ΝΠ | Ποίηση

Νικόλας Κακατσάκης, Τρία ποιήματα

1280px-PairOfMules

Βιβλιοθήκη

Με την παλάμη ελαφρά απλωμένη
πάνω στο εξώφυλλο
αποστηθίζω το περιεχόμενο.
Με το νύχι δικάζω στις σελίδες
αναγιγνώσκω  την ποινή που η τύχη ίσως διάλεξε.
Η βιβλιοθήκη μου είναι ο καρμικός μου καθρέφτης.
Τις ράχες, σηκώνομαι στις μύτες των ποδιών, με τα ακροδάχτυλα ακουμπώ
και σεμνά φιλώ.
Ότι υπήρξα γενναίος αγοραστής βιβλίων αλλά όχι μεταπωλητής, το ξέρω
και μου έχει μείνει φυρά για αυριανά διαβάσματα.
Μερικά κρυστάλλινα ποτήρια που δεν χώραγαν στο ντουλάπι
στάζουν στα ράφια ηδύποτο με γεύση από γάλα.
Άρωμα από σκελίδες πορτοκάλια, μαζί με το φρούδι,
υπενθυμίζει ότι πνευματικά δικαιώματα
δεν έχουν οι νεκροί
– ποτ πουρί για χρόνια κλειστό στα ερμητικά τζάμια.
Βιάζομαι λοιπόν και αποφασίζω
να μην γεμίσω υποσημειώσεις τα κείμενα
να μην τσακίσω τις σελίδες στην δεξιά γωνία
με τρίγωνα πανιά να μην ταξιδέψω
στην θάλασσα των φιλικών συγγραφέων
και οι σελιδοδείκτες των ποιητών πέφτουν,
δαίμονες σε αχρηστία.
Όταν μια μέρα τρελάθηκα
άνοιγα τις βιτρίνες για ν’ αεριστούν τα βιβλία
από τον φόβο ότι τα λερώνουν
έντομα και μύκητες.
Παρακάλεσα τον αέρα να μπει από τ’ ανοιχτά παράθυρα του σπιτιού
να ζωντανέψει την γνώση και την τέχνη
που κτήμα δικό μου θεωρώ,
κάθε τόμος κι αξίωμα.
Ουρλιάζουν οι τίτλοι γιατί δεν έχουν μάτια να δουν
και αυτιά ν’ ακούσουν,
δεν με αναγνωρίζουν
για αυθεντία ούτε για αφέντη.

~.~

Το Άλογο

Δεν ξέρεις πόσο όμορφα θα ένιωθα αγαπητέ
αν μου ανήκε ένα άσπρο άλογο,
να το έχω για δικό μου άνθρωπο.
Το άλογο ξυστρίζω και για τις οπλές του νοιάζομαι,
χτενίζω με την βούρτσα χαίτη και ουρά
κι απ’ τον λαιμό έως τα πλευρά
με ανοιχτή παλάμη θωπεύω.
Σκεπάζω τ’ άλογο με την παλιά κουβέρτα
και την αρματωσιά του
σέλα και χάμουρα, στολισμένα φυλαχτά
ακουμπώ προσεκτικά στην μάντρα.
Το περήφανο άτι τώρα έχω για θεό
γιατί έφιππος στην Μικρασία κάλπασα
να δω όλη την γη που περιουσία μου ήταν και κληρονομιά
και για να φθάσουμε ως εκεί που τα κτήματα τελειώναν
βάλαμε σημάδια στα δυο ποτάμια
και κοιμηθήκαμε μέσα στην σύναξη των αστεριών.

Στην διανυκτέρευση μου αυτή εφιάλτη είδα
το παππού μου πρόσφυγα να ψάχνει τ’ αδέρφια του
στους δρόμους απ’ όπου είχα περάσει
και σου μεταφέρω το λόγια του
πως κι ο Οδυσσέας
την Τροία για ν’ αλώσει
τον Δούρειο μηχανεύτηκε
το πελώριο κούφιο Άλογο
αλλά για την απάτη του αυτή
ζημιώθηκε απ’ τους θεούς στου νόστου το ταξίδι.

Άλλωστε  και τον Διομήδη τον Θρακιώτη
όταν απ’ τον Ηρακλή νικήθηκε
τα θαυμαστά κι άγρια άλογα του,
ίδιες οι κόρες του μεταμορφωμένες,
κατασπαράξαν.

~.~

 

Βωμός

Στην πέτρα την μονή και την μόνη λιόδεντρα κυκλωμένη,
που κερασφόρου θεού βάθρο
και βωμός, καρπών κι αίματος, στεκόταν
ο Φαύνος, παίζοντας ωραία,
το σουραύλι, την φλογέρα
διαλέγει την ανοιξιάτικη μέρα κι ανεβαίνει
ανεμίζοντας αλόγου χαίτη και ουρά
και με τις οπλές τα σαπρόφυτα που ήταν καλυμμένη
σαλεύει  με χλιμιντρίσματα
και των μυγών το βουητό.
Στα σάπια φρούτα της θυσίας, τάματα και προσφορές κι αποκαΐδια
Νύμφες κι Αμαδρυάδες τον ζητούν  στο σμίξιμο
του Έρωτα.

ΝΙΚΟΛΑΣ ΚΑΚΑΤΣΑΚΗΣ
Advertisements

Νέοι ποιητές ενός νέου αιώνα | 16. Δανάη Σιώζιου

ΔΙΑΡΚΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ 2000-2020

Ποιά ἡ ποίηση τοῦ 21ου αἰώνα καὶ ποιοί οἱ ποιητές της; Χιλιάδες ποιητικὲς συλλογές, εἴτε τυπωμένες ἀπὸ ἐπώνυμους οἴκους εἴτε αὐτοεκδόσεις, ἑκατοντάδων ἢ καὶ χιλιάδων ποιητῶν ποὺ ἀναζητοῦν τὴν θέση τους στὴν Νεοελληνικὴ Λογοτεχνία. Τί μένει ὅμως καὶ τί περνάει ἀπὸ τὴν κρησάρα τῆς κριτικῆς; Τί ἐπιβιώνει –ἢ ἔστω, τί φαίνεται ὅτι μπορεῖ νὰ ἐπιβιώσει– στὴν μνήμη τῆς ἀναγνωστικῆς κοινότητας;

Ἀποπειρώμενο μιὰν ἀπάντηση στὰ παραπάνω, τὸ Νέο Πλανόδιον ἐγκαινιάζει τὴν ἑβδομαδιαία στήλη ‘‘Νέοι ποιητὲς ἑνὸς νέου αἰώνα. Διαρκὴς ποιητικὴ ἀνθολογία 2000-2020’’. Γιὰ διάστημα δύο ἐτῶν καὶ ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὸν Φεβρουάριο τοῦ 2019, θὰ ἀνθολογοῦμε κάθε ἑβδομάδα ἀπὸ ἕνα ἢ περισσότερα ποίηματα ἑνός/μιᾶς συγγραφέα, ποὺ θὰ πληροῦν δύο προϋποθέσεις: θὰ εἶναι α) δημοσιευμένα μετὰ τὸ 2000, καὶ β) γραμμένα ἀπὸ ποιήτριες ἢ ποιητὲς 45 ἐτῶν καὶ νεώτερους, γεννημένους δηλαδὴ ἀπὸ τό –σημαδιακό– 1974 καὶ ἑξῆς.

Τὰ ποιήματα θὰ παρατίθενται πολυτονισμένα, δίχως ὅμως ἄλλες παρεμβάσεις στὸ πρωτότυπο. Ἐπίσης, στὸ τέλος κάθε ἑξαμήνου θὰ δημοσιεύεται στὸν ἱστότοπο ὁ Θησαυρὸς Ἀναγνώσεων τῶν ἀνθολόγων μὲ τὴν μορφὴ ἀναλυτικοῦ καταλόγου, ὅπου καὶ θὰ καταγράφονται ὅλες οἱ ποιητικὲς συλλογὲς ποὺ εἴδαμε στὸ διάστημα αὐτό. Τὰ ποιήματα ποὺ θὰ προκύψουν στὸ πέρας τῆς διαρκοῦς αὐτῆς ἀνθολόγησης, συμπληρωμένα ἐνδεχομένως καὶ μὲ ἄλλα, θὰ ἀποτελέσουν τὸν κορμὸ μιᾶς ἔντυπης Ἐκλογῆς.

Οἱ σκοποὶ τοῦ ἐγχειρήματος, δύο: νὰ ἀναδείξουμε τὰ ἀξιανάγνωστα ποιήματα ποὺ γράφονται στὶς μέρες μας ἀπὸ νέους ποιητές· καὶ νὰ συμβάλλουμε στὴν ἐπόπτευση τῆς νεοελληνικῆς ποίησης τοῦ αἰώνα μας, μακριὰ ἀπὸ παρελκυστικὲς κατηγοριοποιήσεις, αἰσθητικὲς ἢ/καὶ ἰδεολογικές.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ – ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΟΡΔΑΣ


Μὲ δεδομένο τὸν τεράστιο ὄγκο τῆς τρέχουσας ποιητικῆς παραγωγῆς, ποὺ ξεπερνᾶ τοὺς 800 τίτλους ἐτησίως (813 γιὰ τὸ 2017, βάσει ἐπίσημων στοιχείων ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴ Βιβλιοθήκη), οἱ ἀνθολόγοι δὲν τρέφουν ψευδαισθήσεις ὅτι εἶναι σὲ θέση νὰ τὴν παρακολουθήσουν στὴν πληρότητά της. Ὑπόσχονται ὅμως νὰ ἐξετάσουν φιλότιμα ὅλα τὰ βιβλία ποὺ θὰ τεθοῦν ὑπ’ ὄψιν τους. Οἱ φίλοι νέοι ποιητὲς μποροῦν νὰ τὰ στέλνουν στὶς διευθύνσεις: Ἀγησιλάου 7, Ἡράκλειο Ἀττικῆς, 141-22 καὶ Ἁγ. Φανουρίου 2, Ζωγράφου, 157-72 [Μὲ τὴν ἔνδειξη: “Α.Β.Γ.-Α.Κ. γιὰ τὸ Ν.Π.” στὰ στοιχεῖα τοῦ παραλήπτη].


Δανάη Σιώζιου

(Χρήσιμα Παιδικὰ Παιχνίδια, Ἀθήνα, Ἀντίποδες, 2016)

10338759_329864053829339_6072563862714354427_n

Ὕπνος μικρός

Ξεχωρίζει μὲ κλειστὰ μάτια
τὸ σούρσιμο τοῦ φιδιοῦ
ἀπὸ τῆς σαύρας

διαφορετικὰ βαραίνει πάνω του
τὸ φύλλο τῆς καστανιᾶς
ἀπὸ τῆς κερασιᾶς.

Δὲν κινδυνεύει ὁ λιλιπούτειος κόσμος
ἀπὸ τὸ σῶμα του
μικρὸ καὶ ἐλαφρὺ πολύ

λαγοκοιμᾶται
πάνω στὸ νερὸ χορτάρι
συμφιλιωμένο μὲ τὸ χῶμα

κανένα ἀπὸ τὰ δύο
δὲν τὸ διεκδικεῖ
ἀκόμα.

~.~

Ἡ ρίζα

Συχνὰ ὁραματίζεται ἕνα σπίτι στὸν ἀέρα
σὰν ἄσκηση χαλάρωσης.

«Κράτησέ μου τὸ κεφάλι», μὲ παρακαλεῖ,
«πρέπει νὰ μοῦ κρατήσεις τὸ κεφάλι καὶ νὰ τὸ πιέσεις».
Τὸν διαβεβαιώνω πὼς δὲν ὑπάρχει κανένα πρόβλημα μὲ τὸ κεφάλι.
Στὴν πραγματικότητα τὸ φαντάζομαι ἀνοιγμένο,
νὰ τὸ ἐξερευνῶ μὲ τὸ δάχτυλο, μὲ ἕνα μικροσκόπιο
γιὰ μάτι.

Ὁραματιζόμαστε ἕνα σπίτι στὸν ἀέρα.

Βρισκόμαστε τώρα στὸ βυθό
ἐκεῖ κάτι καίγεται.

~.~

Πιερότοι

Ποὺ ἤμασταν παχουλὰ μωρὰ
ποτὲ δὲν μᾶς τὸ συγχώρεσαν
μᾶς τσιμποῦσαν τὰ μάγουλα
μᾶς στρίμωχναν σὲ διχτυωτὰ πάρκα
μὲ κόπο σκαρφαλώσαμε
κι ὅταν ἐπιτέλους γλιτώσαμε
δὲν ξαναβάλαμε
ποτὲ πιὰ συνολάκια.


Ἡ Δανάη Σιώζιου γεννήθηκε τὸ 1987. Μεγάλωσε στὴν Καρλρούη καὶ στὴν Καρδίτσα. Ὑπῆρξε συνεκδότρια καὶ μέλος τῆς ὀμάδας τοῦ περιοδικοῦ Τεφλόν. Ἔχει ἐκδώσει τὸ ποιητικὸ βιβλίο: Χρήσιμα Παιδικὰ Παιχνίδια (2016).

Κωνσταντίνος Πρωτόπαπας, Τσιν (μια επιλογή)

«Πώς σε λένε είπαμε», με ρώτησε αυτός
που ονομάζεται Τσιν σε μια
προσπάθεια συμφιλίωσης.

~ . ~

Κάθε πρωί
Η ίδια διαδρομή
Με το ίδιο τρένο
Πλάι στους ίδιους αγνώστους
Κι ο Τσιν
Αυτός ο δήθεν νεωτεριστής
Να κάνει ακριβώς
Το ίδιο
~ . ~
Σήμερα ο Τσιν πειραματίστηκε.
Κάθισε για άλλη μια φορά σπίτι του.
~ . ~
Αυτός ήταν,
έλεγες στον Τσιν,
Ο πιο μεγάλος σου έρωτας.
Και μάλλον
έρωτας
δεν ξέρεις
τι θα πει.
~ . ~
Αν το σώμα σου είναι εύπλαστο
Όπως ο Τσιν θυμάται
Και τα δυο σου πορτοκάλια
Κυρτώνουν γαλλικά προς τα επάνω
Αν τα πόδια σου λάμπουν σαν δυο
ασπρουλιάρικες λαμπάδες
Και τα χέρια σου δυο κλαδιά βασιλικού
Αν τα μαλλιά σου πέφτουν ως τη γη
Και σκουπίζουν αδιάκοπα
την ατσούμπαλη σου κίνηση
Και αν τα απόκρυφα σου σημεία
Μοιάζουν ακόμη με τα πιο παρθένα δάση
~ . ~
Έχει τις μαύρες του
Έξω φυσάει
Ψιλoβρέχει
Και το κρύο μπαίνει μέσα
Από τα τρύπια κουφώματα
Της οδού Λομβάρδου
Διαβάζει πράγματα που δεν θα έπρεπε
Γραμμένα από ανθρώπους που πρέπει
Και κοιτάει πέρα από την οθόνη
Ο Τσιν
Αυτός ο γέρο σκύλος
Μυξοκλαίει
~ . ~
Στο δρόμο δεν έβλεπε
Τίποτε
Ούτε ανθρώπους
Ούτε αυτοκίνητα
Τίποτε
Ο Τσιν
Μια φιγούρα της επαρχίας
Περπατούσε σκυθρωπός
Ενώ σκεφτόταν όλα όσα είχαν πάει λάθος
~ . ~
( Ο Τσιν είπε πως )
Βρίζοντας εσένα
Σε μια κόλλα χαρτί
Το όνομα σου
Γίνεται πλουσιότερο
~ . ~
Και χαθήκατε
Στο πρώτο φιλί
Στη λεωφόρο πάνω
Με τα αυτοκίνητα
Να παίζουν παιάνες
Ο Τσιν ήταν εκεί
~ . ~
Ο Τσιν υπενθυμίζει
πως η καρδιά
βρίσκεται
στο αριστερό μέρος
του σώματος
~ . ~
Ατέλειωτες
Σιωπές
Σπουδάζεις
Στη νύχτα
Τον Μπαχ
Με διάλειμμα
Το μήλο
Και κοιτάω
Αυτό το κορίτσι
Εγώ, ο Τσιν
Που δε λέει
Τίποτα
Παρά
Στο τέλος της
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΣ

Θοδωρής Αρσένης, Σονέτα

Felix-Lorioux-French-Illustrator-children-books-illustration (13)

Η ΝΥΧΤΑ

Τη νύχτα κρύβομαι στα όνειρά μου
και πάντα σκέψεις μου θα ανασύρω,
να δω σαν πόσες ωριμάζουν γύρω
από τη μουσική του πενταγράμμου.

Πριν αφεθεί η σκέψη στα χαρτιά μου,
τη νύχτα, που οι στίχοι ρίχνουν κλήρο,
θα προσπαθήσω απ’ όλους να εγείρω
τον στίχο που θα φέρει στου θαλάμου

το άδειο μου κρεβάτι περασμένες
μορφές, σε χρόνο πλέον ενεστώτα
συνωμοσίες στο χαρτί γραμμένες.

Τη νύχτα πάντοτε, καθώς τα φώτα
θα σβήσουνε και έρχονται με λέξεις
για σίτιση οι πρωινές ορέξεις.

~.~

ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΜΟΣ

Εκείνα που με κόπο έχεις γράψει
και μοιάζουν με το έργο κάποιας μαίας
θα ταξιδεύουνε σαν Οδυσσέας,
από τα βάθη του για να ξεθάψει

το νόστο, όταν ξέρει πως θα πάψει
να βασανίζεται· μα της αυλαίας
η έναρξη θ’ αρχίσει πάλι και ας
θα έχουνε τα πάντα πια ξεβάψει.

Γιατί τ’ αδημονεί σαν Πηνελόπη
ο αναγνώστης. Όμως, όσα είδες
δε θα τ’ αναγνωρίζει και οι κόποι

νομίζεις παν χαμένοι, σαν ελπίδες.
Αλλά αμετακίνητο κρεβάτι,
δες, τα κοινά βιώματα εισπράττει.

~.~

ΤΟ ΔΙΛΗΜΜΑ

Εικόνα δύο μήλων.

Σαν εκλογή θεάς, ωραίας, στέκει
και τ’ άλλο γειτνιάζει με το χώμα,
εκεί απ’ όπου ξεκινά το σώμα
χωρίς κανένα ρούχο αιδούς να πλέκει.

Μα η ομοιότητα τα περιπλέκει.
Σε δίλημμα θα βρίσκεται το στόμα,
γιατί το δήγμα δε γνωρίζει ακόμα,
αν όφις ή θεά τα διαπλέκει.

Αν πρέπει όμως κάποιο να δαγκώσει,
η πείνα όλους τους φόβους υπερβαίνει,
για να διαλέξει εκείνο που, απ’ όση

ψυχή υπάρχει, λίγο τη βαραίνει,
καθώς το σώμα δεν αιχμαλωτίζει
σε πρόσταγμα θεού που δε λυγίζει.

~.~

Ο ΘΗΡΕΥΤΗΣ

Το χέρι που με τάισε ρωτάω,
γιατί για μένα ήταν μία πείνα,
αλλά και αίνιγμα, όλα εκείνα
που με την τρυφερότητα ζητάω.

Σαν βρέφος που ζητά ξανά το πράο
μιας μάνας αίσθημα τον πρώτο μήνα
και ξεχωρίζει τη θηλή. Ξεκίνα
απ’ την αρχή εσύ, παρακαλάω.

Τα δάχτυλα στα χείλη μου θα έχεις
να νιώθω την τραχύτητα για γεύση,
γιατί γνωρίζω πως σαν λύκος τρέχεις

κι εγώ πια προσπαθώ να μη νοθεύσει
ο έρωτας με ψίχουλα την πλάνη
και γίνω θηρευτής που πάντα χάνει.

~.~

ΕΡΩΤΙΚΟ

αἰ δὲ δῶρα μὴ δέκετ’, ἀλλά δώσει,
αἰ δὲ μὴ φίλει, ταχέως φιλήσει…
Σαπφώ

Η νύχτα αυτή εμένα καίει τόσο,
καθώς κρυφά μου είπε η Αφροδίτη
να δω γοργά πώς μ’ έλκεις σαν μαγνήτη
και τόσα ηδέα λόγια να αρθρώσω.

Ο ύπνος, που σε έχει πάρει ωστόσο,
μου δίνει λέξεις και με το γραφίτη
θα γράψω ό,τι βλέπω απ’ τον φεγγίτη,
το στάσιμο φεγγάρι θα σκοτώσω.

Τα βλέφαρά σου άρα θα ανατείλουν;
ή μάταια θα ξαγρυπνώ για σένα
χωρίς τα χείλη ένα φιλί να στείλουν.

Φευ, δεν αφήνεις τ’ όνειρο για μένα
και η δική μου η έξαψη, η μεγάλη,
το χάραμα δε θα ‘χει πια προβάλει.

ΘΟΔΩΡΗΣ ΑΡΣΕΝΗΣ

Νέοι ποιητές ενός νέου αιώνα | 15. Σταύρος Μπουρδάκης

ΔΙΑΡΚΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ 2000-2020

Ποιά ἡ ποίηση τοῦ 21ου αἰώνα καὶ ποιοί οἱ ποιητές της; Χιλιάδες ποιητικὲς συλλογές, εἴτε τυπωμένες ἀπὸ ἐπώνυμους οἴκους εἴτε αὐτοεκδόσεις, ἑκατοντάδων ἢ καὶ χιλιάδων ποιητῶν ποὺ ἀναζητοῦν τὴν θέση τους στὴν Νεοελληνικὴ Λογοτεχνία. Τί μένει ὅμως καὶ τί περνάει ἀπὸ τὴν κρησάρα τῆς κριτικῆς; Τί ἐπιβιώνει –ἢ ἔστω, τί φαίνεται ὅτι μπορεῖ νὰ ἐπιβιώσει– στὴν μνήμη τῆς ἀναγνωστικῆς κοινότητας;

Ἀποπειρώμενο μιὰν ἀπάντηση στὰ παραπάνω, τὸ Νέο Πλανόδιον ἐγκαινιάζει τὴν ἑβδομαδιαία στήλη ‘‘Νέοι ποιητὲς ἑνὸς νέου αἰώνα. Διαρκὴς ποιητικὴ ἀνθολογία 2000-2020’’. Γιὰ διάστημα δύο ἐτῶν καὶ ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὸν Φεβρουάριο τοῦ 2019, θὰ ἀνθολογοῦμε κάθε ἑβδομάδα ἀπὸ ἕνα ἢ περισσότερα ποίηματα ἑνός/μιᾶς συγγραφέα, ποὺ θὰ πληροῦν δύο προϋποθέσεις: θὰ εἶναι α) δημοσιευμένα μετὰ τὸ 2000, καὶ β) γραμμένα ἀπὸ ποιήτριες ἢ ποιητὲς 45 ἐτῶν καὶ νεώτερους, γεννημένους δηλαδὴ ἀπὸ τό –σημαδιακό– 1974 καὶ ἑξῆς.

Τὰ ποιήματα θὰ παρατίθενται πολυτονισμένα, δίχως ὅμως ἄλλες παρεμβάσεις στὸ πρωτότυπο. Ἐπίσης, στὸ τέλος κάθε ἑξαμήνου θὰ δημοσιεύεται στὸν ἱστότοπο ὁ Θησαυρὸς Ἀναγνώσεων τῶν ἀνθολόγων μὲ τὴν μορφὴ ἀναλυτικοῦ καταλόγου, ὅπου καὶ θὰ καταγράφονται ὅλες οἱ ποιητικὲς συλλογὲς ποὺ εἴδαμε στὸ διάστημα αὐτό. Τὰ ποιήματα ποὺ θὰ προκύψουν στὸ πέρας τῆς διαρκοῦς αὐτῆς ἀνθολόγησης, συμπληρωμένα ἐνδεχομένως καὶ μὲ ἄλλα, θὰ ἀποτελέσουν τὸν κορμὸ μιᾶς ἔντυπης Ἐκλογῆς.

Οἱ σκοποὶ τοῦ ἐγχειρήματος, δύο: νὰ ἀναδείξουμε τὰ ἀξιανάγνωστα ποιήματα ποὺ γράφονται στὶς μέρες μας ἀπὸ νέους ποιητές· καὶ νὰ συμβάλλουμε στὴν ἐπόπτευση τῆς νεοελληνικῆς ποίησης τοῦ αἰώνα μας, μακριὰ ἀπὸ παρελκυστικὲς κατηγοριοποιήσεις, αἰσθητικὲς ἢ/καὶ ἰδεολογικές.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ – ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΟΡΔΑΣ


Μὲ δεδομένο τὸν τεράστιο ὄγκο τῆς τρέχουσας ποιητικῆς παραγωγῆς, ποὺ ξεπερνᾶ τοὺς 800 τίτλους ἐτησίως (813 γιὰ τὸ 2017, βάσει ἐπίσημων στοιχείων ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴ Βιβλιοθήκη), οἱ ἀνθολόγοι δὲν τρέφουν ψευδαισθήσεις ὅτι εἶναι σὲ θέση νὰ τὴν παρακολουθήσουν στὴν πληρότητά της. Ὑπόσχονται ὅμως νὰ ἐξετάσουν φιλότιμα ὅλα τὰ βιβλία ποὺ θὰ τεθοῦν ὑπ’ ὄψιν τους. Οἱ φίλοι νέοι ποιητὲς μποροῦν νὰ τὰ στέλνουν στὶς διευθύνσεις: Ἀγησιλάου 7, Ἡράκλειο Ἀττικῆς, 141-22 καὶ Ἁγ. Φανουρίου 2, Ζωγράφου, 157-72 [Μὲ τὴν ἔνδειξη: “Α.Β.Γ.-Α.Κ. γιὰ τὸ Ν.Π.” στὰ στοιχεῖα τοῦ παραλήπτη].


Σταῦρος Μπουρδάκης

(Θρῆνοι καὶ μύθοι, Ἀθήνα, Ὄστρια, 2017)

1280px-Albino_Alligator_2008

Ἡ Ρεβέκα

Τῆς εἶπα λόγια ἀγάπης
γιὰ τὰ ὡραῖα της μαλλιά,
μά ἐκείνη ἔσφιξε τὰ δόντια
καὶ μοῦ δωσε μιὰ μπουνιά.

Αἱμόφυρτος στὸ πάτωμα ἀναφωνῶ:
«δὲν τὸ περίμενα αὐτὸ Ρεβέκα!»
Ἄντρας δὲν μοῦ τὴν ἄστραψε
καὶ μοῦ τὴν ἄστραψε γυναίκα.

~.~

Οἱ κροκόδειλοι στὴ Γουινέα

Ξύπνησα σήμερα μὲ τὴν ψυχὴ στὰ πόδια καὶ δὲν μπο-
ροῦσα νὰ τὴν σηκώσω γιὰ νὰ βγῶ ἀπὸ τὸ κρεβάτι που
ἤμουνα χωμένος. Μπορεῖ νὰ μὴν εἶχα δουλειὰ νὰ κάνω, ἀλ-
λὰ μὲ εἶχε τόσο πλακώσει, ποὺ ἔπρεπε νὰ σηκωθῶ καὶ νὰ
τὴν βάλω νὰ πιεῖ καφὲ γιὰ νὰ ἀνακουφιστεῖ.
Ἀφοῦ εἶναι τόσο βαριὰ τὰ πόδια, εἶπα, ἂς σηκώσω τὴν
πλάτη. Ἔτσι σηκώθηκα ὁ μισὸς καὶ κοίταγα τὰ πόδια.
Συνέχισαν νὰ εἶναι βαριά, ὁπότε γύρισα στὸν πισινό μου
καὶ κάθισα στὸ κρεβάτι καὶ ξανακοίταξα τὰ πόδια.
Τὸ πῆρα τελικὰ ἀπόφαση καὶ σηκώθηκα ὁλόκληρος. Ἄρ-
χισα νὰ τρεκλίζω, ὥσπου ἡ ψυχὴ πῆγε σὲ ὅλο τὸ σῶμα καὶ
μπόρεσα νὰ περπατήσω.
Ἡ μέρα ἦταν ἐλαφρὰ φωτισμένη ἀπὸ τὸν πρωινὸ ἥλιο
καὶ οἱ γάτες νιαούριζαν. Ἄρχισαν πάλι νὰ μὲ γεμίζουν σκέ-
ψεις ποὺ εἶχα ξεχάσει.
Στὴν τηλεόραση ἡ κυβέρνηση καὶ ἡ ἀντιπολίτευση καὶ
ὅλοι οἱ ἄλλοι πολιτευόμενοι, προσπαθοῦσαν σκληρὰ νὰ
βελτιώσουν τὰ πράγματα, ἔτσι ὥστε νὰ ἔχω κάπου νὰ πάω
τὸ πρωί, ἔτσι ὥστε μετὰ ἀπὸ χρόνια νὰ πάρω σύνταξη καὶ
νὰ μὴν ἔχω πάλι ποῦ νὰ πάω. Στὰ ἐνδιάμεσα χρόνια, πολλὰ
βέβαια μπορεῖ νὰ συμβοῦν.
Ξύπνησα σήμερα τὸ πρωὶ καὶ χαίρομαι ποὺ δὲν βρέχει.
Ξύπνησα καὶ σκέφτομαι τὰ πάντα, μέχρι καὶ τοὺς κροκό-
δειλους στὴ Γουινέα.

~.~

Τὸ ξημέρωμα τοῦ θνητοῦ

Κάθομαι καὶ παρατηρῶ ἀπὸ τὸ παντζούρι μου,
ὁ ἥλιος σπέρνει τὸ φῶς του σ’ ἕνα χάος
ἀπὸ πολυκατοικίες.
Μεταλλικὰ κατασκευάσματα σκίζουν τὸν οὐρανό,
ἀφήνοντας ὑπόκωφους ἤχους.
Πολιτισμένα ὄντα ποὺ τὰ ὀνομάζουν
συνανθρώπους μου, ντυμένα βολτάρουν.
Ἕνα μαυρωπὸ πλάσμα μὲ φτερὰ
ποὺ τὸ λένε στὸν τόπο μου μύγα,
κυκλοφέρνει πίσω μου βουίζοντας.

Ἡ τηλεόραση ἠχεῖ καὶ ἀναβοσβήνει,
τὸ σῶμα μου ἀνασαίνει καὶ ἠλεκτρίζεται,
τὸ μυαλό μου πλέκει συνειρμούς,
μὴ μπορώντας νὰ ἐννοήσει,
καὶ φτάνω στὸ τέλος καὶ ἀναρωτιέμαι:
ποῦ στὸ διάολο βρίσκομαι;


Ὁ Σταῦρος Μπουρδάκης γεννήθηκε στὴν Ἀθήνα τὸ 1984. Σπούδασε Ψυχολογία στὸ Πάντειο Πανεπιστήμιο. Ἔχει ἐκδώσει τὸ ποιητικὸ βιβλίο Θρῆνοι καὶ μύθοι (2017).

Σοφία Κολοτούρου, Φτωχικός λόγος

ellin stavromenos

Φτωχικός λόγος

Στον Ευριπίδη Γαραντούδη

Α΄

Ρόδο της μοίρας γύρευες να μας αποτελειώσεις,
με του Κοέλιο δόγματα και τον Αλχημιστή.
Κι ήταν ωραίο το σύμπαν σου, που υπόσχονταν με δόσεις
σε κάθε επιθυμία μας πως θα συνωμοτεί.

Της ευτυχίας το ανέβασμα γινόταν με το χάπι
-της πλάκας σεμινάρια και διαλογισμός-
κι η τσέπη μας πως στέναζε για να βρει λίγη αγάπη!
Ο κόσμος είναι δύσκολος αν γεννηθείς φτωχός.

~.~

Β΄

Τους πόνους απ’ τη φτώχεια μας ξεχνάς με λίγα φράγκα
και λησμονιούνται μονομιάς με μερικά ευρώ.
Λάμπουνε ξάφνου τα χρυσά, που τα ’τρωγε η μαρμάγκα…
Ω, να προσέξεις… κοίταξε ν’ ακούσεις τ’ αλαφρό

κουδούνισμά τους… Τ’ άγγιξες μέσα στο πορτοφόλι
το χέρι απλώθη κι άλλο κέρμα τώρα πάει να βρει…
Ω το πεντακοσάευρο, που το γυρεύουμ’ όλοι
πολύ θα μας ξελάσπωνε ετούτη τη στιγμή!

Τις ώρες του αποχωρισμού, νέα ευρώ να ξαναβγαίνουν
από την τσέπη ανθίζοντας, ως μάννα εξ ουρανού.
Να φέγγουνε τα μάτια μας και λίγο να γλυκαίνουν
στη σκέψη πια της θέρμανσης, μα και του φαγητού…

Ο νηστικός να έκλεισε τα μάτια; Μένει πάλι
σαν το παιδάκι με τα σπίρτα, μόνο και φτωχό
σε μια γωνιά στην άκρη εκεί, μες την ανεμοζάλη,
του πλούσιου το παράθυρο βλέποντας το κλειστό.

Ρόδο της μοίρας γνώριζες, δεν γύρισες το βλέμμα
την ώρα που του πόνου μας θέριζε ο σπαραγμός.
Μας έμπλεξες στα βάσανα, μας έπνιξες στο αίμα
κι απόκαμε κι η μέρα μας, χαμήλωσε το φως.

~.~

Γ΄

Ω σκοτεινό αναρρίγημα μπρος στ’ άδειο πορτοφόλι!
κρατάει ωστόσο – ελπίζουμε – κι άλλο η πιστωτική,
γιατί αν δεν γίνεται δεκτή, πλέον τη βάψαμε όλοι.
Την Mastercard που έχασε, πως θα την ξαναβρει

εκείνος που την άγγιζε κρυφά μες την παλάμη
με κάποιον πόθο του βαθύ, θαρρείς ερωτικό
που αίφνης, τον πλημμύριζε – ορμητικό ποτάμι –
από την μέσα τσέπη του σπρώχνοντας το παλτό.

Χαμήλωνε το βλέμμα του, σχεδόν χαμογελούσε
λες κάποια πόζα έπαιρνε για selfie ή ζωγραφιά.
Λησμονημένα μοιάζουν πια τα χρόνια αυτά που ζούσε
το βίο του ανάλαφρα∙ λέει λόγια σαν κι αυτά:

«Είναι το πέρασμα του χρόνου που ήρθε κι ισοπέδωσε
και την ψυχή μου έχει μαυρίσει, σαν κατράμι.
Παλιά κοιτούσαμε τον ουρανό, που πίκρες έδωσε
και πήγανε τα χρόνια μας σιγά σιγά χαράμι.

Μες του μυαλού το ξάφνιασμα, μες του κορμιού τα βάσανα
δεν με κρατούνε πια τα πόδια και τα χέρια
Κι έχω ξεχάσει από καιρό τον τρόπο που ανάσανα
δεν βρίσκω πια στον ουρανό τα πεφταστέρια.

Στη θύμησή μου βρέθηκαν μιας μνήμης λίγα θραύσματα,
μακρινές φαινόταν απ’ το βάθος εικόνες
κι ήταν στιγμές που τα παλιά ξανάβλεπα φαντάσματα
εορτών σε καλοκαίρια και ζεστούς χειμώνες.

Σαν να είχα πάλι ωραία ντυθεί, σαν μια καλή διαφήμιση
σαν να ’ταν στην ντουλάπα μου και τα Σανέλ μου
που τα φορούσα κάποτε – με πιάνει κι η συγκίνηση –
στην πίστα που χορεύαμ’ όλοι μας, στου Ρέμου…»

Το φως της μέρας φίλοι μας λιγόστεψε και σβήνει
και μοιάζει αστείο να ζητάς τα δώρα του καιρού.
Μίκρυνε και τ’ απόθεμα. Του επιτοκίου η οδύνη
μας έζωσε και ο φόβος μας, του νέου λογαριασμού.

…Μες το ταμιευτήριο, πως πάει και λιγοστεύει
ευρώ ευρώ το όνειρο, παλιάς ανεμελιάς
μέσα στις νέες τράπεζες, ποιος δάνεια γυρεύει
και ποιόν θα κοροϊδέψουνε στα πλαίσια της δουλειάς…

~.~

Δ΄
Χίλια ευρώ στα ξαφνικά, του πλούτου τα σημάδια
ζητούνται και γυρεύουνται για τους λογαριασμούς
για ΦΠΑ και ΕΝΦΙΑ, σ’ ανεύρετα συρτάρια
μήπως και τους πληρώσουμε, με διακανονισμούς.

Με νόμους και ψηφίσματα, η αχόρταγή τους σκέψη
γυρνά, πιέζει, σφίγγει σε μια πρέσα την ψυχή.
Μας κυβερνούν αμίλητοι και -ποιος να το πιστέψει-
μας βάζουν να πληρώνουμε «δι’ ασήμαντη αφορμή».

Στέκει η Βουλή πολύ ψηλά∙ στο περιστύλιό της
κυκλοφορούν διατάγματα, νόμοι, πολιτικοί.
Έξω διχάζεται ο λαός, μα πάντα η ανθρωπότης
στο τέλος υποτάσσεται, στρατιώτες στη γραμμή.

Ξάφνου συλλαλητήριο συμβαίνει ή πορεία
που ήσυχα διαλύεται, στην ξαφνική βροχή.
Κι αποσταμένοι βλέπουμε την ίδια ιστορία,
που σαν ταινία πολύ παλιά, λες θα ξαναπαιχτεί.

Στην φαντασία γυρίζουνε τα χίλια ευρώ μας τώρα
και λάμπουνε τα μάτια μας στους υπολογισμούς.
Πως, λέει, θα ξεχρεώναμε, θα φεύγαμ’ απ’ την χώρα,
νύχτα, μ’ ένα ελικόπτερο, ψηλά στους ουρανούς.

~.~

Ε΄

Που πήγε η μέρα η όμορφη, που παίζαμε στο λόττο;
Δεν θα βρεθεί στην τσέπη μας να πέσει ένας λαχνός
κι εκείνος που στο σύστημα θα βάλει ένα μπουρλότο
μήπως γυρίσει και για μας της μοίρας ο τροχός;

Στα χρόνια της υπομονής ασπρίσαν τα μαλλιά μας
και λέγαμε πως θα ’ρθουνε τα θαύματα σε μας
μ’ αγγέλους που θ’ ακούγανε, λοιπόν, τα δάκρυά μας
καθώς ο ήλιος θα ’γερνε και πάλι προς δυσμάς,

στη θάλασσα… Ρόδο και σύμβολο αμάραντο της τύχης,
να που δεν μας ευνόησες. Κι αν γύρισε ο τροχός
τ’ αγκάθια μόνο έδειξες∙ δεν χαμηλώνει ο πήχης
λιγάκι, να περάσουμε, να ζήσει κι ο φτωχός.

 

Νέοι ποιητές ενός νέου αιώνα | 14. Μαρίνα Αρμεύτη

ΔΙΑΡΚΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ 2000-2020

Ποιά ἡ ποίηση τοῦ 21ου αἰώνα καὶ ποιοί οἱ ποιητές της; Χιλιάδες ποιητικὲς συλλογές, εἴτε τυπωμένες ἀπὸ ἐπώνυμους οἴκους εἴτε αὐτοεκδόσεις, ἑκατοντάδων ἢ καὶ χιλιάδων ποιητῶν ποὺ ἀναζητοῦν τὴν θέση τους στὴν Νεοελληνικὴ Λογοτεχνία. Τί μένει ὅμως καὶ τί περνάει ἀπὸ τὴν κρησάρα τῆς κριτικῆς; Τί ἐπιβιώνει –ἢ ἔστω, τί φαίνεται ὅτι μπορεῖ νὰ ἐπιβιώσει– στὴν μνήμη τῆς ἀναγνωστικῆς κοινότητας;

Ἀποπειρώμενο μιὰν ἀπάντηση στὰ παραπάνω, τὸ Νέο Πλανόδιον ἐγκαινιάζει τὴν ἑβδομαδιαία στήλη ‘‘Νέοι ποιητὲς ἑνὸς νέου αἰώνα. Διαρκὴς ποιητικὴ ἀνθολογία 2000-2020’’. Γιὰ διάστημα δύο ἐτῶν καὶ ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὸν Φεβρουάριο τοῦ 2019, θὰ ἀνθολογοῦμε κάθε ἑβδομάδα ἀπὸ ἕνα ἢ περισσότερα ποίηματα ἑνός/μιᾶς συγγραφέα, ποὺ θὰ πληροῦν δύο προϋποθέσεις: θὰ εἶναι α) δημοσιευμένα μετὰ τὸ 2000, καὶ β) γραμμένα ἀπὸ ποιήτριες ἢ ποιητὲς 45 ἐτῶν καὶ νεώτερους, γεννημένους δηλαδὴ ἀπὸ τό –σημαδιακό– 1974 καὶ ἑξῆς.

Τὰ ποιήματα θὰ παρατίθενται πολυτονισμένα, δίχως ὅμως ἄλλες παρεμβάσεις στὸ πρωτότυπο. Ἐπίσης, στὸ τέλος κάθε ἑξαμήνου θὰ δημοσιεύεται στὸν ἱστότοπο ὁ Θησαυρὸς Ἀναγνώσεων τῶν ἀνθολόγων μὲ τὴν μορφὴ ἀναλυτικοῦ καταλόγου, ὅπου καὶ θὰ καταγράφονται ὅλες οἱ ποιητικὲς συλλογὲς ποὺ εἴδαμε στὸ διάστημα αὐτό. Τὰ ποιήματα ποὺ θὰ προκύψουν στὸ πέρας τῆς διαρκοῦς αὐτῆς ἀνθολόγησης, συμπληρωμένα ἐνδεχομένως καὶ μὲ ἄλλα, θὰ ἀποτελέσουν τὸν κορμὸ μιᾶς ἔντυπης Ἐκλογῆς.

Οἱ σκοποὶ τοῦ ἐγχειρήματος, δύο: νὰ ἀναδείξουμε τὰ ἀξιανάγνωστα ποιήματα ποὺ γράφονται στὶς μέρες μας ἀπὸ νέους ποιητές· καὶ νὰ συμβάλλουμε στὴν ἐπόπτευση τῆς νεοελληνικῆς ποίησης τοῦ αἰώνα μας, μακριὰ ἀπὸ παρελκυστικὲς κατηγοριοποιήσεις, αἰσθητικὲς ἢ/καὶ ἰδεολογικές.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ – ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΟΡΔΑΣ


Μὲ δεδομένο τὸν τεράστιο ὄγκο τῆς τρέχουσας ποιητικῆς παραγωγῆς, ποὺ ξεπερνᾶ τοὺς 800 τίτλους ἐτησίως (813 γιὰ τὸ 2017, βάσει ἐπίσημων στοιχείων ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴ Βιβλιοθήκη), οἱ ἀνθολόγοι δὲν τρέφουν ψευδαισθήσεις ὅτι εἶναι σὲ θέση νὰ τὴν παρακολουθήσουν στὴν πληρότητά της. Ὑπόσχονται ὅμως νὰ ἐξετάσουν φιλότιμα ὅλα τὰ βιβλία ποὺ θὰ τεθοῦν ὑπ’ ὄψιν τους. Οἱ φίλοι νέοι ποιητὲς μποροῦν νὰ τὰ στέλνουν στὶς διευθύνσεις: Ἀγησιλάου 7, Ἡράκλειο Ἀττικῆς, 141-22 καὶ Ἁγ. Φανουρίου 2, Ζωγράφου, 157-72 [Μὲ τὴν ἔνδειξη: “Α.Β.Γ.-Α.Κ. γιὰ τὸ Ν.Π.” στὰ στοιχεῖα τοῦ παραλήπτη].


Μαρίνα Ἀρμεύτη

(Ὁ κύριος ἱππόκαμπος, Ἀθήνα, Φίλντισι, 2018)

rainbow_seahorse-1516922536m

Κρίση πανικοῦ

Κερματισμένος ὁ ἀέρας
Οἱ μουσικὲς δύσκολα ταξιδεύουν
Οἱ ἀνάσες μας στοχεύουν στὸ πάνω διάζωμα
Καὶ τὰ κορμιά μας τεντώνονται
γιὰ τοῦ δικοῦ μας Διόνυσου τὰ μάτια
Στὸ πρῶτο στάσιμο
ξεκίνησα γιὰ νὰ σὲ συναντήσω.
κι ἔλυσα ἕνα – ἕνα τὰ αἰνίγματα
Ὣς τὴν ἀλήθεια

Σὰν τυφλωθεῖ ὁ Οἰδίποδας
Οἱ θεατὲς ἀνακουφισμένοι
ποὺ δὲν κοιμήθηκαν μὲ τὴ μάνα τους
τραβοῦν μὲ τὰ ἀκριβὰ ἀμάξια τους
γιὰ τὸν ἀναπόφευκτο
Κιθαιρώνα τους

  • Ὁ πίνακας ‘Rainbow Seahorse’ ἀνήκει στὴν Althea E. Jenkins (2017)

Ἡ Μαρίνα Ἀρμεύτη γεννήθηκε τὸ 1974 στὴ Λεμεσό. Ζεῖ καὶ ἐργάζεται στὴ Λευκωσία ὡς φιλόλογος στὴ Μέση ἐκπαίδευση. Ἔχει ἐκδώσει τὴν ποιητική συλλογή Ὁ κύριος ἱππόκαμπος (2018).

Μάθιου Άρνολντ, Η παραλία του Ντόβερ

Η παραλία του Ντόβερ

1_7TdPq7EVjcA1eNBm0m-yTw.jpeg

(μτφρ.-σημείωμα: Κώστας Ζωτόπουλος)

DOVER BEACH

The sea is calm tonight.
The tide is full, the moon lies fair
Upon the straits; on the French coast the light
Gleams and is gone; the cliffs of England stand,
Glimmering and vast, out in the tranquil bay.
Come to the window, sweet is the night-air!
Only, from the long line of spray
Where the sea meets the moon-blanched land,
Listen! you hear the grating roar
Of pebbles which the waves draw back, and fling,
At their return, up the high strand,
Begin, and cease, and then again begin,
With tremulous cadence slow, and bring
The eternal note of sadness in.

Sophocles long ago
Heard it on the Ægean, and it brought
Into his mind the turbid ebb and flow
Of human misery; we
Find also in the sound a thought,
Hearing it by this distant northern sea.

The Sea of Faith
Was once, too, at the full, and round earth’s shore
Lay like the folds of a bright girdle furled.
But now I only hear
Its melancholy, long, withdrawing roar,
Retreating, to the breath
Of the night-wind, down the vast edges drear
And naked shingles of the world.

Ah, love, let us be true
To one another! for the world, which seems
To lie before us like a land of dreams,
So various, so beautiful, so new,
Hath really neither joy, nor love, nor light,
Nor certitude, nor peace, nor help for pain;
And we are here as on a darkling plain
Swept with confused alarms of struggle and flight,
Where ignorant armies clash by night.

~.~

Η ΠΑΡΑΛΙΑ ΤΟΥ ΝΤΟΒΕΡ

Γαλήνια η θάλασσα αυτό το βράδυ.
Το φεγγάρι γεμάτο, λάμπει πάνω απ’ τα στενά
Η παλίρροια ανεβαίνει· στη γαλλική ακτή το φως
Τρεμοφέγγει και σβήνει·  απόκρημνοι ορθώνονται της Αγγλίας οι βράχοι,
Απέραντοι στον ήρεμο κόλπο και φωτισμένοι αχνά.
Έλα στο παράθυρο, ο βραδινός αέρας γλυκός!
Κοίταξε εκεί, στου αφρού τη μακριά γραμμή,
Όπου το πέλαγο σμίγει με την ασημόχροη απ’ το σεληνόφως γη
Άκου! Τον τραχύ ορυμαγδό
Των βοτσάλων που τα κύματα σύρουν και πετούν με ορμή,
Ενώ επιστρέφουν, ψηλά στον γιαλό.
Αενάως σταματούν και ξαναρχίζουν,
Με τρεμάμενο αργό ρυθμό σκορπίζουν
Της λύπης την αιώνια μουσική.

Ο Σοφοκλής, αιώνες πριν,
Άκουσε στο Αιγαίο αυτή τη μουσική
Και του ήρθε στον νου η άμπωτη και η πλημμυρίδα η θολή
Της δυστυχίας του γένους των ανθρώπων·
Αλλά κι εμείς μια ιδέα τέτοια αποκτούμε
Από τη θάλασσα αυτών των βόρειων τόπων
Τους ήχους της όταν ακούμε.

Η Θάλασσα της Πίστης ήταν κι αυτή
Κάποτε ισχυρή, αγκάλιαζε ακτές της γης
Σαν τις πτυχές γιρλάντας λαμπερής.
Όμως τώρα ακούω μόνο το μελαγχολικό
Που αποτραβιέται, μακρύ βουητό,
Ενώ υποχωρεί, στου βραδινού ανέμου την πνοή
πέρα σε αχανείς άκρες ζοφερές
Και στης ακτής τις πέτρες τις γυμνές.

Ω, αγάπη μου, ας είμαστε αληθινοί
Ο ένας απέναντι στον άλλον! Γιατί ο κόσμος που φαντάζει
Ν’ απλώνεται μπροστά μας σαν γη ονειρική,
Ποικιλμένος, όμορφος και τόσο καινούριος που μοιάζει,
Δεν έχει χαρά, ούτε αγάπη, ούτε φως στ’ αλήθεια,
Δεν έχει βεβαιότητα, ούτε ειρήνη, ούτε στον πόνο βοήθεια.
Και είμαστ’ εδώ, σαν σε πεδιάδα σκοτεινή
Που τη σαρώνουν συνθήματα ασαφή για αγώνα ή για φυγή,
Κι όπου συγκρούονται μέσα στη νύχτα και στην άγνοια, τόσοι στρατοί.

Νυκτομαχία: η τραγική ανθρώπινη κατάσταση.

Το ποίημα «Η παραλία του Ντόβερ» του Μάθιου Άρνολντ

Ο Matthew Arnold (1822-1888) υπήρξε Βρετανός ποιητής, λογοτεχνικός κριτικός, δοκιμιογράφος, μεταφραστής αποσπασμάτων του Ομήρου και εργάστηκε ως επιθεωρητής σχολείων. Ήταν γιος του Thomas Arnold, φημισμένου διευθυντή του Rugby School και αδελφός των συγγραφέων Tom Arnold και William Delafield Arnold. Ο Matthew Arnold έχει χαρακτηριστεί ως συγγραφέας με διδακτικό τόνο, που συμβουλεύει τον αναγνώστη επί σύγχρονων κοινωνικών θεμάτων.

Το Dover Beach  είναι το διασημότερο ποίημά του. Πρωτοδημοσιεύτηκε το 1867 στη συλλογή New Poems, αλλά από καταλειπόμενα σημειώματα του ποιητή φαίνεται ότι η σύνθεσή του μπορεί να είχε αρχίσει το 1849. Η πιο πιθανή χρονολογία δημιουργίας του είναι το 1851. Ο τίτλος, ο τόπος και το θέμα των εναρκτήριων περιγραφικών στίχων είναι η ακτή του Αγγλικού πορθμείου του Dover, στο Kent, απέναντι από το Calais της Γαλλίας, στο στενότερο τμήμα (21 μίλια) του Αγγλικού καναλιού, όταν ο Arnold πέρασε εκεί τον μήνα του μέλιτος, το 1851. Πολλές από τις παραλίες σε αυτό το τμήμα της Αγγλίας αποτελούνται από μικρές πέτρες ή βότσαλα παρά από άμμο, και ο Arnold περιγράφει την άμπωτη πάνω στις πέτρες ως «τραχύ ορυμαγδό» (grating roar).

Matthew-Arnold.jpgΜερικά αποσπάσματα και μεταφορές του ποιήματος έχουν γίνει πολύ γνωστά. Ο Arnold ξεκινά με μία νατουραλιστική και λεπτομερή  περιγραφή της νυχτερινής θέας της παραλίας του Dover, στην οποία τα ηχητικά στοιχεία παίζουν έναν σημαντικό ρόλο. Η παραλία είναι γυμνή και μόνο ένας υπαινιγμός ανθρώπινης παρουσίας γίνεται, με το φως που «τρεμοφέγγει και σβήνει». Σε συμφωνία με την παραδοσιακή άποψη, ότι το ποίημα γράφτηκε κατά τη διάρκεια του μήνα του μέλιτος του Arnold, έχει θεωρηθεί ότι ο ομιλητής μάλλον απευθύνεται στη σύζυγό του. Ο Arnold επικεντρώνεται σε δύο πλευρές αυτής της σκηνής, στα ηχητικά στοιχεία (στην πρώτη στροφή) και στην υποχωρητική δράση  της παλίρροιας (στη δεύτερη στροφή). Ακούει τον ήχο της θάλασσας ως «της λύπης την αιώνια μουσική». Αναφέρει τον Σοφοκλή, ο οποίος επίσης άκουσε αυτόν τον ήχο καθώς στεκόταν πάνω από μια ακτή του Αιγαίου πελάγους, αιώνες πριν. Αυτή η εικόνα του τραγικού ποιητή των κλασικών χρόνων, έχει ερμηνευθεί ποικιλοτρόπως από διάφορους κριτικούς. Έχει επισημανθεί η διάκριση μεταξύ δύο διαφορετικών ερμηνειών της «αιώνιας μουσικής της λύπης». Ο  Σοφοκλής την βλέπει από την άποψη της τραγικής θέσης του ανθρώπου, ενώ ο Arnold, που ζει στον βιομηχανικό δέκατο ένατο αιώνα, ακούει σ’ αυτόν τον ήχο την υποχώρηση της θρησκείας και της θρησκευτικής πίστης. Έχει ερευνηθεί το έργο του Σοφοκλή, προκειμένου να ανακαλυφθεί κάποιο σχετικό απόσπασμα και έχουν προταθεί αποσπάσματα από τα έργα Αντιγόνη, Τραχίνιαι, Οιδίπους επί Κολωνώ και Φιλοκτήτης. Το συμπέρασμα ήταν ότι δεν υπάρχει κανένα απόσπασμα στα έργα του Σοφοκλή που να έχει άμεση σχέση με τους στίχους στο Dover Beach. Ο Έλληνας τραγικός ποιητής κάνει αναφορές μόνο στα αλλεπάλληλα χτυπήματα της Μοίρας πάνω σε μια συγκεκριμένη οικογένεια και πλησιέστερα στη μεταφορά αυτή του Arnold βρίσκεται ένα απόσπασμα από τις Τραχίνιες.

Στη συνέχεια ο αφηγητής στρέφεται στην δράση της παλίρροιας και  βλέπει στην υποχώρησή της μία μεταφορά της απώλειας της θρησκευτικής πίστης στη σύγχρονη εποχή, που για μια ακόμη φορά εκφράζεται με αναφορά σε ήχους («Όμως τώρα ακούω μόνο το μελαγχολικό/που αποτραβιέται μακρύ βουητό»). Αυτή η τρίτη στροφή αρχίζει με μια εικόνα όχι λύπης, αλλά χαράς, που μοιάζει σε ομορφιά με την εναρκτήρια εικόνα του ποιήματος.

Η τελική στροφή αρχίζει με το ποιητικό υποκείμενο να απευθύνεται στην αγαπημένη του και στη συνέχεια βαδίζει προς την διάσημη τελική μεταφορά, η οποία πιθανότατα παραπέμπει σε ένα απόσπασμα της Ιστορίας του Πελοποννησιακού Πολέμου του Θουκυδίδη (Ιστορίαι, βιβλίο Ζ΄, 44). Εκεί ο Θουκυδίδης περιγράφει μία αρχαία μάχη που έλαβε χώρα σε μία παρόμοια ακτή κατά τη διάρκεια της εισβολής των Αθηναίων στη Σικελία.  Η μάχη διεξήχθη τη νύχτα. Ο Αθηναϊκός στρατός αποπροσανατολίστηκε ενώ μαχόταν μέσα στο σκοτάδι και πολλοί από τους στρατιώτες κατά λάθος  σκότωσαν ο ένας τον άλλον. Αυτή η τελική εικόνα έχει επιδεχθεί διάφορες ερμηνείες από τους κριτικούς. Κατά μία άποψη, αυτή η «νυκτομαχία», η μάχη μέσα σε σύγχυση και άγνοια στη «σκοτεινή πεδιάδα», συνοψίζει μία κεντρική θέση για την ανθρώπινη κατάσταση.

Το ποίημα, ξεκινώντας απ’ το παρόν, μεταβαίνει στην Ελληνική κλασική εποχή, ύστερα (με την ανησυχία για την Θάλασσα της Πίστης) φτάνει στην Μεσαιωνική Ευρώπη, πριν επιστρέψει τελικά στο παρόν. Έχει επισημανθεί το προσεκτικό λεκτικό της εναρκτήριας περιγραφής, ο συνολικός συναρπαστικός ρυθμός και κυματισμός του ποιήματος, καθώς και ο δραματικός του χαρακτήρας.

fbd04008-b3ee-11e7-bd81-0feeb2b41cb44.jpeg

Το ποίημα αυτό είχε μεγάλη επίδραση στην αγγλική και αμερικανική λογοτεχνία και έχει αναφερθεί κατά σημαντικό τρόπο, με παραθέσεις αποσπασμάτων του, σε διάφορα μυθιστορήματα, ποιήματα, θεατρικά έργα και κινηματογραφικές ταινίες, όπως, εντελώς ενδεικτικά, στα μυθιστορήματα  Fahrenheit 451 του Ray Bradbury, Saturday του Ian McEwan, Portnoys Complaint του Philip Roth και στο κινηματογραφικό έργο Cabaret. Επίσης, έχει καταστεί πηγή για διάφορους τίτλους λογοτεχνικών έργων. Υπάρχουν διάφοροι τίτλοι μυθιστορημάτων που περιέχουν τη φράση darkling plain, (το darkling αποτελεί νεολογισμό που ανέδειξε ο Arnold στο ποίημα, σε αντιδιαστολή με τη λέξη sparkling). Επίσης, υπάρχουν τίτλοι που περιέχουν τις φράσεις clash by night, ignorant armies, όπως και The Armies of the Night, που αποτελεί τίτλο μυθιστορήματος του Norman Mailer. Ακόμη, υπάρχει και ένα διεθνές θρησκευτικό κίνημα με την ονομασία The Sea of Faith.

KΩΣΤΑΣ ΖΩΤΟΠΟΥΛΟΣ

Νέοι ποιητές ενός νέου αιώνα | 13. Γιάννης Στίγκας

ΔΙΑΡΚΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ 2000-2020

Ποιά ἡ ποίηση τοῦ 21ου αἰώνα καὶ ποιοί οἱ ποιητές της; Χιλιάδες ποιητικὲς συλλογές, εἴτε τυπωμένες ἀπὸ ἐπώνυμους οἴκους εἴτε αὐτοεκδόσεις, ἑκατοντάδων ἢ καὶ χιλιάδων ποιητῶν ποὺ ἀναζητοῦν τὴν θέση τους στὴν Νεοελληνικὴ Λογοτεχνία. Τί μένει ὅμως καὶ τί περνάει ἀπὸ τὴν κρησάρα τῆς κριτικῆς; Τί ἐπιβιώνει –ἢ ἔστω, τί φαίνεται ὅτι μπορεῖ νὰ ἐπιβιώσει– στὴν μνήμη τῆς ἀναγνωστικῆς κοινότητας;

Ἀποπειρώμενο μιὰν ἀπάντηση στὰ παραπάνω, τὸ Νέο Πλανόδιον ἐγκαινιάζει τὴν ἑβδομαδιαία στήλη ‘‘Νέοι ποιητὲς ἑνὸς νέου αἰώνα. Διαρκὴς ποιητικὴ ἀνθολογία 2000-2020’’. Γιὰ διάστημα δύο ἐτῶν καὶ ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὸν Φεβρουάριο τοῦ 2019, θὰ ἀνθολογοῦμε κάθε ἑβδομάδα ἀπὸ ἕνα ἢ περισσότερα ποίηματα ἑνός/μιᾶς συγγραφέα, ποὺ θὰ πληροῦν δύο προϋποθέσεις: θὰ εἶναι α) δημοσιευμένα μετὰ τὸ 2000, καὶ β) γραμμένα ἀπὸ ποιήτριες ἢ ποιητὲς 45 ἐτῶν καὶ νεώτερους, γεννημένους δηλαδὴ ἀπὸ τό –σημαδιακό– 1974 καὶ ἑξῆς.

Τὰ ποιήματα θὰ παρατίθενται πολυτονισμένα, δίχως ὅμως ἄλλες παρεμβάσεις στὸ πρωτότυπο. Ἐπίσης, στὸ τέλος κάθε ἑξαμήνου θὰ δημοσιεύεται στὸν ἱστότοπο ὁ Θησαυρὸς Ἀναγνώσεων τῶν ἀνθολόγων μὲ τὴν μορφὴ ἀναλυτικοῦ καταλόγου, ὅπου καὶ θὰ καταγράφονται ὅλες οἱ ποιητικὲς συλλογὲς ποὺ εἴδαμε στὸ διάστημα αὐτό. Τὰ ποιήματα ποὺ θὰ προκύψουν στὸ πέρας τῆς διαρκοῦς αὐτῆς ἀνθολόγησης, συμπληρωμένα ἐνδεχομένως καὶ μὲ ἄλλα, θὰ ἀποτελέσουν τὸν κορμὸ μιᾶς ἔντυπης Ἐκλογῆς.

Οἱ σκοποὶ τοῦ ἐγχειρήματος, δύο: νὰ ἀναδείξουμε τὰ ἀξιανάγνωστα ποιήματα ποὺ γράφονται στὶς μέρες μας ἀπὸ νέους ποιητές· καὶ νὰ συμβάλλουμε στὴν ἐπόπτευση τῆς νεοελληνικῆς ποίησης τοῦ αἰώνα μας, μακριὰ ἀπὸ παρελκυστικὲς κατηγοριοποιήσεις, αἰσθητικὲς ἢ/καὶ ἰδεολογικές.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ – ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΟΡΔΑΣ


Μὲ δεδομένο τὸν τεράστιο ὄγκο τῆς τρέχουσας ποιητικῆς παραγωγῆς, ποὺ ξεπερνᾶ τοὺς 800 τίτλους ἐτησίως (813 γιὰ τὸ 2017, βάσει ἐπίσημων στοιχείων ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴ Βιβλιοθήκη), οἱ ἀνθολόγοι δὲν τρέφουν ψευδαισθήσεις ὅτι εἶναι σὲ θέση νὰ τὴν παρακολουθήσουν στὴν πληρότητά της. Ὑπόσχονται ὅμως νὰ ἐξετάσουν φιλότιμα ὅλα τὰ βιβλία ποὺ θὰ τεθοῦν ὑπ’ ὄψιν τους. Οἱ φίλοι νέοι ποιητὲς μποροῦν νὰ τὰ στέλνουν στὶς διευθύνσεις: Ἀγησιλάου 7, Ἡράκλειο Ἀττικῆς, 141-22 καὶ Ἁγ. Φανουρίου 2, Ζωγράφου, 157-72 [Μὲ τὴν ἔνδειξη: “Α.Β.Γ.-Α.Κ. γιὰ τὸ Ν.Π.” στὰ στοιχεῖα τοῦ παραλήπτη].


Γιάννης Στίγκας

(Ἡ ὄραση θ’ ἀρχίσει ξανά, Ἀθήνα, Κέδρος, 2006)

1807

Ἔτσι ὅπως διαβάστηκε στὴν παλάμη μου καὶ σκόνταψα στ’ ἀλήθεια

Τόσες περιστροφὲς
κι ὅμως ὁ ἱστὸς τοῦ κόσμου
μιᾶς σπίθας ὑπόθεση
ν’ ἀνοίξουν οἱ ἀσκοὶ
νὰ γίνουν ὅλα Β΄ Γραμμικὴ
καὶ τυραννία τῆς στάχτης

Ἡ ὄραση θ’ ἀρχίσει ξανά

τὸ φῶς συνδράμει
ὅσο καὶ τὸ σκοτάδι

μιᾶς σπίθας ὑπόθεση ἡ ζωή

ἀλλοῦ ἡ ζωὴ
κι ἄλλοῦ ἡ σπίθα
Νὰ ἀφήσεις τὴν ἐπίλυση στὸν ἄνεμο

φρόντισε μὲ τὰ θαύματα
νὰ γίνεσαι χαρτοκλέφτρα
νὰ εἶναι ὁ ἔρωτας
τὸ Δέκα τοῦ Χαμοῦ
καὶ νὰ σὲ θέλει
*
Ἐγὼ τὸ χρόνο μου

χρὰκ καὶ χρὰκ

μ’ ἕνα τσεκούρι πισώπλατα
Τὰ ὑπόλοιπα
θὰ τὰ ποῦν στὶς ἐφημερίδες

Ποίησις εἶναι ἡ κορυφὴ τοῦ παγόβουνου
καὶ ἀπὸ κάτω
πανστρατιὲς οἱ βλαστήμιες
Ἀλλὰ ἐσὺ
κοίτα νὰ φτάσεις στὴν ἀγάπη
χωρὶς τὶς βαλίτσες σου

κοίτα

~.~
(Ἰσόπαλο τραῦμα, Ἀθήνα, Κέδρος, 2009)

21034232_1544173425621441_1522950707344014817_n

Ὁπλισμένο μὲ τρυφερότητα

 γιὰ τὴν Κατερίνα Ἀγγελάκη-Ρούκ

Γεμάτο πούπουλα
τὸ στῆθος της
ὁ ἴσκιος της
καὶ τὸ βαθύ της χέρι

γιατὶ ἀπὸ πολὺ μικρὴ
παίζει τὸ μ’ ἀγαπᾶ
δὲν μ’ ἀγαπᾶ

μὲ τὸ φτέρωμα τῶν ἀγγέλων

Δὲν τὸ κάνει γιὰ τὴν ἀπάντηση

τὸ κάνει γιὰ νὰ μὴ φεύγουν

~.~

Ἡ ἐπείγουσα ἁγιότητα τοῦ Ντύλαν Τόμας

Ἀπ’ ὅλους τοὺς Θωμάδες
ὁ πιὸ ἔμπιστος
σ’ ἐμένανε
ποτὲ δὲν ἐμαρτύρησε
τί σόι ὑποστυλώματα
γυρεύει τὸ σκοτάδι

αὐτός

ἀνθρακωρύχος πάντα του
νὰ βρεῖ τὴ φλέβα τῆς κατάνυξης
ὅλα της τὰ διαμάντια

ἄλλοι τὰ θέλουν γιὰ κοσμήματα
κι ἄλλοι νὰ κάνουνε διάρρηξη
στὰ πιὸ ψηλὰ μεσάνυχτα
ἐπ’ αὐτοφώρῳ ἀθῶοι

ἅμα συμπέσει καὶ πανσέληνος
μπορεῖς καὶ ν’ ἀπαγάγεις τὸ Θεό

κι οὔτε παζάρια

τίποτα

μονάχα νὰ κοιτάζεστε
μοιράζοντας τὸν πανικὸ ἰσότιμα
τὸν πανικὸ στὰ δύο

Τώρα καταλαβαίνω Ντύλαν μου
πῶς μπόρεσες καὶ ἔζησες

μονάχα μὲ τὰ μάτια


Ὁ Γιάννης Στίγκας γεννήθηκε στὴν Ἀθήνα τὸ 1977. Σπούδασε ἰατρική. Ἔχουν ἐκδοθεῖ οἱ ἑξῆς ποιητικὲς συλλογές του: Ἡ ἀλητεία τοῦ αἵματος (2004), Ἡ ὄραση θ’ ἀρχίσει ξανά (2006), Ἰσόπαλο τραῦμα (2009), Ὁ δρόμος μέχρι τὸ περίπτερο (2012), Βλέπω τὸν κύβο Ρούμπικ φαγωμένο (2014, β΄ ἔκδ. 2016)  Ἐξυπερὺ σημαίνει χάνομαι (2017.)

 

Νέοι ποιητές ενός νέου αιώνα | 12. Κατερίνα Ζησάκη

ΔΙΑΡΚΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ 2000-2020

Ποιά ἡ ποίηση τοῦ 21ου αἰώνα καὶ ποιοί οἱ ποιητές της; Χιλιάδες ποιητικὲς συλλογές, εἴτε τυπωμένες ἀπὸ ἐπώνυμους οἴκους εἴτε αὐτοεκδόσεις, ἑκατοντάδων ἢ καὶ χιλιάδων ποιητῶν ποὺ ἀναζητοῦν τὴν θέση τους στὴν Νεοελληνικὴ Λογοτεχνία. Τί μένει ὅμως καὶ τί περνάει ἀπὸ τὴν κρησάρα τῆς κριτικῆς; Τί ἐπιβιώνει –ἢ ἔστω, τί φαίνεται ὅτι μπορεῖ νὰ ἐπιβιώσει– στὴν μνήμη τῆς ἀναγνωστικῆς κοινότητας;

Ἀποπειρώμενο μιὰν ἀπάντηση στὰ παραπάνω, τὸ Νέο Πλανόδιον ἐγκαινιάζει τὴν ἑβδομαδιαία στήλη ‘‘Νέοι ποιητὲς ἑνὸς νέου αἰώνα. Διαρκὴς ποιητικὴ ἀνθολογία 2000-2020’’. Γιὰ διάστημα δύο ἐτῶν καὶ ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὸν Φεβρουάριο τοῦ 2019, θὰ ἀνθολογοῦμε κάθε ἑβδομάδα ἀπὸ ἕνα ἢ περισσότερα ποίηματα ἑνός/μιᾶς συγγραφέα, ποὺ θὰ πληροῦν δύο προϋποθέσεις: θὰ εἶναι α) δημοσιευμένα μετὰ τὸ 2000, καὶ β) γραμμένα ἀπὸ ποιήτριες ἢ ποιητὲς 45 ἐτῶν καὶ νεώτερους, γεννημένους δηλαδὴ ἀπὸ τό –σημαδιακό– 1974 καὶ ἑξῆς.

Τὰ ποιήματα θὰ παρατίθενται πολυτονισμένα, δίχως ὅμως ἄλλες παρεμβάσεις στὸ πρωτότυπο. Ἐπίσης, στὸ τέλος κάθε ἑξαμήνου θὰ δημοσιεύεται στὸν ἱστότοπο ὁ Θησαυρὸς Ἀναγνώσεων τῶν ἀνθολόγων μὲ τὴν μορφὴ ἀναλυτικοῦ καταλόγου, ὅπου καὶ θὰ καταγράφονται ὅλες οἱ ποιητικὲς συλλογὲς ποὺ εἴδαμε στὸ διάστημα αὐτό. Τὰ ποιήματα ποὺ θὰ προκύψουν στὸ πέρας τῆς διαρκοῦς αὐτῆς ἀνθολόγησης, συμπληρωμένα ἐνδεχομένως καὶ μὲ ἄλλα, θὰ ἀποτελέσουν τὸν κορμὸ μιᾶς ἔντυπης Ἐκλογῆς.

Οἱ σκοποὶ τοῦ ἐγχειρήματος, δύο: νὰ ἀναδείξουμε τὰ ἀξιανάγνωστα ποιήματα ποὺ γράφονται στὶς μέρες μας ἀπὸ νέους ποιητές· καὶ νὰ συμβάλλουμε στὴν ἐπόπτευση τῆς νεοελληνικῆς ποίησης τοῦ αἰώνα μας, μακριὰ ἀπὸ παρελκυστικὲς κατηγοριοποιήσεις, αἰσθητικὲς ἢ/καὶ ἰδεολογικές.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ – ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΟΡΔΑΣ


Μὲ δεδομένο τὸν τεράστιο ὄγκο τῆς τρέχουσας ποιητικῆς παραγωγῆς, ποὺ ξεπερνᾶ τοὺς 800 τίτλους ἐτησίως (813 γιὰ τὸ 2017, βάσει ἐπίσημων στοιχείων ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴ Βιβλιοθήκη), οἱ ἀνθολόγοι δὲν τρέφουν ψευδαισθήσεις ὅτι εἶναι σὲ θέση νὰ τὴν παρακολουθήσουν στὴν πληρότητά της. Ὑπόσχονται ὅμως νὰ ἐξετάσουν φιλότιμα ὅλα τὰ βιβλία ποὺ θὰ τεθοῦν ὑπ’ ὄψιν τους. Οἱ φίλοι νέοι ποιητὲς μποροῦν νὰ τὰ στέλνουν στὶς διευθύνσεις: Ἀγησιλάου 7, Ἡράκλειο Ἀττικῆς, 141-22 καὶ Ἁγ. Φανουρίου 2, Ζωγράφου, 157-72 [Μὲ τὴν ἔνδειξη: “Α.Β.Γ.-Α.Κ. γιὰ τὸ Ν.Π.” στὰ στοιχεῖα τοῦ παραλήπτη].


Κατερίνα Ζησάκη

19884490_668018116724035_5874316145561986867_n

(Ἱστορίες ἀπ’ τὸ Ὀνειροσφαγεῖο, Ἀθήνα, Μανδραγόρας, 2014)

οἱ μέλισσες ποὺ δὲ δοκίμασαν τὸ μέλι

μιὰ μέρα θὰ ἀναμετρηθοῦμε
μὲ ὅ,τι διαθέτει ὁ καθείς
δέντρα σπαθιὰ λέξεις
ποῦ ξέρεις
ἴσως ν’ αὐτονομηθοῦνε
ἴσως ὁ κόσμος τους
λέω ἴσως
ἴσως ὁρμήσουμε σὰν διψασμένοι
γιατὶ ὁ κόσμος τους ἴσως
καὶ γιατὶ ἡ ὀμορφιὰ
βρίσκεται τόσα χρόνια μπροστά μας
κλεισμένη σ’ ἕνα βάζο μέλι
κι οὔτε ψηλὸ ράφι
οὔτε κανεὶς νὰ μαλώνει
οὔτε τίποτα

ὅμως πῶς γίνεται
κάθε ποὺ πᾶμε νὰ τὸ ἀνοίξουμε
παγώνουν τὰ χέρια

μιὰ μέρα
μὲ μιὰ τόσο δὰ μικρὴ κλωτσιὰ
θὰ τὸ σπάσουμε

πόσο ἀκόμα ρὲ σεῖς
πόσο μᾶς παίρνει νὰ κρατηθοῦμε

~.~

Έρημος,αλυκές,λάσπη,Ιράν

(Μισέρημος, Ἀθήνα, Μανδραγόρας, 2018)

ὅ,τι εἶναι ἂς γίνει

θὰ ἤθελα ἡ ποίησή μου
νὰ εἶναι ἐλεύθερη
ὅπως ἐκείνη τὴ φορὰ στὴ
θάλασσα χωρὶς τὰ ροῦχα
ὄχι – καλύτερα
ὅπως μιὰ νύχτα ἀπα-
γορευμένα στὸ ἀσανσὲρ
ἢ πιὸ καλύτερα ὅπως τότε ποὺ
τὸ σκάσαμε ἀπ’ τὴ μάντρα
κι ὅπως ἐκείνη τὴ φορὰ ποὺ
σκέφτηκα πὼς θὰ σᾶς χαιρετοῦσα

θὰ ἤθελα νὰ εἶναι ἐλεύθερη
νὰ κάνει ὅ,τι θέλει

ὄχι
θὰ ἤθελα
ὅπως ἐκείνη τὴ φορὰ
ποὺ ἀπὸ ντροπὴ κρατήθηκα
κι ἔτρεχα καὶ βιαζόμουν
ὅμως στὸ τέλος μ’ ἕνα
ἁπλὸ ὅ,τι εἶναι ἂς γίνει
τὸ κάτουρο ζεστὸ
πλημμύρισε τὰ πόδια μου
ἔτσι ἐλεύθερη θὰ ἤθελα τὴν ποίηση
καὶ τὴ δική μου


Ἡ Κατερίνα Ζησάκη γεννήθηκε  τὸ 1984 στὸν Πυργετὸ Λάρισας. Εἶναι μέλος τῆς συντακτικῆς ἐπιτροπῆς τοῦ περιοδικοῦ Μανδραγόρας. Ἔχει ἐκδώσει τὶς ποιητικὲς συλλογές Ἱστορίες ἀπ’ τὸ Ὀνειροσφαγεῖο (2014) καὶ Μισέρημος (2018). Ζεῖ καὶ ἐργάζεται στὴν Ἀθήνα.