ΝΠ | Ποίηση

Φωτεινή Βασιλοπούλου, Παραμύθια χωρίς αύριο

Κόκκινη κλωστή

Κρεμόταν απ’ τον ουρανό
από μια κόκκινη κλωστή
από της Νύχτας το σπασμένο χέρι.

Πάνω απ’ το δάσος των ανθρώπων
χέρια κλαδιά και δόντια κοφτερά
αχ, και πώς την πεινούσαν!

Φεγγάρι από πάνω της δρεπάνι
χλωμό ξεματωμένο διψούσε για κορίτσι.
Ήθελε να το πιει και να χορτάσει
αίμα και παραμύθια

~.~

Μαγεμένη κουρούνα

Με μάγια τιμωρείται η ομορφιά.
Σκληρά. Με δυο μαύρα φτερά κουρούνας
κρωγμούς, αδακρυσιά.

Όνειρο μαύρο της φραγκοσυκιάς, ολημερίς φτεροκοπάς.
Σαν πέφτει ο ήλιος το πέταγμά σου βασιλεύει
και ξαναπαίρνεις την ανθρώπινη μορφή.

Νομίζεις σε λυπήθηκαν σαν είπαν:
Θέλεις τα μάγια να λυθούν;
Ρίξ’ τα φτερά σου στη φωτιά και κάψ’ τα!

Το έκανες. Και τώρα είσαι ελεύθερη.
Ελεύθερη να μην πετάς
το πριγκιπόπουλο να παντρευτείς
παιδιά να ταχταρίσεις.

Και κάθε μέρα στο παλάτι τριγυρνάς
τον περιμένεις ώς αργά το βράδυ
να επιστρέψει απ’ το κυνήγι.
Σκύβεις τού φέρνεις τις παντόφλες
προσφέρεις το ζεστό πρώην πουλιού κορμί
αίμα σε φλιτζανάκι του καφέ.
Πριγκίπισσα σωστή!

Μονάχα όταν σου πετάει στην ποδιά
μια δέσμη με πουλιά να ζεματίσεις
να μαδήσεις
σου πιάνεται η καρδιά.

Θρηνείς καθώς θυμάσαι τον απέραντο ουρανό
κλαις τις σφαγμένες πτήσεις
και νοσταλγείς την πρωινή δροσιά
που στα φτερά σου πια δε θα ξανακυλήσει.

~.~

Χωρίς Χέρια

Απλώνεις βλέμμα βελούδο απέραντο
ήχους κολυμπάς σιωπής
με τα μάτια ζυμώνεις ψωμί της ανάγκης
βράχια με τη γλώσσα σηκώνεις
δέντρα σκύβουν, σε ταΐζουν φρούτα της λύπης τους
στους κομμένους καρπούς σου δυο πέρδικες
αίμα θρόμβους ραμφίζουν δεν ξεδιψούν

τα κομμένα σου μέλη πεταμένα στο χώμα
περιστέρια μηνύματα ανεμπόδιστα στέλνουν
την αγάπη σου

καλοσύνη, η θλίψη σε κάνει πιο όμορφη

και βλασταίνει ζωή.

Πώς αγκαλιάζεις το μωρό σου, Χωρίς
Χέρια, κάθε μέρα πώς ντύνεσαι
τον καινούργιο σου θάνατο;

Εφτά ρούχα πληγές στο κορμί
κι εσύ διάφανη

Χωρίς Χέρια, επαίτης στη σκόνη της πόλης
πώς απλώνεις τα Χέρια Χωρίς
πώς τα μάτια καλύπτεις σε βλέμμα λεπίδες
με τι Χέρια τη μέρα σου σπρώχνεις Χωρίς
στο πηγάδι πώς ρίχνεις κουβά
πώς σφουγγίζεις τη νύχτα
πώς θερίζεις τις πίκρες με δρεπάνι στο στόμα;

Δείξε μου, Χωρίς Χέρια, δείξε μου πώς μπορείς!

~.~

Η γριά δούλα

Όταν τον πλησιάζει στο άσπλαχνο φως
καθρεφτίζονται στις φολίδες του τα χρόνια της.
Το αυλακωμένο με ρυτίδες πρόσωπο.
Τα σταχτιά μαλλιά, το γελοίο σαγόνι.

Πληγώνει η ασχήμια.

Πού πήγε το κορίτσι-λευκή καμέλια;
Αναμμένο νύχτες ολόκληρες
περίμενε να λιώσει στη φλόγα της ανάσας του.
Μ’ αυτός επέστρεφε κάθε φορά με νέο πλάσμα
που πότε τρώει πότε μαρμαρώνει και φυλά
στην κάμαρή του διπλοκλειδωμένο.

Με την απάτη, τα φιλιά τής ρούφηξε όλες τις χλωρασιές.
Ο έρωτάς του δηλητήριο στη φλέβα.
Τώρα κατάξερη ώς το μελούδι.
Το κατοικίδιο-γυναίκα εξημερώθηκε άγριο πολύ.
Παραμονεύει αθώα θύματα στις παρυφές του δάσους.
Σκυμμένη στη φωτιά τού ετοιμάζει φρέσκια σάρκα για το δείπνο
κρυφακούει πυρετικά πίσω απ’ την πόρτα
γλείφει τους ολονύχτιους τριγμούς απ’ τα σανίδια

χαϊδεύοντας του πύργου το κλειδί ανάμεσα στα στήθη.

~.~

Η γυναίκα του πρωτομάστορα

Αν τρέμουν τ’ άγρια βουνά, να τρέμει το γιοφύρι,
κι αν πέφτουν τ’ άγρια πουλιά, να πέφτουν οι διαβάτες

Λαχταρούσες το χάδι του.
Χέρια από την πέτρα όλο γκρίθια.
Πόθου στεναγμούς.
Μωρού κλάμα για το γάλα σου.
Μια ήσυχη ζωή λαχταρούσες.

Όχι. Ποτέ δεν πέρασαν από τον νου σου
καμάρες μονότοξες, δίτοξες
θρύλοι, τραγούδια, μοιρολόγια.
Κανείς να μη σ’ έκλαιγε. Ούτε ένα αχ.

Ποιος πρωτομάστορας σ’ έχτισε
και δεν άφησε απέξω ούτε ένα δάχτυλο ν’ αγγίζεις το μωρό σου
μια ίριδα να το βλέπεις να μεγαλώνει
μισή πατούσα να κουνάς την κούνια του
μισό στήθος να το θηλάζεις;

Ολόχτιστη.
Ποιό γιοφύρι στεριώνει τώρα το κορμί σου;

~.~

Η νέα κυρία Στάρκιν

Δεν ξέρω γιατί μ’ έφερε στο παλάτι του.
Είχε ήδη τη μικρή του πριγκίπισσα με
χείλη κεράσια, ενώ εγώ δυο λεπτές περισπωμένες
—χρώμα σκοτωμένο αίμα— γεμάτες απορίες.
Πώς να παραβγώ μαζί της;
Είχε χιονόδερμα. Είχα ρυτίδες.
Είχα κυτταρίτιδα. Είχε προζυμένιες γάμπες
όταν έβαζε το σκαμνάκι της
να πιάσει το βάζο με το γλυκό στο πάνω πάνω ράφι.
Της ζητούσε γλυκό κεράσι πρωί απόγευμα.
Είχε μάτια μόνο για κείνη.
Είχα μάτια σε προστάδιο καταρράχτη, ωχρά κηλίδα
αιμορραγία στα τριχοειδή. Προχωρημένη ουλίτιδα
και αλωπεκία. Εξού το μαύρο τουρμπάνι
τα σουβλερά δόντια, τα κόκκινα μάτια
σε όλες τις εικαστικές απεικονίσεις του παραμυθιού.
Ήταν ο γονιμοποιημένος του έρωτας.
Ήμουν η προσωποποίηση της αγονίας, της αγωνίας.
Όχι τόσο για την ομορφιά.
Η απόρριψή του μ’ ένοιαζε, η κατακραυγή της κοινωνίας.
Ήταν λάθος αυτός ο γάμος.
Πνιγόμουν απ’ τα στενά φορέματα, τους κορσέδες
το έντονο μακιγιάζ.
Λάθος ακόμα κι ο καθρέφτης μου
ραγισμένος, πολλαπλασιαστής ασχήμιας, δυσφορίας
σκονισμένος, αραχνιασμένος.
Πόσες φορές ήθελα να ξεκολλήσω το πιο αιχμηρό θραύσμα του
και να σκίσω τις φλέβες μου ή να της αφαιρέσω την καρδιά.
Όχι πως μ’ εκνεύριζαν τα καλά κορίτσια
αλλά ο ομοιοπαθητικός μού είχε συστήσει
συκώτι και καρδιά φρεσκοσφαγμένου κοριτσιού
για την προχωρημένη αναιμία μου.
Μα πώς θα καταπολεμούσα τον μεγαλύτερό μου τρόμο;
Την αιμοφοβία.

Γι’ αυτό κατέφυγα σε ασφυξία από κορσέ, σε δηλητηριασμένες χτένες, μήλα.

Για πες μου, έχω άδικο, καλέ μου υπηρέτη;
Μα έλα λιγάκι πιο κοντά και μίλα μου για μήλα.

ΦΩΤΕΙΝΗ ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΟΥ

Πιερ Πάολο Παζολίνι, Το κλάμα του εκσκαφέα

 

μετάφραση Κοσμάς Κοψάρης

Ο τίτλος του ποιήματος «Το κλάμα του εκσκαφέα» (από την ποιητική συλλογή του Pier Paolo Pasolini Οι στάχτες του Γκράμσι) υποδηλώνει την κραυγή απόγνωσης της εργατικής τάξης στον σύγχρονο καπιταλιστικό κόσμο. Ο εκσκαφέας έχει άμεση σχέση με τη γη και την αγροτική κοινωνία, που πλέον έχει τεθεί στο περιθώριο της ιστορίας. Η Ρώμη για τον ποιητή είναι ταυτόχρονα μια θαυμάσια αλλά και μίζερη πόλη. Με βάση την αθλιότητα στις φτωχογειτονιές, ανακαλύπτει την αυθεντικότητα του απλού λαού σε αντίθεση με την αστική υποκρισία. Αυτό σηματοδοτεί ότι πλέον αποκτά τη συνείδηση ενός κοινωνικού ποιητή. Εφεξής θα γίνει ο ποιητής του κοινωνικού οράματος, γεγονός που τον ωθεί στο να επιχειρεί να ερμηνεύσει κάθε πτυχή της κοινωνικής πραγματικότητας. 

~.~ 

ΤΟ ΚΛΑΜΑ ΤΟΥ ΕΚΣΚΑΦΕΑ

Ι

Μόνο η αγάπη, μόνο η γνώση
μετρά, όχι το να έχεις αγαπήσει,
όχι το να έχεις γνωρίσει. Δίνει αγωνία

το να ζεις έναν φθαρμένο
έρωτα. Η ψυχή δεν μεγαλώνει πια.
Να στη μαγεμένη ζέστη

της νύχτας που γεμάτη εδώ κάτω
ανάμεσα στις στροφές του ποταμού και τα εξασθενημένα
οράματα της πόλης γεμάτης φώτα,

ηχεί ακόμη από χίλιες ζωές,
αδιαφορία, μυστήριο, και μιζέρια
των αισθήσεων, μού κάνουν εχθρικές

τις μορφές του κόσμου, που μέχρι χτες
ήταν δικός μου λόγος ύπαρξης.
Βαριεστημένος, κουρασμένος, επιστρέφω, από μαύρες

αλάνες λαϊκών αγορών, θλιμμένοι
δρόμοι γύρω από το ποταμίσιο λιμάνι,
ανάμεσα στις παράγκες και στα μαγαζιά ανακατεμένα

με τα τελευταία λιβάδια. Εκεί νεκρική
είναι η σιγή: μα κάτω, στη λεωφόρο Marconi,
στο σταθμό του Trastevere, εμφανίζεται

ακόμη γλυκιά η βραδιά. Στις συνοικίες τους,
στις περιφέρειές τους, επιστρέφουν πάνω σε ανάλαφρες
μηχανές‒με φόρμα ή με παντελόνια

δουλειάς, μα σπρωγμένοι από μια γιορτινή ζέση‒
οι νέοι, με τους συντρόφους τους πάνω στις σέλες,
γελαστοί, βρώμικοι. Οι τελευταίοι θαμώνες

κουβεντιάζουν όρθιοι φωναχτά
μέσα στη νύχτα, εδώ και εκεί, στα τραπεζάκια
των τραπεζιών ακόμη φωτεινών και μισοάδειων

Θαυμάσια και μίζερη πόλη,
που με δίδαξες αυτό που χαρούμενοι και άγριοι
οι άνθρωποι μαθαίνουνε από παιδιά,

τα μικρά πράγματα στα οποία το μεγαλείο
της ζωής σε ειρήνη ανακαλύπτεται, σαν
να πας σκληρός και έτοιμος μέσα στο πλήθος

των δρόμων, να απευθύνεσαι σε έναν άλλον άνθρωπο
χωρίς να τρέμεις, να μην ντρέπεσαι
να κοιτάς το μετρημένο χρήμα

με τεμπέλικα δάχτυλα από τον εισπράκτορα
που ιδρώνει στις προσόψεις στη διαδρομή
σε ένα αιώνιο χρώμα καλοκαιριού. (περισσότερα…)

Φίλιπ Λάρκιν, Tό Χορτοκοπτικό

 

 

Μετάφραση ΝΑΤΑΣΑ ΚΕΣΜΕΤΗ

Σαράντα μέρες ἀπό τήν τελευτή τοῦ Ποιητῆ Νίκου Φωκᾶ
Στήν ἀγαπημένη μνήμη του.

Τό χορτοκοπτικό σταμάτησε, δυό φορές· γονατίζοντας βρῆκα
Ἕνα σκατζόχοιρο καταπληγωμένο ἀνάμεσα στίς λεπίδες,
Σκοτωμένος. Ζοῦσε στό ψηλό γρασίδι.

Τόν εἶχα ξαναδεῖ, καί μάλιστα μιά φορά τόν τάϊσα.

Τώρα τόν ταπεινό του κόσμο εἶχα πλήξει
Ἀνεπανόρθωτα. Καμιά γιατρειά μέ τήν ταφή:

Τό ἄλλο πρωί ἐγώ σηκώθηκα, κι ἐκεῖνος ὄχι.
Ἡ πρώτη μέρα μετά ἀπό ἕνα θάνατο, ἡ νέα ἀπουσία
Πάντοτε ἴδια· καλύτερα νά εἴμαστε προσεχτικοί

Ὅσο ἀκόμα εἶναι καιρός
Ὁ ἕνας γιά τόν ἄλλον σπλαχνικοί.

~.~

Σημείωση της μεταφράστριας

Πρόκειται γιά ἕνα ἀπό τά λίγα ποιήματα τοῦ Larkin πού γράφτηκαν ἀνάμεσα στήν ἔκδοση τῆς συλλογῆς High Windows τό 1974 καί τόν θάνατό του τό 1985. Σ’ ἕνα γράμμα τῆς 20ης Μαϊου 1979 στή φίλη του Judy Egerton, ἔγραψε: » Τό Πάσχα βρῆκα ἕνα σκατζόχοιρο νά βολτάρει στόν κῆπο μου, ὁλοφάνερο πώς εἶχε μόλις ξυπνήσει ἀπό τή νάρκη του: δέχτηκε γάλα, ἀλλά γύρισε στόν ὕπνο του ὑποθέτω, καί ἔκτοτε δέν τόν ξανάδα». Στίς 10 Ἰουνίου τῆς ἴδιας χρονιᾶς ἔγραψε στήν Egerton: » Αὐτή ἡ μέρα ἦταν μᾶλλον καταθλιπτική: σκότωσα ἕνα σκατζόχοιρο καθώς ἔκοβα τό γρασίδι, φυσικά κατά τύχη. Ἔχω ἀναστατωθεῖ.» Τό Χορτοκοπτικό γράφτηκε στίς 12 Ἰουνίου.
Ἡ Betty Mackereth, πού ἐργαζόταν μαζί μέ τόν Larkin στήν Βιβλιοθήκη Brynmor Jones University of Hull, ἔγραψε γιά τό ποίημα: «Θυμᾶμαι πολύ καλά τόν Φίλιπ νά μοῦ λέει γιά τόν θάνατο τοῦ σκατζόχοιρου, στό γραφεῖο του τό ἑπόμενο πρωί, μέ δάκρυα νά κυλοῦν στό πρόσωπό του.» ( Τhe Philip Larkin Society Website, May 2002). Ἡ ἐκτίμηση τοῦ μακαριστοῦ Νίκου Φωκᾶ στό πρόσωπο καί τήν ποίηση τοῦ φίλου του Philip Larkin εἶναι γνωστή.
Τά ἔργα ποὺ κοσμοῦν τήν ἀνάρτηση εἶναι τοῦ Γεώργιου Προκοπίου («Ἀθάνατα»).

 

 

 

Χρήστος Τουμανίδης, Σπουδή πάνω στο φόβο του εγκλεισμού

~ . ~

ΣΠΟΥΔΗ
ΠΑΝΩ ΣΤΟ ΦΟΒΟ ΤΟΥ ΕΓΚΛΕΙΣΜΟΥ

 

( Σ’ ένα δωμάτιο αρχίζει και
τελειώνει ο κόσμος λοιπόν; )

 

*****

ΑΝΤΙ ΕΙΣΑΓΩΓΗΣ

«ἕνα – δυό – τρία – τέσσερα βήματα, ἡ πόρτα τῆς κρεβατοκάμαρας,
ἕνα – δυό – τρία – τέσσερα βήματα ἡ μπαλκονόπορτα,
ἕνα – δύο – τρία, ἕνα – δύο, ἕν – δυό, ἕν – δυό, ἕν-δυό…
βήματα πού πλησιάζουν ἀνεβαίνοντας τίς βαθμίδες τῆς σκάλας κι ὕστερα
χτυπήματα δυνατά στήν πόρτα.»

Χριστόφορος Μηλιώνης, «Ἐγκλεισμός», Τά διηγήματα της δοκιμασίας, 2009

1

Η μοναξιά που κάποτε μας έτρεφε,
τώρα μας αρρωσταίνει, λες.
Τεμάχισε τον κόσμο μας στα δυο:
Πραγματικό και νοητό.
Σε φως και σε σκοτάδι.

Λεν τα κοτσύφια, στις κεραίες, το τραγούδι τους,
αλλά εμείς – ακούμε τις Ειδήσεις.
Δεν υπάρχει το ενδιάμεσο εκείνο της ψυχής.
Η φυγή προς το φως.

Μας έκλεισαν, μας κλείδωσαν, και πήραν τα κλειδιά.
Ποιοι; Και γιατί;
Ποιος ξέρει!
Αύριο, νέα μέτρα θα εξαγγελθούν,
με νέους φόβους θα κοιμάσαι. (περισσότερα…)

Ελένη Χαΐμάνη, Ήλιος

~.~

Η απόφαση ν’ ανέβει κάποιος το βουνό δεν πρέπει να παίρνεται ελαφρά τη καρδία. Πρέπει να καταλαγιάζει μέσα μας η στιγμή, η σωστή ώρα που θ’ αντικρίσουμε το τραύμα.

Βλέπετε, η θάλασσα με τις μεγάλες εκτάσεις σπαρμένες τούφες θαλασσινού αφρού, με το νερό που την καλύπτει σαν αγκαλιά για τους ειδήμονες αφήνει έξω ανεξερεύνητα και αβαθή τα πιο σοβαρά σημεία· ας πούμε, το γεγονός πως όποιος χάνεται σ’ αυτήν στέκει λένε ευλογημένος γιατί η λήθη της φτάνει ίσαμε τον ουράνιο θόλο δίχως σύνορα για τους ανθρώπους, μια ευθεία γραμμή του ορίζοντα, το μόνο τίμημά της, αφού όποιος γνωρίζει από νερά εξαγνιστικά, γνωρίζει επίσης ότι σε στέλνουν απ’ ευθείας στα επάνω στρώματα χωρίς πολλά-πολλά γραφειοκρατικά. Αν θέλετε να πεθάνετε, κάντε το δίπλα σε νερό.

Γιατί τα υψώματα είναι ένα άλλο πράγμα, καθώς ανεβαίνει κανείς ψηλαφητά σε κάθε μια στροφή και βλέπει άλλη στροφή να διαδέχεται την προηγούμενη, αυτό προϋποθέτει κούραση αληθινή πρώτον και σιγουριά για την απόφασή σου να μη λιποψυχήσεις κατά την άνοδο και πόσο μάλλον κατά την πτώση…

Πάντοτε σκεφτόμουν πως να βρίσκεσαι ψηλά σημαίνει πως έχεις δεχτεί το μοιραίο που κρύβει η ύπαρξή σου. Αυτή την αδιόρατη στιγμή που θέλεις να επικοινωνήσεις με ό,τι υπάρχει πιο ψηλά από σένα. Άλλοι, πιο κοντόφθαλμοι και υπέρ του δέοντος θεοσεβείς θα την ονόμαζαν ύβρη. Όμως ας πάρουμε μια βαθιά ανάσα εδώ που φτάσαμε στην κορυφή και ας παρατηρήσουμε τον αέρα, είναι περισσότερο ελαφρύς απ’ το κανονικό, αβαρής και φαντάζομαι θυμίζει λίγο τον παράδεισο· κι ας αναλογιστούμε για λίγο μόνο πόσο λίγο χρόνο χρειάζεται ένα ύψωμα να βαφτιστεί με τ’ όνομά μας!

Πλησιάζοντας πιο πολύ τον ήλιο θα βρούμε τραγικό το πάλεμα μαζί του κι αν χρειαστεί να πέσουμε, θώρακας με θώρακα, θα πέσουμε! Αλλά θα πέσουμε και η τιμή θα είναι δική μας. Δικό μας και το ύψωμα.

Όταν ήμασταν μικροί πιστεύαμε πως οι ήρωες είναι αυτοί που κραδαίνουνε στα χέρια τους τα όπλα και πάνε σε άλλες πολιτείες μακρινές για να παλέψουν για ότι πιστεύουνε πως είναι η αξία που κρεμιέται στην μύτη από το ξίφος τους. Με τα χρόνια όμως, δεν ξέρω με τι άλλο μετράται η δύναμη των ηρώων αν όχι με τις αληθινές αποφάσεις· με το απροσδιόριστο δευτερόλεπτο που ξέρεις αν είσαι ο ήρωας ή δεν είσαι.

Το ύψωμα θα παραμείνει βουβό και μετά απ’ την κατάβασή μας. Οι μικρές πινακίδες στο χώμα με ένα ονοματεπώνυμο και μια αναφορά ηλικίας με τα χρόνια σίγουρα θα ξεχαστεί, γιατί είναι η μοίρα να ξεχνιούνται τα υψώματα όταν κατεβαίνουνε σε μάχη με τις ακρογιαλιές αλλά, αν θέλετε να φύγετε σαν ήρωες να πέσετε από ψηλά.

ΕΛΕΝΗ ΧΑΪΜΑΝΗ

~.~

Καντάτα για τον Μίκη Θεοδωράκη

 

Η Καντάτα για τον Μίκη Θεοδωράκη του Γιώργου Μπλάνα διαβάστηκε από τους ηθοποιούς Γιάννη Στάνκογλου και Βίκυ Παπαδοπούλου σε μια σειρά από ιστορικές παραστάσεις αφιερωμένες στο χορωδιακό έργο του συνθέτη με τον τίτλο «Όλη η Ελλάδα για τον Μίκη» (Μέγαρο Μουσικής, 6-7 Φεβρουαρίου 2017 – Καλλιμάρμαρο, 19 Ιουνίου 2017).

Στις παράστασεις αυτές, που τελούσαν υπό την αιγίδα του Προέδρου της Ελληνικής Δημοκρατίας, συνέπραξαν 1000 χορωδοί από όλη τη χώρα ερμηνεύοντας έργα από τους κυριότερους ποιητικούς κύκλους που έχει μελοποιήσει ο Μίκης Θεοδωράκης. Η χορωδιακή διασκευή και ενορχήστρωση για συμφωνική μαντολινάτα έγινε από τον μαέστρο Παναγή Μπαρμπάτη, ο οποίος και διηύθυνε. Τα κείμενα της παράστασης ήταν του Γιώργου Μπλάνα και τη σκηνοθετική επιμέλεια είχε η Σοφία Σπυράτου. Συμμετείχαν οι τραγουδιστές Δημήτρης Μπάσης και Μίλτος Πασχαλίδης και οι λυρικοί καλλιτέχνες Τζίνα Φωτεινοπούλου, Ελένη Βουδουράκη, Μπάμπης Βελισσάριος και Παντελής Κοντός. 

Η Καντάτα για τον Μίκη Θεοδωράκη τυπώθηκε την Πρωτοχρονιά του 2018 ως ειδική αναμνηστική πλακέτα από τις Εκδόσεις Γαβριηλίδη σε περιορισμένο αριθμό αντιτύπων.

Η ποιητική αυτή σύνθεση του Γιώργου Μπλάνα είναι το πρώτο μέρος ενός πολύπτυχου αφιερώματος – αποχαιρετισμού του Νέου Πλανόδιου στον κορυφαίο Έλληνα δημιουργό. Τις επόμενες ημέρες και έως την κηδεία του θα ακολουθήσουν κείμενα γραμμένα ειδικά για την περίσταση από σημαντικές προσωπικότητες των γραμμάτων και των τεχνών της χώρας.

 

 

 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΛΑΝΑΣ

 

ΚΑΝΤΑΤΑ
σε πέντε μέρη
ΓΙΑ ΤΟΝ ΜΙΚΗ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗ

 

ΟΙ ΦΩΝΕΣ
Μίκης Θεοδωράκης (Μ.Θ.)
Ελλάδα (ΕΛΛ.)

 

Ι
Ο ΜΑΓΙΚΟΣ ΣΠΑΓΚΟΣ

Μ.Θ. – Είχα ένα σπάγκο· μαγικό.
Κι έβγαινα με το φως κι έλεγαν όλοι:
πού πάει πάλι ο Μίκης, ο μικρός του Θεοδωράκη;
Τι θέλει από τη θάλασσα, αυτό το παιδί!

ΕΛΛ.- Τι ήθελες από τη θάλασσα;

Μ.Θ. – Τ’ όνομά σου.

ΕΛΛ. – Μπορούσες να ρωτήσεις.

Μ.Θ. – Παιδί ήμουν· ντρεπόμουν.
Πώς να πω πως ό,τι έχει το χρώμα της θάλασσας
μοιάζει στην αγάπη μου – πείτε μου τ’ όνομά της;
Έριχνα τον σπάγκο στο νερό, έκλεινα τα μάτια
και σκεφτόμουν δέντρα βουβά στις ποδιές των βουνών
και πέρα, μακριά πόλεις ξαπλωμένες σαν γιγάντια γατιά στις απλωσιές:
δρόμοι, πλατείες, σπίτια, δωμάτια, κρεβάτια, εσύ
να κοιμάσαι μέσα σε θύελλες σεντονιών
κι ο ύπνος σου: διάφανο βότσαλο στο δέρμα των νερών.

ΕΛΛ. – Θυμάμαι. Κοιμόμουν σε ποτάμι και πηγή
και γη ανθισμένη. Κι έβλεπα πως με κρατούσες
και κολυμπούσες σε μεγάλη τρικυμία. Και το ακρογιάλι
ήταν μακριά. Κι έλεγες: μόνο αυτό το τρυφερό κλωνάρι
έχω στον κόσμο, αστέρια μου κι εσύ ανθισμένο
σκοτάδι τ’ ουρανού. Δώστε μας στέγη.
Έχω τραγούδια να της πω.

Μ.Θ. – Ώσπου μια μέρα τράβηξες τον σπάγκο· τον μαγικό·
κι άκουσα την καρδιά μου
-σαν τραγούδι μακρινό την άκουσα-
και μια στιγμή πριν αφεθώ στην αγκαλιά σου,
είδα στο βάθος του ορίζοντα
να μαζεύονται οι βυθοί,
χτενίζοντας τα πράσινα κεφάλια τους
και τα βουνά να σπρώχνονται για να χωρέσουν
κάτω απ’ το νόημα του φωτός.
Και ήξερα πως σε λένε Ελλάδα.

ΕΛΛ. – Και ξύπνησα και ήμουν στην αγκαλιά σου·
δεμένοι και οι δυο με κείνη την κλωστή,
τη μαγική και γύρω είχαν ανάψει
φωτιές τα παιδιά και μας έφερναν
κορόμηλα και πορτοκάλια
και τραγουδούσαν, χόρευαν, κι ο κόσμος
ήταν κήπος, απ’ αυτούς του φτωχικούς
που κάνουν μια πατρίδα ευτυχισμένη,
σαν πουλί στο πιο ψηλό κλαδί. (περισσότερα…)

Παγώνα Ξενάκη, Επτά ποιήματα

~.~

Ο γιός ο καλογιός και το κοτσύφι

— Κάθου στου πεύκου τα ριζά, πριχού γυρίσεις πίσω!
οι στρατοκόποι δε περνούν, μόν’ τα πουλιά μονάχα.
Του δερβενιού την εμπασιά το βράδυ θα σφαλίσω,
σέρνουν χορό τ’ αερικά, μη δεν το ξέρεις τάχα;

— Μη με μαλώνεις βρε πουλί, κοντεύω ν’ αποκάμω,
μα στρώσε μου στη στράτα μου σιμιγδαλένιαν άμμο.
Καλός είμαι, περίκαλος, μη με μαυροκαρδίσεις
και δυο φτερούγες που δε θες, καλλιό να μου χαρίσεις.

— Τι θέλεις γιέ μου τα φτερά; τα πετεινά πουλάκια,
σουραύλι έχουν για κόκκαλα, κλαράκια που λυγίζουν.
Το χαμομήλι του βουνού γιά νυχοποδαράκια,
σαν κλωσταράκια του άνηθου, δυο δράμια να ζυγίζουν…

— Μα, έχω της φτέρης τη σκιά, πεσκέσι από τη πάχνη
τα μπιρσιμένια τα προυκιά, στον ύπνο σου δε τα ’χες!
Η αραχνούδα τα ’φαγε —αχ, η καλή μου αράχνη—
για να πετώ με την καρδιά, να δρασκελώ τις ράχες.

— Σαν είσαι γιός και καλογιός, κλεισούρι δε κλειδώνω,
θα το κεντήσω με πηγές, να ξαποσταίνεις μόνο.
Κωνσταντινάτα και φλουριά ο ήλιος θα πετάει,
μελένια κριθαρόψωμα να τα ’χεις για προσφάι.

~.~

Φως ανέλπιδα ελπιδοφόρο

Άστρα λαμπρά, σφραγίδες των Χρυσόβουλων,
κάποια από σας θα ’ναι καιρό θρυμματισμένα.
Με πείσμον φως που τρέχει ως Φειδιππίδης,
χρόνια πολλά μετά από τον χαμό σας.

Αστέρια αδημοσίευτα, καθώς,
άγνωστοι στίχοι σε νεκρού ποιητή συρτάρι.
Ένα φωσάκι που έτρεχε άκοπο,
άσχετο απ’ το πολύπαθο κορμί του.

Βουνά αυθέντες, τελετάρχες εποχές,
ατέρμονές μου κονταρίδες,
καημοί αγροδίαιτοι στον κάμπο με τα ψυχανθή
κι’ αφηρημένοι φαροφύλακες…

αχ, παλαζάκια στη ροζέτα τ’ ουρανού,
οσμή του δείπνου μου στο τέλμα του φωταγωγού,
αχ, μυστικά μου μες την τσέπη αρχαίων δέντρων,
γλυκύτατο το φως των αστεριών.

~.~ (περισσότερα…)

Διασχίζοντας τον βάλτο

 

της ΝΑΤΑΣΑΣ ΚΕΣΜΕΤΗ

Μικρό σχόλιο στό ποίημα τοῦ Olav H. Hauge «Διασχίζοντας τόν βάλτο»

Ἐδῶ εἶναι οἱ ρίζες ὅλων τῶν δέντρων πού πέθαναν,
γιά νά μπορεῖς νά βαδίζεις ἀσφαλῶς
πάνω στά ὑδαρῆ σημεῖα πού ὑποχωροῦν.
Ρίζες σάν αὐτές κρατοῦν τήν σταθερότητα, εἶναι
πιθανόν νά βρίσκονται ἐδῶ αἰῶνες.
Κι ὑπάρχουν ἀκόμα κάποια μαῦρα
ὑπολείμματά τους κάτω ἀπ’ τά βρύα.
Ὑπάρχουν ἀκόμα στόν κόσμο καί σέ
στηρίζουν γιά νά μπορέσεις νά φτάσεις στό τέλος.
Κι ὅταν σπρώχνοντας βγεῖς πέρα στήν βουνίσια λίμνη,
ψηλά, νιώθεις πῶς ἡ μνήμη
ἐκείνου τοῦ παγωμένου προσώπου
πού πνίγηκε κάποτε ἐδῶ
βοηθᾶ νά μένει στήν ἐπιφάνεια ἡ εὔθραυστη βάρκα σου.
Αὐτός, πραγματικά τρελός, ἐμπιστεύθηκε τή ζωή του
στό νερό καί τήν αἰωνιότητα.

Δοκίμαζα νά τό γυρίσω στή γλώσσα μας, ἀπό τά ἀγγλικά βέβαια, τίς μέρες πού καιγόταν ἀπ’ ἄκρη σ’ ἄκρη ὁ τόπος πάλι. Σκεπτόμουν πώς ὁ Νορβηγός, πού λάτρευε τά δέντρα, στεκόταν μέ εὐγνωμοσύνη ἀκόμα καί πρός τίς ἀρχαῖες τους ρίζες, αὐτές πού εἶχαν ἀπομείνει στόν βαλτότοπο. Θαυμάζοντας παρατηρεῖ πώς τά μισοβυθισμένα κούτσουρα σέ στηρίζουν νά τόν διαβεῖς. Δέν εἶναι δύσκολο νά δοῦμε τήν κυρίαρχη μεταφορά τοῦ ποιήματος: πορεία ζωῆς μ’ ἕνα εὔθραστο σκάφος, τό σῶμα, πάνω σέ ἀνασφαλές ἔδαφος, ἕναν κινούμενο βάλτο. Μόνον ὅταν βγεῖς στά Τερπνά Βουνά, στά ὁποῖα προσέβλεπε καί προσδοκοῦσε ὁ ἥρωας στό μεσαιωνικό Ταξίδι τοῦ Προσκυνητῆ, μπορεῖς νά διακρίνεις τή βοήθεια πού πῆρες ἀπό τίς παλιές ρίζες. Εἶναι ἴσως πράξη τρέλας νά ἐμπιστεύεσαι κι ἐσύ, σάν τόν παλιό πνιγμένο, τό νερό καί τήν αἰωνιότητα. Ἀλλά τί θ’ ἀπογίνεις χωρίς καμιά ἐμπιστοσύνη στίς ρίζες κι ἔχοντάς τις ὅλες κάψει; Ποιός εἶναι ὁ τρελός ;

Πᾶμε τώρα νά καλύψουμε μέ λέξεις τά ἐγκαύματα τῶν Δέντρων. Τίς χιλιάδες μαῦρες πληγές τῶν Δασῶν πού ἀνοίξαμε. Πᾶμε τώρα νά κρυφτοῦμε πίσω ἀπό τίς λέξεις. Νά ὑποκριθοῦμε πώς ἀναπνέουμε ὀξυγόνο. Μασκοφόροι, πᾶμε νά φτιάξουμε αἰσιόδοξα χειροποίητα προγράμματα: «Νά πάρουμε πίσω τη ζωή μας…» Λές ἡ ζωή εἶναι ἐνέχυρο. Τό ἄχυρο τῆς ζωῆς μας τό Ἀχειροποίητο.

Ἄν πνιγοῦμε στόν βάλτο μας, Ὄλαφ, δέ θά ’μαστε οἱ τρελοί πού ἐμπιστεύθηκαν τή ζωή τους στό νερό καί τήν αἰωνιότητα. Θά εἴμαστε κάποιοι ἀπαθεῖς μέ παγωμένα πρόσωπα. Τά νεκρά μούσκλια καί βρύα πᾶνε τώρα νά σαβανώσουν τά Πλάσματα στά Δάση.

Νά ξεχαστοῦμε πίσω ἀπό τίς λέξεις, μπορεῖ. Νά κρυφτοῦμε ἀπό τά ἀνομήματά μας, ἀδύνατον.

ΝΑΤΑΣΑ ΚΕΣΜΕΤΗ

 

 

Κωνσταντίνος Χρυσόγελος, Μικρός βυζαντινός κύκλος

Αλέξιος Κομνηνός

 

ΑΥΤΟΣΚΗΝΟΘΕΤΟΥΜΕΝΟΙ

Αυτοσκηνοθετούμενος ανοίγει το βιβλίο
με τα γραπτά του Μιχαήλ Ψελλού, κι αν τάχα πέσει
σε λέξη δίσημη, λοξή, θα πει: «για πάμε πάλι»
στον σκηνοθέτη του μυαλού. Μα κάποτε ταιριάζουν
οι μαύροι κύκλοι στο χαρτί με τις κρυφές ιδέες.
φαντάζει τότε σαν αφίσα κλασικής ταινίας
το προσωπείο που επέλεξε για την ιστοσελίδα.

Θα ρέουν τα χρόνια – πώς αλλιώς; Θα ’ρθούν νέοι ταξιδιώτες.
Eμείς διαρκώς ευάλωτοι στους άγνωστούς μας κλέφτες·
θα δουν το τι δεν είδαμε στους άφθαρτους καθρέφτες.

~.~

ΟΙ ΓΙΟΙ ΤΟΥ ΙΩΑΝΝΗ

Ο Αλέξιος μου ξέφυγε απ’ τα χέρια
σαν λιονταράκι ατίθασο που δεν ακούει
τη μάνα του· σ’ ένα δασάκι τρέχει σκοτεινό.
Δεν σ’ έκλαψα αρκετά γι’ αυτό
το χέρι του Θεού μού στέρησε
και τον Ανδρόνικο. Μαζί πια ταξιδεύετε
πιασμένοι χέρι χέρι, ο διάδοχος κι ο διάδοχός του.
Σαν πέταλα στ’ αγέρι… Τον Αλέξιο
ψηφίδες στον ναό τώρα θυμίζουν,
την ομορφιά, τα νιάτα, την ευγένεια.
Για σένα, Ανδρόνικε, η αγάπη μου.
Δεν έχω τίποτα άλλο.

~.~

ΣΥΜΠΟΤΕΣ

Ο νέος δηλώνει Χριστιανός και με το χέρι
ψηλά τους άγιους και τον Θεό δοξάζει.
Στο τέλος της βραδιάς πικρό είναι το κρασί του
καθώς τον έρωτα θρηνεί, πεσμένος χάμω.

~.~

ΣΥΜΕΩΝ, ΣΥΜΕΩΝ !

Θέλω να βρω τον τρόπο να μιλήσω σκοτεινά.
Τον ήλιο που με πυρπολεί και σαν πηγή δροσίζει
ποια γλώσσα τον σημαίνει; Πήγαινε να βρεις
τον στρατιώτη που έχασε την πίστη του
στην έρημο κι εκεί την ξαναβρήκε· ρώτα
το σύννεφο για το αίμα που ξεπλένει κάθε δράμα
ανθρώπινο – τίποτα δεν θα μάθεις. Κι ο Έρωτας,
το βλέμμα του, μονίμως μας μετράει. Θέλω μια μέρα
να εξεγερθώ, να φταίω για την οδύνη,
μα τρέμω την απώλεια, την άτεγκτή Του αγάπη,
και τώρα δα που με καλεί ( Συμεών, Συμεών ! )
τινάζω ολόχαρος τα δυο φτερά και τρέχω·
και τρέχοντας σκοντάφτω· και σκοντάφτοντας διστάζω.

~.~

ΜΗ ΜΕ ΡΩΤΗΣΕΙΣ ΠΩΣ ΜΕ ΛΕΝ· ANTIO

Γερά κι αν με γραπώσεις θα ξεφύγω.
Το σώμα μου στα χέρια σου· για λίγο.
Σαν αίνιγμα σου ξεγλιστρώ, σαν χιόνι.
Μην απορείς μ’ εμένα, μη θυμώνεις.
μη με ρωτήσεις πώς με λεν· αντίο.

~.~

Σημειώσεις

ΑΥΤΟΣΚΗΝΟΘΕΤΟΥΜΕΝΟΙ
Ο Μιχαήλ Ψελλός (11ος αι.) είναι ο σπουδαιότερος ίσως λόγιος του βυζαντινού πολιτισμού, τουλάχιστον από τον 9ο αιώνα κ.ε.
ΟΙ ΓΙΟΙ ΤΟΥ ΙΩΑΝΝΗ
Ο πρωτότοκος γιος του αυτοκράτορα Ιωάννη Β΄ (1118-1143) και διάδοχος του θρόνου, Αλέξιος, η μορφή του οποίου έχει αποτυπωθεί στην Αγία Σοφία στην Κωνσταντινούπολη, πέθανε από αρρώστια ενώ βρισκόταν σε εκστρατεία με τον πατέρα του. Ο δευτερότοκος γιος, Ανδρόνικος, ανέλαβε να φέρει τη σορό πίσω στην πρωτεύουσα, αλλά πέθανε και ο ίδιος στον δρόμο της επιστροφής.
ΣΥΜΕΩΝ, ΣΥΜΕΩΝ !
Πρόκειται για τον Συμεών τον Νέο Θεολόγο (β΄ μισό 10ου-αρχές 11ου αι.), μοναχό και μυστικό και έναν από τους πιο ενδιαφέροντες ποιητές της βυζαντινής λογοτεχνίας. Τον απασχολεί ιδιαίτερα η επαφή με τον Θεό, την οποία προσδιορίζει συχνά με όρους ερωτικούς.

 

Περιμένοντας τους τουρίστας

 

ΠΕΡΙΜΕΝΟΝΤΑΣ ΤΟΥΣ ΤΟΥΡΙΣΤΑΣ

— Τι περιμένουμε στην αμμουδιά συναθροισμένοι;
Είναι να φθάσουν οι τουρίσται σήμερα.

— Γιατί στο Κοινοβούλιον μια τέτοια απραξία;
Τι κάθετ’ η κυβέρνησις και δεν εκδίδει νόμους;

— Γιατί θα φθάσουν οι τουρίσται σήμερα.
Τι νόμους η κυβέρνησις να εκδώσει;
Οι ίδιοι σαν φτάσουν θα μας πουν τι θέλουν.

— Γιατί ο Καταλληλότερος τόσο νωρίς σηκώθη
στου Ελ Βενιζέλος να σταθεί την πιο μεγάλη πύλη,
γιατί παλάμη άπλωσε σαν να ’ταν διακονιάρης;

— Γιατί θα φθάσουν οι τουρίσται σήμερα.
Κ’ ελπίζει μήπως τον προσέξει εκεί
κανένας ξεναγός των. Μάλιστα ετοίμασε
ένα λογύδριο να τον πει. Εκεί
τον έγραψε χίλια μύρια γλειψίματα.

— Γιατί και όλοι οι άρχοντες οι τοπικοί εβγήκαν
με ζήλον τόσον κ’ έπιασαν τες ρούγες, τες πλατείες·
γιατί γκαρσόνας φόρεσαν ποδίτσα με φιογκάκι
και ξεσκονόπανο κρατούν κ’ απ’ το πρωί γυαλίζουν·
γιατί μπρος στον καθρέπτην των προβάρουν ρεβεράντζες
που απ’ το πολύ το σκύψιμον τούς κόπηκεν η μέση;

Γιατί θα φθάσουν οι τουρίσται σήμερα·
και οι τουρίσται απαιτούν σέρβις και προθυμία.

— Γιατί οι ρεπόρτερ οι άξιοι δεν βγαίνουν στα κανάλια
να πουν πως η ανάπτυξις μάς τρέχει απ’ τα μπαντζάκια;

Γιατί θα φθάσουν οι τουρίσται σήμερα·
κ’ αυτοί απ’ την πάρλα προτιμούν την ηλιοθεραπεία.

— Γιατί ν’ αρχίσει μονομιάς αυτή η ανησυχία.
(Οι φάτσες οι υπουργικές τι πελιδνές που εγίναν).
Γιατί αδειάζουν γρήγορα πλαζ και ξενοδοχεία,
κ’ όλοι γυρνούν στα σπίτια τους σαν φιδοδαγκωμένοι;

Γιατί ενύχτωσε αλλά τουρίσται δεν φανήκαν.
Και οι ειδήσεις που έφθασαν από την Αλβιόνα
λένε πως τους εκράτησε μακριά λοιμού τρομάρα
και πως τουρίσται φέτος πια δεν πρόκειται να ’ρθούνε.

Και τώρα τι θα γένουμε χωρίς τουρίστας.
Το χαρτζιλίκι που άφηναν ήταν μια κάποια λύσις.

ΛΑΜΠΡΟΣ ΛΑΡΕΛΗΣ