ΝΠ | Τέχνη

Μάξιμος Μανώλης, «Beyond Time»: Ατομική έκθεση ζωγραφικής (14-19/10/22)

*

Σε έναν από τους πιο όμορφους και ιστορικούς χώρους της Αθήνας, στο πρώην πιλοποιείο του Ηλία Πουλόπουλου στο Θησείο που ιδρύθηκε το 1886 και νυν Πολιτιστικό Κέντρο Δήμου Αθηναίων «Μελίνα», προς τιμήν της μεγάλης Ελληνίδας ηθοποιού και πολιτικού Μελίνας Μερκούρη, από τις 14 έως τις 19 Οκτωβρίου, ο Μάξιμος Μανώλης παρουσιάζει την πρώτη του ατομική έκθεση με τίτλο “Beyond Time”.

Όπως μας λέει ο ίδιος ο καλλιτέχνης «Σκοπός μου είναι να κάνω μια έκθεση που δεν θα έχει συγκεκριμένη αναφορά σε μια χρονική περίοδο ή συγκεκριμένο θέμα. Η Τέχνη υπερβαίνει τις εποχές και είναι άχρονη ως προς την ουσία της. Τα έργα μου δεν έχουν αναφορά σε μια χρονική ημερολογιακή εποχή, μπορεί να είναι οποτεδήποτε, από τις πρώτες μέρες της δημιουργίας έως το παρόν ή και το μέλλον. Η έκθεση «Πέρα από τον χρόνο» σε ταξιδεύει σε μια άλλη εποχή θέλοντας να προσεγγίσει κομμάτια της πνευματικότητας».

Οι επισκέπτες θα έχουν την ευκαιρία να δουν από κοντά έργα μέσα από όλη την ζωγραφική πορεία του καλλιτέχνη. Η θεματολογία περιλαμβάνει ως επί το πλείστον έργα με συμβολική διάσταση επηρεασμένα απ’ την ινδική μυθολογία μέχρι και τον ευρωπαϊκό αποκρυφισμό, με κάποια από αυτά να έχουν χρησιμοποιηθεί και ως εξώφυλλα μουσικών άλμπουμ (Rotting Christ, Thou Art Lord, Mass Infection, Serpent Lord, Wings of Shield, Nihilism, Wampyrinacht, Angel’s Arcana κ.ά.), καθώς επίσης και κάποιες πιστές αντιγραφές έργων σπουδαίων δασκάλων από τους οποίους έχει επηρεαστεί, όπως A. Cabanel, J. L. David και A. Bouguereau. Το στιλ έχει ως βάση την κλασική ζωγραφική, με επιρροές από το ιταλικό μπαρόκ έως την γαλλική τέχνη του 19ου αιώνα, με αρκετά σύγχρονα στοιχεία και με το προσωπικό ύφος του.

(περισσότερα…)

Μπόρις Γκρόυς, Για τον καλλιτεχνικό ακτιβισμό

*

Μετάφραση ΙΠΠΟΣ ΥΨΑΥΧΗΣ

Το ζήτημα του ακτιβισμού της τέχνης δηλαδή της δυνατότητάς της να λειτουργεί ως αρένα και μέσο για πολιτική διαμαρτυρία και κοινωνικό ακτιβισμό είναι από τα θέματα που συζητιούνται προσφάτως. Το ρεύμα του καλλιτεχνικού ακτιβισμού είναι κεντρικό στην εποχή μας γιατί είναι ένα νέο φαινόμενο αρκετά διαφορετικό από το ρεύμα της κριτικής τέχνης που μας έγινε οικείο τις τελευταίες δεκαετίες.

Οι ακτιβιστές της τέχνης δεν θέλουν απλώς να ασκούν κριτική στη συστημική τέχνη ή στις γενικές πολιτικές και κοινωνικές συνθήκες κάτω από τις οποίες λειτουργεί αυτή. Μάλλον, ζητούν να αλλάξουν αυτές τις συνθήκες μέσω της τέχνης – όχι τόσο μέσα στο πλαίσιο της τέχνης αλλά και έξω από αυτό, να αλλάξουν την ίδια την πραγματικότητα. Υπάρχουν ακτιβιστές τέχνης που προσπαθούν να αλλάξουν τις συνθήκες διαβίωσης σε οικονομικά υπανάπτυκτες περιοχές, που εγείρουν οικολογικές ανησυχίες, που προσφέρουν πρόσβαση στον πολιτισμό και την εκπαίδευση στους πληθυσμούς των φτωχών χωρών και περιοχών, που προσελκύουν την προσοχή για τα δεινά των λαθρομεταναστών, τη βελτίωση των συνθηκών των ανθρώπων που εργάζονται σε καλλιτεχνικούς χώρους και ούτω καθεξής. Οι ακτιβιστές της τέχνης αντιδρούν στην αυξανόμενη κατάρρευση του σύγχρονου κοινωνικού κράτους και στην προσπάθεια αντικατάστασης του κοινωνικού κράτους με τις ΜΚΟ που για διαφορετικούς λόγους δεν μπορούν ή δεν πρόκειται να εκπληρώσουν το ρόλο τους. Οι ακτιβιστές της τέχνης θέλουν πράγματι να είναι χρήσιμοι, να αλλάξουν τον κόσμο, να κάνουν τον κόσμο καλύτερο αλλά ταυτόχρονα, δεν θέλουν να πάψουν να είναι καλλιτέχνες. (περισσότερα…)

Χρήστος Μαρκίδης, Κατάματα

*

Μετά από τρεις ποιητικές συλλογές, Κιννάβαρι, Άγρα 2009, Δράκων κατήλθες, Τυπωθήτω-Λάλον Ύδωρ 2013, Έρεβος ή το άλλο φως, Εκδόσεις του Φοίνικα 2020, ο Χρήστος Μαρκίδης επανέρχεται στα εικαστικά δρώμενα με μια έκθεση 32 επιλεγμένων σχεδίων της τελευταίας δεκαετίας (μολύβια, κάρβουνα, μελάνια, παστέλ) στην Gallery 7 (Σόλωνος 20 & Βουκουρεστίου, Αθήνα από 13 Σεπτεμβρίου έως 1 Οκτωβρίου 2022) και παράλληλα με το βιβλίο των στοχαστικών δοκιμίων του Κατάματα σε 3η συμπληρωμένη έκδοση από τον Αρμό. Από το βιβλίο αυτό προδημοσιεύουμε τρία μικροδοκίμια.

http://markidis54.blogspot.com

 

~.~

 

ΠΡΟΣ ΕΩ

Αναρωτιέμαι καμιά φορά για το αβέβαιο παρόν της ζωγραφικής. Άλλοτε θεωρώ ότι η αρχέγονη τέχνη μας διαθέτει ακόμη τόλμη και αρετή, άλλοτε ότι ο καιρός την έχει προ πολλού προσπεράσει. Το ζωηφόρο μήνυ­μα του μοντερνισμού, όπου ακαδημαϊσμοί και συμβά­σεις αιώνων εξανεμίστηκαν απέναντι στην εσωτερική ανάγκη για ελευθερία και οικουμενικότητα -πρώτη φορά η νεότερη ευρωπαϊκή τέχνη διαλογίστηκε ου­σιαστικά στο πνεύμα της Ανατολής- δεν γονιμοποιεί πλέον τον νοητό κόσμο· μύρια υποκατάστατα ηχούν και σκάφανδρο στα καθ’ ημάς Επιφάνια.

Το δωρικό απαραίτητο, όπως το διατύπωσε ένας από τους πατέρες της αισθητικής επανάστασης ο Ζωρζ Μπρακ, Η αλήθεια δεν έχει αντίθετο,1 έπαψε σχεδόν οριστικά να ισχύει. Το ιλιγγιώδες αίσθημα ενός πορτρέτου του Φαγιούμ, ενός στίχου του Ρωμα­νού, μιας μουσικής φράσης του Χαίντελ, έστω μιας στροφής του Ρίλκε και του Σεφέρη ή ό,τι απέμεινε να μας θυμίζει την καταγωγική φύση και θέση του ζω­ντανού λόγου, μοιάζουν απολιθώματα ενός μακρινού παρελθόντος. Ξεχνούμε πως διαχρονικά όλα τούτα μετεωρίζονται έμπλεα νοημάτων, προσμένοντας από εμάς νέα θεώρηση του απολύτου, νέα κατανόηση έναντι του μυστηρίου, νέα παραμυθητική υποθήκη στο μέλλον. Όταν τα μέσα έχουν χάσει το στόχο, πρέ­πει να επανέλθει κανείς στις ουσιαστικές αρχές που δημιούργησαν την ανθρώπινη γλώσσα. Έτσι οι αρχές παίρνουν ζωή και ξαναδίνουν ζωή.2 Ξέρω ότι τότε που ειπώθηκαν αυτά τα λόγια, οι συνθήκες ήταν το ίδιο στεγνές. Πεντακόσια χρόνια δυτικής ρασιοναλι­στικής σχιζοφρένειας ήρθαν μέσα σε τρεις δεκαετίες ανάποδα, ανοίγοντας ταυτόχρονα τον ασκό του Αι­όλου σ’ αυτό που σήμερα δεν μας αρκεί· έπαψε προ πολλού να τέμνει και να ορίζει. Ωστόσο οι ανανεωτές του κινήματος διέβλεψαν με περισσή ενάργεια την εξακολουθητική έκπτωση που απειλούσε, απειλεί και θα απειλεί τον αδιάκοπο πολιτισμό της συνείδησης: η ελευθερία δεν θα έχει αξία, παρά μόνον αν μπει στο δρόμο μιας παράδοσης. Παράδοση δεν σημαίνει συ­νήθεια.3 Ανακαινίζοντας εκ βαθέων το σύνολο των μορφών, οι δάσκαλοι του περασμένου αιώνα σεβά­στηκαν ολοκληρωτικά τις α ρ χ έ ς· να το μεγάλο παράδοξο! Ο μοντερνισμός ορθώνεται ως η έσχατη αναλαμπή της οικουμενικής ουτοπίας στην τέχνη. Κι εμείς οι κατοπινοί -του παγκοσμιοποιημένου πια τό­που- συλλέκτες της αγωνίας όσων ορυκτών μάς από­μειναν. (περισσότερα…)

Βάλτερ Μπένγιαμιν, Ο καπιταλισμός ως θρησκεία

*
Προλεγόμενα – Μετάφραση ΙΠΠΟΣ ΥΨΑΥΧΗΣ

Θα ήταν καταστροφικό για τη φιλοσοφία αν, με την τόση της αγάπη για την αλήθεια, την εύρισκε εύκολα κιόλας. Γιατί βέβαια η αλήθεια δεν παραδίδεται αμαχητί στην όρεξη της φιλοσοφίας. Δεν απομένει έτσι άλλη λύση για τη φιλοσοφία από το να κυνηγά ακατάπαυστα την αλήθεια. Η επιθυμία της γι αυτήν μετατρέπεται σε εργώδη προσπάθεια. Η θεολογία, αντίθετα, αισθάνεται πιο κοντά στην αλήθεια, στην πιο ουσιώδη –όπως πιστεύει– μορφή της.

Μοναδικό άγχος της θεολογίας ίσως είναι η λησμονιά της αλήθειας της, ιδίως αυτή που επέρχεται από την πρόοδο. Μάλιστα, είναι η διαδικασία της αναπαραγωγής και η γενικευμένη αναπαραγωγιμότητα που επιτείνει το θεολογικό άγχος αφού ιδίως τότε είναι που χάνονται τα ίχνη του Πρωτότυπου. Τι γίνεται όμως αν έχουμε ένα στοχαστή ταυτόχρονα υπέρ της ανάμνησης και υπέρ της αναπαραγωγιμότητας;

Το παρακάτω νεανικό δοκίμιο του Βάλτερ Μπένγιαμιν αποφάσισα να το μεταφράσω αφενός γιατί προβαίνει σε μια θαρραλέα προσέγγιση φιλοσοφίας και θεολογίας και αφετέρου για το ευνόητο του ενδιαφέροντός του.

Φαίνεται από το κείμενο αυτό ότι για τον Μπένγιαμιν η νεωτερικότητα δεν είναι περίοδος παρακμής της θεολογίας όπως ευρέως πιστεύεται αλλά μάλλον μαζικοποίησής της, δημοκρατικής διάχυσής της και διείσδυσής της στη σφαίρα του βέβηλου.

Ένας 29χρονος στοχαστής του 1921 με ωριμότητα 21ου αιώνα γράφει βιαστικά στο σημειωματάριό του και κοιτάζει κατάματα τον Μαρξ, τον Νίτσε, τον Φρόυντ και δεν φοβάται να προειδοποιήσει, όπως στο “Θεολογικο-πολιτικό φραγκμέντο” του ότι «η νέα βέβηλη τάξη θα συγκροτηθεί πάνω στην ιδέα της ευτυχίας».

~.~

(περισσότερα…)

Ο Νίκος Εγγονόπουλος στο Ίδρυμα Θεοχαράκη: Εντυπώσεις από μια έκθεση

*

του ΝΙΚΟΥ ΣΓΟΥΡΟΜΑΛΛΗ

Ολοκληρώθηκε πριν από λίγες μέρες η αναδρομική έκθεση με ζωγραφικά έργα του ποιητή και ζωγράφου Νίκου Εγγονόπουλου στο Ίδρυμα Θεοχαράκη. Το αφιέρωμα είχε μεγάλη πέραση: από την Πρόεδρο της Δημοκρατίας, Κατερίνα Σακελλαροπούλου, που παρευρέθηκε και μίλησε στα εγκαίνια, διάφοροι πολιτικοί, αλλά και εκπρόσωποι των τεχνών, ποιητές, ηθοποιοί, ζωγράφοι και μουσικοί, έκαναν την περατζάδα τους, φωτογραφήθηκαν και έβγαλαν selfies πλάι στα έργα του Εγγονόπουλου. Οι εντυπώσεις δεν διέφεραν και πολύ μεταξύ τους ‒ ό,τι διάβασα κι άκουσα συμπυκνώνεται στα εξής: «σπουδαία έκθεση», «αριστούργημα», «έκθεση-ωδή στον μεγάλο εικαστικό», «από τις ωραιότερες εκθέσεις της χρονιάς», «πολιτισμικό γεγονός υψηλής σημασίας», και τα λοιπά, και τα λοιπά…. Όχι ότι περίμενε κανείς κάτι διαφορετικό ‒ η κριτική στην Ελλάδα πάει πλάι-πλάι με τον έπαινο, τον έπαινο τόσο του ίδιου του καλλιτέχνη, όσο και των διαφόρων θεσμών που καθιστούν εφικτά τέτοια events. Τα κίνητρα μιας τέτοιας στάσης είναι μια ωραία, πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση, την οποία θα πρέπει να βρεθεί επιτέλους κάποιος να την ξεκινήσει, να αναρωτηθεί ας πούμε τι στον διάολο συμβαίνει και άλλη κουβέντα δεν λέγεται πέρα από «σπουδαίο» και «αριστούργημα». Εγώ προσωπικά θα ήθελα πολύ είμαι αυτός ο «κάποιος», όχι μες το κατακαλόκαιρο όμως, έχει πολλή ζέστη, κι γράφοντας για τέτοια ζητήματα φουντώνεις ακόμα περισσότερο ‒ λέω να το αφήσω λοιπόν για άλλη φορά. (περισσότερα…)

Ράινερ Μαρία Ρίλκε, Κούκλες

* 

Μετάφραση ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ

Ο Ράινερ Μαρία Ρίλκε γνώρισε την κουκλοποιό και εικονογράφο Λόττε Πρίτσελ (1887-1952) και το έργο της κατά τα μέσα της δεκαετίας του 1910. Το λαμπρό κείμενο που του ενέπνευσαν έχει όλα τα χαρακτηριστικά της καλύτερης δοκιμιακής του πρόζας: απαραγνώριστο ύφος και εκφραστική ένταση, λεπταίσθητη παρατήρηση και βαθύ λυρισμό.

~ .  . ~

Rainer Maria Rilke

Κ Ο Υ Κ Λ Ε Σ

Για να ορίσουμε τη σφαίρα μέσα στην οποία υπάρχουν οι κούκλες αυτές, θα πρέπει πρώτα ν’ αναλογιστούμε πως στη ζωή τους δεν υπάρχουν παιδιά, πως κατά κάποιο τρόπο η γένεσή τους προϋποθέτει έναν κόσμο παιδικό παρωχημένο. Σ’ αυτές, η κούκλα έχει επιτέλους απογαλακτιστεί απ’ τα βιώματα και τις παραστάσεις, απ’ τη χαρά και τον πόνο του παιδιού, έχει γίνει ανεξάρτητη, μεγάλη, πρόωρα ενήλικη, έχει εισέλθει πλήρως σ’ όλες τις μη πραγματικότητες της δικής της ζωής.

Όπως συχνά για κάποιους σπουδαστές, δεν αναρωτηθήκαμε χίλιες φορές για τις παχουλές κι αμετάλλακτες κούκλες των παιδιών τι θ’ απογίνουν αργότερα; Κι εμπρός σ’ αυτές, τις κούκλες των παιδικών μας χρόνων, τις παραχαϊδεμένες με αισθήματα γνήσια κι άλλα προσποιητά, δεν είναι τάχα εκείνοι οι πρώτοι η ενήλικη εκδοχή τους; Δεν είναι εκείνοι οι καρποί τους που φευγαλέα ανακλώνται στην κορεσμένη απ’ τους ανθρώπους ατμόσφαιρα; Οι καρποί μιας φενάκης που οι σπόροι της δεν ησυχάζουν ποτέ, που τη μια τους ξεπλένουν τα δάκρυα σχεδόν, και την άλλη απομένουν έκθετοι στην πυρωμένη ξηρασία της οργής ή την ερημία της λήθης· οι φυτεμένοι στα σπλάχνα μιας αβρότητας που φόρεσε αμέτρητα πρόσωπα και ξεριζωμένοι πάλι απ’ αυτήν χιλιάδες φορές, οι παραπεταμένοι σε μια γωνιά ανάμεσα σε κοφτερά σπασμένα αντικείμενα, οι απαρνημένοι, οι περιφρονημένοι, οι απόβλητοι. (περισσότερα…)

Το έργο τέχνης ως χώρος αντίστασης: Η ζωγραφική της Παγώνας Ξενάκη

*

του ΝΙΚΟΥ ΣΓΟΥΡΟΜΑΛΛΗ

«Και τι χρειάζονται οι ποιητές σε μικρόψυχους καιρούς;» αναρωτιόταν κάποτε ο Γερμανός ποιητής Φρήντριχ Χαίλντερλιν. Διαβάζοντας αυτό τον στίχο δημιουργοί και αναγνώστες ίσως να νιώθουν αμηχανία ‒ αμηχανία, μπορεί και κάποια ενοχή. Ο στίχος αποτελείται από ένα ρητορικό ερώτημα, και τα ρητορικά ερωτήματα έχουμε συνηθίσει να μην επιδέχονται απάντηση· εδώ, ωστόσο, κάτι τέτοιο, δεν ευσταθεί, αφού το συγκεκριμένο ρητορικό ερώτημα φαίνεται ν’ αξιώνει μια απάντηση, ή, αν όχι μια απάντηση, σίγουρα όμως μια διερώτηση ‒ διερώτηση για ποιο πράγμα; Σε καιρούς χαλεπούς, «μικρόψυχους», που το μέλλον κρίνεται δυσοίωνο και το παρόν αμφίβολο ‒ αλήθεια, τι ανάγκη έχουμε τους ποιητές, τι ανάγκη έχουμε τους ζωγράφους, τους μουσικούς και τους κινηματογραφιστές; Τι ανάγκη έχουμε τελικά την τέχνη; Θα μπορούσαμε να πούμε: δεν την έχουμε ανάγκη. Το λένε εξάλλου ωραία οι Αμερικανοί: «every day above ground is a good day», φράση που ειδικά σήμερα ―με όλη τη διακινδύνευση που αντηχεί αυτό το «σήμερα»― φέρει ακόμα μεγαλύτερη βαρύτητα. Γιατί χωρίς νερό δεν ζούμε, χωρίς φαγητό επίσης, χωρίς την τέχνη όμως ζούμε ‒ ποτέ κανείς δεν πέθανε στερημένος από ποίηση, από έλλειψη ζωγραφικής, μουσικής και πάει λέγοντας. Άρα με μια πρώτη ματιά, η αμηχανία που δημιουργείται από τον στίχο του Χαίλντερλιν ίσως και να λύνεται: η τέχνη είναι πολυτέλεια, οι ποιητές δεν χρειάζονται σε μικρόψυχους καιρούς, την τέχνη δεν την έχουμε ανάγκη ‒ ζούμε και χωρίς αυτήν. (περισσότερα…)

Χρήστος Μαρκίδης

 

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Τη ζωγραφική του Μαρκίδη την είπαν ανθρωποκεντρική. Ο χαρακτηρισμός είναι σωστός, θέλει όμως διευκρίνιση. Τι λογής κέντρο είναι αυτό που διεκδικεί στην τέχνη του ο άνθρωπος και με ποιον τρόπο; Στο κάτω της γραφής, ώς χθες ακόμη, σε κάθε ερώτημά μας, το ξέρουμε από τους καιρούς του Οιδίποδα, η απάντηση ήταν: ο άνθρωπος. Όμως, ποιος είναι ο άνθρωπος της εποχής μας γενικά, και ειδικά του Μαρκίδη;

Ανθρωποκεντρική, ανθρωπιστική, ουμανιστική, πείτε την όπως θέλετε, είναι κατ’ εξοχήν η τέχνη της αρχαιότητας. Εδώ ο Άνθρωπος είναι αυτονόητος, απτός, ορατός. Είναι κομμάτι οργανικό του σύμπαντος κόσμου, της πανωραίας δηλαδή αρμονίας του παντός: κόσμος θα πει στολίδι. Στα έργα του Φειδία και του Πραξιτέλη συναντούμε τον ιδεώδη του τύπο, με άλλα λόγια συναντούμε το ιδεώδες του ανθρώπου. Ναι, αυτός ο ιδεώδης άνθρωπος είναι θνητός, είναι τρωτός, είναι άθυρμα στα χέρια των θεών και της τραγικής Μοίρας. Την ίδια στιγμή όμως είναι και ο αγαπημένος των Μουσών, ο εραστής της Μνημοσύνης, είναι ο απομνημειωμένος και ο μνημονευόμενος, είναι περατός και όμως εις τους αιώνας αξεπέραστος. Ακόμη και η φρίκη του είναι στοιχείο αναπόσπαστο της κοσμικής ευμορφίας. Απόδειξη: οι αθάνατοι, με όλα τα κουσούρια τους, τού μοιάζουν.

Με την έλευση του Χριστού έχουμε το πρώτο ρήγμα. Ο άνθρωπος παραμερίζεται, εξορίζεται στον προθάλαμο του ιδεώδους. Η αθανασία παύει να είναι μνημοτεχνία, θύμηση των προγεγενημένων, αλλά γίνεται μελλοντικό πρόγραμμα μεταφυσικό. Πλέον δεν μοιάζουν οι θεοί στον άνθρωπο, εκείνος έχει πλαστεί κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσή του Κυρίου. Και οφείλει να αρθεί ώς Εκείνον, θανάτω θάνατω πατήσας. Ο άνθρωπος αυτός δεν είναι απλώς ευάλωτος, όπως στην Αρχαιότητα. Είναι ατελής, αμαρτωλός, ανάπηρος. Γι’ αυτό και η τέχνη του Πανσέληνου ή του Θεοφάνη ας πούμε, τον αποτραβά από τους οφθαλμούς μας, ο άνθρωπος ο απτός, ο ατομικός παύει να υπάρχει. Και στη θέση του, προβαθμίδα θεώσεως, τίθεται ένα άλλο υπερβατικό πλέον ιδεώδες – ο Άγγελος ή ο Άγιος. Ωστόσο κι εδώ, το ανθρώπινο σχήμα, η ανθρώπινη μορφή, παραμένει οδηγός. Ο Άγιος παραμένει άνθρωπος, έστω εξαϋλωμένος και αναφής. Ο ίδιος ο θεός πρέπει να γίνει θεάνθρωπος, Υιός του Ανθρώπου, για να φανερωθεί.

Η Αναγέννηση και οι αιώνες που ακολούθησαν, σε αδρές γραμμές από τον Μποτιτσέλλι ώς τον Ντελακρούα, θ’ αντισταθεί σ’ αυτήν την πρώτη θεολογική απανθρώπηση του ανθρώπου. Θα προσπαθήσει να τον επανεγκαταστήσει στο χοϊκό του ενδιαίτημα, τη Φύση. Σήμερα ωστόσο το ξέρουμε. Χωρίς μόνιμη επιτυχία. Ο σκώληξ του Παραδείσου, με άλλα λόγια ο πειρασμός της Ουτοπίας, που με τόση σοφία είχαν αποφύγει οι Έλληνες, είχε τρυπώσει πια για τα καλά στο μήλο, στο ασυνείδητο του Δυτικού κόσμου. Η Φλωρεντία και η Βαϊμάρη μπορεί να λατρεύουν την Αθήνα, η ήπειρος που τις γέννησε ωστόσο εξακολουθεί να προσκυνά την Ιερουσαλήμ. Στο τέλος ο Γολγοθάς θα πάρει εκδίκηση απ’ τον Όλυμπο. Το αίτημα της υπέρβασης του ανθρώπου, που σήμαινε βέβαια την Πτώση της παρούσας του μορφής σε μια οντολογικά παρακατιανή βαθμίδα, εκείνη του αμαρτωλού προσταδίου, θα υιοθετηθεί επισήμως από τον Διαφωτισμό και τα συνοδά του ιδεολογήματα, πολιτικά και μη. Εκκοσμικευμένη, η Ανάσταση θα βαπτιστεί Επανάσταση. Και η ιστορία σύμπασα, η ζωή μας όλη, από τα χείλη του Καντ θα καταγγελθεί ως «ανωριμότης αυθυπαίτια». (περισσότερα…)

Ο θάνατος ως μετουσιωμένη παρουσία

~.~

Για τη ζωγραφική του Δημήτρη Εφέογλου: ο θάνατος ως μετουσιωμένη παρουσία

του ΝΙΚΟΥ ΣΓΟΥΡΟΜΑΛΛΗ

Αν σκεφτούμε την παράδοση σαν μια σκυταλοδρομία στη διάρκεια της οποίας η προγενέστερη γενιά δίνει στην επόμενη τη σκυτάλη τότε ο Δημήτρης Εφέογλου εκθέτοντας τα έργα του στη γκαλερί Ζουμπουλάκης δεν μπορεί παρά να νιώθει μια κάποια ικανοποίηση. Αυτή η ικανοποίηση πυροδοτείται από την αναγνώριση ότι ο χώρος που φιλοξενεί μια έκθεση, δεν είναι ένας οποιοσδήποτε χώρος, προϊόν τυχαίας επιλογής, αλλά ένας παράγοντας ιδιαίτερα επιδραστικός στην πρόσληψη του έργου τέχνης. Στην προκειμένη περίπτωση, η γκαλερί Ζουμπουλάκης είναι ένας χώρος δονούμενος από τον παλμό της σύγχρονης δυτικής τέχνης: από τον Ντε Κίρικο, τον Μαξ Ερνστ και τον Ράουσενμπεργκ μέχρι τους δικούς μας, Φασιανό, Μόραλη και Ακριθάκη η γκαλερί Ζουμπουλάκης συστήνει στο ελληνικό κοινό έργα ντόπιων και ξένων ζωγράφων που δεν ακολουθούν πεπατημένες οδούς, αλλά υιοθετώντας καινοτόμα εκφραστικά μέσα ανατρέπουν παραδοσιακές συμβάσεις αναπαράστασης διανοίγωντάς μας —εμάς, τους θεατές— σε έναν ολοένα και πλατύτερο κόσμο οπτικών εμπειριών. Σε αυτή λοιπόν τη σκυταλοδρομία τελευταίος σταθμός είναι ο Δημήτρης Εφέογλου, η ατομική έκθεση του οποίου με τίτλο As I Came Through the Desert Thus It Was διήρκησε από τις 16 Σεπτεμβρίου μέχρι και τις 9 του Οκτώβρη.

Ο τίτλος της έκθεσης είναι απόλυτα χαρακτηριστικός αυτού που προσδιορίζει. Για την ακρίβεια, έχω την αίσθηση ότι τα έργα του Εφέογλου λειτουργούν ως ένα εικαστικά μορφοποιημένο ερμηνευτικό σχόλιο πάνω στον συγκεκριμένο τίτλο. As I Came Through the Desert Thus It Was λοιπόν ‒ σε ελεύθερη μετάφραση: όταν ήρθα από την έρημο έτσι ήταν. Αυτό το «thus it was» ορίζει ουσιαστικά την καλλιτεχνική πρόταση του Εφέογλου. Με τη διαφορά ότι το «έτσι ήταν» μετατρέπεται σε «έτσι είναι», αφού ο παρελθοντικός χρόνος μιας περασμένης εμπειρίας μέσω του έργου τέχνης παροντοποιείται, η απουσία μεστώνεται από την παρουσία: το «ήταν» της βιωμένης περασμένης εμπειρίας μέσω μνημονικών διεργασιών —τι είναι άραγε η τέχνη αν όχι μια άσκηση της μνήμης;— μετρέπεται σε «είναι» ‒ ένα «είναι» ζωντανό, ενσώματο, υλικά παρών, χειροπιαστά σαφές. Πώς είναι λοιπόν καθώς φτάσαμε από την έρημο; Ανοίγω εδώ μια παρένθεση: ο τίτλος της έκθεσης είναι δανεισμένος από το ποίημα του ρομαντικού ποιητή Τζαίημς Τόμσον, «The City of Dreadful Night», δημοσιευμένο το 1874. Το συγκεκριμένο ποίημα ξεχωρίζει για τον τρόπο που παρουσιάζεται το Λονδίνο του ύστερου 19ου αιώνα. Η πόλη-σύμβολο της Βιομηχανικής Επανάστασης, δεν είναι μια πόλη που προοιωνίζεται την πρόοδο, δεν είναι προάγγελος καιρών ξέγνοιαστων, απαλλαγμένων από τον κάματο της χαμηλά αμειβόμενης χειρωνακτικής εργασίας ‒ τουναντίον, το Λονδίνο απεικονίζεται σαν μια χοάνη, σαν ένα χωνευτήρι ψυχών, ένα σύμβολο απολύτως δηλωτικό της αστικής αποανθρωποποίησης που επιφέρει η πρόοδος της Βιομηχανικής Επανάστασης. Φέρνοντας το ποίημα του Τόμσον στην εικαστική του έκθεση, ο Εφέογλου διεκδικεί τη σύζευξη δυο διακριτών καλλιτεχνικών ιδιωμάτων: ποίηση και ζωγραφική, λεκτικές διεργασίες και οπτικοί όγκοι συνυφαίνονται, ώστε η αλήθεια που παράγεται από το έργο τέχνης να μην περιορίζεται στην επικράτεια της μιας ή της άλλης περιοχής αλλά να εξακτινώνεται και στις δύο ταυτόχρονα. Αλήθεια αδιαίρετη: το έργο διαβάζεται και βλέπεται ταυχρόνα.

Πώς το κατορθώνει όμως αυτό ο καλλιτέχνης; Βάσει ποιων μορφοπλαστικών διεργασιών και τι θέλει τελικά να πετύχει; Γιατί ασφαλώς και θέλει κάτι να πετύχει. Σκέφτομαι συχνά την τέχνη σαν ένα επιτραπέζιο παιχνίδι στρατηγικής: υπάρχουν μάχες, υπάρχουν εχθροί και φίλοι, ζώντες και τεθνεώτες. Υπάρχει συγκεκριμένο σχέδιο, στόχοι, υπάρχουν κανόνες και πρακτικές ικανές να οδηγήσουν στο τελικό αποτέλεσμα. Ποιος συγγραφέας άραγε, ποιος εικαστικός, ποιος μουσικός συνθέτει απροσχεδίαστα, παρακινούμενος αποκλειστικά από το ένστικτο, συνεπαρμένος από την αυθορμησία της στιγμής; Ακόμα και στις πιο ενστικτώδεις, παρορμητικές καλλιτεχνικές πράξεις —αίτημα που ο Αντρέ Μπρετόν, φερ’ ειπείν, πολύ θα το ήθελε να εφαρμόζεται στα σουρεαλιστικά έργα— είναι αδύνατον να υποστηρίξουμε ότι εκείνο που παράγεται είναι τελικά το αποτέλεσμα μιας αυθόρμητης, αδιαμεσολάβητης πράξης. Πάντα υπάρχει ένα μορφοποιητικό φίλτρο ‒ ή, καλύτερα, μια συνθεσιακή ικανότητα, χάρη στην οποία το αχανές, φυγόκεντρο υλικό της βιωμένης εμπειρίας τακτοποιείται, αξιοποιείται και εκφράζεται. Αυτή η υψηλής έντασης κεντρομόλος κίνηση, ικανή να συνθέτει αναπλάθοντας το υλικό της εμπειρίας, είναι ουσιαστικά μια από τις προϋποθέσεις για τη δημιουργία του έργου τέχνης.

Ας επιστρέψουμε όμως στον Εφέογλου. Όλη η έκθεση χτίζεται σε αντιθέσεις, σε ένα διαρκές παιχνίδι μεταξύ φωτός και σκοταδιού, κρυπτότητας και επιφάνειας ‒ σε ένα παιχνίδι τελικά μεταξύ ζωής και θανάτου. Τα έργα που έχουμε μπροστά μας προϋποθέτουν ακριβώς αυτό το παιχνίδι. Καθόλου τυχαίο, εξάλλου, ότι ο επιμελητής της έκθεσης, Αποστόλης Αρτινός, αναφέρεται στο περιεχόμενο της έκθεσης με τα ακόλουθα λόγια: «Η σιωπή του κόσμου, αυτή η απόσυρση των εικόνων του, ο αποκλεισμός τους, η αδύνατη αναπαράστασή τους».1 Πιο απλά: υπάρχει κάτι που αντιστέκεται, κάτι, που σε πρώτο επίπεδο τουλάχιστον, παραμένει ανεικόνιστο, το οποίο όμως παλεύει να ιδωθεί. Τις αντιστάσεις αυτής της διαφεύγουσας πραγματικότητας θα προσπαθήσει να κάμψει ο καλλιτέχνης. Η «σιωπή του κόσμου», για την οποία μιλά ο Αρτινός, ορίζει έναν ενδιάμεσο χώρο ανάμεσα σε θάνατο και ζωή, ο οποίος όμως διεκδικεί να χαράξει τη δική του επικράτεια. Για αυτό και η σιωπή δεν είναι σιγή, αλλά, μετουσιωμένη στο έργο τέχνης, μετατρέπεται σε μια σιωπή απολύτως ενεργητική, εντελώς ενσώματη. Για να ιδωθεί ωστόσο, για να αποκτήσει μιλιά, πρέπει το σώμα του θεατή να τεθεί σε κίνηση ‒ πρέπει, με άλλα λόγια, το βλέμμα να σωματοποιηθεί. Αρκεί μια περασάδα, μια περασάδα με συχνές στάσεις, οι οποίες θα επιτρέψουν στο βλέμμα να επικεντρωθεί στον ενδιάμεσο εκείνο χώρο που διαγράφουν τα έργα του Εφέογλου. Η προσπάθεια αποκάλυψης ενός νοήματος εξακολουθητικά διαφεύγοντος, θα ήταν αδύνατον να στηθεί με καθαρές μορφές μιας παραστατικής (figurative) απεικόνισης με σαφείς υπαινιγμούς σε εγκόσμια αντικείμενα. Πρόκειται για μια ζωγραφική που παλεύει να απαγκιστρωθεί από τον εξωτερικό κόσμο, ώστε να τον διεκδικήσει εκ νέου, που αξιώνει, με άλλα λόγια, να κάνει πράξη την περίφημη φράση του Πάουλ Κλέε: «η ζωγραφική δεν αναπαράγει το ορατό. Καθιστά κάτι ορατό». Τι καθιστά ορατό, εν προκειμένω, η ζωγραφική του Εφέογλου;

Ο τίτλος της έκθεσης, As I Came Through the Desert Thus It Was, εξειδικεύεται σε μια σειρά έργων με το όνομα One Last Look, ένα τελευταίο βλέμμα, μια ύστατη ματιά πάνω σε κάτι. Πάνω σε τι; Εστιάζουμε αρχικά στο υλικό. Το παιχνίδι μεταξύ ζωής και θανάτου αντανακλάται αρχικά εδώ, στη σημειολογία της ύλης: ζωγραφικές επιφάνειες φτιαγμένες από μεγάλων διαστάσεων διάτρητα χαρτιά —υλικό εύπλαστο, ευάλωτο, τρύπιο, παραδομένο στη φθορά—, τα οποία στην πίσω τους πλευρά είναι επικολλημένα με αλουμινοταινία ‒ υλικό ανθεκτικό με υψηλή αντοχή στη διάβρωση. Ζωγραφισμένη είναι η εμπρόσθια όψη, η καμωμένη από το μη ανθεκτικό υλικό. Το ασημί φόντο καλύπτεται —κάποιος θα έλεγε μουτζουρώνεται— με ακανόνιστες μπλε, μαύρες κάθετες, πλάγιες και οριζόντιες καμπύλες και γραμμές, οι οποίες άλλοτε κυριαρχούν η μια εις βάρος της άλλης, και άλλοτε υποχωρούν από τη βαρυτική έλξη που τους ασκεί το ασημί φόντο. Η διαδρομή του επισκέπτη στη σειρά έργων με τίτλο One Last Look, ολοκληρώνεται —αν μπορεί να πει κανείς ότι μια έκθεση ποτέ ολοκληρώνεται— με την τελευταία ζωγραφική επιφάνεια, στην οποία βλέπουμε το μαύρο χρώμα να έχει κυριαρχήσει. Κατά τη γνώμη μου απολύτως συνειδητά: το ασημί φόντο είναι η περιοχή που εσωκλείει το φως, η φωτισμένη περιοχή στην επικράτεια της οποίας παλεύουν να κυριαρχήσουν το μπλε —χρώμα του καθαρού ουρανού, χρώμα που ξεκουράζει και, που, σύμφωνα με τον Γκαίτε, «υποχωρεί στο βλέμμα»—2 και το μαύρο, χρώμα που μαρτυρά απουσία φωτός. Η επικράτηση του μαύρου στο έργο που ολοκληρώνει την έκθεση θα μπορούσε να λειτουργήσει σαν ένα σχόλιο πάνω στις μεγάλες αντινομίες που κατοικούν στην ανθρώπινη ύπαρξη: ζωή και φως, θάνατος και σκοτάδι. Στα έργα του Εφέογλου βλέπουμε μια προσπάθεια συνύφανσης: η ζωή και το φως δεν εμφανίζονται χωρίς την επίγνωση του θανάτού τους, χωρίς την ενδεχόμενη απουσία τους. Για αυτό και άλλοτε επικρατεί το ένα, άλλοτε το άλλο ‒ και αν στο τέλος αυτό που μένει είναι το μαύρο, αυτό συμβαίνει όχι γιατί ο θάνατος είναι η σιγή του κόσμου, ένα φαινόμενο το οποίο εκμηδενίζει όλα τα άλλα, αλλά γιατί η συγκεκριμένη επιλογή προϋποθέτει την βασανιστική επίγνωση: όλη μας η ύπαρξη είναι ένα «Είναι-προς-Θάνατον». Δηλαδή, και με πιο απλά λόγια: σύνολη η ζωή μας διαμορφώνεται από τη συνεχή παρουσία του θανάτου, από το ενδεχόμενο εμφάνισής του. Ο θάνατος, εν προκειμένω, είναι ο τελικός προορισμός ‒ είναι όμως και η αρχή, το κινούν νήμα. Σε αυτήν την προβολή προς το επικείμενο του θανάτου είναι που επικυρώνεται όμως, όπως λέει και ο Χάιντεγκερ, η υπέρτατη ελευθερία της «Εδωνά-είναι» (Dasein) ύπαρξής μας. Για αυτό και τα έργα του Εφέογλου με τις επιλογές των τίτλων, με τις διακαλλιτεχνικές τους αναφορές, με το στρατηγικό διάλεγμα των υλικών και των χρωμάτων, συνιστούν μια σπουδή στην απώλεια, μια σπουδή στην απώλεια που προϋποθέτει όμως τη δίψα για ζωή, ένα έργο αφιερωμένο στον θάνατο ως επικείμενο —αλλά όχι συντελεσμένο— γεγονός ‒ ένα One Last Look ως μετουσιωμένη, άρα και ένσαρκη, παρουσία.

ΣΓΟΥΡΟΜΑΛΛΗΣ ΝΙΚΟΣ


1 Βλ. το σχετικό σημείωμα στον κατάλογο της Έκθεσης.

2 Βλ.: Μωρίς Μερλώ-Ποντύ, Φαινομενολογία της αντίληψης, (μτφρ.: Κική Καψαμπέλη), Αθήνα, Νήσος, 2016, σ. 367.