Στήλες | Παλίμψηστα (από τον Ηλία Μαλεβίτη)

Το χρώμα της σελήνης

*

του ΗΛΙΑ ΜΑΛΕΒΙΤΗ

Σε μια από τις καταγραφές των οιονεί χαμάδων του, ο Λορεντζάτος, στα Collectanea, κάνει την ακόλουθη παρατήρηση στηριγμένος σε μιαν αντιστοιχία  που ενώνει τη Σαπφώ με τον Κάλβο· αντιγράφω:

Αθάνατη ελληνική γλώσσα! Παράξενες αντιστοιχίες βλέπω να ενώνουν τη Σαπφώ με τον Κάλβο:

ἄστερες μὲν ἀμφὶ κάλαν σελάνναν
ἂψ ἀπυκρύπτοισι φάεννον εἶδος,
ὄπποτα πλήθοισα μάλιστα λάμπῃ
γᾶν ἐπὶ παῖσαν
… ἀργυρία.

Σελλάναν… ἀργυρία. Ναι, από τη Σαπφώ φτάνομε στον καταμόναχο Κάλβο:

Τὸ ψυχρόν της ἀργύριον
ῥίπτει ἡ σελήνη.

Όταν ο Σεφέρης θα πει σχετικά με το τέλος της στροφής αυτής του Κάλβου: «ο νους μου πήγε στα τριάκοντα», η νεοελληνική κριτική βγαίνει από την περιοχή που την προσδιόριζαν Τα χρόνια μου και τα χαρτιά μου του Κωστή Παλαμά (μια εποχή) και μπαίνει οριστικά (μια άλλη εποχή) στη νεότερη φάση της.

(Collectanea, αρ. 384, σ. 190-191)

(περισσότερα…)

Ταξίδι στη Γεωργία (γ΄)

thumb_DSC_1714_1024

*

του ΗΛΙΑ ΜΑΛΕΒΙΤΗ

«Πήγα στην Κριμαία, στον [Νέο] Άθω, στο Σούχουμ, στο Μπατούμ, στην Τιφλίδα, στο Μπακού… Είδα πράματα και θάματα! Οι εντυπώσεις μου είναι τόσο καινούριες και ζωηρές, που όλα μου φαίνονται σαν όνειρο, δεν πιστεύω στα μάτια μου… Είδα… και βουνά, όλο βουνά…»
ΑΝΤΟΝ ΤΣΕΧΩΦ, Επιστολή προς τον Κ. Σ. Μπαραντσέβιτς, 12 Αυγούστου 1888 (μετ. Μέλπως Αξιώτη)

Αφήνοντας την Ιβηρία είχαμε ήδη μπει στην Κολχίδα των μύθων. Η πινακίδα που έγραφε Shorapani στη δεξιά άκρη του δρόμου οδήγησε την σκέψη από τη σημερινή Γεωργία πίσω στην μυθική Αία, στις εσχατιές της γης και της θαλάσσης, εκεί όπου την φανταζόταν ο Απολλώνιος στα Αργοναυτικά του («Αἶα δὲ Κολχίς Πόντου καὶ γαίης ἐπικέκλιται ἐσχατιῇσιν»). Παράλληλα με το αυτοκίνητο που γλιστρούσε αθόρυβα πάνω στην άσφαλτο, ταξίδευαν κι οι σκέψεις, κάνοντας τις δικές τους στάσεις: τη Λαζική των Βυζαντινορωμιών («τὸ ἄλλο Λαζῶν φρούριον͵ ὃ δὴ καλοῦσι Σαραπανὶν͵ πρὸς αὐτοῖς μάλιστα τοῖς ἐσχάτοις ὁρίοις Λαζικῆς κείμενον» του Προκόπιου), τους περσοβυζαντινούς πολέμους αλλά και την αραβική κατάκτηση στις αρχές του 8ου αιώνα. Κι όμως να που το ταξίδι του νου στον χρόνο αλλά και του αυτοκινήτου πάνω στην άσφαλτο κάποια στιγμή συναντήθηκαν: διαβαίνοντας τον δρόμο που ακολουθεί από δίπλα τα στριφογυριστά κουλουριάσματα και τους φιδίσιους μαιάνδρους των υδάτινων περασμάτων, συνειδητοποίησα πως τα στενά στο Σαραπάνι διανοίγουν ακόμη την μόνη είσοδο απ’ τη μεριά της Μαύρης Θάλασσας προς την Ιβηρία, ίδια κι απαράλλαχτα από τον καιρό του Στράβωνα («μία μὲν διὰ Σαραπανῶν φρουρίου Κολχικοῦ καὶ τῶν κατ΄ αὐτὸ στενῶν»).

Το άλλοτε οχυρό φρούριο μαζί με την κωμόπολη απλωμένη στα πόδια του, σήμερα μοιάζουν πιο πολύ με προάστιο του Ζεσταφόνι, που ακολουθεί αμέσως παρακάτω. Είναι άραγε οι πόλεις μας τα καινούργια φρούρια και τα οχυρά που μας κρατούν προστατευμένους από τις κάθε είδους εισβολές; Ποιες οι στενωποί και πόσες οι κλεισούρες για τα περάσματα σε ό,τι πολύτιμο φυλάγεται μέσα μας; Κατά πόσο οι ερευνητές της ανθρώπινης ψυχής ανήγαγαν εξιδανικευτικά τις γεωγραφικές κατηγορίες σε μεταφορές για την ανθρώπινη ύπαρξη; μπας κι η ίδια η γεωγραφία προβάλει σα μετωνυμία της ανθρώπινης ύπαρξης, για αυτό κι έχει έναν πυρήνα κοινής ιδιολέκτου με την σωματοψυχή του ανθρώπου; (περισσότερα…)

Ταξίδι στη Γεωργία (β΄)

photo: georgianjournal.ge

*

Μέρες πολλές στη διάθεσή μου δεν είχα, ήθελα όμως να ταξιδέψω εδώ και τώρα! Ας πάω λοιπόν στη Μέστια είπα, ίσως στη Βάρτζια και τέλος στην Τιφλίδα. Ευτυχώς η Aegean είχε απευθείας πτήσεις για την Τιφλίδα (Αθήνα-Tbilisi, αναχ.: 00:30, χρόνος πτήσης λιγότερος από 2 ώρες)· έκλεισα ηλεκτρονικά εισιτήρια στο άψε-σβήσε.

Σαν ήρθε η ώρα, νυσταγμένος κατέβηκα προς την πύλη εξόδου κι άραξα σε μια καρέκλα αρχίζοντας να γυροφέρνω στον νου μου το ταξίδι και να ξεφυλλίζω ράθυμα έναν οδηγό. Παραδίπλα κατέφθασε μια παρέα από 3-4 παπάδες, 2-3 καλόγριες και κάμποσες γυναίκες. Εκτός από τη παρέα της θρησκευτικής ‘αποστολής’ εμφανίστηκε και μια μεγάλη παρέα από Ολλανδούς φοιτητές, με βερμούδες, γέλια κι ακατάσχετο κουβεντολόϊ. Η πτήση γεμάτη. Έτυχε να κάθομαι ανάμεσα στην ολλανδική συντροφιά.

Ρώτησα τον νεαρό που καθόταν δίπλα μου να μάθω περισσότερα. Μου είπε ότι είναι ένας όμιλος (κλαμπ) κωπηλατών από διάφορες πανεπιστημιακές σχολές της Ολλανδίας για ένα ταξίδι-έκπληξη στη Γεωργία. Αφού πέρασαν μια μέρα στην Αθήνα, είδαν την Ακρόπολη κι έφαγαν γύρο, θα καθήσουν καμιά βδομάδα στη Γεωργία, όπου θα τους προσφέρουν ένα πλούσιο πρόγραμμα (γνωστό μόνον σε έναν από την πολυπληθή παρέα) ανάμεικτο με περιηγήσεις και αθλητικές δραστηριότητες. Απώτερος στόχος της αποστολής να πείσουν κάποιους από την παρέα να ασχοληθούν σε επαγγελματικό αθλητικό επίπεδο με την κωπηλασία στον εν λόγω όμιλο. Ενώ οι συζητήσεις δίναν και παίρναν αναμεταξύ τους μέχρι και πριν την απογείωση, αμέσως μετά έκαμαν νεκρική σιγή και χαλάρωσαν, φορώντας οι περισσότεροι ακουστικά, μέχρι την προσγείωση.

*

*

(περισσότερα…)

Ταξίδι στη Γεωργία (α΄): Πώς ξεκινήσαν όλα

*

του ΗΛΙΑ ΜΑΛΕΒΙΤΗ

Κατά την διάρκεια της περεστρόϊκα παρουσιάστηκε και στην Ελλάδα η ταινία Monanieba (Η Μετάνοια, 1987) του Τενγκίζ Αμπουλάτζε. Η προβολή της έγινε αφορμή να γνωρίσουμε και τα προηγούμενα έργα του σκηνοθέτη. Πολύ σύντομα, η Ταινιοθήκη ή η Ίριδα (δεν θυμάμαι πια) έφερε την Vedreba (Η Ικεσία, 1967) και το Natvris Khe (Το δέντρο της επιθυμίας, 1977).

Ασπρόμαυρη ταινία, γυρισμένη εξ ολοκλήρου στη Γεωργία, η Ικεσία αποτελεί το πρώτο μέρος της τριλογίας του Αμπουλάτζε. Ακατανόητη εν πολλοίς και δυσερμήνευτη ταινία, που με το πρόσχημα της αισθητικής απόλαυσης μιας ποιητικο-σουρρεαλιστικής διαδοχής εκφραστικών και καθηλωτικών εικόνων καμωνόμαστε πως κάτι καταλάβαμε, καταπώς έχουμε πράξει και με τις ταινίες του άλλου αρμενογεωργιανού ποιητή της οθόνης, του Παρατζάνοφ. Λέω δυσερμήνευτη για μας τους αμύητους, καθώς ενσωματώνει εικόνες και παραστάσεις, σημεία, χειρονομίες και σύμβολα που σχετίζονται με τελετουργικά, δοσοληψίες (ανάμεσα στον κόσμο των ανθρώπων ή/και των πνευμάτων), αντιλήψεις και δοξασίες των Γεωργιανών, που βαστάνε αιώνες τώρα και που έχουν αξεδιάλυτα συνδέσει το καυκασιανό παγανιστικό παρελθόν με τον χριστιανισμό, που ρίζωσε νωρίς και εθνοταυτοτικά στις δασωμένες βουνοκορφές και πλαγιές του Καυκάσου.

(περισσότερα…)

Μουχαρράμ, Ασούρα και Ταζίγια ή Ασούρα δεν είναι μόνο οι δημόσιες αυτομαστιγώσεις

*

του ΗΛΙΑ ΜΑΛΕΒΙΤΗ

Ήδη από τον Γενάρη του 2020, με αφορμή τη δολοφονία του Κασέμ Σολεϊμανί, ήθελα να γράψω δυο κουβέντες για το μοναδικό (σε ολόκληρο τον ισλαμικό κόσμο) σηϊτικό θρησκευτικό θεατρικό δράμα. Αποφάσισα να το αφήσω για ευθετότερη και πιο επίκαιρη στιγμή (π.χ. την Ασούρα), αλλά ο καιρός πάντα κυλάει, με άλλες έγνοιες και γητειές να σε παραστρατίζουν αλλού, λόγω όμως της ημέρας δυο λόγια θα τα γράψω σήμερα. Το κίνητρο όπως είπα ήταν αφενός η ευρεία κυκλοφορία (μα κι η παρερμηνεία από κάμποσους) μιας απεικόνισης του Ιρανού ζωγράφου Χάσαν Ρουχολαμίν για τον θάνατο του Σολεϊμανί κι αφετέρου το κύμα συγκίνησης και συμπάθειας που προκαλούσε η συγκεκριμένη εικόνα, αναρτημένη σ’ ένα τουΐτ του Χαμενεΐ, στον σηϊτικό –πρωτίστως και κυρίως ιρανικό– κόσμο λόγω των συγκειμενικών αναφορών και παραδηλώσεων που σαφέστατα ανακαλεί και διεγείρει. Κι αυτές έχουν απόλυτη σχέση τόσο με το μαρτύριο του Χουσέϊν όσο και με τα εξ αυτού δρώμενα κατά τον μήνα Μουχαρράμ κι ιδίως την κορύφωσή τους τη δέκατη ημέρα του, την Ασούρα.

(περισσότερα…)

Ειρήνη στις βασίλισσες κάτω από τ’ αρμυρίκια*

*
του ΗΛΙΑ ΜΑΛΕΒΙΤΗ

Πριν από χρόνια πολλά όταν, ούτε που θυμάμαι καν το πότε ή το πώς (ήμουν ακόμα μαθητής), βρέθηκε στα χέρια μου ένα μικρό κομψό βιβλιαράκι του Φέξη με ποιήματα του Λιθουανού, πολιτογραφημένου Γάλλου, Oscar Vladislas de Lubics-Milosz, μεταφρασμένα από τον Άρη Δικταίο, το 1961.

Ο Μιλόζ, «ένας ποιητής του λυκόφωτος που είχε την τύχη να τον αγαπήσουν θερμά τα ελληνικά μας πιο πολύ από τα γαλλικά ― ίσως πιο πολύ ακόμη κι απ’ την ομιχλώδη του μητρική γλώσσα» (Μάριος Μαρκίδης), έγραψε κι ένα ποίημα για μιαν Αιγύπτια βασίλισσα του πανάρχαιου καιρού, την Καρομαμά. Η Καρομαμά Μεριτμούτ, αρχιέρεια και θεϊκή σύζυγος του Άμμωνα στις Θήβες κατά την περίοδο της 22ης δυναστείας πιθανότατα ταυτίζεται με τη θυγατέρα του φαραώ Οσορκόν Β΄ (872-837 π.Χ.) και της οποίας το σωζόμενο άγαλμα στο Λούβρο αποτέλεσε την πηγή έμπνευσης του Μιλόζ. Το αδιόρατο, σχεδόν άφαντο, χαμόγελό της εκλύει τρυφερότητα και συμπόνια. Τότε που το πρωτοδιάβαζα, ιδέα δεν είχα καμμιά από όλα αυτά.

 

(περισσότερα…)

Πασχαλιάτικο χανάμι στο Τόκυο

*

του ΗΛΙΑ ΜΑΛΕΒΙΤΗ

Πασχαλιάτικο χανάμι στο Τόκυο

Στη ζωή μου κάποτε μού χαρίστηκε ένα ανοιξιάτικο χανάμι, στην Ιαπωνία· το μόνο. Μετά από χρόνια κάμποσα, βρέθηκα μια Πασχαλιά στο Τόκυο να κυνηγώ τα ίχνη από ένα άλλο χανάμι που αργόσβηνε, καθώς φθίναν τ’ άνθη της σακουρά, στης άνοιξης το γρήγορο το διάβα.

Έπαψ’ ο ρυθμός
από ναό σε ναό πέφτουν
τα κερασάνθια

Έτσι καθώς το θέλει τ’ όμορφο ετούτο χάϊκου, έσβηνε απαλά και σιγαλά, από περιοχή σε περιοχή, η μια μετά την άλλη η ανθοφορία των κερασιών στην Ιαπωνία ολάκερη, υπό τους ήχους των ρυθμικών χτύπων για τις τελετουργίες από ναό σε ναό.

Βράδιαζε πια σαν περάσαμε την πόρτα του ξενοδοχείου στο Τόκυο. Μεγαλοπαράσκεβο στην Ελλάδα, μα στην Ιαπωνία σκέφτηκα πως δεν σιγοπνέει κι ούτε ανασαίνει τ’ αεράκι του ανοιξιάτικου επιταφίου. Παρά την ίσως συγγενή κάπως αίσθηση που εξωτερικά αντιλαμβάνεται κανείς ανάμεσα στο χανάμι και τον επιτάφιο, νιώθω πως υπάρχει διαφορά βαθειά. Η ενατένιση των ανθών της σακουρά, το γιαπωνέζικο χανάμι, είναι η ενατένιση του εφήμερου, της κορύφωσης της ομορφιάς σε μια στιγμή μες στην αιώνια εναλλαγή και την φθορά των πάντων· του ενός ανασασμού που κρατάει της ζωής τ’ άνθισμα. Λέω ενατένιση, δεν ξέρω αν καν μπορώ να μιλήσω για θαυμασμό. Ο επιτάφιος, έξω από θρήνος, είναι ταυτόχρονα κι ελπίδα της Ανάστασης (τουλάχιστον για όσους χριστιανούς), ή της αναγέννησης κι αναζωογόννησης των πάντων με τον ερχομό της άνοιξης (για όσους θέλουν μέσα του να βλέπουν μόνον τις παγανιστικές επιβιώσεις που σοφιλιάστηκαν στον ενιαύσιο τελεστικό κύκλο της γιορτής· όσο για τις σικελιανικές και σεφερικές αναφορές στον Άδωνη μού μοιάζουν μάλλον με φιλολογικές ενημερώσεις –update– του ελληνικού ποιητικού τοπίου, ερανισμένες από τον Χρυσό κλώνο του Φρέϊζερ και τη Waste land του Έλιοτ. Στηρίζονται μεν στην κυκλική ροή του εορταστικού χρόνου και στην ελληνική συνέχεια, λησμονούν όμως τη Σταύρωση· ίσως όμως αυτή η, ενιαυσίως αναζωογονητική τής φύσης, ανοιξιάτικη αναγέννηση να φέρνει εγγύτερα στη μεσογειακή άνοιξη το γιαπωνέζικο χανάμι· ίσως…) (περισσότερα…)

Mαυρόκοκκο πιπέρι και μελανογράμματες μεζουζά*

*

Περπατώντας άσκοπα στην Jew Town, Kochin

του ΗΛΙΑ ΜΑΛΕΒΙΤΗ

Βόλτα στην εβραϊκή συνοικία του Κοτσίν· στο Ματαντσερύ των Ολλανδοπορτογάλλων, στην ινδική άκρια της Αραβικής θάλασσας, μέσα στο γκρεμισμένο πια φρούριο του Κοτσίν. Πιο πέρα ο άγιος Φραγκίσκος, που καταπώς λένε πρώτος φιλοξένησε τα οστά του Βάσκο ντα Γκάμα, πριν αναπαυτούνε οριστικά στης Μπελέμ το ιερωνυμιτικό το μοναστήρι.

Μάταια ψάχνω για να βρω μια μεζουζά, σημάδι ότι ο χώρος ακόμα κατοικείται· όλα ανακαινίζονται, όλα μεταμορφώνονται σε μαγαζιά για τους τουρίστες.

Ο ήλιος χτυπάει κατακέφαλα κι ο ιδρώτας στάζει από παντού, η θερμοκρασία έχει προ πολλού ξεπεράσει τους 40° C. Πήρα τον δρόμο κάτω απ’ τη Συναγωγή και χώθηκα μες στα σοκάκια.

Σπίτια εγκατελειμμένα, σκεπές κυματιστά βουλιάζουν, χορτάρια διεκδικούν τη θέση τους. Σ’ άλλα, δίφυλλες ξύλινες θύρες ανοίγουν σε αίθρια όπου είναι μαζεμένα εργαστήρια ή -ως επί το πλείστον- αποθήκες μπαχαρικών. Από δω και κάτω το πιπέρι -μαύρο, ώριμο κι αψύ- τσούζει τα μάτια και πνίγει τα ρουθούνια. Κι όντως σ’ ένα από αυτά βλέπω τις γριές Ινδές να κοσκινίζουν το πιπέρι· τις φωτογραφίζω. Σε πολλές ισόγειες αποθήκες στοιβαγμένα τσουβάλια τα μπαχάρια.

(περισσότερα…)

Ανάμεσα Δον Κιχώτη και Μεφιστοφελή: Σκέψεις για ένα ρώσικο περίπτερο απ’ τα Ουράλια

afiche-expo-1900-palais-russe

 

του ΗΛΙΑ ΜΑΛΕΒΙΤΗ

Η Διεθνής Έκθεση των Παρισίων του 1900 ήταν η μεγαλύτερη έκθεση που είχε ιδεί μέχρι τότε ο κόσμος. Ταυτόχρονα αποτελούσε το κύκνειο άσμα του απερχόμενου κι ασυγκράτητα ελπιδοφόρου 19ου αιώνα, κι ως εκ τούτου μια θριαμβική ωδή στα μοντέρνα (τεχνικά και καλλιτεχνικά) επιτεύγματά του και στην πίστη στην αέναη πρόοδο, αλλά και ένα ευφορικό πρελούδιο για τον επελαύνοντα, θαυμαστά νέο κι ελπιδοφόρο –μα εντέλει τρομερό– 20ό αιώνα. Τα προσκεκλημένα έθνη από όλη την υφήλιο είχαν την ευκαιρία να επιδείξουν (μαζί με την εθνική τους ιδιοπροσωπία) τη συντελεσθείσα πρόοδό τους αλλά και να διαφημίσουν περήφανα την προσδοκώμενη ιδιαίτερη εθνική (καλλιτεχνική ή/και βιομηχανική) τους ανάπτυξη και εξέλιξη. Σε αυτό το διεθνές πανηγύρι η Ρωσία συμμετείχε ως τιμώμενη χώρα με 2.400 περίπου εκθέματα σε έναν χώρο που ξεπερνούσε τα 6.300 τετραγωνικά μέτρα, και απέσπασε 1.589 από τα συνολικά 42.790 βραβεία που επιδόθηκαν. Ένα σημαντικό μέρος των εκθεμάτων αναδείκνυε τη σημασία της Σιβηρίας και του Υπερσιβηρικού σιδηροδρόμου, που εδώ και σχεδόν μια δεκαετία είχε ξεκινήσει να κατασκευάζεται.

Η παρισινή έκθεση παρείχε την δυνατότητα στην Ρωσική Αυτοκρατορία να επανακτήσει το τρωθέν κύρος της μετά τον Κριμαϊκό πόλεμο και να παρουσιαστεί στην διεθνή σκηνή ως μία από τις ισχυρότερες και υπολογίσιμες μεγάλες διεθνείς δυνάμεις. Παράλληλα δε, όπως έχει επισημανθεί, η Ρωσία αποπειρώμενη να ενισχύσει το αυτοκρατορικό της γόητρο και τις φιλοδοξίες της ενδυνάμωσε και εμπλούτισε την αυτοκρατορική της ταυτότητα μέσω μιας νέας επανερμηνείας, όπως επέβαλαν και οι νέες ιστορικές συνθήκες, κυρίως η προσάρτηση νέων εδαφών από την Κίνα, στην ρώσικη Άπω Ανατολή. Το έκθεμα που στόχευε να αναδείξει αυτήν ακριβώς την νέα και εμπλουτισμένη ταυτότητα ήταν το περίφημο χυτοσίδηρο περίπτερο από το Κασλί. Αυτό το περίπτερο φιλοξενείται σήμερα στο μουσείο Καλών Τεχνών, καταμεσής του Γιεκατερινμπούργκ, στην ιστορική πλατεία πλάι στον ποταμό Ισέτ· μες στο κέντρο του τεράστιου εσωτερικού αίθριου λούζεται απ’ το φως που άπλετο μπαίνει από την τζαμένια πλευρά της ανατολής.

Το περίπτερο κατασκευάστηκε εξ ολοκλήρου από χυτοσίδηρο του εργοστασίου της πόλης του Κασλί στα νότια Ουράλια. Ήδη από τα μέσα του 19ου αιώνα ο χυτοσίδηρος της περιοχής είχε χρησιμοποιηθεί για την δημιουργία γλυπτών και είχε διακριθεί παγκοσμίως για την πλαστικότητά του, την καθαρότητα και την απαλότητα της επιφάνειας του μετάλλου. Το έργο ανατέθηκε το 1898 στον νεαρό Πετρουπολίτη αρχιτέκτονα Εβγκένι Μπαουμγκάρτεν, ξεκίνησε το 1899 και ολοκληρώθηκε στο τέλος του έτους από 16 έμπειρους τεχνίτες του Κασλί, αριθμώντας συνολικά 3000 κομμάτια. Συναρμολογήθηκε και αποσυναρμολογήθηκε αρκετές φορές πριν σταλεί στην Γαλλία, ώστε να αποφευχθούν πιθανά λάθη. Τα 3000 αποσυναρμολογημένα κομμάτια του περιπτέρου συνόδευαν στην Γαλλία και οι 16 τεχνίτες με τα εργαλεία τους, οι οποίοι και το έστησαν στην θέση του. Μετά τον επαναπατρισμό του, επανασυναρμολογήθηκε το 1957 στο Γιεκατερινμπούργκ, όπου κι έκτοτε παρέμεινε μέχρι της σήμερον ως το λαμπρότερο έκθεμα του μουσείου Καλών Τεχνών.

 

BO-Bogach-and-EE-Baumgarten-near-the-Pavilion.-Paris-1900

 

«Το περίπτερο σχεδιάστηκε με μνημειώδεις διακοσμητικές μορφές, τυπικές του νέου ρωσικού στυλ που αναδύθηκε στην ρωσική αρχιτεκτονική την δεκαετία του 1890… Το νέο ρωσικό στυλ ήταν ένας εκλεκτικισμός που εκφραζόταν μέσα από μία ελεύθερη επιλογή της διακοσμητικής σύνθεσης. Έτσι το περίπτερο ήταν κατάφορτο από παλαιορωσικά, σκανδιναβικά, βυζαντινά και βενετσιάνικα μοτίβα. Σε συνδυασμό με αυτά, η εξαιρετικά δημοφιλής διακόσμηση αρ νουβώ χρησιμοποιήθηκε επίσης εκτεταμένα. Επρόκειτο για μία εξέλιξη του ρωσικού ύφους που είχε ήδη διαμορφώσει την ρωσική αρχιτεκτονική για δύο περίπου δεκαετίες. Το νέο ρωσικό στυλ συνδύασε τα στοιχεία του ρωσικού ύφους με τα τυπικά στοιχεία του αρ νουβώ. Αμέσως αναγνωρίστηκε στο εξωτερικό ως το “νέο διακοσμητικό κίνημα” της Ρωσίας και έγινε για μία σύντομη, αλλά σημαντική περίοδο, το ισχυρότερο σύμβολό της, όπου η παράδοση συμφιλιώνεται με την πρόοδο, και οι ρωσικές λαϊκές φόρμες ενσωματώνονται στο κυρίαρχο δυτικό στυλ» (Claudia Weiss, “Representing the Empire: The Meaning of Siberia for Russian Imperial Identity,” Nationalities Papers: The Journal of Nationalism and Ethnicity, 35:3 (2007), σ. 447). (περισσότερα…)

Σιρίν και Χοσρόης ή ένα λουτρό βιαστικά τελειωμένο

1808375027_2d13f7c50d_o

Του ΗΛΙΑ ΜΑΛΕΒΙΤΗ

Πάντα είχα την υποψία ότι η σωτήρια μαγεία της Σεχραζάτ, που πλάνευε τον Σαχριάρ μέχρι το χάραμα της κάθε μέρας, δεν οφειλόταν μοναχά στου λόγου της το παραμυθητικό χάρισμα. Απόδειξη καμιά δεν είχα, αλλά να, μου φαινόταν ελάχιστο το διάστημα που απαιτούσε η αφήγηση των ιστοριών της κάθε νύχτας. Σέβομαι όμως το γεγονός πως τούτη η τελευταία παρθένα της ανονόμαστης (άρα της κάθε πολυάνθρωπης) πολιτείας κατάφερε να κρατήσει για χίλιες και μια νύχτες (δηλαδή ως την αιωνιότητα, την αντεκδικητικά εξιλαστική για τις ισάριθμες αδικοσφαγμένες συμπολίτισσές της) απαραμείωτη την προσήλωση του μυθικού Σάχη και μαζί μ’ αυτήν και τ’ όμορφο κεφάλι της Σεχραζάτ πάνω στον αλαβάστρινο λαιμό της. Και μιας και λέξη δεν μπορώ να πω για τις άλλες, τις κρυφές κι ανείπωτές της (έτσι κι αλλιώς) χάρες, θα ξεκινήσω τη δική μου ιστόρηση με μιαν απ’ τις μυθικές της αφηγήσεις.

Την τριακοσιοστή ενενηκοστή πρώτη νύχτα λοιπόν, η περσίδα βεζυροπούλα ξετύλιξε την ιστορία του «Κισρά Παρβίζ, της Σιρίν και του ψαρά». Ο βασιλιάς Χοσρόης, Σαχανσάχ της Περσίας αγαπούσε τα ψάρια. Κι έτσι μια μέρα σ’ ένα ψαρά που του δώρισε ένα μεγάλο ψάρι, χάρισε τέσσερις χιλιάδες ντίρχαμ. Σαν τ’ άκουσε αυτό η Σιρίν είπε στον βασιλιά πως έπραξε αστόχαστα γιατί τώρα πια κάθε υπήκοός του θα συγκρίνει την αμοιβή του με το δώρο του βασιλιά στον απλό ψαρά. Και ζήτησε να τον καλέσουν πίσω και να τον ρωτήσει ο πολυχρονεμένος ηγεμόνας ποια ήταν η φύση του ψαριού, αρσενική ή θηλυκή. Σε κάθε πιθανή απάντηση ο βασιλιάς θα έλεγε πως επιθυμούσαν το αντίθετο, ζητώντας έτσι να επιστρέψει πίσω το χρηματικό ποσό που του είχε χαρίσει. Ο φτωχός μα πολυμήχανος ψαράς απηλογήθη πως το ψάρι ήταν σερνικοθήλυκο, κάνοντας τον βασιλιά να ξεκαρδιστεί στα γέλια και να τον φορτώσει με διπλά χρήματα. Για άλλη μια φορά μηχανεύεται κάτι κι επεμβαίνει η Σιρίν, προσπαθώντας να πάρει πίσω τα βασιλικά δωρήματα, αλλά ο απλός μα τετραπέρατος ψαράς καταφέρνει όχι μόνο να ματαιώσει κι αυτή την προσπάθειά της αλλά και ν’ αναγκάσει τον βασιλιά να στείλει ντελάληδες σ’ όλα τα μέρη του βασιλείου του για να βροντοφωνάξουν πως κανενός δεν του πρέπει ν’ αφεθεί να οδηγηθεί από γυναίκεια συμβουλή. Γιατί όποιος ακολουθεί τη συμβουλή τους, χάνει μαζί με το ένα ντίρχαμ κι άλλα δυο. Κι η Σεχραζάτ γλυκά κι ανεπαίσθητα γλίστρησε κι έχωσε την άκρη της ιστορίας του Χοσρόη και της Σιρίν μέσα στην επόμενη, υφαίνοντας ως κι αυτή την αυγή το ατέλειωτο λεκτικό πλεχτό της στης γλώσσας τον αργαλειό τον ακαταπόνητο.

(περισσότερα…)