ΝΠ | Ποίηση

Μάθιου Άρνολντ, Η παραλία του Ντόβερ

Η παραλία του Ντόβερ

1_7TdPq7EVjcA1eNBm0m-yTw.jpeg

(μτφρ.-σημείωμα: Κώστας Ζωτόπουλος)

DOVER BEACH

The sea is calm tonight.
The tide is full, the moon lies fair
Upon the straits; on the French coast the light
Gleams and is gone; the cliffs of England stand,
Glimmering and vast, out in the tranquil bay.
Come to the window, sweet is the night-air!
Only, from the long line of spray
Where the sea meets the moon-blanched land,
Listen! you hear the grating roar
Of pebbles which the waves draw back, and fling,
At their return, up the high strand,
Begin, and cease, and then again begin,
With tremulous cadence slow, and bring
The eternal note of sadness in.

Sophocles long ago
Heard it on the Ægean, and it brought
Into his mind the turbid ebb and flow
Of human misery; we
Find also in the sound a thought,
Hearing it by this distant northern sea.

The Sea of Faith
Was once, too, at the full, and round earth’s shore
Lay like the folds of a bright girdle furled.
But now I only hear
Its melancholy, long, withdrawing roar,
Retreating, to the breath
Of the night-wind, down the vast edges drear
And naked shingles of the world.

Ah, love, let us be true
To one another! for the world, which seems
To lie before us like a land of dreams,
So various, so beautiful, so new,
Hath really neither joy, nor love, nor light,
Nor certitude, nor peace, nor help for pain;
And we are here as on a darkling plain
Swept with confused alarms of struggle and flight,
Where ignorant armies clash by night.

~.~

Η ΠΑΡΑΛΙΑ ΤΟΥ ΝΤΟΒΕΡ

Γαλήνια η θάλασσα αυτό το βράδυ.
Το φεγγάρι γεμάτο, λάμπει πάνω απ’ τα στενά
Η παλίρροια ανεβαίνει· στη γαλλική ακτή το φως
Τρεμοφέγγει και σβήνει·  απόκρημνοι ορθώνονται της Αγγλίας οι βράχοι,
Απέραντοι στον ήρεμο κόλπο και φωτισμένοι αχνά.
Έλα στο παράθυρο, ο βραδινός αέρας γλυκός!
Κοίταξε εκεί, στου αφρού τη μακριά γραμμή,
Όπου το πέλαγο σμίγει με την ασημόχροη απ’ το σεληνόφως γη
Άκου! Τον τραχύ ορυμαγδό
Των βοτσάλων που τα κύματα σύρουν και πετούν με ορμή,
Ενώ επιστρέφουν, ψηλά στον γιαλό.
Αενάως σταματούν και ξαναρχίζουν,
Με τρεμάμενο αργό ρυθμό σκορπίζουν
Της λύπης την αιώνια μουσική.

Ο Σοφοκλής, αιώνες πριν,
Άκουσε στο Αιγαίο αυτή τη μουσική
Και του ήρθε στον νου η άμπωτη και η πλημμυρίδα η θολή
Της δυστυχίας του γένους των ανθρώπων·
Αλλά κι εμείς μια ιδέα τέτοια αποκτούμε
Από τη θάλασσα αυτών των βόρειων τόπων
Τους ήχους της όταν ακούμε.

Η Θάλασσα της Πίστης ήταν κι αυτή
Κάποτε ισχυρή, αγκάλιαζε ακτές της γης
Σαν τις πτυχές γιρλάντας λαμπερής.
Όμως τώρα ακούω μόνο το μελαγχολικό
Που αποτραβιέται, μακρύ βουητό,
Ενώ υποχωρεί, στου βραδινού ανέμου την πνοή
πέρα σε αχανείς άκρες ζοφερές
Και στης ακτής τις πέτρες τις γυμνές.

Ω, αγάπη μου, ας είμαστε αληθινοί
Ο ένας απέναντι στον άλλον! Γιατί ο κόσμος που φαντάζει
Ν’ απλώνεται μπροστά μας σαν γη ονειρική,
Ποικιλμένος, όμορφος και τόσο καινούριος που μοιάζει,
Δεν έχει χαρά, ούτε αγάπη, ούτε φως στ’ αλήθεια,
Δεν έχει βεβαιότητα, ούτε ειρήνη, ούτε στον πόνο βοήθεια.
Και είμαστ’ εδώ, σαν σε πεδιάδα σκοτεινή
Που τη σαρώνουν συνθήματα ασαφή για αγώνα ή για φυγή,
Κι όπου συγκρούονται μέσα στη νύχτα και στην άγνοια, τόσοι στρατοί.

Νυκτομαχία: η τραγική ανθρώπινη κατάσταση.

Το ποίημα «Η παραλία του Ντόβερ» του Μάθιου Άρνολντ

Ο Matthew Arnold (1822-1888) υπήρξε Βρετανός ποιητής, λογοτεχνικός κριτικός, δοκιμιογράφος, μεταφραστής αποσπασμάτων του Ομήρου και εργάστηκε ως επιθεωρητής σχολείων. Ήταν γιος του Thomas Arnold, φημισμένου διευθυντή του Rugby School και αδελφός των συγγραφέων Tom Arnold και William Delafield Arnold. Ο Matthew Arnold έχει χαρακτηριστεί ως συγγραφέας με διδακτικό τόνο, που συμβουλεύει τον αναγνώστη επί σύγχρονων κοινωνικών θεμάτων.

Το Dover Beach  είναι το διασημότερο ποίημά του. Πρωτοδημοσιεύτηκε το 1867 στη συλλογή New Poems, αλλά από καταλειπόμενα σημειώματα του ποιητή φαίνεται ότι η σύνθεσή του μπορεί να είχε αρχίσει το 1849. Η πιο πιθανή χρονολογία δημιουργίας του είναι το 1851. Ο τίτλος, ο τόπος και το θέμα των εναρκτήριων περιγραφικών στίχων είναι η ακτή του Αγγλικού πορθμείου του Dover, στο Kent, απέναντι από το Calais της Γαλλίας, στο στενότερο τμήμα (21 μίλια) του Αγγλικού καναλιού, όταν ο Arnold πέρασε εκεί τον μήνα του μέλιτος, το 1851. Πολλές από τις παραλίες σε αυτό το τμήμα της Αγγλίας αποτελούνται από μικρές πέτρες ή βότσαλα παρά από άμμο, και ο Arnold περιγράφει την άμπωτη πάνω στις πέτρες ως «τραχύ ορυμαγδό» (grating roar).

Matthew-Arnold.jpgΜερικά αποσπάσματα και μεταφορές του ποιήματος έχουν γίνει πολύ γνωστά. Ο Arnold ξεκινά με μία νατουραλιστική και λεπτομερή  περιγραφή της νυχτερινής θέας της παραλίας του Dover, στην οποία τα ηχητικά στοιχεία παίζουν έναν σημαντικό ρόλο. Η παραλία είναι γυμνή και μόνο ένας υπαινιγμός ανθρώπινης παρουσίας γίνεται, με το φως που «τρεμοφέγγει και σβήνει». Σε συμφωνία με την παραδοσιακή άποψη, ότι το ποίημα γράφτηκε κατά τη διάρκεια του μήνα του μέλιτος του Arnold, έχει θεωρηθεί ότι ο ομιλητής μάλλον απευθύνεται στη σύζυγό του. Ο Arnold επικεντρώνεται σε δύο πλευρές αυτής της σκηνής, στα ηχητικά στοιχεία (στην πρώτη στροφή) και στην υποχωρητική δράση  της παλίρροιας (στη δεύτερη στροφή). Ακούει τον ήχο της θάλασσας ως «της λύπης την αιώνια μουσική». Αναφέρει τον Σοφοκλή, ο οποίος επίσης άκουσε αυτόν τον ήχο καθώς στεκόταν πάνω από μια ακτή του Αιγαίου πελάγους, αιώνες πριν. Αυτή η εικόνα του τραγικού ποιητή των κλασικών χρόνων, έχει ερμηνευθεί ποικιλοτρόπως από διάφορους κριτικούς. Έχει επισημανθεί η διάκριση μεταξύ δύο διαφορετικών ερμηνειών της «αιώνιας μουσικής της λύπης». Ο  Σοφοκλής την βλέπει από την άποψη της τραγικής θέσης του ανθρώπου, ενώ ο Arnold, που ζει στον βιομηχανικό δέκατο ένατο αιώνα, ακούει σ’ αυτόν τον ήχο την υποχώρηση της θρησκείας και της θρησκευτικής πίστης. Έχει ερευνηθεί το έργο του Σοφοκλή, προκειμένου να ανακαλυφθεί κάποιο σχετικό απόσπασμα και έχουν προταθεί αποσπάσματα από τα έργα Αντιγόνη, Τραχίνιαι, Οιδίπους επί Κολωνώ και Φιλοκτήτης. Το συμπέρασμα ήταν ότι δεν υπάρχει κανένα απόσπασμα στα έργα του Σοφοκλή που να έχει άμεση σχέση με τους στίχους στο Dover Beach. Ο Έλληνας τραγικός ποιητής κάνει αναφορές μόνο στα αλλεπάλληλα χτυπήματα της Μοίρας πάνω σε μια συγκεκριμένη οικογένεια και πλησιέστερα στη μεταφορά αυτή του Arnold βρίσκεται ένα απόσπασμα από τις Τραχίνιες.

Στη συνέχεια ο αφηγητής στρέφεται στην δράση της παλίρροιας και  βλέπει στην υποχώρησή της μία μεταφορά της απώλειας της θρησκευτικής πίστης στη σύγχρονη εποχή, που για μια ακόμη φορά εκφράζεται με αναφορά σε ήχους («Όμως τώρα ακούω μόνο το μελαγχολικό/που αποτραβιέται μακρύ βουητό»). Αυτή η τρίτη στροφή αρχίζει με μια εικόνα όχι λύπης, αλλά χαράς, που μοιάζει σε ομορφιά με την εναρκτήρια εικόνα του ποιήματος.

Η τελική στροφή αρχίζει με το ποιητικό υποκείμενο να απευθύνεται στην αγαπημένη του και στη συνέχεια βαδίζει προς την διάσημη τελική μεταφορά, η οποία πιθανότατα παραπέμπει σε ένα απόσπασμα της Ιστορίας του Πελοποννησιακού Πολέμου του Θουκυδίδη (Ιστορίαι, βιβλίο Ζ΄, 44). Εκεί ο Θουκυδίδης περιγράφει μία αρχαία μάχη που έλαβε χώρα σε μία παρόμοια ακτή κατά τη διάρκεια της εισβολής των Αθηναίων στη Σικελία.  Η μάχη διεξήχθη τη νύχτα. Ο Αθηναϊκός στρατός αποπροσανατολίστηκε ενώ μαχόταν μέσα στο σκοτάδι και πολλοί από τους στρατιώτες κατά λάθος  σκότωσαν ο ένας τον άλλον. Αυτή η τελική εικόνα έχει επιδεχθεί διάφορες ερμηνείες από τους κριτικούς. Κατά μία άποψη, αυτή η «νυκτομαχία», η μάχη μέσα σε σύγχυση και άγνοια στη «σκοτεινή πεδιάδα», συνοψίζει μία κεντρική θέση για την ανθρώπινη κατάσταση.

Το ποίημα, ξεκινώντας απ’ το παρόν, μεταβαίνει στην Ελληνική κλασική εποχή, ύστερα (με την ανησυχία για την Θάλασσα της Πίστης) φτάνει στην Μεσαιωνική Ευρώπη, πριν επιστρέψει τελικά στο παρόν. Έχει επισημανθεί το προσεκτικό λεκτικό της εναρκτήριας περιγραφής, ο συνολικός συναρπαστικός ρυθμός και κυματισμός του ποιήματος, καθώς και ο δραματικός του χαρακτήρας.

fbd04008-b3ee-11e7-bd81-0feeb2b41cb44.jpeg

Το ποίημα αυτό είχε μεγάλη επίδραση στην αγγλική και αμερικανική λογοτεχνία και έχει αναφερθεί κατά σημαντικό τρόπο, με παραθέσεις αποσπασμάτων του, σε διάφορα μυθιστορήματα, ποιήματα, θεατρικά έργα και κινηματογραφικές ταινίες, όπως, εντελώς ενδεικτικά, στα μυθιστορήματα  Fahrenheit 451 του Ray Bradbury, Saturday του Ian McEwan, Portnoys Complaint του Philip Roth και στο κινηματογραφικό έργο Cabaret. Επίσης, έχει καταστεί πηγή για διάφορους τίτλους λογοτεχνικών έργων. Υπάρχουν διάφοροι τίτλοι μυθιστορημάτων που περιέχουν τη φράση darkling plain, (το darkling αποτελεί νεολογισμό που ανέδειξε ο Arnold στο ποίημα, σε αντιδιαστολή με τη λέξη sparkling). Επίσης, υπάρχουν τίτλοι που περιέχουν τις φράσεις clash by night, ignorant armies, όπως και The Armies of the Night, που αποτελεί τίτλο μυθιστορήματος του Norman Mailer. Ακόμη, υπάρχει και ένα διεθνές θρησκευτικό κίνημα με την ονομασία The Sea of Faith.

KΩΣΤΑΣ ΖΩΤΟΠΟΥΛΟΣ

Advertisements

Νέοι ποιητές ενός νέου αιώνα | 13. Γιάννης Στίγκας

ΔΙΑΡΚΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ 2000-2020

Ποιά ἡ ποίηση τοῦ 21ου αἰώνα καὶ ποιοί οἱ ποιητές της; Χιλιάδες ποιητικὲς συλλογές, εἴτε τυπωμένες ἀπὸ ἐπώνυμους οἴκους εἴτε αὐτοεκδόσεις, ἑκατοντάδων ἢ καὶ χιλιάδων ποιητῶν ποὺ ἀναζητοῦν τὴν θέση τους στὴν Νεοελληνικὴ Λογοτεχνία. Τί μένει ὅμως καὶ τί περνάει ἀπὸ τὴν κρησάρα τῆς κριτικῆς; Τί ἐπιβιώνει –ἢ ἔστω, τί φαίνεται ὅτι μπορεῖ νὰ ἐπιβιώσει– στὴν μνήμη τῆς ἀναγνωστικῆς κοινότητας;

Ἀποπειρώμενο μιὰν ἀπάντηση στὰ παραπάνω, τὸ Νέο Πλανόδιον ἐγκαινιάζει τὴν ἑβδομαδιαία στήλη ‘‘Νέοι ποιητὲς ἑνὸς νέου αἰώνα. Διαρκὴς ποιητικὴ ἀνθολογία 2000-2020’’. Γιὰ διάστημα δύο ἐτῶν καὶ ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὸν Φεβρουάριο τοῦ 2019, θὰ ἀνθολογοῦμε κάθε ἑβδομάδα ἀπὸ ἕνα ἢ περισσότερα ποίηματα ἑνός/μιᾶς συγγραφέα, ποὺ θὰ πληροῦν δύο προϋποθέσεις: θὰ εἶναι α) δημοσιευμένα μετὰ τὸ 2000, καὶ β) γραμμένα ἀπὸ ποιήτριες ἢ ποιητὲς 45 ἐτῶν καὶ νεώτερους, γεννημένους δηλαδὴ ἀπὸ τό –σημαδιακό– 1974 καὶ ἑξῆς.

Τὰ ποιήματα θὰ παρατίθενται πολυτονισμένα, δίχως ὅμως ἄλλες παρεμβάσεις στὸ πρωτότυπο. Ἐπίσης, στὸ τέλος κάθε ἑξαμήνου θὰ δημοσιεύεται στὸν ἱστότοπο ὁ Θησαυρὸς Ἀναγνώσεων τῶν ἀνθολόγων μὲ τὴν μορφὴ ἀναλυτικοῦ καταλόγου, ὅπου καὶ θὰ καταγράφονται ὅλες οἱ ποιητικὲς συλλογὲς ποὺ εἴδαμε στὸ διάστημα αὐτό. Τὰ ποιήματα ποὺ θὰ προκύψουν στὸ πέρας τῆς διαρκοῦς αὐτῆς ἀνθολόγησης, συμπληρωμένα ἐνδεχομένως καὶ μὲ ἄλλα, θὰ ἀποτελέσουν τὸν κορμὸ μιᾶς ἔντυπης Ἐκλογῆς.

Οἱ σκοποὶ τοῦ ἐγχειρήματος, δύο: νὰ ἀναδείξουμε τὰ ἀξιανάγνωστα ποιήματα ποὺ γράφονται στὶς μέρες μας ἀπὸ νέους ποιητές· καὶ νὰ συμβάλλουμε στὴν ἐπόπτευση τῆς νεοελληνικῆς ποίησης τοῦ αἰώνα μας, μακριὰ ἀπὸ παρελκυστικὲς κατηγοριοποιήσεις, αἰσθητικὲς ἢ/καὶ ἰδεολογικές.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ – ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΟΡΔΑΣ


Μὲ δεδομένο τὸν τεράστιο ὄγκο τῆς τρέχουσας ποιητικῆς παραγωγῆς, ποὺ ξεπερνᾶ τοὺς 800 τίτλους ἐτησίως (813 γιὰ τὸ 2017, βάσει ἐπίσημων στοιχείων ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴ Βιβλιοθήκη), οἱ ἀνθολόγοι δὲν τρέφουν ψευδαισθήσεις ὅτι εἶναι σὲ θέση νὰ τὴν παρακολουθήσουν στὴν πληρότητά της. Ὑπόσχονται ὅμως νὰ ἐξετάσουν φιλότιμα ὅλα τὰ βιβλία ποὺ θὰ τεθοῦν ὑπ’ ὄψιν τους. Οἱ φίλοι νέοι ποιητὲς μποροῦν νὰ τὰ στέλνουν στὶς διευθύνσεις: Ἀγησιλάου 7, Ἡράκλειο Ἀττικῆς, 141-22 καὶ Ἁγ. Φανουρίου 2, Ζωγράφου, 157-72 [Μὲ τὴν ἔνδειξη: “Α.Β.Γ.-Α.Κ. γιὰ τὸ Ν.Π.” στὰ στοιχεῖα τοῦ παραλήπτη].


Γιάννης Στίγκας

(Ἡ ὄραση θ’ ἀρχίσει ξανά, Ἀθήνα, Κέδρος, 2006)

1807

Ἔτσι ὅπως διαβάστηκε στὴν παλάμη μου καὶ σκόνταψα στ’ ἀλήθεια

Τόσες περιστροφὲς
κι ὅμως ὁ ἱστὸς τοῦ κόσμου
μιᾶς σπίθας ὑπόθεση
ν’ ἀνοίξουν οἱ ἀσκοὶ
νὰ γίνουν ὅλα Β΄ Γραμμικὴ
καὶ τυραννία τῆς στάχτης

Ἡ ὄραση θ’ ἀρχίσει ξανά

τὸ φῶς συνδράμει
ὅσο καὶ τὸ σκοτάδι

μιᾶς σπίθας ὑπόθεση ἡ ζωή

ἀλλοῦ ἡ ζωὴ
κι ἄλλοῦ ἡ σπίθα
Νὰ ἀφήσεις τὴν ἐπίλυση στὸν ἄνεμο

φρόντισε μὲ τὰ θαύματα
νὰ γίνεσαι χαρτοκλέφτρα
νὰ εἶναι ὁ ἔρωτας
τὸ Δέκα τοῦ Χαμοῦ
καὶ νὰ σὲ θέλει
*
Ἐγὼ τὸ χρόνο μου

χρὰκ καὶ χρὰκ

μ’ ἕνα τσεκούρι πισώπλατα
Τὰ ὑπόλοιπα
θὰ τὰ ποῦν στὶς ἐφημερίδες

Ποίησις εἶναι ἡ κορυφὴ τοῦ παγόβουνου
καὶ ἀπὸ κάτω
πανστρατιὲς οἱ βλαστήμιες
Ἀλλὰ ἐσὺ
κοίτα νὰ φτάσεις στὴν ἀγάπη
χωρὶς τὶς βαλίτσες σου

κοίτα

~.~
(Ἰσόπαλο τραῦμα, Ἀθήνα, Κέδρος, 2009)

21034232_1544173425621441_1522950707344014817_n

Ὁπλισμένο μὲ τρυφερότητα

 γιὰ τὴν Κατερίνα Ἀγγελάκη-Ρούκ

Γεμάτο πούπουλα
τὸ στῆθος της
ὁ ἴσκιος της
καὶ τὸ βαθύ της χέρι

γιατὶ ἀπὸ πολὺ μικρὴ
παίζει τὸ μ’ ἀγαπᾶ
δὲν μ’ ἀγαπᾶ

μὲ τὸ φτέρωμα τῶν ἀγγέλων

Δὲν τὸ κάνει γιὰ τὴν ἀπάντηση

τὸ κάνει γιὰ νὰ μὴ φεύγουν

~.~

Ἡ ἐπείγουσα ἁγιότητα τοῦ Ντύλαν Τόμας

Ἀπ’ ὅλους τοὺς Θωμάδες
ὁ πιὸ ἔμπιστος
σ’ ἐμένανε
ποτὲ δὲν ἐμαρτύρησε
τί σόι ὑποστυλώματα
γυρεύει τὸ σκοτάδι

αὐτός

ἀνθρακωρύχος πάντα του
νὰ βρεῖ τὴ φλέβα τῆς κατάνυξης
ὅλα της τὰ διαμάντια

ἄλλοι τὰ θέλουν γιὰ κοσμήματα
κι ἄλλοι νὰ κάνουνε διάρρηξη
στὰ πιὸ ψηλὰ μεσάνυχτα
ἐπ’ αὐτοφώρῳ ἀθῶοι

ἅμα συμπέσει καὶ πανσέληνος
μπορεῖς καὶ ν’ ἀπαγάγεις τὸ Θεό

κι οὔτε παζάρια

τίποτα

μονάχα νὰ κοιτάζεστε
μοιράζοντας τὸν πανικὸ ἰσότιμα
τὸν πανικὸ στὰ δύο

Τώρα καταλαβαίνω Ντύλαν μου
πῶς μπόρεσες καὶ ἔζησες

μονάχα μὲ τὰ μάτια


Ὁ Γιάννης Στίγκας γεννήθηκε στὴν Ἀθήνα τὸ 1977. Σπούδασε ἰατρική. Ἔχουν ἐκδοθεῖ οἱ ἑξῆς ποιητικὲς συλλογές του: Ἡ ἀλητεία τοῦ αἵματος (2004), Ἡ ὄραση θ’ ἀρχίσει ξανά (2006), Ἰσόπαλο τραῦμα (2009), Ὁ δρόμος μέχρι τὸ περίπτερο (2012), Βλέπω τὸν κύβο Ρούμπικ φαγωμένο (2014, β΄ ἔκδ. 2016)  Ἐξυπερὺ σημαίνει χάνομαι (2017.)

 

Νέοι ποιητές ενός νέου αιώνα | 12. Κατερίνα Ζησάκη

ΔΙΑΡΚΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ 2000-2020

Ποιά ἡ ποίηση τοῦ 21ου αἰώνα καὶ ποιοί οἱ ποιητές της; Χιλιάδες ποιητικὲς συλλογές, εἴτε τυπωμένες ἀπὸ ἐπώνυμους οἴκους εἴτε αὐτοεκδόσεις, ἑκατοντάδων ἢ καὶ χιλιάδων ποιητῶν ποὺ ἀναζητοῦν τὴν θέση τους στὴν Νεοελληνικὴ Λογοτεχνία. Τί μένει ὅμως καὶ τί περνάει ἀπὸ τὴν κρησάρα τῆς κριτικῆς; Τί ἐπιβιώνει –ἢ ἔστω, τί φαίνεται ὅτι μπορεῖ νὰ ἐπιβιώσει– στὴν μνήμη τῆς ἀναγνωστικῆς κοινότητας;

Ἀποπειρώμενο μιὰν ἀπάντηση στὰ παραπάνω, τὸ Νέο Πλανόδιον ἐγκαινιάζει τὴν ἑβδομαδιαία στήλη ‘‘Νέοι ποιητὲς ἑνὸς νέου αἰώνα. Διαρκὴς ποιητικὴ ἀνθολογία 2000-2020’’. Γιὰ διάστημα δύο ἐτῶν καὶ ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὸν Φεβρουάριο τοῦ 2019, θὰ ἀνθολογοῦμε κάθε ἑβδομάδα ἀπὸ ἕνα ἢ περισσότερα ποίηματα ἑνός/μιᾶς συγγραφέα, ποὺ θὰ πληροῦν δύο προϋποθέσεις: θὰ εἶναι α) δημοσιευμένα μετὰ τὸ 2000, καὶ β) γραμμένα ἀπὸ ποιήτριες ἢ ποιητὲς 45 ἐτῶν καὶ νεώτερους, γεννημένους δηλαδὴ ἀπὸ τό –σημαδιακό– 1974 καὶ ἑξῆς.

Τὰ ποιήματα θὰ παρατίθενται πολυτονισμένα, δίχως ὅμως ἄλλες παρεμβάσεις στὸ πρωτότυπο. Ἐπίσης, στὸ τέλος κάθε ἑξαμήνου θὰ δημοσιεύεται στὸν ἱστότοπο ὁ Θησαυρὸς Ἀναγνώσεων τῶν ἀνθολόγων μὲ τὴν μορφὴ ἀναλυτικοῦ καταλόγου, ὅπου καὶ θὰ καταγράφονται ὅλες οἱ ποιητικὲς συλλογὲς ποὺ εἴδαμε στὸ διάστημα αὐτό. Τὰ ποιήματα ποὺ θὰ προκύψουν στὸ πέρας τῆς διαρκοῦς αὐτῆς ἀνθολόγησης, συμπληρωμένα ἐνδεχομένως καὶ μὲ ἄλλα, θὰ ἀποτελέσουν τὸν κορμὸ μιᾶς ἔντυπης Ἐκλογῆς.

Οἱ σκοποὶ τοῦ ἐγχειρήματος, δύο: νὰ ἀναδείξουμε τὰ ἀξιανάγνωστα ποιήματα ποὺ γράφονται στὶς μέρες μας ἀπὸ νέους ποιητές· καὶ νὰ συμβάλλουμε στὴν ἐπόπτευση τῆς νεοελληνικῆς ποίησης τοῦ αἰώνα μας, μακριὰ ἀπὸ παρελκυστικὲς κατηγοριοποιήσεις, αἰσθητικὲς ἢ/καὶ ἰδεολογικές.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ – ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΟΡΔΑΣ


Μὲ δεδομένο τὸν τεράστιο ὄγκο τῆς τρέχουσας ποιητικῆς παραγωγῆς, ποὺ ξεπερνᾶ τοὺς 800 τίτλους ἐτησίως (813 γιὰ τὸ 2017, βάσει ἐπίσημων στοιχείων ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴ Βιβλιοθήκη), οἱ ἀνθολόγοι δὲν τρέφουν ψευδαισθήσεις ὅτι εἶναι σὲ θέση νὰ τὴν παρακολουθήσουν στὴν πληρότητά της. Ὑπόσχονται ὅμως νὰ ἐξετάσουν φιλότιμα ὅλα τὰ βιβλία ποὺ θὰ τεθοῦν ὑπ’ ὄψιν τους. Οἱ φίλοι νέοι ποιητὲς μποροῦν νὰ τὰ στέλνουν στὶς διευθύνσεις: Ἀγησιλάου 7, Ἡράκλειο Ἀττικῆς, 141-22 καὶ Ἁγ. Φανουρίου 2, Ζωγράφου, 157-72 [Μὲ τὴν ἔνδειξη: “Α.Β.Γ.-Α.Κ. γιὰ τὸ Ν.Π.” στὰ στοιχεῖα τοῦ παραλήπτη].


Κατερίνα Ζησάκη

19884490_668018116724035_5874316145561986867_n

(Ἱστορίες ἀπ’ τὸ Ὀνειροσφαγεῖο, Ἀθήνα, Μανδραγόρας, 2014)

οἱ μέλισσες ποὺ δὲ δοκίμασαν τὸ μέλι

μιὰ μέρα θὰ ἀναμετρηθοῦμε
μὲ ὅ,τι διαθέτει ὁ καθείς
δέντρα σπαθιὰ λέξεις
ποῦ ξέρεις
ἴσως ν’ αὐτονομηθοῦνε
ἴσως ὁ κόσμος τους
λέω ἴσως
ἴσως ὁρμήσουμε σὰν διψασμένοι
γιατὶ ὁ κόσμος τους ἴσως
καὶ γιατὶ ἡ ὀμορφιὰ
βρίσκεται τόσα χρόνια μπροστά μας
κλεισμένη σ’ ἕνα βάζο μέλι
κι οὔτε ψηλὸ ράφι
οὔτε κανεὶς νὰ μαλώνει
οὔτε τίποτα

ὅμως πῶς γίνεται
κάθε ποὺ πᾶμε νὰ τὸ ἀνοίξουμε
παγώνουν τὰ χέρια

μιὰ μέρα
μὲ μιὰ τόσο δὰ μικρὴ κλωτσιὰ
θὰ τὸ σπάσουμε

πόσο ἀκόμα ρὲ σεῖς
πόσο μᾶς παίρνει νὰ κρατηθοῦμε

~.~

Έρημος,αλυκές,λάσπη,Ιράν

(Μισέρημος, Ἀθήνα, Μανδραγόρας, 2018)

ὅ,τι εἶναι ἂς γίνει

θὰ ἤθελα ἡ ποίησή μου
νὰ εἶναι ἐλεύθερη
ὅπως ἐκείνη τὴ φορὰ στὴ
θάλασσα χωρὶς τὰ ροῦχα
ὄχι – καλύτερα
ὅπως μιὰ νύχτα ἀπα-
γορευμένα στὸ ἀσανσὲρ
ἢ πιὸ καλύτερα ὅπως τότε ποὺ
τὸ σκάσαμε ἀπ’ τὴ μάντρα
κι ὅπως ἐκείνη τὴ φορὰ ποὺ
σκέφτηκα πὼς θὰ σᾶς χαιρετοῦσα

θὰ ἤθελα νὰ εἶναι ἐλεύθερη
νὰ κάνει ὅ,τι θέλει

ὄχι
θὰ ἤθελα
ὅπως ἐκείνη τὴ φορὰ
ποὺ ἀπὸ ντροπὴ κρατήθηκα
κι ἔτρεχα καὶ βιαζόμουν
ὅμως στὸ τέλος μ’ ἕνα
ἁπλὸ ὅ,τι εἶναι ἂς γίνει
τὸ κάτουρο ζεστὸ
πλημμύρισε τὰ πόδια μου
ἔτσι ἐλεύθερη θὰ ἤθελα τὴν ποίηση
καὶ τὴ δική μου


Ἡ Κατερίνα Ζησάκη γεννήθηκε  τὸ 1984 στὸν Πυργετὸ Λάρισας. Εἶναι μέλος τῆς συντακτικῆς ἐπιτροπῆς τοῦ περιοδικοῦ Μανδραγόρας. Ἔχει ἐκδώσει τὶς ποιητικὲς συλλογές Ἱστορίες ἀπ’ τὸ Ὀνειροσφαγεῖο (2014) καὶ Μισέρημος (2018). Ζεῖ καὶ ἐργάζεται στὴν Ἀθήνα. 

Σοφία Πόταρη, Τρία ποιήματα

της ΣΟΦΙΑΣ ΠΟΤΑΡΗ

H μιλιά της μηλιάς
 
Κορίτσι αποξεχάστηκε σ’ αφρομηλιάς τον ίσκιο,
είχε τα χείλη κόκκινα, τα μήλα μάγουλά του,
το μάτι εστραφτάλιζε σε τσίνορο βαθύσκιο
και στ’ άσπρο στήθος φρένιαζαν τα κρύφια τρέμουλά του.
Στην αγκαλιά του έσφιξε αετόπουλου τα στήθη
και χτένισε μακριά μαλλιά αλόγου αφηνιασμένου,
φίλησε μάτια φωτεινά που λάμπαν σπάνιοι λίθοι,
τα δάχτυλα σφιχτόμπλεξε στα δάχτυλα τ’ ανέμου.
 
Αηδόνι μου, κοτσύφι μου, μαυροχελιδονάκι,
τα χείλη του ρωτήσετε αν μ’ αγαπά λιγάκι!
 
Έρωτας το ξεπλάνεψε κι έρημο το αφήκε…
Άνεμος είναι κι αψηφά, αέρας και περνάει…
Αχ και φαρμάκι τρυφερό στην φλέβα του εμπήκε,
αχ και ποτάμι βούιξε και στα βαθειά το πάει…
 
Τρέχουν τα μάτια θάλασσες, βρύσες την γη ποτίζουν.
Μηλίτσα μου χαμήλωσε, καλή χρυσομηλιά μου.
Ωχ στην αγάπη του δεντρού τα μέσα του ελπίζουν…
Μηλίτσα μου, αδερφούλα μου, μήλο σου η καρδιά μου.
Τρέμει το δέντρο και βροντά, ξαγριεύονται τα φύλλα,
τα κλώνια σπάζουνε, στην γη στρώνουν πικρό στρωσίδι,
μα ένα κλωνί εκεί ψηλά πιάνει του γλυκομίλα
και στον λαιμό του στοργικά τυλίγεται άγριο φίδι…
 
Πάρε με, άντρα μου ουρανέ, πάρε με, άντρα μου Άδη,
κρέμα με ολόγυμνη στο φως, κάρφω με στο σκοτάδι…
 
Το σώμα του λαχτάρησε κι ο κλώνος σπαρταράει ,
στον ώμο απαλόγειρε του ήλιου το κεφάλι,
μήλο μικρό μαράθηκε και η μηλιά βογγάει,
λαβώθηκεν η ομορφιά, σκουλήκι για να βγάλει.
Στα μάτια του κυμάτισε μια θαλασοψιχάλα
κι έσταξε την αλμύρα της στο χώμα που κοιτούσαν,
πέσανε κι από την μηλιά τα μήλα τα μεγάλα,
κι ο κόσμος όλος ρίγησε στον πόνο που κρατούσαν.
 
Πώς το ψαράκι σπαρταράει δίχως φωνή να βγάνει,
έτσι αγκαλιάζει το κορμί αγάπη που δεν φτάνει…
 
Μήνες περνάνε και χρονιές και οι καιροί αλλάζουν,
μα ένα κλωνάρι στα ψηλά δεν σταματάει να κλαίει,
άνθη πετάνε τα κλαδιά και μήλα ξαναστάζουν…
Αχ κι η μηλιά η καλομηλιά, τί ιστορίες λέει…

~ . ~

Αστρικό φιλί
 
Άστραψες αστρικό φιλί, γαλαξιακό ζαφείρι
κι ο χρόνος κοντοστάθηκε για να σ’ απαλονίψει
τα δαχτυλάκια των ποδιών, που σε βαθύ κροντήρι,
πατήσανε την μοναξιά και στύψανε την θλίψη.
 
Μ’ έχυσες γάλα απ’ την λευκή των ομματιών σου κούπα
κι έπλασες σύμπαν τρυφερό σε πόθου γαλαξία,
πρωτόγαλα τα στήθια σου με βύζαξαν, σαν σου ’πα
πως μ’ ουρανεί το σώμα σου σε ιεροπραξία.
 
Αχ και παλιός να γύριζα πλανήτης στην τροχιά σου,
να σ’ είχα ήλιο στην ματιά, σελήνη στην πνοή μου,
δορυφορώντας σαν αστρί τον θείο έρωτά σου,
ουρανοδρόμοι εσύ κι εγώ σ’ αστερισμό διδύμου.

~ . ~

 
Ροβόλαγα τον λόφο
 
Βοτάνια μάζεψα άγρια με πέταλα πλοκάμια,
με φύλλα δροσοστάλαχτα, με ήλιο ερωτευμένα,
με μάτια π’ αγκιστρώνανε, με στόματα θαλάμια,
στο σώμα σου το τρυφερό για να πλεχτούν ένα – ένα.
 
Το φως σου με περίχυσε και δεν μπορώ να σβήσω
κι αν σβήσω κι αν νεκροχαθώ, σ’ εσένα θα γυρίσω.
 
Έκοψα φτέρη μυστική και σκίνου βλασταράκια,
να μπουν στο μαξιλάρι σου για να σε νανουρίζουν,
δάσους γλυκόπνοη δροσιά και σπήλιου τα λογάκια,
κισσού ριζούλες έπιασα για να σε γαργαλίζουν.
 
Γιατί είσαι μέλι και κρασί κι ανθί γλυκοθρεμμένο
και στων χειλιών σου την σχισμή το θέλω να πεθαίνω.
 
Τα πότισα τραγάκανθου μυρόβλητο ρετσίνι,
τα φίλησα, τα μέρωσα, τους είπα τ’ όνομά σου,
τους είπα για το σώμα σου, κρύα του Βάκχου κρήνη,
που με δροσίζει και με καίει στο θείο ξόδεμά σου.
 
Αχ, χείλη μου, χειλάκια μου, κοκκινοστοματάκι,
αχ, πιείτε με, μασήστε με, σάρκα και κοκκαλάκι.
 
Μαράθηκαν και λειώσανε στου κάλλους σου το λάμπος
και χύθηκαν στα χέρια μου να πέσουν να πεθάνουν,
την φλέβα θέλαν του λαιμού και του ποδιού το θάμπος,
θέλανε και τα χείλη σου να πιούνε, να γλυκάνουν.
 
Κολλιέδες τά ’πλεξα άπληστους για του λαιμού το χιόνι,
στολίδια να γυαλίσουνε στ’ αστράγαλου τ’ αμόνι.
 
Κι έτσι όπως ξέφρενη, τρελλή ροβόλαγα τον λόφο
κι άνοιγα χέρια και καρδιά στο αίμα του κορμιού σου,
σ’ είδα μπροστά μου γελαστόν μ’ αηδόνια μες στον κόρφο
και η καρδιά μου βρόντηξε στο χάδι του φιλιού σου.
 
Πανέμορφος ο αγριανθός και πώς μοσχοβολάει!
Mα στης παλάμης σου το φως, το φως του λησμονάει.
 
Σβήσανε τ’ άνθη, μάδησαν, μαράθηκαν τα φύλλα,
αέρας την σγουρόφυλλη ξετίναξε την φτέρη,
τα πόδια μου κοπήκανε σε πόθου ανατριχίλα,
το χέρι μου σαν μπλέχτηκε μες στο δικό σου χέρι.
 
Και το ρετσίνι χύθηκε νεράκι φλογισμένο,
σαν έλειωσα στο στόμα σου, μούρο λαχταρισμένο.
ΣΟΦΙΑ ΠΟΤΑΡΗ

Νέοι ποιητές ενός νέου αιώνα | 11. Αντωνίνη Σμυρίλλη

ΔΙΑΡΚΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ 2000-2020

Ποιά ἡ ποίηση τοῦ 21ου αἰώνα καὶ ποιοί οἱ ποιητές της; Χιλιάδες ποιητικὲς συλλογές, εἴτε τυπωμένες ἀπὸ ἐπώνυμους οἴκους εἴτε αὐτοεκδόσεις, ἑκατοντάδων ἢ καὶ χιλιάδων ποιητῶν ποὺ ἀναζητοῦν τὴν θέση τους στὴν Νεοελληνικὴ Λογοτεχνία. Τί μένει ὅμως καὶ τί περνάει ἀπὸ τὴν κρησάρα τῆς κριτικῆς; Τί ἐπιβιώνει –ἢ ἔστω, τί φαίνεται ὅτι μπορεῖ νὰ ἐπιβιώσει– στὴν μνήμη τῆς ἀναγνωστικῆς κοινότητας;

Ἀποπειρώμενο μιὰν ἀπάντηση στὰ παραπάνω, τὸ Νέο Πλανόδιον ἐγκαινιάζει τὴν ἑβδομαδιαία στήλη ‘‘Νέοι ποιητὲς ἑνὸς νέου αἰώνα. Διαρκὴς ποιητικὴ ἀνθολογία 2000-2020’’. Γιὰ διάστημα δύο ἐτῶν καὶ ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὸν Φεβρουάριο τοῦ 2019, θὰ ἀνθολογοῦμε κάθε ἑβδομάδα ἀπὸ ἕνα ἢ περισσότερα ποίηματα ἑνός/μιᾶς συγγραφέα, ποὺ θὰ πληροῦν δύο προϋποθέσεις: θὰ εἶναι α) δημοσιευμένα μετὰ τὸ 2000, καὶ β) γραμμένα ἀπὸ ποιήτριες ἢ ποιητὲς 45 ἐτῶν καὶ νεώτερους, γεννημένους δηλαδὴ ἀπὸ τό –σημαδιακό– 1974 καὶ ἑξῆς.

Τὰ ποιήματα θὰ παρατίθενται πολυτονισμένα, δίχως ὅμως ἄλλες παρεμβάσεις στὸ πρωτότυπο. Ἐπίσης, στὸ τέλος κάθε ἑξαμήνου θὰ δημοσιεύεται στὸν ἱστότοπο ὁ Θησαυρὸς Ἀναγνώσεων τῶν ἀνθολόγων μὲ τὴν μορφὴ ἀναλυτικοῦ καταλόγου, ὅπου καὶ θὰ καταγράφονται ὅλες οἱ ποιητικὲς συλλογὲς ποὺ εἴδαμε στὸ διάστημα αὐτό. Τὰ ποιήματα ποὺ θὰ προκύψουν στὸ πέρας τῆς διαρκοῦς αὐτῆς ἀνθολόγησης, συμπληρωμένα ἐνδεχομένως καὶ μὲ ἄλλα, θὰ ἀποτελέσουν τὸν κορμὸ μιᾶς ἔντυπης Ἐκλογῆς.

Οἱ σκοποὶ τοῦ ἐγχειρήματος, δύο: νὰ ἀναδείξουμε τὰ ἀξιανάγνωστα ποιήματα ποὺ γράφονται στὶς μέρες μας ἀπὸ νέους ποιητές· καὶ νὰ συμβάλλουμε στὴν ἐπόπτευση τῆς νεοελληνικῆς ποίησης τοῦ αἰώνα μας, μακριὰ ἀπὸ παρελκυστικὲς κατηγοριοποιήσεις, αἰσθητικὲς ἢ/καὶ ἰδεολογικές.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ – ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΟΡΔΑΣ


Μὲ δεδομένο τὸν τεράστιο ὄγκο τῆς τρέχουσας ποιητικῆς παραγωγῆς, ποὺ ξεπερνᾶ τοὺς 800 τίτλους ἐτησίως (813 γιὰ τὸ 2017, βάσει ἐπίσημων στοιχείων ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴ Βιβλιοθήκη), οἱ ἀνθολόγοι δὲν τρέφουν ψευδαισθήσεις ὅτι εἶναι σὲ θέση νὰ τὴν παρακολουθήσουν στὴν πληρότητά της. Ὑπόσχονται ὅμως νὰ ἐξετάσουν φιλότιμα ὅλα τὰ βιβλία ποὺ θὰ τεθοῦν ὑπ’ ὄψιν τους. Οἱ φίλοι νέοι ποιητὲς μποροῦν νὰ τὰ στέλνουν στὶς διευθύνσεις: Ἀγησιλάου 7, Ἡράκλειο Ἀττικῆς, 141-22 καὶ Ἁγ. Φανουρίου 2, Ζωγράφου, 157-72 [Μὲ τὴν ἔνδειξη: “Α.Β.Γ.-Α.Κ. γιὰ τὸ Ν.Π.” στὰ στοιχεῖα τοῦ παραλήπτη].


Ἀντωνίνη Σμυρίλλη

(Βλέπω ἀκόμα παιδικά, Λάρισα, Θράκα, 2017)

Jelly-Snakes

Γιὰ πέταμα

Ὅταν γράφω
Νιώθω
Σὰν ξεχαρβάλωτη πολυθρόνα
Ποὺ ἀντιστέκεται νὰ μπαλωθεῖ
Γιατὶ λατρεύει τὴ φθορά

~.~

Μαλλὶ τῆς γριᾶς

Τὸ ρὸζ
Μέσα στὸ γῆρας

Μὲ σώζει


Ἡ Ἀντωνίνη Σμυρίλλη γεννήθηκε στὴ Λάρνακα τὸ 1987. Ἡ ποιητικὴ συλλογὴ Βλέπω ἀκόμα παιδικά (2017) εἶναι τὸ πρῶτο της βιβλίο.

Ιώβ, μέρος β΄ (απόδοση Πέτρος Γιατζάκης)

~.~

Ι Ω Β
μέρος β’

απόδοση Πέτρος Γιατζάκης

Ο Θεός παιδαγωγεί μέσα από τα πάθη ( 5,17-5,27 )

17 Μακάριος ο άνθρωπος που νουθετεί ο Κύριος!
Τον κανόνα του Παντοδύναμου μην τονε χλευάζεις.

18 Ο Κύριος λαβώνει, αλλά κι επιδένει την πληγή,
Χτυπά, αλλά οι χείρες του γιαίνουν την πληγή.

19 Εξάκις εκ θλίψεων λυτρώσει σε,
Την εβδόμη κακό κανένα δε θα σ’ αγγίζει πια.

20 Στης πείνας τον καιρό από το θάνατο σε σώζει,
Στον πόλεμο σε φυλάει από του ξίφους την ισχύ.

21 Από την μάστιγα της κακογλωσσιάς βρίσκεις καταφύγιο,
Δεν είναι ανάγκη να καρδιοχτυπάς μπρος στην καταστροφή.

22 Τον όλεθρο και την πείνα θα περιγελάσεις,
Τα άγρια θεριά δε θα σε τρομάζουν πια.

23 Με τους λίθους του αγρού θα κλείσεις ειρήνη,
Και με τα ανήμερα θεριά θα έχεις συμμαχία.

24 Θα ξέρεις ότι η σκηνή σου είναι εν ειρήνη,
Κι ότι απ’ το βιός σου τίποτα δε λείπει.

25 Θα δεις το σπόρο σου να πληθαίνει·
Τα βλαστάρια σου θα’ ναι άπειρα σαν τα βότανα της γης.

26 Θα μπεις στον τάφο σφύζοντας ακόμα από ζωή,
Σαν θημωνιά στάρι θερισμένο στον καιρό του.

27 Κοίτα, όλα τούτα τα ερευνήσαμε και καταλεπτώς τα εξιχνιάσαμε.
Έτσι είναι, έτσι τα ακούσαμε. Όσο για σένα, άκουσε και δέξου τα!

~.~
(περισσότερα…)

Ιώβ, μέρος α΄ (απόδοση Πέτρος Γιατζάκης)

agios-iob-10-1024x680.jpg

~.~

Ι Ω Β

απόδοση Πέτρος Γιατζάκης

~.~

Το διηγηματικό πλαίσιο του ποιήματος (1,1 – 2,10)

Η δικαιοσύνη του Ιώβ ( 1,1 – 1,5 )

1,1 Στη χώρα την Αυσίτιδα ήτανε μια φορά ένας άνθρωπος με τ’ όνομα Ιώβ.

Ο άνθρωπος αυτός ήταν ακέραιος και δίκαιος· ήταν θεοσεβούμενος κι αποστρεφόταν καθετί κακό.

2 Του ’χαν γεννηθεί εφτά γιοί και τρεις θυγατέρες.

3 Το βιός του ήταν εφτά χιλιάδες γιδοπρόβατα, τρεις χιλιάδες καμήλες, πεντακόσια ζευγάρια βόδια, πεντακόσιες ασίνες[1] και πλήθος ολάκερο υποτακτικοί και υπηρέτες. Ο Ιώβ ήταν ο πιο πλούσιος κι ο πιο τρανός απ’ όλα τα τέκνα της Ανατολής.

4 Οι γιοί του είχαν το συνήθειο μεγάλα φαγοπότια στα σπίτια τους να φιλοξενούνε, ο καθένας με τη σειρά του, κι έστελναν και καλούσαν τις τρεις αδερφές τους να φάνε και να πιούνε μαζί τους.

5 Όταν τα μερόνυχτα των γλεντιών τελειώναν, ο Ιώβ έστελνε παραγγελιά να τους πει να καθαριστούν και να εξαγνιστούνε. Σηκωνόταν πρωί-πρωί και πρόσφερε ολοκαυτώματα, ένα για κάθε έναν απ’ αυτούς, διότι λόγιαζε: Ίσως τα παιδιά μου αμάρτησαν και βλαστήμησαν το Θεό μες στην καρδιά τους, μ’ έναν ανόσιο λογισμό τους. Αυτά είχε ο Ιώβ το συνήθειο πάντοτε να κάνει. 

~.~
(περισσότερα…)

Καίτη Παυλή, Έξι ποιήματα

800px-Stymfalia_south_2006

Απελευθέρωση

Άνοιξε την εσθήτα της
Απελευθερώνοντας
Ένα μαύρο πουλί.

Τόσον καιρό
Τόση σιωπή
Πώς την άντεξε;

~.~
(περισσότερα…)

Νέοι ποιητές ενός νέου αιώνα | 10. Χρήστος Κατρούτσος

ΔΙΑΡΚΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ 2000-2020

Ποιά ἡ ποίηση τοῦ 21ου αἰώνα καὶ ποιοί οἱ ποιητές της; Χιλιάδες ποιητικὲς συλλογές, εἴτε τυπωμένες ἀπὸ ἐπώνυμους οἴκους εἴτε αὐτοεκδόσεις, ἑκατοντάδων ἢ καὶ χιλιάδων ποιητῶν ποὺ ἀναζητοῦν τὴν θέση τους στὴν Νεοελληνικὴ Λογοτεχνία. Τί μένει ὅμως καὶ τί περνάει ἀπὸ τὴν κρησάρα τῆς κριτικῆς; Τί ἐπιβιώνει –ἢ ἔστω, τί φαίνεται ὅτι μπορεῖ νὰ ἐπιβιώσει– στὴν μνήμη τῆς ἀναγνωστικῆς κοινότητας;

Ἀποπειρώμενο μιὰν ἀπάντηση στὰ παραπάνω, τὸ Νέο Πλανόδιον ἐγκαινιάζει τὴν ἑβδομαδιαία στήλη ‘‘Νέοι ποιητὲς ἑνὸς νέου αἰώνα. Διαρκὴς ποιητικὴ ἀνθολογία 2000-2020’’. Γιὰ διάστημα δύο ἐτῶν καὶ ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὸν Φεβρουάριο τοῦ 2019, θὰ ἀνθολογοῦμε κάθε ἑβδομάδα ἀπὸ ἕνα ἢ περισσότερα ποίηματα ἑνός/μιᾶς συγγραφέα, ποὺ θὰ πληροῦν δύο προϋποθέσεις: θὰ εἶναι α) δημοσιευμένα μετὰ τὸ 2000, καὶ β) γραμμένα ἀπὸ ποιήτριες ἢ ποιητὲς 45 ἐτῶν καὶ νεώτερους, γεννημένους δηλαδὴ ἀπὸ τό –σημαδιακό– 1974 καὶ ἑξῆς.

Τὰ ποιήματα θὰ παρατίθενται πολυτονισμένα, δίχως ὅμως ἄλλες παρεμβάσεις στὸ πρωτότυπο. Ἐπίσης, στὸ τέλος κάθε ἑξαμήνου θὰ δημοσιεύεται στὸν ἱστότοπο ὁ Θησαυρὸς Ἀναγνώσεων τῶν ἀνθολόγων μὲ τὴν μορφὴ ἀναλυτικοῦ καταλόγου, ὅπου καὶ θὰ καταγράφονται ὅλες οἱ ποιητικὲς συλλογὲς ποὺ εἴδαμε στὸ διάστημα αὐτό. Τὰ ποιήματα ποὺ θὰ προκύψουν στὸ πέρας τῆς διαρκοῦς αὐτῆς ἀνθολόγησης, συμπληρωμένα ἐνδεχομένως καὶ μὲ ἄλλα, θὰ ἀποτελέσουν τὸν κορμὸ μιᾶς ἔντυπης Ἐκλογῆς.

Οἱ σκοποὶ τοῦ ἐγχειρήματος, δύο: νὰ ἀναδείξουμε τὰ ἀξιανάγνωστα ποιήματα ποὺ γράφονται στὶς μέρες μας ἀπὸ νέους ποιητές· καὶ νὰ συμβάλλουμε στὴν ἐπόπτευση τῆς νεοελληνικῆς ποίησης τοῦ αἰώνα μας, μακριὰ ἀπὸ παρελκυστικὲς κατηγοριοποιήσεις, αἰσθητικὲς ἢ/καὶ ἰδεολογικές.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ – ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΟΡΔΑΣ


Μὲ δεδομένο τὸν τεράστιο ὄγκο τῆς τρέχουσας ποιητικῆς παραγωγῆς, ποὺ ξεπερνᾶ τοὺς 800 τίτλους ἐτησίως (813 γιὰ τὸ 2017, βάσει ἐπίσημων στοιχείων ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴ Βιβλιοθήκη), οἱ ἀνθολόγοι δὲν τρέφουν ψευδαισθήσεις ὅτι εἶναι σὲ θέση νὰ τὴν παρακολουθήσουν στὴν πληρότητά της. Ὑπόσχονται ὅμως νὰ ἐξετάσουν φιλότιμα ὅλα τὰ βιβλία ποὺ θὰ τεθοῦν ὑπ’ ὄψιν τους. Οἱ φίλοι νέοι ποιητὲς μποροῦν νὰ τὰ στέλνουν στὶς διευθύνσεις: Ἀγησιλάου 7, Ἡράκλειο Ἀττικῆς, 141-22 καὶ Ἁγ. Φανουρίου 2, Ζωγράφου, 157-72 [Μὲ τὴν ἔνδειξη: “Α.Β.Γ.-Α.Κ. γιὰ τὸ Ν.Π.” στὰ στοιχεῖα τοῦ παραλήπτη].


Χρῆστος Κατροῦτσος

(Σπορὰ γιὰ μιὰ Κυριακή, Ἀθήνα, Ἑκάτη, 2017)

1383964_653506788022649_314012835_n

Ὅταν σοῦ σφάξω ἕνα φόρεμα

Ἐπάνω στὸ κορμὶ
Μὲ καταδυόμενου τὴν πλάγια κόψη
Θεριεύοντας τὴ φλόγα
Στὸ ἐαρινό μας ἡλιοστάσιο,
Θὰ ἀκοῦν τριγμοὺς ἀπὸ τὸ θάνατό του
Ὅσοι κοιμοῦνται πλάι
Καὶ ἀπόμακρα ἀπὸ τὸν ἔρωτα.

Εἶμαι σεντόνι
Νὰ μὲ τραβήξεις ἂν δὲν σοῦ χωρῶ
Ἂν περισσεύω ἄσε μὲ νὰ πτυχωθῶ
Καὶ πέρα ἀπὸ ροῦχο…

Ἱδρώτας ποὺ ξεπλένει τὴ Σαχάρα σου
Μὲ ἀκάματα τὰ κύματά του
Μὲ ἄλμπουρο ποὺ θὰ ἀνεμίσει ἡ γύμνια σου,
Μὲ ναυάγιο ποὺ δὲν λησμόνησε σανίδα σωτηρίας.

Ὅταν σοῦ σφάξω φόρεμα ἐπάνω στὸ κορμί,
Τότε, καταδικάστηκε στὸν Ἅδη
Ὅ,τι ἀνέβαλε μὲ θράσος
Παράδεισο ἀπὸ τὴ γύμνια μας.

~.~

Ἡ μοναξιά μου ἔλος,

Ποῦ καὶ ποῦ ἕνας ἐρωδιὸς
Τὴν ἐπισκέπτεται γιὰ νὰ τραφεῖ·
Ἡ μοναξιὰ
Παχύρρευστη.

Στὸ ἔλος τὰ ψάρια
Ἔχουν σχῆμα κυβικό
Δὲν κολυμποῦν
Δὲν τοὺς χρειάζεται οὐρά.

Τοὺς κύβους ἀλιεύω
Καὶ χτίζω ἕναν τοῖχο
Ἡ μοναξιὰ περίβλεπτη μὴ γίνει
Καὶ μείνω ἀπροστάτευτο σὲ ἄνεμο καλάμι.
Μὲ κάθε μαεστρία τὸ ὠμέγα μου ἀλφάδιαζα
Ἀφοῦ, τοῦ οἰκοδόμου ἤμουν ἀνέστιος γιός
Μὰ εὐτυχῶς, τὰ ψάρια ἦταν λιγοστά
Ἀφήνοντας στὸν τοῖχο ἕνα κενὸ
Σὰν νὰ τοῦ κρέμασα παράθυρο.

~.~

Καμπάνες κόλασης

Μὴν περιμένεις νὰ σημάνει δώδεκα
Σὲ μιὰ καμπάνα δεχόμενη τὴν κόλαση,
Νὰ κρύβονται Κουασιμόδοι.

Ἀκόμη καὶ στὸ παρὰ πέντε,
Πιάσε τὸν λεπτοδείκτη καρφώνοντας
Κατάστηθα τὶς ὧρες
Νὰ δεῖς πόσες χαμένες μέρες θὰ χυθοῦν.


ὅπως τὸ στομωμένο ἀπὸ κατάθλιψη μαχαίρι
καθὼς δὲν ἔκοψε μήτε λωρίδα φρούτου
πιὸ πέρα ἀπ’ τὴν Ἐδέμ


Ὁ Χρῆστος Κατροῦτσος γεννήθηκε καὶ ζεῖ στὴν Ἀθήνα. Σπούδασε θετικὲς ἐπιστῆμες. Πέρα ἀπὸ τὴν ποίηση ἀσχολεῖται μὲ τὰ εἰκαστικὰ, συμμετέχοντας σὲ ὁμαδικὲς ἐκθέσεις καὶ ἔχοντας παρουσιάσει δὐο ἀτομικές. Ἔχουν ἐκδοθεῖ τὰ βιβλία του: Στὴν τήξη τοῦ ἐρέβους (2013) καὶ Σπορὰ γιὰ μιὰ Κυριακή (2017).

Νέοι ποιητές ενός νέου αιώνα | 9. Λένια Ζαφειροπούλου

ΔΙΑΡΚΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ 2000-2020

Ποιά ἡ ποίηση τοῦ 21ου αἰώνα καὶ ποιοί οἱ ποιητές της; Χιλιάδες ποιητικὲς συλλογές, εἴτε τυπωμένες ἀπὸ ἐπώνυμους οἴκους εἴτε αὐτοεκδόσεις, ἑκατοντάδων ἢ καὶ χιλιάδων ποιητῶν ποὺ ἀναζητοῦν τὴν θέση τους στὴν Νεοελληνικὴ Λογοτεχνία. Τί μένει ὅμως καὶ τί περνάει ἀπὸ τὴν κρησάρα τῆς κριτικῆς; Τί ἐπιβιώνει –ἢ ἔστω, τί φαίνεται ὅτι μπορεῖ νὰ ἐπιβιώσει– στὴν μνήμη τῆς ἀναγνωστικῆς κοινότητας;

Ἀποπειρώμενο μιὰν ἀπάντηση στὰ παραπάνω, τὸ Νέο Πλανόδιον ἐγκαινιάζει τὴν ἑβδομαδιαία στήλη ‘‘Νέοι ποιητὲς ἑνὸς νέου αἰώνα. Διαρκὴς ποιητικὴ ἀνθολογία 2000-2020’’. Γιὰ διάστημα δύο ἐτῶν καὶ ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὸν Φεβρουάριο τοῦ 2019, θὰ ἀνθολογοῦμε κάθε ἑβδομάδα ἀπὸ ἕνα ἢ περισσότερα ποίηματα ἑνός/μιᾶς συγγραφέα, ποὺ θὰ πληροῦν δύο προϋποθέσεις: θὰ εἶναι α) δημοσιευμένα μετὰ τὸ 2000, καὶ β) γραμμένα ἀπὸ ποιήτριες ἢ ποιητὲς 45 ἐτῶν καὶ νεώτερους, γεννημένους δηλαδὴ ἀπὸ τό –σημαδιακό– 1974 καὶ ἑξῆς.

Τὰ ποιήματα θὰ παρατίθενται πολυτονισμένα, δίχως ὅμως ἄλλες παρεμβάσεις στὸ πρωτότυπο. Ἐπίσης, στὸ τέλος κάθε ἑξαμήνου θὰ δημοσιεύεται στὸν ἱστότοπο ὁ Θησαυρὸς Ἀναγνώσεων τῶν ἀνθολόγων μὲ τὴν μορφὴ ἀναλυτικοῦ καταλόγου, ὅπου καὶ θὰ καταγράφονται ὅλες οἱ ποιητικὲς συλλογὲς ποὺ εἴδαμε στὸ διάστημα αὐτό. Τὰ ποιήματα ποὺ θὰ προκύψουν στὸ πέρας τῆς διαρκοῦς αὐτῆς ἀνθολόγησης, συμπληρωμένα ἐνδεχομένως καὶ μὲ ἄλλα, θὰ ἀποτελέσουν τὸν κορμὸ μιᾶς ἔντυπης Ἐκλογῆς.

Οἱ σκοποὶ τοῦ ἐγχειρήματος, δύο: νὰ ἀναδείξουμε τὰ ἀξιανάγνωστα ποιήματα ποὺ γράφονται στὶς μέρες μας ἀπὸ νέους ποιητές· καὶ νὰ συμβάλλουμε στὴν ἐπόπτευση τῆς νεοελληνικῆς ποίησης τοῦ αἰώνα μας, μακριὰ ἀπὸ παρελκυστικὲς κατηγοριοποιήσεις, αἰσθητικὲς ἢ/καὶ ἰδεολογικές.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ – ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΟΡΔΑΣ


Μὲ δεδομένο τὸν τεράστιο ὄγκο τῆς τρέχουσας ποιητικῆς παραγωγῆς, ποὺ ξεπερνᾶ τοὺς 800 τίτλους ἐτησίως (813 γιὰ τὸ 2017, βάσει ἐπίσημων στοιχείων ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴ Βιβλιοθήκη), οἱ ἀνθολόγοι δὲν τρέφουν ψευδαισθήσεις ὅτι εἶναι σὲ θέση νὰ τὴν παρακολουθήσουν στὴν πληρότητά της. Ὑπόσχονται ὅμως νὰ ἐξετάσουν φιλότιμα ὅλα τὰ βιβλία ποὺ θὰ τεθοῦν ὑπ’ ὄψιν τους. Οἱ φίλοι νέοι ποιητὲς μποροῦν νὰ τὰ στέλνουν στὶς διευθύνσεις: Ἀγησιλάου 7, Ἡράκλειο Ἀττικῆς, 141-22 καὶ Ἁγ. Φανουρίου 2, Ζωγράφου, 157-72 [Μὲ τὴν ἔνδειξη: “Α.Β.Γ.-Α.Κ. γιὰ τὸ Ν.Π.” στὰ στοιχεῖα τοῦ παραλήπτη].


Λένια Ζαφειροπούλου

(Paternoster Square. Μιὰ διαδρομὴ σὲ 53 στάσεις, Ἀθήνα, Πόλις, 2012)

09

47

Σάλπαραν γιὰ τὶς χῶρες ποὺ ἦταν ἄλαλες
Καὶ δὲν θὰ εἶχαν τί νὰ ἀποκριθοῦν
Τὰ πλοῖα τους πρόβαλαν πίσω ἀπὸ τοὺς βράχους
Ἄγνωστοι ὄγκοι μιᾶς θεομηνίας
Ποὺ προχωρεῖ χωρὶς νὰ βιάζεται
Οἱ ἄνθρωποι τῶν ἄλαλων χωρῶν
Σηκώσανε τὰ χέρια
Κι ἅρπαξαν τὸ κεφάλι τους

Ἀποβιβάστηκαν
Τὰ μάτια τῶν κατοίκων
Ἄστραψαν δίχως νόημα

Τὰ ἄγρια ζῶα
Μπῆκαν ἀργὰ ἀργὰ ἀπὸ τὶς βεράντες
Στὶς νέες ἐπαύλεις
Πήρανε θέση στὰ ἐπίσημα δωμάτια
Κι ἔγιναν διακόσμηση

Πρόθυμα ἡ γῆ ξαπλώθηκε γι’ αὐτούς
Ἔφτυσαν κάτω
Τὰ χέρια ἔβγαλαν ἀπὸ τὶς τσέπες
Καὶ τὴν πλησίασαν τρίβοντάς τα
Οἱ πράξεις ἔχασαν κι αὐτὲς
Τὰ παλαιὰ ὀνόματα

Ἔμπαιναν ἀνυπόδητοι στὰ σπίτια
Γεμάτη ἀναπαραγωγὴ
Ἦταν ἡ σκόνη αὐτῆς τῆς γῆς
Ἕτοιμη σὲ μιὰ νύχτα
Νὰ ὀρθώσει δέντρα πάνω στὸ χαλί

Στὸ πλάι τους τὸ μαστίγιό τους
Ἀνέβαινε σὰν κατοικίδιο πηδηχτὰ τὶς σκάλες
Ἐπάνω ἀπ’ τὸ κεφάλι τους οἱ γύπες
Ἔγραφαν στέμματα νοητά

~.~

(Σκληρὸ νὰ σκοντάφτεις σὲ πέτρες, Ἀθήνα, Πατάκης, 2016)

16603066_748522195325944_6112644418488486676_n
ΤΩΡΑ ΑΠΟ ΤΟ στηθαῖο τῆς γέφυρας
Τὰ χέρια σου ἀκουμποῦν ὅπως τῶν βασιλιάδων στὰ μπαλκόνια
Ἀκόμη
Καὶ τούτη ἡ στάση ἐπιτρέπεται

Καὶ ἄλλες πολλές
Μπορεῖς νὰ βγεῖς μὲ μιὰ κορόνα στὸ κεφάλι
Μὲ ἕνα ἔμβλημα πολεμικὸ στὸ στῆθος
Ἀπὸ ἐκεῖνα ποὺ βδελύσσονται ὅλοι
Νὰ ἐξακοντίσεις ὕβρεις
Πάνω ἀπ’ τὸν ποταμὸ πρὸς τὰ ὑπαίθρια ἀναψυκτήρια
Νὰ ἀναρτηθεῖς σὲ ἰστία
Νὰ ἐνσαρκωθεῖς ὡς προσβολή

Ἐδῶ εἶναι ἡ χώρα τῶν ὀνείρων
Μπάλες κυλοῦν χωρὶς ὁρμὴ καὶ σταματοῦν
Πάνω σὲ ἥρεμη χλόη
Τὸ πάθος ξαστοχεῖ τὸν ἑαυτό του
Ὅλοι οἱ πολίτες κάτοχοι
Περνοῦν τὴ γέφυρα
Ὅλοι κοιτοῦν ἴσια μπροστά
Πλάγια κοιτάζουν οἱ τουρίστες μόνο
Καὶ στέκουν μιὰ στιγμή

Ἐσὺ γιατί στέκεις ἐδῶ;
Τουρίστας; Κάτοχος;
Γιὸς τῶν κτητόρων;

Πάρε τὸ βλέμμα σου ἀπ’ τὴ θυγατέρα μας
Προχώρα στὴ δουλειά σου
–Γιὰ τὸ καλό σου ἐλπίζω νὰ ἔχεις κάποια–

Ἢ πήδα μὲ ἑτοιμότητα ἴσια κάτω
Ὅταν τὸ στόμα σου γεμίσει ἡ λάσπη τοῦ βυθοῦ
Θὰ ἐννοήσεις
Ἀπὸ τί ὑλικὸ εἴμαστε ὅλοι μας φτιαγμένοι
[…]

~.~

Ἰώβ Α’ 13-22

Καὶ ὅπως καθόμουν ἔρχεται ἕνα μήνυμα
Κλείδωσαν τὸ γραφεῖο σου καὶ τὰ κλειδιὰ τὰ πέταξαν
στὸ βόθρο. Κατέσχεσαν τοὺς ὑπολογιστές, τὰ ἔπιπλα
τὰ σήκωσαν, ἔκοψαν τὶς συνδέσεις, σταμάτησαν
κλιματισμὸ καὶ σφράγισαν τὸ κτίριο. Ἔμεινα δὲ μόνος
ἐγὼ γιὰ νὰ σοῦ τὸ ἀναγγείλω.
Καθὼς ἀκόμη διάβαζα, ἔρχεται ἄλλο μήνυμα.
Στὸν οἶκο σου εἰσέβαλαν οἱ αἰχμαλωτεύοντες,
φόρτωσαν τὰ χαλιὰ καὶ τὰ κοσμήματα, τὶς συσκευές,
τὸ πιάνο καὶ τοὺς πίνακες, τὰ ἔπιπλα καὶ τὰ ἁπαλὰ
κρεβάτια. Ἀπέκτειναν ἐν στόματι τὸν κηπουρό, τὸν
θυρωρό, τὴν καμαριέρα καὶ τοὺς γείτονες. Κι ἐγὼ ποὺ
χώθηκα μὲς στὸ ρολόι τοῦ τοίχου, σώθηκα κι ἔμεινα
νὰ σοῦ τὸ ἀναγγείλω.
Κι ἐνῶ ἀκόμη διάβαζα ἔρχεται ἄλλο μήνυμα.
Ἡ τράπεζα πτώχευση κήρυξε στοὺς κήρυκες.
Καπνὸς οἱ καταθέσεις καὶ τὰ ἀποθέματα ρευστοῦ
ἐξαντλήθηκαν. Ἄγνωστοι δὲ κατέκαυσαν τὴν τράπεζαν
καὶ τοὺς τραπεζικούς, γενηθήτω ἡ τράπεζα αὐτῶν εἰς
παγίδα καὶ ἐσώθην ἐγὼ μόνος γιὰ νὰ σοῦ τὸ ἀναγγείλω.
Καθὼς ἀκόμη διάβαζα ἔρχεται ἄλλο μήνυμα.
Πνεῦμα μέγα ἦλθεν ἀπὸ τῆς ἐρήμου καὶ ἥψατο τῶν
τεσσάρων ἀεροσκαφῶν ὅπου ἐπέβαιναν τὰ τέκνα σου
καὶ κατεκρημνίσθη καὶ ἐτελεύθησαν πάντες. Σωθείς δε
μόνος ἐγώ, ἦλθα νὰ σ’ τὰ ἀναγγείλω.

Σηκώθηκα.
Πῶς πάει παρακάτω;
Νὰ διαρρήξω νὰ εὐλογήσω
Αὐτὸς γυμνὸς ἐκ κοιλίας
γυμνὸς ἐκεῖ
ἔδωκεν ἔδοξεν
τὸ ὄνομα

Ὦ Θεέ μου κάπου θά ‘χω γραμμένη τὴ συνέχεια


Ἡ Λένια Ζαφειροπούλου γεννήθηκε στὴν Ἀθήνα τὸ 1979. Εἶναι λυρικὴ τραγουδίστρια, ποιήτρια καὶ μεταφράστρια. Ἔχουν ἐκδοθεῖ τὰ ποιητικά της βιβλία:Paternoster Square. Μιὰ διαδρομὴ σὲ 53 στάσεις (2013) καὶ Σκληρὸ νὰ σκοντάφτεις σὲ πέτρες (2016). Περισσότερες πληροφορίες στὴν προσωπική της ἱστοσελίδα: www.leniasafiropoulou.gr