ΝΠ | Ποίηση

Οχτώ ποιήματα για τον Άρη Μπερλή

*

Προλόγισμα-Μετάφραση ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ

Δεινός μεταφραστής της πεζογραφίας και του δοκιμίου, αλλά και της ελευθερόστιχης ποίησης, όπως του Ουρλιαχτού του Άλεν Γκίνσμπεργκ, ο Άρης Μπερλής απέφευγε την έμμετρη. Τόσο που, συχνά, όταν έπεφτε σε συγγραφείς που παρέθεταν έμμετρους στίχους, απευθυνόταν σε φίλους του ποιητές και μεταφραστές, καθώς τους θεωρούσε «αρμοδιότερους». Είχα την τύχη να είμαι ένας από αυτούς. Με την αφορμή των πέντε ετών από την εκδημία του, συγκέντρωσα εδώ οχτώ τέτοιες μεταφράσεις αγγλόγλωσσων ποιηματών που έγιναν κατά παραγγελία δική του τη δεκαετία του 2000. Κάποιες από αυτές, αρχικά αποσπασματικές, τις συμπλήρωσα εδώ για τον σκοπό αυτής της δημοσίευσης, μια-δυο τις άφησα ώς είχαν. Οι περισσότερες περιστρέφονται γύρω από το θέμα του θανάτου και ανήκουν στην μεγάλη ρομαντική παράδοση του 19ου αιώνα, που ο Άρης τόσο αγαπούσε. Τις αφιερώνω στη μνήμη του. – ΚΚ

~.~

Walter Raleigh (1552-1618)

ΤΙ ’ΝΑΙ Η ΖΩΗ ΜΑΣ ;

Τί ’ναι η ζωή μας; μια παράσταση παθών·
Τί ’ναι η χαρά μας; μια αρμονία διχασμών·
Ήδη στης μάνας μας τη μήτρα ηθοποιοί,
Ρούχα προβάρουμε για μια βραχεία σκηνή.
Ο Ουρανός είναι ο αδέκαστος θεατής
Που απαριθμεί τα λάθη μας, βουβός κριτής.
Το μνήμα που απ’ το φως το εταστικό μάς κρύβει
Μοιάζει αυλαία ενός δράματος που λήγει.
Κι έτσι ώς το τέλος, παίζοντας, τραβάμε εμπρός –
Ο θάνατός μας είναι μόνο αληθινός.

~ . ~

William Wordsworth (1770-1850)

ΧΑΡΤΙΑ, ΒΙΒΛΙΑ ΠΑΡΑΤΑ!

Ω σήκω, σήκω, φίλε! Τα βιβλία παράτα,
διπλός θα γίνεις όπως πας.
Σήκω λοιπόν! Διώξ’ τον καπνό απ’ τα μάτια,
προς τι ο κόπος σου όλος κι ο μπελάς…

Βιβλία! Τι κολοκύθι ανιαρό, τι τιποτένιο,
έλα ν’ ακούσεις το γαρδέλι στο κλαδί.
Πόσο γλυκιά λαλιά την έχει! Όρκο παίρνω,
σοφία τόση δεν θα βρεις παρά εκεί…

Απ’ τ’ ανοιξιάτικα τα δάση ένα αεράκι
για των ανθρώπων πιο πολλά έχει να σου πει
την καλοσύνη ή το κακό φαρμάκι
απ’ τους σοφούς όλους που ζουν πάνω στη γη. (περισσότερα…)

Advertisement

Jacqueline du Pré (1945-1987)

*

ΚΟΝΣΕΡΤΟ ΣΕ ΜΗ ΥΦΕΣΗ

μνήμη Jacqueline du Pré

Στὴν ἐποχή μου δὲν ἦταν καλύτερα.
Ἴσως λιγότερο στρὲς ἀλλὰ περισσότερος πόνος ―
τουλάχιστον γι’ αὐτὰ ποὺ ἐγὼ ϑυμᾶμαι.

Νὰ μιλήσω γιὰ τὶς θυσίες, τὴ σκληρὴ δουλειά;
Κάθε κονσέρτο ἔχει cadenza μὰ τελικὰ
διευθύνει ὁ μαέστρος.

Μετὰ τὸ adagio ἀκολουθεῖ τὸ allegro.

Ἄφησα τὴ σκηνὴ νωρίς· ϐάρυνε τὸ δοξάρι
καὶ ἔγινα δασκάλα. Τὸ κόλπο
εἶναι ν’ ἀγαπᾶς τὴ μελωδία ποὺ παίζεις.

Τώρα ποὺ τὰ δάχτυλα βρῆκαν τὴ φόρμα τους
στὴν Ἐδὲμ ἀκούγονται αἰθέρια vibrato ―
ἑνὸς Σούμαν, ἑνὸς Ἔλγκαρ.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΓΑΘΟΚΛΗΣ

~ . ~

Σὰν σήμερα, στὶς 26 Ἰανουαρίου 1945, γεννήθηκε ἡ σπουδαία Ἀγγλίδα τσελίστα Jacqueline du Pré. Διάσημη ἤδη στὰ 28 της χρόνια ἀναγκάστηκε νὰ διακόψει τὴν καριέρα της λόγῳ σκλήρυνσης κατὰ πλάκας. Πέθανε τὸ 1987 σὲ ἡλικία 42 ἐτῶν.

*

Ευγένιος Αρανίτσης, Νίκος Καρούζος (1926-1990) 

*
ο φ ε ι λ ή

Σε όνειρο που έμοιαζε μ’ αλήθεια
συνάντησα το Νίκο ένα βράδυ
και μου ’πε: — Το παρόν είναι συνήθεια,
αλλά το χτες θα γίνει το αλφάδι
γι’ αυτά που ο χρόνος δώρισε στον Άδη.
Η ένταση του πόνου, εδώ στα στήθια,
σημαίνει πως το μέλλον εξαρτάται
απ’ όλα όσα κανείς μας δε θυμάται.

Δε δείχνει ούτε το ναι ούτε το όχι
το βέλος της πυξίδας, το σημάδι
ξεχάστηκε για πάντα και οι στόχοι
συγχέονται σε τούτο το σκοτάδι.
Είν’ άραγε ο κόσμος παρακλάδι
τ’ ονείρου που αναδύεται απ’ τη λόγχη
του τίποτα; Στην άβυσσο που μοιάζει
νεκρή και στείρα βλέπω να πλησιάζει

η μέρα που ο τάφος μου θ’ ανθίσει,
μα η σκιά πάνω στης μνήμης την οθόνη,
σαλεύοντας αργά για να θυμίσει
εκείνο που αγαπώ και που τελειώνει,
μου θέτει ένα αίνιγμα που ακόμη
κι ο θάνατος απέτυχε να λύσει.
Λουλούδια από λέξεις θα τινάξουν
τα πέταλα της σκέψης και θα πιάσουν

το νήμα που τυλίγεται κι αρχίζει
να πλέκει μονοπάτια από μετάξι.
Αλλάζουμε. Μα αυτό που συνεχίζει
να μας κρατάει δέσμιους στην τάξη
των ζώντων και νεκρών είναι η πράξη,
εκείνη που στο αίμα της βαφτίζει
τις άγονες στιγμές, τις πιο τρωτές μου.
Σβήσε το φως του μέλλοντος και πες μου.

Δεν ξέρω αν ήταν ψέμα ή αλήθεια…
Θυμάμαι πως τον είδα έν’ άλλο βράδυ
και του ’πα: — Το παρόν είναι συνήθεια,
σωστά το λες κι ας βρίσκεσαι στον Άδη.
Μα τούτη η σκέψη έχει το ψεγάδι
πως κι αν η αγάπη γράφει παραμύθια
το μίσος θα μας δείχνει άλλους δρόμους
κι οι γάμοι θα σφραγίζονται με φόνους.

(περισσότερα…)

Αμέθυστος

*

Απ’ του αφρού το ξάφρισμα αναδύεται η καλή μου
στης Καλλονής τα χώματα που έχουν κάλλος τόσο.
Λευκή κι αυτή, υπέρλαμπρη, σαν άστρο στην αυλή μου,
τα χέρια μου για να διαβεί κιλίμια θα τα στρώσω.

Από την Πόλη φτάνει εδώ, στης αμμουδιάς το κάμα,
γοργόνα γοργοκύματη και ας μοιάζει κουρασμένη.
Ευθύς στον Ταξιάρχη μας θα πορευτούμε αντάμα
κι ας είναι χρόνους περισσούς του Αλέξανδρου ταμένη.

Στολίδι περιλάλητο αιγιακό θα της φορέσω
στο κρινοδάχτυλό της που θυμίζει πεφταστέρι:
μια βέρα από αμέθυστο, τις δυο καρδιές να δέσω,
άλλο από αγάπη και χαρά η μοίρα μη μας φέρει.

Μαζί με την αγάπη μου ο αμέθυστος μας δένει
και είναι η καρδιά ξεμέθυστη στο θάμπος βουτημένη.

ΕΛΕΝΑ ΣΤΑΓΚΟΥΡΑΚΗ
*

Louis MacNeice, «Δίδυμος» (Μια άγνωστη μετάφραση του Τάκη Παπατσώνη)

*

Εισαγωγή-Επιμέλεια ΗΛΙΑΣ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ

Ο Ιρλανδός (βρετανικής υπηκοότητας) ποιητής (Frederick) Louis MacNeice γεννήθηκε στο Μπέλφαστ το 1907. Σπούδασε στην Οξφόρδη Κλασικά Γράμματα και εντάχθηκε στον ποιητικό ‘κύκλο του Ώντεν’ (Ώντεν, Σπέντερ, Ντέϊ-Λιούϊς, Ίσεργουντ). Δίδαξε για ένα διάστημα (1936-1940) κλασική λογοτεχνία σε πανεπιστημιακά ιδρύματα και κολλέγια του Ηνωμένου Βασιλείου και των ΗΠΑ. Από το 1941 εργάστηκε για το BBC αρχικά στην συγγραφή και παραγωγή θεατρικών έργων για το ραδιόφωνο. Γνωρίστηκε και συνδέθηκε με φιλία με τον ποιητή Ντύλαν Τόμας (τους ένωνε κι αγάπη για το ποτό), και τον γνωστό πανεπιστημιακό αρχαιοελληνιστή Ε. R. Dodds. Ταξίδεψε εκτεταμένα, έδωσε διαλέξεις στις ΗΠΑ, μα και επισκέφθηκε την Βαρκελώνη στην Ισπανία το 1937, προκειμένου να συμπαρασταθεί στους δημοκρατικούς ενάντια στον Φράνκο. Ανάμεσα στις σημαντικότερες ποιητικές του δημιουργίες είναι τα Autumn Journal, Ten Burnt Offerings, Autumn Sequel,  και Solstices. Εκτός από την ποίηση, που είναι και το σπουδαιότερο τμήμα του έργου του, καλλιέργησε το δοκίμιο, την ταξιδιωτική καθώς και την θεατρική γραφή, όπως επέβαλε και η εργασία του στο BBC. Μετέφρασε τον Φάουστ του Γκαίτε και, έμμετρα, τον Αγαμέμνονα του Αισχύλου και τον Ιππόλυτο του Ευριπίδη. Πέθανε το 1963. Διόλου τυχαία τον πρώτο τόμο της ανθολογημένης ποίησής του (Selected Poems of Louis MacNeice) εξέδωσε ο φίλος του Ώντεν έναν χρόνο μετά την εκδημία του, ενώ τον τόμο με το σύνολο ποιητικό του έργο (The Collected Poems Of Louis MacNeice) εξέδωσε το 1967 ο επίσης επιστήθιος φίλος του Ε. Ρ. Ντοντς.

Στις 2 Ιανουαρίου του 1950 ο Λούϊ Μακνής έρχεται στην Αθήνα για να αναλάβει την διεύθυνση του Βρετανικού Συμβουλίου στην Ελλάδα για ενάμιση χρόνο. Ταξιδεύει εκτενώς στην χώρα και γνωρίζεται με αρκετούς Έλληνες αλλά και με τον Πάτρικ Λη Φέρμορ. Καρπός της ελληνικής του εμπειρίας ήταν και η συλλογή Ten Burnt Offerings, που γράφτηκε μεν στην Ελλάδα, μεταδόθηκε στο BBC το 1951 και εκδόθηκε το 1952. Στην συλλογή αυτή περιλαμβάνεται και το ποίημα «Didymus» που μετέφρασε ο Παπατσώνης και παρουσιάζουμε εδώ σήμερα.

Ο Σεφέρης τον γνωρίζει στην Άγκυρα τον Δεκέμβρη του 1950: «[…]είναι τόσο ντροπαλός άνθρωπος». Σχετίζεται μαζί του και τον συναντά αρκετές φορές στο Λονδίνο και σημειώνει πως σίγουρα δεν είναι ο τύπος που θα ταίριαζε με τον ορμητικό Κατσίμπαλη. Μέσω δε του Μακνής, με αφορμή μία εκπομπή στο BBC, γνωρίζει μια μέρα του Νοέμβρη του 1951 και τον Ντύλαν Τόμας και βρίσκονται να πίνουν μπύρες σε μια παμπ μαζί και με τον Νάνο Βαλαωρίτη. Ο Σεφέρης μάλιστα διασώζει και την ακόλουθη παρατήρηση του Τόμας: «Ένας ποιητής πρέπει να μπορεί να χρησιμοποιεί όλες τις λέξεις. Ο Louis μπορεί· εγώ δεν μπορώ». «Μουντό» κι «ασυγκίνητο» τον παρουσιάζει κι ο Κατσίμπαλης στην αλληλογραφία του με τον Σεφέρη: «Γυρίσανε όλο το καλοκαίρι και γνώρισαν σχεδόν όλη την Ελλάδα. Έχω την εντύπωση πως ο τόπος μας κατάφερε να συγκινήσει ακόμα και τον ασυγκίνητον αυτόν άνθρωπο». Εκτίμηση που συμμερίζεται και το ζεύγος Σεφέρη, όπως φαίνεται και από την επισυναπτόμενη απάντηση της Μαρώς στο γράμμα του Κατσίμπαλη: «Ο MacNeice εξαιρετικά θερμός, αυτός ο τόσο κρύος άνθρωπος που ξέρεις». Ο Μακνής πάντως δημοσίευσε και μια σύντομη κριτική παρουσίαση της ποίησης του Σεφέρη, με αφορμή τη μετάφραση του Rex Warner το 1960.

(περισσότερα…)

W. B. Yeats, Ποιήματα (Μέρος Β΄)

*

Αφιέρωμα του ΝΠ στον Ουίλλιαμ Μπ. Γέητς   [ 3 / 6 ]

~.~

Π Ο Ι Η Μ Α Τ Α

Μέρος Β΄

Μετάφραση ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ

~.~

ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΑ ΠΑΙΔΙΑ

Ι

Για ώρα πλανήθηκα στις αίθουσες ρωτώντας·
μια γηραιή καλόγρια απαντούσε ευγενικά·
εδώ διδάσκουμε ιστορία, εδώ ωδική,
εδώ μαθαίνουν να διαβάζουν τα παιδιά,
να κόβουν και να ράβουν, να μιλούν σωστά,
με τις μεθόδους που η σύγχρονη ζωή απαιτεί –
τα μάτια τους κοιτούσαν απορώντας
τον εξηντάρη επίσημο να τους χαμογελά.

II

Αναπολώ μιας Λήδας το κορμί, γερμένο
επάνω στη μισόσβηστη φωτιά να μου ιστορεί
πώς μια επίπληξη άγρια, πράγμα συνηθισμένο,
την ένιωσε μαθήτρια σαν τραγωδία σωστή –
να μου ιστορεί κι οι δυο μας φύσεις λίγο λίγο
να σμίγουν λες στη σφαίρα ενός νεαρού καημού
ή, παραφράζοντας του Πλάτωνα τον μύθο,
στον κρόκο και τ’ ασπράδι του ίδιου αυγού.

III

Και με τη σκέψη μου σ’ αυτό αναρωτιόμουν
ενώ τριγύρω τα παιδιά περιεργαζόμουν,
τάχα τους έμοιαζε μικρή –γιατί ακόμα
κι οι θυγατέρες ενός κύκνου έχουν κοινά
με της κοινής της πάπιας την κληρονομιά–,
τέτοιό ’χαν τα μαλλιά, τα μάγουλά της χρώμα;
Ώσπου η καρδιά μου χτύπησε σάμπως τρελή:
κι εμπρός μου στάθηκε έξαφνα, παιδί.

IV

Πώς μοιάζει τώρα αναλογίστηκα μετά –
του Quattrocento έπλασε άραγε ένα χέρι
τα μάγουλά της τα φρυγμένα, κρύο αγέρι
μπέρδεψε ετούτες τις σκιές στο πρόσωπό της;
Κι ο ίδιος, που δεν ήμουνα κι Αυτού ωραιότης,
κάποτε είχα κόμη εβένου – μα αρκετά,
να τους χαμογελάς σαν σου χαμογελούν,
πως είσαι σκιάχτρο απ’ τα καλόβολα να δουν.

V

Ποια νέα μητέρα προδομένη από το μέλι
της σάρκας, τούτη τη μορφή που στην ποδιά της
όλο παλεύει για ύπνο, κλάμα και φυγή
όπως η ανάμνηση ή η νάρκωση το θέλει,
άραγε θά ’λεγε αν έβλεπε μπροστά της
τον γιο της ξάφνου που ’χει εξηνταρίσει,
πως του αγώνα της για να τον αναστήσει
και των ωδίνων της αυτή ’ναι η ανταμοιβή; (περισσότερα…)

W. B. Yeats, Ποιήματα (Μέρος Α΄)

*

Αφιέρωμα του ΝΠ στον Ουίλλιαμ Μπ. Γέητς   [ 2 / 6 ]

~.~

Π Ο Ι Η Μ Α Τ Α

Μέρος Α΄

Μετάφραση ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ

~.~

ΤΟ ΠΕΠΛΟ, Η ΒΑΡΚΑ ΚΑΙ ΟΙ ΣΟΛΕΣ

«Τι πλέκεις με τέτοιο μαλλί φωτεινό;»

«Το πέπλο σάς πλέκω της Θλίψης:
Ω σ’ όλων τα μάτια ποθώ να το δω,
και θα ’ναι το πέπλο της Θλίψης.»

«Τι φτιάχνεις με τόσα πανιά και κουπιά;»

«Τη βάρκα σάς φτιάχνω της Θλίψης:
Ω μέρα και νύχτα θα πλέει στ’ ανοιχτά,
και θα ’ναι η βάρκα της Θλίψης.»

«Τι ράβεις με τέτοιο πετσί μαλακό;»

«Τις σόλες σάς ράβω της Θλίψης,
στ’ αυτί σας το βήμα τους θα ’ναι απαλό,
το αιφνίδιο το βήμα της Θλίψης.»

Crossways  (1889)

~.~

ΤΟ ΡΟΔΟ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

Ποιος σ’ όνειρο είδε ότι όνειρο είναι κι η ομορφιά;
Αν υπερήφανα πενθούν τ’ άλικα ετούτα χείλη,
πενθούν που θαύμα τέτοιο πια άλλο δεν θ’ ανατείλει,
της Τροίας τη δόξα κήδεψε μεγάλη πυρκαγιά,
παν τ’ Ούσνα τα παιδιά.

Διαβαίνει ο κόσμος, όλων μας διαβαίνουν οι καημοί:
τρέμουν οι ανθρώπινες ψυχές και σβήνουν και σκορπάνε
σαν του χειμώνα τα χλωμά νερά που αργά κυλάνε,
μα μες στων άστρων τον αφρό βαθιά θα ζει ες αεί
η άμοιαστη αυτή μορφή.

Υποκλιθείτε, αρχάγγελοι· για να βαδίσει εδώ,
πριν από σας, προτού οι καρδιές καν οι θνητές προστρέξουν
ικέτισσες στον θρόνο Του λύτρωση να γυρέψουν,
για εκείνη Εκείνος έστρωσε σαν δρόμο χλοερό
όλον τον κόσμο αυτό.

The Rose  (1893)

~.~ (περισσότερα…)

W. B. Yeats, Μια γέννηση

*

Αφιέρωμα του ΝΠ στον Ουίλλιαμ Μπ. Γέητς   [ 1 / 6 ]

~.~

ΜΙΑ ΓΕΝΝΗΣΗ

Ποια στέκει εκεί με το παιδί;
Έν’ άστρο τής τρυπάει τ’ αυτί.

Ποιος φώτισε έτσι τη φασκιά;
Όχι όποιος – ο Ντελακρουά.

Τι κυνηγά ψύλλους, κοριούς;
Του Ίρβινγκ ο φτερωμένος νους.

Πώς και δεν στάζει από ψηλά;
Άπλωσε ο Λάντορ μουσαμά.

Ποιος διώχνει αγύρτες και μωρούς;
Βροντά ο Ταλμά με κεραυνούς.

Τρόμος της κόβει τη μιλιά.
Ανήλεο βλέμμα την κοιτά;

~.~

Το λίκνο της Βηθλεέμ και οι συμβολισμοί του ενέπνευσαν επανειλημμένα τον Ουίλλιαμ Μπάτλερ Γέητς και την ποίησή του. Το ποίημα «Μια γέννηση» ανήκει στα τελευταία που έγραψε και περιλαμβάνεται στα Last poems (1938-39) που δημοσιεύτηκαν μεταθανατίως. Για την εικόνα του δεύτερου στίχου, ο ποιητής σημείωνε σε άλλη περίσταση:

«Είχα στη μνήμη μου βυζαντινές ψηφιδωτές απεικονίσεις του Ευαγγελισμού, οι οποίες δείχνουν μια γραμμή τραβηγμένη από ένα αστέρι ώς το αυτί της Παναγίας. Εκείνη δέχεται τον Λόγο διά του ωτός, ένα αστέρι πέφτει και ένα αστέρι γεννιέται

Κατά τα λοιπά, ο ποιητής σχολιάζει τη Γέννηση του Χριστού μέσω της τέχνης: μνημονεύοντας τέσσερις καλλιτέχνες και συγγραφείς, τους δικούς του τρόπον τινά Μάγους που περιβάλλουν και προστατεύουν το θείο βρέφος. Κατά σειρά, τον Ferdinand-Vietor-Eugene Delacroix (1798-1863), Γάλλο ζωγράφο· τον Walter Savage Landor (1775-1864), Άγγλο συγγραφέα· τον Sir Henry Irving (1838-1905), Άγγλο ηθοποιό· και τον François Joseph Talma (1763-1826), Γάλλο ηθοποιό.

Ας προσεχθεί πάντως ιδιαιτέρως το τελευταίο δίστιχο: λίγους μήνες πριν το ξέσπασμα του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ο Γέητς υπαινίσσεται τους περίφημους στίχους του της «Δευτέρας Παρουσίας», το Θηρίο που σέρνεται ώς τη Βηθλεέμ. Ο ιστορικός κύκλος της εποχής και του πολιτισμού μας έχει ολοκληρωθεί, ο νέος πέπρωται να εγκαινιαστεί όχι με τον ερχομό ενός Θεού, αλλά ενός Τέρατος:

κι ήρθε επιτέλους ποιου σκαιού θηρίου η ώρα
στα μουλωχτά στη Βηθλεέμ να πάει να γεννηθεί;

Με τρόπο αντίστοιχο είχε περιγράψει και παλαιότερα (“Δύο τραγούδια από ένα θεατρικό”) την έλευση του Χριστού, συγκρίνοντας την Παναγία με την παρθένο Αθηνά που σπαράσσει το σώμα του Διονύσου.

Είδα να στέκει μια παρθένα που κοιτούσε
του ιερού Διονύσου τη σορό
και την καρδιά απ’ το στήθος του ανασπούσε
και την καρδιά του την παλλόμενη κρατούσε
κι ύψωνε την καρδιά του θριαμβικά·
τότε οι Μούσες ύμνησαν θερμά
τον Μέγα Ενιαυτό, λες και στον θείο χαμό
είδαν μονάχα ένα έργο θεατρικό.

Μια νέα Τροία θ’ ανατείλει και θα δύσει,
μια νέα φατρία τα κοράκια θα ταΐσει,
μιας νέας Αργώς η πλώρη θα κινήσει
για κάποιο λούσο πιο φανταχτερό.
Σε πόλεμο κι ειρήνη αφέντρα πρώτη,
στάθηκε η Ρώμη τώρα τρομαγμένη
σαν η παρθένα βγήκε η μανιασμένη
με τ’ Άστρο της απ’ τα μυθώδη σκότη.

~.~

Η παρούσα ανάρτηση είναι το πρώτο από τα συνολικά έξι μέρη του εορταστικού αφιερώματος του ΝΠ στον Γέητς. Έως την προπαραμονή της Πρωτοχρονιάς θα ακολουθήσουν μια ευρεία επιλογή από τα «Ποιήματα», ένα ανθολόγιο δοκιμιακών αποσπασμάτων, μια ανάρτηση για το άγνωστο εδώ σε μας ενδιαφέρον του Ιρλανδού ποιητή για το ελληνικό δημοτικό τραγούδι που έθρεψε δύο τουλάχιστον κείμενά του και, τέλος, μια εκτενής μελέτη για την, επίσης άδηλη αλλά εντυπωσιακή, ομοιότητα της δημιουργικής διαδρομής του μ’ εκείνην του Κωστή Παλαμά, ομοιότητα που ώθησε ήδη τον Σέημους Χήνυ να τους αποκαλέσει «παράλληλους». Αυτή η τελευταία πρωτοπαρουσιάστηκε στο πρόσφατο παλαμικό συνέδριο του Ομόδους στην Κύπρο (βλ. τώρα τον τόμο Παλαμάς και κυπριακά γράμματα, Λευκωσία 2022). Τις μεταφράσεις και τα κείμενα του Αφιερώματος υπογράφει ο Κώστας Κουτσουρέλης.

*

Ρ. Σ. Τόμας, Τραγούδι

*

Τραγούδι

Διαλέγω τό λευκό, ἀλλά μέ
Κόκκινο πάνω του, σάν τό χιόνι
Τοῦ χειμώνα μέ τά λίγα
Οὔ καί τόν ἕνα

Κοκκινολαίμη, πού εἶναι φωτιά
Νά θερμαίνεσαι καί σάν τόν Χριστό
Ἔρχεται σέ μᾶς μέσα στήν ἀδυναμία του
Ἀλλά μέ ἕνα διαπεραστικό
τραγούδι.

RONALD STUART THOMAS
Κάρντιφ Ουαλίας, 1913-2000

Μετάφραση Νατάσα Κεσμέτη
Δεκέμβριος 2022

*

Πέντε ποιήματα του Ιούδα Αλεβί

*

Ο Ιούδας Αλεβί ((ισπαν. Juda Halevi ή Yehudah Halevi, εβρ. יהודה הלוי, Judah ben Shmuel Halevi) γεννήθηκε στην Ισπανία το 1086 (ή το 1075) την εποχή των Αράβων και πέθανε στην Ιερουσαλήμ το 1141 την εποχή των Σταυροφόρων. Θεωρείται ο μεγαλύτερος Εβραίος ποιητής της μεταβιβλικής περιόδου.

Το όρος Αβαρίμ

Χαίρε, ω όρος Αβαρίμ. Ευλογημένες οι πλαγιές σου.
Κάπου εκεί πάνω ανέβηκε ο πιο σπουδαίος των ανδρών
Κόκκαλα ιερά είναι βαθιά θαμμένα στα πλευρά σου.
Αν δεν τον ξέρεις, την Ερυθρά ρώτησε θάλασσα
Την πράσινη βάτο, το όρος Σινά, και θα σου πουν:
«Δεν ήταν άνθρωπος των λόγων, αλλά έπραττε το έργο του Θεού».
Ορκίστηκα σύντομα να σ’ επισκεφτώ, αν ο Θεός το θέλει.

~.~

Λαχτάρα επιστροφής στη γη του Ισραήλ

Είναι η καρδιά μου στην Ανατολή κι εγώ στα πέρατα της Δύσης.
Πώς να μου φανεί νόστιμο το φαγητό, πώς να το βρω γλυκό;
Πώς να κρατήσω όρκους και υποσχέσεις όταν ακόμα
Η Σιών δέσμια είναι της Εδώμ κι εμένα οι Άραβες μ’ έχουν αλυσοδέσει;
Θα μου φαινόταν εύκολο ν’αφήσω
Όλα μου τα καλά στην Ισπανία
Βλέποντας πόσο πολύτιμο είναι για τα μάτια μου
Την σκόνη να κοιτούν του εγκαταλελειμμένου ιερού.

~.~ (περισσότερα…)