ΝΠ | Τα Νέα του Περιοδικού

NΠ5 – Κώστας Ι. Μελάς, Η οικονομία στην προβληματική του Παναγιώτη Κονδύλη

(Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ κείμενο τοῦ Κώστα Ἰ. Μελᾶ, τὸ ὁποῖο φιλοξενεῖται στὸ ἀφιέρωμα τοῦ ΝΠ5 στὸν Παναγιώτη Κονδύλη)

Εἰ­σα­γω­γή

Ἡ ὅ­λη προ­βλη­μα­τι­κὴ τοῦ Παναγιώτη Κον­δύ­λη πα­ρέ­χει ση­μαν­τι­κὴ βο­ή­θει­α στὴν ἐ­πίρ­ρω­ση τῆς ἄ­πο­ψής μας πε­ρὶ τῆς πραγ­μα­τι­κῆς θέ­σης τῆς οἰ­κο­νο­μί­ας ὡς ἐ­ξαρ­τη­μέ­νου ὑ­πο­συ­στή­μα­τος τῆς κοι­νω­νί­ας. Πα­ράλ­λη­λα, μᾶς βο­η­θᾶ νὰ κα­τα­νο­ή­σου­με ὅ­τι ἡ ἀ­παί­τη­ση νὰ συλ­λη­φθεῖ ὁ μη­χα­νι­σμὸς τῆς κοι­νω­νι­κῆς ζω­ῆς ἀ­πὸ τὴ σκο­πιὰ τῆς οἰ­κο­νο­μί­ας ἀ­πο­τε­λεῖ ἀ­πα­τη­λὴ ἐλ­πί­δα. Ἀ­κό­μη πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀν­τι­λαμ­βα­νό­μα­στε ὅ­τι ἂν στὶς προ­κεί­με­νες ποὺ στη­ρί­ζουν τὴν οἰ­κο­νο­μι­κὴ “ἐ­πι­στή­μη” εἰ­σα­χθεῖ ἡ ἰ­σχύς, κα­ταρ­ρέ­ει τὸ ἐ­πι­στη­μο­λο­γι­κὸ πλαί­σι­ο ποὺ ὑ­πο­βα­στά­ζει τὴν οἰ­κο­νο­μί­α. Ἡ κα­τάρ­ρευ­ση ὀ­φεί­λε­ται στὸ ὅ­τι ἡ Οἰ­κο­νο­μι­κὴ στη­ρί­ζε­ται ἀ­να­πό­δρα­στα στὴ θέ­ση “τῆς ἁρ­μο­νί­ας τῶν συμ­φε­ρόν­των” τῶν συμ­με­τε­χόν­των. Μὲ βά­ση τὰ πα­ρα­πά­νω ἐ­πι­χει­ρεῖ­ται νὰ ἀ­να­λυ­θεῖ ἡ ἀν­τι­πο­λι­τι­κὴ σύλ­λη­ψη τῆς ἐ­νο­ποί­η­σης τῆς Ε.Ε. δε­δο­μέ­νου ὅ­τι ἡ ὅ­λη δι­α­δι­κα­σί­α στη­ρί­ζε­ται σὲ δε­δο­μέ­νες οἰ­κο­νο­μι­στι­κὲς ἀν­τι­λή­ψεις.

[…]

(περισσότερα…)

Τετάρτη 28/7 | 1821-2021, Η Ελλάς των Ελλήνων

~.~ 

Νύχτες του Ιουλίου, Τετάρτη 28/7 | Βιβλία και Ιστορία


«1821-2021 ‒ Η Ελλάς των Ελλήνων: Δύο Αιώνες Εθνικά Δεινά στον Καθρέφτη της Ποίησης». Μια “Παράκαιρη” Ανθολογία του Κώστα Κουτσουρέλη


Στις μεγάλες επετείους δεν είθισται να αναλογιζόμαστε τα εθνικά δεινά και κουσούρια. Όμως αυτά ακριβώς έθεσαν στο στόχαστρό τους οι κορυφαίοι ποιητές μας αυτών των 200 ετών, τις σκοτεινές πλευρές του συλλογικού μας βίου που μας ταλανίζουν έως σήμερα. Με τον ανθολόγο Κώστα Κουτσουρέλη συνομιλεί ο ποιητής και φιλολογικός επιμελητής του τόμου Θανάσης Γαλανάκης. Ποιήματα της ανθολογίας (Gutenberg, 2021) ερμηνεύουν οι Στελλίνα Ιωαννίδου και ο Μιχάλης Βιρβιδάκης,

Θέατρο Κυδωνία, Υψηλαντών 12 Χανιά, στις 9.30 μμ.

ΝΠ5 – Κώστας Χατζηαντωνίου, Νευρωτική παραδοσιολατρεία και ευρωφιλικός παρασιτισμός

(Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ κείμενο τοῦ Κώστα Χατζηαντωνίου, τὸ ὁποῖο φιλοξενεῖται στὸ ἀφιέρωμα τοῦ ΝΠ5 στὸν Παναγιώτη Κονδύλη)

Κα­τὰ τοὺς δύ­ο αἰ­ῶ­νες ἐ­λεύ­θε­ρου ὑ­πὸ τὴν τυ­πι­κὴ ἔν­νοι­α πο­λι­τι­κοῦ βί­ου, ἡ Ἑλ­λά­δα ἀ­πο­κό­μι­σε ἐμ­πει­ρί­ες ποὺ εὔ­λο­γα γεν­νοῦ­σαν ἄλ­λο­τε ὑ­πε­ρή­φα­νες δι­α­κη­ρύ­ξεις καὶ ἄλ­λο­τε θρη­νη­τι­κὲς εἰ­κα­σί­ες. Πα­ρὰ ὡ­στό­σο τὴ δι­αρ­κῆ  ἀν­τι­μα­χί­α πα­ρά­δο­σης καὶ νε­ω­τε­ρι­κό­τη­τας ποὺ σφρα­γί­ζει τὸν νε­ο­ελ­λη­νι­κὸ βί­ο ἐν συ­νό­λῳ, ἡ πο­λι­τι­κὴ ζω­ὴ καὶ ὁ πο­λι­τι­σμός μας ἐ­ξε­λίσ­σον­ταν καὶ ἡ χώ­ρα πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σε, ἔ­στω μὲ βρα­δύ­τη­τα καὶ μὲ τρό­πο στρε­βλό, τὴν ἐ­ξέ­λι­ξη τοῦ δυ­τι­κοῦ κό­σμου, στὸν ὁ­ποῖ­ο ἀ­πὸ τὰ χρό­νι­α της Ἐ­πα­νά­στα­σης οἱ Ἕλ­λη­νες ἦ­ταν προ­σα­να­το­λι­σμέ­νοι. Αἴφ­νης, με­τὰ ἀ­πὸ μιὰ μο­να­δι­κὴ στὴν ἱ­στο­ρί­α μας πε­ρί­ο­δο ὁ­μα­λοῦ πο­λι­τι­κοῦ βί­ου τεσ­σά­ρων δε­κα­ε­τι­ῶν, ξέ­σπα­σε ἡ κα­ται­γί­δα. Κρί­ση, πα­ρακ­μὴ ἢ κα­τάρ­ρευ­ση, ὅ­πως καὶ νὰ ὁ­ρί­σει κα­νεὶς αὐ­τὸ ποὺ συμ­βαί­νει στὶς ἡ­μέ­ρες μας, τὸ βέ­βαι­ον εἶ­ναι ὅ­τι γί­νε­ται πλέ­ον πα­σι­φα­νὴς ἡ πλή­ρης δι­ά­βρω­ση θε­σμῶν καὶ ἠ­θῶν κι ἡ γε­νι­κευ­μέ­νη ἀ­νο­μί­α ποὺ κα­θι­στᾶ τὴν ὅ­ποια ἐλ­πί­δα ἀ­νά­τα­ξης νὰ μοιά­ζει ἀ­δύ­να­τη. Τὸ φά­σμα τῆς κα­τα­στρο­φῆς ὑ­ψώ­νε­ται πιὰ γύ­ρω μας. (περισσότερα…)

Δευτέρα 26/7 | Ανακάλημα του Γιώργη Μανουσάκη (1933-2008)

Νύχτες του Ιουλίου, Δευτέρα 26/7 | Τιμητική εκδήλωση 

ΑΝΑΚΑΛΗΜΑ ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΗ ΜΑΝΟΥΣΑΚΗ (1933-2008)


Με αφορμή τον πρόσφατο συγκεντρωτικό τόμο Τα Ποιήματα 1967-2007: Οι δημοσιευμένες συλλογές, Κίχλη 2021, μια βραδιά μνήμης αφιερωμένη στο πρόσωπο και το έργο του κορυφαίου Χανιώτη δημιουργού. Για τον Γιώργη Μανουσάκη μιλάει η φιλόλογος Ράνια Μουσούλη, δρ συγκριτικής λογοτεχνίας, καθώς επίσης οι φίλοι και συνοδοιπόροι του Μιχάλης Βιρβιδάκης, σκηνοθέτης-ηθοποιός, Γρηγόρης Γεωργουδάκης, γιατρός-ποιητής, Αντώνης Πετρουλάκης, ζωγράφος, και Μανόλης Ευκλ. Χρονάκης, παιδίατρος. Συντονίζει ο Κώστας Κουτσουρέλης.
~.~
Θέατρο Κυδωνία, Υψηλαντών 12 Χανιά, στις 9.30 μμ.
~.~

ΝΠ5 – Γιάννης Κιουρτσάκης, Διορατικότητα καὶ Υπεροψία

(Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ κείμενο τοῦ Γιάννη Κιουρτσάκη, τὸ ὁποῖο φιλοξενεῖται στὸ ἀφιέρωμα τοῦ ΝΠ5 στὸν Παναγιώτη Κονδύλη)

Ὅ­ποιος ἐ­πι­χει­ρεῖ τὸν ἀ­πο­λο­γι­σμὸ ἕ­ξι χρό­νων κα­τα­στρο­φῆς τῆς ἑλ­λη­νι­κῆς οἰ­κο­νο­μί­ας, δὲν μπο­ρεῖ νὰ μὴ θαυ­μά­σει τὴ δι­ο­ρα­τι­κὴ προ­ει­δο­ποί­η­ση τοῦ Πα­να­γι­ώ­τη Κον­δύ­λη στὶς ἀρ­χὲς τῆς δε­κα­ε­τί­ας τοῦ ’90: πὼς κά­ποια μέ­ρα οἱ ἑ­ταῖ­ροι μας στὴν Ε.Ε. θὰ ἀρ­νοῦν­ταν «νὰ χρη­μα­το­δο­τή­σουν […] τὸν ἑλ­λη­νι­κὸ πα­ρα­σι­τι­κὸ κα­τα­να­λω­τι­σμὸ ἐ­πι­βάλ­λον­τας στὴν οἰ­κο­νο­μί­α [μας] αὐ­στη­ρὴ δί­αι­τα ἐ­ξυ­γι­άν­σε­ως καὶ ἐ­πα­να­φέ­ρον­τας τὸ βι­ο­τι­κὸ ἐ­πί­πε­δο στὸ ὕ­ψος ποὺ ἐ­πι­τρέ­πουν οἱ δυ­να­τό­τη­τές της».[i] Μπρο­στὰ στὴν ἀ­μεί­λι­κτη ἐ­πι­βε­βαί­ω­ση αὐ­τοῦ τοῦ λό­γου, τί βα­ρύ­τη­τα μπο­ροῦν νὰ ἔ­χουν οἱ δι­αι­ω­νι­ζό­με­νοι δῆ­θεν ἰ­δε­ο­λο­γι­κοὶ κα­βγά­δες μας γιὰ τὸν κα­τα­με­ρι­σμὸ τῶν εὐ­θυ­νῶν; Ἀλ­λὰ ἂν ὁ Κον­δύ­λης ἔ­βλε­πε τό­σο κα­θα­ρὰ τὸ μέλ­λον, ἦ­ταν ἐ­πει­δὴ ἔ­βλε­πε βα­θι­ὰ στὸ πα­ρελ­θὸν τὰ δο­μι­κὰ αἴ­τι­α τῆς πα­ρακ­μῆς: τὴν ἀ­δυ­να­μί­α νὰ στε­ρι­ώ­σει στὴ νε­ό­τε­ρη Ἑλ­λά­δα ἀ­στι­κὸς πο­λι­τι­σμὸς ἱ­κα­νὸς νὰ οἰ­κο­δο­μή­σει εὔ­ρω­στη κοι­νω­νί­α τῶν πο­λι­τῶν καὶ σύγ­χρο­νο κρά­τος. Ἐ­ξοῦ μιὰ μό­νι­μη πνευ­μα­τι­κὴ κα­χε­ξί­α ποὺ δὲν ἄ­φη­σε νὰ ρι­ζώ­σουν στὸ συλ­λο­γι­κὸ σῶ­μα οἱ μεί­ζο­νες νε­ω­τε­ρι­κὲς ἰ­δε­ο­λο­γί­ες ―φι­λε­λευ­θε­ρι­σμός, συν­τη­ρη­τι­σμός, σο­σι­α­λι­σμό­ς― πα­ρὰ μό­νο ὡς κομ­μα­τι­κὰ κα­κέ­κτυ­πα στὸ πλαί­σι­ο τῆς ἐγ­χώ­ρι­ας πε­λα­τει­ο­κρα­τί­ας. Ἄλ­λω­στε, πῶς θὰ ρί­ζω­ναν, ὅ­ταν ὁ ἴ­διος ὁ Κον­δύ­λης δι­α­πι­στώ­νει ὅ­τι ἀ­παρ­χαι­ώ­νον­ταν στὴν ἴ­δια τὴν εὐ­ρω­πα­ϊ­κὴ κοι­τί­δα τους, χά­νον­τας προ­ο­δευ­τι­κὰ τὸ ἱ­στο­ρι­κό τους πε­ρι­ε­χό­με­νο;[ii]

(περισσότερα…)

Κυριακή 18/7 | «Το Στέμμα των Αυγών» – Με τον Κώστα Χατζηαντωνίου

 

Νύχτες του Ιουλίου, Κυριακή 18/7 | Βιβλία και Ιστορία

«Το Στέμμα των Αυγών: Ένα Βυζαντινό Χειρόγραφο», του Κώστα Χατζηαντωνίου

1258: Ένας μοναχός στην Αυτοκρατορία της Νίκαιας ανιστορεί το πρόσφατο παρελθόν από τη μοιραία πρώτη Άλωση του 1204 ώς τις μέρες του, περιγράφει τον αγώνα του κερματισμένου ταπεινωμένου βυζαντινού κόσμου να ανασυγκροτήσει την ελληνική του ταυτότητα, και προφητεύει το μέλλον. Σε όλα τα βιβλία του Κώστα Χατζηαντωνίου, λογοτεχνικά ή δοκιμιακά, η Ιστορία είναι μονίμως παρούσα. Για το πρόσφατο μυθιστόρημά του (Καστανιώτης, 2020), συζητά μαζί του ο Κώστας Κουτσουρέλης. Αποσπάσματα από το βιβλίο διαβάζουν η Ντία Κοσκινά και ο Αιμίλιος Καλογερής.

~.~

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ

Ο Κώστας Χατζηαντωνίου γεννήθηκε στη Ρόδο το 1965. Ιστορικός, πεζογράφος και δοκιμιογράφος, είναι μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων και της Διοικούσας Επιτροπής του Ιδρύματος Κωστή Παλαμά. Διευθύνει το λογοτεχνικό περιοδικό «Κοράλλι». Το συγγραφικό του έργο περιλαμβάνει αφηγήματα, ιστορικές μελέτες και βιογραφίες, δοκίμια στοχασμού, θεωρίας και κριτικής και τρία μυθιστορήματα, εκ των οποίων «Το στέμμα των αυγών» (Καστανιώτης, 2020) είναι το πιο πρόσφατο (2020). Προηγήθηκαν το «Αγκριτζέντο» (2009) που τιμήθηκε το 2011 με το Βραβείο Λογοτεχνίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (EUPL) και έχει μεταφραστεί σε έξι ευρωπαϊκές γλώσσες και «Ο κύκλος του χώματος» (2017).

~.~

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ

ΤΟ ΣΤΕΜΜΑ ΤΩΝ ΑΥΓΩΝ, Μυθιστόρημα, Καστανιώτης 2020

***

Σελ. 27-28

«Η γη της Ιωνίας είναι τόπος φωτεινός. Σκληρό να διαπεραιωθεί κανείς απ’ αυτήν την πανδαισία χρωμάτων στο σκοτεινό βασίλειο του χρόνου, εκεί όπου τέλος δεν υπάρχει• καθώς ιδρώνουμε κωπηλατώντας από το επιμέρους προς το μυστήριο του καθόλου, για να περάσουμε δηλαδή από την στιγμή –το νησάκι μας στον ωκεανό του χρόνου– στο άπειρο, εκεί όπου οι ψυχές περπατούν στους δρόμους του αιωνίου που πολλοί ονομάζουν θάνατο, ξέρω πως εκεί θα βρούμε όλες τις απαντήσεις. Γιατί λοιπόν κάποιοι που έζησαν κάποτε εδώ, πατρίκιοι και πληβείοι, ιερείς ή στρατιώτες, κάπηλοι και ξωμάχοι, πηγαινοέρχονται πλάι μας; Γιατί δεν ησυχάζουν; Τους βλέπω όποτε εισέρχομαι στην κάμαρα του άλλου χρόνου, στην κηροφώτιστη βιβλιοθήκη, ενόσω έξω η απόκοσμη πλαγιά γεμίζει με ψιθύρους που γίνονται φωνές κι ύστερα ξεψυχούν σαν αεράκι, τους βλέπω την ώρα που γύρω από τις πέτρες των βωμών αντηχούν οι θρήνοι των αιματοχαρισμένων ενώ στα βάθη μιας αόρατης σπηλιάς, με τρόμο βαριανασαίνουν κρυμμένοι πρόσφυγες που έρχονται από το κοντινό χτες, από το μακρινό μέλλον. Το πρωί η μέρα με τον πέπλο της όλα τα κάνει πάλι ένα τοπίο ωραιότητας και γαλήνης.

Έτσι ξεκίνησε κι αυτή η αυγή. Μα γρήγορα συννέφιασε ο τρυφερός ουρανός κι ο μέγας κόκκινος έγινε βυσσινής, ντροπιασμένος θαρρείς από κάποιο επερχόμενο βάρος, όπως αυτό που εγώ, σε μιαν απόμερη κόγχη με σώμα ασθενικό σαν εκείνου, με την ίδια εμμονή γραφής, παλεύω να αποσείσω. Δύσμοιρος, ξαναλέω, βασιλέας ο Θεόδωρος ήταν, τον χτύπησε νωρίς η αρρώστια. Καθώς αντίκριζα σήμερα τα κεριά να καίγουν γύρω από το σκήνωμά του και την βασιλική οικογένεια λευκοντυμένη να σιγοκλαίει στα τριήμερά του, ενώ σπιθίζανε τυφλώνοντας τα μάτια οι πολύτιμοι λίθοι, σκεπτόμουν φοβισμένος αυτό που υφορμά και υποτρέχει. Για τούτο επείγει να φωτίσω όσα τρεμοσβήνουν, λησμονημένα όνειρα, αγαπημένα πρόσωπα, χαμένα τοπία, όλα όσα αναπαύονται στο χθες, εικόνες που σώζονται ακόμη στο μυαλό μου, μέχρι ν’ αφανιστούν μαζί του. Έτσι γίνεται πάντοτε, από Κτίσεως, μα επιμένω πως η θλίψη είναι προτιμότερη της λήθης, να νιώθεις σημαίνει να ζεις. Να γιατί κάνω στον χρόνο νεύμα, μια στιγμή ακόμη ζητώντας, μια στιγμή, σαν ανοιγόκλειμα των ματιών κι όλη μου η ζωή μα εγώ λίγες ημέρες μόνο ζητιανεύω, ίσα για να προλάβω να κρύψω όσα είδα, μήπως τα βρούνε εκείνοι που θα έρθουν. Και αυτοί ας κρίνουν».

***

Σελ. 63-64

«Μέσα στην γραφή διδάσκομαι, δεν διδάσκω. Γυρίζω στην παιδική μου άγνοια ξέροντας πως η θνητότητα δεν επιτρέπει καμιά αληθινή γνώση. Δεν έχω κάτι μεγάλο να με βαραίνει, πολλές μικρές αμαρτίες μόνο, ούτε ένα μυστικό άξιο αποκάλυψης για να συναρπάσει τον αναγνώστη. Κι όμως φοβάμαι την Κρίση για τα μικρά μου πάθη. Όχι το βλοσυρό Του βλέμμα μα το βλέμμα απογοήτευσης• σαν να λέει, “Μόνο αυτά;” Μα ευελπιστώ πως θα κάμψω τις αντιστάσεις Του, όπως έκαμπτα τις αντιστάσεις του Νήφωνος, που ανεχόταν την οκνηρία και τις παραξενιές μου και με άφηνε να αλωνίζω στους δρόμους της Νικαίας, να σκαρώνω με την φαντασία μυθιστορίες, βασίλεια, πολέμους και πειράματα με χώματα που τα βάφτιζα αλχημιστικές ουσίες ή σκόνες μαγικές που άλλαζαν χρώμα με το νερό ή το κρασί που υπέκλεπτα, να ανεβαίνω τα καλοκαίρια στις σπηλιές και να βλέπω αλλόκοτα πλάσματα ασάλευτα στις σκοτεινές γωνιές. Το καλοκαίρι, είναι αλήθεια, η Νίκαια γινότανε ανυπόφορη, μα ποιος ήταν προφήτης για να δει πως και το έλος θα νοσταλγούμε όταν απομείνουν απ’ αυτήν μονάχα ρέπια των σπιτιών και πέτρες από παρεκκλήσια πύργων, όταν αχνές γενούν των αγίων πολεμιστών οι τοιχογραφίες, σαθρές των οχυρών οι συστοιχίες, οι πύλες ξεχαρβαλωμένες, καμένα τα παραπόρτια, οι βασιλικές ρημαγμένες και καταχωμένα τα βαπτιστήρια, όταν χαθούν τα πολύχρωμα ψηφιδωτά και το χρυσό φόντο στους τρούλους και στις αψίδες, όταν κάτω απ’ τον ασβέστη κρυφτούν οι επενδύσεις των τοίχων και οι επιστρώσεις των δαπέδων, όταν σκορπίσουν στις τέσσερις άκριες της γης οι ιερές εικόνες και τα λειτουργικά βιβλία, όταν μείνουν θραύσματα κεραμικά μόνο, κιονόκρανα και μολυβδόβουλα, χαράγματα σε χρυσά ή αργυρά νομίσματα και στήλες που θα ξεθάβουν οι γεωργοί όποτε οργώνουν, ενώ φαντάσματα στο πλάι τους θα γλιστράνε σιωπηλά σαν νυχτώσει, για να περάσουν πάλι από τις καμάρες της τριπλής πύλης της Κωνσταντινουπόλεως, ψυχές που τα πέτρινα αχνάρια τους κάποιοι ελάχιστοι θα βλέπουν και ή θα κλαίνε ή θα τα καταστρέφουν φωνάζοντας “αφήστε μας να ζήσουμε κι εμείς επιτέλους”».

***

Σελ. 263-264

«Κόμπιασε στη μέση μιας βλαστήμιας ο Γεννάδιος, πέταξε την γραφή, δεν την ξεστόμισε ολόκληρη. Τον τελευταίο καιρό δεν μάγκωνε η γλώσσα όταν τον κυρίευε η οργή – ή ο δαίμονας, δεν ξέρω. Μετά κάπως μούδιαζε. Ήταν το δέος του ιερού που πρόσβαλλε, ήταν το φαρμάκι που κι αυτόν φαρμάκωνε, ήταν η λύπη για έναν ιδανικό εαυτό που όλο δεν έφτανε απ’ τον καιρό που τον λέγανε Ούγο, μήπως αυτό που του δόθηκε; Μα η λέξη άμα φύγει, πάει, δεν ξεχνιέται, πικραίνει, κακοφορμίζει. Ποιος ξέρει τι ήρθε στον νου του ξαφνικά με την βουή της θάλασσας από της Ουτρεμέρ και της Κύπρου τα μέρη, με το σκοτείνιασμα και το μαύρισμα του ήλιου ως το Αιγαίο, με την μεταμόρφωση του φεγγαριού σε αίμα, με τις μετακινήσεις των αστεριών, με όλα όσα, με χίλιους τρόπους προμηνούνε τις συμφορές. Ποιες άλλες λέξεις μνημειώδεις ζητούσε να εφεύρει, από ποια τρομαγμένη οικειότητα ήθελε να ξεφύγει, να προλάβει μια μακραίωνη αναισθησία, έναν ύπνο βαθύ, μαρμαρωμένο, σπρωγμένος από μια περιέργεια που έψαχνε με αγωνία μέσα στην περιπέτεια της ψυχής του, ορατής και αόρατης, να βρει επιτέλους την απόκριση πριν είναι αργά. Και ποιες λέξεις τελικά τον άρπαξαν, μπήκαν στο στόμα του και γίνανε απελπισία, γνώση ενός μυστικού που αποκαλύφθηκε τώρα, μόνο σ’ αυτόν, ενώ υπήρχε προ αιώνων; Αυτό δεν μπόρεσε ν’ αντέξει;

Έφυγε χωρίς να πάρει ευλογία και δεν ήξερε κανείς αν πήγαινε να βρει την ζωή ή τον θάνατο. Μάθαμε μόνο πως έφυγε απ’ την θάλασσα. Δροσερό προσευχηθήκαμε να είναι το αγέρι του Αιγαίου, να του φουσκώνει τα πανιά, τα κύματα ανάλαφρα να γλείφουν τα ξύλινα πλευρά του πλεούμενού του και να στρέφουνε πίσω χαδιάρικα στο πέλαγος, κουρσάρους να μην ανταμώσει, την μαύρη αγκαλιά του βυθού ποτέ να μη γνωρίσει, στα ιστία μονάχα το μονόγραμμα του Χριστού να βλέπει έως συντελείας του αιώνος και γλυκόπικρα τραγούδια τροβαδούρων που ιστορούν την άπειρη αγάπη και την ατέλειωτη μάχη ν’ ακούει, ή και δικά μας, αν το θέλει, ακριτικά του Διγενή ή ιστορίες αρχαίες για τον Αχιλλέα και τον Αλέξανδρο.

Πάει, χάθηκε. Και η διήγηση αυτή, που ίσως φτάσει στα χέρια σου αναγνώστη, δεν ξέρει να σου πει αν ήταν για κακό ή για καλό του, ή αν οι αλυσίδες του αγίου Λουδοβίκου ήτανε στο μυαλό του τόσο βαριές, που ήθελε κι αυτός να τις φορέσει».

***

Σελ. 348-349

«Χάραξε το πρώτο φως, ώρα να κινήσω για το καθολικό της μονής, πριν αρχίσουν να καταφθάνουν οι άρχοντες. Κλείνοντας για μια στιγμή τα μάτια, γίνομαι πάλι εννιά χρονών, στην παιδική μου κάμαρη στην Πόλη κι ακούω τη φωνή του πατέρα, «πρέπει να φύγετε αμέσως για τη Νίκαια», η μάνα μου δακρύζει, εγώ βλέπω το ίδιο όνειρο ξανά, περνάμε από το κοιμητήριο της Νικαίας, τα πρώτα φώτα ζωγραφίζουν αχνά την πόλη, τα τείχη, την λίμνη πίσω απ’ τους ατμούς. Με τον πατέρα που είναι ακόμη νέος περπατούμε ως την αυλή ενός ναού, εκεί με αφήνει και συνεχίζω μόνος. Με τα πρώτα βήματα νιώθω τα πόδια όλο και πιο βαριά, σαν να σηκώνω όγκους λάσπης. Πέφτω στα γόνατα μήπως προχωρήσω πιο γρήγορα μα δεν ξανασηκώνομαι παρά με κόπο μεγάλο. Με βαραίνουν όλα, ενδύματα, σώμα, ύπαρξη, πίσω μου η καστροπολιτεία μοιάζει να αιωρείται, οι άνθρωποι έχουν παγώσει, μόνο δυο πουλιά φτεροκοπούν, τα νερά της Ασκανίας λαμπυρίζουν με φόντο το κενό. Σέρνοντας ένα φορτίο που είναι αδύνατον να δω, φτάνω εξαντλημένος στην πόρτα του ναού και χτυπώ το ρόπτρο. Δεν απαντά κανείς, δεν έρχεται κανείς ν’ ανοίξει. Βλέπω κάτω ένα κλειδί και αναθαρρώ, μα είναι σκουριασμένο, δεν γυρνά. Σπρώχνω την βαριά ξύλινη πόρτα, κι αυτή, τι χαρά, τρίζοντας υποχωρεί. Εισέρχομαι. Η εκκλησία γεμάτη μα το εκκλησίασμα σιωπηλό, μαρμαρωμένο, σαν έξω από τον χρόνο. Ιερείς, πιστοί και νεωκόροι, πεσμένοι στα γόνατα αγνοούν την παρουσία μου και τον ξαφνικό θόρυβο. Πέφτω κι εγώ ξέπνοος. Σε λίγο καπνός νιώθω να μου καίει τα μάτια, φλόγες τυλίγουν τον ναό, οι γονυπετείς γυρίζουν προς εμένα αμίλητοι εκλιπαρώντας. Ξυπνάω με τρόμο.

Ζώντας στην ημεδαπή εξορία, αποτεταγμένος του κόσμου και της βασιλείας, την νύχτα μεταξύ ελπίδων και φόβων, την ημέρα μεταξύ απόγνωσης και αναθάρρυνσης, ανάμεσα σε απαίσια προμαντέματα του μέλλοντος που αναγγέλλουν συμφορές και σε χρησμούς που μέσα στα ερείπια φωτίζουν την σωτηρία, γράφω νύχτες τώρα για τους φοβερούς καιρούς μας ή για τα δεινότερα που θα ’ρθουν; Όταν η ζωή και ο λόγος δεν προσφέρουν καμία εγγύηση στους ανθρώπους, γεννιέται ο πόθος για υποσχέσεις που παρέχουν άγνωστες τίμιες δυνάμεις. Κάτω από το ψυχρό μάρμαρο της δουλείας αδιάκοπη μαρτυρία ταραχής και προσδοκίας. Μήπως όλα είναι ματαιολογίες; Όταν φωνάζανε όσοι βλέπανε τι ερχόταν “Μη καυχιέσαι, Βυζαντίς πόλις, δεν είσαι αιωνία”, δεν άκουγε κανείς. Γιατί θ’ ακούσουν εμένα τον ασήμαντο αν μιλούσα για την φωνή, “δύο έτη εισέτι και τω τρίτω ελευθερωθήσεται πλην πάλιν δουλωθήσεται”;»

***

Σελ. 355-356

«Αναθαρρώ. Μα δεν με αφήνει η λύπη για όσα δεινά επέρχονται, για όσους θα ζήσουν και άδικα θα πεθάνουν πριν έρθει ξανά. Για όσους θα τους θυμίζουν μονάχα οι εκκλησιές, όσες μείνουν, τα κάστρα, τα ερείπια, τα τραγούδια, οι χρονογραφίες, σαν τούτη εδώ ελπίζω. Στην σπηλιά κάτω από το κελί μου, θα την φυλάξω, πλάι στο στέμμα των αυγών και ή μαζί να σωθούν ή μαζί να χαθούνε. Στα μάτια μου βλέπω κιόλας φλόγες. Ερείπια η μονή, σιωπή, φωνές περιηγητών. Ποιος ξέρει; Κάποτε από τον αιώνιο ύπνο μας ίσως κάποιος βρεθεί να ξυπνήσει κι εμάς, να μας δώσει σάρκα και οστά, για να μιλήσουμε με το στόμα του, να στοχαστούμε με τον νου του, να αισθανθούμε με την καρδιά του. Να αναστηθούμε με τις αρετές και τα εγκλήματα, με τις αλήθειες και τις υποκρισίες μας, τους πόθους και τα μίση μας. Συχωρεμένοι και αμνήμονες, άρχοντες και λαός που υπέμενε την μοίρα του μέχρι να ξεχειλίσει το ποτήρι και να γκρεμίσει όσα λάτρευε εχθές κι ανέβαζε στα ύψη. Από την επευφημία στο ανάθεμα, ένα βήμα. Άξεστοι και σοφοί, γύναια και αγίες, δόξες και ευτέλειες, χέρια βαμμένα στο αίμα και πορφύρες καθαρότατες, άντρα συνωμοσίας και σπήλαια προσευχής. Χρυσοστόλιστες αίθουσες που φρύαξαν με το βογγητό της προδοσίας και την κραυγή του τυφλωμένου, το τσιριχτό του ευνούχου, του άντρα την οργή, του δείλαιου τον φθόνο. Ιστορίες δολερών αιμάτων και άδολων ερώτων, καταφύγιο όσων θα έρχονται περιπλανώμενοι έως εδώ, στο μεταίχμιο άλλων καιρών, μια νέα γέννηση ποθώντας, προσκυνητές λειψάνων που θα ζητούν μάταια να ξυπνήσουν τους νεκρούς, “και πάλιν έξεις, Επτάλοφε, το κράτος” με πίστη ψιθυρίζοντας, εδώ, που αμετακίνητος ερειπιογράφος εγώ, να κρατήσω ζωντανές στο κρύο χώμα, ψυχές καταδικασμένες στο παρελθόν αμετάκλητα, ζήτησα».

***

Σελ. 365-366

«Οστών αποθέσεις λευκαίνουν το πεδίο της Μαγνησίας, τις όχθες του Έρμου, τις πλαγιές του Σιπύλου. Η Νιόβη, απολιθωμένη επί του βράχου μορφή, θρηνεί εσαεί, αδιάφορη προς το διάφορο των νέων κατοίκων, αφού γνωρίζει το απαράλλακτο της φύσεως. Δεν έμειναν παρά οι σκιές της νυκτός με δέος και θάμβος να χαιρετούνε του βασιλέως το φάσμα, ώστε να παίρνουν φωτιά οι λέξεις εκ νέου, να πυροδοτούνται με αίσθημα και να εκρήγνυνται στο άπειρον τις αυγές, ενθυμούμενες τον ελεήμονα που έζησε εξήντα ένα χρόνια, χρόνια αιμορραγίας αλλά και ευφορίας, φρικτού πόνου μα και χαράς, χρόνια επιληψίας και αντιλήψεως που αντιστέκονται στην μυθοπλασία διότι δεν πρόκειται περί μύθου. Στην πραγματικότητα αυτός είναι η αρχή και το τέλος του βιβλίου, ο ην και ο ερχόμενος, ο πραγματικός και συμβολικός, το πρωτογενές παιδί του αυθορμήτου αλλά και του παιδιού εντός μας που το φωνάζουμε και μας φωνάζει κι ονειρεύεται με γρατζουνισμένα γόνατα βασιλείες, μεταμφιεζόμενες σε μυθιστορία, βιβλία απρόσκλητα, χωρίς μέλλον, αποσυνάγωγα της συντεχνίας, με λέξεις που έχουν χωριστεί από ψεύτικα είδωλα που παριστάνουν τους βασιλείς και κακές συνειδήσεις που παριστάνουν τους ιερείς.

Στο χειρόγραφο αυτό, ο συγγραφέας περιγράφει ό,τι είδε, ελευθερώνεται και φεύγει. Μαζί του πάει και η ψυχή μου, εκεί που αυτός κοιμάται, στο μοναστήρι των Σωσάνδρων, την σιωπηλή διαφάνεια ζητώντας, την γαληνεμένη ράχη του Σιπύλου κι ένα ωάτον στέμμα. Γιατί ακόμη κι αν δεν βρίσκουμε πια στην ζωή κανένα νόημα, με το στέμμα αυτό θα μπορούσαμε να γνωρίσουμε ποιο ήταν το μυστικό ενός ανθρώπου που έζησε εκεί πριν από μας, μιλώντας με την ρίζα και το σύννεφο πριν τελειωθεί εν ειρήνη. Τώρα χωρίς όνομα, θα παραδώσω κι εγώ με τον τρόπο που μου δόθηκε αυτές τις λέξεις εκεί όπου ανήκουν, πριν πλάι στις πέτρες και στα κυπαρίσσια, κάτω από την βροχή, κοιμηθώ κι εγώ σαν έρθει η ώρα, βέβαιος πως ο ήλιος θα απλώσει πάλι στα ερείπια τα δαμασκηνά του υφάσματα».

~.~

 

 

 

Σάββατο 17/7 | Ο Νίκος Ξυδάκης στα Χανιά

 

Σάββατο 17/7 | Τιμητική εκδήλωση και μουσική συναυλία

«Στην Αρχή των Τραγουδιών»: Ο Νίκος Ξυδάκης στα Χανιά

 

Αυτό το Σάββατο, οι «Νύχτες του Ιουλίου» στα Χανιά είναι αφιερωμένες στο τραγούδι. Η πορεία του Νίκου Ξυδάκη στην ελληνική μουσική μετράει πάνω από τέσσερις δεκαετίες και έχει να επιδείξει καρπούς που ανήκουν πλέον στην κοινή μας περιουσία: σημαδιακούς δίσκους, πασίγνωστους κύκλους τραγουδιών, συνεργασίες με κορυφαίους στιχουργούς, ποιητές, μουσικούς και ερμηνευτές. Σε μια ατμοσφαιρική βραδιά, ο συνθέτης ανατρέχει σ’ αυτή του τη διαδρομή και ξαναστέκεται σε μερικούς από τους σημαντικότερούς της σταθμούς. Μαζί του οι μουσικοί Αλέξανδρος Καψοκαβάδης (κιθάρα, φωνή) και Έφη Ζαϊτίδου (κανονάκι)

Τον τιμώμενο συνθέτη θα προλογίσει ο ποιητής Κώστας Κουτσουρέλης. Μετά τη συναυλία ο Νίκος Ξυδάκης θα συνομιλήσει με το κοινό.

Θέατρο Κυδωνία, Υψηλαντών 12 Χανιά, Γενική είσοδος 15 €

On-line προπώληση εισιτηρίων: www.ticketservices.gr καθώς και στα καταστήματα Public.

 

 

 

 

Παρασκευή 16/7 | Αλέξης Πολίτης: Ο Φιλόλογος, ο Ερευνητής, ο Δάσκαλος

~.~

Αλέξης Πολίτης: Ο Φιλόλογος, ο Ερευνητής, ο Δάσκαλος

Στο πρόσωπο του Αλέξη Πολίτη, οι «Νύχτες του Ιουλίου ’21» τιμούν τον κορυφαίο φιλόλογο, τον ακαταπόνητο αναδιφητή της γραμματείας μας, τον γοητευτικό ομιλητή και συγγραφέα. Για τον άνθρωπο και το έργο του θα μιλήσουν οι
Δημήτρης Πολυχρονάκης, Αν. Καθηγητής Νεοελληνικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Κρήτης:
«Ο Αλέξης Πολίτης ως μελετητής του 19ου αιώνα»
Γιάννης Δημητρακάκης, Επ. Καθηγητής Νεοελληνικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Κρήτης:
«Οι προσεγγίσεις του Αλέξη Πολίτη στην ποίηση»
Έμμυ Παπαβασιλείου, πολιτικός μηχανικός, σκηνοθέτις:
«4+1 συναντήσεις με τον Αλέξη Πολίτη και το έργο του»
Χαιρετισμό θα απευθύνουν ο Μιχάλης Βιρβιδάκης και ο Κώστας Κουτσουρέλης.
~ . ~

Κυριακή 11/7 | Οι Αρχαίοι Τραγικοί κι Εμείς – Με τον Γιώργο Μπλάνα

~.~

Δεύτερη εκδήλωση του αφιερώματος μας στους κλασσικούς του ευρωπαϊκού θεάτρου και οι Νύχτες του Ιουλίου φιλοξενούν τον ποιητή, δοκιμιογράφο και μεταφραστή του αρχαίου δράματος Γιώργο Μπλάνα. Με τον καλεσμένο μας συζητούν η θεατρολόγος και πανεπιστημιακός Ιωάννα Ρεμεδιάκη και ο ποιητής Κώστας Κουτσουρέλης. Αποσπάσματα από το μεταφραστικό έργο του Γιώργου Μπλάνα ερμηνεύουν οι ηθοποιοί Στελλίνα Ιωαννίδου και Μιχάλης Βιρβιδάκης.

Θέατρο Κυδωνία Χανίων, Κυριακή 11 Ιουλίου 2021, ώρα 21:30

~.~

Γιώργος Μπλάνας

Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1959. Ποιητής, κριτικός και μεταφραστής εμφανίστηκε στα γράμματα το 1987 με την έκδοση της ποιητικής συλλογής: Η ζωή κολυμπά σαν φάλαινα ανύποπτη πριν την σφαγή. Έκτοτε εξέδωσε 10 ποιητικά βιβλία: Η αναπόφευκτη ανθηρότητά σου * Νύχτα * Παράφορο * Η απάντησή του * Επεισόδιο * Τα ποιήματα του προηγούμενου αιώνα * Ωδή στον Γεώργιο Καραϊσκάκη * Στασιωτικά [1-50] * Στασιωτικά [51-100] *Τερατούργημα και Ο Κότσυφας του Σύμπαντος. Άσκησε επί δεκαετίες την κοινωνική, πολιτική και λογοτεχνική κριτική και μετέφρασε πλήθος σύγχρονων, κλασικών και αρχαίων λογοτεχνικών έργων. Η ενασχόλησή του με την αρχαία ελληνική λυρική και δραματική ποίηση, απέδωσε εκδόσεις του συνόλου των αποσπασμάτων του Αρχίλοχου και του Παλλαδά του Αλεξανδρέως, Ραψωδιών της Ομήρου Ιλιάδος και δραμάτων του Αισχύλου, του Σοφοκλέους, του Ευριπίδου και του Αριστοφάνους. Οι μεταφράσεις του αρχαίων δραματικών και σαιξπηρικών έργων χρησιμοποιήθηκαν συχνότατα σε παραστάσεις του Φεστιβάλ Αθηνών-Επιδαύρου και άλλων θεατρικών οργανισμών.

2011 Ευριπίδου: Ηρακλής Μαινόμενος, σε σκηνοθεσία Μιχαήλ Μαρμαρινού.
2014 Σοφοκλέους: Φιλοκτήτης, σε σκηνοθεσία Κώστα Φιλίππογλου.
2015 Αισχύλου: Προμηθέας Δεσμώτης, σε σκηνοθεσία Κώστα Φιλίππογλου.
2016-17 Αισχύλου: Επτά επί Θήβας, σε σκηνοθεσία Cezaris Grauzinis.
2017 Ευριπίδου: Ιφιγένεια εν Αυλίδι, σε σκηνοθεσία Αιμίλιου Χειλάκη.
2017 Σοφοκλέους: Φιλοκτήτης, σε σκηνοθεσία Δημήτρη Αγαρτζίδη.
2018 Αισχύλου: Αγαμέμνων, σε σκηνοθεσία Cezaris Grauzinis.
2018 Σοφοκλέους: Αντιγόνη, σε σκηνοθεσία Αιμίλιου Χειλάκη.
2018 Ευριπίδου: Ορέστης, σε σκηνοθεσία Γιάννη Αναστασάκη.
2018 Αριστοφάνους: Βάτραχοι, σε σκηνοθεσία Κώστα Φιλίππογλου.
2021 Αισχύλου: Προμηθέας Δεσμώτης, σε σκηνοθεσία Άρη Μπινιάρη.

Οι εργασίες του που έχουν βραβευθεί: Βραβείο Περιοδικού Διαβάζω (Στασιωτικά [1-50]), Έπαινος Κάρολος Κουν (Ευριπίδης: Ηρακλής Μαινόμενος), Κρατικό Βραβείο Μετάφρασης (Βασίλι Γκρόσμαν: Ζωή και Πεπρωμένο).

~.~

ΜΟΝΟΛΟΓΟΙ ΑΤΤΙΚΩΝ ΤΡΑΓΩΔΙΩΝ

Μετάφραση Γιώργου Μπλάνα

ΦΙΛΟΚΤΗΤΗΣ [ΣΟΦΟΚΛΕΟΥΣ]

Χέρια μου, χέρια στερημένα τη συντρόφισσα χορδή·
χέρια ριγμένα στα δεσμά των χεριών του.
Άρρωστο μυαλό, σκλάβα ψυχή, πως τρύπωσες ξανά
στη ζωή μου και μ’ άρπαξες κρυμμένος
πίσω απ’ αυτό το άγνωστο παιδί,
που δε σου αξίζει και μου αξίζει.
Μα τι μπορούσε να γνωρίζει άλλο απ’ τις διαταγές σου;
Κοίτα, πονάει για όσα με πόνεσε και πόνεσα.
Δεν το ήθελε, δεν ήταν κακός από τη φύση του,
κι όμως το μοχθηρό σκοτάδι της ψυχής σου
τον έκανε τεχνίτη στην απάτη.
Τώρα, κάθαρμα, με δένεις και ζητάς να με τραβήξεις
απ’ την ακτή, που μ’ έριξες έρημο, άστεγο, κουφάρι ζωντανό.
Ανάθεμά σε! Να ψοφήσεις σαν σκυλί!
Πόσες φορές σε καταράστηκα,
αλλ’ οι θεοί δε θέλουν να γελάσω
τον όλεθρό σου. Εσύ ζεις και βασιλεύεις
κι εγώ κουτσαίνω, ο δύστυχος, τις συμφορές μου,
για να γελάς και να γελούν τ’ αφεντικά σου,
οι περιβόητοι στρατηγοί Ατρείδες.
Και να σκεφτείς πως σ’ έζεψαν
με ψέματα κι εκβιασμούς
στην εκστρατεία τους, ενώ εγώ, ο αφελής,
έτρεξα πρόθυμα, με εφτά καράβια,
για να με εξευτελίσετε σ’ αυτή την ερημιά
και να ρίχνετε ο ένας στον άλλον την ευθύνη.
Τι με τραβάτε τώρα; Πού με πάτε; Γιατί;
Δεν είμαι πια ένα τίποτα; Δεν πέθανα από καιρό;
Πώς δεν κουτσαίνω πια, πως δε βρωμάω, αθεόφοβε;
Πώς θα μπορέσετε να κάνετε θυσίες και σπονδές,
αν με πάρετε μαζί σας; Γι’ αυτό δε με παράτησες εδώ;
Που να ψοφήσετε σαν τα σκυλιά, φονιάδες μου,
αν οι θεοί αποδίδουν δικαιοσύνη.
Και να είστε σίγουροι, αποδίδουν.
Θα μπαίνατε ποτέ στον κόπο να φτάσετε ως εδώ,
για χάρη ενός απόκληρου, αν κάτι θεϊκό
δεν σάς ενοχοποιούσε;
Α, πατρίδα και θεοί που βλέπετε τα πάντα,
τσακίστε τους· σήμερα, αύριο, κάποτε,
όμως τσακίστε τους, αν με λυπάστε.
Τέτοια ζωή που καταρρέω, θα χαιρόμουν
το θάνατό τους σαν να έγινα καλά.

~.~

ΦΙΛΟΚΤΗΤΗΣ [ΣΟΦΟΚΛΕΟΥΣ]

Κυνήγι φτερωτό των ουρανών
κι έθνος ολόχαρο των αγριμιών
που τρέφεται σε τούτες τις πλαγιές,
μη φεύγετε την πέτρα μου, μην τρέχετε·
δεν έχω πια στα χέρια τόξου δύναμη,
ο δύστυχος. Ελάτε,
μη φοβάστε.
Ο τόπος είναι αφύλαχτος.
Σειρά σας να χορτάσετε ό,τι μένει
από το σφάγιό μου.
Εγώ σε λίγο
φεύγω απ’ τη ζωή.
Με τι να πορευτώ;
Χορταίνει ο άνεμος αυτόν
που έχασε της μάνας γης την αγκαλιά;

~.~

ΑΙΑΣ [ΣΟΦΟΚΛΕΟΥΣ]

Αι, α! Στενάζω και ακούω τ’ όνομά μου.
Όχι στενάζω, αιάζω είναι το σωστό.
Κι έτσι μπορώ να είμαι Αίας
όσο ζητάει η κατάντια μου. Αι, α, κατάντια:
να φτάνει κάποτε στην Τροία ο πατέρας,
να σπέρνει σθένος και ορμή και να θερίζει δόξα·
και να ’ρχεται ύστερα ο γιος στην ίδια γη
να οργώνει τα πεδία των μαχών
με χέρια ισάξια του πατέρα,
να σπέρνει το ίδιο σθένος και να θερίζει ατίμωση
σαν να ’ναι ο τελευταίος των Αχαιών.
Όμως ακόμα κι έτσι ερείπιο όπως είμαι,
μέσα μου ξέρω σίγουρα πως αν ο Αχιλλέας
ήταν εδώ και έκρινε ποιος έχει την ανδρεία
να φέρει τα όπλα του, θα έδειχνε εμένα·
μόνο εμένα. Κι ας πιστεύουν οι Αχαιοί
πως είναι άξιος να τα ’χει ένας πανούργος
κι ας λοιδορούν το σθένος μου.
Αν έβλεπα μπροστά μου, αν μπορούσα να σκεφτώ,
δεν θα τολμούσαν να προκρίνουν άλλον άνδρα.
Μὰ εγώ άπλωσα το χέρι να συντρίψω
ανθρώπους ένοχους και η κόρη, η αρπακτική, του Δία
έλυσε καταπάνω μου την λύσσα της. Ορίστε,
λοιπόν, ο ανδρείος μαχητής: ένας ασήμαντος χασάπης.
Τώρα γελούν, νομίζουν πως είναι ζωντανοί
από δικό μου λάθος. Δεν σκέφτονται πως όταν
σπέρνει σκοτάδι ο θεός, βρίσκει την ευκαιρία
και ξεγλιστρά απ’ τον γενναίο ο δειλός.
Λοιπόν, τι μου απομένει; Οι θεοί με κυνηγούν,
το πανελλήνιο με μισεί κι η Τροία δεν με σηκώνει.
Ν’ αφήσω ετούτη την στιγμή τους Αχαιούς,
να πάρω πίσω το Αιγαίο μονάχος, λιποτάκτης;
Πώς θα σταθώ μπροστά στον Τελαμώνα;
Πώς θα τον αντικρύσω; Και πώς θ’ αντέξει να με δεῑ
να επιστρέφω με άδεια χέρια; Τι θα του πω;
Γυμνός θα πάει ο γιος στην δόξα του πατέρα;
Όχι, ποτέ, ποτέ όσο ζώ. Καλλίτερα να ορμίσω
πάνω στους Τρώες μόνος μου. Κι όσους θερίσω
πριν με θερίσουν. Έτσι τουλάχιστον θα πάω
δοξασμένος. Όχι! Αυτό δεν περιμένουν οι Αχαιοί,
για να πανηγυρίσουν; Δεν βγαίνει άκρη. Κάπως
πρέπει να μάθει ο πατέρας πως ο γιος
δεν είναι ανάξιος καρπός της γενναιότητάς του.
Πρέπει· γιατί είναι ντροπή να θες να ζήσεις μια ζωή
που οι δυστυχίες της γεννούν μονάχα δυστυχίες.
Τι νόημα έχει να πεθαίνεις κάθε μέρα
για να μένεις ζωντανός; Ύπαρξη κάλπικη αυτός
που προσπαθεί να συντηρήσει της ελπίδας την φωτιά
με ψέματα χλωρά. Ζήσε καλά ή πέθανε καλύτερα.
Νά πώς υπάρχει ο αυθεντικός άνθρωπος.
Εγώ αυτά είχα να πω.

~.~

ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ [ΑΙΣΧΥΛΟΥ]

Απέραντο γαλάζιο τ’ ουρανού·
αέρα, διάφανο γεράκι της δροσιάς,
πηγές των ποταμών,
πέλαγο, γέλιο της αρμύρας φωτεινό
μητέρα γη και φλογερό βλέμμα του ήλιου,
δείτε θεός από θεούς τι πάσχω.
Δείτε αιώνιο μαρτύριο που έχω να παλέψω.
Αυτό αξίζω για την νέα εξουσία:
πέτρα και σίδερο σε μια ερημιά.
Α, πού κατάντησα! Δεν ξέρω τι να πρωτοπονέσω·
το σιδερένιο μου παρόν
ή τους πέτρινους αιώνες που θα έρθουν;
Λύτρωση! Θά ’ρθει η λύτρωση ποτέ;
Τι λέω; Σαν να μην ξέρω τι θα φέρει
το μέλλον: ένα-ένα, καθαρά·
τίποτα απρόβλεπτο, όλα δοσμένα, μετρημένα.
Θα το αντέξω -πρέπει!-
το μέρισμά μου. Δεν παλεύεται -το ξέρω-
η Ανάγκη. Θα σωπάσω
μπροστά στην δύναμή της.
Μα δεν μπορώ να κάνω την σιωπή μου
να σωπάσει. Μιλάει – κι εγώ ένα στόμα έχω…
Άνθρωπος η κατάντια μου!
Γι’ αυτόν άρπαξα απ’ την φλόγα την φωτιά·
σ’ αυτόν την χάρισα, κλεισμένη
σ’ ένα καλάμι, ζωντανή – να τον διδάξει
πως γίνεται Άνθρωπος ο Άνθρωπος. Αυτό
το ανθρώπινο όραμα με οδήγησε εδώ, στην ερημιά
των απάνθρωπων δεσμών μου. Αχ!
Ποιος είναι εκεί;
Ποιος ψιθυρίζει; Ποιος μυρώνει τον αέρα,
διάφανος σαν αέρας. Φανερώσου!
Είσαι θεός, θνητός ή πλάσμα θεϊκό;
Ήρθες στης γης την άκρη για να δεις
το πέτρινο μαρτύριο που περνώ ή τι;
Βλέπεις θεό δεσμώτη, απόβλητο, εχθρό
της εξουσίας των θεών… από φιλανθρωπία.
Τι είναι αυτό! Ακούω πουλιά;
Φτερά θροΐζουν ή σηκώθηκε αέρας;
Τι φέγγει εκεί; Ποιος τρόμος…

~.~

ΗΡΑΚΛΗΣ [ΜΑΙΝΟΜΕΝΟΣ – ΕΥΡΙΠΙΔΟΥ]

Λοιπόν, αφού πιαστήκαμε για τα καλά λόγια,
άκου στις νουθεσίες σου τι έχω ν’ αντιτάξω•
και μέτρα τα χτυπήματα που μου ’δωσε η ζωή.
Με γέννησε ο άνθρωπος
που σκότωσε τον γέροντα πατέρα της μητέρας μου –
κι όταν δεν έχει μια γενιά βάσεις σωστές, οι απόγονοι
θα δυστυχήσουν βέβαια.
Ύστερα, αυτός ο Δίας
-ποιος είναι δεν με νοιάζει-
σε κάποια κλίνη, μου άνοιξε πόλεμο με την Ήρα.

Γέρο μου, μην ανησυχείς. Έναν πατέρα έχω.

Ήμουν μωρό, στα σπάργανα, κι έπρεπε να παλέψω
με φίδια τερατόμορφα, για να επιβιώσω.
Κι όταν στο σώμα μου έδεσε η πανοπλία του άντρα,
τι δεν αντιμετώπισα – Τρισώματους Τυφώνες;
Λιοντάρια; Γίγαντες; Ορδές τετράποδων πολεμιστών;
Τη σαρκοβόρα Ύδρα, που είχε δυο κεφάλια και έκαψα εκατό;
Τι πέρασα! Πώς άντεξα! Και άντεξα πολλά.
Μέχρι τον Άδη έφτασα και έφερα στο φως
τον σκύλο τον τρικέφαλο, τον πυλωρό του σκότους•
για χάρη του Ευρυσθέα.
Και, να, το επιστέγασμα των άθλων μου: τα λάφυρα
της δυστυχίας μου: νεκρά
παιδιά – και είναι παιδιά μου!
Κατάντια!
Πώς να μείνω στη Θήβα που αγάπησα;
Είναι ντροπή!
Κι αν μείνω
ποιο ιερό, ποια τελετή, ποιον φίλο να πλησιάσω;
Δεν έχω το δικαίωμα και δεν θα με δεχθούν.
Να πάω στο Άργος; Πώς; Φυγάς
απ’ την πατρίδα μου;
Ή να βρω
μιαν άλλη πόλη να κρυφτώ;
Ποια πόλη; Είναι μπροστά μου
τα μοχθηρά τους βλέμματα, που θα με αναγνωρίζουν•
Τρυπούν τ’ αφτιά μου οι ψίθυροι:
«Αυτός δεν είναι ο φονιάς,
ο γιος του Δία, που σκότωσε γυναίκα και παιδιά;
Α, να χαθεί, το σίχαμα, να ξεβρομίσει ο τόπος!»

[Άκου με: αυτός ο άνθρωπος που έλεγε πως ζούσε
τάχα μέσα στο φως
της ευτυχίας, ταράζεται, τα χάνει, όταν αρχίσει
να σκοτεινιάζει η μοίρα του.
Όμως αυτός που έμαθε τι είναι δυστυχία
από τα γεννοφάσκια του, ξέρει τι περιμένει.]
Κι εγώ γνωρίζω, φίλε μου,
πως θα τελειώσω. Κάποτε κι η γη θα μου φωνάζει
πως είμαι ανεπιθύμητο; να πάψω να μολύνω
τα χώματά της, τα νερά, τις θάλασσες. Θα λέει
πως μόνο το μαρτύριο του Ιξίωνα μου ταιριάζει.
[Καλύτερα έτσι. Οι Έλληνες δεν θα ’ναι αναγκασμένοι
να βλέπουν ενός Έλληνα γενναίου την κατάντια.]

Λοιπόν; Γιατί να ζω;
Τι έχει να μου δώσει αυτή η άχρηστη ζωή;
Το αίσχος της;
Τώρα μπορεί του Δία η γυναίκα
να ξεσηκώσει απ’ τους χορούς τις αίθουσες του Ολύμπου.
Έγινε αυτό που ήθελε. Τον πρώτο των Ελλήνων
τον γκρέμισε απ’ το βάθρο του.
Θεά να σου πετύχει!
Πώς να την σεβαστείς,
όταν για μια γυναίκα, που άρεσε στον Δία,
στερεί από την Ελλάδα
τους υπερασπιστές της;

~.~

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ [ΕΥΡΙΠΙΔΟΥ]

Δεν έχω του Ορφέα το μυαλό, πατέρα μου· δεν ξέρω
να τραγουδάω και να ξυπνούν οι πέτρες και να τρέχουν
να μ’ ακούσουν· να μιλάω και να μαγεύω
τους ανθρώπους και να κάνουν ό,τι θέλω.
Τα δάκρυά μου τα χαζά έχω μονάχα.
Κάτι αξίζουνε κι αυτά, πατέρα: είναι δικά μου
κι είναι της κόρης σου – μην τ’ αρνηθείς.
Πέφτω στα πόδια σου· σε ικετεύω. Ξέρω:
δεν ικετεύουνε ποτέ με άδεια χέρια· να,
δέξου τα χέρια μου και πες πως είναι
κλαδάκια ελιάς και δάφνης. Μην με διώχνεις
τόσο γρήγορα απ’ το φως· είναι γλυκό
το φως – μην μ’ αναγκάσεις
να δω της γης τ’ ανίδωτα κι ανείπωτα σκοτάδια.
«Πατέρα μου» δεν ήταν τα πρώτα λόγια που άκουσες
να βγαίνουν απ’ τα χείλη μου; «Παιδί μου»
δεν σ’ άκουσα να λες μόλις σε είδα
στο φως του κόσμου; Κι όταν
μεγάλωσα, σε σένα δεν ερχόμουν, δεν καθόμουν
στα γόνατά σου, δεν σου γύριζα τα χάδια, τα φιλιά σου;
Δεν μου ’λεγες: «Θα ζήσω να σε δω, πριγκίπισσά μου,
βασίλισσα στο σπίτι σου· γυναίκα ευτυχισμένη
στην αγκαλιά ενός βασιλιά, μεγάλου σαν και μένα;»
κι εγώ σου χάιδευα τα γένια –όπως τώρα–
και σου ’λεγα: «Θα ζήσεις και θα είσαι
γέροντας και θα έρχεσαι στο σπίτι μου κι εγώ
θα σε φροντίζω όπως με φρόντιζες εσύ».
Εγώ δεν τα ξεχνάω τα λόγια μου, πατέρα.
Εσύ τα ξέχασες και θέλεις να με σκοτώσεις.
Τι θα ’λεγε ο Ατρέας, ο παππούς μου,
αν ήξερε; Τι θα ’λεγε ο δικός σου
παππούς, ο Πέλοπας; Άκου τι λέει
η μητέρα μου. Δεν φτάνει μία φορά
που πόνεσε, όταν μου ’δωσε ζωή; Πρέπει να ζήσει
και τον πόνο του θανάτου μου; Τι φταίω
εγώ αν ήθελε η Ελένη τον Αλέξανδρο, πατέρα;
Πώς να πεθάνω εγώ γι’ αυτούς;
Κοίταξέ με, φίλησέ με να θυμάμαι τον καλό μου
πατέρα, όταν θα φύγω απ’ τη ζωή επειδή
δεν με λυπήθηκε ο πατέρας μου. Και συ,
Ορέστη μου, αδελφέ μου, βοήθησέ με. Ξέρω·
είσαι μικρούλης· όμως νιώθεις
–το νιώθω– το κακό που πλησιάζει
την αδελφή σου· και το δάκρυ σου, μωρό μου,
έχει δύναμη μεγάλη – να το ξέρεις.
Κοίτα, πατέρα, τι σου λέει: «Είναι μικρή
η αδελφούλα μου· λυπήσου τη!» Μαζί,
μαζί σ’ το λέμε – εγώ πουλί μικρό κι αυτός
πουλάκι τοσοδά. Είμαι μικρή, όμως πρόλαβα
να μάθω κάτι π’ ούτε εσύ ούτε κανείς
μπορεί να το νικήσει.
Γλυκιά η ζωή κι ο θάνατος μαυρίλα.
Κι είναι τρελός αυτός που λέει:
καλύτερα να πέθαινα χαρούμενος παρά
να ζω δυστυχισμένος.

~.~

ΜΗΔΕΙΑ [ΕΥΡΙΠΙΔΟΥ]

Ορίστε· ήρθα εγώ σε σας, γυναίκες της Κορίνθου,
για να μην παρεξηγηθώ. Λένε πολλά
οι άνθρωποι μπροστά και πίσω από τις πόρτες.
Αλαζονεία βλέπουν στην διακριτικότητα
οι γείτονες, γιατί το βλέμμα
και άδικο είναι κι απρόκλητα επιθετικό,
πριν διακρίνει τον άνθρωπο στον άνθρωπο·
πόσο μάλλον αν είναι ξένος. Το σωστό
είναι να σέβεται την πόλη που τον φιλοξενεί.
Μα κι οι πολίτες να μην κρίνουν
απ’ τα φαινόμενα. Πολίτης
και άγνοια είναι σωστή καταστροφή. Όσο για μένα,
με τσάκισε, καλές μου, αυτό το ξαφνικό.
Σαν φάντασμα πλανιέμαι σε τούτη την ζωή
που δεν την θέλω. Είμαι νεκρή, σας λέω·
νεκρή. Ο άντρας μου, αυτός που ήταν για μένα
ο κόσμος όλος, όλη μου η ζωή,
είναι το μεγαλύτερο ψέμα του κόσμου.
Μα, δεν υπάρχει πλάσμα σ’ αυτόν τον κόσμο,
πιο δύστυχο απ’ την γυναίκα.
Κάθε ανάσα, κάθε σκέψη κι ένα πρόβλημα.
Πληρώνουμε πανάκριβα έναν άντρα
κι αγοράζουμε αφέντη.
Υπάρχει μεγαλύτερη απάτη;
Κι αν βγει καλός, πάει καλά. Όμως θα βγει;
Άλλη αγωνία αυτή. Για χωρισμό ούτε λόγος.
Η άτιμη, αυτή που άφησε τον άντρα της!
Μένουμε εκεί, σ’ ένα καινούριο άγνωστο σπίτι,
με άλλες συνήθειες κι άλλες αρχές,
αμήχανες, χωρίς να ξέρουμε τι πρέπει
να κάνουμε. Πρέπει να είσαι Πυθία για να ξέρεις
πράγματα που δεν έμαθες στο πατρικό σου σπίτι.
Κι αν καταφέρουμε να μάθουμε όπως-όπως
και πάρουν όλα την σειρά τους
κι ο άντρας λέει -όπως λένε- πως αντέχει τον ζυγό
του γάμου έχει καλώς.
Δεν είναι άσχημα. Το αντίθετο, μπορείς να λες
πως είσαι ευτυχισμένη. Ασφαλώς,
ο άντρας, όταν βαρεθεί την σπιτική μονοτονία,
βγαίνει, πηγαίνει να ξεσκάσει.
Εμείς στο μεταξύ δίνουμε μάχη για την τιμή του
με σύμμαχο την μοναξιά. Για ν’ ακούσουμε στο τέλος
πως είμαστε κρυμμένες στην ασφάλεια του σπιτιού,
όταν εκείνοι προσπαθούν να ξεφύγουν, με το δόρυ,
το δόρυ του εχθρού. Ανοησίες! Χίλιες φορές
η ασπίδα και το δόρυ, παρά μια γέννα. Όμως άλλο
εσείς κι άλλο εγώ. Εσείς έχετε τόπο
και σπίτι πατρικό και φίλους και γνωστούς.
Εγώ είμαι μόνη σε ξένο τόπο: λάφυρο
μιας εκστρατείας σε τόπο βάρβαρο,
χωρίς γονείς και αδελφό και συγγενή να καταφύγω.
Μια χάρη μόνο σου ζητώ. Αν βρω τρόπο να τιμωρήσω
τον άντρα μου, την νύφη του και τον πατέρα της,
για το κακό που μου ’καναν, μην πεις
τίποτα σε κανέναν.
Γιατί, σ’ το λέω: μπορεί η γυναίκα να φοβάται
και τον ίσκιο της, μπορεί να μην αντέχει
ούτε ν’ ακούει για μάχες και σπαθιά,
μα όταν πολιορκηθεί ο έρωτάς της, δεν υπάρχει
πιο πολεμόχαρη ψυχή.

~.~

ΑΝΤΙΓΟΝΗ [ΣΟΦΟΚΛΕΟΥΣ]

Αχ, νυφική μου κάμαρα, σπίτι μου σκοτεινό:
τάφε και φυλακή μου, έρχομαι για να βρω
όσους δικούς μου δέχτηκε εκεί η Περσεφόνη.
Μόνον εγώ απόμεινα. Μόνο και μόνο για να δω
τον θάνατό μου πριν καλά-καλά να ζήσω.
Άργησα, άργησα πολύ, μάνα καλή, πατέρα μου,
κι αγαπημένε μου αδελφέ, κοντά σας να κουρνιάσω.
Έρχομαι, κατεβαίνω: το αγαπημένο σας παιδί,
εγώ που σας ετοίμασα, σας στόλισα, σας τίμησα
στο τελευταίο ταξίδι.
Ακούτε; Ακούς κι εσύ καλέ μου Πολυνείκη.
Το σώμα σου προστάτεψα, αδελφέ
και να τι κέρδισα! Όχι·
σε τίμησα, έτσι έπρεπε: το ξέρουν οι καλοί.
Τέτοιο φορτίο τρομερό -κι ενάντια στους πολίτες-
δεν θα το άντεχα, αδελφέ, ούτε για τα παιδιά μου,
τα σπλάχνα μου· τον άντρα μου αν έβλεπα να λιώνει
άταφος… Όχι, αδελφέ, μην σε τρομάζουν
τα λόγια μου· ξέρω τι λέω. Τη θέση ενός άντρα
νεκρού την παίρνει άλλος.
Και την απώλεια των παιδιών,
καινούργια την γιατρεύουν.
Όμως δεν γίνεται άλλος αδελφός από γονείς
που βρίσκονται στον Άδη.
Αυτό είναι νόμος, αδελφέ.
Και τον σεβάστηκα. Κι αυτός, ο Κρέων, λέει
πως παρανόμησα, δικαίωμα στις χαρές
δεν έχω της ζωής: άντρα παιδιά και σπίτι.
Σπίτι μου θέλει ο τάφος μου να γίνει·
εκεί μονάχη κι έρημη να ζω τον θάνατό μου.
Ποιο νόμο παραβίασα των θεών;
Θεοί! Θεοί!
Ούτε θεοί ούτε άνθρωποι μπορούν να με συντρέξουν πια,
αφού καταδικάστηκα γι’ ασέβεια επειδή υπήρξα ευσεβής!
Αν συμφωνούν μ’ αυτήν την καταδίκη οι θεοί,
πεθαίνοντας θα ξέρω πως το λάθος ήταν δικό μου. Όμως
αν είχα δίκιο εγώ, ας πάθουν οι άδικοι όσα μου έκαναν.
Αυτό μου φτάνει.

~.~

ΗΛΕΚΤΡΑ [ΣΟΦΟΚΛΕΟΥΣ]

Άσπιλο φως και σύντροφε
πιστέ της γης, αέρα·
πάλι με βρήκατε οικτρό
ναυάγιο στα ρηχά των σκοταδιών.
Πάλι όλη-νύχτα πάλευα
με την στυγνή αγρύπνια μου,
σ’ αυτό το άθλιο σπίτι:
να προσπαθώ να κρατηθώ
απ’ τις πληγές μου με πληγές,
να μην αφήσω να χαθεί η μνήμη του πατέρα
που δεν μου πήρε ο πόλεμος,
δεν έπεσε σαν άνδρας, μαχόμενος βαρβάρους·
η μάνα μου κι ένας μοιχός, ο Αίγισθος, τον έκοψαν
σαν δέντρο που τους έκλεβε το φως.
Κι έμεινα εγώ , πατέρα μου, μονάχη να θρηνώ
τον άδικο και άνανδρο, πανάθλιο θάνατό σου.
Μόνον εγώ· άλλος κανείς.
Σε ξέχασαν πατέρα.
Μα όσο έχει τ’ άστρα της η νύχτα κι όσο βγαίνει
ο ήλιος, δεν θα στερηθεί εμένα το κατώφλι σου.
Σαν την αηδόνα που της πήραν τα μικρά
θα κλαίω απαρηγόρητα· εδώ – να με ακούν,
να μην μπορούν στιγμή να ησυχάσουν.
Άδη, με ακούς;
Ακούγομαι εκεί κάτω Περσεφόνη;
Πού είσαι Ερμή των σκοταδιών κι εσύ Κατάρα ευλογημένη;
Πού είστε κόρες των θεών, άγριες Ερινύες;
Τι πάθατε, δεν βλέπετε μοιχούς και δολοφόνους
να τριγυρνούν στο σπίτι μου;
Ελάτε, εκδικηθείτε,
τον φόνο του πατέρα μου.
Φέρτε τον αδελφό μου.
Πονώ βαθιά και σκοτεινά.
Πάω στα τυφλά. Ένα χέρι!

Σάββατο 10/7 | Οι Γάλλοι Κλασσικοί κι Εμείς – Με τον Στρατή Πασχάλη

~.~

Στην πρώτη από τις δύο βραδιές τις αφιερωμένες στους κλασσικούς του ευρωπαϊκού θεάτρου και την παρουσία τους στη νεοελληνική σκηνή σήμερα, οι Νύχτες του Ιουλίου φιλοξενούν τον ποιητή Στρατή Πασχάλη, μεταφραστή του Ρακίνα και άλλων Γάλλων δραματουργών. Μαζί του συζητούν η Έφη Θεοδώρου, σκηνοθέτιδα και διευθύντρια του ΔΗΠΕΘΕ Κρήτης, και ο Κώστας Κουτσουρέλης, ποιητής, μεταφραστής και εκδότης του περιοδικού Νέο Πλανόδιον. Αποσπάσματα από το μεταφραστικό έργο του Στρατή Πασχάλη ερμηνεύουν οι ηθοποιοί Στελλίνα Ιωαννίδου και Μιχάλης Βιρβιδάκης. 

Θέατρο Κυδωνία Χανίων, Σάββατο 10 Ιουλίου 2021, ώρα 21:30

~.~

ΣΤΡΑΤΗΣ ΠΑΣΧΑΛΗΣ

Γεννήθηκε στην Αθήνα. Απόφοιτος του τμήματος Πολιτικών Επιστημών και Δημοσίου Δικαίου της Νομικής Αθηνών. Δημοσίευσε δέκα ποιητικές συλλογές (οι τρεις τελευταίες, Εποχή παραδείσου, το 2008, Τα εικονίσματα, το 2013, Μεγάλη Παρασκευή, το 2021), ένα μυθιστόρημα (Ο άνθρωπος του λεωφορείου), ένα βιβλίο με δοκίμια (Ποίηση σε μικρόψυχους καιρούς), ανθολογίες ποίησης και πεζογραφίας (Μ. Καραγάτσης, Ιστορίες αμαρτίας και αγιοσύνης, Α. Παπαδιαμάντης, Σκοτεινά Παραμύθια, Όταν οι άγγελοι περπατούν, ανθολογία πεζού ποιήματος κ.ά.), ένα παιδικό έμμετρο παραμύθι (Τ’ ασημένιο ρομποτάκι με το κόκκινο φωτάκι) και πολλές μεταφράσεις (Ρεμπώ, Εκλάμψεις, Το μεθυσμένο καράβι, Λωτρεαμόν, Μαλντορόρ, Μπερνάρ Νοέλ, Περαστικός απ’ τον Άθω κ.ά.). Το 2003 το σύνολο των έως τότε ποιημάτων του κυκλοφόρησε με τίτλο Στίχοι ενός Άλλου. Μετέφρασε πάνω από είκοσι θεατρικά έργα. Ανάμεσά τους: Ευριπίδη  Μήδεια, Ιππόλυτος, Ορέστης (για την Επίδαυρο), Σαίξπηρ Αγάπης Αγώνας Άγονος, Ρακίνα Φαίδρα, Ανδρομάχη, Βερενίκη, Ροστάν Οι Ρομαντικοί, Συρανό, Κλωντέλ Ο Κλήρος του Μεσημεριού, Το ατλαζένιο γοβάκι Κούσνερ-Κορνέϊγ, Φρεναπάτη, Πήτερ Σάφφερ, Το δώρο της Μέδουσας, Ευγένιος Λαμπίς, Οι Τρεισευτυχισμένοι, Τέρενς Μακ Νάλλι, Master Class, κ.ά. Συνεργάστηκε με τους σκηνοθέτες Γιάννη Χουβαρδά, Βίκτωρα Αρδίττη, Στάθη Λιβαθινό, Δημήτρη Τάρλοου, Βασίλη Νικολαΐδη, Εύη Γαβριηλίδη, Γιώργο Θεοδοσιάδη, Αντώνη Καλογρίδη, Έφη Θεοδώρου, Γιάννη Σκουρλέτη, Θέμελη Γλυνάτση, Ρενάτε Τζετ, Γιόσι Βίλλερ, κ.α.. Την περίοδο 2003-04 στην Πειραματική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου έκανε τη δραματουργική επεξεργασία της παράστασης Αυτό που δεν τελειώνει Ι, ΙΙ, βασισμένης σε ελληνικά ποιήματα του 20ού αιώνα. Τέλος, μετέφρασε πολλά λιμπρέτα και κείμενα τραγουδιών για το Μέγαρο Μουσικής. Διασκεύασε για τη σκηνή τη Φόνισσα του Α. Παπαδιαμάντη και τους Αθώους του Μπροχ ( θέατρο της οδού Κεφαλληνίας, περίοδος 2011-12-13, 2015-16), τον Τρελαντώνη της Πηνελόπης Δέλτα ( θεάτρο Ακροπόλ, περίοδος 2013-14), καθώς και τη Μεγάλη Χίμαιρα και τον Γιούγκερμαν του Μ. Καραγάτση (θέατρο Πορεία, περίοδοι 2014-15-16, 2019-20) κ.α. Έγραψε, διασκεύασε ή επιμελήθηκε τα κείμενα σε μεγάλες παραγωγές παραστάσεων για όλη την οικογένεια και σε τιμητικά σκηνικά αφιερώματα ( Οι τρεις βασιλοπούλες που λιώναν τα γοβάκια τους, Θησέας και Αριάδνη στο νησί των ταύρων, Μελίνα-όπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα, Τρωικός Πόλεμος, Σερσέ λα φαμ – οι γυναίκες στα τραγούδια του Βασίλη Τσιτσάνη, Κλείσε στην ψυχή σου την Ελλάδα, Δον Κιχώτης, Η Παναγία των Παρισίων, Οδύσσεια.) Το 2019 παρουσιάστηκε στην οριστική μεταφραστική εκδοχή της η Φαίδρα του Ρακίνα, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών και σε συμπαραγωγή με το ΔΗΠΕΘΕ Κρήτης,  σε σκηνοθεσία της Έφης Θεοδώρου, στη Μικρή Επίδαυρο, τη Ρωμαϊκή Αγορά και σε υπαίθριους χώρους της Κρήτης.  Το 2020 στο θέατρο Πορεία παρουσίασε, σε σκηνοθεσία Δημήτρη Τάρλοου, την ποιητική σύνθεση Δόξα Κοινή, βασισμένη σε Έλληνες ποιητές.  Για την ποίηση και τις μεταφράσεις του έχει τιμηθεί με το Βραβείο Ουράνη της Ακαδημίας Αθηνών, το Κρατικό Βραβείο Μετάφρασης, δύο φορές με το Βραβείο του περιοδικού Διαβάζω, με το Βραβείο «Άρης Αλεξάνδρου», καθώς και με το Βραβείο «Μάριος Πλωρίτης». Το 2016 του απονεμήθηκε από τη γαλλική κυβέρνηση το παράσημο του Ιππότη των Γραμμάτων και των Τεχνών. Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί σε πολλές ξένες γλώσσες (αγγλικά, γαλλικά, ιταλικά, γερμανικά, σουηδικά, βουλγαρικά, αλβανικά, ρουμανικά, κορεάτικα, κ.ά.).

~.~

Αποσπάσματα από τη Φαίδρα του Ρακίνα

ΙΠΠΟΛΥΤΟΣ

Φίλε, τι ξεστομίζεις ;
Εσύ, που αφότου ανάσανα την καρδιά τούτη ορίζεις,
Αισθήματα ακατάδεχτης, αγέρωχης καρδιάς
Αναίσχυντα ν’ απαρνηθώ τολμάς και μου ζητάς ;
Δεν είναι ότι θήλασα γάλα μιας αμαζόνας
Ό,τι μονάχα μ’ έκανε να είμαι ο αλαζόνας
Που σε ξαφνιάζει. Σ’ ηλικία φτάνοντας πιο μεστή,
Ένιωσα ότι είμαι από γενιά λαμπρή και θαυμαστή,
Όταν εδώ, στο πλάι μου, σ’ άκουγα, γνήσιο φίλο,
Για του πατέρα να μου λες την ιστορία με ζήλο,
Να κρέμομαι απ’ τα χείλη σου, να φλέγεται η ψυχή,
Το έπος ολοζώντανο των άθλων του να ηχεί,
Να βλέπω τον ατρόμητο τον ήρωα να’ ναι ήδη
Παρηγοριά κάθε θνητού για τον χαμό του Αλκείδη.
Τιμωρημένοι οι άρπαγες, πνιγμοί τόσων θηρίων,
Ο Σκείρων, ο Προκρούστης, κι ο Σίνις, κι ο Κερκύων,
Κόκκαλα σκόρπια, ο γίγαντας στη γη της Επιδαύρου,
Ν’ αχνίζει η Κρήτη απ’ το καυτό αίμα του Μινωταύρου.
Μα όταν για πράξεις μου’ λεγες με δόξα λιγοστή,
Αιώνια πίστη ανέμελα παντού να’ χει ορκιστεί :
Πρώτος να κλέβει την Ελένη από τη γη της Σπάρτης,
Των θρήνων της Περίβοιας η Σαλαμίνα μάρτυς,
Και τόσες, που κι ο ίδιος πια πώς να τις θυμηθεί,
Εύπιστες, απ’ το πάθος του είχανε πλανηθεί :
Στους βράχους η Αριάδνη κλαίει και τον καταδικάζει,
Μ’ ευνοϊκότερους οιωνούς τη Φαίδρα εν τέλει αρπάζει.
Και σ’ άκουγα βαρύθυμος, τις πιο πολλές φορές,
Θυμάσαι που σ’ ανάγκαζα γι’ αυτά να μην μου λες,
Πανευτυχής αν γίνονταν να σβήσω από τις μνήμες
Για μια ιστορία υπέρλαμπρη τόσες ανάξιες φήμες ;!
Και τώρα εγώ θα έμπαινα στα ίδια αυτά δεσμά ;
Και οι Θεοί θα μ’ έριχναν τόσο πια χαμηλά ;
Ηδυπαθής θα’ μουν δειλός και περιφρονητέος,
Μια και δεν είμαι εγώ Θησεύς … ο μη κατακριτέος…
Εγώ θηρία αμέτρητα δεν δάμασα ! Λοιπόν,
Δεν έχω το δικαίωμα να σφάλλω σαν κι αυτόν.
Μα έστω κι αν η τόση μου λύγιζε υπεροψία,
Κατακτητή μου θα’ κανα εγώ την Αρικία ;
Τα πλανημένο μου μυαλό δεν θα’ χε θυμηθεί
Αιώνια αντιμέτωποι πως έχουμε βρεθεί ;
Την τιμωρεί ο πατέρας μου με νόμο που’ χει ορίσει
Στ’ αδέλφια της ανίψια αυτή ποτέ να μη χαρίσει.
Από ένα μίσχο ένοχο φοβάται τους βλαστούς,
Και θέλει μες στον τάφο της, μαζί μ’ αυτήν κι αυτούς :
Αιώνια υποταγμένη του κι άκληρη να τη θάψει,
Γι’ αυτήν πυρσός του υμέναιου ποτέ να μην ανάψει.
Και να στηρίξω εγώ εχθρούς της πατρικής του οργής ;
Να γίνω το παράδειγμα του γιου που είναι θρασύς ;
Και βυθισμένη η νιότη μου σ’ έρωτα αλλοπαρμένο….

~.~

ΙΠΠΟΛΥΤΟΣ

Το θαύμα της αγάπη σας με κάνει κι απορώ,
Που το Θησέα βλέπετε, ακόμα και νεκρό.
Καίει την ψυχή σας σαν φωτιά μ’ αγάπη πάντα νέα.

ΦΑΙΔΡΑ

Ναι, Πρίγκιπά μου, φλέγομαι, λιώνω για τον Θησέα.
Τον αγαπώ, μα όχι όπως ο Άδης τον έχει δει,
Αγαπημένων άπειρων άστατον εραστή,
Που του Θεού πάει των νεκρών την κλίνη ν’ ατιμάσει,
Αλλά πιστό, περήφανο, μ’ αγρίμι να’ χει μοιάσει,
Ωραίο, άγουρο και γητευτή κάθε καρδιάς,
Σαν την εικόνα ενός Θεού, ή όπως βλέπω εσάς.
Είχε το βλέμμα, τη φωνή, και το παράστημά σας,
Ίδια ευγένεια ντροπαλή όπως και στη θωριά σας,
Σαν έσκισε της Κρήτης μας το μαύρο κύμα αυτό,
Των κοριτσιών του Μίνωα ίνδαλμα ποθητό.
Και ο Ιππόλυτος ; Γιατί τότε, χωρίς εκείνον,
Το άνθος απ’ τους ήρωες σύναξε των Ελλήνων ;
Γιατί δεν μπήκατε, παιδί τότε ακόμα, εσείς
Στο πλοίο που έφτασε στην όχθη της δικής μας γης ;
Της Κρήτης το θηρίο εσείς θα είχατε αφανίσει,
Στη δαιδαλώδη φυλακή όπου το είχαν κλείσει,
Και για να λύσει την αβέβαιη περιπλοκή,
Η αδελφή μου θα’ δινε το νήμα μέσα εκεί
Σε σας, μοιραία. Όχι, αφού θα’ χα προλάβει εγώ,
Θα μ’ είχε σπρώξει ο έρωτας απ’ την αρχή σ’ αυτό.
Πρίγκιπα, εγώ, θα ήμουνα, εγώ, η βοηθός
Και μες στου Λαβυρίνθου μας τις κρύπτες οδηγός-
Το μαγικό κεφάλι σας θα’ χα ακριβά πληρώσει !
Ένα νήμα δεν θα’ φτανε, μόνο, για να σας σώσει.
Ερωτευμένη σύντροφος, στην αναζήτησή σας,
Η ίδια εγώ θα ερχόμουνα να πορευτώ μαζί σας,
Κι η Φαίδρα στο Λαβύρινθο αφού θα’ χε χωθεί,
Με σας, ή θα σωζότανε, ή θα είχε χαθεί.

ΙΠΠΟΛΥΤΟΣ

Θεοί μου ! Τι ; Κυρία μου, ξεχάσατε εντελώς
Πως ο Θησεύς είναι άνδρας σας κι εγώ δικός του γιος ;

~.~

ΦΑΙΔΡΑ, μόνη.

Ω εσύ, την κατάντια μου την αισχρή που κοιτάς,
Αφροδίτη αμείλικτη, τι άλλο θες ; τι ζητάς ;
Με συνέτριψες. Δεν μπορείς να φανείς πιο σκληρή.
Θριαμβεύεις ! τα βέλη σου όλα στόχο έχουν βρει.
Άσπλαχνη, αν θέλει η χάρη σου νέα δόξα ν’ αδράξει,
Χτύπα εχθρό που ως σήμερα δεν έχεις υποτάξει.
Σε αποφεύγει ο Ιππόλυτος, μαζί σου είναι θρασύς,
Μπρος στους βωμούς σου αλύγιστος πάντα, και ασεβής.
Το όνομά σου σαν βρισιά στ’ αυτιά του τα επηρμένα.
Εκδίκηση πάρε, θεά, για σένα και για μένα.
Έρωτα ας νιώσει… Πάλι εδώ τα πόδια σου γυρνάν,
Οινώνη ; Μ’ αποστρέφεται, κι ούτε σ’ άκουσε καν.

~.~

ΙΠΠΟΛΥΤΟΣ

Για ψέμα τόσο σκοτεινό δίκαιη νιώθω οργή,
Και θα’ πρεπε από μέσα μου η αλήθεια όλη να βγει.
Όμως, κύριέ μου, σ’ αφορά το μυστικό μου. Νιώσε
Το σεβασμό που συγκρατεί τα χείλη μου, και δώσε
Στις έγνοιες σου ανάπαυλα, με την κρίση αρωγό,
Τον βίο μου εξέτασε, σκέψου ποιος είμ’ εγώ.
Όποιος τον νόμο παραβεί μ’ εγκλήματα μεγάλα,
Πριν απ’ αυτά διέπραξε σίγουρα πάντα κι άλλα,
Κι είναι ικανός τα πιο ιερά δίκαια ν’ αθετεί.
Έχει βαθμίδες το έγκλημα όπως κι η αρετή.
Κι ουδέποτε η σεμνότητα κι η πάναγνη ατολμία
Δεν έχει γίνει μονομιάς έσχατη ακολασία.
Θνητός που είναι ενάρετος μια μέρα δεν αρκεί
Για να σκοτώνει δόλια, δειλά να αιμομεικτεί.
Στην αγκαλιά της άσπιλη μ’ ανάθρεψε ηρωίδα,
Το λέει το αίμα στις φλέβες μου, η κάθε του ρανίδα.
Μετά ο Πιτθεύς, απ’ τους βροτούς ο πιο βαθιά σοφός,
Με πήρε από τα χέρια της, μου στάθηκε ταγός.
Δεν θα’ θελα τον άμεμπτο μπρος σου να παραστήσω-
Αν όμως κάποια αρετή μου’ τυχε ν’ αποκτήσω,
Κύριε, είναι ότι απέδειξα, νομίζω, φανερά
Πως ό,τι μου προσάπτουνε το εχθρεύομαι βαθιά.
Αυτός είναι ο Ιππόλυτος που η Ελλάδα έχει γνωρίσει.
Αγρίμι από την αρετή έχω πια καταντήσει.
Όλοι το ξέρουν άκαμπτος πως είμαι και σκληρός.
Το βάθος της καρδιάς μου αμόλυντο είναι όπως το φως.
Κι όμως, λένε ανίερη φωτιά πως μ’ εξουσιάζει….

~.~

ΟΙΝΩΝΗ

Την Αρικία ;

ΦΑΙΔΡΑ

Ω άγνωστο μέλλον μαρτυρικό !
Ποιο άλγος νέο μού κρατά η μοίρα μυστικό !
Όλα όσα υπέφερα, τρόμοι, παραφορές,
Του πάθους μου η μανία, οι τύψεις μου οι φρικτές,
Κι η απόρριψη, σαν μια βρισιά σκληρή, που’ χα υπομείνει,
Μια αμυδρή’ ταν δοκιμή για τούτη την οδύνη.
Αυτοί αγαπιούνται ! μου’ καναν μάγια για να μη δω ;
Πώς έγινε ; Από πότε ; Πού βλέπονταν μέσα εδώ ;
Εσύ το ήξερες. Γιατί να με παραπλανήσεις ;
Γιατί έπρεπε τη φλόγα τους κρυφή να την κρατήσεις;
Τους είδαν να κοιτάζονται συχνά, και να μιλούν ;
Μέσα στα βάθη των δασών πήγαιναν να κρυφτούν;
Αλίμονο ! έσμιγαν οι δυο με πλήρη ελευθερία.
Οι στεναγμοί τους τ’ ουρανού είχαν την ευλογία,
Ποθούσανε, μη νιώθοντας τύψεις, ούτε ενοχές,
Γι’ αυτούς μέρες ξημέρωναν γαλήνιες, φωτεινές,
Ενώ εγώ, το θλιβερό απόβλητο του κόσμου,
Από τη μέρα είχα κρυφτεί, μισώντας και το φως μου.
Μόνον τον θάνατο ως Θεό να εκλιπαρώ τολμούσα,
Και τη στιγμή περίμενα που θα ψυχορραγούσα,
Τροφή μου ήταν η χολή, το δάκρυ μου νερό,
Πονούσα, μα είχα πάντοτε στο πλάι μου φρουρό,
Γι’ αυτό κι η όψη μου άτολμη στους θρήνους να πνιγεί,
Με τρόμο την ολέθρια δοκίμαζε ηδονή,
Και κρύβοντας την ταραχή στο ήρεμο πρόσωπό μου,
Στερούσα κι απ’ τα δάκρυα συχνά τον εαυτό μου.

ΟΙΝΩΝΗ

Τι ωφελεί που μάταια έχουν ερωτευτεί ;
Δεν θα ξανανταμώσουνε….

ΦΑΙΔΡΑ

Μα θ’ αγαπιούνται αυτοί.
Κι ενώ μιλάω εδώ ! τι φρίκη και να το σκεφτείς !
Γελούν με μια μαινάδα οικτρή τρέλας ερωτικής.
Κι από την ίδια εξορία ενώ θα χωριστούν,
Χίλιες φορές ορκίζονται ότι δεν θα χαθούν.
Όχι, μου είν’ αβάσταχτη πληγή τόση ευτυχία,
Οινώνη. Δείξε μου έλεος ! Ζηλεύω με μανία.
Πρέπει η Αρικία να χαθεί. Και του δικού μου ανδρός
Για τη φρικτή της τη γενιά ν’ αφυπνιστεί ο θυμός.
Σε τιμωρίες ήπιες δεν γίνεται να μένει.
Των αδελφών της το έγκλημα εκείνη το υπερβαίνει.
Τυφλή από τη ζήλια μου θα τον εκλιπαρώ.
Τι κάνω ; Που πλανιέται ο νους χωρίς κανένα ειρμό ;
Ζηλεύω ! κι ο Θησέας είναι αυτός που ικετεύω !
Ο άντρας μου είναι ζωντανός, κι άλλον εγώ λατρεύω !
Ποιον άραγε ; Και ποια καρδιά οι πόθοι μου απαιτούν ;
Οι τρίχες μου σηκώνονται, τα χείλη ενώ μιλούν.
Τα εγκλήματά μου, μέχρι εκεί όπου κανείς δεν φτάνει.
Ταυτόχρονα αποπνέω εγώ αιμομιξία και πλάνη.
Τ’ ανθρωποκτόνα χέρια μου, διψούν να εκδικηθούν,
Σ’ αθώο αίμα φλέγονται τώρα να βουτηχτούν.
Δυστυχισμένη ! ακόμη ζω ; κι αντέχω τη μορφή
Ήλιου ιερού, που απ’ αυτόν εγώ έχω γεννηθεί;
Γενάρχης μου είναι των Θεών ο κύριος κι αρχηγός,
Γεμάτα απ’ τους προγόνους μου, το σύμπαν, ο ουρανός.
Πού να κρυφτώ ; Στα έγκατα της γης που είναι σκοτάδι.
Εκεί ; Όπου ο πατέρας μου τη μαύρη υδρία του Άδη,
Τη δέχτηκε απ’ τη μοίρα μας στα χέρια τα αυστηρά,
Και κάθε ωχρό θνητό εκεί ο Μίνωας κρίνει πια ;
Α! πόσο η τρομαγμένη του σκιά θ’ αναρριγεί,
Να στέκει εμπρός στα μάτια του την κόρη του όταν δει,
Να ομολογεί την ενοχή πράξεων μιαρών,
Εγκλήματα ίσως άγνωστα στον κόσμο τον νεκρών !
Μπρος στη φρικτή μου, τι θα πεις, πατέρα, παρουσία ;
Βλέπω απ’ το χέρι σου να πέφτει η τρομερή υδρία,
Βλέπω εσένα ψάχνοντας νέα ποινή σκληρή,
Σαν δήμιο που το αίμα του ο ίδιος τιμωρεί.
Συγνώμη. Έχει το γένος σου στυγνή Θεά αφανίσει.
Αυτή εκδικείται ! Και γι’ αυτό έχω παραφρονήσει !
Αλίμονο ! πάθους φρικτού ντροπή με κυνηγά
Που ουδέποτε η θλιμμένη μου το γεύτηκε η καρδιά.
Κυνηγημένη απ’ τα δεινά ως τη στερνή πνοή,
Αποχωρώ σαν μάρτυρας απ’ την οικτρή ζωή.

Ρακίνας, Φαίδρα, μετάφραση Στρατής Πασχάλης, Κάππα Εκδοτική, 2019