ΝΠ | Τα Νέα του Περιοδικού

Αλέξη Πολίτη εγκώμιον

 

Τα δύο κείμενα που ακολουθούν του σκηνοθέτη Μιχάλη Βιρβιδάκη και του ποιητή Κώστα Κουτσουρέλη διαβάστηκαν στην εκδήλωση της 16ης Ιουλίου 2021 που οργάνωσε στα Χανιά προς τιμήν του κορυφαίου μελετητή των γραμμάτων μας Αλέξη Πολίτη το Θέατρο Κυδωνία από κοινού με το περιοδικό Νέο Πλανόδιον.

 

Για τον Αλέξη Πολίτη

του ΜΙΧΑΛΗ ΒΙΡΒΙΔΑΚΗ

Ίσως δεν είναι συνηθισμένο φαινόμενο στην ελληνική πνευματική ζωή ένα μικρό θέατρο να τιμά έναν σημαντικό και επιφανή φιλόλογο.

Ίσως ο ρόλος αυτός να ταίριαζε περισσότερο στα μεγάλα πνευματικά ιδρύματα της χώρας μας. Όμως το Θέατρο Κυδωνία και οι άνθρωποί του αισθάνθηκαν αυτή την υποχρέωση, χάριν μιας ιδιότητας του τιμώμενου που κανένα από τα μεγάλα ευαγή ιδρύματα της χώρας μας δεν θα νοιαζότανε ποτέ να τιμήσει. Γιατί; Απλούστατα γιατί θα περνούσε απαρατήρητη.

Το Θέατρο Κυδωνία φυσικά έχει επίγνωση του επιστημονικού και εκπαιδευτικού έργου του τιμώμενου, της μεγάλης προσφοράς του στην φιλολογική έρευνα και στα ελληνικά γράμματα γενικότερα, άλλωστε, γι’ αυτό το λόγο, έχει καλέσει σήμερα εδώ επιφανείς επιστήμονες που σε λίγο θα μας μιλήσουν για όλα αυτά. Όμως δεν είναι αυτός ο βασικός λόγος που το θέατρό μας οργάνωσε αυτή τη βραδιά.

Το Θέατρο Κυδωνία θα ήθελε να σταθεί και να φωτίσει μιαν άλλη πτυχή της προσωπικότητας του τιμώμενου. Μιαν ιδιότητα που ανήκει στον άνθρωπο Αλέξη Πολίτη και όχι κατ’ ανάγκη στον επιστήμονα, ιδιότητα που ίσως έχουμε συνηθίσει να την θεωρούμε δεδομένη όταν την συναντούμε στη ζωή, σπανίως βέβαια, όμως δεν είναι. Την ιδιότητά του ως ιδανικού θεατή του θεάτρου μας.

Σας φαίνεται ασήμαντη; Ανάξια προσοχής; Σας διαβεβαιώνω πως δεν είναι, απαιτεί τεράστια προσπάθεια, όρεξη, ενδιαφέρον, βαθύτατη προσωπική καλλιέργεια, ακραία ευαισθησία και ασφαλώς έγνοια για τα κοινά, για να μπορείς να δίνεις το παρόν επί είκοσι συναπτά χρόνια στις παραστάσεις ενός μικρού επαρχιακού θεάτρου, που δεν βρίσκεται στη γειτονιά σου ή έστω στην πόλη σου, αλλά απέχει 65 χιλιόμετρα μακριά από το σπίτι σου, σε μια άλλη γειτονική πόλη!

Απαιτεί με άλλα λόγια, γενναιοδωρία ψυχής, γενναιοδωρία πνευματική, γενναιοδωρία εν γένει, μια αρετή που έχει ανάγκη το θέατρο, το όποιο θέατρο, μικρό η μεγάλο, για να μπορέσει να υπάρξει, να αντιπαλέψει τα πάμπολλα εμπόδια, καλλιτεχνικά, οικονομικά, ανθρωπίνων σχέσεων, που δυσκολεύουν καθημερινά την διαδρομή του. Για να μπορεί να διορθώνει τα λάθη του και να ανασυντάσσεται στην πορεία του με γνώμονα τα επιτεύγματά του. Για να βρίσκει, τέλος, το κουράγιο να συνεχίζει.

Πόσο μάλλον ένα θέατρο με έδρα μια επαρχιακή πόλη όπου οι άνθρωποι που θα μπορούσαν να το στηρίξουν πνευματικά, να μιλήσουν δηλαδή γι αυτό που είδαν να συμβαίνει πάνω στη σκηνή, είναι εξ ορισμού ελάχιστοι.

Και ο Αλέξης Πολίτης όχι μόνο δεν έχασε καμιά παράστασή μας επί 20 χρόνια τώρα, αλλά βρισκόταν σε συνεχή διάλογο μαζί μας, πότε μ’ ένα ποτήρι κρασί στο χέρι, πότε βιαστικά στο φουαγέ του θεάτρου, μετά από την παράσταση, καθώς τον περίμενε η Αγγέλα και ο δρόμος της επιστροφής στο Ρέθυμνο, πάντα εύρισκε τον τρόπο να καταθέσει τη γνώμη του, να μας πει δυο κουβέντες, ένα χαμόγελο.

Πολλές φορές έκρινε με αυστηρότητα τις παραστάσεις μας, μια γόνιμη αυστηρότητα απ’ το είδος που έχει ανάγκη το θέατρο, άλλες φορές σχολίαζε τα έργα, τις μεταφράσεις, την αισθητική, την υποκριτική των ηθοποιών, την σκηνοθεσία, έψαχνε να βρει τον τρόπο να μας δώσει να καταλάβουμε τι τον ενοχλούσε ή τι του άρεσε, διέθετε πολύτιμο χρόνο από τη ζωή του, δεν αδιαφόρησε ποτέ, 20 χρόνια τώρα καθιστούσε σαφές με κάθε τρόπο, πως το Θέατρο Κυδωνία τον ενδιέφερε προσωπικά, πως δεν είμαστε μόνοι μας σε αυτήν την επαρχιακή πόλη, πως κάπου εκεί, προς ανατολάς, υπήρχε ένας ιδανικός θεατής του θεάτρου μας που περίμενε την επόμενη παράστασή μας…

Ασφαλώς και το φιλολογικό έργο του καθηγητή Αλέξη Πολίτη είναι σημαντικό και αποκαλύπτει μιαν τεράστια επιστημονική αξία και προσφορά στην χώρα μας, όμως η ιδιότητά του ως ιδανικού θεατή του θεάτρου μας  – επιτρέψτε μας να το πούμε αυτό – είναι τουλάχιστον εξίσου σημαντική, γιατί αποκαλύπτει κάτι για τον άνθρωπο Αλέξη Πολίτη, την ποιότητά του, την ευαισθησία του, τον εσωτερικό του κόσμο, το περιεχόμενο της ψυχής του και εμείς, ως Θέατρο Κυδωνία, θα θέλαμε σήμερα, ημέρα που βρεθήκαμε εδώ για να τον τιμήσουμε, αυτό να ακουστεί.

Ο Αλέξης Πολίτης υπάρχει δίπλα μας όλα αυτά τα χρόνια ως ένας ηθικός αρωγός του θεάτρου μας, ένας συμπαραστάτης. Και γι’ αυτό τον ευχαριστούμε μέσα από την καρδιά μας!

Διαβάστηκε από την ηθοποιό Ντία Κοσκινά.

 

* * *

 

Χαιρετισμός στον Αλέξη Πολίτη

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Στο πρόσωπο του Αλέξη Πολίτη τιμούμε απόψε τον φιλόλογο με όλη τη σημασία της λέξης. Και το λέω αυτό διότι συνήθως το σημασιακό εύρος της λέξης φιλολογία μας ξεφεύγει, αν δεν έχει περιπέσει εντελώς στη λήθη.

Φιλολογία είναι ασφαλώς η επιστήμη της λογοτεχνίας, ο κλάδος εκείνος που μελετά τα μνημεία του έντεχνου λόγου, τα αποτιμά, τα ταξινομεί και τα κατατάσσει όπου εκάστοτε δει. Η Literaturwissenschaft όπως την ονομάζουν οι φίλοι μας οι Γερμανοί, μαιτρ της ορολογικής και όχι μόνο αυστηρότητος.

Φιλολογία ωστόσο αποκαλούσαμε έως σχετικά πρόσφατα στη γλώσσα μας την ίδια τη λογοτεχνία και τα έργα της. Την φιλολογική κίνηση παρακολουθούσε με την κριτικογραφία του ένας Τέλλος Άγρας, για «Κοινωνιολογία του φιλολογικού γούστου» μάς μιλούσαν οι εμβριθείς αναλυτές, οι εφημερίδες φιλοξενούσαν σελίδες και στήλες φιλολογικές. Και σ’ όλες αυτές τις περιπτώσεις, φιλολογία και φιλολογικός σήμαιναν λογοτεχνία και λογοτεχνικός, οι έννοιες συνέπιπταν, η φιλολογία μιας χώρας ή μιας γλώσσας δήλωνε τη λογοτεχνία της και τους θεράποντές της. Εκ των υστέρων, πρέπει να σας πω, εκείνος ο καιρός, όπου τα χάσματα και οι οριοθετικές γραμμές δεν ήταν τόσο απόλυτες, μου φαίνεται ευτυχής.

Τέλος, για να ανατρέξουμε στο έτυμον της λέξης, φιλόλογος αρχικά σήμαινε τον εραστή του λόγου. Φιλόλογος ήταν ο «φιλοποιητής» του Πλάτωνα, εκείνος που τιμά και αγαπά εμπράκτως τα μνημεία του λόγου και τους εργάτες που τα ανήγειραν ώστε να στέκουν εκεί, διαρκέστερα του χαλκού.

Ο Αλέξης Πολίτης είναι φιλόλογος κορυφαίος και με τις τρεις αυτές έννοιες. Είναι φιλόλογος επιστήμων διότι η εμπράγματη γνώση που μας κομίζουν τα έργα του τα αφιερωμένα σε κρίσιμες πτυχές της ιστορίας των γραμμάτων μας είναι τέτοια και τόση ώστε να τον κατατάσσει αυτοδικαίως στην πρώτη γραμμή των ερευνητών, θα έλεγα και των στοχαστών αυτού του απαιτητικού, αγκαλά και υποτιμημένου και διαρκώς υποτιμούμενου κλάδου της επιστήμης. Όσοι έχουν ξεφυλλίσει και μόνο τις μελέτες του για τον ελληνικό 19ο αιώνα, για τα ρομαντικά χρόνια της λογοτεχνίας μας και τα γράμματα του νέου ελληνικού κράτους, ξέρουν για τί πράγμα μιλώ. Οι υπόλοιποι θα κάνουν χάρη στον εαυτό τους να τα αναζητήσουν και να διδαχθούν απ’ αυτά.

Φιλόλογος είναι όμως ο Πολίτης και επειδή ανάμεσα στους συναδέλφους τους καταλέγεται στους καλύτερους χειριστές του λόγου. Σε μια εποχή που η φιλολογική επιστήμη διεθνώς, όχι μόνο εδώ σε μας, τείνει να εξελιχθεί σε μια τεχνοκρατούμενη το ήθος ξηρογραφία, σε ένα ακατάδεκτο ζαργκόν γεμάτο άκαμπτους όρους και αφ’ υψηλού θεωρίες, ο Πολίτης είναι ένας μάστορας της γραφής, ένας εκφραστικότατος συγγραφέας που δεν φωτίζει και διαφωτίζει μόνο τον αναγνώστη του, αλλά και τον τέρπει και τον ψυχαγωγεί, με τα γραφόμενα και τα λεγόμενά του. Διότι είναι και ρήτορας και ομιλητής και συνομιλητής δεινός ο Πολίτης. Όσοι τον έχουν ακούσει να μιλάει για όποιο θέμα, από τον Μακρυγιάννη ώς τη σύγχρονη ποίηση, μπορούν να βεβαιώσουν του λόγου το ακριβές.

Τέλος, ο Αλέξης Πολίτης εκτός από μελετητής και δουλευτής του λόγου σπουδαίος, είναι και εραστής του δεδηλωμένος. Διότι δεν αρκεί αυτά τα πράγματα να τα σπουδάζεις μόνο ή να τα χειρίζεσαι. Πρέπει και να τα αγαπάς. Μόνο τότε οι αισθητικές μορφές και οι αισθητικές ιδέες και οι αισθητικές εποχές των γραμμάτων μας, ό,τι τέλος πάντων συνθέτει την ορατή ή κρυφή ιστορία τους, σου παραδίδονται πλήρως. Ώστε όχι μόνο φιλόλογο θα αποκαλούσα τον αποψινό μας τιμώμενο, αλλά και φιλόκαλο και φιλοστοχαστή και φιλίστορα, διότι όλα αυτά η αληθής φιλολογία τα περικλείει και τα συγκερνά αρμονικά μέσα της. Οι ολίγοι τυχεροί που γνωρίζουν, λ.χ., τη λοξή ποιητική ανθολογία που ιδιωτικώς φιλοτέχνησε, όλα αυτά θα σας τα επιβεβαιώσουν.

Δεν θα σας κουράσω περισσότερο. Εκ μέρους του Νέου Πλανόδιου, που πλάι στο Θέατρο Κυδωνία συνδιοργανώνει ετούτες τις ωραίες Νύχτες του Ιουλίου στα Χανιά, επιτρέψτε μου με τούτα τα λόγια να χαιρετήσω τον Φιλόλογο Αλέξη Πολίτη.

 

 

 

 

Η διαλεκτική του «ίδιου» και του «άλλου» στο έργο του Γιάννη Κιουρτσάκη

Μια περιδιάβαση στο σύνολο του έργου του με αφορμή την παρουσίαση του πρόσφατου βιβλίου του Το θαύμα και η τραγωδία: Το Εικοσιένα από τον κόσμο του Ομήρου στην παγκόσμια επαρχία, Πατάκης, 2020, στα Χανιά, στον Αίθριο Χώρο του Θεάτρου Κυδωνία, στις 12. 7. 2021.

της ΛΙΛΑΣ ΤΡΟΥΛΙΝΟΥ

Βιογραφικά στοιχεία

Ο Γιάννης Κιουρτσάκης γεννήθηκε το 1941 στην Αθήνα. Έχει καταγωγή από τα Χανιά από την μεριά του πατέρα του. Ο παππούς του Χαρίδημος ήταν ελληνοδιδάσκαλος και ψάλτης στην Παναγία Τριμάρτυρη, τον καθεδρικό ναό της πόλης των Χανίων. Σπούδασε νομικά στο Παρίσι. Το 1986 τιμήθηκε με το Β΄ Κρατικό Βραβείο Δοκιμίου για το έργο του Καρναβάλι και Καραγκιόζης. Το 1996 με το Βραβείο Μυθιστορήματος του περιοδικού «Διαβάζω» για το αυτοβιογραφικό του πεζογράφημα Σαν μυθιστόρημα, πρώτο μέρος της τριλογίας του με τον γενικό τίτλο “Το ίδιο και το άλλο”. Το 2010 απέσπασε Βραβείο Δοκιμίου από το περιοδικό “Διαβάζω” με το βιβλίο του Ένας χωρικός στη Νέα Υόρκη.

Το πλούσιο έργο του – Γράφοντας το ίδιο με διαφορετικό τρόπο

Το έργο του πλούσιο, ερευνητικό, δοκιμιακό και λογοτεχνικό, αριθμεί μέχρι σήμερα 15 βιβλία, πέρα από τις συμμετοχές σε συλλογικά έργα και τις μεταφράσεις, όμως όλα μαζί μπορούν να ιδωθούν ως ένα ενιαίο, πολυδιάστατο βιβλίο σε εξέλιξη, που γράφεται διαρκώς από την αρχή, ενσωματώνοντας νέα στοιχεία, επαναδιατυπώνοντας προβληματισμούς, αποδομώντας τα παλιά υλικά και ανασυνθέτοντάς τα σε μια νέα μορφή, συνεχίζοντας τον ίδιο δρόμο με διαφορετικό τρόπο, ερευνώντας με τις αισθήσεις και με τη νόηση τις περιπέτειες του βίου και του κόσμου.

Το ασκητικό ιδανικό: από τον καταναγκασμό της κοινωνίας στην στοχαστική απομόνωση

Ο Γιάννης Κιουρτσάκης έχει αφιερώσει με πάθος και αυταπάρνηση όλη του τη ζωή στη μελέτη και τη συγγραφή. Ποια όμως είναι η ζωή ενός παθιασμένου ερευνητή και συγγραφέα; Είναι το είδος του βίου που διαπνέεται από το «ασκητικό ιδανικό», όπως το όρισε ο Νίτσε, τον αναχωρητισμό, θα λέγαμε σήμερα, και προϋποθέτει έναν συνεχή αγώνα για τη διασφάλιση «περισσότερο ευνοϊκών όρων για μια υψηλότερη πνευματικότητα»; Και πώς κερδίζεται αυτή η «ελευθερία από κάθε καταναγκασμό, ενόχληση, θόρυβο, υποθέσεις, καθήκοντα, φροντίδες;»[1] Ο Νίτσε μας λέει πως το τίμημα αυτής της ελευθερίας είναι ο υποβιβασμός της ζωής σε στοχαστική απομόνωση, σε αβάστακτη μοναξιά, στέρηση των συγκινήσεων και των χαρών του αληθινού βιώματος, αυστηρή εγκράτεια, μια έρημος όπου αποσύρεται ένα δυνατό πνεύμα για να αναλωθεί στον σολιψιστικό του μονόλογο.

Το πέρασμα από το προσωπικό στο συλλογικό υποκείμενο

Όμως, ο “ασκητισμός” δεν είναι καθόλου το ιδανικό του Κιουρτσάκη. Ο συγγραφέας μας αναγνωρίζει πως αν και από πολύ νωρίς παρέμεινε στο περιθώριο της ενεργού κοινωνικής ζωής, αν και ήταν αποκομμένος από κάθε συλλογική δράση, και είχε «τη γεύση της εξορίας μέσα στο στόμα»[2] όπου και να πήγαινε, ωστόσο κάθε του σκέψη, στοχασμός, αναζήτηση καθοδηγούνταν από τη λαχτάρα του να συναντήσει το συλλογικό, να συναντήσει αυτό το Εμείς που όλο μας ξεφεύγει· να ανακαλύψει τον κόσμο ψάχνοντας τον Άλλο μέσα στον εσώτερο εαυτό του, να αναζητήσει μέσα στο Ίδιο όλες τις κρυμμένες μορφές της ετερότητας, μέσα στο Εγώ το Εμείς, που περικλείει εντός του τις ποικίλες όψεις του κόσμου. Και αν ο προορισμός του ήταν η συγγραφή, αν «το γράψιμο είχε γίνει η βαθύτερη, αληθινή ζωή του», αν αυτή ήταν «η μόνη πράξη που είχε νόημα»[3], αυτό κατέστη δυνατό ακριβώς μέσω της ιδιότυπης σχέσης που εγκαθίδρυσε ανάμεσα στον εαυτό και τον κόσμο, που είχε θρέψει τις ιδέες του, ενσωματώνοντας μια πολυφωνική συλλογικότητα στη δική του φωνή. Με αυτή του στάση κατάφερε να περάσει από το προσωπικό υποκείμενο (το Εγώ) σε ένα απρόσωπο και συλλογικό υποκείμενο (το Εμείς), δικαιώνοντας τον βιωμένο από εμάς κόσμο ως την αληθινή ζωή.

Η διαλεκτική σχέση ανάμεσα στο “Ίδιο” και το “Άλλο”

Η διαλεκτική αυτή σχέση ανάμεσα στο Εγώ και το Εμείς, “το Ίδιο και το Άλλο”, που τείνει να άρει την αντιπαλότητά τους σε μία ενότητα που τα περιέχει, υποδηλώνεται άλλωστε στον εμβληματικό τίτλο της μυθιστορηματικής τριλογίας του, εντάσσοντας το εγχείρημά του στο ζωντανό εργαστήρι της ευρωπαϊκής σκέψης και του φιλοσοφικού λόγου όπου αυτοί οι όροι έχουν ιδεογραφηθεί, συσχετισθεί και αναλυθεί ποικιλοτρόπως τους τρεις τελευταίους αιώνες (ως σχέση Υποκειμένου και Αντικειμένου, Σκέψης και Είναι, Συνείδησης και Ιστορίας, Θεωρίας και Πράξης, Συνείδησης και Ασυνείδητης Επιθυμίας, Λόγου και Εξουσίας, Ταυτότητας και Διαφοράς κλπ.).

Λογοτεχνικός και δοκιμιακός λόγος

Στη δουλειά του Κιουρτσάκη θα μπορούσαμε να διακρίνουμε δύο κατευθύνσεις, δύο διαφορετικούς τρόπους προσέγγισης και επεξεργασίας του αντικειμένου του, δύο μεθοδολογικές γραμμές, που χωρίζουν το έργο του σε δύο κατηγορίες: Στην πρώτη θα κατατάσσαμε το λογοτεχνικό του έργο, στη δεύτερη το δοκιμιακό. Όμως η διάκριση είναι μάλλον τεχνική: Το λογοτεχνικό του έργο είναι βαθιά στοχαστικό, ενώ το δοκιμιακό ακολουθεί τους τρόπους της λογοτεχνίας. (περισσότερα…)

ΝΠ5 – Κώστας Κουτσουρέλης, Ο Παναγιώτης Κονδύλης και ο 21ος αιώνας

(Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ κείμενο τοῦ Κώστα Κουτσουρέλη, τὸ ὁποῖο φιλοξενεῖται στὸ ἀφιέρωμα τοῦ ΝΠ5 στὸν Παναγιώτη Κονδύλη)

Πλά­ι στοὺς πο­λυ­ά­ριθ­μους καὶ συ­νή­θως ὀγ­κώ­δεις τό­μους ποὺ συ­να­παρ­τί­ζουν τὸ ἱ­στο­ρι­κὸ καὶ θε­ω­ρη­τι­κὸ ἔρ­γο τοῦ Πα­να­γι­ώ­τη Κον­δύ­λη, τὰ καθ’ αὑ­τὸ πο­λι­τι­κά του κεί­με­να εἶ­ναι σχε­τι­κὰ λί­γα. Κα­τὰ κύ­ρι­ο λό­γο, οἱ 350 σε­λί­δες τῶν δύ­ο συ­να­γω­γῶν τῆς ἀρ­θρο­γρα­φί­ας του κα­τὰ τὴ σύν­το­μη πρώ­τη με­τα­ψυ­χρο­πο­λε­μι­κὴ δε­κα­ε­τί­α ποὺ ὁ ἴ­διος πρό­λα­βε, ἀ­πὸ τὸ 1991 ἕ­ως τὸ 1998: ἡ Πλα­νη­τι­κὴ πο­λι­τι­κὴ με­τὰ τὸν Ψυ­χρὸ Πό­λε­μο (1996) καὶ τὸ Ἀ­πὸ τὸν 20ὸ στὸν 21ο αἰ­ώ­να: Το­μὲς στὴν πλα­νη­τι­κὴ πο­λι­τι­κὴ πε­ρὶ τὸ 2000 (1998). Σ’ αὐ­τὰ πρέ­πει ἀ­σφα­λῶς νὰ προ­στε­θοῦν τὰ εἰ­δι­κοῦ ἑλ­λη­νι­κοῦ ἐν­δι­α­φέ­ρον­τος κεί­με­νά του ποὺ ἀ­νοί­γουν καὶ κλεί­νουν τὶς ἑλ­λη­νι­κὲς ἐκ­δό­σεις τῆς Πα­ρακ­μῆς τοῦ ἀ­στι­κοῦ πο­λι­τι­σμοῦ (1991) καὶ τῆς Θε­ω­ρί­ας τοῦ Πο­λέ­μου (1997) ἀν­τί­στοι­χα, κα­θὼς ἐ­πί­σης τὸ κεί­με­νό του γιὰ τὸν «Γερ­μα­νι­κὸ ξε­χω­ρι­στὸ δρό­μο» τοῦ 1993 ποὺ πε­ρι­ε­λή­φθη με­τὰ θά­να­τον στὸ Με­λαγ­χο­λί­α καὶ πο­λε­μι­κή, κα­θὼς ἐ­πί­σης κά­ποια ἀ­πο­σπά­σμα­τα ἀ­πὸ τὶς συ­νεν­τεύ­ξεις του τῆς ἴ­διας ἐ­κεί­νης πε­ρι­ό­δου. Ἂν ἀ­να­λο­γι­στεῖ κα­νεὶς τὶς ἐ­κτε­νέ­στα­τες μο­νο­γρα­φί­ες τοῦ συγ­γρα­φέ­α, ἀ­πὸ τὴ Γέ­νε­ση τῆς δι­α­λε­κτι­κῆς ὣς τὴν Κοι­νω­νι­κὴ ὀν­το­λο­γί­α, πο­σο­τι­κὰ ὁ ἀ­πο­λο­γι­σμὸς δὲν εἶ­ναι ἐν­τυ­πω­σι­α­κός. Ὡ­στό­σο, καὶ μι­λών­τας γιὰ τὴν Ἑλ­λά­δα, ἡ ἀ­πή­χη­ση τῆς πο­λι­τι­κῆς ἀρ­θρο­γρα­φί­ας τοῦ Κον­δύ­λη στά­θη­κε ἤ­δη ἐ­ξαρ­χῆς καὶ πα­ρα­μέ­νει ἕ­ως σή­με­ρα κα­τα­φα­νῶς πλα­τύ­τε­ρη ἀ­πὸ ἐ­κεί­νην τῶν ἀ­μι­γῶς θε­ω­ρη­τι­κῶν καὶ ἱ­στο­ρι­κῶν με­λε­τῶν του. Ἀ­να­κί­νη­σε ἤ­δη στὸν και­ρό της ἔ­ρι­δες καὶ πο­λε­μι­κὲς ἀν­τι­πα­ρα­θέ­σεις καὶ προ­κα­λεῖ ἕ­ως σή­με­ρα τὸ ἀ­δι­ά­λει­πτο ἐν­δι­α­φέ­ρον. Ὥ­στε δὲν θὰ ἔ­κα­νε λά­θος κα­νεὶς νὰ ἰ­σχυ­ρι­στεῖ ὅ­τι ὁ Κον­δύ­λης εἶ­ναι γιὰ μᾶς σή­με­ρα πρω­τί­στως ὁ πο­λι­τι­κὸς Κον­δύ­λης, ὁ πο­λι­τι­κὸς ἀ­να­λυ­τὴς καὶ σχο­λι­ο­γρά­φος.

Ἡ ἐ­ξή­γη­ση γι’ αὐ­τὸ τὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον εἶ­ναι προ­φα­νής. Μὲ τὰ Αἴ­τι­α τῆς πα­ρακ­μῆς τῆς σύγ­χρο­νης Ἑλ­λά­δας, τί­τλο μὲ τὸν ὁ­ποῖ­ο κυ­κλο­φό­ρη­σε αὐ­το­τε­λῶς τὸ 2011 ἡ εἰ­σα­γω­γὴ τῆς Πα­ρακ­μῆς τοῦ Ἀ­στι­κοῦ πο­λι­τι­σμοῦ, καὶ μὲ κεί­με­νά του ὅ­πως τὸ Προ­ϋ­πο­θέ­σεις, πα­ρά­με­τροι καὶ ψευ­δαι­σθή­σεις τῆς ἑλ­λη­νι­κῆς ἐ­θνι­κῆς πο­λι­τι­κῆς (1992), ὁ Κον­δύ­λης προ­κα­τέ­λα­βε μὲ μο­να­δι­κὴ προ­γνω­στι­κή, κά­ποιοι τὴν χα­ρα­κτή­ρι­σαν προ­φη­τι­κή, ἀ­κρί­βει­α τὰ κα­θέ­κα­στα τῆς ἑλ­λη­νι­κῆς κρί­σης. Μὲ τὸ κεί­με­νό του γιὰ τὴν ἑλ­λη­νι­κὴ πα­ρακ­μή, πρω­το­δη­μο­σι­ευ­μέ­νο θυ­μί­ζω τὸ μα­κρι­νὸ 1990, ὁ συγ­γρα­φέ­ας ἐ­ξέ­θε­σε μιὰ ἀ­νά­λυ­ση γιὰ τὴ φύ­ση καὶ τὰ αἴ­τι­α τοῦ με­τα­πο­λι­τευ­τι­κοῦ ἑλ­λη­νι­κοῦ πα­ρα­σι­τι­κοῦ κα­τα­να­λω­τι­σμοῦ, ὅ­πως τὸν ἀ­πο­κά­λε­σε, προ­χώ­ρη­σε σὲ μιὰ γε­νι­κὴ δι­ά­γνω­ση τῆς κα­χε­ξί­ας τοῦ ἀ­στι­κοῦ στοι­χεί­ου στὴν Ἑλ­λά­δα καὶ δι­α­τύ­πω­σε συγ­κε­κρι­μέ­νες προ­βλέ­ψεις γιὰ τὸ προ­σε­χὲς μέλ­λον.

Γρά­φον­τας τὴν ἐ­παύ­ρι­ο τῆς πτώ­σης τοῦ Τεί­χους τοῦ Βε­ρο­λί­νου, ἀλ­λὰ καὶ στὴ δι­άρ­κει­α τῆς τα­ρα­χώ­δους πο­λι­τι­κὰ δι­ε­τί­ας 1989-1990, ποὺ με­τα­ξὺ ἄλ­λων εἶ­χε ση­μα­δευ­τεῖ ἀ­πὸ μιὰ ἔν­το­νη δη­μο­σι­ο­νο­μι­κὴ κρί­ση, τὴν πρώ­τη με­τα­πο­λι­τευ­τι­κά, ὁ Κον­δύ­λης ὑ­πο­στή­ρι­ξε ὅ­τι ἡ εἰ­κο­νι­κὴ εὐ­η­με­ρί­α ποὺ ἡ Ἑλ­λά­δα ἀ­πο­λάμ­βα­νε εἶ­χε ἡ­με­ρο­μη­νί­α λή­ξε­ως. Προ­ϊ­ὸν τῶν εἰ­δι­κῶν συν­θη­κῶν τοῦ Ψυ­χροῦ Πο­λέ­μου, βα­σι­ζό­ταν στὴν ἐν­τυ­πω­σι­α­κὴ ρο­ὴ δα­νει­α­κῶν καὶ ἄλ­λων με­τα­βι­βά­σε­ων πρὸς τὴ χώ­ρα ἀ­πὸ τοὺς ἑ­ταί­ρους της. Ὅ­μως μὲ τὸ τέ­λος τοῦ Ψυ­χροῦ Πο­λέ­μου, ὁ ρό­λος τῆς Ἑλ­λά­δας στοὺς κόλ­πους τῆς Δύ­σης ἦ­ταν ἀ­να­πό­φευ­κτο νὰ ὑ­πο­βαθ­μι­στεῖ. Ἡ ὄ­ξυν­ση τοῦ πο­λι­τι­κοῦ καὶ ἄλ­λου ἀν­τα­γω­νι­σμοῦ, θὰ ὁ­δη­γοῦ­σε ἀρ­γὰ ἢ γρή­γο­ρα τοὺς ἑ­ταί­ρους μας, ἀ­φε­νὸς μέν, στὴν ἄρ­νη­ση

νὰ χρη­μα­το­δο­τή­σουν πε­ραι­τέ­ρω τὸν ἑλ­λη­νι­κὸ πα­ρα­σι­τι­κὸ κα­τα­να­λω­τι­σμό, ἐ­πι­βάλ­λον­τας στὴν ἑλ­λη­νι­κὴ οἰ­κο­νο­μί­α αὐ­στη­ρὴ δί­αι­τα ἐ­ξυ­γι­άν­σε­ως καὶ ἐ­πα­να­φέ­ρον­τας τὸ ἑλ­λη­νι­κὸ βι­ο­τι­κὸ ἐ­πί­πε­δο στὸ ὕ­ψος ποὺ ἐ­πι­τρέ­πουν οἱ δυ­να­τό­τη­τές της.

Ἀ­φε­τέ­ρου δέ, στὴν ἀ­πό­φα­ση νὰ ἀ­γνο­ή­σουν

ὅ,­τι οἱ Ἕλ­λη­νες θε­ω­ροῦν ὡς ἐ­θνι­κά τους δί­και­α, υἱ­ο­θε­τών­τας στὰ ἀν­τί­στοι­χα ζη­τή­μα­τα εἴ­τε τὴ θέ­ση τῶν ἀν­τι­πά­λων τῆς Ἑλ­λά­δας εἴ­τε ἐν πά­σῃ πε­ρι­πτώ­σει θέ­ση σύμ­φω­νη μὲ τὰ δι­κά τους πε­ρι­φε­ρει­α­κὰ συμ­φέ­ρον­τα.

Μὲ τὸ Μνη­μό­νι­ο τῆς 8ης Μα­ΐ­ου 2010 καὶ τὰ ὅ­σα ἐ­πα­κο­λού­θη­σαν, τὸ πρῶ­το σκέ­λος τῆς πρό­βλε­ψης, ἡ ἔ­ξω­θεν ἐ­πι­βε­βλη­μέ­νη «αὐ­στη­ρὴ δί­αι­τα», ἐ­πι­βε­βαι­ώ­θη­κε πλή­ρως. Οἱ τε­λευ­ταῖ­ες ἐ­ξε­λί­ξεις στὶς ἑλ­λη­νο­τουρ­κι­κὲς σχέ­σεις καὶ ἡ ἀ­κα­τά­σχε­τη ὑ­πο­χώ­ρη­ση τῆς Ἀ­θή­νας στὶς ἰ­τα­μὲς τουρ­κι­κὲς πι­έ­σεις ἐ­πα­να­φέ­ρουν στὴν ἐ­πι­και­ρό­τη­τα καὶ τὸ δεύ­τε­ρο σκέ­λος της. Ση­μει­ώ­νω ἐ­δῶ ὅ­τι ὁ Κον­δύ­λης θε­ω­ροῦ­σε πὼς ἡ θέ­ση τῆς Ἑλ­λά­δας στὴν Ἑ­νω­μέ­νη Εὐ­ρώ­πη δὲν εἶ­ναι δι­ό­λου γε­ω­πο­λι­τι­κὰ ἐ­ξα­σφα­λι­σμέ­νη, ὅ­σο τὸ κρί­σι­μο ἐ­ρώ­τη­μα ἂν ἀ­πο­τε­λεῖ γι’ αὐ­τὴν «ἀ­να­πό­σπα­στο τμῆ­μα ἢ δι­α­πραγ­μα­τεύ­σι­μη ἐ­παρ­χί­α» πα­ρα­μέ­νει ἀ­να­πάν­τη­το. Τὰ δι­α­δρα­μα­τι­σθέν­τα τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ 2010 ἐ­πι­βε­βαι­ώ­νουν τὴν ἐ­κτί­μη­σή του. Γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ ἀ­πὸ τὸ 1960, καὶ μὲ τὴν ΕΕ νὰ κλυ­δω­νί­ζε­ται ἔ­τσι κι ἀλ­λι­ῶς ἐ­πι­κίν­δυ­να, ἡ χώ­ρα εἶ­ναι κα­τα­φα­νὲς ὅ­τι βρί­σκε­ται σὲ πο­ρεί­α ἀ­πό­κλι­σης ἀ­πὸ τοὺς βα­σι­κούς της ἑ­ταί­ρους.

[…]

ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ


[Ἀπὸ τὸ ΝΠ5 ποὺ μόλις κυκλοφόρησε. Ἀναζητῆστε το!]

Χαιρετισμός στον Νίκο Ξυδάκη

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Ο χαιρετισμός αυτός διαβάστηκε στο ξεκίνημα της συναυλίας του Νίκου Ξυδάκη την 17η Ιουλίου στο Θέατρο Κυδωνία των Χανίων. Τον συνθέτη και ερμηνευτή συνόδευσαν επί σκηνής οι μουσικοί Έφη Ζαϊτίδου (κανονάκι), Βερόνικα Δαβάκη (τραγούδι) και Αλέξανδρος Καψοκαβάδης (κιθάρα).

Δεν είναι πολύ συνηθισμένο τα μουσικά ακροάματα να ξεκινούν με λόγια από τους απ’ έξω, από τους εκτός της σκηνής και της ορχήστρας. Παραταύτα, είπαμε με τον σπουδαίο προσκεκλημένο μας απόψε κάπως να λοξοδρομήσουμε από την πεπατημένη και να ξεκινήσουμε έτσι, με δυο λόγια προλογικά από μέρους μου. Και συμφωνήσαμε ακόμα στο τέλος της συναυλίας ο λόγος να δοθεί σε σας, για να ρωτήσετε τον ίδιο ό,τι τυχόν θα επιθυμούσατε. Και επειδή ο φιλοξενούμενός μας απόψε είναι ένας άνθρωπος του λόγου όσο και του μέλους (τι άλλο θα πει  τραγούδι παρά συγκέρασμα αυτών των δυο;) ελπίζω τα όσα θα πουν να μην ηχήσουν παράταιρα ή, πολύ χειρότερο, παράτονα.

Θα ξεκινήσω πρωτοπρόσωπα, όχι επειδή μ’ αρέσει η περιαυτολογία, αλλά γιατί εδώ με βολεύει για να σας εικονογραφήσω αυτές τις λίγες σκέψεις για το έργο του Νίκου Ξυδάκη που θα ακολουθήσουν.

Πολλοί από μας που βγάλαμε το λύκειο και το πανεπιστήμιο τη δεκαετία του 1980, δεν λέω τίποτε καινούργιο, μεγαλώσαμε με ακουσματά μας φανατικά την Εκδίκηση της Γυφτιάς και τα Δήθεν. Το «Τρελή κι αδέσποτη», το «Κανείς εδώ δεν τραγουδά» και τόσα άλλα. Αυτά τα τραγούδια αντηχούσαν σε κάθε σχεδόν φοιτητικό δωμάτιο, στα στέκια και στα καφωδεία που συχνάζαμε. Κι ήταν με έκπληξή μου μεγάλη προς τα τέλη της ίδιας εκείνης δεκαετίας, και ακούγοντας με προσήλωση θρησκευτική έναν δίσκο όπως το Κάιρο Ναύπλιο Χαρτούμ, ήταν έκπληξή μου μεγάλη λοιπόν η ανακάλυψη πώς ο ίδιος άνθρωπος που υπέγραφε εκείνα τα βακχικά, τα χειμαρώδη λαϊκά τραγούδια της φοιτητιώσης μας νιότης, μάς μιλούσε τώρα με μια γλώσσα τόσο πρωτάκουστη, τόσο παράξενα προσωπική, σ’ έναν τόνο τόσο αλλιώτικο.

Ως ακροατής πιστός του έργου του τόσα χρόνια τώρα, αυτό είναι το χαρακτηριστικό της τέχνης του Νίκου Ξυδάκη στο οποίο πάντοτε σταματώ: στη μεγάλη εκφραστική γκάμα του. Στην γκάμα εκείνη που του επιτρέπει να ανεβοκατεβαίνει με τόση άνεση την μακριά σκάλα της τέχνης του και να στέκεται καταπώς το επιθυμεί κάθε φορά στο σκαλί της αρεσκείας του. Γιατί ποιο μουσικό ιδίωμα δεν συνηχεί τάχα στη δουλειά του; Από το δημοτικό τραγούδι ώς τη τζαζ, από τις μνήμες της λογιότερης ευρωπαϊκής παράδοσης ώς τις υποβλητικές υποκρούσεις της μουσικής του θεάτρου, όπου επίσης έχει θητεύσει με επιτυχία (ποιος ξεχνάει την ιστορική Ηλέκτρα του Τσιάνου και της Κονιόρδου;), από το τσιφτετέλι ώς το τσατσά όπως θα μπορούσε κανείς ίσως να πει λογοπαίζοντας αλλά και κυριολεκτώντας. Και όλα αυτά, καλώς συγκερασμένα και αφομοιωμένα λες τόσο σαν να τα επινόησε εκ νέου ο ίδιος.

Η δεύτερη παρατήρησή μου έχει να κάνει με τη βαθιά σχέση του Ξυδάκη με τον λόγο, με την ελληνική λογοτεχνία ειδικά, και την ελληνική ποίηση ειδικότερα. Σαράντα χρόνια τώρα έχει μελοποιήσει τους κορυφαίους στιχουργούς και ποιητές μας. Από τον Μανώλη Ρασούλη ώς τον Θοδωρή Γκόνη, από τον Μιχάλη Γκανά ώς τον Διονύση Καψάλη, από τον Ερωτόκριτο ώς τον Βιζυηνό, από τον Σολωμό ώς την Σαπφώ διά χειρός Ελύτη, οι δίσκοι του είναι κάπως σαν απάνθισμα διαρκές, σαν κορφολόγημα από τις καλύτερες στιγμές της ελληνίδας φωνής. Ως και κοινό μουσικολογοτεχνικό περιοδικό, το θαυμάσιο Ημερολόγιο, εκδίδει, τόση σημασία αποδίδει στον λόγο. Προσωπικά, ως συγγραφέας που υποστηρίζω φορτικά στα βιβλία μου, τη ζωτικότητα και την αναγκαιότητα αυτής της σχέσης, της μουσικής με την ποίηση, το έργο του Νίκου Ξυδάκη είναι το πιο λαμπρό, το πιο ευτυχές σύγχρονο παράδειγμα δημιουργικής σύγκρασης των δύο που θα μπορούσα να επικαλεστώ.

Τέλος, τρίτο αυτό χαρακτηριστικό του φιλοξενούμενού μας του αποψινού, είναι η αμεσότητα, η λιτότητα, η προσήνεια, για να το πω έτσι κάπως σόλοικα, της μουσικής του γλώσσας. Όσο πολύπλοκες και να είναι τεχνοτροπικά, όσο και να υποβαστάζονται κάποτε από μεγάλα σύνολα ορχηστρικά, όπως μόλις πρόσφατα από την Καμεράτα στο Ηρώδειο, οι συνθέσεις του Ξυδάκη φτάνουν στ’ αυτιά μας μ’ έναν τρόπο απέριττο, ακαριαία δραστικό, θα ’λεγε κανείς απτό, με την απτότητα και την αδρότητα που έχει το χειροποίητο.

Πολύ συνετέλεσε σ’ αυτό και η απόφασή του, νομίζω, να ερμηνεύσει ο ίδιος πολλά από τα τραγούδια του. Ίσως ακουστεί παράδοξο αυτό για έναν συνθέτη που τα έργα του τα είπαν οι πιο σημαδιακές, οι εξοχότερες φωνές της εποχής μας, ο Νίκος Παπάζογλου και η Ελευθερία Αρβανιτάκη, η Μελίνα Κανά και ο Σωκράτης Μάλαμας, όμως ο ιδεωδέστερος ερμηνευτής τους είναι ο ίδιος. Κι αυτό γιατί ακριβώς ξέρει μοναδικά να αναδεικνύει, να υπογραμμίζει τη λιτότητα και τη στιβαρότητα της ακουστικής τους ύλης. Και είναι προτέρημα μεγάλο αυτό ετούτη την εποχή της επιτήδευσης και του σκηνοθετισμού που ταλαιπωρούν όλες τις τέχνες – όχι μόνο τη μουσική και το τραγούδι.

Όμως τόση ώρα φλυαρώ κι εσείς ανυπομονείτε να ακούσετε τον ίδιο. Γι’ αυτό περνώ αυθωρεί και παραχρήμα στην κατακλείδα. Ποια είναι η θέση του Νίκου Ξυδάκη στη σημερινή μουσική μας; Τι αντιπροσωπεύει το έργο του στη μουσική μας παράδοση; Ειδήμων, πόσο μάλλον μουσικοκριτικός δεν είμαι, ούτε και εποφθαλμιώ τέτοιες δάφνες. Κατά την ταπεινή μου κρίση ωστόσο, αυτή του φιλόμουσου, του ερασίμολπου, για να θυμηθώ τον στίχο του Πινδάρου, ο Νίκος Ξυδάκης είναι ο σημαντικότερος σταθμός της μουσικής μας από τη Μεταπολίτευση και δώθε.

Βγάζοντας απέξω τη λόγια εκδοχή της, που είναι υπόθεση ιδιαίτερη, στο νήμα που πρώτοι ξεκίνησαν να συμπλέκουν ο Μάνος και ο Μίκης στον Μεταπόλεμο και που το συνέχισαν τόσοι και τόσοι σπουδαίοι συνθέτες μας τις αμέσως επόμενες δεκαετίες (ο Ξαρχάκος, ο Μαρκόπουλος, ο Σαββόπουλος ακόμη, για να αναφέρω μερικούς που μέσες άκρες έχουν ολοκληρώσει την προσφορά τους), στο νήμα λοιπόν αυτό ο δημιουργός εκείνος που προσέθεσε τα τελευταία χρόνια το πιο σημαντικό καινούργιο κομμάτι, αυτός που το ανακαίνισε και το πλούτισε όσο κανείς άλλος με τη δική του εισφορά, είναι ο Νίκος Ξυδάκης. Ώστε δεν είναι μικρή η τιμή που τον υποδεχόμαστε σήμερα, αυτόν και τους συνεργάτες του, στα Χανιά, στο Θέατρο Κυδωνία και στις εφετινές «Νύχτες του Ιουλίου».

ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ, 17. 7. 2021

NΠ5 – Ιωάννα Τσιβάκου, Η ιδέα του έθνους στον Παναγιώτη Κονδύλη

(Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ κείμενο τῆς Ἰωάννας Τσιβάκου, τὸ ὁποῖο φιλοξενεῖται στὸ ἀφιέρωμα τοῦ ΝΠ5 στὸν Παναγιώτη Κονδύλη)

Εἰ­σα­γω­γι­κά

Σκο­πὸς τοῦ ἄρ­θρου εἶ­ναι νὰ ἐ­ξε­τά­σει κρι­τι­κὰ τὴν ἰ­δέ­α τοῦ ἔ­θνους ὅ­πως τὴν ἐ­πε­ξερ­γά­στη­κε σὲ δι­ά­φο­ρα κεί­με­νά του ὁ Πα­να­γι­ώ­της Κοδ­νύ­λης, καὶ ἰ­δί­ως στὸ ἔρ­γο του Ἡ Πλα­νη­τι­κὴ Πο­λι­τι­κὴ με­τὰ τὸν Ψυ­χρὸ Πό­λε­μο.1 Ἐ­πει­δὴ τὸ τε­λευ­ταῖ­ο ἐ­ξα­κο­λου­θεῖ ν’ ἀ­πο­τε­λεῖ ση­μεῖ­ο ἀ­να­φο­ρᾶς γιὰ πολ­λὲς σύγ­χρο­νες πραγ­μα­τεῖ­ες, ἀ­ξί­ζει νὰ προ­σεγ­γί­σου­με τὴν πάν­τα ἐ­πί­και­ρη ἔν­νοι­α τοῦ ἔ­θνους, ὅ­πως προ­βάλ­λει μέ­σα ἀ­πὸ τὶς σε­λί­δες του.

Στὸ προ­α­να­φερ­θὲν ἔρ­γο, ὁ Κον­δύ­λης, ἀ­πὸ τὶς ἀρ­χὲς ἤ­δη τῆς δε­κα­ε­τί­ας τοῦ ’90, λαμ­βά­νον­τας ὑπ’ ὄ­ψιν τὶς θε­με­λι­α­κὲς ἀλ­λα­γὲς ποὺ ἐ­πέ­φε­ρε ἡ ἀ­νεμ­πό­δι­στη δι­ά­χυ­ση τῶν ρο­ῶν τῆς οἰ­κο­νο­μί­ας καὶ τῆς πλη­ρο­φο­ρί­ας σὲ παγ­κό­σμι­ο ἐ­πί­πε­δο, ἀ­να­λύ­ει δι­εισ­δυ­τι­κὰ τὴν πλα­νη­τι­κὴ πο­λι­τι­κὴ ποὺ ἀ­σκοῦν με­τὰ τὴν κα­τάρ­ρευ­ση τῆς Σο­βι­ε­τι­κῆς Ἕ­νω­σης καὶ τῶν ἐ­ξαρ­τη­μέ­νων ἀ­πὸ αὐ­τὴν χω­ρῶν τὰ κυ­ρί­αρ­χα τῆς ἐ­πο­χῆς δυ­τι­κὰ κρά­τη μὲ ὅ­πλο τὸν παγ­κό­σμι­ο χα­ρα­κτή­ρα τῶν ἀν­θρω­πί­νων δι­και­ω­μά­των. Πρό­κει­ται γιὰ πο­λύ­πλευ­ρη καὶ σύν­θε­τη πραγ­μά­τευ­ση φαι­νο­μέ­νων ποὺ θὰ ἄ­ξι­ζε κά­ποιος νὰ ἐ­ξε­τά­σει τὴν ἐ­πα­λή­θευ­ση καὶ τὶς συ­νέ­πει­ές τους σή­με­ρα, ὕ­στε­ρα δη­λα­δὴ ἀ­πὸ 30 σχε­δὸν χρό­νι­α ἀ­πὸ τὴ συγ­γρα­φή τους.

Σὲ κά­θε πε­ρί­πτω­ση, ἡ συ­ζή­τη­ση στὴν Ἑλ­λά­δα πά­νω στὰ θέ­μα­τα ποὺ ἔ­θε­τε τὸ ἐν λό­γῳ βι­βλί­ο προ­τί­μη­σε νὰ ἑ­στι­ά­σει τὴν προ­σο­χή της στὸ ἐ­πί­με­τρο τῆς ἑλ­λη­νι­κῆς ἔκ­δο­σης, τὸ ἀ­να­φε­ρό­με­νο στὴν ἑλ­λη­νι­κὴ ἐ­θνι­κὴ πο­λι­τι­κή, καὶ τὸ ὁ­ποῖ­ο, τε­λι­κά, ὅ­πως ἔ­δει­ξαν τὰ πράγ­μα­τα, ἀ­πο­δεί­χθη­κε προ­φη­τι­κό. Τὸ 1992, ἔ­τος τῆς δη­μο­σί­ευ­σής του, λί­γο και­ρὸ με­τὰ τὴν ἕ­νω­ση τῆς Γερ­μα­νί­ας καὶ μὴν ἔ­χον­τας ἀ­κό­μη ἡ Εὐ­ρω­πα­ϊ­κὴ Ἕ­νω­ση δε­χθεῖ στοὺς κόλ­πους της ἀρ­κε­τὲς χῶ­ρες τοῦ πρώ­ην σο­βι­ε­τι­κοῦ στρα­το­πέ­δου, ὁ Κον­δύ­λης κρού­ει τὸν κώ­δω­να τοῦ κιν­δύ­νου γιὰ μιὰ κα­τα­χρε­ω­μέ­νη Ἑλ­λά­δα λό­γω τοῦ πα­ρα­σι­τι­κοῦ κα­τα­να­λω­τι­σμοῦ ποὺ ἔ­χει ἁ­λώ­σει τὶς συ­νει­δή­σεις τῶν πο­λι­τῶν της καὶ τῶν πε­λα­τει­α­κῶν σχέ­σε­ων τοῦ πο­λι­τι­κοῦ της συ­στή­μα­τος. Τὶς ἴ­διες σχε­δὸν κρί­σεις ἐ­πα­να­λαμ­βά­νει τὸ 1997, στὸ ἐ­πί­με­τρο γιὰ τὴν ἑλ­λη­νι­κὴ ἔκ­δο­ση τοῦ βι­βλί­ου τοῦ Θε­ω­ρί­α Πο­λέ­μου,2 ἐ­πι­κεν­τρώ­νον­τας αὐ­τὴ τὴ φο­ρὰ τὴν προ­σο­χή του στὴν ἀ­πί­σχναν­ση τοῦ ἑλ­λη­νι­κοῦ γε­ω­πο­λι­τι­κοῦ δυ­να­μι­κοῦ ἐν σχέ­σει μά­λι­στα μὲ τὴν ὑ­πε­ρεκ­χεί­λι­ση τοῦ ἀν­τί­στοι­χου τουρ­κι­κοῦ καὶ τὴν προ­βλε­πό­με­νη ἐκ μέ­ρους του ἀ­να­ζή­τη­ση δι­ε­ξό­δου πρὸς τὰ ἔ­ξω, πρὸς εὐ­ρύ­τε­ρους γε­ω­γρα­φι­κοὺς χώ­ρους.

Τὸ εὔ­λο­γο ὡ­στό­σο ἐν­δι­α­φέ­ρον τῶν ἀ­να­γνω­στῶν ἀλ­λὰ καὶ τῆς κρι­τι­κῆς στὰ καθ’ ἡ­μᾶς, μᾶς ἐμ­πό­δι­σε νὰ δοῦ­με ὅ­τι ἡ προ­βλε­φθεῖ­σα τύ­χη τῆς ἑλ­λη­νι­κῆς κοι­νω­νί­ας ἐ­πα­λη­θεύ­τη­κε δι­ό­τι στη­ρι­ζό­ταν κα­τὰ με­γά­λο μέ­ρος στὶς ὀρ­θὲς ἑρ­μη­νεῖ­ες τοῦ Κον­δύ­λη γιὰ τὴν πλα­νη­τι­κὴ ἐ­ξά­πλω­ση τοῦ ἀ­πο­κα­λού­με­νου ἀ­πὸ αὐ­τὸν «μα­ζι­κο­δη­μο­κρα­τι­κοὺ ἐκ­συγ­χρο­νι­σμοῦ» σὲ κά­θε μέ­ρος τοῦ πλα­νή­τη, ἀ­κό­μη καὶ ἐν­τὸς τῶν πα­ρα­δο­σι­α­κῶν κοι­νω­νι­ῶν τῆς Ἀ­σί­ας καὶ τῆς Ἀ­φρι­κῆς· ἕ­νας ἐκ­συγ­χρο­νι­σμὸς ἐμ­πνευ­σμέ­νος ἀ­πὸ τὸ ἄ­νοιγ­μα τῶν παγ­κό­σμι­ων ἀ­γο­ρῶν καὶ στη­ριγ­μέ­νος στὴν κοι­νω­νι­κὴ ἰ­σο­πέ­δω­ση καὶ τὸν κα­τα­κερ­μα­τι­σμὸ τῶν κοι­νω­νι­ῶν σὲ ἄ­το­μα.3 Ἡ ὀ­πτι­κὴ αὐ­τὴ ὁ­δή­γη­σε τὸν Κον­δύ­λη στὸ νὰ δι­α­κρί­νει τὶς δι­α­φο­ρε­τι­κὲς βλέ­ψεις τοῦ συ­στή­μα­τος τῆς πο­λι­τι­κῆς ἐν σχέ­σει μὲ τῆς οἰ­κο­νο­μί­ας καὶ νὰ μι­λή­σει γιὰ τὴ συ­ναρ­μο­γὴ τῶν δύ­ο συ­στη­μά­των, ὄ­χι ὅ­μως γιὰ τὴν ὑ­πο­τα­γὴ τοῦ πρώ­του στὸ δεύ­τε­ρο. Πα­ρό­τι ἡ ἴ­δια ἡ οἰ­κο­νο­μί­α μὲ τὴν ἐ­πι­κρά­τη­ση τοῦ νε­ο­φι­λε­λεύ­θε­ρου ἢ τοῦ μα­ζι­κο­δη­μο­κρα­τι­κοῦ ὑ­πο­δείγ­μα­τος πί­στε­ψε ὅ­τι θὰ κυ­ρι­αρ­χή­σει ἐ­πὶ τῆς πο­λι­τι­κῆς, ἐν τού­τοις ἀ­πὸ τό­τε ὁ Κον­δύ­λης δι­α­τύ­πω­νε μὲ σθέ­νος τὴν ἄ­πο­ψη ὅ­τι αὐ­τὸ δὲν ἐ­πρό­κει­το νὰ συμ­βεῖ δι­ό­τι ἡ πο­λι­τι­κὴ δὲν θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ ξε­φύ­γει ἀ­πὸ τὴν πί­ε­ση τῶν μα­ζι­κο­δη­μο­κρα­τι­κῶν προσ­δο­κι­ῶν. Ἐ­πιπλέ­ον, πα­ρα­τη­ροῦ­σε, ὅ­τι «παρ’ ὅ­λες τὶς “ἰ­δι­ω­τι­κο­ποι­ή­σεις”, ὁ δη­μό­σι­ος το­μέ­ας θὰ πα­ρέ­με­νε πο­σο­τι­κά, καὶ συ­χνὰ ποι­ο­τι­κά, ὑ­πέρ­τε­ρος», μὲ ἀ­πο­τέ­λε­σμα «ἡ «“νε­ο­φι­λε­λεύ­θε­ρη” μέ­θη» νὰ μὴν κα­τα­φέ­ρει νὰ τὸν πε­ρι­ο­ρί­σει ἢ νὰ τὸν ἀν­τι­κα­τα­στή­σει σὲ ση­μαν­τι­κὸ πο­σο­στό.4 Εἶ­ναι ἐν­τυ­πω­σι­α­κὸ πό­σο αὐ­τές του οἱ πα­ρα­τη­ρή­σεις ἐ­πα­λη­θεύ­τη­καν κα­τὰ τὴν κρί­ση τοῦ 2008, ὅ­ταν ἡ οἰ­κο­νο­μί­α προ­σέ­τρε­ξε στὴν πο­λι­τι­κὴ γιὰ τὴ σω­τη­ρί­α της, ἐ­νῶ τὸ ἴ­διο συμ­βαί­νει καὶ σή­με­ρα μὲ τὴν κρί­ση τοῦ κο­ρω­νο­ϊ­οῦ, τὴν ὑ­πο­στο­λὴ τῶν οἰ­κο­νο­μι­κῶν δρα­στη­ρι­ο­τή­των καὶ τὴν ἄ­σκη­ση βι­ο­πο­λι­τι­κῆς ἀ­πὸ τὶς κυ­βε­νή­σεις.

Πέ­ραν τῶν ἄλ­λων, στὴν Πλα­νη­τι­κὴ Πο­λι­τι­κὴ ὁ Κον­δύ­λης πα­ρα­τη­ρεῖ ἕ­να φαι­νό­με­νο μὲ αἰ­σθη­τὴ πα­ρου­σί­α κα­τὰ τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ 1990 στὶς πρώ­ην σο­σι­α­λι­στι­κὲς δη­μο­κρα­τί­ες, τὸ ὁ­ποῖ­ο ἔ­κτο­τε ἀ­να­δεί­χτη­κε σὲ ση­μαν­τι­κὸ ἑλ­κυ­στὴ τῆς σύγ­χρο­νης πλα­νη­τι­κῆς πο­λι­τι­κῆς· πρό­κει­ται γιὰ τὸ φαι­νό­με­νο τοῦ ἐ­θνι­κι­σμοῦ. Ἐ­ὰν θε­ω­ρή­σου­με τὴν πλα­νη­τι­κὴ πο­λι­τι­κὴ ὡς δυ­να­μι­κὸ σύ­στη­μα, τό­τε δι­α­πι­στώ­νου­με πὼς γιὰ τὸν Κον­δύ­λη ὁ ἐ­θνι­κι­σμὸς μοιά­ζει μὲ κα­τά­στα­ση ἱ­κα­νὴ νὰ προ­κα­λεῖ ἔν­το­νες δι­α­τα­ρα­χὲς στὸ σύ­στη­μα τῆς πλα­νη­τι­κῆς πο­λι­τι­κῆς τῶν ἰ­σχυ­ρῶν κρα­τῶν, πα­ρα­σύ­ρον­τάς το σὲ κι­νή­σεις ποὺ ἐκ­φεύ­γουν τοῦ μα­ζι­κο­δη­μο­κρα­τι­κοῦ του χα­ρα­κτή­ρα.

[…]

ΙΩΑΝΝΑ ΤΣΙΒΑΚΟΥ

[Ἀπὸ τὸ ΝΠ5 ποὺ μόλις κυκλοφόρησε. Ἀναζητῆστε το!]

NΠ5 – Κώστας Ι. Μελάς, Η οικονομία στην προβληματική του Παναγιώτη Κονδύλη

(Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ κείμενο τοῦ Κώστα Ἰ. Μελᾶ, τὸ ὁποῖο φιλοξενεῖται στὸ ἀφιέρωμα τοῦ ΝΠ5 στὸν Παναγιώτη Κονδύλη)

Εἰ­σα­γω­γή

Ἡ ὅ­λη προ­βλη­μα­τι­κὴ τοῦ Παναγιώτη Κον­δύ­λη πα­ρέ­χει ση­μαν­τι­κὴ βο­ή­θει­α στὴν ἐ­πίρ­ρω­ση τῆς ἄ­πο­ψής μας πε­ρὶ τῆς πραγ­μα­τι­κῆς θέ­σης τῆς οἰ­κο­νο­μί­ας ὡς ἐ­ξαρ­τη­μέ­νου ὑ­πο­συ­στή­μα­τος τῆς κοι­νω­νί­ας. Πα­ράλ­λη­λα, μᾶς βο­η­θᾶ νὰ κα­τα­νο­ή­σου­με ὅ­τι ἡ ἀ­παί­τη­ση νὰ συλ­λη­φθεῖ ὁ μη­χα­νι­σμὸς τῆς κοι­νω­νι­κῆς ζω­ῆς ἀ­πὸ τὴ σκο­πιὰ τῆς οἰ­κο­νο­μί­ας ἀ­πο­τε­λεῖ ἀ­πα­τη­λὴ ἐλ­πί­δα. Ἀ­κό­μη πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀν­τι­λαμ­βα­νό­μα­στε ὅ­τι ἂν στὶς προ­κεί­με­νες ποὺ στη­ρί­ζουν τὴν οἰ­κο­νο­μι­κὴ “ἐ­πι­στή­μη” εἰ­σα­χθεῖ ἡ ἰ­σχύς, κα­ταρ­ρέ­ει τὸ ἐ­πι­στη­μο­λο­γι­κὸ πλαί­σι­ο ποὺ ὑ­πο­βα­στά­ζει τὴν οἰ­κο­νο­μί­α. Ἡ κα­τάρ­ρευ­ση ὀ­φεί­λε­ται στὸ ὅ­τι ἡ Οἰ­κο­νο­μι­κὴ στη­ρί­ζε­ται ἀ­να­πό­δρα­στα στὴ θέ­ση “τῆς ἁρ­μο­νί­ας τῶν συμ­φε­ρόν­των” τῶν συμ­με­τε­χόν­των. Μὲ βά­ση τὰ πα­ρα­πά­νω ἐ­πι­χει­ρεῖ­ται νὰ ἀ­να­λυ­θεῖ ἡ ἀν­τι­πο­λι­τι­κὴ σύλ­λη­ψη τῆς ἐ­νο­ποί­η­σης τῆς Ε.Ε. δε­δο­μέ­νου ὅ­τι ἡ ὅ­λη δι­α­δι­κα­σί­α στη­ρί­ζε­ται σὲ δε­δο­μέ­νες οἰ­κο­νο­μι­στι­κὲς ἀν­τι­λή­ψεις.

[…]

(περισσότερα…)

Τετάρτη 28/7 | 1821-2021, Η Ελλάς των Ελλήνων

~.~ 

Νύχτες του Ιουλίου, Τετάρτη 28/7 | Βιβλία και Ιστορία


«1821-2021 ‒ Η Ελλάς των Ελλήνων: Δύο Αιώνες Εθνικά Δεινά στον Καθρέφτη της Ποίησης». Μια “Παράκαιρη” Ανθολογία του Κώστα Κουτσουρέλη


Στις μεγάλες επετείους δεν είθισται να αναλογιζόμαστε τα εθνικά δεινά και κουσούρια. Όμως αυτά ακριβώς έθεσαν στο στόχαστρό τους οι κορυφαίοι ποιητές μας αυτών των 200 ετών, τις σκοτεινές πλευρές του συλλογικού μας βίου που μας ταλανίζουν έως σήμερα. Με τον ανθολόγο Κώστα Κουτσουρέλη συνομιλεί ο ποιητής και φιλολογικός επιμελητής του τόμου Θανάσης Γαλανάκης. Ποιήματα της ανθολογίας (Gutenberg, 2021) ερμηνεύουν οι Στελλίνα Ιωαννίδου και ο Μιχάλης Βιρβιδάκης,

Θέατρο Κυδωνία, Υψηλαντών 12 Χανιά, στις 9.30 μμ.

ΝΠ5 – Κώστας Χατζηαντωνίου, Νευρωτική παραδοσιολατρεία και ευρωφιλικός παρασιτισμός

(Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ κείμενο τοῦ Κώστα Χατζηαντωνίου, τὸ ὁποῖο φιλοξενεῖται στὸ ἀφιέρωμα τοῦ ΝΠ5 στὸν Παναγιώτη Κονδύλη)

Κα­τὰ τοὺς δύ­ο αἰ­ῶ­νες ἐ­λεύ­θε­ρου ὑ­πὸ τὴν τυ­πι­κὴ ἔν­νοι­α πο­λι­τι­κοῦ βί­ου, ἡ Ἑλ­λά­δα ἀ­πο­κό­μι­σε ἐμ­πει­ρί­ες ποὺ εὔ­λο­γα γεν­νοῦ­σαν ἄλ­λο­τε ὑ­πε­ρή­φα­νες δι­α­κη­ρύ­ξεις καὶ ἄλ­λο­τε θρη­νη­τι­κὲς εἰ­κα­σί­ες. Πα­ρὰ ὡ­στό­σο τὴ δι­αρ­κῆ  ἀν­τι­μα­χί­α πα­ρά­δο­σης καὶ νε­ω­τε­ρι­κό­τη­τας ποὺ σφρα­γί­ζει τὸν νε­ο­ελ­λη­νι­κὸ βί­ο ἐν συ­νό­λῳ, ἡ πο­λι­τι­κὴ ζω­ὴ καὶ ὁ πο­λι­τι­σμός μας ἐ­ξε­λίσ­σον­ταν καὶ ἡ χώ­ρα πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σε, ἔ­στω μὲ βρα­δύ­τη­τα καὶ μὲ τρό­πο στρε­βλό, τὴν ἐ­ξέ­λι­ξη τοῦ δυ­τι­κοῦ κό­σμου, στὸν ὁ­ποῖ­ο ἀ­πὸ τὰ χρό­νι­α της Ἐ­πα­νά­στα­σης οἱ Ἕλ­λη­νες ἦ­ταν προ­σα­να­το­λι­σμέ­νοι. Αἴφ­νης, με­τὰ ἀ­πὸ μιὰ μο­να­δι­κὴ στὴν ἱ­στο­ρί­α μας πε­ρί­ο­δο ὁ­μα­λοῦ πο­λι­τι­κοῦ βί­ου τεσ­σά­ρων δε­κα­ε­τι­ῶν, ξέ­σπα­σε ἡ κα­ται­γί­δα. Κρί­ση, πα­ρακ­μὴ ἢ κα­τάρ­ρευ­ση, ὅ­πως καὶ νὰ ὁ­ρί­σει κα­νεὶς αὐ­τὸ ποὺ συμ­βαί­νει στὶς ἡ­μέ­ρες μας, τὸ βέ­βαι­ον εἶ­ναι ὅ­τι γί­νε­ται πλέ­ον πα­σι­φα­νὴς ἡ πλή­ρης δι­ά­βρω­ση θε­σμῶν καὶ ἠ­θῶν κι ἡ γε­νι­κευ­μέ­νη ἀ­νο­μί­α ποὺ κα­θι­στᾶ τὴν ὅ­ποια ἐλ­πί­δα ἀ­νά­τα­ξης νὰ μοιά­ζει ἀ­δύ­να­τη. Τὸ φά­σμα τῆς κα­τα­στρο­φῆς ὑ­ψώ­νε­ται πιὰ γύ­ρω μας. (περισσότερα…)

Δευτέρα 26/7 | Ανακάλημα του Γιώργη Μανουσάκη (1933-2008)

Νύχτες του Ιουλίου, Δευτέρα 26/7 | Τιμητική εκδήλωση 

ΑΝΑΚΑΛΗΜΑ ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΗ ΜΑΝΟΥΣΑΚΗ (1933-2008)


Με αφορμή τον πρόσφατο συγκεντρωτικό τόμο Τα Ποιήματα 1967-2007: Οι δημοσιευμένες συλλογές, Κίχλη 2021, μια βραδιά μνήμης αφιερωμένη στο πρόσωπο και το έργο του κορυφαίου Χανιώτη δημιουργού. Για τον Γιώργη Μανουσάκη μιλάει η φιλόλογος Ράνια Μουσούλη, δρ συγκριτικής λογοτεχνίας, καθώς επίσης οι φίλοι και συνοδοιπόροι του Μιχάλης Βιρβιδάκης, σκηνοθέτης-ηθοποιός, Γρηγόρης Γεωργουδάκης, γιατρός-ποιητής, Αντώνης Πετρουλάκης, ζωγράφος, και Μανόλης Ευκλ. Χρονάκης, παιδίατρος. Συντονίζει ο Κώστας Κουτσουρέλης.
~.~
Θέατρο Κυδωνία, Υψηλαντών 12 Χανιά, στις 9.30 μμ.
~.~

ΝΠ5 – Γιάννης Κιουρτσάκης, Διορατικότητα καὶ Υπεροψία

(Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ κείμενο τοῦ Γιάννη Κιουρτσάκη, τὸ ὁποῖο φιλοξενεῖται στὸ ἀφιέρωμα τοῦ ΝΠ5 στὸν Παναγιώτη Κονδύλη)

Ὅ­ποιος ἐ­πι­χει­ρεῖ τὸν ἀ­πο­λο­γι­σμὸ ἕ­ξι χρό­νων κα­τα­στρο­φῆς τῆς ἑλ­λη­νι­κῆς οἰ­κο­νο­μί­ας, δὲν μπο­ρεῖ νὰ μὴ θαυ­μά­σει τὴ δι­ο­ρα­τι­κὴ προ­ει­δο­ποί­η­ση τοῦ Πα­να­γι­ώ­τη Κον­δύ­λη στὶς ἀρ­χὲς τῆς δε­κα­ε­τί­ας τοῦ ’90: πὼς κά­ποια μέ­ρα οἱ ἑ­ταῖ­ροι μας στὴν Ε.Ε. θὰ ἀρ­νοῦν­ταν «νὰ χρη­μα­το­δο­τή­σουν […] τὸν ἑλ­λη­νι­κὸ πα­ρα­σι­τι­κὸ κα­τα­να­λω­τι­σμὸ ἐ­πι­βάλ­λον­τας στὴν οἰ­κο­νο­μί­α [μας] αὐ­στη­ρὴ δί­αι­τα ἐ­ξυ­γι­άν­σε­ως καὶ ἐ­πα­να­φέ­ρον­τας τὸ βι­ο­τι­κὸ ἐ­πί­πε­δο στὸ ὕ­ψος ποὺ ἐ­πι­τρέ­πουν οἱ δυ­να­τό­τη­τές της».[i] Μπρο­στὰ στὴν ἀ­μεί­λι­κτη ἐ­πι­βε­βαί­ω­ση αὐ­τοῦ τοῦ λό­γου, τί βα­ρύ­τη­τα μπο­ροῦν νὰ ἔ­χουν οἱ δι­αι­ω­νι­ζό­με­νοι δῆ­θεν ἰ­δε­ο­λο­γι­κοὶ κα­βγά­δες μας γιὰ τὸν κα­τα­με­ρι­σμὸ τῶν εὐ­θυ­νῶν; Ἀλ­λὰ ἂν ὁ Κον­δύ­λης ἔ­βλε­πε τό­σο κα­θα­ρὰ τὸ μέλ­λον, ἦ­ταν ἐ­πει­δὴ ἔ­βλε­πε βα­θι­ὰ στὸ πα­ρελ­θὸν τὰ δο­μι­κὰ αἴ­τι­α τῆς πα­ρακ­μῆς: τὴν ἀ­δυ­να­μί­α νὰ στε­ρι­ώ­σει στὴ νε­ό­τε­ρη Ἑλ­λά­δα ἀ­στι­κὸς πο­λι­τι­σμὸς ἱ­κα­νὸς νὰ οἰ­κο­δο­μή­σει εὔ­ρω­στη κοι­νω­νί­α τῶν πο­λι­τῶν καὶ σύγ­χρο­νο κρά­τος. Ἐ­ξοῦ μιὰ μό­νι­μη πνευ­μα­τι­κὴ κα­χε­ξί­α ποὺ δὲν ἄ­φη­σε νὰ ρι­ζώ­σουν στὸ συλ­λο­γι­κὸ σῶ­μα οἱ μεί­ζο­νες νε­ω­τε­ρι­κὲς ἰ­δε­ο­λο­γί­ες ―φι­λε­λευ­θε­ρι­σμός, συν­τη­ρη­τι­σμός, σο­σι­α­λι­σμό­ς― πα­ρὰ μό­νο ὡς κομ­μα­τι­κὰ κα­κέ­κτυ­πα στὸ πλαί­σι­ο τῆς ἐγ­χώ­ρι­ας πε­λα­τει­ο­κρα­τί­ας. Ἄλ­λω­στε, πῶς θὰ ρί­ζω­ναν, ὅ­ταν ὁ ἴ­διος ὁ Κον­δύ­λης δι­α­πι­στώ­νει ὅ­τι ἀ­παρ­χαι­ώ­νον­ταν στὴν ἴ­δια τὴν εὐ­ρω­πα­ϊ­κὴ κοι­τί­δα τους, χά­νον­τας προ­ο­δευ­τι­κὰ τὸ ἱ­στο­ρι­κό τους πε­ρι­ε­χό­με­νο;[ii]

(περισσότερα…)