Αλέξανδρος Κορδάς

Η Εκκρεμής Θέση της Νύφης του Ιούλη

Αλέξανδρος Κορδάς

Η Εκκρεμής Θέση της Νύφης του Ιούλη

Παναγιώτης Νικολαΐδης, Η Νύφη του Ιούλη, Σμίλη, 2019.

nyfi_iouli_cover_17_5_19-1

Η Νύφη του Ιούλη είναι το έκτο κατά σειρά ποιητικό βιβλίο του Παναγιώτη Νικολαΐδη. Αποτελείται από δεκαοχτώ ποιήματα σε ελεύθερο στίχο τα οποία συνθέτουν μια ενιαία αφήγηση. Το νήμα το οποίο διατρέχει την συλλογή είναι εκείνο της κατοχής του βορείου τμήματος του νησιού από τους Τούρκους και βέβαια εκείνο της εισβολής του ‘74. Ωστόσο, ο Νικολαΐδης δεν εργαλειοποιεί το θέμα του προκειμένου να εκβιάσει το συναίσθημα του αναγνώστη. Χτίζει την αφήγησή του μεθοδικά αγγίζοντας με λεπτότητα τις διαφορετικές πτυχές του ζητήματος. Μα είναι πρώτα και κύρια η δική του πληγή που διαπραγματεύεται, ο δικός του νόστος που παραμένει εκκρεμής για να μετατραπεί σε ένα ακατάβλητο μαράζι. Γιατί, όπως μαθαίνουμε και από το επίμετρο του βιβλίου, η αφορμή για να γραφτούν ετούτα τα ποιήματα δόθηκε όταν ο Νικολαΐδης ταξίδεψε στα Κατεχόμενα, όταν είδε δηλαδή για πρώτη φορά ολόκληρο το νησί του. Η εμπειρία αυτή θα πρέπει να ήταν για εκείνον πηγή ενός εσωτερικού κλυδωνισμού, οι απόηχοι του οποίου δίνουν και τον ρυθμό στα ποιήματά του: «Μες στον πόλεμον/ η μάνα μου εβάσταν με σφιχτά/ μες στ’ αγκάλια της τζι εβούραν». Με τούτα τα ελληνικά ξεκινά η αφήγηση του και δεν έχουμε ανάγκη από κανένα γλωσσάρι για να μας υποδείξει τι πάει να πει ετούτο το » εβούραν » το οποίο μονάχο του φαντάζει κάπως ξένο στ’ αφτιά του ελλαδίτη αναγνώστη. Μια μητέρα τρέχει με το παιδί της στ’ αγκάλια της προκειμένου να γλυτώσει από την σφαγή. Ο πατέρας θα κρατήσει για πρώτη φορά το παιδί στην δική του αγκαλιά όταν το κακό θα έχει πια συντελεσθεί κι ο τόπος θα είναι στο εξής διαιρεμένος. Εκείνο βλέποντας στο βλέμμα του πατέρα του τον φονιά θα ξεσπάσει σε κλάματα. Τί είδε όμως πραγματικά το παιδί στο βλέμμα του πατέρα; Είδε άραγε τον εχθρό που κυνηγούσε να σκοτώσει εκείνο και την μητέρα του ή μήπως το δολοφονικό μίσος το οποίο είχε αγκιστρωθεί στην ματιά του τζυρού του, μετά από τα γεγονότα της εισβολής. Το απόσπασμα διατηρεί σκόπιμα μια αμφισημία κι αυτό γιατί βρισκόμαστε σε ένα συναισθηματικό πεδίο όπου το κυρίαρχο στοιχείο είναι ο τρόμος, ο καθαρός τρόμος του παιδιού μπροστά σε κάτι που το υπερβαίνει. (περισσότερα…)

Το Τυφλό Άλογο. Πρώτη ποιητική συλλογή του Αλέξανδρου Κορδά

του ΞΑΝΘΟΥ ΜΑΪΝΤΑ

«Η ποιητική μεταφορά αποσκοπεί στην άρση των βεβαιοτήτων και σε μια αναζήτηση του αληθούς μέσα στο Άγνωστο, παρά την παγίωση μιας ορθολογικής γνώσης. Και τούτο νομίζω είναι το διακύβευμα της τέχνης».

Με την φράση του αυτή, γραμμένη πριν, από καιρό ο Αλέξανδρος Κορδάς μας προετοιμάζει για το πρώτο ποιητικό βιβλίο του Το Τυφλό Άλογο. Μας προετοιμάζει μιλώντας για την αγωνία του στην αναζήτηση κάποιων δρόμων –μάλλον ατραπών- στο δάσος του Αγνώστου πέρα από βεβαιότητες, δίπλα ή και μακριά από την παγιωμένη ορθολογική σκέψη. Και οι αναζητήσεις του αυτές ορίζουν το ύψος των ποιητικών πραγμάτων που ο  νέος τολμηρός ποιητής Α.Κ, θα διαπραγματευτεί. Θα είναι οι αναζητήσεις του αυτές μια ποιητική καταβύθιση στην κόλαση ενός έλλογου και συγχρόνως άλογου περιβάλλοντος που οι ίδιες οι λέξεις δημιουργούν; Θα ακολουθήσει τους δρόμους του Τάκη Σινόπουλου, όπως αυτοί ανοίγονται στα τελευταία του κείμενα;

«Έτσι το κείμενο τοποθετείται – απόπειρα να επεκταθεί η δυνατότητα της γλώσσας προωθώντας τις λέξεις από την πρακτική αστυνομική στη μεταφυσική τους  κόλαση.  Με συγχωρείτε εάν».

Ας επιχειρήσουμε να απαντήσουμε στο ερώτημα αυτό με μια πρώτη διερεύνηση, θεματική και μορφική, του βιβλίου του.

Στο τελευταίο μέρος της συλλογής, που είναι σε μορφή πεζού κειμένου, ένα Δωμάτιο μιλάει για τον εαυτό του, για το περιεχόμενό του και για το άγνωστο που υπάρχει πέρα απ’ αυτό. Ας το παρακολουθήσουμε

«Μόλις καταλάβεις ότι υπάρχεις, την στιγμή ακριβώς αυτή, το πρώτο πράγμα που θα κάνεις είναι να εξετάσεις με την μεγαλύτερη δυνατή προσοχή τα πράγματα. Στην αρχή όλα είναι τόσο όμοια, που δεν θα πετύχεις και πολλά. Μην ανησυχείς, αργά ή γρήγορα θα τα καταφέρεις και τότε με έκπληξη θα διαπιστώσεις κάτι, κάτι που κινείται. Και θα γεννηθεί μέσα σου ο λόγος και θα ψιθυρίσεις πρώτη φορά: ο Άλλος.

Είμαι ένα δωμάτιο και σκέφτομαι όλα εκείνα που απασχολούν τα δωμάτια.»

Και αφού εξαντλήσει την διερεύνησή του εσωτερικού του, αφού γνωρίσει και τον άνθρωπο που το κατέχει, το δωμάτιο ξεκινάει την ψηλάφηση του άγνωστου εσωτερικού χώρου. Και το κείμενο καταλήγει:

«Δεν θα ’θελα να υπάρχουν παράθυρα και πόρτες, θα ήθελα να υπάρχω μόνο εγώ και ο άλλος. Κλεισμένος μέσα μου, κλεισμένος μόνο μέσα μου, δίχως πόρτες –το είπα;– δίχως παράθυρα. Μόνο τοίχοι. Θα ήθελα να υπάρχουν μόνο τοίχοι! Εκείνος φεύγει και που πάει δεν ξέρω. Μακριά φαίνεται το σαλόνι. Δεν έχω ιδέα τι υπάρχει πέρα απ’ το σαλόνι. Ίσως απλώς άλλο ένα δωμάτιο, ίσως χιλιάδες… Τι υπάρχει πέρα απ’ την πόρτα; Το ξέρει κανείς σας;! ΤΟ ΞΕΡΕΙ; »

Μ’ αυτό το κείμενο ο Α.Κ. προσδιορίζει τις άγνοιες που ξανοίγονται μπροστά μας και την αδυναμία του ορθού λόγου να προσεγγίσει τον κόσμο που μας περιβάλλει. Διάχυτη στο βιβλίο η αγωνία του, ολοκληρώνεται στο τελικό κείμενο με ένα σκληρό ερωτηματικό που μας απευθύνει για τον άγνωστο χώρο που κρύβεται πέρα από το γυμνό δωμάτιο. Με τον τρόπο αυτό στήνει έναν ποιητικό συμβολισμό όπου το σκεπτόμενο δωμάτιο, φέρει το βάρος της ανθρώπινης σκέψης και της ποιητικής αναζήτησης.

Το «Δωμάτιο» του Α.Κ. έχω την αίσθηση ότι συνομιλεί με επίσης πεζό κείμενο άλλου ομοτέχνου του που δημοσιεύτηκε προ δεκαετίας. Εκεί ο σκοπευτής στοχεύει μια λευκή διδιάστατη επιφάνεια, την επιφάνεια ενός τοίχου πάνω στην οποία υπάρχει ένα παράθυρο, στόχος. Ο σκοπευτής βρίσκεται όμως  έξω από το δωμάτιο. Όταν θα καταφέρει να εστιάσει, μετά από επίμονη και δύσκολη προσπάθεια, θα αναγνωρίσει το στόχο του που ωστόσο έχει μετατοπισθεί στο σκοτεινό, άγνωστο τρισδιάστατο χώρο του εσωτερικού. Τότε θα καταλάβει πως είχε αγγίξει το αδύνατο.

«Το βλέμμα του έπεφτε πλέον σ` ένα ακλόνητο σκοτεινό υλικό και μόνο ελάχιστο μέρος του χώρου μπορούσε , ύστερα από πολύ προσπάθεια να ερευνήσει.  Ο σκοπευτής είχε αγγίξει τα όριά του . Εκείνο όμως που του προκαλούσε θλίψη ήταν η απόδειξη της ανυπαρξίας του ιδεώδους αποτελέσματος . Σε κάθε απόπειρα του ένας νέος απόμακρος στόχος εμφανίζονταν και αυτό αναιρούσε την αναμενόμενη από την αναμέτρηση ευτυχία.»

Από το «Δωμάτιο» τελευταίο κείμενο της συλλογής μετακινούμαστε σ’ ένα επίσης πεζό κείμενο «Το άλογο» όπου διαβάζουμε:

«Μια πόρτα ανοίγει, βγαίνει το τυφλό άλογο. Πήγαινε να ξυριστείς μου λέει, αλλάζοντας τον τόνο της φωνής του, κι έπειτα: Είσαι πλασμένος αιρετικός, θα γίνεις τυφλός όπως εγώ. Κοφτερό το άλογο, τυλίγεται σε σφαίρα βρίζοντας και χλιμιντρίζει».

Στο κείμενο αυτό συνυπάρχουν το τυφλό άλογο, ο τυφλός ποιητής, τα μουσκεμένα οροπέδια των γλωσσών, ο τυφλός ουρανός και τέλος ο άλογος Θεός.

«Αλίμονο σ’ εκείνον που θα πέσει στα χέρια του άλογου Θεού. Πίσω μου ακούστηκε ένα γέλιο κι ένα γέλιο ακόμη. Ήταν το τυφλό άλογο, με παρότρυνε να ξεχάσω ό,τι είχα δει και να ξυπνήσω. Αυτή είν’ η ώρα του αχώνευτου ύπνου, μου είπε, και διαλύθηκε εις τα εξ ων συνετέθη».

Στα δύο κείμενα που προαναφέραμε μεγάλο ρόλο διαδραματίζουν, όπως φάνηκε, το άλογο στοιχείο και δεν σπανίζουν οι συμβολισμοί. Και παρ’ όλα αυτά, ξεχωριστή παρατήρηση που οφείλουμε να καταθέσουμε, δεν είναι δυσανάγνωστα ή ακατανόητα στον αναγνώστη.

Ενώ τα πιο διαυγή είναι τα δύο μόνα ελευθερόστιχα ποιήματα της συλλογής: «Η θεία λειτουργία» και «Η ανάδοχη πατρότητα του Δόκτορος Λακάν» .

Σκέφτομαι πως δεν μισώ όλους τους ανθρώπους.

Πως τώρα, που όλοι φεύγουν

και  όλα καταστρέφονται,

ίσως υπάρχει λίγος ακόμα χρόνος,

όχι για να σωθώ,

μα για να γνωρίσω καλύτερα

τα πρόσωπα αυτής της τραγωδίας.

Στο Τυφλό Άλογο περιέχονται 18 κείμενα, από τα οποία 6 πεζά, 2 ελευθερόστιχα ποιήματα και 10 παραδοσιακά, 7 εκ των οποίων είναι σονέτα γραμμένα κυρίως σε ιαμβικό μέτρο. Πως εξηγείται αυτή η ποικιλία, αυτή η εναλλαγή διαφορετικών τρόπων έκφρασης; Συνδέεται με την θεματολογία του; Η πρόκειται για τυχαίο γεγονός που χαρακτηρίζει την πρώτη έκδοση του Α.Κ; Πριν επιχειρήσουμε οποιαδήποτε προσέγγιση, ας καταθέσουμε τους στίχους ενός σονέτου της συλλογής:

 

Η ΑΡΑΧΝΗ

 

Απλώνει τον ιστό της στις γωνίες,

μ’ απόλυτη αρμονία υφασμένο.

Κάνει τα σχέδια χωρίς παρατυπίες,

ότι θα πιάσει μύγα το ’χει δεδομένο.

 

Φρόνιμε παρατηρητή των επιγείων

η αράχνη είναι πλάσμα που γελιέται,

γιατί ελπίζει στην επάρκεια των σχεδίων,

μα με μια κίνηση ο ιστός χαλιέται.

 

Κι αυτή, με μάτια καμωμένα από σκοτάδι,

παρατηρεί τα δευτερόλεπτα, τον χρόνο,

όπου θ’ απλώσει το καινούργιος της υφάδι,

 

πάνω απ’ τον άμβωνα, στον θόλο του ιερού,

για να κατέλθει πονηρά στο βράδυ,

να βεβηλώσει τ’ άγια του Ναού.

 

Κι ενός δεύτερου ποιήματος γραμμένου με τον τρόπο του Γ. Σκαρίμπα:

 

Ο ΤΣΑΡΛΑΤΑΝΟΣ

 

Με μια ψυχή Σαβοναρόλα,

και με τ’ ανάβλεμμα του Ιωάννη,

του σκότους μου αρχινάω βαρκαρόλα,

κι Έρημη Χώρα δεν με φτάνει.

 

Προφήτης, μα με πνεύμα γυρολόγου,

κρύβω στις τσέπες μου διαβήτες,

και μέσα στην κοιλιά του μπόγου,

τσάτσαρες και κερένιες μύτες.

 

Την θλίψη μου την ζήλεψαν αγύρτες,

κι οι ποιητές δεν με γνωρίζουν,

μα εγώ τους δείχνω σιδηροπυρίτες

και άλλα μέταλλα που μαγνητίζουν.

 

Λειψός κι αλαφροΐσκιωτος, κι ακόμη,

της Λύπης μου πουλάω κουρδιστήρια,

κι όσοι με ζώσαν οραμάτων τρόμοι,

τους φτύνω στίχους μες στα πανηγύρια.

 

Η αράχνη που κατεβαίνει από τον θόλο του Ιερού για να βεβηλώσει τ’ άγια του Ναού είναι κι αυτή ένα τυφλό άλογο που ταράζει την σκέψη γιατί η αναζήτηση θα φτάσει -απαιτεί ο ποιητής να φτάσει- πολύ μακριά, στα βάθη του σκότους, εκεί που και  η Έρημη Χώρα δεν φτάνει γιατί δεν είναι επαρκής. Ενώ στον «Κύκλο», ένα επίσης ομοιοκατάληκτο ποίημά του μας λέει.

 

ΚΥΚΛΟΣ

 

Η αγάπη ειν’ το κακό που μας συνθλίβει,

βίδα που μπήγεται στον νου μας και γυρίζει.

Ό,τι είναι όμορφο σ’ αυτόν τον κόσμο θλίβει,

με χέρι σάπιο ο θάνατος τ’ ορίζει.

 

Έτσι, λοιπόν, τα εγκόσμια εγκαταλείπω,

πλανιέμαι πάνω από λίμνες υδραργύρου·

για να γλυτώσω απ’ του παράλογου τον χτύπο,

έπεσα μες στον ίσκιο του ονείρου.

 

Μίλησα χθες με το φεγγάρι και μου είπε:

Την Λύπη σου μην την φορέσεις, ξεντύσου.

Άνθη αθάνατα στείλε της νύχτας κήπε,

για να φωτίσουν τις χοάνες της αβύσσου.

 

Έχει, βεβαίως, κι ο ουρανός ερήμους,

σκοτεινά κι αποτρόπαια μέρη,

βρομερούς κι αποπνικτικούς δήμους,

που ούτε ο Θεός θέλει να ξέρει.

 

Μια τέτοια πόλη είναι κι η Αθήνα.

Η ανάσα εδώ βουλιάζει στο τσιμέντο.

Δυο χέρια θέλουν να ενωθούν, τα είδα·

μα πέφτουν κάτω ασώματα,

σε κύκλο δίχως κέντρο.

 

Είναι αυτή η κίνηση-αναζήτηση του ποιητή που στην κορύφωση της αγωνίας του πραγματοποιείται σε κύκλο που δεν έχει κέντρο. Ό,τι πιο άλογο δεν μπορεί παρά να εκφραστεί γεωμετρικά μ’ αυτό το σχήμα.

Και είναι η θεματική του Α.Κ. (θυμίζω: το άγνωστο, οι αβεβαιότητες, η άρνηση του παγιωμένου ορθού λόγου, η καταβύθιση στην κόλαση των λέξεων, το τυφλό άλογο) που προσδιορίζει τις τρεις διαφορετικές μορφές στο έργο του. Με τα πεζά κείμενα, πιο ελεύθερος και ευσταθής, αλλά όχι τόσο ποιητικός, ξεκαθαρίζει καλύτερα τις σκέψεις του. Ενώ με τα ομοιοκατάληκτα ποιήματά του, κυρίως με τα σονέτα, ακουμπάει στην παράδοση, που την σέβεται, για να προχωρήσει ένα βήμα πιο πέρα τις σκέψεις του, (αφήνοντας πίσω του αγαπημένη  που δεν θέλει ωστόσο να αποχωριστεί). Κάπου ανάμεσα στέκουν τα ελευθερόστιχά του.

Το βιβλίο του Α.Κ. έχει ενότητα θέματος και ύφους. Αποτελεί ένα τρίλογο έργο (πεζά κείμενα, ελευθερόστιχα,  και έμμετρα ποιήματα) που διαπραγματεύονται το ίδιο θέμα, θέτει πολύ ψηλά τον πήχη κι αυτό το υποδέχομαι με χαρά, περιμένοντας στα δύσβατα μονοπάτια των ποιητικών αναζητήσεών του την καλή συνέχεια.

ΞΑΝΘΟΣ ΜΑΪΝΤΑΣ

Ποιήματα που δεν έχουν ανάγκη τα βραβεία

της ΕΛΕΝΗΣ ΧΑΪΜΑΝΗ

Αλέξανδρος Κορδάς
Το τυφλό άλογο
Σμίλη 2018
 
«Πρέπει πρώτα με δύναμη να συλλάβει ο νους,
κι έπειτα η καρδιά θερμά να αισθανθεί ό,τι ο νους εσυνέλαβε.»
Διονύσιος Σολωμός

 

Δεν γνωρίζω ποια είναι εκείνα τα στοιχεία που κάνουν να κρίνεις την δουλειά ενός καλλιτέχνη. Ποιες είναι οι εσωτερικές ζυμώσεις που βάζουν τον νου σου, κατά κύριο λόγο, κι έπειτα την αίσθηση, να τραβήξει τις τροχαλίες αυτές, να θέλεις να εκφράσεις τον θαυμασμό ή τον σκεπτικισμό στην δουλειά κάποιου άλλου.

Μιλώ για εμάς, που δεν είμαστε κριτικοί, με την στενή έννοια του όρου, αλλά απλοί αναγνώστες· και που φτάνουν βιβλία στα χέρια μας φίλων, αλλά αποφασίζουμε να σπάσουμε την ηθελημένη σιωπή για να πούμε, μόνο να πούμε, γιατί το βιβλίο αυτό τελικά και όχι κάποιο άλλο έχει κάτι να πει.

Ο κύβος ερρίφθη λοιπόν. Και κύβος λέγοντας θα μπορούσε να είναι ένα «δωμάτιο, που, υπάρχει χωρίς πράγματα, όπως ακριβώς ένας άνθρωπος υπάρχει χωρίς ρούχα», για να αναφερθώ καλύτερα σε μία περίοδο από το πεζό «Το Δωμάτιο» του Αλέξανδρου Κορδά από το βιβλίο του Το τυφλό άλογο το οποίο και κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Σμίλη. Βιβλιάριο πολλών απαιτήσεων για το μέλλον και το ύφος του ποιητή.

Ναι, ο Αλέξανδρος Κορδάς είναι ποιητής, πολύ καλός ποιητής, για να πούμε και την αλήθεια, που δεν χρειάζονται τα βραβεία να μας το αποδείξουν, όπως  συμβαίνει σε πολλές περιπτώσεις. Ο Αλέξανδρος Κορδάς κέρδισε  το Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Ποιητή  «Ζαν Μωρεάς»  2018 για το Τυφλό άλογό του, μα και, αν δεν το κέρδιζε, δεν θα αφαιρούσε τίποτα από την προσεγμένη δουλειά του όλου συνόλου. Απλώς απεδείχθη πως βραβεύονται κάποτε και άξιες δουλειές εκφράζοντας  την μοναξιά, την ψυχή, την οντότητα σαν ένα δωμάτιο που

προσωπικά είμαι ικανοποιημένο απ’ αυτόν που βρίσκεται
μέσα μου. Αερίζει κάθε πρωί, προσέχει να μην λερώνει τους
τοίχους, είναι σιωπηλός, δεν φέρνει συχνά κόσμο.
Είναι καλός ιδιοκτήτης. Ίσως αντιλαμβάνεται
περίεργα την τάξη, πάντα χάνει κάτι, πάντα χαλάει
τον κόσμο να το βρει, κι όταν το βρίσκει το ξεχνάει. Δεν μ’ ενοχλεί.

 

Προσωπικά, έχοντας ξεχωρίσει στην αισθητική μου την έμμετρη ποίηση και την πρόζα, με ξενίζει να τα βλέπω δεμένα εντός συνόλου. Όμως, στην προκειμένη περίπτωση, στο βιβλίο του Αλέξανδρου Κορδά έχει κάθε ένα από αυτά περίτεχνα τοποθετηθεί και βαστά σωστά την αξία του. Το πεζό με το οποίο κλείνει την κατά τα άλλα κομψή συλλογή του είναι ιδιαιτέρου ύφους, άρτιο, βαθιάς σκέψης ενός ποιητή που παρατηρώντας τους τοίχους της ψυχής του, της ψυχής της ατόφιας, σκοτεινής κι ιδιόμορφης, φαντάζει σαν την αλλαγή του φιδιού, ωθώντας τον σε πιο σκοτεινό επίπεδο και «δωμάτιο» του εαυτού του.

Η αφηγηματικότητα, οι πολλές εικόνες στα πεζά του Κορδά που  υπάρχουν στο βιβλίο του δείχνουν, έναν άξιο γνώστη της γλώσσας, του ύφους, και της συνεκτικότητας της δεδομένης στιγμής με το άχρονο, το λίγο με το πολύ. Γραφή ιδιαίτερη επαναλαμβάνω, με κατακλείδες στα πρόζες του άξιες, να σταθούν ως λυρικότατο ποίημα, λόγου χάριν, τους «Πίνακες στην Αποθήκη», που στοχαστικά ο ποιητής τονίζει πως σκεπτόταν ότι «ο γέρος στο πορτραίτο, που δεν μπορεί να φέρει στα χείλη την ρακή του».

Τα πεζά στο βιβλίο του Αλέξανδρου Κορδά, με κάνουν να σκέπτομαι πως, είναι διαλείμματα σκέψεων μεγάλης βαθύτητας, από έναν δυνατό  λυρισμό πλεγμένο ισάξια σαν της Αράχνης, στα ωραία του ποιήματα, την οποία και παραθέτω, εδώ, αυτούσια:

Απλώνει τον ιστό της στις γωνίες
Μ’ απόλυτη αρμονία υφασμένο.
Κάνει τα σχέδια χωρίς παρατυπίες,
ότι θα πιάσει μύγα το’ χει δεδομένο.
 
Φρόνιμε παρατηρητή των επιγείων,
η αράχνη είναι πλάσμα που γελιέται,
γιατί ελπίζει στην επάρκεια των σχεδίων,
μα με μια κίνηση ο ιστός χαλιέται.
 
Κι αυτή, με μάτια καμωμένα από σκοτάδι,
παρατηρεί τα δευτερόλεπτα, τον χρόνο
οπού θ’ απλώσει το καινούργιο της υφάδι,
 
πάνω απ’ τον άμβωνα, στο θόλο του ιερού,
για να κατέλθει πονηρά μέσα στο βράδυ,
να βεβηλώσει τ’ άγια του Ναού.

 

Ποίημα υπέροχης συνθέσεως, αριστοτεχνικά πλεγμένο στον ήχο, μοιάζει πολυεπίπεδο στις πολλές αναγνώσεις του. Ένας κύκλος  τέλειος ανάμεσα στον ποιητή και το έντομο, είτε αυτή είναι η ίδια ψυχή του ανθρώπου, η σκέψη, όπως έρχεται για τον καθένα στο τέλος της ημέρας.

Ξεχωριστό κι ιδιαίτερο ποίημα στο βιβλίο του είναι ο «Τσαρλατάνος». Μιας μορφής ποιητική εντός του, μου φέρνει στον νου έναν Κώστα Βάρναλη πρώιμο, καθώς ο σαρκασμός, ο αυτοσαρκασμός, είναι  ταυτόσημο και των δύο ποιητών.

Πολύ όμορφο ποίημα, επίσης, είναι και το «Νεκροταφείο Ζωγράφου». Αν είναι να αναφέρουμε και τις απροσδιόριστες επιρροές του ποιητή:

εδώ ανεπαύθη ο Δημήτριος Χαλαζής,
νεότης άψογη των είκοσι ετών.
Μια αρρωστημένη τέχνη το να ζεις,
Ένα ηχείο στη διαπασών.

 

Όμορφα μου έφερε στο νου, το υπέροχο ποίημα του Κώστα Καρυωτάκη, «Ο Μιχαλιός»:

Κι ο Μιχαλιός επέθανε στρατιώτης.
Τον ξεπροβόδισαν κάτι φαντάροι,
μαζί τους ο Μαρής κι ο Παναγιώτης.
Απάνω του σκεπάστηκεν ο λάκκος,
μα του άφησαν απ’ έξω το ποδάρι:
Ήταν λίγο μακρύς ο φουκαράκος.

 

Αυτό που θέλω να πω είναι, πως οι επιρροές του ποιητή υπάρχουν μέσα στα ποιήματά του, άλλες φορές έκδηλες και άλλες φορές κρυμμένες. Η παραδοσιακή στιχουργική, με κάποια αδυναμία στο σονέτο, είναι από  πλέον δυνατά του σημεία, ενδιαφέρουσες προσμίξεις με την γαλλική  ποίηση και μια βαθύτερη σμίλευση με τον Αναγνωστάκη διέκρινα  προσωπικά.

Τέλος, θα ήθελα εδώ να καταθέσω πως είναι έκδηλη μέσα στο βιβλίο του Αλέξανδρου η πάλη του ποιητή με την αντίληψη και την φθορά του  θείου. Άλλες στιγμές στοχαστική, διερευνητική και αναβλύζουσα· και άλλες, μια απόδοση δικαιοσύνης ενός μύστη στην λογική του σύγχρονου κόσμου, ενός κόσμου στον οποίο έχουν πεθάνει οι θεοί:

ΠΑΝΑΣ
Ύμνος ενός μύστη
 
Είδαμε πάλι τον θεό τον τραγοπόδη,
Στα ξέφωτα να παίζει την φλογέρα.
Νεράιδες ξαπλωμένες σ’ ένα βόδι,
Ανάσαιναν μα την πνοή τ’ αέρα.
 
Και στον ορίζοντα άλλα πλάσματα, ογκώδη,
ερχόντουσαν υπνωτισμένα από πέρα,
για να παρευρεθούν στο ξόδι,
του θεϊκού που χάνανε πατέρα.
 
Έμπαινε μέσα στην ειρκτή ο κερασφόρος,
κι έσβυνε το τραγούδι του θλιμμένο.
Ο Πάνας, είπαν, ο Βαάλ, ο Εωσφόρος,
 
θα επιστρέψει στα μεγάλα δάση,
κι ας τον νομίζουν οι άθεοι πεθαμένο,
κι ας έχουν τα τραγούδια του ξεχάσει.

 

όταν λέει θείο δεν μιλά, μόνο, για τον χριστιανικό Θεό, μα όλη την ύπαρξη του θείου στην ζωή μας, με όποια μορφή, σε όποια στιγμή. Η ύπαρξη και η φθορά του θειου και της καθημερινής κατάστασης βιωμένη και μετουσιωμένη ποιητικά είναι σημεία που, νομίζω, θα μας απασχολήσουν και στις επόμενες καλλιτεχνικές αναζητήσεις και γραφές του.

Καταλήγοντας, η επικοινωνία με το βιβλίο αυτό, μοιάζει σαν μια  Κοινωνία, που φτάνεις εμπρός στο ιερό, βλέπεις τον ιερέα, σκέπτεσαι, αληθινά, πόσο τελικά πιστεύεις πριν την λάβεις και, αντιλαμβάνεσαι πως τελικά πιστεύεις, σε ένα μέλλον ευοίωνο.

ΕΛΕΝΗ ΧΑΪΜΑΝΗ

Η αράχνη και ο Πάνας. Ποιήματα για έναν αποϊεροποιημένο κόσμο

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΠΙΝΑΚΟΥΛΑ

Ένα απ’ τα ωραιότερα ποιήματα που περιλαμβάνονται στο Τυφλό άλογο του Αλέξανδρου Κορδά είναι αναμφισβήτητα «Η αράχνη»:

Απλώνει τον ιστό της στις γωνίες,
μ’ απόλυτη αρμονία υφασμένο.
Κάνει τα σχέδια χωρίς παρατυπίες,
ότι θα πιάσει μύγα το ’χει δεδομένο.
 
Φρόνιμε παρατηρητή των επιγείων,
η αράχνη είναι πλάσμα που γελιέται,
γιατί ελπίζει στην επάρκεια των σχεδίων,
μα με μια κίνηση ο ιστός χαλιέται.
 
Κι αυτή, με μάτια καμωμένα από σκοτάδι,
παρατηρεί τα δευτερόλεπτα, τον χρόνο,
όπου θ’ απλώσει το καινούργιο της υφάδι,
 
πάνω απ’ τον άμβωνα, στον θόλο του ιερού,
για να κατέλθει πονηρά μέσα στο βράδυ,
να βεβηλώσει τ’ άγια του Ναού.[1]

 

Ο αναγνώστης εντυπωσιάζεται αμέσως απ’ την τεχνική αρτιότητα του ποιήματος. Είναι ένα τέλειο σονέτο, με δύο τετράστιχες και δύο τρίστιχες στροφές· το μέτρο είναι ιαμβικό και ο στίχος άλλοτε ενδεκασύλλαβος και άλλοτε δεκατρισύλλαβος, με εξαίρεση τον δωδέκατο και τον δέκατο τέταρτο στίχο, που ’ναι σκόπιμα οξύτονοι, δωδεκασύλλαβος ο πρώτος και δεκασύλλαβος ο δεύτερος· η ομοιοκαταληξία είναι πλεχτή, τέλεια πλεγμένη, θα ’λεγε κανείς, σαν τον ιστό της αράχνης.

Ως προς το περιεχόμενο, το ποίημα απαρτίζεται από δύο διαδοχικές εικόνες που κέντρο τους είναι η αράχνη. Στην πρώτη, η οποία καταλαμβάνει τις δύο τετράστιχες στροφές, παρακολουθούμε την αράχνη ν’ απλώνει ανενόχλητη «τον ιστό της στις γωνίες, / μ’ απόλυτη αρμονία υφασμένο». Τα σχέδια της είναι τέλεια, «χωρίς παρατυπίες», και είναι βέβαιη ότι η μύγα θα πιαστεί στα δίχτυα της. Η αράχνη όμως κάνει λάθος, «γελιέται», νομίζει ότι τα σχέδια επαρκούν για να επιτευχθεί ο δόλιος σκοπός της, όπως επισημαίνει στον ακροατή του, στον «φρόνιμο παρατηρητή των επιγείων», ο αφηγητής του ποιήματος. Μια κίνηση αρκεί –μια ανθρώπινη κίνηση, φανταζόμαστε– για να χαλάσει ο ιστός. Το έργο της αράχνης είναι λεπτό και εύθραυστο.

Στη δεύτερη εικόνα, που απλώνεται στις δύο τρίστιχες στροφές, βλέπουμε την αράχνη να μην το βάζει κάτω, να ετοιμάζεται να επιτελέσει ξανά το ανόσιο έργο της. Καραδοκεί υπομονετικά μες στο σκοτάδι και περιμένει να έρθει η νύχτα, για να ξαναφτιάξει ανενόχλητη τον ιστό της. Και μάλιστα τώρα δεν έχει κρυφτεί σε μια απλή γωνία, αλλά «πάνω απ’ τον άμβωνα, στον θόλο του ιερού, / για να κατέλθει πονηρά μέσα στο βράδυ, / να βεβηλώσει τ’ άγια του Ναού». Ο στόχος της τώρα δεν είναι απλώς να παγιδέψει κάποια μύγα, αλλά να βεβηλώσει τα άγια των αγίων.

Ο Κορδάς συνυφαίνει θαυμάσια στο ποίημα του την εικόνα της αράχνης με τη δολιότητα και τη βέβηλη πρόθεση, αλλά και με την αρμονική τάξη και τη σιγουριά του δόλιου βεβηλωτή. Με αυτό τον τρόπο παραπέμπει στους συμβολισμούς που έχει πάρει η αράχνη ανά τους αιώνες στη λογοτεχνία: ένα σύμβολο της τάξης και της αρμονίας, και ταυτόχρονα της πανουργίας και της ιεροσυλίας.

Η λογοτεχνική ζωή της αράχνης ξεκινά πολύ παλιά, απ’ τις Μεταμορφώσεις του Οβίδιου. Εκεί ο ποιητής αφηγείται τη θλιβερή ιστορία μιας χαρισματικής υφάντρας απ’ τη Μαιονία της Λυδίας, που τόλμησε να τα βάλει με τη θεά Αθηνά. Παρότι είχε ταπεινή καταγωγή, η Αράχνη έγινε ονομαστή για την υφαντική της. Και τότε διέπραξε την ύβρη: δήλωσε πως είναι ανώτερη απ’ τη θεά Αθηνά. Εκείνη εμφανίστηκε μπροστά της μεταμφιεσμένη σε γριά και την προκάλεσε σε αγώνα. Ανταγωνίστηκαν στην υφαντική και η Αθηνά δεν μπόρεσε να νικήσει την Αράχνη. Έτσι, τυφλωμένη από οργή, η θεά άρχισε να τη χτυπά με τη σαΐτα του αργαλειού, τόσο ώστε η κοπέλα κρεμάστηκε για ν’ αυτοκτονήσει. Εν τέλει όμως η θεά τη λυπήθηκε, και τη μεταμόρφωσε σε ζωύφιο, που διαρκώς υφαίνει τον ιστό της έχοντας διατηρήσει το εξαίρετο υφαντικό ταλέντο της.[2]

Η σημερινή συμβολική της αράχνης βέβαια διαφέρει πολύ από την αρχαία. Στις νεότερες και σύγχρονες λογοτεχνικές της χρήσεις, η αράχνη δεν είναι μια κοπέλα με χάρισμα στην υφαντική, αλλά ένα κακοποιό πλάσμα.[3] Διατηρήθηκε όμως το βασικό θέμα του ανταγωνισμού με τη θεά, ή με το θείο γενικότερα, το θέμα της ιεροσυλίας. Αυτό το ζήτημα της θεομαχίας, της ιεροσυλίας και της βεβήλωσης τίθεται γενικότερα στην ποιητική συλλογή που παρουσιάζουμε. Ο Κορδάς κάνει, κατά την άποψή μας, σε αυτό το ποίημα, όπως και σε όλη τη συλλογή του, ένα σχόλιο πάνω στο ζήτημα της βεβήλωσης και της αποϊεροποίησης.

Ποια έννοια όμως μπορεί να έχει η βεβήλωση στον σύγχρονο κόσμο; Ο Μισέλ Φουκώ, στο δοκίμιό του «Πρόλογος στην παραβίαση», δημοσιευμένο το 1963 σ’ έναν αφιερωματικό τόμο για τον Ζορζ Μπατάιγ, διαπιστώνει ότι η νεότερη σεξουαλικότητα

ανασυγκροτεί, σ’ έναν κόσμο όπου δεν υπάρχουν αντικείμενα, ούτε όντα, ούτε πνεύματα προς βεβήλωση, τη μόνη διαίρεση που εξακολουθεί να είναι δυνατή […] επιτρέπει μια βεβήλωση χωρίς αντικείμενο, μια βεβήλωση κενή και αναδιπλωμένη στον εαυτό της, τα εργαλεία της οποίας απευθύνονται μόνο στον εαυτό τους.[4]

Η βεβήλωση, γράφει, «σε έναν κόσμο που δεν αναγνωρίζει πλέον θετικό νόημα στο ιερό» είναι «κατά το μάλλον ή ήττον ό,τι θα μπορούσε να ονομαστεί παραβίαση».

[…] η παραβίαση δεν υπαγορεύει απλώς τον μόνο τρόπο να ανακαλύψουμε το ιερό στο άμεσο περιεχόμενό του, αλλά να το ανασυνθέσουμε στην κενή μορφή του, στην απουσία του που αρχίζει τότε να σπινθηροβολεί. Μια αυστηρή γλώσσα […] δεν πρόκειται να αρθρώσει το φυσικό μυστικό του ανθρώπου, την ήρεμη ανθρωπολογική αλήθεια του, αλλά το γεγονός ότι ο άνθρωπος υπάρχει χωρίς Θεό.[5]

Και παρακάτω παρατηρεί:

Καθώς ο θάνατος του Θεού στερεί από την ύπαρξή μας το όριο του Απεριόριστου, την οδηγεί σε μια εμπειρία όπου τίποτε πλέον δεν μπορεί να αναγγείλει την εξωτερικότητα του είναι, και συνεπώς σε μια εσωτερική και υπέρτατη εμπειρία. Εντούτοις, μια τέτοια εμπειρία, όπου ξεσπά ο θάνατος του Θεού, ανακαλύπτει ως μυστικό και ως φως της, την ίδια της την περατότητα, την απεριόριστη βασιλεία του Ορίου, το κενό αυτής της διάβασης όπου φθίνει και εκλείπει. Με αυτήν την έννοια, η εσωτερική εμπειρία είναι καθ’ ολοκληρίαν εμπειρία του αδυνάτου […] Ο θάνατος του Θεού δεν μας επαναφέρει σε έναν περιορισμένο και θετικό κόσμο, αλλά σε έναν κόσμο που εκδιπλώνεται στην εμπειρία του ορίου, που φτιάχνεται και καταστρέφεται στην υπερβολή που το παραβιάζει.[6]

Η εξάλειψη του θείου και των απαγορεύσεων που κατόρθωσε ο σύγχρονος κόσμος έκανε, κατά τον Φουκώ, αδύνατη και την ιερότητα και τη βεβήλωση. Στον αρχαίο και στον μεσαιωνικό κόσμο, η ιερότητα και η βεβήλωση ήταν μέρη του ίδιου συνεχούς, συχνότητες του ίδιου φάσματος, που ξεκινούσε απ’ το δαιμονικό, την έκπτωση και την αμαρτία, και μπορούσε να εκταθεί μέχρι την έκσταση, τον εξαγιασμό και την ένωση με το θείο. Σήμερα όμως δεν υπάρχει θείο ούτε και δαιμονικό, δεν υπάρχει ιερό ούτε και βέβηλο. Το αποτέλεσμα είναι ο σύγχρονος άνθρωπος να προσκρούει συνεχώς στο όριο, να επιχειρεί διαρκώς μια παραβίαση, η οποία όμως είναι χωρίς αντικείμενο. Η εμπειρία του περιορίζεται διαρκώς και στενεύει. Η αράχνη του ποιήματος μάς έχει πια παγιδέψει στον ιστό της. Ο κόσμος μας είναι αποϊεροποιημένος και, ταυτόχρονα, αποβεβηλωμένος.

Στα ποιήματά του ο Κορδάς μιλά χωρίς ψευδαισθήσεις για τον αποϊεροποιημένο κόσμο μας:

Δεν ξέρω πώς τό ’χεις στον νου,
όμως
βουβά και χωρίς Θεό
είναι τα χρόνια πού ’ρχονται.[7]

 

Και παρακάτω:

Αυτή […]
είν’ εποχή για ν’ αγιάσεις
ή να γίνεις φάντασμα.[8]

 

Η ιστορία του κόσμου μας είναι μια ιστορία συντριβής, συντριμμένων ανθρώπων, συντριμμένων ζωών:

Θεοί ντυθήκαν οι άνθρωποι αγρίμια·
η Ιστορία αδιάκοπα σωρεύει
στα πόδια ενός Αγγέλου τα συντρίμμια.[9]

 

Ταυτόχρονα, η απουσία του ιερού και της πνευματικότητας συνεπάγεται την απουσία της αγάπης, τη μετατροπή της σε κακό:

Η αγάπη είν’ το κακό που μας συνθλίβει,
βίδα που μπήγεται στον νου μας και γυρίζει.[10]

 

Οι άνθρωποι θέλουν ν’ αγαπηθούν, μα δεν μπορούν:

Δυο χέρια θέλουν να ενωθούν, τα είδα·
μα πέφτουν κάτω ασώματα,
σε κύκλο δίχως κέντρο.[11]

 

Αλλά και η ομορφιά σκοτεινιάζει, και απειλείται διαρκώς από το θάνατο:

Ό,τι είναι όμορφο σ’ αυτόν τον κόσμο θλίβει,
με χέρι σάπιο ο θάνατος τ’ ορίζει.[12]

 

Σ’ ένα άλλο ποίημα της συλλογής του όμως, στον «Πάνα», που έχει υπότιτλο «ύμνος ενός μύστη», ακούμε έναν ιεροφάντη να εκφράζει την πίστη του ότι ο κόσμος θα ιεροποιηθεί και πάλι, ότι η διάκριση ιερού και βέβηλου θα επιστρέψει. Ο μύστης βλέπει ξανά τον Πάνα να εμφανίζεται στα δάση:

Είδαμε πάλι τον θεό τον τραγοπόδη,
στα ξέφωτα να παίζει την φλογέρα.[13]

 

Ο Πάνας, οι θεοί και οι δαίμονες, όλα τα πνευματικά όντα, οι κάτοικοι του μυστικού κόσμου, που μοιάζουν να έχουν εξαφανιστεί και οι άνθρωποι δεν πιστεύουν πια στην ύπαρξή τους, θα επιστρέψουν, λέει με βεβαιότητα:

Ο Πάνας, είπαν, ο Βαάλ, ο Εωσφόρος,
θα επιστρέψει στα μεγάλα δάση,
κι ας τον νομίζουν οι άθεοι πεθαμένο,
κι ας έχουν τα τραγούδια του ξεχάσει.[14]

 

Σ’ έναν κόσμο που έχει ξεχάσει τη διάκριση ιερού και βέβηλου, που έχει αποϊεροποιηθεί πλήρως, τα ποιήματα του Κορδά μιλάνε για ιερότητα και προφητεύουν την επανιεροποίηση· εκφράζουν τη νοσταλγία του ιερού, και ταυτόχρονα δηλώνουν την πίστη στην επιστροφή του. Ο πνευματικός και μυστικός κόσμος, οι θεϊκές και οι δαιμονικές όψεις του, διωγμένες απ’ τον ορθολογισμό και αποσιωπημένες απ’ την επιστήμη, βρίσκονται τώρα στο περιθώριο της ζωής, αλλά μπορεί και πάλι κάποια στιγμή να επιστρέψουν στο κέντρο της. Μέχρι τότε ο ποιητής θα υποδύεται τον τσαρλατάνο και θα γυρνά στα πανηγύρια προφητεύοντας εις ώτα μη ακουόντων:

Λειψός κι αλαφροΐσκιωτος, κι ακόμη,
της Λύπης μου πουλάω κουρδιστήρια,
κι όσοι με ζώσαν οραμάτων τρόμοι,
τους φτύνω στίχους μες στα πανηγύρια.[15]

 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΙΝΑΚΟΥΛΑΣ


[1] Αλέξανδρος Κορδάς, Το τυφλό άλογο, Σμίλη, Αθήνα 2018, σελ. 20.

[2] Οβίδιος, Metamorphoses 6,1-145.

[3] Στην πρόσφατη ελληνική λογοτεχνική παραγωγή, μπορεί κανείς να δει μια ωραία πραγμάτευση της αράχνης στο διήγημα του Αριστείδη Αντονά «Η αράχνη», εφ. Τα Νέα, 23.8.2002 (βλ. και εδώ: https://antonas.files.wordpress.com/2007/09/apaxni4.pdf). Και στο διήγημα του Αντονά, όπως και στο ποίημα του Κορδά, η αράχνη γίνεται σύμβολο ταυτόχρονα της τάξης και της πανουργίας.

[4] Michel Foucault, «Πρόλογος στην παραβίαση», Ετεροτοπίες και άλλα κείμενα, μτφρ. Τάσος Μπέτζελος, Πλέθρον, Αθήνα 2012, σελ. 10.

[5] Ό.π.

[6] Ό.π., σελ. 12-13.

[7] «Θεία Λειτουργία ΙΙ», Το τυφλό άλογο, σελ. 10.

[8] Ό.π.

[9] «Angelus Novus», ό.π., σελ. 17.

[10] «Κύκλος», ό.π., σελ. 23.

[11] Ό.π.

[12] Ό.π.

[13] «Πάνας», ό.π., σελ. 27.

[14] Ό.π.

[15] «Ο τσαρλατάνος», ό.π., σελ. 22.

Θησαυρός Αναγνώσεων #1

resize (4).png

Σχετικὰ μὲ τὸν Θησαυρὸ Ἀναγνώσεων

Συμπληρώνοντας τὶς πρῶτες τριάντα ἑβδομάδες (καὶ πιὸ συγκεκριμένα, ἔπειτα ἀπὸ 238 βιβλία 173 ποιητῶν) τῆς Διαρκοῦς Ποιητικῆς Ἀνθολογίας 2000-2020 «Νέοι Ποιητὲς Ἑνὸς Νέου Αἰώνα» παρατίθεται –ὅπως εἶχε ἀναγγελθεῖ ἤδη ἀπὸ τὸ Εἰσαγωγικὸ κείμενο τῆς Ἀνθολογίας ποὺ συνοδεύει κάθε ἀνάρτηση– ὁ Θησαυρὸς Ἀναγνώσεων τῶν ἐπιμελητῶν. Στὸν κατάλογο ποὺ ἀκολουθεῖ, καταγράφονται ὅλα τὰ βιβλία ποὺ εἴδαμε σ’ αὐτὸ τὸ διάστημα, εἴτε ἐπιλέξαμε εἴτε ὄχι ἀπ’ αὐτὸ κάποιο ποίημα πρὸς ἀνθολόγηση. Ὅπως γίνεται ἀντιληπτό, ἀπὸ τὸ ἔργο τοῦ κάθε ποιητῆ εἶναι φορὲς ποὺ ἔχει ἀναγνωσθεῖ εἴτε ἕνα τμῆμα εἴτε ὁλόκληρο τὸ μέχρι τώρα σῶμα τῶν ἐκδόσεών του. Ἀσφαλῶς, καταγράφονται τόσο αὐτοὶ ποὺ ἔχουν ἤδη συμπεριληφθεῖ στὴν Ἀνθολογία (στὴ συντριπτικὴ πλειονότητα τῶν ὁποίων ἔχουμε δεῖ ὅλο τους τὸ ἔργο, κι ἂν ὄχι ἐπίκειται νέα, δεύτερη ἀνάρτηση), ὅσο κι ἐκεῖνοι ποὺ εἴτε πρόκειται νὰ ἀνθολογηθοῦν (κι ἁπλῶς ἔχουν προγραμματιστεῖ γιὰ τὶς κατοπινὲς ἀναρτήσεις) εἴτε ὄχι.

Ἡ ἀνθολόγηση ἀποτελεῖ ἀπὸ μόνη της μιὰ κριτικὴ πράξη· παρ’ ὅλ’ αὐτά, ὁ παρὼν Θησαυρὸς Ἀναγνώσεων, πέραν τοῦ νὰ ἐπιρρωνύει τὴν παραπάνω βούληση, λειτουργεῖ καὶ ὡς μιὰ ἀνοικτὴ πηγὴ πληροφόρησης ἀλλὰ καὶ καταγραφῆς τῆς δουλειᾶς τῶν ἀνθολόγων, οἱ ὁποῖοι μέσῳ αὐτοῦ ἐνημερώνουν μὲ τὴ μεγαλύτερη δυνατὴ διαφάνεια τὸ κοινὸ τῆς Ἀνθολογίας –καθὼς ἐπίσης καὶ τοὺς ἴδιους τοὺς δημιουργούς–, σχετικὰ μὲ τὸ τί εἶδαν καὶ ἔκριναν ὡς ἄξιο συμπερίληψης (ἢ ὄχι) στὴν προσπάθειά τους αὐτή.

Ἀναγκαία διευκρίνιση: κατὰ τὴ διάρκεια τῶν τελευταίων μηνῶν ἔχουμε λάβει μεγάλο ἀριθμὸ ποιητικῶν συλλογῶν· ἔχοντας καταρτίσει ἕνα ἀναγνωστικὸ πρόγραμμα ἤδη ἀρκετὸ καιρὸ πρὶν τὴν ἔναρξη τῶν ἀναρτήσεων στὸν ἱστότοπο, εἶναι εὐνόητο ὅτι οἱ περισσότερες ἐξ αὐτῶν ἀναμένουν στὴ σειρά τους πρὸς ἀνάγνωση κι ἀξιολόγηση.

Στὸ σημεῖο αὐτὸ θὰ θέλαμε νὰ εὐχαριστήσουμε ὅλους τοὺς συγγραφεῖς ποὺ μὲ τὸν ἕναν ἢ τὸν ἄλλον τρόπο ὑπέβαλαν καὶ ἐξακολουθοῦν νὰ ὑποβάλλουν τὰ ἔργα τους πρὸς ἀξιολόγηση, στηρίζοντας ἔτσι τὸ εὗρος τῆς Ἀνθολογίας καὶ παρέχοντάς μας τὴ δυνατότητα νὰ ἀνακαλύψουμε φωνὲς ποὺ εἰδάλλως θὰ ἦταν δύσκολο νὰ προσεγγίσουμε. Παρακινοῦμε κι ἀπὸ αὐτὸ τὸ βῆμα τοὺς νέους ποιητὲς καὶ τὶς νέες ποιήτριες νὰ ἐξακολουθοῦν νὰ στηρίζουν παντοιοτρόπως τὴν προσπάθειά μας.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ – ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΟΡΔΑΣ


resize (40)

 Θησαυρὸς ἀνάγνωσης #1

  1. Ἀγαθοκλῆς Δημήτρης, Ἄφεσις, Ἀθήνα, αὐτοέκδ., 2013 [2Μελάνι, 2017].
  2. Ἀγγελόπουλος Γιῶργος, Ὑπόγεια διάβαση, Ἀθήνα, Ἀπόπειρα, 2015.
  3. Ἀγγέλου Παῦλος, Τὸ μαῦρο ρόδι, Ἀθήνα, Βακχικόν, 2013.
  4. Ἀγυιώτη Κατερίνα, Φρουρός, Ἀθήνα, Φαρφουλᾶς, 2016.
  5. Ἀθηνάκης Δημήτρης, Δωμάτιο μικρῶν διακοπῶν. Ἕνα ποίημα μικροῦ μήκους καὶ ἄλλα πλάνα, Ἀθήνα, Κέδρος, 2012.
  6. Ἀνδρικοπούλου Νίκη, Αὐτὰ τὰ χέρια, Ἀθήνα, Γαβριηλίδης, 2012.
  7. Ἀλέξη Παρασκευή, Τάξη ὀνείρων, Ἀθήνα, Νέος Ἀστρολάβος/Εὐθύνη, 2012.
  8. Ἀλεξίου Ἑλένη, Ποιήματα ποὺ γράψαμε μαζί, Ἀθήνα, Μελάνι, 2015.
  9. Ἀλεξοπούλου Μαριγώ, Τὸ φθονόμετρο, Ἀθήνα, Κέδρος, 2006.
  10. Ἀληφραγκῆ Σίσσυ, A contrario, Ἀθήνα, Μανδραγόρας, 2013.
  11. Ἀλισάνογλου Γιῶργος, ERO(S). 7 βήματα–7 λεῦγες ἐντός, Θεσ/νίκη, Σαιξπηρικόν, 2012.
  12. Ἀνανιάδης Δημήτρης, Ράστερ, Ἀθήνα, Μελάνι, 2006.
  13. Ἀρβανίτης Παναγιώτης, Ὁ τυφλὸς ἐπισκέπτης, Ἀθήνα, Γαβριηλίδης, 2016.
  14. Ἀρμεύτη Μαρίνα, Ὁ κύριος ἱππόκαμπος, Ἀθήνα, Φίλντισι, 2018.
  15. Ἀχμέτης Ἐλευθέριος, Ἑπτά, Ἀθήνα, Ἑκάτη, 2013.
  16. Βακαλοπούλου Εἰρήνη, Ἡ ἐπίσκεψη, Θεσ/νίκη, Σαιξπηρικόν, 2018.
    • Existential Angst. ἀφαιρετικὲς ἱστορίες ὑπαρξισμοῦ¸ Ἀθήνα, Βακχικόν, 2013.
  17. Βασιλείου Βασίλης, Götterdämmerung. 32 ποιήματα κι ἕνα ἐγχειρίδιο τοῦ λυκόφωτος, Ἀθήνα, Γαβριηλίδης, 2013.
  18. Βασιλοπούλου Φωτεινή, Πρωσικὸ μπλέ, Ἀθήνα, Οἱ ἐκδόσεις τῶν φίλων, 2016.
  19. Βεληβασάκη Γεωργία, Κοντσέρτο γιὰ μιὰ ἡμέρα ποὺ πέρασε, Κορώνη, Γραφομηχανή, 2018.
  20. Βιολάρης Νίκος, Πέρα ἀπ ‘τὴ μέρα, Ἀθήνα, Γαβριηλίδης, 2005.
    • Ἀχτίδες νυχτόβιες, Ἀθήνα, Γαβριηλίδης, 2009 .
  21. Γαλάνη Ἑλένη Ν., Παρκούρ, Ἀθήνα, Γαβριηλίδης, 2012.
    • Τὸ πείραμα τοῦ Ward, Ἀθήνα, Γαβριηλίδης, 2014.
  22. Γαλάνης Δημήτρης, Ἐπιστροφή, Ἀθήνα, Ἐναλλακτικὲς ἐκδόσεις, 2015.
  23. Γάτσου Σταυρούλα Α., Πᾶσα γῆ πάθος, Ἀθήνα, Γαβριηλίδης, 2017.
  24. Γεροκώστα Βασιλική, Χαράζει, Ἀθήνα, Μανδραγόρας, 2013.
  25. Γεροντάσιου Βικτωρία, Μικρὲς καταιγίδες, Λάρισα, Θράκα, 2018.
  26. Γεωργαντᾶ Κωνσταντίνα, Ρακοσυλλέκτης χρόνος, Θεσ/νίκη, Πανοπτικόν, 2015.
  27. Γιαννοπούλου Κέλλυ, Ὁ χαμένος ἔρωτας τῆς νεράιδας καὶ τοῦ βασιλιᾶ, Ἀθήνα, Ἑκάτη, 2015.
  28. Γιώσα Πηνελόπη, Ἐνδόμυχα, Ἀθήνα, Ἠριδανός, 2011.
  29. Γκερούση Πόπη, Διαδοχικὰ φωτοπέταλα, Ἀθήνα, Ἑκάτη, 2016.
  30. Γκολίτσης Πέτρος, Τὸ τριβεῖο τοῦ χρόνου, Ἀθήνα, Μανδραγόρας, 2013.
  31. Γλυφὸς Δημήτρης, Ἀντιχρονισμός, Ἀθήνα, Σμίλη, 2017.
    • Ἀπόηχος, Ἀθήνα, Σμίλη, 2018.
  32. Γραμματικοπούλου Χριστίνα-Παναγιώτα, Persona Gramma, Ἀθήνα, Βακχικόν, 2017.
  33. Γρίβα Ἄννα, Ἡ φωνὴ τοῦ σκοτωμένου, Ἀθήνα, Χαραμάδα, 2010.
    • Ἔτσι εἶναι τὰ πουλιά, Ἀθήνα, Γαβριηλίδης, 2015.
  34. Γῶγος Θάνος, Γλασκώβη, Λάρισα, Θράκα, 2014.
  35. Γωνιανάκης Γιῶργος, Τί εἶπε τὸ ποτάμι, Ἀθήνα, Στιγμή, 2018.
  36. Δαμουλιάνος Ἀλέξανδρος, Ἡ Ὀδύσσεια μιᾶς λησμονιᾶς, Ἀθήνα, χ.ἐ., 2013.
  37. Δασκαλάκης Χρῆστος, Χιλιόμετρα, Ἀθήνα, Στοχαστής, 2013.
  38. Δενελάβας Τάσος, Καρναβάλια, Ἀθήνα, Ἐριφύλη, 2006.
    • Ὅλες οἱ κινήσεις τῶν ἄστρων, Ἀθήνα, Ἐριφύλη, 2007.
  39. Δημητρακόπουλος Θοδωρῆς, Κουκούλα ἀραχνοΰφαντη, Ἀθήνα, Πλανόδιον, 2011.
  40. Δημητριάδης Δημήτριος, Χρόνος αὐτόχειρας, Ἀθήνα, Τὰ Ποιητικά-Ἐκδ. Γκοβόστη, 2016.
  41. Δημητριάδου Ἀνδρονίκη, Λόγου ἀντίθεση, Ἀθήνα, Βακχικόν, 2018.
  42. Δήμου Εὐσταθία, Στὴ σπορὰ τῶν ἀστεριῶν, Πενήντα πέντε Χαϊκού, Ἀθήνα, Νέος Ἀστρολάβος / Εὐθύνη, 2011.
    • Σονέτα, Ἀθήνα, Gutenberg,
  43. Δημουλῆ Ἀγγελική, Ἔρδυλον Ἀθήνα, Ποιήματα τῶν φίλων, 2011.
  44. Δούκας Γιάννης, Στὰ μέσα σύνορα, Ἀθήνα, Πόλις, 2011.
    • Τὸ σύνδρομο Σταντάλ, Ἀθήνα, Πόλις, 2013.
  45. Δουλαβέρα Νάντια, Μεσοτοιχία, Ἀθήνα, Μελάνι, 2018.
  46. Δράκου Φωτεινή, Τὸ σωστὸ κορίτσι στὴν πιὸ λάθος πλευρὰ τῆς πόλης, Ἀθήνα, Ἰωλκός, 2015.
  47. Ἐλευθεράκης Δημήτρης, Ἐγκώμια, Ἀθήνα, Πατάκης, 2013.
  48. Εὐαντινὸς Νικόλας, Ρουβίκωνας στὰ μέτρα μας, Ἀθήνα, Μελάνι, 2011.
    • Ἐνεός, Ἀθήνα, Μανδραγόρας, 2012.
    • Λιγωσάδικο, Ἀθήνα, Μανδραγόρας, 2016.
  49. Εὐθυμιάδης Ἄγγελος, Δὲν θυμᾶμαι ξέχασα, Θεσ/νίκη, Πανοπτικόν, 2016.
  50. Ζαφειροπούλου Λένια, Paternoster Square. Μιὰ διαδρομὴ σὲ 53 στάσεις, Ἀθήνα, Πόλις, 2012.
    • Σκληρὸ νὰ σκοντάφτεις σὲ πέτρες, Ἀθήνα, Πατάκης, 2016.
  51. Ζηλᾶκος Βασίλης, Ξύλο ξανθὸ π ‘ἀφράτεψε στὸ στόμα. (ἀποσπάσματα ἀπὸ τὶς γραφὲς ἑνὸς Ἐξόριστου), Ἀθήνα, Ὁδὸς Πανός, 2012.
    • Κούπα τοῦ τσαγιοῦ. (ἀπὸσπάσματα ἀπὸ τὰ τετράδια ἑνὸς τραυλοῦ Ἐρημίτη), Ἀθήνα, Ὁδὸς Πανός, 2010.
    • Τὸ κελαηδιστὸ πουκάμισο, Ἀθήνα, Κουκούτσι, 2015.
    • Νερὰ γελοῦνε, Θεσ/νίκη, Σαιξπηρικόν, 2017.
  52. Ζησάκη Κατερίνα, Ἱστορίες ἀπ ‘τὸ Ὀνειροσφαγεῖο, Ἀθήνα, Μανδραγόρας, 2014.
    • Μισέρημος, Ἀθήνα, Μανδραγόρας, 2018.
  53. Θάνογλου Ἐλευθερία, Οἱ πέντε ἐποχὲς τοῦ κόκκινου, Πάτρα, Πικραμένος, 2017.
  54. Θεοδώρου Κίμων, Ἡ γοητεία τῶν ἡττημένων ποὺ ποντάρουν στὸ σωστὸ ἄγριο ἄλογο τὴ λάθος στιγμὴ πρὶν ἀπὸ τὰ μεσάνυχτα, Ἀθήνα, Φαρφουλᾶς, 2016.
  55. Θεοτόκης Τάσος, Σινιάλο, Ἀθήνα, Γαβριηλίδης, 2016.
  56. Ἰντζὲς Στάθης, Σεληνάκατος, Ἀθήνα, Μανδραγόρας, 2013.
    • Gadium, Λάρισα, Θράκα, 2017.
  57. Κάββαλου Στέργια, Πλαστικὴ ἄνοιξη, Ἀθήνα, Ἑκάτη, 2013.
  58. Καλεώδης Μᾶρκος, Νέα νυκτιφανῆ, Ἀθήνα, Περισπωμένη, 2013.
  59. Καλλέργη Λένα, Περισσεύει ἕνα πλοῖο, Ἀθήνα, Γαβριηλίδης, 2016.
  60. Κάλφα Βάγια, Ἁπλὰ πράγματα, Ἀθήνα, Γαβριηλίδης, 2012.
    • Ληθόστρωτο, Ἀθήνα, Ἑκάτη, 2013.
  61. Καμπάδαης Σταῦρος, Διαπόμπευση, Ἀθήνα, Βακχικόν, 2004 [22013].
    • Ἀνταπόκριση ἀπὸ πλανήτη ψυχή, Ἀθήνα, Βακχικόν, 2013.
    • Μὲ τὴν Τρίτη παίρνεις τὸ χρῖσμα ἢ καίγεσαι;, Ἀθήνα, Βακχικόν, 2010, [22013].
  62. Κανέλλης Σωτήρης, Ἐπίθεση ὑπὸ ἱερουργίαν, Ἀθήνα, Πλανόδιον, 2009.
  63. Kappa Danae, Πυγολαμπίδα, Ἀθήνα, Γαβριηλίδης, 2012.
  64. Καπερνέκα Ἰωάννα, Ἀνατέλλων ζῆλος, Ἀθήνα, Βακχικόν, 2016.
  65. Καραγιαννίδου Εἰρήνη, Οἱ τέσσερις ἐποχὲς τοῦ [α], Θεσ/νίκη, Λογότεχνον, 2013.
    • Παραθαλάσσιο οἰκόπεδο, Θεσ/νίκη, Πανοπτικόν, 2017.
  66. Καραλῆ Βιβή, Ἔρωτας Θάνατος Σιωπή, Ἀθήνα, Ἑκάτη, 2018.
  67. Καραμάνου Τάνια, Πτολεμαίων. Ποιήματα καὶ Εἰκόνες, Ἀθήνα, Κουκούτσι, 2017.
  68. Καραμολέγκος Θήρας Ἰάκωβος, Κύκνεια μπιτάκια, Ἀθήνα, Ὁδὸς Πανός, 2016.
    • Ὑψικράτημα, Ἀθήνα, Διηνεκές, 2010.
    • Ἠλιάδα, Ἀθήνα, Ὁδὸς Πανός, 2016.
  69. Καραταράκη Ἀθηνᾶ, Ἐν δρυμῷ ξύλον, Ἀθήνα, Τὸ ἀνώνυμο βιβλίο, 2016.
  70. Κατηφέογλου Στέφανος, Σφυρόκρουση, Ἀθήνα, Βακχικόν, 2014.
  71. Κατράκη Κατερίνα, Ἡ παρτίδα, Ἀθήνα, Ἰωλκός, 2014.
  72. Κατροῦτσος Χρῆστος, Σπορὰ γιὰ μιὰ Κυριακή, Ἀθήνα, Ἑκάτη, 2018.
  73. Κατσαμπῆ Στέλλα-Λουΐζα/Γκιργκένης Σταῦρος, Ἀνθρώπινα Δαιμόνια, Θεσ/νίκη, Ρώμη, 2018.
  74. Κατσοῦ Ναταλία, Νυμφαλίδες, Ἀθήνα, Κέδρος, 2015.
    • Κοχλίας, Ἀθήνα, Κέδρος, 2012.
  75. Κεφάλα Ἑλένη, Μνήμη καὶ παραλλαγές, Ἀθήνα, Πλανόδιον, 2007.
    • Χρονορραφία, Ἀθήνα, Νεφέλη, 2015.
  76. Κεφαλᾶς Ἀλέξανδρος, Ἄπολις, Ἀθήνα, Ὁδὸς Πανός, 2013.
  77. Κεφαλοῦρος Στάθης, Διότι οἱ πόλεις ἔχουν μεγαλώσει πολύ, Λάρισα, Θράκα, 2015.
  78. Κιάος Θωμᾶς, Εἴδη ἐποχῆς, Ἀθήνα, Γαβριηλίδης, 2012.
  79. Κιοσσές Σπύρος, Τὸ κάτω κάτω τῆς γραφῆς, Ἀθήνα, Μελάνι, 2018.
  80. Κολαΐτη Πατρίτσια, Ὁ λιθόπαις (The Lithopedion), Ἀθήνα, Νεφέλη, 2016.
  81. Κορρυβάντη Κωνσταντίνα, Μυθογονία. Ποιήματα, Ἀθήνα, Μανδραγόρας, 2015.
  82. Κοσσιώρης Στράτος, Ὕστατος καπνός, Ἀθήνα, Ὀροπέδιο, 2010.
    • Τὰ κάρβουνα, Κορώνη, (..) ἐκδόσεις, 2014.
  83. Κουλούρη Μαρία, Μουσεῖο ἄδειο, Ἀθήνα, Μελάνι, 2013.
  84. Κούτσης Βαγγέλης, Τοῖς «κύνων» ρήμασι πειθόμενοι, Ἀθήνα, Προμετωπίδα, 2013.
  85. Κρεμνιώτης Σ. Χρῖστος, ὥριμο σπέρμα, Ἀθήνα, Πλανόδιον, 2008.
  86. Κυριακὸς Ἀργύριος, Λισαβώνα. 33 ποιήματα, Ἀθήνα, Τὸ Γαρδέλι, 2014.
  87. Κωνσταντινίδης Ντέμης, Εὐλύγιστες μελαγχολίες, Ἀθήνα, Βακχικόν, 2014.
    • Τῆς μοναξιᾶς καλὴ συνέχεια, Ἀθήνα, Φαρφουλᾶς, 2019.
  88. Κωστόπουλος Παναγιώτης, Λογωδίνες, Ἀθήνα, Ἑκάτη, 2014.
  89. Λάβδα Λυδία, Χαρτογράφηση, Ἀθήνα, Ρέω, 2011.
  90. Λαμπρόπουλος Νεκτάριος, Ὡριμότης μηδέν, Πάτρα, Χαραμάδα, 2011.
    • Ἀδιαφορισμοί, Πάτρα, Χαραμάδα, 2012.
  91. Λεοντζᾶκος Δημήτρης, Τὸ μάτι καὶ ἡ νύχτα, Ἀθήνα, Νεφέλη, 2016.
  92. Λίλλη Αὐγή, Πρόχειρες σημειώσεις πάνω σ ’ἕνα σωσίβιο, Λευκωσία, Ἀρμίδα, 2011.
    • Ἡ σφαγὴ τοῦ αἰώνα, Λάρισα, Θράκα, 2018.
  93. Λίλλης Γιῶργος, Ἡ χώρα τῶν κοιμωμένων ὑδάτων, Ἀθήνα, Μανδραγόρας, 2001.
    • Στὸ σκοτάδι μετέωρος, Ἀθήνα, Μελάνι, 2003.
    • Τὰ ὅρια τοῦ λαβύρινθου, Ἀθήνα, Κέδρος, 2008.
    • Ὁ ἄνθρωπος τάνκ, Λάρισα, Θράκα, 2017.
  94. Λουμπροῦκος Θάνος, Ἡ ἐκδίκηση τῆς Ἰθάκης, Θεσ/νίκη, Ἐντευκτήριο, 2015.
  95. Λυκουργιώτης Σωτήρης, Ὁ κύκλος τῆς Ἄλφα, Πάτρα, Ἀχαϊκὲς ἐκδόσεις, 2011 [22018].
    • Ἱερουργία τῆς ἄνοιξης, Θεσ/νίκη, Κουρσάλ, 2016.
    • Ἀστικὰ λήμματα, Πάτρα, Anima libri, 2017 [μαζὶ μὲ Λεωνίδα Πανόπουλο].
  96. Μάινας Ἀλέξιος, Τὸ περιεχόμενο τοῦ ὑπόλοιπου, Ἀθήνα, Γαβριηλίδης, 2011.
    • Τὸ ξυράφι τοῦ Ὄκαμ, Ἀθήνα, Μικρὴ Ἄρκτος, 2014.
  97. Μακελάρης Γιώργης, Ἀσκήσεις ἀποσυμπίεσης, Ἀθήνα, Μοτοκούζι, 2018.
  98. Μαμακάκη Πόλυ, Περίπατοι στὸν κῆπο γιὰ δύο, Κορώνη, (..) ἐκδόσεις, 2013.
  99. Μάρβιν Παυλίνα, Ἱστορίες ἀπ ’ ὅλο τὸν κόσμο μου, Ἀθήνα, Κίχλη, 2017.
  100. Μαρινούδη Θεοδοσία, Τὰ καρφιὰ ἀπὸ μέσα, Θεσ/νίκη, Ἔνεκεν, 2015.
  101. Μαρτιναίου Κατερίνα, Θλίψη τοῦ θέρους, Ἀθήνα, Ἰδεόγραμμα, 2015.
  102. Μαρτίνης Σωκράτης, Μικρὸ μπρούντζινο χέρι, Ἀθήνα, Φαρφουλᾶς, 2010.
    • Βορράς-North, αὐτοέκδ., χ.τ.ἐ., χ.χ. [2013;].
  103. Μαρτίνης Χρῆστος, Τὸ ξένο φῶς, Ἀθήνα, Ὑποκείμενο, 2017.
  104. Μαστοράκη Ἀνδρονίκη, Ἀλφαβητάριο, Ἀθήνα, Ἑκάτη, 2013.
  105. Μαυρομμάτη Εὔη, Ὄχι τὰ λόγια, Ἀθήνα, Ροές, 2018.
  106. Μελετίου Μιχάλης Δ., Ἕνα κενὸ γεμάτο, Καλύβια, ΑΩ, 2016.
  107. Μελισσᾶς Κωνσταντίνος, Ἀθῶες λογοκλοπές, Θεσ/νίκη, Σαιξπηρικόν, 2013.
  108. Μηλιᾶς Ἀλέξανδρος, Στὴν ἀψίδα τῶν νεκρῶν θριάμβων, Ἀθήνα, Πατάκης, 2014.
  109. Μιτσοτάκη Ρουμπίνη, Ἰσορροπίες, Ἀθήνα, Ἑκάτη, 2016.
  110. Μιχαηλίδης Τάσος, Σπαράγματα προσώπων, Ἀθήνα, Manifesto,
  111. Μιχαλόπουλος Χάρης, Δὲν ἔρχονται, Ἀθήνα, Μανδραγόρας, 2015.
  112. Μουσελιμίδου Ἰωάννα, Ἀνοίκειος νόστος, Ἀθήνα, Ἰωλκός 2011.
  113. Μπένος Πέτρος, Πόετρυ ατ λαστ, Ἀθήνα, Βακχικόν, 2018.
  114. Μπόμπορης Λάμπρος, Αffectus, Γάτα, 2011.
    • Ἡ ἀλγεινὴ θρέψη τοῦ λύκου, Ἀθήνα, Γαβριηλίδης, 2014.
  115. Μπουρδάκης Σταῦρος, Θρῆνοι καὶ μύθοι, Ἀθήνα, Ὄστρια, 2017.
  116. Μπουρλῆς Γιῶργος, Φλέβα ποὺ σπάει, Ἀθήνα, Ἐξάρχεια, 2013.
  117. Μουζάκης Δημήτριος, Βρουξιστής, Ἀθήνα, Σιδόντας, 2011.
    • Αὐτάρεσκη σιωπή, Ἀθήνα, Ἐνδυμίων, 2009.
    • Βαβυλώνα, Ἀθήνα, Ποιήματα τῶν φίλων, 2013.
  118. Ναοὺμ Χαρά, Ἄγρυπνες ἀντιλόπες, Ἀθήνα, Μανδραγόρας, 2013.
    • Τὰ βράδια πίσω ἀπ ‘τὰ πουλιά, Ἀθήνα, Μανδραγόρας, 2015.
  119. Νασιόπουλος Ὀδυσσέας, Ματαιοπονία, Βόλος, Ἤρα ἐκδοτική, 2012.
    • Πάλη γιὰ ἥλιο, Θεσ/νίκη, Πηγή, 2016.
  120. Νησίδης Νικόλας, Θάλασσα στὸ διηνεκές, Ἀθήνα, Πλανόδιον, 2009.
  121. Νιαμονητός Νικόλας, Κυνήγα τὴ νύχτα μέχρι νὰ γίνεις φλογερὴ ὕπαρξη, Ἀθήνα, Ἑκάτη, 2014.
  122. Νικήτας Ζαφείρης, Τὰ νερὰ τοῦ μετανάστη, Ἀθήνα, Μελάνι, 2015.
  123. Νικολαΐδης Παναγιώτης, Σὰν ἴαμβος καθρέφτης, Ἀθήνα, Πλανόδιον, 2009.
    • Ξενιτεύομαι μ ’ ἕνα φωνῆεν, Ἀθήνα, Πλανόδιον, 2012.
    • Οἰνοποίηση. 66 χαϊκοὺ γιὰ τὸ κρασὶν τζαὶ τὴν ποίησην, Λευκωσία, ἰδιωτ. ἔκδοση. 2014.
    • Παραλογή. Ποιήματα, Ἀθήνα, Gutenberg, 2015.
    • Μιὰ στὸ λευκὸ καὶ δυὸ στὸ μαῦρο, Λάρισα, Θράκα, 2017 [Μαζὶ μὲ Παπαδόπουλο Μιχάλη].
    • Ἡ νύφη τοῦ Ἰούλη, Ἀθήνα, Σμίλη, 2019.
  124. Νικολαΐδης Χαρίλαος, Χίλιες λέξεις γιὰ ἕνα μοτίβο, Ἀθήνα, Παρασκήνιο, 2013.
  125. Νικολόπουλος Κωνσταντίνος, Βουβὴ συνοδεία, Θεσ/νίκη, Σαιξπηρικόν, 2014.
  126. Ξηρογιάννη ‘Ασημίνα, Ἐποχή μου εἶναι ἡ ποίηση, Ἀθήνα, Γαβριηλίδης, 2013.
  127. Ὀρφανουδάκης Μάνος, Ὑπόγεια κόρη, Ἀθήνα, Μετρονόμος, 2017.
  128. Παγκάκης Λάμπρος, Πέντε κενὲς παῦλες τοῦ παιχνιδιοῦ τῆς κρεμάλας, Ἀθήνα, Σ. Ι. Ζαχαρόπουλος, 2014.
  129. Παναγιώτου Εὐτυχία, Μαύρη Μωραλίνα, Ἀθήνα, Κέδρος, 2010
    • μέγας κηπουρός, Ἀθήνα, Κοινωνία τῶν (δε)κάτων, 2007.
    • Χορευτές, Ἀθήνα, Κέδρος, 2014.
  130. Πανόπουλος Λεωνίδας, Ἀστικὰ λήμματα, Πάτρα, Anima libri, 2017 [μαζὶ με Σωτήρη Λυκουργιώτη].
  131. Παπαδόπουλος Θεοχάρης, Ζηλεύω τὰ βράχια, Ἀθήνα, Μανδραγόρας, 2018.
  132. Παπαγεωργίου Κων/νος, Οἱ πέντε ἐποχές, Ἀθήνα, Μελάνι, 2012.
    • Ὑπερκαινοφανής, Ἀθήνα, Μελάνι, 2017.
  133. Παπαδάκη Νάνα, Γυναῖκες τῆς Ὀδύσσειας, Ἀθήνα, Μελάνι, 2016.
  134. Παπαδάκης Γιῶργος Πολ., Νέα Ἀτραπός, Ἀθήνα, Δίφρος, 2014.
  135. Παπαντωνίου Ἄλκης, Ὠμέγα Ἄλφα, Ἀθήνα, Ἰωλκός, 2014.
  136. Παπαστεργίου Θωμᾶς, Μικρὴ λειτουργία τῆς ἄνοιξης, Βέροια, Ars poetica, 2014.
  137. Παππᾶς Ἠλίας Θ., Οἱ ἀρνήσεις μιᾶς ἡμέρας, Ἀθήνα, Στοχαστής, 2013.
  138. Πετράκης Γιάννης, Ἔρημος, Ἀθήνα, Γαβριηλίδης, 2013.
  139. Πολυγένη Ἕλενα, Ἡ θλίψη μου εἶναι μιὰ γυναίκα, Κορώνη, (..) ἐκδόσεις, 2012.
    • Ἡ χώρα τῶν παράξενων πραγμάτων, Θεσ/νίκη, Τὸ κεντρί, 2014.
    • Τὰ δευτερόλεπτα τῶν ζωντανῶν στιγμῶν, Ἀθήνα, Γαβριηλίδης, 2017.
  140. Πρεβεδουράκης Γιῶργος, στιγμιόγραφο, Ἀθήνα, Πλανόδιον, 2011.
    • Χαρτάκια, Θεσ/νίκη, Πανοπτικόν, 2016.
  141. Ράζου Ἔστα, Στὸν ἔρωτα παίρνεις σχήματα. Ποίηση καὶ χαϊκού, Ἀθήνα, Πρώτη Γραφή/Γαβριηλίδης, 2015.
  142. Ρακόπουλος Θοδωρῆς, Φαγιούμ, Ἀθήνα, Μανδραγόρας, 2010.
  143. Ράμμης Παναγιώτης, Βραδινὴ πορεία, Ἀθήνα, Πλανόδιον, 2007.
  144. Σενδουκᾶς Φώτης, Ἔκλειψη ὑποκειμένου, Θεσ/νίκη, Ἀκυβέρνητες πολιτεῖες, 2016.
  145. Σίγμα Ἰάσονας, Ἔλλιπον. Τὰ χίλια καὶ ἕνα πρόσωπα τοῦ θανάτου, Λάρισα, Θράκα, 2018.
  146. Σιώζιου Δανάη, Χρήσιμα παιδικὰ παιχνίδια, Ἀθήνα, Άντίποδες, 2016.
  147. Σκουφῆ Κωνσταντίνα, Συγχορδία συγγνώμης, Ἀθήνα, Γαβριηλίδης, 2015.
    • Ὁμαιμοσύνη, Ἀθήνα, Ἑκάτη, 2017.
  148. Σκυθιώτης Πέτρος, Συνθήκη ἰσορροπίας, Λάρισα, Θράκα, 2014.
    • Οἱ ἀκαδημαϊκὲς σημειώσεις τοῦ Ἴαν Μάρκεβιτς, Λάρισα, Θράκα, 2018.
  149. Σμυρίλλη Ἀντωνίνη, Βλέπω ἀκόμα παιδικά, Λάρισα, Θράκα, 2017.
  150. Στεργιόπουλος Γιώργος Χ., Ἡ Διάβολος, Ἀθήνα, Ἐκδόσεις τῶν φίλων, 2011.
  151. Στίγκας Γιάννης, Ἰσόπαλο τραῦμα, Ἀθήνα, Κέδρος, 2009.
    • Ἡ ὅραση θ ‘ἀρχίσει ξανά, Ἀθήνα, Κέδρος, 2006.
    • Ὁ δρόμος μέχρι τὸ περίπτερο, Ἀθήνα, Μικρὴ Ἄρκτος, 2012.
    • Βλέπω τὸν κύβο Ρούμπικ φαγωμένο, Ἀθήνα, Μικρὴ Ἄρκτος, 2014.
    • Ἐξυπερὺ σημαίνει χάνομαι, Ἀθήνα, Μικρὴ Ἄρκτος, 2017.
  152. Στενὸς Δημήτρης, Λείψανα φόβου, Ἀθήνα, Ὁδὸς Πανός, 2013.
  153. Συφιλτζόγλου Κυριάκος, Ἕκαστος ἐφ ‘ὧ ἐτάφη, Ἀθήνα, Γαβριηλίδης, 2007 [2Θράκα, 2017].
    • Μισὲς ἀλήθειες, Ἀθήνα, Μελάνι, 2012.
    • Δραμάιλο, Ἀθήνα, Ἀντίποδες, 2018.
  154. Τρεκλίδης Μάξιμος, Ἐωθινὰ βὰλς ἑνὸς μόνου, Ἀθήνα, Γαβριηλίδης, 2016.
  155. Τσακίρης Συμεών, Αὐτοβιογραφία ἑνὸς βρέφους, Ἀθήνα, Γαβριηλίδης, 2015.
  156. Τσαλαπάτης Θωμᾶς, Ἄλμπα, Ἀθήνα, Ἑκάτη, 2015.
  157. Τσαμαντάκης Γιάννης, Τὰ πέρα πλάσματα, Ἀθήνα, Ἑκάτη, 2016.
  158. Τσίρκας Ἰωάννης, Σκυλοτροφή, Ἀθήνα, Γαβριηλίδης, 2011.
  159. Τσότσου Ἑρμοφίλη, Ὧρες ἀνησυχίας, Ἀθήνα, Σμίλη, 2018.
  160. Τιμοθέου Ἀντρέας, Γιὰ μιὰ στιγμὴ καὶ μιὰ αἰωνιότητα, Λεμεσός, Ἀναζητήσεις, 2011.
  161. Φαντριδάκη Δάφνη, Ἀκίδες, Ἀθήνα, Μανδραγόρας, 2015.
  162. Φίλντισης Νίκος, Τὸ παραβάν, Ἀθήνα, Ὁδὸς Πανός, 2012.
    • Ὑδράργυρος, Ἀθήνα, Ὁδὸς Πανός, 2016.
  163. Φρατζέτης Νίκος, Ὑπακοή, Ἀθήνα, Ἄπαρσις, 2012.
    • Τὸ τρένο καὶ ὁ Φῶκνερ, Ἀθήνα, Κίχλη, 2018.
  164. Φυτιλῆ Λίνα, Μυθικὴ μέρα, Ἀθήνα, Ἐνδυμίων, 2014.
  165. Χαβάτζας Ἕλενος, Ἡλιοτρόπια μὲ τὶς πλάτες στὸν τοῖχο, Ἀθήνα, Ὁμήγυρις, 2013.
  166. Χαβρεδάκη Εἰρήνη, Ἀντίποδες, Ἀθήνα, Ἰωλκός, 2013.
    • Τὸ αἰώνιο τώρα, Ἀθήνα, Ἰωλκός, 2016.
  167. Χαζίρογλου Λεωνίδας, Κήπος τῶν θαυμάτων, Ἀθήνα, Ἄπαρσις, 2014.
  168. Χαμάλης Ἀναστάσιος, Τὰ λογογράμματα τῆς ἀλήθειας, Λευκωσία, Αἰγαῖον, 2012.
  169. Χατζηϊωαννίδου Κυριακή, Στὸν ἄλφα τοῦ Κενταύρου, Ἀθήνα, Γαβριηλίδης, 2014.
  170. Χριστοδουλίδης Πασχάλης, Ποιήματα, Ἀθήνα, Πλανόδιον, 2005.
    • Σὲ τούτη τὴ χώρα, Ἀθήνα, Σμίλη, 2018.
  171. Χρυσικόπουλος Νίκος, Λονδίνο, Ἀθήνα, Μικρὴ Ἄρκτος, 2019.
  172. Ψάλτης Ἀντώνης, Βασίλειο γιὰ ἕνα μολύβι, Ἀθήνα, Κέδρος, 2017.
  173. Ψαρρᾶς Χάρης, Gloria in Exclesis, Ἀθήνα, Κέδρος, 2017.

resize (4)

 

Αλέξανδρος Κορδάς: Για τις ποιητικές εκδηλώσεις

imagmicr

του ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΚΟΡΔΑ

Οι ποιητικές εκδηλώσεις των ημερών μας, οι οποίες συνοδεύονται και από μουσική, καταλήγουν κατά κανόνα σε μνημειώδεις αποτυχίες. Αυτό συμβαίνει γιατί τις περισσότερες φορές δεν έχει προηγηθεί καμία προετοιμασία, με αποτέλεσμα το μουσικό μέλος να μην συμβαδίζει με το ποιητικό και το μήνυμα να μη βρίσκει τελικά τον αποδέκτη του. Η ποίηση είναι μια τέχνη που αποσκοπεί στο να κεντρίσει τη σκέψη και το συναίσθημα του ακροατή της, απαιτεί λοιπόν την τέλεια συγκέντρωσή του ~ δεν μπορεί και δεν πρέπει να γίνεται το χαλί για οποιαδήποτε μουσική φράση, αλλά μάλλον το αντίθετο πρέπει να συμβαίνει, η μουσική πρέπει να υποτάσσεται στην ποίηση, για να επιτευχθεί αυτό όμως απαιτείται κοπιώδης προεργασία, ειδάλλως είναι προτιμότερο να γίνεται μια απλή ανάγνωση του κειμένου χωρίς τη συνοδεία μουσικής. Οι ποιητικές εκδηλώσεις εν γένει, πάσχουν ακριβώς απ’ αυτό: αδιαφορούν εντελώς για το κοινό τους! Στοχεύουν ως επί το πλείστον στη ναρκισσιστική προβολή των συμμετεχόντων τους και στην ανταλλαγή κούφιων φιλοφρονήσεων μετά το πέρας της βραδιάς. Αν το κοινό ήταν πεπαιδευμένο θα γιουχάιζε άγρια αυτούς τους μασκαράδες, που τους κοροϊδεύουν μες τα μούτρα του, αντ’ αυτού τους χειροκροτεί επιτείνοντας με αυτό τον τρόπο την πνευματική τους εξαχρείωση. Όσοι έχουν παραβρεθεί σε αρκετές εκδηλώσεις αυτού του είδους θα έχουν διαπιστώσει ότι ανάμεσα στους απαγγέλοντες υπάρχει πάντα, τουλάχιστον μία βαριά ψυχιατρική περίπτωση, κι από κει και πέρα το πράγμα παρουσιάζει μια διακύμανση, η οποία όμως δεν φτάνει σχεδόν ποτέ στα όρια του φυσιολογικού. Ευτυχώς που υπάρχουν και λίγοι φωτισμένοι άνθρωποι που ανεβάζουν κάπως τον μέσο όρο με την αξιοπρεπή παρουσία τους, η κατανομή ωστόσο παραμένει ασύμμετρη. Λύση στο πρόβλημα αυτό θα μπορέσει να δοθεί όταν οι καλλιτέχνες αρχίσουν να ενδιαφέρονται περισσότερο για το κοινό τους, για το πως θέλουν να το κάνουν να αισθανθεί με το έργο τους και την παρουσίασή του. Γιατί όπως εύστοχα σημειώνει και ο Άλαν Μουρ «το κοινό δεν ξέρει τι θέλει, αν ήξερε τι θέλει δεν θα ήταν το κοινό, θα ήταν ο καλλιτέχνης».

Αλέξανδρος Κορδάς: Στον ορίζοντα της τήξης

557630_4114779500877_2021037900_n

του ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΚΟΡΔΑ

Πριν δύο χρόνια κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Λυκόφως η Τήξη του Ερέβους, ένα βιβλίο ποίησης, το πρώτο που μας δίνει ο ποιητής Χρήστος Κατρούτσος. Αρχικά λοιπόν, μιλούμε για μια προσπάθεια, άλλοτε επιτυχημένη, άλλοτε λιγότερο επιτυχημένη, αλλά πάντως για μια προσπάθεια που αξίζει της προσοχής μας. Ένα πρώτο ερώτημα τίθεται ήδη εδώ, γιατί η Τήξη του Ερέβους αξίζει την προσοχή μας; Το ερώτημα αυτό είναι οδηγητικό, κι έτσι θα καταπιαστούμε μαζί του κατά το μήκος του κειμένου, με σκοπό να το διαλευκάνουμε, αν όχι να το απαντήσουμε.

Ο τίτλος ενός βιβλίου είναι κάτι απ’ το οποίο οι άνθρωποι συνηθίζουν να πιάνονται με σκοπό να πάρουν μια πρώτη ιδέα γι’ αυτό, μια πρώτη γεύση, όπως λέμε. Ο τίτλος του βιβλίου που συζητούμε μοιάζει, απ’ αυτή τη ματιά, σκοτεινός: τι θα πει δηλαδή «τήξη του Ερέβους»; Ανατρέχοντας στη θεωρία, θυμίζω στον εαυτό μου, και σ’ εσάς, ότι τήξη είναι μια φυσική διαδικασία κατά την οποία ένα στέρεο υλικό μετατρέπεται σε υγρό. Αυτή η διευκρίνηση δυσκολεύει ακόμη περισσότερο τα πράγματα αφού αυτό το οποίο τήκεται είναι το Έρεβος, μια οντότητα κατ’ εξοχήν ποιητική. Ο Ησίοδος, που θα πρέπει πάντοτε να παίρνουμε τη γνώμη του σε τέτοια ζητήματα μας βεβαιώνει ότι το Έρεβος προήλθε από το σμίξιμο του Χάους και της Γαίας και έχει αδελφή του τη Νύχτα. Περιμένουμε λοιπόν ότι μ’ ένα τέτοιο συγγενολόι, το Έρεβος θα πρέπει να ’ναι κάτι αρκετά συγκεχυμένο, κάτι τι, ας πούμε, το άμορφο. Όμως το άμορφο, γινόμενο ρευστό, αποκτά μορφή, είναι πλέον κάτι. Διαβάζοντας την Τήξη του Ερέβους, ένας χείμαρρος λέξεων, πολλές φορές δυσνόητων, μας παρασύρει στις περιδινήσεις του, έτσι που δυσκολευόμαστε να βγάλουμε ένα συμπέρασμα για το τι ακριβώς συμβαίνει.

Στο σημείο αυτό, το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να πάρουμε μια απόσταση, και να σταθούμε κριτικά. Να πούμε τι δεν μας αρέσει, κι αφού ταχτοποιήσουμε λίγο αυτό, ίσως να μπορέσουμε ν’ ανακαλύψουμε και τι μας αρέσει, μένοντας έτσι πιστοί στο οδηγητικό μας ερώτημα, που σας υπενθυμίζω ότι ήταν, γιατί η Τήξη του Ερέβους αξίζει την προσοχή μας. Ξεδιπλώνεται λοιπόν, μπροστά μας μια σειρά από προβλήματα, που μας εμποδίζουν να τοποθετήσουμε το βιβλίο στο σωστό του ράφι μέσα στη βιβλιοθήκη του μυαλού μας. Μια πρώτη παρατήρηση, που θα έκανε ένας προσεχτικός αναγνώστης, είναι ότι το βιβλίο δεν έχει υποστεί επιμέλεια: θαυμαστικά και αποσιωπητικά είναι διάσπαρτα παντού, αρκετά ποιήματα είναι μεγαλύτερα απ’ όσο θα έπρεπε, ενώ συχνά βλέπουμε λέξεις βαρύγδουπες και ακατάλληλους συνδυασμούς λέξεων. Όλο αυτό το σκηνικό μας προκαλεί μια κάποια δυσφορία, έτσι που λέμε, τι συμβαίνει λοιπόν εδώ; Περί τίνος πρόκειται; Την εικόνα αυτή επιδεινώνουν κάποια αφηρημένα, αντιποιητικά σχήματα, και κάποιοι ρηχοί συναισθηματισμοί.

Αυτό το πρώτο βραχυκύκλωμα θα πρέπει κανείς να το υπερβεί – δεν είναι υποχρεωτικό βέβαια, μπορεί να πει: εγώ θέλω ένα κείμενο που δεν θα πέφτει λέξη, που κάθε κόμμα θα είναι στη θέση του. Αν κάνουμε όμως ένα βήμα πέρα από τη λογική αυτού που σέρνεται πίσω από κόμματα, θα δούμε κάποιον που προσπαθεί εναγωνίως να φτιάξει την ιδιόλεκτο του, παλεύοντας με το χαρτί. Διότι το χαρτί παρουσιάζει την τάση να θέλει να παραμείνει χαρτί• με όμοιο τρόπο, το ποίημα θέλει να παραμείνει στο χαρτί. Το ποίημα θέλει; πόσο συχνά οι λέξεις μας ξεγελούν; Το ποίημα δεν θέλει, είναι, για την ακρίβεια είναι στο χαρτί. Εκείνος που θέλει είναι ο ποιητής, και αυτό που θέλει είναι να κατοικεί και να κατοικείται από τη γλώσσα, δηλαδή να διαλέγεται: «γιατί μπορεί και μια τελεία/ για να γλυτώσει αφορισμούς που την πληγώνουν/ να κυλιστεί σε καταφύγιο διαλόγου», απόσπασμα από το ποίημα «Σαν άκουσες σημεία των καιρών», όπου γίνεται ένας εύστοχος συγκερασμός ποίησης και σημειωτικής. Ενώ σε επόμενη σελίδα ο ποιητής παλεύοντας ανάμεσα στις παύλες ενός διαλόγου, θα μας πει: «κι ας ζω μες στα χαμηλοτάβανα,/ μα τώρα, έτοιμος να συνθλιβώ,/ μοιάζει η οροφή να χαμηλώνει,/ η μία παύλα να συμπίπτει με την άλλη/ -Ρε μήπως και μονολογώ;/ Μίλα μου κι όρθιος πάλι να σταθώ, πες μου μια Καλημέρα» («Καταφύγιο διαλόγου»). Αυτή η αγωνία για διάλογο, που είναι ακριβώς τόσο μεγάλη όσο η έλλειψή του, μεγαλώνει διαρκώς, καθώς φυσά και ρήμα συναιρείται (…) «σα λόγος συρρικνώνεται μες σε καιρούς πολυγλωσσίας,/ καιρούς που οι ανάσες είναι μετρημένες/ και δεν αποθησαύρισα ούτε μια φυσαλίδα οξυγόνου./ Λίγο κρυμμένο άνεμο που είχα τον παρέδωσα/ σ’ ένα φιλί να παρασύρει τα λόγια τα ξερά/ στα στεγνωμένα μας πνευμόνια/ και μοιάζουμε μπαλόνια άδεια πια/ καθώς απέδρασε το παιδικό μας όνειρο στο μύθο».

Το παραπάνω απόσπασμα από το ποίημα «Μέδουσες και αχινοί», μας θυμίζει αυτή την αρχαϊκή εικόνα της Βαβυλωνίας των γλωσσών, για την οποία μας μιλάει η Βίβλος. Αυτό το αρχέγονο πρόβλημα συνεννόησης μεταξύ των ανθρώπων, έχει παγιοποιηθεί, σχεδόν συστηματοποιηθεί στους δυο αιώνες μαζοποιήσης, ανάμεσα στους οποίους έλαχε να βρεθούμε. «Σ’ αυτή την πυρκαγιά/ Αιώνες τρεις χιλιάδες έλιωσαν/ από σπινθήρα λόγου ξύλινου/ στη νύχτα των κρυστάλλινων ελάτων./ Ρωτώ: τη στάχτη αυτή ποιος θα την κάνει σαπούνι της αηδίας, και παρακάτω: Τι πνιγεροί καιροί/ σα Μέλλον γέμει ενοχών/ και άμποτη κατοπινά με τρικυμία των ενόχων» (από το ποίημα «Στα έλατα δακρύων»). Εδώ ο Κατρούτσος βάζει κυριολεκτικά σ’ ένα τσουβάλι όλες τις πληγές του 20ου αιώνα, τις εκκαθαρίσεις των Ναζί, την προπαγάνδα, τη δική τους και των υπολοίπων, τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, που τα ονόματα τους ηχούν σαν συμπυκνώσεις στο χώρο του κακού. Το ερώτημα που απηχεί στο συγκεκριμένο ποίημα, είναι εκείνο του Hölderlin, που μετά τον Celan είμαστε καταδικασμένοι να επαναλαμβάνουμε: προς τι να είσαι ποιητής σε σκοτεινούς καιρούς; Δόξα τω Θεώ το ερώτημα απαντάται από μόνο του, στο βαθμό που συνεχίζεται να γράφεται ποίηση. Αλλά ακριβώς σε αυτό συνίσταται η πάλη του ποιητή με το χαρτί, διότι η συνείδηση του ανθρώπου δεν μπορεί να αποδεχτεί ότι το ποίημα θα παραμείνει ένα αξεδιάλυτο υπόλειμμα λόγου εγγεγραμμένο στο χαρτί κι ως εκ τούτου δεν θα έχει καμία δύναμη μπροστά στη φρίκη που έρχεται από τα έξω.

Αυτό που προτείνει μετ’ επιτάσεως ο Κατρούτσος, τόσο στην Τήξη του Ερέβους, όσο και στα θεωρητικά κείμενα που την ακολούθησαν, είναι μια προσπάθεια διάσωσης της ετερότητας. Πρόταση που δεν την εισηγείται βέβαια ο ίδιος, αλλά που είναι πόρισμα των συζητήσεων που προέκυψαν στην Ευρώπη στα μεταπολεμικά χρόνια, και που στην πατρίδα μας ήρθε μέσα απ’ τα γραπτά των λεγόμενων νεο-ορθοδόξων. Αυτή η σχολή σκέψης έχει επηρεάσει αρκετά το φίλο μας, τόσο, ώστε τόπους τόπους βλέπουμε να υιοθετεί την προβληματική της. Το ζητούμενο είναι, να βρεθεί μια έξοδος από το εγώ στο Άλλο, όπου Άλλο εννοούμε, οτιδήποτε πέραν του εγώ, χωρίς όμως ν’ ακυρώνεται η προσωπική ετερότητα.

Γυρνώντας πάλι απ’ τη δουλειά

μετά το μεροκάματο της άνεργής μου σκέψης,
κλειδιά να ψάχνω που συνέλεγα,
για σπίτι, τ’ αυτοκίνητο, της αγωνίας το ερμάρι.
Τις οδοντώσεις όλες είχα μάθει
μη φτιάξω ένα κλειδί που όλα να τ’ ανοίγει,
το ναι μου ξεκλειδώνοντας,
γιατί το όχι μου ακούστηκε
με σθένος στις καρδιές του ξημερώματος
από λαρύγγι που διαλάμπει πόνος και σιωπή,
μήπως και προσληφθώ σαν έσχατος
στην τήξη του ερέβους.

Το ποίημα αυτό, που το θεωρώ το καλύτερο της συλλογής, μας παρουσιάζει κάτι συγκεκριμένο, έναν άνθρωπο άνεργο, που γυρίζει στο σπίτι του νωρίς το πρωί. Το τι έχει προηγηθεί δεν το ξέρουμε, όπως δεν ξέρουμε και το τι έπεται. Αυτό που γνωρίζουμε είναι ότι ο άνθρωπος αυτός επιστρέφει στο σπίτι του χωρίς να έχει το νου του την εργασία του, ακριβώς επειδή δεν έχει εργασία. Τη στιγμή που γυρίζει το κλειδί της πόρτας, ζυγίζει μέσα του το βάρος της υπαρξιακής αγωνίας. Αυτό που αποφασίζει είναι να σταθεί με ελπίδα μπροστά στο κενό που τον ζυγώνει. Η εναγώνια κραυγή του γίνεται ακουστή απ’ όλες τις καρδιές του ξημερώματος, όλους τους ανθρώπους δηλαδή που όμοια μ’ εκείνον, ζυγίζουν την αγωνία μέσα τους, μόνο και μόνο για να την υπερβούν. Ένα βίωμα μυστικό, που απλώνεται σε κύκλους γύρω από τον άνθρωπο που το εκφράζει, τον άνθρωπο που τυχαίνει να είναι ποιητής. Κι αυτό είναι διπλή ατυχία για κάποιον που θέλει να είναι συνεπής, αφού θα πρέπει διαρκώς να παλεύει ανάμεσα στο όνειρο και στην πραγματικότητα. Την πάλη αυτή ο Χρήστος Κατρούτσος την πραγματεύεται και στο ποίημα «Μετέωρη γραφή»:

Επέστρεψα στη Γη καθώς η σκέψη βάρυνε
και γυμνητεύοντας σε κόσμο πιο πυκνό,
η μνήμη εξερράΓη του άγνωστου πλανήτη,
βρισκόμενος μετέωρα κομμάτια πια να ψυθιρίζουνε
χωρίς βαρύτητα καμιά πατρίδα.
Βαρύτητα δεν έχεις σαν κυνηγάς το όνειρο
και ύπνο βιάζεις στη διαδρομή ως άγρυπνος
σα μάζευες ξερόκλαδα στου άστρου σου τη θράκα
μη σβήσουν προσμονές που σιγοκαίγανε.
Στη διαδρομή που όρθιος πρέπει να σταθείς
ξεχνάς το εισιτήριο να χτυπήσεις,
στην τράπεζα που την αγνή σου πρόθεση τοκίζει
ξεχνάς τη στάση, κοιτάζοντας με τα μισόκλειστα σου μάτια
ημιλιπόθυμα τα κτήρια όπου έσυραν σαν άχρηστο ερμάρι,
ονειροπόλων δώματα, ψηφίδες ουρανού αφήνοντας και πάλι.

Ζούμε σ’ έναν αιώνα όπου τα όνειρα των επίγειων παραδείσων βαδίζουν πίσω μας, καμιά πατρίδα δεν φαίνεται να έχει βαρύτητα. Οι τράπεζες μάς δεσμεύουν τα όνειρα που χτίσαμε σε μια εποχή ευμάρειας. Μέσα απ’ τους τάφους τους ορισμένοι ψελλίζουν ευχολόγια, άλλοι υπόσχονται να μας φέρουν πίσω αυτά που απωλέσθηκαν, δημοκόποι αισχροί, στηρίζονται σε μια ελπίδα στερημένη από αλήθεια, δηλαδή ακριβώς σ’ ένα ψέμα. Χρέος του ποιητή σ’ ένα τέτοιο κόσμο είναι να γυμνητεύει, όπως ο γέρο-Ηράκλειτος, να γυρίζει ανάμεσα στα παιδιά, να θίγει τα κακώς κείμενα, κρατώντας στη φουχτίτσα του τα ψήγματα των ουρανών, που διέσωσε απ’ την κρίση. Χρέος του ποιητή είναι ν’ ανέχεται τις πτώσεις ώστε μετά πιο δυνατός να μιλά για τ’ άρρητα ρήματα της πραγματικής ελπίδας που βρίσκεται στο πέραν: «Κι ας σκοντάψει τ’ όνειρο/ στην ξηρασία που ’σπειρε η πείρα./ Ας πέσω να ματώσω αγκώνες, γόνατα/ σαν το οδηγώ αφού, γνωρίζω πια,/ παιδί μπορεί και πτήση να φυλά/ και πτώση να ανέχεται…» («Ν’ ανεχτείς την πτώση»).

Νομίζω ότι είναι πλέον εμφανές ότι το έργο για το οποίο μιλούμε, πέρα από τα όποια ελαττώματα και τις αστοχίες του, έχει ένα σπάνιο πλεονέκτημα, εγείρει το ερωτάν. Διότι ο ρόλος του ποιητή, όπως και του φιλοσόφου δεν είναι απλώς να ερμηνεύει τον κόσμο μέσα από εικόνες, αλλά ν’ ανασκαλεύει ερωτήματα. Κι ο ρόλος αυτός έχει πρωτεύουσα κοινωνική σημασία, εφόσον διεγείρει το υποκείμενο ν’ αναστοχαστεί θέσεις και στάσεις που αποδέχεται άκριτα. Αν αντίθετα ο ποιητής ή ο φιλόσοφος τροφοδοτεί με το έργο του τις αγκυλώσεις του υποκειμένου, το εγκαταλείπει έρμαιο στο υπαρξιακό του τέλμα. Στο βαθμό λοιπόν που ο ποιητής δεν δίνει έτοιμες απαντήσεις, συνεργεί σε αυτό που αποκαλούμε Τήξη του Ερέβους, διάλυση της σκοτεινιάς που τυλίγει το υποκείμενο. Τη δική του μερίδα αυτού του εγχειρήματος ο Χρήστος Κατρούτσος φαίνεται διατεθειμένος να την αναλάβει. Την Τήξη του Ερέβους ακολούθησαν οι δημοσιεύσεις μερικών λεπτοδουλεμένων ποιημάτων και δοκιμίων με έντονο φιλοσοφικό ενδιαφέρον. Το corpus αυτό συνιστά τον ορίζοντα της Τήξης, την ελπίδα ότι μέσα απ’ όλα αυτά κάτι θ’ αναδυθεί.

Ενδεικτική βιβλιογραφία για τον Χρήστο Κατρούτσο

Έντυπη:

Ποίηση, Μανδραγόρας, τεύχος 51,
Κουκούτσι, τεύχος 10

Ηλεκτρονική:

Ποίηση, Ανυπέρβλητο, Μαστίγιο και Μάστιγα, το παιδί της στείρας:
http://poema.gr/poem.php?id=545

Η μοναξιά μου έλος, Οι πιγκουίνοι, Ευλογία αφασίας:
http://frear.gr/?p=4595

Δοκίμιο, Φιλοσοφία και Τέχνη στη γραμμική αντίληψη:
http://poema.gr/dokimio.php?id=388&pid=

Το Πολυτεχνείο Ψυχορραγεί: http://frear.gr/?p=8854

Η δόμηση του χώρου (δομή στο χώρο και διάπλαση του ανθρώπινου χαρακτήρα στην προνεωτερική εποχή): http://www.antifono.gr/portal/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B7%CE%B3%CE%BF%CF%81%CE%AF%CE%B5%CF%82/%CF%86%CE%B9%CE%BB%CE%BF%CF%83%CE%BF%CF%86%CE%AF%CE%B1-%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BC%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%AF%CE%B1/%CE%AC%CF%81%CE%B8%CF%81%CE%B1/5079-%CE%B7-%CE%B4%CF%8C%CE%BC%CE%B7%CF%83%CE%B7-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%B1%CE%BD%CE%B8%CF%81%CF%8E%CF%80%CE%BF%CF%85-%CE%B1.html

Κριτική, «Σταγόνες από αγκάθι και κεντρί», σημείωμα της Άγγελας Γαβρίλη για το βιβλίο:
http://www.diavasame.gr/page.aspx?itemID=PPG1388_2041

Στην Τήξη του Ερέβους, σημείωμα του Μανώλη Σιμιτσάκη:
https://www.goodreads.com/review/show/891229348

THXH_EREVOUS_EXO-500x500