ΝΠ | Ποίηση

Γιάννης Μπελεσιώτης, Ὁ κύκλος τῶν (μεγάλων) χαμένων ποιητῶν καὶ ἄλλα ποιήματα

*

Ὁ κύκλος τῶν (μεγάλων) χαμένων ποιητῶν

Ὁ κύκλος τῶν μεγάλων χαμένων ποιητῶν
τὰ μέλη του ἀνακοίνωσε θ’ αὐξήσει
Τὸ ἔμαθα κι ἀμέσως τοὺς δήλωσα «παρὼν»
πρὶν μ’ ἄσχετους ἡ αἴθουσα γεμίσει

Ἀέρα τὰ μαλλιά μου φορᾶν ποιητικὸ
κι ἡ μούρη μου ἔχει πάρει μιὰ γκριμάτσα
(σὲ κάποιο ἀνθολόγιο τὴ βρῆκα σχολικὸ
μοῦ ἄρεσε, τὴν ἔβαλα γιὰ φάτσα)

Τὰ μάτια μου ἀπὸ τότε κοιτάζουν ἀπλανῆ
τὸ χέρι μου ἀγγίζει τὸ σαγόνι
μὲ τρόπο τέτοιο π’ ὅποιος μὲ δεῖ νὰ τοῦ φανεῖ
πὼς κάτι ὁ νοῦς μου ὑπέροχο σκαρώνει

Καὶ τό ’χω σιγουράκι – ὄχι νὰ παινευτῶ
τὴ θέση ὅμως τὴν ἔχω ἀγκαλιάσει
ἀρκεῖ μονάχα ἕνα τυχαῖο μου γραφτὸ
νὰ δείξει τὴ μεγάλη μου τὴν κλάση

Ὁ κύκλος ἔχει κλείσει κι ἀπέμεινα ἐκτός!
Στὴ θέα τοῦ καινούργιου δεδομένου
πικραίνομαι –δὲ λέω– γιατὶ εἶναι γεγονὸς
θὰ μ’ ἄρεσε ὁ τίτλος τοῦ χαμένου…

~.~ (περισσότερα…)

Νεκρικός διάλογος

~.~

ΝΕΚΡΙΚΟΣ ΔΙΑΛΟΓΟΣ
Ηγέτης (Η.), Σαρλ Ντε Γκωλ (Γ.), Χορός

Η. Αφού είμαι ζωντανός τι κάνω εδώ;
Γ. Είστε νεκροί κι εγώ είμαι ο ζωντανός.
Η. Και τώρα θα μου πεις πως είναι o κόσμος μας
απάτη… Δεν ακούω.
.                                         Γ. Ποτέ σας.
Η. Εσείς που υπάρχετε τι θέλετε από εμάς;
Γ. Σας βλέπω από ψηλά να εξαφανίζεστε.
Η. Ποιος άλλος βρίσκεται μαζί σου;
Γ. Σας βλέπω και δεν είστε, λέω, παιδιά μου.
Η. Ήσουν εσύ κι ο εαυτός σου· τα βιβλία
δεν μου είπαν ψέματα. (περισσότερα…)

Κώστας Κουτσουρέλης, Καντάτα γιὰ ἕναν μύθο

*

ΚΑΝΤΑΤΑ ΓΙΑ ΕΝΑΝ ΜΥΘΟ

Δὲν ξέρω πῶς ξεκίνησα νὰ πέφτω
πῶς ἄρχισε ὅλο αὐτὸ δὲν τὸ θυμᾶμαι
τὴ μιὰ στιγμὴ ἀνέβαινα τὴν ἄλλη
χωρὶς νὰ ξαφνιαστῶ ἢ ν’ ἀναρριγήσω
βρέθηκα νὰ γλιστράω πρὸς τὸ κενό
Γιατὶ ὣς τότε ἀνέβαινα Ἀκόμη
νιώθω στὰ μάγουλά μου τὴν ἀνάσα
ἀπὸ τὴν κάψα τοῦ ἥλιου τῶν ἀνέμων
τὸ ρίπισμα στὸ μέτωπο Ὁ ἀέρας
στὰ ὕψη ἐκεῖ λὲς πὼς δὲν ἔχει σῶμα
ὅσο ἀνεβαίνεις τόσο καὶ ἀραιώνει
διαστέλλεται διογκώνεται στὸ στῆθος
σ’ ἁρπάζει σὰν ἀνάλαφρη εὐφορία
τὶς φλέβες σου ποτίζει ἀργὰ σὰν μέθη
σὲ πείθει πὼς ἀλήθεια ἔχεις φτερά (περισσότερα…)

Jaime Sabines, Ποιήματα

*

Εισαγωγή-Μετάφραση ΒΑΣΩ ΧΡΗΣΤΑΚΟΥ            

Ο Χάιμε Σαμπίνες γεννήθηκε το 1926 στο Τούξτλα Γκουτιέρες της πολιτείας Τσιάπας του Μεξικού. Η οικογένειά του μετακόμισε στην Πόλη του Μεξικού, όπου ο μελλοντικός ποιητής τελείωσε το δημοτικό. Μετά από μια σύντομη διαμονή της οικογένειάς του στη Ταπατσούλα του Τσιάπας, επέστρεψε με τους δικούς του στη γενέτειρά του όπου συνέχισε τις σπουδές του στη μέση εκπαίδευση. Στη συνέχεια και λόγω της κλίσης του προς την Ιατρική, μετακόμισε στην Πόλη του Μεξικού για σπουδές, καριέρα που εγκατέλειψε στο τρίτο έτος, όταν ανακάλυψε την πραγματική του κλίση προς τα γράμματα. Αποφοίτησε το 1949 από τη σχολή της Ισπανικής Γλώσσας και Λογοτεχνίας και πραγματοποίησε μεταπτυχιακές σπουδές στο Αυτόνομο Πανεπιστήμιο του Μεξικού.

Αν και φυσιογνωμία σύγχρονη των Οκτάβιο Πας, Χοσέ Εμίλιο Πατσέκο και άλλων διακεκριμένων μορφών της χειμαρρώδους ποίησης του Μεξικού, η ποίησή του διαχωρίστηκε από την ισχύουσα τότε «κατάσταση πραγμάτων» και ο ίδιος κρατήθηκε στο περιθώριο των λογοτεχνικών τάσεων και δραστηριοτήτων· ίσως γιατί οι επαγγελματικές του υποχρεώσεις με το εμπόριο τον κράτησαν μακριά από το λογοτεχνικό κόσμο. Στο έργο του πρωταγωνιστούν θέματα βαθιά, όπως η αγάπη, η μοναξιά και ο θάνατος, που, εμποτισμένα με τα δικά του συναισθήματα, εξεγείρονται ενάντια στην πραγματικότητα μιας κοινωνίας υπό αλλαγή και παρακμή. Το μήνυμα του είναι βαθύ, παθιασμένο και ρεαλιστικό, αποκρυσταλλώνοντας ωμά και με απλή γλώσσα τις αντιθέσεις της καθημερινής ζωής. (περισσότερα…)

Δήμητρα Δημητρίου, Ίσως έρθω ένα βράδυ…

*

ΙΣΩΣ ΕΡΘΩ ΕΝ ΒΡΑΔΥ…

Ίσως έρθω ένα βράδυ
σαν άλογο στιλπνό
ή σ’ όνειρο
ντυμένη στα λευκά
κάπου στον ύπνο
ίσως σε πιάσω

Κι αν με περίμενες
αν δεν έχεις κοιμηθεί
αν μυστικά στο στήθος σου μπορούσες να κρατήσεις
την καρδιά μου θα δεχτώ να σταματήσω
στα χείλη σου

Ίσως έρθω ένα βράδυ
ξαφνικά
σαν δέηση νυχτερινή
και σαν βαθύ σελάγισμα
μια άσκοπη φωτοχυσία
σ’ αντικρινό γιαλό
φωτιάς λαμπάδα (περισσότερα…)

Οὐίλλιαμ Σ. Μέργουιν, Στό φώς τοῦ Σεπτεμβρίου

*

Μετάφραση-Επιμέλεια Στήλης ΝΑΤΑΣΑ ΚΕΣΜΕΤΗ

~.~

ΣΤΟ ΦΩΣ ΤΟΥ ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ

Ὅταν εἶσαι κιόλας ἐδῶ
παρουσιάζεσαι μόνον σάν
ἕνα ὄνομα πού εἴτε εἶσαι παρόν
εἶτε ὄχι μιλᾶ γιά σένα

καί γιά τήν ὥρα μοιάζει σάν
νά εἶσαι ἀκόμα καλοκαίρι
στό ἀποκορύφωμά του ἀκόμα
οἰκεῖο μας ἀτέλειωτο καλοκαίρι
ὡστόσο μέ μιάν ἀνταύγεια
χαλκοῦ στήν ψύχρα τῶν πρωϊνῶν
καί τ’ ἀργοπορημένα κίτρινα πέταλα
τοῦ φλόμου ἀνεμίζοντας στούς
στάχεις καθώς γέρνουν πάνω
ἀπό τίς θρυμματισμένες τους
σκιές πού διασχίζουν τήν χαρακωμένη γῆ (περισσότερα…)

Στρατής Πασχάλης, Μικρά χωνάκια μωβ

*

*

ΜΙΚΡΑ ΧΩΝΑΚΙΑ ΜΩΒ
( 1971 )

Μικρά χωνάκια μωβ
άνθιζε η δυστυχία
μπλεγμένα με κισσούς
κι άστρα της Ανδρομέδας
στα πράσινα καφασωτά
και τις αγριελιές
καθώς η θάλασσα βροντούσε
πολύ μακριά και πέρα
κι ήτανε σούρουπο ή βράδυ
κάπου μετά το Φάληρο
ή κάπου αλλού,
πιο απόκοσμα –

Μικρά χωνάκια μωβ
άνθιζε η δυστυχία –
και πέτρωνε ο καιρός
όταν ανίδεος κι αθώος
δεν ήθελες παρά το πέρασμα
στο πουθενά
και συνωστίζονταν πλήθη από σκιάχτρα
ζωντανά που περπατούσαν
κι από βαγόνια που το καθένα τους
το ’λεγαν «Πόθο»
στα περιθώρια της πόλης
γεμάτα σιδερένια τραπεζάκια
και πεζοδρόμια
όπου μυρίζανε ανθοπωλείο
θεότρελα τα συντριβάνια –

Μικρά χωνάκια μωβ
άνθιζε η δυστυχία–
σε νεοκλασικά ξενοδοχεία
βασίλεια της κατσαρίδας
που σαν στόλισμα ανάγλυφο
των Φαραώ ή σπιτικός σκαραβαίος
καθότανε υπέρκομψη
στου τραπεζιού το μάρμαρο
όπου κάποτε ακούμπησε ίσως
κάποια ασπρόμαυρη ντίβα
και μίλησε επιτέλους καθημερινά
λίγο μετά την καθαρευουσιάνικη,
σαν ουρά παγωνιού, γλώσσα
της «Φαύστας» – (περισσότερα…)

Μιχαήλ Άγγελος, Ποιήματα

*

Πρήστηκαν απ’ τα πάθη τα λαιμά μου,
όπως απ’ το πολύ νερό οι γάτες
που σεργιανούν στης Λομβαρδίας τις στράτες,
κι έφτασε το πηγούνι ώς την κοιλιά μου.

Κρεμιέται Άρπυια φτερωτή το σώμα,
τα γένια ανάστροφα, στο σβέρκο ο νους μου,
και στάζοντας βροχή στους οφθαλμούς μου
απλώνει το πινέλο μου το χρώμα.

Άγγιξαν οι γοφοί μου το στομάχι,
καπούλι αλόγου μού ’χει γίνει η ράχη,
με βήμα αβέβαιο σαν τυφλός τρεκλίζω.

Η σάρκα εμπρός μου πέφτει και σουφρώνει,
και πίσω μου, όπως τρούλος που τεντώνει,
λες κι είμαι αψίδα της Συρίας λυγίζω.

Κι έτσι απ’ τη σκέψη η κρίση
αλλόκοτη και σφαλερή αναβλύζει –
κάννη στραβή το βόλι χαραμίζει.

Νά πού ’χω καταντήσει,
για φούντο πάει της τέχνης μου το σκάφος…
Τι θέλω εδώ; Δεν κάνω για ζωγράφος!

Rime 5, 1509 ή 1510· o Μ.Α. ελεεινολογεί τις συνθήκες εργασίας κατά την εικονογράφηση της οροφής της Καπέλλα Σιστίνα.

(περισσότερα…)

Πιερ Πάολο Παζολίνι, Πέντε ποιήματα

*

Μετάφραση ΛΗΤΩ ΣΕΪΖΑΝΗ

~.~

Θραύσμα θανάτου

Προέρχομαι από σένα και σε σένα επιστρέφω
συναίσθημα με το φως γεννημένο, με το κρύο
βαφτισμένο όταν το κλάμα ήταν χαρά
απ’ τον Πιέρ Πάολο αναγνωρισμένο
στην αρχή μιας φρενήρους εποποιίας
περπάτησα στο φως της ιστορίας
μα ανέκαθεν ήταν ηρωική η ύπαρξή μου
σκέψη βαθιά, κάτω από την υπεροχή σου.
Έπηξε στο αυλάκι του αφρού που άφηνε το φως σου
στις άγριες εκμυστηρεύσεις
της φλόγας σου, κάθε πράξη αληθινή
του κόσμου, της ιστορίας
εκείνης. Και μέσα της επαληθευόταν ολόκληρη
χανόταν η ζωή για να ξαναβρεθεί:
και ήταν η ζωή αληθινή μόνο αν ήταν όμορφη… (περισσότερα…)

Βισλάβα Συμπόρσκα, Τό Κρόμμυον

*

Tό Κρόμμυον

Τό κρόμμυον, τώρα εἶναι τό κάτι ἄλλο.
Σωθικά ἀνύπαρκτα.
Μόνον ἁγνή κρομμυωσύνη.
γιά χόρταση τοῦ ἀφοσιωμένου κρομμυολάτρη.
Κρομμυότητα ἐντός
Κρομμυομοιότητα στήν ὄψη ἐκτός.
Ἀκολουθεῖ δικό του κρεμμυδοδαιμόνιον
δίχως ἀνθρωποδάκρυα δικά μας.

Τό δέρμα μας περικάλυμμα μονάχα
γιά κείνη κεῖ τή γῆ ὅπου κανένας δέν τολμᾶ νά πάει,
κολαστήριο ἐσωτερικό
τῆς ἀνατομίας τό ἀνάθεμα. (περισσότερα…)