ΝΠ | Ποίηση

Πέτρος Φωκιανός, Λεωφόρος Συγγρού

img_02561

Λεωφόρος Συγγρού

Ι.

Στην λεωφόρο Συγγρού βρέθηκε ένα κουφάρι.
Ένα εντελώς κουφαριασμένο κουφάρι,
που το ‘χαν αφήσει να κουφαριάζει από καιρό
κι όταν κουφάριασε καλά,
περνάγανε κουφάρια και το βλέπανε.
Θαύμαζαν την όψη του,
την στάση που είχε διατηρήσει κατά την πτώση,
το σχήμα που άφηνε ο λεκές.

Ήταν το καλύτερο κουφάρι που είχε να επιδείξει η πολιτεία.

ΙΙ.

Η λεωφόρος Συγγρού είναι ο κατάλληλος δρόμος να καταστείς κουφάρι.
Δεν έχεις παρά να επιλέξεις το ιδανικό κτήριο.
Την ώρα της πτώσης θα ευθυγραμμίσεις χέρια και πόδια με το κενό.
Λίγο πριν σκάσεις στην άσφαλτο,
φέρε το σώμα σου στην πιο ακραία θέση.
Μέχρι ο νους σου να διαρρήξει τους συνδέσμους,
οι φυσικοί νόμοι θα έχουν φροντίσει για αυτό.

Τότε θα καταστείς κουφάρι.

 

Επίλεξε το σημείο της πτώσης σου σωστά.
Ένας θάνατος δίπλα στην θάλασσα φαντάζει ελκυστικός.
Ο θάνατος στην λεωφόρο Συγγρού δεν σου προσφέρει εκείνες τις χαρές.
Οι γιατροί δεν εκτιμούν την πτώση του σχοινοβάτη·
φροντίζουν να σπάνε τον χορευτικό κλοιό.
Πρέπει να ξέρεις από μπαλετικούς όρους
για να εκτιμήσεις ένα σώμα που πέφτει.

Το κουφάρι για να ανθίσει θέλει τον χρόνο του
κι όταν του τον προσφέρεις, αυτό θα σε ανταμείψει.

Στην λεωφόρο Συγγρού, τα καλύτερα κουφάρια
τα κλέβουν λήσταρχοι και απατηλά στοιχεία.
Αν στην προσγείωση αποδειχθείς αρκούντως επιδέξιος,
θα βρεθείς κρυμμένος σε μία γυάλινη βιτρίνα.
Τα βράδια θα σε αφήνουν να γυροφέρνεις στις υπόγειες διαβάσεις,
να ηδονίζεσαι στα στριπτιζάδικα
και να σκαρφαλώνεις στις κορυφές από τα κτήρια
για να ασπαστείς την μορφή σου αφ’ υψηλού.

Πρέπει πάντα να επιστρέφεις στην προθήκη.
Το νου σου!

Είσαι το καλύτερο κουφάρι που έχει να επιδείξει η πολιτεία μας.

2020

ΠΕΤΡΟΣ ΦΩΚΙΑΝΟΣ

Λάμπρος Λαρέλης, Κόμμα ελληνικό

mpost

 

 

 

 

 

 

 

 

~.~

 

ΚΟΜΜΑ ΕΛΛΗΝΙΚΟ

Τώρα που θα φύγω και θα πάω στα ξένα,
δέντρο που ξερίζωσαν του καιρού οι ανέμοι,
άφησέ με νά ’χω κάτι κι από σένα,
παρδαλή πατρίδα εξαχρειωμένη,
άφησε μαζί μου σουβενίρ να πάρω
για όσες πίκρες μού ’δωσες, κάθε σου χτικιό,
σουβενίρ της λέρας, της βλακείας καπάρο,
μόνο λίγο κόμμα, κόμμα ελληνικό.

Κόμμα αναστημένο μες στα βουρκονέρια,
κόμμα βουτηγμένο στην ψευτιά, στη φτήνια,
κόμμα ταϊσμένο με λογής ξεφτέρια,
κόμμα που σημαία το ’χουν τα σαΐνια,
γαλανό και πράσινο κι ερυθρό κοπάδι
που όλο ατσιδοσύνη ζέχνει κι εμετό,
κόμμα που την κάλπη του έστησε στον Άδη
κι ο Αρχηγός του ανέτειλε απ’ τον οχετό.

Κόμμα που όλα γύρω τα ’χει κάνει στάχτη,
που όσα όρθια στέκαν τά ’χει όλα γκρεμίσει,
τ’ άγια που έχει θάψει μέσα στην απάτη
κι έχει όλα τα τίμια στην κοπριά κυλήσει
από την Ακρόπολη ώς το Εικοσιένα,
που έχει κάνει σούργελο κάθε προκοπή,
κόμμα που ένα κόμισε δώρο στον καθένα:
αναγούλα κι όνειδος, πόζα και πομπή.

Το έμβλημά σου, κόμμα μου, πάνω στο ψυγείο
να κολλήσω θέλω, άθλιο θυμητάρι,
κι όταν θα σε βλέπω, μ’ ένα γέλιο κρύο
να χλευάζω ολόκαρδα την αισχρή σου χάρη.
Η δική σου η θέα να με αηδιάζει
κι όσο κι αν πεινάσω, όσο κι αν διψώ,
μια ματιά στην όψη σου λες θα με προστάζει
πίσω στην Ελλάδα να μην ξαναρθώ.

Κι αν το ριζικό μου –κωμικό το μαύρο–
άθελά μου κάποτε με γυρίσει πίσω,
τη στερνή μου εκδίκηση μέσα σου εγώ θά ’βρω
όλη αυτή τη βρώμα σου, κόμμα, αν αυγατίσω.
Μες στον σκουπιδώνα σου μόνο να πεθάνω,
τίποτα δεν ξέρω πιο λυτρωτικό,
να σαπίσω σύγκορμος στη σαπίλα επάνω,
κόμμα άθλιο πτώμα, πτώμα ελληνικό.

ΛΑΜΠΡΟΣ ΛΑΡΕΛΗΣ

 

 

Ελένη Χαϊμάνη, Αντίφωνα

modigl

 

«Να σε βλέπω μισή να περνάς
στο νερό
και μισή να σε κλαίω
μες τον παράδεισο.»
Ο. ΕΛΥΤΗΣ, ΜΟΝΟΓΡΑΜΜΑ

Μην με κοιτάξεις σα περνώ ασυγκράτητα, μ’ ορμή
και σπρώχνω τους περαστικούς στις γειτονιές
της πόλης. Τίποτα πια δεν θα ’ναι ίδιο, μα
ένας καινούργιος κόσμος, εχθρικός, αγνώριστος
που θα τον επιβλέπω, με περιέργεια περισσή,
προσεχτικά, μέσα απ’ τα μικρά μου
τετράγωνα παράθυρα.
Κι αν υπάρχει λίγη λογική στον παραλογισμό μου,
αν κι εκείνος στην λογική μου εμφανίζεται ξανά
κι υπάρχει, καταρρίπτεται περίτρανα το κύρος
της Αλήθειας· η αλήθεια μετατρέπεται σ’ υπόθεση
υποκειμενική,
και πλέον κομματιάζεται σε τόσες πολλές αλήθειες
όσα και τα υποκείμενα που θα την πουν,
χωρίς καμία από δαύτες να θεωρηθεί πως
αντιπροσωπεύει την Μία και μοναδική μου Αλήθεια.
Εδώ, αφοσιωμένη στην δουλειά, εργάζομαι μονάχη
δίχως επαφές από τον έξω κόσμο, ανεπηρέαστη
άγρια και κάπως απλησίαστη.
Δημιουργώ επίπεδα, όγκους, χρώματα ‒ τόπο και
χρόνο δηλαδή, με την βοήθεια τ’ ανέσπερου φωτός,
σ’ ένα μνημείο, εξαίσιο, της αγάπης.
Παρ’ όλη την αφάνταστη σκληρότητα και αδιαφορία
είχα πάντοτε σωστή την αίσθηση του ωραίου,
το πάθος του δωρικού ρυθμού.
Πολλά χρόνια χρειάστηκαν, 22 χιλιάδες άνθρωποι
πέρασαν στην ζωή μου για να χτιστεί· και το ’φτιαξα
με δέος, όπως πηγαίνεις έπειτ’ από πολύ καιρό κοντά
σε πράγματα, πρόσωπ’ αγαπημένα που ζητάς
να μην βρεις μπροστά σου αλλαγμένα, κουρασμένα
ή κάπως γερασμένα.
Έτσι, την φιγούρα τη φαντάζομαι όχι περιορισμένη
σε μια επιφάνεια στενή, αλλά γαλάζια
να υψώνεται μέσα, ψηλά στο Σύμπαν,
όπως μεγαλειώδης και κυρίαρχη είναι κι η θάλασσα,
που σα μνημείο διαλαλεί τη μνήμη
με την έκτυπη μαρμαρένια της φόρμα
που την ζωντάνεψα, μ’ αίμα πληθωρικό.
Τι να ψιθυρίζει· τι να φωνάζει,
πώς να κινείται ή και να τρέμει·
αν ησυχάζει, αν ονειρεύεται πάνω στις επιφάνειες
‒ και κάτω από αυτές,
στους ανεπαίσθητους κυματισμούς μου,
στις δυνατές μου εξάρσεις…
Κάποια στιγμή θα τρελαθώ, και θα σταθώ
μπρός απ’ την θάλασσά σου,
με το μισό μου κορμί θα περπατώ τα νερά της
αμίλητη και σοβαρή
φωνάζοντας στεντόρεια
το επίγειο όνομά σου:

«… Σ΄ αγαπώ , μ’ ακούς;
………………………………………………………Πάντοτε σε θυμάμαι!»

κι εφτά φορές θα ’ν’ η απάντηση σκληρή:
«Παντοτινά κοιμάμαι, ,…………………………………………………………………
………………………………….παντοτινά κοιμάμαι, …………………………………
……………………………………………………………………παντοτινά κοιμάμαι,
παντοτινά κοιμάμαι, ……………………………………………………………….
………………………………….παντοτινά κοιμάμαι, ………………………………..
……………………………………………………………………παντοτινά κοιμάμαι,
παντοτινά κοιμάμαι, …………………………………
……………………..παντοτινά…»

ΕΛΕΝΗ ΧΑΪΜΑΝΗ

 

Οι Συγγραφείς και οι Συρραφείς: Μια επίκαιρη σατιρική ανθολογία

lllogoklop

Έντεχνα Πάθη… Η μικρή αυτή σατιρική ανθολογία βάζει στο στόχαστρό της το απίθανο τσίρκο της λογοτεχνικής μας ζωής, τα κωμικά του επεισόδια (ιδίως αυτά των τελευταίων ημερών…) και τους διαβόητους πρωταγωνιστές τους. Γράφουν, κατ’ αλφαβητική σειρά, οι Γιάννης Κυριαζής, Λάμπρος Λαρέλης, Γιάννης Μπελεσιώτης (άλλως Στιχάκιας), Γιώργος Μπλάνας, Γιάννης Πατίλης, Νίκος Σαραντάκος και Δημήτρης Ε. Σολδάτος. Πλην εκείνων των Γ. Κυριαζή, Λ. Λαρέλη και Γ. Πατίλη, τα υπόλοιπα ποιήματα είναι ανέκδοτα ή έχουν παρουσιαστεί ώς τώρα μόνο στο facebook. (Επιμέλεια Κ.Κ.)

~.~

Γιάννης Κυριαζής

ΛΟΓΟΚΛΟΠΗΣ ΕΓΚΩΜΙΟΝ

Η έμπνευσή μου είναι λίγη
δεμένη η γλώσσα προ πολλού
μα υποτάσσομαι στα ρίγη
της φήμης μου του ποιητού.

Τι κι αν μια σκέψη δε διαθέτω
κι αν το χαρτί είναι καθαρό,
θα το γεμίσω εν χρόνω ευθέτω
με στίχους άλλων που θα βρω.

Είναι τα όρια μπερδεμένα
κρυπτομνησίας-λογοκλοπής…
Πριν να τα βρούνε, τα κλεμμένα
δικά μου κάνω, άνευ ντροπής.

Ποιήματα ολόκληρα, στιχάκια,
περικοπές και γνωμικά,
μεταφρασμένα ξένα αρθράκια:
αγύριστα και …δανεικά.

Κι άμα πρωτόλειο μου πέσει
στα χέρια, νέου δημιουργού,
θα λέω πάντα «δε μ’ αρέσει»
και θα τo κλέβω κι αυτουνού.

Άλλα αυτούσια θα τα παίρνω,
σ’ άλλα θα κάνω συρραφή
και από κάτω τους θα σέρνω
φαρδιά πλατιά υπογραφή.

Θα τα τυπώνω, θα τα εκδίδω,
θα με προβάλλουν, θα με υμνούν
μαθήματα θα παραδίδω ‒
κι όλοι θα με χειροκροτούν.

Θα ’ρθει κοινό να με θαυμάσει
ομιλητή των αιθουσών…
θα κάνουν τόπο να περάσει
ο ευνοημένος των Μουσών.

Μόνο τα βράδια στο σκοτάδι
νεκροί κι αγέννητοι ποιητές
θα με δικάζουνε ομάδι
που κλέβω φως απ’ τις σκιές…

Χρονοθύελλα, 2012

~.~

Λάμπρος Λαρέλης

ΣΕ ΚΡΙΤΙΚΟ ΚΑΘ’ ΟΛΑ ΣΥΝΕΠΗ

Οι λογοκλέφτες σού ’τανε καρφί στο μάτι,
με τους αγύρτες, α, δεν είχες κολιγιές,
ήσουν των κλόουν και των τρα-λα-λά ο φονεύς.
Τώρα ζαχάρωσες· σαν του Χατζηαβάτη
έγινε η γλώσσα σου κομψή και ντελικάτη
και γλυκογλείφει όσους πίκραινε ώς χθες.

Vita poetica, 2016

~ . ~

Γιάννης Μπελεσιώτης

ΜΙΑ ΜΙΚΡΗ ΑΝΑΠΟΔΙΑ

Δικά μου οι στίχοι από το αίμα μου παιδιά
Δικές μου οι σκέψεις που ’χω έντεχνα συ(γγ)ράψει
Έτυχε ωστόσο μια μικρή αναποδιά
Και κάποιος άλλος, πριν, τα έχει υπογράψει

Εγώ είμαι πάντα στη ζωή μου συνετός
Πριν γράψω κάτι, ασφαλώς, το διασταυρώνω
Λάθος με ψέγουν θα το δείξει ο καιρός
Αυτή τη σύνεση που είπα πριν πληρώνω

Δε βρίσκουν τόπο οι κεραυνοί στην ξαστεριά
Τι λόγο να ’χω ή ποιο κίνητρο να κλέψω
(Τα λέω ‒δεν παίζομαι!‒ με τέτοια σιγουριά
Που κινδυνεύω ώς κι εγώ να τα πιστέψω)

1.7.2020

~.~

Γιώργος Μπλάνας

ΣΟΝΕΤΟ (ΓΙΑ ΠΟΙΗΤΗ ΚΑΙ ΔΙΕYΘΥΝΤΗ
ΠΟΙΗΤΙΚΗΣ ΣΕΙΡΑΣ) ΤΗΣ ΣΥΜΦΟΡΑΣ

Αλίμονο σ’ εκείνους που θα δούνε
του βλαβερού τα μούτρα, όταν διαβάζει
τη νέα συλλογή τους και σπαράζει
το μπλάβο χείλι του· θα φοβηθούνε

και θ’ απορήσουν πώς μπορεί τ’ ωραίο
τέτοια ζημιά σε άνθρωπο να κάνει:
το μάτι από τη ζήλια σαν ροδάνι
τρελά να φέρνει βόλτες, το μοιραίο

να λες πως θα τον βρει απ’ ώρα σ’ ώρα.
Θάρρος! Για ενός ασήμαντου τη χάρη
να μη τους πάρει η μαύρη κατηφόρα

και πάψουνε να γράφουν. Το πουλάρι
που καμωνότανε πως ήταν, τώρα
θυμίζει ξεσαμάρωτο μουλάρι.

2019

~.~

Γιάννης Πατίλης

ΕΝΤΕΧΝΑ ΠΑΘΗ

Απ’ τα Μεγάλα Πάθη της Λογοτεχνίας
με γοητεύουν των Λογοτεχνών τα Πάθη
κρυφές (δημόσιες) σχέσεις του αλκοόλ τα βάθη
καταραμένο Άνθος της Κλεπτομανίας

Θρεμμένο από τους ψεκασμούς της Θεωρίας
δίνει ζωή (εκδοτική) σ’ όποιον ’μαράθη
γραμμάτων πόθος για ένα γρήγορο καλάθι
από την κούρα ντεμοντέ Πρωτοτυπίας

Μίδας μεταμοντέρνος με ό,τι ξένο πιάνει
ο Λογοκλόπος δεν μπορεί να συνταιριάξει
– θέλει δε θέλει ολοδικό του θα το κάνει!

Πάθος για Λίγους! Πανδημία αν δεν υπάρξει
μια εταιρεία λογοτεχνών να κλείσει στόματα
σ’ ένα Συνέδριο (δίχως κείμενα κι ονόματα)

Αύγουστος 2015

Από τη σειρά «Σονέτα με σημαία ευκαιρίας». Δημοσιεύτηκε
στον τόμο της Εταιρείας Συγγραφέων, Τα Πάθη στη Λογοτεχνία,
Εκδόσεις Καστανιώτη – Εταιρεία Συγγραφέων, 2016.

~.~

Νίκος Σαραντάκος

ΣΤΑΜΑΤΗΜΑ

Φίλος μου, λόγιος δεινός, για γλώσσα που ενδιαφέρεται,
ρωτούσε η λέξη «συγγραφεύς» πώς τάχα να προφέρεται.

Η έρρινη η προφορά η παραδεδομένη,
ραγδαία τώρα υποχωρεί και άρρινη απομένει.

Άλλοι προφέρουν «συγκραφεύς», σα νά ’λεγαν αγκράφα,
κάποιοι το λένε «συγραφεύς», λες κι έτσι θα το γράφαν.

Το δίλημμα έλυσε λαμπρά στο Βήμα συνεργάτης,
με μία μέθοδο σοφή, που κάποιοι είπαν απάτη.

Κείμενα παίρνει αγγλικά, τα στραβομεταφράζει,
κόβει δυο φράσεις από εδώ, εκεί μι’ ατάκα ράβει

Και το δυσκολοπρόφερτο αυτό το «συγγραφέας»
τώρα εκσυγχρονίστηκε κι έγινε «συρραφέας»!

facebook, 2.7.2020

~.~

Δημήτρης Ε. Σολδάτος

ΓΙΑΤΙ ΝΑ ΚΛΕΒΕΙ Ο ΒΛΑΒΙΑΝΟΣ;

Στον Κώστα Κουτσουρέλη

Γρίφο μεγάλο κληθήκαν οι ποιητές να λύσουν,
π’ ούτε ένας μέχρι σήμερα δεν μπόρεσε να λύσει.
Αν αποτύχουν, θα ’πρεπε για πάντα να σιωπήσουν
προτού το μέγα ερώτημα την σκέψη τους διαλύσει.

«Γιατί να κλέβει ο Βλαβιανός;» Ιδού η απορία!
Τι τον ωθεί στην πράξη αυτή; Τόσος μεγάλος κόπος
για να γραφτεί με γράμματα χρυσά στην Ιστορία
ουδόλως – φευ! – σαν ποιητής αλλά ως λογοκλόπος;

Εκεί, προς το δημοτικό, ξύλο πολύ είχε φάει
απ’ τον μπαμπούλα δάσκαλο, απ’ τα παιδιά στην μπάλα;
Στα νιάτα του χυλόπιτες; Να δοξαστεί ζητάει
κλέβοντας, όπως τού ’κλεψαν κι οι άλλοι όλα τ’ άλλα;

Γιατί να κλέβει ο Βλαβιανός, αφού τον ξεφωνίζουν
οι πάντες; Ή μην τάχατες αυτό ήθελε – ωιμένα:
οι πάντες τα βιβλία του πάντα να ξεφυλλίζουν
μετά δεούσης προσοχής να βρούνε τα κλεμμένα;

Γιατί να κλέβει ο Βλαβιανός; Ο Κώστας Κουτσουρέλης
στον «Φάκελο Λογοκλοπή», του Νέου Πλανοδίου,
την τρίχα σου σαν κάγκελο σηκώνει, θες δεν θέλεις –
βρίσκει περσότερες κλεψιές κι απ’ του… Βατοπεδίου!

Γιατί να κλέβει ο Βλαβιανός; Για πλάκα να Googl-άρεις
έναν και μόνον στίχο του, παίζει να είν’ κλεμμένος!
Γιατί να κλέβει ο Βλαβιανός; Το επώνυμό του αν πάρεις,
θα βρεις μια βλάβη! Πιθανόν να είναι και βλαμμένος;

Μπα! Ποιος βλαμμένος έδρεψε αμέτρητα βραβεία
για όλα όσα έκλεψε κι εκείνα που θα κλέψει;
Ποιος την δημοσιότητα την έκανε συμβία
τόσο, που ίσως το Νομπέλ κι εκείνο να το δρέψει;

Μα, ναι! Βλαμμέν’ είμαστε εμείς, που γράφουμε δικά μας
ποιήματα! Το σκέφτομαι πρώτη φορά μου, μάλλον:
αντί να σπάμε ολημερίς για στίχους τα μυαλά μας,
δεν θα ’ταν προτιμότερο να κλέβαμε των άλλων;

«Μα, Βλαβιανοί να γίνουμε;» θα με ρωτήσει κάποιος.
«Η Ιδέα της ποιήσεως ιερή κι όχι χυδαία!»
θα πει ένας άλλος, ηθικός – απ’ όλους ο πιο σάπιος.
Να κλέψουμε τον Βλαβιανό, ρε μάγκες, είν’ η ιδέα!

«Κι αν κλέβοντας τον Βλαβιανό, κλέψουμε κάποιον άλλο
που έκλεψε ο Βλαβιανός, δεν θα ’ναι αδικία;»
Ω, δεν το είχα αυτό σκεφτεί! Άσ’ το να πάει στο διάλο –
δεν κλέβεται ο Βλαβιανός, αυτή ’ν’ η μαλακία!

20.6.2020

Ἠλίας Κεφάλας, Ποιήματα

iliaskefalas

 

Η ΕΡΗΜΗ ΦΩΝΗ

Τί ἐρημιὰ σκεπάζει τὴ φωνή σου
Καθὼς ἐπάνω στὶς παράξενες χροιὲς
Στοιβάζονται χαμένες ἡλικίες
Ἄκου ποὺ στὶς ραφές της πένθιμα ἠχοῦν
Ἀναιμικὰ χορτάρια
Ποὺ ὅλα μαυρόκλωνα ἑλίσσονται
Κι ὅλο ψηλώνουν κι ἀποκόβουν
Τὸ πρόσωπό σου ἀπὸ παντοῦ

Μὰ τόσο ἀδούλευτη ξεχάστηκε ἡ φωνή σου
Δὲν ξέρει πῶς νὰ συσταθεῖ
Κι ὅλο κυλάει σὰν νερὸ
Ποὺ χάνεται μόλις ἀφήνει τὴν πηγή του
Γι᾽ αὐτὸ σὲ κλείνουν ἄνυδρα τοπία
Καὶ ἀρχαῖα πουλιὰ ποὺ ἀποδημοῦν

Μὴ μιλᾶς
Ἡ φωνή σου θὰ σπάσει
Καὶ θὰ τὴν πιοῦν μαῦρες ρωγμὲς
Μὴ μιλᾶς
Ἡ φωνή σου θὰ πέσει
Στὶς μοχθηρὲς γλυσίνες τοῦ ἤχου
Κι οἱ ἐπελάσεις τῶν σχημάτων τοῦ βίου
Στὴν ἀρχαία θὰ σὲ τυλίξουν
Ἀτημελησία τους

~.~

ΕΛΛΕΙΨΕΙΣ

Καθισμένος σταυροπόδι στὸ λιβάδι
Διορθώνω παλιὰ ποιήματα

Τριγύρω ἀνθίζουν χαμομήλια
Γάτες παραμονεύουν περιστέρια
Καὶ κάτι φύλλα δέντρων μακρινῶν
Σποραδικὰ πέφτουν μπροστά μου
Καὶ λάμπουν σὰν χαλκὸς

Κοιτάζω καὶ ψάχνω τὸ μαλακὸ χῶμα
Οὔτε μιὰ πέτρα νὰ σπάσω τὰ καρύδια μου
Κοιτάζω καὶ ψάχνω τὸ κουρασμένο μου μυαλὸ
Οὔτε μιὰ λέξη νὰ ταιριάξω
Τὶς ἀστοχίες τοῦ ποιήματος

~.~

ΤΡΑΓΟΥΔΑ ΔΕΝΤΡΟ

Τραγούδα δέντρο
Εἶμαι ὁ μαθητὴς τοῦ ἴσκιου σου
Ὁ μιμητὴς τῆς φωνῆς σου
Ὁ δύτης στὴ θάλασσα τῶν φύλλων σου

Τραγούδα ἥσυχα δέντρο
Εἶμαι ὁ ξενοδόχος τῶν πουλιῶν σου
Ὁ περιποιητὴς τῶν ὁδοιπόρων σου
Ὁ ὑποδεχόμενος τὰ τετράποδά σου

Τραγούδα ἀμέριμνα δέντρο
Ἐπειδὴ ἂν σιωπήσεις
Θὰ σιωπήσει κι ὁ κόσμος
Καὶ τὸ μικρὸ κορίτσι δὲν θὰ ἔλθει
Νὰ κρεμάσει τὴν κούνια του
Στὰ στιβαρὰ κλαδιά σου

Τραγούδα λοιπὸν δέντρο
Εἶσαι τὸ κέντρο τοῦ Γαλαξία μας

~.~

ΔΩΜΑΤΙΟ

Νὰ μὲ προσέχεις ὅταν κλείνομαι
Στὴν βασιλεία σου

Καὶ νὰ μοῦ μιλᾶς
Πότε μ᾽ ἕνα θρόισμα τῆς κουρτίνας
Πότε μ᾽ ἕνα σύρσιμο τῆς παντόφλας
Πότε μ᾽ ἕνα ψιθύρισμα στὸ αὐτὶ
Καὶ πότε πότε
Μ᾽ ἕνα ἀνεπαίσθητο γύρισμα τοὺ πόμολου

Νὰ μοῦ φυλᾶς τὶς σκιὲς
Καὶ νὰ τὶς ἀνασταίνεις

Κι ἂν κάποια βροχὴ δαχτύλων
Πέσει στὰ πλῆκτρα τῆς γραφομηχανῆς
Τότε νὰ γκρεμιστεῖς μαζί μου μὲσα στὸν πάταγο

Τροφὴ νὰ γίνουμε ἀκριβὴ
Στὰ κοφτερὰ σαγόνια τῶν λέξεων

~.~

RAYMOND CARVER (1938-1988)

Ἀπὸ στιγμὴ σὲ στιγμὴ κάτι θὰ γίνει – ἔλεγες
Τὸ χιόνι θὰ μᾶς ἐπιτεθεῖ
Τὸ ἀπόγευμα θὰ φθάσει μαῦρο κι ἀφύσικο
Κάπου μακριὰ θὰ λάμψουν γαλήνιες οἱ λίμνες
Ἐνῶ γιὰ μᾶς τοὺς ποιητὲς δὲν ὑπάρχει
Παρὰ μόνο τὸ σκοτεινὸ δωμάτιο
Καὶ τὰ πουλιὰ ποὺ πετοῦν ἐλεύθερα
Ἀπὸ κράτος σὲ κράτος
Καὶ τὰ ψάρια ποὺ κολυμποῦν διαρκῶς
Μέσα στὰ ὄνειρα
Κι οἱ δύσκολες νύχτες
Μὲ τὰ βιβλία ποὺ πέφτουν ἀπὸ τὸ μαξιλάρι

Ἄκου τὰ βήματα στὸ πεζοδρόμιο
Πῶς κεντοῦν τὶς ἀνησυχίες μας
Ἄκου τὴ βροχὴ ποὺ πέφτει ραγδαία
Καὶ ἠχεῖ στὴν μνήμη σὰν νὰ μὴν ἔπαψε ποτὲ

Ὁ φόβος θὰ μᾶς γονατίσει – ἔλεγες
Γιατὶ μιὰ μέρα θὰ ξυπνήσει τὸ παρελθὸν
Μιὰ μέρα θὰ δοῦμε ὅτι δὲν ἀγαπήσαμε
Ὅσο καὶ ὅπως ἔπρεπε
Κάποια στιγμὴ θὰ συναντηθοῦμε μὲ τοὺς νεκροὺς
Γιὰ νὰ συζητήσουμε μαζί τους κάποια πράγματα
Ὅλοι μας θὰ ζητήσουμε τότε τὸ δίκιο μας
–Ποιὸ δίκιο; –
Κάποτε θ᾽ ἀγανακτήσουμε ποὺ τόσες φορὲς
Ἐπαναλαμβάνουμε ὅτι φοβόμαστε τὸν θάνατο
Κι ἀμέσως μετὰ τὸ ξαναλέμε

Καὶ μόνο-μόνο
Ἂς ἔχουμε μιὰ εὐκαιρία ἀκόμα
Ἔστω μισὴ εὐκαιρία μόνο
Νὰ κάνουμε τὰ ἴδια λάθη καὶ πάλι ἀπ᾽ τὴν ἀρχὴ
Τὰ ἴδια τ᾽ ἀσυγχώρητα λάθη
Τὰ λάθη μας – ἔλεγες

~.~

ΑΡΗΣ ΔΙΚΤΑΙΟΣ

Κοινὴ γὰρ ἡ τύχη τῶν ἀνθρώπων
Καὶ τῶν δημιουργῶν πρωτίστως
Γιατὶ τὸ μέλλον μας δὲν εἶναι τόσο ἀόρατο
Καθὼς πρεσβεύει ὁ Ἰσοκράτης

Ἐπειδὴ ἐσένα ἔχω κατὰ νοῦ
Θλιμμένε ποιητὴ Ἄρη Δικταῖε
Σοῦ εἶχε φέξει ἡ τύχη σου ὅταν ζοῦσες
Καὶ ὄχι μονάχα αὐτὴ
Τὸ δίκιο νὰ εἰπωθεῖ
Συνέβαλε κι ἡ ἱκανότητά σου
Καὶ ἡ σθεναρὴ δουλειὰ
Καὶ ἡ ποιητικὴ σκευὴ
Ποὺ σοῦ ἔδιναν κάθε στιγμὴ
Τὸ ὕψος σου καὶ τὴν πυγμὴ

Ἀλλὰ τί μάταια ποὺ φαίνονται ὅλα αὐτὰ
Ἐπειδὴ τώρα μὲ τοὺς λησμονημένους
Καὶ τοὺς ἀδικημένους περιφέρεσαι
Ὁλοσχερῶς χαμένος στὴν ὁμίχλη

Σὲ ψάχνω ἀλλὰ ὅλο καὶ πιὸ πολὺ
Σβήνει ἡ μορφή σου
Ὅλο καὶ πιὸ πολὺ
Μαραίνονται τὰ καλαμπόκια σου

ΗΛΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΣ
Ἀπὸ τὴν ἀνέκδοτη συλλογὴ «Γραφέας τοῦ φυσικοῦ ἔπους» 

Κώστας Ζωτόπουλος, Οδός Καλαμιώτου

papadiamantis-νιρβάνας

-Ι-

Οδός Καλαμιώτου

Ο Νιρβάνας, μαθητής νεαρός,
δεν γνώριζε ποιος ήταν ο κύριος Αλέξανδρος.
Σκιαθίτης εκείνος, εκ πατρός Σκοπελίτης αυτός.
O εξάδελφός του Φίλιππος του μιλούσε γι αυτόν,
συμμαθητή του παλιό,
σαν να ήταν παραστρατημένος.
«Κρίμα τον άνθρωπο! Πάει χαμένος.
Στην τάξη πρώτος μαθητής,
με τα ελληνικά του τα γερά
μπορούσε να ’ναι τώρα στο Πανεπιστήμιο καθηγητής.
Κάθεται και γράφει παραμύθια σαπέρα».

Ο Νιρβάνας είχε γράψει στην καθαρεύουσα ένα ελεγείο
που αργότερα θα του φαινόταν άτεχνο πρωτόλειο,
«στιχούργημα παιδιάτικο»,
το είχε εκφωνήσει σε κηδεία
και δημοσιεύσει στην «Παλιγγενεσία».
Ο εξάδελφός του στον κύριο Αλέξανδρο το είχε δώσει
κι αυτός εζήτησε να τον γνωρίσει.

«Σκιαθίτικο καφενείο»,
οδός Καλαμιώτου, απ’ της Καπνικαρέας το ιερό σαράντα μέτρα.
Δίπλα ένα κατάστημα με παπλώματα.
Καφέ και βιοτεχνία παπλωμάτων
στέκουν και σήμερα εκεί, σε κτίρια νέα.
«Εις το καφενείον εκείνο, παρά την οδόν Καλαμιώτου,
εσύχναζα οπωσούν…
Εκεί ήρχοντο παλαιοί άνθρωποι,
οικοκυραίοι, εντόπιοι και άλλοι μερικοί,
γνωστοί αγορηταί των καφενείων,
και αι πολιτικαί συζητήσεις ποτέ δεν εσχόλαζον».

Στο βάθος προχώρησαν.
Ένας κακοντυμένος με άτακτα γένια
καθόταν με δυο τρεις ακόμα.
Τους δέχτηκαν εγκάρδια, λουκούμι του παρήγγειλαν,
τον ρώτησαν για τους γονείς και τα μαθήματα.
Ο Σκιαθίτης είπε με συμπάθεια, που, χρόνια μετά,
συγκατάβαση χριστιανική τη θεώρησε ο Νιρβάνας.
«Ώστε δικό σου, λοιπόν, ήταν το ποίημα, παιδί μου.
Αναρωτήθηκα. Το πατριωτάκι μας να είναι τάχα;
Όταν μου το είπε ο Φίλιππος τον παρακάλεσα
να σε φέρει να σε γνωρίσουμε κι εμείς σαν πατριώτες.
Ε, μπράβο σου παιδί μου. Να καταγίνεσαι».

-ΙΙ-

Η ειρωνεία των νοσοκόμων

Ο Νιρβάνας τον είδε για τελευταία φορά
λίγες μέρες πριν φύγει οριστικά για το νησί.
Είχαν διοργανώσει στον «Παρνασσό» εκδήλωση
με της Πριγκίπισσας Μαρίας Βοναπάρτη τη φροντίδα,
ο Αλέξανδρος, όμως, δεν παρέστη.
Είπε και ο Νιρβάνας μετά τον Κακλαμάνο δυο λόγια,
για το έργο του Σκιαθίτη.
Είχαν αρκετά χρήματα συγκεντρωθεί,
για να εισαχθεί σε κλινική.
Η λατρεία του άκρατου οίνου τον είχε καταβάλει.

Ο Νιρβάνας πήγε στη Δεξαμενή πάλι
με τον Αλέκο Μαυρουδή
που είχε με ζήλο εργαστεί
για την επιτυχία της γιορτής,
να του πουν πως υπήρχαν χρήματα αρκετά
και να τον πείσουν να θεραπευτεί.

Έσκυψε δακρυσμένος –άρρωστος, γέρος –
το χέρι να του φιλήσει.
Το τράβηξε απότομα συγκινημένος,
και του έκανε με τρόπο την πρόταση.

«Όχι νοσοκομείο…», απάντησε ικετευτικά.
»Οι νοσοκόμοι είναι είρωνες».
Φοβόταν πως για την αιτία της νόσου κάποιος θα τον ειρωνευτεί.
Είπε, «Καλύτερα στην πατρίδα …».
Μάταιο και σκληρό να του αρνηθεί.
«Αλέξανδρε, όπως αγαπάς».
Έφυγε σε λίγες μέρες
για της αιώνιας τέχνης το νησί.

ΚΩΣΤΑΣ ΖΩΤΟΠΟΥΛΟΣ

Νέοι ποιητές ενός νέου αιώνα |61. Μυρτὼ Χμιελέφσκι

ΔΙΑΡΚΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ 2000-2020

Ποιά ἡ ποίηση τοῦ 21ου αἰώνα καὶ ποιοί οἱ ποιητές της; Χιλιάδες ποιητικὲς συλλογές, εἴτε τυπωμένες ἀπὸ ἐπώνυμους οἴκους εἴτε αὐτοεκδόσεις, ἑκατοντάδων ἢ καὶ χιλιάδων ποιητῶν ποὺ ἀναζητοῦν τὴν θέση τους στὴν Νεοελληνικὴ Λογοτεχνία. Τί μένει ὅμως καὶ τί περνάει ἀπὸ τὴν κρησάρα τῆς κριτικῆς; Τί ἐπιβιώνει –ἢ ἔστω, τί φαίνεται ὅτι μπορεῖ νὰ ἐπιβιώσει– στὴν μνήμη τῆς ἀναγνωστικῆς κοινότητας;

Ἀποπειρώμενο μιὰν ἀπάντηση στὰ παραπάνω, τὸ Νέο Πλανόδιον ἐγκαινιάζει τὴν ἑβδομαδιαία στήλη ‘‘Νέοι ποιητὲς ἑνὸς νέου αἰώνα. Διαρκὴς ποιητικὴ ἀνθολογία 2000-2020’’. Γιὰ διάστημα δύο ἐτῶν καὶ ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὸν Φεβρουάριο τοῦ 2019, θὰ ἀνθολογοῦνται κάθε ἑβδομάδα ἕνα ἢ περισσότερα ποίηματα ἑνός/μιᾶς συγγραφέα, ποὺ θὰ πληροῦν δύο προϋποθέσεις: θὰ εἶναι α) δημοσιευμένα μετὰ τὸ 2000, καὶ β) γραμμένα ἀπὸ ποιήτριες ἢ ποιητὲς 45 ἐτῶν καὶ νεώτερους, γεννημένους δηλαδὴ ἀπὸ τό –σημαδιακό– 1974 καὶ ἑξῆς. (περισσότερα…)

Λάμπρος Λαρέλης, Μάρτιος 2021

Gianna

με τον τρόπο του W. B. Yeats

Ρίξαμε μπόι, λέτε πια… Διακόσια χρόνια,
καιρός πολύς η Ελευθερία να ριζώσει,
πολιτικάντες κι εργολάβοι και γκαρσόνια,
το έθνος τ’ αγέρωχο καιρός να ξεσαλώσει.
Τα πανηγύρια κι οι γιορτές ; χιονοστιβάδα !
για μια παράτα, μια ξεφάντωση ζούμ’ όλοι,
πόσο πιο πέρα δα να πάει η Νέα Ελλάδα,
χοντρή ξεβράκωτη μαϊμού με παρασόλι.

Κι όμως, στα ξεκινήματα φαντάζατ’ άλλοι·
άλλα αναστήματα, άλλοι τρόποι σάς τραβούσαν
κι όλο ανεμίζατε, σημαία τρισμεγάλη,
σκοπούς αλλιώτικους, άλλοι άθλοι σάς μεθούσαν
κι όχι τα φλας του ατσίδα ή του φοροφυγάδα,
κάθε σπονσόρισσας και σουρλουλούς το χρήμα :
μα έχει του Μάρτη εκείνου πια πεθάνει η Ελλάδα,
με τον Κανάρη κείτεται νεκρή στο μνήμα.

Λέτε γι’ αυτό λοιπόν ψηλά σε κάθε ράχη
οι καπετάνιοι τούς πασάδες πολεμήσαν ;
Ο Μάρκος έπεσε γι’ αυτό σ’ άνιση μάχη,
γι’ αυτό τον Διάκο μιαν αυγούλα τον θερίσαν,
τη Χιο την κάψανε γι’ αυτό μιαν αποφράδα,
γι’ αυτό ξεψύχησε ο Ρήγας στη στραγγάλη ;
Μα έχει πεθάνει πια εκείνη η πρώτη Ελλάδα,
μι’ άλλη, ξετσίπωτη, της πήρε το κεφάλι.

Γιατί και πίσω άμα γυρνούσανε τα χρόνια
κι όλους τους πάλι εδώ τους βλέπατε μπροστά σας,
πολιτικάντες, εργολάβοι και γκαρσόνια
εσείς θα μένατε στα πλάνα τα δικά σας :
σε ζωντανή μετάδοση από τον Καιάδα
θα τους «τιμούσατε» χειμώνα-καλοκαίρι.
Όμως δεν θέλει τις τιμές σας κείνη η Ελλάδα·
με τον Κανάρη έχει ταφεί και δεν σας ξέρει.

ΛΑΜΠΡΟΣ ΛΑΡΕΛΗΣ

Νέοι ποιητές ενός νέου αιώνα |60. Χρίστος Κρεμνιώτης

ΔΙΑΡΚΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ 2000-2020

Ποιά ἡ ποίηση τοῦ 21ου αἰώνα καὶ ποιοί οἱ ποιητές της; Χιλιάδες ποιητικὲς συλλογές, εἴτε τυπωμένες ἀπὸ ἐπώνυμους οἴκους εἴτε αὐτοεκδόσεις, ἑκατοντάδων ἢ καὶ χιλιάδων ποιητῶν ποὺ ἀναζητοῦν τὴν θέση τους στὴν Νεοελληνικὴ Λογοτεχνία. Τί μένει ὅμως καὶ τί περνάει ἀπὸ τὴν κρησάρα τῆς κριτικῆς; Τί ἐπιβιώνει –ἢ ἔστω, τί φαίνεται ὅτι μπορεῖ νὰ ἐπιβιώσει– στὴν μνήμη τῆς ἀναγνωστικῆς κοινότητας;

Ἀποπειρώμενο μιὰν ἀπάντηση στὰ παραπάνω, τὸ Νέο Πλανόδιον ἐγκαινιάζει τὴν ἑβδομαδιαία στήλη ‘‘Νέοι ποιητὲς ἑνὸς νέου αἰώνα. Διαρκὴς ποιητικὴ ἀνθολογία 2000-2020’’. Γιὰ διάστημα δύο ἐτῶν καὶ ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὸν Φεβρουάριο τοῦ 2019, θὰ ἀνθολογοῦνται κάθε ἑβδομάδα ἕνα ἢ περισσότερα ποίηματα ἑνός/μιᾶς συγγραφέα, ποὺ θὰ πληροῦν δύο προϋποθέσεις: θὰ εἶναι α) δημοσιευμένα μετὰ τὸ 2000, καὶ β) γραμμένα ἀπὸ ποιήτριες ἢ ποιητὲς 45 ἐτῶν καὶ νεώτερους, γεννημένους δηλαδὴ ἀπὸ τό –σημαδιακό– 1974 καὶ ἑξῆς. (περισσότερα…)

Παναγιώτης Νικολαΐδης, Μανιφέστο αποτυχίας

zoom-backgrounds-00014

ΜΑΝΙΦΕΣΤΟ ΑΠΟΤΥΧΙΑΣ

Και ξαφνικά το χρήμα
δεν χρησιμεύει πια σε τίποτα
ούτε οι έξυπνες βόμβες του στρατού
ούτε ο τρυπημένος ουρανός
γεμάτος κάμερες και δορυφόρους.
Φαίνεται πως η φύση πήρε τον λόγο
και θα τον έχει για καιρό
καθώς μας πνίγουν ολοένα
οι στέγες των μεγάλων μας σπιτιών
κι αυτός ο φόβος ο βαθύς
πως θα πεθάνουμε από κάτι τόσο απλό
ενώ δαμάσαμε όλα τα είδη στον πλανήτη.
Γι’ αυτό, λοιπόν,
πετάμε μόνο με ψηφιακούς χαρταετούς
(ό,τι χτίζουμε μας γκρεμίζει πιο πολύ)
αφού το βαθύτερο νόημα
δεν είναι πια να μετοικήσουμε στον Άρη,
τη σελήνη ή κάπου αλλού
αλλά να δούμε τη ζωή αλλιώς
με τις φυλακισμένες μας αισθήσεις.
έξω στον κήπο, όμως,
κοκκινίζουν πάλι τ’ άνθη της ροδιάς
και τα σπουργίτια
χορεύουν σάλσα μες στο φως
σαν εσωτερικοί μετανάστες του εφήμερου.
Έτσι απλά αδέλφια νικά πάντα η ζωή
καθώς οι φλόγες
μεταφέρουν κομμάτια
της απανθρακωμένης μας ψυχής
στον ατελείωτο ιμάντα
του χρόνου.

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ