ΝΠ | Τέχνη

Για τον Πιερ Σουλάζ: Γενέθλιο εγκώμιο

* 

του ΝΙΚΟΥ ΣΓΟΥΡΟΜΑΛΛΗ

Αρκετά καχύποπτος με την αφηρημένη ζωγραφική επισκέφτηκα θυμάμαι τον χειμώνα του 2019 το Centre Pombidou στο Παρίσι. Χωρίς να ’μαι κάνας ειδικός στα εικαστικά, η τάση των ζωγράφων της αφαίρεσης να εξοβελίζουν τον άνθρωπο από τους καμβάδες τους, να αποδιώχνουν οποιαδήποτε αναφορά σε εγκόσμια, άρα και αναγνωρίσιμα αντικείμενα στερούσε, σκεφτόμουν, από το έργο τέχνης τη δυνατότητά του να αφηγείται, να μιλάει ‒ και τι να το κάνεις ένα έργο που δεν μιλάει; Χαρούμενος που συγκροτούσα σιγά-σιγά την υποκειμενικότητα του γούστου μου, κατέληγα, όχι χωρίς κομπορρημοσύνη, ότι οι ζωγράφοι της αφαίρεσης δεν ήταν παρά ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα καλλιτεχνικού τσαρλατανισμού: ισχυροί παίχτες της συγκυρίας με έντονα ναρκισσιστικά συμπλέγματα, στόχευαν με τις φορμαλιστικές τους ασκήσεις ―φορμαλιστικές γιατί το περιεχόμενο δεν τους πολυένοιαζε―, να παράγουν έργα προκλητικά καινοτόμα νομίζοντας ότι έτσι, μέσα από την πρωτοτυπία, διαφοροποιούνται από παλαιότερους ζωγράφους εδραιώνοντας τους ίδιους, δηλαδή τους εαυτούς τους, ως το κυρίαρχο παράδειγμα στην αγορά της τέχνης ‒ μια αγορά γύρω από την οποία, σημειωτέoν, παίζονται εκατομμύρια. Η μπίζνα, κοινώς, ήταν μεγάλη.

Έχοντας προκαθορίσει λοιπόν τη στάση μου περνούσα θυμάμαι την είσοδο των μόνιμων συλλογών του Centre Pombidou ‒ περιπλανιόμουν γρήγορα, βιαστικά, χωρίς ιδιαίτερο ενδιαφέρον, έσερνα το βλέμμα δω κι εκεί, ανάμεσα σε πίνακες μεγάλων διαστάσεων με ευθείες γραμμές, παχιά χρώματα, ή και τίποτα· και όταν λέω τίποτα εννοώ τίποτα: μονοχρωματικοί καμβάδες, χωρίς τίτλο, που ο θεατής δεν έβλεπε παρά ένα μονάχα χρώμα να καλύπτει σύνολη την πλαστική επιφάνεια. Μπροστά στα εκθέματα κοντοστεκόμουν μόνο για να τα περιγελάσω ‒ είχα καταλήξει ότι η σύγχρονη τέχνη δεν με αφορά.

Αποφασισμένος ότι έφτασε η ώρα για να φύγω το μάτι μου πέφτει ξαφνικά σε ένα πίνακα ύψους τρεισήμισι και κάτι μέτρων, ολόμαυρο, με λεπτές άσπρες, σχεδόν αδιόρατες, γραμμές να τον τέμνουν κάθετα και οριζόντια ‒ στην καθετότητά τους οι γραμμές  αυτές δημιουργούσαν παράλληλα επίπεδα, σαν στοιβαγμένα πάνελ, η χωροταξική οργάνωση των οποίων ήταν ακανόνιστη. Αυτοστιγμεί η προσοχή μου δεσμεύτηκε πάνω στο έργο. Πλησίασα για να διαβάσω τη λεζάντα: Pierre Soulages, Peinture 324×362 cm, 1985. Polyptyque C, Huile sur toile. Απομακρύνθηκα ξανά, ανακουφισμένος ότι διάβασα μόνο τον τίτλο και όχι καμμιά φλύαρη περιγραφή. Και αυτό γιατί εκείνο που αμέσως ένιωσα ήταν ότι μπρος σ’ αυτόν τον πίνακα δεν είχα ανάγκη τον λόγο ‒ ήθελα να απομείνω μόνος, εγώ και το έργο. Αδιαμεσολάβητα ‒ χωρίς γνώση, χωρίς παιδεία. Και άρχισα να παίζω: κρατούσα απόσταση, ζύγωνα κοντύτερα, άλλαζα οπτική γωνία, πήγαινα δεξιά-αριστερά, μπρος-πίσω, πέρα-δώθε ‒  εκείνο που συνέβαινε ήταν συναρπαστικό: όπου κι αν ήμουν ο πίνακας με ακολουθούσε, άλλαζε όψη μαζί με μένα: το μαύρο ξεθώριαζε, έφερνε σε γκρίζο, άλλοτε πάλι πύκνωνε ‒ μαύρο βαθύ, αδιαπέραστο· οι άσπρες, αδιαφανείς μέχρι πρότινος γραμμές, γίνονταν πιο άσπρες, πιο φωτεινές, άλλοτε χάνονταν τελείως, βούλιαζαν μέσα στο σκοτάδι· στις μαύρες μικροεπιφάνειες, στα στοιβαγμένα πάνελ, αν απομακρυνόσουν διέκρινες επιπλέον μαύρους τόνους, διαφορετικά επίπεδα, διαφορετικές παραλλαγές σκοτεινών αποχρώσεων ‒ ενώ, αν πλησίαζες, οι τόνοι και οι αποχρώσεις εξαφανίζονταν, γίνονταν σύνολα ομοιογενή, αδιαφοροποίητα, ξεχώριζες ωστόσο τις τραχείς πινελιές του ζωγράφου, την ένταση με την οποία το χέρι πιέζει το πινέλο πάνω στον μουσαμά, διέκρινες ακόμη μερικές μικροσκοπικές ίνες, ελάχιστες μπιλίτσες που ’φέρναν στον νου τα λίγα εκείνα άστρα που κοσμούν μια νύχτα νεφελώδη. Ο πίνακας, με άλλα λόγια, με προϋπέθετε, προϋπέθετε εμένα, το σώμα μου ‒ ο πίνακας γινόταν εγώ. Και εκείνο που διανοιγόταν μπροστά μου δεν ήταν μια πραγματικότητα που εξαντλείται στις δύο διαστάσεις του καμβά, αλλά ένα πεδίο απεριόριστο: πολλαπλά επίπεδα και πολλαπλές αποχρώσεις προερχόμενες από ένα και μόνο χρώμα, το μαύρο, ένα μαύρο που ασκούσε τη βαρυτική του έλξη στις άσπρες γραμμές ρουφώντας τες στον πυρήνα του, και, ανάλογα με τη στάση του σώματός μου, τη θέση που καταλάμβανα στον χώρο, το φως κατανεμόταν με τέτοιο τρόπο, ώστε ο πίνακας να αλλάζει ακατάπαυστα μορφή ‒ το μαύρο επομένως είχε ρυθμό, ρυθμό, ένταση και βάρος. Μπαίνω στον πειρασμό να πω: το μαύρο είχε ζωή. (περισσότερα…)

Advertisement

H υπόθεση Σοφία Γκόλουμπεβα

*

της ΕΛΕΝΑΣ ΣΤΑΓΚΟΥΡΑΚΗ

Ο θάνατος ενός ανθρώπου είναι τραγωδία, η εξόντωση εκατομμυρίων, στατιστική. Και αν χρειάστηκε να αναζητήσω την πηγή του εν λόγω αποφθέγματος που ποτέ δε με εγκατέλειψε από τη στιγμή που το διάβασα πριν –γύρευε πόσα– χρόνια, η ρήση αυτή του Τουκόλσκι βρίσκει σαφώς εφαρμογή και στην περίπτωση της Ουκρανίας. Οχτώ μήνες μετά την πιο πρόσφατη και αιματηρότερη εισβολή των Ρώσων στην περιοχή –παρήλθαν ήδη δύο τρίτα της χρονιάς–, το θέμα ευτυχώς επιμένει και παραμένει, ωστόσο η επικαιρότητα της ενεργειακής κρίσης, του πληθωρισμού και του ξέφρενου ανήφορου των τιμών τείνει έως και αυτό να το προσπεράσει. Αναμφίβολα συνεπικουρεί και ο κορεσμός που επέρχεται σε ανάλογες περιπτώσεις, κορεσμός ώτων, οφθαλμών, εν τέλει εγκεφαλικών κυττάρων από το συνεχή βομβαρδισμό ειδήσεων, εν προκειμένω χρώματος γαλαζοκίτρινου.

Κάθε άλλο παρά θα αρνηθώ ότι το αυτό είχε αρχίσει να ισχύει και για τη γράφουσα, η οποία, πάνω που αναρωτιόταν για πόσο καιρό ακόμη άραγε η σημαία της Ουκρανίας θα στολίζει τις προσόψεις κυβερνητικών κτιρίων στη γερμανική πρωτεύουσα, συχνά αντικαθιστώντας την ευρωπαϊκή, έλαβε πρόσκληση από την πρεσβεία της χώρας στο Βερολίνο. Η αποδοχή της, ακαριαία. Η εκδήλωση, την οποία –λόγω αποστροφής απέναντι στην υποκρισία του όρου, ειδικά σε τέτοιες περιπτώσειες, και των συσχετισμών ισχύος που προδίδει, λες και το κέρδος δεν είναι, το λιγότερο, αμοιβαίο και αμφίδρομο– δε θα χαρακτήριζα ‘φιλανθρωπική’, στόχο είχε τη στήριξη σκοπών, προγραμμάτων, καλλιτεχνών και μικρών επιχειρήσεων της Ουκρανίας, με μέρος των εσόδων να κατατίθεται στον Ένα σκοπό. Ο χώρος, εξίσου αντιπροσωπευτικός: όχι στις αίθουσες της πρεσβείας, αλλά στην καρδιά του Βερολίνου, λίγα μόλις μέτρα από την Πύλη του Βραδεμβούργου, από την οποία μας χώριζε μοναχά μια τζαμαρία.

Είσοδος, ανθρώπινο μελίσσι, βαβούρα, φωνές, γέλια, κουδούνισμα ποτηριών, ομιλίες. Πρώτες απεγνωσμένες προσπάθειες αποκωδικοποίησης του χώρου, του σκεπτικού, της σειράς. Πληροφορίες, κανείς; Εκεί στα δεξιά ένας γκισές, εκεί θα πήγαινε, μιαν άκρη θα την έβρισκε. Βρήκε ψωμί. Palyanytsya, #bake for Ukraine. Καλή η αρχή, επέλεξε το φουλ πακέτο, αλλά ο χώρος παρέμενε υπερβολικά θορυβώδης και στενός. Συνέχισε σε ό,τι έμοιαζε με εκθεσιακή εγκατάσταση στον επόμενο χώρο και, προσπερνώντας πληροφορίες στα πολωνικά για εξεγέρσεις και συνδικαλιστικά κινήματα, προχώρησε στο δεξί μισό τής αίθουσας, όπου εκτίθεντο τα έργα νέων Ουκρανών καλλιτεχνών. (περισσότερα…)

Η διαχρονική επικαιρότητα των κειμένων του Χρήστου Μαρκίδη

του ΓΙΑΝΝΗ Χ. ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ

Χρήστος Μαρκίδης, Κατάματα,
3η έκδοση, Εκδόσεις Αρμός, 2022

Πενήντα έξι δοκίμια περιέχονται στην 3η έκδοση αυτού του ιδιαίτερα φροντισμένου βιβλίου. Η πλούσια θεματολογία του κινείται σε όλους σχεδόν τους τομείς της τέχνης, με αναφορές σε πρόσωπα και έργα, καθώς και στις πηγές που τα γεννούν και τα θρέφουν. Κυριαρχούν τα θέματα γύρω από εικαστικές τέχνες και λογοτεχνικές καταθέσεις, ένα δίπολο στο οποίο σαν δόκιμος ζωγράφος και ποιητής, ο Μαρκίδης έχει βαρύνουσα άποψη.

Κοντινά όμως είναι και τα θέματα κριτικής της τέχνης, αισθητικής παιδείας καθώς και οι προσεγγίσεις του σε ζητήματα κινηματογράφου, χορού, μουσικής και ερμηνευτών, όπου διαπιστώνει κανείς το εύρος και το βάθος της παιδείας του. Οι αναφορές του, ευκαιριακά μεν εστιάζουν σε συγκεκριμένα σύγχρονα πρόσωπα, που παρέχουν την αφορμή για προεκτάσεις ευρύτερης σημασίας.

Όμως τα θέματά του δεν σταματούν εκεί: η οικολογική συνείδηση, τα βάρβαρα ένστικτα των πολεμικών συρράξεων και οι προβληματισμοί γύρω από τα αιώνια θέματα της φιλοσοφίας, του χρόνου και της ευτυχίας, καταλαμβάνουν ένα σημαντικό μέρος των διαλογισμών του. Τέλος, σημειώνεται και ένα πολύτιμο ποσοστό αυτοαναφορικών στοιχείων, που ανατρέχουν με συγκρατημένο λυρισμό σε καταγωγικές πηγές και στην ανάγκη του εγώ να συναντήσει το εμείς. Παντού περιρρέουσα και συνεκτική όλων, υπάρχει μια μεταφυσική αντίληψη και μια βαθιά πίστη στην αποκαλυπτικότητα του υπερβατικού. (περισσότερα…)

Μάξιμος Μανώλης, «Beyond Time»: Ατομική έκθεση ζωγραφικής (14-19/10/22)

*

Σε έναν από τους πιο όμορφους και ιστορικούς χώρους της Αθήνας, στο πρώην πιλοποιείο του Ηλία Πουλόπουλου στο Θησείο που ιδρύθηκε το 1886 και νυν Πολιτιστικό Κέντρο Δήμου Αθηναίων «Μελίνα», προς τιμήν της μεγάλης Ελληνίδας ηθοποιού και πολιτικού Μελίνας Μερκούρη, από τις 14 έως τις 19 Οκτωβρίου, ο Μάξιμος Μανώλης παρουσιάζει την πρώτη του ατομική έκθεση με τίτλο “Beyond Time”.

Όπως μας λέει ο ίδιος ο καλλιτέχνης «Σκοπός μου είναι να κάνω μια έκθεση που δεν θα έχει συγκεκριμένη αναφορά σε μια χρονική περίοδο ή συγκεκριμένο θέμα. Η Τέχνη υπερβαίνει τις εποχές και είναι άχρονη ως προς την ουσία της. Τα έργα μου δεν έχουν αναφορά σε μια χρονική ημερολογιακή εποχή, μπορεί να είναι οποτεδήποτε, από τις πρώτες μέρες της δημιουργίας έως το παρόν ή και το μέλλον. Η έκθεση «Πέρα από τον χρόνο» σε ταξιδεύει σε μια άλλη εποχή θέλοντας να προσεγγίσει κομμάτια της πνευματικότητας».

Οι επισκέπτες θα έχουν την ευκαιρία να δουν από κοντά έργα μέσα από όλη την ζωγραφική πορεία του καλλιτέχνη. Η θεματολογία περιλαμβάνει ως επί το πλείστον έργα με συμβολική διάσταση επηρεασμένα απ’ την ινδική μυθολογία μέχρι και τον ευρωπαϊκό αποκρυφισμό, με κάποια από αυτά να έχουν χρησιμοποιηθεί και ως εξώφυλλα μουσικών άλμπουμ (Rotting Christ, Thou Art Lord, Mass Infection, Serpent Lord, Wings of Shield, Nihilism, Wampyrinacht, Angel’s Arcana κ.ά.), καθώς επίσης και κάποιες πιστές αντιγραφές έργων σπουδαίων δασκάλων από τους οποίους έχει επηρεαστεί, όπως A. Cabanel, J. L. David και A. Bouguereau. Το στιλ έχει ως βάση την κλασική ζωγραφική, με επιρροές από το ιταλικό μπαρόκ έως την γαλλική τέχνη του 19ου αιώνα, με αρκετά σύγχρονα στοιχεία και με το προσωπικό ύφος του.

(περισσότερα…)

Μπόρις Γκρόυς, Για τον καλλιτεχνικό ακτιβισμό

*

Μετάφραση ΙΠΠΟΣ ΥΨΑΥΧΗΣ

Το ζήτημα του ακτιβισμού της τέχνης δηλαδή της δυνατότητάς της να λειτουργεί ως αρένα και μέσο για πολιτική διαμαρτυρία και κοινωνικό ακτιβισμό είναι από τα θέματα που συζητιούνται προσφάτως. Το ρεύμα του καλλιτεχνικού ακτιβισμού είναι κεντρικό στην εποχή μας γιατί είναι ένα νέο φαινόμενο αρκετά διαφορετικό από το ρεύμα της κριτικής τέχνης που μας έγινε οικείο τις τελευταίες δεκαετίες.

Οι ακτιβιστές της τέχνης δεν θέλουν απλώς να ασκούν κριτική στη συστημική τέχνη ή στις γενικές πολιτικές και κοινωνικές συνθήκες κάτω από τις οποίες λειτουργεί αυτή. Μάλλον, ζητούν να αλλάξουν αυτές τις συνθήκες μέσω της τέχνης – όχι τόσο μέσα στο πλαίσιο της τέχνης αλλά και έξω από αυτό, να αλλάξουν την ίδια την πραγματικότητα. Υπάρχουν ακτιβιστές τέχνης που προσπαθούν να αλλάξουν τις συνθήκες διαβίωσης σε οικονομικά υπανάπτυκτες περιοχές, που εγείρουν οικολογικές ανησυχίες, που προσφέρουν πρόσβαση στον πολιτισμό και την εκπαίδευση στους πληθυσμούς των φτωχών χωρών και περιοχών, που προσελκύουν την προσοχή για τα δεινά των λαθρομεταναστών, τη βελτίωση των συνθηκών των ανθρώπων που εργάζονται σε καλλιτεχνικούς χώρους και ούτω καθεξής. Οι ακτιβιστές της τέχνης αντιδρούν στην αυξανόμενη κατάρρευση του σύγχρονου κοινωνικού κράτους και στην προσπάθεια αντικατάστασης του κοινωνικού κράτους με τις ΜΚΟ που για διαφορετικούς λόγους δεν μπορούν ή δεν πρόκειται να εκπληρώσουν το ρόλο τους. Οι ακτιβιστές της τέχνης θέλουν πράγματι να είναι χρήσιμοι, να αλλάξουν τον κόσμο, να κάνουν τον κόσμο καλύτερο αλλά ταυτόχρονα, δεν θέλουν να πάψουν να είναι καλλιτέχνες. (περισσότερα…)

Χρήστος Μαρκίδης, Κατάματα

*

Μετά από τρεις ποιητικές συλλογές, Κιννάβαρι, Άγρα 2009, Δράκων κατήλθες, Τυπωθήτω-Λάλον Ύδωρ 2013, Έρεβος ή το άλλο φως, Εκδόσεις του Φοίνικα 2020, ο Χρήστος Μαρκίδης επανέρχεται στα εικαστικά δρώμενα με μια έκθεση 32 επιλεγμένων σχεδίων της τελευταίας δεκαετίας (μολύβια, κάρβουνα, μελάνια, παστέλ) στην Gallery 7 (Σόλωνος 20 & Βουκουρεστίου, Αθήνα από 13 Σεπτεμβρίου έως 1 Οκτωβρίου 2022) και παράλληλα με το βιβλίο των στοχαστικών δοκιμίων του Κατάματα σε 3η συμπληρωμένη έκδοση από τον Αρμό. Από το βιβλίο αυτό προδημοσιεύουμε τρία μικροδοκίμια.

http://markidis54.blogspot.com

 

~.~

 

ΠΡΟΣ ΕΩ

Αναρωτιέμαι καμιά φορά για το αβέβαιο παρόν της ζωγραφικής. Άλλοτε θεωρώ ότι η αρχέγονη τέχνη μας διαθέτει ακόμη τόλμη και αρετή, άλλοτε ότι ο καιρός την έχει προ πολλού προσπεράσει. Το ζωηφόρο μήνυ­μα του μοντερνισμού, όπου ακαδημαϊσμοί και συμβά­σεις αιώνων εξανεμίστηκαν απέναντι στην εσωτερική ανάγκη για ελευθερία και οικουμενικότητα -πρώτη φορά η νεότερη ευρωπαϊκή τέχνη διαλογίστηκε ου­σιαστικά στο πνεύμα της Ανατολής- δεν γονιμοποιεί πλέον τον νοητό κόσμο· μύρια υποκατάστατα ηχούν και σκάφανδρο στα καθ’ ημάς Επιφάνια.

Το δωρικό απαραίτητο, όπως το διατύπωσε ένας από τους πατέρες της αισθητικής επανάστασης ο Ζωρζ Μπρακ, Η αλήθεια δεν έχει αντίθετο,1 έπαψε σχεδόν οριστικά να ισχύει. Το ιλιγγιώδες αίσθημα ενός πορτρέτου του Φαγιούμ, ενός στίχου του Ρωμα­νού, μιας μουσικής φράσης του Χαίντελ, έστω μιας στροφής του Ρίλκε και του Σεφέρη ή ό,τι απέμεινε να μας θυμίζει την καταγωγική φύση και θέση του ζω­ντανού λόγου, μοιάζουν απολιθώματα ενός μακρινού παρελθόντος. Ξεχνούμε πως διαχρονικά όλα τούτα μετεωρίζονται έμπλεα νοημάτων, προσμένοντας από εμάς νέα θεώρηση του απολύτου, νέα κατανόηση έναντι του μυστηρίου, νέα παραμυθητική υποθήκη στο μέλλον. Όταν τα μέσα έχουν χάσει το στόχο, πρέ­πει να επανέλθει κανείς στις ουσιαστικές αρχές που δημιούργησαν την ανθρώπινη γλώσσα. Έτσι οι αρχές παίρνουν ζωή και ξαναδίνουν ζωή.2 Ξέρω ότι τότε που ειπώθηκαν αυτά τα λόγια, οι συνθήκες ήταν το ίδιο στεγνές. Πεντακόσια χρόνια δυτικής ρασιοναλι­στικής σχιζοφρένειας ήρθαν μέσα σε τρεις δεκαετίες ανάποδα, ανοίγοντας ταυτόχρονα τον ασκό του Αι­όλου σ’ αυτό που σήμερα δεν μας αρκεί· έπαψε προ πολλού να τέμνει και να ορίζει. Ωστόσο οι ανανεωτές του κινήματος διέβλεψαν με περισσή ενάργεια την εξακολουθητική έκπτωση που απειλούσε, απειλεί και θα απειλεί τον αδιάκοπο πολιτισμό της συνείδησης: η ελευθερία δεν θα έχει αξία, παρά μόνον αν μπει στο δρόμο μιας παράδοσης. Παράδοση δεν σημαίνει συ­νήθεια.3 Ανακαινίζοντας εκ βαθέων το σύνολο των μορφών, οι δάσκαλοι του περασμένου αιώνα σεβά­στηκαν ολοκληρωτικά τις α ρ χ έ ς· να το μεγάλο παράδοξο! Ο μοντερνισμός ορθώνεται ως η έσχατη αναλαμπή της οικουμενικής ουτοπίας στην τέχνη. Κι εμείς οι κατοπινοί -του παγκοσμιοποιημένου πια τό­που- συλλέκτες της αγωνίας όσων ορυκτών μάς από­μειναν. (περισσότερα…)

Βάλτερ Μπένγιαμιν, Ο καπιταλισμός ως θρησκεία

*
Προλεγόμενα – Μετάφραση ΙΠΠΟΣ ΥΨΑΥΧΗΣ

Θα ήταν καταστροφικό για τη φιλοσοφία αν, με την τόση της αγάπη για την αλήθεια, την εύρισκε εύκολα κιόλας. Γιατί βέβαια η αλήθεια δεν παραδίδεται αμαχητί στην όρεξη της φιλοσοφίας. Δεν απομένει έτσι άλλη λύση για τη φιλοσοφία από το να κυνηγά ακατάπαυστα την αλήθεια. Η επιθυμία της γι αυτήν μετατρέπεται σε εργώδη προσπάθεια. Η θεολογία, αντίθετα, αισθάνεται πιο κοντά στην αλήθεια, στην πιο ουσιώδη –όπως πιστεύει– μορφή της.

Μοναδικό άγχος της θεολογίας ίσως είναι η λησμονιά της αλήθειας της, ιδίως αυτή που επέρχεται από την πρόοδο. Μάλιστα, είναι η διαδικασία της αναπαραγωγής και η γενικευμένη αναπαραγωγιμότητα που επιτείνει το θεολογικό άγχος αφού ιδίως τότε είναι που χάνονται τα ίχνη του Πρωτότυπου. Τι γίνεται όμως αν έχουμε ένα στοχαστή ταυτόχρονα υπέρ της ανάμνησης και υπέρ της αναπαραγωγιμότητας;

Το παρακάτω νεανικό δοκίμιο του Βάλτερ Μπένγιαμιν αποφάσισα να το μεταφράσω αφενός γιατί προβαίνει σε μια θαρραλέα προσέγγιση φιλοσοφίας και θεολογίας και αφετέρου για το ευνόητο του ενδιαφέροντός του.

Φαίνεται από το κείμενο αυτό ότι για τον Μπένγιαμιν η νεωτερικότητα δεν είναι περίοδος παρακμής της θεολογίας όπως ευρέως πιστεύεται αλλά μάλλον μαζικοποίησής της, δημοκρατικής διάχυσής της και διείσδυσής της στη σφαίρα του βέβηλου.

Ένας 29χρονος στοχαστής του 1921 με ωριμότητα 21ου αιώνα γράφει βιαστικά στο σημειωματάριό του και κοιτάζει κατάματα τον Μαρξ, τον Νίτσε, τον Φρόυντ και δεν φοβάται να προειδοποιήσει, όπως στο “Θεολογικο-πολιτικό φραγκμέντο” του ότι «η νέα βέβηλη τάξη θα συγκροτηθεί πάνω στην ιδέα της ευτυχίας».

~.~

(περισσότερα…)

Ο Νίκος Εγγονόπουλος στο Ίδρυμα Θεοχαράκη: Εντυπώσεις από μια έκθεση

*

του ΝΙΚΟΥ ΣΓΟΥΡΟΜΑΛΛΗ

Ολοκληρώθηκε πριν από λίγες μέρες η αναδρομική έκθεση με ζωγραφικά έργα του ποιητή και ζωγράφου Νίκου Εγγονόπουλου στο Ίδρυμα Θεοχαράκη. Το αφιέρωμα είχε μεγάλη πέραση: από την Πρόεδρο της Δημοκρατίας, Κατερίνα Σακελλαροπούλου, που παρευρέθηκε και μίλησε στα εγκαίνια, διάφοροι πολιτικοί, αλλά και εκπρόσωποι των τεχνών, ποιητές, ηθοποιοί, ζωγράφοι και μουσικοί, έκαναν την περατζάδα τους, φωτογραφήθηκαν και έβγαλαν selfies πλάι στα έργα του Εγγονόπουλου. Οι εντυπώσεις δεν διέφεραν και πολύ μεταξύ τους ‒ ό,τι διάβασα κι άκουσα συμπυκνώνεται στα εξής: «σπουδαία έκθεση», «αριστούργημα», «έκθεση-ωδή στον μεγάλο εικαστικό», «από τις ωραιότερες εκθέσεις της χρονιάς», «πολιτισμικό γεγονός υψηλής σημασίας», και τα λοιπά, και τα λοιπά…. Όχι ότι περίμενε κανείς κάτι διαφορετικό ‒ η κριτική στην Ελλάδα πάει πλάι-πλάι με τον έπαινο, τον έπαινο τόσο του ίδιου του καλλιτέχνη, όσο και των διαφόρων θεσμών που καθιστούν εφικτά τέτοια events. Τα κίνητρα μιας τέτοιας στάσης είναι μια ωραία, πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση, την οποία θα πρέπει να βρεθεί επιτέλους κάποιος να την ξεκινήσει, να αναρωτηθεί ας πούμε τι στον διάολο συμβαίνει και άλλη κουβέντα δεν λέγεται πέρα από «σπουδαίο» και «αριστούργημα». Εγώ προσωπικά θα ήθελα πολύ είμαι αυτός ο «κάποιος», όχι μες το κατακαλόκαιρο όμως, έχει πολλή ζέστη, κι γράφοντας για τέτοια ζητήματα φουντώνεις ακόμα περισσότερο ‒ λέω να το αφήσω λοιπόν για άλλη φορά. (περισσότερα…)

Ράινερ Μαρία Ρίλκε, Κούκλες

* 

Μετάφραση ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ

Ο Ράινερ Μαρία Ρίλκε γνώρισε την κουκλοποιό και εικονογράφο Λόττε Πρίτσελ (1887-1952) και το έργο της κατά τα μέσα της δεκαετίας του 1910. Το λαμπρό κείμενο που του ενέπνευσαν έχει όλα τα χαρακτηριστικά της καλύτερης δοκιμιακής του πρόζας: απαραγνώριστο ύφος και εκφραστική ένταση, λεπταίσθητη παρατήρηση και βαθύ λυρισμό.

~ .  . ~

Rainer Maria Rilke

Κ Ο Υ Κ Λ Ε Σ

Για να ορίσουμε τη σφαίρα μέσα στην οποία υπάρχουν οι κούκλες αυτές, θα πρέπει πρώτα ν’ αναλογιστούμε πως στη ζωή τους δεν υπάρχουν παιδιά, πως κατά κάποιο τρόπο η γένεσή τους προϋποθέτει έναν κόσμο παιδικό παρωχημένο. Σ’ αυτές, η κούκλα έχει επιτέλους απογαλακτιστεί απ’ τα βιώματα και τις παραστάσεις, απ’ τη χαρά και τον πόνο του παιδιού, έχει γίνει ανεξάρτητη, μεγάλη, πρόωρα ενήλικη, έχει εισέλθει πλήρως σ’ όλες τις μη πραγματικότητες της δικής της ζωής.

Όπως συχνά για κάποιους σπουδαστές, δεν αναρωτηθήκαμε χίλιες φορές για τις παχουλές κι αμετάλλακτες κούκλες των παιδιών τι θ’ απογίνουν αργότερα; Κι εμπρός σ’ αυτές, τις κούκλες των παιδικών μας χρόνων, τις παραχαϊδεμένες με αισθήματα γνήσια κι άλλα προσποιητά, δεν είναι τάχα εκείνοι οι πρώτοι η ενήλικη εκδοχή τους; Δεν είναι εκείνοι οι καρποί τους που φευγαλέα ανακλώνται στην κορεσμένη απ’ τους ανθρώπους ατμόσφαιρα; Οι καρποί μιας φενάκης που οι σπόροι της δεν ησυχάζουν ποτέ, που τη μια τους ξεπλένουν τα δάκρυα σχεδόν, και την άλλη απομένουν έκθετοι στην πυρωμένη ξηρασία της οργής ή την ερημία της λήθης· οι φυτεμένοι στα σπλάχνα μιας αβρότητας που φόρεσε αμέτρητα πρόσωπα και ξεριζωμένοι πάλι απ’ αυτήν χιλιάδες φορές, οι παραπεταμένοι σε μια γωνιά ανάμεσα σε κοφτερά σπασμένα αντικείμενα, οι απαρνημένοι, οι περιφρονημένοι, οι απόβλητοι. (περισσότερα…)

Το έργο τέχνης ως χώρος αντίστασης: Η ζωγραφική της Παγώνας Ξενάκη

*

του ΝΙΚΟΥ ΣΓΟΥΡΟΜΑΛΛΗ

«Και τι χρειάζονται οι ποιητές σε μικρόψυχους καιρούς;» αναρωτιόταν κάποτε ο Γερμανός ποιητής Φρήντριχ Χαίλντερλιν. Διαβάζοντας αυτό τον στίχο δημιουργοί και αναγνώστες ίσως να νιώθουν αμηχανία ‒ αμηχανία, μπορεί και κάποια ενοχή. Ο στίχος αποτελείται από ένα ρητορικό ερώτημα, και τα ρητορικά ερωτήματα έχουμε συνηθίσει να μην επιδέχονται απάντηση· εδώ, ωστόσο, κάτι τέτοιο, δεν ευσταθεί, αφού το συγκεκριμένο ρητορικό ερώτημα φαίνεται ν’ αξιώνει μια απάντηση, ή, αν όχι μια απάντηση, σίγουρα όμως μια διερώτηση ‒ διερώτηση για ποιο πράγμα; Σε καιρούς χαλεπούς, «μικρόψυχους», που το μέλλον κρίνεται δυσοίωνο και το παρόν αμφίβολο ‒ αλήθεια, τι ανάγκη έχουμε τους ποιητές, τι ανάγκη έχουμε τους ζωγράφους, τους μουσικούς και τους κινηματογραφιστές; Τι ανάγκη έχουμε τελικά την τέχνη; Θα μπορούσαμε να πούμε: δεν την έχουμε ανάγκη. Το λένε εξάλλου ωραία οι Αμερικανοί: «every day above ground is a good day», φράση που ειδικά σήμερα ―με όλη τη διακινδύνευση που αντηχεί αυτό το «σήμερα»― φέρει ακόμα μεγαλύτερη βαρύτητα. Γιατί χωρίς νερό δεν ζούμε, χωρίς φαγητό επίσης, χωρίς την τέχνη όμως ζούμε ‒ ποτέ κανείς δεν πέθανε στερημένος από ποίηση, από έλλειψη ζωγραφικής, μουσικής και πάει λέγοντας. Άρα με μια πρώτη ματιά, η αμηχανία που δημιουργείται από τον στίχο του Χαίλντερλιν ίσως και να λύνεται: η τέχνη είναι πολυτέλεια, οι ποιητές δεν χρειάζονται σε μικρόψυχους καιρούς, την τέχνη δεν την έχουμε ανάγκη ‒ ζούμε και χωρίς αυτήν. (περισσότερα…)