Στήλη: Λοξές ματιές (από τον Φώτη Δούσο)

Βιβλία αυτοβοήθειας

του ΦΩΤΗ ΔΟΥΣΟΥ

Παρά την πρωτοφανή άνθηση των βιβλίων αυτοβοήθειας τις τελευταίες δεκαετίες, ελάχιστοι από τους αναγνώστες τους υποπτεύονται ότι τα πρώτα δείγματα του εν λόγω είδους εμφανίστηκαν πολλούς αιώνες πριν. Συγκεκριμένα τον πρώτο και τον δεύτερο αιώνα μ.Χ. Και αναφέρομαι βέβαια στις πραγματείες “Για μια ευτυχισμένη ζωή” του Σενέκα και το Εις Εαυτόν του Μάρκου Αυρήλιου. Ίσως ακούγεται κάπως καταχρηστική η κατάταξη των δύο κλασικών κειμένων στην ποταπή, υβριδική υποκατηγορία που σχηματίζουν τα βιβλία αυτοβοηθείας και προσωπικής βελτίωσης, μιας και στην προκειμένη περίπτωση έχουμε να κάνουμε με έργα φιλοσοφικά, που εντάσσονται οργανικά στο ρεύμα του στωικισμού. Αλλά, αν και αμφότεροι οι Λατίνοι συγγραφείς απέβλεπαν προφανώς σε διαφορετικούς στόχους, ο παραινετικός τόνος που κυριαρχεί στα κείμενά τους και το γενικότερο ύφος νουθεσίας που τα διέπει, μας επιτρέπει να τα δούμε και υπό άλλο πρίσμα.

Σήμερα ο στωικισμός φαντάζει ανοίκειο και ηθικολογικό –σχεδόν πουριτανικό– φιλοσοφικό ρεύμα[1]. Αν και η αιχμή του δόρατος στην κριτική που του ασκείται έχει να κάνει περισσότερο με την πολιτική μετριοπάθεια που υποτίθεται ότι διακηρύσσει. Στα μάτια των επικριτών του και των ιδεoλογικών του αντιπάλων αυτή αγγίζει τα όρια της ολοσχερούς πολιτικής απάθειας.

Οι υποστηρικτές του στωικισμού χλευάζουν μια τέτοια μομφή και μας καλούν να αναλογιστούμε τον πολιτικό ρόλο και τους θώκους των δυο λατίνων εκπροσώπων του. Δεν μπορεί κανείς να προσάψει αδιαφορία για τα κοινά στον Μάρκο Αυρήλιο που υπήρξε αυτοκράτορας ή στον Σενέκα που χρημάτισε πραίτoρας.

Τι έχουν να πουν όμως στον σημερινό άνθρωπο οι νουθεσίες και οι συμβουλές των δύο ανδρών; Για λόγους οικονομίας ας εστιάσουμε εδώ μόνο στο έργο του Μάρκου Αυρήλιου.

Τα Εις Εαυτόν, που ο συγγραφέας έγραψε, καθώς λέγεται, στη σκηνή του, σε διαλείμματα στρατιωτικών επιχειρήσεων, αποτελούν ουσιαστικά μια σπουδή θανάτου. Κατά θαυμαστό όμως τρόπο, το έργο μετατρέπεται σύντομα σε έναν πρακτικό οδηγό χρηστής διαβίωσης. Αποτελεί επίσης με το σύνολο των επιχειρημάτων του, των στοχασμών, των παραινέσεων και των διατυπώσεών του ίσως την πιο εύστοχη απάντηση στη σοφιστεία του Επίκουρου περί ζωής και θανάτου (βλ. όπου υπάρχει ζωή δεν υπάρχει θάνατος και όπου υπάρχει θάνατος δεν υπάρχει ζωή). Άλλωστε ένας οδηγός για το ζην, θα πρέπει μέχρι ένα σημείο να ασχολείται και με τον θάνατο.

Να διευκρινίσουμε κάτι: ο φόβος του θανάτου σε καμία περίπτωση δεν γίνεται οίστρος της ζωής για τον Λατίνο συγγραφέα. Γράφει με ειρωνεία που τσακίζει κόκκαλα: «… και για τη συνουσία ακόμη να σκέφτεσαι ότι είναι εντερίου παράτριψις και μετά τινός σπασμού μυξαρίου έκκρισις». Η απάντησή του στην μαυρίλα που μας περιβάλλει δεν είναι η λαγνεία ή ο αισθησιασμός, ούτε καν ο έρωτας, με τον οποίο, ειρήσθω και παρόδω, δεν ασχολείται σχεδόν καθόλου στο βιβλίο του.

Η ζωή είναι μικρή κατά τον Μάρκο Αυρήλιο. Αυτό δεν παύει να το υπενθυμίζει στον εαυτό του. Κάνει τη διαπίστωση όμως χωρίς πικρία, χωρίς αγανάκτηση ή απελπισία. Αυτό που πρέπει να μας ενδιαφέρει είναι η προσήλωση στα πολύ ουσιαστικά. Λέει κάπου αλλού: «Λίγος καιρός σου απομένει. Να ζεις όπως θα ζούσες σε βουνό». Αυτό που πρεσβεύει είναι η ψυχική καθαρότητα, η απλότητα, η ηρεμία. Ο νους αποκαθαίρεται με αγαθές σκέψεις, καθώς λένε οι Ινδοί.

Η δαιμονοποίηση των παθών, που εισηγείται ο στωικισμός, μας κάνει επιφυλακτικούς στις μέρες μας. Στον αιώνα όπου ο καθένας καλείται να υλοποιήσει τα όνειρά του, να “πετύχει” σε επαγγελματικό, κοινωνικό, προσωπικό επίπεδο (η παρακαταθήκη και η μετάλλαξη του american dream στον υπόλοιπο πλανήτη), πως είναι δυνατόν να τιθασεύσουμε, να εξανδραποδίσουμε, να εκμηδενίσουμε, να αγνοήσουμε τα πάθη; Αφού αυτό που μετράει είναι η μονάδα, το άτομο, ο ένας απέναντι στους πολλούς, ο ιδιώτης. Και το άτομο συνίσταται σύμφωνα με τις τρέχουσες πεποιθήσεις από μια δέσμη επιθυμιών. Από αυτήν συγκροτείται η ταυτότητα του σύγχρονου ανθρώπου. Δεν είσαι αυτό που κάνεις, είσαι αυτό που θέλεις. Και τα θέλω μας αναμφιβόλως έχουν μια σαφή ματεριαλιστική κατεύθυνση.

Από τα βάθη των αιώνων ακούμε την αυστηρή φωνή του Μάρκου Αυρήλιου να φωνάζει στον βρόντο: «Από τρία πράγματα αποτελείσαι: σώμα, ψυχή και νου. Από αυτά, τα δύο πρώτα σου δόθηκαν για να τα φροντίζεις. Το τρίτο είναι πραγματικά δικό σου». Μια τέτοια προσέγγιση ανοίγει εντελώς άλλες πύλες ερμηνείας στον συσχετισμό σώματος, πνεύματος, συναισθηματικού κόσμου και ταυτότητας. Και βεβαίως επαναπροσδιορίζει την ιεραρχία των αξιών μας.

Ένα από τα προβλήματα που μας κληροδότησε ο 20ός αιώνας ήταν η εξάλειψη της ψυχής. Μπορεί ο Θεός να δολοφονήθηκε λίγο νωρίτερα από τη φιλοσοφία (βλ. Νίτσε) και αυτό να προκάλεσε τριγμούς και σε άλλες μεταφυσικές έννοιες και βεβαιότητες, ωστόσο η ψυχή δέχτηκε το τελειωτικό πλήγμα από την επιστήμη. Και συγκεκριμένα από τη νευροβιολογία.

Πέρασαν λίγοι αιώνες από τότε που ο Τζορντάνο Μπρούνο αναρωτήθηκε «άραγε η ψυχή βρίσκεται μέσα στο σώμα ή το σώμα μέσα στην ψυχή;». Για να φτάσουμε στον εικοστό και ακόμα περισότερο στον εικοστό πρώτο αιώνα όπου με σκληρό ρεαλισμό θα αποφανθούμε: δεν υπάρχει ψυχή, όλα είναι νευρολογικές συνδέσεις, ηλεκτρικές εκκενώσεις μέσα σε απειροελάχιστους εγκεφαλικούς θαλάμους. Τα πάντα ορίζονται από βιοχημικούς διαβιβαστές.

Από τι αποτελείται λοιπόν ο άνθρωπος; Ποια είναι τα συστατικά του; Τι πραγματικά τον συνθέτει;

Ο Μάρκος Αυρήλιος δίνει τη δική του απάντηση, που αν και έρχεται από παλιά, διατηρεί την φρεσκάδα της και την υπερβατική της ρώμη: «Αποτελούμαι από ύλη και αιτία. Ούτε το ένα ούτε το άλλο θα καταλήξουν στο μη ον. Γιατί ούτε το ένα ούτε το άλλο προήλθε από το μη ον». Σπάνια έχουμε διαβάσει σε ολόκληρη την κλασική ή σύγχρονη γραμματεία κάποιο παράθεμα που να δείχνει μεγαλύτερη εμπιστοσύνη στον κοσμικό κύκλο. Ακόμα και ένας επιστήμονας, ένας φυσικός, δεν θα έβρισκε κάτι μεμπτό στη συγκεκριμένη διατύπωση. Το ό,τι η ύλη δεν έχει αρχή ή τέλος, είναι λίγο πολύ κοινή παραδοχή στις μέρες μας. Το ότι δεν χάνεται, αλλά απλώς μετασχηματίζεται, αποτελεί αξίωμα. Επίσης το ότι οι νόμοι της φυσικής παραμένουν αναλλοίωτοι στον χρόνο, είναι γνωστό τοις πάσι (αν και η αιτία που υπαινίσσεται ο Μάρκος Αυρήλιος είναι οντολογικής προέλευσης).

                                                                          ~ . ~

Λέει κάποιος δάσκαλος της yoga ότι το βασικό νοητικό concept που καθορίζει τις ζωές μας είναι η έννοια της έλλειψης. Πάντα κάτι μας λείπει. Πάντα κάτι επιθυμούμε. Αυτή η διαρκής αίσθηση  έλλειψης που κανοναρχεί τον βίο μας μπορεί να βρει ανακούφιση μόνο μέσα από ερεθίσματα που προέρχονται έξωθεν. Αυτά ο φιλόσοφος τα βλέπει ως περισπασμούς. Ως πράγματα που μας αποπροσανατολίζουν και τραβάν την προσοχή μας μακριά από τα ουσιώδη.

«Μήτε πολυρρήμων μήτε πολυπράγμων έσο», λέει αλλού. Μην είσαι φλύαρος, ούτε πολυάσχολος. Με δυο λόγια περιγράφει ένα φαινόμενο που αποτελεί μάστιγα για την εποχή μας. Τη σπατάλη λόγου και τη νευρωσική πολυπραγμοσύνη μας. Όλοι τρέχουμε. Απορροφημένοι από τις δουλειές, τις ασχολίες, τους στόχους, τις επιδιώξεις μας. Όλοι κατατρεχόμαστε από άγχη. Όλοι προσπαθούμε. Κανείς δεν έχει χρόνο. Αδολεσχούμε με την συνεπικουρία της τεχνολογίας. Αλλά το χειρότερο είναι η φασαρία που κάνει ο νους μας. Τα μυαλά μας μοιάζουν με πολύβοα εργοστάσια παραγωγής λόγου ο οποίος συνδέεται κυρίως με επιθυμίες, ματαιωμένες ή μη. Ο αυτοκράτορας- φιλόσοφος στέκεται απέναντι σε αυτή τη βοή και της αντιπαραθέτει την αδιατάρακτη γαλήνη του νου του. Πρόκειται για μια γαλήνη που έχει κατακτηθεί μέσα από ενοράσεις και βαθείς στοχασμούς, και δεν διασαλεύεται εύκολα.

                                                                            ~ . ~

Η πραγματεία Εις Εαυτόν μοιάζει με έναν καθρέφτη που έχει στήσει μπροστά του ο Μάρκος Αυρήλιος για αδυσώπητη αυτοπαρατήρηση. Δεν είναι κάποιο αντικείμενο ναρκισσιστικής και ωραιοπαθούς ενατένισης, αλλά όργανο προσωπικού ελέγχου και προσεκτικής εξέτασης. Ο εαυτός αντιμετωπίζεται ως μέρος του όλου. Άρα το κοίτασμα που διανοίγεται μέσα από την αντανάκλαση του κατόπτρου είναι μια πλευρά του κόσμου που δύναται να μετρηθεί, να γίνει κατανοητή. Απώτερος στόχος της διαδικασίας είναι βεβαίως το ευ ζην. Αλλά με τους όρους και τον τρόπο που το ορίζει η φιλοσοφία. Και συγκεκριμένα ο στωικισμός.

Ο στωικισμός, το αρχαίο φιλοσοφικό σύστημα που παρέμεινε ενεργό για πεντακόσια περίπου χρόνια με σημαντικούς εκπροσώπους από πολλά μέρη του ελληνικού και του ρωμαϊκού κόσμου, ουσιαστικά δεν έσβησε σχεδόν ποτέ. Αντίθετα, με τις μεταμορφώσεις του και με τους δέοντες μετασχηματισμούς φτάνει ακμαίος και κραταιός (αν και κάπως ακρωτηριασμένος) μέχρι τις μέρες μας. Τα διδάγματά του έχουν διακριτή διείσδυση ακόμα και στη σύγχρονη ποπ κουλτούρα και την πολιτική ζωή. Άλλωστε η δυνητική πρακτική εφαρμογή των φιλοσοφικών του δογμάτων ήταν και είναι λυσιτελής. Η εποχή μας, με το διάχυτο χρησιμοθηρικό της πνεύμα δεν γίνεται να μην εκτιμά κάτι τέτοιο. Ανάμεσα στους σύγχρονους θιασώτες και θαυμαστές του στωικισμού συγκαταλέγονται, κατά δική τους ομολογία, περσόνες όπως ο Μπιλ Κλίντον (αλλά και παλαιότεροι –και ίσως  πιο φερέγγυοι–  Αμερικανοί πρόεδροι όπως ο Τζέφρεσον και ο Ρούσβελτ), ο Άρλοντ Σβαρτζενέγκερ (!),  ή η Τ. Κ. Ρόουλινγκ.  Πέρα από το φαιδρό κομμάτι στις εμφανίσεις του στωικισμού σήμερα, δεν μπορούμε να αγνοούμε και ένα ισχυρό ρεύμα αναβίωσής του, στην Αμερική κυρίως, που εκφράζεται από έγκριτους φιλοσόφους και στοχαστές, όπως για παράδειγμα ο Μάσιμο Πολιούτσι.

Από την περίοδο της ακμής του ο στωικισμός χαρακτηρίζεται από μεγάλες αντιφάσεις, χάσματα, ρήξεις, όπως συμβαίνει άλλωστε και με κάθε φιλοσοφικό ρεύμα που εξαπλώνεται σε μεγάλο χρονικό εύρος και εκπροσωπείται από πολλές και διαφορετικές φωνές. Δεν έχουμε παρά να αναλογιστούμε τους κυριώτερους εκπροσώπους του: έναν αυτοκράτορα, τον Μάρκο Αυρήλιο, έναν πραίτορα, τον Σενέκα και έναν δούλο, τον Επίκτητο. Οι εγγενείς αντιφάσεις όμως δημιουργούν τις προϋποθέσεις για ποικίλες και ανοιχτές ερμηνείες.

Γίνεται λοιπόν σήμερα να ακούσουμε με νηφαλιότητα τα διδάγματά του του στωικισμού; Μπορούμε να προβούμε σε γόνιμους αναστοχασμούς πάνω στα ηθικά ζητήματα που εγείρει; Είμαστε σε θέση να αφουγκραστούμε τις υπαρξιακές του αναζητήσεις, τις απαντήσεις που δίνει και τις λύσεις που προτείνει; Μπορεί, τέλος, κάτι τέτοιο να βελτιώσει τη ζωή μας, σε προσωπικό και συλλογικό επίπεδο;

Πιθανότατα ο ίδιος ο Μάρκος Αυρήλιος να σήκωνε με αδιαφορία τους ώμους απέναντι σε αυτά τα ερωτήματα.

ΦΩΤΗΣ ΔΟΥΣΟΣ


[1] Ο McLynn είναι αφοριστικός όταν γράφει στον πρόλογο του για την βιογραφία του Μάρκου Αυρήλιου: “A more priggisch, inhuman, killjoy and generally repulsive doctrine would be hard to imagine”.

Μάρκος Αυρήλιος, Τα Εις Εαυτόν, Αθήνα, Κάκτος, 1992.

Μάρκος Αυρήλιος, Τα Εις Εαυτόν, Αθήνα, Θύραθεν, 2008.

Διαδικτυακοί σύνδεσμοι: https://dailystoic.com/stoicism-pop-culture/

 

 

Advertisements

Ο Ηράκλειτος και η τεχνική της αφήγησης

democrit

Ο Ηράκλειτος και η τεχνική της αφήγησης

του ΦΩΤΗ ΔΟΥΣΟΥ

Ο Sol Stein στο βιβλίο του How to grow a novel (2002) εικάζει ότι οι πρώτοι αφηγητές, οι πρωταρχικοί παραμυθάδες κατά μία έννοια, ήταν οι κυνηγοί της φυλής. Πιθανόν μετά την επιστροφή τους από το κυνήγι, κουβαλώντας τη λεία τους ή γυρνώντας με άδεια χέρια, θα έπρεπε να δώσουν εξηγήσεις στα υπόλοιπα μέλη της κοινότητας για τα αποτελέσματα αυτής της τόσο ζωτικής δραστηριότητας. Θα έπρεπε να περιγράψουν κάπως τις περιπέτειες που πέρασαν, τις δυσκολίες, τα αναπάντεχα γυρίσματα της τύχης, τις ανακαλύψεις τους.

Επίσης οι προϊστορικοί εκείνοι αφηγητές θα ήταν αναγκασμένοι να υπεισέλθουν σε λεπτομέρειες κατά την εξιστόρησή τους. Το πεινασμένο ακροατήριό τους θα απαιτούσε να μάθει γιατί τα θηράματα ήταν τόσο λίγα ή σε αντίθετη περίπτωση, αν η τροφή ήταν αρκετή, πως και πού βρέθηκε, για να επαναληφθεί η επιτυχία. Οι πρώτοι άγριοι ακροατές δεν φανταζόμαστε να έμεναν ικανοποιημένοι με μονολεκτικές απαντήσεις, εικάζει ο Sol Stein. Το θέμα τούς έκαιγε και θέλαν να ξέρουν τι ακριβώς γίνεται. (περισσότερα…)

Χρόνοι της αφήγησης

του ΦΩΤΗ ΔΟΥΣΟΥ

Όταν πριν λίγα χρόνια το Νόμπελ λογοτεχνίας δόθηκε στον Γάλλο συγγραφέα Πατρίκ Μοντιανό πολλοί δημοσιογράφοι και άνθρωποι του βιβλίου αντέδρασαν με κάποια αμηχανία. Δεν τον γνωρίζανε. Ο συγγραφέας δεν συγκαταλεγόταν στα τρανταχτά ονόματα. Δεν επρόκειτο για κραυγαλέα περίπτωση. Αντιθέτως το χαμηλόφωνο έργο του, με τη μουρμουριστή πρόζα που το χαρακτηρίζει, έμοιαζε να αντιστέκεται στους άκριτους διθυράμβους, στις ιαχές και στους πανηγυρικούς, στους οποίους τόσο αρέσκεται η σύγχρονη κριτική. Είναι ανάρμοστο να αδολεσχείς, να εκφράζεσαι με λεκτικά πυροτεχνήματα, να φωνάζεις ή να κραυγάζεις για ένα έργο που απεχθάνεται τον θόρυβο.

PATRICK MODIANO RECOIT LE PRIX ROGER MINIER POUR SON ROMAN LA PLACE DE L'ETOILE EN 1968

Ο Μοντιανό έχει γράψει ένα μόνο βιβλίο, βασανιστικά και επαναληπτικά, όπως κάνουν και οι περισσότεροι ομότεχνοί του άλλωστε. Σε όλα του τα έργα, ή σε αυτό το ένα, μοναδικό, πολύτομο, κατακερματισμένο αλλά ταυτοχρόνως και αρραγές έργο, ο ρυθμός είναι ο ίδιος. Αργός, γουργουριστός, μαυλιστικός. Δημιουργεί ηχητικές δίνες και μελωδίες γλυκιές και μακρινές. Τα μυθιστορήματα του Μοντιανό παράγουν μουσική. Μπορούμε να την ακούσουμε αν παρασυρθούμε στους ρυθμούς τους, αν αφουγκραστούμε τις αρμονίες τους, αν αφεθούμε στους κύκλους και τα da capo τους.

“Το Παρίσι αλλάζει! Αλλά τίποτα μέσα στη μελαγχολία μου δεν σάλεψε” λέει ο Μπωντλαίρ. Για τον Μοντιανό το Παρίσι είναι μια πόλη με τόσο γρήγορες αλλαγές που ο ίδιος αδυνατεί να παρακολουθήσει. Ό,τι έλαμπε ή έσφυζε από ζωή παλαιότερα, τώρα είναι ερείπιο. Ή έχει μετατραπεί σε κάτι τελείως διαφορετικό, αγνώριστο, ξένο. Το ίδιο και για κάθε πόλη από όπου πέρασε. Αυτός είναι ο σκηνικός διάκοσμος των μυθιστορημάτων του. Το στοιχείο της παρακμής και της αναπόφευκτης φθοράς αντιπαραβάλλεται με μια περασμένη, απολεσθείσα αίγλη. Αλλά η σύγκριση δεν γεννά μελαγχολία ή νοσταλγία. Ο Μοντιανό περιγράφει ψυχρά σαν να φτιάχνει μια λίστα, έναν κατάλογο προσώπων, ονομάτων, τοπωνυμιών.

Τα πρόσωπα, οι ήρωές του, αχνοφαίνονται μέσα στην πλοκή που κινείται κάνοντας ιλλιγγιώδεις  αν και βραδύτατες περιστροφές. Μόνο κάποια γενικά χαρακτηριστικά των προσώπων γίνονται αντιληπτά. Τι δουλειά κάνουν, με ποιους συσχετίστηκαν, πότε πέθαναν. Θυμόμαστε αναγκαστικά το κινηματογραφικό βλέμμα του Θεόδωρου Αγγελόπουλου. Στον Μοντιανό, όπως στον Αγγελόπουλο, σπανίζουν τα γκρο πλαν. Οι ανθρώπινες φιγούρες περιφέρονται μέσα στην υγρασία της ιστορίας σαν φαντάσματα, σαν σκιές και αφήνουν πίσω τους ένα ανεπαίσθητο ίχνος. Ο συγγραφέας αναζητεί το χνάρι τους και το φέρνει στο φως σαν τεκμήριο μεγάλης υπαρξιακής συμπύκνωσης. “Το φέρνει στο φως” εννοούμε το φέρνει στον λόγο. Δεν το αφήνει να ξεχαστεί. Το καταγράφει.

Οι άνθρωποι στη λογοτεχνία του Μοντιανό πεθαίνουν όπως λαμπάκια που κάποια στιγμή απλώς σβήνουν και η θαμπή λάμψη τους εξαχνώνεται κάτω από τους φανοστάτες της πόλης. Ο θάνατος επέρχεται σαν αναπόφευκτο, φυσικό συμβάν. Δεν υπάρχει πένθος. Η ζωή –αν αυτό που περιγράφεται είναι ζωή– συνεχίζεται.

MODIANO-750x345.jpg

Όταν δεν είναι σε αστικό περιβάλλον οι ήρωες του βρίσκονται στην εξοχή. Αλλά όχι εκτεθημένοι στην αγριάδα της φύσης. Οι άνθρωποι του Μοντιανό κινούνται πάντα εντός ορίου του πολιτισμού. Στην ύπαιθρο διαχίζουν πελούζες (τόσο αγαπημένη λέξη του Μοντιανό), κατασκευασμένους κήπους, ευθύγραμμες συστάδες δέντρων. Η παρέμβαση του ανθρώπινου παράγοντα, το έργο κάποιου αρχιτέκτονα τοπίου είναι εμφανέστατο σε όλα αυτά τα μέρη.

Οι Αμερικάνοι λένε ότι όσο πιο λίγο backstory παρεμβάλλεται σε μια ιστορία τόσο το καλύτερο. Η πλοκή υποτίθεται πρέπει να πηγαίνει μόνο μπροστά, για να γίνεται κάτι, να υπάρχει αλληλουχία γεγονότων, να μη βαριέται ο αναγώστης αλλά και για να βγαίνει κάποιο νόημα. Το backstory, οι αναδρομές στο παρελθόν, τα φλας μπακ δεν προωθούν την ιστορία. Αντιθέτως την πηγαίνουν όπισθεν ή την καθηλώνουν σε ακινησία.

Στον Μοντιανό τα πάντα είναι backstory. Παρόν δεν υφίσταται. Είναι τόσο καθοριστική αυτή η επιλογή στα έργα του που αγγίζει τα όρια του φιλοσοφικού προτάγματος. Όλα είναι παρελθόν. Όλα έχουν περάσει. Όλα έχουν συντελεστεί. Το παρόν είναι το μέρος που λαμβάνει χώρα η αφήγηση. Αλλά τα αφηγούμενα ανήκουν σε παρελθόντα χρόνο. Το παρόν είναι για να συλλογούμαστε ό,τι έγινε. Τα γεγονότα είναι καρφιτσωμένα σα νεκρές πεταλούδες σε ένα διαρκές παρελθόν, επικαλυμμένα από μια ονειρική αχλύ. Ο συγγραφέας τα ατενίζει έκπληκτος, στοχαστικός, κάποιες φορές εκστατικός. Ωστόσο το παρελθόν δεν είναι στατικό, δεν μένει ακίνητο. Αντιθέτως ρέει αργά σαν μάγμα και συνδιαμορφώνεται κάτω από την επιρροή εκείνου που το παρατηρεί και ακόμα περισσότερο εκείνου που το περιγράφει.

456992652(1)Ένας παλιός νόμος της αφήγησης λέει ότι εξιστορούμε ως επί το πλείστον σε παρελθόντα χρόνο. Σπανίως χρησιμοποιούμε τον ενεστώτα, που υποτίθεται έχει μια άλλη αμεσότητα. Ενεστώτας χρόνος χρησιμοποιείται κατά κανόνα στη συγγραφή σεναρίου ή θεατρικού κειμένου. Πολύ συχνά και στην ποίηση, όπως και στην αφήγηση ονείρων. Στα μυθιστορήματα, σε αυτά τα εκτεταμένα και επεξεργασμένα όνειρα, ο αόριστος είναι ο κυρίαρχος χρόνος και σπανιότερα ο παρατατικός. Ίσως θέλουμε να δείξουμε με τον αόριστο ότι τα γεγονότα που περιγράφουμε είναι μοναδικά, συνέβησαν άπαξ. Επίσης είναι σημαντικά. Ανάμεσα σε τόσα και τόσα που έλαβαν χώρα  και συνεχίζουν να αλληλοδιαδέχονται το ένα τ’άλλο, διασώθηκαν μόνο τα συγκεκριμένα μέσα από τον ληθαργικό ποταμό του χρόνου. Άρα όσα επιλέγουμε να διηγηθούμε, όσα ξεχωρίζουμε και τους δίνουμε καλλιεπή, ηδυσμένο λόγο για να εκφραστούν, έχουν ιδιάζουσα αξία και σημασία. Είναι μοναδικά.  Ποιος ενδιαφέρεται για το ευτελές, το τετριμμένο, το ανούσιο; Από τον καιρό που ο άνθρωπος καθόταν στη σπηλιά του γύρω από τη φωτιά και άκουγε τον πρωτόγονο storyteller, διψούσε για ιστορίες που έχουν νόημα, που ερεθίζουν το συναίσθημα και τη φαντασία, που προκαλούν έλεος, φόβο και κάθαρση.

Στον Μοντιανό οι χωροχρονικοί κανόνες της αφήγησης συχνά καμπυλώνονται ή και ανατρέπονται ακόμη. Κάποιες φορές μιλάει για παρελθόντα γεγονότα χρησιμοποιώντας ενεστώτα, λες και τα ζει την ίδια στιγμή που τα περιγράφει. Τηλεμεταφέρει τους ήρωές του από τόπο σε τόπο αγνοώντας τις απαιτούμενες συνδέσεις. Όχημά του είναι η μνήμη και της δίνει απόλυτη ελευθερία κινήσεως.

Αν ο χρόνος της αφήγησης είναι πεπερασμένος, ο τόπος αποδεινύεται εντελώς θραυσματικός. Συνέχεια δεν υπάρχει. Τι ενώνει λοιπόν, τι κρατάει σε συνοχή αυτό το ιδιότυπο σύμπαν; Τι του δίνει νόημα και υπόσταση; Ίσως η αγωνία του συγγραφέα να διασώσει μέσα στον ορυμαγδό του χρόνου ο,τιδήποτε και αν σώζεται: ένα όνομα, μια αίσθηση, μια στιγμή. Καθώς και η ενδόμυχη  πεποίθησή του ότι η προσπάθειά του είναι μάταιη, ανώφελη, αλυσιτελής και άρα έχει μια βαθιά ανθρώπινη διάσταση.

ΦΩΤΗΣ ΔΟΥΣΟΣ

Στις ερήμους του μεταμοντερνισμού

Σονόρα

του ΦΩΤΗ ΔΟΥΣΟΥ

Δυο βιβλία σταθμοί του μεταμοντερνισμού, οι Άγριοι Ντετέκτιβ του Ρομπέρτο Μπολάνιο και Η Σκούπα και το Σύστημα του Ντέιβιντ Φόστερ Γουάλας συνδέονται με ένα κοινό στοιχείο: τελειώνουν αμφότερα σε μια έρημο. Στην έρημο Σονόρα του Μεξικού το πρώτο και στην φανταστική Θ.Ε.Ο. (Θρυλική Έρημος Οχάιο) το δεύτερο. Επίσης και στα δύο, οι κεντρικοί ήρωες αναζητούν μια γηραιά γυναικεία φιγούρα που έχει χαθεί. Την ποιήτρια Σεσάρεα Τιναχέρο στους Άγριους Ντετέκτιβ, τη Λινόρ Μπίντσμαν στη Σκούπα. Μια αναζήτηση που φυσικά έχει προσχηματικό χαρακτήρα και γίνεται απλά η αφορμή για την ανάπτυξη διακλαδωτών υποπλοκών. Μια τρίτη ομοιότητα είναι ότι και τις δυο αφηγήσεις διαπερνά μια αίσθηση τρελού, διαβρωτικού και καταλυτικού χιούμορ, ενώ η έλλειψη σοβαροφάνειας είναι πανταχού παρούσα. Τέλος μια κοινή συνιστώσα είναι η πολυεστιακή αφηγηματική οπτική (που φτάνει σε σημεία έξαρσης και παροξυσμού στον Μπολάνιο): παρακολουθούμε την εξέλιξη της κάθε ιστορίας μέσα από το πρίσμα ποικίλων και διαφορετικών αφηγητών.

Έχει ειπωθεί επανειλημμένως, με κάποια αμηχανία βεβαίως (την αμηχανία που μας διακατέχει όταν διατυπώνουμε κάτι αυτονόητο), ότι ο Γουάλας με το μυθιστόρημά του Η Σκούπα και το Σύστημα σατιρίζει τη σύγχρονη αμερικανική κοινωνία. Ασφαλώς και το κάνει. Αλλά η λέξη σάτιρα είναι λίγο περιοριστική για να χαρακτηρίσουμε ένα τόσο πολύπλευρο και πολυσήμαντο μυθιστόρημα όσο η Σκούπα.

Ο Γουάλας δυναμωμένος από λογοτεχνική θεωρία και μελέτη καθώς ήταν και παίζοντας στα δάχτυλα τις αρχές και τους κανόνες του storytelling εξαπολύει μια δριμεία επίθεση στο ίδιο το concept “μυθιστόρημα”.

Τα χτυπήματα που καταφέρνει είναι πολλαπλά και καθοριστικής σημασίας.

Αρχικά εμπαίζει, κοροϊδεύει και αντιστρέφει όλα τα στοιχεία της τεχνικής που πρεσβεύει με τόσο ζήλο το αμερικάνικο story theory. Αν λοιπόν μια απόλυτη αρχή των δασκάλων δημιουργικής γραφής είναι ότι ο κεντρικός ήρωας πρέπει να έχει έναν στόχο, ένα πολύ συγκεκριμενο “θέλω”, μια επιθυμία που τον κινητοποιεί και παράγει από μόνη της πλοκή, ο Γουάλας κάνει στην κεντρική του ηρωίδα την Λινόρ Μπίτσμαν, μια ψευδο-αστυνομική ανάθεση: να βρει τη συνονώματη, εξαφανισμένη προγιαγιά της. Όπως σημειώσαμε η εν λόγω αναζήτηση δεν έχει παρά επιφανειακή σημασία και λειτουργεί ως αφηγηματικό άλλοθι για όσα είναι να γίνουν. Εντούτοις δίνει τη δυνατότητα ανάπτυξης μιας περίεργα οδυσσεϊκής πορείας της ηρωίδας προς αναζήτησην του εαυτού της. Και αυτό βέβαια υπονομεύεται με τη σειρά του. Το άτομο που ψάχνει η ηρωίδα λέγεται, Λινόρ Μπίντσμαν, όπως ακριβώς και η ίδια. Ποια είναι η Λινόρ; Ποια η προγιαγιά της; Μήπως στην ουσία αναζητά τον εαυτό της; Το αίνιγμα είναι τόσο αυτονόητο που αυτοκαταργείται.

Η σκούπα και το σύστημα

Ο Γουάλας μοιάζει να λέει κρυφογελώντας: σε σένα, αναγνώστη, που ζητάς πάντα κάποιο νόημα και χαίρεσαι όταν πιστεύεις ότι το κατέχεις, θέτω ένα αίνιγμα. Η απάντηση όμως είναι από την αρχή γνωστή, άσχετα αν ο αναγνώστης αυθυποβάλεται και νομίζει ότι την βρίσκει καθ’οδόν καθώς γυρίζει σελίδες. Η ταύτιση της Λινόρ με τη φασματική και απισχνασμένη μορφή της προγιαγιάς της είναι δεδομένη.

Κάθε συγγραφέας είναι και ένας απατεώνας. Το ίδιο το γράψιμο γίνεται συχνά η τέχνη της απάτης. Στους συγγραφείς του μεταμοντερνισμού όμως αυτό λαμβάνει ακόμα πιο βαρύνουσα σημασία. Γιατί δεν εμπαίζουν μόνο τον αναγνώστη, αλλά και την ίδια την τέχνη τους.

Ο Μπολάνιο χρησιμοποιεί επίσης ένα ψευδο-μυστήριο ως προπέλα της αφηγηματικής του μηχανής. Εδώ η “απάτη” λαμβάνει ακόμα μεγαλύτερη αισθητική αίγλη γιατί ταιριάζει και με τον χαρακτήρα των κεντρικών ηρώων που είναι πλάνητες, μποέμ και τυχοδιώκτες. Ο Ουλίσες Λίμα και ο Αρτούρο Μπολάνο (τόσο εξόφθαλμα το alter ego του συγγραφέα που καθίσταται αδύνατον να μη δούμε την ειρωνική διάσταση – ο Μπολάνιο επίσης κοροϊδεύει τις γνωστικές ικανότητες του αναγνώστη και την εγγενή τάση του να εξηγεί και να κατανοεί πράγματα) είναι δυο φιγούρες οριακές. Δυο πρόσωπα του περιθωρίου που διακατέχονται από μια ανάγκη. Θέλουν να βρουν τη μέντορά τους, την ηλικιωμένη ποιήτρια που συνέθεσε το μανιφέστο του λογοτεχνικού ρεύματος στο οποίο ανήκουν, του περιβόητου ενστικτορεαλισμού. Φημολογείται ότι η ποιήτρια βρίσκεται στην έρημο, όπως και η προγιαγιά της Λινόρ άλλωστε. Στο τέλος πάνε εκεί για να τη συναντήσουν.

Η έρημος και στα δύο μυθιστορήματα μοιάζει να ενεργοποιεί κεντρομόλους δυνάμεις. Έλκει τους πρωταγωνιστές και συνεπώς τις ιστορίες τους στην επικράτειά της. Βρίσκεται στις παρυφές της αφήγησης, στις ακρώρειες του μυθιστορήματος και από κει ρυθμίζει όλη τη δράση, όλο το δραματικό γίγνεσθαι. Κυρτώνει τον μυθοπλαστικό χωροχρόνο και τραβάει τα πάντα προς το μέρος της. Διαθέτει μια σχεδόν μεταφυσική παρουσία (εξ ου και το αρκτικόλεξό της στη Σκούπα) που ορίζει τη μοίρα και τις πορείες των ηρώων, οι οποίοι εκόντες άκοντες είναι παγιδευμένοι στην αναπόδραστη βαρυτική της δύναμη.

Άγριοι ντετέκτιβ

Κατά μία έννοια όλο το μυθιστόρημα του Μπολάνιο εξελίσσεται μέσα στην έρημο Σονόρα. Τα τοπωνύμια, οι πόλεις και οι περιοχές που αναφέρονται (ακόμα και αν κάποια από αυτά βρίσκονται πολύ μακριά, στην Ευρώπη) δεν είναι παρά διάσπαρτα σημεία μιας κολοσιαίων διαστάσεων ερήμου. Η επίδραση της ερήμου είναι ορατή στον ψυχικό κόσμο των ηρώων, στα άδεια εσωτερικά τους τοπία, στην άνυδρη και αδιέξοδη πνευματική τους κατάσταση. Το ίδιο και στη Σκούπα. Εκεί οι διαδρομές των ηρώων δεν είναι τόσο μεγάλες και η έρημος βρίσκεται ακριβώς δίπλα στην πόλη, έτοιμη να την καταβρωχθίσει.

Οπωσδήποτε και οι δυο αυτές έρημοι του μεταμοντερνισμού δημιουργούν τέτοια ποικιλία και ένταση αντικατοπτρισμών που μας κάνουν να υποψιαζόμαστε ότι στην ουσία αποτελούν μια αχανή και εύφορη όαση “το κέντρο της οποίας βρίσκεται παντού και η περιφέρειά της πουθενά”.

Η χλωρίδα που αναφύεται εκεί δεν είναι τίποτε άλλο από διακλαδώσεις πιθανοτήτων και αφηγηματικών δυνατοτήτων.

Κατά μία (μπορχεσιανή) έννοια όλες οι έρημοι αποτελούν μία και μοναδική έρημο. Η Σονόρα και η Θ.Ε.Ο. είναι διαφορετικές περιοχές μιας αχανούς έκτασης. Επικοινωνούν μεταξύ τους κατά τρόπο παράδοξο και μυστικό και συνιστούν ένα συμβολικό όριο πέρα από το οποίο θεωρητικά δεν μπορεί να περάσει κανείς.

Το μυθιστόρημα, όμως, το storytelling, η ανάγκη μας να ακούμε και να αφηγούμαστε ιστορίες – ευτυχώς – δεν τελειώνουν σε καμία έρημο. Η μεγάλη προσφορά του μεταμοντερνισμού στη λογοτεχνία είναι το απαύγασμα των δομών, μέσα από τη διαστροφή τους, την υπονόμευση και την άρνηση προς αυτές. Το μυθιστόρημα φτάνει στο τέλος του, στο συμβολικό του τέλος, για να πετύχει μια νέα επανεκκίνηση, με τους εσωτερικούς του μηχανισμούς, τα τεχνικά του μέσα, τους αφηγηματικούς του κανόνες να είναι πιο επίκαιροι και αναγκαίοι από ποτέ.

ΦΩΤΗΣ ΔΟΥΣΟΣ

Καθρέφτες της ποίησης Β΄

spiegel~

.~

του ΦΩΤΗ ΔΟΥΣΟΥ~.~

Από τον καιρό που ο Μπόρχες συνάντησε τον εαυτό του σε εκείνο το ωραίο διήγημα με τίτλο ο “Μπόρχες κι εγώ” που βρίσκεται στην συλλογή Ο Δημιουργός (1960) κύλησε αρκετό νερό στο αυλάκι της παγκόσμιας λογοτεχνίας.

Εμφανίστηκαν και άλλοι ποιητές ή πεζογράφοι που ξέφυγαν από τη διάσταση του παρόντος και επιχείρησαν το παρακινδυνευμένο χωροχρονικό άλμα. Ήρθαν λοιπόν αντιμέτωποι με τον εαυτό τους σε νεότερη ή γηραιότερη εκδοχή. Όπως μπορεί να προεικάσει κανείς, τέτοιου είδους συναντήσεις ενέχουν έντονο το στοιχείο του αιφνιδιασμού.

Ο ποιητής Χόρχε Ενρίκε Αντούμ από το Εκουαδόρ γράφει στο ολιγόλογο αλλά μεστό ποίημά του “Η Επίσκεψη” (La Visita) :

Χτυπώ την πόρτα
Ποιος είναι; ρωτώ
εγώ, απαντώ. Εμπρός, λέω.
Μπαίνω. Με βλέπω όπως ήμουν αρκετό καιρό πριν.
Με περιμένει αυτός που είμαι τώρα.
Δεν ξέρω ποιος από τους δυο είναι πιο γέρος.

Ενδιαφέρον παρουσιάζει εδώ η χρήση πρώτου προσώπου. Το ποιητικό υποκείμενο τέμνεται, χωρίζεται στα δύο, αλλά η αφηγηματική φωνή δεν αλλάζει. Και τα δύο πρόσωπα εκφράζονται με το εγώ. Παρόλο που είναι διακριτά. Αυτό μπορεί να προκαλεί μια μικρή σύγχυση στην ανάγνωση. Αλλά συγχρόνως βοηθά το ποίημα να πετύχει τον στόχο του, που δεν είναι άλλος από την υπογράμμιση αυτής της διχοτόμησης του εγώ.

Η μονάδα παρουσιάζεται ως δυαδικότητα. Οι συνάφειες και οι αναφορές με τον Αργεντίνο προπάτορα είναι προφανέστατες. Ο Μπόρχες πρώτος είδε τον εαυτό ως μια σύνθεση αντιφατικών δυνάμεων και τάσεων. Ένα σύνολο αντικρουόμενων παρορμήσεων, όχι τόσο με την φροϋδική έννοια, όσο με καθαρά υπαρξιακή. Αυτή η αντίληψη περί αδιάπτωτης αλλαγής του εαυτού που παράγει συνεχώς νέα, αλλά διαφορετικά ομοιώματα, που κλωνοποιείται ουσιαστικά και προβάλλεται με κατοπτρική διάταξη μέσα στον χρόνο, έχει τις ρίζες της βεβαίως στην ηρακλείτεια σκέψη (και τι δεν ανάγεται εκεί;). Τα πάντα ρει. Ο εαυτός είναι ένα ποτάμι που βρίσκεται διαρκώς εν κινήσει. Για τον Μπόρχες δεν υπάρχει κάτι σταθερό μέσα μας. Είμαστε έρμαια αστάθμητων συγκυριακών μεταβολών. Αυτή η πεσιμιστική, αλλά συγχρόνως και απελευθερωτική πεποίθηση, θα ανατραπεί ή θα αναπλαστεί στα χέρια άλλων ποιητών, όπως θα δούμε παρακάτω.

Στη συνάντηση που περιγράφει ο Αντούμ πάντως υπάρχει η νύξη ενός κάποιου υπαρξιακού μεγαλείου. Διαφαίνεται εν σπέρματι ένας κρυφός θαυμασμός, ένα άρρητο δέος απέναντι σε αυτή τη θεμελιώδη αντίφαση της ύπαρξης, τη συνειδητοποίηση ότι δεν υπάρχει ενότητα. Γίνεται αισθητό ότι οποιαδήποτε απόπειρα συγκρότησης μιας συμπαγούς αφήγησης, ενός σταθερού οικοδομήματος για την έννοια του εαυτού είναι καταδικασμένη να καταρρέει, επαναληπτικά και αδιάλειπτα.

Εντελώς διαφορετική προσέγγιση κάνει ο Μεξικάνος ποιητής Χοσέ Εμίλιο Πατσέκο. Αυτός δεν αναμετριέται με κάποια άλλη ηλικιακή εκδοχή του, αλλά πέφτει πάνω σε Αυτόν-που-θα-μπορούσε-να-έχει-γίνει-αλλά-ποτέ-δεν- έγινε. Η σύγκριση είναι ασφαλώς αμείλικτη και οδυνηρή. Ο φανταστικός εαυτός άσπιλος και ανέγγιχτος από τη λάσπη της πραγματικότητας, από τη φθορά της εμπειρίας, από τη σκόνη του αμετάκλητου, έρχεται με τον αέρα του νικητή και ρίχνει σε βαθιά μελαγχολία και σκεπτικισμό τον ποιητή, που μοιάζει εγκλωβισμένος σε μια αΐδια κατάσταση ήττας.

Η αναμέτρηση με τον εαυτό δεν αποτελεί όμως πάντα αιτία υπαρξιακής συντριβής. Παρόλο που γίνεται αναγκαστικά αφετηρία πικρών απολογισμών, κάποιες φορές οδηγεί στο πλάτωμα της προσωπικής ωριμότητας και εξέλιξης. Η ποιήτρια Βισλάβα Συμπόρσκα στο συγκλονιστικό ποίημα της με τίτλο “Έφηβη” περιγράφει μιαν αλλιώτικη επαφή. Μάλιστα αντιστρέφει τους όρους της συνάντησης. Εδώ είναι η ώριμη γυναίκα που συναντά τον έφηβο εαυτό της. Η εξιστόρηση γίνεται από την πλευρά της πρώτης. Στο ποίημα κυριαρχούν συναισθήματα όπως επιείκεια, τρυφερότητα, βαθιά συγκίνηση και αγάπη. Αγάπη όχι για τον εαυτό, αλλά για τον κόσμο που περιβάλλει τον εαυτό σε κάθε εποχή και σε κάθε εκδοχή του. Και συγχώρεση. Η Πολωνή ποιήτρια πετυχαίνει μια πολύ σημαντική υπέρβαση που δικαιώνει με βαθύ ανθρωπιστικό αίσθημα την παρελθούσα ηλικία της.

Ο Χουάν Ραμόν Χιμένεθ στο πασίγνωστο ποίημα του “Εγώ δεν είμαι εγώ”, στρέφει τον καθρέφτη του προς μια πλευρά που φαινομενικά δε δείχνει τίποτα. Διαισθάνεται όμως κάτι αόρατο. Μια παρουσία που ενεδρεύει πίσω από το κατασκεύασμα του εαυτού, της προσωπικότητας, του εγώ και μοιάζει απαλλαγμένη από τις βαρυτικές δυνάμεις της πραγματικότητας. Από τον Χιμένεθ παίρνει ίσως το νήμα η Σεσίλια Μεϊρέλες όταν γράφει «μέσα μου δεν βλέπω ούτε τέλος ούτε αρχή». Σε αντίθεση με τον Μπόρχες που αναφέραμε στην αρχή, αυτοί οι ποιητές εντοπίζουν στα ψυχικά τους τρίσβαθα κάτι αμετακίνητο, αμετάλλακτο, θεϊκό και αιώνιο. Έχει ενδιαφέρον το γεγονός πως όταν στρέφουν την προσοχή τους, πολλοί δυτικοί λογοτέχνες, προς στον εαυτό τους, συναντιούνται με την αντανάκλαση μιας κοσμολογικής σκέψης που δεν ανήκει στην παράδοσή τους, δεν είναι δική τους, δεν αποτελεί κτήμα τους. Μάλιστα προέρχεται από μια εκ διαμέτρου αντίθετη στάση και σκέψη ζωής: την ανατολική. Αυτό που λέει με βαθιά λυρική εκφραστικότητα ο Χιμένεθ ή η Μεϊρέλες (ή και ο Βύρων Λεοντάρης σε κάποια ποιήματά του), το διατυπώνουν οι δάσκαλοι της ινδικής σκέψης, ως κάτι αυτονόητο, ως κάτι δεδομένο και γνωστό τοις πάσι.

Οι ποιητές που σύμφωνα με τον Φρόυντ επισκέφτηκαν και ανακάλυψαν πριν από τον ίδιο σκιερά μέρη του ασυνειδήτου, έχουν εκδράμει προφανώς και πριν από τους φιλοσόφους σε σημεία της συλλογικής σκέψης που θεωρούνται δυσπρόσιτα. Και βέβαια προσεγγίζουν τα εν λόγω μέρη όχι τόσο με καρτεσιανή συλλογιστική όσο με τη διαίσθηση, τις ενοράσεις και το καλλιτεχνικό τους ένστικτο, με τον οίστρο και το πάθος τους και άλλοτε με την κρυστάλλινη διαύγειά τους. Άλλωστε δεν θέλγονται από την αλήθεια, αλλά από την ομορφιά. Αν και, καθώς λέγεται, σε ένα απροσδιόριστο βάθος αυτά τα δύο ταυτίζονται.

Είμαστε εξοικειωμένοι με τη διάλυση του εγώ στη λογοτεχνία της νεωτερικότητας και μετα-νεωτερικότητας. Γελάμε με τις συμβάσεις λογοτεχνικών ειδών που αντιμετωπίζουν τον χαρακτήρα ως κάτι μονοδιάστατο, μονοκόμματο και στατικό. Ίσως δεν θα έπρεπε να γελάμε λιγότερο και με αφηγήσεις που χειρίζονται τις μεταβολές των χαρακτήρων με τρόπο γραμμικό, ευανάγνωστο και αιτιοκρατικό, όπως παραδείγματος χάριν η mainstream λογοτεχνία ή τα αμερικάνικα σήριαλ. Η ποίηση αποτελεί το προνομιακό πεδίο κατάτμησης του εαυτού. Εδώ το θραύσμα λαμβάνει πρωταρχικό ρόλο και γίνεται ο πυρήνας μέσα από τον οποίο αναδύεται το όλον. Παρά την κατακερματισμένη μας αντίληψη για την πραγματικότητα –ή και εξαιτίας αυτής– βρίσκουμε στην ποίηση ένα σταθερό σημείο αναφοράς. Μέσα από αυτήν μπορούμε να αποπειρόμαστε ερμηνείες της ανθρώπινης κατάστασης που είναι ευλογοφανείς, ασφαλείς και καίριες.

ΦΩΤΗΣ ΔΟΥΣΟΣ

 

 

Καθρέφτες της ποίησης

καθρεφτες

~.~

του ΦΩΤΗ ΔΟΥΣΟΥ ~.~

Οι ποιητές και οι λογοτέχνες, με προεξάρχοντα τον Μπόρχες (αλλά και τον Άσμπερυ, τον Τσελάν κ.α.) δείχνουν να αγαπάνε ιδιαιτέρως τους καθρέφτες. Στέκονται με δέος και περισυλλογή μπροστά τους.

Στοχάζονται πάνω στην ιδιότητα τους να πολλαπλασιάζουν ή να βαθαίνουν τον κόσμο. Εγκωμιάζουν τη στυγερή ειλικρίνειά τους. Παρατηρούν με ευφορία ή περίσκεψη (συνήθως το δεύτερο) το είδωλό τους πάνω στη στιλπνή επιφάνειά τους . Άλλωστε το ίδιο το γράψιμο αποτελεί κάποιο είδος καθρέφτη της πραγματικότητας (την πολλαπλασιάζει, την βαθαίνει, την αναπαράγει).

Ομολογουμένως τα κατοπτρικά μοτίβα αποτελούν κοινότατο τόπο στην παγκόσμια ποίηση. Και μόνο μια μερική αναψηλάφηση του θέματος μπορεί να προκαλέσει ίλιγγο στον επίδοξο μελετητή. Θα έλεγε κανείς ότι η τέχνη της ποιήσεως βρίθει από γυάλινες επιφάνειες που αντανακλούν έννοιες, αισθήματα, ιδέες, κόσμους ολόκληρους. Κάτι τέτοιο τείνει να έχει καθολική ισχύ και παρατηρείται σε όλα τα μήκη και τα πλάτη του παγκόσμιου ποιητικού χάρτη, από τους στίχους του Κορεάτη ποιητή Κο Ουν μέχρι τα ποιήματα του Χιμένεθ, του Καβάφη, της Σεσίλιας Μεϊρέλες.

Ένα άλλο ζήτημα που χωράει πολλή φιλολογική επεξεργασία και περαιτέρω ανάλυση είναι οι κατοπτρικές σχέσεις ανάμεσα στους ίδιους τους ποιητές. Το πως στέκεται δηλαδή ο ένας απέναντι στον άλλο, προγενέστερο, σύγχρονο ή επίγονο, ομότεχνό του. Και φυσικά το τι παράγεται μέσα από τέτοιες σχέσεις. Ποια αισθητικά και ιδεολογικά στοιχεία αναδεικνύονται. Ποια είναι η λειτουργία των επιρροών, της αφομοίωσης, της επίδρασης. Δεν χρειάζεται καν να καταφύγουμε στα τρανταχτά παραδείγματα Έλιοτ-Πάουντ, Έλιοτ- Σεφέρη, Πόε-Μπωντλαίρ κτλ, η σχέση των οποίων έχει διερευνηθεί σε μεγάλο βαθμό μέχρι σήμερα. Μπορούμε να στρέψουμε την προσοχή μας σε λιγότερο γνωστές περιπτώσεις που παρουσιάζουν όμως εξίσου μεγάλο ενδιαφέρον. Όπως για παράδειγμα τα ζεύγη Αντόνιο Οριουέλα-Αργύρη Χιόνη ή Κώστα Καρυωτάκη-Χρίστου Λάσκαρη. Τα παραδείγματα είναι πάμπολλα. Σχεδόν ό,τι ενέχει σύγκριση, σύγκρουση, μετωπική σχέση είναι μια υπόμνηση της κρυφής ή φανερής παρουσίας ενός καθρέφτη.

Για να μη χαθούμε σε ένα δάσος αντικατοπτρισμών (όπου το ένα ποίημα αντικαθρεφτίζει κάποιο άλλο ή ένας ποιητής τον ομότεχνό του), ας σταθούμε σε κάποιο συγκεκριμένο ποίημα, ιδιαίτερα δημοφιλές στους αναγνώστες ποίησης: τον «Καθρέφτη» της Σύλβιας Πλαθ. Πρόκειται βέβαια για έργο απαράμιλλης εκφραστικής δύναμης και στοχαστικότητας που αποτελεί και ενδιαφέρουσα υπόμνηση μιας άλλης παλαιότερης κατοπτρικής σχέσης, εκείνης του Ντόριαν Γκρέυ με το περιβόητο πορτρέτο του (και με τη σειρά του ο Ντόριαν Γκρέυ συνιστά είδωλο και καθρέφτισμα του ίδιου του συγγραφέα του, Όσκαρ Ουάιλντ).

Ο «Καθρέφτης» της Πλαθ γίνεται χοάνη τήξης ανθρώπινων χαρακτηριστικών, ψυχικών τονισμών και συναισθηματικών κλειδωμάτων. Το αντικείμενο εδώ μετατρέπεται σε μια ρουφήχτρα του χρόνου. Μέσα του εγκλωβίζει την ανθρώπινη μορφή, καθηλώνει την ύπαρξη, ακινητοποιεί το άτομο. Είναι σαν στρόβιλος που τρέφεται με τη ζωτικότητα του καθρεφτιζόμενου προσώπου. Από το χάσκον στόμιό του εισάγονται νιάτα, ομορφιά, ευεξία και εξάγεται φθορά, ασχήμια, γήρας, θνητότητα.

Ο συγκεκριμένος καθρέφτης ομιλεί την αλήθεια όπως αυτή αποτυπώνεται στην όψη των πραγμάτων. Εξωτερικά δηλαδή, χωρίς ενδιαφέρον ή απόπειρα για εμβάθυνση. Δείχνει την αλλαγή, το μαράζωμα του προσώπου, την καταστολή της ενεργητικότητας. Και είναι για αυτό αδυσώπητος. Ομιλεί μια τρομακτική, υπαρξιακή αλήθεια. Η Πλαθ κοιτάζει έντρομη την επιφάνεια του καθρέφτη της. Δεν δύναται ή δεν θέλει να πάει πιο μέσα, αν και διαισθάνεται ότι υπάρχει και κάτι ακόμα εκεί, πίσω από ό,τι φαίνεται. Η ποιήτρια ταυτίζει αναπόφευκτα τον εαυτό με το σώμα (όπως κάνουμε όλοι). Πρόκειται όμως για μια ταύτιση που, σε στιγμές περισυλλογής και αυτοπαρατήρησης, γίνεται πηγή δυστυχίας. Το σώμα είναι πεπερασμένο. Οι αισθήσεις αναπόφευκτα θα σβήσουν. Ο εαυτός –ή αυτό που θεωρούμε “εαυτό»– θα εξανεμιστεί.

Η Πλαθ ολοκληρώνει το ποίημα της συγκλονισμένη από τον υπαρξιακό τρόμο που της προκαλεί η πάροδος του χρόνου. Μάλιστα κλείνει σε άρση. Αφήνει τον στίχο της μετέωρο μπροστά στη φρίκη της συνειδητοποίησης ότι η ίδια γερνάει και ότι οδεύει ολοταχώς προς την απώλεια. Ωστόσο ο καθρέφτης στην ποίηση γίνεται κάποιες άλλες φορές έναυσμα για νηφάλιους αναστοχασμούς. Κάτι τέτοιο συμβαίνει στην περίπτωση του Γιαπωνέζου ποιητή Κικούο Τακάνο.

Παραθέτω μια πρόχειρη δική μου απόδοση του ποιήματός του που τιτλοφορείται επίσης “Καθρέφτης”:

Τι θλιβερό αντικείμενο
που έχουν εφεύρει οι άνθρωποι
Όποιος καθρεφτίζεται
δεν στέκεται παρά μπροστά στον εαυτό του
και όποιος θέτει μια ερώτηση
είναι συγχρόνως και ο ερωτώμενος
Για να μπει κανείς στα ενδότερά του
θα πρέπει να κάνει μια αντίθετη κίνηση
να απομακρυνθεί

Στο ποίημά του Τακάνο γίνεται διαπραγμάτευση του προσφιλούς θέματος υπό μια διαφορετική, πιο ψύχραιμη οπτική γωνία. Ξεκινάει με μια κάπως καταχρηστική διαπίστωση «τι θλιβερό αντικείμενο έχουν εφεύρει οι άνθρωποι»! Ο Μπόρχες, ο άρχων των εσόπτρων, θα είχε σίγουρα από την αρχή ενστάσεις απέναντι στον αυθαίρετο αφορισμό. Πρώτον, ο καθρέφτης δεν είναι κάτι που το εφηύραν οι άνθρωποι. Υπάρχει στη φύση από κτίσεως κόσμου. Τον εντοπίζουμε στις αντανακλάσεις των νερών πάνω από όλα, αλλά και στα πράγματα που είναι πανομοιότυπα, μονοζυγωτικά, ίδια, στα επαναλαμβανόμενα μοτίβα, στις επαναλήψεις, τις κυκλικές διαρρυθμίσεις, σε πρότυπα που γίνονται αντικείμενο αντιγραφής και αναπαραγωγής.

Η σπείρα μορφοποιείται στο ανάπτυγμα ενός γαλαξία, αλλά και σε πολύ μικρότερης κλίμακας φυσικές ή τεχνητές κατασκευές, όπως είναι για παράδειγμα μια υδάτινη ρουφήχτρα σε μια λιμνούλα ή οι κυκλικές σκάλες μιας πολυκατοικίας. Ανάμεσα στη μικροκλίμακα του υποατομικού κόσμου και την απεραντοσύνη του σύμπαντος μεσολαβούν οι αόρατοι καθρέφτες μιας αστάθμητης και μυστηριώδους επενέργειας που υποχρεώνει, λες, τις μορφές και τα σχήματα να αναπαράγονται σε γεωμετρικά πατρόν. Η ίδια δύναμη τα κάνει να επανεμφανίζονται σε μεγέθη, διαστάσεις, διαμέτρους που συνομιλούν με τα μεγαλύτερα ή τα μικρότερά τους κατά τρόπο διαλεκτικό, ποιητικό, συμβολικό. Κάπως έτσι, μέσα από τις μεμβράνες της υποτιθέμενης αυτής διαμεσολαβητικής παρουσίας, υπερκαινοφανείς αστέρες μπορούν στα μάτια μας να φαίνονται σαν πυγολαμπίδες. Φύκια μοιάζουν με μαλλιά που τα σηκώνει ο άνεμος. Μετεωρίτες με σπίρτα που πέφτουν αναμμένα από ένα τρεμάμενο χέρι. Ο ποιητής οικτίρει το «θλιβερό αντικείμενο», αλλά στην ουσία το υμνεί καθώς γράφει για εκείνο το ποίημά του. Επίσης χωρίς την ύπαρξη του εν λόγω αντικειμένου που οι λειτουργίες του έχουν σχέση τόσο με την αντανάκλαση, όσο και με τη μεταφορά, τη διάθλαση, την παραμόρφωση, η ίδια η ποιητική τέχνη θα ήταν ανέφικτη. Στη συνείδηση του ποιητή (αυτόν τον μικρό καθρέφτη του Δημιουργού), αναπόφευκτα, τα φυσικά αντικείμενα επιτελούν και έναν συμβολικό ρόλο.

Όμως ας επιστρέψουμε στους στίχους του Γιαπωνέζου ποιητή. Αυτό που «ανακάλυψαν» ίσως οι άνθρωποι δεν είναι το ίδιο το φυσικό αντικείμενο, όσο ένας τρόπος να στέκονται μπροστά του. Άλλωστε έχουμε να κάνουμε με το κατ’ εξοχήν αντικείμενο της ωραιοπάθειας. Μακρινός του πρόγονος είναι εκείνα τα νερά πάνω στα οποία είδε, θαύμασε και ερωτεύτηκε, κάποτε, ο Νάρκισσος τη μορφή του. Είναι επίσης ο αμφιβληστροειδής του Πάρη όταν πάνω του εντυπώθηκε η εικόνα της Ωραίας Ελένης. Ίσως είναι αυτή η πλευρά του καθρέφτη που υποδαυλίζει την απογοήτευση της Σύλβιας Πλαθ. Στον κόσμο των φαινομένων η ομορφιά δεν είναι αιώνια. Αντίθετα μετασχηματίζεται αενάως περνώντας αναγκαστικά από στάδια αποσύνθεσης, παρακμής και εκμηδένισης.

Ο Τακάνο όμως δεν στέκεται πολύ σε αυτό το σημείο. Κάτι άλλο τον θέλγει περισσότερο: η έννοια της διττότητας που σχηματοποιείται πάνω στην γυαλιστερή επιφάνεια του κατόπτρου. «Όποιος καθρεφτίζεται / δεν στέκεται παρά μπροστά στον εαυτό του» λέει. Πως μπορεί όμως να χρησιμοποιήσει ο παρατηρητής τον καθρέφτη ως όργανο αυτογνωσίας, χωρίς να εκπέσει στον ναρκισσισμό, την ομφαλοσκόπηση, την αυταρέσκεια ή αντίθετα στην αποστροφή προς τον εαυτό, την αηδία για αυτό που βλέπει; Ό,τι αντανακλάται πάνω του σχετίζεται με το κέλυφος των πραγμάτων και άρα εξαναγκάζει το υποκείμενο να μένει στο σύνορο του αυτοθαυμασμού ή της απόρριψης. Χρειάζεται ιδιαιτέρως διεισδυτικό βλέμμα για να εισχωρήσει κάποιος εις βάθος, να ξεπεράσει τα δίπολα που αναδύονται από την αισθητική πρόσληψη. Θα πρέπει, με κάποιον τρόπο, να διαπεράσει το εξωτερικό περίβλημα, να επιτύχει διάτρηση της μορφής και να μπει στο άβατον εσωτερικών, μύχιων χώρων.

Και στον επόμενο στίχο ο ποιητής σκαλίζει λίγο περισσότερο την ιδιάζουσα συλλογιστική του. «Όποιος θέτει μια ερώτηση» συνεχίζει «είναι συγχρόνως και ο ερωτώμενος» εκείνος που καλείται δηλαδή να δώσει την απάντηση. Πάνω στην κόψη του γυάλινου παραπετάσματος συναντιούνται ο Οιδίποδας και η Σφίγγα. Και μάλιστα οι δυο τους ταυτίζονται εκεί, μετατρέπονται σε μια αξεδιάλυτη οντότητα. Ο καθρέφτης αποτελεί το σημείο τομής τους αλλά και τη συναρμογή της ένωσής τους. Από ποια πλευρά είναι ο άνθρωπος και από ποια το τέρας; Εναπόκειται στην κρίση του καθενός να το ορίσει. Πάντως, καθώς λέγεται, αν κάποιος είναι σε θέση να αρθρώσει ένα ερώτημα, γνωρίζει, μέσω της γλώσσας, και μέρος της απάντησης. Έτσι, αν ο ποιητής με το ποίημα του διατυπώνει ένα ή μια συστάδα ερωτημάτων, με το ίδιο ποίημα φέρνει πίσω και μια δέσμη απαντήσεων.

Η απάντηση του Τακάνο βρίσκεται στην κατακλείδα του ποιήματος. Εκεί δίνεται ακόμα μία σήμανση και ένας σαφής οδοδείκτης για την πορεία αυτογνωσίας που έχει υπαινιχθεί προηγουμένως. Αν θέλει κάποιος, λοιπόν, να μπει βαθιά μέσα στον καθρέφτη, θα πρέπει να κάνει το αντίθετο από ό,τι επιτάσσει η λογική: οφείλει να απομακρυνθεί από εκείνον. Όσο μακρύτερα φεύγει, τόσο η εικόνα του, η μορφή του, ο ίδιος του ο εαυτός, εισέρχεται βαθύτερα στα τοπία που καθρεφτίζονται. Και εδώ βρίσκεται το καταστάλαγμα της γιαπωνέζικης ζεν φιλοσοφίας γύρω από την οποία ο Τακάνο χτίζει το ποίημα του. Αν θες να μπεις στην ουσία των πραγμάτων, φύγε μακριά τους, φύγε από το περίβλημα που τα σκεπάζει, απομακρύνσου από το φράγμα της ύλης που τα περιβάλλει. Και όσο θα μεγαλώνει η απόσταση, τόσο θα βρίσκεσαι μέσα τους.

ΦΩΤΗΣ ΔΟΥΣΟΣ

 

 

Πλατεία Ηρώων

Thomas-Bernhard

~ . ~

του ΦΩΤΗ ΔΟΥΣΟΥ ~ . ~

Το να μιλήσουμε για την πρόζα του Μπέρνχαρντ θα μας οδηγήσει σε αναπόφευκτες ταυτολογίες, κοινοτοπίες και αυτονόητες διατυπώσεις.

Κοντολογίς σε πράγματα που έχουν ειπωθεί ξανά και ξανά. Πρόκειται για έργο που έχει υποστεί μεγάλη ανάλυση και κριτική επεξεργασία. Κατά το παρελθόν δεν υπάρχει μελετητής που να μην έχει αναφερθεί εμφατικά στη μουσικότητα του λόγου, τη λούπα, την επαναληπτικότητα, την έλλειψη δράσης αλλά και την καταλυτική παρουσία ρυθμού. Ενώ η μισανθρωπία του Αυστριακού συγγραφέα ως άλλη όψη μιας βαθιάς και ουμανιστικής τρυφερότητας έχει συζητηθεί διεξοδικά.

Τα ίδια ισχύουν και για το θέατρο του Μπέρνχαρντ που τόσο δείχνουν να αγαπάν οι αθηναϊκές σκηνές τα τελευταία χρόνια. Μόνο που ό,τι λογίζεται αρετή στα πεζογραφήματά του, εδώ μετατρέπεται σε μειονέκτημα και τροχοπέδη. Στα έργα του Μπέρνχαρντ δεν υπάρχουν διακριτοί χαρακτήρες ούτε κάποια ιδιαίτερη πολυφωνία. Δεν υπάρχει ιδεολογικός πλουραλισμός. Δεσπόζει πάντα μια φωνή που με καταγγελτικό ύφος ξοδεύεται σε αυτοοικτιρμούς, μνησικακίες, γκρίνια, ιδεολογική ισοπέδωση και πόλεμο κατά πάντων.

Τότε γιατί μας αρέσει το στυφό και ξερό θέατρο του Μπέρνχαρντ; Από πού προέρχεται αυτή η υπνωτιστική δύναμη και η σαγήνη που προκαλεί στον θεατή; Πώς συνδεόμαστε με αυτό το ψυχρό, κυνικό, καταγγελτικό, γκρίζο κατασκεύασμα, στο περίκλειστο σύμπαν του οποίου σχεδόν τίποτα δεν συμβαίνει; Μετά από τόσο αναμάσημα δυσάρεστων συμπερασμάτων, μετά από τόσες επαναλήψεις δυσοίωνων λεκτικών σχημάτων, η ίδια η απελπισία που εκφράζεται μέσα από αυτά μοιάζει να παραπαίει ανάμεσα στο σκώμμα και την ειρωνεία. Δεν γελάμε με τη φαιδρότητα των χαρακτήρων αλλά με το αυτονόητο των δηλώσεών τους (όπως λέει ο μεταφραστής Βασίλης Τσαλής στο επίμετρο της Πλατείας Ηρώων «οι χαρακτήρες βρίσκονται σε κατάσταση σοκ»).

Η αδυναμία του Μπέρνχαρντ να δημιουργήσει διάλογο είναι παροιμιώδης (ή μήπως καλύτερα να πούμε η απέχθεια και η αποστροφή του προς αυτόν;). Από την άλλη είναι επίσης χαρακτηριστική η ευελιξία του, η επιδεξιότητά του και η πληθωρικότητά του όταν γράφει παράλληλους μονολόγους. Σχεδόν κανένας χαρακτήρας στα έργα του δεν ακούει τον άλλο. Βρίσκονται επί σκηνής μαζί, αλλά δεν έχουν καμία ουσιαστική επικοινωνία. Ο διάλογος, όταν γίνεται – υπογραμμίζει αυτή την κατάσταση. Οι ήρωες δε δείχνουν να υποφέρουν από την απομόνωσή τους. Ίσα ίσα την απολαμβάνουν, την τονίζουν, την αποζητούν. Τη θεωρούν αναγκαία συνθήκη της ύπαρξής τους.

Ο Μπέρνχαρντ έχει εμμονή με κάποιες λέξεις. Τις επαναλαμβάνει συνέχεια. Και αυτές παίζουν σημαντικό ρόλο στη μουσική του παρτιτούρα. Τέτοιες “μουσικές” λέξεις αποτελούν εδώ τα τοπωνύμια Νοϋχάουζ, Βιέννη, Οξφόρδη κ.α.. Η περιοδική τους επανάληψη δημιουργεί μια αίσθηση basso continuo και η χρήση τους έχει καθαρά τονικό χαρακτήρα. Ο συγγραφέας λατρεύει τα τοπωνύμια και νομίζω πως, αν και δεν το αναφέρει ρητώς, αυτά θα πρέπει να εκφέρονται με μίσος και αηδία από τους ηθοποιούς – θα πρέπει να “φτύνονται” από το στόμα τους.

Σωστή και σεμνή η επιλογή του συγγραφέα να μη χρησιμοποιεί σημεία στίξης πουθενά στην Πλατεία Ηρώων. Δείχνει σεβασμό στη δουλειά του σκηνοθέτη και του ηθοποιού. Έτσι ενώ εντός κειμένου λοιδορούνται οι ηθοποιοί και οι άνθρωποι του θεάτρου εν γένει, το ίδιο το έργο, με τη μορφή του και τον τρόπο που είναι διαρθρωμένο αποτελεί φόρο τιμής στον ηθοποιό (ή είναι δείγμα σεβασμού του συγγραφέα προς τον ηθοποιό).

Η δραματουργία του Μπέρνχαρντ έχει στοιχεία μεταδραματικού θεάτρου. Αλλά δεν συνιστά μεταδραματικό θέατρο με την έννοια που αποδίδουμε συνήθως στον όρο. Έχει ευδιάκριτες δομές, αναπτύσσεται γραμμικά και στην ουσία της δεν καταργεί το αριστοτελικό τρίπτυχο αρχή-μέση-τέλος. Δεν είμαι σίγουρος ότι υπάρχει βέβαια κάθαρση στο θέατρο του Μπέρνχαρντ. Αν όντως υπάρχει, τότε μάλλον προέρχεται από την εκτόνωση του λόγου, από το ξόδεμα των λέξεων.

Η πλοκή παίζει δευτερεύοντα ρόλο (όπως και στην πεζογραφία του), είναι σχεδόν ανύπαρκτη. Οι χαρακτήρες φαίνονται εκ πρώτης όψεως επίπεδοι, καρικατούρες, υπηρέτες του λόγου (αντηχεία – με αυτή την έννοια παρατηρείται συγγένεια με το θέατρο του Μπέκετ). Ο λόγος είναι αυτοδύναμος. Περνάει μέσα από τα σώματα. Ο λόγος χρησιμοποιεί τον άνθρωπο.

Ενδιαφέρουσα είναι μια υπόγεια συνομιλία της Πλατείας Ηρώων με τον Βυσσινόκηπο ίσως και με τον Θείο Βάνια του Τσέχωφ. Το επισημαίνει ο Τσαλής σχολιάζοντας τα ονόματα των κοριτσιών του έργου (Όλγα, Άννα) αλλά και η ιστορία με τον δρόμο που περνάει μέσα από τον κήπο με τις μηλιές, έχει, αν μη τι άλλο, τσεχωφικές καταβολές. Ο συγγραφέας περιπαίζει τις επιρροές του. Γελάει πικρά με αυτές.

Οι ψυχολόγοι πρεσβεύουν ότι η βαθιά αλλαγή στον ανθρώπινο χαρακτήρα είναι πολύ δύσκολη (αν και όχι ανέφικτη). Οι δάσκαλοι σεναρίου τη θεωρούν, αντιθέτως, αναπόφευκτη και αυτονόητη. Ποιους να πιστέψουμε; Οι του σεναρίου διέπονται από ηρακλείτεια λογική. Η προσέγγιση τους είναι δυναμική, ενεργητική, οπτιμιστική. Οι ψυχολόγοι έχουν μια πιο “βραχμανική” αντίληψη. Προσδίδουν στο είναι αιώνια ακινησία. Ή έστω δυσκαμψία, εγγενή απροθυμία για κίνηση. Παρ’ όλα αυτά παρατηρούμε ότι οι ιστορίες των ανθρώπων, οι θεμελιώδεις αφηγήσεις, παραμένουν αμετάβλητες τα τελευταία τρεις χιλιάδες χρόνια. Τα ίδια μοτίβα επαναλαμβάνονται σταθερά (ιστορίες έρωτα, αφοσίωσης, απιστίας, πολέμου, ηρωισμού, προδοσίας κτλ). Συνεπώς κατά μία έννοια τίποτα δεν αλλάζει. Το συλλογικό ασυνείδητο του κόσμου παραμένει στατικό, αδιάφορο στις αλλαγές, αμετάβλητο και αιώνιο. Οι ήρωες του Μπέρνχαρντ είναι απόλυτα συνεπείς ως προς τούτο.

BERNHARD-PLATEIA-HRWWN-1-e1457512474276Η Πλατεία Ηρώων, που μιλάει βέβαια για το ναζιστικό παρελθόν της Αυστρίας και την ανοχή του αυστριακού λαού απέναντι στην εθνικοσοσιαλιστική λαίλαπα, δεν μπορεί να μη μας έρχεται στον νου σε κάθε δική μας εθνική επέτειο. Οι επευφημίες, οι παράτες, τα χειροκροτήματα, η μαζική συνάθροιση του κόσμου που ανεμίζει σημαιούλες μπροστά στις παρελάσεις, δημιουργούν αισθήματα δυσφορίας σε κάθε πολίτη με αντιφασιστικά αντανακλαστικά. Το εθνικό φρόνημα χρησιμοποιείται ως επί το πλείστον για δημαγωγικούς σκοπούς, ειδικά σε εποχές μεγάλης σύγχυσης και κρίσης. Έτσι δεν είναι τυχαίο ίσως το γεγονός ότι ο πρωταγωνιστής του έργου, Ρόμπερτ Σούστερ, προβαίνει σε έναν μονόλογο (σελ. 91) που θυμίζει σε πολλά το ανθελληνικό παραλήρημα, όπως χαρακτηρίστηκε, που είχε δημοσιεύσει ο συγγραφέας Δημήτρης Δημητριάδης στη Lifo πριν κάποιο καιρό και προκάλεσε αντιδράσεις.

Η αντιπαράθεση στον Μπέρνχαρντ όμως δεν είναι τόσο πολιτική, όσο οντολογική. Η κριτική του στρέφεται ενάντια στην εκούσια ομαδοποίηση και μαζοποίηση του ανθρώπου, την ευπιστία και την ανοησία του, την ανάγκη του να ανήκει κάπου, τον ετεροκαθορισμό, την ένδεια πεποιθήσεων, την απουσία πνευματικής συγκρότησης, την αδυναμία αντίστασης.

ΦΩΤΗΣ ΔΟΥΣΟΣ

Αναζήτηση νοήματος

book-decorations-decor-ideas

~ . ~
του ΦΩΤΗ ΔΟΥΣΟΥ
~ . ~

Κάθε κείμενο δεν είναι παρά ένα παλίμψηστο λέξεων, φράσεων, νοημάτων. Κάτω από τις αλλεπάλληλες διαστρωματώσεις του κρύβονται κοιτάσματα πολύτιμων λίθων ή, άλλοτε, σκέτος άνθρακας.

Αφήνοντας την επιφάνεια και αποφλοιώνοντας όσο μπορούμε το κειμενικό σώμα, βρίσκουμε τον σκελετό του που απαρτίζεται από κάποιες αδρές θεματικές ενότητες. Αποδομώντας και τον σκελετό φτάνουμε στον πυρήνα του, την κεντρική του ιδέα. Οι λοιπές, δευτερεύουσες ιδεολογικές συνισταμένες υπάρχουν για να φωτίσουν αυτόν τον ακρογωνιαίο λίθο, χωρίς τον οποίο το κειμενικό οικοδόμημα καταρρέει.

Η ανάλυση του λογοτεχνικού κειμένου οδηγεί σε ένα ντόμινο αποκαλύψεων που δεν φαίνεται να σταματάει πουθενά. Αντίθετα βλέπουμε ότι κάθε διαστρωμάτωση, κάθε νέο επίπεδο είναι μέρος μιας μακράς αιτιοκρατικής αλυσίδας, της οποίας δεν είναι εύκολο να κατανοήσουμε την πλήρη έκταση και λειτουργία. Γιατί ακόμα και αν φτάσουμε σε αυτό που ονομάζουμε θεματικό πυρήνα ενός κειμένου, στην κεντρική του ιδέα, πάνω στην οποία χτίζεται το όλο οικοδόμημα, δεν έχουμε βρει ακόμα την άκρη του μίτου. Η λεγόμενη κεντρική ιδέα είναι μέρος αυτής της αλυσιδωτής αντίδρασης και σίγουρα δεν αποτελεί την αρχή της. Ωστόσο από δω και πέρα η αναζήτηση μπαίνει σε έδαφος πολύ ολισθηρό. Από που προέρχεται αυτή η ιδέα; Ποιο είναι το ψυχολογικό ή συναισθηματικό ερέθισμα που την προκαλεί; Και ποια ακολουθία πραγμάτων έκανε τον νου που την συνέλαβε να λειτουργεί καθ’ αυτόν τον τρόπο; Να παράγει και να επεξεργάζεται δηλαδή τέτοιου τύπου ιδέες; Τι ρόλο παίζει σε κάτι τέτοιο η ηθική και πνευματική συγκρότηση του συγγραφικού υποκειμένου; Ποια η σημασία της κοινωνικής πραγματικότητας και της ιστορικής συνθήκης μέσα στην οποία συντίθεται το κείμενο;

Συχνά έρχεται η θεωρία της λογοτεχνίας για να δώσει (ή έστω να αποπειραθεί να δώσει) κάποιες απαντήσεις. Η μεγάλη περιπέτεια της λογοτεχνικής θεωρίας είναι υπόθεση του εικοστού αιώνα (όχι βέβαια ότι στις μέρες μας πνέει τα λοίσθια – απλά φαίνεται πια να έχει κατέλθει από το βάθρο της πνευματικής της ηγεμονίας…). Φορμαλισμός, νέος ιστορικισμός, νέα κριτική, στρουκτουραλισμός, ψυχανάλυση, μαρξιστικές θεωρίες, αποδόμηση, φεμινισμός, post-colonial studies και queer theory στρέφουν τον μεγεθυντικό φακό τους πάνω στο κείμενο και εξάγουν κάθε φορά το νόημα από μια καινούργια οπτική γωνία. Ωστόσο το ίδιο το νόημα, η λανθάνουσα ουσία του, μοιάζει πάντα να διαφεύγει.

Υπάρχουν και πιο πρακτικές προσεγγίσεις (απλοϊκές κατ’ άλλους) που στηρίζονται στον αποχρώντα λόγο όσο και στην κοινή λογική για να βγάλουν κάποιο συμπέρασμα. Όλη αυτή η παραφιλολογία που οι Αμερικανοί ονομάζουν αυθαίρετα “story theory” αναλίσκεται στο πως δομείται ένα κείμενο, ποιοι είναι οι αρμοί που το συνέχουν, πως μπορεί κάποιος να γράψει συντεταγμένα, με κανόνες και οδηγίες χρήσεως.

Ο γνωστός δάσκαλος δημιουργικής γραφής Lajos Egri στο εμβληματικό έργο του The Art of Dramatic Writing (λέγεται ότι ο Γούντυ Άλλεν κοιμάται κάθε βράδυ με αυτό το βιβλίο κάτω από το προσκεφάλι του) δηλώνει εμφατικά ότι ένα θεατρικό έργο (και συνεπακόλουθα οποιοδήποτε έργο μυθοπλασίας) ξεκινάει μόνο αφού βρούμε τον θεματικό του πυρήνα. Πρέπει να ξέρει κανείς από την αρχή για τι πράγμα γράφει. Και μάλιστα το θέμα θα πρέπει να συνοψίζεται σε μία μόλις πρόταση. Πρέπει να είναι αυτοτελές, ξεκάθαρο, διαυγές και να χαρακτηρίζεται από ηθικό και ιδεολογικό εκτόπισμα. Δεν μιλάμε για την περίληψη της ιστορίας, για το logline, αλλά για αυτό που θέλει να πει η ιστορία, το εσωτερικό μήνυμά της. Αν το νόημα παράγεται με συνειδητή προσπάθεια του συγγραφέα, δεν θα είναι δύσκολο και για τον αναγνώστη να μπορέσει να συνδεθεί κάπως με αυτό, να το αποκωδικοποιήσει, να το ερμηνεύσει. Τι γίνεται όμως με όλα τα υπόλοιπα σημεία του κειμένου που γεννιούνται από ασυνείδητες διεργασίες;

Στην Ελλάδα ακούμε κάτι τέτοια και βγάζουμε φλύκταινες. Εδώ το νόημα μας προκύπτει στην πορεία. Άσε που ούτε ο ίδιος ο συγγραφέας το γνωρίζει. Αυτή είναι δουλειά των κριτικών και των μελετητών που σαν τυμβωρύχοι πρέπει να σκάψουν το κάθε κείμενο για να βρουν τον κρυμμένο του θησαυρό. Μας αρέσει να παραδινόμαστε στην μυσταγωγία που εκπέμπει ένα κείμενο χωρίς να μπαίνουμε στον κόπο να το εξετάσουμε λογικά. Προτιμούμε να το πλησιάζουμε συναισθηματικά ή και διαισθητικά πολλές φορές. Ίσως είναι και αυτό δείγμα της μεσογειακής μας ιδιοσυγκρασίας. Κατά βάθος φοβόμαστε ότι οποιαδήποτε προσπάθεια ανάδειξης του εσωτερικού μηχανισμού ενός έργου που αναπότρεπτα διέπεται από λογικές αλληλουχίες, θα το καταστρέψει στα μάτια μας. Θα μας οδηγήσει σε απομάγευση.

Επιμένει πάντως ο Lajos Egri (το έργο του οποίου φυσικά δεν μεταφράσαμε ποτέ στην Ελλάδα, ως αντίποινα μάλλον για τις ιεροσυλίες που ξεστομίζει…) ότι η διαδικασία της συγγραφής χαρακτηρίζεται από αθροιστική λογική. Όλη η πλοκή χτίζεται σταδιακά πάνω στον ακρογωνιαίο λίθο που συνιστά το κεντρικό νόημα του εκάστοτε έργου. Πάνω σε ένα ηθικό πρόταγμα ή πάνω σε μια ιδεολογική θέση δημιουργείται, βήμα βήμα, μια ιστορία. Το πρόταγμα ή η θέση συμβολοποιούνται και ακολούθως σωματοποιούνται, αποκτούν υλική υπόσταση. Γίνονται η ψυχή και η κινητοποιός δύναμη της ιστορίας.

Βέβαια αυτή η μια πρόταση που συνιστά το θεματικό κέντρο της σύλληψης, κακά τα ψέμματα, μπορεί να φαντάζει υπερβολικά ηθικολογική ή διδακτική στην απλότητα και αμεσότητά της. Κάτι τέτοιο είναι αναπόφευκτο. Και συνιστά σίγουρα έναν αποτρεπτικό παράγοντα για να στήσεις πάνω της ένα έργο μυθοπλασίας, που σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να δεσμεύεται από ιδεοληπτικές αγκυλώσεις (ειδικά αν διακρίνεσαι από ελληνικό ταμπεραμέντο, όπως είπαμε). Σε τελική ανάλυση αν κάποιος επιθυμεί να διατυπώσει ένα βαρύγδουπο ηθικό συμπέρασμα, δεν έχει παρά να το πει λακωνικά, με μία πρόταση. Δεν χρειάζεται να χτίσει μια ολόκληρη ιστορία γύρω του και να το κρύψει στα θεμέλιά της.

Το κείμενο είναι μια terra incognita. Στην επικράτειά του όλες οι πυξίδες τρελαίνονται. Είναι δύσκολο να φανταστούμε ότι ο Σαίξπηρ ξύπνησε μια μέρα και είπε: “θα φτιάξω μια ιστορία που λέει ότι η ζήλεια είναι καταστροφική” και με βάση αυτή την σκέψη έγραψε τον Οθέλλο. Ή ότι ο Σοφοκλής σκέφτηκε συνειδητά πως το εθιμικό δίκιο είναι ισχυρότερο από το θεσμικό και από κει ξεκίνησε η Αντιγόνη. Αλλά μπορεί και έτσι να έγινε. Ποιος ξέρει; Ασφαλώς πρόκειται για απλοποιήσεις που περιορίζουν την πρόσληψη και την περαιτέρω νοηματική επεξεργασία του εκάστοτε έργου. Όμως αυτή η βασιλική οδός για το ασυνείδητο που είναι (και) η τέχνη της μυθοπλασίας δεν υπόκειται σε κανόνες και περιορισμούς εύκολα ανιχνεύσιμους.

Ο έτερος φημισμένος δάσκαλος συγγραφής, ο Robert McΚee λέει (και ορθώς) ότι οι ανθρώπινες αξίες αποτελούν την βάση κάθε αφήγησης, κάθε μυθοπλαστικής απόπειρας. Όσο και αν απεχθανόμαστε τον διδακτισμό, την μασημένη τροφή, την ηθικολογία, δεν γίνεται να μη παραδεχτούμε ότι κατά βάθος διαβάζουμε για να μάθουμε κάτι. Κάποιος θα μπορούσε να αντιτάξει πως όχι: διαβάζουμε για να αποκομίσουμε αισθητική απόλαυση και τίποτε άλλο ή για να επικυρώσουμε τις απόψεις που έχουμε διαμορφωμένες ήδη μέσα μας, να βρούμε ένα είδος πνευματικής επιβεβαίωσης ή τέλος πάντων για άλλους πιο φανταιζί λόγους (να ταξιδέψουμε στην φαντασία μας, να βρούμε τον εαυτό μας, να ξεφύγουμε από την καθημερινότητα κτλ) . Κι όμως σε ένα αδιόρατο βάθος το ζητούμενο της αισθητικής απόλαυσης συνδέεται με μια ενδελεχή κατάσταση μάθησης όπως και η επικύρωση των ήδη αποκτημένων γνώσεων και απόψεων. Διαβάζοντας, εκόντες άκοντες, σωρεύουμε εικόνες, συλλογισμούς, αισθήσεις, θυμόμαστε, αναθεωρούμε, αλλάζουμε, ωριμάζουμε, θέτουμε σε κίνηση νέους τρόπους σκέψης, ακονίζουμε την κριτική μας αντίληψη, εμπλουτίζουμε παντοιοτρόπως την πνευματική μας σκευή και διευρύνουμε τους ορίζοντές μας. Μαθητεία δεν είναι όλα αυτά; Και μάλιστα δια βίου εκπαίδευση.

Το νόημα ενός κειμένου δεν πρέπει να λογίζεται τελικός στόχος της ανάγνωσης. Γιατί όπως συμβαίνει και με το νόημα ενός ονείρου, έχει πολλαπλές απολήξεις που το καθιστά ρευστό, διάφανο, μη χειροπιαστό. Είναι κάτι που δεν μπορεί να κατακτηθεί. Κάτι που εκ φύσεως συνεχώς ελίσσεται, μεταμορφώνεται, μετακινείται. Αντιθέτως αυτή η πρωτεϊκή ουσία που συνηθίζουμε να αποκαλούμε νόημα, είναι καλύτερο να ιδωθεί ως δρόμος πάνω στον οποίο καλείται να βαδίσει ο αναγνώστης. Το πόσο μακριά θα φτάσει, το κατά πόσο θα προσεγγίσει τις απόκρημνες, επικίνδυνες, ολισθηρές πλευρές αυτού του δρόμου, εξαρτάται αποκλειστικά και μόνο από τις δυνατότητες του ίδιου του αναγνώστη.

ΦΩΤΗΣ ΔΟΥΣΟΣ

Οι εχθροί της τεχνικής

last-minute-panic.jpg

~ . ~  

του ΦΩΤΗ ΔΟΥΣΟΥ  ~ . ~  

Για την συγγραφή ενός μυθιστορήματος, ενός θεατρικού έργου, ενός σεναρίου απαιτείται χρόνος, αφοσίωση, δέσμευση. Ενδεχομένως και πολλοί ποιητές ή θεράποντες της μικρής φόρμας να διατείνονται ότι παιδεύουν τα γραπτά τους, ότι δεν επαφίενται στην άμπωτη και την πλημμυρίδα της έμπνευσής τους, ότι ξοδεύουν εργατοώρες πάνω από αυτά.

Δεν έχουμε λόγους να τους αμφισβητήσουμε. Όμως δεν είναι ακριβώς το ίδιο. Υπάρχει μια αδυσώπητη εξίσωση που λέει ότι όσο πιο πολλές λέξεις ρίχνονται στο χαρτί, τόσο πιο πολύς ο κόπος του γραφιά. Ακόμα και αν κάποιος αναλίσκεται σε κενολογίες, πελαγοδρομεί σε κλισέ και σε ρηχότητες, η δαπάνη που χρειάζεται σε χρόνο, ενέργεια και συγκέντρωση για να γράψει μερικές δεκάδες χιλιάδες λέξεις είναι αξιομνημόνευτη. Με αυτή την έννοια ακόμα και οι συγγραφείς της λεγόμενης εμπορικής λογοτεχνίας, που τείνουμε να τους περιφρονούμε και να καταφερόμαστε εναντίον τους με κοροϊδευτικό τρόπο, αξίζουν, έστω και μόνο για αυτό, τον σεβασμό μας.

Τα έργα μεγάλης πνοής πάντως απαιτούν και κάποιον στοιχειώδη σχεδιασμό. Αυτό είναι ένα αίτημα που έχει λυθεί μάλλον οριστικά στην Εσπερία, αλλά στα καθ’ ημάς περιβάλλεται από ένα παρδαλό πέπλο ασάφειας. «Το δε γράφειν δεν είναι άλλη τέχνη αλλ’ έμφυτος δεξιότης, με την οποίαν ηυδόκησεν ο Θεός να προικίση τους πέντε των Ελλήνων δακτύλους» αναφέρει κάπου ο Ροΐδης. Και δεν έχει άδικο. Με τον ερασιτεχνισμό που διακρίνει γενικώς την φυλή μας, αρεσκόμαστε να προάγουμε το ταλέντο ως sine qua non στοιχείο για οποιαδήποτε δράση (είτε αυτή είναι καλλιτεχνική είτε όχι) και δείχνουμε βαθιά περιφρόνηση για την όποια τεχνική κατάρτιση. Ένας μουσόληπτος καλλιτέχνης δεν χρειάζεται τεχνική στην Ελλάδα. Ίσα ίσα η τεχνική τον περιορίζει, ρημάζει την έμπνευσή του, θολώνει την πνευματική του διαύγεια. Το χάρισμά του είναι θεόθεν και οποιαδήποτε προσπάθεια επεξεργασίας, εκλέπτυνσης, εξέλιξης κρίνεται ανίερη και απορρίπτεται μετά βδελυγμίας.

Θα μου πείτε, μισό λεπτό. Τα μαθήματα δημιουργικής γραφής στην χώρα μας πληθαίνουν και αυξάνονται σαν τα μικρόβια μολυσματικής ασθένειας. Σεμινάρια, βιβλία how-to, αυτόκλητοι δάσκαλοι που έχοντας πληρώσει για να εκδώσουν ένα βιβλίο, θεωρούν ότι κατέχουν τα μυστικά της τέχνης τους. Όντως, αλλά αυτό δεν φαίνεται να προκύπτει τόσο από οργανική ανάγκη των ανθρώπων της συντεχνίας, όσο από μιμητισμό, από συμμόρφωση στις επιταγές της μόδας. Η συγκεκριμένη μόδα ξεκίνησε βεβαίως από την Αμερική πριν μερικές δεκαετίες, μόνο που εκεί εξυπηρετεί πολύ διαφορετικές ανάγκες και σκοπούς.

Εν πάση περιπτώσει υπάρχουν δύο τάσεις, εκεί έξω, που αφορούν την συγγραφή μυθιστορήματος, θεατρικού έργου, σεναρίου: ο τρόπος του plotter και ο τρόπος του pantser, σύμφωνα με τους αμερικάνικους νεολογισμούς. Plotter είναι ο συγγραφέας που πριν ξεκινήσει την ιστορία του, έχει σχεδιάσει με μεγάλη ευκρίνεια όλα τα σημεία καμπής της και ξέρει πολύ καλά την αρχή, την μέση και το τέλος της. Γνωρίζει επίσης πάρα πολλά πράγματα για τους χαρακτήρες. Πυξίδα του είναι το θέλω του ήρωα, ενώ βασικός κινητοποιός μοχλός της δράσης γίνονται τα εμπόδια σε αυτό το θέλω που δημιουργούν ένταση και conflict (λέξη-καραμέλα και άγιο δισκοπότηρο για τους συγγραφείς αυτής της κατηγορίας). Η τεχνική είναι το Α και το Ωμέγα εδώ. Pantser από την άλλη είναι ο συγγραφέας που βουτάει στην ιστορία του χωρίς να προσχεδιάσει τίποτα (pantsers είναι συλλήβδην οι Έλληνες συγγραφείς). Αυτός αφήνεται με εμπιστοσύνη στις ροές της ιστορίας του, δεν ξέρει τους ήρωές του – τους μαθαίνει καθόσον τους γράφει, δεν γνωρίζει το τέλος της ιστορίας, αυτοσχεδιάζει, “ακούει” τι του λένε οι ήρωες.

Με άλλα λόγια ο plotter μπαίνει στον λαβύρινθο της κάθε αφήγησης κρατώντας στα χέρια του τον μίτο της Αριάδνης (ή τουλάχιστον έτσι νομίζει, γιατί το plotting παίζει κάποιες φορές ρόλο placebo – δημιουργεί την ψευδαίσθηση ότι βαδίζεις σε σταθερό έδαφος, στο γράψιμο δεν υπάρχει ποτέ σταθερό έδαφος). Ο δε pantser εισέρχεται παντελώς άοπλος. Βασίζεται στην τύχη του για να βγει από τον λαβύρινθο. Κακά τα ψέμματα, κάποιοι συγγραφείς είναι πολύ τυχεροί και το καταφέρνουν.

Και οι δυο τρόποι έχουν τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματά τους. Όσον αφορά την πρώτη κατηγορία –που όπως είπαμε δεν ταιριάζει καθόλου στην ιδιοσυγκρασία και στην περιπετειώδη φύση του Έλληνα συγγραφέα– τα θετικά φαίνονται να είναι περισσότερα από τα αρνητικά. Πολλά άρθρα σε αμερικάνικα site που ασχολούνται με το γράψιμο υπερθεματίζουν υπέρ αυτών, ας τα συνοψίσουμε λοιπόν λίγο επιγραμματικά εδώ. Γράφοντας έτσι κερδίζει κανείς χρόνο, δεν πελαγοδρομεί ασύστολα, διατηρεί σφιχτή την αφήγηση, αποφεύγει τις τρύπες της πλοκής, έχει καλύτερη εποπτεία των ηρώων του. Από την άλλη ο αυστηρός a priori σχεδιασμός μοιάζει να περιστέλλει ενίοτε τις δημιουργικές πηγές του γράφοντος. Τον εξωθεί σε βεβιασμένες και στερεοτυπικές αφηγηματικές λύσεις, υποβιβάζει τον αυτοσχεδιασμό, τον βάζει σε αναπόδραστα καλούπια, γεννάει κλισέ. Αλλά το πιο σημαντικό: δεν είναι καθόλου, μα καθόλου διασκεδαστικός για τον συγγραφέα. Και αυτός νομίζω είναι ο βασικός λόγος που τον αποφεύγουν οι Έλληνες (πέρα από την άγνοια για το drama theory εν γένει και την απροθυμία τους να μάθουν καινούργιες μεθόδους). Γράφουμε αναζητώντας απόλαυση, αισθητική και πνευματική. Ο ξερός και εγκεφαλικός σχεδιασμός της δομής μας στερεί τις ηδονές της ανακάλυψης. Άπαξ και γίνει η δομή, το γράψιμο καθίσταται αγγαρεία. Δεν υπάρχει έξαψη, αγωνία, ενδιαφέρον για τον γράφοντα. Η ολοκλήρωση του έργου καταντά χειρωνακτική εργασία.

Το λεγόμενο pantsing από την άλλη που έχει σχεδόν δαιμονοποιηθεί στην Αμερική είναι εκ φύσεως πιο απολαυστικό. Δίνει την ψευδαίσθηση της απόλυτης ελευθερίας στον γράφοντα– που αλίμονο καταντάει συχνά ελευθεριότητα. Κινητοποιεί όλες τις συνθετικές του δυνάμεις. Τον βασανίζει πιο πολύ (για αυτό και είναι πιο ερεθιστικό), τον τοποθετεί στο κέντρο της ιστορίας: όπως τα πρόσωπα του έργου έτσι και ο συγγραφέας δεν γνωρίζει τι θα συμβεί στη συνέχεια. Ο συγγραφέας ζει το σασπένς της ίδιας της ιστoρίας του. Γίνεται αναγνώστης του εαυτού του – και κανείς αναγνώστης δεν θέλει να ξέρει από πριν το τέλος μιας ιστορίας. Αυτομάτως χάνει το ενδιαφέρον του για αυτήν.

Ποια μέθοδος είναι καλύτερη λοιπόν; Στην περίπτωσή μας δεν υπάρχει καλύτερο ή χειρότερο. Πολλά αριστουργήματα γράφτηκαν στο παρελθόν ενώ οι συγγραφείς τους αγνοούσαν εντελώς τους κανόνες του story-telling (βασικά δεν υπήρχαν κανόνες – αυτοί τους θεσπίσαν). Παρόλα αυτά στις μέρες μας με την υπερπροσφορά λογοτεχνικού κειμένου που μας καταπνίγει από παντού, είναι θεμιτό ο συγγραφέας να αξιοποιεί όλα τα όπλα που του παρέχονται. Και ασφαλώς η τεχνική (το να ξέρεις να χτίσεις με αρχιτεκτονικό τρόπο τις δομές μιας ιστορίας) αποτελεί ένα πολύ σημαντικό όπλο.

ΦΩΤΗΣ ΔΟΥΣΟΣ

Η κοχλάζουσα libido της ελληνικής πεζογραφίας

sex

 ~ . ~ 

του ΦΩΤΗ ΔΟΥΣΟΥ ~ . ~ 

Ο τίτλος του άρθρου θα μπορούσε να ανήκει και σε διδακτορική διατριβή της Φιλοσοφικής Σχολής ή του Τμήματος Ψυχολογίας κάποιου πανεπιστημίου ή να αποτελεί κεντρικό θεματικό μοτίβο σε stand up κωμωδία, προορισμένη βέβαια αυστηρά για την ιντελιγκέντσια. Προφανώς το ζήτημα είναι αχανές και δεν γίνεται παρά να το θίξουμε ελάχιστα εδώ.

Θα προσπαθήσουμε ωστόσο να το ψηλαφίσουμε έχοντας στον νου το έργο συγκεκριμένων συγγραφέων: των πιο προβεβλημένων, των πιο γνωστών, των πιο αγαπητών στο αναγνωστικό κοινό. Μια διευκρίνιση: δεν θα επεκταθούμε στους πολύ εμπορικούς συγγραφείς (Μαντά, Δημουλίδου κτλ.) γιατί α) υποθέτουμε ότι οι αναγνώστες του Νέου Πλανοδίου δεν τους θεωρούν καν συγγραφείς, β) η σεξουαλικότητα στα έργα τους προκαλεί κυρίως γέλιο (και δεν θέλουμε να ασχοληθούμε με την φαιδρή πλευρά της σεξουαλικότητας).

Πριν αρχίσουμε την (όσο πιο σφαιρική γίνεται) πραγμάτευση του θέματος, μας έρχεται συνειρμικά στον νου η ξεχασμένη πλέον πραγματεία του γιατρού Μ. Μωϋσείδη Αυνανισμός : Κίνδυνοι – Προφύλαξις – Θεραπεία που εκδόθηκε το 1927 στην Αθήνα. Στο προβοκατόρικο αυτό έργο μας διαβεβαιώνει ο αυστηρός και ηθικά άτεγκτος συγγραφέας-γιατρός ότι «δια της αναγνώσεως ενός έργου περί αυνανισμού ουδέποτε έγινε τις αυνανιστής». Αυτό είναι μάλλον ανακουφιστικό αν κάνουμε τις δέουσες αναγωγές στα μνημεία ερωτικού λόγου της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας. Με λίγα λόγια δεν έχουμε να φοβηθούμε, μπαινοβγαίνοντας –ως κοινοί voyeurs– στις τολμηρές περιγραφές ερωτικών σκηνών, μήπως καταληφθούμε από κάποιου είδους ερωτικό οίστρο. Η αυξημένη libido του νεοελληνικού μυθιστορήματος θα μας αφήσει ανεπηρέαστους και νηφάλιους να συγκεντρωθούμε στη δουλειά μας.

Πράγματι μόνο για αναφροδισία δεν μπορεί να κατηγορήσει κανείς την λογοτεχνία μας (για την πεζογραφία μιλάω, διότι όσον αφορά την ποίηση υπάρχουν πολλές ενστάσεις επ’ αυτού). Εδώ και πολύ καιρό οι πεζογράφοι έχουν σηκώσει το σεντόνι και μπορούμε να παρακολουθούμε με ανατομική ακρίβεια κάθε απόκρυφη πράξη των ηρώων τους. Είναι κακό αυτό; Φυσικά όχι. Εξαρτάται όμως πως το κάνει κανείς. Για παράδειγμα η σχετική ευφράδεια του Πασκάλ Μπρυκνέρ τίθεται πέρα από κάθε κριτική και βγαίνει βεβαίως εκτός συναγωνισμού. Αλλά οι περισσότεροι εν Ελλάδι ομότεχνοί του δεν χαρακτηρίζονται από το ίδιο μπρίο, τον ίδιο πλουραλισμό εκφραστικών μέσων, την ίδια έμπνευση, την ίδια στόχευση και την ίδια ειρωνεία απέναντι στο θέμα.

Μια πρώτη ματιά στα αξιόλογα γραπτά κάποιων από τους καλούς πεζογράφους μας δείχνει ότι αυτά όζουν τεστοστερόνης. Καθόλου παράλογο βέβαια. Η machο συμπεριφορά, πέρα από την γραφικότητα που της αποδίδουμε πολλές φορές, είναι συνυφασμένη με την εικόνα του άντρα από την μεταπολίτευση κι έπειτα. Γελάμε με τον Greek Lover του ’80, με τα σταυρουδάκια του, το δασύτριχο στήθος και τα ανοιχτά πουκάμισα. Αλλά αυτός δεν εξαλείφθηκε. Σήμερα μπορεί να έχει γυρισμένα τα ρεβέρ του παντελονιού του (για να φαίνεται ο αστράγαλος) και να διαθέτει μακριά γενειάδα (όπως στην αγροτική Ρωσία πριν αναλάβει την εξουσία το Μεγάλος Πέτρος) αλλά στην ουσία δεν έχει αλλάξει διόλου. Είναι ίσως λίγο πιο φοβισμένος, πιο μπλαζέ, πιο άτολμος. Αλλά κατά βάθος διακατέχεται από τις ίδιες ιδέες.

Τα μυθιστορήματα αποτελούν κάποιο είδος καθρέφτη της εποχής τους. Καθώς βυθιζόμαστε στον κόσμο τους είναι σαν να επιχειρούμε μια βουτιά στο Zeitgeist και να παίρνουμε μια γεύση από τις κυρίαρχες ιδέες, τις μεγάλες φαντασιώσεις, τις ψευδαισθήσεις και τα οράματα που συγκρούονται μέσα σε αυτό. Πως διαμορφώθηκε σήμερα το Ερωτικό μέσα από το Πολιτικό και το Κοινωνικό δεν είναι δύσκολο να το διακρίνουμε: η επίπλαστη οικονομική ευμάρεια, οι απεριόριστες δυνατότητες κοινωνικής καταξίωσης μέσα από ελιγμούς διαπροσωπικών σχέσεων, οι ψευδαισθήσεις μεγαλείου και παντοδυναμίας που ενέτεινε μια περιρρέουσα αίσθηση ευφορίας, δεν μπορεί παρά να επέδρασαν καταλυτικά στον τρόπο που βλέπουμε την ερωτική πράξη και συμπεριφορά και ακόμα στον τρόπο που αυτή απεικονίζεται και εγχαράσσεται στη λογοτεχνία μας.

Σε μεγάλο αριθμό μυθιστορημάτων (γραμμένων από άντρες – για τις γυναίκες θα πούμε αργότερα) οι αρσενικοί χαρακτήρες, που είναι βέβαια και οι πρωταγωνιστές, διακρίνονται από ελευθέρια, ακάματη και βουλιμική σεξουαλική ζωή. Αν θέλουμε να φτιάξουμε το γενικό προφίλ του δεσπόζοντος μυθιστορηματικού ήρωα θα πούμε ότι είναι  άνδρας 30-40 ετών, γυναικάς, πολυγαμικός εκ φύσεως και εκ πεποιθήσεως, που κατά κανόνα έχει μεγάλη πέραση στο αντίθετο φύλο και επωφελείται στο έπακρον από αυτό. Αλλά συγχρόνως δεν παύει να είναι και κάπως ευαίσθητος, κυνικός όσο και αισθηματίας, στοχαστικός και άφρων, προσηλωμένος σε μια ιδανική γυναίκα αλλά σε αέναη αναζήτηση της σεξουαλικής εμπειρίας που έχει σωρευτική αξία για αυτόν: είναι παράσημο αρρενωπότητας. Όσο πιο πολλές γυναίκες τόσο το καλύτερο. Φαντάζομαι κάποια από αυτά τα στοιχεία θα εξοργίζουν την φεμινιστική κριτική στην χώρα μας (sic). Να τονίσουμε ότι τα ζεύγη των αντιφάσεων που αναφέρουμε παραπάνω δεν προέρχονται από κάποια υπαρξιακή διχοτόμηση του ήρωα, αλλά σε αυτοσχεδιασμούς και σε επιπόλαιους επαμφοτερισμούς της συγγραφικής βούλησης.

Ο ανθρωπότυπος που περιγράφουμε έχει και άλλα στοιχεία που διαμορφώνουν ή απορρέουν (από) την σεξουαλική του συμπεριφορά. Είναι έξυπνος και αποφασιστικός, παίρνει ρίσκα, μπορεί να είναι αποτυχημένος σε αυτό που κάνει, αλλά αντιμετωπίζει την αποτυχία του με μεγαθυμία, χιούμορ και σαρκασμό, δεν έχει πολύ στενούς φίλους, αυτοπροσδιορίζεται ως  μοναχικός κυνηγός. Θεωρεί ότι (πρέπει να) είναι απόλυτα ελεύθερος, για αυτό και δεν δένεται συναισθηματικά – δεν διατηρεί συναισθηματικούς δεσμούς ούτε καν με την οικογένειά του. Καλύπτει τα υπαρξιακά του κενά μέσω της δράσης. Έχει έναν ψυχαναγκασμό (ψύχωση να το πούμε;) με την προσωπική του ελευθερία (όπως την ορίζει αυτός, το να πράττει αυτοβούλως χωρίς καμία συνέπεια δηλαδή), αλλά αγνοεί ότι είναι δέσμιος των παθών του και των ασυνείδητων παρορμήσεών του.

Τέλος δεν έχει αμφιβολίες για την σεξουαλική του ταυτότητα, ενώ αντιμετωπίζει με περιπαικτικότητα και με κάποιο αίσθημα ανωτερότητας (αν όχι με χλευασμό) τους ομοφυλόφιλους. Θυμίζει λίγο τον τρόπο που παρουσίαζε τον χαριτωμένο gay η τηλεόραση στα 90ties. Λίγο σαν καρικατούρα, λίγο σαν παρακατιανό, λίγο σαν ιδιάζουσα περίπτωση, πάντως όχι σαν άτομο που μπορείς να το πάρεις στα σοβαρά.

Όταν σχεδιάζουν γυναικείους χαρακτήρες, οι συγγραφείς μας, δείχνουν να μην πολυκαταλαβαίνουν τι ακριβώς κάνουν. Το εγχείρημα είναι έτσι κι αλλιώς δύσκολο. Πολλοί από τους σύγχρονους πεζογράφους πάντως αρέσκονται να βλέπουν την γυναίκα  χειραφετημένη, δυναμική, τσαμπουκαλεμένη, λίγο αριβίστρια, ελαφρώς κυνική, έξυπνη μεν μα και κάπως αφελή. Αλλά για μισό λεπτό. Αυτά είναι χαρακτηριστικά που αποδίδουν λίγο πολύ και στους αντρικούς χαρακτήρες τους! Από ένα σημείο και μετά γίνεται εύκολα αντιληπτό ότι, διαβάζοντας ελληνική λογοτεχνία, παγιδευόμαστε σε έναν τραγικά μονοδιάστατο κόσμο, όπου όλοι οι ήρωες είναι αντίγραφα ή κακέκτυπα συγκεκριμένων ψυχικών τάσεων του συγγραφέα τους.

Η κυρίαρχη σεξουαλικότητα σε πολλά από τα μυθιστορήματα της τελευταίας τριακονταετίας έχει μια έκδηλα ναρκισσιστική τάση. Σχεδόν βλέπουμε τον συγγραφέα να τσαλαβουτά με αυταρέσκεια και εγωπάθεια στις φαντασιώσεις του ή να καταγράφει (μήπως να πω καλύτερα να “μετουσιώνει”;) τις εμπειρίες του προς χάριν της αναγνωστικής τέρψεως. Η δε επιλογή πολλών πεζογράφων να χρησιμοποιούν εμμονικά το πρώτο πρόσωπο στην αφήγηση μας αναγκάζει να παρακολουθούμε τα τεκταινόμενα υπό το πρίσμα του πρωταγωνιστή, πράγμα που συχνά προκαλεί δυσφορία.

Η αθυροστομία εξαίρεται και λαμβάνει κλέη ζουμερού, μεστού, ακόμα και ποιητικού λόγου. Ενός λόγου που διατηρεί όμως στενή σχέση με την ωμότητα και την αμεσότητα της αληθινής, καθημερινής, αγοραίας γλώσσας. Το οπλοστάσιο του λογοτέχνη εμπλουτίζεται από λέξεις, φράσεις, ιδιωματισμούς του δρόμου. Η γλώσσα γίνεται ακραιφνώς ρεαλιστική, επιδίδεται σε φωτογραφική περιγραφικότητα, δεν κρύβει τίποτα. Δεν έχει ανάγκη να κρύψει άλλωστε (δεν φιλεί κρύπτεσθαι!).

Για να δούμε τώρα πως διαχειρίζονται το όλο θέμα οι γυναίκες συγγραφείς (στην queer λογοτεχνία δεν θα αναφερθούμε γιατί –πλην ελαχίστων εξαιρέσεων– δεν υπάρχει κάτι τέτοιο στην Ελλάδα). Εδώ έχουμε εντελώς διαφορετική αντιμετώπιση.

Και σε αυτές ο αρσενικός ήρωας είναι συνήθως άπιστος καιδιατηρεί κάποια από τα χαρακτηριστικά που του προσδίδουν παραδοσιακά οι άντρες συγγραφείς. Αναζητά την ελευθερία του, έχει παρόλα αυτά τύψεις για την ερωτική απιστία, είναι βαθιά μοναχικός και πολύ δυναμικός κτλ. Η ίδια η σεξουαλική πράξη αποσιωπάται συχνά από έναν απρόσμενο συγγραφικό πουριτανισμό που έχει και μια επικάλυψη ψευτο-ρομαντισμού. Άλλοτε πάλι αποδίδεται με ανατριχιαστικές/γαργαλιστικές λεπτομέρειες που θα κάναν μια αρσακειάδα να ερυθριάσει. Μόνο που στην εποχή του ίντερνετ και της ασύδοτης διάχυσης του πορνό δεν υπάρχουν αρσακειάδες-αναγνώστες. Τίποτα δε μας σοκάρει. Είμαστε απρόσβλητοι στην περιγραφική δύναμη του λόγου, ειδικά όταν ο λόγος αποπειράται να υποκαταστήσει την εικόνα. Εκεί συντρίβεται.

Η ερωτική συμπεριφορά των γυναικείων χαρακτήρων ποδηγετείται σχεδόν πάντα από τα κελεύσματα του συναισθήματος. Άρα κατά μια έννοια διαθέτει ένα ηθικό προβάδισμα σε σχέση με τον ζωώδη, ασυνείδητο και ρηχό ερωτισμό των ανδρών. Ακόμα και όταν απιστεί η γυναίκα έχει λόγο που το κάνει. Αυτό την δικαιώνει και αυτομάτως την απενοχοποιεί στα μάτια του αναγνώστη.

Θα περίμενε κανείς μεγαλύτερο βάθος, ποικιλία και πρωτοτυπία στην διαχείριση της σεξουαλικότητας από τις γυναίκες συγγραφείς. Μιας και ο ερωτισμός με όλη του την μυστικοπάθεια, τη μεγαλοσύνη και την λαβυρινθώδη του διάρθρωση, θεωρείται κάτι σαν τερραίν τους. Τουναντίον γινόμαστε συνήθως μάρτυρες μιας σειράς κοινοτοπιών που ακουμπούν σε κλισέ, στερεότυπα και κοινωνικές συμβάσεις. Κατά συνέπεια όταν εισερχόμαστε στα άδυτα της λογοτεχνικής κρεβατοκάμαρας αυτών των κυριών, βαριόμαστε ασύστολα και θέλουμε να το βάλουμε στα πόδια σαν εραστές που τους έτυχε κακό ραντεβού στα τυφλά.

~ . ~

Άλλαξε κάτι μέσα στα εφτά χρόνια κρίσης; Ποιες είναι οι κυρίαρχες σεξουαλικές εικόνες που κανοναρχούν τώρα την λογοτεχνία μας; Πως ερωτοτροπούν οι χάρτινοι ήρωές μας σήμερα;

Σε γενικές γραμμές η αλλαγή –αν συντελείται– επέρχεται με πολύ αργά βήματα.

Μια από τις πιο γλαφυρές ερωτικές σκηνές των τελευταίων ετών υπάρχει στο διήγημα της Λένας Κιτσοπούλου “Ο Μουνής”, από τη συλλογή διηγημάτων Μεγάλοι δρόμοι. Αξίζει να σταθούμε λίγο σε αυτήν.

Πρόκειται για μια ερωτική σκηνή από την οποία αναδύεται μισανθρωπία, σαρκασμός, διαβολεμένα μαύρο χιούμορ, στοιχεία που δεν είδαμε συχνά μέχρι τώρα σε ανάλογες στιγμές της λογοτεχνίας μας. Σε κάποιο μέρος της ελληνικής επαρχίας λοιπόν (η Κιτσοπούλου μισεί την επαρχία – σε αντίθεση με τους περισσότερους πεζογράφους μας που την αντιμετωπίζουν πάντοτε με μια ιδεαλιστική νοσταλγία) μια άγαμη γυναίκα για να συγκαλύψει το σκάνδαλο της εγκυμοσύνης της, παντρεύεται εσπευσμένα έναν ανάπηρο και καθυστερημένο άνδρα, ο οποίος αποδεικνύεται και σεξουαλικά ανίκανος. Για την αφύπνιση της λιμνάζουσας λίμπιντο του ανδρός επιστρατεύεται η μάνα της κοπέλας, αφού η ίδια η νύφη σηκώνει τα χέρια ψηλά.

Σχεδόν όλα τα πρόσωπα του διηγήματος είναι άσχημα, υπέρβαρα, βρώμικα και ηλίθια. Η σεξουαλική τους ζωή αρρωστημένη, προβληματική, εφιαλτική. Voilà λοιπόν ένα ερωτικό κοσμοείδωλο σε άμεση συνάρτηση με την πραγματικότητά μας.

Η Κιτσοπούλου δεν χαρίζεται ούτε στους άνδρες ούτε στις γυναίκες (αν και μεροληπτεί ανεπαίσθητα υπέρ των δευτέρων). Μπορεί η γλώσσα της και η θεματολογία της να γίνεται συχνά αποκρουστική, αλλά εκφράζει μια αδιαμφισβήτητη αλήθεια. Βάζει μπροστά στον αναγνώστη ένα κάτοπτρο και του ζητάει να τσεκάρει λίγο την εικόνα του. Δικαίωμα του καθενός είναι να αποστρέψει το βλέμμα ή να κοιτάξει πιο προσεκτικά και να βγάλει κάποια συμπεράσματα.

Στο εν λόγω διήγημα (αλλά και σε άλλα με ενδεικτικούς τίτλους όπως “Ο Κατάθλας”, “Ο Καραγκιόζης” κ.ά.) ο άντρας γελοιοποιείται, γίνεται “Μουνής” ευνουχίζεται, χάνει την πατριαρχική ρώμη του και μετατρέπεται σε μια δυσλειτουργική καρικατούρα. Έχουμε να κάνουμε με μια ιδιότυπη, όψιμη, φεμινιστική δικαιοσύνη; Ο τρόπος που συνομιλούν διακειμενικά πάντως αυτοί οι ήρωες με τους προγενέστερούς τους (που προέρχονται από άντρες και γυναίκες συγγραφείς) δείχνει μια μετατόπιση του βαρόμετρου της ασυνείδητης συγγραφικής λίμπιντο. Θα αποδειχτεί γόνιμη μια τέτοια μηδενιστική σεξουαλικότητα; Θα αποδώσει καρπούς; Δεν έχουμε παρά να περιμένουμε και θα δούμε. Πάντως η Κιτσοπούλου αποτελεί εξαίρεση αυτή τη στιγμή στα ελληνικά γράμματα (υποθέτω ότι κάποιοι αναγνώστες του Νέου Πλανοδίου δεν την θεωρούν ούτε αυτήν συγγραφέα…)

~ . ~

Είναι ομολογουμένως δύσκολο –αν και εν τέλει αναπόφευκτο– να προσαρμόσεις μια ερωτική σκηνή στην αφήγησή σου. Και αυτό γιατί έχει γίνει άπειρες φορές στο παρελθόν με όλους τους δυνατούς τρόπους: με διακριτικότητα, με υπαινικτικότητα, με αγριότητα, με ωμότητα, ρομαντικά, πορνογραφικά, κυνικά, αποκαλυπτικά, πουριτανικά κτλ. Το μεγάλο πρόβλημα όμως που εντοπίζουμε στους σύγχρονους Έλληνες πεζογράφους δεν είναι η “αγωνία της επίδρασης» που τους κόβει τα πόδια, ούτε η έλλειψη φαντασίας, εμπειρίας, ερωτικής επινοητικότητας. Το πρόβλημα ξεκινάει αρκετά πριν τη στιγμή που οι ήρωες αφαιρέσουν τα ενδύματά τους και αφεθούν στις φλόγες του πάθους. Έχει να κάνει με τον ίδιο τον χαρακτήρα των ηρώων, την δόμηση και τη συγκρότησή του. Οι ερωτικές σκηνές δεν πάσχουν από αφλογιστία – οι ήρωες όμως που τις εμψυχώνουν είναι φτιαγμένοι ελλιπώς.

Οι χαρακτήρες της λογοτεχνίας μας είναι ως επί το πλείστον φλατ, χάρτινοι, επίπεδοι. Χωρίς εσωτερικές συγκρούσεις. Χωρίς κίνητρα. Χωρίς βάθος. Με άλλα λόγια είναι ήδη γυμνοί πριν βγάλουν τα ρούχα τους. Περιφέρονται από σελίδα σε σελίδα σα να είναι θεατές σε ένα πανόραμα που εκτυλίσσεται μπροστά τους. Δεν συμμετέχουν στα πράγματα. Εκτελούν τα πάντα με έναν επιδερμικό τρόπο. Ακόμα και όταν έχουν να κάνουν κάτι πολύ σοβαρό (φόνο για παράδειγμα) το πράττουν ελαφρά τη καρδία. Ο θάνατος και η απώλεια των αγαπημένων τους προσώπων περνούν ξώφαλτσα από τον αδιατάρακτο ψυχικό τους κόσμο. Δεν κατατρέχονται από διλήμματα, ιδιαίτερες ηθικές αναστολές, τύψεις, ενοχές. Πάσχουν με λίγα λόγια από characterization (όπως λέει και ο γέρο-McKee) – δεν είναι characters. Είναι δηλαδή φορτωμένοι με ένα σωρό φανταχτερά εξωτερικά γνωρίσματα: όμορφοι, άσχημοι, ευφυείς, βαρεμένοι, ψώνια, υπέροχοι τύποι κτλ. αλλά αυτά έχουν να κάνουν με την επιφάνεια. Οι επιθετικοί προσδιορισμοί από μόνοι τους δεν συνιστούν χαρακτήρα, δεν είναι δηλωτικοί βάθους, και στην συνείδηση του αναγνώστη σκάνε σαν κούφιες λέξεις. Ένας χάρτινος ήρωας αποκτάει τρεις διαστάσεις μέσα από μια πολύ διαφορετική ανάπτυξη (όπως το ορίζει πολύ εύγλωττα ο McKee που μνημονεύω παραπάνω) και αυτή συνοψίζεται στα εξής: διλημματικές αποφάσεις σε άκρως επείγουσες στιγμές, σύγκρουση των θέλω του ήρωα, αντίθεση εξωτερικών περιγραφικών του στοιχείων με άρρητες εσωτερικές του ανάγκες κτλ.

Πώς γίνεται να κάνουν έρωτα και να μας συναρπάσουν ή έστω να μας πείσουν δυο χάρτινοι και εντελώς επίπεδοι χαρακτήρες; Σε τέτοιου είδους ερωτικές περιπτύξεις δεν ξεγυμνώνονται οι εν λόγω ήρωες, αλλά οι απόκρυφες σκέψεις, τα κόμπλεξ, οι διαστροφές και οι φαντασιώσεις του συγγραφέα τους.

ΦΩΤΗΣ ΔΟΥΣΟΣ

~ . ~

Οι στήλες του ΝΠ. gr
ΛΟΞΕΣ ΜΑΤΙΕΣ : γράφει ο ΦΩΤΗΣ ΔΟΥΣΟΣ