ΝΠ | Ποίηση

Ἡ Χώ­ρα Νο­έμ­βριος

Ἡ Χώ­ρα Νο­έμ­βριος

Δώδεκα ποιήματα γιὰ προχωρημένο Νοέμβρη
γυρισμένα ἀπὸ τὰ ἀγγλικὰ στὰ ἑλληνικὰ
ἀπὸ τὴ Νατάσα Κεσμέτη καὶ τὸν Γιάννη Πατίλη
στὴ μνήμη τῆς φίλης τους ποιήτριας
Ἕλενας Στριγγάρη (1950-2020)

Ἔγρα­ψε κά­πο­τε ὁ Ρί­τσαρντ Κὶνγκ (ψευ­δώ­νυ­μο τοῦ Richard King Huskinson, 1879-1947) σ΄ ἕ­να βι­βλί­ο του μὲ τί­τλο Δί­πλα στὸ Τζά­κι μὲ Ἀ­μί­λη­τους Φί­λους (1921) τὸ πα­ρα­κά­τω :

Με­ρι­κὲς φο­ρὲς θαρ­ρῶ πὼς ­κεῖ­νος ποὺ γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ εἶ­πε ­τι « δρό­μος γιὰ τὴν κό­λα­ση εἶ­ναι στρω­μέ­νος μὲ κα­λὲς προ­θέ­σεις» θὰ πρέ­πει νὰ τὸ εἶ­πε Νο­έμ­βριο! Τὸ Φθι­νό­πω­ρο εἶ­ναι γε­μά­το κα­λὲς προ­θέ­σεις­πως ­νοι­ξη εἶ­ναι γε­μά­τη γι­ορ­τὲς καὶ ἐλ­πί­δα καὶ τὸ Κα­λο­καί­ρι θερ­μό­τη­τα καὶ dolce far niente. ­μως ­πως τὴν πρώ­τη ζε­στὴ μέ­ρα τοῦ ­ου­λί­ου νι­ώ­θεις γε­μά­τος ­νέρ­γεια ποὺ σὲ κά­νει νὰ νο­μί­ζεις πὼς πρέ­πει νὰ ζή­σεις αἰ­ώ­νια, ­τσι καὶ τὸ Φθι­νό­πω­ρο σὲ κά­νει νὰ συ­νει­δη­το­ποι­εῖς πὼς ζω­ φτε­ρου­γί­ζει μα­κριὰ καὶ νοῦς δὲν ­χει φτά­σει ­κό­μη στὴν πλή­ρη του ­ρι­μό­τη­τα οὔ­τε στὴν ἐκ­πλή­ρω­ση τῆς φι­λό­δο­ξης δι­α­νο­η­τι­κῆς του καρ­πο­φο­ρί­ας. ­σως εἶ­ναι τὸ ἄγ­γιγ­μα τοῦ χει­μώ­να ­λό­γυ­ρα στὴν ­τμό­σφαι­ρα ποὺ σὲ κά­νει νὰ σχε­διά­ζεις δι­ά­φο­ρα με­γα­λό­πνο­α γιὰ τὰ ­τέ­λει­ω­τα βρα­δι­νά του Νο­εμ­βρί­ου, δει­λι­νὰ ποὺ τό­σο μα­κραί­νουνΘὰ μά­θεις ­σως Ρω­σι­κά, κά­τι πιὸ ξωτικό­ρα­βι­κά, θὰ δι­α­βά­σεις ­λα τὰ ἔρ­γα τοῦ Μπαλ­ζάκ­νει­ρα πὼς θὰ με­λε­τή­σεις Περ­σι­κὰ μὲ τὴν εὐ­γε­νι­κὴ πρό­θε­ση νὰ με­τα­φρά­σεις τὰ Ρουμ­πα­γιὰτ τοῦ ­μὰρ Κα­γιὰμ στὰ μα­κριὰμα­κριὰ σού­ρου­πα τοῦ Φθι­νο­πώ­ρου

Τὰ ποι­ή­μα­τα γιὰ τὸν Νο­έμ­βριο ποὺ δι­α­λέ­ξα­με —ἀ­νά­με­σα στὰ τό­σα πολ­λὰ— δὲν ἐ­πι­βε­βαί­ω­σαν τὰ πα­ρα­πά­νω, λό­για κά­ποι­ου μᾶλ­λον χι­ου­μο­ρί­στα. Ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὴν πα­ρα­τή­ρη­σή του γιὰ μιὰ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ποὺ ὅ­λοι μοι­ρα­ζό­μα­στε ἀ­πὸ μι­κρὰ παι­διά: τὸν Νο­έμ­βρη σκο­τει­νιά­ζει πο­λὺ νω­ρὶς καὶ πο­λὺ γρή­γο­ρα, ἐ­νῶ τὰ σού­ρου­πα μοιά­ζουν νὰ σέρ­νον­ται ἀ­τέ­λει­ω­τα. Τὰ ποι­ή­μα­τα αὐ­τῆς τῆς μι­κρῆς ἀν­θό­λο­γη­σης, τὰ πε­ρισ­σό­τε­ρα χα­μη­λό­φω­να, ἐκ­μυ­στη­ρεύ­ον­ται πο­λὺ πιὸ βα­θιὰ συ­ναι­σθή­μα­τα, ἐ­σω­τε­ρι­κὰ ἀ­να­τρι­χιά­σμα­τα, ἕ­να ψυ­χρὸ ὑ­παρ­ξια­κὸ ρί­γος – κι ἂς εἶ­ναι δι­α­φο­ρε­τι­κὲς οἱ ἐ­πο­χές, οἱ ἡ­λι­κί­ες καὶ τὸ φύ­λο τῶν ποι­η­τῶν. Ὁ Ἔν­του­αρντ Τό­μας, γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, ἔ­γρα­ψε σ’ ἕ­να πε­ζό του γιὰ τὸν Νο­έμ­βριο, μιὰ μέ­ρα ποὺ ἐ­πέ­στρε­φε ἀ­πὸ ἕ­να μι­κρὸ κι ἐ­ρη­μι­κὸ σπι­τά­κι γνω­στό του ἀ­πὸ τὸ Κα­λο­καί­ρι ὅ­ταν ἦ­ταν πλημ­μυ­ρι­σμέ­νο πα­πα­ροῦ­νες. Τώ­ρα δὲν ὑ­πῆρ­χε κα­μιά, ὅ­πως καὶ κα­νέ­να ἄλ­λο λου­λού­δι, κι ὁ κό­σμος was very little in a lasting mist… Ση­μεί­ω­σε λοι­πὸν στὴ συ­νέ­χεια τῶν στο­χα­σμῶν του:

Κοι­νό­το­πο πὼς κα­θέ­νας μας εἶ­ναι μό­νος, πὼς κά­θε κομ­μα­τά­κι γῆς ὅ­που κά­θε ἄν­θρω­πος στέ­κε­ται εἶ­ναι ἕ­να ἔ­ρη­μο νη­σὶ μὲ πα­τη­μα­σι­ὲς ἄ­γνω­στων πλα­σμά­των σ΄ ὁ­λό­κλη­ρη τὴν ἀ­κτή. Μιὰ ἢ δυ­ὸ φο­ρὲς σ΄ ὁ­λό­κλη­ρη τὴ ζωὴ ἀ­να­φω­νοῦ­με πὼς γνω­ρί­ζου­με τὰ πα­τή­μα­τα· βλέ­που­με ἀ­κό­μα καὶ βάρ­κες ξέ­νων κα­θὼς βγαί­νουν στὴν ἀ­κτή· δι­α­κρί­νου­με ἀ­νά­με­σα στὴν ἀ­χλὺ ἕ­να γει­το­νι­κὸ νη­σί, κι ἀν­θρώ­πους ποὺ μᾶς μοιά­ζουν νὰ κι­νοῦν­ται ἐ­κεῖ πέ­ρα. Τὴν ἴ­δια νύ­χτα ἡ πλημ­μυ­ρί­δα εἶ­χε σβή­σει κά­θε ἴ­χνος, καὶ νι­ώ­σα­με ἱ­κα­νο­ποί­η­ση, δί­χως νὰ ση­κώ­σου­με κά­ποι­ο νω­θρὸ τη­λε­σκό­πιο κα­τὰ τὸν ὁ­ρί­ζον­τα, οὔ­τε κὰν μὲ σπου­δὴ νὰ πα­ρα­τη­ρή­σου­με τὴν ἄμ­μο στὰ πό­δια μας. (Ἀ­πὸ τὸ «St. Martin’s Summer», στὸ The Heart of England [J. M. Dent 1906], σελ. 131-132.)

Τὸ τε­λευ­ταῖ­ο σκα­λὶ τοῦ Φθι­νό­πω­ρου, σὰν μιὰ συμ­βο­λι­κὴ κα­τα­βα­σία πρὸς τὸν Ἅ­δη, εἶ­ναι ὁ μή­νας-μύ­η­ση στὸ ἐ­περ­χό­με­νο σκο­τά­δι τοῦ Χει­μώ­να, ποὺ στοι­χεῖ στὸ τέ­λος τοῦ φθαρ­τοῦ κό­σμου τῶν αἰ­σθη­τῶν, στὸ τέ­λος τῆς ζω­ῆς, τῆς ζω­ῆς μας. Αὐ­τὴ τὴν ἀ­πώ­λεια, στοὺς πε­ρισ­σό­τε­ρους ἀ­πὸ τοὺς ποι­η­τὲς τοῦ Ἀν­θο­λο­γί­ου μας, τὴν ντύ­νουν εἰ­κό­νες τῆς φθί­νου­σας φθι­νο­πω­ρι­νῆς φύ­σης, ἀλ­λὰ πί­σω ἀ­πὸ αὐ­τὲς δη­λώ­νε­ται κά­πο­τε ρη­τὰ καὶ τὸ τέ­λος τῆς ἴ­διας της ἀν­θρώ­πι­νης ζω­ῆς, ποὺ ἄλ­λο­τε ση­μαί­νε­ται πα­ρη­γο­ρη­τι­κὰ σὰν μιὰ ἐ­πι­στρο­φή, τοῦ πάν­τα συγ­κε­κρι­μέ­νου προ­σώ­που, στὴ μη­τέ­ρα γῆ, ὅ­πως στὸ ποί­η­μα τοῦ Χά­ου­σμαν γιὰ τὸν φί­λο του Ντίκ, καὶ ἄλ­λο­τε μὲ τὸν ψυ­χρὸ μη­δε­νι­σμὸ ἑ­νὸς τέ­λους δί­χως τί­πο­τε με­τά ποὺ μά­ται­α τὸ ἀλ­κο­ὸλ καὶ τὸ «that’s life» προ­σπα­θεῖ νὰ ξορ­κί­σει, ὅ­πως στὸ ποί­η­μα τοῦ Σά­ϊ­μον Ἄρ­μι­τέ­η­τζ γιὰ τὴν για­γιὰ τοῦ φί­λου του.

Γιὰ τοὺς ἴ­διους τοὺς ποι­η­τές, ποὺ μο­να­δι­κή τους σχε­δὸν πα­ρη­γο­ριὰ ἔ­χουν τῶν στί­χων τους μιὰ ζω­ με­τὰ στὴ μνή­μη τῶν ἀν­θρώ­πων, ὁ δι­κός μας Τά­σος Λει­βα­δί­της εἶ­ναι ἀ­πα­ρη­γό­ρη­τος, κα­θὼς ὁ «Ἄ­νε­μος τοῦ Νο­εμ­βρί­ου» στὰ Χει­ρό­γρα­φα τοῦ Φθι­νο­πώ­ρου του, συμ­πα­ρα­σύ­ρει στὸ πέ­ρα­σμά του καὶ ὅ­λα τα γρα­πτὰ ση­μά­δια τῆς ὕ­παρ­ξής τους:

Τώρα ὅμως βράδιασε. Ἂς κλείσουμε τὴν πόρτα κι ἂς κατεβάσουμε τὶς κουρτίνες
γιατί ἦρθε ὁ καιρὸς τῶν ἀπολογισμῶν. Τί κάναμε στὴ ζωή μας; Ποιοί εἴμαστε; Γιατί ἐσὺ καὶ ὄχι ἐγώ;

Καιρὸ τώρα δὲ χτύπησε κανεὶς τὴν πόρτα μας κι ὁ ταχυδρόμος ἔχει αἰῶνες νὰ φανεῖ. Ἄ, πόσα γράμματα, πόσα ποιήματα
ποὺ τὰ πῆρε ὁ ἄνεμος τοῦ Νοεμβρίου […]

Ὥσπου στὸ τέλος δὲ μένει παρὰ μιὰ θολὴ ἀνάμνηση ἀπὸ τὸ παρελθὸν (πότε ζήσαμε;)
καὶ κάθε ποὺ ἔρχεται ἡ ἄνοιξη κλαίω γιατί σὲ λίγο θὰ φύγουμε καὶ κανεὶς δὲ θὰ μᾶς θυμηθεῖ.

(«Ἄνεμος τοῦ Νοεμβρίου»)

Κα­νείς;

Ὄ­χι! Θὰ φω­νά­ξει μιὰ ζεί­δω­ρη ἀ­φρο­α­με­ρι­κα­νί­δα ποι­ή­τρια, ἀ­πὸ τὸ ἑλ­λη­νό­πνευ­στο Ἄ­κρον τοῦ Ὀ­χά­ι­ο, ἡ Ρί­τα Ντάβ, ὅ­ταν ἀ­πὸ τὸν βυ­θὸ μιᾶς γερ­μα­νι­κῆς ποι­η­τι­κῆς μαυ­ρί­λας προ­γεύ­ε­ται μὲ τὸ κορ­μὶ καὶ τὴν ψυ­χή της τὸ Ἄ­κρον μιᾶς ἐ­περ­χό­με­νης Ἄ­νοι­ξης τοῦ με­τά καὶ τὸ ὑ­μνεῖ

μὲ ἕ­να φορ­τί­ο σαν­τού­ρια…

Ἔ­τσι τώ­ρα καὶ ἀ­πὸ μᾶς γιὰ τὴν Ἔ­λε­να:
ἂς εἶναι ἡ Ἄ­νοι­ξη τῆς Μνή­μης!

Ν.Κ. & Γ.Π.

(περισσότερα…)

Δημήτρης Καρακίτσος, Ποιήματα για τον τριχομούρη Φίοντορ Γεφτίτσεφ, άνθρωπο του τσίρκου, σε ελαφρώς λοξό και ελεγειακό τόνο

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ

ΑΠΟ ΤΑ ΠΑΙΔΙΚΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΟΥ ΦΙΟΝΤΟΡ ΓΕΦΤΙΤΣΕΦ

ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΓΕΝΝΗΣΗΣ ΤΟΥ ΔΥΟ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Η ΚΑΤΑΡΑ ΤΗΣ ΑΡΚΟΥΔΑΣ
(παιδικό τραγούδι)

Άρκτος μία γερασμένη, ραχιτική και διψασμένη
Απ’ το πηγάδι –ω! ω!– θέλησε να πιει νερό.

Αλλά άγαρμπα ο Λιόσα, κι ας τη βλέπει διψασμένη
Την αρκούδα εμποδίζει: «Όχι, δεν θα πιεις νερό!» – χθες μου κόψαν τον μισθό!»

«Παραγιέ αχ μην κακιώνεις, έλεος, είμαι διψασμένη
Αν σ’ αδίκησαν δεν ξέρω, άσε με να πιω νερό». (περισσότερα…)

Κώστας Ζωτόπουλος, Δύο ποιήματα

 

Κατάστημα κουμπιών

Είδε τη μητέρα του στην οδό Κολοκοτρώνη
να μπαίνει σε κατάστημα κουμπιών.
Πριν τη φτάσει, αυτή βγήκε και βαδίζοντας αργά
εισήλθε στο επόμενο κατάστημα.
Παρόλο που είχε επιταχύνει το βήμα,
δεν κατόρθωνε να την προσεγγίσει,
μαγικά η απόσταση έμενε ίδια,
κι αδυνατούσε να διαπιστώσει
αν όντως ήταν εκείνη. (περισσότερα…)

Νικολέτα Κούτη, Γεύμα στο πάρκο

800px-Edouard_Manet_-_Luncheon_on_the_Grass_-_Google_Art_Project

Γεύμα στο πάρκο

Ένας ποιητής, σκυφτός στην άκρη του εστιατορίου
Πίνοντας μια κόκκινη γουλιά
Αναλογίζεται
Πώς να ηχούν οι ήχοι από τα μαχαιροπίρουνα
Στ’ αυτιά εκείνου του αστέγου που ευτυχώς πρόλαβε τη θέση στο παγκάκι.
Τουλάχιστον, σκέφτηκε, θα έχει τα τζιτζίκια παρέα το καλοκαίρι,
Και ίσως να πιάνουν και καμιά ψιλοκουβέντα.
Ξέρει πάντως πως όταν σηκωθεί από το μαγαζί,
Θα διασχίσει το πάρκο γυρνώντας το βλέμμα του γρήγορα,
Και θα ψάξει την χώνεψη από το φιλέ μινιόν
Σ’ ένα στέκι με ακριβό ουίσκι
Και άλλους διανοούμενους να συζητούν
Την αδικία της ζωής.
Έπειτα θα επιστρέψει σπίτι του,
Και θα γράψει
Ένα θριαμβευτικό ποίημα για την βαριά μελαγχολία του στην όψη εκείνου του ανθρώπου.
Βέβαια δεν θα αναφέρει ότι ούτε την μυρουδιά του δεν άντεξε
Ούτε τα άπλυτα μαλλιά του να κοιτάξει.
Σίγουρα όμως εκτελεί το χρέος του,
Και γι’ αυτό, θα ανάψει ένα πούρο σκεπτόμενος.

ΝΙΚΟΛΕΤΑ ΚΟΥΤΗ


(Πίνακας: Edouard Manet, Le déjeuner sur l’herbe)

W. B. Yeats, Πολιτικά ποιήματα (εισαγωγή-μετάφραση Κώστας Κουτσουρέλης)

Με μία έννοια, όλο το έργο του W. B. Yeats είναι πολιτικό. Ταγμένος από την πρώτη του νεότητα στον σκοπό της πολιτιστικής και πολιτικής αφύπνισης των Ιρλανδών, ο ποιητής εκτός από γεννάρχης της νεώτερης ποίησης της χώρας του, υπήρξε αρχηγέτης του κινήματος της Κελτικής Αναγέννησης, δημιουργός του σύγχρονου ιρλανδικού θεάτρου, βάρδος του αγώνα για την εθνική ανεξαρτησία.

Όμως και πολιτικά ποιήματα με τη στενή έννοια του όρου, ο Γέητς στη διάρκεια της ζωής του έγραψε πολλά. Κάποια, όπως το περίφημο «Πάσχα 1916», ανήκουν στα εμβληματικότερα του έργου του, ιστορούν την περίφημη εξέγερση εκείνης της χρονιάς που πνίγηκε στο αίμα από τους Άγγλους αλλά άνοιξε τον δρόμο στην ίδρυση του Ιρλανδικού Κράτους λίγα χρόνια αργότερα. Άλλα είναι πολιτικά με άλλο τρόπο, απηχούν την οργή του ποιητή για την στενόμυαλη στάση κάποιων συμπατριωτών του απέναντι στις προσπαθειές του ίδιου και των συνεργατών του, ιδίως στο θέατρο. Ιδιαίτερα σκληρή, κάποτε μαστιγωτική, είναι η κριτική που ο Γέητς ασκεί στον λαό και τις κακές του συνήθειες. Από τους στίχους του περνά όλη η ιρλανδική ιστορία των πρώτων δεκαετιών του 20ού αιώνα: ο αγώνας για την πνευματική ανόρθωση, το 1916, ο πικρός Εμφύλιος που ακολούθησε την κήρυξη της Ανεξαρτησίας, η απογοήτευση από τη διαπίστωση ότι και η ελεύθερη Ιρλανδία δεν στάθηκε στο ύψος που οι δημιουργοί της οραματίστηκαν.

(περισσότερα…)

Τόνια Κοβαλένκο, Ποιήματα

 

Κοινωνική δικτύωση

Αυτή η καταραμένη μοναξιά
πώς μασκαρεύεται σε πλήθος
και νομίζεις ότι βρήκες
τους ομοίους σου
ότι βλέπετε με τα ίδια μάτια
το ξημέρωμα
ακούτε τη βροχή
με τα ίδια αυτιά
κι ανατριχιάζετε παρέα
στον ίδιο αέρα. (περισσότερα…)

Κωνσταντίνος Χρυσόγελος, Μάτι

]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]]ΜΑΤΙ

]]]]]]Απόκοπος, κοιμήθηκα λιγάκι,
και τότε βλέπω τέρας κι εφιάλτη:
μια κόκκινη γραμμή που δεν τελειώνει,
μα κτήνος σαν ατάιστο καλπάζει.
καταβροχθίζει δέντρα, σπίτια, δρόμους,
και δίχως σάρκα ανθρώπινη δεν παύει.
Και σκέφτηκα: «Τα μάτια μου ματώνουν».
και μάταια δάκρυα μ’ έκαψαν ώς χίλια.

]]]]]]«Ξυπνάτε με», φωνάζω, κι ας μονάχος
στο μαύρο τούτο τίποτα που μένει.
Ένα κενό. Κουλουριαστός σαν φίδι
τη λύτρωση του ξύπνιου μου προσμένω.
Στο δέρμα χίλιοι τόσοι σατανάδες
τα χέρια τους απλώνουν: «Μίλησέ μας!»
Τον ύπνο αναζητώ μέσα στον ύπνο.
Όλα θα ’χουν τελειώσει πριν ξυπνήσω.

]]]]]]Και μια φωνή πανάλαφρη μ’ αγγίζει,
αγγέλου σαν νεόκοπου, που ψάχνει
τον δρόμο του παράδεισου και κλαίει.
«Μικρέ, γιατί τη λήθη μου αποδιώχνεις;
Δεν φταίω εγώ, λοιπόν τι με ταράζεις;
Τεσσάρων και τριάντα χρόνων βάρος
―τόσο φορτίο μέχρι εδώ σηκώνω―
ν’ αντιπαλέψει πώς με τους αιώνες;»

]]]]]]«Συγχώρεσε του πόνου μου το θάρρος,
μα δεν συγκράτησα παρά μια ζέστη
και μια υγρασία φοβερή, σαν βρόχο
στην άβγαλτη φωνή μου. Μα έλα, πες μου,
τη σκάλα που οδηγεί στον πάνω κόσμο
πώς είναι να τη βρω; Ξέρεις τι θέλω,
στους ζωντανούς νέο χαράς να φέρω,
πως οδηγός και βοηθός θα στέκω
όταν τον δρόμο της ζωής δεν βρίσκουν».

]]]]]]Και σκέφτομαι, πια δρόμος δεν υπάρχει,
γιατί τ’ αφτιά μας σαν οχιάς κουφαίνουν.
Κι οι κήποι μας ασφόδελους δεν έχουν,
μ’ αγάπανθους και σμάρια από κηφήνες.
Δεν φτάνει ο λόγος σας. Είμαστε μόνοι.
Απόκριση ζητούσα να του δώσω,
μα πριν προφτάσω ξύπνησα. Και τώρα
καμώνομαι πως δεν καλοθυμάμαι.
Αναίσθητος σαφώς, ίσως κοιμάμαι.

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΧΡΥΣΟΓΕΛΟΣ

Δαυΐδ Μπάκας, Τρία ποιήματα

 

Ο παίχτης κι ο μάρτυρας

Ακούει τ’ όνομα του
από την μεθυσμένη εξέδρα.
Νομίζει πως είναι αστέρι
που εξορίστηκε στη γη.

Ακούει το τροπάρι του
από χορούς αγγέλων.
Υποκλίνεται στην αγάπη
που κρεμάστηκε στο ξύλο.

Πάροικοι

Κι από τα κρίνα του αγρού
κι από τα ρόδα της αυγής
πιο πάροικοι
και στοίβες τα γραμμάτια
να σπαρταρούν
να κλαίγονται
στο νοίκι του ελέους
ψυχές μετέωρες
μετέωρα μπαλόνια
σε μαρμαρένια αλώνια

Της κλεψύδρας

Λοξά σε κοιτάζει
η κλεψύδρα σου.

Κάποτε ποτάμι σιγανό
στις φλέβες του ονείρου
κύλησε η ζωή σου.

Κι άλλοτε ζαρκάδι
κυνηγημένο από λύκο
πού ’τρεξε για να σωθεί
πέρα από το δάσος του θανάτου.

Φωτογραφίες
που δεν πάγωσε ο χρόνος
όσο κι αν προσπάθησες.

ΔΑΥΪΔ ΜΠΑΚΑΣ

 

 

Μαρία Δαλαμήτρου, Εμπρόθεσμο (παντούμ)

(επίθετο, τριγενές και τρικατάληκτο, με οικτρή κατάληξη,
ωστόσο, όταν το αρχικό πρόθεμα μεταβάλλεται σε εκ-)

Νησιά μεγαλώνουν κουφάρια σε σέπια
τα λόγια που είπες, αυτά που δεν είπες
στους βράχους αφρίζουν γοβιοί δίχως λέπια
σφουγγάρι η νύχτα στης μέρας τις λύπες. (περισσότερα…)

Αντώνης Μπαλασόπουλος, Ποιήματα

 

Ο τζίτζικας

Από την σκοτεινή γη
στο πολλαπλασιασμένο επί πέντε
φως του Ιούλη, ο τζίτζικας
τρελαίνεται σαν τον δεσμώτη
της πλατωνικής σπηλιάς
που αντικρίζει τον ήλιο
πρώτη φορά. Η τρέλα του
είναι τραγούδι ως το θάνατο, (περισσότερα…)