως εξάλλου δηλώνεται ρητά από τον ίδιο τον ανθολόγο– η στρατηγική επιλογή της απομόνωσης σε αρκετές περιπτώσεις δύο, τριών ή και ενός μόνο στίχου από πολύστιχα ή και ολιγόστιχα ακόμη ποιήματα. Καθ’ όλα σεβαστή η απόφαση και κατανοητές οι προθέσεις. Ο Κ.Γ. Κασίνης αναζητά προγραμματικά και συστηματικά τις λυρικές αποκορυφώσεις, τις στιγμές της απόλυτης λυρικής πύκνωσης· και από αυτές στο έργο του Παλαμά –και σε αντίθεση με τα κοινώς παραδεδεγμένα και τις εμπεδωμένες προκαταλήψεις– υπάρχουν όντως πάμπολλες. Όμως έχω την αίσθηση ότι αντιμετωπίζοντας έως ένα βαθμό τον Παλαμά ως οιονεί αφορισματογράφο ή ακόμη και ως αισθητή ποιητή ή ως «Σολωμό που ξαστοχεί» ελλοχεύει ο κίνδυνος ιδίως ο αμύητος αναγνώστης, αυτός δηλαδή που δεν έχει διαβάσει ποτέ του Παλαμά, και τέτοιος είναι σήμερα ως επί το πολύ ακόμη και ο συστηματικός αναγνώστης της ποίησης, να σχηματίσει κατά περιπτώσεις εσφαλμένες εντυπώσεις. Παρόμοιες επιφυλάξεις έχει διατυπώσει παλαιότερα σε άρθρο του ο Παντελής Μπουκάλας παρουσιάζοντας την ανθολογία στο κοινό της Καθημερινής. Βλ. Παντελής Μπουκάλας, «Νέα ανθολογία του Κωστή Παλαμά», Η Καθημερινή, 18/1/2005. http://www.kathimerini.gr/206505/article/politismos/arxeio-politismoy/nea-an8ologia-toy-kwsth-palama. Τελευταία ανάκτηση: 3/12/2018.

[vii] Η θεματική ανθολογία του καθηγητή Παντελή Βουτουρή που μόλις κυκλοφόρησε, καθώς επικεντρώνεται αυστηρά στον ερωτόληπτο και ερωτογράφο Παλαμά, δεν θα αποτελέσει αντικείμενο συζήτησης στο παρόν. Σε αυτήν ανθολογούνται 133 ποιήματα και ποιητικά αποσπάσματα, ενώ του ανθολογημένου σώματος προτάσσεται εκτενές εισαγωγικό μελέτημα. Βλ. Ο ερωτικός Παλαμάς, εισαγωγή-ανθολόγηση-σχόλια Παντελής Βουτουρής, Μελάνι, 2018.

[viii] Βλ. Κώστας Κουτσουρέλης, ό.π.

[ix] Βλ. Κώστας Κουτσουρέλης, ό.π.

[x] Βλ. Διονύσης Καψάλης, «Ο “ελάσσων” Παλαμάς» και «Τραγούδι αφάνταστο», Τα μέτρα και τα σταθμά, Άγρα, 1998 σσ. 67-88.

[xi] Βλ. Αφιέρωμα στον Κωστή Παλαμά, Βιβλιοθήκη, τχ. 278, Ελευθεροτυπία, 24/10/2003.

[xii] Βλ. Ευριπίδης Γαραντούδης, «Τι υπάρχει πάνω και γύρω από την παλαμική “Φοινικιά”;», Ποιητική, τχ. 13, σσ. 115-127.

[xiii] Αιμίλιος Χουρμούζιος, Ο Παλαμάς και η εποχή του, Εκδόσεις «Διόνυσος» Γεωργ. Νασιώτη, 1974, τόμ. 1, σ. 11.

[xiv] Δύο από τα βασικά κριτήρια του ανθολογείν όπως επισημαίνει μετ’ επιτάσεως και στην εισαγωγή της ανθολογίας του ο Κ.Γ. Κασίνης. Βλ. Ανθολογία Κωστή Παλαμά, εισαγωγή-επιλογή Κ.Γ. Κασίνης, Πατάκης, 2004.

[xv] Βλ. Ανθολογία Κωστή Παλαμά, ανθολόγηση-πρόλογος Κώστας Χατζηαντωνίου, Κέδρος, 2018, σ. 9.

[xvi] Κωστής Παλαμάς, Κ’ έχω από σας μια δόξα να ζητήσω, επιμέλεια-ανθολόγηση Ηλίας Λάγιος, Ερμής, 2001, σ. 18.

[xvii] Γιώργος Σεφέρης, «Κωστής Παλαμάς», Δοκιμές τόμ.1, Ίκαρος, 1981, σ. 214.

[xviii] Βλ. Ανθολογία Κωστή Παλαμά, ανθολόγηση-πρόλογος Κώστας Χατζηαντωνίου, Κέδρος, 2018, σ. 10.

[xix] Αναφέρομαι στα λαμπρά «Προλεγόμενα» των Λύκων, ένα από τα σημαντικότερα κείμενα της πιο πρόσφατης παλαμικής βιβλιογραφίας, υπόδειγμα εμβρίθειας και πνευματικής τιμιότητας. Βλ. Κωστής Παλαμάς, Οι λύκοι, προλ. Κώστας Χατζηαντωνίου, Ιδεόγραμμα, 2011, σ. 7-25.

Η ΜΟΝΑΞΙΑ ΤΟΥ ΑΝΘΟΛΟΓΟΥ

Nicola-Crocetti

του NICOLA CROCETTI

Θα ξεκινήσω με μια κοινοτοπία και συγχρόνως μια αναμφισβήτητη αλήθεια: οι χώρες μας –Ιταλία και Ελλάδα– μοιάζουν, προπαντός στα ελαττώματα και στα αρνητικά. Ένα από αυτά είναι πως οι κυβερνήσεις και οι θεσμοί τους δεν αγαπούν ιδιαίτερα τον πολιτισμό. Ο ελληνικός και ο ιταλικός πολιτισμός (από τον αρχαίο κλασικό μέχρι τον σύγχρονο, σε κάθε έκφανση, τέχνη, θέατρο, λογοτεχνία κ.ά.) εκτιμούνται πολύ περισσότερο στο εξωτερικό απ’ ό,τι στη χώρα του ο καθένας. Τα δε πολιτιστικά ινστιτούτα που μας αντιπροσωπεύουν στο εξωτερικό βρίθουν συχνά από προσωπικότητες μέτριες και «συστημένες», που εκτελούν αδέξια τα καθήκοντά τους. Τα παραδείγματα κακής διαχείρισης της πολιτισμικής πολιτικής των κρατών μας θα μπορούσαν να γεμίσουν όχι απλώς έναν τόμο, μα μια εγκυκλοπαίδεια.

Όποιος ασχολείται με τον πολιτισμό σε Ελλάδα και Ιταλία, με την τέχνη είτε τη λογοτεχνία, δεν πρέπει ποτέ να έχει μεγάλες προσδοκίες ούτε ελπίδες. Όχι επειδή το Κράτος όπου ζει δεν θα τον βοηθήσει, αλλά γιατί θα κάνει τα πάντα για να τον εμποδίσει, με τα πιο επινοητικά και κακοήθη μέσα. Για παράδειγμα, αν ευελπιστεί να διδάξει στο Πανεπιστήμιο, και διαθέτει τα καλύτερα προσόντα, μπορεί να είναι σίγουρο ότι αντί γι’ αυτόν θα προτιμήσουν κάποιον κατώτερο υποψήφιο (οι εξαιρέσεις είναι ελάχιστες), αρκεί να επρόκειτο για τον συγγενή ή τον φίλο κάποιου ισχυρού. Αν έχει γράψει ένα βιβλίο και φιλοδοξεί να λάβει κάποιο βραβείο, έστω και αν το αξίζει, είναι σχεδόν βέβαιο πως δεν θα το κερδίσει αυτός, μα κάποιος άλλος λιγότερο άξιος, με φίλους στην κριτική επιτροπή. Αν πάλι διευθύνει έναν ποιοτικό εκδοτικό οίκο και ζητάει κρατική επιχορήγηση, είναι μαθηματικά βέβαιο ότι δεν θα τη λάβει ποτέ αν δεν έχει ισχυρούς φίλους ή συγγενείς, ή ακόμη πολιτικές γνωριμίες.

Η ανθολογία που παρουσιάζεται σήμερα είναι μια χαρακτηριστική περίπτωση και μπορεί να λειτουργήσει ως παράδειγμα, διότι εμπλέκει περισσότερους τομείς και θεσμούς: λογοτεχνικό χώρο, εκδοτικούς οίκους, πανεπιστήμια, κρατικά πολιτιστικά ινστιτούτα, Τύπο, κριτικούς λογοτεχνίας και κριτικές επιτροπές των κρατικών βραβείων.

Γύρω στις αρχές του 2000, ο μεγαλύτερος εκδοτικός οίκος της Ιταλίας, ο Mondadori, αποφασίζει να εκδώσει μια ανθολογία σύγχρονης ελληνικής ποίησης. Απευθύνεται, όπως θα ήταν φυσικό, στο πανεπιστήμιο, και μάλιστα σε ένα από τα πιο έγκυρα με έδρα νεοελληνικής γλώσσας και φιλολογίας. Αναθέτει το καθήκον στον κάτοχο της έδρας, με τον όρο να το ολοκληρώσει μέσα σε τέσσερα χρόνια. Ύστερα από έξι χρόνια ο Mondadori ακυρώνει τη συμφωνία με τον/την νεοελληνιστή/-τρια και αναθέτει το έργο σε δύο άλλα πρόσωπα, αμφότερα ξένα στο ακαδημαϊκό περιβάλλον των νεοελληνικών σπουδών: ο πρώτος, ο Filippomaria Pontani, είναι κλασικιστής, ο άλλος, ο ομιλών, εκδότης και μεταφραστής. Περίπου μέσα σε έναν χρόνο η εργασία ολοκληρώνεται και, επιτέλους, δέκα χρόνια μετά, τον Οκτώβριο του 2010, η ανθολογία βλέπει το φως.

Τυπωμένο σε 5.000 αντίτυπα στην περίφημη σειρά I Meridiani*, το Poeti greci del Novecento παρουσιάζεται με εγκωμιαστικά λόγια στον ιταλικό Τύπο καθώς επίσης στο Journal of Modern Greek Studies του Πανεπιστημίου John Hopkins. Μάλιστα, το Πανεπιστήμιο Stony Brook της Νέας Υόρκης προσκάλεσε το 2013 τους δύο επιμελητές για να παρουσιάσουν την ανθολογία. Μέσα σε τρεις μήνες ο τόμος εξαντλήθηκε, παρά τη μη οικονομική τιμή των 65 ευρώ.

Και η Ελλάδα τι κάνει γι’ αυτό, πώς αντιδρά; Πρόκειται για την πιο σημαντική εργασία που έγινε ποτέ στο εξωτερικό για την ελληνική ποίηση: μια πολυτελής δίγλωσση (σε πολυτονικό σύστημα) έκδοση 2.000 σελίδων (η εισαγωγή του Filippomaria Pontani καλύπτει 100 σελίδες), με 66 ποιητές, ορισμένοι από τους οποίους, όπως ο Κάλβος, ο Παλαμάς και ο Σολωμός, παρουσιάζονταν για πρώτη φορά στους Ιταλούς αναγνώστες. Θα μπορούσε επομένως να περιμένει κανείς κάποια αντίδραση της Ελλάδας σε κρατικό επίπεδο, και ενδεχομένως ιδιωτικό. Λόγου χάρη, μια κριτική σε εφημερίδα ή λογοτεχνικό περιοδικό, μια παρουσίαση του τόμου –δεν εννοώ στο τμήμα ιταλικής φιλολογίας του Πανεπιστημίου της Αθήνας ή της Θεσσαλονίκης, ή σε κάποια άλλη σημαντική έδρα– έστω σε κάποιο βιβλιοπωλείο ή στο Ιταλικό Μορφωτικό Ινστιτούτο. Αντιθέτως, τίποτα. Εκτός από δύο αναφορές στον Τύπο με τη μορφή απλής είδησης για την κυκλοφορία της ανθολογίας, υπήρξε μια αναλυτική παρουσίαση στο περιοδικό Φάρμακο (τχ. 2, Φθινόπωρο-Χειμώνας 2013). Το βιβλίο δεν κρίθηκε άξιο να λάβει ούτε καν ένα μικρό βραβείο, από εκείνα που δίδονται μέχρι και σε αδέξιους ή κάκιστους μεταφραστές, όπως όλοι πολύ καλά γνωρίζουμε.

Στην Ελλάδα όχι μόνο δεν μίλησε κανείς γι’ αυτό, λες και –αντί να αποτελεί μια σπουδαία ανταπόδοση στην ποίηση και στον πολιτισμό αυτής της χώρας– ήταν κάτι επιζήμιο ή αρνητικό, κάτι που κανείς πρέπει να αγνοήσει ή να απομακρύνει. Και το κερασάκι στην τούρτα: όταν το βιβλίο στάλθηκε στο Υπουργείο Πολιτισμού στην Αθήνα ώστε να συμμετέχει στις υποψηφιότητες για το κρατικό βραβείο μετάφρασης ελληνικού έργου σε ξένη γλώσσα, το 2011, μου απάντησαν προσωπικά ότι δεν μπορούσε να συμπεριληφθεί, διότι ο κανονισμός προβλέπει (ψέμα) πως οι μεταφραστές πρέπει να ζουν, ενώ ένας από τους δύο επιμελητές-μεταφραστές της ανθολογίας –ο Filippomaria Pontani– ήταν νεκρός (πράγμα που δεν ισχύει, αφού πρόκειται για τον υιό και όχι για τον πατέρα, ο οποίος λεγόταν Filippo Maria…!). Αν είχαν κάνει τον κόπο έστω να ξεφυλλίσουν τον τόμο, θα είχαν διαβάσει τα βιογραφικά των δύο επιμελητών και θα είχαν συνειδητοποιήσει ότι ο Filippomaria Pontani (γεννημένος το 1976) ήταν τότε 35 ετών και, όπως λέτε, ζει και βασιλεύει. Είναι ολοφάνερο πως το Υπουργείο είπε δύο απανωτά ψέματα ώστε να μπορέσει να αποκλείσει την υποψηφιότητα και να βραβεύσει κάποιο άλλο βιβλίο.

Ας έρθουμε όμως στην ίδια την ανθολογία. Οι ανθολογίες ποίησης είναι αναπόφευκτα ένα ναρκοπέδιο. Καμιά ανθολογία δεν ικανοποιεί ποτέ τις προσδοκίες των κριτικών, πόσο μάλλον εκείνες των ποιητών: όσων αποκλείονται –και είναι κατανοητός ο λόγος της δυσαρέσκειάς τους–, αλλά συχνά και όσων περιλαμβάνονται, οι οποίοι παραπονιούνται ότι το μεγαλύτερο μέρος αφιερώθηκε σε ποιητές που οι ίδιοι θεωρούν κατώτερους ή «αντιπάλους» τους. Έπειτα, οι κριτικοί σχεδόν πάντα παρασύρονται από την τετριμμένη συνήθεια να υπογραμμίζουν ποιοι αποκλείστηκαν: γιατί αυτός ο ποιητής και όχι εκείνος; Συνήθεια που θυμίζει με θλίψη τις κουβεντούλες του καφενείου, το πρωί της Δευτέρας, για τα αποτελέσματα των κυριακάτικων αγώνων ποδοσφαίρου: αν ο προπονητής είχε βάλει στην ομάδα εκείνον τον παίκτη αντί για τον άλλον, θα είχαμε κερδίσει τον αγώνα.

Αντιθέτως, προσωπική μου γνώμη είναι πως προπαντώς στην περίπτωση μιας ανθολογίας μεταφρασμένης σε μια ξένη γλώσσα, θα έπρεπε να είναι άλλα τα κριτήρια αξιολόγησης. Για παράδειγμα, τι το διαφορετικό έχει αυτή η ανθολογία σε σχέση με προηγούμενες αντίστοιχες στην Ιταλία, ή σε σχέση με άλλες ανθολογίες ελληνικής ποίησης σε άλλες γλώσσες· αν η μετάφραση είναι καλή, κακή ή κάκιστη· αν η εν λόγω ανθολογία αναπληρώνει ένα κενό στον πολιτισμό της χώρας όπου κυκλοφόρησε (εν προκειμένω της Ιταλίας), τι υποδοχή είχε, κ.λπ.

Προσοχή, το μικρό μου cahier de doléances δεν σκοπεύει να είναι απλώς μια κατηγορία στους πολιτιστικούς θεσμούς της Ελλάδας, αλλά και της Ιταλίας. Διότι αν είναι αλήθεια ότι οι μεγαλύτερες ιταλικές εφημερίδες έγραψαν ενθουσιώδη άρθρα για την ανθολογία, και αρκετά βιβλιοπωλεία και ιδιωτικά ιδρύματα οργάνωσαν παρουσιάσεις, είναι επίσης αλήθεια ότι κανένα τμήμα νεοελληνικών σπουδών στα ιταλικά πανεπιστήμια (νομίζω ότι αριθμούν καμιά δεκαριά) δεν την παρουσίασε στους φοιτητές του. Και κανένας «λαμπρός» διδάσκων ή διδάσκουσα των νεοελληνικών δεν έγραψε έστω ένα σχετικό άρθρο. Ακόμη και αυτό το γεγονός όμως εξηγείται εύκολα, δεδομένου του ότι οι δύο επιμελητές-μεταφραστές είναι ξένοι στο ακαδημαϊκό περιβάλλον των νεοελληνικών στην Ιταλία.

Θα ήθελα να καταλήξω με μια παρατήρηση που προέρχεται από την πολύχρονη εμπειρία μου στον χώρο της ποίησης. Στη Πολιτεία των Γραμμάτων γενικά, και σε αυτήν της Ποίησης ιδιαίτερα, η Δικαιοσύνη δεν υφίσταται, και υπάρχει μία και μοναδική ανώτερη θεότητα που μπορεί να την επιβάλει: ο Χρόνος. Πριν από είκοσι πέντε περίπου χρόνια, ένας Γάλλος κριτικός δημοσίευσε μια έρευνα για 130 ποιητές της εποχής του Baudelaire. Ήταν εκείνοι που εκδίδονταν από τους μεγαλύτερους εκδοτικούς οίκους και τα πιο σημαντικά περιοδικά, εκείνοι που όλοι διάβαζαν και για τους οποίους όλοι μιλούσαν, που κέρδιζαν τα πιο μεγάλα βραβεία, δημοσίευαν άρθρα στις εφημερίδες και απολάμβαναν εξουσία και λογοτεχνικές φιλίες. Ανάμεσα σε αυτούς τους ποιητές δεν υπήρχε ο Baudelaire. Γι’ αυτόν μιλούσαν μόνο επειδή δικάστηκε για βλασφημία με Τα άνθη του κακού. Λοιπόν, περισσότερο από ενάμιση αιώνα μετά, κανείς δεν θυμάται το όνομα κανενός από αυτούς τους 130 ποιητές, ενώ ο μοναδικός που ξεχωρίζει στην ιστορία της παγκόσμιας λογοτεχνίας είναι ο Baudelaire.

Θα ήθελα να ευχαριστήσω το Νέο Πλανόδιον που πήρε την πρωτοβουλία να οργανώσει αυτή την παρουσίαση, τους ομιλητές που συμμετείχαν και όλους εσάς που είχατε την καλοσύνη να παρευρεθείτε.

Το κείμενο αυτό του ΝΙΚΟΛΑ ΚΡΟΤΣΕΤΤΙ διαβάστηκε από τον ίδιο στην εκδήλωση που διοργάνωσε το Νέο Πλανόδιον προς τιμήν του στις 29.11.2014 στον Πολυχώρο της Άγκυρας στην Αθήνα. Για τον Κροτσέττι και την Ανθολογία των Ελλήνων ποιητών που συνεπιμελήθηκε με τον Φιλιππομαρία Ποντάνι, μίλησαν ο Αντώνης Φωστιέρης, ο Παντελής Μπουκάλας και ο Κώστας Κουτσουρέλης. 

* Η σειρά «Meridiani» εγκαινιάστηκε το 1969 από τον Vittorio Sereni. Φιλοδοξία του Mondadori ήταν να δημιουργήσει μια σειρά αντίστοιχη με τη «Bibliothèque de la Pléiade». Πρόκειται για έγκυρες, πολυτελείς (πολύ λεπτό χαρτί, κομψό δέσιμο) εκδόσεις με τα άπαντα των μεγαλύτερων πεζογράφων και ποιητών της ιταλικής και της παγκόσμιας λογοτεχνίας, από την κλασική αρχαιότητα ώς τις μέρες μας. Μέχρι σήμερα έχουν κυκλοφορήσει 350 τόμοι. Ο τόμος Poeti Greci del Novecento είναι η πρώτη ποιητική ανθολογία της σειράς.

559658_10204413728656348_3727635049095555913_n     10411280_411384922348933_6017886407980275611_n