ΝΠ | Μελέτες

Μεταφραστική άγονη γη: Ο Τ. Σ. Έλιοτ του Χάρη Βλαβιανού

 

της ΕΙΡΗΝΗΣ ΛΟΥΛΑΚΑΚΗ-ΜΟΥΡ

. . . Από την Εισαγωγή στην Άγονη Γη αποκομίζει κανείς αμέσως την αίσθηση ότι ο Βλαβιανός βλέπει τη μετάφραση του The Waste Land όπως έβλεπαν οι Ρωμαίοι τη μετάφραση από τα ελληνικά: ως ευκαιρία να ανταγωνιστούν και να ξεπεράσουν το πρωτότυπο. Στην περίπτωση του Βλαβιανού το πρωτότυπο δεν είναι μόνο ο Έλιοτ αλλά και ο Σεφέρης. Mέσα από τη μετάφρασή του ο Βλαβιανός φαίνεται να αποσκοπεί α) να γκρεμίσει από το βάθρο της τη μετάφραση του Έλιοτ από τον Σεφέρη και να εκτοπίσει από τις λογοτεχνικές συζητήσεις τον τίτλο Η Έρημη Χώρα, και β) να υποβαθμίσει την πολυεπίπεδη ανάγνωση του έργου του Έλιοτ, παρουσιάζοντάς το με απλουστευτικούς όρους. . .

. . . Δυστυχώς, τα όσα διαπιστώνει ο Ηλίας Μαλεβίτης σε πρόσφατο άρθρο του για τις Σημειώσεις στη μετάφραση του Βλαβιανού, δηλαδή «έλλειψη κριτικού ελέγχου», «αβλεψίες και προχειρότητα», «αμέλεια ενιαίας εποπτικής φροντίδας» και «υπεροπτική υποτίμηση του αναγνώστη» ισχύουν και για την Εισαγωγή. Όπως ο Μαλεβίτης παρατηρεί στην κατακλείδα της μελέτης του: «…σχεδόν ολόκληρη, είναι μία συρραφή διαφόρων verbatim μεταφρασμένων αποσπασμάτων από το έργο του Ρέινυ» . . .

 

(περισσότερα…)

Ιωάννα Τσιβάκου, Προσεγγίζοντας τον Π. Κονδύλη μέσω της έννοιας της φιλίας

«…Μελετώντας τον Κονδύλη, συχνά διερωτώμουν μήπως η εκ μέρους του επιλογή ενός θεωρητικού υποδείγματος που οδηγούσε σε απαισιοδοξία για το μέλλον της ανθρώπινης κοινωνίας συνυφαινόταν στο βάθος με μια σκοπιμότητα για αλλαγή. Κι αυτό, διότι το αυστηρό θεωρητικό του μοντέλο, παρά τη συνοχή του, σε άφηνε να καταλάβεις πως εάν ένας από τους οντολογικούς του παράγοντες μεταβαλλόταν, τότε τα απορρέοντα από αυτό συμπεράσματα θα μπορούσαν να ανατραπούν. Πράγματι, δείχνοντάς μας ο Κονδύλης πού κατευθυνόμαστε, είναι σαν να μας προτρέπει να αλλάξουμε, έτσι ώστε το διαγραφόμενο μέλλον, άμα τη αφίξει του, να διαψεύσει τις προγνώσεις του…»

(περισσότερα…)

Άγονη Ερημιά: Ο Χάρης Βλαβιανός σχολιαστής του Έλιοτ

του ΗΛΙΑ ΜΑΛΕΒΙΤΗ

«… Ξεφυλλίζοντας τις Σημειώσεις της Άγονης γης υπέπεσαν στην αντίληψή μου παραλείψεις, καταφανή λάθη και αβλεψίες που με παρακίνησαν να στραφώ σε μιαν ενδελεχέστερη εξέταση του κειμένου. Έβαλα λοιπόν κάτω τα βιβλία και ξεκίνησα προσεκτικά την παράλληλη ανάγνωση. Η αρχική εντύπωση της εμφανούς ομοιότητας πολλών σημειώσεων του Χάρη Βλαβιανού με αυτές του Λώρενς Ρέινυ καθώς προχωρούσε η ανάγνωση γινόταν ακλόνητη βεβαιότητα για την αυτολεξεί αντιγραφή και πλήρη οικειοποίηση των σημειώσεων του Ρέινυ από τον Χ.Β., χωρίς ίχνος αναφοράς στον ίδιο τον Ρέινυ, πολλώ δε μάλλον κριτικού ελέγχου, έτσι ώστε να αντιγράφονται ακόμη και τα λάθη του Βρετανού πανεπιστημιακού

… Αν και το βαρύτερο σφάλμα, δεν είναι όμως το μόνο που χαρακτηρίζει τη σύνταξη των Σημειώσεων στην Άγονη γη. Παραλείψεις και περικοπές σημειώσεων του ίδιου του Έλιοτ, αβλεψίες και προχειρότητα, αμέλεια ενιαίας εποπτικής φροντίδας και της όλης τελικής επιμέλειας φανερώνουν μία επιπόλαιη βιασύνη και αδιαφορία για την τελική αρτιότητα του εκδοτικού αποτελέσματος. Αδιαφορία που παρουσιάζεται ως αλαζονική επίδειξη γνώσης, εμβριθούς έρευνας και πρωτοτυπίας, αδιαφορία δηλονότι και υπεροπτική υποτίμηση του αναγνώστη …»

~.~

(περισσότερα…)

Ευαγγελία Τολιοπούλου, Ιστορία και Ποίηση: ο «Υπερίων» του Φρήντριχ Χαίλντερλιν και οι πηγές του

 

της ΕΥΑΓΓΕΛΙΑΣ ΤΟΛΙΟΠΟΥΛΟΥ

Ο «Υπερίων ή ο Ερημίτης στην Ελλάδα», το «ποιητικό» μυθιστόρημα του Friedrich Hölderlin, εκδόθηκε σε δύο μέρη, το 1797 και το 1799.[1] Συντίθεται από μια σειρά επιστολών που ο Υπερίων, ο ομώνυμος κεντρικός ήρωάς του, απευθύνει στον φίλο του Μπελλαρμίν, και στις οποίες αφηγείται την πορεία της ζωής του, από την εποχή της γεμάτης ελπίδες νιότης του, όταν μυείται στην λαμπρή πνευματική παράδοση της πατρίδας του, της Ελλάδας, από τον δάσκαλο Αδάμα, την δυνατή φιλία του με τον Αλαβάνδα και το όραμά του ενός καλύτερου κόσμου, την εμπειρία του τέλειου έρωτα με την «ωραία ψυχή» της Διοτίμας, που του αποκαλύπτει την ουσιαστική κοινότητα όλων των πραγμάτων και το ιδανικό μιας ζωής σε απόλυτη μέθεξη με την «θεϊκή Φύση», μέχρι το τραγικό τέλος και την απώλεια των πάντων. Επειδή, ουσιαστικά, ο Υπερίων αποτελεί το χρονικό της πλήρους αποτυχίας μιας ζωής, μιας πορείας προς την διάψευση, την απώλεια, την μοναξιά. Ο ήρωας αφήνεται να παρασυρθεί στον δρόμο της δράσης, του αγώνα και της βίας για την δημιουργία αυτού του νέου κόσμου που ονειρεύτηκε, και στην πορεία αυτή τα χάνει όλα: τις ελπίδες του για μια ελεύθερη πατρίδα, την φιλία, τον έρωτα. Βρίσκει όμως τον εαυτό του. Μόνος, αφήνει τον τόπο του και ταξιδεύει, γνωρίζει τον καινούριο κόσμο της αστικής «προόδου» και τον απορρίπτει, για να επιστρέψει τελικά και να ζήσει ως ερημίτης, ως ποιητής, στην αγκαλιά της Φύσης. Γράφοντας από την προοπτική της ολοκληρωμένης πλέον πορείας των γεγονότων, ο επιστολογράφος-πρωταγωνιστής του μυθιστορήματος δεν περιορίζεται να περιγράψει τα στάδια αυτής της εξέλιξης προς το χρονικό σημείο του παρόντος και την σταδιακή «αποκρυστάλλωση», μέσω της εμπειρίας, του νέου, τωρινού εαυτού. Διηγούμενος αναδρομικά τα συμβάντα, στοχάζεται πάνω σ’ αυτά, και αναστοχαζόμενος το βιωμένο, το πραγματικό, το υπερβαίνει στο τέλος, για να υψωθεί σ’ ένα ανώτερο επίπεδο ύπαρξης, συνείδησης και ζωής, σ’ ένα Ιδεώδες. Όχι τυχαία θεωρείται ο Υπερίων το μυθιστόρημα του Γερμανικού Ιδεαλισμού. (περισσότερα…)

Ευάγγελος Ι. Τζάνος, Αυτοβιογραφικά στοιχεία στον «Εκτοπισμένο» του Γεράσιμου Βώκου

Στο τελευταίο τεύχος  του περιοδικού «Ο Καλλιτέχνης» (αρ. 31, Ιανουάριος 1914), ο Γεράσιμος Βώκος (Πάτρα 1868 – Παρίσι 1927) δήλωσε ότι εγκαταλείπει τη λογοτεχνία και ότι στο εξής πρόκειται ν’ αφοσιωθεί στη ζωγραφική και τη μουσική. Επιπροσθέτως, δίνοντας στη δήλωσή του ψυχολογικό αντίκρισμα, εξομολογήθηκε ότι στην πραγματικότητα η λογοτεχνία δεν τον ενδιέφερε ποτέ και ότι μονάχα η ζωγραφική και η μουσική τον ένοιαζαν ανέκαθεν παρ’ όλο που μέχρι τώρα δεν το είχε συνειδητοποιήσει. Για την απήχηση της δήλωσής του δεν υπάρχει καμιά πληροφορία, ωστόσο, όπως έγινε κατόπιν φανερό, ο ίδιος τη λησμόνησε ακυρώνοντάς τη. Έτσι, μολονότι η λογοτεχνική δραστηριότητά του μειώθηκε έκτοτε στο ελάχιστο, στο πλαίσιο της συνεργασίας του με την εφημερίδα «Πρόοδος», δημοσίευσε σε έξι συνέχειες (23-30 Μαρτίου 1917) το εν πολλοίς αυτοβιογραφικό διήγημα «Εκτοπισμένος», εκφράζοντας με αυτό την αγωνία του πνευματικού ανθρώπου για την τύχη της ανθρωπότητας μετά την έκρηξη του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου και προφητεύοντας ότι στην προσπάθεια να ικανοποιηθούν τα διεθνή οικονομικά συμφέροντα θ’ ακολουθήσει πρόσκαιρη ειρήνη κι ύστερα πάλι πόλεμος.

(περισσότερα…)

Καταγγελία λογοκλοπής: Απάντηση της Α. Ι. Καπελέρη και ανταπάντηση του Θ. Π. Μονάχου

Από την κ. Αντωνία Ι. Καπελέρη λάβαμε επιστολή με την οποία απαντά στην καταγγελία εις βάρος της του κ. Θεόδωρου Π. Μονάχου για εκτεταμένες λογοκλοπές στη διδακτορική της διατριβή. (Βλ. ανάρτηση της 1ης Οκτωβρίου 2020). Θέσαμε υπ’ όψιν του καταγγέλλοντος την απαντητική επιστολή και λάβαμε ανταπάντησή του. Ακολουθούν τα δύο κείμενα.

(περισσότερα…)

Κώστας Ανδρουλιδάκης, Λογοτεχνία και φιλοσοφία: Αποκλίσεις και συγκλίσεις – διάσταση και ομολογία

filpoet

 

Ποια είναι η σχέση λογοτεχνίας και φιλοσοφίας; Το θέμα είναι βέβαια  σύνθετο, και συναρτάται με τα ζητήματα: Τι είναι η λογοτεχνία, τι είναι η φιλοσοφία, ποιο είναι το έργο και ο σκοπός τους; Θα επιχειρήσω να θίξω τα θέματα με την ακόλουθη σειρά: Πρώτα, θα αναφέρω μερικές διαφορές τους, από τις οποίες μπορεί να φανεί (και ίσως, εν μέρει να εξηγηθεί) η αμοιβαία δυσπιστία τους∙ έπειτα, θα αναφέρω ένα κύριο κοινό σημείο τους, αλλά και μερικές συναφείς διαφορές∙ τέλος, θα αναφέρω ένα ακόμα συστατικό κοινό στοιχείο, στο οποίοι στηρίζεται η σύγκλιση και η «ομολογία» τους. (περισσότερα…)

Ιωάννα Τσιβάκου, Συναίσθημα και ορθολογικότητα. Η ελληνική εμπειρία (προδημοσίευση)

Εισαγωγικά

Ο «συναισθηματικός» Έλληνας, έναυσμα και σκοπός

Συχνά, διανοούμενοι και πολιτικοί, ως και άνθρωποι της τέχνης, χαρακτηρίζουν τον ελληνικό λαό «συναισθηματικό». Κρίνοντας από τα συμφραζόμενα, θα έλεγα, πως χρησιμοποιούν τον εν λόγω χαρακτηρισμό για να εξηγήσουν τον κατά τη γνώμη τους έντονο αυθορμητισμό που διακρίνει τους Έλληνες, την έλλειψη τάξης στις πράξεις και σκέψεις τους, όπως και το ευσυγκίνητο του χαρακτήρα τους. Παρόμοιες συμπεριφορές είτε αποδίδονται σε γεωγραφικά και γενετικά αίτια συνδεδεμένα με τη φυλή, είτε, πράγμα που ενδιαφέρει εν προκειμένω, σε μακρο-κοινωνικούς και πολιτισμικούς παράγοντες συνδεδεμένους με την οικογενειακή δομή και θρησκεία. Ακούγεται συχνά, πως το ελληνικό άτομο, αναθρεμμένο μέσα σε κλειστούς κοινωνικούς κύκλους, κυρίως της οικογένειας και μικρών κοινωνικών ομάδων –εντοπιότητας ή προσωπικών φιλικών σχέσεων–, αναπτύσσει ψυχισμό ρέποντα προς συναισθηματικές και όχι ορθολογικές κρίσεις και αποφάσεις για τη ζωή του όπως και για τα κοινά. Υπ’ αυτήν την οπτική, το συναίσθημα ερμηνεύεται ως η άλλη όψη όχι της αναισθησίας, αλλά του ορθολογισμού. Με τον τελευταίον όρο υπονοούνται συμπεριφορές και στάσεις ζωής εγκαθιδρυμένες κατά τους Νέους Χρόνους, όταν απέναντι στον μεσαιωνικό άνθρωπο του δυτικού κόσμου ορθώθηκε από την φιλοσοφικο-πολιτική σκέψη το εκλογικευμένο άτομο. Το υποκείμενο που πρόβαλε τότε στη σκηνή των δυτικών κοινωνιών, δεν έπαψε να είναι φορέας συναισθημάτων, όμως, όπως υποστηρίχθηκε από μεγάλο τμήμα του δυτικού στοχασμού, η κύρια συνιστώσα του θεωρήθηκε ο έλλογος νους, ο οποίος όφειλε να καλλιεργείται έτσι, ώστε ο μακρόπνοος σχεδιασμός του βίου του και, κατά ακολουθίαν, η δράση του να διακρίνονται από ορθολογικότητα. Συνεπώς, όταν γίνεται αναφορά στον συναισθηματισμό των Ελλήνων, η έννοια εκφέρεται υποτιμητικά, καθώς, υπόρρητα, συγκρίνεται με τον ορθολογισμό που κατά τη γνώμη τους εξακολουθεί να διέπει τα άτομα των δυτικών κοινωνιών, κυρίως όσων έχουν βιώσει την περίοδο της νεωτερικότητας.

ΕξώφυλλοΤσιβάκου.jpgΜεγάλο μέρος της ελληνικής πολιτικής, κοινωνιολογικής και ιστοριογραφικής σκέψης επιχείρησε να ερμηνεύσει τις παρατηρούμενες κατά τη γνώμη τους αντιφατικές ελληνικές συμπεριφορές επί τη βάσει του εκσυγχρονιστικού θεωρητικού προτύπου που αναδείχτηκε κατά τις δεκαετίες 1950-1960 και επανήλθε στο προσκήνιο κατά τις δεκαετίες 1990-2000. Με ρίζες στον Βέμπερ, το εν λόγω θεωρητικό σχήμα στηρίχθηκε κυρίως στο μοντέλο του Τάλκοτ Πάρσονς, ο οποίος ισχυρίστηκε πως οι κοινωνίες προχωρούν εξελικτικά από μια προνεωτερική σε μια νεωτερική, εκσυγχρονιστική φάση. Οι Έλληνες θεωρητικοί επέμειναν πως η ελληνική κοινωνία εξακολουθεί να κινείται με παλινδρομήσεις ανάμεσα σ’ ένα παραδοσιακό, προνεωτερικό πρότυπο, όπου κυριαρχεί η επιθυμία του προστατευτισμού και των συγγενικών σχέσεων, η ξενοφοβία και ανασφάλεια, οι συγκινήσεις και τα εθνικιστικά συναισθήματα, και σ’ ένα πρότυπο εκσυγχρονιστικό, νεωτερικό, εξωστρεφές, βασισμένο στις δημοκρατικές αρχές, τον ελεύθερο ανταγωνισμό, την ορθολογική λειτουργία του πολιτικού συστήματος κλπ.

Είναι αλήθεια πως ο δυϊσμός που παρατηρήθηκε από πολιτικούς διανοητές στις ελληνικές αντιλήψεις και συμπεριφορές αναφερόταν στην πολιτική κουλτούρα και όχι γενικά στο μοντέλο πολιτισμού της κοινωνίας, γι’ αυτό και η συζήτηση περιστράφηκε κυρίως γύρω από τον εκσυγχρονισμό των θεσμών. Η διάκριση μεταξύ πολιτικής σφαίρας και κοινωνίας ακολουθεί μια συστημική οπτική, παλαιότερα εγκαθιδρυμένη από τον Πάρσονς και μεταγενέστερα από τον Λούμαν, όπου η κοινωνική διαφοροποίηση είναι οριζόντιας μορφής, βασισμένη στην υποδιαίρεση των κοινωνικών λειτουργιών σε αυτόνομα, αυτοαναφερόμενα συστήματα. Δεν υπάρχει ωστόσο αμφιβολία πως οι υποστηρικτές του εκσυγχρονισμού της πολιτικής κουλτούρας γνωρίζουν πως η τελευταία δεν είναι δυνατόν να διαχωριστεί από τη γενικότερη κουλτούρα της κοινωνίας, όπως και από το μακροπρόθεσμο πολιτισμικό της πρότυπο, μιας και αναφέρεται σε ιδεώδη και αξίες, όπως και στις παραδόσεις και ιστορικές μνήμες ενός λαού. Αυτόν τον λόγο τον θεωρώ επαρκή προκειμένου να επεκτείνω την οπτική του πολιτικού εκσυγχρονισμού σε όλη την κοινωνία, και να θεωρήσω πως, στο βάθος, αφορά στο σύνολο των ελληνικών κοσμοαντιλήψεων. (περισσότερα…)