Ίππος Υψαύχης

Aussprechen was ist, όπως θα έλεγε ο Μακιαβέλλι

*

του ΙΠΠΟΥ ΥΨΑΥΧΗ

«Ο κυνισμός, στην πραγματικότητα, δεν βρίσκεται στα λόγια του Μακιαβέλλι αλλά σ’ εκείνο που τα λόγια αυτά περιγράφουν» έγραφε το Νοέμβρη του 1934 ο Λεβ Κάμενεφ, ως διευθυντής του σοβιετικού οίκου Academia, στον Πρόλογο για την έκδοση των έργων του μεγάλου Φλωρεντινού. Τι σύμπτωση, αυτό το εκδοτικό γεγονός να αποφασίζεται σε μια μοιραία στιγμή για την ΕΣΣΔ, να εμφανίζεται σαν το «Μαύρο Καράβι» που έτρεμαν πάντα οι θαλασσόλυκοι στις καμπές του διαφεντέματος των θαλασσών.

Ένα μήνα αργότερα, την 1η Δεκεμβρίου 1934 ο Σεργκέι Μιρόνοβιτς Κίροφ, μέλος του Π.Γ. του ΚΚΣΕ, γραμματέας της κομματικής οργάνωσης του Λένινγκραντ έπεφτε νεκρός, δολοφονημένος από το νεαρό Λεονίντ Νικολάγιεφ. Δυο βδομάδες μετά ο Κάμενεφ συλλαμβανόταν. Το Γενάρη του 1935 «ομολογούσε» ότι ήταν συνυπέυθυνος ηθικά και πολιτικά για τη δολοφονία του Κίροφ. Τον Αύγουστο του 1936 ο Κάμενεφ στηνόταν στο απόσπασμα. (περισσότερα…)

Βάλτερ Μπένγιαμιν, Ο καπιταλισμός ως θρησκεία

*
Προλεγόμενα – Μετάφραση ΙΠΠΟΣ ΥΨΑΥΧΗΣ

Θα ήταν καταστροφικό για τη φιλοσοφία αν, με την τόση της αγάπη για την αλήθεια, την εύρισκε εύκολα κιόλας. Γιατί βέβαια η αλήθεια δεν παραδίδεται αμαχητί στην όρεξη της φιλοσοφίας. Δεν απομένει έτσι άλλη λύση για τη φιλοσοφία από το να κυνηγά ακατάπαυστα την αλήθεια. Η επιθυμία της γι αυτήν μετατρέπεται σε εργώδη προσπάθεια. Η θεολογία, αντίθετα, αισθάνεται πιο κοντά στην αλήθεια, στην πιο ουσιώδη –όπως πιστεύει– μορφή της.

Μοναδικό άγχος της θεολογίας ίσως είναι η λησμονιά της αλήθειας της, ιδίως αυτή που επέρχεται από την πρόοδο. Μάλιστα, είναι η διαδικασία της αναπαραγωγής και η γενικευμένη αναπαραγωγιμότητα που επιτείνει το θεολογικό άγχος αφού ιδίως τότε είναι που χάνονται τα ίχνη του Πρωτότυπου. Τι γίνεται όμως αν έχουμε ένα στοχαστή ταυτόχρονα υπέρ της ανάμνησης και υπέρ της αναπαραγωγιμότητας;

Το παρακάτω νεανικό δοκίμιο του Βάλτερ Μπένγιαμιν αποφάσισα να το μεταφράσω αφενός γιατί προβαίνει σε μια θαρραλέα προσέγγιση φιλοσοφίας και θεολογίας και αφετέρου για το ευνόητο του ενδιαφέροντός του.

Φαίνεται από το κείμενο αυτό ότι για τον Μπένγιαμιν η νεωτερικότητα δεν είναι περίοδος παρακμής της θεολογίας όπως ευρέως πιστεύεται αλλά μάλλον μαζικοποίησής της, δημοκρατικής διάχυσής της και διείσδυσής της στη σφαίρα του βέβηλου.

Ένας 29χρονος στοχαστής του 1921 με ωριμότητα 21ου αιώνα γράφει βιαστικά στο σημειωματάριό του και κοιτάζει κατάματα τον Μαρξ, τον Νίτσε, τον Φρόυντ και δεν φοβάται να προειδοποιήσει, όπως στο “Θεολογικο-πολιτικό φραγκμέντο” του ότι «η νέα βέβηλη τάξη θα συγκροτηθεί πάνω στην ιδέα της ευτυχίας».

~.~

(περισσότερα…)

Ίππος Υψαύχης: Θέλουμε ξανά στη σκηνή τον Αρλεκίνο!

AcrobatandYoungHarlequin

 

Ένα από τα θέματα που είχε κατά νου ο Johann Christoph Gottsched, όταν το 1730 δημοσίευσε το έργο του Kritische Dichtkunst, ήταν να καθαρίσει το θεατρικό τοπίο από την επιδερμική, ex tempore, απλοϊκή, πληβειακή φάρσα του ιταλικού θεάτρου, της Commedia γενικώς. Αν και μπροστά του είχε να αντιμετωπίσει τη γερμανική εκδοχή του κεντρικού ήρωά της, την χονδροειδή, αισχρολόγα και μπουφόνικη φιγούρα του Hans Wurst, στο βάθος στόχευε τον λεπτό, ευκίνητο, διφορούμενο, θρυμματισμένο και ευάλωτο Harlequin. (Τι απρέπεια κι αυτή μερικών δημοσιογράφων που χαρακτηρίσαν κάποτε “Αρλεκίνο” τον Μπερλουσκόνι !) Έριξε λοιπόν, παρέα με την ηθοποιό φράου Neuber, το μοιραίο σύνθημα: “Κατεβάστε επιτέλους τον Αρλεκίνο από τη σκηνή!”

Εμπνεόταν ασφαλώς από ευγενή κίνητρα. Στα μάτια του ψηλόκορμου, εύρωστου Πρώσσου όλοι αυτοί οι παρακμιακοί τύποι της Commedia dell’Arte αντιπροσώπευαν στην καλύτερη περίπτωση ένα ανεπίστρεπτο παρελθόν, ενώ στη χειρότερη παρακμιακούς, τυποποιημένους, ρηχά διασκεδαστικούς τύπους, ανάξιους για το πεπρωμένο ενός λαού που επεφύλασσε για τον εαυτό του τον απόλυτο ιστορικό ρόλο. Άξιζε σ’ αυτό το λαό μια κωμωδία αλλά και ένα δράμα σαν του Πλαύτου, του Τερέντιου, των Ελλήνων τραγικών. Ανάγκη πάσα να ανέβει το γούστο του κοινού και να τεθούν στόχοι στους συγγραφείς: (προτεσταντική) σοβαρότητα, (γερμανική) υψιπέτεια, (αγγλική) έμπνευση, κριτικό πνεύμα.

Όχι άλλοι zanni, τέρμα οι burlae, στο βεστιάριο με τη ναφθαλίνη ο Πιερότος (Πεντρολίνο), ταξικό και ηθικό alter ego του Αρλεκίνου, η Κολομπίνα, ο καυχησιάρης Καπιτάνο, ο Πουλτσινέλλα, ο Πανταλόνε, η Ιναμοράτα, ο Τουρλουπέν και οι λοιποί παρδαλοί “παγαπόντηδες”. Με απόφαση του αυτοκράτορα (της Αγίας Ρωμαϊκής) Ιωσήφ Β΄ άπαντες της παρέας αντάλλαξαν το δικαίωμά τους να βγαίνουν ενίοτε απ’ το μπαούλο, σαν ξεχαρβαλωμένοι φασουλήδες, με τον απαράβατο όρο να μην ανοίξουν ποτέ πια το στόμα τους: υποχρεώθηκαν να μετατραπούν στις γνωστές θλιμμένες, βουβές φιγούρες της παντομίμας, καταδικασμένες στην εξοντωτική ποινή της ανοίκειας μορφής. Μοναδικός φιλόξενος και αληθινά χαρούμενος για τους φίλους μου “ευρωπαϊκός” τόπος από το 19ο και μετά οι πανέμορφοι κήποι Τίβολι στην Κοπεγχάγη. Ας είναι!

Οι γραμμές χαράχτηκαν

Το εγχείρημα του Gottsched ήταν ασφαλώς τεράστιο, σημαντικό, “σοβαρά” αμφιλεγόμενο. Το θέατρο πολύ περισσότερο από την ποίηση, τη λογοτεχνία και τις άλλες τέχνες υπολείπεται ως προς την αποσαφήνιση της συμμετοχής του στην υπό διαμόρφωση αστική δημόσια σφαίρα. Η αγωνία, η σπουδή και ο μονοκόματος τρόπος του Gottsched είναι κατανοητά σε μια εποχή που διχάζεται από θρησκευτικές έριδες, ιδεολογικούς σπαραγμούς και οδηγείται σε πολώσεις όπως από ακραίες αντιθεατρικές στάσεις (J.J. Rousseau, θρησκευτικός δογματισμός) έως καθωσπρέπει θεατρόφιλες (Gottsched, Diderot, Lessing,) με τον όρο το θέατρο να καθαρθεί από τους αμαρτωλούς πειρασμούς της φάρσας, των μπουρλέσκ θιάσων και της παρέας του Αρλεκίνου. Ας μην ξεχνάμε, άλλωστε, πόση ήταν η προσπάθεια στην Ευρώπη, με τους Άγγλους να πρωτοπορούν, να βγει το δράμα από τους αριστοκρατικούς κύκλους και να αποδοθεί στα μεσαία αστικά στρώματα. (Κι εδώ με λύπη, για πολλοστή φορά, η διαπίστωση του χάσματος μεταξύ της θεατροκρατούμενης [κατά Παπαϊωάννου] αθηναϊκής δημοκρατίας με την απόλυτη συνάρθρωση δράματος – πολιτών – δημοκρατίας και της θεοκρατούμενης νεωτερικής Δύσης με την απόλυτη αμηχανία απέναντι τόσο στο δράμα όσο και στην κωμωδία).

Κι αν ενδεχομένως δεν έλειψαν απόπειρες διερεύνησης και επαναφοράς στοιχείων του κεντρικού ήρωα της Commedia τουλάχιστον από τον Θερβάντες, τον Μπέκετ, τον Τσάπλιν και πιο πάνω, για μένα, τον Πικάσο, κι αν ο ευρωπαϊκός καθωσπρεπισμός βρίθει από τετριμμένες αναφορές στο όνομά του, η πρόκληση να ανακαλύψουμε (ιδίως από την ελληνική πλευρά) ή να συνεχίσουμε την αναζήτηση αυτού του μυστηριώδη διονυσιακού ανδρόγυνου ταξιδευτή, αλχημιστή, μισού διαβόλου – μισού λυτρωτή είναι πέρα για πέρα παρούσα.

ΙΠΠΟΣ ΥΨΑΥΧΗΣ