ΝΠ | Κριτική βιβλίου

Διάπλους μέσα στο φευγαλέο

απόστιχα σωπής

~.~

της ΘΕΩΝΗΣ ΚΟΤΙΝΗ ~. ~

Χάρης Ιωσήφ,
απόστιχα σιωπής,
Περισπωμένη, 2017

Τα απόστιχα σιωπής, η τρίτη συλλογή του Χάρη Ιωσήφ και η πρώτη που εγώ έχω υπόψη μου, είναι μια σπουδή του βλέμματος πάνω στα πράγματα που φέρουν στο σχήμα τους ή στις παραμορφώσεις τους αποσιωπημένο το κύλισμα του χρόνου.

Αυτό το βλέμμα επισκέπτεται συμβολικούς διαβατήριους χώρους (σταθμούς, κτίρια λιμανιών, μέσα μεταφοράς) ή μελετά το σώμα του τόπου και των αντικειμένων που κρατούν πάνω τους τα σημάδια της παρελθούσας κίνησης: χαράξεις επίπλων, θραύσεις φωτός, τομές κτιρίων, ροές σταγόνας, καμπυλώσεις φορεμένων ρούχων που γεμίζουν από ένα νόημα που είναι ο χρόνος και η σιωπή του, δηλαδή η ακινησία της μνήμης:

Οι οξειδώσεις
των παλιών σταθμών

Αναδεικνύουν τις χαράξεις
του Χρόνου

Οι επιφάνειες
στις έρημες αποβάθρες
Κοιμητήρια ονομάτων

Φέρουν τον αχό
μιας αόρατης ροής
Ενός αστείρευτου πλήθους

Αποχαιρετισμών

Αυτή την κίνηση του στοχασμού αποτυπώνει και η δομή του βιβλίου: είναι αρθρωμένο σε πέντε ενότητες πέντε έως δέκα ολιγόστιχων, συνήθως, ποιημάτων (τα «απόστιχα»), συνδεόμενες μεταξύ τους από ένα παρέμβλητο πολύστιχο ποίημα με τίτλο «Η σιωπή του χρόνου». Σε αυτό η περιδιάβαση του χώρου εκλύει στιγμιότυπα πιο προσωπικών βιωμάτων, ακίνητων μέσα στη μνήμη, να προσπαθούν να επικοινωνήσουν με τον «μετά» χρόνο, που είναι συνήθως ένας χρόνος άδειος.

Είναι μια οξύμωρη κίνηση που όλη η αργή, αισθαντική ροή της κατατείνει στην παύση, εμπεριέχει την ακινησία και αυτό νομίζω πως είναι η πεμπτουσία  και το – κερδισμένο– στοίχημα το βιβλίου: να συλλάβει αυτή την αδιανόητη φορά των ψυχικών συμβάντων μέσα στο χρόνο: «Η σταγόνα που γλείφει τον τοίχο / Έχει πάρει το σχήμα ενός στήθους / Που αναμένει μπροστά σου δίχως / αιδώ αιωρούμενο / Δέσμιο μόνο της / βαρύτατης / –Απόρροια πράξεων– Ποινής / Σε εντός σώματος πολυετή / Κάθειρξη».

Γι’ αυτό και οι αγαπημένοι χώροι είναι οι σιωπηλοί, ασύχναστοι χώροι, ακτές περασμένες Αυγούστων, το παλιό πατρικό, ο κήπος της ερειπωμένης εκκλησίας, το νυχτερινό κοιμητήριο στο φως των πρώτων αστερισμών, η ομίχλη του δάσους: «Χθες περπατήσαμε / […] Χωρέσαμε στη διάρκεια / του μετεωρισμού των σταγόνων / στις άκρες των πευκοβελόνων / Οι ανάσες μας / διατάραξη της κοινής ησυχίας / των πουλιών».

Ο χαμένος έρωτας και η διάσταση της νεότητας με την ωρίμανση είναι οι τόποι που φέρουν ισχυρότερα το αποτύπωμα του χρόνου στην συλλογή: «Σε φαντάζομαι μακρινή και απρόσιτη / […] Νεκρή φύση στην ανάπαυλα του Χρόνου / Όταν μετά τις νυχτερινές βροχές / Μετεωρίζονται των ψυχών / Τα νοτισμένα άνθη».

Τα παραπάνω συνθέτουν μια διακριτική ελεγεία και τον τόνο της ήρεμης και πικρής διαπίστωσης που θέλει να διατηρήσει τη νηφαλιότητά της. Γι’ αυτό και  επεξεργάζεται το αίσθημα μέσα από τα πράγματα κι όχι τόσο μέσα από τη συγκινησιακά φορτισμένη εξομολόγηση. Έτσι προέχει ένας λόγος ακριβής, λιτός που περιγράφει σε σαφήνεια τον τόπο, το αντικείμενο, την κίνηση χαρτογραφώντας με πιστότητα το σήμα τους.

Σε αυτή την ποιητική ατμόσφαιρα αποφεύγονται οι υψηλοί τόνοι και ο ποιητής επιλέγει το ρόλο ενός, κατά το δυνατόν, αμέτοχου σχολιαστή ή παρατηρητή, αφήνοντας την περιγραφή να υποβάλει τους υπαινιγμούς της. Αυτός ο ψύχραιμος διάπλους μέσα στο φευγαλέο που γίνεται μόνιμο, τραυματικά όμως ακίνητο, πιστεύω ότι αποτελεί την ιδιοσυστασία της γραφής του Χάρη Ιωσήφ και τη γοητεία της.

Σε εκτενέστερα, όμως, ποιήματα όπως «Η σιωπή του χρόνου ΙΙ», η ανάγκη για ακριβολογία εκτρέπεται σε αναλυτικότητα που χαλαρώνει την ένταση. Άλλοτε, κάποια αυξημένη λογιότητα λειτουργεί αντιποιητικά («Θα μπορούσαμε να διδαχτούμε από τα δέντρα […] / αλλά και από του ήλιου / Τη γενεσιουργό θωπεία τη θερμαίνουσα τα κύτταρα / των νεαρών φύλλων ενώ γνέθουν αχτίδες φωτός / με υπερχειλίσεις πρωινής πάχνης…». Επίσης, όταν ο ποιητής απομακρύνεται από το ρόλο του αποστασιοποιημένου σκηνογράφου και εμπλέκεται πιο προσωπικά, οι υψωμένοι τόνοι ηχούν κάποτε άστοχοι. Στη «Σιωπή του χρόνου IV»,  συνυπάρχoυν το όμορφο tableau vivant: «Μια χορωδία αγοριών κλείνει ένα θρησκευτικό μέλος / κρατώντας την απόσβεση μιας καταληκτικής συγχορδίας / με φωνές θύματα της επικείμενής τους ωρίμανσης» και η διδακτική κάπως αυτοκατάκριση: «Κι ας υποδιαιρούμε τον χρόνο/ Κι ας αναθρέφουμε λαίλαπες / Κι ας θυσιάζουμε τα τέκνα της Γης / Κι ας ιδιωτεύουμε αδιάντροπα».

Πέρα από τις επιμέρους ενστάσεις, θεωρώ ότι είναι ένα καλό βιβλίο με όλες τις δυσκολίες που πρέπει να υπερβεί η επιλογή να είναι ένα συνθετικό ποίημα, δηλ. ένας πειθαρχημένος στοχασμός πάνω σε ένα βασικό θεματικό άξονα που πρέπει να αρχιτεκτονήσει με ισορροπία τα επιμέρους επεισόδια του. Πάνω από όλα, θεωρώ ότι πρόκειται για μια γραφή που κατορθώνει να σε εισάγει στο μυστικό της, κρατώντας παράλληλα το αίνιγμα της, και να δημιουργήσει την διακριτότητα της φωνής της, της προσωπικής άρα και μοναδικής του κόσμου θέασης.

ΘΕΩΝΗ ΚΟΤΙΝΗ

 

Advertisements

Ανεμοκυνηγητό: μεταπλάθοντας ποιητικά την ματαιότητα

Εκκλησιαστής

~ . ~

του ΗΛΙΑ ΜΑΛΕΒΙΤΗ  ~ . ~

Ο Εκκλησιαστής, απόδοση & επίμετρο:
Θάνος Σαμαρτζής, Δώμα, 2017

Δεν ξέρει αγάπη ο άνθρωπος,
μα ούτε μίσος ξέρει.
Κι ό,τι κοιτάξει ο άνθρωπος
όλα τα βλέπει άδεια.

(καί γε ἀγάπην καί γε μῖσος οὐκ ἔστιν εἰδὼς ὁ ἄνθρωπος·
τὰ πάντα πρὸ προσώπου αὐτῶν, ματαιότης ἐν τοῖς πᾶσι.)

Από το 2011 ήθελα να γράψω για το βιβλίο αυτό που μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Δώμα. Ναι! εδώ και έξι χρόνια θέλω να εκφράσω τον ενθουσιασμό μου για τη μετάφραση του Εκκλησιαστή που έκαμε ο Θάνος Σαμαρτζής. Κι εξηγούμαι για τούτη την αντίφαση. Ήταν το 2011, προς τα τέλη της χρονιάς αν θυμάμαι καλά, που οι φίλοι στο βιβλιοπωλείο Ναυτίλος μου έδωσαν ένα μικρό καστανοκόκκινο βιβλίο με πολυτονικό: Ο Τελάλης Αθήνα 2011 — μονάχα αυτό και τίποτα άλλο· (ταυτόχρονα όμως μου ψιθύρισε εμπιστευτικά στο αυτί ο Γιώργος ότι αυτό το –άνευ ταυτότητος– έργο ήταν του Θάνου Σαμαρτζή). Ξεφύλλισα τις πρώτες σελίδες:

Λόγια τοῦ τελάλη, βασιλιὰ τῶν Ἑβραίων.

Τζάμπα, τζάμπα, εἶπε ὁ τελάλης,
τζάμπα ὅλα κι ἀνώφελα.
Ὁ κόπος σου, ἄνθρωπε, κάτω ἀπ᾽ τὸν ἥλιο,
τί σοῦ προσφέρει στὸ τέλος;
Περνᾶνε καὶ φεύγουν οἱ ἄνθρωποι,
ἡ γῆ στέκει πάντα ἀκίνητη.

Απλά, αδρά ελληνικά, σε μια ποιητική κατεβασιά, απέδιδαν τον Εκκλησιαστή με τρόπο ρωμαλέο, φρέσκο και λαγαρό. Ξαφνιάστηκα, με συνεπήρε και… χάρηκα, χάρηκα πολύ! Αμέσως μου έφερε στον νου τον Ιώβ και τους Ψαλμούς του Κώστα Φριλίγγου, μεταφερμένους στη γλώσσα μας από το εβραϊκό πρωτότυπο. Και στη συνέχεια, πράγματι, τούτο το έργο έγινε η αφορμή να συναντηθώ και με τα υπόλοιπα μεταφρασμένα σπαράγματα βιβλικών κειμένων από τον Φριλίγγο· αλλ’ ας μην προτρέχω. «Καιρὸς τῷ παντὶ πράγματι», καταπώς συμβουλεύει κι ο Εκκλησιαστής («κάθε πράμα κι η ώρα του», στην απόδοση του ΘΣ).

Με λαχτάρα έκτοτε περίμενα να δω αν ο ΘΣ θα ξαναβγάλει τον Τελάλη του, πολύ περισσότερο τώρα που ξεκίνησε να εκδίδει μεταφρασμένα ελληνικά φιλοσοφικά κείμενα στο Δώμα, που έστησαν μαζί με την Μαριλένα Καραμολέγκου. Και όντως! Το δεύτερο κιόλας βιβλίο τους είναι ο Εκκλησιαστής, χωρίς παρωνύμι αυτή τη φορά αλλά και μ’ όλα τα βιογραφικά του στοιχεία φανερά. Κι η συμπερίληψη του Εκκλησιαστή σε μια σειρά φιλόσοφου λόγου (‘Τα στοιχειώδη’ ονομάζουν τη σειρά υπενθυμίζω) είναι εύγλωττη κίνηση για τις προθέσεις του εκδότη-μεταφραστή θαρρώ, προθέσεις που μορφοποιούνται σε διαλογική πρό(σ)κληση στο επίμετρο, υπό μορφήν περιεκτικής ανάλυσης των λόγων του Εκκλησιαστή. Ένα ένα όμως. Είπαμε, «κάθε πράμα κι η ώρα του».

Κατ’ αρχάς, τολμώ να πω ξεκάθαρα ότι ο Εκκλησιαστής αποτελεί κατόρθωμα ποιητικής μεταφοράς στη νέα ελληνική λαλιά ενός έργου σημαδιακού, ξέχωρου και –κυριολεκτικά– μοναχικού στον βιβλικό (είτε ιουδαϊκό είτε χριστιανικό) κανόνα. Και μάλιστα πρόκειται για κατόρθωμα με τρισσή υπόσταση: αυτή η απόδοση του Εκκλησιαστή κατορθώνει να κάνει προσιτό ένα κείμενο βιβλικό, με τρόπο ποιητικά προκλητικό και γοητευτικό, δηλονότι λογοτεχνικό· κι επιπλέον, λογιάζω και για επίτευγμα του ΘΣ την προσπάθειά του να ενταχθεί σε μια συζήτηση σημερινή ο Εκκλησιαστής σαν κείμενο φιλοσοφικό. Θα προσπαθήσω σύντομα να εξηγήσω το γιατί.

~·~

Ο Εκκλησιαστής, καταπώς ομονοούν οι πλείστοι –αλλ’ όχι όλοι– μελετητές του, φαίνεται πως γράφτηκε κατά τα μέσα του τρίτου προχριστιανικού αιώνα, από έναν Εβραίο, στην Παλαιστίνη. Παρότι με διαβατήριο την υποτιθέμενη πατρότητα του σοφού Σολομώντα διευκολύνθηκε να διαβεί τις δογματικές στενωπούς και να εγκαταβιώσει έκτοτε τόσο εντός του εβραϊκού κανόνα της Τανάχ όσο και του χριστιανικού κανόνα της Βίβλου, γνωρίζουμε πλέον ότι αποτελεί έργο ανώνυμου συγγραφέα. Και ναι μεν πρόκειται μάλλον για Εβραίο, αλλά από τις γλωσσικές και γραμματικές μελέτες διαπιστώνεται πως έχει δεχθεί ισχυρές επιδράσεις στην ορολογία, την ορθογραφία και την γραμματική, από το αραμαϊκό και το χαναναιοφοινικικό γλωσσικό περιβάλλον, καθώς και λιγότερες από την ελληνιστική Κοινή. Η μετάφραση των Ο΄, την οποία και ακολουθεί ο ΘΣ «ακόμα και στα ελάχιστα σημεία που αποκλίνει από το εβραϊκό»,[1] παρουσιάζει ιδιαιτερότητες και ιδιομορφίες συντακτικές και γραμματικές που δυσχαιρένουν κάποτε την κατανόηση του κειμένου.

Σε ό,τι αφορά την επωνυμία του έργου, ας ειπωθεί ότι τον θηλυκό τύπο της μετοχής Κωχέλεθ μονάχα ο ανώνυμος μεταφραστής του Venetus Graecus τον πήρε τοις μετρητοίς και τον μετέφερε ως Εκκλησιάστρια (εν. Σοφία) στον κώδικα του 14ου αι., που ανήκε στη συλλογή του καρδινάλιου Βησσαρίωνα. (Αντιγράφω την αρχή, γούστου χάριν: «Λόγοι τῆς ἐκκλησιαστρίας τοῦ υἱέως δαυίδου τοῦ βασιλέως ἐν ἱερουσαλάμῃ. ματαιότης ματαιότητος, εἶπεν ἡ ἐκκλησιάστρια, ματαιότης ματαιοτήτων, τὰ πάντα ματαιότης»). Ίσως πάντως η λέξη να δήλωνε ένα αξίωμα εντός της κοινότητας, και «κατ’ αὐτονομασίαν» στη συνέχεια τον κάτοχό του είτε, το πιθανότερο, να χρησιμοποιήθηκε ως προσηγορικό και μετά ως προσωνυμία του συγγραφέα από τον κύκλο των μαθητών του (όπως λέμε ‘η μεγαλειότης’ κλπ.), όπως συνοψίζει ο Αθ. Χαστούπης.[2]

Εν πάση περιπτώσει, εκείνο για το οποίο παραμένει βιβλίο προκλητικό ο Εκκλησιαστής είναι οι ίδιες οι απαισιόδοξες ή σκεπτικιστικές απόψεις του καθώς κι ο ηδονισμός του. Στάσεις κι απόψεις που αποδίδονται συνήθως σε επιρροές αραμαϊκές, μεσοποταμιακές, βαβυλωνιακές, αιγυπτιακές, περσικές ή ελληνικές, με τους μεν να απορρίπτουν τις τάδε επιδράσεις προς σθεναρή υπεράσπιση των δείνα και τούμπαλιν. Παρότι η σχετική συζήτηση δεν έχει κοπάσει ακόμη και καλά κρατεί, φαίνεται πως ο ανώνυμος συγγραφέας καταφέρνει να αποσπά το ενδιαφέρον των μελετητών κρύβοντας καλά το μυστικό του, προσθέτοντας όμως στην κατηγορική κατάδειξη των μάταιων αναζητήσεων και την διακριτική του ειρωνεία, από το αρχαίο ‘κάποτε’:

Αυτό που κάποτε έγινε,
αυτό ξανασυμβαίνει·
αυτό που ήδη κάνανε,
αυτό θα ξαναγίνει.

Σε τούτο εδώ τον κόσμο
δεν έχει τίποτα καινούργιο.

Φώναξε κάποιος: “νά κάτι νέο!”·
αρχαίο και αυτό· και τούτο χτεσινό.
Τα πρώτα κανείς δε θυμάται,
ξανά θα ξεχαστεί και το αυριανό.

Ο Εκκλησιαστής ανήκει στα βιβλία με σοφιολογικό περιεχόμενο, και περιέχει κατηγορηματικές ή παραινετικές αποφάνσεις επί του ανθρωπίνου βίου, στηριγμένος στη βασική του ιδέα περί της ματαιότητας των πάντων:

Όλα για το τίποτα,
είπε ο εκκλησιαστής·
όλα είν’ ανώφελα,
όλα για το τίποτα

……………………

Κι όλα τα έργα πού ’γιναν
κάτω από τον ήλιο
τα κοίταξα και είδα:
όλα τους ανώφελα,
κυνήγι του ανέμου.

…………………….

Κι έμαθα μονάχα αυτό:
ανεμοκυνηγητό.

Η λέξη ‘χέβελ’ μάλιστα, που κατακλείει ως επωδός τις περισσότερες ρήσεις του, η γνωστή μας ‘ματαιότης’, συναντάται συχνότατα (συνολικά 33 φορές) μέσα στο 26735740_10215225855705123_353787040_oκείμενο και σημαίνει τον καπνό, τον ατμό, την ανάσα· «ἀτμὸς ἀτμίδων» μεταφράζει ο Ακύλας το πασίγνωστο «ματαιότης ματαιοτήτων» των Ο´, «κυνήγι του ανέμου» κι «ανεμοκυνηγητό» θα μεταμορφώσει ο ΘΣ ποιητικότατα την «προαίρεσι πνεύματος». Παρότι προϊόν της εβραϊκής σοφιολογίας, χαρακτηριστικό μορφικό της οποίας τυγχάνει η ποιητική γνωμική ρήση, ο Εκκλησιαστής δεν είναι διατυπωμένος από τους μασωρίτες γραμματικούς σύμφωνα με τα ποιητικά τονικά μέτρα. Τα ποιητικά γνωρίσματα όμως του είδους είναι διάσπαρτα σε όλο το κείμενο ώστε τόσο το εβραϊκό όσο και το ελληνικό των Ο΄ να τείνει σε ένα είδος ποιητικής πρόζας τις περισσότερες φορές. Κι εδώ αναδεικνύονται οι αρετές της ποιητικής απόδοσης του ΘΣ. Με γλώσσα απλή, λιτή κι ανεπιτήδευτη καταφέρνει να ισορροπεί μεταξύ ποιητικής ρυθμολογίας αφενός κι αποφθεγματικής λαϊκής αφήγησης ή θυμόσοφου παροιμιώδους λόγου αφετέρου.

Αγωνίζεται ο άνθρωπος,
την ψυχή του στυλώνει,
και κάθε μέρα του πόνος,
και κάθε αγώνας καημός,
και το βράδυ η ψυχή του ακόμα αγρυπνά,
για το τίποτα.

……………………

Γύρισα και κοίταξα
τ’ άδικα τούτης της ζωής.
Είδα το δάκρυ των αδικημένων,
απαρηγόρητο·
είχαν οι άδικοι γροθιά,
μα αυτοί δεν είχανε παρηγοριά.

……………………

Έκανε η αφροντισιά να γείρουν τα δοκάρια,
Και έκανε η τεμπελιά να στάζει το ταβάνι.

……………………

Άμα κοιτάς τον άνεμο,
ποτέ σου δε θα σπείρεις·
κι άμα κοιτάς τα σύννεφα,
ποτέ δε θα θερίσεις.

……………………

Καλύτερος αυτός που δε γεννήθηκε ποτέ·
τα μαύρα έργα της ζωής
γλίτωσε και δεν είδε.

……………………

Άμα το χρήμα αγαπάς,
ποτέ δε θα χορτάσεις·
κι ό,τι δημιουργήσεις,
δε θα το αγαπήσεις.
Ανώφελο κι αυτό.

……………………

Ήταν μια πόλη, ήταν μικρή,
λίγοι οι κάτοικοί της·
και ένας βασιλιάς τρανός
πολιορκία έστησε,
την κύκλωσε τριγύρω.

Και μες στην πόλη βρέθηκε
ένας μονάχος άνδρας·
φτωχός ο άνδρας και σοφός·
και έσωσε την πόλη
μ’ όλη του τη σοφία.

Μα άνθρωπος δε βρέθηκε
τον φτωχό να θυμηθεί

……………………

Τη μέρα του καλού, ζήσε το καλό·
Τη μέρα του καημού, άνοιξε τα μάτια.

……………………

Καλύτερα να πικραθείς παρά να γελάσεις·
όταν κακιώνει η όψη σου,
γλυκαίνει η καρδιά σου.

……………………

Καλύτερο να σε βρίσει ο σοφός
παρά να σε υμνήσει ο ανόητος.

Σαν τ’ αγκάθια που ψήνονται στη θράκα·
έτσι ακούγονται των άμυαλων τα γέλια.

……………………

Καλύτερο τα λόγια να τελειώνουν
παρά ν’ αρχίζουν.

…………………….

Το αντίποινο στον άνομο
αργεί και δεν το βλέπεις,
και η καρδιά σου γέμισε
λαχτάρα να πληγώσεις.

Και του ανθρώπου η καρδιά
γέμισε με κακία.
Σκέφτηκε τη ζωή του
και τού ’ρθε μαύρη τρέλα.
Και την καρδιά του έστρεψε
να βρει τους πεθαμένους.

Όχημα για τούτη την επίτευξη είναι ως επί το πλείστον ο ‘καθαγιασμένος’ δεκαπεντασύλλαβος κι η αφτιασίδωτη γλώσσα του που αγωνίζεται για απλότητα κι αμεσότητα. Επιπλέον, η διαμέσου της χρήσης των κατάλληλων αντιθετικών ρηματικών ή ονοματικών τύπων διατύπωση των διαζευκτικών αντιθέσεων, με τις οποίες και είναι διατυπωμένο το ίδιο το κείμενο των Ο΄. Έτσι κατορθώνει να παρακολουθεί τον βηματισμό του κειμένου αλλά και να κρατάει απαραμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Το αποτέλεσμα δεν είναι μόνο η ποιητική απόδοση αλλά η εκφορά ατόφιου και δραστικού ποιητικού λόγου:

Ξέρει αυτό ο ζωντανός:
μια μέρα θα πεθάνει.
Ο πεθαμένος τίποτα·
τίποτα δε γνωρίζει,
καμιά αμοιβή δεν έχει.
Τον πεθαμένο ξέχασαν.

Χάθηκε η αγάπη του,
χάθηκαν τα μίση του,
χάθηκε η ζήλια του.
Και στον αιώνα κι εσαεί,
πλέον δε θά ’χει μερτικό
σε τίποτα στον κόσμο.

……………………

Θα σε δαγκώσει το ερπετό
αν δεν του τραγουδήσεις
και τότε θα ‘ναι άχρηστα
όλα σου τα τραγούδια

……………………

Τι τού ’δωσαν οι μέρες του;
Θλίψη, κακία και οργή,
πίκρα, χολή κι αρρώστια.

……………………

Γυμνός βγήκε απ’ τη μάνα του,
γυμνός φεύγει και τώρα.

Εξαιτίας μιας τέτοιας συμπλοκής ανάμεσα στην ποιητική ρυθμολογία και την λαϊκότροπη θυμόσοφη αφήγηση, έχω την εντύπωση πως πίσω από –και 26754169_10215225868065432_753662694_nταυτόχρονα με– το κείμενο, μπορούμε κι αφουγκαζόμαστε μια φωνή προσωπική· την ίδια την εμπειρία του αφηγητή σαν δική του αφήγηση κι όχι σαν απόσταγμα της σοφίας του λαού του. Εν ολίγοις, η απόδοση του ΘΣ μας προσφέρει αυτό που ήδη κάνει ξεχωριστό τούτο το κείμενο μέσα στην Βίβλο, την πιο προσωπική του σφραγίδα: το ‘Εγώ’ του Εκκλησιαστή απέναντι στην αυθεντία της αξιοσέβαστης παράδοσης, την φωνή της προσωπικής του εμπειρίας. Κι ίσως ίσως διαβάζοντάς το λες πως ακούς σχεδόν το σημερινό παράπονο του διπλανού σου ανθρώπου· τον αναστεναγμό και την επίγνωση της ανθρώπινης ματαιότητας, καταστάλαγμα μιας πολύμοχθης καθημερινότητας κι ενός ακατάπαυστου ιδρωκοπήματος. Ιδού η επικαιρότητα της συνάντησης του Εβραίου Κωχέλεθ με το σημερινό, μεταχριστιανικό ‘εγώ’, που κατορθώνει η απόδοση του ΘΣ.

Κοίταξα τον κόσμο αυτό·
δεν έχει τίποτα να δώσει.

……………………

Την καρδιά μου έδωσα
σοφία ν’ αποκτήσω,
να μάθω όλους τους καημούς
σε τούτη εδώ τη γη.

……………………

Και τότε είπα μέσα μου:
“νικά η σοφία τη δύναμη·
μα τη σοφία του φτωχού
κανείς δεν τη μετράει,
τα λόγια του δεν ακούγονται”.

……………………

Στράφηκα τότε μέσα μου,
κι απ’ την καρδιά μου απόδιωξα
ό,τι με κόπο έφτιαξα
σε τούτη τη ζωή μου.

~·~

Εδώ νομίζω πως είναι ανάγκη να ξαναπιάσω τα όσα είπα στην αρχή, προκειμένου να κατανοήσουμε πληρέστερα τι κρύβεται πίσω από το σημαντικό επίτευγμα της δουλειάς του ΘΣ, πέραν του προσωπικού του τάλαντου. Το πρώτο: σκάλισμα, ξανακοίταγμα, χτένισμα των λέξεων ξανά και ξανά, εδώ και τόσα χρόνια. Το δεύτερο: πίσω από τη μετάφραση του ΘΣ (εκτός όλων των άλλων) βρίσκεται η μετάφραση του Κώστα Φριλίγγου, ή για να το πω με μεγαλύτερη ακρίβεια, όπως το καταλαβαίνω: ο ΘΣ πατάει στη μετάφραση του Φριλίγγου για να μαστορέψει τη δική του απόδοση του Εκκλησιαστή, έχοντάς την δημιουργικά αφομοιώσει. Η δουλειά του είναι λαμπρή απόδειξη της έμπνευσης που βρήκε από τη μετάφραση του Φριλίγγου από τη μια αλλά και της δημιουργικής του και πλήρους αυτονόμησης από την άλλη, καθώς η γλώσσα του Φριλίγγου είναι και κάπου κάπου δέσμια μιας δημοτικής περίτεχνα λαϊκής. Δείγμα μικρό, αλλά ενδεικτικό των όσων ισχυρίζομαι:

O´: «Πάντα ταῦτα ἐπείρασα ἐν τῇ σοφίᾳ·
εἶπα Σοφισθήσομαι,
καὶ αὐτὴ ἐμακρύνθη ἀπ᾿ ἐμοῦ μακρὰν ὑπὲρ ὃ ἦν,
καὶ βαθὺ βάθος, τίς εὑρήσει αὐτό;
ἐκύκλωσα ἐγώ, καὶ ἡ καρδία μου τοῦ γνῶναι
καὶ τοῦ κατασκέψασθαι καὶ τοῦ ζητῆσαι σοφίαν καὶ ψῆφον
καὶ τοῦ γνῶναι ἀσεβοῦς ἀφροσύνην
καὶ σκληρίαν καὶ περιφοράν».

Κ. Φριλίγγος: «Ὅλ᾽ αὐτὰ τὰ δοκίμασα μὲ σοφία.
Εἶπα, θὰ γίνω σοφός.
Κι᾽ ὅμως αὐτὴ ἔφυγε μακριὰ ᾽πὸ μένα.
Ὅ,τι εἶναι πολὺ μακριὰ κ᾽ ὑπερβολικὰ βαθιά,
ποιὸς μπορεῖ νὰ τὸ βρεῖ;
Ἐγὼ τὰ κλωθογύρισα ὅλα μέσα στὴν καρδιά μου γιὰ νὰ γνωρίσω, να βυθομετρήσω καὶ ν᾽ αναζητήσω σοφία καὶ τὸ λόγο στὸ κάθε τί καὶ νὰ νιώσω τὴν ἀσέβεια τῆς τρέλας καὶ τῆς ἀνοησίας τὴν ἀνεμυαλιά».

Τελάλης: «Μακάρισα τὴ σοφία.
Κι εἶπα: “θὰ γίνω σοφός”.
Μὰ ἡ σοφία, μοῦ γλύστρισε,
καὶ κρύφτηκε, σὲ βάθος ποὺ δὲ βλέπω.
Γύρους καὶ γύρους ἔκανα,
ψάχνοντας τὴ σοφία.
Καὶ γύρεψα νὰ βρῶ
τὴν τρέλα τοῦ ἀντάρτη».

ΘΣ: «Τη σοφία δοκίμασα,
είπα: “σοφός θα γίνω”.
Μα η σοφία κρύφτηκε,
σε βάθος που δε φτάνω.
Κύκλους και κύκλους έκανα,
εγώ και η καρδιά μου,
να δω, να καταλάβω,
τη σοφία του σοφού,
του ανόητου τη βία,
την τρέλα, τη βλακεία».

Το τρίτο – μα όχι κι ελάχιστο: το δηλωμένο φιλοσοφικό του ενδιαφέρον αλλά κι η μέριμνά του να ξαναφέρει στον δημόσιο διάλογο φιλοσοφικά κείμενα ‘ξεχασμένα’, με τρόπο και γλώσσα προσιτούς, προσπελάσιμους, αλλά κι eccles2ελκυστικούς για το αναγνωστικό κοινό. Γι’ αυτό εξάλλου κι η απόδοση του κειμένου συνοδεύεται από μικρό, ευσύνοπτο, αλλά περιεκτικό, και με όλα τα ουσιώδη, επίμετρο για κατατοπισμό και προβληματισμό του αναγνώστη. Με το δεύτερο τούτο βιβλίο, το στίγμα των εκδόσεων Δώμα καθίσταται πλέον καταφανές και διακριτό. Μετά δε τον Επίκτητο, η χειρονομία του ΘΣ, να εντάξει κι ένα κείμενο βιβλικό στον σύγχρονο φιλοσοφικό αναστοχασμό, ας ελπίσουμε ότι δεν θα προσπεραστεί με αδιαφορία και σιωπή ή ευμενή αλλ’ επιφανειακά σχόλια.

Κι ερχόμαστε στο πασίγνωστο εκείνο σημείο (3.1-8) που μιλάει για τον κατάλληλο καιρό και χρόνο για το κάθετι, σ᾽ αυτόν τον μάταιο κόσμο:

Κάθε πράμα κι η ώρα του.
Ώρα να γεννήσεις, ώρα να ψοφήσεις·
ώρα για να φτιάξεις, ώρα να χαλάσεις·
ώρα να φονέψεις, ώρα να γιατρέψεις·
ώρα να γκρεμίσεις, ώρα για να χτίσεις·
ώρα για να κλάψεις, ώρα να γελάσεις·
ώρα να θρηνήσεις, ώρα να γλεντήσεις·
ώρα να πληγώσεις, ώρα για να νιώσεις·
ώρα να κρατήσεις, ώρα να αφήσεις·
ώρα για να ψάξεις, ώρα για να χάσεις·
ώρα να φυλάξεις, ώρα να πετάξεις·
ώρα για να σκίσεις, ώρα για να ράψεις·
ώρα να μιλήσεις, ώρα να σωπάσεις·
​ώ​ρα ν’ αγαπήσεις, ώρα να μισήσεις·
ώρα να φιλιώσεις, ώρα να σκοτώσεις.

Η επιλογή που ίσως ξενίσει αρκετούς (όπως κι εμένα στην αρχή) είναι η επιλογή του ρήματος ‘ψοφήσεις’ αντί για ‘πεθάνεις’, ρήματος που ως επί το πλείστον χρησιμοποιείται για τα ζώα ή υποτιμητικά για τους ανθρώπους. Ο ΘΣ έχει εξηγήσει ήδη το σκεπτικό της συγκεκριμένης επιλογής του, στηριζόμενος αφενός στην κατάδειξη της κοινής μοίρας ανθρώπου και ζώου, όπως μεταφράζει παρακάτω κι ο ίδιος παραλλάσσοντας πάλι το ρήμα:

Η μοίρα του ζώου
κι η μοίρα του ανθρώπου
είναι η ίδια μοίρα.

Όπως πεθαίνει ο άνθρωπος,
ίδια ψοφά το ζώο·
ίδια πνοή σε όλα.

Και τι διαφέρει ο άνθρωπος;
Τίποτα, μα τίποτα·
ανώφελα είν’ όλα.

Αφετέρου δε, σε μετρικούς λόγους, καθώς εδώ, όπως παρατήρησε κι ο Κώστας Κουτσουρέλης, πλάθει με αυστηρότητα τροχαϊκούς δωδεκασύλλαβους, (με τομή μάλιστα ύστερα από την έκτη συλλαβή, πράγμα σύνηθες και στη λαϊκή ποίηση), αλλά και με ομοιοκαταληξίες/ομοιοτέλευτα.[3] [Να σημειώσω εδώ ότι ο δωδεκασύλλαβος στίχος είναι ο κατ’ εξοχήν στίχος της βυζαντινής ποίησης, σχεδόν από τις απαρχές της μέχρι και την καθιέρωση του δεκαπεντασύλλαβου]. Ομολογώ ότι κατόπιν όλων τούτων, ήρα την αρχική μου ένσταση. Πολλώ δε μάλλον, αφού επιβεβαίωσα και την μαρτυρημένη χρήση του, μετά από μια σύντομη ματιά στην παρουσία του εν λόγω ρήματος με τη σημασία του πεθαίνω. Παραθέτω και μια σύντομη καταγραφή της χρονολογικής του εμφάνισης, από όσα μπόρεσα να ψάξω:

​α. ​«ὑπ΄ ἀνδρῶν δὲ μὴ δυνηθὲν βασταχθῆναι ἐψόφησεν ἄρα καὶ ἡ γυνὴ ἐκείνη».
(Διαθήκη Σολομῶντος, 3ος αι.)

​β. ​«καὶ ηὔξατο ὁ Πέτρος καὶ κατηνέχθη ὁ Σίμων ὁ μάγος ἐκ τοῦ ἀέρος εἰς τὴν γῆν ἐπὶ τὴν πλατεῖαν καὶ ἐψόφησε».
(Ιωάννης Μαλάλας, 6ος αι.)

​γ.​«Ἡμεῖς δὲ κατὰ Σάββατον ἐτρώγαμεν ἔως τοῦ ψοφῆσαι ἡμᾶς».
(Διδασκαλία Ἰακώβου νεοβαπτίστου/Doctrina Jacobi nuper baptizati, 7ος αι.)

​δ. ​«ὅτι ἐψόφει ἄνθρωπος».
(Λεόντιος Νεαπόλεως, Βίος Συμεὼν διὰ Χριστὸν Σαλοῦ, 7ος αι.)

​ε. ​«ἐγὼ ψοφῶ ἀπὸ τοῦ λιμοῦ καὶ ἐκεῖνοι μὲ σπαστρεύουν».
«Τὸν Ὅμηρον μὲ δίδασιν κ᾽ ἐψόφουν ἐκ τὴν πείναν» (μια άλλη γραφή, σε άλλον στίχο).
(Πτωχοπροδρομικά, 12ος αι.)

​στ. ​Ενδιαφέρουσα χρήση του ρήματος με τη σημασία πια του ‘επιθυμώ σφοδρά’ (όπως και στο 8):
«Ἀλλὰ τοσούτην κάκωσιν διὰ λόγον ἐκακώθης
νὰ θανατώσῃς ἄνθρωπον ὅπου ψοφᾷ δι᾽ ἐσένα;»
(Ἀφήγησις Λίβιστρου καὶ Ροδάμνης, 13ος αι.)

​ζ.​«Ὁ πλούσιος ἂν ψυχομαχῇ, πολλοὶ τὸν παραστέκουν,
ὡσὰν κοράκοι κάθουνται τριγύρου τοῦ κραββάτου
καὶ κράζουσιν κι ἐγδέχονται τὸ πότε νὰ ψοφήση
…………………….
Καὶ ἀφοῦ ψοφήση ὁ ἄτυχος καὶ ἀφὸν ἐξεψυχήση,
κροῦν οἱ καμπάνες δυνατά, μαζώνουνται παπάδες
…………………….
ἀμὴ ὅλον διὰ τὸ πράγμαν του δείχνουσιν καὶ ἀγαποῦν τον
καὶ πεθυμοῦν τὸν ψόφον του, νὰ φᾶσι ἐκ τὰ καλά τους».
(Γραφαὶ καὶ στίχοι καὶ ἑρμηνεῖαι ἔτι καὶ ἀφηγήσεις κυροῦ Στέφανου τοῦ Σαχλίκη, Περί φίλων, 14ος αι.)

​η. ​(Δες και 6) «Νά ᾽ναι ποτὲ νὰ μ᾽ ἀγαπᾶς ἴσα κι ἐμπιστεμένα
ἐσὺ ποὺ δείχνεις καὶ ψοφᾶς καὶ λιγωρᾶς γιὰ μένα;»
(Ἱστορία καὶ ὄνειρο τοῦ εὐγενεστάτου ἄρχοντος κυρίου Μαρίνου Φαλιέρου, 15ος αι.)

​θ. ​«Μὲ τὸ δικό μου θάνατο λογιάζεις νὰ στολίσεις
αὐτόνο τὸ κεφάλι σου, κι ὅτιμως θὰ ψοφήσεις».
(Ζήνων, 17ος αι.).

Συμπληρώνω και την ιδιαίτερη χρήση του στον ακόλουθο στίχο του ίδιου έργου, όπου το λογοπαίγνιο μεταξύ βασιλέα ανθρώπινου και αρχηγού της κυψέλης παροιμιωδώς αλλά και με υπαινικτικότατη ειρωνεία εκφράζεται με την αυτή λέξη:

Σύρε ἐκεῖ ὀγλήγορα· σκορπᾶται τὸ μελίσσι,
ὄντας ὁ βασιλέας τους χαθεῖ ἢ θὰ ψοφήσει.

~·~

Μέχρι τώρα σε όλα τα παραθέματα που έχω σα θημωνιές στοιβάξει, δεν έβαλα κανένα στίχο που να μιλά για τον Θεό, «τον μόνο συμπρωταγωνιστή του Εκκλησιαστή σε τούτο το βιβλίο» (όπως σημειώνει ο ΘΣ). Όχι βέβαια γιατί απουσιάζουν από το κείμενο ή από τη μετάφραση… κάθε άλλο! Αλλά από πρόθεση 26754973_10215225858225186_1933898603_nνα φανερωθούν δυο πράγματα πολυσυζητημένα. Το πρώτο, σύμφωνα με τη ρήση ενός μελετητή –όπως μας τη μεταφέρει ο ΘΣ– πως ο Εκκλησιαστής είναι «η έσχατη γέφυρα που συνδέει τον σύγχρονο αγνωστικιστή με τη Βίβλο». Και το δεύτερο και κύριο, που βγάνει και στο πρώτο, ποιος είναι ο Θεός προς τον οποίο στρέφει τα λόγια, τη σκέψη και την ευλάβειά του ο συγγραφέας τούτου του ανόμοιαστου κειμένου της εβραϊκής Γραφής; Ποια η σχέση του με τον άνθρωπο; Έχει εξάλλου επισημανθεί από τους μελετητές του εβραϊκού πρωτότυπου ότι ο Θεός στον Εκκλησιαστή παρουσιάζεται μεν ως Θεός δημιουργός, όχι όμως ως Θεός καθοδηγητής του λαού του Ισραήλ, καλείται Ελωχείμ κι όχι Γιαχβέ.[4]

Γράφει στο Επίμετρο ο ΘΣ: «Ο θεός του Εκκλησιαστή μοιάζει να μην εκπληρώνει τη βασικότερη ίσως λειτουργία ενός θεού, λειτουργία ενδεχομένως πιο θεμελιώδη κι απ’ αυτήν του να δημιουργεί τον κόσμο: ο θεός του Εκκλησιαστή δεν εγγυάται την ηθική τάξη του κόσμου, τουλάχιστον όχι με κάποιο ανθρώπινο μέτρο» κι επίσης «ο φόβος του θεού στον Εκκλησιαστή δεν είναι παρά μια αυστηρή υπενθύμιση της περατότητας του ανθρώπου… Ο θεός στον Εκκλησιαστή λειτουργεί μπορεί να πούμε, ως το όριο του ανθρώπου». (Μια τέτοιου είδους αναφορά βέβαια δεν μπορεί να αγνοήσει κανείς πώς φέρνει κοντά τον σημερινό αγνωστικιστή με τον ανώνυμο Εβραίο).

Αν λοιπόν ο Θεός του Εκκλησιαστή δεν εγγυάται την δικαιοσύνη και την σωτηρία με βάση την αρετή κι αν από την άλλη ο θάνατος φαντάζει ως το οριστικό τέλος

(Τούτο είναι το κακό
σε τούτον δω τον κόσμο:
ίδια η μοίρα όλων…

Και είδα και αυτό:
σε τούτη τη ζωή
κουμάντο κάνει ο ασεβής,
το δίκιο τό ’χει ο ασεβής…
Γιατί στον δίκαιο έπεσε του ασεβή η μοίρα·
και έπεσε στους ασεβείς η μοίρα των δικαίων)

πού να θεμελιώσει το νόημα της δικής του παρουσίας στον κόσμο ο άνθρωπος; Τι δεν είναι ανώφελο; Τι απομένει από όλο αυτό το ανεμοκυνηγητό του αστραπιαίου ανθρώπινου βίου;​ ​Η χαρά του κόπου του απαντά ο ανώνυμος Εβραίος. «Η χαρά για την οποία μας μιλά ο Εκκλησιαστής, η χαρά στην οποία στρέφεται, είναι μέσα στον κόπο, μέσα στον αγώνα», όπως σημειώνει ο ΘΣ.

Κι είπα τότε μέσα μου:
γλυκιά η χαρά!
Πράγμα καλό στον κόσμο δεν υπάρχει,
πλην του να φας, να πιεις και να χαρείς·
αυτή σου η μόνη συντροφιά
τις μέρες του αγώνα σου,
τις μέρες που σου δόθηκαν
να ζεις κάτω απ ‘τον ήλιο…

Και φτιάξε τη ζωή σου
με το κορίτσι που αγαπάς,
την κάθε μέρα της ζωής,
της ανώφελης ζωής, που σου δόθηκε να ζεις
σε τούτον δω τον κόσμο.[5]

……………………

Να χαίρεσαι, μικρέ·
να χαίρεσαι τη νιότη σου,
να χαίρεται η καρδιά σου,
τώρα που είσαι νέος.

Κι όπως σωστά παρατηρεί ο ΘΣ: «δεν έχουμε να κάνουμε εδώ μ’ ένα απλό ηδονισμό. Ο Εκκλησιαστής θα γράψει: “καλύτερα στο σπίτι που πενθούν παρά στο σπίτι που μεθούν”· ή ακόμα αυστηρότερα: “καλύτερα να πικραθείς παρά να γελάσεις”. Η χαρά δεν γίνεται ένας σκοπός προς επιδίωξη… η χαρά για την οποία μας μιλά ο Εκκλησιαστής, η χαρά στην οποία στρέφεται, είναι μέσα στον κόπο, μέσα στον αγώνα.Είναι, θα λέγαμε, το χρώμα που έχει στα μάτια σου ο κόπος σου, όχι το αποτέλεσμα του κόπου αυτού».

Ίσως το βιβλίο της παροδικότητας και της αβοηθησίας του ανθρώπου από τη μια και της κυριαρχίας και της υπερβατικότητας του κρυπτόμενου Θεού από την άλλη (όπως το χαρακτήρισε ο Χαστούπης), μπορεί να μην κατάφερε να να μας πει «ποιος είναι ο “καλός αγώνας” και ποια η καλή ζωή» (ΘΣ). Έθεσε όμως τα θεμέλια για τη χαρά που ‘τώρα’ μπορεί να βρει στον αγώνα του ο άνθρωπος, έτσι όπως τη διατύπωσε και διερμήνευσε το κήρυγμα του Ιησού των Ευαγγελίων, εξαγιάζοντας τον μόχθο και τον αγώνα της ενθαδικότητας στην προοπτική των Εσχάτων. Κι αυτό ίσως ίσως να εξηγεί την αποφυγή της ανάγνωσης του κειμένου του Εκκλησιαστή στο εκκλησιαστικό τυπικό.

~·~

Ο Εκκλησιαστής ξεκινά με μια δυναμική εικόνα κίνησης, η οποία όπως εξηγεί ο ΘΣ στο Επίμετρο υπονομεύεται από την αντίληψη του συγγραφέα ότι όλα μένουνε ίδια. Μέσα σε αυτή την εκδιπλούμενη κοσμική εικόνα της διαρκούς κίνησης εντάσσεται κι ο ανθρώπινος μόχθος.

Δίνει κόπο ο άνθρωπος, κάτω από τον ήλιο,
μα ο κόπος του τι θα του δώσει;

Φεύγει μια γενιά,
έρχεται μι​α​ γενιά·
η γη στέκει πάντα ακίνητη.

Σηκώνεται ο ήλιος,
πέφτει ο ήλιος·
στον τόπο του γυρνά ο ήλιος·
σηκώνεται, τραβά προς νότο,
και γυρίζει προς βορρά.

Γυρνοβολά ο άνεμος,
κύκλους κάνει ο άνεμος,
πέρα τραβά ο άνεμος
και ξαναγυρνά.

Στο τέλος του κειμένου, ο συγγραφέας πάλι κλείνει με μια ποιητική εικόνα της φύσης, της οποίας η πορεία όμως σχετίζεται με τον κάθε εσένα, που θα φεύγεις για τον κόσμο της οριστικής ακινησίας. Οι αρχαίοι σχολιαστές του εβραϊκού ecclesiastes3κειμένου μάλιστα έχουν αντιστοιχήσει την κάθε αναφορά με ένα μέλος του σώματος που φθίνει κι εγκαταλείπει τον άνθρωπο σιγά σιγά, μέχρι να παραδώσει πάλι πίσω στον δημιουργό του την πνοή της ζωής που του χάρισε. Αυτοί οι αλληγορικοί συνειρμοί δεν δηλώνονται στο κείμενο των Ο΄, η μετάφραση της Βιβλικής Εταιρίας από την άλλη προκρίνει την καταδήλωση της παρουσίας τους αντί των λέξεων του κειμένου, ενώ ο Μπρατσιώτης προτιμά την ερμηνευτική τοποθέτησή τους εντός παρενθέσεων: «καὶ ἤργησαν αἱ ἀλήθουσαι, ὅτι ὠλιγώθησαν, καὶ σκοτάσουσιν αἱ βλέπουσαι ἐν ταῖς ὀπαῖς», «τα δόντια σου που αλέθανε θα λιγοστέψουν και θα θαμπώσουνε τα μάτια σου που έβλεπαν», «και σταματούν εκείνοι που αλέθουν (δηλ. οι οδόντες), διότι ωλιγόστευσαν και σκοτεινιάζουν αυταί που βλέπουν εις τα παράθυρα (δηλ. οι οφθαλμοί)» αντίστοιχα. Ο ΘΣ πατώντας στις λέξεις του κειμένου των Ο΄ δημιουργεί μια εικόνα της πορείας προς το τέλος, που ανακαλεί έντονα παρόμοιες σκηνές από το δημοτικό τραγούδι:

Αυτόν που σ’ έφτιαξε θυμήσου,
τώρα που είσαι νέος·
πριν τις μέρες τις κακές,
πριν τα χρόνια που θα πεις:
“άλλο να ζω δε θέλω”.

Δε θα υπάρχει έξω φως,
θα σκοτεινιάσει ο ήλιος,
μαύρος θα είναι ο ουρανός,
δε θα ’χει πια φεγγάρι,
και θα ’ναι πάντα σύννεφα
μετά από τη βροχή.

Θα κουρνιάσουν τα σκυλιά,
οι δυνατοί θα φοβηθούν.
Θα σταματήσει ο μύλος:
δε θά ’χει πια ν’ αλέσει.
Κι αυτές που πριν σε βλέπανε
απ’ το παράθυρό τους
δε θα μπορούν να δούνε.
Θα κλείσουνε οι πόρτες,
φωνή δε θα ’χει η μυλωνού.

Ένα σπουργίτι θ’ ακουστεί
κι οι πάντες θα ξυπνήσουν·
μα πλέον δε θ’ ακούγεται
τραγούδι απ’ τα κορίτσια·
θα σε κοιτούν από ψηλά,
να προχωράς, να φεύγεις·
θα σε κοιτούν με τρόμο.

Κι έξω θ’ ανθίζει η αμυγδαλιά,
η ακρίδα θα χοντραίνει,
και θα μυρίζει κάπαρη.
Φεύγεις· πηγαίνεις, άνθρωπε,
στο μόνιμό σου σπίτι.
Βγήκαν στο δρόμο οι κλαίουσες
εσένα για να κλάψουν.

Αυτόν που σ’ έφτιαξε θυμήσου·
πριν το λουλούδι μαραθεί,
πριν το σκοινί σου σπάσει,
πριν τσακιστεί η κανάτα σου,
πριν το νερό στερέψει.
Προτού το χώμα σου
στο χώμα επιστρέψει·
πριν να γυρίσει στον θεό
η ανάσα σου και φύγει,
πριν επιστρέψει στον θεό,
που σού ’δωσε ανάσα.

[Νομίζω πως ίσως ο στίχος με την κάπαρη μέσα στα συγκεκριμένα συμφραζόμενα θα έπρεπε να αλλάξει, αν όχι για τίποτα άλλο, μόνο και μόνο γιατί η κάπαρη δεν έχει τόσο δυνατή μυρωδιά όσο ξεχωριστό ανθό ή γιατί απλώνει σαν περικοκλάδα. Κάπως έτσι δηλαδή: “θα μπουμπουκιάζει η κάπαρη” ή “και η κάπαρη θ’ απλώνει”].

~·~

ecclesiastesΜετά από αλλεπάλληλες αναγνώσεις του κειμένου, αναθυμάμαι εδώ και τις συζητήσεις με τον συχωρεμένο Ηλία Λάγιο όταν σκεφτόταν να μεταφράσει τον Εκκλησιαστή και τις Παροιμίες. Είχαμε σκαλώσει σε δυο λέξεις σημαδιακές: η μία ήταν η παιδεία, η άλλη η επιστήμη. Κι ενώ πρωτύτερα δεν είχα κάτι να προτείνω, θα ’λεγα τώρα, εκ των υστέρων, πως ίσως να ήταν σκόπιμο εδώ κανείς να αφήσει τους Ο΄ και να στραφεί στο εβραϊκό. Εκεί δηλαδή όπου ο ΘΣ μεταφράζει:

Έδωσα στην ψυχή μου
γνώση για να γνωρίσει.
Κι όλος σοφία γέμισα,
γνώση και επιστήμη

ο τελευταίος στίχος ν’ αλλάξει κάπως έτσι: γνώση και εμπειρία.

~·~

Είπαμε μόλις πιο πάνω ότι στον μόχθο και στον αγώνα βρίσκει ο Εβραίος συγγραφέας πως δικαιώνεται η χαρά της ζωής. Τι θα καρπίσει άραγε από όλον τούτο τον μεταφραστικό κι ερμηνευτικό μόχθο;

Δίνει κόπο ο άνθρωπος,
μα ο κόπος του τι θα του δώσει;

ρωτάει εξάλλου από χρόνους αρχαίους ο Εκκλησιαστής. Ο ίδιος όμως ο μεταφραστής φαίνεται πως έβαλε στην άκρη τον όποιο σκεπτικισμό, και θαρρετά ακολούθησε στη στόχευσή του μιαν άλλη θυμόσοφη παραίνεση του άγνωστου εβραίου συγγραφέα:

Ρίξε σπόρο το πρωί,
το βράδυ ρίξε κι άλλο·
δεν ξέρεις ποιος θα πιάσει,
ο ένας ή ο άλλος·
μπορεί να πιάσουν και οι δυο.

~·~

Φτάνει προσώρας του ανέμου το κυνηγητό. Βαθειά ανάσα. «Ματαιότης ματαιοτήτων», «ἀτμὸς ἀτμίδων»· ξεφυλλίζοντας την Καινή Διαθήκη τώρα, αναρωτιέμαι: Πούθε άραγε ν’ ανακαλεί την ‘ατμίδα’ ο Ιάκωβος,ο αδελφόθεος, μιλώντας για το ολίγιστο της ανθρώπινης ζωής;

«ποία γὰρ ἡ ζωὴ ὑμῶν; ἀτμὶς γὰρ ἔσται ἡ πρὸς ὀλίγον φαινομένη, ἔπειτα δὲ καὶ ἀφανιζομένη».

ΗΛΙΑΣ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ

~ . ~

Σ Η Μ Ε Ι Ω Σ Ε Ι Σ 
[1] Ο Εκκλησιαστής, ό. π., σ. 89.
[2] Αθ. Χαστούπης, «Τὸ βιβλίον τοῦ Ἐκκλησιαστοῦ», Θεολογία, τ. 2 (1986), σ. 300-328.
[3] Θέλω να σταθώ εδώ και στην ενδιαφέρουσα επισήμανση του Κ. Κουτσουρέλη, όσον αφορά στη χασμωδία που δημιουργείται στο «να αφήσεις» και στη θεραπεία που προτείνει: «για ν’ αφήσεις».
[4] Πβ. Χαστούπης, ό. π., σ. 322.
[5] Δεν μπορώ να αποφύγω τον πειρασμό να σημειώσω εδώ και τους στίχους του ρομαντικού Δημ,. Παπαρρηγόπουλου από το ποίημά του «Ματαιότης ματαιοτήτων», όπου την άρση της ματαιότητας την βρίσκει μόνο στην απόλαυση των συγκεκριμένων ηδονών:
Όταν φίλημα προτείνη η πορφύρα των χειλέων,
κ’ εξογκούμενα τα στήθη ερωμένης αγαστής
προκαλώσι περιπτύξεις, όνειρον δεν είναι πλέον,
ματαιότης δεν θα είπη και ο Εκκλησιαστής.

Ποίηση παροξυσμική και εμπύρετη

Εσένα

~. ~

της ΕΙΡΗΝΗΣ ΓΙΑΝΝΑΚΗ~.~

Γιώργος Κ. Ψάλτης,
Εσένα, Ίκαρος 2017

O Ζαν-Λυκ Μαριόν στο γνωστό δοκίμιό του Το ερωτικό φαινόμενο, μία σειρά από φιλοσοφικούς στοχασμούς με θέμα τον έρωτα, επιχειρώντας να ορίσει τις συντεταγμένες του ερωτικού φαινομένου και να οριοθετήσει τον χώρο του, σημειώνει:

«Δεν είμαι πλέον ένα φυσικό σώμα τοποθετημένο μεταξύ άλλων φυσικών σωμάτων, που μπορεί να οριστεί με στοιχεία εντοπισμού (οριζόντια ή κάθετη συντεταγμένη, γεωγραφικό μήκος και πλάτος κ.λπ.)· […] Αντίθετα, χάρη στην ερωτική αναγωγή, αισθάνομαι πια τον εαυτό μου ως καθαρή σάρκα, πράγμα που σημαίνει ότι δεν τον αισθάνομαι χάρη στις αντιστάσεις αντικειμένων που μου ορίζουν έναν δεδομένο χώρο. Ως σάρκα, δεν αισθάνομαι παρά τον εαυτό μου, επομένως προσανατολίζομαι βάσει αυτού, χωρίς άλλο σημείο αναφοράς από την ίδια μου την σάρκα. Είναι η μόνη που αποφασίζει για την θέση μου, γιατί αυτή ορίζει το μοναδικό μου περιβάλλον – το ερωτικό» (μετάφραση Χρήστος Μαρσέλλος, Πόλις, 2008).

Με μοναδικό περιβάλλοντα χώρο τον ερωτικό και πέρα από συμβατικές συντεταγμένες, ο Γιώργος Κ. Ψάλτης στο τελευταίο ποιητικό βιβλίο του με τίτλο Εσένα από τις εκδόσεις Ίκαρος, επιχειρεί να θέσει ως απόλυτο σημείο αναφοράς τη σάρκα, μια σάρκα σαν «ορατή ψυχή», όπως έλεγε ο Κωστής Παπαγιώργης, και να εναποθέσει την ερωτική επιθυμία σε πλήρη απογύμνωση. Στο ωριμότερο σημείο της ποιητικής του διαδρομής, θα τολμούσαμε να πούμε πως επιτυγχάνει ένα μεγάλο άλμα, συγκριτικά με τις τρεις προηγούμενες συλλογές του. Σε μία φανταστική κλίμακα μεστότητας του ποιητικού λόγου, το Εσένα θα κατάφερνε να ανέλθει μονομιάς αρκετές βαθμίδες.

Η παράδοση των απόλυτα προσφυών τίτλων που σηματοδοτούν και την εξέλιξη στις ποιητικές αναζητήσεις του Ψάλτη συνεχίζεται κι εδώ. Η είσοδός του στην ποίηση δηλώθηκε ως επιστροφή στη χαμένη ενότητα με την Επιστροφή στην ενιαία χώρα και, στη συνέχεια, από το ευρηματικότατο Μη σκάψετε παρακαλώ εδώ είναι θαμμένος ένας σκύλος όπου ανέσκαπτε το βίωμα με την προσήλωση τυμβωρύχου, πέρασε στις αγίες και αμαρτωλές Παναγιές Ελένες, για να καταλήξει τώρα στο απόλυτα δηλωτικό για το περιεχόμενο, απρόσωπο αλλά και καθ’ όλα προσωπικό Εσένα. Μετά τις περιώνυμες γυναικείες μορφές, αυτό το δεύτερο ενικό της αιτιατικής και το ενεργητικό μεταβατικό ρήμα που υπονοείται, δεν μας αφήνει καμία αμφιβολία για την ερωτική απεύθυνση.

Το Εσένα δεν είναι μία τύποις ποιητική συλλογή, καθώς δεν απαρτίζεται από μεμονωμένα ποιήματα. Μπορεί να αναγνωστεί και σαν ένα αφηγηματικό δράμα ή θεατρικός μονόλογος, γι’ αυτό και το αδικεί αρκετά η αποσπασματική ανάγνωση. Η δράση εκτυλίσσεται από τον Απρίλιο μέχρι τον Οκτώβριο. Το σκηνικό είναι ένα σπίτι κοντά στη θάλασσα με θέα σε έναν κόλπο. Η πρώτη πράξη ξεκινά με ένα ερωτικό ζευγάρι στο μπαλκόνι με θέα τον κόλπο τη νύχτα, ο άντρας γράφει, κάνουν έρωτα, ύστερα εκείνη τον εγκαταλείπει.

Η ερωτική απουσία θα σταθεί μία άκρως οδυνηρή εμπειρία για τον άντρα: «Πονάω και γράφω». Η ερωτική ηδονή έχει γίνει πλέον οδύνη που σωματοποιείται: «το θέλω το σώμα της / γίνεται πόνος μου». Με μία σπασμωδική αποσπασματική γραφή, ο ποιητής αρχίζει τότε να περιηγείται τους τόπους της ηδονής, τη μόνη γεωγραφία που λέει ο Μαριόν, εκείνη του ερωτικού σώματος, τη μόνη πατρίδα που επίκειται από στιγμή σε στιγμή να γίνει εξορία: «ήταν το σπίτι μου / ήταν το σώμα μου». «Νοσταλγώ το σώμα σου / όμως πώς να γυρίσω;» Η ενότητα του κόσμου όλου και η αλήθεια βρίσκεται σε αυτό το σώμα:

το όλο στο σάλιο της
ο κόσμος η γλώσσα της
οι αισθήσεις τα χέρια της
ο ουρανός το δέρμα της
η αλήθεια μου όλη.

Ο πόνος, παράλληλα, ξυπνάει μνήμες από το παρελθόν και γίνεται η αφορμή για να ξεκινήσει μία περιδιάβαση σε μία πανσπερμία από κατακερματισμένες εικόνες και αισθήματα του ποιητή από την παιδική ηλικία, την εφηβεία, την ενηλικίωση, από παλιότερους έρωτες και την οικογένεια: Οι πρώτες φιλίες, η σεξουαλική αφύπνιση, τα στερεότυπα του φύλου, τα οικογενειακά τραύματα κι οι ενοχές, το προπατορικό αμάρτημα, οι γονεϊκές φιγούρες κάτω από τον ψυχαναλυτικό φακό, η προδοσία, η απιστία, η βία της σύγκρουσης με την πραγματικότητα, το ατελέσφορο του έρωτα.

O Ψάλτης εύστοχα τοποθετεί το κάδρο του σε ένα σταθερό σημείο, σε ένα μόνιμο παρατηρητήριο από όπου κατοπτεύει τον βίο του, το μπαλκόνι με θέα τη θάλασσα από όπου παρατηρεί τα καΐκια των ψαράδων που αενάως μπαίνουν στον κόλπο, σε μια προσομοίωση της ερωτικής διείσδυσης. Έχει επιλέξει να μείνει αμετακίνητος ο ίδιος για να δει να παρελαύνουν από μπροστά του οι γυναίκες της ζωής του, γυναίκες σε όλες τις ηλικίες, άλλοτε σαν βαρύθυμος χορός αρχαίας τραγωδίας άλλοτε σαν γκροτέσκο φελινικό όραμα, που όμως όλες καταλήγουν να είναι η μία: «Σ’ αυτήν έσβησα κάθε άλλη γυναίκα / είναι η μία».

Ο Έρωτας είναι η μόνη σταθερή αναφορά σε έναν κόσμο που καταρρέει, λέει ο ποιητής, γιατί ακριβώς λόγω της θνησιγενούς φύσης του, διατηρεί μία λάμψη αιωνιότητας. Η ηδονή καταυγάζει τα πράγματα και νοηματοδοτεί το μηδέν: «Στιγμή πρώην ανύπαρκτη / λάμψη που πάντα θα έχω», «η αγκαλιά της ένα θάμβος / γίνεται εσαεί η επιθυμία», «εκτάκτως αεί παρών / ο Έρως»,

με κοιτάζει τη βλέπω
τα μάτια μας ένα
στιγμή που θα μένει
στη σκιά ενός φοίνικα
διαλέγουμε πάθος.

Κι εδώ ακριβώς εντοπίζουμε το πυρηνικό σημείο του Εσένα: «Διαλέγουμε πάθος», ως οχύρωμα –αλίμονο, πρόσκαιρο– απέναντι στον θάνατο που επελαύνει. Σε μία χρονική συνθήκη που τρέχει ερήμην: «Γάτες κοιμούνται / μυρμήγκια δουλεύουν / σταφύλια στο μπολ / θα φάω ή θα σαπίσουν», με μία τέχνη, θεωρία ή ιδεολογία που δεν αρκεί: «Αλλιώς / προηγείται η Ζωή γιατί / ποιος λέει αυτά που ακριβώς εννοεί;», ο ποιητής στέκει ακίνητος και δοξολογεί την ηδονή:

Χρόνια περνάνε αλλάζουν καιροί
φιλίες που είχε ισχύουν
αγάπες που βρήκε πεθαίνουν
Ο έρωτας για πάντα ζει.

Η καύλα είναι αιώνια: «Το δέρμα λάμπει / μετά γερνάει / έχει ρυτίδες / η καύλα ίδια / ισιώνει στα χρόνια / η ποιότητά της», καθώς δεν έχει να ανταποκριθεί σε μεγάλες προσδοκίες, όπως η αγάπη: «Πάνω από όλα μετρά / η διάρκεια στην αγάπη. Μία είναι η προέλευση της ζωής / πιπἰ αιδοίο μουνί».

Η σεξουαλική πλήρωση έχει κάτι από ένωση με το θείο, μέθεξη: «Χύνει χύνει χύνω κι εγώ / τελειώνει ο θεός στην ηδονή / δυο αφές δυο σώματα / μαζί ενώνονται στο ένα» αλλά και γαλήνη: «γδυθήκαμε βιαστικά, ξάπλωσα πάνω της, μ’ έπιασε και μ’ έβαλε μέσα της, ο κόσμος ησύχασε».

Οι βιβλικές αναφορές, κυρίως από τη Γένεση, είναι πολλές: το χαϊδευτικό «αγγέλι», «Θεός μετά άνθρωπος / η φύση παρούσα / φως απ’ το τίποτα», «Γένεσις κόσμου η δεύτερη», «ζει ο Ων κι είμαστε ένα», «άσπρη νεφέλη πριν ήταν σκοτάδι». Το Εσένα μετέρχεται τον μύθο των πρωτοπλάστων για να ξεδιπλώσει μία σαφή αλληγορία: Ο παράδεισος είναι ο ειδυλλιακός άχρονος τόπος της ερωτικής επιθυμίας, το φίδι είναι η αναπόδραστη φθορά και το τέλος και η εκδίωξη από τον παράδεισο η οριστική διακοπή της ηδονής:

Για μια στιγμή άρχουμε στη ζωή μας.
Όλες οι πριν κι οι μετά μια θολούρα.
Χωρίς σημασία.
Στιγμές που γίνονται φίδια
κι έρχονται με τους καρπούς από τα δέντρα.

Αλλά εκτός από την αναπόφευκτη φθορά που λήγει το πάθος, υπάρχουν και άλλοι πιο χθόνιοι εχθροί: «Τι αντιφάσεις / τι η πίστη στους Νόμους / τι η προδοσία της μη νεότητας./ Τι αμπαλάρισμα στο πάθος». Οι κοινωνικές συμβάσεις καραδοκούν να συσκευάσουν το πάθος σε επωφελή και εξορθολογισμένα «κουτάκια», να το προστατεύσουν από εξωτερικούς εχθρούς και να το παραδώσουν σύμφωνα με τους νόμους των ανθρώπων μεν, αντίθετο με την ένθεη φύση του δε.

Η φαινομενικά ακατέργαστη μορφή του βιβλίου είναι απόλυτα συνακόλουθη με το περιεχόμενο. Ο φρενήρης παραληρηματικός ρυθμός του που άλλοτε πεζολογεί και άλλοτε καταφεύγει σε υποτυπώδεις ομοιοκαταληξίες, συντελεί στην ιδέα ενός ιλιγγιώδους εξομολογητικού κρεσέντο. Οι μονότονες επαναλήψεις κρίνονται, επίσης, απόλυτα λειτουργικές. Τα ψαράδικα εισέρχονται ακατάπαυστα στον κόλπο, μέχρι τη στιγμή που η λέξη «άπαξ» στον τελευταίο στίχο θα σφυρίξει τη λήξη αυτής της μονότονης αλληλουχίας, μίας αδιάλειπτης ροής από ανούσιες επαναληπτικές κινήσεις, σκοτάδια που διακόπτει μόνο η ερωτική φωταψία.

Μία καλύτερη οικονομία, ωστόσο, πιθανολογούμε πως θα ήταν προς όφελος του συνόλου, κυρίως μία σύμπτυξη στα περιφερειακά βιωματικά αποσπάσματα που περικυκλώνουν το κεντρικό ερωτικό μοτίβο, δίχως από την άλλη αυτό να αντιβαίνει εις βάρος της χαοτικής αίσθησης που εντέχνως δίνεται σε όλο το βιβλίο.

Το εγχείρημα του Ψάλτη για μία τέτοια απροσχημάτιστη ερωτική ποίηση, δεν θα μπορούσε παρά να επιτευχθεί με μία γλώσσα που έχει αποτινάξει εξευγενισμούς και ωραιοποιήσεις, μία γλώσσα εκτυφλωτικά άμεση, που λέει τα πράγματα με το όνομά τους αλλά και δίχως ίχνος εκχυδαϊσμού ή εκζήτησης, πετυχαίνοντας έτσι δύο στόχους: από τη μια να συναντήσει την απογύμνωση που ευαγγελίζεται όλο το βιβλίο και από την άλλη να μας αποκαλύψει, μέσα από αυτό το προστατευτικό PSALTIS20Cπερίβλημα που έχει χτίσει γύρω της, μία vulgarité, θα λέγαμε, τρυφερή, μία σχεδόν αβρή «αισχρολογία».

Μία ερωτική ποίηση τόσο άμεση και γήινη, τόσο παροξυσμική και εμπύρετη, τόσο πειστική για τις προθέσεις της, δεν μπορεί παρά να κεντρίζει και να οχλεί σε σημείο αφόρητο, θα τολμούσαμε να πούμε, τον αναγνώστη· αφόρητο γιατί την συνέχει, από την αρχή μέχρι το τέλος, μία βαθιά αντίστιξη: η εγγενής ενοχή της γραφής έναντι της ζωής. Ωστόσο, ακριβώς αυτή η οδυνηρή διαπίστωση για το φράγμα που εξ ορισμού την περιορίζει, το λόγο που αδυνατεί να γίνει πράξη, είναι που δικαιώνει και μια τέτοια ποίηση.

Αν η Ιστορία γράφεται από τους νικητές, το Εσένα διακηρύσσει απερίφραστα πως μία ερωτική ιστορία την γράφουν οι ηττημένοι, μόνο που στο τέλος, με το πέρας της κλινοπάλης, όλοι είμαστε ηττημένοι· τα πάθη αμβλύνονται, η άναρχη τάξη διοχετεύεται σε ευθείες, οι ερωτικές συντεταγμένες δίνουν τη θέση τους στις συμβατικές, κυριαρχεί το φυσικό περιβάλλον έναντι του ερωτικού:

Στραβώνει το χάος στις ευθείες
ο έρωτας μένει γλυκός
ο πόθος πολεμιέται
κυριαρχεί ο δρόμος καθενός.

ΕΙΡΗΝΗ ΓΙΑΝΝΑΚΗ

 

Τα ακροβατικά οξύμωρα του νοήματος

ΣΠΕΡΜΟΛΟΓΟΣ

~.~

της ΘΕΩΝΗΣ ΚΟΤΙΝΗ ~. ~

Α. Κ. Χριστοδούλου,
Σπερμολόγος ή Έκτροπα ενός λαθρόβιου,
Gutenberg-«Συρτις», 2016

Ο τίτλος της συλλογής δηλώνει ευκρινώς ποια ποιητική ταυτότητα ενδύεται  ο συγγραφέας σε αυτή του την εργασία: σπερμολόγος είναι ο «ευτελής και ευκαταφρόνητος» άνθρωπος, ο «ἀπὸ τῶν ἀλλοτρίων ἀποζῶν» που κυκλοφορεί μολύνοντας το ευυπόληπτο νόημα με τις «κενές πιθανολογίες» και τα «ξένα δαιμόνια», μια ενοχλητική καλιακούδα  που τρέφεται με τους πεσμένους σπόρους των φορτίων της αγοράς, ένας «εὐρυλόγος», ένας «ἀκριτόμυθος», διαβάζουμε στο επεξηγηματικό γλωσσάρι που προηγείται των ποιημάτων. Τουτέστιν, ένας λαθρόβιος που υποδυόμενος αυτόν τον ανυπόληπτο ρόλο του κυνικού φιλοσόφου –ποιητή υπονομεύει με παιγνιώδη και συχνά περιπαικτικό τρόπο αυτήν ακριβώς την βεβαιότητα των ανθρώπινων ρόλων στην αιχμή των καθημερινών παραλογισμών.

Στο βασικό ερώτημα της ύπαρξης ποιος είμαι εγώ σε σχέση με τον άλλο και τον κόσμο, η βασική απάντηση είναι: είμαι εγώ και ο άλλος, ο σωσίας του εαυτού και του άλλου και στο αντίκρισμά μου με τον διπλανό είναι δύσκολο να διακρίνω το θύτη από το θύμα:

Ο ΛΗΣΤΗΣ

μόλις βύθισε την απειλή
στα απορημένα μάτια μου
ούρλιαξε: «Βο ή..ή θεια
το ανθρωπάκι με ληστεύει»
κι ετράπη σε φυγή

και από κοντά σπασμένη
η φο βισμέν η φω νή του

Στο ερώτημα αν αληθεύει αυτό ή το άλλο,  απαντά: αληθεύει και αυτό και το άλλο, η διαφορά είναι ομοιότητα, το φως της μέρας είναι κι αυτό σκοτάδι, ο θεός είναι ο λογοκλόπος του λόγου μου που είναι δικός του βέβαια λόγος, οι αλήθειες των δύο συνθέτουν ένα ψέμα, αυτό που με χωρίζει από τα πράγματα είναι αυτό που με ενώνει μαζί τους, η διάψευση των ασύμπτωτων σχέσεων καταδεικνύει ακριβώς την βαθιά τους σύμπτωση:

«ΑΣΥΜΠΟΝΕΥΤΟΣ

είναι ο κύριος
που με βλέπει
να τον κοιτάω
όλος συμπόνια»

είπε κι αυτός
αποσύρθηκε
στα δύο τους ψέματα

Πάμπολλα είναι τα παραδείγματα αυτής της υποστασιακής αντίφασης. Αντιγράφω μερικά: «ομόηχοι και πλεοναστικοί» οι φθόγγοι της εσωτερικής χασμωδίας δεν αναιρούν το ταυτοτικό «ένα κάτι αδιάσπαστο / σαν μονωδία» που ακούγεται μέσα μας («Χασμωδία»)﮲ «μετακινούμενο πάντα και αμετακίνητο αιωνίως» σημείο η ψυχική μας έδρα («Ματαιότητα»)﮲ η επιστήμη που τρέχει να συλλάβει «τον Πανταχού Παρόντα Θεό / στο τέρμα της Απουσίας Του» («Τεχνογνωσία»)﮲ το παράπονο του ερωτευμένου: «Λιώνω αγγίζοντας το κορμί σου» που βρίσκει την απάντηση εκείνης: «Διπλή που εκτίεις λοιπόν η ποινή μου».

Γι’ αυτό και σε πολλά κείμενα της συλλογής βλέπουμε τον «καθημερινό άνθρωπο» (ο αναγνώστης, ο ξεναγός, ο ιερέας, ο σύζυγος, ένας άπιστος,  ο ταμίας, ο νυχτοφύλακας) να έρχεται αντιμέτωπος με μια τετριμμένη πράξη που γίνεται απροσδόκητα επικίνδυνη, φαινομενικά παράλογη, αλλά βαθιά δηλωτική της επίβουλης φύσης των ρόλων που αυτόματα αντιστρέφονται ή επικαλύπτονται.

Από αυτή τη θεώρηση προκύπτει το παιγνιώδες ύφος, τα ακροβατικά οξύμωρα, οι ειρωνικές ταυτολογίες, οι λεκτικές εξισώσεις που αναδεικνύουν τη διπλή και αμοιβαία ακυρωμένη φύση των πραγμάτων, την επισφάλεια της γνώσης: το άλλο που είναι ίδιο, το δικό μου που είναι δικό σου κ.ο.κ.  Αλλά το εξαγόμενο αυτής της εξίσωσης είναι η αμοιβαία ήττα, γιατί η παραδοχή της σύμπτωσης γίνεται κατά μόνας, ενώ στη διαδικασία του σχετίζεσθαι κυριαρχεί η αδιαφάνεια της διαφοράς. Αυτό που εντέλει ζητείται είναι το αρχικό ομοούσιο, πιστοποιημένο, όμως, μόνο αρνητικά, στη χασούρα των σχέσεων, της αναζήτησης του θεού, του διχασμένου εαυτού, της ποιητικής δημιουργίας.

Το ειρωνικό αμόνι σφυρηλατείται περισσότερο προκλητικά στις παράπλευρες θεματικές του βιβλίου: στα ποιήματα ποιητικής (όπου ή γραφή ισούται με μια ατελέσφορη αντιγραφή, εξίσου όμως σώζουσα), στα ποιήματα που διαλέγονται με την φενακισμένη ιστορία, την άψυχη παντοκρατορία της επιστήμης, την εκχρηματισμένη λογική της ζωής.

Το ζιζάνιο του σπερμολόγου δεν επιτρέπει, βέβαια, δραματικές απολήξεις, αλλά φροντίζει να απαλείψει κάθε λυρική υπόνοια:

Η ΣΦΑΙΡΑ

Αν μιλήσεις
εξοστρακισμένη πάνω μου
η σφαίρα σου κατάστηθα
θα σε χτυπήσει

Η συνέπεια είναι γνωστή –
κανείς από τους δυο μας
δε θα πεθάνει

Αυτές οι ειρωνικές ασυνέχειες του νοήματος δηλώνονται και υποστασιοποιούνται  ενίοτε και οπτικά με την ανάλογη διευθέτηση των στίχων και την τομή των λέξεων.

Συχνά, βέβαια, γίνεται κατάχρηση αυτού του σαρδόνιου χιούμορ που εκπίπτει σε αβαθή λογοπαίγνια ή σε καλαμπούρι (π.χ. το ποίημα «Τρέλας Τρέλα»), ενίοτε καρουζικού ηχοχρώματος. Και η αρχική του σύσταση: «Να μπουσουλάς […] με τη γλώσσα / έξω ν’ αλληθωρίζει / προς τ’ άγαρμπα κοψίδια / κάθε στίχου σφαγμένου/ κρεμασμένα απ’ τα τσιγκέλια / της ακυριολεξίας» δεν αποδεικνύεται πάντα συνετή συμβουλή, καθώς, με αυτή τη λεκτική γυμναστική και τη συχνή «σφαγή» των στίχων, το νόημα δυστροπεί ή εξωθείται σε μια εύκολη οπτικοποίηση  και έτσι ό,τι θέλει να κερδίσει με τον αιφνιδιασμό της τεχνικής το χάνει με την επανάληψη του τεχνάσματος.

Μια ιδιότυπη γραφή που απονέμει πλήρως τον τίτλο του «σπερμολόγου» στον ποιητή που συνθέτει με φανερή αυθάδεια και κρυφή συμπόνια ένα εγκώμιο-λίβελλο της μωρίας του ανθρωπάκου μας, μπλεγμένου στα δίχτυα της αυταπάτης του. Μια ασκητική λαθρόβιου που επιλέγει την ξηρασία του λιτοδίαιτου λόγου, ακόμα, όμως, και εκεί που θα έπρεπε να στάξει λίγη βροχούλα συναισθήματος ή συμφιλίωσης, όπως αυτή που βρέχει στο όμορφο ποίημα «Ένα πουλί»:

ΕΝΑ ΠΟΥΛΙ

δεν είναι σωστό
πουλί αλλά δυο τοσοδούλικα
αραχνοΰφαντα συννεφάκια
συνδυασμένα στο σχήμα
μιας αιθέριας ωραίας ουράς
ενός μικρού αδιόριστου πτηνού
με το υπόλοιπο κομμάτι
(κεφαλάκι εν συνεχεία στήθος)
αδιόρατο σε όσο τμήμα
του ουρανού δε χωράει
σε ανθρώπινο μάτι

ΘΕΩΝΗ ΚΟΤΙΝΗ

 

Πρὸς μιὰ ποιητικὴ τοῦ “σπασμένου”

196_-YiannisPatilis-Aidipsos 2

Τη χρονιά που μας φεύγει, ο Γιάννης Πατίλης, ποιητής, κριτικός και εκδότης του ιστορικού λογοτεχνικού περιοδικού Πλανόδιον (1986-2012), συμπλήρωσε τα εβδομήντα του έτη. Με την ευκαιρία του πρόσφατου βιβλίου του για τον Νίκο Καρούζο, αλλά όχι μόνο, το Νέο Πλανόδιον του αφιερώνει την τελευταία αυτή εβδομάδα των αναρτήσεων του 2017 – αναγνώριση ελάχιστη ανεξαγόραστης οφειλής. Γράφουν κατά σειρά και ανά ημέρα από τα Χριστούγεννα έως την Πρωτοχρονιά οι Κώστας Κουτσουρέλης, Σωτήρης Γουνελάς, Άγγελος Καλογερόπουλος, Ξάνθος Μαϊντάς, Θανάσης Γαλανάκης, Γιώργος Πινακούλας και Έλενα Σταγκουράκη.

~.~

του ΘΑΝΑΣΗ ΓΑΛΑΝΑΚΗ ~.~

Γιάννης Πατίλης,
Τὸ σπασμένο εἶναι πιὸ ἀνθεκτικό,
Gutenberg-Σύρτις 2016

Ὑπάρχουν κάτι μικρὰ πουλιά, ποὺ ἀνοίγουν τρύπες μέσα στὶς πιὸ βαθειὲς κουφάλες τῶν δέντρων· καὶ καθὼς πιστεύουν ὅτι τὸ ράμφος τους εἶναι προικισμένο μὲ τερἀστια δύναμη, ὕστερα ἀπὸ κάθε χτύπημα πηγαίνουν ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριὰ τοῦ δέντρου νὰ βεβαιωθοῦν ὅτι δὲν τὸ τρύπησαν πέρα γιὰ πέρα

ΛΙΧΤΕΝΜΠΕΡΓΚ

Εἶναι λογῆς ποιητικές, εἶναι καὶ λογῆς ποιητές, θὰ λέγαμε, παραφράζοντας τὴν ὲμβληματικὴ μυριβήλεια ἔναρξη στὴ νουβέλα Ὁ Βασίλης ὁ Ἀρβανίτης. Καὶ εἶναι λογῆς οἱ ποιητικὲς, γιατὶ ὑπάρχουν λογῆς ποιητές, χωρὶς βέβαια αὐτὸ νὰ ἀποκλείει τὸ ἐνδεχόμενο νὰ εἶναι λογῆς οἱ ποιητὲς ἕνεκα τῆς ὑπάρξεως λογιῶν-λογιῶν ποιητικῶν.

Ἐπ’ οὐδενὶ δὲν θά ’πρεπε νὰ ὑπάρχει ποιοτικὴ διαφοροποίηση τῶν δύο τάσεων, ἂν καὶ σίγουρα ἡ ἀπαιτητικὴ κριτικὴ ἀναζητᾶ ἐκείνους τοὺς ποιητὲς ποὺ διὰ τοῦ ἔργου τους καταφέρνουν νὰ ἀφήσουν ἕνα τόσο ἰσχυρὸ στίγμα, τὸ ὁποῖο θὰ εἰσηγεῖται μὲ τὴ σειρά του μιὰ ὁλόκληρη ποιητική, ἤτοι ἕνα καθαρόαιμο (;) ποιητικὸ σύμπαν, ἤτοι ἕνα ποιητικὸ σύστημα. Ἡ ποιητικὴ φυσιογνωμία τοῦ Γιάννη Πατίλη καὶ ἡ σύνολη στάση του ἀπέναντι στὰ νεοελληνικὰ γράμματα, θέματα τὰ ὁποῖα τροφοδοτοῦν τὸ παρὸν κείμενο, ἀμφιρρέπουν ἀνάμεσα στὶς δύο παραπάνω τάσεις, χωρὶς αὐτὸ νὰ σημαίνει ὅτι λειτουργοῦν ἀλληλοαποκλειστικά· τουναντίον, ἡ μία τάση συμπληρώνει εὐεργετικὰ τὴν ἄλλη καὶ ἐπιτείνει τὴν παραπάνω θέση περὶ μιᾶς δημιουργίας ἑνὸς καινοῦ ποιητικοῦ συστήματος.

Ἔπειτα ἀπὸ μιὰ σχεδὸν πεντηκονταετὴ πορεία στὰ γράμματα, ὁ ποιητής, κριτικός, ἐκδότης περιοδικῶν ἐντύπων, φιλόλογος Γιάννης Π. Πατίλης –ἀναφέροντας ἁπλῶς λίγες ἀπὸ τὶς φανερὲς/δημόσιες ἰδιότητές του, ἀποσιωπώντας τὸν ἀλληλογράφο, ἡμερολογιογράφο, διορθωτή, ἐπιμελητή, ψηφιοποιητή, ἀρχειονόμο Πατίλη– γίνεται φανερὸ ὅτι σκορπίζεται (μὲ τὴ θετικὴ σήμανση τοῦ “σκόρπιου”) σὲ μιὰ πολυεπίπεδη φυσιογνωμία τῆς μεταπολεμικῆς/μεταδικτατορικῆς/μεταπολιτευτικῆς λογιοσύνης. Μιὰ φυσιογνωμία ἡ ὁποία χαρίζει ἀποσπάσματα τῆς προσωπικῆς ἐμπειρίας ἄλλοτε ὡς ποιητής, ἄλλοτε ὡς κριτικός, ἄλλοτε ὡς ἱδρυτὴς καὶ διαχειριστὴς περιοδικῶν ἐντύπων ὅπως: Τὸ Δέντρο, Κριτικὴ καὶ κείμενα, Νῆσος, Ἀνεπαισθήτως, Πλανόδιον (αἰσίως καὶ τοῦ ἰστοτόπου Ἱστορίες Μπονζάι: Ἡ αἰσθητικὴ τοῦ μικροῦ, τὸν ὁποῖον συνδιευθύνει μαζὶ μὲ τὴν εἰκαστικὸ καὶ συγγραφέα Ἠρὼ Νικοπούλου). Ἡ πολυεπίπεδη αὐτὴ πορεία, ἑνιαία καὶ ἀδιαίρετη στὴ μακροδομή της, ἀποσπασματικὴ στὴ μικροδομή της, ἀκριβῶς ὅπως οἱ ἰμπρεσιονιστικοὶ πίνακες ποὺ ὅσο ἀπομακρύνεται κανεὶς θαυμάζει τὸ ἀποτέλεσμα, ὅσο πλησιάζει ὅμως ἐντοπίζει τὶς χρωματικὲς ψηφίδες ποὺ τοὺς συναποτελοῦν, ἐπιχειρήθηκε νὰ συνοψιστεῖ στὸ δοκίμιό του μὲ τίτλο Τὸ σπασμένο εἶναι πιὸ ἀνθεκτικό. Στίχοι καὶ σκέψεις γιὰ τὴν ἡλικία τῶν ἐρειπίων ποὺ κυκλοφόρησε στὰ τέλη τοῦ 2016, ἀπὸ τὸ ὁποῖο κι ἀφορμᾶται τὸ κείμενό μας.

to-spasmeno-einai-pio-anthektikoΤὸ δοκίμιο αὐτὸ συνοψίζει τοὺς βασικοὺς ἄξονες τῆς ποιητικῆς φυσιογνωμίας τοῦ Γιάννη Πατίλη, χωρὶς ὅμως αὐτὸ νὰ μᾶς περιορίζει στὴν ἀπόπειρά μας νὰ προβοῦμε σὲ ἕναν εὐρύτερο προβληματισμὸ γύρω ἀπὸ τὴ συνολικὴ ἐμπειρία τῆς ἐμπλοκῆς του στὰ γράμματα καὶ στὸ σύμπαν ποὺ αὐτὰ δημιουργοῦν καὶ κινοῦν. Ἁπλούστερα, ἤδη ἐκ προοιμίου ὁ Πατίλης ξεκαθαρίζει τὴ θέση του ἀπέναντι στὸν ἀναγνώστη γράφοντας στὶς πρῶτες του ἀράδες ὅτι: «Κάθε ποιητὴς μεταφέρει στὴν ποίησή του τὴν δική του μερικὴ ἐμπειρία τοῦ Κόσμου». Καλῶς. Ὡστόσο, ἡ προκαταρκτικὴ αὐτὴ θέση ποὺ χαράζει μιὰ ποιητικὴ Ποιητικὴ (ἂς ἐπιτραπεῖ ὁ φαινομενικὸς σολοικισμὸς), σηματοδοτεῖ τὴν ἴδια στιγμὴ μιὰ στάση ἀπέναντι στὸν Κόσμο τὸν ἴδιο. Ξεφεύγει, ἑπομένως, ἀπὸ τὴν ποιητικὴ Ποιητικὴ καὶ ὑψώνεται στὴν Ποιητική· σκέτα.

Διὰ τοῦτον ἀκριβῶς τὸ λόγο, πῶς θὰ μπορούσαμε νὰ μείνουμε στὸν ποιητὴ Πατίλη καὶ νὰ ἀρθρώσουμε ἕναν λόγο γιὰ τὸ ἀπόσπασμα στὸ ποιητικὸ ἔργο του καὶ μόνον, ὅταν ἡ παραπάνω ἀναφερθείσα «μερικὴ ἐμπειρία τοῦ Κόσμου» του περιλαμβάνει τὴν ἐνασχόληση μὲ ἕναν εὐρύτερο κύκλο ἀσχολιῶν ποὺ διαμορφώνουν τὸ χαλκέντερο γραμματολογικό του πορτραῖτο; Πῶς γίνεται νὰ δοῦμε τὴν ἀποσπασματικὴ φύση τῶν πραγμάτων μένοντας ἀποκλειστικὰ στὴν ποιητική του παραγωγή; Μ’ ἄλλα λόγια, πῶς νὰ καταφέρει νὰ ἐντοπίσει κανεὶς τὸ ἀρχετυπικὸ ἀπόσπασμα, ἐντὸς τοῦ ἀποσπάσματος ποὺ ἀποτελεῖ ἡ ποιητικὴ πράξη ἀποκομμένη ἀπὸ τὸ σύνολο τῶν δραστηριοτήτων ἑνὸς πολυμήχανου ἀνθρώπου; Ὁ Λίχτενμπεργκ, μιᾶς ποὺ τὸν παραθέσαμε παραπάνω, ἀναφέρει σὲ ἕναν ἀφορισμό του: «Εὔκολο εἶναι νὰ κάνεις τέτοιες ἐρωτήσεις, ἀλλὰ δύσκολο εἶναι νὰ ἀπαντήσεις σὲ αὐτές». Τουτέστιν, τὰ εὔλογα αὐτὰ ἐρωτήματα ἀναμένουν τὴν ἀπάντησή τους.

Γιὰ τὴν οἰκονομία τοῦ κειμένου, μιᾶς καὶ μιὰ ἐπιχειρηματολογία ἐν σχέσει μὲ τὰ παραπάνω ἐρωτήματα φαντάζει ἀνέφικτη ἐπὶ τοῦ παρόντος, θὰ μπορούσαμε νὰ ἐκλάβουμε τὴν πρόταξη τῆς ποιητικῆς ταυτότητας ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Πατίλη, ὄχι μὲ τὴν πρόθεση νὰ σηματοδοτηθεῖ ὡς ἡ πλέον σημαίνουσα, διότι ἔτσι θὰ ἀδικοῦταν ἡ ὑπόλοιπη πορεία του, ἀλλὰ ὡς ἡ πλέον περιεκτική, ὅσον ἀφορᾶ στὴν ἀντιστοιχία της μὲ τὴν ἔννοια τοῦ ἀποσπάσματος. Ἑπομένως, ἡ ποίηση τοῦ Πατίλη γίνεται ὁ πίνακας ἐκεῖνος ὅπου μπορεῖ κανεὶς νὰ δεῖ τὴ σύνολη γραμματολογική του φυσιογνωμία, ἐνῶ οἱ χρωματικὲς ψηφίδες τοῦ πίνακα συναπαρτίζονται ἀπὸ ποιήματα, σημειώματα τοῦ ἐκδότη, κριτικές, ἐξώφυλλα καὶ μακέτες, γραμματοσειρὲς καὶ κοσμήματα, συνεντεύξεις, ἡμερολογιακὲς ἐγγραφές, γράμματα, μαίηλ, χειρόγραφα, ἔντυπα καὶ ψηφιακὰ ἀρχεῖα, ἰστοτόπους, φωτογραφίες κ.ο.κ. Ἔτσι κι ὁ ἴδιος γνωρίζοντας ὅτι μιὰ μικροσκοπικὴ ἐξέταση θὰ ὁμοίαζε μὲ δουλειὰ μικροβιολόγου ποὺ προσπαθεῖ νὰ ξεχωρίσει σὲ καλάθια τὰ κύτταρα μιᾶς αἱμοκαλλιέργειας, συνοψίζει τὴν ἐμπειρία σὲ τρεῖς ἑνότητες: Πολιτικὸς βίος, Ἔρως, Ποίηση.

~ · ~ 

Στὸ κέντρο καί τὼν τριῶν κατηγοριῶν τοποθετεῖται ἡ ἀποσπασματικὴ φύση τῶν πραγμάτων. Τὸ ἀπόσπασμα, τὸ fragmentum, τὸ σπασμένο, τὰ ἐρείπια, τὸ θραῦσμα, ἡ ψηφίδα, ὅλα αὐτὰ γίνονται τὰ δομικὰ ὑλικὰ τοῦ ἔργου τοῦ Πατίλη. Προσοχή, ὅμως! Τὰ δομικὰ αὐτὰ ὑλικὰ μένουν αὐτούσια, ὡς ἔχουν, δίχως φτιασιδώματα καὶ λειάνσεις. Δὲ συναρμόζονται μὲ τρόπο τέτοιον ποὺ νὰ (ἀνα)κατασκευάζουν ἕνα Ὅλον. Οἱ θραυσματικὲς αὐτὲς ὑπάρξεις, ἀποκομμένες ἀπὸ τὸ μυθοποιημένο (ὄχι ὅμως καὶ τὸ ἱστορικό/πραγματολογικό) περικείμενο, τοποθετοῦνται στὸ κέντρο κάθε ποιήματος καὶ γίνονται οἱ σημαίνουσες στιγμὲς ποὺ πλάθουν ἕνα σύμπαν ἀσυνέχειας, ἐντὸς τοῦ ὁποίου κινοῦνται τὰ ποιητικὰ ὑποκείμενα τοῦ Πατίλη. Μὲ ἄλλα λόγια, τὰ ἐρείπια καὶ τὰ θραύσματα ἀπεκδύονται τὸ παρελθόν τους· δὲν τὸ ἀπαρνοῦνται, δὲν τὸ διαγράφουν, ἁπλῶς τὸ παραμερίζουν μὲ σκοπὸ νὰ πρωταγωνιστήσουν στὴν καθαρὴ μορφὴ τοῦ παρόντος τους μέσα στὸ ποίημα. Παράλληλα, ὁ ἐρειπιώνας ποὺ τροφοδοτεῖ τὴν ποίηση τοῦ Πατίλη παύει νὰ εἶναι ἡ στενὴ κατηγορία τοῦ χώρου (λ.χ. Ἑλλάδα, ἀθηναϊκὸ ἱστορικὸ κέντρο, Πατήσια, Νέο Ἡράκλειο)· τὸ ἐρείπιο, τὸ ἀπόσπασμα προκύπτουν ἔπειτα ἀπὸ μιὰ ἐπίμοχθη ἀναζήτηση τοῦ ἐλάσσονος, τοῦ χθαμαλοῦ, τῆς χαμηλόφωνης ἔκφρασης τῆς ζωῆς καὶ τῆς καθεμέρας.

Μὲ ἄλλα λόγια, τὸ θραῦσμα στὴν ποίηση τοῦ Πατίλη λειτουργεῖ ὡς ἀρχεῖο. Ὁ Πατίλης ἀρχειοθετεῖ τὴν ἐμπειρία μέσα στὰ ποιήματά του, δίνοντας ἀκριβῶς τὴν προοπτική τοῦ ἀρχείου ποὺ δὲν εἶναι ἄλλη ἀπὸ τὴ μελλοντική του ὕπαρξη· διότι αὐτὴ ἀκριβῶς εἶναι ἡ ταυτότητα τῆς ἔννοιας τοῦ ἀρχείου. Τὰ πάντα κεῖνται ὡς ἁπλὲς ὑπάρξεις, εἴτε λειτουργικὰ ἁρμοσμένες στὴν πραγματολογική τους συνθήκη, εἴτε ξεκρέμαστες, χτυπητές, ἄλλες. Ἡ χρήση τους στὴν Τέχνη ἀποτελεῖ μιὰ ἀρχειοθέτηση· εἰδικότερα, ἡ χρήση τῶν ὑπάρξεων ποὺ βιώνουν τὴν ἑτερότητά τους, ἄρα ἐκείνων ποὺ ἀποσπῶνται ἀπὸ τὸ λειτουργικὸ Ὅλον. Ἅπαξ καὶ κάτι ἀρχειοθετηθεῖ, τότε παύει νὰ φέρει ἐντός του τὸ παρελθὸν ὡς διάσταση καὶ διανοίγεται ὡς δυνατότητα στὸ μέλλον. Ἕνα μέλλον εὐεπίφορο στὸ ὄραμα μιᾶς νέας ζωῆς μακριὰ ἀπὸ μεταφυσικὲς προσδοκίες: τὸ μέλλον τῆς ἑρμηνείας. Ἡ ἑρμηνεία αὐτὴ εἶναι ἀνοικτὴ σὲ ὅλους, ἀφοῦ ἀκόμα κι αὐτὴ “σκορπίζεται” σὲ ὅσους θέλουν (κι ἑνίοτε σὲ ὅσους μποροῦν) νὰ τὴν ἀναλάβουν. Αὐτὴ ἡ ἑρμηνεία γίνεται –τελικὰ– ἡ κινούσα αἰτία τῆς συγγραφῆς.

OLYMPUS DIGITAL CAMERAΤὸ ἔργο τέχνης εἶναι ἡ γέφυρα ἀνάμεσα σὲ δύο ἀποσπασματικὲς ἐμπειρίες: στὴν ἀποσπασματικὴ ἐμπειρία τῆς ἑρμηνείας τοῦ ἀναγνώστη καὶ στὴ διπλὰ ἀποσπασματικὴ ἐμπειρία τῆς ἑρμηνείας τοῦ συγγραφέα. Ὁ Πατίλης ἐπισημαίνει σχετικά: «Θὰ τονίσω, ὅμως, ἐμφατικὰ πὼς μὲ κανέναν τρόπο δὲν θεωρῶ τὸν Ἑαυτό μου αὐθεντικὸ διερμηνευτὴ τῶν στίχων μου. Τὸ λέω αὐτὸ ὄχι ἀπὸ πρόθεση νὰ κολακέψω τὰ ἀναφαίρετα δικαιώματα τοῦ ἀναγνώστη στὴν ἑρμηνεία ἑνὸς ποιήματος, ὅσο ἀπὸ βαθιά μου πεποίθηση πὼς τὸ ἔργο τέχνης εἶναι ἀποτέλεσμα συνεργασίας τοῦ καλλιτέχνη μὲ ἄλλες δυνάμες ποὺ ξεπερνοῦν, συχνὰ κατὰ πολύ, τὴν αὐτεπίγνωση ἢ καὶ τὴ βούλησή του». Οἱ δυνάμεις αὐτὲς φρονοῦμε ὅτι βρίσκονται στὴ σφαίρα τῆς ἐμπειρίας καὶ τῆς ἀποσπασματικότητας ποὺ αὐτὴ κομίζει, στὴν ἐπαφὴ μὲ τὸ γραμματολογικὸ παρελθὸν καὶ στὴ σχέση μὲ τὸν ἀναγνώστη. Ἡ τριελκυστίνδα αὐτὴ, στὸ μέσο τῆς ὁποίας βρίσκεται ὁ ποιητής, δίνει αὐτὸ τὸ “συν” ποὺ ἔρχεται νὰ κολλήσει μπροστὰ ἀπὸ τὸ “γράφω”.

Ὁ συγγραφέας, λοιπόν, ταξινομεῖ κι ἀρχειοθετεῖ ἕνα σύμπαν ἀποσπασμάτων μὲ τρόπο τέτοιο ποὺ νὰ μὴν μπορεῖ ἔπειτα νὰ τὰ ἐπανεντοπίσει. Πλάθει τὴ δική του ποιητικὴ τοῦ σπασμένου, ἐντασσόμενος στὴ μοντερνιστικὴ παράδοση ποὺ ἔφερε τὸ θραῦσμα ξανὰ στὸ προσκήνιο, ξεφεύγοντας ὅμως κι ἀπὸ τὴ δεσποτεία της καὶ ἀναποδογυρίζοντας τὴ νέα ἠθικὴ ποὺ αὐτὴ ἐπεδίωξε νὰ ἐπιβάλλει ὡς ἄλλος Δούρειος Ἵππος (ἰδεολογικὴ φόρτιση, ἐθνικισμός, ἐθνομηδενισμός, ἐθνοκαπηλεία). Δὲν εἶναι ἡ ὑψηλὴ μοντερνιστικὴ εὐταξία αὐτὸ ποὺ ὁ Πατίλης ἐπιδιώκει, οὔτε ὅμως κι ἡ πρωτοποριακὴ ἀταξία. Οἱ ὅροι προσέγγισης τοῦ ἔργου του δὲν μποροῦν νὰ τοποθετηθοῦν κάτω ἀπὸ τὶς στεγανοποιητικὲς αὐτὲς κατηγοριοποιήσεις. Ὅπως ἡ στιγμὴ ὑπάρχει μόλις γιὰ λίγο κι ἔπειτα σβήνει, ἔτσι καὶ τὸ ἐρείπιο παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι ζεῖ μέσα στοὺς αἰῶνες χαρίζει μόλις μιὰ στιγμή του στὴν ποίηση. Στιγμὲς-ἐρείπια συγκεντρώνει ὁ Πατίλης καὶ τὶς καταστερίζει στὰ ποιήματά του. Στιγμὲς ποὺ ζεῖ ὄχι μόνο μὲ τὴν ἰδιότητα τοῦ ποιητῆ, ἀλλὰ μὲ ὅλες τὶς παραπάνω ποὺ ἀναφέραμε καὶ μὲ ἄλλες τόσες: τοῦ ἄντρα, τοῦ υἱοῦ, τοῦ συζύγου, τοῦ πατέρα, τοῦ φίλου, τοῦ συνεργάτη, τοῦ δασκάλου, τοῦ ὁδηγοῦ, τοῦ κουβαλητῆ κ.τ.ρ. Στιγμὲς θραυμαστικὲς ποὺ μέσα στὴν ἀποσπασματικότητά τους ἐμπεριέχουν τὸ ζεστὸ ἀπόθεμα μιᾶς πολυπρισματικῆς ἐμπειρίας ποὺ περιμένει τὸν συστηματικὸ της ἐρευνητὴ ποὺ θὰ ἐπανασυγκολλήσει τὰ ψηφία ποὺ αὐθόρμητα ὁ Πατίλης σκόρπισε στὸ δάπεδο τοῦ ἔργου του· ἄλλως, ποὺ θὰ ἐπανασυγκολλήσει τὸ δεξί ἄνω ἄκρο του, μὲ τὸ ὁποῖο κατέστρωσε τὸ σύστημα τῆς ποιητικῆς του.

Ἂς κλείσουμε τὸ κείμενό μας μὲ μιὰ τέτοια στιγμὴ-ἐρείπιο κι ἂς ἀφήσουμε τὸν ἀναγνώστη νὰ πάρει τὴν εὐρετική μας ἀνάγνωση καὶ νὰ περιηγηθεῖ στοὺς κήπους αὐτοῦ τοῦ ποιητικοῦ συστήματος, ἐπιχειρώντας μὲ τὴ σειρά του νὰ τὸ ἐπαναναγνώσει καὶ (γιατὶ ὄχι;) νὰ διαρθρώσει κι αὐτὸς ἐκ νέου ἕνα δικό του:

Ἴσως ἴσως
μικρὸ ζωύφιο ἴσως
ὅταν πέσαν στὸ ἴσως
τὸ ἀπόγευμα ὁ καιρὸς τὸ βλέμμα τὰ μαλλιά
Μπερδεύτηκαν τὰ λόγια κι οἱ προθέσεις
σὲ μιὰ μικρὴ διαδρομὴ στὴν Προποντίδος πρὸς τὴν Καλλίπολη
Κι ἦταν τόσο καλὰ σ’ αὐτὸ τὸ πράγμα
καὶ τρέκλιζαν σὰ νά ’χαν πιεῖ αὐτὰ τὰ οὖζα
μαζὶ μ’ ὅλους τοὺς δρὀμους καὶ τὰ φῶτα
ποὺ γι’ ἄλλη μιὰ φορὰ σ’ εἶχαν μισήσει
Μεγάλη Βεβαιότητα Σκοτώστρα

(“7”, Ἀκτὴ Καλλιμασιώτη καὶ ἄλλα ποιήματα, 2009)

ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ

 

Ο Καρούζος του Πατίλη

NikosKarouzos-GiannisPatilis-Ntoltse-28-04-1988 τμήμα 2Τη χρονιά που μας φεύγει, ο Γιάννης Πατίλης, ποιητής, κριτικός και εκδότης του ιστορικού λογοτεχνικού περιοδικού Πλανόδιον (1986-2012), συμπλήρωσε τα εβδομήντα του έτη. Με την ευκαιρία του πρόσφατου βιβλίου του για τον Νίκο Καρούζο, αλλά όχι μόνο, το Νέο Πλανόδιον του αφιερώνει την τελευταία αυτή εβδομάδα των αναρτήσεων του 2017 – αναγνώριση ελάχιστη ανεξαγόραστης οφειλής. Γράφουν κατά σειρά και ανά ημέρα από τα Χριστούγεννα έως την Πρωτοχρονιά οι Κώστας Κουτσουρέλης, Σωτήρης Γουνελάς, Άγγελος Καλογερόπουλος, Ξάνθος Μαϊντάς, Θανάσης Γαλανάκης, Γιώργος Πινακούλας και Έλενα Σταγκουράκη.

~ . ~

του ΞΑΝΘΟΥ ΜΑΪΝΤΑ ~ . ~

Γιάννης Πατίλης (εισαγωγή-ανθολόγηση),
Χερουβείμ Αρουραίος: Ο ποιητής
Νίκος Καρούζος (1926-1990),
Ίδρυμα Τ. Σινόπουλος – Εκδόσεις Γαβριηλίδης 2017

Το βιβλίο του Γιάννη Πατίλη Χερουβείμ Αρουραίος: Ο ποιητής Νίκος Καρούζος αποτελεί ένα σύγχρονο Αισθητικό Δοκίμιο, όπου μέσα σε περίπου 100 σελίδες ο συγγραφέας καταθέτει  ένα πλήρες σύνολο προτάσεων, κατηγορήματα ύψους, ώστε να γίνει δυνατή η ανάλυση και διερεύνηση του δύσκολου έργου του Νίκου Καρούζου.

Και αυτό ο Γιάννης Πατίλης το επιτυγχάνει με τον πλέον εντελή τρόπο. Συγχρόνως η δύναμη αυτού του δοκιμιακού έργου είναι τέτοια, ώστε μπορούμε αβίαστα να προβλέψουμε ότι στο μέλλον θα αποτελεί σημαντικό βοήθημα στην ανάλυση και μελέτη της ποίησης.

Από τα αξιόλογα σημεία ακτινοβολίας του έργου, που παράγουν ένα ευρύτατο φάσμα αισθητικών καταθέσεων, θα εστιάσω την προσοχή μου, στο παρόν large_20171112010536_cherouveim_arouraios_o_poiitis_nikos_karouzos_1926_1990κείμενο, μόνο σε ένα. Ο Γιάννης Πατίλης χρησιμοποιεί ως βοήθημα στην ανάλυση του έργου του Νίκου Καρούζου το Περί Ύψους του Διονυσίου Λογγίνου. Ένα έργο λοιπόν, της ύστερης αρχαιότητας που κρατάει την αξία του αναδεικνύεται στις ημέρες μας, δηλαδή στην εποχή του ύστερου μοντερνισμού, ως επίκαιρο αισθητικό δοκίμιο. Στην αναμέτρηση αυτή και στην πορεία ανάλυσης του σύγχρονου έργου, το αρχαίο δοκίμιο εμφανίζει επάρκεια και πληρότητα;

Φαίνεται πως χρειάστηκε η ψηλάφηση ενός τόσο στιβαρού σύγχρονου ποιητικού έργου και ο κατάλληλος ιχνηλάτης-ερευνητής για να αναδειχθεί μέσα στο μεγάλο έργο της αρχαιότητας η αδυναμία. Έτσι ο Γιάννης Πατίλης στα περί ύψους κατηγορήματα του Λογγίνου προτείνει μια νέα διάσταση του υψηλού. Ας την παρακολουθήσουμε από τον ίδιο.  Είναι το τέλος του κεφαλαίου του με τον τίτλο “Σώμα” από την εισαγωγή του βιβλίου.

Συγγραφέας του πρώτου χριστιανικού αιώνα, πατώντας και με τα δυο του πόδια στον παγανιστικό κόσμο και βαθιά ριζωμένος στην καλύτερη πνευματική του παράδοση, ο λαμπρός σε κριτική φιλολογική σκέψη και πολιτική σοφία δημιουργός του Περί Ύψους δεν παραλείπει να θεολογεί. Μολοντούτο, το αυτονόητο και αδιαμφισβήτητο από τον ίδιο κύρος της πολιτιστικής του αγωγής και παράδοσης, και η πιθανότατη απουσία σχετικής προσωπικής εμπειρίας και διαίσθησης για τα νέα τεκταινόμενα του καιρού του, δεν του επέτρεψαν να αντιληφθεί μια νέα διάσταση του υψηλού που μόλις γεννιόταν γύρω του: αυτήν που, όπως στον συγκλονιστικό πίνακα του Σαλβαδόρ Νταλί, αντικρίζει στραμμένη προς τα κάτω με συντριβή, την τραγωδία του ανθρώπου από το ύψος της αγωνίας του Σταυρού.

Είναι λοιπόν ο τρόπος του ποιητή και στοχαζόμενου ανθρώπου Νίκου Καρούζου. Είναι η συνάντησή του με το πνευματικό σημείο Χριστός καθώς και το χερουβικό μέρος της ταυτότητάς του. Συγχρόνως είναι η δυναμική ανάλυση του Γιάννη Πατίλη που δίνουν στο Περί Ύψους του Διονυσίου Λογγίνου νέα διάσταση. Μια αναγκαία διόρθωση λεπτής υφής.

ΞΑΝΘΟΣ ΜΑΪΝΤΑΣ

Παρέμβαση κατά την παρουσίαση του βιβλίου στις Εκδόσεις Γαβριηλίδη, 21.12.2017

 

1494_10

Μια ολοκληρωμένη ανάγνωση

bbf581ccfa08606a8d93e77ef8a17de7_400x400Τη χρονιά που μας φεύγει, ο Γιάννης Πατίλης, ποιητής, κριτικός και εκδότης του ιστορικού λογοτεχνικού περιοδικού Πλανόδιον (1986-2012), συμπλήρωσε τα εβδομήντα του έτη. Με την ευκαιρία του πρόσφατου βιβλίου του για τον Νίκο Καρούζο, αλλά όχι μόνο, το Νέο Πλανόδιον του αφιερώνει την τελευταία αυτή εβδομάδα των αναρτήσεων του 2017 – αναγνώριση ελάχιστη ανεξαγόραστης οφειλής. Γράφουν κατά σειρά και ανά ημέρα από τα Χριστούγεννα έως την Πρωτοχρονιά οι Κώστας Κουτσουρέλης, Σωτήρης Γουνελάς, Άγγελος Καλογερόπουλος, Ξάνθος Μαϊντάς, Θανάσης Γαλανάκης, Γιώργος Πινακούλας και Έλενα Σταγκουράκη.

~ . ~

του ΑΓΓΕΛΟΥ ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΥ ~ . ~

Γιάννης Πατίλης (εισαγωγή-ανθολόγηση),
Χερουβείμ Αρουραίος: Ο ποιητής
Νίκος Καρούζος (1926-1990),
Ίδρυμα Τ. Σινόπουλος – Εκδόσεις Γαβριηλίδης 2017

Ἡ ἐργασία αὐτὴ τοῦ Γιάννη Πατίλη ἔρχεται σὲ μιὰ ἐποχὴ γόνιμης ἀναζήτησης γιὰ τὴν οὐσία τῆς ποίησης, τουλάχιστον γιὰ ὅσους νιώθουν ὅτι αὐτὴ δὲν ἐξαντλεῖται στὴν αὐτοαναφορικότητα καὶ στὴν δῆθεν τόλμη τῆς ἀτομικῆς «ἔκθεσης».

Εἶναι μιὰ ἐργασία γιὰ ἕναν ποιητὴ ποὺ συχνὰ ἔνιωθε λίγη τὴ γλώσσα γιὰ νὰ ἐκφράσει τὸν ἐσωτερικό του πόνο. Γιὰ ἕναν ποιητὴ ποὺ μὲ τὸν τρόπο του ἔδειξε ὅτι θὰ παραμένει ἀστείρευτη ἡ πηγὴ τῆς ποιήσεως καθὼς δὲν ὑπάρχει ἡ τελευταία λέξη, ἡ τελειωτικὴ λέξη γιὰ τὸ ἀρχέγονο ταξίδι τῆς ζωῆς, τοῦ ἔρωτα καὶ τοῦ θανάτου.

Ὅταν παρουσίασε ὁ Γιάννης Πατίλης τὴν ἐργασία του αὐτὴ στὸ Ἵδρυμα Τάκης Σινόπουλος ἄκουσα κάποιον ἀπὸ τὸ ἀκροατήριο νὰ ψιθυρίζει φεύγοντας: «ἀκούσαμε γιὰ τὸν χριστιανὸ Καροῦζο, ἀλλὰ γιὰ τὸν ποιητὴ Καροῦζο δὲν ἀκούσαμε τίποτα». Αὐτὸ ποὺ ὁ ἐν λόγῳ ἀκροατὴς ἐξέλαβε ὡς ἀδυναμία, θεωρῶ ὅτι εἶναι τὸ δυνατὸ σημεῖο τῆς ἐργασίας τοῦ Πατίλη. Ἡ εἰσαγωγὴ καὶ ἡ ἀνθολογία ποὺ σήμερα παρουσιάζουμε σκύβει μὲ ἐπιμέλεια καὶ ἀγάπη πάνω στὸ σῶμα τῆς ποίησης τοῦ Καρούζου καὶ τὴν ἀναλύει διεξοδικὰ ὡς ὁμότεχνος ἀλλὰ καὶ ὡς φιλόλογος ὥστε νὰ μὴν καταφεύγει σὲ μιὰ ἐπιπόλαιη ἀνθολόγηση «πιασάρικων» ἀκροτήτων τοῦ ποιητῆ, ἀλλὰ ἀναδεικνύοντας τὴν ἀρχὴ ποὺ συνέχει αὐτὴ τὴν ἀτίθαση ποίηση. Καὶ ἀντιλαμβάνεται ὅτι αὐτὸ ποὺ κινεῖ τὴν ποίηση τοῦ Καρούζου εἶναι ἡ ἀνάγκη του νὰ ὑπερβεῖ τὰ ὅρια τῆς γλώσσας προκειμένου νὰ ἀποκαλύψει τὴ «συνέχεια τῆς ἐλευθερίας τοῦ προσώπου πρὸς τὴν ἐλευθερία τοῦ θεοῦ» (Μεταφυσικὲς ἐντυπώσεις ἀπ’ τὴ ζωή ὣς τὸ θέατρο, βλ. ἐδῶ Χερουβεὶμ Ἀρουραῖος, σ. 259)· ἔτσι δὲν ἀποφεύγει νὰ ὀνομάσει μὲ τὸ ὄνομά της τὴν προσήλωση τοῦ Καρούζου –μὲ τὸν δικό του τρόπο– στὸν Χριστὸ καὶ τὴν Ὀρθοδοξία, δὲν τὴν ἀποσιωπᾶ ὅπως συνηθίζεται στὶς μέρες μας, ποὺ προβάλλεται ὡς μιὰ οὐδέτερη ἀτομικότητα στὰ πλαίσια τῆς πολυπολιτισμικῆς ὁμογενοποίησης.

Ἡ ποίηση δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι παρὰ τὸ «ὁμολογεῖν τῇ ἀληθείᾳ», μόνο ποὺ τὸ μερίδιο τῆς ἀλήθειας ποὺ ἀναλογεῖ στὸν καθένα μας εἶναι προσωπικὸ καὶ ἀνεπανάληπτο καὶ ὁ λόγος της λέγεται πολλαχῶς. Ὁ καθένας μὲ τὰ δικά του karouzosim1λόγια. Ἔτσι κι ὁ Καροῦζος μὲ τὴ «μορφικὴ ἀκαταστασία του», ποὺ διακρίνει ὁ συγγραφέας (σ. 19), ἐπιχειρεῖ νὰ ἀποτυπώσει τὴ «μαστορικὴ τῆς ἀγωνίας» του («Ὀχυρούμενος μὲ τ’ ἀστέρια», Τὰ ποιήματα Β΄, Ἴκαρος, 1994, σ. 220), μιᾶς ἀγωνίας ποὺ ὁρίζεται ἀπὸ τὴν ἐπιστροφὴ τοῦ Χριστοῦ καθὼς μαρτυρεῖ ὁ τίτλος τῆς πρώτης του συλλογῆς, ἀπὸ τὴν ἐμμονή του στὴν ἐπαναστατικὴ διάσταση τῆς ἀγάπης, ἀπὸ τὸ οἰκουμενικὸ ἄνοιγμά του ἀπὸ τὸν Τρότσκι μέχρι τὸν Βούδα, ἀπὸ τὰ ἀγγελικὰ φτερὰ ποὺ θέλει νὰ φορέσει στὸν χωματένιο ἀρουραῖο. Αὐτὴ ἡ μορφικὴ ἀκαταστασία κατὰ τὸν Γιάννη Πατίλη ἀνάγεται στὴν «ἐξωτερικῶς ἀσύμβατη» μὲ τὴν ἀριστερή του τοποθέτηση προσήλωσή του στὸν Χριστό (σ. 20). Ἀλλὰ θὰ πρέπει νὰ ἐπισημάνουμε ὅτι ἱστορικὰ ὁ συνδυασμὸς αὐτὸς δὲν εἶναι καθόλου ἀσύμβατος –παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι πολλοὶ ἐπιμένουν νὰ τὸν θεωροῦν τέτοιο– καθὼς ὑπάρχει μιὰ ἐνδιαφέρουσα παράδοση «χριστιανικῆς ἀριστερᾶς» ἢ «χριστιανικοῦ ἀναρχισμοῦ» στὴν Εὐρώπη ἀλλὰ καὶ ἰδιαίτερα στὴν Ἑλλάδα ἀπὸ τὸν 19ο αἰ. Ἀλλὰ καὶ σὲ ἐπίπεδο πνευματικοῦ προσανατολισμοῦ ἡ ὅποια ἀντίφαση αἴρεται ἐφ’ ὅσον ἡ ἐπαναστατικότητα δὲν εἶναι ἕνας ἐωσφορικὸς κοσμοδιορθωτισμὸς ἀλλὰ μιὰ πηγαία δίψα δικαιοσύνης καὶ φιλαλληλίας.

Οἱ δύο αὐτὲς ἀλληλένδετες κατὰ τὸν Πατίλη πλευρὲς ἀναδεικνύονται καὶ στὴν ἐν πολλοῖς ἀρνητικὴ κριτικὴ τοῦ Λορεντζάτου γιὰ τὴν ποίηση τοῦ Καρούζου. Κριτικὴ αὐστηρὴ τὴν ὁποία ἀντιμετωπίζει μὲ ἀνάλογη αὐστηρότητα καὶ ὁ Γιάννης Πατίλης. Ὁ Ζήσιμος Λορεντζάτος στὸ ἕνα καὶ μοναδικὸ κριτικὸ δοκίμιό του γιὰ τὴν ποίηση τοῦ Καρούζου («Ἕνα αὐστηρὸ ἑλληνικὸ ποίημα. ’’Οἱ βράχοι τῆς Ὕδρας’’ Νίκου Καρούζου» στὸ Μελέτες, τ. Γ΄, Δόμος, 1999, σ. 369-383) πράγματι χαρακτηρίζει γενικὰ τὴν ποίησή του «ἀκόκκαλη» καταλογίζοντάς του μιὰ «μύχια τρέλα» ποὺ ἐλαττώνει «τὴν ἀντίστασή του στὰ γιουρούσια τῶν λέξεων», δηλαδή «στὶς ἀσυνάρτητες διαδοχικὲς εἰκόνες ἢ συνειρμούς, δίχως εἱρμό» (ὅ.π., σ. 369). Στὸ σημεῖο αὐτὸ βλέπουμε νὰ συμπίπτει καὶ ἡ κριτικὴ τοῦ Τάκη Σινόπουλου ὅταν τὸ 1964 σὲ κριτικό του σημείωμα γιὰ τὸν Ὑπνόσακκο μιλάει γιὰ «μάζες ποιητικὲς σὲ κατάσταση περίπου πρώτου ὑλικοῦ, ποὺ φιλοδοξοῦν ἴσως, ἀλλὰ δὲν καταφέρνουν νὰ ὁλοκληρωθοῦν σὲ ποίημα» (Χερουβεὶμ Ἀρουραῖος, σ. 23).

Δὲν εἶναι ἀνυπόστατη ἡ ἀπορριπτικὴ κριτικὴ τοῦ Λορεντζάτου – ἀλλὰ καὶ τοῦ Σινόπουλου. Πολλοὶ εἶναι αὐτοὶ ποὺ ξεχωρίζουν στὸν Καροῦζο λαμπροὺς στίχους, ἀλλὰ σπανίως ἕνα ὁλοκληρωμένο ποίημα. Ὡστόσο, ὁ Λορεντζάτος εἶναι ἀπὸ τοὺς πρώτους –ὁ πρῶτος μᾶλλον– ποὺ ἀνέδειξε ἐδῶ σ’ ἐμᾶς τὸ «The poetry does not matter» τοῦ Ἔλιοτ, τονίζοντας ὅτι αὐτὸ ποὺ ἔχει σημασία δὲν εἶναι ἡ ποίηση ἀλλὰ ἡ πνευματικὴ ὁδός (τὸ ’’tao’’ ἐπισημαίνει ὁ ἴδιος), τῆς ὁποίας ὁδοῦ ἡ τέχνη εἶναι τὸ μέσον (γιὰ περισσότερα βλ. «Διόσκουροι», ὅ.π., π.χ. στις σ. 14 , 43, 332) ὥστε νὰ μὴν ἀναγνωρίζει στὸν Καροῦζο πὼς πιὸ μύχια κι ἀπὸ τὴν τρέλα του εἶναι ἡ δίψα του γιὰ αὐτὴν τὴν καινοφανὴ ἐπιστροφὴ τοῦ Χριστοῦ. Ὅταν μάλιστα μὲ μιὰ πρόχειρη ματιὰ διαπιστώνει κανεὶς προφανεῖς συμπτώσεις καὶ συγγένειες.

Γράφει, φέρ’ εἰπεῖν ὁ Λορεντζάτος: «Τίποτα δὲν μπορεῖ νὰ κάνει ὁ ἄνθρωπος δίχως τὸ κορμί του. Ἀκόμα μήτε καί –ἀφοῦ πεθάνει– νὰ ἀναστηθεῖ» (Collectanea, σ. 145). Κι ὁ Καροῦζος: «Νά ’σαι διανοούμενος, ἔστω. Νά ’σαι ὅμως μὲ τὴ σάρκα σου» (Χερουβεὶμ Ἀρουραῖος, σ. 251). Ὡστόσο, ὀφείλουμε νὰ ἀναγνωρίσουμε ὅτι χρωστᾶμε στὸν Ζήσιμο Λορεντζάτο τὴν ἀνάδειξη τῆς «λιγόλογης ἀλήθειας τοῦ Καρούζου» («Ἕνα αὐστηρὸ ἑλληνικὸ ποίημα», ὅ.π., σ. 383): «Θέλει δύστυχο χῶμα ἡ ἐλιά»… Ἀρκεῖ αὐτό.

Ἂς ἐπιστρέψουμε στὸν Πατίλη, ἡ κριτικὴ ματιὰ τοῦ ὁποίου παραμερίζει αὐτὴ τὴν μορφικὴ ἀκαταστασία τὴν ὁποία θεωρεῖ πλέον ὡς ἀναμενόμενο ἀπότοκο τῆς ὑπαρξιακῆς ἀγωνίας καὶ τοῦ βιώματος. Δὲν νομίζω ὅτι πρέπει νὰ θεωρήσει κανεὶς ὅτι αὐτὸ εἶναι ἕνας κανόνας ἀπαράβατος. Ἀπεναντίας, ἡ large_20171112010536_cherouveim_arouraios_o_poiitis_nikos_karouzos_1926_1990μορφὴ καὶ ἡ ἀρχιτεκτονικὴ τοῦ ποιήματος ἀνέδειξαν συχνὰ τὴν ἀγωνία καὶ τὸ βίωμα μὲ τρόπο ἀποτελεσματικὸ ὥστε νὰ μᾶς δώσουν ποιήματα ποὺ νίκησαν τὸν χρόνο. Ἀλλὰ στὸν Καροῦζο, ἔτσι συνέβη. Αὐτὸς ὑπῆρξε ὁ τρόπος του. Κι ὁ Πατίλης μέσα ἀπὸ αὐτὸν τὸν ρηξικέλευθο –καὶ ἀνισόρροπο πολλὲς φορές– προσωπικὸ τρόπο τοῦ ποιητῆ ἀνέδειξε τὸ στοιχεῖο τοῦ Ὑψηλοῦ, ὁδηγώντας τὴ ματιά μας στὴν πηγὴ τῆς ἔμπνευσής του. Καὶ ἡ πηγὴ τῆς ἔμπνευσής του εἶναι ἔξω ἀπὸ τὴ γραπτὴ ποίηση. Βρίσκεται, ὅπως γράφει ὁ ἴδιος ὁ ποιητής, στὴν «ἀνυποταξία τοῦ Θεοῦ» (Χερουβεὶμ Ἀρουραῖος, σ. 24). Κι ὁ Θεὸς εἶναι ἡ ἀγάπη ποὺ μᾶς ὁδηγεῖ στὴν «ἀγαπητικὴ» κοινωνία καὶ γι’ αὐτὸ ἐμμένει στὴν κοινοκτημοσύνη τῶν ἀγαθῶν καὶ στὴν ἀταξικὴ κοινωνία. Γι’ αὐτὸ βλέπει στὴν νύχτα τῆς Κροστάνδης τὸ «ἦν αὐτοῖς ἅπαντα κοινὰ» τῶν Ἀποστόλων, γι’ αὐτὸ εἶναι στραμένος στὴ Μέλλουσα Πόλιν, τὴν ἀναστάσιμη, ποὺ ἐμπεριέχει καὶ ὐπερβαίνει ὅλα τὰ ἐπαναστατικὰ ὁράματα. Αὐτὴ ἡ ἀναζήτηση τῆς ἀγαπητικῆς κοινωνίας ὁδηγεῖ τὸν Καροῦζο νὰ κινεῖται ἀπὸ τὸν ὐπόγειο ἀρουραῖο στὶς φρικαλέες κατσαρίδες καὶ τὰ ἄλαλα μερμήγκια, κι ἀπὸ κεῖ στὴ διαρκὴ ἐπανάσταση ὣς τὴ διαρκὴ συγγνώμη τοῦ Ἰησοῦ.

Ἡ έργασία τοῦ Γιάννη Πατίλη ἀπαντᾶ εὐρύτερα στοὺς σημερινοὺς προβληματισμοὺς γιατὶ ἀναδεικνύει τὴ βασικὴ ἀρχὴ ὅτι ἡ ποίηση ἀποκτᾶ νόημα καὶ περιεχόμενο ὅταν συνταυτίζεται μὲ μιὰ εὐρύτερη πνευματικὴ στάση τοῦ ποιητῆ. Κι ὅτι ἡ μορφὴ τῆς ποίησης δὲν μπορεῖ νὰ καθορίζεται ἀπὸ ἕνα φιλολογικὸ ἐνδιαφέρον, ἀλλὰ ἡ «μύχια τρέλα» της –γιὰ νὰ διαστρεβλώσω λίγο τὴ φράση τοῦ Λορεντζάτου– εἶναι ὅ,τι δίνει ὑπόσταση καὶ στὴν ὅποια μορφή. Προσωπικά, καὶ κλείνω μ’ αὐτὸ,  ἡ εἰσαγωγὴ καὶ ἡ ἀνθολόγηση τοῦ Πατίλη μὲ προέτρεψαν νὰ δῶ ἐξ ἀρχῆς τὴν ποίηση τοῦ Νίκου Καρούζου, καὶ μὲ βοήθησαν ὥστε νὰ μοῦ ἀποκαλυφθεῖ ὡς μία νέα ἀνάγνωση – καὶ γι’ αὐτὸ τὸν εὐχαριστῶ.

ΑΓΓΕΛΟΣ ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ

Ομιλία κατά την παρουσίαση του βιβλίου στις Εκδόσεις Γαβριηλίδη, 21.12.2017

 

Ξανακοιτάζοντας τον Νίκο Καρούζο

ΓΙΑΝΝΗΣ-ΠΑΤΙΛΗΣ-ΛΙΜΑΝΙ-ΜΥΤΗΛΙΝΗΣ-1988-ΜΑΡΤΙΟΣΤη χρονιά που μας φεύγει, ο Γιάννης Πατίλης, ποιητής, κριτικός και εκδότης του ιστορικού λογοτεχνικού περιοδικού Πλανόδιον (1986-2012), συμπλήρωσε τα εβδομήντα του έτη. Με την ευκαιρία του πρόσφατου βιβλίου του για τον Νίκο Καρούζο, αλλά όχι μόνο, το Νέο Πλανόδιον του αφιερώνει την τελευταία αυτή εβδομάδα των αναρτήσεων του 2017 – αναγνώριση ελάχιστη ανεξαγόραστης οφειλής. Γράφουν κατά σειρά και ανά ημέρα από τα Χριστούγεννα έως την Πρωτοχρονιά οι Κώστας Κουτσουρέλης, Σωτήρης Γουνελάς, Άγγελος Καλογερόπουλος, Ξάνθος Μαϊντάς, Θανάσης Γαλανάκης, Γιώργος Πινακούλας και Έλενα Σταγκουράκη.

~ . ~

του ΣΩΤΗΡΗ ΓΟΥΝΕΛΑ ~ . ~

Γιάννης Πατίλης (εισαγωγή-ανθολόγηση),
Χερουβείμ Αρουραίος: Ο ποιητής
Νίκος Καρούζος (1926-1990),
Ίδρυμα Τ. Σινόπουλος – Εκδόσεις Γαβριηλίδης 2017

Ευχαριστώ τον Γιάννη Πατίλη γιατί μας έδωσε την ευκαιρία να ξαναδούμε την περίπτωση Καρούζου. Χρειάζεται κάθε τόσο να ξαναβλέπουμε και, θα έλεγα, να ξανασυναντούμε και να συνομιλούμε ξανά με τα έργα που άφησαν σημάδια στο πέρασμά τους, είτε έγιναν κοινωνικά αποδεκτά είτε όχι.

Προ καιρού έστειλα στην Καθημερινή ένα κείμενο με τίτλο «Δυο λόγια για το τίποτα». Εκεί παραλλήλιζα ένα στίχο του Ρεμπώ που άρεσε στον Λορεντζάτο να τον αναφέρει κάθε τόσο –Je est un autre, το εγώ είναι ένας άλλος– και μια διατύπωση του Καρούζου από συνέντευξή του. Ο Λορεντζάτος για πρώτη φορά στα Collectanea (αρ. 497) που εκδόθηκαν μετά την εκδημία του σχολιάζει το στίχο του Ρεμπώ γράφοντας:

Στην τέχνη πρέπει από το τίποτα (που είσαι εσύ) να φτάσεις στο παν (που εκεί δεν είσαι πια εσύ). Θα μπορείς τότε να λες –και να το καταλαβαίνεις αυτό που λες– μαζί με το Rimbaud: «Je est un autre«. (σ. 252)

Τι λέει ο Καρούζος σχετικά με αυτά; Σε μια παλιά εξαιρετική συνέντευξη (Η λέξη, Φλεβάρης 1981, σ. 127-131), που τη βρήκα κάπου στα συρτάρια μου και την θυμήθηκα, καταθέτει μια ανάλογη εξομολόγηση:

Αυτό είναι το πραγματικό τίποτε που το είχε και ο Ιησούς και ο Σωκράτης, στο βαθμό που το είχε ο καθένας. Κι εγώ αισθάνομαι να μπαινοβγαίνω στο τίποτε. Αυτή τη στιγμή κουβεντιάζουμε. Δεν είμαι στο τίποτε τώρα. Είμαι στο κάτι. Και το κάτι αυτό λέγεται συνομιλία, λέγεται προβληματισμοί πάνω στην ποίηση. Όταν όμως φύγω από δω, θα μπω στο τίποτε αμέσως. Αυτό μου φέρνει τα κύματα, να γράφω ποιήματα. Γιατί αν δεν είσαι στο τίποτε και είσαι στο κάτι, τότε θα φαμπρικάρεις […] Η πραγματική αίσθηση της ζωής είναι το τίποτε. Υπάρχουν άνθρωποι που βλέπουν ένα ηλιοβασίλεμα και είναι έτοιμοι να το καταβροχθίσουν, να το αποσπάσουν από τον ουρανό και να το περάσουν στο πεπτικό τους σύστημα. Το τίποτε δεν είναι να μην χαρείς τη ζωή, είναι να μην την φοδράρεις με το βίωμα της κτητικότητας, που τελικά γίνεται αρπακτικότητα.

Στην ίδια συνέντευξη αναφέρει ότι: «ποίηση είναι να φτάσεις να γίνεις ο σιωπών λέγων, ο λέγων δια της σιωπής, ο σιωπών δια του λόγου, διότι πρέπει να είσαι πάντα στο τίποτε». Για να συμπληρώσω τώρα αυτό που είπα για το «Τίποτα» πηγαίνω σε σημείωση του βιβλίου που παρουσιάζουμε, όπου ο Καρούζος, μιλώντας με τον φιλόλογο Μπελεζίνη, αναφέρει το «έμφωτο τίποτα» το οποίο –λέει– «το διδάχτηκα σε μεγάλες δόσεις κι απ’ την Ελλάδα κι απ’ το Βυζάντιο (μυστική ορθοδοξία) και βέβαια κι απ’ την ασιατική συνολικά σκέψη» (σ. 85-86).

large_20171112010536_cherouveim_arouraios_o_poiitis_nikos_karouzos_1926_1990Ο τίτλος του βιβλίου του Πατίλη προέρχεται από το ποίημα του Καρούζου «Οξυφρένεια» της συλλογής του Αντισεισμικός τάφος του 1984 : «Λησμονώντας νοητά και αδιανόητα / υπογράφω σήμερα: Χερουβείμ Αρουραίος». Αφήνω λέει την περιοχή των νοητών, αφήνω αυτά που κατανοούνται και αυτά που δεν συλλαμβάνονται. Αφού λοιπόν γίνει αυτό και τα παραδώσει στη λήθη, βάζει την παραπάνω υπογραφή. Τι είναι ο Χερουβείμ Αρουραίος; Είναι ο συνδυασμός του αγγελικού στοιχείου όχι απλώς με το χθόνιο, αλλά με το υπο-χθόνιο. Τί λέει δηλ. ο Καρούζος; Είμαι μέσα στο σχήμα του αγγέλου που έρχεται από ψηλά και του αρουραίου που ζει κάτω στη γη, κινείται στα σκοτεινά και ανήλιαγα μέρη: έτσι είναι η ψυχή μου. Αυτά επιβεβαιώνονται από στίχους όπως του ποιήματος «Σύντομον»:

Τραγουδώ τους πεσμένους προπάτορες
Είμαι των άστρων ο σκύλος
Με τα μάτια κοιτάζω ψηλά
Με τα χέρια γιορτάζω τη λάσπη.

Ωστόσο, στο θέμα της υπογραφής θα πρέπει να ληφθεί υπ’ όψιν και το σχόλιο του Πατίλη στη σ. 33 όπου λέει ότι ο Καρούζος εισάγει στα ίδια του τα ποιήματα –την περίοδο μετά το 1980– αυτοσχόλια αυτομεμπτικά που, καθώς γράφει, «φτάνουν τα όρια της απροσχημάτιστης αυτολοιδωρίας». Σκέφτομαι λοιπόν μήπως πρέπει και αυτό να ληφθεί υπ’ όψιν για την κατανόηση της υπογραφής Χερουβείμ Αρουραίος.

Η περίπτωση του Καρούζου είναι δύσκολη και δυσανάγνωστη. Γι’ αυτό η εισαγωγή του Πατίλη αποκτά μεγαλύτερη αξία. Ο συγγραφέας κινήθηκε σε πολλά επίπεδα επειδή έτσι κινείται και ο Καρούζος. Αλλιώς ούτε τον ακολουθείς, ούτε τον παρακολουθείς. Αλλά κινήθηκε και στις διαφορετικές κριτικές προσεγγίσεις που έγιναν κατά καιρούς και μάλιστα από ομοϊδεάτες κατά κάποιο τρόπο του Καρούζου, όπως ο Λειβαδίτης και ο Λεοντάρης. Σπεύδω τώρα να αναφερθώ στο ποίημα «Οι βράχοι της Ύδρας», που ο Ζ. Λορεντζάτος χαρακτήρισε «ένα αυστηρό ελληνικό ποίημα», θεωρώντας μάλιστα ότι αυτό είναι το μοναδικό αληθινό ποίημα του Καρούζου. Ο Λορεντζάτος, τον οποίο έτυχε να συναναστραφώ για πολλά χρόνια, ήταν βέβαια ένας εστέτ, που λέει ο Πατίλης, εστέτ της λέξης θα έλεγα, αλλά ήταν και άνθρωπος μεγάλης εποπτείας και απόλυτος στις κρίσεις του, είχε κάτι σαν σύνδρομο του «απόλυτου κριτή» βάζοντας ωστόσο –πρέπει να του το αναγνωρίσουμε– τον πήχη πολύ ψηλά. Επόμενο είναι συχνά να αδικεί πρόσωπα και ποιήματα. Θα συμφωνήσω λοιπόν με τη διατύπωση του Γιάννη Πατίλη ότι «παραβαίνει τον στοιχειώδη κριτικό κανόνα που λέει ότι για να δώσουμε το άριστα σε ένα έργο αξιολογούμε με βάση τα κριτήρια που μας υποβάλλει το είδος της λογοτεχνίας και του λογοτέχνη που έχουμε μπροστά μας» (σ. 21). Μα και αν δεν συμφωνήσει κανείς ολότελα με αυτή τη διατύπωση, πρέπει να ακούσει τη διευκρίνιση του ίδιου του Καρούζου σε σχέση με τον Σολωμό, στον οποίο κάπως παρέπεμπε ο Λορεντζάτος προτού κρίνει το ποίημα του Καρούζου. Ιδού τι λέει:

Ο Σολωμός έδωσε μεγάλη και ολέθρια σημασία στην προτεραιότητα, για να το πούμε έτσι, της διάνοιας […] ότι πρέπει πρώτα ο νους να συλλάβει και έπειτα η καρδιά να ζεσταθεί με του νου τις συλλήψεις. Εκεί είναι που έγινε το χαντάκωμα […] Κατά την ταπεινή μου αντίληψη [] η προτεραιότητα για την ποίηση ανήκει στο βίωμα.

Ο Καρούζος λοιπόν αντιστρέφει τον κανόνα του Σολωμού. Αυτή η αντιστροφή έχει μεγάλη σημασία για τα ποιητικά πράγματα. Λέει και άλλα ο Καρούζος, που μας τα μεταφέρει ο Πατίλης, αλλά θα αναφέρω μονάχα τη φράση «Η παρορμητική γραφή είναι η δύναμη της αυθεντικότητας». Αυτό παραπέμπει στο «τίποτα» για το οποίο σας μίλησα στην αρχή. Και θέλω εδώ να προσθέσω, ή μάλλον να παραλληλίσω με, ανάλογες διατυπώσεις άλλων ποιητών. Του Χαίλντερλιν:

Το μυαλό δεν έχει πνευματική ομορφιά, είναι σαν τον υπηρέτη που φτιάχνει από χοντρά ξύλα το φράχτη, όπως τον είχαν προστάξει … Όλη η δουλειά του μυαλού δεν είναι παρά έργο ανάγκης […] Ο νους δεν έχει την ομορφιά του πνεύματος, της καρδιάς, είναι σαν τον φύλακα που ο νοικοκύρης έχει βάλει πάνω στους δούλους.

(Υπερίων ή ο ερημίτης στην Ελλάδα, μτφρ. Λ. Γκεμερέυ)

Του Ρίλκε:

Αφήστε κάθε εντύπωση, κάθε σπόρο συναισθήματος να ωριμάζει μέσα σας, στο σκοτάδι, στο χώρο του ανείπωτου, του υποσυνείδητου, όπου δεν φτάνει η νόησή σας· και, με βαθιά ταπεινοσύνη κι υπομονή, προσμείνετε την ώρα που θα γεννηθεί ένα καινούργιο φεγγοβόλημα. Αυτό και μόνο, θα πει «ζω την τέχνη»: είτε απλός πιστός της είσαι, είτε δημιουργός.

(Γράμματα σ’ ένα νέο ποιητή, μτφρ. Μ. Πλωρίτης)

Καταγραφή 2Η παραπάνω διατύπωση του Καρούζου μάς βάζει μπροστά στο ζήτημα που αφορά τους σημερινούς και δη νεώτερους ποιητές αλλά και γενικά καλλιτέχνες. Ποιο είναι το τα ζήτημα; Η προτεραιότητα της τεχνικής. Το βάρος σήμερα δίνεται στην «τεχνική αρτιότητα» και προσυπογράφω πλήρως τη φράση του Καρούζου που αναφέρει ο Πατίλης ότι «μπορεί να παρουσιάσει κανείς ένα κείμενο τεχνικής αρτιότητας αλλά να έχει καταστραφεί το αυθεντικό στοιχείο της παρόρμησης» (σ. 22). Κάπως συμπερασματικά, θα έλεγα εδώ ότι ο άνθρωπος-ποιητής, που ρίχνει το βάρος στην παρορμητική γραφή, ή σε αυτό το «τίποτα» που είπαμε πριν, είναι ένας απολύτως πιστός στην άλλη διάσταση, σε αυτό που λένε οι αρχαίοι υπέρλογο ή σε αυτό που ονομάζει ή υπονοεί ο Καρούζος με τις παρακάτω λέξεις ή στίχους:

Ουράνιο αίσθημα (σ. 115)

Περιμένω καθώς ο καρπός στο δέντρο (σ. 117)

Έχουμε στην καρδιά μας ένα σήμαντρο.
Τα μανταρίνια είναι κίτρινος Χριστός μες στις αυλές (σ. 119)

Έτσι μου δόθηκε ξανά την ώρα κείνη
Απ’ το πολύ-πολύ μικρό
Αχειροποίητη η απεραντοσύνη (σ. 139)

Όταν δίνεις ένα φιλί στο εικονοστάσι
Φιλάς τη ζωή,
Κι αυτό φτάνει (σ. 146)

Υπάρχει ένα σημείο, μάλιστα είναι το Σημείο, καθώς λέει ο Πατίλης, το οποίο μπορεί να συνοψίζει μια άλλη διατύπωση του Καρούζου που προέρχεται, όπως γράφει ο συγγραφέας από συλλογή του ’55 με τον τίτλο αυτό –Σημείο– και η οποία λέει:

η ποίηση είναι λόγος εν μέθη, καθώς ο πρωτεύων άνθρωπος είναι χρόνος εν Χριστώ. Γι’ αυτό κι οι λέξεις ομοιάζουν με κλυδωνιζόμενα πράγματα και τα νοήματα χάνονται στο βάθος της φωνής ατέλειωτα (σ. 25)

Αφήνω να αιωρούνται αυτά τα λόγια και προχωρώ πιο κάτω. Ο Γιάννης Πατίλης αναφέρεται στην περίοδο μετά το ’79 ονομάζοντάς την «ύστατη ακραία φάση της μάχης» με αυτό που λέει ο Καρούζος το «πρόβλημα το άλυτο με οποιαδήποτε έκφραση». Και προσθέτει ο Πατίλης:

τώρα πια, κάτω από βαρύτερες και απτότερες σκιές θανάτου, σηματοδοτώντας ένα εντονότερο αδιέξοδο, ή καλύτερα: μια ισχυρότερη ποιητική πιστοποίησή του και ταυτοχρόνως μια βαθύτερη εκφραστική ανυποληψία προς τη «γραπτή»-ποίηση, την ποίηση πια τη γραπτή τη δική του.

Και στη σημείωση της ίδιας σελίδας παρατίθεται ένα πεντάστιχο του Καρούζου από επιστολή του που λέει:

Ρε φίλε Νίκο
με τις λέξεις έχω τελικά
μια τέτοια ευχέρεια
όπου εμένα δεν μου λένε
ΤΙΠΟΤΑ.

Ξανά το τίποτα. Άλλο τίποτα αυτό. Αλλά είναι άλλο; Ή είναι αυτό το τίποτα, ως υπέρβαση των αισθητών, ως ακραία υπαρξιακή αναζήτηση νοήματος πέρα από τα γήινα αλλά και τα ποιητικά και τα γλωσσικά πράγματα (που αντιστοιχεί στο στίχο του «Ποιά είν’ εμένα η συχνότητά μου στο απόλυτο;»), που τον οδηγεί σε μια τέτοια στάση; Τη στιγμή που μέσα του –παρά τη σχέση του χερουβείμ με τον ουρανό ή, αν θέλετε, τη σταθερή αναφορά στο πρόσωπο του Χριστού (του Σημείου που είπε πιο πριν ο Πατίλης– χαίνει η άβυσσος του θανάτου, όπως διαβάζουμε στους στίχους:

Νύχτα και μέρα τήκεσαι
Οι λέξεις τίποτα δεν εκφράζουν (σ. 115)

Ακέραια μόνο
Σε κατάκοιτη θέληση
Με πανικό σαν πίδακα στο στήθος (σ. 116)

Θάνατος αλλάζει τη φωνή μας (σ. 128)

Καινούργιο φέρετρο η καινούργια μέρα (σ. 136)

Αλλά και όπως διαβάζουμε στο απόσπασμα του Καρούζου της σ. 69 της εισαγωγής του Πατίλη, όπου λέγονται τα εξής άκρως αποκαλυπτικά:

Όλα της ζωής ανήκουν στο θάνατο. Πώς να το κάνουμε; Κατά συνέπεια είναι ένα γεγονός που θα συμβεί σε όλους μας, και με απασχολεί, πρέπει να ομολογήσω, παρά πολύ και σχεδόν ολάκερη τη ζωή μου μ’ απασχόλησε. Και βέβαια είναι και μέσα στην ποίησή μου συνέχεια ο θάνατος. Αν είχα αγιάσει θα είχα τελειώσει με τον θάνατο. Αλλά εκείνοι που αγιάζουν είναι ελάχιστοι και δεν τους ξέρει κανείς. Εγώ είμαι στην κοινωνία, στις αδυναμίες, στις επιθυμίες, στις ορέξεις, και ο θάνατος βιωματικά θα’ λεγα με λιανίζει.

Στα λεγόμενα αυτά υπάρχουν αντιφάσεις. Γιατί εάν ο ίδιος είναι από την μεριά της κοινωνίας και των επιθυμιών κλπ., ο άλλος που αγιάζει ποιος είναι; Ο αναχωρητής; Γιατί; Ο Καρούζος τι είναι; Δεν είναι μέσα στο κατοικητήριο της ποίησής του –όπως την ξέρουμε– αναχωρητής και έγκλειστος, και μοναξιασμένος και έρημος και περιθωριακός; Ωστόσο, η ομολογία αυτή δεν καταργεί ούτε τη διάσταση του Χερουβείμ ούτε τη συσχέτισή της με το ΣημείοΧριστός, που γράφει ο Πατίλης, αλλά ούτε με τις ανατολικές παραδόσεις. Ο Πατίλης τα σχετικά με τον βουδισμό και το Ζεν τα συνδέει με την απόσβεση του εγώ και σωστά. Χωρίς να σημαίνει αυτό ότι στη χριστιανική παράδοση και δη την ορθόδοξη, μας ενδιαφέρει η διόγκωση του εγώ ή η σταθεροποίησή του.

Έχω όμως εδώ μια ένσταση. Σχολιάζοντας ο Γιάννης Πατίλης τα σχετικά με το θάνατο στον Καρούζο και ενώ λέει, πολύ σωστά, ότι δεν αποτελούν «απλό Καταγραφή 4διανόημα ή υλικό ήρεμου στοχασμού αλλά σχεδόν καθημερινό αγωνιώδες βίωμα» (σ. 69), ρίχνει το βάρος στην ανάγκη «πνευματικής παρηγόρησης ή θεραπείας». Μας βάζει μπροστά σε ερωτήματα του τύπου «η ποίηση μπορεί να βοηθήσει;» ή «να κατανικήσει το φόβο του θανάτου;». Καθώς συμπληρώνει ότι ο Καρούζος πίστευε πως αυτό «με τα ποιήματα δεν κατανικιέται», βρίσκει ότι «προσπάθησε να ανακουφίσει την πιεστική παρουσία του». Η ένστασή μου λοιπόν είναι ότι η σχέση του Καρούζου με τον Χριστό ή ταυτόχρονα και με τις ανατολικές παραδόσεις –τουλάχιστον από μια στιγμή και ύστερα– δεν είναι μονάχα παρηγοριά και ανακούφιση. Εάν μάλιστα ισχύει αυτό που λέει ο Λεοντάρης για τη συλλογή Υπνόσακκος, ότι δηλαδή η ποίηση –στην περίπτωση του Καρούζου– «υπάρχει εξ αρχής στον ποιητή τον ταυτισμένο με τον Ιησού, που προβάλλεται σαν ιδανικό πρότυπο ποιητικής ύπαρξης» (με αναφορά στο στίχο του Καρούζου «γιατί δεν υπάρχει απόσταση ώς του Χριστού το σώμα»), αυτή η ταύτιση –αν είναι ταύτιση– δεν μπορεί να είναι απλώς παρηγοριά και ανακούφιση. Και τούτο γιατί Χριστός σημαίνει πρώτα πρώτα σταύρωση κι ύστερα ανάσταση. Και ο Καρούζος τη σταύρωση την είχε ζήσει στο πετσί του.

Ας πω τώρα μερικά καταληκτικά πράγματα. Ο Νίκος Καρούζος κινείται σ’ ένα τεντωμένο σκοινί. Ακροβατεί. Από κάτω χαίνει η άβυσσος ή ο θάνατος. Κι όσο κι αν ενεργεί μέσα στην ποιητική περιοχή, αυτή η περιοχή δεν τον ενδιαφέρει έξω από τη βαθύτερη υπαρξιακή διάσταση του ανθρώπου, την αναφορά στον Χριστό και την απελευθέρωση από τη γλώσσα και τις λέξεις της. Για ποιό λόγο όμως; Για να πλησιάσει αυτό που κάπου ονομάζει «αρτιότητα του ανθρώπου ή θέωση».

Λέω δηλαδή ότι, παρά τη λεκτική θρυμματοποίηση νοημάτων και σημασιών (ίσως αυτό που ο Πατίλης λέει «εκρηκτική φυγόκεντρη λεκτική πολυσημία και νοηματική πολυσημασία», σ. 33) που συμβαίνουν συχνά στα ποιήματά του –αν και δεν συμβαίνει μονάχα αυτό, αλλά και το εντελώς αντίθετο–, ο Νίκος Καρούζος κυνηγάει, όσο κι αν μπορεί να φαίνεται παράξενο τόσο στους πιστούς όσο και στους άπιστους, την ελευθερία του Θεού –είτε το γράφει με κεφαλαίο είτε με μικρό–, ελευθερία όμως που λέει ότι αποκαλύπτεται μέσα από την ελευθερία του ανθρώπινου προσώπου (δες σ. 27).

Και στην περίπτωση αυτού του κυνηγητού έρχονται στο προσκήνιο και το μυστήριο, και ο Θεός και το θαύμα της ζωής και του θανάτου και η Αγάπη, αλλά και η γλώσσα στη διάσταση που θέλει τώρα αυτός ο κυνηγός του θεού, δηλαδή την μυθική διάσταση. Στη σ. 27 διαβάζουμε σε κείμενο του Καρούζου:

Κι έρχομαι να πω τώρα πως ο μύθος υποτάζοντας τη γλώσσα μάς δωρίζει την έσχατη ανωτερότητα της γλώσσας, εξαίρει το μυστήριο, λαμπρύνει την ανυποταξία του θεού μες τον κόσμο, λέει το θαύμα της ζωής και του θανάτου.

Ποιός κατοικεί κάπου εδώ κοντά, τον οποίο μάλιστα έχει σε εκτίμηση ο Καρούζος; Μα ο Πεντζίκης. Ο οποίος με τη σειρά του γράφει στην Πραγματογνωσία:

Έχει λοιπόν μεγάλη σημασία η αναζήτηση των ενσπαρμένων στο σώμα μας από τρεις χιλιάδες χρόνια πιο μπροστά ομηρικών μύθων με την ειλικρινή φόρτισή τους με αγάπη […] Παράλληλα προς την λογική αντικειμενικά πραγματικότητα, υφίσταται μια άλλη, που κατά τρόπο μυστικό υπεισέρχεται στη διάπλαση του σώματός μας, πραγματοποιούμενη με τη σωρεία των μυθικών γνώσεων που νομίζουμε ότι διαψεύδονται.

Ο Πεντζίκης για να υπερβεί τη διάσταση υποκειμένου-αντικειμένου ζητά τη μέθεξη και ζητά τον μύθο ως αλήθεια και ως αποκάλυψη ντυμένη την Αγάπη. Το ανάλογο ζητά και ο Καρούζος. Αλλά η περίπτωσή του είναι πολύ διαφορετική γιατί είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένη με την αγωνία και με την αίσθηση του θανάτου.

Θα κλείσω την παρουσίαση διαβάζοντας ένα απόσπασμα της εισαγωγής του Πατίλη, που παίρνοντας αφορμή τη συλλογή Ποιήματα (1961) και το εκεί ποίημα με τίτλο «Μένουσα Πόλις» γράφει τα ακόλουθα:

Έχοντας ως πηγή το παύλειο «ου γαρ έχομεν ώδε μένουσαν πόλιν, αλλά την μέλλουσαν επιζητούμεν» (Εβρ. 13, 14), ο ποιητής Νίκος Καρούζος συγκροτεί τους δύο κόσμους του, αυτούς μεταξύ των οποίων και μαζί τους διήλθε βασανιστικά μετέωρος ολόκληρη τη ζωή του: την Μένουσα πόλιν, εκείνη την υπαρξιακή της φθοράς και του θανάτου είτε την πολιτική της εξουσίας και της εκμετάλλευσης του ανθρώπου, και, σε πλήρη αντιστοιχία πάλι ανάμεσά τους, την Μέλλουσα πόλιν των κομμουνάριων της αταξικής κοινωνίας και εκείνην της εν Χριστώ αναστάσεως και ενώσεως πάντων: τις πόλεις που βαθύτατα πόθησε πέρα από κάθε πίστη για το εφικτό ή όχι της πραγματοποίησής τους ή και για την ύπαρξή τους την ίδια! (σ. 52)

Ο Καρούζος –το ξαναβλέπουμε αυτό σήμερα χάρη στην εργασία του Πατίλη– ανοίγει δρόμο για να σταθούμε ξανά με μεγάλη προσοχή στο ζήτημα της σχέσης Πίστης, Ποίησης, Ελευθερίας και Αγάπης. Αυτά τα τέσσερα θα έλεγα ότι είναι μονίμως καταδιωκόμενα από το κυρίαρχο πνεύμα.

ΣΩΤΗΡΗΣ ΓΟΥΝΕΛΑΣ

Ομιλία κατά την παρουσίαση του βιβλίου στις Εκδόσεις Γαβριηλίδη, 21.12.2017

~ . ~

IMG_9956

Φιλόδοξη αλλά ανοικονόμητη σύνθεση

antioxou-giannis-dialysis

~ . ~

της ΘΕΩΝΗΣ ΚΟΤΙΝΗ ~ . ~

Γιάννης Αντιόχου,
Διάλυσις,
Ίκαρος, 2017

Ακκίζομαι στην απροσδιόριστη εποχή
μια στάλα αίμα είναι
ας μην το κάνουμε θέμα
«Εξάντλησις»

Η Διάλυσις του Γιάννη Αντιόχου, όπως δηλώνει και ο τίτλος της συλλογής, στοχεύει να αναδείξει τη διάλυση του νοηματοδοτικού πυρήνα της ύπαρξης και την παράλληλη αποκέντρωση της γλώσσας που φέρει την αποδόμηση αυτού του νοήματος.

Το σώμα, ο έρωτας, η σχέση με τον άλλο, η ποιητική λειτουργία, ο θάνατος, το δέος της ύπαρξης, ο τρόμος μπροστά στους ολοκληρωτισμούς της εποχής είναι τα θεματικά κέντρα της συλλογής, θέματα που βιώνονται και αποτυπώνονται σαρκικά,  αλλά ως μια σάρκα πάσχουσα, σε μια παροξυσμική ενίοτε σωματικότητα. Γι’ αυτό και κυριαρχούν η εξάρθρωση, η διασπορά, οι καρκινικές εξαλλαγές, οι εφιαλτικές εκβλαστήσεις ενός σώματος-κόσμου που ακρωτηριασμένος άλλοτε συναινεί στο διαμελισμό του και άλλοτε ανακαλεί το χαμένο όλο. Όλα τα παραπάνω συνθεμένα σε ένα ποιητικό λόγο-πολύποδα που θέλει να εξακτινώσει αυτή την ανεξέλεγκτη αύξηση του μιάσματος, αλλά εντέλει υφίσταται και ο ίδιος τον εκφυλισμό.

Σε όλη τη συλλογή,  το ποιητικό υποκείμενο με ένα λόγο τραχύ βιώνει «τη σύρραξη των σωμάτων», στις πολλαπλές μεταμορφώσεις – παραμορφώσεις τους: το σώμα του έρωτα, το σώμα του κόσμου, της πόλης και της εποχής. Σώμα μαλακό, γλοιώδες, σε αθόρυβους ή  εκκωφαντικούς αλληλοσπαραγμούς–χωρισμούς, σώμα αιχμηρό, τραυματισμένο. Γι’ αυτό και συχνά παρελαύνουν στίχοι που αποτυπώνουν τα φρικτά καθέκαστα της φθοράς ή της εξαλλαγής του: «Οι εικόνες σταματούν στο σκοτάδι / του αποκεφαλισμένου μου σώματος»﮲ «Και μοιάζει να ονειρεύεσαι πως κολυμπάς στο σάλιο / της Ύπαρξης / Και εντός μιας φυσαλίδας που ταξιδεύει στο αίμα, / το κοίλο κάτοπτρο σε μεταμορφώνει σε μάτι / εξόφθαλμου ψαριού»﮲  «Καημένε Τζον / το νεογέννητό σου δεν άνοιξε τα μάτια του / δυο βδέλλες στα κλειστά του βλέφαρα / και τα σκουλήκια των νεκρών προγόνων σου στο στόμα»﮲ «Η εγγύς καταισχύνη των αστών / ο λιθοβολισμός / κι η πλευρική διάτρησις / αυτό το διαμπερές τραύμα του διασυρμού / ανάμεσα σε φυλλώματα βιβλίων»﮲ «μα αυτό το αριστερό μου πόδι / με τόσα αγκάθια / και βελόνες / και θρύψαλα / ήδη σαπίζει / βρομάει / και χάνεται».

Εξίσου υποκείμενα στην τερατογονία είναι και η ανθρωπότητα («Αυτή η πολτώδης / απελπισμένη ανθρωπότητα»), οι βαλτώδεις, φασματικές μεγαλουπόλεις–νεκροπόλεις που γιγαντώνουν τη «Βαβέλ της ύπαρξης», οι φόβοι ως μεγάλα κήτη που καταπίνουν και φτύνουν τον ονειρευόμενο «στο κρεβάτι μες στη γλίτσα», η κανιβαλική ή νεκροφιλική βίωση του έρωτα  («στις πτυχώσεις μου υγρασία, / σπίνοι και φτενοί τσαλαπετεινοί / με ψειρίζουν από μικρές τρύπες / αφαιρώντας ρύπους / λευκά σκουληκάκια / και τα οξέα του κορμιού»﮲ «το πομπώδες σινιόν κεφάλι / της νεκρής που ξενυχτούσε / μηκύνοντας τη διατήρηση του λειψάνου / με γάζες παγωμένης φορμόλης»﮲ «Περαιτέρω συγχώρησα τα πάθη / σχεδόν όλα / αναμένοντας κι ο ίδιος την ανθρωποφαγία / αυτή τη μεγάλη αγάπη / μασώντας / δέρμα και υπόδερμα / στραγγίζοντας το σώμα / σπάζοντας τα δόντια μου / στα κόκαλα / γλείφοντάς τα»).

Ήδη το πρώτο ποίημα της συλλογής, «Εξάντλησις», θέτει τους όρους και τους τρόπους αυτού του σύμπαντος, αλλά και τις αδυναμίες αυτού του λόγου:

Μοιάζουμε με ολάνοιχτες πίνες,
φυτεμένες στην ιλύ του βυθού
μιας εύκρατης και θερμής
μεσόγειας θάλασσας

Τα χέρια μας
ένα ολόκληρο σώμα
το δίχως άλλο ένα όστρακο
με λεπτά και πλατιά ελάσματα

Χτένια πολλά στα μαλλιά των φυκιών
χτένια μερίζοντας ίνες και νημάτια
μαστίγια της επιβολής
που αναδιπλώνονται δίχως ήχο
κι αυτόν τον σπασμό
μες στην πλημμύρα

Είμαστε εντέλει,
πίνες δίθυρες κτενοειδείς
είδος εδώδιμο
συμβιώνοντας με καρκίνους
αλλιώς
πινοθήρες ή πινοκάβουρες
φρουρούς καρκίνους
των δυνητικών μας κινδύνων […]

Αυτά έως την πρώτη σελίδα, το ποίημα όμως συνεχίζεται σε τέσσερις σελίδες ακόμα. Στις παραπάνω στροφικές ενότητες έχουμε την ήπια εκτύλιξη της δραστικής εικονοποιίας του σώματος ως ενός αμυντικού μαλάκιου του φόβου. Στη συνέχεια, παρατηρούμε τη μετακύλιση στους άλλους θεματικούς πόλους της συλλογής: η σχέση με τον άλλο («Επιτρέψτε μου να ουρλιάξω / με τον καρκίνο κλεισμένο στα χτένια μου / πως πλησιάζει η ώρα σας»), το κουρασμένο φάσμα του έρωτα («Εξάντλησις ετών είκοσι δύο / το πρόσωπό σου / Μια βρυγιωμένη πέτρα / Με δυο λάκκους σκοτεινούς / που τρέφονται με παφλασμούς / Αντιγράφοντας την αρχαία ναυμαχία / Και το βόμβο της σιωπής»), η κρημνώδης μοίρα του ποιητή («Απ’ το στενό μπαλκόνι, / πατάει ο ποιητής στο κενό, μονολογώ»).  Όπως και στα περισσότερα ποιήματα της συλλογής, αυτά τα θέματα συμπλέκονται σε μια πλατιά πολύστιχη φόρμα, σε μια φυγόκεντρη, χαλαρή δομή και πολύτροπες αφηγηματικές επιλογές: μονολογικά αποσπάσματα, μνημονικές παρεκβάσεις, προστακτικές ρητορικές αποστροφές στον αναγνώστη, παρενθετικά σχόλια, προλογικά μότο, ευρύ διακειμενικό διάλογο με πλήθος κείμενα και ποιητικές περσόνες (από τραγούδια των Radiohead έως Δάντη, Ρεμπώ, εκκλησιαστικά κείμενα κ.ά.).

Αποτέλεσμα ένας ποιητικός λόγος που μετέρχεται μια πανσπερμία υλικών που αθροίζονται ογκούμενα, μια ρητορική του λόγου που θέλει να είναι συνθετικός αλλά γίνεται σωρευτικός και φλύαρος, υπονομεύοντας έτσι την ευεργετική επενέργεια των καλών στιγμών και της συνθετικής βούλησης που όντως διαθέτει η συλλογή. Η συλλογή στερείται οικονομίας και αυτό επιδεινώνεται και από τη μεγάλη έκταση πολλών ποιημάτων και από την υπερεκμετάλλευση κάποιων ποιητικών τόπων όπως η εφιαλτική γεωγραφία του σώματος αλλά και, πρωτίστως, την χαώδη συνύπαρξη των βασικών θεματικών αξόνων σε μια, όχι αλληλεπίδραση αλλά, ας μου επιτραπεί ο νεολογισμός, αλληλοδιάχυση. Μια βίαιη και συχνά εξεζητημένη γλώσσα που θέλει να τα πει όλα, όχι καταυγάζοντας, αλλά συσκοτίζοντάς τα. Εξαίρεση ίσως οι δοκιμές στην πειθαρχία του σονέτου σε κάποια ποιήματα της συλλογής.

Εντέλει ένας λόγος-νάρκισσος που θέλει να είναι εξωστρεφής και καταγγελτικός, αλλά συχνά γίνεται, παρ’ όλη την περιφραστικότητά του, κλειστός. Αυτό καταδεικνύεται και στις πλείστες αναφορές στην «σταυρική» ποιητική λειτουργία: «Πεθαίνει απόψε ο ποιητής / για την αλήθεια μιας ζωής  / γέρνει σιγά,  τα μάτια σβήνει / φυσάει αέρας και τα κλείνει / Πάνω στη γη είναι νεκρός / ο έρωτάς του ο σκοτεινός» («Obscurus»)﮲ «Και πλημμυρίζουν οι κοιλάδες κατακάθια της διάβασής σου ποιητή […] Κι εντός σιωπής / αυτό το τακ τακ / π’  ακούγεται σαν το σφυρί / δεν σφυρί δεν αλλά σταυρός  / καρφώνοντας / διαμαντένιες κερκίδες στίχων / στεριώνοντας με φθόγγους ήλων» («Τακ Τακ»)﮲ «Ασκώ την ποίηση / αν και  οι στίχοι μου μάλλον γδέρνουν / Συνήθως αφαιρώ το ρήμα / και τραβώντας / σφίγγω και σφίγγω τις εποχές / κι αφήνω τη λήθη / ως μια πλαστή πραγματικότητα / ενταφιάζοντας στο ποίημα / όλα όσα κανείς υποκρίνεται / πως δεν έχει ζήσει ή δεν τα θυμάται» («Παραβολή»)﮲ «Είναι που καμιά φορά / ένας οργισμένος ποιητής / με την καρδιά του να χτυπά / στης γλώσσας του το χαλινό / και το έρεβος των ματιών / κάπως σαν πνιγμένος / ανασηκώνει το βλέμμα του καθρεφτίζοντας το είδωλό του / τέρας ο ίδιος / κι ο ίδιος ουρανός» («Προαίσθησις») κ.ο.κ.

Η ενδοστρεφής προσήλωση διαπιστώνεται και στο συχνό μοτίβο της κόλασης αλλά και στην θανατολαγνία («να αγκαλιαστώ και να παλέψω με την φαιδρό σκελετό»﮲ «Είχα το δάκτυλο / βρήκα τον Βλαντίμιρ / και ψάχνω τη σκανδάλη / Να μου φέρετε τριαντάφυλλα»﮲ «Κι αφού νεκρός γεννήθηκα, για τούτο δεν πεθαίνω» κ.ά. Σε αυτό συμπράττουν και οι συχνές αναφορές στην «ξεβράκωτη Αθανασία» που προσπαθεί να αποκαθηλώσει, όπως κι άλλες πλάνες του εαυτού, αλλά εντέλει μνημειώνει ως αίτημα.

Αυτός ο πολυφωνικός, υψηλής θερμοκρασίας, εξεγερμένος λόγος δεν γίνεται αιρετικός, αλλά εντέλει συντηρητικός, γιατί συστρέφεται στον εαυτό του, εξυμνεί –ελεεινολογώντας έστω–  την απελπισία του σαλτιμπάγκου ποιητή, προφητεύει υποθήκες του μέλλοντος από το βάθος του τάφου, εκφωνεί την αντίσταση συχνά, μαζοχιστικά, ακυρώνοντάς την. Αυτή η συντηρητική εντέλει προβληματική, αν απεκδυθεί τους μοντερνιστικούς τρόπους και την πλατιά διακειμενικότητα, δείχνει τα όριά της, όπως βλέπουμε στα έμμετρα ποιήματα της συλλογής. Η εύστοχη, λιτή σκηνογραφία του ποιήματος «Παραίσθησις Γ΄» υποδηλώνει τις δυνατότητες μιας πύκνωσης που χάθηκε μέσα στην φιλόδοξη γλώσσα και  τη συγκεχυμένη πρόθεση.

ΘΕΩΝΗ ΚΟΤΙΝΗ

 

 

Ειρωνική ένταση

daneika_kichli

~ . ~
της ΘΕΩΝΗΣ ΚΟΤΙΝΗ ~ . ~

Γεωργία Τριανταφυλλίδου,
Δανεικά αγύριστα,
Κίχλη, 2017

Στην τρίτη της συλλογή η Γεωργία Τριανταφυλλίδου συνεχίζει την ειρωνική, αποδραματοποιημένη κατασκευή ενός απροσδόκητα κοιταγμένου κόσμου. Τα υλικά μιας κοινότοπης πραγματικότητας, όπως μια φωτογραφία ή ένα δανεικό σάλι, μέσω μιας διαθλασμένης ή έως το παράλογο φτασμένης ονειρικής όρασης, γίνονται αφορμή να υπαινιχθεί τη φαινομενική και πολλαπλή φύση του πραγματικού και την απατηλότητα των ανθρώπινων σχέσεων που διαφεύγουν από κάθε αίσθηση οριστικότητας ή δεσμευτικότητας. Ενδεικτικά:

Ανάμεσα σε μένα και τη φωτογραφία
μεσολαβούν δύο υπάρξεις:
του φωτογράφου
και του φωτογράφου,
επίσης.
Γιατί,
όταν κοιτώ
αυτό που είδαν τα μάτια του,
πώς να μη σκέφτομαι
ότι δε βλέπουν
μέσα απ’ τα μάτια μου
εκ νέου;

(«Απορία στην κάθοδο από τον πέμπτο χωρίς ανελκυστήρα»)

Από αυτά προκύπτουν οξύμωρες, επάλληλες συζεύξεις χρόνων, προσώπων, τόπων που επικάθονται σαν οργανική και συμπαγή αλλά και διαφεύγουσα ύλη στο ατομικό βίωμα που παράγει επαναληπτικές προβολές του εαυτού μέσα σε ένα κόσμο σημάτων και συμβολικών ανταποκρίσεων:

Φαντάζομαι ανθρώπους
που μαστορεύουν μόνοι τους στο σπίτι
καρφώνουν το πόδι μιας παλιάς καρέκλας
σφίγγουν τη βίδα στο ντουλάπι της κουζίνας
επιδιορθώνουν τη ζωή τους
με τις ίδιες συμβολικές πυκνότητες που ζούμε
στα όνειρα.

Αυτοί οι άνθρωποι θέλω να με φαντάζονται
σαν κάποια
που τραβά μια κούνια και την αφήνει
και τη χαζεύει που ακινητοποιείται σταδιακά
μέχρι να γίνει ένα κάθισμα χωρίς πόδια.

Και τότε χρειάζομαι τους ανθρώπους
που με φαντάζονται και τους φαντάζομαι
να καρφώνουν πόδια στο άδειο μου κάθισμα
δημιουργώντας το συνεχώς απρόσωπο
μα υπαρκτό μας δέσιμο.

(«Ένας τρόπος για να μη λέω ‘εμείς'»)

Οι ανθρώπινες σχέσεις και κυρίως οι ερωτικές αποτελούν το κατεξοχήν πεδίο προβληματισμού στη συλλογή. Η ερωτική συνύπαρξη, πολλαπλά εκφραζόμενη στα διάφορα επεισόδια της συνάφειας (π.χ. στα ποιήματα «Απαρατήρητοι», «Βρες άλλον να ειρωνεύεσαι», «Dress code»), καθίσταται ο εμπόλεμος χώρος της μείζονος εκκρεμότητας της ύπαρξης που μόνο φαντασιακά μπορεί να τερματιστεί:

Υπάρχει ένας περίπατος μακρινός
όπου συναντιόμαστε.
Εκεί ποτέ δε μιλάμε
καθώς στις ομηρικές μονομαχίες
απαγορεύεται η ακάλυπτη σάρκα.
Αν μιλήσεις, θα υποκύψω
αν μιλήσω, η λέξη θα τρυπήσει το απροφύλακτο μέρος
στ’ αριστερά.
[…]
Ήταν μια φορά ένας περίπατος μακρινός
όπου εσύ κι εγώ είπαμε το ίδιο πράγμα.

(«Βόλτα με σκύλο»)

Η ρητορική στρατηγική μιας τέτοιας ποίησης είναι η ευρηματική, συχνά ειρωνικά γειωμένη ποιητική φόρμα, κυρίως μικρής έκτασης, που ενδύεται τη μορφή μιας αφήγησης λιτής, ελλειπτικής, ασύνδετης, χωρισμένης σε ευδιάκριτες αφηγηματικές μονάδες, σε χρόνο ενεστώτα ή αόριστο και έγκλιση οριστική, που όσο πιο διαφεύγουσα είναι η ποιητική ύλη τόσο πιο οριστική και πραγματική την παρουσιάζει. Μια από τις πάγιες εκφραστικές επιλογές του μοντερνιστικού ποιήματος, άλλωστε. Γι’ αυτό και απουσιάζει η συναισθηματική εμπλοκή σε αυτή την ψύχραιμη θέαση του κόσμου όπου το μάτι παρατηρεί και μη εμπιστευόμενο αυτό που βλέπει δημιουργεί μια δική του όραση ή επιστρέφει μια σαρκαστική αυτοαντανάκλαση.

Αυτή η ειρωνική ένταση ανάμεσα στην μορφική στερεότητα και την κινούμενη άμμο του νοήματος είναι, κατ’ εμέ, η κύρια αρετή του βιβλίου. Η ανάγνωση προσπαθεί να προσπελάσει, αλλά υπονομεύεται διαρκώς, καθώς ακολουθώντας ξεγελασμένη τον πεζό –και εύρυθμο– βηματισμό της αφήγησης σκοντάφτει σε μια δύσβατη πυκνότητα που εκπορθείται μόνο με μια δεύτερη ή τρίτη προσπάθεια. Η επίγευση μιας τέτοιας αναγνωστικής προσήλωσης παράγει, στις ευτυχέστερες στιγμές, μια γοητευμένη απορία και στη συνέχεια εννόηση, όπως στα ποιήματα «Δανεική», ή «Εξ αίματος».

Υπάρχουν, όμως, και στιγμές, εξίσου αρκετές, που η πυκνότητα γίνεται σκοτεινότητα και ο στοχασμός εξυπνάδα, η εσωτερικότητα εκπίπτει σε μια επίπεδη επιφάνεια απροσδόκητων λεκτικών συζεύξεων. Η υπονόμευση της αναγνωστικής βεβαιότητας, σε αυτές τις περιπτώσεις, δεν παράγει ένα νέο και απαιτητικότερο τρόπο να κατανοήσεις καλύτερα, αλλά ένα κόμπιασμα μπροστά στη δυσνόητη φράση, που δεν υποδηλώνει πάντα μια βαθύτητα αλλά μια κατασκευή. Κι ο μη υποψιασμένος αναγνώστης χρεώνει συνήθως στον εαυτό του την αδυναμία κατανόησης, ενώ απλώς πρόκειται για μια, κατ’ επιλογήν, ομιχλώδη θέα. Παρ’ όλα αυτά, πρόκειται για μια αξιοπρόσεκτη και ώριμη γραφή που, αν ήθελε λιγότερο να εντυπωσιάσει ή να ξαφνιάσει, θα πετύχαινε ουσιαστικότερα αποτελέσματα.

ΘΕΩΝΗ ΚΟΤΙΝΗ