ΝΠ | Ποίηση

Δημήτρης Π. Παπαδίτσας, Τα παραμιλητά του Τιθωνού

*

Αναδρομές : Μια στήλη του ΝΠ αφιερωμένη σε αξιομνημόνευτες στιγμές της ελληνικής και ξένης λογοτεχνίας και σκέψης.

~ . ~

ΜΟΛΟΝΟΤΙ ΘΕΜΕΛΙΩΜΕΝΗ σ’ έναν Κορνάρο και σ’ έναν Χορτάτση, στα αριστουργήματα ενός Ερωτόκριτου και μιας Ερωφίλης δηλαδή, ερωτικά ποιήματα εκτενή συνθετικά, η νεώτερη ελληνική λογοτεχνία έχει λίγα μεγάλης αξίας.

Αφήνω απ’ έξω τον «Στερνό λόγο – Σε μια γυναίκα» του Παλαμά, τον δέκατο τρίτο λόγο δηλαδή του Δωδεκάλογου, που είναι ποίημα συνθετικό από μόνος του αλλά και απόσπασμα άλλης, εκτενέστερης σύνθεσης, και ως τέτοιο όχι αποκλειστικά ερωτικό.

Αφήνω απ’ έξω και τον «Ύμνο δοξαστικό για τις γυναίκες που αγαπούμε» του Εγγονόπουλου που είναι μεν ποίημα εκτενές, ουχί δε και συνθετικό.

Στη λίστα μου απομένουν τρία. Ο «Ερωτικός λόγος» του Σεφέρη, απ’ τη «Στροφή» του 1931. Το Μονόγραμμα του Ελύτη, γραμμένο σαράντα χρόνια αργότερα, το 1971. Και τα «Παραμιλητά του Τιθωνού» του Δ. Π. Παπαδίτσα, ένα αληθινό κομψοτέχνημα, δημοσιευμένο το 1986 στη συλλογή του ποιητή Το Προεόρτιον.

Και τα τρία, και αυτό είναι το κοινό τους στοιχείο, ακροβατούν στο μεταίχμιο παράδοσης και νεωτερικότητας. Ο «Ερωτικός λόγος» του Σεφέρη είναι πλάι στη «Φοινικιά» και τη Μητέρα Θεού ό,τι πλησιέστερο έχουμε στην καθαρή ποίηση στην Ελλάδα.

Το Μονόγραμμα είναι ένα ποίημα εκπληκτικής αρχιτεκτονικής, ένα tour de force ιλιγγιώδους δεξιοτεχνίας, όπου κάθε ρίμα, κάθε στροφή, κάθε στίχος υπακούει σ’ ένα μαθηματικό πλάνο ασύλληπτης αυστηρότητας.

Τα «Παραμιλητά του Τιθωνού» πάλι πατούν κι αυτά με τη σειρά τους τεχνοτροπικά στον Παλαμά και τον Σικελιανό, φέρνουν όμως στα γράμματά μας ένα θέμα ζόρικο και δύσκολο να το πιάσει κανείς ακόμη και σήμερα, τον ερωτισμό της τρίτης ηλικίας.

Ο Τιθωνός είναι ο μυθικός σύντροφος της Ηούς, της Αυγής δηλαδή, που οι θεοί του χάρισαν την αθανασία, όχι όμως και την αιώνια νεότητα, και καταδικάστηκε ες αεί να ζαρώνει σαν το τζιτζίκι πλάι στην αγέραστη ερωμένη του, να δύει ατελεύτητα πλάι στην ανέσπερη Ανατολή:

Αιώνιος μισοαθάνατος όσο γερνάω συ μένεις
κορίτσι δεκαοχτάχρονο που μ’ έχεις στην κοιλιά
ούτε είμαι γιος σου ούτ’ έχεις πια το χέρι αγαπημένης
για τ’ όλο ζάρες σώμα μου και τ’ άσπρα μου μαλλιά.

Ένα υπέροχο ποίημα που δεν είναι όσο του πρέπει γνωστό:

Καμπύλο είναι το βλέμμα μου τ’ άστρο με τ’ άστρο ως δένει
και τ’ όνειρό μου μαγνητίζει φωτεινές τροχιές
είναι η φωνή μου με το ηλιόκαμα ζευγαρωμένη
κι ό,τι μου δίνει η κάψα μού το παίρνουν οι βροχές.

Ξέρεις ετοιμοθάνατο ον; το μυστικό είναι πως
ό,τι πεθαίνει μέσα μας έξω μας είναι φως.

ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ

~ . ~

ΤΑ ΠΑΡΑΜΙΛΗΤΑ ΤΟΥ ΤΙΘΩΝΟΥ

με κάτι μέσα μου ένας τζίτζικας με δένει
Δ.Π.Π. (1941)

1.

Το μάτι αυτό το αράγιστο το διπλό μάτι
ό,τι κοιτάξει μες στο φως το πυρπολεί
δες με, της λέω, αν είσ’ εσύ το χέρι του υπνοβάτη
κι εγώ η ματιά που σε ονειροπολεί

τα σκόρπια μες στη μνήμη οστά σου συναρθρώνει
και ξαναπιάνομαι κρυφό βαθιά σου φως
κι είσαι το δέντρο που ψηλά ή στη γη φυτρώνει
κι εγώ το αρχαίο τζιτζίκι ο Τιθωνός.

Αιώνιος μισοαθάνατος όσο γερνάω συ μένεις
κορίτσι δεκαοχτάχρονο που μ’ έχεις στην κοιλιά
ούτε είμαι γιος σου ούτ’ έχεις πια το χέρι αγαπημένης
για τ’ όλο ζάρες σώμα μου και τ’ άσπρα μου μαλλιά. (περισσότερα…)

Γιάννης Υφαντής, Ποιήματα

*
*

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΣΕ ΥΦΟΣ «ΚΑΒΑΦΙΚΟ»

Όταν, ω Καίσαρ, θέλουνε να βάλουν
στη θέση σου τον Κάσσιο, τον Γάιο ή όποιο
ένδοξο στρατηγό πού ’χει νικήσει τους βαρβάρους,
τότε προσπάθησε να πείσεις για τις όποιες,
τις όσες ανεπάρκειες θα βρίσκεις σ’ ένα τέτοιο
πρόσωπο που προτείνουνε.
.                                                         Αλλ’ όταν
βλέπεις πως επιμένουνε ως καίσαρα να στέψουν
τον γάιδαρο που βόσκει μες στον κήπο της Συγκλήτου,
λέξη μην πεις, αλλά ντυμένος με κουρέλια,
νύχτα να φύγεις σε βουνά και σ’ αιγιαλούς
όπου αιγών ποιμένες θα φροντίσουνε
την πείνα και τη δίψα σου να ικανοποιήσουν.
Και ζήτησέ τους παρευθύς να γίνεις ένας
απ’ την παρέα τους. Ω Καίσαρ,
κρύψου εκεί και ζήσε, επί τέλους
όσα βαθιά σου επιθυμούσες και σ’ εμπόδιζαν
οι αρετές σου και τα πλούτη σου να πραγματοποιήσεις.
Ζήσε το ιερό, το ξεχασμένο, το υπέρτατο
«λάθε βιώσας» των καισάρων δίχως θρόνο.

____________________

(περισσότερα…)

Jane Kenyon, Ἄς πέσει τό σούρουπο

*

Μετάφραση ἀπό τήν Νατάσα Κεσμέτη
ἀφιερωμένη στήν προσφιλῆ μνήμη
τοῦ Βασίλη Ἠ. Κεφάλα (1979 – 18. 4. 2022)

*

Ἄς πέσει τό σούρουπο

Ἄς ἔρθει τό στερνό φῶς τοῦ δειλινοῦ
ἄς περάσει ἀπό τίς χαραμάδες τοῦ ἀχυρώνα
στίς μπάλες πάνω, ἀνυψώνοντάς τις καθώς ὁ ἥλιος γέρνει.

Ἄς πιάσει τό τραγούδι τό τριζόνι καθώς τρίβεται
ὅπως γυναίκα πιάνει τίς βελόνες
καί τό νῆμα της. Ἄς πέσει τό σούρουπο.

Ἄς μαζευτοῦν δροσοστάλες στήν τσάπα
ἀφημένη πάνω στό ψηλό γρασίδι. Τ’ἀστέρια ἄς ἐμφανιστοῦν
καί τό φεγγάρι ἄς ἀποκαλύψει τό ἀργυρό του κόρνο.

Ἄς ἐπιστρέψει ἡ ἀλεπού στήν ἀμμoυδερή φωλιά της.
Ἄς ξεψυχήσει ὁ ἄνεμος. Ἄς γίνει ἡ ἀποθηκούλα
στό ἐσωτερικό της ὁλοσκότεινη. Ἄς πέσει τό σούρουπο.

Μέχρι τή μποτίλια στό χαντάκι, τή σέσουλα
στή βρώμη, τόν ἀέρα στά πνευμόνια
ἄς πέσει τό σούρουπο.

Ἄς ἔρθει, ὅπως θέλει, καί μή φοβᾶστε.
Ὁ Θεός δέν μᾶς ἀφήνει
ἀπαρηγόρητους, λοιπόν ἀφῆστε τό σούρουπο νά πέσει.

ΤΖΕΗΝ ΚΕΝΥΟΝ

*

*

Ύμνος στον Νείλο

*

Απόδοση ΛΗΤΩ ΣΕΪΖΑΝΗ

Ο Ύμνος στον Νείλο είναι σύνθεση της εποχής του Μέσου Βασιλείου και γράφτηκε γύρω στο 2100 π.Χ. από τον Χέτυ, έναν άνδρα ταπεινής καταγωγής. Υπάρχουν πολλές παραλλαγές του έργου. Για την απόδοση αυτή στα ελληνικά βασίστηκα σε μια ιταλική και μια αγγλική μετάφραση. ΛΣ

~ . ~

Χαίρε, ω Νείλε, προέρχεσαι απ’ τη γη
Έρχεσαι να χαρίσεις στην Αίγυπτο ζωή!
Εκ φύσεως μυστηριώδης, ερεβώδης
σε υμνούν οι ακόλουθοί σου
τους κάμπους ποτίζεις, από τον Ρα έχεις πλαστεί
για να δίνεις στα ζωντανά τροφή
εσύ την έρημο ξεδιψάς, εσύ ανεξάντλητη πηγή
Μοιάζεις μονοπάτι που από τον ουρανό έχει κατεβεί
Τον άρτο του Σεμπ αγαπάς και του Νέπρα τους πρώτους καρπούς,
ευημερία φέρνεις στα εργαστήρια του Πτα.*

~ . ~ (περισσότερα…)

Ντίνος Σιώτης, Ποιήματα

*

Μακαταβάθος

Μπορεί να άργησες και να σου κρατάει μούτρα
μακαταβάθος ξέρεις πως ποτέ δεν είν’ αργά να
επισκευάσεις όλες σου τις καθυστερήσεις ίσως

το όνειρο να μην πήγε καλά αλλά μη σκιάζεσαι
αφού καταβάθος ο εφιάλτης που ακολουθεί όλα
τα διορθώνει μπορεί επιστρέφοντας στο λιμάνι

που σ’ έδιωξε να λες από μέσα σου πως το πλοίο
είναι αραγμένο μακαταβάθος ξέρεις πως το δικό
σου καράβι είναι βουλιαγμένο μπορεί η ουτοπία

που συσσώρευες μια ζωή να ’χει χτίσει πανύψηλο
πύργο μακαταβάθος το γνωρίζεις πως τον τρώνε
τα τρωκτικά τις Κυριακές τα γήπεδα γεμίζουν με

οπαδούς κασκόλ και σημαίες μακαταβάθος το
πραγματικό παιχνίδι παίζεται στους δρόμους στα
αμφιθέατρα στους διαδρόμους του Απευκταίου

τέλος μπορεί να παραπονιέσαι που απ’ τα βαθιά
βρέθηκες στα ρηχά μακαταβάθος μια ζωή στα
άπατα έζησες κι εκεί πάντοτε θα επιστρέφεις (περισσότερα…)

Ουίλλιαμ Σ. Μέργουιν (Σεπτ. 1927 – Μάρτ. 2019), Ἀπό τίς σκιές μας

*

Μετάφραση-Επιλόγισμα ΝΑΤΑΣΑ ΚΕΣΜΕΤΗ

Ἀπό τίς σκιές μας

Ὑπῆρξαν τόσες πολλές λέξεις γιά τή λύπη
καί τόσο λίγες γιά τή χαρά
ἴσως καμία
πού νά μπορεῖ νά διακρίνει
τόν ἦχο ἐκείνης τῆς μυστικῆς ἄνοιξης
ν’ ἀναβλύζει πρίν ἀπό τίς λέξεις
ἄν καί τότε πού ἡ φωνή του ἀναδύεται
ἐντός μας
θέλουμε νά μπορέσουμε νά τό ποῦμε
σέ κάποιους
ἄν μείνουν νά μᾶς ἀκούσουν
νά μιλᾶμε γιά ἐκεῖνο
τό πέρα ἀπό λέξεις
ἡ λύπη μπορεῖ νά ὑψωθεῖ ἐντός μας
μέσα στήν εὐτυχία
καί ἡ χαρά μπορεῖ νά μᾶς ξαφνιάσει
ἐν μέσῳ ἀνείπωτης λύπης
καί οἱ δύο μᾶς γνωρίζουν
ἀπό τήν ἀρχή πρίν τήν παρουσία μας ἐδῶ
ἀλλά ἄν τούς ἀπευθυνθοῦμε
μόνον ἡ λύπη καθυστερώντας στέκει
νά μᾶς ἀκούσει ὥς τό τέλος
ἡ χαρά ἐξαφανίζεται
γιά νά μᾶς ἀναμένει ἴσως
ἐκεῖ πού πού καθόλου δέν τό ἐλπίζουμε

Ἀπό τήν συλλογή Garden Time, Copper Canyon Press, 2016.

Τόν Ἀπρίλιο τοῦ 2020 ἐπανεκδόθηκε ἡ συλλογή Garden Time, δηλαδή ἕνα χρόνο μετά την τελευτή τοῦ W. S. Merwin, καί παρουσιάζεται μέ τό ἑξῆς σημείωμα: «Τοῦτο τό τελευταῖο του θαυμάσιο βιβλίο, γραμμένο τόν καιρό πού ὁ ποιητής ἔχανε την ὅρασή του, κατακλύζεται ἀπό ἐπιθυμία, αἴσθηση ἀπώλειας καί ἀναπάντητα ἐρωτήματα. Τό λαμπερό του πνεῦμα, ἡ αἰθέρια πνευματικότητα τῆς φωνῆς του μέ λεπτότητα ἀνακρίνει τήν θνητότητα, μέ εὐγένεια διερωτᾶται γι’αὐτήν· ἀκριβῶς στά τέλη τῆς ζωῆς του κελαηδεῖ ἀγαπητικά σ’ ἕναν ἀκούραστο κόσμο, ἄν καί ὄχι δίχως τρόμο καί δέος. Ὅταν πιά δέν μποροῦσε νά βλέπει καθόλου γιά νά γράφει, ὑπαγόρευε τά ποιήματά του στήν σύζυγό του, Πώλα. Τό ἀποτέλεσμα εἶναι ἕνα βιβλίο ἐπίγνωσης καί ἐπαγρύπνησης, μεγάλης εὐαισθησίας, τρυφερό καί μελαγχολικό, ὅπου ὁ μείζων ποιητής μας καταφάσκει στήν ζωή ἀντλώντας δυνάμεις ἀπό τίς μνῆμες του καί τήν βαθιά του σύνδεση μέ τόν κόσμο· μᾶς ὑπενθυμίζει ἔτσι πώς “Ἡ μόνη μας ἐλπίδα εἶναι νά εἴμαστε τό φῶς τῆς μέρας.”»

Ὁ W. S. Merwin, γιά πάνω ἀπό σαράντα χρόνια μαζί μέ τήν γυναίκα του φύτεψαν περισσότερα ἀπό 2.740 φοινικόδεντρα, στήν προσπάθεια νά σώσουν τίς φοινικιές ἀπό τήν ἐξαφάνιση πού τίς ἀπειλεῖ. Ἡ δεντροφύτευσή τους περιλάμβανε 400 εἴδη, καί ἄλλες, περίπου 900, ποικιλίες. Ἄς προσθέσουμε καί τά χιλιάδες πού φύτεψαν ἀνεπιτυχῶς, καθώς αὐτά δέν κατάφεραν να ἐπιζήσουν. Σέ ἕνα χαρακτηριστικό του μικρό ποίημα τοῦ 1988 ἔγραψε:

Μαρτυρία

Θέλω νά διηγηθῶ πῶς
ἦσαν τά δάση

Θά πρέπει νά μιλήσω
μέ μιά λησμονημένη λαλιά

*

Desmond O’Grady, «Νίκος Γκάτσος»

*

Μετάφραση-Επίμετρο
ΗΛΙΑΣ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ

~ . ~ 

 

ΝΙΚΟΣ ΓΚΑΤΣΟΣ
1914-1992 *

Φθάνω, πάω στο ξενοδοχείο,
πάντα τηλεφωνώ στο 815069.
Πάντα απαντά η αδελφή σου, που ποτέ
δεν συνάντησα. Συναντιόμαστε εσύ κι εγώ
πάντα στου Φλόκα, στη γωνία, στις δύο μ.μ.

Κομψός και περιποιημένος εσύ, άψογος,
φοράς γραβάτα, πάντα, όση
ζέστη κι αν έχει έξω. Εγώ στην αρχή
έμοιαζα με Ιρλανδό
που τράβαγε ανατολικά, αργότερα,
ύστερα απ’ την Πάρο, τον ήλιο,
τη θάλασσα, τα καράβια, μοιάζω
με Κέλτη που τραβάει δυτικά.

«Αγαπητέ μου Ντέσμοντ», χαιρετάς.
«Πώς είσαι Νίκο;»
Παραγγέλνουμε κρασί, νερό.
«Πήρες το γράμμα μου;» Εγώ. Παύση. (περισσότερα…)

Κωνσταντίνος Χρυσόγελος, Τέσσερα ετεροθαλή ποιήματα

 

*

ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΤΗΝ ΕΜΙΛΥ

It was not Death…

Δεν ήταν έρωτας γιατί τα φύλλα
αγόγγυστα χαμήλωσαν το βλέμμα
κι απέναντι στα καστανά μαλλιά της
ο αέρας λιποψύχησε. Τι θέλεις
απ’ τη θνητή της ύπαρξη θεέ μου;
Ζητά κι αποζητά την τρικυμία
και δεν της τη χαρίζεις.

* (περισσότερα…)

Yπερσιβηρικός

*

του ΘΑΝΟΥ ΓΙΑΝΝΟΥΔΗ

Μνήμη Ορέστη Λάσκου
Και το τρένο της προόδου ολοταχώς
τρέχει σαν τρελό μέχρι να φτάσει
όσο γίνεται μακρύτερα απ’ το φως,
το Θεό,
την αγάπη
και την πλάση
ΝΤ. ΜΙΖΓΚΟΥΛΙΝ (μτφρ. Αλ. Πάρνη)

Περίμενα χρόνια να ’ρχόταν το τρένο,
λουσμένος με σκόνη μυριάδων σταθμών
― στον κόσμο γεννιέμαι, σιωπώ και πεθαίνω,
παιχνίδι της μοίρας και πάντα υπ’ ατμόν.
Μα πάλι η φωνή μυστικά θα καλεί
ψυχές π’ αρνηθήκαν τις έτοιμες λύσεις.
Ω, πράξη σαν γίνει ετούτ’ η οφειλή,
τον δούλο σου, Κύριε, μπορείς ν’ απολύσεις!

Ποιος μ’ έβαλ’, αλήθεια, σ’ αυτό το ταξίδι
σκεφτόμουν πνιγμένος στο μαύρο βυθό.
Μα σάμπως το ίδιο δε ’λέγαν κι όσοι ήδη
σβηστήκαν, μα κι όσοι θα βγουν σαν χαθώ;
Κουκκίδα μικρούλα η ζωή μας, ενώ
ο Χρόνος τις μαύρες σελίδες απλώνει
και μοιάζει σχεδόν γλαφυρό το κενό,
καθώς αγναντεύεις της στέπας το χιόνι. (περισσότερα…)

Όλα είναι γέλιο…

*

Όλα είναι γέλιο, όλα είναι σκόνη, όλα μηδέν·
όλα όσα υπάρχουν το παράλογο τα γέννησε.

~.~

Πάντα γέλως καὶ πάντα κόνις καὶ πάντα τὸ μηδέν·
πάντα γὰρ ἐξ ἀλόγων ἐστὶ τὰ γινόμενα.

ΓΛΥΚΩΝ
Παλατινή, Χ 124

Μετάφραση
Κώστας Κουτσουρέλης

*