Στήλες | Γλωσσικές νότες (από τον Κώστα Κουτσουρέλη)

Γλωσσικές νότες ι΄

 

[ Νύξεις για τα πάθη των λέξεων  ]

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

«Στὶς δέκα λέξεις μας οἱ πέντε εἶναι ξένες. Ὁλοταχῶς βαδίζουμε πρὸς μιὰν ἐσπεράντο παρὰ πέντε. Κανένας Ἡρώδης δὲν θὰ τολμοῦσε νὰ διατάξει τέτοια γενοκτονία, ὅπως αὐτὴ τοῦ τελικοῦ -ν· ἐκτὸς κι ἂν τοῦ ᾿λειπε ἡ ὀπτικὴ τοῦ ἤχου.

Μιὰ Φύση εὐκτική, ἀνώτερη καὶ τῆς Ἀττικῆς, ἐξαποστέλλει ρυακισμοὺς καὶ θροΐσματα στὸ Θριάσιο πεδίο τῶν ἀποξηραμένων μεταρρυθμιστῶν, ποὺ χάρη στὸν εὐφωνικὸ στραβισμό τους ἐκλαμβάνουν τὸν ἑαυτό τους γιὰ προοδευτικό. Ἀλλὰ στοὺς φθόγγους, ὅπως καὶ στὰ χρώματα, δὲν ὑπάρχει ἡ ἔννοια τῆς προόδου

(περισσότερα…)

Γλωσσικές νότες θ΄

[ Νύξεις για τα πάθη των λέξεων  ]

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

«Ξύλινη γλώσσα» αποκαλούσαμε έναν καιρό το άκαμπτο, συχνά και ακαταλαβίστικο ιδίωμα της αριστεράς, ένα ιδίωμα γεμάτο κλισέ και περισσή σπουδαιοφάνεια που πάσχιζε να κρύψει την ένδειά του σε ουσία και περιεχόμενο.

Ο όρος μού φαίνεται πια εντελώς ξεπερασμένος. Όχι επειδή τα αριστερά κόμματα έπαψαν να μιλούν ξύλινα, αλλά επειδή στο προσκήνιο έχει έρθει μια άλλη γλώσσα, τρισχειρότερη, που έτσι όπως καμώνεται την εκσυγχρονισμένη και την τεχνοκρατική θα την ονόμαζα γλώσσα λαμαρινένια, γλώσσα τσίγκινη. Και πράγματι ηχεί τόσο κούφια, όσο κάτω απ’ τις στάλες της βροχής οι τσίγκινες σκεπές σε κάτι παράγκες και χαμόσπιτα. (περισσότερα…)

Γλωσσικές νότες η΄

 

[ Νύξεις για τα πάθη των λέξεων  ]

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Το να ’σαι συγγραφέας Έλληνας και να υποστηρίζεις σοβαρά ότι τα αρχαία σού είναι ξένη γλώσσα, ότι η διδασκαλία τους είναι παρά φύσιν, ότι η εξοικείωση με την παλιότερη γραμματεία μας δεν έχει να κάνει σε τίποτα με το πώς βάζεις εσύ τις λέξεις σου σε μια σειρά κ.τ.τ., είναι σαν να ’σαι δρομέας και να ισχυρίζεσαι ότι μπορείς να κάνεις και χωρίς τα πόδια.
(περισσότερα…)

Γλωσσικές νότες ζ΄

 

[ Νύξεις για τα πάθη των λέξεων  ]

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Όταν στα 1864 ο Johann Ludwig Fuchs ίδρυσε το πρώτο εργοστάσιό του στο Κολωνάκι, το πώς και σε ποια γλώσσα και με ποιο αλφάβητο θα επέγραφε το προϊόν του ήταν προφανές. Και ίδιος είχε άλλωστε εξελληνίσει τ’ όνομά του: Ιωάννης Φιξ. Ζύθος Φιξ, λοιπόν. (περισσότερα…)

Γλωσσικές νότες ε΄

[ Νύξεις για τα πάθη των λέξεων  ]

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Υπάρχει δεσμός αιτιώδης ανάμεσα στον ήχο και το νόημα μιας λέξης; Από τον καιρό του Σωσσύρ, το αργότερο, η γλωσσολογία απαντά εμφαντικά «όχι». Αυτό είναι μάλιστα το θεμέλιο δόγμα της. Το γλωσσικό σημείο είναι αυθαίρετο, οι λέξεις μας δεν αντανακλούν τον φυσικό κόσμο, είναι «κατασκευές». Με τα λόγια του Σαίξπηρ, το ρόδο, όπως να τ’ αποκαλέσεις, θα ευωδιάζει. (περισσότερα…)

Γλωσσικές νότες δ΄

[ Νύξεις για τα πάθη των λέξεων  ]

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Ξαναδιαβάζοντας συνηγορίες διάφορες υπέρ της αποδόσεως των έργων του Παπαδιαμάντη και των άλλων μας συγγραφέων της καθαρεύουσας στην καθομιλουμένη («ενδογλωσσικές μεταφράσεις» τις λένε τις απόπειρες αυτές οι ειδήμονες), επανέρχομαι στην παλιά μου διαπίστωση.

Σε μια άλλη χώρα, σε μια άλλη εποχή, μια άλλη περιρρέουσα ατμόσφαιρα, τέτοιες συζητήσεις περί απλουστεύσεως ίσως να ήταν χρήσιμες. Σε μας εδώ, διαιωνίζουν απλώς την απέθαντη λογική της ήσσονος προσπάθειας, τον λαϊκισμό της λούφας που αναπαράγει μαζικά η μεταπολιτευτική μας εκπαίδευση. Ανέκαθεν στα γλωσσικά, τα σκόντα που κάνουμε τα βρίσκουμε μπροστά μας μπαστούνια.

Ανεξαρτήτως προελεύσεως και προαιρέσεως λοιπόν, η διάγνωση ότι «οι νέοι δεν καταλαβαίνουν» δρα ως αυτοεκπληρούμενη προφητεία: καταπνίγει εν τη γενέσει της την επιθυμία τους να προσπαθήσουν και νομιμοποιεί προκαταβολικά την οκνηρία. Και φυσικά μόνο τη λογοτεχνία δεν προάγει.

Ας μην κοροϊδευόμαστε λοιπόν. Όποιος ισχυρίζεται ότι η ξενότητα της γλώσσας του Παπαδιαμάντη τού είναι πρόβλημα αξεπέραστο, όχι Παπαδιαμάντη, κανέναν απαιτητικό συγγραφέα δεν μπορεί να διαβάσει. Το «Στο Χριστό στο Κάστρο» λ.χ. είναι κείμενο πολύ βατότερο νοηματικά από το «Άξιον Εστί» λ.χ., ή τον «Δωδεκάλογο», ή τον «Πεθαμένο και την Ανάσταση». Να τα μεταφράσουμε κι αυτά;

Όποιος θεωρεί ότι αυτά τα κείμενα δεν αξίζουν τον (ολίγο) κόπο που του ζητείται να καταβάλει, και λιανά να του τα κάνουν πάλι δεν θα τα συλλάβει. Δεν τον αφορούν. Ας τα αφήσει λοιπόν στην ησυχία τους.

Και ας μην ανησυχεί διόλου ούτε για τον Παπαδιαμάντη ούτε για το μέλλον του. Τα έργα του, ως έχουν, τυπώνονται και ξανατυπώνονται, ανεβαίνουν στη σκηνή και γεμίζουν θέατρα, μοιράζονται από εφημερίδες. Οι «ενδογλωσσικές μεταφράσεις» του, αντίθετα, διαχρονικά, πάνε άπατες. Και δε θέλει ρώτημα το γιατί…

Τα αρχιγράμματα που κοσμούν τη στήλη είναι του ζωγράφου Δημήτρη Γέρου.

Γλωσσικές νότες γ΄

~.~

[ Νύξεις για τα πάθη των λέξεων  ]

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

 

Έως πρότινος, τα ορολογικά της προβλήματα η νέα ελληνική τα έλυνε καταφεύγοντας στη λόγια κληρονομιά της. Καθώς μέσω της καθαρεύουσας, η παρουσία της αρχαίας ήταν ιδιαίτερα έντονη στον δημόσιο λόγο, τα αποτελέσματα αυτής της προσπάθειας υπήρξαν συχνά αξιοθαύμαστα, σωστά επιτεύγματα εκφραστικής οικονομίας και δημιουργικής φαντασίας.

Από δύο ουσιαστικά ρίζες, του σμήνους και της πτέρυγας, η Πολεμική Αεροπορία έφτιαξε ένα πλήρες βαθμολόγιο με μονολεκτικούς, σχεδόν αποκλειστικά αεροπορικούς όρους εκεί όπου η αγγλική γλώσσα λ.χ. καταφεύγει σε περιφραστικές λύσεις, δάνειες από τον στρατό ξηράς. (περισσότερα…)

Γλωσσικές νότες β΄

 

[ Νύξεις για τα πάθη των λέξεων  ]

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

 

Βλέποντας κανείς τη νέα ελληνική ως αναβαθμό της σύνολης ελληνικής, παρατηρεί το εξής. Ενώ οι εκφραστικές δυνατότητές της –απόδειξη η ποίηση– διατηρούνται σε επίπεδο αξιοσημείωτα υψηλό, οι αναλυτικές της δυνατότητες παραμένουν ατροφικές ή υπανάπτυκτες επί αιώνες. Το κύριο παράδειγμα εδώ είναι η υστέρησή μας στον αφηρημένο στοχασμό, φιλοσοφικό ή επιστημονικό. Ενώ δεν υπάρχει σχεδόν περίοδος, όπως έλεγε ο Ελύτης, χωρίς σπουδαία ποίηση ελληνική (θα πρόσθετα και χωρίς αξιόλογη ιστοριογραφία – αφήγηση παρ’ ημίν σημαίνει πρωτίστως αφήγηση ιστορική), η ελληνική σκέψη λιμνάζει και αποψιλώνεται μετά τον Πλήθωνα και τους τελευταίους θεολόγους και ανθρωπιστές εκεί γύρω στην Άλωση.

Στον αφηρημένο λόγο και την αναλυτική σκέψη η νέα ελληνική γλώσσα ξεκινά από δομικά μειονεκτήματα διόλου ασήμαντα. Της λείπει λ.χ. το απαρέμφατο που ουδετεροποιεί την εκφορά και επιτρέπει και γραμματικοσυντακτικά την υπέρβαση του στενού προσωποκεντρισμού. Επίσης, σε σχέση με την αρχαία, λόγω της παγχρησίας του «σε», αυτής της πρόθεσης-πασπαρτού, έχει απολέσει την κρίσιμη διάκριση μεταξύ της εις τόπον κίνησης και της εν τόπω στάσης, άρα την επίγνωση της διαφοράς μεταξύ ρηματικής δράσης και αδράνειας.

(περισσότερα…)

Γλωσσικές νότες α΄

 

[ Νύξεις για τα πάθη των λέξεων  ]

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

 

Ποιο είναι το κρυφό σαράκι που τρώει τη γλώσσα;

Τι μας ωθεί ν’ αποσκορακίσουμε μια λέξη;

Γιατί φθίνει στον λόγο μας λ.χ. το τούτος, χαλώντας μια τρίβαθμη νοηματική κλιμάκωση (τούτος εδώ – αυτός εκεί – εκείνος πέρα) τόσο πολύτιμη για τη δήλωση των αποστάσεων στον φυσικό και ψυχικό κόσμο, και υποκαθιστώντας την με μια φτωχότερη, δίσκαλη (αυτόςεκείνος);

Είναι η οκνηρία, η συλλογική παρακμή της σκέψης, που απαλείφει τις λεπτές διακρίσεις και κάνει τα πράγματα να αποτυπώνονται στη γλώσσα ενός λαού πιο πρόχειρα, πιο θαμπά, πιο απλοϊκά;

Αν κρίση σημαίνει πρωτίστως διάκριση, η παρακμή μιας διακριτικής δυνατότητας της γλώσσας δεν μπορεί παρά να συμβαδίζει με την παρακμή μιας διακριτικής δυνατότητας της σκέψης.

Και επιπλέον, με τη λήθη, με τον παροπλισμό, με την αχρήστευση ενός τμήματος από την αποταμιευμένη πείρα του παρελθόντος, αφού και οι λεπτότεροι διακριτικοί μηχανισμοί μιας γλώσσας από γνωστικές παραστάσεις εντέλει αφορμώνται.

Όταν τούτοι οι γλωσσικοί μηχανισμοί ατονήσουν εντελώς, ο μέσος ομιλητής δεν αντιλαμβάνεται πλέον ούτε τη γνωστική απώλεια, διότι έχει χάσει την ικανότητα να τη συλλάβει.

Ο ίδιος εξακολουθεί βέβαια να έχει την εντύπωση ότι το γλωσσικό του όργανο είναι πλήρες και επαρκές, όχι όμως επειδή όντως είναι (ούτως ή άλλως καμιά γλώσσα δεν είναι πλήρης), αλλά επειδή έχει μάθει να αρκείται στα όσα λίγα εκείνη του δίνει.

Τα αρχιγράμματα που κοσμούν τη στήλη είναι του ζωγράφου Δημήτρη Γέρου.