ΝΠ | Κριτική βιβλίου

Γλυκόπικρη αυτοειρωνεία

Σήλικα

~. ~
της ΘΕΩΝΗΣ ΚΟΤΙΝΗ ~ . ~

Σήλικα Ρηγοπούλου,
Μαθήματα οικιακής οικονομίας,
Μελάνι, 2017

Τα Μαθήματα οικιακής οικονομίας, η πρώτη συλλογή της Σήλικας Ρηγοπούλου, συνθέτουν μια ευρηματική και παιγνιώδη παραβολή του βίου της νοικοκυράς.

Η καθημερινή βιοτική μέριμνα της γυναίκας παρουσιάζεται ως μια διαρκής μεταφορά της υπαρξιακής μέριμνας, της προσπάθειας να ερευνηθεί και να διασωθεί ο ψυχικός χώρος μέσα στην επανάληψη, τη ρουτίνα, την τελετουργία του οικόσιτου βίου. Γι’ αυτό και πράξεις και αντικείμενα, όπως το ξεσκόνισμα, η γενική καθαριότητα, οι τέντες, το μωσαϊκό, οι κάλτσες, οι καρέκλες, οι τοίχοι γίνονται σύμβολα της γεωμετρημένης βιοτής που αγωνίζεται να σημασιοδοτήσει και ει δυνατόν να διευρύνει τα δεδομένα τετραγωνικά του βίου:

Όταν βρέχει δεν βγαίνω έξω.
Διαχειρίζομαι εσωτερικές υποθέσεις.

Με την υγρασία η σκόνη κατακάθεται.
Δεν κορδώνεται στο φως, δεν περηφανεύεται,
δεν πανηγυρίζει.
Την εντοπίζω στο ξύλο, το χαρτί, το γυαλί.
Παραδίνεται αμαχητί,
υποτάσσεται με όλους τους κόκκους της.

Λίγο πριν εξαφανιστεί
σχεδιάζω πάνω της το ιδεόγραμμα
του βασιλεύοντος ήλιου:
δίνω αξιοπρέπεια στην αποχώρηση
νόημα στον αφανισμό.

(«Ξεσκόνισμα»)

Στα καταγωγικά κείμενα αυτής της συλλογής ανήκει, μεταξύ άλλων, η Αμνάδα των ατμών της Αθηνάς Παπαδάκη του 1980, όπου εκεί η μάχη με τη σκόνη του θρυμματισμένου χρόνου της γυναίκας λαμβάνει την δραματική οξύτητα του αγώνα εναντίον της θρυμματισμένης γυναικείας ταυτότητας. Ας θυμηθούμε ένα χαρακτηριστικό ποίημα της Αμνάδας με παρόμοιο τίτλο:

Επαναφέρω τη μνήμη στα πράγματα.
Το ξύλο ή το γυαλί
την αγάπη διαισθάνεται και λάμπει.
Ακόμα και το ξεσκονόπανο
στο σκοινάκι του μπαλκονιού, το νοιάζομαι,
έτσι πλυμένο,
τους βαμβακερούς κάμπους της Βοιωτίας
θα θυμάται, σκέφτομαι.
Νοικοκυρά, τσίτι στο τσίτι,
η σκόνη με ασφαλτοστρώνει,
υποχωρώ
ώσπου
κεφάλι
ρούχα,
πόδια
διαφεύγουν ατημέλητα προς την αφάνεια.

(«Ξεσκονίζοντας»)

Στην Αμνάδα των ατμών, όμως, βλέπουμε το συντριπτικό βάρος του ρόλου πάνω στο πρόσωπο. Ο νεροχύτης, το νυφικό κρεβάτι, η χύτρα ταχύτητας, τα ασπρόρουχα γίνονται επίβουλα όργανα αφανισμού: Ετούτα τα λινά τεκμήρια αγάπης, / τραπεζομάντηλα, πετσέτες, / που αγκαλιάζουν το τραπέζι / ή τα γόνατα / είναι που με εκμηδενίζουν; αναρωτιέται η Παπαδάκη, αποτυπώνοντας εναγώνια τη γυναικεία αυτεπίγνωση των ποιητριών της γενιάς του ΄70.

Στη συλλογή της Ρηγοπούλου, εν έτει 2017, το βίωμα μιας άλλης γενιάς, αν και ενταγμένο σε ανάλογη χωροθεσία και προβληματική, παρουσιάζεται διαφοροποιημένο, καθότι λιγότερο εναγώνιο, ελάχιστα τραγικό. Ο εγκλωβισμός αποδραματοποιείται: τεμαχίζω το μήνα προσεχτικά. / Χωράω κάθε μέρα σε μια κλεψύδρα. / Τη γυρίζω ανάποδα. / Παίρνω τη σκόνη μου πίσω. / Το χρόνο μου πίσω, διαβάζουμε στο ποίημα «Γενική». Εδώ η γυναίκα φαίνεται να καθοδηγεί, σε αρκετά σημεία, τη σκηνοθεσία και τη στοχοθεσία του βίου, να την ορίζει: Ενημερώνω χάρτες, / τροποποιώ στερεότυπες αντιλήψεις, / νομιμοποιώ καταπατημένες περιοχές του έσω χώρου, / με συγχωρώ, με καταλαβαίνω, με αποδέχομαι. («Επαγγελματικός προσανατολισμός»).

Αυτό που στη γυναικεία φωνή του ’70 ήταν πικρά σαρκαστικό, υποδηλωμένο, συχνά, στις διαλείψεις της σιωπής γίνεται τώρα γλυκόπικρα αυτοειρωνικό, απερίφραστα δηλωτικό, συγκαταβατικό εντέλει. Κι αυτή η συγκατάβαση είναι η κατεξοχήν μέθοδος συναισθηματικής οικονομίας, ανάλαφρα διοχετευμένης σε συσσωρεύσεις αντικειμένων και απαριθμήσεις ψυχικών προβολών και τεχνασμάτων για να κατοικηθεί εξημερωμένη η εντός εστίας φθορά.

Η αναζήτηση π.χ. των χαμένων κλειδιών πριν από την έξοδο ενεργοποιεί όχι μόνο την υπαρξιακού τύπου απορία: Μήπως τίποτα δεν είναι τυχαίο; / Μήπως δεν είμαι έτοιμη να φύγω; / Μήπως χρειάζομαι μια ανάπαυλα, μια ενδοσκόπηση, / μια ανασκόπηση της ζωής που με προσπερνάει; Αλλά και την ειρωνική κατακλείδα του τελευταίου στίχου: Ή μήπως απλώς χρειάζομαι κλειδοθήκη;

Αυτός είναι, άλλωστε, ο δεσπόζων τρόπος της συλλογής: η υπονόμευση του βαρυσήμαντου ή ποιητικά φορτισμένου λόγου με τη χρήση του κοινότοπου, το οποίο ειρωνικά, συνήθως, ανασημασιοδοτημένο δίνει στο ποίημα τον καίριο υπαινιγμό του, όπως στο ποίημα «Αλλαγή εποχής»:

Αντιπαθώ το μόνιμο πράσινο των αιεθαλών.
Προτιμώ φυλλοβόλες αποκαλύψεις στο μπαλκόνι:
μιμόζες, γαζίες, πασχαλιές.

Τη γυμνή αλήθεια.

Καθόλου σίγουρη πως κάποτε θα τη μάθω ολόκληρη.
Απόλυτα σίγουρη πως από πάντα την ξέρω.

Σε αρκετά, όμως, ποιήματα η αποφόρτιση μέσω του χιούμορ, της λογοπαικτικής γλώσσας, της συνεχούς συμπαράθεσης του κυριολεκτικού και μεταφορικού οδηγεί σε φλυαρία (π.χ. στα ποιήματα «Φωταγωγία», «Θέρμανση») ή σε απλώς έξυπνα κείμενα (π.χ. «Επίκληση στην οικιακό βοηθό», «Αίθουσα συσκέψεων», «Μικρή αγγελία») που περιορίζονται να επισημάνουν κομψές αναλογίες ανάμεσα στον έξω και στο μέσα χώρο. Ο μεγαλύτερος, άλλωστε, κίνδυνος πηγάζει από τα δυνατά μας σημεία, τα προτερήματά μας, που μπορεί να λειτουργήσουν, στην κατάχρησή τους, ως δυνάμει μανιέρες. Αυτό δεν αναιρεί το γεγονός ότι πρόκειται για μια αξιοπρόσεκτη πρώτη δουλειά που κατορθώνει να εδραιώσει το στίγμα της, αλλά οφείλει παράλληλα να διερωτηθεί για τις ευκολίες της.

ΘΕΩΝΗ ΚΟΤΙΝΗ

 

 

Advertisements

Σιμπλίκιος Σιμπλικίσιμος: Ένα προτεσταντικό μυθιστόρημα

σιμπλι

~. ~

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΠΙΝΑΚΟΥΛΑ ~.~

Hans Jacob Christoffel Grimmelshausen,
Σιμπλίκιος Σιμπλικίσιμος,
μετάφραση Γιάννης Κοιλής,
Εξάντας 2017

Το βιβλίο του Χανς Γιάκομπ Κρίστοφελ φον Γκρίμελσχαουζεν Σιμπλίκιος Σιμπλικίσιμος είναι ένα σπουδαίο μυθιστόρημα, θεμελιώδες έργο της γερμανικής και της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας.

Ιδιαίτερη σημασία έχει για τη νεότερη γερμανική λογοτεχνία και κουλτούρα, την οποία στην ουσία εγκαινιάζει στα μέσα του 17ου αιώνα. Ο Σιμπλικίσιμος μεταφράστηκε τώρα για πρώτη φορά στα ελληνικά χάρη στον ακάματο Γιάννη Κοιλή, στον οποίο οφείλουμε χάριτες όχι μόνο για την απόδοσή του στη γλώσσα μας αλλά και για την ωραία γλώσσα στην οποία τον απέδωσε, σε ένα εξαίρετο κράμα λόγιων και λαϊκών ιδιωμάτων. Ο Κοιλής δούλεψε για πολλά χρόνια με αφοσίωση, και αυτό που μας παρέδωσε είναι ένα υπόδειγμα λογοτεχνικής μετάφρασης, που δε θυσιάζει την ομορφιά για χάρη κάποιας σχολαστικής ακρίβειας, ούτε όμως προδίδει το πρωτότυπο για να εντυπωσιάσει τον Έλληνα αναγνώστη.

Ο Σιμπλικίσιμος είναι πολλά πράγματα και θα μπορούσε κανείς να μιλά ατέλειωτες ώρες γι’ αυτό το μυθιστόρημα: είναι το θεμέλιο της σύγχρονης γερμανικής τέχνης και κουλτούρας, είναι ένα κορυφαίο δείγμα του είδους του πικαρικού μυθιστορήματος, είναι μια συμπυκνωμένη έκφραση του Μπαρόκ ως εποχής και ως καλλιτεχνικού κινήματος, είναι επίσης μια ιστορική μαρτυρία για τον Τριακονταετή Πόλεμο. Ταυτόχρονα είναι –και αυτό θα με απασχολήσει σε τούτη την παρουσίαση– ένα μυθιστόρημα και ένα έργο τέχνης στο οποίο γίνεται πλέον φανερή η επιρροή του προτεσταντισμού.

Την εποχή που γράφει ο Γκρίμελσχαουζεν, δηλαδή τη δεκαετία του 1660, έχουν περάσει εκατόν πενήντα περίπου χρόνια από τη γέννηση του προτεσταντικού simplicissimus_titelκινήματος. Αφότου ο Μαρτίνος Λούθηρος θυροκόλλησε τις ενενήντα πέντε θέσεις του στο ναό των Αγίων Πάντων στη Βιτεμβέργη, τον Οκτώβριο του 1517, η νέα πίστη διαδόθηκε σαν τη φωτιά στα ξερά χόρτα. Ο δέκατος έκτος και ο δέκατος έβδομος αιώνας είναι μια αιματηρή ιστορία θρησκευτικών πολέμων, διώξεων, δογματισμού και μισαλλοδοξίας που προκλήθηκε από την εμφάνιση του προτεσταντισμού και από την ανυποχώρητη αντίδραση της Ρωμαιοκαθολικής Ευρώπης.

Στο μυθιστόρημα του Γκρίμελσχαουζεν λοιπόν έχουμε μια λογοτεχνική έκφραση, θα μπορούσαμε να πούμε, του προτεσταντισμού. Ο προσεκτικός αναγνώστης μπορεί να εντοπίσει ένα σωρό προτεσταντικά γνωρίσματα. Και αυτό δεν έχει να κάνει μόνο με την έκφραση θρησκευτικών αντιλήψεων και θεολογικών ιδεών, αλλά και με την ίδια την αντίληψη για τον άνθρωπο και τον κόσμο. Η κοσμοθεώρηση του Γκρίμελσχαουζεν είναι προτεσταντική ως το μεδούλι.

Ας πάρουμε, για παράδειγμα, την ιδέα περί της ανθρώπινης φύσης. Η φύση του ανθρώπου και η φύση του κόσμου είναι, για τους προτεστάντες, αθεράπευτη κακή. Ο κόσμος κείται εν τω πονηρώ και ο άνθρωπος είναι εκ φύσεως αμαρτωλός. Και αυτή η κατάσταση δεν μπορεί να αλλάξει. Η προτεσταντική κοσμοθεωρία είναι σκληρή και άτεγκτη. Ο άνθρωπος είναι αναγκασμένος να πολεμά διαρκώς την κακή του φύση και την κακή του επιθυμία, χωρίς ελπίδα να την κατανικήσει, χωρίς ελπίδα να την κάνει καλή. Πρόκειται για την ιδέα της concupiscentia, δηλαδή της αμαρτωλής επιθυμίας που έχει εκ φύσεως ο άνθρωπος, μια ιδέα που ανάγεται στον Αυγουστίνο, αλλά προσλαμβάνει στον Λούθηρο και στους προτεστάντες στοχαστές πολύ αυστηρότερη και σκληρότερη μορφή.

Σύμφωνα […] με τον Λούθηρο, «η ανθρώπινη φύση είναι τόσο κακή, ώστε ακόμα και σ’ αυτούς που έχουν αναγεννηθεί από το Πνεύμα όχι μόνο δεν κατευθύνεται προς το καλό, αλλά και ενεργά αγωνίζεται και πολεμά εναντίον του». Επιπλέον, ο Λούθηρος πιστεύει ότι η αμαρτωλή επιθυμία δεν εξαλείφεται ποτέ και επομένως κανείς ποτέ δεν μπορεί να επιτύχει πλήρως την καθαρότητα της καρδιάς. Όπως παρατηρεί ο Vogel αναφερόμενος στην προτεσταντική κατανόηση της αμαρτίας, «ο άνθρωπος ως άνθρωπος είναι αθεράπευτα αμαρτωλός και το peccatum originis δεν είναι τίποτε άλλο παρά αυτή η πλήρης διαφθορά». Η διαφθορά αυτή, σύμφωνα με τον Λούθηρο, αποτελεί και την κατεξοχήν αμαρτία.

Το ότι ο άνθρωπος παραμένει δια βίου αθεράπευτα αμαρτωλός συνάγεται από το συνολικό έργο του Λούθηρου. Η ανθρώπινη φύση είναι αμαρτωλή σχεδόν εξ ορισμού. Θα μπορούσε ίσως κανείς να ισχυριστεί ότι για τον Λούθηρο είναι αδύνατον να είσαι άνθρωπος, αν δεν είσαι ταυτόχρονα και αμαρτωλός.[i]

Οι προτεσταντικές αντιλήψεις οδηγούν σε μια διαρκή και ανυποχώρητη μάχη με τον κόσμο. Ο προτεστάντης δεν μπορεί να δει τίποτε καλό στον κόσμο, δεν simplicissimus_froemmigkeitμπορεί να συμβιβαστεί με την αμαρτία που βλέπει παντού γύρω του και εντέλει δεν μπορεί να δει με συμπάθεια τον άνθρωπο. Όλοι είναι κακοί και αμαρτωλοί. Τα πάθη δεν είναι ανθρώπινα και συγγνωστά. Είναι αποδείξεις της κακότητας του ανθρώπου, της αθεράπευτης κακότητάς του.

Σε όλο το μυθιστόρημα του Γκρίμελσχαουζεν ακούμε διαρκώς τον ήρωά μας να θρηνεί και να οδύρεται για την κακία των ανθρώπων, για τον αμαρτωλό κόσμο μέσα στον οποίο έχει γεννηθεί, για την απιστία που συναντά αδιάλειπτα μπροστά του. Στο 24ο κεφάλαιο του πρώτου βιβλίου, για παράδειγμα, διαβάζουμε:

Κύριε και Θεέ μου! πόσο παραξενευόμουνα στην αρχή όποτε αντιμετώπιζα από τη μια το νόμο του Ευαγγελίου μαζί με τις άγιες προειδοποιήσεις του Χριστού και από την άλλη έβλεπα το έργο εκείνων που παριστάνανε τους μαθητές και διαδόχους του! Αντί για την ορθή άποψη που πρέπει να έχει κάθε δίκαιος χριστιανός, συνάντησα τόση κενόδοξη υποκρισία και άλλες αναρίθμητες μωρίες σε όλους τους λαϊκούς ανθρώπους ώστε αμφέβαλλα αν είχα μπροστά μου χριστιανούς.[ii]

Το συγκεκριμένο κεφάλαιο είναι ιδιαίτερα αποκαλυπτικό για την προτεσταντικότητα του Γκρίμελσχαουζεν. Ήδη ο τίτλος είναι πολύ εύγλωττος: «Ο Σιμπλίκιος μαλώνει τους ανθρώπους και βλέπει είδωλα πολλά στον κόσμο». Το μεγαλύτερο αμάρτημα για την υπερευαίσθητη προτεσταντική συνείδηση είναι, βέβαια, η ειδωλολατρία. Η ισχυρότερη εντολή είναι το «ου ποιήσεις σεαυτώ είδωλον». Έτσι, ο προτεστάντης ανακαλύπτει παντού αμαρτωλά είδωλα και θέλει να τα αποκαθηλώσει, θέλει να αποκαλύψει την υποκριτική χριστιανοσύνη των χριστιανών, οι οποίοι είναι στην πραγματικότητα ειδωλολάτρες.

Όταν κοντά στον ερημίτη μου ακόμα μελέταγα το δρόμο για την αιώνια ζωή, παραξενευόμουνα που ο Θεός είχε απαγορέψει στο λαό του με τόσο μεγάλες τιμωρίες την ειδωλολατρία. Καθότι νόμιζα πως όποιος είχε μια φορά γνωρίσει τον αληθινό και αιώνιο Θεό, αυτός ποτέ ξανά δεν θα λάτρευε και δεν θα προσκύναγε κάποιον άλλον. Με το κουτό μου το μυαλό συμπέρανα λοιπόν ότι αυτή η εντολή ήτανε περιττό και μάταιο που δόθηκε.

Αχ όμως! δεν ήξευρα ο μωρός τι σκεφτόμουνα, αφού, μόλις βγήκα στον κόσμο, κατάλαβα ότι (παρακούγοντας τη λεγάμενη εντολή) κάθε άνθρωπος του κόσμου είχε κι έναν θεό συμπλήρωμα. Ορισμένοι είχανε μάλιστα και παραπάνω από ό,τι οι ίδιοι οι αρχαίοι κι οι παλιοί ειδωλολάτρες.[iii]

Και απαριθμεί στη συνέχεια διάφορες μορφές ειδωλολατρίας που συναντά. Για άλλους θεός είναι το χρήμα, που κρατάνε κλεισμένο στο σεντούκι τους. Για άλλους είναι η εύνοια κάποιου άρχοντα, που αποδεικνύεται τελικά ένας αλήτης 150px-Simplicissimus_Cover_pageσαν κι αυτούς. Για άλλους είναι η φήμη. Για άλλους είναι η ευφυΐα και η γνώση κάποιας τέχνης ή κάποιας επιστήμης, η οποία όμως τους κάνει αλαζόνες. Για άλλους είναι η ικανοποίηση της λαιμαργίας τους, και γι’ αυτό προσφέρουνε διαρκώς θυσίες στον Βάκχο και τη Δήμητρα. Για τους άρρωστους θεός γίνεται ο γιατρός, απ’ τον οποίο περιμένουν άδικα τη σωτηρία. Για άλλους θεότητες είναι οι ωραίες γυναίκες, και τις προσκυνούν μέρα νύχτα. Για κάποιες γυναίκες θεός γίνεται η ομορφιά τους, που τη φροντίζουν με φκιασίδια και κολόνιες. Για άλλους είναι τα ωραία σπίτια που χτίσανε και κατοικούνε. Για άλλους είναι η δουλειά τους, που σε αυτή αφιερώνουν όλες τις σκέψεις και τα συναισθήματά τους. Για άλλους είναι η άθλια τροφή, τα σαλιγκάρια και τα βατράχια, που τους κρατάνε στη ζωή. Για άλλους, τέλος, θεός είναι η τέχνη, η ομορφιά και η σπανιότητα ενός έργου.

Ο Γκρίμελσχαουζεν, ως συνεπής προτεστάντης, καταδικάζει όλες αυτές τις μορφές ειδωλολατρίας, συνολικά και ριζικά. Δεν κάνει διακρίσεις και λεπτούς διαχωρισμούς, αφού η κάθε μορφής ειδωλολατρία απομακρύνει τον άνθρωπο από την ορθή λατρεία προς τον αληθινό Θεό.[iv]

Ο ανεικονισμός και η εικονοκλασία συνδέονται βέβαια στενά με τον μεσσιανισμό και με το πάθος για αλλαγή του ανθρώπου ακόμα και με τη βία. Στον Σιμπλικίσιμο, όπως και σε όλα τα προτεσταντικά έργα, συναντάμε την «πουριτανική απέχθεια των εικονοκλαστικών ζηλωτισμών εμπρός στην ανθρώπινη φύση», τον «φυγάνθρωπο ανεικονισμό» που συναντάμε ήδη στον αρχαίο ιουδαϊσμό, στον μωαμεθανισμό, στους Βυζαντινούς εικονομάχους.

Το κοινό νήμα εδώ είναι ο μεσσιανισμός και το κοσμικό του σύστοιχο, ο ουτοπισμός: Για όλα αυτά τα ρεύματα της θρησκευτικής ή αισθητικής σκέψης ο άνθρωπος θεωρείται απλό μεταβατικό στάδιο, προοριζόμενο να υπερβαθεί είτε στο Επέκεινα είτε εντός της Ιστορίας. Αυτό είναι που καθιστά την παρούσα ενθαδική του μορφή ανάξια απεικονίσεως ή και όλως διόλου εξαλειπτέα. Για όλους αυτούς τους ζηλωτισμούς, κοσμικούς ή θρησκευτικούς, η ανθρώπινη μορφή ως έχει αποτελεί σε τελική ανάλυση σκάνδαλο. Και η εικονοκλασία, η θραύση της, είναι το λογικό επακόλουθο.[v]

Στον Σιμπλικίσιμο λοιπόν, όπως και σε όλα τα εικονομαχικά έργα, υπάρχει και μια σκοτεινή όψη: η άρνηση και η απόρριψη του ανθρώπινου προσώπου. Είναι teufel-fabelwesen-grimmelshausen-gr.jpgχαρακτηριστικό πως το μυθιστόρημα ξεκινά με την εκπαίδευση του Σιμπλίκιου από έναν ερημίτη σε πλήρη απομόνωση, μακριά από τους ανθρώπους, και τελειώνει πάλι με την απομόνωσή του, όταν γίνεται και ο ίδιος ερημίτης. Ο μόνος τρόπος για να αποφύγει ο άνθρωπος την αμαρτία και το κακό είναι, για τον Γκρίμελσχαουζεν, η απάρνηση του κόσμου και η απομάκρυνση από τους ανθρώπους.

Το σπουδαίο βιβλίο του Γκρίμελσχαουζεν λοιπόν, αυτό το «έργο που κοχλάζει από ζωή, που μιλάει στον ενικό με το θάνατο και το διάβολο» όπως γράφει ο Τόμας Μαν, είναι και μια λογοτεχνική έκφραση του προτεσταντισμού, της αρνησικοσμίας και της εικονομαχίας των Μεταρρυθμιστών. Είναι, επομένως, και ένα γέννημα της εποχής του, της σκληρής, αιματηρής ιστορίας που γέννησε τον σύγχρονο κόσμο. Και αυτό το χαρακτηριστικό του το κάνει ακόμα πιο επίκαιρο και ωφέλιμο για μας σήμερα.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΙΝΑΚΟΥΛΑΣ

~  .  ~

Σ Η Μ Ε Ι Ω Σ Ε Ι Σ

[i] π. Δημήτριος Μπαθρέλλος, Ίδε ο άνθρωπος. Το δόγμα της αναμαρτησίας του Χριστού, Εν πλω, Αθήνα 2017, σελ. 93-94.
[ii] Hans Jacob Christoffel von Grimmelshausen, Σιμπλίκιος Σιμπλικίσιμος, μτφρ. Γιάννης Κοιλής, Εξάντας, Αθήνα 2017, σελ. 100.
[iii] Ό.π., σελ. 102-103.
[iv] Βλ. Carlos M. N. Eire, War against the Idols. The Reformation of Worship from Erasmus to Calvin [Πόλεμος εναντίον των ειδώλων. Η μεταρρύθμιση της λατρείας από τον Έρασμο μέχρι τον Καλβίνο], Cambridge University Press, Κέιμπριτζ 1986, όπου παρουσιάζεται λεπτομερώς η εξέλιξη της προτεσταντικής αντίληψης για την ειδωλολατρία της μεσαιωνικής Εκκλησίας, η σφοδρή επίθεση στα σύμβολα και τις εικόνες της, και η προπαγάνδιση των εικονοκλαστικών προτεσταντικών ιδεών στις μεγάλες μάζες του λαού.
[v] Κώστας Κουτσουρέλης, «Τα δήλα και τα άδηλα του Χρήστου Μποκόρου», στο Για τον Χρήστο Μποκόρο. Πέντε ομιλίες, Μουσείο Μπενάκη / Εκδόσεις Άγρα, Αθήνα 2017, σελ. 42-43.

Μεταξύ ροής και διαρροής

o-ypnos-einai-rodo-9789605041762-1000-1233534

~.~

της ΘΕΩΝΗΣ ΚΟΤΙΝΗ ~.~

Ζέφη Δαράκη,
Ο ύπνος είναι ρόδο,
Νεφέλη, 2016

Καταξιωμένη ποιήτρια η Ζέφη Δαράκη, δεν χρειάζεται ίσως μια ακόμα κριτική στη μακρά πορεία της στο λόγο. Μια ποίηση ολιγόλογη, συνειρμική, ποίηση που μπορεί να χαρακτηριστεί ως το όνειρο ενός στοχασμού ή ο στοχασμός ενός ονείρου.

Τα αυτά ισχύουν και για το Ο ύπνος είναι ρόδο, την τελευταία δουλειά της, όπου η ελευθερία και η διάχυση του ενύπνιου λόγου ανασύρουν στο φως της γραφής τα κοιτάσματα μιας μνήμης κατεξοχήν νυχτερινής:

Μη λυπηθείς, θα ’ρθει μια στιγμή που
θα βρεθείς σε μια ακροχαλασιά οι θάμνοι
τυλιγμένοι δαιμονάγγελο φως      Γύρω η παρέα
ηλιοφόρα τα πεύκα μυθικά
Το κρασί στο ποτήρι θα θυμάται όσα δεν
     έγιναν ποτέ

Τότε θ’ ανέβει η θάλασσα
σαν κορίτσι επάνω στο τραπέζι
με τα μαλλιά χυμένα σε αμνήμον κύμα

Το τοπίο θα με κοιτάζει από πολύ μακριά ένα
     δυσεύρετο μπλε του κοβαλτίου
θα τέμνει τα λόγια
     στο ποτέ πια

(«Ακροχαλασιά»)

Αυτή η ελεύθερη περιδιάβαση στον  χώρο της ονειρικής ανάκλησης επιτρέπει να καλλιεργηθεί μια τεχνική εικόνων συνήθως χαλαρά μεταξύ τους συνδεδεμένων, από την μικρή ή μεγάλη συνάφεια των οποίων εξαρτάται η ευστοχία του εκάστοτε ποιήματος. Το παραπάνω ποίημα αποτελεί ένα παράδειγμα ευτυχούς σύναψης της μνήμης που εκτυλίσσεται θεώμενη τον αλγεινό τόπο της απόκρημνης «ακροχαλασιάς». Αντιθέτως, στο ποίημα «Συνομιλίες που δεν» η περιδιάβαση «στο χλιαρό σκοτάδι μιας άχρονης νύχτας» παραμένει ανενεργή, καθώς αρθρώνεται ακριβώς σε μια χλιαρά συνεκτική εικονοποιία, σαν να παρεισφρέουν ενίοτε στο σκηνικό φερτά αδρανή υλικά:

Περπατούσα στο χλιαρό σκοτάδι μιας άχρονης νύχτας
αποζητούσα συνομιλίες δεν
     υπήρξαν ποτέ;
Στρόφιγγες πάγου ανοιγόκλειναν λέξεις
που σέρναν τις αλυσίδες τους
Σώματα ξεχασμένα απ’ το σώμα τους
Χειραψίες – ρεύματα υπόγεια.

Στη συλλογή το ρόδο του ύπνου έχει και αγκάθια, όχι ακριβώς τις στιλπνές αιχμές του σπαραγμού, μάλλον τις λειασμένες εκδορές μιας παλιάς οδύνης που βλέπει τα εμβλήματα της νεότητας –«το άλλοτε φιλί», περασμένους εναγκαλισμούς, ξεχαρβαλωμένες κούκλες– να κινούνται στο ημίφως μιας ονειρικής αιώρησης ή να γίνονται επικίνδυνες υπομνήσεις του τετελεσμένου. Η αίσθηση του μετέωρου είναι κυρίαρχη στη συλλογή –όπως γενικότερα στην ποίησή της– και αποτυπώνεται αισθητικά με το σταθερό μοτίβο της «ανάβασης-κατάβασης» ή της πτώσης: «έμεινα κρεμασμένη στο κενό», «στα βαθιά νερά του καθρέφτη το πιο / απόμακρο είδωλο / ενός σώματος πέφτει», «Αλλά ανεβήκαν μονάχα οι πνιγμένοι / σε κάτι ξέφωτα ερημικών λυγμών», «Στο μεταξύ ας προσπαθήσω κι άλλη ζωή / στο ηλιόλουστο σκοτάδι του έρημου / που έξαφνα κατεβάζει / φωταψίες νηπίων / και παλιών εναγκαλισμών», «Το ασημένιο γοβάκι της Σταχτοπούτας το ’σκασε στον πιο δυσεύρετο ουρανό / ανεβοκατεβάζοντας αιωνίως / τις σημασίες του έρωτα και του θανάτου».

Αυτή η παλινδρόμηση από το εδώ στο εκεί, από το τώρα στο τότε και τανάπαλιν κάνει το χρόνο ρευστό και εκκρεμή. Μες στον χαμό τίποτα δεν χάνεται ή το ήδη συντελεσμένο δεν γίνεται τετελεσμένο, αλλά παραμένει σαν μισοτελειωμένη πράξη στο παρόν. Γι’ αυτό και σε αυτή τη μελαγχολική γειτονία του θανάτου τα φάσματα του παρελθόντος δεν γίνονται μόνο φαντάσματα αλλά διπλές, έστω και αιτούμενες, πραγματικότητες.

Στη συλλογή βρίσκουμε τα μόνιμα μοτίβα της ποίησης της Δαράκη, με πρώτο αυτό που θα χαρακτήριζα  «νεκρή φύση των ονείρων».  Το ποιητικό εγώ  υπνοβατεί στη μεγάλη νύχτα του στοχασμού, όπου μέσα συναιρούνται όλη η παλιά ομορφιά, διαθλάσεις κατόπτρων, ο έρωτας, το απαρηγόρητο τραύμα της τέχνης, η μεμακρυσμένη θέα αυτών που είναι να πάλι  συναντηθούν μα μόλις αντικρίζονται. Σύνεργα αυτής της νεκρής φύσης: λεπτό αεράκι, σημαίνοντα χρώματα, κλίμακες χρόνου, αγαπημένα άχρηστα φορέματα, ραγισμένα τζάμια, σκισμένα χειρόγραφα,  σπασμένες φτερούγες.

Δεύτερο μοτίβο η νοσταλγία του « άλλλοτε σ’ αγαπώ», για να δανειστώ ένα στίχο από τη συλλογή Ωσάν λέξεις του 1998.  Αυτό το «άλλοτε σ’ αγαπώ» είναι μια διαρκής διαπίστωση και επίκληση που διανύοντας την ποίησή  της και φτάνοντας στο Ο ύπνος είναι ρόδο  γίνεται η «παντοδυναμία του παρελθόντος / επάνω στο άλλοτε φιλί».

Τρίτον, η λέξη-ποίηση σε διπλή ταυτότητα: ως το «δριμύ ψύχος της γραφής» που δεν μπορεί να χωρέσει τη ζωή και ως το θαύμα-ποίηση του κόσμου πριν χρειαστεί τις λέξεις: «Αντίο λέξη που ήσουν ουρανός / Ουρανέ μου που / έγινες λέξη». Αυτό που παράγεται είναι η ατμόσφαιρα μιας περιπλάνησης στα σπαρμένα παλιά πρόσωπα του εαυτού του ζητούν να συναντηθούν με την εξίσου αόριστη τωρινή μορφή του. Κι αυτό γιατί συγκεκριμένη ποίηση ζητά το διακεκομμένο, το ημιτελές να γίνει συνεχές. Στα καλά ποιήματα αυτό εκλύει μια ροϊκή συνέχεια, μια «πλωτή» ανάγνωση σε υγρή ονειροβασία. Και ακριβώς σε αυτή την ποίηση δεν σε κερδίζει ο μεμονωμένος στίχος, αλλά η υποβλητική διαχείριση της σιωπής ανάμεσα στους στίχους. Στην υποβολή συντελεί η συχνή στη δουλειά της φόρμουλα του αποσιωπημένου ή ημιτελούς λόγου («όταν οι γάμπες γυμνές ως τους μηρούς/ όταν τα σώματα») και της παρομοίωσης («και το πουκαμισάκι σου σαν καταγάλανο/ στην πολυθρόνα» «ως μη μέλλον», «η πρωινή ομίχλη σαν πουκαμισάκι»).

Σε άλλα ποιήματα, όμως, η συχνή επανάληψη των ίδιων μοτίβων δίνει μια αίσθηση στατικότητας και επανάληψης. Τα υλικά, επίσης, της σκηνογραφίας του ονείρου στην ελεύθερη και ασύνδετη διέλευσή τους στη μνήμη δεν συναρθρώνονται πάντα σε μια συμπαγή μονάδα-ενότητα, αλλά παραμένουν διαδοχές  εικόνων σε μια ρευστότητα που γίνεται διάχυση. Η ροή γίνεται διαρροή. Τότε το ποίημα λιμνάζει σε ένα ρευστό «περίπου», όπου εκεί ο αναγνώστης δεν καταδύεται στον διαυγή βυθό του «δια ταύτα», αλλά παραπλέει ένα διαθλασμένο νόημα.  Έτσι συχνά έχεις την αίσθηση ότι διαβάζεις το ίδιο ποίημα και αυτό που θα έπρεπε να γίνει το στίγμα της γραφής γίνεται το αποκεντρωμένο χνάρι της.

Η ποίηση της Δαράκη βρίσκει τον εαυτό της και τον αναγνώστη, όταν η οικονομία του ελλιπούς στηρίζεται στην ευκρίνεια της εικόνας και η συνειρμική ακολουθία δομείται σε μια συνεπέστερη νοηματική ανταπόκριση των υλικών της, όπως εδώ («Σόλο φλάουτο, Ι»):

Το σώμα μου καρδιοχτυπά μπροστά
σ’ αυτό το ανώνυμο πρωινό
σ’ αυτή τη μαργαρίτα που σιγά σιγά
σαν μια ψιθυριστή αιωνιότητα ξυπνά
ξεφυλλίζοντας τον εαυτό της.

ΘΕΩΝΗ ΚΟΤΙΝΗ

Διάπλους μέσα στο φευγαλέο

απόστιχα σωπής

~.~

της ΘΕΩΝΗΣ ΚΟΤΙΝΗ ~. ~

Χάρης Ιωσήφ,
απόστιχα σιωπής,
Περισπωμένη, 2017

Τα απόστιχα σιωπής, η τρίτη συλλογή του Χάρη Ιωσήφ και η πρώτη που εγώ έχω υπόψη μου, είναι μια σπουδή του βλέμματος πάνω στα πράγματα που φέρουν στο σχήμα τους ή στις παραμορφώσεις τους αποσιωπημένο το κύλισμα του χρόνου.

Αυτό το βλέμμα επισκέπτεται συμβολικούς διαβατήριους χώρους (σταθμούς, κτίρια λιμανιών, μέσα μεταφοράς) ή μελετά το σώμα του τόπου και των αντικειμένων που κρατούν πάνω τους τα σημάδια της παρελθούσας κίνησης: χαράξεις επίπλων, θραύσεις φωτός, τομές κτιρίων, ροές σταγόνας, καμπυλώσεις φορεμένων ρούχων που γεμίζουν από ένα νόημα που είναι ο χρόνος και η σιωπή του, δηλαδή η ακινησία της μνήμης:

Οι οξειδώσεις
των παλιών σταθμών

Αναδεικνύουν τις χαράξεις
του Χρόνου

Οι επιφάνειες
στις έρημες αποβάθρες
Κοιμητήρια ονομάτων

Φέρουν τον αχό
μιας αόρατης ροής
Ενός αστείρευτου πλήθους

Αποχαιρετισμών

Αυτή την κίνηση του στοχασμού αποτυπώνει και η δομή του βιβλίου: είναι αρθρωμένο σε πέντε ενότητες πέντε έως δέκα ολιγόστιχων, συνήθως, ποιημάτων (τα «απόστιχα»), συνδεόμενες μεταξύ τους από ένα παρέμβλητο πολύστιχο ποίημα με τίτλο «Η σιωπή του χρόνου». Σε αυτό η περιδιάβαση του χώρου εκλύει στιγμιότυπα πιο προσωπικών βιωμάτων, ακίνητων μέσα στη μνήμη, να προσπαθούν να επικοινωνήσουν με τον «μετά» χρόνο, που είναι συνήθως ένας χρόνος άδειος.

Είναι μια οξύμωρη κίνηση που όλη η αργή, αισθαντική ροή της κατατείνει στην παύση, εμπεριέχει την ακινησία και αυτό νομίζω πως είναι η πεμπτουσία  και το – κερδισμένο– στοίχημα το βιβλίου: να συλλάβει αυτή την αδιανόητη φορά των ψυχικών συμβάντων μέσα στο χρόνο: «Η σταγόνα που γλείφει τον τοίχο / Έχει πάρει το σχήμα ενός στήθους / Που αναμένει μπροστά σου δίχως / αιδώ αιωρούμενο / Δέσμιο μόνο της / βαρύτατης / –Απόρροια πράξεων– Ποινής / Σε εντός σώματος πολυετή / Κάθειρξη».

Γι’ αυτό και οι αγαπημένοι χώροι είναι οι σιωπηλοί, ασύχναστοι χώροι, ακτές περασμένες Αυγούστων, το παλιό πατρικό, ο κήπος της ερειπωμένης εκκλησίας, το νυχτερινό κοιμητήριο στο φως των πρώτων αστερισμών, η ομίχλη του δάσους: «Χθες περπατήσαμε / […] Χωρέσαμε στη διάρκεια / του μετεωρισμού των σταγόνων / στις άκρες των πευκοβελόνων / Οι ανάσες μας / διατάραξη της κοινής ησυχίας / των πουλιών».

Ο χαμένος έρωτας και η διάσταση της νεότητας με την ωρίμανση είναι οι τόποι που φέρουν ισχυρότερα το αποτύπωμα του χρόνου στην συλλογή: «Σε φαντάζομαι μακρινή και απρόσιτη / […] Νεκρή φύση στην ανάπαυλα του Χρόνου / Όταν μετά τις νυχτερινές βροχές / Μετεωρίζονται των ψυχών / Τα νοτισμένα άνθη».

Τα παραπάνω συνθέτουν μια διακριτική ελεγεία και τον τόνο της ήρεμης και πικρής διαπίστωσης που θέλει να διατηρήσει τη νηφαλιότητά της. Γι’ αυτό και  επεξεργάζεται το αίσθημα μέσα από τα πράγματα κι όχι τόσο μέσα από τη συγκινησιακά φορτισμένη εξομολόγηση. Έτσι προέχει ένας λόγος ακριβής, λιτός που περιγράφει σε σαφήνεια τον τόπο, το αντικείμενο, την κίνηση χαρτογραφώντας με πιστότητα το σήμα τους.

Σε αυτή την ποιητική ατμόσφαιρα αποφεύγονται οι υψηλοί τόνοι και ο ποιητής επιλέγει το ρόλο ενός, κατά το δυνατόν, αμέτοχου σχολιαστή ή παρατηρητή, αφήνοντας την περιγραφή να υποβάλει τους υπαινιγμούς της. Αυτός ο ψύχραιμος διάπλους μέσα στο φευγαλέο που γίνεται μόνιμο, τραυματικά όμως ακίνητο, πιστεύω ότι αποτελεί την ιδιοσυστασία της γραφής του Χάρη Ιωσήφ και τη γοητεία της.

Σε εκτενέστερα, όμως, ποιήματα όπως «Η σιωπή του χρόνου ΙΙ», η ανάγκη για ακριβολογία εκτρέπεται σε αναλυτικότητα που χαλαρώνει την ένταση. Άλλοτε, κάποια αυξημένη λογιότητα λειτουργεί αντιποιητικά («Θα μπορούσαμε να διδαχτούμε από τα δέντρα […] / αλλά και από του ήλιου / Τη γενεσιουργό θωπεία τη θερμαίνουσα τα κύτταρα / των νεαρών φύλλων ενώ γνέθουν αχτίδες φωτός / με υπερχειλίσεις πρωινής πάχνης…». Επίσης, όταν ο ποιητής απομακρύνεται από το ρόλο του αποστασιοποιημένου σκηνογράφου και εμπλέκεται πιο προσωπικά, οι υψωμένοι τόνοι ηχούν κάποτε άστοχοι. Στη «Σιωπή του χρόνου IV»,  συνυπάρχoυν το όμορφο tableau vivant: «Μια χορωδία αγοριών κλείνει ένα θρησκευτικό μέλος / κρατώντας την απόσβεση μιας καταληκτικής συγχορδίας / με φωνές θύματα της επικείμενής τους ωρίμανσης» και η διδακτική κάπως αυτοκατάκριση: «Κι ας υποδιαιρούμε τον χρόνο/ Κι ας αναθρέφουμε λαίλαπες / Κι ας θυσιάζουμε τα τέκνα της Γης / Κι ας ιδιωτεύουμε αδιάντροπα».

Πέρα από τις επιμέρους ενστάσεις, θεωρώ ότι είναι ένα καλό βιβλίο με όλες τις δυσκολίες που πρέπει να υπερβεί η επιλογή να είναι ένα συνθετικό ποίημα, δηλ. ένας πειθαρχημένος στοχασμός πάνω σε ένα βασικό θεματικό άξονα που πρέπει να αρχιτεκτονήσει με ισορροπία τα επιμέρους επεισόδια του. Πάνω από όλα, θεωρώ ότι πρόκειται για μια γραφή που κατορθώνει να σε εισάγει στο μυστικό της, κρατώντας παράλληλα το αίνιγμα της, και να δημιουργήσει την διακριτότητα της φωνής της, της προσωπικής άρα και μοναδικής του κόσμου θέασης.

ΘΕΩΝΗ ΚΟΤΙΝΗ

 

Ανεμοκυνηγητό: μεταπλάθοντας ποιητικά την ματαιότητα

Εκκλησιαστής

~ . ~

του ΗΛΙΑ ΜΑΛΕΒΙΤΗ  ~ . ~

Ο Εκκλησιαστής, απόδοση & επίμετρο:
Θάνος Σαμαρτζής, Δώμα, 2017

Δεν ξέρει αγάπη ο άνθρωπος,
μα ούτε μίσος ξέρει.
Κι ό,τι κοιτάξει ο άνθρωπος
όλα τα βλέπει άδεια.

(καί γε ἀγάπην καί γε μῖσος οὐκ ἔστιν εἰδὼς ὁ ἄνθρωπος·
τὰ πάντα πρὸ προσώπου αὐτῶν, ματαιότης ἐν τοῖς πᾶσι.)

Από το 2011 ήθελα να γράψω για το βιβλίο αυτό που μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Δώμα. Ναι! εδώ και έξι χρόνια θέλω να εκφράσω τον ενθουσιασμό μου για τη μετάφραση του Εκκλησιαστή που έκαμε ο Θάνος Σαμαρτζής. Κι εξηγούμαι για τούτη την αντίφαση. Ήταν το 2011, προς τα τέλη της χρονιάς αν θυμάμαι καλά, που οι φίλοι στο βιβλιοπωλείο Ναυτίλος μου έδωσαν ένα μικρό καστανοκόκκινο βιβλίο με πολυτονικό: Ο Τελάλης Αθήνα 2011 — μονάχα αυτό και τίποτα άλλο· (ταυτόχρονα όμως μου ψιθύρισε εμπιστευτικά στο αυτί ο Γιώργος ότι αυτό το –άνευ ταυτότητος– έργο ήταν του Θάνου Σαμαρτζή). Ξεφύλλισα τις πρώτες σελίδες:

Λόγια τοῦ τελάλη, βασιλιὰ τῶν Ἑβραίων.

Τζάμπα, τζάμπα, εἶπε ὁ τελάλης,
τζάμπα ὅλα κι ἀνώφελα.
Ὁ κόπος σου, ἄνθρωπε, κάτω ἀπ᾽ τὸν ἥλιο,
τί σοῦ προσφέρει στὸ τέλος;
Περνᾶνε καὶ φεύγουν οἱ ἄνθρωποι,
ἡ γῆ στέκει πάντα ἀκίνητη.

Απλά, αδρά ελληνικά, σε μια ποιητική κατεβασιά, απέδιδαν τον Εκκλησιαστή με τρόπο ρωμαλέο, φρέσκο και λαγαρό. Ξαφνιάστηκα, με συνεπήρε και… χάρηκα, χάρηκα πολύ! Αμέσως μου έφερε στον νου τον Ιώβ και τους Ψαλμούς του Κώστα Φριλίγγου, μεταφερμένους στη γλώσσα μας από το εβραϊκό πρωτότυπο. Και στη συνέχεια, πράγματι, τούτο το έργο έγινε η αφορμή να συναντηθώ και με τα υπόλοιπα μεταφρασμένα σπαράγματα βιβλικών κειμένων από τον Φριλίγγο· αλλ’ ας μην προτρέχω. «Καιρὸς τῷ παντὶ πράγματι», καταπώς συμβουλεύει κι ο Εκκλησιαστής («κάθε πράμα κι η ώρα του», στην απόδοση του ΘΣ).

Με λαχτάρα έκτοτε περίμενα να δω αν ο ΘΣ θα ξαναβγάλει τον Τελάλη του, πολύ περισσότερο τώρα που ξεκίνησε να εκδίδει μεταφρασμένα ελληνικά φιλοσοφικά κείμενα στο Δώμα, που έστησαν μαζί με την Μαριλένα Καραμολέγκου. Και όντως! Το δεύτερο κιόλας βιβλίο τους είναι ο Εκκλησιαστής, χωρίς παρωνύμι αυτή τη φορά αλλά και μ’ όλα τα βιογραφικά του στοιχεία φανερά. Κι η συμπερίληψη του Εκκλησιαστή σε μια σειρά φιλόσοφου λόγου (‘Τα στοιχειώδη’ ονομάζουν τη σειρά υπενθυμίζω) είναι εύγλωττη κίνηση για τις προθέσεις του εκδότη-μεταφραστή θαρρώ, προθέσεις που μορφοποιούνται σε διαλογική πρό(σ)κληση στο επίμετρο, υπό μορφήν περιεκτικής ανάλυσης των λόγων του Εκκλησιαστή. Ένα ένα όμως. Είπαμε, «κάθε πράμα κι η ώρα του».

Κατ’ αρχάς, τολμώ να πω ξεκάθαρα ότι ο Εκκλησιαστής αποτελεί κατόρθωμα ποιητικής μεταφοράς στη νέα ελληνική λαλιά ενός έργου σημαδιακού, ξέχωρου και –κυριολεκτικά– μοναχικού στον βιβλικό (είτε ιουδαϊκό είτε χριστιανικό) κανόνα. Και μάλιστα πρόκειται για κατόρθωμα με τρισσή υπόσταση: αυτή η απόδοση του Εκκλησιαστή κατορθώνει να κάνει προσιτό ένα κείμενο βιβλικό, με τρόπο ποιητικά προκλητικό και γοητευτικό, δηλονότι λογοτεχνικό· κι επιπλέον, λογιάζω και για επίτευγμα του ΘΣ την προσπάθειά του να ενταχθεί σε μια συζήτηση σημερινή ο Εκκλησιαστής σαν κείμενο φιλοσοφικό. Θα προσπαθήσω σύντομα να εξηγήσω το γιατί.

~·~

Ο Εκκλησιαστής, καταπώς ομονοούν οι πλείστοι –αλλ’ όχι όλοι– μελετητές του, φαίνεται πως γράφτηκε κατά τα μέσα του τρίτου προχριστιανικού αιώνα, από έναν Εβραίο, στην Παλαιστίνη. Παρότι με διαβατήριο την υποτιθέμενη πατρότητα του σοφού Σολομώντα διευκολύνθηκε να διαβεί τις δογματικές στενωπούς και να εγκαταβιώσει έκτοτε τόσο εντός του εβραϊκού κανόνα της Τανάχ όσο και του χριστιανικού κανόνα της Βίβλου, γνωρίζουμε πλέον ότι αποτελεί έργο ανώνυμου συγγραφέα. Και ναι μεν πρόκειται μάλλον για Εβραίο, αλλά από τις γλωσσικές και γραμματικές μελέτες διαπιστώνεται πως έχει δεχθεί ισχυρές επιδράσεις στην ορολογία, την ορθογραφία και την γραμματική, από το αραμαϊκό και το χαναναιοφοινικικό γλωσσικό περιβάλλον, καθώς και λιγότερες από την ελληνιστική Κοινή. Η μετάφραση των Ο΄, την οποία και ακολουθεί ο ΘΣ «ακόμα και στα ελάχιστα σημεία που αποκλίνει από το εβραϊκό»,[1] παρουσιάζει ιδιαιτερότητες και ιδιομορφίες συντακτικές και γραμματικές που δυσχαιρένουν κάποτε την κατανόηση του κειμένου.

Σε ό,τι αφορά την επωνυμία του έργου, ας ειπωθεί ότι τον θηλυκό τύπο της μετοχής Κωχέλεθ μονάχα ο ανώνυμος μεταφραστής του Venetus Graecus τον πήρε τοις μετρητοίς και τον μετέφερε ως Εκκλησιάστρια (εν. Σοφία) στον κώδικα του 14ου αι., που ανήκε στη συλλογή του καρδινάλιου Βησσαρίωνα. (Αντιγράφω την αρχή, γούστου χάριν: «Λόγοι τῆς ἐκκλησιαστρίας τοῦ υἱέως δαυίδου τοῦ βασιλέως ἐν ἱερουσαλάμῃ. ματαιότης ματαιότητος, εἶπεν ἡ ἐκκλησιάστρια, ματαιότης ματαιοτήτων, τὰ πάντα ματαιότης»). Ίσως πάντως η λέξη να δήλωνε ένα αξίωμα εντός της κοινότητας, και «κατ’ αὐτονομασίαν» στη συνέχεια τον κάτοχό του είτε, το πιθανότερο, να χρησιμοποιήθηκε ως προσηγορικό και μετά ως προσωνυμία του συγγραφέα από τον κύκλο των μαθητών του (όπως λέμε ‘η μεγαλειότης’ κλπ.), όπως συνοψίζει ο Αθ. Χαστούπης.[2]

Εν πάση περιπτώσει, εκείνο για το οποίο παραμένει βιβλίο προκλητικό ο Εκκλησιαστής είναι οι ίδιες οι απαισιόδοξες ή σκεπτικιστικές απόψεις του καθώς κι ο ηδονισμός του. Στάσεις κι απόψεις που αποδίδονται συνήθως σε επιρροές αραμαϊκές, μεσοποταμιακές, βαβυλωνιακές, αιγυπτιακές, περσικές ή ελληνικές, με τους μεν να απορρίπτουν τις τάδε επιδράσεις προς σθεναρή υπεράσπιση των δείνα και τούμπαλιν. Παρότι η σχετική συζήτηση δεν έχει κοπάσει ακόμη και καλά κρατεί, φαίνεται πως ο ανώνυμος συγγραφέας καταφέρνει να αποσπά το ενδιαφέρον των μελετητών κρύβοντας καλά το μυστικό του, προσθέτοντας όμως στην κατηγορική κατάδειξη των μάταιων αναζητήσεων και την διακριτική του ειρωνεία, από το αρχαίο ‘κάποτε’:

Αυτό που κάποτε έγινε,
αυτό ξανασυμβαίνει·
αυτό που ήδη κάνανε,
αυτό θα ξαναγίνει.

Σε τούτο εδώ τον κόσμο
δεν έχει τίποτα καινούργιο.

Φώναξε κάποιος: “νά κάτι νέο!”·
αρχαίο και αυτό· και τούτο χτεσινό.
Τα πρώτα κανείς δε θυμάται,
ξανά θα ξεχαστεί και το αυριανό.

Ο Εκκλησιαστής ανήκει στα βιβλία με σοφιολογικό περιεχόμενο, και περιέχει κατηγορηματικές ή παραινετικές αποφάνσεις επί του ανθρωπίνου βίου, στηριγμένος στη βασική του ιδέα περί της ματαιότητας των πάντων:

Όλα για το τίποτα,
είπε ο εκκλησιαστής·
όλα είν’ ανώφελα,
όλα για το τίποτα

……………………

Κι όλα τα έργα πού ’γιναν
κάτω από τον ήλιο
τα κοίταξα και είδα:
όλα τους ανώφελα,
κυνήγι του ανέμου.

…………………….

Κι έμαθα μονάχα αυτό:
ανεμοκυνηγητό.

Η λέξη ‘χέβελ’ μάλιστα, που κατακλείει ως επωδός τις περισσότερες ρήσεις του, η γνωστή μας ‘ματαιότης’, συναντάται συχνότατα (συνολικά 33 φορές) μέσα στο 26735740_10215225855705123_353787040_oκείμενο και σημαίνει τον καπνό, τον ατμό, την ανάσα· «ἀτμὸς ἀτμίδων» μεταφράζει ο Ακύλας το πασίγνωστο «ματαιότης ματαιοτήτων» των Ο´, «κυνήγι του ανέμου» κι «ανεμοκυνηγητό» θα μεταμορφώσει ο ΘΣ ποιητικότατα την «προαίρεσι πνεύματος». Παρότι προϊόν της εβραϊκής σοφιολογίας, χαρακτηριστικό μορφικό της οποίας τυγχάνει η ποιητική γνωμική ρήση, ο Εκκλησιαστής δεν είναι διατυπωμένος από τους μασωρίτες γραμματικούς σύμφωνα με τα ποιητικά τονικά μέτρα. Τα ποιητικά γνωρίσματα όμως του είδους είναι διάσπαρτα σε όλο το κείμενο ώστε τόσο το εβραϊκό όσο και το ελληνικό των Ο΄ να τείνει σε ένα είδος ποιητικής πρόζας τις περισσότερες φορές. Κι εδώ αναδεικνύονται οι αρετές της ποιητικής απόδοσης του ΘΣ. Με γλώσσα απλή, λιτή κι ανεπιτήδευτη καταφέρνει να ισορροπεί μεταξύ ποιητικής ρυθμολογίας αφενός κι αποφθεγματικής λαϊκής αφήγησης ή θυμόσοφου παροιμιώδους λόγου αφετέρου.

Αγωνίζεται ο άνθρωπος,
την ψυχή του στυλώνει,
και κάθε μέρα του πόνος,
και κάθε αγώνας καημός,
και το βράδυ η ψυχή του ακόμα αγρυπνά,
για το τίποτα.

……………………

Γύρισα και κοίταξα
τ’ άδικα τούτης της ζωής.
Είδα το δάκρυ των αδικημένων,
απαρηγόρητο·
είχαν οι άδικοι γροθιά,
μα αυτοί δεν είχανε παρηγοριά.

……………………

Έκανε η αφροντισιά να γείρουν τα δοκάρια,
Και έκανε η τεμπελιά να στάζει το ταβάνι.

……………………

Άμα κοιτάς τον άνεμο,
ποτέ σου δε θα σπείρεις·
κι άμα κοιτάς τα σύννεφα,
ποτέ δε θα θερίσεις.

……………………

Καλύτερος αυτός που δε γεννήθηκε ποτέ·
τα μαύρα έργα της ζωής
γλίτωσε και δεν είδε.

……………………

Άμα το χρήμα αγαπάς,
ποτέ δε θα χορτάσεις·
κι ό,τι δημιουργήσεις,
δε θα το αγαπήσεις.
Ανώφελο κι αυτό.

……………………

Ήταν μια πόλη, ήταν μικρή,
λίγοι οι κάτοικοί της·
και ένας βασιλιάς τρανός
πολιορκία έστησε,
την κύκλωσε τριγύρω.

Και μες στην πόλη βρέθηκε
ένας μονάχος άνδρας·
φτωχός ο άνδρας και σοφός·
και έσωσε την πόλη
μ’ όλη του τη σοφία.

Μα άνθρωπος δε βρέθηκε
τον φτωχό να θυμηθεί

……………………

Τη μέρα του καλού, ζήσε το καλό·
Τη μέρα του καημού, άνοιξε τα μάτια.

……………………

Καλύτερα να πικραθείς παρά να γελάσεις·
όταν κακιώνει η όψη σου,
γλυκαίνει η καρδιά σου.

……………………

Καλύτερο να σε βρίσει ο σοφός
παρά να σε υμνήσει ο ανόητος.

Σαν τ’ αγκάθια που ψήνονται στη θράκα·
έτσι ακούγονται των άμυαλων τα γέλια.

……………………

Καλύτερο τα λόγια να τελειώνουν
παρά ν’ αρχίζουν.

…………………….

Το αντίποινο στον άνομο
αργεί και δεν το βλέπεις,
και η καρδιά σου γέμισε
λαχτάρα να πληγώσεις.

Και του ανθρώπου η καρδιά
γέμισε με κακία.
Σκέφτηκε τη ζωή του
και τού ’ρθε μαύρη τρέλα.
Και την καρδιά του έστρεψε
να βρει τους πεθαμένους.

Όχημα για τούτη την επίτευξη είναι ως επί το πλείστον ο ‘καθαγιασμένος’ δεκαπεντασύλλαβος κι η αφτιασίδωτη γλώσσα του που αγωνίζεται για απλότητα κι αμεσότητα. Επιπλέον, η διαμέσου της χρήσης των κατάλληλων αντιθετικών ρηματικών ή ονοματικών τύπων διατύπωση των διαζευκτικών αντιθέσεων, με τις οποίες και είναι διατυπωμένο το ίδιο το κείμενο των Ο΄. Έτσι κατορθώνει να παρακολουθεί τον βηματισμό του κειμένου αλλά και να κρατάει απαραμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Το αποτέλεσμα δεν είναι μόνο η ποιητική απόδοση αλλά η εκφορά ατόφιου και δραστικού ποιητικού λόγου:

Ξέρει αυτό ο ζωντανός:
μια μέρα θα πεθάνει.
Ο πεθαμένος τίποτα·
τίποτα δε γνωρίζει,
καμιά αμοιβή δεν έχει.
Τον πεθαμένο ξέχασαν.

Χάθηκε η αγάπη του,
χάθηκαν τα μίση του,
χάθηκε η ζήλια του.
Και στον αιώνα κι εσαεί,
πλέον δε θά ’χει μερτικό
σε τίποτα στον κόσμο.

……………………

Θα σε δαγκώσει το ερπετό
αν δεν του τραγουδήσεις
και τότε θα ‘ναι άχρηστα
όλα σου τα τραγούδια

……………………

Τι τού ’δωσαν οι μέρες του;
Θλίψη, κακία και οργή,
πίκρα, χολή κι αρρώστια.

……………………

Γυμνός βγήκε απ’ τη μάνα του,
γυμνός φεύγει και τώρα.

Εξαιτίας μιας τέτοιας συμπλοκής ανάμεσα στην ποιητική ρυθμολογία και την λαϊκότροπη θυμόσοφη αφήγηση, έχω την εντύπωση πως πίσω από –και 26754169_10215225868065432_753662694_nταυτόχρονα με– το κείμενο, μπορούμε κι αφουγκαζόμαστε μια φωνή προσωπική· την ίδια την εμπειρία του αφηγητή σαν δική του αφήγηση κι όχι σαν απόσταγμα της σοφίας του λαού του. Εν ολίγοις, η απόδοση του ΘΣ μας προσφέρει αυτό που ήδη κάνει ξεχωριστό τούτο το κείμενο μέσα στην Βίβλο, την πιο προσωπική του σφραγίδα: το ‘Εγώ’ του Εκκλησιαστή απέναντι στην αυθεντία της αξιοσέβαστης παράδοσης, την φωνή της προσωπικής του εμπειρίας. Κι ίσως ίσως διαβάζοντάς το λες πως ακούς σχεδόν το σημερινό παράπονο του διπλανού σου ανθρώπου· τον αναστεναγμό και την επίγνωση της ανθρώπινης ματαιότητας, καταστάλαγμα μιας πολύμοχθης καθημερινότητας κι ενός ακατάπαυστου ιδρωκοπήματος. Ιδού η επικαιρότητα της συνάντησης του Εβραίου Κωχέλεθ με το σημερινό, μεταχριστιανικό ‘εγώ’, που κατορθώνει η απόδοση του ΘΣ.

Κοίταξα τον κόσμο αυτό·
δεν έχει τίποτα να δώσει.

……………………

Την καρδιά μου έδωσα
σοφία ν’ αποκτήσω,
να μάθω όλους τους καημούς
σε τούτη εδώ τη γη.

……………………

Και τότε είπα μέσα μου:
“νικά η σοφία τη δύναμη·
μα τη σοφία του φτωχού
κανείς δεν τη μετράει,
τα λόγια του δεν ακούγονται”.

……………………

Στράφηκα τότε μέσα μου,
κι απ’ την καρδιά μου απόδιωξα
ό,τι με κόπο έφτιαξα
σε τούτη τη ζωή μου.

~·~

Εδώ νομίζω πως είναι ανάγκη να ξαναπιάσω τα όσα είπα στην αρχή, προκειμένου να κατανοήσουμε πληρέστερα τι κρύβεται πίσω από το σημαντικό επίτευγμα της δουλειάς του ΘΣ, πέραν του προσωπικού του τάλαντου. Το πρώτο: σκάλισμα, ξανακοίταγμα, χτένισμα των λέξεων ξανά και ξανά, εδώ και τόσα χρόνια. Το δεύτερο: πίσω από τη μετάφραση του ΘΣ (εκτός όλων των άλλων) βρίσκεται η μετάφραση του Κώστα Φριλίγγου, ή για να το πω με μεγαλύτερη ακρίβεια, όπως το καταλαβαίνω: ο ΘΣ πατάει στη μετάφραση του Φριλίγγου για να μαστορέψει τη δική του απόδοση του Εκκλησιαστή, έχοντάς την δημιουργικά αφομοιώσει. Η δουλειά του είναι λαμπρή απόδειξη της έμπνευσης που βρήκε από τη μετάφραση του Φριλίγγου από τη μια αλλά και της δημιουργικής του και πλήρους αυτονόμησης από την άλλη, καθώς η γλώσσα του Φριλίγγου είναι και κάπου κάπου δέσμια μιας δημοτικής περίτεχνα λαϊκής. Δείγμα μικρό, αλλά ενδεικτικό των όσων ισχυρίζομαι:

O´: «Πάντα ταῦτα ἐπείρασα ἐν τῇ σοφίᾳ·
εἶπα Σοφισθήσομαι,
καὶ αὐτὴ ἐμακρύνθη ἀπ᾿ ἐμοῦ μακρὰν ὑπὲρ ὃ ἦν,
καὶ βαθὺ βάθος, τίς εὑρήσει αὐτό;
ἐκύκλωσα ἐγώ, καὶ ἡ καρδία μου τοῦ γνῶναι
καὶ τοῦ κατασκέψασθαι καὶ τοῦ ζητῆσαι σοφίαν καὶ ψῆφον
καὶ τοῦ γνῶναι ἀσεβοῦς ἀφροσύνην
καὶ σκληρίαν καὶ περιφοράν».

Κ. Φριλίγγος: «Ὅλ᾽ αὐτὰ τὰ δοκίμασα μὲ σοφία.
Εἶπα, θὰ γίνω σοφός.
Κι᾽ ὅμως αὐτὴ ἔφυγε μακριὰ ᾽πὸ μένα.
Ὅ,τι εἶναι πολὺ μακριὰ κ᾽ ὑπερβολικὰ βαθιά,
ποιὸς μπορεῖ νὰ τὸ βρεῖ;
Ἐγὼ τὰ κλωθογύρισα ὅλα μέσα στὴν καρδιά μου γιὰ νὰ γνωρίσω, να βυθομετρήσω καὶ ν᾽ αναζητήσω σοφία καὶ τὸ λόγο στὸ κάθε τί καὶ νὰ νιώσω τὴν ἀσέβεια τῆς τρέλας καὶ τῆς ἀνοησίας τὴν ἀνεμυαλιά».

Τελάλης: «Μακάρισα τὴ σοφία.
Κι εἶπα: “θὰ γίνω σοφός”.
Μὰ ἡ σοφία, μοῦ γλύστρισε,
καὶ κρύφτηκε, σὲ βάθος ποὺ δὲ βλέπω.
Γύρους καὶ γύρους ἔκανα,
ψάχνοντας τὴ σοφία.
Καὶ γύρεψα νὰ βρῶ
τὴν τρέλα τοῦ ἀντάρτη».

ΘΣ: «Τη σοφία δοκίμασα,
είπα: “σοφός θα γίνω”.
Μα η σοφία κρύφτηκε,
σε βάθος που δε φτάνω.
Κύκλους και κύκλους έκανα,
εγώ και η καρδιά μου,
να δω, να καταλάβω,
τη σοφία του σοφού,
του ανόητου τη βία,
την τρέλα, τη βλακεία».

Το τρίτο – μα όχι κι ελάχιστο: το δηλωμένο φιλοσοφικό του ενδιαφέρον αλλά κι η μέριμνά του να ξαναφέρει στον δημόσιο διάλογο φιλοσοφικά κείμενα ‘ξεχασμένα’, με τρόπο και γλώσσα προσιτούς, προσπελάσιμους, αλλά κι eccles2ελκυστικούς για το αναγνωστικό κοινό. Γι’ αυτό εξάλλου κι η απόδοση του κειμένου συνοδεύεται από μικρό, ευσύνοπτο, αλλά περιεκτικό, και με όλα τα ουσιώδη, επίμετρο για κατατοπισμό και προβληματισμό του αναγνώστη. Με το δεύτερο τούτο βιβλίο, το στίγμα των εκδόσεων Δώμα καθίσταται πλέον καταφανές και διακριτό. Μετά δε τον Επίκτητο, η χειρονομία του ΘΣ, να εντάξει κι ένα κείμενο βιβλικό στον σύγχρονο φιλοσοφικό αναστοχασμό, ας ελπίσουμε ότι δεν θα προσπεραστεί με αδιαφορία και σιωπή ή ευμενή αλλ’ επιφανειακά σχόλια.

Κι ερχόμαστε στο πασίγνωστο εκείνο σημείο (3.1-8) που μιλάει για τον κατάλληλο καιρό και χρόνο για το κάθετι, σ᾽ αυτόν τον μάταιο κόσμο:

Κάθε πράμα κι η ώρα του.
Ώρα να γεννήσεις, ώρα να ψοφήσεις·
ώρα για να φτιάξεις, ώρα να χαλάσεις·
ώρα να φονέψεις, ώρα να γιατρέψεις·
ώρα να γκρεμίσεις, ώρα για να χτίσεις·
ώρα για να κλάψεις, ώρα να γελάσεις·
ώρα να θρηνήσεις, ώρα να γλεντήσεις·
ώρα να πληγώσεις, ώρα για να νιώσεις·
ώρα να κρατήσεις, ώρα να αφήσεις·
ώρα για να ψάξεις, ώρα για να χάσεις·
ώρα να φυλάξεις, ώρα να πετάξεις·
ώρα για να σκίσεις, ώρα για να ράψεις·
ώρα να μιλήσεις, ώρα να σωπάσεις·
​ώ​ρα ν’ αγαπήσεις, ώρα να μισήσεις·
ώρα να φιλιώσεις, ώρα να σκοτώσεις.

Η επιλογή που ίσως ξενίσει αρκετούς (όπως κι εμένα στην αρχή) είναι η επιλογή του ρήματος ‘ψοφήσεις’ αντί για ‘πεθάνεις’, ρήματος που ως επί το πλείστον χρησιμοποιείται για τα ζώα ή υποτιμητικά για τους ανθρώπους. Ο ΘΣ έχει εξηγήσει ήδη το σκεπτικό της συγκεκριμένης επιλογής του, στηριζόμενος αφενός στην κατάδειξη της κοινής μοίρας ανθρώπου και ζώου, όπως μεταφράζει παρακάτω κι ο ίδιος παραλλάσσοντας πάλι το ρήμα:

Η μοίρα του ζώου
κι η μοίρα του ανθρώπου
είναι η ίδια μοίρα.

Όπως πεθαίνει ο άνθρωπος,
ίδια ψοφά το ζώο·
ίδια πνοή σε όλα.

Και τι διαφέρει ο άνθρωπος;
Τίποτα, μα τίποτα·
ανώφελα είν’ όλα.

Αφετέρου δε, σε μετρικούς λόγους, καθώς εδώ, όπως παρατήρησε κι ο Κώστας Κουτσουρέλης, πλάθει με αυστηρότητα τροχαϊκούς δωδεκασύλλαβους, (με τομή μάλιστα ύστερα από την έκτη συλλαβή, πράγμα σύνηθες και στη λαϊκή ποίηση), αλλά και με ομοιοκαταληξίες/ομοιοτέλευτα.[3] [Να σημειώσω εδώ ότι ο δωδεκασύλλαβος στίχος είναι ο κατ’ εξοχήν στίχος της βυζαντινής ποίησης, σχεδόν από τις απαρχές της μέχρι και την καθιέρωση του δεκαπεντασύλλαβου]. Ομολογώ ότι κατόπιν όλων τούτων, ήρα την αρχική μου ένσταση. Πολλώ δε μάλλον, αφού επιβεβαίωσα και την μαρτυρημένη χρήση του, μετά από μια σύντομη ματιά στην παρουσία του εν λόγω ρήματος με τη σημασία του πεθαίνω. Παραθέτω και μια σύντομη καταγραφή της χρονολογικής του εμφάνισης, από όσα μπόρεσα να ψάξω:

​α. ​«ὑπ΄ ἀνδρῶν δὲ μὴ δυνηθὲν βασταχθῆναι ἐψόφησεν ἄρα καὶ ἡ γυνὴ ἐκείνη».
(Διαθήκη Σολομῶντος, 3ος αι.)

​β. ​«καὶ ηὔξατο ὁ Πέτρος καὶ κατηνέχθη ὁ Σίμων ὁ μάγος ἐκ τοῦ ἀέρος εἰς τὴν γῆν ἐπὶ τὴν πλατεῖαν καὶ ἐψόφησε».
(Ιωάννης Μαλάλας, 6ος αι.)

​γ.​«Ἡμεῖς δὲ κατὰ Σάββατον ἐτρώγαμεν ἔως τοῦ ψοφῆσαι ἡμᾶς».
(Διδασκαλία Ἰακώβου νεοβαπτίστου/Doctrina Jacobi nuper baptizati, 7ος αι.)

​δ. ​«ὅτι ἐψόφει ἄνθρωπος».
(Λεόντιος Νεαπόλεως, Βίος Συμεὼν διὰ Χριστὸν Σαλοῦ, 7ος αι.)

​ε. ​«ἐγὼ ψοφῶ ἀπὸ τοῦ λιμοῦ καὶ ἐκεῖνοι μὲ σπαστρεύουν».
«Τὸν Ὅμηρον μὲ δίδασιν κ᾽ ἐψόφουν ἐκ τὴν πείναν» (μια άλλη γραφή, σε άλλον στίχο).
(Πτωχοπροδρομικά, 12ος αι.)

​στ. ​Ενδιαφέρουσα χρήση του ρήματος με τη σημασία πια του ‘επιθυμώ σφοδρά’ (όπως και στο 8):
«Ἀλλὰ τοσούτην κάκωσιν διὰ λόγον ἐκακώθης
νὰ θανατώσῃς ἄνθρωπον ὅπου ψοφᾷ δι᾽ ἐσένα;»
(Ἀφήγησις Λίβιστρου καὶ Ροδάμνης, 13ος αι.)

​ζ.​«Ὁ πλούσιος ἂν ψυχομαχῇ, πολλοὶ τὸν παραστέκουν,
ὡσὰν κοράκοι κάθουνται τριγύρου τοῦ κραββάτου
καὶ κράζουσιν κι ἐγδέχονται τὸ πότε νὰ ψοφήση
…………………….
Καὶ ἀφοῦ ψοφήση ὁ ἄτυχος καὶ ἀφὸν ἐξεψυχήση,
κροῦν οἱ καμπάνες δυνατά, μαζώνουνται παπάδες
…………………….
ἀμὴ ὅλον διὰ τὸ πράγμαν του δείχνουσιν καὶ ἀγαποῦν τον
καὶ πεθυμοῦν τὸν ψόφον του, νὰ φᾶσι ἐκ τὰ καλά τους».
(Γραφαὶ καὶ στίχοι καὶ ἑρμηνεῖαι ἔτι καὶ ἀφηγήσεις κυροῦ Στέφανου τοῦ Σαχλίκη, Περί φίλων, 14ος αι.)

​η. ​(Δες και 6) «Νά ᾽ναι ποτὲ νὰ μ᾽ ἀγαπᾶς ἴσα κι ἐμπιστεμένα
ἐσὺ ποὺ δείχνεις καὶ ψοφᾶς καὶ λιγωρᾶς γιὰ μένα;»
(Ἱστορία καὶ ὄνειρο τοῦ εὐγενεστάτου ἄρχοντος κυρίου Μαρίνου Φαλιέρου, 15ος αι.)

​θ. ​«Μὲ τὸ δικό μου θάνατο λογιάζεις νὰ στολίσεις
αὐτόνο τὸ κεφάλι σου, κι ὅτιμως θὰ ψοφήσεις».
(Ζήνων, 17ος αι.).

Συμπληρώνω και την ιδιαίτερη χρήση του στον ακόλουθο στίχο του ίδιου έργου, όπου το λογοπαίγνιο μεταξύ βασιλέα ανθρώπινου και αρχηγού της κυψέλης παροιμιωδώς αλλά και με υπαινικτικότατη ειρωνεία εκφράζεται με την αυτή λέξη:

Σύρε ἐκεῖ ὀγλήγορα· σκορπᾶται τὸ μελίσσι,
ὄντας ὁ βασιλέας τους χαθεῖ ἢ θὰ ψοφήσει.

~·~

Μέχρι τώρα σε όλα τα παραθέματα που έχω σα θημωνιές στοιβάξει, δεν έβαλα κανένα στίχο που να μιλά για τον Θεό, «τον μόνο συμπρωταγωνιστή του Εκκλησιαστή σε τούτο το βιβλίο» (όπως σημειώνει ο ΘΣ). Όχι βέβαια γιατί απουσιάζουν από το κείμενο ή από τη μετάφραση… κάθε άλλο! Αλλά από πρόθεση 26754973_10215225858225186_1933898603_nνα φανερωθούν δυο πράγματα πολυσυζητημένα. Το πρώτο, σύμφωνα με τη ρήση ενός μελετητή –όπως μας τη μεταφέρει ο ΘΣ– πως ο Εκκλησιαστής είναι «η έσχατη γέφυρα που συνδέει τον σύγχρονο αγνωστικιστή με τη Βίβλο». Και το δεύτερο και κύριο, που βγάνει και στο πρώτο, ποιος είναι ο Θεός προς τον οποίο στρέφει τα λόγια, τη σκέψη και την ευλάβειά του ο συγγραφέας τούτου του ανόμοιαστου κειμένου της εβραϊκής Γραφής; Ποια η σχέση του με τον άνθρωπο; Έχει εξάλλου επισημανθεί από τους μελετητές του εβραϊκού πρωτότυπου ότι ο Θεός στον Εκκλησιαστή παρουσιάζεται μεν ως Θεός δημιουργός, όχι όμως ως Θεός καθοδηγητής του λαού του Ισραήλ, καλείται Ελωχείμ κι όχι Γιαχβέ.[4]

Γράφει στο Επίμετρο ο ΘΣ: «Ο θεός του Εκκλησιαστή μοιάζει να μην εκπληρώνει τη βασικότερη ίσως λειτουργία ενός θεού, λειτουργία ενδεχομένως πιο θεμελιώδη κι απ’ αυτήν του να δημιουργεί τον κόσμο: ο θεός του Εκκλησιαστή δεν εγγυάται την ηθική τάξη του κόσμου, τουλάχιστον όχι με κάποιο ανθρώπινο μέτρο» κι επίσης «ο φόβος του θεού στον Εκκλησιαστή δεν είναι παρά μια αυστηρή υπενθύμιση της περατότητας του ανθρώπου… Ο θεός στον Εκκλησιαστή λειτουργεί μπορεί να πούμε, ως το όριο του ανθρώπου». (Μια τέτοιου είδους αναφορά βέβαια δεν μπορεί να αγνοήσει κανείς πώς φέρνει κοντά τον σημερινό αγνωστικιστή με τον ανώνυμο Εβραίο).

Αν λοιπόν ο Θεός του Εκκλησιαστή δεν εγγυάται την δικαιοσύνη και την σωτηρία με βάση την αρετή κι αν από την άλλη ο θάνατος φαντάζει ως το οριστικό τέλος

(Τούτο είναι το κακό
σε τούτον δω τον κόσμο:
ίδια η μοίρα όλων…

Και είδα και αυτό:
σε τούτη τη ζωή
κουμάντο κάνει ο ασεβής,
το δίκιο τό ’χει ο ασεβής…
Γιατί στον δίκαιο έπεσε του ασεβή η μοίρα·
και έπεσε στους ασεβείς η μοίρα των δικαίων)

πού να θεμελιώσει το νόημα της δικής του παρουσίας στον κόσμο ο άνθρωπος; Τι δεν είναι ανώφελο; Τι απομένει από όλο αυτό το ανεμοκυνηγητό του αστραπιαίου ανθρώπινου βίου;​ ​Η χαρά του κόπου του απαντά ο ανώνυμος Εβραίος. «Η χαρά για την οποία μας μιλά ο Εκκλησιαστής, η χαρά στην οποία στρέφεται, είναι μέσα στον κόπο, μέσα στον αγώνα», όπως σημειώνει ο ΘΣ.

Κι είπα τότε μέσα μου:
γλυκιά η χαρά!
Πράγμα καλό στον κόσμο δεν υπάρχει,
πλην του να φας, να πιεις και να χαρείς·
αυτή σου η μόνη συντροφιά
τις μέρες του αγώνα σου,
τις μέρες που σου δόθηκαν
να ζεις κάτω απ ‘τον ήλιο…

Και φτιάξε τη ζωή σου
με το κορίτσι που αγαπάς,
την κάθε μέρα της ζωής,
της ανώφελης ζωής, που σου δόθηκε να ζεις
σε τούτον δω τον κόσμο.[5]

……………………

Να χαίρεσαι, μικρέ·
να χαίρεσαι τη νιότη σου,
να χαίρεται η καρδιά σου,
τώρα που είσαι νέος.

Κι όπως σωστά παρατηρεί ο ΘΣ: «δεν έχουμε να κάνουμε εδώ μ’ ένα απλό ηδονισμό. Ο Εκκλησιαστής θα γράψει: “καλύτερα στο σπίτι που πενθούν παρά στο σπίτι που μεθούν”· ή ακόμα αυστηρότερα: “καλύτερα να πικραθείς παρά να γελάσεις”. Η χαρά δεν γίνεται ένας σκοπός προς επιδίωξη… η χαρά για την οποία μας μιλά ο Εκκλησιαστής, η χαρά στην οποία στρέφεται, είναι μέσα στον κόπο, μέσα στον αγώνα.Είναι, θα λέγαμε, το χρώμα που έχει στα μάτια σου ο κόπος σου, όχι το αποτέλεσμα του κόπου αυτού».

Ίσως το βιβλίο της παροδικότητας και της αβοηθησίας του ανθρώπου από τη μια και της κυριαρχίας και της υπερβατικότητας του κρυπτόμενου Θεού από την άλλη (όπως το χαρακτήρισε ο Χαστούπης), μπορεί να μην κατάφερε να να μας πει «ποιος είναι ο “καλός αγώνας” και ποια η καλή ζωή» (ΘΣ). Έθεσε όμως τα θεμέλια για τη χαρά που ‘τώρα’ μπορεί να βρει στον αγώνα του ο άνθρωπος, έτσι όπως τη διατύπωσε και διερμήνευσε το κήρυγμα του Ιησού των Ευαγγελίων, εξαγιάζοντας τον μόχθο και τον αγώνα της ενθαδικότητας στην προοπτική των Εσχάτων. Κι αυτό ίσως ίσως να εξηγεί την αποφυγή της ανάγνωσης του κειμένου του Εκκλησιαστή στο εκκλησιαστικό τυπικό.

~·~

Ο Εκκλησιαστής ξεκινά με μια δυναμική εικόνα κίνησης, η οποία όπως εξηγεί ο ΘΣ στο Επίμετρο υπονομεύεται από την αντίληψη του συγγραφέα ότι όλα μένουνε ίδια. Μέσα σε αυτή την εκδιπλούμενη κοσμική εικόνα της διαρκούς κίνησης εντάσσεται κι ο ανθρώπινος μόχθος.

Δίνει κόπο ο άνθρωπος, κάτω από τον ήλιο,
μα ο κόπος του τι θα του δώσει;

Φεύγει μια γενιά,
έρχεται μι​α​ γενιά·
η γη στέκει πάντα ακίνητη.

Σηκώνεται ο ήλιος,
πέφτει ο ήλιος·
στον τόπο του γυρνά ο ήλιος·
σηκώνεται, τραβά προς νότο,
και γυρίζει προς βορρά.

Γυρνοβολά ο άνεμος,
κύκλους κάνει ο άνεμος,
πέρα τραβά ο άνεμος
και ξαναγυρνά.

Στο τέλος του κειμένου, ο συγγραφέας πάλι κλείνει με μια ποιητική εικόνα της φύσης, της οποίας η πορεία όμως σχετίζεται με τον κάθε εσένα, που θα φεύγεις για τον κόσμο της οριστικής ακινησίας. Οι αρχαίοι σχολιαστές του εβραϊκού ecclesiastes3κειμένου μάλιστα έχουν αντιστοιχήσει την κάθε αναφορά με ένα μέλος του σώματος που φθίνει κι εγκαταλείπει τον άνθρωπο σιγά σιγά, μέχρι να παραδώσει πάλι πίσω στον δημιουργό του την πνοή της ζωής που του χάρισε. Αυτοί οι αλληγορικοί συνειρμοί δεν δηλώνονται στο κείμενο των Ο΄, η μετάφραση της Βιβλικής Εταιρίας από την άλλη προκρίνει την καταδήλωση της παρουσίας τους αντί των λέξεων του κειμένου, ενώ ο Μπρατσιώτης προτιμά την ερμηνευτική τοποθέτησή τους εντός παρενθέσεων: «καὶ ἤργησαν αἱ ἀλήθουσαι, ὅτι ὠλιγώθησαν, καὶ σκοτάσουσιν αἱ βλέπουσαι ἐν ταῖς ὀπαῖς», «τα δόντια σου που αλέθανε θα λιγοστέψουν και θα θαμπώσουνε τα μάτια σου που έβλεπαν», «και σταματούν εκείνοι που αλέθουν (δηλ. οι οδόντες), διότι ωλιγόστευσαν και σκοτεινιάζουν αυταί που βλέπουν εις τα παράθυρα (δηλ. οι οφθαλμοί)» αντίστοιχα. Ο ΘΣ πατώντας στις λέξεις του κειμένου των Ο΄ δημιουργεί μια εικόνα της πορείας προς το τέλος, που ανακαλεί έντονα παρόμοιες σκηνές από το δημοτικό τραγούδι:

Αυτόν που σ’ έφτιαξε θυμήσου,
τώρα που είσαι νέος·
πριν τις μέρες τις κακές,
πριν τα χρόνια που θα πεις:
“άλλο να ζω δε θέλω”.

Δε θα υπάρχει έξω φως,
θα σκοτεινιάσει ο ήλιος,
μαύρος θα είναι ο ουρανός,
δε θα ’χει πια φεγγάρι,
και θα ’ναι πάντα σύννεφα
μετά από τη βροχή.

Θα κουρνιάσουν τα σκυλιά,
οι δυνατοί θα φοβηθούν.
Θα σταματήσει ο μύλος:
δε θά ’χει πια ν’ αλέσει.
Κι αυτές που πριν σε βλέπανε
απ’ το παράθυρό τους
δε θα μπορούν να δούνε.
Θα κλείσουνε οι πόρτες,
φωνή δε θα ’χει η μυλωνού.

Ένα σπουργίτι θ’ ακουστεί
κι οι πάντες θα ξυπνήσουν·
μα πλέον δε θ’ ακούγεται
τραγούδι απ’ τα κορίτσια·
θα σε κοιτούν από ψηλά,
να προχωράς, να φεύγεις·
θα σε κοιτούν με τρόμο.

Κι έξω θ’ ανθίζει η αμυγδαλιά,
η ακρίδα θα χοντραίνει,
και θα μυρίζει κάπαρη.
Φεύγεις· πηγαίνεις, άνθρωπε,
στο μόνιμό σου σπίτι.
Βγήκαν στο δρόμο οι κλαίουσες
εσένα για να κλάψουν.

Αυτόν που σ’ έφτιαξε θυμήσου·
πριν το λουλούδι μαραθεί,
πριν το σκοινί σου σπάσει,
πριν τσακιστεί η κανάτα σου,
πριν το νερό στερέψει.
Προτού το χώμα σου
στο χώμα επιστρέψει·
πριν να γυρίσει στον θεό
η ανάσα σου και φύγει,
πριν επιστρέψει στον θεό,
που σού ’δωσε ανάσα.

[Νομίζω πως ίσως ο στίχος με την κάπαρη μέσα στα συγκεκριμένα συμφραζόμενα θα έπρεπε να αλλάξει, αν όχι για τίποτα άλλο, μόνο και μόνο γιατί η κάπαρη δεν έχει τόσο δυνατή μυρωδιά όσο ξεχωριστό ανθό ή γιατί απλώνει σαν περικοκλάδα. Κάπως έτσι δηλαδή: “θα μπουμπουκιάζει η κάπαρη” ή “και η κάπαρη θ’ απλώνει”].

~·~

ecclesiastesΜετά από αλλεπάλληλες αναγνώσεις του κειμένου, αναθυμάμαι εδώ και τις συζητήσεις με τον συχωρεμένο Ηλία Λάγιο όταν σκεφτόταν να μεταφράσει τον Εκκλησιαστή και τις Παροιμίες. Είχαμε σκαλώσει σε δυο λέξεις σημαδιακές: η μία ήταν η παιδεία, η άλλη η επιστήμη. Κι ενώ πρωτύτερα δεν είχα κάτι να προτείνω, θα ’λεγα τώρα, εκ των υστέρων, πως ίσως να ήταν σκόπιμο εδώ κανείς να αφήσει τους Ο΄ και να στραφεί στο εβραϊκό. Εκεί δηλαδή όπου ο ΘΣ μεταφράζει:

Έδωσα στην ψυχή μου
γνώση για να γνωρίσει.
Κι όλος σοφία γέμισα,
γνώση και επιστήμη

ο τελευταίος στίχος ν’ αλλάξει κάπως έτσι: γνώση και εμπειρία.

~·~

Είπαμε μόλις πιο πάνω ότι στον μόχθο και στον αγώνα βρίσκει ο Εβραίος συγγραφέας πως δικαιώνεται η χαρά της ζωής. Τι θα καρπίσει άραγε από όλον τούτο τον μεταφραστικό κι ερμηνευτικό μόχθο;

Δίνει κόπο ο άνθρωπος,
μα ο κόπος του τι θα του δώσει;

ρωτάει εξάλλου από χρόνους αρχαίους ο Εκκλησιαστής. Ο ίδιος όμως ο μεταφραστής φαίνεται πως έβαλε στην άκρη τον όποιο σκεπτικισμό, και θαρρετά ακολούθησε στη στόχευσή του μιαν άλλη θυμόσοφη παραίνεση του άγνωστου εβραίου συγγραφέα:

Ρίξε σπόρο το πρωί,
το βράδυ ρίξε κι άλλο·
δεν ξέρεις ποιος θα πιάσει,
ο ένας ή ο άλλος·
μπορεί να πιάσουν και οι δυο.

~·~

Φτάνει προσώρας του ανέμου το κυνηγητό. Βαθειά ανάσα. «Ματαιότης ματαιοτήτων», «ἀτμὸς ἀτμίδων»· ξεφυλλίζοντας την Καινή Διαθήκη τώρα, αναρωτιέμαι: Πούθε άραγε ν’ ανακαλεί την ‘ατμίδα’ ο Ιάκωβος,ο αδελφόθεος, μιλώντας για το ολίγιστο της ανθρώπινης ζωής;

«ποία γὰρ ἡ ζωὴ ὑμῶν; ἀτμὶς γὰρ ἔσται ἡ πρὸς ὀλίγον φαινομένη, ἔπειτα δὲ καὶ ἀφανιζομένη».

ΗΛΙΑΣ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ

~ . ~

Σ Η Μ Ε Ι Ω Σ Ε Ι Σ 
[1] Ο Εκκλησιαστής, ό. π., σ. 89.
[2] Αθ. Χαστούπης, «Τὸ βιβλίον τοῦ Ἐκκλησιαστοῦ», Θεολογία, τ. 2 (1986), σ. 300-328.
[3] Θέλω να σταθώ εδώ και στην ενδιαφέρουσα επισήμανση του Κ. Κουτσουρέλη, όσον αφορά στη χασμωδία που δημιουργείται στο «να αφήσεις» και στη θεραπεία που προτείνει: «για ν’ αφήσεις».
[4] Πβ. Χαστούπης, ό. π., σ. 322.
[5] Δεν μπορώ να αποφύγω τον πειρασμό να σημειώσω εδώ και τους στίχους του ρομαντικού Δημ,. Παπαρρηγόπουλου από το ποίημά του «Ματαιότης ματαιοτήτων», όπου την άρση της ματαιότητας την βρίσκει μόνο στην απόλαυση των συγκεκριμένων ηδονών:
Όταν φίλημα προτείνη η πορφύρα των χειλέων,
κ’ εξογκούμενα τα στήθη ερωμένης αγαστής
προκαλώσι περιπτύξεις, όνειρον δεν είναι πλέον,
ματαιότης δεν θα είπη και ο Εκκλησιαστής.

Ποίηση παροξυσμική και εμπύρετη

Εσένα

~. ~

της ΕΙΡΗΝΗΣ ΓΙΑΝΝΑΚΗ~.~

Γιώργος Κ. Ψάλτης,
Εσένα, Ίκαρος 2017

O Ζαν-Λυκ Μαριόν στο γνωστό δοκίμιό του Το ερωτικό φαινόμενο, μία σειρά από φιλοσοφικούς στοχασμούς με θέμα τον έρωτα, επιχειρώντας να ορίσει τις συντεταγμένες του ερωτικού φαινομένου και να οριοθετήσει τον χώρο του, σημειώνει:

«Δεν είμαι πλέον ένα φυσικό σώμα τοποθετημένο μεταξύ άλλων φυσικών σωμάτων, που μπορεί να οριστεί με στοιχεία εντοπισμού (οριζόντια ή κάθετη συντεταγμένη, γεωγραφικό μήκος και πλάτος κ.λπ.)· […] Αντίθετα, χάρη στην ερωτική αναγωγή, αισθάνομαι πια τον εαυτό μου ως καθαρή σάρκα, πράγμα που σημαίνει ότι δεν τον αισθάνομαι χάρη στις αντιστάσεις αντικειμένων που μου ορίζουν έναν δεδομένο χώρο. Ως σάρκα, δεν αισθάνομαι παρά τον εαυτό μου, επομένως προσανατολίζομαι βάσει αυτού, χωρίς άλλο σημείο αναφοράς από την ίδια μου την σάρκα. Είναι η μόνη που αποφασίζει για την θέση μου, γιατί αυτή ορίζει το μοναδικό μου περιβάλλον – το ερωτικό» (μετάφραση Χρήστος Μαρσέλλος, Πόλις, 2008).

Με μοναδικό περιβάλλοντα χώρο τον ερωτικό και πέρα από συμβατικές συντεταγμένες, ο Γιώργος Κ. Ψάλτης στο τελευταίο ποιητικό βιβλίο του με τίτλο Εσένα από τις εκδόσεις Ίκαρος, επιχειρεί να θέσει ως απόλυτο σημείο αναφοράς τη σάρκα, μια σάρκα σαν «ορατή ψυχή», όπως έλεγε ο Κωστής Παπαγιώργης, και να εναποθέσει την ερωτική επιθυμία σε πλήρη απογύμνωση. Στο ωριμότερο σημείο της ποιητικής του διαδρομής, θα τολμούσαμε να πούμε πως επιτυγχάνει ένα μεγάλο άλμα, συγκριτικά με τις τρεις προηγούμενες συλλογές του. Σε μία φανταστική κλίμακα μεστότητας του ποιητικού λόγου, το Εσένα θα κατάφερνε να ανέλθει μονομιάς αρκετές βαθμίδες.

Η παράδοση των απόλυτα προσφυών τίτλων που σηματοδοτούν και την εξέλιξη στις ποιητικές αναζητήσεις του Ψάλτη συνεχίζεται κι εδώ. Η είσοδός του στην ποίηση δηλώθηκε ως επιστροφή στη χαμένη ενότητα με την Επιστροφή στην ενιαία χώρα και, στη συνέχεια, από το ευρηματικότατο Μη σκάψετε παρακαλώ εδώ είναι θαμμένος ένας σκύλος όπου ανέσκαπτε το βίωμα με την προσήλωση τυμβωρύχου, πέρασε στις αγίες και αμαρτωλές Παναγιές Ελένες, για να καταλήξει τώρα στο απόλυτα δηλωτικό για το περιεχόμενο, απρόσωπο αλλά και καθ’ όλα προσωπικό Εσένα. Μετά τις περιώνυμες γυναικείες μορφές, αυτό το δεύτερο ενικό της αιτιατικής και το ενεργητικό μεταβατικό ρήμα που υπονοείται, δεν μας αφήνει καμία αμφιβολία για την ερωτική απεύθυνση.

Το Εσένα δεν είναι μία τύποις ποιητική συλλογή, καθώς δεν απαρτίζεται από μεμονωμένα ποιήματα. Μπορεί να αναγνωστεί και σαν ένα αφηγηματικό δράμα ή θεατρικός μονόλογος, γι’ αυτό και το αδικεί αρκετά η αποσπασματική ανάγνωση. Η δράση εκτυλίσσεται από τον Απρίλιο μέχρι τον Οκτώβριο. Το σκηνικό είναι ένα σπίτι κοντά στη θάλασσα με θέα σε έναν κόλπο. Η πρώτη πράξη ξεκινά με ένα ερωτικό ζευγάρι στο μπαλκόνι με θέα τον κόλπο τη νύχτα, ο άντρας γράφει, κάνουν έρωτα, ύστερα εκείνη τον εγκαταλείπει.

Η ερωτική απουσία θα σταθεί μία άκρως οδυνηρή εμπειρία για τον άντρα: «Πονάω και γράφω». Η ερωτική ηδονή έχει γίνει πλέον οδύνη που σωματοποιείται: «το θέλω το σώμα της / γίνεται πόνος μου». Με μία σπασμωδική αποσπασματική γραφή, ο ποιητής αρχίζει τότε να περιηγείται τους τόπους της ηδονής, τη μόνη γεωγραφία που λέει ο Μαριόν, εκείνη του ερωτικού σώματος, τη μόνη πατρίδα που επίκειται από στιγμή σε στιγμή να γίνει εξορία: «ήταν το σπίτι μου / ήταν το σώμα μου». «Νοσταλγώ το σώμα σου / όμως πώς να γυρίσω;» Η ενότητα του κόσμου όλου και η αλήθεια βρίσκεται σε αυτό το σώμα:

το όλο στο σάλιο της
ο κόσμος η γλώσσα της
οι αισθήσεις τα χέρια της
ο ουρανός το δέρμα της
η αλήθεια μου όλη.

Ο πόνος, παράλληλα, ξυπνάει μνήμες από το παρελθόν και γίνεται η αφορμή για να ξεκινήσει μία περιδιάβαση σε μία πανσπερμία από κατακερματισμένες εικόνες και αισθήματα του ποιητή από την παιδική ηλικία, την εφηβεία, την ενηλικίωση, από παλιότερους έρωτες και την οικογένεια: Οι πρώτες φιλίες, η σεξουαλική αφύπνιση, τα στερεότυπα του φύλου, τα οικογενειακά τραύματα κι οι ενοχές, το προπατορικό αμάρτημα, οι γονεϊκές φιγούρες κάτω από τον ψυχαναλυτικό φακό, η προδοσία, η απιστία, η βία της σύγκρουσης με την πραγματικότητα, το ατελέσφορο του έρωτα.

O Ψάλτης εύστοχα τοποθετεί το κάδρο του σε ένα σταθερό σημείο, σε ένα μόνιμο παρατηρητήριο από όπου κατοπτεύει τον βίο του, το μπαλκόνι με θέα τη θάλασσα από όπου παρατηρεί τα καΐκια των ψαράδων που αενάως μπαίνουν στον κόλπο, σε μια προσομοίωση της ερωτικής διείσδυσης. Έχει επιλέξει να μείνει αμετακίνητος ο ίδιος για να δει να παρελαύνουν από μπροστά του οι γυναίκες της ζωής του, γυναίκες σε όλες τις ηλικίες, άλλοτε σαν βαρύθυμος χορός αρχαίας τραγωδίας άλλοτε σαν γκροτέσκο φελινικό όραμα, που όμως όλες καταλήγουν να είναι η μία: «Σ’ αυτήν έσβησα κάθε άλλη γυναίκα / είναι η μία».

Ο Έρωτας είναι η μόνη σταθερή αναφορά σε έναν κόσμο που καταρρέει, λέει ο ποιητής, γιατί ακριβώς λόγω της θνησιγενούς φύσης του, διατηρεί μία λάμψη αιωνιότητας. Η ηδονή καταυγάζει τα πράγματα και νοηματοδοτεί το μηδέν: «Στιγμή πρώην ανύπαρκτη / λάμψη που πάντα θα έχω», «η αγκαλιά της ένα θάμβος / γίνεται εσαεί η επιθυμία», «εκτάκτως αεί παρών / ο Έρως»,

με κοιτάζει τη βλέπω
τα μάτια μας ένα
στιγμή που θα μένει
στη σκιά ενός φοίνικα
διαλέγουμε πάθος.

Κι εδώ ακριβώς εντοπίζουμε το πυρηνικό σημείο του Εσένα: «Διαλέγουμε πάθος», ως οχύρωμα –αλίμονο, πρόσκαιρο– απέναντι στον θάνατο που επελαύνει. Σε μία χρονική συνθήκη που τρέχει ερήμην: «Γάτες κοιμούνται / μυρμήγκια δουλεύουν / σταφύλια στο μπολ / θα φάω ή θα σαπίσουν», με μία τέχνη, θεωρία ή ιδεολογία που δεν αρκεί: «Αλλιώς / προηγείται η Ζωή γιατί / ποιος λέει αυτά που ακριβώς εννοεί;», ο ποιητής στέκει ακίνητος και δοξολογεί την ηδονή:

Χρόνια περνάνε αλλάζουν καιροί
φιλίες που είχε ισχύουν
αγάπες που βρήκε πεθαίνουν
Ο έρωτας για πάντα ζει.

Η καύλα είναι αιώνια: «Το δέρμα λάμπει / μετά γερνάει / έχει ρυτίδες / η καύλα ίδια / ισιώνει στα χρόνια / η ποιότητά της», καθώς δεν έχει να ανταποκριθεί σε μεγάλες προσδοκίες, όπως η αγάπη: «Πάνω από όλα μετρά / η διάρκεια στην αγάπη. Μία είναι η προέλευση της ζωής / πιπἰ αιδοίο μουνί».

Η σεξουαλική πλήρωση έχει κάτι από ένωση με το θείο, μέθεξη: «Χύνει χύνει χύνω κι εγώ / τελειώνει ο θεός στην ηδονή / δυο αφές δυο σώματα / μαζί ενώνονται στο ένα» αλλά και γαλήνη: «γδυθήκαμε βιαστικά, ξάπλωσα πάνω της, μ’ έπιασε και μ’ έβαλε μέσα της, ο κόσμος ησύχασε».

Οι βιβλικές αναφορές, κυρίως από τη Γένεση, είναι πολλές: το χαϊδευτικό «αγγέλι», «Θεός μετά άνθρωπος / η φύση παρούσα / φως απ’ το τίποτα», «Γένεσις κόσμου η δεύτερη», «ζει ο Ων κι είμαστε ένα», «άσπρη νεφέλη πριν ήταν σκοτάδι». Το Εσένα μετέρχεται τον μύθο των πρωτοπλάστων για να ξεδιπλώσει μία σαφή αλληγορία: Ο παράδεισος είναι ο ειδυλλιακός άχρονος τόπος της ερωτικής επιθυμίας, το φίδι είναι η αναπόδραστη φθορά και το τέλος και η εκδίωξη από τον παράδεισο η οριστική διακοπή της ηδονής:

Για μια στιγμή άρχουμε στη ζωή μας.
Όλες οι πριν κι οι μετά μια θολούρα.
Χωρίς σημασία.
Στιγμές που γίνονται φίδια
κι έρχονται με τους καρπούς από τα δέντρα.

Αλλά εκτός από την αναπόφευκτη φθορά που λήγει το πάθος, υπάρχουν και άλλοι πιο χθόνιοι εχθροί: «Τι αντιφάσεις / τι η πίστη στους Νόμους / τι η προδοσία της μη νεότητας./ Τι αμπαλάρισμα στο πάθος». Οι κοινωνικές συμβάσεις καραδοκούν να συσκευάσουν το πάθος σε επωφελή και εξορθολογισμένα «κουτάκια», να το προστατεύσουν από εξωτερικούς εχθρούς και να το παραδώσουν σύμφωνα με τους νόμους των ανθρώπων μεν, αντίθετο με την ένθεη φύση του δε.

Η φαινομενικά ακατέργαστη μορφή του βιβλίου είναι απόλυτα συνακόλουθη με το περιεχόμενο. Ο φρενήρης παραληρηματικός ρυθμός του που άλλοτε πεζολογεί και άλλοτε καταφεύγει σε υποτυπώδεις ομοιοκαταληξίες, συντελεί στην ιδέα ενός ιλιγγιώδους εξομολογητικού κρεσέντο. Οι μονότονες επαναλήψεις κρίνονται, επίσης, απόλυτα λειτουργικές. Τα ψαράδικα εισέρχονται ακατάπαυστα στον κόλπο, μέχρι τη στιγμή που η λέξη «άπαξ» στον τελευταίο στίχο θα σφυρίξει τη λήξη αυτής της μονότονης αλληλουχίας, μίας αδιάλειπτης ροής από ανούσιες επαναληπτικές κινήσεις, σκοτάδια που διακόπτει μόνο η ερωτική φωταψία.

Μία καλύτερη οικονομία, ωστόσο, πιθανολογούμε πως θα ήταν προς όφελος του συνόλου, κυρίως μία σύμπτυξη στα περιφερειακά βιωματικά αποσπάσματα που περικυκλώνουν το κεντρικό ερωτικό μοτίβο, δίχως από την άλλη αυτό να αντιβαίνει εις βάρος της χαοτικής αίσθησης που εντέχνως δίνεται σε όλο το βιβλίο.

Το εγχείρημα του Ψάλτη για μία τέτοια απροσχημάτιστη ερωτική ποίηση, δεν θα μπορούσε παρά να επιτευχθεί με μία γλώσσα που έχει αποτινάξει εξευγενισμούς και ωραιοποιήσεις, μία γλώσσα εκτυφλωτικά άμεση, που λέει τα πράγματα με το όνομά τους αλλά και δίχως ίχνος εκχυδαϊσμού ή εκζήτησης, πετυχαίνοντας έτσι δύο στόχους: από τη μια να συναντήσει την απογύμνωση που ευαγγελίζεται όλο το βιβλίο και από την άλλη να μας αποκαλύψει, μέσα από αυτό το προστατευτικό PSALTIS20Cπερίβλημα που έχει χτίσει γύρω της, μία vulgarité, θα λέγαμε, τρυφερή, μία σχεδόν αβρή «αισχρολογία».

Μία ερωτική ποίηση τόσο άμεση και γήινη, τόσο παροξυσμική και εμπύρετη, τόσο πειστική για τις προθέσεις της, δεν μπορεί παρά να κεντρίζει και να οχλεί σε σημείο αφόρητο, θα τολμούσαμε να πούμε, τον αναγνώστη· αφόρητο γιατί την συνέχει, από την αρχή μέχρι το τέλος, μία βαθιά αντίστιξη: η εγγενής ενοχή της γραφής έναντι της ζωής. Ωστόσο, ακριβώς αυτή η οδυνηρή διαπίστωση για το φράγμα που εξ ορισμού την περιορίζει, το λόγο που αδυνατεί να γίνει πράξη, είναι που δικαιώνει και μια τέτοια ποίηση.

Αν η Ιστορία γράφεται από τους νικητές, το Εσένα διακηρύσσει απερίφραστα πως μία ερωτική ιστορία την γράφουν οι ηττημένοι, μόνο που στο τέλος, με το πέρας της κλινοπάλης, όλοι είμαστε ηττημένοι· τα πάθη αμβλύνονται, η άναρχη τάξη διοχετεύεται σε ευθείες, οι ερωτικές συντεταγμένες δίνουν τη θέση τους στις συμβατικές, κυριαρχεί το φυσικό περιβάλλον έναντι του ερωτικού:

Στραβώνει το χάος στις ευθείες
ο έρωτας μένει γλυκός
ο πόθος πολεμιέται
κυριαρχεί ο δρόμος καθενός.

ΕΙΡΗΝΗ ΓΙΑΝΝΑΚΗ

 

Τα ακροβατικά οξύμωρα του νοήματος

ΣΠΕΡΜΟΛΟΓΟΣ

~.~

της ΘΕΩΝΗΣ ΚΟΤΙΝΗ ~. ~

Α. Κ. Χριστοδούλου,
Σπερμολόγος ή Έκτροπα ενός λαθρόβιου,
Gutenberg-«Συρτις», 2016

Ο τίτλος της συλλογής δηλώνει ευκρινώς ποια ποιητική ταυτότητα ενδύεται  ο συγγραφέας σε αυτή του την εργασία: σπερμολόγος είναι ο «ευτελής και ευκαταφρόνητος» άνθρωπος, ο «ἀπὸ τῶν ἀλλοτρίων ἀποζῶν» που κυκλοφορεί μολύνοντας το ευυπόληπτο νόημα με τις «κενές πιθανολογίες» και τα «ξένα δαιμόνια», μια ενοχλητική καλιακούδα  που τρέφεται με τους πεσμένους σπόρους των φορτίων της αγοράς, ένας «εὐρυλόγος», ένας «ἀκριτόμυθος», διαβάζουμε στο επεξηγηματικό γλωσσάρι που προηγείται των ποιημάτων. Τουτέστιν, ένας λαθρόβιος που υποδυόμενος αυτόν τον ανυπόληπτο ρόλο του κυνικού φιλοσόφου –ποιητή υπονομεύει με παιγνιώδη και συχνά περιπαικτικό τρόπο αυτήν ακριβώς την βεβαιότητα των ανθρώπινων ρόλων στην αιχμή των καθημερινών παραλογισμών.

Στο βασικό ερώτημα της ύπαρξης ποιος είμαι εγώ σε σχέση με τον άλλο και τον κόσμο, η βασική απάντηση είναι: είμαι εγώ και ο άλλος, ο σωσίας του εαυτού και του άλλου και στο αντίκρισμά μου με τον διπλανό είναι δύσκολο να διακρίνω το θύτη από το θύμα:

Ο ΛΗΣΤΗΣ

μόλις βύθισε την απειλή
στα απορημένα μάτια μου
ούρλιαξε: «Βο ή..ή θεια
το ανθρωπάκι με ληστεύει»
κι ετράπη σε φυγή

και από κοντά σπασμένη
η φο βισμέν η φω νή του

Στο ερώτημα αν αληθεύει αυτό ή το άλλο,  απαντά: αληθεύει και αυτό και το άλλο, η διαφορά είναι ομοιότητα, το φως της μέρας είναι κι αυτό σκοτάδι, ο θεός είναι ο λογοκλόπος του λόγου μου που είναι δικός του βέβαια λόγος, οι αλήθειες των δύο συνθέτουν ένα ψέμα, αυτό που με χωρίζει από τα πράγματα είναι αυτό που με ενώνει μαζί τους, η διάψευση των ασύμπτωτων σχέσεων καταδεικνύει ακριβώς την βαθιά τους σύμπτωση:

«ΑΣΥΜΠΟΝΕΥΤΟΣ

είναι ο κύριος
που με βλέπει
να τον κοιτάω
όλος συμπόνια»

είπε κι αυτός
αποσύρθηκε
στα δύο τους ψέματα

Πάμπολλα είναι τα παραδείγματα αυτής της υποστασιακής αντίφασης. Αντιγράφω μερικά: «ομόηχοι και πλεοναστικοί» οι φθόγγοι της εσωτερικής χασμωδίας δεν αναιρούν το ταυτοτικό «ένα κάτι αδιάσπαστο / σαν μονωδία» που ακούγεται μέσα μας («Χασμωδία»)﮲ «μετακινούμενο πάντα και αμετακίνητο αιωνίως» σημείο η ψυχική μας έδρα («Ματαιότητα»)﮲ η επιστήμη που τρέχει να συλλάβει «τον Πανταχού Παρόντα Θεό / στο τέρμα της Απουσίας Του» («Τεχνογνωσία»)﮲ το παράπονο του ερωτευμένου: «Λιώνω αγγίζοντας το κορμί σου» που βρίσκει την απάντηση εκείνης: «Διπλή που εκτίεις λοιπόν η ποινή μου».

Γι’ αυτό και σε πολλά κείμενα της συλλογής βλέπουμε τον «καθημερινό άνθρωπο» (ο αναγνώστης, ο ξεναγός, ο ιερέας, ο σύζυγος, ένας άπιστος,  ο ταμίας, ο νυχτοφύλακας) να έρχεται αντιμέτωπος με μια τετριμμένη πράξη που γίνεται απροσδόκητα επικίνδυνη, φαινομενικά παράλογη, αλλά βαθιά δηλωτική της επίβουλης φύσης των ρόλων που αυτόματα αντιστρέφονται ή επικαλύπτονται.

Από αυτή τη θεώρηση προκύπτει το παιγνιώδες ύφος, τα ακροβατικά οξύμωρα, οι ειρωνικές ταυτολογίες, οι λεκτικές εξισώσεις που αναδεικνύουν τη διπλή και αμοιβαία ακυρωμένη φύση των πραγμάτων, την επισφάλεια της γνώσης: το άλλο που είναι ίδιο, το δικό μου που είναι δικό σου κ.ο.κ.  Αλλά το εξαγόμενο αυτής της εξίσωσης είναι η αμοιβαία ήττα, γιατί η παραδοχή της σύμπτωσης γίνεται κατά μόνας, ενώ στη διαδικασία του σχετίζεσθαι κυριαρχεί η αδιαφάνεια της διαφοράς. Αυτό που εντέλει ζητείται είναι το αρχικό ομοούσιο, πιστοποιημένο, όμως, μόνο αρνητικά, στη χασούρα των σχέσεων, της αναζήτησης του θεού, του διχασμένου εαυτού, της ποιητικής δημιουργίας.

Το ειρωνικό αμόνι σφυρηλατείται περισσότερο προκλητικά στις παράπλευρες θεματικές του βιβλίου: στα ποιήματα ποιητικής (όπου ή γραφή ισούται με μια ατελέσφορη αντιγραφή, εξίσου όμως σώζουσα), στα ποιήματα που διαλέγονται με την φενακισμένη ιστορία, την άψυχη παντοκρατορία της επιστήμης, την εκχρηματισμένη λογική της ζωής.

Το ζιζάνιο του σπερμολόγου δεν επιτρέπει, βέβαια, δραματικές απολήξεις, αλλά φροντίζει να απαλείψει κάθε λυρική υπόνοια:

Η ΣΦΑΙΡΑ

Αν μιλήσεις
εξοστρακισμένη πάνω μου
η σφαίρα σου κατάστηθα
θα σε χτυπήσει

Η συνέπεια είναι γνωστή –
κανείς από τους δυο μας
δε θα πεθάνει

Αυτές οι ειρωνικές ασυνέχειες του νοήματος δηλώνονται και υποστασιοποιούνται  ενίοτε και οπτικά με την ανάλογη διευθέτηση των στίχων και την τομή των λέξεων.

Συχνά, βέβαια, γίνεται κατάχρηση αυτού του σαρδόνιου χιούμορ που εκπίπτει σε αβαθή λογοπαίγνια ή σε καλαμπούρι (π.χ. το ποίημα «Τρέλας Τρέλα»), ενίοτε καρουζικού ηχοχρώματος. Και η αρχική του σύσταση: «Να μπουσουλάς […] με τη γλώσσα / έξω ν’ αλληθωρίζει / προς τ’ άγαρμπα κοψίδια / κάθε στίχου σφαγμένου/ κρεμασμένα απ’ τα τσιγκέλια / της ακυριολεξίας» δεν αποδεικνύεται πάντα συνετή συμβουλή, καθώς, με αυτή τη λεκτική γυμναστική και τη συχνή «σφαγή» των στίχων, το νόημα δυστροπεί ή εξωθείται σε μια εύκολη οπτικοποίηση  και έτσι ό,τι θέλει να κερδίσει με τον αιφνιδιασμό της τεχνικής το χάνει με την επανάληψη του τεχνάσματος.

Μια ιδιότυπη γραφή που απονέμει πλήρως τον τίτλο του «σπερμολόγου» στον ποιητή που συνθέτει με φανερή αυθάδεια και κρυφή συμπόνια ένα εγκώμιο-λίβελλο της μωρίας του ανθρωπάκου μας, μπλεγμένου στα δίχτυα της αυταπάτης του. Μια ασκητική λαθρόβιου που επιλέγει την ξηρασία του λιτοδίαιτου λόγου, ακόμα, όμως, και εκεί που θα έπρεπε να στάξει λίγη βροχούλα συναισθήματος ή συμφιλίωσης, όπως αυτή που βρέχει στο όμορφο ποίημα «Ένα πουλί»:

ΕΝΑ ΠΟΥΛΙ

δεν είναι σωστό
πουλί αλλά δυο τοσοδούλικα
αραχνοΰφαντα συννεφάκια
συνδυασμένα στο σχήμα
μιας αιθέριας ωραίας ουράς
ενός μικρού αδιόριστου πτηνού
με το υπόλοιπο κομμάτι
(κεφαλάκι εν συνεχεία στήθος)
αδιόρατο σε όσο τμήμα
του ουρανού δε χωράει
σε ανθρώπινο μάτι

ΘΕΩΝΗ ΚΟΤΙΝΗ

 

Πρὸς μιὰ ποιητικὴ τοῦ “σπασμένου”

196_-YiannisPatilis-Aidipsos 2

Τη χρονιά που μας φεύγει, ο Γιάννης Πατίλης, ποιητής, κριτικός και εκδότης του ιστορικού λογοτεχνικού περιοδικού Πλανόδιον (1986-2012), συμπλήρωσε τα εβδομήντα του έτη. Με την ευκαιρία του πρόσφατου βιβλίου του για τον Νίκο Καρούζο, αλλά όχι μόνο, το Νέο Πλανόδιον του αφιερώνει την τελευταία αυτή εβδομάδα των αναρτήσεων του 2017 – αναγνώριση ελάχιστη ανεξαγόραστης οφειλής. Γράφουν κατά σειρά και ανά ημέρα από τα Χριστούγεννα έως την Πρωτοχρονιά οι Κώστας Κουτσουρέλης, Σωτήρης Γουνελάς, Άγγελος Καλογερόπουλος, Ξάνθος Μαϊντάς, Θανάσης Γαλανάκης, Γιώργος Πινακούλας και Έλενα Σταγκουράκη.

~.~

του ΘΑΝΑΣΗ ΓΑΛΑΝΑΚΗ ~.~

Γιάννης Πατίλης,
Τὸ σπασμένο εἶναι πιὸ ἀνθεκτικό,
Gutenberg-Σύρτις 2016

Ὑπάρχουν κάτι μικρὰ πουλιά, ποὺ ἀνοίγουν τρύπες μέσα στὶς πιὸ βαθειὲς κουφάλες τῶν δέντρων· καὶ καθὼς πιστεύουν ὅτι τὸ ράμφος τους εἶναι προικισμένο μὲ τερἀστια δύναμη, ὕστερα ἀπὸ κάθε χτύπημα πηγαίνουν ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριὰ τοῦ δέντρου νὰ βεβαιωθοῦν ὅτι δὲν τὸ τρύπησαν πέρα γιὰ πέρα

ΛΙΧΤΕΝΜΠΕΡΓΚ

Εἶναι λογῆς ποιητικές, εἶναι καὶ λογῆς ποιητές, θὰ λέγαμε, παραφράζοντας τὴν ὲμβληματικὴ μυριβήλεια ἔναρξη στὴ νουβέλα Ὁ Βασίλης ὁ Ἀρβανίτης. Καὶ εἶναι λογῆς οἱ ποιητικὲς, γιατὶ ὑπάρχουν λογῆς ποιητές, χωρὶς βέβαια αὐτὸ νὰ ἀποκλείει τὸ ἐνδεχόμενο νὰ εἶναι λογῆς οἱ ποιητὲς ἕνεκα τῆς ὑπάρξεως λογιῶν-λογιῶν ποιητικῶν.

Ἐπ’ οὐδενὶ δὲν θά ’πρεπε νὰ ὑπάρχει ποιοτικὴ διαφοροποίηση τῶν δύο τάσεων, ἂν καὶ σίγουρα ἡ ἀπαιτητικὴ κριτικὴ ἀναζητᾶ ἐκείνους τοὺς ποιητὲς ποὺ διὰ τοῦ ἔργου τους καταφέρνουν νὰ ἀφήσουν ἕνα τόσο ἰσχυρὸ στίγμα, τὸ ὁποῖο θὰ εἰσηγεῖται μὲ τὴ σειρά του μιὰ ὁλόκληρη ποιητική, ἤτοι ἕνα καθαρόαιμο (;) ποιητικὸ σύμπαν, ἤτοι ἕνα ποιητικὸ σύστημα. Ἡ ποιητικὴ φυσιογνωμία τοῦ Γιάννη Πατίλη καὶ ἡ σύνολη στάση του ἀπέναντι στὰ νεοελληνικὰ γράμματα, θέματα τὰ ὁποῖα τροφοδοτοῦν τὸ παρὸν κείμενο, ἀμφιρρέπουν ἀνάμεσα στὶς δύο παραπάνω τάσεις, χωρὶς αὐτὸ νὰ σημαίνει ὅτι λειτουργοῦν ἀλληλοαποκλειστικά· τουναντίον, ἡ μία τάση συμπληρώνει εὐεργετικὰ τὴν ἄλλη καὶ ἐπιτείνει τὴν παραπάνω θέση περὶ μιᾶς δημιουργίας ἑνὸς καινοῦ ποιητικοῦ συστήματος.

Ἔπειτα ἀπὸ μιὰ σχεδὸν πεντηκονταετὴ πορεία στὰ γράμματα, ὁ ποιητής, κριτικός, ἐκδότης περιοδικῶν ἐντύπων, φιλόλογος Γιάννης Π. Πατίλης –ἀναφέροντας ἁπλῶς λίγες ἀπὸ τὶς φανερὲς/δημόσιες ἰδιότητές του, ἀποσιωπώντας τὸν ἀλληλογράφο, ἡμερολογιογράφο, διορθωτή, ἐπιμελητή, ψηφιοποιητή, ἀρχειονόμο Πατίλη– γίνεται φανερὸ ὅτι σκορπίζεται (μὲ τὴ θετικὴ σήμανση τοῦ “σκόρπιου”) σὲ μιὰ πολυεπίπεδη φυσιογνωμία τῆς μεταπολεμικῆς/μεταδικτατορικῆς/μεταπολιτευτικῆς λογιοσύνης. Μιὰ φυσιογνωμία ἡ ὁποία χαρίζει ἀποσπάσματα τῆς προσωπικῆς ἐμπειρίας ἄλλοτε ὡς ποιητής, ἄλλοτε ὡς κριτικός, ἄλλοτε ὡς ἱδρυτὴς καὶ διαχειριστὴς περιοδικῶν ἐντύπων ὅπως: Τὸ Δέντρο, Κριτικὴ καὶ κείμενα, Νῆσος, Ἀνεπαισθήτως, Πλανόδιον (αἰσίως καὶ τοῦ ἰστοτόπου Ἱστορίες Μπονζάι: Ἡ αἰσθητικὴ τοῦ μικροῦ, τὸν ὁποῖον συνδιευθύνει μαζὶ μὲ τὴν εἰκαστικὸ καὶ συγγραφέα Ἠρὼ Νικοπούλου). Ἡ πολυεπίπεδη αὐτὴ πορεία, ἑνιαία καὶ ἀδιαίρετη στὴ μακροδομή της, ἀποσπασματικὴ στὴ μικροδομή της, ἀκριβῶς ὅπως οἱ ἰμπρεσιονιστικοὶ πίνακες ποὺ ὅσο ἀπομακρύνεται κανεὶς θαυμάζει τὸ ἀποτέλεσμα, ὅσο πλησιάζει ὅμως ἐντοπίζει τὶς χρωματικὲς ψηφίδες ποὺ τοὺς συναποτελοῦν, ἐπιχειρήθηκε νὰ συνοψιστεῖ στὸ δοκίμιό του μὲ τίτλο Τὸ σπασμένο εἶναι πιὸ ἀνθεκτικό. Στίχοι καὶ σκέψεις γιὰ τὴν ἡλικία τῶν ἐρειπίων ποὺ κυκλοφόρησε στὰ τέλη τοῦ 2016, ἀπὸ τὸ ὁποῖο κι ἀφορμᾶται τὸ κείμενό μας.

to-spasmeno-einai-pio-anthektikoΤὸ δοκίμιο αὐτὸ συνοψίζει τοὺς βασικοὺς ἄξονες τῆς ποιητικῆς φυσιογνωμίας τοῦ Γιάννη Πατίλη, χωρὶς ὅμως αὐτὸ νὰ μᾶς περιορίζει στὴν ἀπόπειρά μας νὰ προβοῦμε σὲ ἕναν εὐρύτερο προβληματισμὸ γύρω ἀπὸ τὴ συνολικὴ ἐμπειρία τῆς ἐμπλοκῆς του στὰ γράμματα καὶ στὸ σύμπαν ποὺ αὐτὰ δημιουργοῦν καὶ κινοῦν. Ἁπλούστερα, ἤδη ἐκ προοιμίου ὁ Πατίλης ξεκαθαρίζει τὴ θέση του ἀπέναντι στὸν ἀναγνώστη γράφοντας στὶς πρῶτες του ἀράδες ὅτι: «Κάθε ποιητὴς μεταφέρει στὴν ποίησή του τὴν δική του μερικὴ ἐμπειρία τοῦ Κόσμου». Καλῶς. Ὡστόσο, ἡ προκαταρκτικὴ αὐτὴ θέση ποὺ χαράζει μιὰ ποιητικὴ Ποιητικὴ (ἂς ἐπιτραπεῖ ὁ φαινομενικὸς σολοικισμὸς), σηματοδοτεῖ τὴν ἴδια στιγμὴ μιὰ στάση ἀπέναντι στὸν Κόσμο τὸν ἴδιο. Ξεφεύγει, ἑπομένως, ἀπὸ τὴν ποιητικὴ Ποιητικὴ καὶ ὑψώνεται στὴν Ποιητική· σκέτα.

Διὰ τοῦτον ἀκριβῶς τὸ λόγο, πῶς θὰ μπορούσαμε νὰ μείνουμε στὸν ποιητὴ Πατίλη καὶ νὰ ἀρθρώσουμε ἕναν λόγο γιὰ τὸ ἀπόσπασμα στὸ ποιητικὸ ἔργο του καὶ μόνον, ὅταν ἡ παραπάνω ἀναφερθείσα «μερικὴ ἐμπειρία τοῦ Κόσμου» του περιλαμβάνει τὴν ἐνασχόληση μὲ ἕναν εὐρύτερο κύκλο ἀσχολιῶν ποὺ διαμορφώνουν τὸ χαλκέντερο γραμματολογικό του πορτραῖτο; Πῶς γίνεται νὰ δοῦμε τὴν ἀποσπασματικὴ φύση τῶν πραγμάτων μένοντας ἀποκλειστικὰ στὴν ποιητική του παραγωγή; Μ’ ἄλλα λόγια, πῶς νὰ καταφέρει νὰ ἐντοπίσει κανεὶς τὸ ἀρχετυπικὸ ἀπόσπασμα, ἐντὸς τοῦ ἀποσπάσματος ποὺ ἀποτελεῖ ἡ ποιητικὴ πράξη ἀποκομμένη ἀπὸ τὸ σύνολο τῶν δραστηριοτήτων ἑνὸς πολυμήχανου ἀνθρώπου; Ὁ Λίχτενμπεργκ, μιᾶς ποὺ τὸν παραθέσαμε παραπάνω, ἀναφέρει σὲ ἕναν ἀφορισμό του: «Εὔκολο εἶναι νὰ κάνεις τέτοιες ἐρωτήσεις, ἀλλὰ δύσκολο εἶναι νὰ ἀπαντήσεις σὲ αὐτές». Τουτέστιν, τὰ εὔλογα αὐτὰ ἐρωτήματα ἀναμένουν τὴν ἀπάντησή τους.

Γιὰ τὴν οἰκονομία τοῦ κειμένου, μιᾶς καὶ μιὰ ἐπιχειρηματολογία ἐν σχέσει μὲ τὰ παραπάνω ἐρωτήματα φαντάζει ἀνέφικτη ἐπὶ τοῦ παρόντος, θὰ μπορούσαμε νὰ ἐκλάβουμε τὴν πρόταξη τῆς ποιητικῆς ταυτότητας ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Πατίλη, ὄχι μὲ τὴν πρόθεση νὰ σηματοδοτηθεῖ ὡς ἡ πλέον σημαίνουσα, διότι ἔτσι θὰ ἀδικοῦταν ἡ ὑπόλοιπη πορεία του, ἀλλὰ ὡς ἡ πλέον περιεκτική, ὅσον ἀφορᾶ στὴν ἀντιστοιχία της μὲ τὴν ἔννοια τοῦ ἀποσπάσματος. Ἑπομένως, ἡ ποίηση τοῦ Πατίλη γίνεται ὁ πίνακας ἐκεῖνος ὅπου μπορεῖ κανεὶς νὰ δεῖ τὴ σύνολη γραμματολογική του φυσιογνωμία, ἐνῶ οἱ χρωματικὲς ψηφίδες τοῦ πίνακα συναπαρτίζονται ἀπὸ ποιήματα, σημειώματα τοῦ ἐκδότη, κριτικές, ἐξώφυλλα καὶ μακέτες, γραμματοσειρὲς καὶ κοσμήματα, συνεντεύξεις, ἡμερολογιακὲς ἐγγραφές, γράμματα, μαίηλ, χειρόγραφα, ἔντυπα καὶ ψηφιακὰ ἀρχεῖα, ἰστοτόπους, φωτογραφίες κ.ο.κ. Ἔτσι κι ὁ ἴδιος γνωρίζοντας ὅτι μιὰ μικροσκοπικὴ ἐξέταση θὰ ὁμοίαζε μὲ δουλειὰ μικροβιολόγου ποὺ προσπαθεῖ νὰ ξεχωρίσει σὲ καλάθια τὰ κύτταρα μιᾶς αἱμοκαλλιέργειας, συνοψίζει τὴν ἐμπειρία σὲ τρεῖς ἑνότητες: Πολιτικὸς βίος, Ἔρως, Ποίηση.

~ · ~ 

Στὸ κέντρο καί τὼν τριῶν κατηγοριῶν τοποθετεῖται ἡ ἀποσπασματικὴ φύση τῶν πραγμάτων. Τὸ ἀπόσπασμα, τὸ fragmentum, τὸ σπασμένο, τὰ ἐρείπια, τὸ θραῦσμα, ἡ ψηφίδα, ὅλα αὐτὰ γίνονται τὰ δομικὰ ὑλικὰ τοῦ ἔργου τοῦ Πατίλη. Προσοχή, ὅμως! Τὰ δομικὰ αὐτὰ ὑλικὰ μένουν αὐτούσια, ὡς ἔχουν, δίχως φτιασιδώματα καὶ λειάνσεις. Δὲ συναρμόζονται μὲ τρόπο τέτοιον ποὺ νὰ (ἀνα)κατασκευάζουν ἕνα Ὅλον. Οἱ θραυσματικὲς αὐτὲς ὑπάρξεις, ἀποκομμένες ἀπὸ τὸ μυθοποιημένο (ὄχι ὅμως καὶ τὸ ἱστορικό/πραγματολογικό) περικείμενο, τοποθετοῦνται στὸ κέντρο κάθε ποιήματος καὶ γίνονται οἱ σημαίνουσες στιγμὲς ποὺ πλάθουν ἕνα σύμπαν ἀσυνέχειας, ἐντὸς τοῦ ὁποίου κινοῦνται τὰ ποιητικὰ ὑποκείμενα τοῦ Πατίλη. Μὲ ἄλλα λόγια, τὰ ἐρείπια καὶ τὰ θραύσματα ἀπεκδύονται τὸ παρελθόν τους· δὲν τὸ ἀπαρνοῦνται, δὲν τὸ διαγράφουν, ἁπλῶς τὸ παραμερίζουν μὲ σκοπὸ νὰ πρωταγωνιστήσουν στὴν καθαρὴ μορφὴ τοῦ παρόντος τους μέσα στὸ ποίημα. Παράλληλα, ὁ ἐρειπιώνας ποὺ τροφοδοτεῖ τὴν ποίηση τοῦ Πατίλη παύει νὰ εἶναι ἡ στενὴ κατηγορία τοῦ χώρου (λ.χ. Ἑλλάδα, ἀθηναϊκὸ ἱστορικὸ κέντρο, Πατήσια, Νέο Ἡράκλειο)· τὸ ἐρείπιο, τὸ ἀπόσπασμα προκύπτουν ἔπειτα ἀπὸ μιὰ ἐπίμοχθη ἀναζήτηση τοῦ ἐλάσσονος, τοῦ χθαμαλοῦ, τῆς χαμηλόφωνης ἔκφρασης τῆς ζωῆς καὶ τῆς καθεμέρας.

Μὲ ἄλλα λόγια, τὸ θραῦσμα στὴν ποίηση τοῦ Πατίλη λειτουργεῖ ὡς ἀρχεῖο. Ὁ Πατίλης ἀρχειοθετεῖ τὴν ἐμπειρία μέσα στὰ ποιήματά του, δίνοντας ἀκριβῶς τὴν προοπτική τοῦ ἀρχείου ποὺ δὲν εἶναι ἄλλη ἀπὸ τὴ μελλοντική του ὕπαρξη· διότι αὐτὴ ἀκριβῶς εἶναι ἡ ταυτότητα τῆς ἔννοιας τοῦ ἀρχείου. Τὰ πάντα κεῖνται ὡς ἁπλὲς ὑπάρξεις, εἴτε λειτουργικὰ ἁρμοσμένες στὴν πραγματολογική τους συνθήκη, εἴτε ξεκρέμαστες, χτυπητές, ἄλλες. Ἡ χρήση τους στὴν Τέχνη ἀποτελεῖ μιὰ ἀρχειοθέτηση· εἰδικότερα, ἡ χρήση τῶν ὑπάρξεων ποὺ βιώνουν τὴν ἑτερότητά τους, ἄρα ἐκείνων ποὺ ἀποσπῶνται ἀπὸ τὸ λειτουργικὸ Ὅλον. Ἅπαξ καὶ κάτι ἀρχειοθετηθεῖ, τότε παύει νὰ φέρει ἐντός του τὸ παρελθὸν ὡς διάσταση καὶ διανοίγεται ὡς δυνατότητα στὸ μέλλον. Ἕνα μέλλον εὐεπίφορο στὸ ὄραμα μιᾶς νέας ζωῆς μακριὰ ἀπὸ μεταφυσικὲς προσδοκίες: τὸ μέλλον τῆς ἑρμηνείας. Ἡ ἑρμηνεία αὐτὴ εἶναι ἀνοικτὴ σὲ ὅλους, ἀφοῦ ἀκόμα κι αὐτὴ “σκορπίζεται” σὲ ὅσους θέλουν (κι ἑνίοτε σὲ ὅσους μποροῦν) νὰ τὴν ἀναλάβουν. Αὐτὴ ἡ ἑρμηνεία γίνεται –τελικὰ– ἡ κινούσα αἰτία τῆς συγγραφῆς.

OLYMPUS DIGITAL CAMERAΤὸ ἔργο τέχνης εἶναι ἡ γέφυρα ἀνάμεσα σὲ δύο ἀποσπασματικὲς ἐμπειρίες: στὴν ἀποσπασματικὴ ἐμπειρία τῆς ἑρμηνείας τοῦ ἀναγνώστη καὶ στὴ διπλὰ ἀποσπασματικὴ ἐμπειρία τῆς ἑρμηνείας τοῦ συγγραφέα. Ὁ Πατίλης ἐπισημαίνει σχετικά: «Θὰ τονίσω, ὅμως, ἐμφατικὰ πὼς μὲ κανέναν τρόπο δὲν θεωρῶ τὸν Ἑαυτό μου αὐθεντικὸ διερμηνευτὴ τῶν στίχων μου. Τὸ λέω αὐτὸ ὄχι ἀπὸ πρόθεση νὰ κολακέψω τὰ ἀναφαίρετα δικαιώματα τοῦ ἀναγνώστη στὴν ἑρμηνεία ἑνὸς ποιήματος, ὅσο ἀπὸ βαθιά μου πεποίθηση πὼς τὸ ἔργο τέχνης εἶναι ἀποτέλεσμα συνεργασίας τοῦ καλλιτέχνη μὲ ἄλλες δυνάμες ποὺ ξεπερνοῦν, συχνὰ κατὰ πολύ, τὴν αὐτεπίγνωση ἢ καὶ τὴ βούλησή του». Οἱ δυνάμεις αὐτὲς φρονοῦμε ὅτι βρίσκονται στὴ σφαίρα τῆς ἐμπειρίας καὶ τῆς ἀποσπασματικότητας ποὺ αὐτὴ κομίζει, στὴν ἐπαφὴ μὲ τὸ γραμματολογικὸ παρελθὸν καὶ στὴ σχέση μὲ τὸν ἀναγνώστη. Ἡ τριελκυστίνδα αὐτὴ, στὸ μέσο τῆς ὁποίας βρίσκεται ὁ ποιητής, δίνει αὐτὸ τὸ “συν” ποὺ ἔρχεται νὰ κολλήσει μπροστὰ ἀπὸ τὸ “γράφω”.

Ὁ συγγραφέας, λοιπόν, ταξινομεῖ κι ἀρχειοθετεῖ ἕνα σύμπαν ἀποσπασμάτων μὲ τρόπο τέτοιο ποὺ νὰ μὴν μπορεῖ ἔπειτα νὰ τὰ ἐπανεντοπίσει. Πλάθει τὴ δική του ποιητικὴ τοῦ σπασμένου, ἐντασσόμενος στὴ μοντερνιστικὴ παράδοση ποὺ ἔφερε τὸ θραῦσμα ξανὰ στὸ προσκήνιο, ξεφεύγοντας ὅμως κι ἀπὸ τὴ δεσποτεία της καὶ ἀναποδογυρίζοντας τὴ νέα ἠθικὴ ποὺ αὐτὴ ἐπεδίωξε νὰ ἐπιβάλλει ὡς ἄλλος Δούρειος Ἵππος (ἰδεολογικὴ φόρτιση, ἐθνικισμός, ἐθνομηδενισμός, ἐθνοκαπηλεία). Δὲν εἶναι ἡ ὑψηλὴ μοντερνιστικὴ εὐταξία αὐτὸ ποὺ ὁ Πατίλης ἐπιδιώκει, οὔτε ὅμως κι ἡ πρωτοποριακὴ ἀταξία. Οἱ ὅροι προσέγγισης τοῦ ἔργου του δὲν μποροῦν νὰ τοποθετηθοῦν κάτω ἀπὸ τὶς στεγανοποιητικὲς αὐτὲς κατηγοριοποιήσεις. Ὅπως ἡ στιγμὴ ὑπάρχει μόλις γιὰ λίγο κι ἔπειτα σβήνει, ἔτσι καὶ τὸ ἐρείπιο παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι ζεῖ μέσα στοὺς αἰῶνες χαρίζει μόλις μιὰ στιγμή του στὴν ποίηση. Στιγμὲς-ἐρείπια συγκεντρώνει ὁ Πατίλης καὶ τὶς καταστερίζει στὰ ποιήματά του. Στιγμὲς ποὺ ζεῖ ὄχι μόνο μὲ τὴν ἰδιότητα τοῦ ποιητῆ, ἀλλὰ μὲ ὅλες τὶς παραπάνω ποὺ ἀναφέραμε καὶ μὲ ἄλλες τόσες: τοῦ ἄντρα, τοῦ υἱοῦ, τοῦ συζύγου, τοῦ πατέρα, τοῦ φίλου, τοῦ συνεργάτη, τοῦ δασκάλου, τοῦ ὁδηγοῦ, τοῦ κουβαλητῆ κ.τ.ρ. Στιγμὲς θραυμαστικὲς ποὺ μέσα στὴν ἀποσπασματικότητά τους ἐμπεριέχουν τὸ ζεστὸ ἀπόθεμα μιᾶς πολυπρισματικῆς ἐμπειρίας ποὺ περιμένει τὸν συστηματικὸ της ἐρευνητὴ ποὺ θὰ ἐπανασυγκολλήσει τὰ ψηφία ποὺ αὐθόρμητα ὁ Πατίλης σκόρπισε στὸ δάπεδο τοῦ ἔργου του· ἄλλως, ποὺ θὰ ἐπανασυγκολλήσει τὸ δεξί ἄνω ἄκρο του, μὲ τὸ ὁποῖο κατέστρωσε τὸ σύστημα τῆς ποιητικῆς του.

Ἂς κλείσουμε τὸ κείμενό μας μὲ μιὰ τέτοια στιγμὴ-ἐρείπιο κι ἂς ἀφήσουμε τὸν ἀναγνώστη νὰ πάρει τὴν εὐρετική μας ἀνάγνωση καὶ νὰ περιηγηθεῖ στοὺς κήπους αὐτοῦ τοῦ ποιητικοῦ συστήματος, ἐπιχειρώντας μὲ τὴ σειρά του νὰ τὸ ἐπαναναγνώσει καὶ (γιατὶ ὄχι;) νὰ διαρθρώσει κι αὐτὸς ἐκ νέου ἕνα δικό του:

Ἴσως ἴσως
μικρὸ ζωύφιο ἴσως
ὅταν πέσαν στὸ ἴσως
τὸ ἀπόγευμα ὁ καιρὸς τὸ βλέμμα τὰ μαλλιά
Μπερδεύτηκαν τὰ λόγια κι οἱ προθέσεις
σὲ μιὰ μικρὴ διαδρομὴ στὴν Προποντίδος πρὸς τὴν Καλλίπολη
Κι ἦταν τόσο καλὰ σ’ αὐτὸ τὸ πράγμα
καὶ τρέκλιζαν σὰ νά ’χαν πιεῖ αὐτὰ τὰ οὖζα
μαζὶ μ’ ὅλους τοὺς δρὀμους καὶ τὰ φῶτα
ποὺ γι’ ἄλλη μιὰ φορὰ σ’ εἶχαν μισήσει
Μεγάλη Βεβαιότητα Σκοτώστρα

(“7”, Ἀκτὴ Καλλιμασιώτη καὶ ἄλλα ποιήματα, 2009)

ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ

 

Ο Καρούζος του Πατίλη

NikosKarouzos-GiannisPatilis-Ntoltse-28-04-1988 τμήμα 2Τη χρονιά που μας φεύγει, ο Γιάννης Πατίλης, ποιητής, κριτικός και εκδότης του ιστορικού λογοτεχνικού περιοδικού Πλανόδιον (1986-2012), συμπλήρωσε τα εβδομήντα του έτη. Με την ευκαιρία του πρόσφατου βιβλίου του για τον Νίκο Καρούζο, αλλά όχι μόνο, το Νέο Πλανόδιον του αφιερώνει την τελευταία αυτή εβδομάδα των αναρτήσεων του 2017 – αναγνώριση ελάχιστη ανεξαγόραστης οφειλής. Γράφουν κατά σειρά και ανά ημέρα από τα Χριστούγεννα έως την Πρωτοχρονιά οι Κώστας Κουτσουρέλης, Σωτήρης Γουνελάς, Άγγελος Καλογερόπουλος, Ξάνθος Μαϊντάς, Θανάσης Γαλανάκης, Γιώργος Πινακούλας και Έλενα Σταγκουράκη.

~ . ~

του ΞΑΝΘΟΥ ΜΑΪΝΤΑ ~ . ~

Γιάννης Πατίλης (εισαγωγή-ανθολόγηση),
Χερουβείμ Αρουραίος: Ο ποιητής
Νίκος Καρούζος (1926-1990),
Ίδρυμα Τ. Σινόπουλος – Εκδόσεις Γαβριηλίδης 2017

Το βιβλίο του Γιάννη Πατίλη Χερουβείμ Αρουραίος: Ο ποιητής Νίκος Καρούζος αποτελεί ένα σύγχρονο Αισθητικό Δοκίμιο, όπου μέσα σε περίπου 100 σελίδες ο συγγραφέας καταθέτει  ένα πλήρες σύνολο προτάσεων, κατηγορήματα ύψους, ώστε να γίνει δυνατή η ανάλυση και διερεύνηση του δύσκολου έργου του Νίκου Καρούζου.

Και αυτό ο Γιάννης Πατίλης το επιτυγχάνει με τον πλέον εντελή τρόπο. Συγχρόνως η δύναμη αυτού του δοκιμιακού έργου είναι τέτοια, ώστε μπορούμε αβίαστα να προβλέψουμε ότι στο μέλλον θα αποτελεί σημαντικό βοήθημα στην ανάλυση και μελέτη της ποίησης.

Από τα αξιόλογα σημεία ακτινοβολίας του έργου, που παράγουν ένα ευρύτατο φάσμα αισθητικών καταθέσεων, θα εστιάσω την προσοχή μου, στο παρόν large_20171112010536_cherouveim_arouraios_o_poiitis_nikos_karouzos_1926_1990κείμενο, μόνο σε ένα. Ο Γιάννης Πατίλης χρησιμοποιεί ως βοήθημα στην ανάλυση του έργου του Νίκου Καρούζου το Περί Ύψους του Διονυσίου Λογγίνου. Ένα έργο λοιπόν, της ύστερης αρχαιότητας που κρατάει την αξία του αναδεικνύεται στις ημέρες μας, δηλαδή στην εποχή του ύστερου μοντερνισμού, ως επίκαιρο αισθητικό δοκίμιο. Στην αναμέτρηση αυτή και στην πορεία ανάλυσης του σύγχρονου έργου, το αρχαίο δοκίμιο εμφανίζει επάρκεια και πληρότητα;

Φαίνεται πως χρειάστηκε η ψηλάφηση ενός τόσο στιβαρού σύγχρονου ποιητικού έργου και ο κατάλληλος ιχνηλάτης-ερευνητής για να αναδειχθεί μέσα στο μεγάλο έργο της αρχαιότητας η αδυναμία. Έτσι ο Γιάννης Πατίλης στα περί ύψους κατηγορήματα του Λογγίνου προτείνει μια νέα διάσταση του υψηλού. Ας την παρακολουθήσουμε από τον ίδιο.  Είναι το τέλος του κεφαλαίου του με τον τίτλο “Σώμα” από την εισαγωγή του βιβλίου.

Συγγραφέας του πρώτου χριστιανικού αιώνα, πατώντας και με τα δυο του πόδια στον παγανιστικό κόσμο και βαθιά ριζωμένος στην καλύτερη πνευματική του παράδοση, ο λαμπρός σε κριτική φιλολογική σκέψη και πολιτική σοφία δημιουργός του Περί Ύψους δεν παραλείπει να θεολογεί. Μολοντούτο, το αυτονόητο και αδιαμφισβήτητο από τον ίδιο κύρος της πολιτιστικής του αγωγής και παράδοσης, και η πιθανότατη απουσία σχετικής προσωπικής εμπειρίας και διαίσθησης για τα νέα τεκταινόμενα του καιρού του, δεν του επέτρεψαν να αντιληφθεί μια νέα διάσταση του υψηλού που μόλις γεννιόταν γύρω του: αυτήν που, όπως στον συγκλονιστικό πίνακα του Σαλβαδόρ Νταλί, αντικρίζει στραμμένη προς τα κάτω με συντριβή, την τραγωδία του ανθρώπου από το ύψος της αγωνίας του Σταυρού.

Είναι λοιπόν ο τρόπος του ποιητή και στοχαζόμενου ανθρώπου Νίκου Καρούζου. Είναι η συνάντησή του με το πνευματικό σημείο Χριστός καθώς και το χερουβικό μέρος της ταυτότητάς του. Συγχρόνως είναι η δυναμική ανάλυση του Γιάννη Πατίλη που δίνουν στο Περί Ύψους του Διονυσίου Λογγίνου νέα διάσταση. Μια αναγκαία διόρθωση λεπτής υφής.

ΞΑΝΘΟΣ ΜΑΪΝΤΑΣ

Παρέμβαση κατά την παρουσίαση του βιβλίου στις Εκδόσεις Γαβριηλίδη, 21.12.2017

 

1494_10

Μια ολοκληρωμένη ανάγνωση

bbf581ccfa08606a8d93e77ef8a17de7_400x400Τη χρονιά που μας φεύγει, ο Γιάννης Πατίλης, ποιητής, κριτικός και εκδότης του ιστορικού λογοτεχνικού περιοδικού Πλανόδιον (1986-2012), συμπλήρωσε τα εβδομήντα του έτη. Με την ευκαιρία του πρόσφατου βιβλίου του για τον Νίκο Καρούζο, αλλά όχι μόνο, το Νέο Πλανόδιον του αφιερώνει την τελευταία αυτή εβδομάδα των αναρτήσεων του 2017 – αναγνώριση ελάχιστη ανεξαγόραστης οφειλής. Γράφουν κατά σειρά και ανά ημέρα από τα Χριστούγεννα έως την Πρωτοχρονιά οι Κώστας Κουτσουρέλης, Σωτήρης Γουνελάς, Άγγελος Καλογερόπουλος, Ξάνθος Μαϊντάς, Θανάσης Γαλανάκης, Γιώργος Πινακούλας και Έλενα Σταγκουράκη.

~ . ~

του ΑΓΓΕΛΟΥ ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΥ ~ . ~

Γιάννης Πατίλης (εισαγωγή-ανθολόγηση),
Χερουβείμ Αρουραίος: Ο ποιητής
Νίκος Καρούζος (1926-1990),
Ίδρυμα Τ. Σινόπουλος – Εκδόσεις Γαβριηλίδης 2017

Ἡ ἐργασία αὐτὴ τοῦ Γιάννη Πατίλη ἔρχεται σὲ μιὰ ἐποχὴ γόνιμης ἀναζήτησης γιὰ τὴν οὐσία τῆς ποίησης, τουλάχιστον γιὰ ὅσους νιώθουν ὅτι αὐτὴ δὲν ἐξαντλεῖται στὴν αὐτοαναφορικότητα καὶ στὴν δῆθεν τόλμη τῆς ἀτομικῆς «ἔκθεσης».

Εἶναι μιὰ ἐργασία γιὰ ἕναν ποιητὴ ποὺ συχνὰ ἔνιωθε λίγη τὴ γλώσσα γιὰ νὰ ἐκφράσει τὸν ἐσωτερικό του πόνο. Γιὰ ἕναν ποιητὴ ποὺ μὲ τὸν τρόπο του ἔδειξε ὅτι θὰ παραμένει ἀστείρευτη ἡ πηγὴ τῆς ποιήσεως καθὼς δὲν ὑπάρχει ἡ τελευταία λέξη, ἡ τελειωτικὴ λέξη γιὰ τὸ ἀρχέγονο ταξίδι τῆς ζωῆς, τοῦ ἔρωτα καὶ τοῦ θανάτου.

Ὅταν παρουσίασε ὁ Γιάννης Πατίλης τὴν ἐργασία του αὐτὴ στὸ Ἵδρυμα Τάκης Σινόπουλος ἄκουσα κάποιον ἀπὸ τὸ ἀκροατήριο νὰ ψιθυρίζει φεύγοντας: «ἀκούσαμε γιὰ τὸν χριστιανὸ Καροῦζο, ἀλλὰ γιὰ τὸν ποιητὴ Καροῦζο δὲν ἀκούσαμε τίποτα». Αὐτὸ ποὺ ὁ ἐν λόγῳ ἀκροατὴς ἐξέλαβε ὡς ἀδυναμία, θεωρῶ ὅτι εἶναι τὸ δυνατὸ σημεῖο τῆς ἐργασίας τοῦ Πατίλη. Ἡ εἰσαγωγὴ καὶ ἡ ἀνθολογία ποὺ σήμερα παρουσιάζουμε σκύβει μὲ ἐπιμέλεια καὶ ἀγάπη πάνω στὸ σῶμα τῆς ποίησης τοῦ Καρούζου καὶ τὴν ἀναλύει διεξοδικὰ ὡς ὁμότεχνος ἀλλὰ καὶ ὡς φιλόλογος ὥστε νὰ μὴν καταφεύγει σὲ μιὰ ἐπιπόλαιη ἀνθολόγηση «πιασάρικων» ἀκροτήτων τοῦ ποιητῆ, ἀλλὰ ἀναδεικνύοντας τὴν ἀρχὴ ποὺ συνέχει αὐτὴ τὴν ἀτίθαση ποίηση. Καὶ ἀντιλαμβάνεται ὅτι αὐτὸ ποὺ κινεῖ τὴν ποίηση τοῦ Καρούζου εἶναι ἡ ἀνάγκη του νὰ ὑπερβεῖ τὰ ὅρια τῆς γλώσσας προκειμένου νὰ ἀποκαλύψει τὴ «συνέχεια τῆς ἐλευθερίας τοῦ προσώπου πρὸς τὴν ἐλευθερία τοῦ θεοῦ» (Μεταφυσικὲς ἐντυπώσεις ἀπ’ τὴ ζωή ὣς τὸ θέατρο, βλ. ἐδῶ Χερουβεὶμ Ἀρουραῖος, σ. 259)· ἔτσι δὲν ἀποφεύγει νὰ ὀνομάσει μὲ τὸ ὄνομά της τὴν προσήλωση τοῦ Καρούζου –μὲ τὸν δικό του τρόπο– στὸν Χριστὸ καὶ τὴν Ὀρθοδοξία, δὲν τὴν ἀποσιωπᾶ ὅπως συνηθίζεται στὶς μέρες μας, ποὺ προβάλλεται ὡς μιὰ οὐδέτερη ἀτομικότητα στὰ πλαίσια τῆς πολυπολιτισμικῆς ὁμογενοποίησης.

Ἡ ποίηση δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι παρὰ τὸ «ὁμολογεῖν τῇ ἀληθείᾳ», μόνο ποὺ τὸ μερίδιο τῆς ἀλήθειας ποὺ ἀναλογεῖ στὸν καθένα μας εἶναι προσωπικὸ καὶ ἀνεπανάληπτο καὶ ὁ λόγος της λέγεται πολλαχῶς. Ὁ καθένας μὲ τὰ δικά του karouzosim1λόγια. Ἔτσι κι ὁ Καροῦζος μὲ τὴ «μορφικὴ ἀκαταστασία του», ποὺ διακρίνει ὁ συγγραφέας (σ. 19), ἐπιχειρεῖ νὰ ἀποτυπώσει τὴ «μαστορικὴ τῆς ἀγωνίας» του («Ὀχυρούμενος μὲ τ’ ἀστέρια», Τὰ ποιήματα Β΄, Ἴκαρος, 1994, σ. 220), μιᾶς ἀγωνίας ποὺ ὁρίζεται ἀπὸ τὴν ἐπιστροφὴ τοῦ Χριστοῦ καθὼς μαρτυρεῖ ὁ τίτλος τῆς πρώτης του συλλογῆς, ἀπὸ τὴν ἐμμονή του στὴν ἐπαναστατικὴ διάσταση τῆς ἀγάπης, ἀπὸ τὸ οἰκουμενικὸ ἄνοιγμά του ἀπὸ τὸν Τρότσκι μέχρι τὸν Βούδα, ἀπὸ τὰ ἀγγελικὰ φτερὰ ποὺ θέλει νὰ φορέσει στὸν χωματένιο ἀρουραῖο. Αὐτὴ ἡ μορφικὴ ἀκαταστασία κατὰ τὸν Γιάννη Πατίλη ἀνάγεται στὴν «ἐξωτερικῶς ἀσύμβατη» μὲ τὴν ἀριστερή του τοποθέτηση προσήλωσή του στὸν Χριστό (σ. 20). Ἀλλὰ θὰ πρέπει νὰ ἐπισημάνουμε ὅτι ἱστορικὰ ὁ συνδυασμὸς αὐτὸς δὲν εἶναι καθόλου ἀσύμβατος –παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι πολλοὶ ἐπιμένουν νὰ τὸν θεωροῦν τέτοιο– καθὼς ὑπάρχει μιὰ ἐνδιαφέρουσα παράδοση «χριστιανικῆς ἀριστερᾶς» ἢ «χριστιανικοῦ ἀναρχισμοῦ» στὴν Εὐρώπη ἀλλὰ καὶ ἰδιαίτερα στὴν Ἑλλάδα ἀπὸ τὸν 19ο αἰ. Ἀλλὰ καὶ σὲ ἐπίπεδο πνευματικοῦ προσανατολισμοῦ ἡ ὅποια ἀντίφαση αἴρεται ἐφ’ ὅσον ἡ ἐπαναστατικότητα δὲν εἶναι ἕνας ἐωσφορικὸς κοσμοδιορθωτισμὸς ἀλλὰ μιὰ πηγαία δίψα δικαιοσύνης καὶ φιλαλληλίας.

Οἱ δύο αὐτὲς ἀλληλένδετες κατὰ τὸν Πατίλη πλευρὲς ἀναδεικνύονται καὶ στὴν ἐν πολλοῖς ἀρνητικὴ κριτικὴ τοῦ Λορεντζάτου γιὰ τὴν ποίηση τοῦ Καρούζου. Κριτικὴ αὐστηρὴ τὴν ὁποία ἀντιμετωπίζει μὲ ἀνάλογη αὐστηρότητα καὶ ὁ Γιάννης Πατίλης. Ὁ Ζήσιμος Λορεντζάτος στὸ ἕνα καὶ μοναδικὸ κριτικὸ δοκίμιό του γιὰ τὴν ποίηση τοῦ Καρούζου («Ἕνα αὐστηρὸ ἑλληνικὸ ποίημα. ’’Οἱ βράχοι τῆς Ὕδρας’’ Νίκου Καρούζου» στὸ Μελέτες, τ. Γ΄, Δόμος, 1999, σ. 369-383) πράγματι χαρακτηρίζει γενικὰ τὴν ποίησή του «ἀκόκκαλη» καταλογίζοντάς του μιὰ «μύχια τρέλα» ποὺ ἐλαττώνει «τὴν ἀντίστασή του στὰ γιουρούσια τῶν λέξεων», δηλαδή «στὶς ἀσυνάρτητες διαδοχικὲς εἰκόνες ἢ συνειρμούς, δίχως εἱρμό» (ὅ.π., σ. 369). Στὸ σημεῖο αὐτὸ βλέπουμε νὰ συμπίπτει καὶ ἡ κριτικὴ τοῦ Τάκη Σινόπουλου ὅταν τὸ 1964 σὲ κριτικό του σημείωμα γιὰ τὸν Ὑπνόσακκο μιλάει γιὰ «μάζες ποιητικὲς σὲ κατάσταση περίπου πρώτου ὑλικοῦ, ποὺ φιλοδοξοῦν ἴσως, ἀλλὰ δὲν καταφέρνουν νὰ ὁλοκληρωθοῦν σὲ ποίημα» (Χερουβεὶμ Ἀρουραῖος, σ. 23).

Δὲν εἶναι ἀνυπόστατη ἡ ἀπορριπτικὴ κριτικὴ τοῦ Λορεντζάτου – ἀλλὰ καὶ τοῦ Σινόπουλου. Πολλοὶ εἶναι αὐτοὶ ποὺ ξεχωρίζουν στὸν Καροῦζο λαμπροὺς στίχους, ἀλλὰ σπανίως ἕνα ὁλοκληρωμένο ποίημα. Ὡστόσο, ὁ Λορεντζάτος εἶναι ἀπὸ τοὺς πρώτους –ὁ πρῶτος μᾶλλον– ποὺ ἀνέδειξε ἐδῶ σ’ ἐμᾶς τὸ «The poetry does not matter» τοῦ Ἔλιοτ, τονίζοντας ὅτι αὐτὸ ποὺ ἔχει σημασία δὲν εἶναι ἡ ποίηση ἀλλὰ ἡ πνευματικὴ ὁδός (τὸ ’’tao’’ ἐπισημαίνει ὁ ἴδιος), τῆς ὁποίας ὁδοῦ ἡ τέχνη εἶναι τὸ μέσον (γιὰ περισσότερα βλ. «Διόσκουροι», ὅ.π., π.χ. στις σ. 14 , 43, 332) ὥστε νὰ μὴν ἀναγνωρίζει στὸν Καροῦζο πὼς πιὸ μύχια κι ἀπὸ τὴν τρέλα του εἶναι ἡ δίψα του γιὰ αὐτὴν τὴν καινοφανὴ ἐπιστροφὴ τοῦ Χριστοῦ. Ὅταν μάλιστα μὲ μιὰ πρόχειρη ματιὰ διαπιστώνει κανεὶς προφανεῖς συμπτώσεις καὶ συγγένειες.

Γράφει, φέρ’ εἰπεῖν ὁ Λορεντζάτος: «Τίποτα δὲν μπορεῖ νὰ κάνει ὁ ἄνθρωπος δίχως τὸ κορμί του. Ἀκόμα μήτε καί –ἀφοῦ πεθάνει– νὰ ἀναστηθεῖ» (Collectanea, σ. 145). Κι ὁ Καροῦζος: «Νά ’σαι διανοούμενος, ἔστω. Νά ’σαι ὅμως μὲ τὴ σάρκα σου» (Χερουβεὶμ Ἀρουραῖος, σ. 251). Ὡστόσο, ὀφείλουμε νὰ ἀναγνωρίσουμε ὅτι χρωστᾶμε στὸν Ζήσιμο Λορεντζάτο τὴν ἀνάδειξη τῆς «λιγόλογης ἀλήθειας τοῦ Καρούζου» («Ἕνα αὐστηρὸ ἑλληνικὸ ποίημα», ὅ.π., σ. 383): «Θέλει δύστυχο χῶμα ἡ ἐλιά»… Ἀρκεῖ αὐτό.

Ἂς ἐπιστρέψουμε στὸν Πατίλη, ἡ κριτικὴ ματιὰ τοῦ ὁποίου παραμερίζει αὐτὴ τὴν μορφικὴ ἀκαταστασία τὴν ὁποία θεωρεῖ πλέον ὡς ἀναμενόμενο ἀπότοκο τῆς ὑπαρξιακῆς ἀγωνίας καὶ τοῦ βιώματος. Δὲν νομίζω ὅτι πρέπει νὰ θεωρήσει κανεὶς ὅτι αὐτὸ εἶναι ἕνας κανόνας ἀπαράβατος. Ἀπεναντίας, ἡ large_20171112010536_cherouveim_arouraios_o_poiitis_nikos_karouzos_1926_1990μορφὴ καὶ ἡ ἀρχιτεκτονικὴ τοῦ ποιήματος ἀνέδειξαν συχνὰ τὴν ἀγωνία καὶ τὸ βίωμα μὲ τρόπο ἀποτελεσματικὸ ὥστε νὰ μᾶς δώσουν ποιήματα ποὺ νίκησαν τὸν χρόνο. Ἀλλὰ στὸν Καροῦζο, ἔτσι συνέβη. Αὐτὸς ὑπῆρξε ὁ τρόπος του. Κι ὁ Πατίλης μέσα ἀπὸ αὐτὸν τὸν ρηξικέλευθο –καὶ ἀνισόρροπο πολλὲς φορές– προσωπικὸ τρόπο τοῦ ποιητῆ ἀνέδειξε τὸ στοιχεῖο τοῦ Ὑψηλοῦ, ὁδηγώντας τὴ ματιά μας στὴν πηγὴ τῆς ἔμπνευσής του. Καὶ ἡ πηγὴ τῆς ἔμπνευσής του εἶναι ἔξω ἀπὸ τὴ γραπτὴ ποίηση. Βρίσκεται, ὅπως γράφει ὁ ἴδιος ὁ ποιητής, στὴν «ἀνυποταξία τοῦ Θεοῦ» (Χερουβεὶμ Ἀρουραῖος, σ. 24). Κι ὁ Θεὸς εἶναι ἡ ἀγάπη ποὺ μᾶς ὁδηγεῖ στὴν «ἀγαπητικὴ» κοινωνία καὶ γι’ αὐτὸ ἐμμένει στὴν κοινοκτημοσύνη τῶν ἀγαθῶν καὶ στὴν ἀταξικὴ κοινωνία. Γι’ αὐτὸ βλέπει στὴν νύχτα τῆς Κροστάνδης τὸ «ἦν αὐτοῖς ἅπαντα κοινὰ» τῶν Ἀποστόλων, γι’ αὐτὸ εἶναι στραμένος στὴ Μέλλουσα Πόλιν, τὴν ἀναστάσιμη, ποὺ ἐμπεριέχει καὶ ὐπερβαίνει ὅλα τὰ ἐπαναστατικὰ ὁράματα. Αὐτὴ ἡ ἀναζήτηση τῆς ἀγαπητικῆς κοινωνίας ὁδηγεῖ τὸν Καροῦζο νὰ κινεῖται ἀπὸ τὸν ὐπόγειο ἀρουραῖο στὶς φρικαλέες κατσαρίδες καὶ τὰ ἄλαλα μερμήγκια, κι ἀπὸ κεῖ στὴ διαρκὴ ἐπανάσταση ὣς τὴ διαρκὴ συγγνώμη τοῦ Ἰησοῦ.

Ἡ έργασία τοῦ Γιάννη Πατίλη ἀπαντᾶ εὐρύτερα στοὺς σημερινοὺς προβληματισμοὺς γιατὶ ἀναδεικνύει τὴ βασικὴ ἀρχὴ ὅτι ἡ ποίηση ἀποκτᾶ νόημα καὶ περιεχόμενο ὅταν συνταυτίζεται μὲ μιὰ εὐρύτερη πνευματικὴ στάση τοῦ ποιητῆ. Κι ὅτι ἡ μορφὴ τῆς ποίησης δὲν μπορεῖ νὰ καθορίζεται ἀπὸ ἕνα φιλολογικὸ ἐνδιαφέρον, ἀλλὰ ἡ «μύχια τρέλα» της –γιὰ νὰ διαστρεβλώσω λίγο τὴ φράση τοῦ Λορεντζάτου– εἶναι ὅ,τι δίνει ὑπόσταση καὶ στὴν ὅποια μορφή. Προσωπικά, καὶ κλείνω μ’ αὐτὸ,  ἡ εἰσαγωγὴ καὶ ἡ ἀνθολόγηση τοῦ Πατίλη μὲ προέτρεψαν νὰ δῶ ἐξ ἀρχῆς τὴν ποίηση τοῦ Νίκου Καρούζου, καὶ μὲ βοήθησαν ὥστε νὰ μοῦ ἀποκαλυφθεῖ ὡς μία νέα ἀνάγνωση – καὶ γι’ αὐτὸ τὸν εὐχαριστῶ.

ΑΓΓΕΛΟΣ ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ

Ομιλία κατά την παρουσίαση του βιβλίου στις Εκδόσεις Γαβριηλίδη, 21.12.2017