ΝΠ | Ποίηση

Θανάσης Γαλανάκης, Ο πολύς Μάνος

Αστυνομικοί

~.~

Ὁ Πολὺς Μάνος 

Θὰ ὑπακούω σὲ ἄστρα
Χοιρινὸ μὲ πατάτες
Στὴ γάστρα

Σφάλμα ὀλέθριο ποὺ διέπραξα μικρὸς
καὶ νά! κατέληξα χωμένος στὰ βιβλία.
Ἔχει μαυρίσει ἡ ζωή μου, ἀσφαλῶς!
Ἔπρεπε νά ‘χα πάει στὴν Ἀστυνομία…

Πλῆγμα θὰ ἦταν γιὰ τὴν οἰκογένειά μου.
(Τὸ παίζαν πάντοτε λιγάκι ἀριστεροί).
Στὴ μπλὲ στολὴ ὅμως θά ‘βρισκα τὴν ὑγειά μου.
Τὰ ray-ban μου, τζαμαρία γυαλιστερή.

Στὴ γειτονιὰ ὅλοι θὰ παύαν σὰν περνοῦσα,
λὲς κι ἂν ἀκούσω θὰ τοὺς τράβαγα στὸ Τμῆμα.
Τοὺς συναδέλφους μου καφὲ θὰ τοὺς κερνοῦσα·
θὰ μὲ σεβόντουσαν στὸ κάθε μου τὸ βῆμα.

Τοῦ περιστρόφου ἡ δερμάτινη ἡ θήκη,
ἀστραφτερή – κάθε πρωὶ γυαλιστικό.
Κι οἱ χειροπέδες τοῦ ἐγκλεισμοῦ θά ‘ταν διαθήκη
γιὰ κάθε ὕποπτο, τυχαῖο περαστικό.

Τὸ γκλὸπ σκληρὸ, ἔτοιμο γιὰ νὰ καταστείλει
ὅποιον εὐθύνεται —ἢ καὶ ὄχι— παραβάτη.
Στὸ εἰκονοστάσι τοῦ σπιτιοῦ νὰ καίει καντήλι
γιὰ κάθε τῆς ὁμάδας ΔΙ.ΑΣ. ἀναβάτη.

Μπάτσος ὑπόδειγμα: τραβέλια καὶ πρεζόνια,
ἔμπορους, κλέφτες, βιαστὲς καὶ παπατζῆδες
θὰ ὀνειρευόμουν νὰ μαγκώνω στὴν Ὀμόνοια
καὶ θά ‘χα πλάτες μὲ μαφιόζους καὶ νταῆδες.

Κι ὅταν ἡ σύνταξη θὰ ἐρχόταν σὰν τὴν μπόρα
ποὺ αἴφνης ξεσπάει ἀπὸ σύννεφο μαβί,
τότε θὰ ξάπλωνα φαρδὺς στὴ νεκροφόρα.
Μηδενικὴ εἰς τὸ πηλίκο ἀνταμοιβή.

(13.12.17)

ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ

 

Advertisements

Γιώργος Βαρθαλίτης, Τρίπτυχον

Young_Girl_Reading_by_Jean-Baptiste-Camille_Corot_c1868.jpg

 

 

 

 

 

 

 

 

~.~.~

ΤΕΡΤΣΙΝΕΣ ΣΤΟΝ ΗΛΙΟ

Πώς ξάφνου στον ορίζοντα προβάλλεις
άβυσσε από καθάρια λαμπηδόνα,
χρυσέ οφθαλμέ της μέρας της μεγάλης,

μαρμαρυγή, π’ αστράφτει στον αιώνα,
και το σκοτάδι,  λάμψη, που νικάει
και πλημμυρά του κόσμου το λειμώνα!

Πώς σα ναός η γη φεγγοβολάει,
που μύριες τον  φωτίζουνε λαμπάδες
και χείμαρροι φωτός που ξεχειλάει!

Τις άμετρες της φύσης ομορφάδες
εσύ μονάχος πάλι ξεσκεπάζεις:
βουνά και δέντρα, δάση και κοιλάδες.

Από τον ουρανό καθώς κοιτάζεις,
η θάλασσα, καθρέφτης, μας θαμπώνει,
τι και σ΄ αυτήν τη λάμψη σου μοιράζεις.

Το φως σου και τα σύννεφα χρυσώνει
και με πορφύρας χρώμα φλογισμένης
τα βάφει σαν η δύση σουρουπώνει.

Διαμάντι λαμπερό της οικουμένης
είσαι και κυανώνεις τα πελάγη
και τα χιονόδοξα βουνά λευκαίνεις,

λωτός, που δε γευτήκαν λωτοφάγοι,
μα π΄ όλοι με τα φίλτρα σου μεθάνε,
κι από χρυσόν αθώρητον αρπάγη,

κι εσύ είσαι, π’ όλα εσένα προσκυνάνε,
των αστεριών το πιο τρανό τ’  αστέρι,
που σα φανείς εκείνα διασκορπάνε!

Στ΄ απέραντο όμως μέσα καλοκαίρι
σκληρά πως καιν οι φλόγες σου τη χτίση
τ΄  ανήλεο και μεγάλο μεσημέρι.

Τίποτε πια θαρρείς πως δε θα αφήσει,
προτού  το κάνει στάχτη το καμίνι
και πριν φωτιά το πεύκο ξεγεννήσει.

Το ξέρουμε: δε φέρνεις τη γαλήνη
μα τη φωτιά, την παιδωμή, την πύρα,
που δίχως τους κανείς δε θά ΄χε μείνει,

τι ζωοδότρα αυτή η φωτιά ΄ναι μοίρα,
που σπλαχνικά τη ζήση μας μοιραίνει
κι οι αχτίδες σου χορός ειναι και λύρα,

κι οι αχτίδες σου κρυφή βροχή που ραίνει
το κάθε φύτρο γύρω μας και θάλλει,
το δέντρο και θεριεύει και πληθαίνει,

τη γη και λάμπει μ΄ όλα της τα κάλλη
και της ζωής τις κρύφιες αντηρίδες.
Στη Βαβυλώνα μέσα τη μεγάλη

σε δόξασαν και πλάι στις πυραμίδες
και πυρολάτρες άγριοι στην Περσία
και μυθικές, χαμένες Ατλαντίδες,

και στην αρχαία, ατέρμονην Ασία
λαούς πολλούς βαρβάρων διαφεντεύεις,
ανώνυμε, με κάθε ονομασία,

και Μίθρας, Ρα και Βήλος βασιλεύεις,
και των Δελφών, Απόλλωνας, τη χώρα
με τα χρυσά σου τόξα προστατεύεις.

Πηγή φωτός ακένωτη και τώρα
ποιά πόλη κρυσταλλένια περιχύνεις,
καθώς κυλούν εκεί τα τροχοφόρα,

μ΄ απ΄ όλους δυνατότερην εκείνης
λάμψη τους δυνατότερους λαμπτήρες,
ήλιε μου νοητέ δικαιοσύνης

και πάμφωτή μου μοίρα μες τις μοίρες;

~.~

ΑΡΙΑΔΝΗ

Πώς απ’ τη μνήμη ορθώνεται τη σκοτεινή βαθιά μου
ένα νησί με κάτασπρα στην κορυφή βουνά
και με σμαράγδια πράσινα στην αγκαλιά της άμμου,
π’ όλογυρα το ζώνουνε πελάγη γαλανά,

κι ένα παλάτι ατέλειωτο με σκάλες κι όλο σκάλες
και με κολώνες πορφυρές και πέτρινα θρονιά,
και με διαδρόμους άφεγγους, λευκές αυλές μεγάλες-
κι ήταν εκείνο, λέγανε, του Μίνωα μονιά.

Κι οι τοίχοι του με ζωγραφιές από γερό τεχνίτη
—κρίνους, χελιδονόψαρα, χταπόδια και πουλιά—
και το νησί ‘ταν η τρανή, φωτολουσμένη Κρήτη
κι ήμουν εγώ μονάκριβη κόρη του βασιλιά.

~.~

Ποιοι κύκλοι να χαράζουνε της μνήμης μου τα χνάρια;
Ποιο μίτο με τα χέρια μου, π’ αδειάζει, συγκρατώ;
Και πόσες κόρες οδηγώ και πόσα παλικάρια
μέσα σ’ ενός λαβύρινθου το μούχρωμα πηχτό;

Και το κουβάρι που κρατώ συνέχεια πώς αδειάζει!
(Κανένα φως δεν έρχεται ψηλά απ’ τον ουρανό.)
Θαρρείς πως άναστρη νυχτιά σε ζώνει και βραδιάζει
και ψηλαφάς τριγύρω σου το ζόφωμα πυκνό!

Με σώμα αντρίκειο ξαφνικά και ταύρου το κεφάλι
κάποια φριχτή κι αλλόκοτη ξεπρόβαλε μορφή,
πώς η σελήνη αμφίκυρτη τη νύχτα ξεπροβάλλει,
π’ ολόμαυρα τη σκέπουνε τα σύννεφα κρυφή.

Ο ένας τότε απ’ τους εφτά σε σύντομον αγώνα
κρατώντας του τα κέρατα στα χέρια του σφιχτά
και βάζοντας στον τράχηλο το δυνατό του γόνα
με το μαχαίρι στο λαιμό τον έσφαξε φριχτά.

Κι αυτός βαριά σωριάζεται στο χώμα και μουγκρίζει
κι οι πέτρινες αντιλαλούν στοές απ’ την κραυγή
και μαύρη λίμνη τ’ αίμα του τριγύρω ξεχειλίζει
και μ’ ένα στόμα το ρουφά η διψασμένη γη.

Και το σκοτάδι πορφυρό απ’ τ’ αίμα που κραυγάζει,
και κύκλοι κι άλλοι κύκλοι παν στην πέτρινην ειρκτή,
κι από μια πόρτα φως κρυφή, που απάντεχα μας βγάζει
σ’ αραξοβόλι γαληνό κι ερημικήν ακτή.

~.~

Άφαντο το γοργόπλωρο καράβι, που ‘χε αράξει—
μονάχη με παράτησαν στη μαύρη ακρογιαλιά—
η αυγή στο μέγα πέλαγο πριν λίγο ‘χε χαράξει—
κύματα σκάζαν γύρω μου και κρώζανε πουλιά.

Όλη τη μέρα μύρομουν στ’ άγιο νησί, τη Νάξο,
ριχτή σαν άχρηστο πανί στην καυτερή αμμουδιά,
μέχρι που δε μ’ απόμεινε δύναμη να φωνάξω,
μέχρι που μ’ όλα τ’ άστρα της κατέβηκε η βραδιά!

Και ξάφνου φύσηξε άνεμος το μαύρο γυρογιάλι
κι αντήχησαν στην ερημιά και κύμβαλα κι αυλοί
και κόπασε το πάθος μου στη νύχτα τη μεγάλη
και μια φωνή μου φάνηκε μακριά να με καλεί!

Και το Σαβάζιο αντίκρυσα στα ρούχα τ’ ανθηρά του
—άστρα τον περιζώνανε με παγερή φωτιά—
και χάιδεψα το ζοφερό στη ράχη πάνθηρά του
και τον κρυφό νυμφώνα της μας άνοιξ’ η νυχτιά!

~.~

ΟΒΕΛΙΣΚΟΙ

Οβελίσκοι μου, οβελίσκοι,
που φρουρείτε τους πυλώνες,
άσπρο φως, κατάμαυροι ίσκιοι,
στων αιώνων τους αιώνες,

οβελίσκοι μου από πέτρα,
που κανείς δε σας λυγάει
—αν μπορείς το ψήλος μέτρα!—
κι ανυψώνεστε στα χάη,

και που κάτω από τον ήλιο
με ναούς τρανούς κοντά σας
στης Αιγύπτου το βασίλειο
στήσατε τ’ ανάστημά σας,

κι είστε αιχμές αδρές τοξότη
και μαγνητικές βελόνες,
που στου πόλου τη γλαυκότη
δεν κλονίζουνε κυκλώνες,

κι είστε δόρατα φτιαγμένα
από μυστικό διαβήτη
και με τέχνη σμιλεμένα
στο σκληρότερο γρανίτη,—

σαν ο ήλιος ανεβαίνει
πώς αντιχτυπάει εκείνες
η κορφή σας χρυσωμένη
τις αγκαθερές του αχτίνες,

κι άλλοτε ο μεσημεριάτης
τη θωριά σας πυρακτώνει
και με τ’ άστρα τα δικά της
η νυχτιά σάς στεφανώνει

κι έτσι ορθώνεστε ολοΐσια
μες τ’ ασέληνο σκοτάδι
σάμπως μαύρα κυπαρίσσια
που φυτρώσανε στον Άδη!

Τρεις σας πια θα τραγουδήσω
με τραγούδι δουλεμένο
κι είθε δίπλα σας να στήσω
κι έναν τέταρτον απ’ αίνο!

Πρώτα τη δική σου δόξα,
οβελίσκε, μέλπω τώρα,
συ που του Ραμψή τα τόξα
κράζεις τα τροπαιοφόρα,

συ που κάτω σου περνούσαν
Φαραώ με τ’ άρματά τους
—τι φεγγοβολή σκορπούσαν
τα τρανά διαδήματά τους!—

και περνούσαν με χρυσάφι
στολισμένες αυλητρίδες
και με μάτια σαν ελάφι
και βαμμένες βλεφαρίδες,

κι έβλεπες την άγια βάρκα
ιερείς να λιτανεύουν
και με γρανιτένια σάρκα
σφίγγες πέρα να σου νεύουν,

και να σέρνει ο τροφοδότης
Νείλος τα βαριά νερά του,
π’ έλουζε το πρόσωπό της
η Ίβις, τ’ όρνιο του θανάτου,

κι από τ’ ουρανού τα μύχια
να πετάν ψηλά σου ολοένα
γυπαϊτοί μ’ ολέθρου νύχια
και γεράκια λιμασμένα,—

κι εσέ πού ’φεραν στην Πόλη,
για τον τσίρκο τους καμάρι,
να κοιτάζεις κάθε σκόλη
των λαών το μαύρο σμάρι,

και που σού ’γραψεν η μοίρα
να ξαναντικρίσεις πάλι
βασιλιάδες με πορφύρα
και με στέμμα στο κεφάλι,

κι είδες βασιλιάδες γαύρους
κι άνευρους κι οκνούς και λύκους
και Γιουστινιανούς κι Ισαύρους
και Φωκάδες κι Αντρονίκους,

και ν’ ορμούν αρματηλάτες
με τ’ ακράτητ’ άλογά τους
(βγάζουνε του τσίρκου οι στράτες
φλόγες απ’ τα πέταλά τους!),

και, μελίσσι αρίφνητ’, είδες
μανιασμένο να κραυγάζει
το λαόν απ’ τις κερκίδες
και στο ΝΙΚΑ να φρενιάζει,-

κι όσους τέλος ξεριζώσαν,
όσους ξένες πολιτείες
να στολίζετε καρφώσαν
σε πλακόστρωτες πλατείες,

π’ απ΄ τον ήλιο ξορισμένοι
οι βροχές σάς μαστιγώνουν
κι οι ουρανοί τους μολυβένιοι
τ’ όρθιο σας κορμί πλακώνουν.—

Φοινικιές σάς γνέφαν πρώτα
κι αύρες σάς σκορπίζαν μύρα-
τώρα σας ζαλίζουν φώτα
κι αυτοκίνητα τριγύρα,

οβελίσκοι μου, οβελίσκοι,
που μακριά από τους πυλώνες
του εαυτού σας γίνατ’ ίσκιοι
στων αιώνων τους αιώνες!

ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΑΡΘΑΛΙΤΗΣ

~.~

 

Ξάνθος Μαϊντάς, Η παλιά υπηρέτρια

Singer
              
                     Στέκεται στην γωνιά, μόνη της
διακοσμητική, στολίδι του σπιτιού,
άξια για εργασία ακόμη
όμως κανείς δεν την καταδέχεται.
Γιατί κανείς δεν ξέρει
τις ικανότητές της.
 
Στέκεται μόνη,
παλιά σεβάσμια υπηρέτρια,
που οφείλει σύντομα να πεθάνει
για να αδειάσει τη γωνιά,
τον τόπο της.
Κι ας την θαυμάζουν όλοι,
τα παλιά έχουν χάρη.
Η χρήση τα έχει εξευγενίσει .
 
Στέκεται μόνη
η παλιά μας Singer.
Η αιωνόβια.

                ~.~

Τα λεφτά μου τα έβγαλα
ένα δαμάλι του παππού του Θεοχάρη
κι ένα τάλιρο ακόμη.
Έραψα παντελονάκια των μικρών
εσώρουχα με δαντέλες
μα και νυφικά.
Πάντρεψα κόρες κι εγγονές.
Στην κατοχή κρύφτηκα
από τους Ιταλούς,
μαζί με το πιστόλι του παππού.
Σκέβρωσε το καπάκι, το ντύσιμό μου
μα εγώ στη θέση μου.
Λίγο λάδωμα κι όλα εντάξει.
 
Τους έραψα, τους έντυσα
κι ακόμα αξίζω,
μα αυτοί με παραπέταξαν θαυμαστικά
γιατί είναι αυτοί που δεν μπορούν
ούτε κλωστή στην τρύπα να περάσουν
κι αν την περάσουν τι;
ούτε τη ρόδα με το χέρι να γυρίσουν
ούτε ένα χάδι στο πανί,

ένα στριφώνι ή ένα γάζωμα.

Έτσι ανήμποροι,
εύκολοι αγοραστές του έτοιμου,
δήθεν ωραίου
χαζεύουν το σχήμα και τη γραμμή
το στέρεο μέταλλο της ρόδας μου
και το αστραφτερό ατσάλι της βελόνας,
καθώς με παίζουν και με περιπαίζουν,
εκεί στη γωνιά του σπιτιού τους
άχρηστη και διακοσμητική. 

ΞΑΝΘΟΣ ΜΑΪΝΤΑΣ

Γιώργος Βέης, Ποιήματα

george-541x576

 

ΠΡΟΑΥΛΙΣΜΑ

Από τα μεσάνυχτα ως τις τέσσερις το πρωί
δεν κουνιέται φύλλο συνήθως τέτοια ώρα
χειμώνα καλοκαίρι
έτσι νομίζουν οι νεοσύλλεκτοι της βάρδιας
γιατί κανείς δεν τους είπε
γιατί κανείς δεν ξέρει
ότι τότε ακριβώς, κάπου εκεί κοντά
θα ξεσπάσει θύελλα κι αντάρα
έρχεται, λέει το πρωί, ο κορυδαλλός
να συντρίψει τα έργα των τρελών ανθρώπων
λέει η τρίλια τρελή από πάθημα
διότι εκεί που δείχνουν όλα ατιμώρητα
όλο αυθάδεια κι υπερηφάνεια φούσκα
εκεί χτυπάει δυνατά η καρδιά
η οργή του αδικημένου.

~.~

ΑΔΕΙΟΙ ΠΕΡΙΣΤΕΡΙΩΝΕΣ

είναι τα μάτια μας πολλές φορές
λες και οι εικόνες, ολόκληρα τοπία
ιδίως τα θεάματα των ημερών
υπάρχουν αποκλειστικά και μόνο
για τα όνειρα των παιδιών.

~.~

ΤΟ ΠΡΟΝΟΜΙΟ

Στάζει από λαχτάρα τώρα το ξημέρωμα
δεν νοιάζεται βέβαια καθόλου για μας
απλώς τα τριζόνια να τα φιλέψει σκέπη
στέργει.

~.~

Ο ΑΝΙΚΗΤΟΣ

Κάτω από την επιδερμίδα μας σέρνεται
δεν υποχωρεί παρά τις προσπάθειες
θάλλει από το αίμα ο πονηρός εχθρός
τον λένε “ο κέρδος”.

~.~

ΤΑ ΔΑΧΤΥΛΙΔΙΑ ΤΩΝ ΑΡΡΑΒΩΝΩΝ

δεν θα τα φορέσουμε ποτέ,
λέει ο αέρας στο ψηλότερο έλατο
στην κορυφή της Πάρνηθας
δεν θα σ’ αφήσω ποτέ, συνεχίζει
κανείς δεν θα μας αναγκάσει
να κρύψουμε λόγια,
θα χτυπιέμαι πάνω σου πάντα
δύναμη πολλή θα σου φέρνω
θα έρχομαι
για να σε πάρω στο τέλος μαζί μου
στον κόσμο.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΕΗΣ

Ηλιόπετρα: Ένα αριστούργημα

του Τομάς Σεγόβια (Μτφρ.: Λένα Καλλέργη)

~.~

a2f711de2827dc643b0256f8bb07a0e6Το πρώτο πράγμα που θα έπρεπε να πει κανείς για την Ηλιόπετρα είναι πως πρόκειται για ένα έργο κορυφαίο, ένα αριστούργημα.

Στις μέρες μας, η δημιουργία ενός αριστουργήματος είναι τόσο δύσκολη όσο και παλιότερα, όμως σήμερα, σε αντίθεση με άλλες εποχές, είναι επίσης και μια τρέλα. Μια τέτοια φιλοδοξία μπορεί να ενδιαφέρει μερικούς αφελείς, μερικούς χαρωπούς αδαείς, ενώ δεν είναι ούτε αφελής ούτε αδαής στόχος. Tο να θέλει κανείς να γράψει ένα τόσο φιλόδοξο έργο χωρίς να κρύψει τα σχέδιά του είναι κάτι που οι σοβαροί ποιητές αποφεύγουν, εδώ και πολύ καιρό. Φυσικά, καθένας από εμάς θα ήθελε να συγγράψει ένα αριστούργημα, ή και περισσότερα – όμως θα προτιμούσε αυτό να συμβεί ως αθέλητο αποτέλεσμα της εργασίας του, σαν μια κρυστάλλινη βροχή των έργων που πέφτουν από τα χέρια του, μια βροχή που ήρθε όταν ήδη τα έργα δεν ήταν πια στα χέρια του. Θα επιθυμούσαμε να είχαμε δημιουργήσει κορυφαία έργα, αλλά δεν επιθυμούμε να το κάνουμε – ονειρευόμαστε ότι θα γίνουν μόνα τους, χωρίς να λερώσουμε τα χέρια μας.

Η Ηλιόπετρα έχει ολοφάνερα τα σημάδια ενός τέτοιου σχεδίου. Το ποίημα αυτό είναι γραμμένο σε αυστηρό κλασσικό μέτρο, με συμβολικά προκαθορισμένο αριθμό στίχων και με μια συντακτική δομή που μοιάζει με κύκλο – το ποίημα αυτό δεν προσποιείται μια ευτυχισμένη τύχη, μια δόξα που ο συγγραφέας πάντα δέχεται ως δική του, χωρίς να έχει τίποτα να χάσει αν τυχόν γκρεμιστεί στην αποτυχία. Ο Οκτάβιο Πας ποντάρει τα πάντα, την ίδια του τη ζωή. Ξέρει ότι η καταστροφή που ρισκάρει να πάθει δεν είναι τίποτα μπροστά στην άλλη, την αληθινή καταστροφή: εκείνη του να μην τολμάς να ρισκάρεις.

Αν είναι να σωθεί η Ποίηση, αυτό πρέπει να γίνει κυρίως μέσα από τους ποιητές που τη φέρνουν στη ζωή, γιατί δεν έχει καμία σημασία να σώσουμε μια ποίηση που έχουμε αφήσει να πεθάνει. Η Ηλιόπετρα δεν έχει την πρόθεση να αποτελέσει ένα αριστούργημα που έπεσε από τα σύννεφα, που χαρίστηκε στον ποιητή χωρίς εκείνος να δώσει τίποτα – ούτε όμως διαφεύγει από την άλλη πόρτα, την ψεύτικη πόρτα του θαυματοποιού: εκείνη που αφήνουν ανοιχτή τα έργα μιας προσποιητής βαθύτητας, έργα που ανήκουν εξ ολοκλήρου στον συγγραφέα, ιδιωτική περιουσία, χώρος αποκλειστικά για εκείνον, αμόλυντη ξένη χώρα για την οποία δεν έχουμε καν το δικαίωμα να συζητάμε, ούτε βέβαια να μιλάμε την ερμητική της γλώσσα. Η Ηλιόπετρα είναι ένα ποίημα ζωντανό, και γι’ αυτό περιμένει όλη τη χάρη από τον ουρανό, αλλά δεν βασίζεται σ’ αυτήν. Τι άλλο θα ονομάζαμε έμπνευση, αν η λέξη αυτή δεν είχε ήδη καταστραφεί, περιγράφοντας μάταια όνειρα; Ο Οκτάβιο Πας δεν επινοεί τίποτα – ή, για να διασώσω τη λέξη αυτή που εκείνου του αρέσει, δεν επινοεί τίποτα που να μην είναι ανακάλυψη, που να μην οφείλει, ταπεινά, την αποδοχή ή την απόρριψή του στην ίδια του την ύπαρξη, τίποτα που να μην είναι επινόηση τώρα, τίποτα που να μην είναι επιστροφή. Επιστροφή: αυτό είναι πάνω απ’ όλα η Ηλιόπετρα: επιστροφή του βλέμματος πάνω στην ίδια τη ζωή, επιστροφή στη ζωή, επιστροφή στο ξεκίνημα, επιστροφή στη σκέψη για την ίδια μας τη σάρκα.

130paz 1.TIFΚαι όταν εξετάζουμε το ποίημα αυτό ως λογοτεχνική επιτυχία ανάμεσα στα άλλα του είδους του, και πάλι το συναίσθημά που μας προκαλεί είναι πρώτα απ’ όλα εκείνο της επιστροφής: εκείνης του ποιητή μέσα μας, επιστροφή του διαλόγου με τον εαυτό μας, η ποίηση δική μας και πάλι, ποίηση επιστροφής, ποίηση που επιστρέφει. Θα ήταν η επιστροφή αυτή συνώνυμη με υποχώρηση; Είναι ο κύκλος της έλικας, η στροφή που ανεβαίνει. Η ποίηση που συνεχώς απομακρύνεται από εμάς δεν θέλει να δει ότι η απομάκρυνση δεν σημαίνει πάντα προχώρημα και πρόοδο. Αν σήμερα το μυθιστόρημα μπορεί, με λιγότερο κίνδυνο γελοιοποίησης, να ελπίζει στη δημιουργία αριστουργημάτων, είναι γιατί κανείς δεν του απαγορεύει να μιλάει τη γλώσσα μας. Μόλις τώρα αρχίζουμε να μπαίνουμε αληθινά σε αυτόν τον καινούριο κόσμο, που έχει τόσο διαφημιστεί· τώρα που, κοιτάζοντας πίσω, βλέπουμε με αγωνία ότι τα βήματα που κάναμε είναι ήδη μη αναστρέψιμα. Η εποχή αυτή φανερώνεται, μέχρι στιγμής, με αρκετά ανησυχητικά σημάδια. Υπάρχει φόβος ότι τις φανταστικές χαρές μας τις καταναλώνουμε σε μια τρομακτική απομόνωση. Tα μεγάλα μέσα επικοινωνίας είναι σήμερα εντελώς ακυβέρνητα και οι ελιγμοί τους μας πετούν έξω, αντί να μας δείξουν τον κόσμο: πρόκειται για μέσα ορφανά από σκοπό. Το άλμα, μάλιστα, από τον ποιητή στο κοινό του, γίνεται όλο και περισσότερο άλμα θανάτου. Όταν τα πράγματα φτάνουν στο απροχώρητο, καθένας νομίζει ότι ο άλλος θα σπάσει το λαιμό του πέφτοντας. Ανόητο επιχείρημα: η ποίηση είναι εκείνη που χάνεται με κάθε πτώση.

~.~

Αυτός ο κόσμος, όμως, θα μπορούσε να είναι ενωμένος, αν δεν πέσει στην παγίδα να γίνει ομοιόμορφος. Αρχίζουμε να καταλαβαίνουμε ότι δεν υπάρχει ποίηση με γεωγραφικά όρια. Η Γη είναι μια σφαίρα, αυτό το ξέρουμε ήδη: το κέντρο της δεν υπάρχει σε κανένα σημείο της επιφάνειάς της· πρέπει να το αναζητήσουμε βαθιά μέσα της. Τα ποιήματα που παλιότερα φαίνονταν εκκεντρικά, πλέον δεν είναι παρά ισαπέχοντα. Πολλά από αυτά έχουν ακόμα φρέσκο αίμα. Δεν πρέπει να σκεφτόμαστε ότι αυτό αποτελεί οπισθοδρόμηση· πάντα θα υπάρχουν λόγοι για να υποστηρίξει κανείς κάτι τέτοιο όπως και για το αντίθετο, όμως το θέμα δεν είναι μόνο οι λόγοι: αν το πούμε αυτό σημαίνει ότι επιλέγουμε. Στην Ηλιόπετρα το αίμα πάλλεται, ο κύκλος είναι κύκλος κυκλοφορίας. Η επιστροφή στη ζωή δεν είναι το φυλογενετικό παρελθόν μιας απελπισίας, είναι αυτή η απελπισία σωσμένη και έρχεται αργότερα. Ο Θάνατος βρίσκεται πάντοτε μπροστά, όμως ο νεκρός μένει πάντα πίσω.

TOMAΣ ΣΕΓΟΒΙΑ (Μτφρ.: Λένα Καλλέργη)

~.~

(Ο Tomás Segovia, 1927-2011, Ισπανός ποιητής και κριτικός,  έζησε μεγάλο μέρος της ζωής του στο Μεξικό. Το πρωτότυπο κείμενο δημοσιεύτηκε στις 29 Σεπτεμβρίου του 1965 στο περιοδικό La Cultura en Mexico, τ. 189, σελ. xiii. Η παρούσα μετάφραση προέρχεται από την αναδημοσίευση του κειμένου στην ανθολογία Lecturas de Piedra de Sol, ed. Hugo J. Verani, Fondo de Cultura Económica, México 2007).

~.~

 

 

Σωτήρης Γουνελάς, Πέντε φωνές και μια σημείωση

ΓΟΥΝΕΛΑΣ

~.~

1. Έξω από το εφήμερο

Διάβαζες στο καφενείο, μ’ όλο που παρεμβάλλονταν φωνές και χάχανα και μια αναιδέστατη μουσική χαλκοπράσινη. Ένιωθες να περιβάλλεσαι από σώματα της βαρύτητας, που όχι απλώς περπατούν στη γη, μα χώνονται βαθιά της, τους σκεπάζει ζωντανούς.

Πόρτες ανοιγόκλειναν κι έμπαιναν οι άνθρωποι ντυμένοι μέσ’ τα χώματα, με βαμμένα πρόσωπα. Σηκώθηκα και βγήκα. Μισόβρεχε, τυλίχτηκα στην υγρασία, αλλά περπάτησα αργά, ο κόσμος μακρυνόταν ή εγώ αποτραβιόμουν σ’ έναν ουρανό από φώτα που αναβόσβηναν, χαράζοντας σινιάλα καλέσματα.

Σα σκιά αδιόρατη, μέσα σε βάθος απροσδιόριστο με πέταλα λουλουδιών, ένα φυλλαράκι· ανεπαίσθητο το θρόισμά του, αύρα λεπτή. Ψιχάλισμα, μια σιγαλιά σα μουσικό νεύμα, κουδουνάκι που σε ξυπνάει. Τις καμπάνες όλοι τις ακούν, όμως αυτό ξεσπά σαν ψιθύρισμα που σε αγαπάει.

Λάμνεις σε λίμνη. Ποτέ δεν εννοείς πως μετατοπίζεσαι, συμβαίνουν μεταθέσεις, σαρκώνονται όνειρα. Κομμάτια στέρεας μνήμης αποσπώνται κι εξατμίζονται αλλάζοντας σχήματα, μορφές, όγκους, διάφανη ύλη που ολοένα ανεβαίνει.

Ελαφρώνει η ψυχή.

Παρίσι, 16 Απριλίου 2002. Καθαρογράφτηκε με μια αλλαγή το 2013.

~.~

2. Γυμνό

Γυμνά δέντρα, ολόγυμνα,
χιονισμένα
Καταμεσής στο λευκό.
Λευκά.

Πάγκαλα, μοναχικά
Κι απόμακρα
Στέκουν ασάλευτα.
Μας κοιτούν και τα κοιτούμε.

Μη και δεν βλέπουμε τίποτα;

Πηγαίνοντας με τραίνο στο αεροδρόμιο Charles de Gaule,
αρχές Φεβρουαρίου 2003. Καθαρογράφτηκε πολύ αργότερα
με αλλαγές στη στίξη.

~.~

3. Αντικείμενα

Οι διαστάσεις των πραγμάτων ολοένα μεταβάλλονται. Κάνουμε μέγα λάθος νομίζοντας ότι μπορούμε, παίρνοντας μια μεζούρα, να μετρήσουμε τα αντικείμενα: μετρούμε τη νεκρότητά τους, μετρούμε ό,τι απομένει από αυτά, όταν η ψυχή του ανθρώπου πάψει να σχετίζεται μαζί τους, όταν το ανθρώπινο αίσθημα στραφεί αλλού, αδιαφορώντας για τα πράγματα.

Γιατί όσο τα ψηλαφούν οι αισθήσεις κι όσο τα αγαπάει και τα φροντίζει η ψυχή, αυτή ή ίδια τους αλλάζει την όψη αδιάκοπα, προβάλλει πάνω τους την αεικίνητη φύση της, τις ανεπαίσθητες μεταλλαγές της, που πιο καλά τις συλλαμβάνουμε μέσα στην ησυχία και τη σιωπή.

Παρίσι 2003. Καθαρογράψιμο το 2013, με μία αλλαγή.

~.~

4. Ο κόσμος

Ακούμπησες τη ράχη στην πλάτη της παλιάς πολυθρόνας κι ο κόσμος φάνηκε να έχασε την κίνηση και τη ζωντάνια του. Όλα, πρόσωπα και πράγματα, παρουσιάστηκαν αφώτιστα, βουβά, κι ωστόσο με μια άρρωστη λάμψη. Πώς γίνεται κι έρχονται στιγμές που ο κόσμος όλος συρρικνώνεται, γίνεται ένας σβώλος, σαν πετρωμένος λυγμός, που όμως διατηρεί μια στοιχειώδη υγρασία, κάτι σαν άσπιλο δάκρυ που ξέφυγε, σαν κερί που μένει ακόμη μαλακός σταλακτίτης, αρκετή ώρα αφ’ ότου έσβησε;

Παρίσι 2003.  Κι αυτό καθαρογραμμένο ή μάλλον
αντιγραμμένο σε υπολογιστή το 2013, με προσθήκη τίτλου.

~.~

5. Κατοικίες

Πως έχουν απομείνει αυτά τα σπίτια
Σαν αδειανά.
Η τραπεζαρία, ο μπουφές, ακατοίκητα.
Τα βάζα, οι φρουτιέρες
Τα ψεύτικα λουλούδια
Σα να απορροφούν το χρόνο
Ή μάλλον να τον ακυρώνουν.
Ζωή σκηνοθετούν που δεν υπάρχει.

Μια ακινησία, μια νέκρα βασιλεύει
την Κυριακή θεριεύει
Σαν λείπει η «οικιακή βοηθός»
-αλλοδαπή-
Κι η μόνη ασπρομαλλούσα ένοικος
Μεταμορφώνεται σε πράγμα
Κρατώντας συντροφιά στα υπόλοιπα έπιπλα.

Πίσω από αυτούς τους τοίχους
Και τα κατεβασμένα ρολά
Αμέτρητοι άγνωστοι τάφοι
Που δεν τους φροντίζει κανένας.

Αθήνα 2004. Αντιγραμμένο κι αυτό στον υπολογιστή το 2013, με μικροαλλαγές.

~.~

Τα κάδρα

(μια σημείωση)

Σήκωσα τα μάτια μου ψηλά
Κι είδα τους αγωνιστές παραταγμένους
Ένας ένας στο κάδρο του
Να τον φωτίζει το χρυσαφί της κορνίζας
Να τον φέγγει
Να τον αγιάζει.

Έστεκαν λαμπροί
Άλλος πάνω στο άλογο
Άλλος με γιαταγάνι
Κι άλλος με το καρυοφίλι στο πλάι.
Κι οι φουστανέλες
είχαν κι αυτές το συμβολισμό τους.

Βουνά, ραχούλες, ουρανός, ξέφωτα
Κι ένας ήλιος να τυλίγει τα πρόσωπα
Και να φωτίζεται η πλάση.

Κάτω, μέσα στην αίθουσα
-Τράπεζα ήταν-
Ο κόσμος εξακολουθούσε τις συναλλαγές του,
Ανυποψίαστος.

Στην Αθήνα, το σημείωσα σ’ ένα φάκελο επιστολής βγαίνοντας
από την Τράπεζα, κάπου μεταξύ 2005 και 2013!

ΣΩΤΗΡΗΣ ΓΟΥΝΕΛΑΣ

Γιώργος Βαρθαλίτης, Το τραγούδι των δέντρων

Maleas

~ . ~

Δέντρα μου μοναχά στις πεδιάδες
και στα πυκνά κι ανήλιαγα ρουμάνια
και στις βαθιές, ολόδροσες κοιλάδες
και στις κορφές π’ αγγίζουνε τ’ ουράνια,
με τις πολύθροες, δέντρα μου, σκιάδες,
μηλιές, οξιές και δάφνες και πλατάνια,
και δρυς βασιλική μου της Δωδώνης
που τον προσκυνητή κατευοδώνεις –

και κέδρα στου Λιβάνου τους κεδρώνες
της νύχτας το σκοτάδι που κρατάτε
κι αχάλαστα αψηφάτε τους αιώνες,
κι εσεις, ελιές, που μέσα σας φυλάτε
τους λύχνους του λαδιού στους ελαιώνες
κι αργά κατά τη δύση περπατάτε
σα στηριγμένοι στο ραβδί τους γέροι
στο ψιλόβροχο μέσα και τ’ αγέρι –

και πλάτανοι, όπου πλούσιο κεφαλάρι
των νερών τη βοή τριγύρα απλώνει
–κάθε χαλίκι εκεί μαργαριτάρι–
(στερέωμα τρανό που σε κυκλώνει
σφιχτά με τη βαθύχλωρή του χάρη! –
και πώς θροΐζουν πάνω μύριοι κλώνοι! –
και τι δροσιά εκκλησιάς που σ’ αγκαλιάζει
που η ψυχή σου σκιρτά κι αναγαλλιάζει!) –

και, πεύκα, που αναπνέτε με γαλήνη
κι απ’ την καρδιά σας μέσαθε φυσάνε
υγείας πνοές αδρές καθώς ρετσίνι
που κι οι αύρες από κείνες ευωδάνε,
και στου μεγάλου θέρους το καμίνι
τζιτζίκια στα κλαδιά σας τραγουδάνε,
και πλάι στο κύμα τα δικά σας μύρα
με του πελάγου σμίγουν την αλμύρα –

κι ω φοινικιές, που πάτε σε πορεία
στην άσφαλτο που ρέουν τροχοφόρα,
από λεπτές κολώνες θεωρία,
π’ ατέρμονη περνάει εδώ όλην ώρα,
και πίσω σας αχνά πελάγη κρύα,
και κάποτε σας δέρνει η άγρια μπόρα,
μα μ’ όλη ορθώνετε τη δύναμή σας
στων ουρανών την τέφρα το κορμί σας –

κι εσείς μεγάλα μαύρα κυπαρίσσια,
που τ’ άστρα τη βραδιά σάς τριγυρίζουν
και που ψηλά ανεβαίνετε ολοΐσια
κι άνεμοι μανιασμένοι δεν κλονίζουν,
τι αλκή φωλιάζει μέσα σας περίσσια
(σκύμνων καρδιές βαθιά σας λαχταρίζουν)
κι είστε απ’ ατόφιο δνόφο μαύροι στύλοι
και του ναού της Νύχτας είστε πύλη –

κι ω λεύκες μου, που στέκεστε λαμπάδες
κι από την αύρα αχείτε ολόγυρά σας
ως θάλασσες, α ποιές χλωμές λαμπράδες
την ασημένια λούζουνε θωριά σας
και, πείτε, ποιες κρυφές Αμαδρυάδες
να ζουν και να στενάζουνε βαθιά σας –
απ’ τ’ αργυρό κι απόκρυφο φεγγάρι
το μυστικό σας φως έχετε πάρει; –

κι έλατα, στ’ όρη πάνω με τα χιόνια
π’ αναπνέτε τον κρούσταλλον αγέρα
εκεί που σμίγει ο Χρόνος με τ’ αιώνια,
και πρώτα σας φωτίζει η νέα μέρα
κι είστε στο μούχρωμα άρπα παναρμόνια
που τη δονεί τ’ αγέρι στην εσπέρα,
ποιας άγνωστης λατρείας τα ψαλτήρια
και ποια βουβά σας κλείνουνε μυστήρια; –

τα φύλλα σας πώς ρίχνετε σα βέλη
που το καθένα, δέντρα μου, γυρεύει
το χρυσό να ρουφήξει τ’ ήλιου μέλι,
και πώς με τους αγέρηδες παλεύει
ο κορμός σας και μ’ όλα του τα μέλη
κι οι ρίζες σας πώς χάνονται στ’ ερέβη
τα δάκρυα να βυζάξουν στο σκοτάδι
απ’ τις αστείρευτες κιστέρνες τ’ Άδη;

ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΑΡΘΑΛΙΤΗΣ

Γιάννης Πατίλης, Photo-poem

ONeoellinTisErntoganEpochis-02.jpg

Ειρήνη Γιαννάκη, Ομόνοια

 

ομονοια

~.~

I
ΠΑΡΟΔΟΣ

Νομίζω όλα αρχίσανε μία μέρα στο σχολείο
όταν μου δώσαν να φορέσω μια κορδέλα που ’γραφε ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ
κι είπα δεν θέλω αυτόν τον ρόλο
δώστε μου μια ΥΠΟΔΟΥΛΗ ΠΑΤΡΙΔΑ
διψάει για δράμα η πλατεία.

~ . ~


ΑΝΑΣΤΡΟΦΗ

Μία μέρα που δεν θα το περιμένει κανείς
θα σταματήσουν όλα να γυρνούν στην πλατεία
θα παγώσουν οι περαστικοί, τα αμάξια, οι μηχανές
θα αλλάξουν φορά τα λεωφορεία
το πλήθος θα κάνει αναστροφή
τα τρόλεϊ θα βγουν σε οπισθοπορεία
θα αναδιπλωθούν στα έγκατα οι στοές
οι σήραγγες θα γεμίσουν με χώμα
το μετρό δεν θα ’ναι μέλλον βροντερό
θα ’ναι πρωταπριλιάτικο ψέμα
θα αναβλύσουν οι πίδακες νερό
θα γεμίσουν χλόη τα παρτέρια
ο κύκλος θα γίνει γωνιακός
θα μπουν σε τροχιά περιστέρια.
Θα επιστρέψουν τότε οι Μούσες κι οι εννιά
και θα μοιάζουν όλα όπως πρώτα
όμως θα υπάρχει μια διαφορά
θα στηθεί στο κέντρο η Καλλιόπη αυτή τη φορά
με μία επιγραφή στη βάση να μαρτυρά
πως οι έσχατοι έσονται πρώτοι.

~ . ~

III
ΕΞΩΣΤΗΣ

Τσαμπιά σταφύλια στα μπαλκόνια
Στο Μπάγκειον περιπολούν στρατιώτες
Στη μια γωνιά σμήνος μελίσσι
Στην άλλη η ερημιά γλείφει τα τείχη

Σε περιμένω τρεις αιώνες
Ντυμένη τη στολή του ναύτη
Στον Μέγα Αλέξανδρο χάσκουν κολώνες
Κι είναι το βλέμμα μου ο αποστάτης

Για να με δεις έχω ανατείλει
Στο πάλκο σαν την Εσκενάζυ
Έχω υψωθεί σαν καπνοστήλη
Στην Πνύκα ίσα που χαράζει

’Κει που ’ταν τότε ο Μπακάκος
Μία μαύρη τρύπα πίσσα στάζει
Στην Πανεπιστημίου μία σβούρα αρπάζει
ανθρώπους, λέξεις, περιλήψεις

μα πέντε δρόμους παραπέρα
Είσαι ω είσαι της απόβασης η λαμπερή ημέρα.
Είσαι μία σφαίρα που τρυπάει την καρδιά μου πέρα ώς πέρα
Μα πριν θρυμματιστεί, ένα αχ από ηδονή αφήνει στον αέρα.

~ . ~

ΙV
ΑΥΛΑΙΑ

Αχ, άσε με να δω λιγάκι από το παραπέτο στην πλατεία
λένε πως κάτω γίνεται σφαγή για μια καλή ταξιθεσία.
Αχ, άσε να διαβώ τα οδοφράγματα να νιώσω λίγη οχλαγωγία
η μάνα μου αντί για παραμύθια μού ’λεγε μια βρώμικη προϊστορία.

Αχ, άσε με, λιγάκι, άσε με να δω το πρόσωπό μου στο πηγάδι
λένε πως έχει αφοδεύσει εκεί για τα καλά η ιστορία σκοτάδι.
Στο υπόσχομαι δεν θα πετρώσω ούτε θα ψάξω λούστρο για ψεγάδι
μέδουσα και καρυάτιδα αν με δω μαζί, κάτω απ’ το ίδιο το μαγνάδι.

~ . ~

V
ΟΡΧΗΣΤΡΑ

Θα καταλάβεις πατρίδα τι είναι
όταν θα δεις του δήμου την καρότσα
που ’ρχεται πτώματα για να περισυλλέξει
θα καταλάβεις πατρίδα τι είναι
όταν θα δεις μικρούς θεούς κυνηγημένους
από Ερινύες σε εσέ να έχουν προστρέξει
όταν τα χέρια από το πλήθος το βουβό
θα σε έχουν στα κλαδιά τους περιπλέξει
θα ξέρεις πια πατρίδα είναι
μία ψωραλέα λέξη
…….μία αβυσσάλεα έξη
όταν η πρώτη ριπή σε χαϊδέψει
όταν τα πρώτα κεφάλια να αιωρούνται δεις
θα ξέρεις πια πατρίδα είναι
 …….μία φαντασμαγορία καθ’ έξιν.

ΕΙΡΗΝΗ ΓΙΑΝΝΑΚΗ

 

ομονοια

Αλέξανδρος Κορδάς, Τέσσερα ποιήματα

leoforeio

~.~

ΣΤΟ ΛΕΩΦΟΡΕΙΟ

Γέμισε πάλι κόσμο τὸ λεωφορεῖο,
στοιβάζουν τὰ κορμιά τους οἱ ἐπιβάτες·
ἔξω ἀπ’ τὰ τζάμια ὀργίασε τὸ κρύο,
δυὸ μάτια σὲ προσήλωσαν ἀχάτες.

Πίσω ἀπ’ τ’ ἀφτί σου νοιώθεις μιὰν ἀνάσα·
χέρια σ’ ἀγγίζουνε τυχαῖα καὶ τ’ ἀγγίζεις,
καὶ τρέμεις μὴν πιαστεῖς ξανὰ στὰ πράσα,
ἀπ’ τὸ πολὺ νὰ προσπαθεῖς καὶ νὰ ἐλπίζεις.

Τραντάζετ’ ἡ λαγνεία ὣς τὰ ἐρέβη,
ὅταν ὁ δρόμος μιὰ λακούβα συναντᾶ.
Κλέβεις τὸ βλέμμα κι’ ἔπειτα σὲ κλέβει,

μὰ δὲν ὑπάρχει προορισμὸς γιὰ τὸ μετὰ.
Καθένας τὴν ἐπιθυμία πρὶν κατέβει,
σκίζει μαζὺ μὲ τὸ εἰσιτήριο καὶ πετᾶ.

~ . ~

Η ΑΡΑΧΝΗ

Ἁπλώνει τὸν ἰστό της στὶς γωνίες,
μ’ ἀπόλυτη ἁρμονία ὑφασμένο.
Κάνει τὰ σχέδια χωρίς παρατυπίες,
ὄτι θὰ πιάσει μύγα τό ’χει δεδομένο.

Φρόνιμε παρατηρητὴ τῶν ἐπιγείων,
ἡ ἀράχνη εἶναι πλάσμα ποὺ γελιέται,
γιατὶ ἐλπίζει στὴν ἐπάρκεια τῶν σχεδίων,
μὰ μὲ μιὰ κίνηση ὁ ἰστὸς χαλιέται.

Κι’ αὐτή, μὲ μάτια καμωμένα ἀπὸ σκοτάδι,
παρατηρεῖ τὰ δευτερόλεπτα, τὸν χρόνο,
ὄπου θ’ ἁπλώσει τὸ καινούργιο της ὑφάδι,

πάνω ἀπ’ τὸν ἄμβωνα, στὸν θόλο τοῦ ἱεροῦ,
γιὰ νὰ κατέλθει πονηρὰ μέσα στὸ βράδυ,
νὰ βεβηλώσει τ’ ἅγια τοῦ Ναοῦ.

~.~

Ο ΤΣΑΡΛΑΤΑΝΟΣ

Μὲ μιὰ ψυχὴ Σαβοναρόλα,
καὶ μὲ τ’ ἀνάβλεμμα τοῦ Ἰωάννη,
τοῦ σκότους μου ἀρχινάω βαρκαρόλα,
κι’ Ἔρημη Χώρα δὲν μὲ φτάνει.

Προφήτης, μὰ μὲ πνεῦμα γυρολόγου,
κρύβω στὶς τσέπες μου διαβῆτες,
καὶ μέσα στὴν κοιλιὰ τοῦ μπόγου,
τσατσάρες καὶ κερένιες μύτες.

Τὴν θλίψη μου τὴν ζήλεψαν ἀγύρτες,
κι’ οἱ ποιητὲς δὲν μὲ γνωρίζουν,
μὰ ’γὼ τοὺς δείχνω σιδηροπυρίτες
καὶ ἄλλα μέταλλα ποὺ μαγνητίζουν.

Λειψὸς κι’ ἀλαφροΐσκιωτος κι’ ἀκόμη,
τῆς Λύπης μου πουλάω κουρδιστήρια,
κι’ ὅσοι μὲ ζώσαν ὀραμάτων τρόμοι,
τοὺς φτύνω στίχους μὲς τὰ πανηγύρια.

Ναύπλιο, 16.01.2018

~.~

ΠΑΝΑΣ
ὕμνος ἑνὸς μύστη

Εἴδαμε πάλι τὸν θεὸ τὸν τραγοπόδη,
στὰ ξέφωτα νὰ παίζει τὴν φλογέρα.
Νεράϊδες ξαπλωμένες σ’ ἕνα βόδι,
ἀνάσαιναν μὲ τὴν πνοὴ τ’ ἀγέρα.

Καὶ στὸν ὀρίζοντα ἄλλα πλάσματα, ὀγκώδη,
ἐρχόντουσαν ὑπνωτισμένα ἀπὸ πέρα,
γιὰ νὰ παραβρεθοῦν κι’ αὐτὰ στὸ ξόδι,
τοῦ θεϊκοῦ ποὺ χάνανε πατέρα.

Ἔμπαινε μέσα στὴν εἰρκτὴ ὁ κερασφόρος,
κι’ ἔσβηνε τὸ τραγούδι του θλιμμένο.
Ὁ Πάνας εἴπαν, ὁ Βαὰλ, ὁ Ἐωσφόρος,

θὰ ἐπιστρέψει στὰ μεγάλα δάση,
κι’ ἂς τὸν νομίζουν οἱ ἄθεοι πεθαμένο,
κι’ ἂς ἔχουν τὰ τραγούδια του ξεχάσει.

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΟΡΔΑΣ