ανάγνωση

Δέκα μικρές στιγμές

*

τοῦ ΓΙΩΡΓΟΥ ΑΡΑΓΗ

Τυχαίνει κάποτε, διαβάζοντας ἕνα λογοτεχνικό ἔργο, συχνά ποιητικό, νά πέφτουμε πάνω σ᾿ ἕνα σημεῖο πού μᾶς κόβει τή φόρα. Ἕνα σημεῖο πού μᾶς αἰφνιδιάζει ἔτσι πού νά μοιάζει σάν ἕνα ἐσωτερικό σκούντημα, ἄλλοτε σιγανό κι ἄλλοτε ὄχι τόσο σιγανό. Κι ὄχι σπάνια νά μᾶς κάνει ἄνω κάτω καί κάποτε νά βλέπουμε τόν οὐρανό σφοντύλι. Γιατί αὐτό; Ἴσως γιατί πρόκειται γιά κάτι τό διαφορετικό, κάτι τό ἄγνωστο, τό ἀσυνήθιστο, τό ἀπρόσμενο, τό ξένο. Ἴσως ἀκόμα περισσότερο, ἀκόμα παραπέρα, ἕνα σκαλί ψηλότερο, ἕνα σκαλί παραπάνω ἀπό τό δικό μας ἐπίπεδο. Ἐπίπεδο αὐτογνωστικό πού ἔρχεται στήν ἐπιφάνεια τήν ὥρα τῆς ἀνάγνωσης, ἀλλά καί ἔκτοτε. Μιά στιγμή πάντως ὀντολογικοῦ γίγνεσθαι, κορυφαία γιά τήν ἐξέλιξη τοῦ καθένα μας. Χωρίς ὡστόσο νά ἔχουμε τή δυνατότητα νά τήν προκαλέσουμε θεληματικά. Χωρίς νά εἴμαστε κάν ὑποψιασμένοι γιά κάποιον ἐνδεχόμενο ἐρχομό της. Μιά καί ἡ πραγμάτωσή της δέν ἔχει τίποτα τό προειδοποιητικό καί τό θορυβῶδες. Μᾶλλον εἶναι ἀλαφροπερπάτητη καί προκαλεῖ ἐκστατική ἔνταση, κατά τρόπο πού θά λέγαμε πώς τήν πραγματώνουμε μές στή σιγή μέ κομμένη τήν ἀνάσα ἤ κάπως ἔτσι. Εἶναι, νομίζω, ἀχώριστο, κατά τήν ἑκάστοτε ἀναγνωστική πραγμάτωση μιᾶς τέτοιας στιγμῆς, τό αἴσθημα τῆς ἔκστασης. Ὅτι δηλαδή γιά λίγο νιώθουμε χαμένοι, ἔξω ἀπό τά νερά μας. Ἔξω ἀπό τό συνηθισμένο περιβάλλον καί ἀπό τόν ἑαυτό μας. Ἄν κάποιος παράγοντας τήν εὐνοεῖ αὐτός, καθώς πιστεύω, εἶναι ἡ ἔφεση πρός τήν ἐλευθερία. Τό νά μένει κανείς ἀνοιχτός στά ἐνδεχόμενα τῆς ἀναγνωστικῆς περιπέτειας, προπάντων τῆς χωρίς ὅρους περιπέτειας, χωρίς σταθερές ἀντιλήψεις, χωρίς ἔμμονες ἰδέες, χωρίς ἰσχυρισμούς. Νά μήν ἀποκλείουμε τίποτα, οὔτε νά προϋποθέτουμε τίποτα.

Ἀπό τ᾿ ἄλλο μέρος φαίνεται πώς δέν εἶναι κάτι περαστικό, κάτι πού τό δοκιμάζεις κι ἔπειτα τό ξεχνᾶς, ὅπως λ.χ. τά ὀρεκτικά, τά γλυκά, τά «ὡραῖα» τῆς καθημερινότητας. Μᾶλλον τό ἀντίθετο, φαίνεται νά ἔχει διαρκή παρουσία, ὡς συνοδό στοιχεῖο ἤ, καλύτερα, ὡς συστατικό τῆς ἐσωτερικῆς μας ζωῆς. Πῶς πραγματώνεται αὐτός ὁ ὀντολογικός μεταβολισμός δέν ξέρω, ὅμως νιώθεται καί μάλιστα πολύ ἔντονα, σάν ἕνα κάποιο σκούντημα, σάν ἕνα ὑποστασιακό καμπανάκι. Τό σίγουρο εἶναι πώς ἡ σχετική ἀντίδραση δέν ἀποτελεῖ πλεονέκτημα λίγων ἀτόμων. Δυνητικά ὅλοι ἔχουν τή δυνατότητα νά τή βιώσουν, ἀρκεῖ νά εἶναι διαθέσιμοι, ἀνοιχτοί σέ κάθε ἐνδεχόμενο. Ἡ ὕπαρξη τέτοιων «ξαφνιασμάτων», γιά τά ὁποῖα μιλῶ, σημαίνει πώς κάποιοι πού ἔχουν προηγηθεῖ (χρονικά καί οὐσιαστικά) μᾶς δείχνουν, ἤ μᾶς ὑποδείχνουν, τόν δρόμο ἀπό τόν ὁποῖο πέρασαν. Καί κατά ἕναν τρόπο μᾶς καλοῦν νά περπατήσουμε πάνω στά χνάρια τους. Ὑποθέτω πώς αὐτοῦ τοῦ εἴδους τά «ξαφνιάσματα» δέν εἶναι πολύ σπάνια, ἀρκετοί θά εἶναι αὐτοί πού τά ἔχουν αἰσθανθεῖ, ἴσως καί πολλοί. Σέ μέγιστο ὡστόσο ποσοστό αὐτά τά ἐσωτερικά περιστατικά παραμένουν χωρίς ἐξηγήσεις. Λέγονται σάν χρησμοί ἤ περίπου καί μένουν στήν προαίρεση τοῦ καθένα. Κι εἶναι ἀλήθεια πώς μπορεῖ νά τά βιώνει κανείς, ἀλλά καθόλου εὔκολο νά τά ἐξηγήσει, νά τά πραγματευτεῖ. Χωρίς νά σημαίνει τοῦτο πώς γιά κάποιο λόγο δέν εἶναι θεμιτός ὁ δημόσιος σχολιασμός τους. Κάθε ἄλλο, μιά καί ἔμμεσα τουλάχιστο ἐπισημαίνονται καί ἐπανέρχονται συχνά στόν δημόσιο κριτικό λόγο, μέ ἐπαναληπτικό τρόπο. Ἐνῶ ἀναφέρονται δηλαδή, δέν παρουσιάζονται ἀναλυτικά. Ἡ φράση π.χ. τοῦ Ἰ. Πολυλᾶ ὅτι ὁ Σολωμός ἔτεινε ἀδιάκοπα «νά σβήνη τήν προσωπικότητά του μέσα εἰς τήν ἀπόλυτη ἀλήθεια», μνημονεύτηκε ἀπό τόν Κ. Παλαμᾶ, τόν Γ. Ἀποστολάκη, τόν Γ. Σεφέρη, τόν Ὀ. Ἐλύτη καί τόν Τ. Σινόπουλο, χωρίς ἀναλυτική πραγμάτευση.[1] Ἡ φράση, μ᾿ ἄλλα λόγια, τοῦ Ἰ. Πολυλᾶ, ἄν καί πειστική, κρύβει ἕνα βάθος πού δέν ἀναλύεται. Ἐπιδοκιμάστηκε ἔντονα, ἀλλά χωρίς νά σχολιαστεῖ εἰδικότερα. (περισσότερα…)

Ο αθάνατος αναγνώστης

The location of the Earth encircled by the celestial circles, 1661 via Wikimedia Commons

Ο αθάνατος αναγνώστης

του ΑΛΕΞΗ ΒΟΥΤΟΥΡΗ

Στη μουσική, αλλά και ευρύτερα στην τέχνη, διακρίνουμε δύο βασικές κατηγορίες καλλιτεχνών, τους συνθέτες και τους ερμηνευτές. Οι πρώτοι ποιούν το καλλιτεχνικό έργο, και οι δεύτεροι το επεξεργάζονται και το παρουσιάζουν στο κοινό. Φυσικά, ένας καλλιτέχνης μπορεί να επιτελεί και τους δύο ρόλους, συνθέτοντας και ερμηνεύοντας τη μουσική του ο ίδιος, εξακολουθούμε όμως να μιλάμε για δύο διακριτές δημιουργικές διαδικασίες. Ενώ όμως ο ρόλος της σύνθεσης θεωρείται σε γενικές γραμμές αυτονόητος (είναι προφανές ότι χωρίς μουσική σύνθεση δεν υπάρχει μουσική), η θέση και η λειτουργία της ερμηνείας γίνεται συχνά αντικείμενο αμφισβήτησης. Στο ακόλουθο απόσπασμα, ο πιανίστας Leon Fleisher συμβουλεύει τους μαθητές του σχετικά με την ορθή προσέγγιση του μουσικού κειμένου, στο πλαίσιο σεμιναρίου που παρέδωσε στο Carnegie Hall το 2015 (η μετάφραση δική μου) :

Πρωταγωνιστής της μουσικής εκτέλεσης δεν είναι ο ερμηνευτής· η μουσική είναι ο πρωταγωνιστής. Ο ερμηνευτής είναι το δοχείο, ο ερμηνευτής είναι το κανάλι, μέσω του οποίου η μουσική περνά σαν πρίσμα και φτάνει στον ακροατή. Είμαστε απαραίτητοι, χωρίς εμάς δεν υπάρχει μουσική. ‘Ωσπου να φτάσει εκείνη η ώρα που οι άνθρωποι θα μπαίνουν στο Κάρνεγκι Χωλ, και αντί για τυπωμένο πρόγραμμα θα τους δίνεται μια παρτιτούρα, και θα παίρνουν την παρτιτούρα στις θέσεις τους και θα κάθονται και θα ανοίγουν την παρτιτούρα και θα διαβάζουν την παρτιτούρα με όλη την ικανοποίηση και την ευτυχία που θα έδινε η ακρόασή της, όπως θα έπρεπε να μπορεί να κάνει ένας μουσικός, ώσπου να φτάσει εκείνη η ώρα είμαστε απαραίτητοι, αλλά δεν είμαστε οι πρωταγωνιστές.

Ο Φλάϊσερ παρουσιάζει εδώ τον μουσικό ερμηνευτή ως έναν επιβεβλημένο μεσάζοντα, μια αναγκαία παρουσία μεταξύ του συνθέτη και του ακροατή, μέχρι την υποθετική στιγμή όπου ο τελευταίος θα εξελιχθεί από ακροατή σε αναγνώστη, και θα είναι σε θέση να προσλαμβάνει το πρωτότυπο έργο απευθείας. Αν επεκτείνουμε αυτή τη σκέψη στο χώρο της λογοτεχνίας, θα αναγνωρίσουμε ότι ο μέσος λογοτεχνικός αναγνώστης βρίσκεται σε ανώτερο στάδιο πρόσληψης από τον μέσο μουσικό ακροατή, αφού είναι ικανός να διαβάσει ένα βιβλίο ακόμα και αν αυτό δεν είναι σε μορφή audiobook. Ωστόσο, με μια δεύτερη ματιά θα εντοπίσουμε και εδώ παρασιτούντες ερμηνευτές: οι μεταφραστές στέκονται ανάμεσα στον αναγνώστη και στο πρωτότυπο κείμενο βασιζόμενοι στη γλωσσική του άγνοια, ενώ οι ηθοποιοί απαλλάσσουν τον αναγνώστη από τη δυσκολία της άμεσης αναμέτρησής του με το θεατρικό έργο, παρουσιάζοντας τη δική τους επαγγελματική, οπτικοακουστική ερμηνεία. Συνεπώς, αν στον ιδανικό καλλιτεχνικό κόσμο του Φλάϊσερ ο φιλόμουσος θα μπαίνει στο Κάρνεγκι Χωλ για να διαβάσει το έργο και όχι για να το ακούσει, τότε ο λογοτεχνικός αναγνώστης θα πρέπει να κατέχει όλες τις λογοτεχνικές γλώσσες, ώστε να μην χρειάζεται τους μεταφραστές, και να είναι οπλισμένος με αρκετά πολύχρωμη φαντασία και οξυμένη (υπο)κριτική ικανότητα, ώστε να μην έχει ανάγκη τους ηθοποιούς.

Οι καλές τέχνες, με δεδομένο ότι κανείς δεν παρεμβάλλεται ανάμεσα στο έργο και τον παραλήπτη του, παρακάμπτουν το πρόβλημα. Επιπλέον, η πρόσληψή τους πραγματοποιείται εξ ορισμού άμεσα και ακαριαία· αντιθέτως, η υποχρεωτική στη λογοτεχνία γλωσσική κωδικοποίηση και αποκωδικοποίηση του νοήματος συνιστά οπωσδήποτε μεγαλύτερη παρέκβαση από την ευθεία επικοινωνία. Ένας ακόμα καλλιτεχνικός δρόμος μέσω του οποίου αποφεύγεται η διάθλαση του νοήματος είναι ο μουσικος αυτοσχεδιασμός, όπου ο ακροατής γίνεται μάρτυρας της σύνθεσης και της ερμηνείας ταυτόχρονα, αλλά μόνο επειδή σε αυτή την περίπτωση δεν υπάρχει συγκεκριμένο προϋπάρχον νόημα προς επικοινωνία.

Το προηγούμενο σενάριο, κατά το οποίο η τέχνη απαλλάσσεται από τις παράπλευρες συνέπειες της ανεπάρκειάς μας ως καλλιτεχνικών δεκτών, φαίνεται σε κάθε περίπτωση να οδηγεί στην απογύμνωση παρά στον εμπλουτισμό της. Παραθέτω ένα απόσπασμα από το δοκίμιο του Χόρχε Λουίς μπόρχες, Οι [αγγλικές] μεταφράσσεις του Ομήρου:

Ο Δον Κιχώτης, εξαιτίας και της εκ γενετής γνώσης μου της ισπανικής γλώσσας, αποτελεί για μένα ένα συμπαγές μνημείο, και οι μόνες παραλλαγές που επιδέχεται είναι αυτές που μπορεί να επιφέρουν ο εκδότης, ο βιβλιοδέτης και ο στοιχειοθέτης· ενώ η Οδύσσεια, χάρη στην πρόσφορη άγνοιά μου των ελληνικών, είναι ένα διεθνές βιβλιοπωλείο πεζογραφικών και ποιητικών έργων – από τα ομοιοκατάληκτα δίστιχα του Τσάπμαν ώς την “Authorized Version” του Άντριου Λανγκ, το κλασικό γαλλικό δράμα του Μπεράρ, το σφριγηλό σάγκα του Μόρρις ή το ειρωνικό αστικό μυθιστόρημα του Σάμιουελ Μπάτλερ1.

Στις γοητευτικές προεκτάσεις της μεταφραστικής τέχνης μπορούν να προστεθούν και αυτές του θεάτρου και του κινηματογράφου με όλους τους επιμέρους κλάδους τους, και σε ό,τι αφορά τη μουσική μπορεί να γίνει λόγος για την ποικιλία των διαφορετικών εκτελέσεων ενός μόνο έργου, καθώς και για τη συλλογική μέθεξη που προσφέρουν οι συναυλίες. Η άγνοια αποδεικνύεται περισσότερο πολυπρισματική και συναρπαστική από τη γνώση, με την προϋπόθεση ότι είμαστε διατεθειμένοι να την εξερευνήσουμε, γνωρίζοντας μεν όλο και λιγότερα, αλλά για όλο και περισσότερα.

Είναι αξιοσημείωτο ότι ο Φλάϊσερ δεν παρουσιάζει τον ιδανικό μουσικό δέκτη ως αυτόν που αναπαράγει ο ίδιος τη σύνθεση, παίζοντάς την για παράδειγμα στο πιάνο του, αλλά αυτόν που δεν την αναπαράγει καθόλου. Εφόσον έχει αφομοιώσει όλους τους δυνατούς μουσικούς ήχους, οποιαδήποτε εξωτερίκευση, ακόμα και η δική του, λειτουργεί ως περισπασμός. Ο λογοτεχνικός αναγνώστης σπάνια διαβάζει το κείμενο φωναχτά εκτός αν το επικοινωνεί σε άλλους, οπότε μετατρέπεται και ο ίδιος σε αχρείαστο μεσολαβητή. Όσο ο καλλιτεχνικός δέκτης προσεγγίζει αυτό το ανώτερο επίπεδο αφομοίωσης στρέφεται όλο και περισσότερο στον εαυτό του, στην ολοένα διανθιζόμενη εσωτερική φωνή του, ώστε κάθε εξωστρεφής δραστηριότητα, αυτόφωτη ή ετερόφωτη, καθίσταται περιττή.

Αν συνεχίσουμε να παρακολουθούμε αυτή την υπερφυσική πλέον εξέλιξη του αναγνώστη, θα διαπιστώσουμε ότι αρχίζει να απορρίπτει και την ίδια την πρωτότυπη καλλιτεχνική δημιουργία. Όποιος εμπεδώνει όλους τους δυνατούς ήχους, εικόνες, ιδέες, σκέψεις, τεχνικές, εμπεδώνει την ίδια στιγμή και όλους τους δυνατούς συνδυασμούς μεταξύ αυτών των ερεθισμάτων, με αποτέλεσμα κάθε εξωγενής δημιουργική πρόταση, όπως και κάθε πιθανή υλοποίησή της, να περιέχεται δυνητικά εντός του. Εδώ, η αλήθεια είναι, εισερχόμαστε πια στη χώρα του φανταστικού, και ειδικότερα στην Πολιτεία των Αθανάτων του Μπόρχες, οι οποίοι «έχοντας συνειδητοποιήσει το μάταιον κάθε δραστηριότητας, αποφάσισαν να ζήσουν μες στην σκέψη, μέσα στον καθαρό στοχασμό. Ανήγειραν το οίκημα, το ξέχασαν και πήγαν να ζήσουν στις σπηλιές. Απορροφημένοι στις σκέψεις τους, σχεδόν δεν αντιλαμβάνονταν καν τον φυσικό κόσμο»2. Ο ιδανικός αναγνώστης γίνεται τελικά αυτός που αρνείται την τέχνη στο σύνολό της, γιατί τίποτα δεν μπορεί να τον εκπλήξει.

Στη δική μας πραγματικότητα, αθάνατοι αναγνώστες ευτυχώς δεν υπάρχουν. Αυτό που συμβατικά ονομάζουμε διαχρονική πολιτισμική μνήμη δεν είναι κάποιο υπερβατικό ον ικανό να ακυρώσει το λόγο ύπαρξης της καλλιτεχνικής δημιουργίας, αλλά τίποτα παραπάνω από το άθροισμα των μερών της, το απρόσωπο σύνολο των ατομικών εντυπώσεων. Όσοι απαρτίζουν αυτήν τη συλλογικότητα τείνουν να προκρίνουν τα έργα εκείνα που ερεθίζουν αποτελεσματικότερα την άγνοιά τους. Συμπεραίνουμε ότι ο συγγραφέας ο οποίος, λειτουργώντας υπό την ψευδαίσθηση ότι απευθύνεται στον αθάνατο αναγνώστη, εστιάζει στη βεβαιότητα έναντι της αμφιβολίας, στην απόφανση έναντι της πολυσημίας, καταδικάζει το έργο του στη λήθη.

Το βάρος της αναζήτησης της αθανασίας πέφτει τελικά στον μεμονωμένο αναγνώστη, που δεν κινδυνεύει να βρεθεί αντιμέτωπος με το αδιέξοδο της αιωνιότητας. Σε αντίθεση με τον συγγραφέα, που διεκδικώντας την υστεροφημία αγκαλιάζει τη θνητότητα, ο αναγνώστης προσεγγίζει άφοβα την τέχνη ως δυνητικά αθάνατος, ακριβώς επειδή γνωρίζει ότι διαβάζει με αντίπαλο τον χρόνο.

ΑΛΕΞΗΣ ΒΟΥΤΟΥΡΗΣ


1 Χόρχε Λουίς Μπόρχες, «Οι [αγγλικές] μεταφράσεις του Ομήρου», Δοκίμια [1], μτφρ.: Αχ. Κυριακίδης, Πατάκης, 2015, σελ: 112-120: 113-114.

 

2 Χόρχε Λουίς Μπόρχες, «Ο αθάνατος», Άπαντα πεζά, μτφρ.: Αχ. Κυριακίδης, Ελληνικά Γράμματα, 2005, σελ: 229-243: 238.

Το μικρό και το μεγάλο

ba2222

~.~

του  ΦΩΤΗ ΔΟΥΣΟΥ~.~

Πολλές ιερεμιάδες εξακοντίζονται πανταχόθεν τα τελευταία χρόνια για την αποστροφή που δείχνει ο μέσος αναγνώστης προς τα μεγάλα, εκτεταμένα, πολυσέλιδα κείμενα. Έχουμε χάσει την εξοικείωσή μας με τα ογκώδη βιβλία, λένε. Χειμαζόμενοι από ένα καθολικό (αν και τυπικά αδιάγνωστο) σύνδρομο ελλειμματικής προσοχής αδυνατούμε να αντεπεξέλθουμε στις απαιτήσεις της προσηλωμένης ανάγνωσης. Διασπάται η προσοχή μας, δεν έχουμε χρόνο, νυστάζουμε, δουλεύουμε πολύ, τρέχουμε, χαζεύουμε στο ίντερνετ. Η ανάγνωση του μεγάλου βιβλίου με τους χρόνους που απαιτεί, τους ρυθμούς της, τη δέσμευση που προϋποθέτει, τη δέουσα αφοσίωση, καθίσταται πραγματική πολυτέλεια στο ασφυκτικό πλαίσιο του σύγχρονου τρόπου ζωής. Πόσο μάλλον όταν το κύριο μέλημα των περισσοτέρων είναι απλώς η επιβίωση κάτω από τις δύστηνες οικονομικές συνθήκες που μας περιβάλλουν.

Κι όμως τα μεγάλα βιβλία έχουν ακόμα την πρωτοκαθεδρία στις προτιμήσεις των αναγνωστών. Αυτό δηλούν τουλάχιστον οι λίστες των ευπώλητων. Τωόντι τα περισσότερα best seller -είτε πρόκειται για ποιοτικά έργα είτε για φτηνά αναγνώσματα- έχουν εκτόπισμα και καταλαμβάνουν χώρο στις βιβλιοθήκες, ενώ το αδιάλειπτο κουβάλημά τους από τα ισχνά και ατροφικά χέρια των βιβλιοφάγων μπορεί να προκαλέσει από μυϊκές θλάσεις μέχρι και τενοντίτιδες.

Κάποιοι ισχυρίζονται ότι υπάρχουν εκδότες που δεν δέχονται καν μυθιστορήματα με λιγότερες από 300 σελίδες. Ειδάλλως θεωρούν μια τέτοια επένδυση (οι ίδιοι αλλά και μεγάλη μερίδα των αναγνωστών τους προφανώς) πεταμένα λεφτά. Είναι αλήθεια ότι η παροιμία “ουκ εν τω πολλώ το ευ” έχει χάσει την ισχύ της στην ματαιόδοξη και βουλιμική εποχή μας. Ακόμα και στο θέατρο ακούμε πολύ συχνά την ερώτηση “πόσοι ηθοποιοί παίζουν;” λες και υπάρχει κάποια μυστική αναλογία ανάμεσα στον αριθμό των συντελεστών και το αισθητικό αποτέλεσμα, ένας αλγόριθμος που ορίζει την στάθμη της ποιότητας του θεάματος.

Παρ’ όλα αυτά η ιντερνετική ανάγνωση, που κακά τα ψέματα έχει καταλάβει μεγάλο μέρος της αναγνωστικής μας δραστηριότητας, επιτάσσει άλλους ρυθμούς, άλλες αντοχές, διαφορετική ανοχή στο διάβασμα κειμένων. Μπροστά στην οθόνη διαβάζουμε γρήγορα, πεταχτά, αποσπασματικά, ανοίγουμε πολλές και διαφορετικές σελίδες και πεταγόμαστε πότε στη μια και πότε στην άλλη, περιτρέχουμε σταυρωτά τις παραγράφους και γενικά επιδεικνύουμε εγγενή απέχθεια προς τα εκτενή κείμενα. Με λίγα λόγια αρθρίδια σαν και το παρόν (που απαρτίζεται από 2000 λέξεις περίπου) αντενδείκνυνται για ιντερνετική χρήση. Ο βιαστικός αναγνώστης που ψάχνει εναγωνίως data, πληροφορίες, νέα, ευτράπελα ή επιζητά απλώς να σκοτώσει την ώρα του και να ξεσκάσει, θα το προσπεράσει χωρίς δεύτερη σκέψη τσεκάροντας απλώς και μόνο το μέγεθός του. Αλλά και ο πιο απαιτητικός αναγνώστης δυσκολεύεται να παραδοθεί σε ρυθμούς που είναι λίγο εκτός εποχής, ειδικά όταν ξεροσταλιάζει μπροστά σε μία οθόνη.

Με λίγα λόγια μας θέλγουν ακόμα τα ογκώδη βιβλία (και ακολούθως τα μεγάλα κείμενα) στην φυσική τους μορφή, αλλά μας απωθούν κάπως όταν είμαστε αναγκασμένοι να τα διατρέξουμε μέσα από την οθόνη του υπολογιστή μας. Προφανώς αυτά τα προσκόμματα θα εξαλειφθούν στο μέλλον (άπαντες θα διαβάζουν από οθόνες), αλλά στην μεταβατική περίοδο που διανύουμε μια τέτοια διάκριση είναι νομίζω οφθαλμοφανής.

Μηδέν κακό αμιγές καλού. Το ίντερνετ, μαζί με όλες τις αλλαγές που επέφερε στη ζωή μας, και παρά την μειοδοσία του προς το μεγάλο κείμενο, πριμοδότησε, εξύψωσε και σχεδόν αποθέωσε το μικρό. Είτε αυτό είναι άρθρο, είτε είναι μικρό διήγημα, είτε είναι ποίημα. Υπάρχει ένας αμφίδρομος μηχανισμός παραγωγής και κατανάλωσης γραπτού λόγου που μέσα από την διαδικτυακή συνένωση δημιουργεί αναγνωστικά ειωθότα. Διαβάζουμε αυτό που (αφειδώς) μας προσφέρεται και γράφουμε αυτό που ζητά το αναγνωστικό κοινό. Έτσι φτάνουμε στον εξοβελισμό του μεγάλου κειμένου από το διαδίκτυο ή έστω την σχετική περιθωριοποίησή του, και στον πολλαπλασιασμό, την άνθιση, την αναγέννηση του μικρού. Θα περιμέναμε κάτι τέτοιο να έχει και ένα άλφα ποιοτικό αντίκρισμα. Να οδηγηθούμε σε παραδείγματα συμπύκνωσης του νοήματος, να γίνουμε κοινωνοί μιας λείανσης του λόγου, να παρατηρήσουμε επιμονή στην λεπτομέρεια, ακρίβεια στην έκφραση, σαφήνεια, ενάργεια, εκλέπτυνση, να ταυτοποιήσουμε, τέλος, καλύτερο έλεγχο του λεκτικού υλικού. Όλα αυτά παρέμειναν – φευ- μάταιες προσδοκίες.

Αυτό που μαρτυρούμε αντιθέτως είναι άπειρα παραδείγματα έκπτωσης του γραπτού λόγου: ιδεολογική απίσχνανση, αισθητική χωλότητα, λεκτική ένδεια, ασάφεια, σολοικισμό, έλλειψη βάθους και προοπτικής. Το κείμενο στην εποχή της ιντερνετικής ανάγνωσης τείνει να λειτουργεί πολλές φορές ως πλατφόρμα προσωπικής διαφήμισης, ναρκισσιστικού άγχους, ωραιοπάθειας και ματαιοδοξίας. Θα αναρωτηθεί κανείς, πάντα δεν ήταν έτσι; Όχι. Διότι άλλοτε δεν υπήρχε το άμεσο feedback, η ανταπόκριση, ο σχολιασμός, η δυνατότητα κοινοποίησης, η έννοια του viral. Με το που έγραφες και δημοσίευες ένα κείμενο, αυτό έμπαινε σε μια μυστηριώδη επικράτεια δίκαιης και αναπόφευκτης σιωπής. Ανήκε μεν στην δημόσια σφαίρα, αλλά η αναδιαπραγμάτευσή του (μια δημιουργική και άρρητη άλεση) γινόταν στα μυαλά των ανθρώπων ή σε κατ’ ιδίαν συζητήσεις. Ακόμα και όταν πυροδοτούσε δημόσιο διάλογο αυτός γινόταν με συντεταγμένους όρους, με συγκρότηση, με τους κανόνες του αποχρώντος λόγου. Δεν υπέκειτο στο χάος της πολυφωνίας και τις ευκολίες που παρέχει σήμερα ο δημόσιος και απρόσωπος σχολιασμός (που φτάνει σε σημεία απόλυτης οχλοκρατίας).

Με την έξαρση του ίντερνετ και των ΜΜΕ είναι σα να ξεσάλωσε ξαφνικά το συλλογικό ασυνείδητο μιας αναβράζουσας πολλαπλότητας. Ό,τι πιο πριν βρισκόταν σε λανθάνουσα κατάσταση, καταχωνιασμένο μέσα στις ψυχές ή στον νου των ανθρώπων, τώρα έχει φωνή, εικόνα, εκτίθεται στη δημόσια σφαίρα, πιάνει χώρο στην κοινή αντίληψη και συνδιαμορφώνει συνειδήσεις. Μπορεί να εκφράζεται με βρυχηθμούς, οιμωγές, άναρθρες κραυγές, να ξοδεύεται σε ουτιδανές αναλύσεις, αλλά έχει θέση, διεκδικεί παρουσία.

Ας ρίξουμε μια γενική ματιά στη λογοτεχνία του διαδικτύου που συμμορφωμένη σε αυτά τα δεδομένα προσπαθεί να αρθρώσει τον δικό της αυτόνομο λόγο. Δεν χρειάζεται καν να διαβούμε το κατώφλι της ερμηνείας και να υπεισέλθουμε σε ειδικά θέματα γραμματολογίας για να διαπιστώσουμε ότι κάτι είναι σάπιο στο βασίλειο της (λογοτεχνικής μας) Δανιμαρκίας. Αυτό που βλέπουμε με μια πρώτη ματιά είναι η απωθητική πρεμούρα των νέων δημιουργών να φανούν, να ανελιχθούν, να ξεχωρίσουν, να καθιερωθούν. Θα μου πείτε και που είναι το κακό; Ο λογοτεχνικός στίβος δεν αποκλείει την άμιλλα, ίσα ίσα την ενθαρρύνει. Ασφαλώς, όμως υπάρχει μια μικρή διαφορά. Συμβαίνει ένα ιστορικό παράδοξο: τα μέσα προβολής φαίνονται για πρώτη φορά να είναι στα χέρια των δημιουργών (δεν θέλω να κάνω αναγωγές στην ιστορική περίοδο που τα μέσα παραγωγής είχαν περιπέσει στα χέρια των εργατών, αν και με έναν διεστραμμένο, παραμορφωτικό τρόπο αυτό είναι αναπόφευκτο…). Αυτό συνιστά ενδιαφέρουσα εξέλιξη στο προτσές των λογοτεχνικών μας πραγμάτων, και θα έχει σίγουρα αρνητικές και θετικές συνέπειες στον τρόπο διαχείρισης του λογοτεχνικού προϊόντος.

Δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι οι λεγόμενοι ποιητές της γενιάς της κρίσης έχουν καταβαραθρώσει ακόμα και τους περισπούδαστους μυθιστοριογράφους του ’80 και του ‘90 σε επίπεδο επικοινωνίας, προώθησης και επίδειξης. Καθώς τα παραδοσιακά life style έντυπα κλείνουν το ένα μετά το άλλο (αλήθεια έχει μείνει κανένα;), όπως και οι εφημερίδες που έχουν έτσι και αλλιώς απολέσει εδώ και καιρό την αναγνωστική τους ισχύ και την επιδραστικότητά τους, αναδεικνύονται νέα μέσα προβολής, επιβολής και καθιέρωσης μιας λογοτεχνικής περσόνας: ιστολόγια, blogs, facebook κτλ. O κατακερματισμός και η φυσική αποκεντρωτική τάση αυτών των μέσων είναι τόσο δεδομένη που καθιστά αδύνατο το “σπρώξιμο” (ή ακόμα την ειδωλοποίηση) ενός και μόνου προσώπου. Τα προηγούμενα χρόνια το “σύστημα” ήταν προσωποπαγές. Μπορούσαμε να πούμε ότι ο τάδε ή ο δείνα λογοτέχνης είναι ο χαϊδεμένος των μέσων. Τώρα δεν είναι και τόσο εύκολο να οριστεί κάτι τέτοιο. Καμιά φορά ξεχωρίζει αυτός που φωνασκεί πιο πολύ ή αυτός που εκφέρει ακραίο και προκλητικό λόγο, άλλοτε αυτός που έχει μάθει να ελίσσεται και να εκμεταλλεύεται τις διαπροσωπικές του σχέσεις, και ενίοτε κάποιος που όντως αξίζει. Γρήγορα ξεχνιέται όμως. Και έρχεται άλλος στην επιφάνεια.

Η λογοτεχνία μας είναι πιο θνησιγενής και πιο εφήμερη από ποτέ. Ένα κείμενο γράφεται, εκτελεί την βραχύπνοη τροχιά του και εγκαταλείπεται σε μια κατά τα φαινόμενα οριστική λήθη, από όπου κανένας αναγνώστης δεν θα ζητήσει να ανασύρει. Στο μέλλον το διαδίκτυο θα είναι γεμάτο από διασκορπισμένους και αχανείς ερειπιώνες κειμένων.

Εντούτοις τα πιο δημοφιλή, τα πιο πολυδιαβασμένα και πολυσχολιασμένα κείμενα στο διαδίκτυο δεν είναι τα λογοτεχνικά, αλλά αυτά που έχουν δημοσιογραφικές αξιώσεις και είναι αλληλένδετα με την επικαιρότητα. Την μερίδα του λέοντος στον ιντερνετικό αναγνωστικό χάρτη λοιπόν κατέχει η πολιτική αρθρογραφία, η ειδησεογραφία, η ενημέρωση και η κατάθεση απόψεων για τρέχοντα ζητήματα από επαγγελματίες δημοσιογράφους ή μη. Θα πρέπει να ξεκαθαρίσουμε κάτι: μπορεί με τη λογοτεχνία του διαδικτύου να είμαστε αυστηροί, αλλά με την αρθρογραφία θα πρέπει να φανούμε εντελώς αμείλικτοι. Εδώ τα πράγματα είναι τρισχειρότερα.

Αν και σε ιντερνετικές εκδόσεις εφημερίδων του εξωτερικού (The Guardian, NY Times κ.α.) βλέπουμε ότι οι αρθρογράφοι δεν διστάζουν να ξεδιπλώσουν τις σκέψεις τους σε μεγάλα κατεβατά, κείμενα που θέλουν κάποιον χρόνο για να καταναλωθούν, να διαβαστούν, να χωνευθούν, στις καθ’ ημάς δεν φαίνεται να ακολουθούμε ούτε κατά διάνοια το παράδειγμά τους. Άραγε μας ποδηγετεί σε αυτό κάποιο είδος “ελληνικού μέτρου”, βαθιά κρυμμένου στο DNA της φυλής; μια δωρική αίσθηση των πραγμάτων; μια συμφυής έφεση προς το λακωνίζειν; μια ανάγκη για την αναζήτηση αποσταγμάτων νοήματος; Μάλλον όχι. Όπως είπαμε έχουμε την απαίτηση να μην χρονοτριβούμε κατά την ανάγνωση οποιουδήποτε κειμένου στο διαδίκτυο. Εφόσον στον βωμό της ταχύτητας, θυσιάζουμε και περικόπτουμε με προκρούστειες μεθοδεύσεις το λογοτεχνικό κείμενο, δεν θα έχουμε κανέναν ενδοιασμό απέναντι στο δημοσιογραφικό (που στα μάτια μας άλλωστε ορίζεται από την ευτέλεια του καθημερινού).

Θα μπορούσαμε να χωρίσουμε τους συντάκτες αυτών των κειμένων (έστω καταχρηστικά) σε δύο τάξεις: μία οι των προοδευτικών πεποιθήσεων και μία οι των συντηρητικών. Στο σύνολο αμφότερων των περιπτώσεων εμφιλοχωρούν παραδείγματα οξείας παθογένειας. Οι δημοσιογραφούντες δεν φέρουν μόνο το “ψώνιο” τους, δεν διψούν για αναγνώριση, δεν λαχταρούν τον έπαινο του δήμου και των σοφιστών (όπως οι ταλαίπωροι λογοτέχνες). Αρμόζον θεωρείται να είναι εριστικοί, ακόμα καλύτερα είρωνες. Η μισαλλοδοξία, η ιδεοληψία και η μοχθηρία λογιάζονται πολλές φορές προσόντα για τα γραπτά τους. Γενικά η δημοσιογραφική τους συμπεριφορά τείνει να θυμίζει νταή σε επαρχιακό καφενείο που υψώνει την ένταση της φωνής του με σκοπό να αποστομώσει όσους διαφωνούν μαζί του. Το να εξαπολύουν παντού απειλές και ύβρεις, θεωρούν ότι τους προσδίδει κύρος. Ίσως η αρθρογραφία οφείλει να είναι κάπως έτσι: μαχητική, να υποθάλπει συγκρούσεις και να διανοίγει δρόμους διαλόγου ή να διευρύνει συνειδήσεις, να χτυπάει εκ του συστάδην και να φωτίζει με την πολεμική της πολυπρισματικά τα θέματά της. Όμως όλο και πιο συχνά βλέπουμε τους εκπροσώπους της να ξεπερνάνε τα όρια και να καταδύονται σε περιοχές του λόγου όπου κυριαρχεί η αναίδεια.

Οι πένες που τοποθετούνται γύρω από το φάσμα του λεγόμενου προοδευτικού τόξου αποδεικνύονται ρηχές, ανερμάτιστες, παγιδευμένες σε ιδεολογικές αγκυλώσεις, σε αφελείς και παρωχημένες αναγνώσεις του κόσμου, σε φανατισμό. Οι προσεγγίσεις τους έχουν συχνά την θολούρα του αδαούς. Οι αναλύσεις που επιχειρούν είναι ανεδαφικές. Οι καταγγελίες τους μετέρχονται ένα πεπαλαιωμένο λεξιλόγιο που ζέχνει ιδεολογική καθήλωση και πνευματικό τέλμα.

Οι δε φωνές του συντηρητικού τόξου είναι ακόμα πιο απωθητικές. Αν και ομολογουμένως πιο συντεταγμένες, πιο ορθολογικές (τα ελληνικά τους είναι καλύτερα) δεν παύουν να είναι μονόπλευρες, ρεβανσιστικές, μνησίκακες. Περνιούνται για πιο νηφάλιες, αλλά συχνά διολισθαίνουν στην υστερία και την κακεντρέχεια, βαλτωμένες σε ιδεολογικά σχήματα που δεν έχουν προοπτική, επιδίδονται σε ατέλειωτη μεμψιμοιρία και ομφαλοσκόπηση. Η πολεμική που ασκούν είναι μονοδιάστατη, τα ιδεολογικά σχήματα που ευαγγελίζονται, αδιέξοδα.

Χρειάζεται μια σύνθεση των αντινομιών του σύγχρονου γραπτού λόγου, που να μην έχει συμβιβαστική πρόθεση, αλλά τάση υπέρβασης. Πως και πότε θα γίνει αυτό; Άγνωστο.

Όταν καταλαγιάσει λίγο ο θόρυβος, ή όταν συνηθίσουμε πια την φλυαρία, τους λήρους, τα φληναφήματα, ίσως καταφέρουμε να σταθούμε με πιο ψύχραιμο και κριτικό τρόπο απέναντι στις νέες αναγκαιότητες και τις καινούργιες δυνατότητες που προκύπτουν από τη λειτουργία του κειμένου στο διαδίκτυο. Ο Άρτουρ Σοπενχάουερ έχει γράψει ένα ενδιαφέρον δοκίμιο με τίτλο Περί θορύβου. Εκεί ο στριφνός στοχαστής κατακεραυνώνει τους ήχους της καθημερινότητας (στέλνοντας στο πυρ το εξώτερον τον διαπεραστικό ήχο που προκαλείται από το μαστίγιο των αμαξάδων όταν αυτό “χτυπάει” στον αέρα) που δρουν περισπαστικά και ανασταλτικά για την σκέψη και την συγκέντρωση. Άραγε τι θα έγραφε σήμερα ο φιλόσοφος, στην εποχή της μεγάλης χασμωδίας;

Σε καμία περίπτωση δεν μπορούμε να παραβλέψουμε τα θετικά στοιχεία που προέκυψαν από την προτίμηση του διαδικτύου για το μικρό κείμενο. Πρώτα από όλα βγήκαν στην επιφάνεια τα ποιήματα και τα μικρά διηγήματα. Επίσης συσπειρώθηκε το αναγνωστικό κοινό. Ειδικά το κοινό της ποίησης (που αποτελείται ως επί το πλείστον από αυτούς που γράφουν ποίηση) φαίνεται να περνάει στην αντεπίθεση. Αυτό ακούγεται ελπιδοφόρο. Μιλάμε για έναν αριθμό αναγνωστών που τελούσε σχεδόν υπό διωγμόν τις προηγούμενες δεκαετίες. Διασκορπισμένοι, μονήρεις, αποσυνάγωγοι και μισεροί οι αναγνώστες της ποίησης εγόγγυζαν σε πηγαδάκια ή κατά μόνας για την κατάντια της αγαπημένης τους μούσας. Τώρα έχουν πρόσωπο. Ανήκουν κάπου. Καταλαβαίνεις πως άλλοι νόμοι διέπουν την δική σου πατρίδα, όμως σκέφτεσαι κάποιον που σκέφτεται τα ίδια (κάπως έτσι το γράφει εύστοχα ο Μάριος Βαϊάνος…). Έχουν κερκίδα και μάλιστα λαλίστατη, αν κρίνει κανείς από τον αριθμό των ποστ που ανεβάζουν, τις δημοσιεύσεις σε ιντερνετικά περιοδικά και την γενικότερη αποφασιστική διαδικτυακή τους παρουσία.

Ο κόσμος που ζούμε είναι πιο σύνθετος από ποτέ. Και σε αυτό πρωτεύοντα ρόλο παίζει φυσικά η διάχυση της πληροφορίας και η εύκολη πρόσβαση της γνώσης. Το ίντερνετ συν τοις άλλοις αποτελεί μια τεράστια, πολυπλόκαμη βιβλιοθήκη (σαν αυτές που ονειρευόταν ο Μπόρχες) που μας παρέχει το δικαίωμα της πληθωρικής, αδιατάρακτης ανάγνωσης. Στο χέρι μας είναι να αξιοποιήσουμε δημιουργικά αυτή την ευκαιρία.

~ ~ ~

Οι στήλες του ΝΠ. gr
ΛΟΞΕΣ ΜΑΤΙΕΣ : γράφει ο ΦΩΤΗΣ ΔΟΥΣΟΣ