Στήλη | Εστιάσεις (από τον Άγγελο Χρυσόγελο)

Πράσινη μετάβαση, πολιτική υποκρισία

*

του ΑΓΓΕΛΟΥ ΧΡΥΣΟΓΕΛΟΥ

Καθώς γίνεται πια σαφές ότι η ενεργειακή κρίση θα είναι το μεγάλο πολιτικό ζήτημα του επερχόμενου χειμώνα, είναι ενδιαφέρον να παρατηρεί κανείς πώς αυτή η κρίση αναπαράγεται ως πολιτικό επίδικο πάνω στις υπάρχουσες διαχωριστικές γραμμές στις δυτικές δημοκρατίες.

Λαϊκιστικά κόμματα της δεξιάς ήδη παρουσιάζουν την κρίση ως σύμπτωμα της «πράσινης μετάβασης» και ζητούν αναβολή, αν όχι αναστολή, των μέτρων για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής προκειμένου να μειωθούν οι τιμές της ενέργειας. Βασικός εκφραστής αυτής της τάσης είναι ο Νάιτζελ Φαράτζ που προ μηνών δημοσίευσε ένα μανιφέστο εναντίον της πράσινης μετάβασης, ζητώντας δημοψήφισμα για αυτήν στα πρότυπα του Μπρέξιτ. Στο αντίπαλο στρατόπεδο, τα κατεστημένα κόμματα της κεντροαριστεράς και κεντροδεξιάς και οι πολιτικές, οικονομικές, τεχνοκρατικές και ιδεολογικές ελίτ ρίχνουν το φταίξιμο στον Πούτιν και τον πόλεμο στην Ουκρανία. Δυνάμεις της οικολογίας και της προοδευτικής αριστεράς πηγαίνουν παραπέρα, υπενθυμίζοντας ότι αν η Ευρώπη είχε ήδη απαγκιστρωθεί από το φυσικό αέριο του Πούτιν και βασιζόταν στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, δεν θα αντιμετώπιζε ενεργειακή κρίση.

Όπως συμβαίνει συνήθως στον πολιτικό διάλογο, και οι δυο απόψεις περιέχουν ψήγματα αλήθειας, όμως συγκαλύπτουν μέρος της πραγματικότητας. (περισσότερα…)

Η μεθόδευση της διαρκούς κρίσης

*

του ΑΓΓΕΛΟΥ ΧΡΥΣΟΓΕΛΟΥ

Μια κρίση που υποτίθεται ότι είχε παρέλθει αλλά επιστρέφει. Και μια κρίση στην οποία δεν διαφαίνεται κανένα τέλος. Η πανδημία έρχεται ξανά στο προσκήνιο με το πέμπτο (ή έκτο;) κύμα, καθώς τα κάποτε θαυματουργά εμβόλια χάρη στα οποία θα «παίρναμε πίσω τις ζωές μας» αποδεικνύονται ανεπαρκή μπροστά στις νέες παραλλαγές του ιού. Από την άλλη, ο πόλεμος στην Ουκρανία μετατρέπεται σε αυτό που οι περισσότεροι σοβαροί αναλυτές διέβλεπαν από την αρχή, μια αέναη σύγκρουση αυξομειούμενης έντασης. Καθώς οι παράλληλες αυτές κρίσεις εισέρχονται σε πορεία σύγκλισης με πολλαπλές και αλληλοτροφοδοτούμενες επιπτώσεις –πληθωρισμός, ενέργεια, επισιτιστική καταστροφή– το επίσημο αφήγημα προσαρμόζεται και αυτό στην νέα πραγματικότητα. Και είναι οι μεταπτώσεις αυτού του αφηγήματος που αποκαλύπτουν μια συγκεκριμένη μεθόδευση άσκησης εξουσίας και πολιτικής σήμερα.

Μπορούμε να δούμε πώς λειτουργεί αυτή η μεθόδευση της διαρκούς κρίσης σε δυο ζητήματα τα οποία παρουσιάζουν πολλές αναλογίες: την πανδημία και τον πόλεμο στην Ουκρανία. Και στις δυο περιπτώσεις, έχουμε την ίδια ακολουθία. Πρώτον, ένα σοβαρό ζήτημα πολιτικής μετατρέπεται σε υπαρξιακή κρίση που όχι μόνο απειλεί τον τρόπο ζωής μας, αλλά επιβάλλει να τον αλλάξουμε. Δεύτερον, αν και αρχικά συσπειρώνει γύρω από μια πολιτική εξουσία που μιλάει με λόγο ενωτικό, η κρίση γρήγορα μετατρέπεται σε διαιρετική τομή γύρω από την οποία η εξουσία οικοδομεί μια παράταξη εσωτερικών εχθρών η οποία ορίζεται με μη-πολιτικούς και ηθικολογικούς όρους: «λαϊκιστές», «ψεκασμένοι» κλπ. Τρίτον, μετά την πόλωση έρχεται η ύφεση, κατά την οποία η κρίση μετατρέπεται σε κανονικότητα και η εξουσία αποδέχεται στην πράξη πολλές από τις αντιρρήσεις που μέχρι πρότινος καυτηρίαζε, παρουσιάζοντας τον εαυτό της ως εγγυητή της σταθερότητας απέναντι σε δυνάμεις που η ίδια απελευθέρωσε. (περισσότερα…)

Γιατί μας τρομάζει το λοκντάουν της Σαγκάης;

*

του ΑΓΓΕΛΟΥ ΧΡΥΣΟΓΕΛΟΥ

Η πανδημία του κορωνοϊού τελειώνει όπως ξεκίνησε: με εικόνες ακραίων, σχεδόν σαδιστικών, υγειονομικών μέτρων του κινεζικού κράτους και με τις αντίστοιχες αντιδράσεις ανησυχίας αλλά και αισθήματος ανωτερότητας των δυτικών παρατηρητών. Όπως τον Φεβρουάριο του 2020 βλέπαμε τα λοκντάουν στην Γιουχάν ως κάτι σουρεαλιστικό, έτσι και τώρα βλέπουμε την Σαγκάη ως κάτι εντελώς ξένο προς την δική μας πραγματικότητα. Αυτές οι αντιδράσεις βέβαια παραλείπουν βολικά ότι μεταξύ της Γουχάν και της Σαγκάης μεσολάβησαν δυο χρόνια περιορισμών, μέτρων και λοκντάουν στην καρδιά της λεγόμενης «δημοκρατικής Δύσης».

Κάποιος θα αντιτείνει ότι τα λοκντάουν στην Ευρώπη και την Βόρεια Αμερική δεν έφτασαν ποτέ τις υπερβολές των Κινέζων. Ο αντίλογος φυσικά είναι ότι Δύση και Κίνα δεν εκκινούσαν από το ίδιο σημείο. Αυτά που θεωρούμε υπερβολές στην Σαγκάη απέχουν λιγότερο από την κανονικότητα της ζωής υπό το ΚΚ Κίνας από ό,τι τα SMS εξόδου απείχαν από τα ιδεώδη των δικών μας δημοκρατικών συστημάτων. Ένα λοκντάουν στην Κίνα είναι επέκταση ενός ήδη υπάρχοντος συστήματος ελέγχου. Τα λοκντάουν στην Δύση ήταν πλήρης ανατροπή της δημοκρατικής τάξης, ανεξάρτητα από τους όποιους υγειονομικούς λόγους υπήρχαν για αυτά.

Το σοκ που νιώθουμε λοιπόν για τις εικόνες της Σαγκάης είναι μάλλον ένας μηχανισμός αντίστασης σε έναν απολογισμό που, αν τον κάναμε, μάλλον δεν θα ήταν και πολύ κολακευτικός για την ευκολία με την οποία αποδεχτήκαμε περιορισμούς στις ελευθερίες μας, ιδιαίτερα σε εποχές που κατά τα άλλα το επίσημο αφήγημα πολιτικής και διανόησης είναι ότι η «δημοκρατία κινδυνεύει». Δηλώνουμε αποτροπιασμό για τις εικόνες της Σαγκάης για να δικαιολογήσουμε τα δικά μας λοκντάουν, που στο κάτω-κάτω «δεν ήταν και τόσο υπερβολικά». (περισσότερα…)

Η αυτοακύρωση ως ηγεμονία: Η αριστερά μετά την πανδημία

*

του ΑΓΓΕΛΟΥ ΧΡΥΣΟΓΕΛΟΥ

Ο κυρίαρχος λόγος στην Ελλάδα και άλλες δυτικές χώρες έχει πια επιβάλει ως πολιτική διαιρετική τομή της πανδημικής κρίσης την «επιστήμη εναντίον του ανορθολογισμού», σε αυτήν την διατύπωση ή με παραλλαγές. Έχουμε ουσιαστικά δηλαδή μια αναδιατύπωση του κυρίαρχου σχήματος «λαϊκισμός/αντι-λαϊκισμός» της προηγούμενης δεκαετίας, όπου η πολιτική διαμάχη παρουσιάζεται ως σύγκρουση δυο ασυμβίβαστων στρατοπέδων: ορθολογισμός, μετριοπάθεια, επιστήμη από την μια, εξαλλοσύνη, συνωμοσιολογία και «ψεκασμοί» από την άλλη. Η κρίση της πανδημίας επομένως επιταχύνει την αποδόμηση των παραδοσιακών πολιτικών ταυτίσεων και τοποθετήσεων, ιδιαίτερα κατά μήκος του παραδοσιακού ιδεολογικού άξονα αριστερά-δεξιά.

Ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα είναι η περίπτωση της αριστεράς, της οποίας η περιθωριοποίηση συνεχίστηκε με γοργούς ρυθμούς τα τελευταία δυο χρόνια, ακυρώνοντας οριστικά τις ελπίδες που είχαν γεννηθεί για αυτήν με την οικονομική κρίση του 2008. Στην Ευρώπη, η μάχη με την λιτότητα έληξε με την απόλυτη επικράτηση του ευρωκατεστημένου. Στον αγγλοσαξονικό κόσμο, η επικράτηση Κόρμπυν στο Εργατικό Κόμμα το 2015 και η υποψηφιότητα Σάντερς στους Δημοκρατικούς το 2016 απέφεραν τελικά πενιχρά αποτελέσματα. Μετά και την πανδημία, το αποτέλεσμα είναι ότι, ακόμα και εκεί όπου υπήρξε πρόσφατα κάποια εκλογική στροφή προς πιο προοδευτική κατεύθυνση, όπως οι ΗΠΑ και η Γερμανία, τα κέρδη τα καρπώθηκαν εκφραστές του σοσιαλφιλελεύθερου κέντρου.

Και όμως, η αποτυχία της αριστεράς να αρθρώσει αν όχι πειστικό, τουλάχιστον στοιχειωδώς συνεκτικό λόγο στην πανδημία δεν θα έπρεπε να θεωρείται αυτονόητη. Ίσα ίσα, είναι παράδοξο ότι η αριστερά δεν έχει κάτι να πει για μια κρίση που έχει βυθίσει εκατομμύρια ανθρώπους στην οικονομική ανασφάλεια, ανέδειξε τις συνέπειες δεκαετιών λιτότητας για τα δημόσια συστήματα υγείας, και επιταχύνει την συγκέντρωση πλούτου στα χέρια μιας τεχνοοικονομικής ολιγαρχίας. Το ερώτημα είναι αν η αποτυχία της αριστεράς να αρθρώσει την αντίθεσή της είναι ένδειξη συγκυριακών ελλειμμάτων (ηγεσίας, οράματος κλπ.), ή μιας βαθύτερης αλλαγής που κάνει τις ιδέες και τις προτεραιότητές της θεμελιωδώς ασύμβατες με τα νέα αιτήματα που έχει δημιουργήσει η πανδημία.

Για να απαντήσουμε αυτό το ερώτημα πρέπει να εξετάσουμε ένα ζήτημα το οποίο σπάνια χρησιμοποιείται στην ανάλυση των πολιτικών ιδεολογιών: την σχέση τους με την κρατική εξουσία. Η πανδημία έχει θέσει με έντονο τρόπο τα όρια και τις αρμοδιότητες της κρατικής εξουσίας ως το μεγάλο ζήτημα της εποχής μας. Από την επιβολή των λοκντάουν σε μέτρα όπως μάσκες και έλεγχοι εισόδου σε δημόσιους χώρους στην υποχρεωτικότητα των εμβολίων, το κράτος έχει αναλάβει εξουσίες πρωτοφανείς σε σύγκριση με προηγούμενες δεκαετίες. Μόνο απέναντι σε αυτό το μεγάλο ερώτημα μπορεί να μετρηθεί σήμερα μια ιδεολογία. (περισσότερα…)

Πανδημία, εμβόλια, επιστήμη: Το νέο ρήγμα

του ΑΓΓΕΛΟΥ ΧΡΥΣΟΓΕΛΟΥ

Στην ταινία του 1974, Υπόθεση Παραλλάξ, ο πρωταγωνιστής, τον οποίο υποδύεται ο Γουόρεν Μπίτι, ανακαλύπτει την ύπαρξη μίας πανίσχυρης ιδιωτικής εταιρείας που οργανώνει πολιτικές δολοφονίες έχοντας εξυφάνει ένα τεράστιο συνωμοτικό δίκτυο στην πολιτική, την αστυνομία και τα ΜΜΕ. Η ταινία είχε προβληθεί στο αποκορύφωμα της Υπόθεσης Ουώτεργκεητ, η οποία, ιδιαίτερα για την γενιά που είχε ανδρωθεί κατά την διάρκεια του πολέμου του Βιετνάμ, επιβεβαίωνε την υποψία ότι τα πάντα ελέγχονται από ένα «βαθύ κράτος» μυστικών υπηρεσιών και μεγάλων οικονομικών συμφερόντων. Το Χόλλυγουντ αποτύπωσε αυτό το κλίμα στο «σινεμά της παράνοιας» της δεκαετίας του 1970, όχι μόνο με την Υπόθεση Παραλλάξ αλλά και με ταινίες όπως το Όλοι οι Άνθρωποι του Προέδρου, Οι Τρεις Ημέρες του Κόνδορα κ.ά.

Τριάντα χρόνια αργότερα, στο πολιτικό ντοκιμαντέρ Φαρενάιτ 9/11 ο σκηνοθέτης Μάικλ Μουρ διατύπωνε διάφορες θεωρίες σχετικά με τις αμερικανικές εκλογές του 2000 και τις τρομοκρατικές επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορούσε τις σχέσεις της οικογένειας Μπους με την Σαουδική Αραβία. Αν και οι εν λόγω θεωρίες δεν βασίζονταν σε απτά στοιχεία, η ταινία έκανε παγκόσμια επιτυχία, αποσπώντας τον Χρυσό Φοίνικα στις Κάννες. Στις ΗΠΑ, το Φαρενάιτ 9/11 είχε αναχθεί σε κεντρικό ζήτημα της πολιτικής συζήτησης στη χρονιά των εκλογών κατά την οποία τελικά ο Τζωρτζ Μπους επανεξελέγη.

Αυτά τα παραδείγματα μας θυμίζουν ότι στις δυτικές δημοκρατίες, μέχρι ακόμα και σχετικά πρόσφατα, η βεβαιότητα ότι η πολιτική κατευθύνεται από σκοτεινές δυνάμεις και η καχυποψία ότι «κάτι μας κρύβουν» είχαν ένα διαφορετικό πολιτικό πρόσημο από αυτό που έχουμε συνηθίσει σήμερα. Στην εποχή μας, η αμφισβήτηση της κατεστημένης αλήθειας συσχετίζεται κυρίως με την λαϊκιστική ακροδεξιά. Μέχρι πριν από μερικά χρόνια όμως, οι ρόλοι ήταν αντεστραμμένοι. Οι άνθρωποι που πίστευαν στους θεσμούς – το κράτος, την θρησκεία, τα ΜΜΕ, την επιστήμη – ήταν κυρίως συντηρητικοί. Η αμφισβήτηση των κάθε είδους ελίτ ξεκίνησε την δεκαετία του ’60 από τα αριστερά, και όταν αυτή απέτυχε «να αλλάξει τον κόσμο», διοχετεύτηκε σε συνωμοτικές απόψεις που βρήκαν διέξοδο στην ποπ κουλτούρα των επόμενων δεκαετιών.

Η αμφισβήτηση των μέτρων κατά της πανδημίας, από τα λοκντάουν στα εμβόλια, είναι μια χαρακτηριστική περίπτωση αυτής της ιδεολογικής αντιστροφής. Ενώ σε σχετικές διαδηλώσεις στην Ελλάδα οι σχολιαστές επικεντρώνουν μονίμως στην χρήση θρησκευτικών συμβόλων από τους διαδηλωτές, καταδικάζοντας τον «σκοταδιστικό» και «οπισθοδρομικό» χαρακτήρα τους, το αντιεμβολιαστικό και αντιατρικό κίνημα έχει πολύ διαφορετικές απαρχές, στα new age κινήματα της Καλιφόρνια της δεκαετίας του ’70, που θεωρούσαν την κατεστημένη ιατρική όργανο των φαρμακευτικών εταιρειών. Αυτά τα κινήματα, από τα οποία ξεκίνησαν κι άλλες μόδες όπως η γιόγκα και η οργανική διατροφή, μπόρεσαν να διεισδύσουν στην Τέχνη (ιδιαίτερα το Χόλλυγουντ) και κατόπιν στις εταιρείες νέας τεχνολογίας που αναπτύσσονται ραγδαία από την δεκαετία του ’80 στην δυτική ακτή των ΗΠΑ. Η σημερινή αντιεμβολιαστική υστερία αποτελεί απόρροια αντιλήψεων που διαμορφώθηκαν από τους άλλοτε αντιρρησίες του συστήματος, οι οποίοι ωστόσο απαρτίζουν σήμερα, σε μεγάλο βαθμό, κομμάτι των νέων, προοδευτικών ελίτ.

Επομένως στην εποχή μας η αμφισβήτηση δεν προέρχεται από τα αριστερά αλλά από τα δεξιά, διατυπώνει δηλαδή αιτήματα λαϊκής χειραφέτησης όχι με όρους υλικής ισότητας και ατομικής απελευθέρωσης αλλά εθνικολαϊκής κυριαρχίας και επιβίωσης παραδοσιακών αξιών. Αυτό συμβαίνει γιατί πλέον και η νομιμοποιητική ρητορική του κατεστημένου – της πολιτικής, της επιστήμης, της διανόησης – διαφέρει πολύ από τις συντηρητικές ιεραρχίες προηγούμενων δεκαετιών. Παραδοσιακές αξίες όπως το έθνος, η θρησκεία και η πυρηνική οικογένεια, που κάποτε αποτελούσαν τον ακρογωνιαίο λίθο της νομιμοποίησης του πολιτικού συστήματος, πλέον στιγματίζουν τους – σύμφωνα με τον χαρακτηρισμό της Χίλλαρυ Κλίντον – «deplorables» (άθλιους, οικτρούς) που επιμένουν να τις ασπάζονται. Αντίθετα, η άνευ όρων αποδοχή ολοένα και πιο ριζοσπαστικών ιδεών αποτελεί πλέον διαβατήριο για την προσχώρηση στις νέες ελίτ.

Ζούμε σε μια εποχή όπου η παράδοση υιοθετείται ως εργαλείο αντίστασης όσων βρίσκονται «από κάτω» απέναντι στην κοινωνική, οικονομική και ιδεολογική αλλαγή που τους συνθλίβει, ενώ η χειραφέτηση χρησιμοποιείται «άνωθεν» ως εργαλείο πειθάρχησης. Όπως έχει γράψει ο Βρετανός σχολιαστής Εντ Γουέστ στο συντηρητικό διαδικτυακό περιοδικό Unherd, το νέο κατεστημένο δεν διαφέρει σε ό,τι αφορά την πυγμή της επιβολής του από το παλιό, αυτό που γνώρισαν οι γονείς και οι παππούδες μας. Παρά την φαινομενικά ανανεωτική ρητορική του, αυτό το νέο κατεστημένο φροντίζει, για παράδειγμα, να αστυνομεύει την γλώσσα ακριβώς όπως και το παλαιό. Η πολιτική ορθότητα, τιμωρώντας και το παραμικρό γλωσσικό παραστράτημα που μπορεί να θεωρηθεί ρατσιστικό ή ομοφοβικό, ενέχει ρόλο περιφρούρησης της δημόσιας σφαίρας, όπως και οι νόμοι περί προσβολής των θείων σε περασμένες εποχές. Σε αντίθεση με το παρελθόν, οι αμφισβητίες του συστήματος δεν είναι πια οι ροκ σταρ, αλλά πολιτικοί όπως ο Ντόναλντ Τραμπ, που σκανδαλίζουν την καθώς πρέπει κοινωνία με την ελευθεροστομία τους.

Σε τέτοιες περιόδους ακόμα και η επιστήμη παύει να θεωρείται ως αυτονόητη αυθεντία, κάτι στο οποίο ο κόσμος πιστεύει με τον ίδιο τρόπο που εμπιστευόταν άλλοτε τους πολιτικούς ηγέτες του ή τα μεγάλα δίκτυα ενημέρωσης. Ο αρχιεπιδημιολόγος των ΗΠΑ Άντονι Φάουτσι δήλωσε πρόσφατα ότι αν υπήρχαν fake news στα χρόνια της επιδημίας της ευλογιάς, η νόσος δεν θα είχε εξαλειφθεί. Ξέχασε να αναφέρει ότι οι μεγάλες εκστρατείες εμβολιασμού του 20ου αιώνα πραγματοποιήθηκαν σε κοινωνίες έντονου θρησκευτικού συναισθήματος και πίστης σε παραδοσιακές αξίες, σε βαθμό σαφώς μεγαλύτερο από ό,τι σήμερα. Εντούτοις αυτές οι ίδιες αξίες εγκαλούνται σήμερα για το ακριβώς αντίθετο – τη δυσπιστία απέναντι στα εμβόλια. Δεν είναι άρα ο λαός που έχει αλλάξει, αλλά το ίδιο το κατεστημένο, που βλέπει τον λαό ως μία οντότητα που αδυνατεί να συγχρονιστεί με τις νέες τάσεις και άρα πρέπει να τιθασευτεί.

Μπορούμε να βρούμε ενδιαφέρουσες αναλογίες μεταξύ της εποχής μας και του πρώτου μισού του 19ου αιώνα, οπότε η αστική τάξη αμφισβητούσε την κυριαρχία των παραδοσιακών μοναρχικών και αριστοκρατικών ελίτ. Όπως είχε εξηγήσει στο σπουδαίο βιβλίο του Η εποχή της Επανάστασης ο Έρικ Χόμπσμπαουμ, ετερόκλητα αιτήματα φιλελεύθερου εκσυγχρονισμού, εθνικής απελευθέρωσης και κοινωνικής δικαιοσύνης αντιπαλεύονταν τότε το κατεστημένο χωρίς να συγκροτούν ένα ενιαίο κίνημα ανανέωσης. Μάλιστα, μέχρι τα μέσα του 19ου αιώνα αυτά τα κινήματα είχαν περιορισμένη λαϊκή απήχηση, καθώς οι μάζες παρέμεναν προσκολλημένες στην θρησκεία και το στέμμα. Όταν οι νέες δυνάμεις καταλάμβαναν κάποια στιγμή την εξουσία, οι «υποσχέσεις» για ίσα δικαιώματα και εθνική απελευθέρωση εκπληρώνονταν σε πείσμα του λαϊκού αισθήματος, πολλές φορές με τρόπο βίαιο. Χρειάστηκε να περάσει ένας ακόμα αιώνας για να αποκτήσουν τέτοιες ιδέες αυθεντική μαζικότητα, συγκεκριμένα μόλις το νεωτερικό κράτος άρχισε να υιοθετεί τον εθνικισμό ως νομιμοποιητική ιδεολογία και η νέα βιομηχανική εργατική τάξη να ασπάζεται τον σοσιαλισμό.

Κατ’ αυτό τον τρόπο, όπως στο πρώτο μισό του 19ου αιώνα είχαμε στην Ευρώπη την οικοδόμηση ενός νέου τύπου κράτους στην βάση καινούργιων ιδεών, σήμερα βιώνουμε μία άλλη διαδικασία οικοδόμησης κράτους (state building), όπου η εξουσία επιδιώκει να αναλάβει νέους τρόπους διακυβέρνησης μπροστά σε περίπλοκες προκλήσεις όπως οι ψηφιακές τεχνολογίες, η κλιματική αλλαγή, οι δημογραφικές πιέσεις και η οικονομική ανισότητα. Οι ελίτ καλούνται πλέον να «εκπολιτίσουν» τις ίδιες τις κοινωνίες τους, τους σύγχρονους «αγρίους», οι οποίοι πρέπει να αποδεχτούν την πρόοδο και την επιστήμη «για το καλό τους», έστω και αναγκαστικά. Με τον ίδιο τρόπο, χωρικοί πριν από 200 χρόνια μάθαιναν ξαφνικά ότι είναι «πολίτες» και έχουν «δικαιώματα» αλλά με το αζημίωτο: επιβολή νέων φόρων, υποχρέωσης κατάταξης στον εθνικό στρατό και εκμάθησης μιας νέας εθνικής γλώσσας αντί της τοπικής διαλέκτου, εξοβελισμός παραδοσιακών θρησκευτικών εθίμων από την ζωή τους κ.λπ.

Η συμβατική πολιτική διαπάλη του οριζόντιου άξονα δεξιάς-αριστεράς επομένως αποκρύπτει την πραγματική διαιρετική τομή μεταξύ ενός κατεστημένου που προσπαθεί να ανανεώσει την ιδεολογία του και ενός ασύντακτου λαϊκού υποκειμένου που ασπάζεται ακόμα παραδοσιακές αξίες αλλά έχει χάσει προ πολλού την πίστη του στους θεσμούς. Για να επιστρέψουμε στις αντιυγειονομικές διαδηλώσεις, το εντυπωσιακό με την χρήση θρησκευτικών συμβόλων σε κάποιες από αυτές είναι ότι γίνεται χωρίς την έγκριση της επίσημης εκκλησίας, δείγμα αν μη τι άλλο της αποσύνδεσης του λαϊκού αισθήματος από κάθε είδους κατεστημένη ιεραρχία. Σε πρόσφατη δημοσκόπηση της ΔιαΝέοσις, μόλις το 0.6% των μη-εμβολιασμένων πολιτών στην Ελλάδα δικαιολόγησε την επιλογή του με βάση θρησκευτικά πιστεύω. Άλλωστε, όταν ακόμα και προαιώνιοι θρησκευτικοί θεσμοί υιοθετούν την ρητορική των νέων ελίτ για την μετανάστευση (Βατικανό) ή τις νέες ταυτότητες (Αγγλικανική Εκκλησία), οι μάζες καταλαβαίνουν ότι δεν έχουν πλέον πουθενά αλλού να στραφούν παρά στο περιθώριο, σε αυτοσχέδιες θεωρίες και σωτήρες.

Με τον ίδιο τρόπο, η εμμονική σύνδεση της αντίθεσης στα λοκντάουν και τα εμβόλια με την «λαϊκιστική ακροδεξιά» που επιχειρούν σχολιαστές στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ λέει περισσότερα για την απέλπιδα προσπάθεια των ταγών να αποσείσουν τις ευθύνες τους παρά για την πραγματική πηγή της πόλωσης. Το ότι η «κακιά ακροδεξιά» πείθει τον κόσμο να μην εμβολιαστεί θα ήταν μια κάποια παρηγοριά, θα ξέραμε τουλάχιστον τον «κακό» της υπόθεσης. Αυτό το αφήγημα όμως παραγνωρίζει π.χ. ότι σε πρόσφατη συγκέντρωση υποστηρικτών του ο Ντόναλντ Τραμπ άκουσε αποδοκιμασίες όταν προέτρεψε τον κόσμο να εμβολιαστεί (άλλωστε ο ίδιος είχε εγκρίνει το κατά γενική ομολογία επιτυχημένο πρόγραμμα εμβολιασμού των ΗΠΑ), ή ότι πρόσφατες διαδηλώσεις εναντίον εμβολίων και λοκντάουν στην Ευρώπη έχουν ένα τελείως θολό ιδεολογικό στίγμα, ανάλογο αυτού των Κίτρινων Γιλέκων πριν κάποια χρόνια. Όπως και η Μαρίν Λε Πεν τότε, η ακροδεξιά σε χώρες όπως η Γερμανία σήμερα δεν δημιουργεί την αμφισβήτηση, αλλά αντίθετα τρέχει εναγωνίως και αυτή να ψαρέψει ψήφους σε θολά νερά που ούτε και η ίδια ξέρει από πού πηγάζουν και πού θα εκβάλουν.

Τα παραπάνω δεν δικαιολογούν τις αντιεπιστημονικές εμμονές και την άρνηση των εμβολίων, υπενθυμίζουν όμως ότι η τελετουργική καταδίκη των «ψεκασμένων» σε καθημερινή βάση από τα επίσημα κανάλια της κυρίαρχης ιδεολογίας δεν συντελεί σε τίποτα άλλο παρά την εμβάθυνση του νέου ρήγματος που προκύπτει από την ιδεολογική-αξιακή περιθωριοποίηση μεγάλου μέρους της κοινωνίας από ένα πολιτικό σύστημα σε διαδικασία ιδεολογικής μετάβασης. Η ιστορική εμπειρία βέβαια δείχνει ότι σε βάθος χρόνου, εξουσία και μάζες κάποτε επαναστοιχίζονται, όμως αυτό συμβαίνει μόνο αφού η επίσημη νομιμοποιητική ιδεολογία εγκολπώνεται κάποιες από τις λαϊκές αξίες και παραδόσεις.

Για να επιστρέψουμε στο παράδειγμα της Ευρώπης του 19ου αιώνα, η αυθεντική μαζικοποίηση των νέων ιδεών είχε ως προϋπόθεση την ιδεολογική μετάβαση από τον ελιτίστικο και αλαζονικό Διαφωτισμό στον συνεπαρμένο από τις λαϊκές παραδόσεις, τα τραγούδια και παραμύθια Ρομαντισμό, την μήτρα του εθνικισμού και του σοσιαλισμού, των πραγματικά χειραφετητικών ιδεολογιών των επόμενων 150 ετών. Όσο τα πολιτικά συστήματα σήμερα δίνουν την εντύπωση ότι βρίσκονται σε πόλεμο με τις ίδιες τους τις κοινωνίες, τόσο η επίλυση προκλήσεων που απαιτούν μεγάλο βαθμό πολιτικής και εθνικής ομοψυχίας, όπως είναι η πανδημία αλλά και η κλιματική αλλαγή που πλέον μπαίνει και αυτή βίαια στην ζωή μας, θα γίνεται πηγή νέων διχασμών. Εν αναμονή ενός νέου πολιτικού ρομαντισμού, επομένως.

ΑΓΓΕΛΟΣ ΧΡΥΣΟΓΕΛΟΣ