ΝΠ | Κριτική βιβλίου

Μια ολότελα δυσφημισμένη αρετή

του π. ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ ΓΚΑΝΑ

Βασιλική Πέτσα
Το δέντρο της υπακοής
Πόλις 2018

Το βιβλίο της Βασιλικής Πέτσα Το δέντρο της υπακοής συγκροτείται από τη συνύφανση έξι ιστοριών, κάποιων που στηρίζονται σε πραγματικά γεγονότα (με προφανή μυθοπλαστική επεξεργασία), και κάποιων άλλων επινοημένων.

Αφού ιχνογραφήσουμε, όσο πιο αδρά γίνεται, το περιεχόμενο αυτών των ιστοριών θα υποστηρίξουμε ότι το βιβλίο συνιστά για τη συγγραφέα ένα τριπλό τόλμημα: α) από τη νουβέλα και το διήγημα, τα οποία υπηρέτησε ως τώρα, περνά πλέον στο μυθιστόρημα, β) από τον κόσμο της εντοπιότητας που χαρακτήριζε τα προηγούμενα έργα της, ανοίγεται τώρα στην παγκοσμιοποιημένη οικουμένη, γ) στην αποτυχία της εκκοσμικευμένης ουτοπίας (η οποία στο βιβλίο παρουσιάζεται με την αρχετυπική μορφή της Οκτωβριανής Επανάστασης) αντιπαρατάσσει την πιστότητα στην ουράνια ουτοπία, κατά τρόπο, αν μη τι άλλο, τολμηρό για την μεταπολεμική και, ακόμη περισσότερο, την μεταπολιτευτική μας πεζογραφία.

(περισσότερα…)
Advertisements

Εγκλωβισμένοι σε μια Μικρή Ζωή

Möbius strip

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΠΙΝΑΚΟΥΛΑ

Ο ανώνυμος πρωταγωνιστής και αφηγητής στον Αργό σίδηρο του Σωφρόνη Σωφρονίου είναι εγκλωβισμένος σ’ έναν παράδοξο χώρο και χρόνο. Γεννήθηκε το 1882 στη Νέα Υόρκη, όπου και έζησε μέχρι το θάνατό του από ατύχημα το 1948. Κατά τη διάρκεια της ζωής του δίδασκε λογοτεχνία στο πανεπιστήμιο. Το πάθος του ήταν οι Γερμανοί συγγραφείς του Μεσοπολέμου και το σκάκι. Τώρα όμως έχει πεθάνει κι έχει μεταφερθεί σ’ έναν άλλον πλανήτη, που έχει το παράξενο όνομα Μικρή Ζωή, και σε μια συγκεκριμένη ηλικία, στα είκοσι χρόνια του. Ξέρει βέβαια ότι θα πεθάνει και πάλι σε δέκα χρόνια, όταν πατήσει τα τριάντα. Η ζωή στη Μικρή Ζωή είναι όντως μικρή. Στον Αργό σίδηρο λοιπόν διαβάζουμε τις περιπέτειές του σ’ αυτόν τον πλανήτη κατά τη διάρκεια των δέκα ετών της δεύτερης ζωής του.

Ήδη όμως απ’ τις πρώτες σελίδες του βιβλίου ο αναγνώστης διαπιστώνει ότι η αφήγηση δεν είναι γραμμική, ο αφηγηματικός χρόνος του μυθιστορήματος δεν ξεκινά απ’ την αρχή για να πορευτεί προς το τέλος. Ξεκινά in medias res και διακόπτεται επίσης in medias res, χωρίς να ολοκληρώνεται η ιστορία και χωρίς να μαθαίνουμε τι έγινε τελικά. Να πώς αρχίζει:

Ήμουν σκακιστής στην πλατεία Γιούνιον. Μπορώ να πω με σιγουριά ότι αυτό έκανα, ήταν αν θέλετε το επάγγελμά μου προτού φύγω από τη Γη. Συνήθιζα να μένω εκεί για ώρες, παρακινούσα τους περαστικούς να κάτσουν για μια παρτίδα. […]

Τη μέρα που με πυροβόλησαν κόντευα τα εξήντα έξι· τώρα είμαι στα είκοσι εννιά. Από τους λίγους μήνες που μου έχουν απομείνει στη Μικρή Ζωή σκοπεύω να περάσω τον τελευταίο σε μια πλατεία όμοια με τη Γιούνιον […][1]

Όταν όμως το μυθιστόρημα τελειώνει, σε κάποιο σημείο της αφήγησης των περιπετειών του ήρωά μας, βρισκόμαστε πριν απ’ αυτή τη χρονική στιγμή, δηλαδή τους τελευταίους μήνες του στη Μικρή Ζωή. Το τέλος του μυθιστορήματος βρίσκεται χρονικά πριν από την αρχή του.

Ανάμεσα σ’ αυτά τα δύο σημεία, το εναρκτήριο, που δεν είναι έναρξη, και το καταληκτικό, που δεν είναι κατάληξη, ο χρόνος του μυθιστορήματος συστρέφεται, κινείται μπρος πίσω και ανακυκλώνεται. Πού οφείλεται αυτή η παράδοξη σχέση του αφηγητή με το χρόνο;

Ο διάσημος νευρολόγος Όλιβερ Σακς, που μελετούσε τον ανθρώπινο εγκέφαλο –όπως ακριβώς και ο Σωφρονίου προτού γίνει μυθιστοριογράφος–, απέδιδε ιδιαίτερη σημασία στη δυνατότητα του ανθρώπου να αφηγηθεί την ιστορία του. Σύμφωνα με τον Σακς,

φυσιολογικός άνθρωπος είναι ένας άνθρωπος που μπορεί να αφηγηθεί την ιστορία του […] ένας άνθρωπος ο οποίος ξέρει από πού έρχεται, έχει ένα παρελθόν, τοποθετείται στο χρόνο […] Έχει επίσης ένα παρόν […] μια ταυτότητα […] Τέλος, έχει ένα μέλλον, δηλαδή έχει σχέδια και ελπίζει ότι δεν θα πεθάνει προτού τα εκτελέσει. Γιατί ξέρει επίσης ότι θα πεθάνει.[2]

Ο ήρωας του Αργού σιδήρου όμως δεν είναι φυσιολογικός άνθρωπος. Το παρελθόν και το μέλλον του είναι θολά και αβέβαια, όπως και η τωρινή ταυτότητά του. Και ξέρει μεν ότι θα πεθάνει, αλλά έχει ήδη πεθάνει μια φορά, και εξακολουθεί να ζει. Είναι λογικό, επομένως, που ο χρόνος του έχει διαταραχτεί και δεν μπορεί να μπει σε μια λογική σειρά.

Ο χρόνος λοιπόν στον Αργό σίδηρο δεν είναι γραμμικός, δεν ξεκινά από την αρχή και δεν εξελίσσεται προοδευτικά προς το τέλος. Δεν είναι όμως ούτε κυκλικός. Τα γεγονότα δεν επαναλαμβάνονται με κάποια τακτή κανονικότητα, όπως η μέρα ακολουθεί τη νύχτα ή όπως η μία εποχή του χρόνου διαδέχεται την άλλη. Πιο πολύ προσομοιάζει, θα έλεγε κανείς, στον σπειροειδή χρόνο. Σαν την ταινία του Μέμπιους, αυτός ο σπειροειδής χρόνος δεν πηγαίνει ούτε μπροστά ούτε πίσω, δεν επαναλαμβάνεται αλλά ούτε και προοδεύει.

Ίσως ο χρόνος στον Αργό σίδηρο είναι σπειροειδής, γιατί σπειροειδής είναι και ο χρόνος στον οποίο ζούμε εμείς, οι άνθρωποι της ύστερης Νεωτερικότητας. Εξάλλου, η σχέση με το χρόνο είναι ένα βασικό στοιχείο που εντάσσει το μυθιστόρημα του Σωφρονίου στο πνευματικό σύμπαν της μεταμοντέρνας λογοτεχνίας και στον σύγχρονο στοχασμό περί χρόνου, περί μνήμης, περί ανθρώπου. Όλη η μεταμοντέρνα λογοτεχνία, όπως μπορεί να δει κανείς στους μεγάλους μυθιστοριογράφους αυτής της παράδοσης, στον Πύντσον, στον ΝτεΛίλλο, στον Μπολάνιο, μιλά για έναν άνθρωπο εγκλωβισμένο σ’ αυτόν τον σπειροειδή χρόνο. Έναν άνθρωπο που δεν είναι ούτε παιδί ούτε ενήλικας. Δεν μεγαλώνει και δεν ωριμάζει. Ούτε ο θάνατός του είναι κάποιο ιδιαίτερο συμβάν· απλώς παύει κάποια στιγμή να υπάρχει, θα ’λεγε κανείς ανεπαίσθητα. Όπως ακριβώς στη Μικρή Ζωή:

Κανείς στη Μικρή Ζωή δεν μπορεί να δει με τα γυμνά του μάτια κάποιον άνθρωπο να εξαφανίζεται πραγματικά, να εξαϋλώνεται για παράδειγμα μπροστά του. Όλοι φεύγουν την ώρα που κανείς δεν τους κοιτά στ’ αλήθεια.[3]

διαβάζουμε στον Αργό σίδηρο.

argos sidirosΟ ήρωάς μας λοιπόν βρίσκεται ακριβώς σ’ αυτή τη θέση. Ο κόσμος του δε βρίσκεται, στην πραγματικότητα, σε κάποιον άλλο πλανήτη ούτε στο μεταθανάτιο μέλλον. Είναι μια δυστοπία που βιώνουμε εμείς οι άνθρωποι του παγκοσμιοποιημένου παρόντος, οι κάτοικοι του πλανήτη Γη στις αρχές του 21ου αιώνα. Είναι η δυστοπία ενός χρόνου που, όπως είπαμε, διαστέλλεται αενάως, χωρίς να προοδεύει ή να ανακυκλώνεται.

Είναι η δυστοπία επίσης μιας αναγκαστικής νεότητας. Ο σύγχρονος άνθρωπος μοιάζει αναγκασμένος να ζει μεταξύ είκοσι και τριάντα χρονών. Αυτή η ηλικία της αδιαμόρφωτης ακόμα νεότητας θεωρείται ως ιδανική και ολοκληρωμένη φάση της ζωής. Και συχνά οι άνθρωποι της εποχής μας παλεύουν εναγωνίως να κρατηθούν σ’ αυτή την ηλικία, κι ας την έχουν προ πολλού ξεπεράσει με τη βιολογική έννοια.

Η δυστοπία μας, τέλος, είναι μια δυστοπία διαρκούς ανάμνησης. Η μνήμη μας είναι τεράστια, ένα απέραντο αρχείο που διαρκώς συμπληρώνεται και μεγεθύνεται. Δεν μπορούμε να δραπετεύσουμε απ’ αυτό και ν’ απαλλαγούμε. Βαραίνει πάνω μας και μας εμποδίζει να κοιτάξουμε το μέλλον ή να δράσουμε αυθόρμητα.

Το ζήτημα του χρόνου απασχολεί, άλλωστε, και τον ήρωα του μυθιστορήματος, τόσο σε σχέση με την πραγματικότητα όσο και σε σχέση με τη μυθοπλασία. Για παράδειγμα, διαβάζουμε κάπου τα εξής:

Θυμάμαι τη διάλεξη ενός φυσιολόγου, του Άντριου Μπρότζμαν, στο πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης το 1934, λίγους μήνες προτού πεθάνει η γυναίκα μου και προτού πάψουν να με ενδιαφέρουν τέτοια θέματα. Αφορούσε την αντίληψη του χρόνου στα ζώα και τα μικρά παιδιά. Το απόγευμα της ίδιας μέρας, παραλλήλισα στο μάθημά μου τις μνημονικές τεχνικές του Προυστ με εκείνες του Φώκνερ και του Σελίν […] Με τους φοιτητές προσπαθήσαμε να ανιχνεύσουμε το κοινό μοτίβο μέσω του οποίου οι τρεις συγγραφείς περιέγραφαν το παρελθόν χωρίς να καταστρέφουν την αίσθηση του παρόντος. […]

Αν υπήρξε ένα επιστημονικό ζήτημα που με γοήτευσε, αυτό ήταν οι περιπλοκές του χρόνου. Ύστερα από τη διάλεξη του φυσιολόγου, οι απλοϊκές φιλολογικές προσεγγίσεις που επιχειρούσα κατά καιρούς στα μαθήματα πήραν άλλη υπόσταση. Σύμφωνα με τη θεωρία του, τα περισσότερα ζώα και τα μικρά παιδιά δεν αντιλαμβάνονται το χρόνο όπως εμείς. […]

Τα θέματα της καλειδοσκοπικής πρόσμειξης του παρελθόντος με το παρόν και το μέλλον έφεραν λίγη αισιοδοξία στην ακαδημαϊκή μου ζωή.[4]

Όλος αυτός ο στοχασμός για το χρόνο και τη σχέση του σύγχρονου ανθρώπου με το χρόνο συμπυκνώνεται, νομίζω, στις τελευταίες σελίδες του Αργού σιδήρου, όταν ακούμε την Μποναντέα, τη σύντροφο του πρωταγωνιστή, να απαγγέλλει τη χαμένη τραγωδία του Σοφοκλή, τους Μάντεις, ενώ συνουσιάζεται με ένα άγαλμα. Θέμα των Μάντεων είναι η ιστορία του Πολύειδου. Ο μύθος του Πολύειδου μας παραδίδεται από τη Βιβλιοθήκη του Απολλόδωρου ως εξής: Ο Γλαύκος, ο μικρός γιος του Μίνωα, έπεσε σ’ ένα πιθάρι με μέλι και πνίγηκε. Ο Μίνωας ζήτησε χρησμό για να τον βρει. Και ο χρησμός που του δόθηκε ήταν πως όποιος μπορούσε να μαντέψει τα χρώματα μιας τρίχρωμης αγελάδας που είχε στα κοπάδια του θα του έφερνε πίσω ζωντανό και το παιδί του. Συγκεντρώθηκαν λοιπόν οι μάντεις και ο Πολύειδος μάντεψε τα χρώματα του ζώου από ένα βατόμουρο. Και στη συνέχεια έκανε κάποια μαντεία και βρήκε το παιδί. Αλλά ο Μίνωας του είπε ότι πρέπει να του το παραδώσει ζωντανό, και τον κλείδωσε μαζί με το νεκρό παιδί. Τότε ο Πολύειδος είδε ένα φίδι να πλησιάζει τον νεκρό Γλαύκο· και του έριξε μια πέτρα και το σκότωσε. Έπειτα ήρθε ένα άλλο φίδι, και όταν είδε νεκρό το πρώτο φίδι, έφυγε, κι επέστρεψε μετά από λίγο με ένα βοτάνι, και το έτριψε στο σώμα του πρώτου φιδιού· και το νεκρό φίδι αναστήθηκε. Κι έφερε και ο Πολύειδος το ίδιο βοτάνι κι έτριψε το σώμα του Γλαύκου και τον ανέστησε. Και παρέλαβε ο Μίνωας το παιδί του, αλλά και πάλι δεν άφηνε τον Πολύειδο να φύγει για το Άργος προτού διδάξει αυτή τη μαγεία στον Γλαύκο· κι αναγκάστηκε ο Πολύειδος και τον δίδαξε. Και όταν ήταν ν’ αποπλεύσει, διέταξε τον Γλαύκο να τον φτύσει στο στόμα· και το ’κανε ο Γλαύκος, και έτσι ξέχασε τη μαγεία.[5]

Ο Σοφοκλής όμως σύμφωνα με τον Σωφρονίου, ή μάλλον η Μποναντέα όπως αποκαθιστά το κείμενο του Σοφοκλή, ή μάλλον ο ήρωας του μυθιστορήματος όπως ακούει την Μποναντέα να αφηγείται το κείμενο του Σοφοκλή, ή μάλλον, τέλος πάντων… στο βιβλίο διαβάζουμε μια διαφορετική εκδοχή της ιστορίας του Πολύειδου: την προσπάθεια του μάντη Πολύειδου να γίνει αθάνατος. Αυτό που τελικά κατορθώνει είναι να εγκλωβιστεί σε μια κατάσταση στην οποία ούτε πεθαίνει αλλά ούτε ζει. Ο Πολύειδος παίρνει από το φίδι το βοτάνι και ανασταίνει τον μικρό Γλαύκο. Η ανάσταση του Γλαύκου ωθεί τον Πολύειδο στην ύβρη. Θέλει να γίνει κι αυτός αθάνατος. Έτσι, βάζει τους γιους του, Ευχήνορα και Κλείτο, να τον βυθίσουν ζωντανό σ’ ένα πιθάρι με μέλι και να τον βγάλουν μετά από είκοσι χρόνια και να τον αναστήσουν. Όταν ανασταίνεται, κάνει άλλα παιδιά, και τα βάζει κι αυτά με τη σειρά τους να τον βυθίσουν σ’ ένα πιθάρι με μέλι και να τον αναστήσουν ξανά. Και έχει σκοπό να επαναλαμβάνει το ίδιο τέχνασμα ξανά και ξανά, για να παρατείνει τη ζωή του όσο το δυνατόν περισσότερο. Τελικά, οι θεοί θα τιμωρήσουν την ύβρη του και θα τον θανατώσουν τα ίδια φίδια απ’ τα οποία πήρε το μυστικό της μακροζωίας. Το ζήτημα είναι –και εδώ θα μπορούσε να πει κανείς πως ίσως βρίσκεται το κλειδί όλου του μυθιστορήματος– ότι ο Πολύειδος, στην προσπάθειά του να ζήσει για πάντα, στην ουσία δε ζει. Από κάποιο σημείο και πέρα, όταν πάτησε τα τριάντα πέντε, αμέσως μόλις ανασταινόταν έδινε εντολή να τον ξαναβυθίσουν στο πιθάρι με το μέλι. Αλλιώς θα μεγάλωνε σε ηλικία, ενώ αυτός ήθελε να παραμείνει νέος αιώνια.

Όλος ο Αργός σίδηρος ασχολείται με αυτή την εμμονή του σύγχρονου ανθρώπου να ζήσει για πάντα νέος. Η μάταιη και αλαζονική αυτή προσπάθεια έχει ως αποτέλεσμα να στρεβλώνεται και να διαταράσσεται ο χρόνος, όπως και η δυνατότητα του ανθρώπου να αφηγείται.

Όπως λοιπόν μας υποδεικνύει ο συγγραφέας στις τελευταίες σελίδες του βιβλίου του, η ιστορία του ήρωά του έχει να κάνει και με τη μάταιη αναζήτηση της αθανασίας. Ο αφηγητής και ήρωας του Αργού σιδήρου δεν έχει όνομα, γιατί θα μπορούσε να πάρει οποιαδήποτε μορφή, είναι κυριολεκτικά ένας Πολύειδος, δηλαδή ένας άνθρωπος με πολλές μορφές. Ελπίζει πως αλλάζοντας μορφές και είδη μπορεί να αποφύγει τη φθορά και το θάνατο.

Sofroniou

Η αφήγηση, ή μάλλον οι αφηγήσεις, του Σωφρονίου είναι εξαιρετικές, όπως άλλωστε και στο πρώτο του μυθιστόρημα, στους Πρωτόπλαστους. Είναι ένας συναρπαστικός αφηγητής που σε παρασύρει με την εξιστόρησή του, απολαμβάνοντας και ο ίδιος αυτό που κάνει. Η απουσία γραμμικότητας, η απουσία αρχής και τέλους, δε βλάπτουν την αφηγηματικότητα του μυθιστορήματος. Ο συγγραφέας αφηγείται για την ίδια τη χαρά της αφήγησης. Και μας μεταδίδει αυτή τη χαρά.

Γενικότερα, το μυθιστόρημα του Σωφρονίου είναι πολύ δουλεμένο, τόσο στη γλώσσα όσο και στη δομή του. Μαρτυρά μεγάλο και πολύχρονο κόπο. Και αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία για την ελληνική λογοτεχνία, όπου συνήθως τα μυθιστορήματα ξεπετιούνται στο άρπα κόλλα και το αποτέλεσμα είναι, αναμενόμενα, κακό.

Να προσθέσουμε, ως επιλογική παρατήρηση, ότι τα δύο μυθιστορήματα του Σωφρονίου, οι Πρωτόπλαστοι και ο Αργός σίδηρος, εντάσσονται σε μια νέα τάση του ελληνικού μυθιστορήματος, η οποία μεταφέρει στα καθ’ ημάς το ακραιφνώς μεταμοντέρνο μυθιστόρημα που ακμάζει στην Αμερική τις τελευταίες δεκαετίες. Να θυμίσω άλλο ένα σπουδαίο πρόσφατο μυθιστόρημα που ανήκει σε αυτή την τάση, την Αληθινή οικογένεια του Λευτέρη Καλοσπύρου. Οι νέοι Έλληνες συγγραφείς διαβάζουν και επηρεάζονται από τη σύγχρονη μυθιστορηματική παραγωγή πέραν του Ατλαντικού και εμπλουτίζουν τη λογοτεχνία μας με κάτι εντελώς καινούργιο. Με αυτό τον τρόπο, βγάζουν το ελληνικό μυθιστόρημα από την επαρχιώτικη καθήλωσή του. Και για να το κάνουν, σπάζουν με γενναιότητα το κέλυφος της λογοτεχνικής παράδοσης στην οποία ανήκουν και πετάνε από πάνω τους το βάρος της, με ό,τι κινδύνους μπορεί να συνεπάγεται αυτή η αποκοπή από τις ρίζες και η έξοδος στην παγκοσμιοποιημένη κουλτούρα της εποχής μας.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΙΝΑΚΟΥΛΑΣ

Το παρόν κείμενο διαβάστηκε κατά την παρουσίαση του βιβλίου Αργός σίδηρος του Σωφρόνη Σωφρονίου στο βιβλιοπωλείο Επίκεντρον στους Αγίους Αναργύρους στις 29.3.2019.

[1] Σωφρόνης Σωφρονίου, Αργός σίδηρος, Αντίποδες, Αθήνα 2017, σελ. 7.

[2] Αναφέρεται από τον Ζαν-Κλοντ Καριέρ σε συνέντευξή του. Βλ. Umberto Eco – Jean-Claude Carrière – Jean Delumeau – Stephen Jay Gould, Συνομιλίες για το τέλος του χρόνου, μτφρ. Ελένη Αστερίου, «Νέα Σύνορα» – Α.Α. Λιβάνη, Αθήνα 1999, σελ. 169.

[3] Σωφρόνης Σωφρονίου, Αργός σίδηρος, ό.π., σελ. 46-47.

[4] Ό.π., σελ. 65-66.

[5] Βλ. Απολλοδώρου Βιβλιοθήκη 3,3.

Ένα φαντασμαγορικό και πρωτότυπο μυθιστόρημα

stithos

~.~

της ΒΟΥΛΑΣ ΣΚΑΜΝΕΛΟΥ

Κώστας Β. Κατσουλάρης
Στο στήθος μέσα χάλκινη καρδιά
Μεταίχμιο 2018
~.~
Ο Κώστας Β. Κατσουλάρης είναι έμπειρος συγγραφέας με καλές σπουδές σε διαφορετικά αντικείμενα, δεξιοτέχνης του λογοτεχνικού λόγου, με ανοιχτό επικοινωνιακό δίκτυο και προσβάσεις σε πολλά διαφορετικά πεδία. Αυτό της πεζογραφίας, του κινηματογράφου, της δημιουργικής γραφής, της θεωρίας της λογοτεχνίας, της μετάφρασης. Η αγάπη του για τη νουάρ λογοτεχνία τροφοδοτεί το κείμενό του και με χιούμορ, άλλοτε τελείως φανερό και άλλοτε υπόγειο, υπονομεύοντας στρατηγικά τη σοβαρότητα όσων περιγράφονται και τον ίδιο τον αφηγητή, τον Αργύρη Σταυρινό, ως « ιδιόρρυθμο φιλόλογο», «φιλόλογο-ντετέκτιβ, ομηρολόγο, παρ’ ολίγον διδάκτορα» που «τα κάνει θάλασσα μπερδεύοντας τον θύτη με το θύμα…», έναν ατυχή «Αργύρη Πουαρό». Η υπονόμευση-παρωδία μοιάζει να εντείνεται με τα όσα συμβαίνουν σε μια ψυχαναλυτική ομάδα στην οποία εντάσσεται.

Το μυθιστόρημα χρονικά εκκινεί στο 2011, σε μια στιγμή που η οικονομική, πολιτική και πολιτισμική κρίση εντείνεται σε όλα τα επίπεδα. Η δράση του εκτυλίσσεται τρία χρόνια μετά τη δολοφονία τού Αλέξη Γρηγορόπουλου και επτά χρόνια μετά από την άγρια συμφορά που έχει βρει τον πρωταγωνιστή του βιβλίου. Επτά χρόνια από το «απαστράπτον 2004», αυτό «το ανείπωτο 2004», ημέρα έναρξης των Ολυμπιακών αγώνων.

Βασικό μοτίβο του βιβλίου είναι η σχέση του καθηγητή Αργύρη Σταυρινού και του μαθητή του Αθανασίου (Νάσου) Γκέτσου, αλβανικής καταγωγής. «Ο δικός του μικρός», όπως τον αποκαλεί, και μαθητής του στη Β΄ Γυμνασίου, με τον οποίο συνομιλεί ισότιμα και διαλεκτικά για την Ιλιάδα, είναι ένα χαρισματικό παιδί. Στην πέμπτη Δημοτικού, ήδη, κατατάσσεται τρίτος στη βαλκανική μαθηματική ολυμπιάδα. Με «χάλκινο» λοιπόν μετάλλιο στολίζεται το στήθος του, ενώ ο χαλκός είναι και το ιδιαίτερο μέταλλο από το οποίο φτιάχνονται με ιδιαίτερη επεξεργασία οι αιχμές των όπλων στην Ιλιάδα. Χαλκοφορεμένοι παρουσιάζονται οι Έλληνες και ο χαλκός μια τουλάχιστον φορά ονομάζεται «άσπλαχνος» και δίνει τον τίτλο στο κεφάλαιο Χ του βιβλίου. Η φράση του τίτλου υπάρχει αυτολεξεί στον 490 στίχο στη Β΄ ραψωδία της Ιλιάδας, όπου ο Όμηρος, ανήμπορος να σηκώσει το βάρος της αναπαράστασης του τρωικού πολέμου και όλων όσων συμμετέχουν, προσκαλεί τις Μούσες να τον συνδράμουν προκειμένου να περιγραφεί από κοινού αυτή η σκληρή σύγκρουση.

Η Ιλιάδα γίνεται ένα σημαντικό στοιχείο του βιβλίου και της δράσης του, κομβικής σημασίας, και διαμεσολαβεί σε όλα, ακόμα και στην αγάπη και τον χωρισμό, «κατά φρένα και κατά θυμόν», καθώς διατρέχει σχολιαστικά όλη τη δράση και την πλοκή του κειμένου. Ο Νάσος φαίνεται πως βρίσκεται σε μια προσπάθεια διαρκούς αναζήτησης του Αχιλλέα μέσα από μια ανάγκη ταύτισης μαζί του, αυτού του χολωμένου ήρωα, «άγριου, ανήμερου, εκδικητικού, που τον μεθάει η σφαγή, ανελέητου, κουφού στα παρακάλια του ικέτη Πρίαμου… Του Αχιλλέα, ενσαρκωτή του πολέμου των ηρωικών χρόνων», σύμφωνα με τα σχόλια της Όλγας Κομνηνού-Κακριδή.

Έχουμε να κάνουμε λοιπόν με ένα φαντασμαγορικό, πρωτότυπο και σύγχρονο μυθιστόρημα, με πολλές ιστορίες σε διαρκή και ανατρεπτική εξέλιξη, με προοπτικές διεξόδων και λύσεων, όσο συζητήσιμες κι αν είναι. Δεν ήταν εύκολο το εγχείρημα. Θα μπορούσε ο συγγραφέας να παγιδευτεί και να γράψει ένα εργαστηριακό, δοκιμαστικού σωλήνα μυθιστόρημα, άνευρο και κουραστικό. Συνέβη ακριβώς το αντίθετο. Οι επινοήσεις της μυθοπλασίας του επικεντρώνονται στην ιστορική πολυπλοκότητα της βίας και ιδιαίτερα στο πώς εισάγεται αυτή στους νέους ανθρώπους που διεξάγουν έναν πόλεμο ως μέλη των αντιφά με μολότοφ, ξυλίκια και συνθήματα από τη μια μεριά, είτε από την άλλη ως μέλη στα τάγματα εφόδου της Χρυσής Αυγής, χτυπώντας, μαχαιρώνοντας και δολοφονώντας μετανάστες. Όλα τα συμβάντα περνάν μέσα από την περίπλοκη και μυστηριώδη σχέση του καθηγητή και του μαθητή του. Ο Σταυρινός, με «μύρια άλγεα» να τον βασανίζουν, «αισθάνεται ότι τίποτε στη ζωή του δεν είναι αληθινό» και ότι «ζει μέσα σε μια μυθοπλασία», έχοντας αναμνήσεις «ζόμπι» ή «παρακρούσεις», υιοθετώντας τις κρίσεις της φίλης του και σχολικής συμβούλου Όλγας Κονδύλη, η οποία τον στηρίζει διακριτικά δεχόμενη την λανθάνουσα περιφρόνηση των αντρών που συναντά σε ρόλους θεσμικούς. Ο Σταυρινός ζει ακούγοντας συνεχώς μέσα του ένα παιδί να κλαίει με αναφιλητά. Δύναται να κινείται στο ομηρικό κείμενο με επάρκεια, αναζητώντας τις διαφορετικές σημασιοδοτήσεις του με γενναιότητα και με προσεγγίσεις όχι και τόσο συνήθεις για δημόσιο υπάλληλο.

Ο συγγραφέας, στο πολυεπίπεδο και πολύτροπο κείμενό του εγκιβωτίζει επίσης προλογικά επιλεγμένο υλικό από την «απολογία» του, αφού εγκαλείται από τον διευθυντή του, έναν ήπιο Ρασπούτιν, ραδιούργο και γραφειοκράτη, παλιάς κοπής και πολύ μακριά από τη δυνατότητα διαχείρισης προβλημάτων ρουτίνας στο σχολείο, πόσο μάλλον μιας κρίσης που θέτει στον πυρήνα την ενδεχόμενη ανάμειξη ενός εκπαιδευτικού σε μη ενδεδειγμένη συμπεριφορά ως προς τον μαθητή του. Ο διευθυντής έχει το παρατσούκλι Νεφελούρος, και είναι οπαδός μιας νεφελώδους θολούρας αριστοφανικής εμπνεύσεως, έτσι ώστε να ακούγεται η «απολυταρχική» φωνή του και ενδεχομένως ο παραλληλισμός με την παντοδυναμία του Δία, καθώς «αστράφτει και βροντά». Στα προβλήματα που τεχνητά εμφανίζονται και διογκώνονται χρησιμοποιεί την αντιδημοκρατική λειτουργία και τον αυταρχισμό της πειθαρχικής αντίληψης των πραγμάτων, ενώ φαίνεται πως εντάσσεται σε έναν «προοδευτικό» χώρο, φλου και αόριστο. Ο Σταυρινός εγκαλείται από τον διευθυντή για την ιδιαίτερη σχέση που αναπτύσσει με τον Αθανάσιο (Νάσο) Γκέτσο, και για το εμμονικό ενδιαφέρον που του δείχνει. Ο διευθυντής τον εγκαλεί και για απειλητική συμπεριφορά απέναντι στους γονείς του μαθητή, επειδή ενδιαφέρεται για το τι απέγινε όταν δεν παρουσιάζεται στην πρώτη Λυκείου. Τον εγκαλεί επίσης και για απρεπή συμπεριφορά, μη ενδεδειγμένη, με ανοιχτές αιτιάσεις για παιδοφιλική παρενόχληση, στις οποίες ο Σταυρινός απαντά διφορούμενα ως μάντις. Αλλά και ο ίδιος ο καθηγητής με τη σειρά του εγκαλεί τον δ/ντή για έμμεσο υποκινητή των καταλήψεων και ρηχό προοδευτισμό, και για ανικανότητα να αποτρέψει τις καταστροφές στο σχολείο του, που πάντα αποδίδονται στους εξωσχολικούς. Τα προβλήματα που θα μπορούσαν να λυθούν στο σχολείο δεν λύνονται, με πρόσχημα άλλα μεγαλύτερα, όπως αυτό της έλλειψης αναπληρωτών εκπαιδευτικών.

Στο βιβλίο συνυφαίνονται λοιπόν ζητήματα ιδεολογικά, φιλολογικά, φιλοσοφικά, εκπαιδευτικά, παιδαγωγικά, ψυχαναλυτικά, κοινωνιολογικά κ.ά. Κυρίως, όμως, τίθεται ένας ανοιχτός διάλογος κριτικός ως προς το πώς λειτουργεί η δευτεροβάθμια εκπαίδευση, πώς διοικείται, πόσο κατάλληλοι είναι οι διοικούντες: η ιστορία κοντολογίς της μόρφωσης, το μέλλον των μαθητών, η ευθύνη των ενηλίκων, οι σχέσεις εκπαιδευτικών και μαθητών. Οι νέοι άνθρωποι, εξαιτίας της οργής τους, μπορεί να μετατοπίζονται από τη θέση του θύματος σε αυτή του θύτη, καθώς εμπλέκονται σε σύγχρονες παρακρατικές κονταρομαχίες, συντηρώντας σκληρές συγκρούσεις, αποτέλεσμα ενός βίαιου ιδεολογικού προσανατολισμού. Ξεχωρίζει το νυχτερινό κυνήγι μίσους και ρατσισμού εναντίον προσφύγων, τα μαχαιρώματα και οι βασανισμοί, ακόμα και με την αναγραφή στις πλάτες τους διά του χαράγματος με μαχαίρι κλασικών στίχων της Ιλιάδας, καθώς και δολοφονίες, όπως του ράπερ Παύλου Φύσσα.

Πρώτη ιστορία βίας και πολέμου στον κόσμο σύμφωνα με το ποίημα «Οι τέσσερεις κύκλοι» του Χόρχε Λουίς Μπόρχες είναι αυτή του Αχιλλέα, με την ολέθρια οργή του, την «ουλομένην μήνιν» και τη γνώση πως η μοίρα του είναι να πεθάνει πριν από την πτώση της Τροίας και τη νίκη των Ελλήνων. Αυτή η καταστροφική οργή μεταφέρεται στο σήμερα και διαχέεται, προσανατολίζοντας τους ανθρώπους σε ωμότητες, πλήττοντας τη δημοκρατία. Όσα γίνονται έχουν δηλαδή μια αναφορά εσωτερική με αυτήν την λιγότερο ή περισσότερο φανερή οργή, ενώ αυτή βρίσκει αντιστοιχήσεις και παραλληλισμούς με την οργή που εκλύεται στους νέους πολλών συνοικιών της Αθήνας, όπου συνηχούν τα «λαμπρά ονόματά τους», και παραπέμπει σε ένοπλες συμπλοκές, συγκρούσεις και στον κοινωνικό πόλεμο. Το βιβλίο, εκτός από τη βία, τη συνθετότητα της φτώχειας και τα κοινωνικοπολιτικά αδιέξοδα, μιλάει για το μεταναστευτικό, τους πολέμους στην Ανατολή που δημιουργούν το προσφυγικό ζήτημα στην Ευρώπη και τη χώρα μας, γεμίζοντας τα πέλαγα με αμέτρητους πνιγμένους. Ένας από αυτούς είναι και ο μικρός Αϊλάν για τον οποίο ο συγγραφέας μεριμνά να μνημονευθεί. Ο Αργύρης, μέσα από πολλές περιπέτειες και ζιγκ ζαγκ, θα βρει τη λύτρωση και τη θεραπεία σε ένα νησί του Αιγαίου απέναντι από τις ακτές της Τροίας, προσφέροντας εθελοντική εργασία για τους πρόσφυγες, επανατοποθετώντας τον εαυτό του και τη σχέση του με τη ζωή και τους άλλους.

Κλείνοντας, θα ήθελα να τονίσω πως στο βιβλίο αναπτύσσεται η βαθιά κρίση του συστήματος και του σχολείου, καθώς και η αδυναμία του να προχωρήσει μεταρρυθμίσεις και αλλαγές, μεριμνώντας για τους μαθητές και τις μαθήτριες. Ένα διαρκές «εσένα τι σε κόφτ;», ακούγεται δυνατά από κάθε γωνιά. Στην αρχή εκφωνείται από τη μητέρα του Νάσου, αλλά ξεπροβάλλει συνθηματικά μπροστά στα μάτια οποιουδήποτε προσπαθεί να ταράξει κάπως τα νερά, καθώς αγωνίζεται να κάνει έστω και έναν μαθητή να μη διακόψει το σχολείο και να μάθει περισσότερα γράμματα. «Μας κόφτ’», λοιπόν, μας «κόφτ’».

ΒΟΥΛΑ ΣΚΑΜΝΕΛΟΥ

Η Βούλα Σκαμνέλου είναι φιλόλογος. Το κείμενο αυτό διαβάστηκε για πρώτη φορά στο πλαίσιο της παρουσίασης του βιβλίου στο Αγρίνιο, την 1η Μαρτίου 2019, στην Παλαιά Δημοτική Αγορά.

Προσωπικό λυρικό ανακάλημα

της ΤΑΣΟΥΛΑΣ ΚΑΡΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

 Ξάνθος Μαϊντάς
Τριλογία 17
Γαβριηλίδης 2018

Ἡ στοργικὴ ἐνασχόληση τοῦ Ξάνθου Μαϊντᾶ μὲ τὴν ποίηση τοῦ Σινόπουλου ἔχει ἤδη ἐγγραφεῖ μὲ τρόπο συστηματικὸ καὶ πολύπλευρο  στὸ διαφοροποιημένο ἀπὸ τὴν ποίηση  εἶδος τῆς δοκιμιακῆς μελέτης μὲ τὸ βιβλίο: Τὸ μεγάλο μαῦρο φῶς, Ὁ ποιητὴς Τάκης Σινόπουλος (Εἰσαγωγή-Ἀνθολόγηση: Ξάνθος Μαϊντᾶς), ποὺ ἐξέδωσε τὸ Ἵδρυμα Τάκης Σινόπουλος ἀπὸ κοινοῦ μὲ τὶς ἐκδόσεις Γαβριηλίδης στὴ σειρὰ «Δυὸ αἰῶνες Νεοελληνικῆς Ποίησης».

Τριλογία 17 εἶναι  μία προσωπικότερη, λυρικότερη καὶ γι᾿ αὐτὸ ἰδιαιτέρως συγκινητικὴ κατάθεση αὐτῆς τῆς μεγάλης ἀγάπης καὶ τῆς βαθιᾶς ἐκτίμησης γιὰ τὸν ποιητὴ τοῦ Νεκρόδειπνου. Ἡ συλλογὴ ἔχει τὰ χαρακτηριστικὰ κειμένου  δραματικῆς λειτουργίας καὶ εἶναι χωρισμένη σὲ τρία κεφάλαια ἢ σὲ  τρεῖς λόγους. Ἡ τριμερὴς αὐτὴ  διαίρεση σὲ ἐπιμέρους ἑνότητες («Νυχτερινό», «Ἰωάννα», «Κάθοδος»), συνδεδεμένες ὡστόσο μεταξύ τους, συγκροτεῖ μιὰν ἑνιαία  ποιητικὴ σύνθεση.

Συνολικὰ ἡ Τριλογία ἀπαρτίζεται ἀπὸ ὀλιγοσύλλαβους στίχους, συχνὰ ἰαμβικοὺς μὲ κυριαρχία τοῦ ὀκτασύλλαβου (89 τέτοιοι στίχοι ἐπὶ συνόλου 360 τοῦ ποιήματος), οἱ ὁποῖοι συνοδεύονται ἀπὸ 9σύλλαβους καὶ 7σύλλαβους καὶ ἀρθρώνονται, σὲ λίγες περιπτώσεις, σὲ παραδοσιακοὺς 15σύλλαβους.

Ὁ σκηνικὸς χῶρος εἶναι κοινός. Πρόκειται γιὰ τὸ σπίτι τοῦ Τάκη Σινόπουλου. Ὁ Ξάνθος Μαϊντᾶς κατορθώνει νὰ ἀναπαραγάγει μία ποιητικὴ ἀτμόσφαιρα ζόφου καὶ θλίψης, παρόμοια ἐκείνης ποὺ ἐπικρατεῖ στὴν ποίηση τοῦ Σινόπουλου. Τὸ βροχερὸ τοπίο ἐπιτείνει τὴ διάχυτη μελαγχολία.

Ἡ συνομιλία τῆς Τριλογίας μὲ τὴν  ποίηση τοῦ Τάκη Σινόπουλου συνιστᾶ ἕνα ποιητικὸ ἀνακάλημα τοῦ ποιητῆ ποὺ ἡ σκιὰ του ἐνοικεῖ μονίμως στὸν τόπο τῆς  πάλαι ποτὲ κατοικίας του. Διεύθυνση, ὅσο ἐκεῖνος ζοῦσε: Ὁδὸς Ναζλῆ 22,  ὅπως ἀναγράφεται στὴν Τριλογία:

Μένω Ναζλῆ 22
Ἔξω βρέχει
κι ἀκούω τὴ  βροχὴ
στὴν τρύπια στέγη
Εἶναι βαθιὰ  νύχτα
μὰ ὕπνος δὲν ταιριάζει.

(Σήμερα πλέον ὁδὸς Τάκη Σινόπουλου 22, χῶρος ὅπου —κατὰ συγκινητικὴ συγκυρία— στεγάζεται τὸ ὁμώνυμο τῆς ὁδοῦ Ἵδρυμα καὶ Ἐργαστήρι Ποίησης,  μὲ πρόεδρο τὸν Ξάνθο Μαϊντᾶ).

Ὅσοι ἔχουν τὴν τύχη, ὅπως κι ἐγώ, νὰ διδάσκουν  στὸ Ἐργαστήρι τοῦ Ἱδρύματος εἶναι αὐτήκοοι μάρτυρες αὐτῆς τῆς μονότονης συναυλίας  ποὺ δίνουν οἱ σταγόνες τῆς βροχῆς στὴ στέγη τοῦ σπιτιοῦ καὶ μποροῦν νὰ νιώσουν ἔτσι τὸ  ρίγος τῆς αἴσθησης πὼς αὐτὸς ὁ ἦχος, βίωμα κοινὸ καὶ ἐπαναλαμβανόμενο γιὰ τὸν Σινόπουλο,  τὸν Ξάνθο  καὶ τοὺς νέους ποιητὲς ποὺ φοιτοῦν στὸ Ἵδρυμα, μπορεῖ νὰ γίνει μία γέφυρα γιὰ νὰ περάσει κανεὶς ἀπέναντι διαβαίνοντας τὸν Ἀχέροντα, τὸν χρόνο καὶ τὸν θάνατο.

Μιὰ τέτοια ἐμπειρία, τοποθετημένη στὰ ὅρια τῆς μεταφυσικῆς, βιώνει καὶ ὁ Μαϊντᾶς, ὅταν ἤδη στὴν πρώτη ἑνότητα τῆς συλλογῆς, ποὺ ἐπιγράφεται «Νυχτερινό»,  συναντᾶ τὸν ποιητὴ γιὰ νὰ συνομιλήσει μαζί του μέσα σὲ κλίμα οἰκεῖο,  φιλικὸ καὶ ἄμεσο,  ποὺ τὸ δημιουργοῦν καὶ τὸ ἐνισχύουν τὸ δεύτερο γραμματικὸ πρόσωπο καὶ ἡ κυριαρχία τῶν ρηματικῶν τύπων.

Ὁ Ξάνθος Μαϊντᾶς σκοπίμως ἐπιγράφει τὴν πρώτη αὐτὴ ἑνότητα «Νυχτερινὸ» γιὰ νὰ παραπέμψει  ἔτσι στὸ Νυχτολόγιο τοῦ Σινόπουλου,  ὕστερο κείμενο τοῦ ποιητῆ,  —ἐξομολογητικὸ καὶ ἀπολογητικὸ— ὑβριδικό, ὅπως ἔχει χαρακτηρισθεῖ ἀπὸ τὴν κριτικὴ —κινούμενο δηλαδὴ μεταξὺ ἡμερολογιακῆς καταγραφῆς καὶ ποιητικῆς λειτουργίας.

Ἡ συνάντηση πραγματοποιεῖται νύχτα,
ἐνῷ ἡ βροχὴ δυναμώνει.
Ὁ ἦχος τῆς σκληρὸς
ἀκούγεται στὰ ρημαγμένα
κεραμίδια τοῦ προσφυγικοῦ,
ποὺ τώρα τρίζουν
καθὼς τὰ γδέρνει τὸ νερό. (σ.12).

ἀκριβῶς τὴν ὥρα ποὺ καταβάλλει  ὡς προμήνυμα  θανάτου τὸν ὥριμης πιὰ ἡλικίας Σινόπουλο ὁ βαθὺς πόνος στὸ στῆθος,

ἄλγος
στηθαγχικό, διέγνωσες σωστὰ

………………………………………

ἐπιμένει
αὐξάνοντας μία γραμμὴ θανάτου στὸ νυχτολόγιό σου.

Ἡ ἀπειλὴ τοῦ θανάτου μετατρέπεται σὲ ἀφετηρία δημιουργίας.

Ἡ Ἱστορία, μονίμως παροῦσα ὡς  ἀνεπούλωτο τραῦμα στὴν ποίηση τοῦ Σινόπουλου,  περιορίζει στὴν ἑνότητα τὴν παρουσία της  στὴν  πικρὴ μνήμη τοῦ βαριὰ πληγωμένου  Θωμᾶ,  ἑνὸς ἀπὸ τοὺς πολλοὺς ἀφανεῖς ἥρωες τῆς ποίησής του («Ἡσύχασε μωρὲ Θωμᾶ, δὲν εἶναι τίποτα…» γράφει ὁ Σινόπουλος στὸ Νυχτολόγιο). Καὶ ὁ Μαϊντᾶς:

Ἐσὺ συλλογιζόσουνα τὸν Θωμᾶ
Τὰ μάτια του θολώνανε—
τὴν κάθοδό σου στὴ γραμμὴ
—ποτὲ δὲν μάθαμε τί ἀπόγινε—
γραμμὴ πυρὸς ἢ κόλαση
—τοῦ σκούπισες στὸ μέτωπο—
Τὸ βράδυ ἔπαιζες στὰ χέρια
τὸ βρόμικο μαντήλι.

Ὁ τόπος εἶναι πάντα  τὸ  σπίτι τοῦ Σινόπουλου,  τὸ παλιὸ χαμηλοτάβανο  προσφυγικὸ μὲ τὴν κεραμοσκεπή, περικυκλωμένο  σήμερα  ἀπὸ  πολυώροφες πολυκατοικίες, σὰν νὰ ἀπηχεῖ  τὴ βαριὰ ἀνάσα τῆς ποίησης μέσα στὸν ἀσφυκτικὸ κλοιὸ ἐνὸς ἀπρόσωπου ἄστεως.

Ὁ τόπος τῆς συνάντησης (τὸ σπίτι) εἶναι τὸ πραγματικὸ στοιχεῖο, ἡ βάση καὶ ἡ ἀφετηρία γιὰ νὰ γίνει ἡ χρονικὴ ὑπέρβαση καὶ νὰ μετατραπεῖ σταδιακὰ καὶ ὁ χῶρος σὲ μίαν ἰδιότυπη νέκυια.

Ἡ ἑνότητα ἀναπαράγει αὐτούσια τὴν κοινὴ ἀγωνία γιὰ τὴ γραφή, οἰκεία καὶ στοὺς δυὸ ποιητές:

Ἀνοίγω τὸ Νυχτολόγιο
σελίδα τρακόσια δέκα.
Καὶ ὑπῆρχαν μέσα μου κραυγές.
Ὁ στίχος σου ὀρθώνεται
ἀπὸ τὸ χάος ποὺ συνθέτουν
Κραυγὲς τοῦ ὀνείρου
καὶ τοῦ φόβου.

Πρόκειται γιὰ τὸ ψυχικὸ πάθος τοῦ συγγραφέα  ποὺ τὸ ἀνταγωνίζεται τὸ ἄλγος τοῦ σώματος.

Τὸ ποίημα ἔβγαινε μισοφώτιστο
ἀνάμεσα στὸ περίπου φῶς
καὶ στὸ σκοτάδι τῶν λέξεων.
Στὸ μεταίχμιο.

Ὅμως σήμερα
-εἶν᾿  ἄλλο αὐτό-
ἀγγίζεις τὴ στιγμή.
Ἀγγίζεις τὸ πέρασμα
ἄπ᾿ τὴ ζωὴ στὸ θάνατο.
ἕνα ἀπλησίαστο ὅριο σκοτεινό.

Ἡ δεύτερη ἑνότητα («Ἰωάννα») ἀρχίζει  μὲ ἐπανάληψη τῶν πρώτων στίχων τῆς πρώτης γιὰ νὰ σηματοδοτήσει τὸ κοινὸ  ποιητικὸ κλίμα μὲ τὴν πρώτη. Ὁ τόπος (τὸ σπίτι) παραμένει ὁ ἴδιος μὲ ὅλες τὶς συμβολικὲς συνδηλώσεις τῆς ἐρείπωσής του.

Κοιτάζεις τὴν ὀροφή, γυψοσανίδα
ψεύτικα πράγματα, μοῦ γνέφεις
βαθιὲς εἶν᾿  οἱ γραμμὲς
ραγίσματα πάνω της
ἴδιες ρυτίδες

Ἡ συνομιλία συνεχίζεται μέσα στὴν ἴδια ἀτμόσφαιρα μιᾶς ὑπερβατικῆς ἐμπειρίας. Ἐδῶ μιὰ ἀναδρομή,  ἐγκιβωτισμένη στὴν ἤδη ἐν ἐξελίξει ἀναδρομικὴ  ἀφήγηση,   ἐπιτρέπει τὴν εὐπρόσδεκτη εἴσοδο τοῦ ἐρωτικοῦ στοιχείου ποὺ ξεπροβάλλει πρῶτα μέσα ἀπὸ τὸν  ζόφο τοῦ Νεκρόδειπνου κομίζοντας τὴ λάμπουσα ὀμορφιὰ τῆς Μάγδας: ἔφυγε ἡ Μάγδα, στὰ μαλλιὰ τῆς πίσω φέγγος ὀρφανό, γράφει ὁ Σινόπουλος. Καὶ ὁ Μαϊντᾶς:

Ἡ Μάγδα αἷμα ζεστὸ
στοὺς κοιμισμένους λαβυρίνθους
τοῦ μυαλοῦ μας.

Στιγμιαία παρουσία ἡ φεύγουσα μορφὴ τῆς ἀστραφτερῆς Ἑλένης, σηματοδοτούμενη ἀπὸ ἕνα μετέωρο ἐρωτηματικό:

Θεέ μου τί εἶναι ἀγάπη.

γιὰ νὰ κυριαρχήσει ἐν τέλει, σφραγίζοντας μὲ τὸ ἀστραφτερὸ ἐρωτικὸ κάλλος τὴν παρουσία της,  ἡ Ἰωάννα. Μαζί της εἰσβάλλει στὴν Τριλογία καὶ ἕνας αἰσθησιασμὸς καταγόμενος  ἀπὸ  τὴν ἄλλη ὄψη τῆς ποιητικῆς τοῦ Σινόπουλου: τὸν σφοδρὸ ἔρωτα ποὺ διαπερνᾶ  τὶς σελίδες τοῦ ἔργου του ἀποφορτίζοντάς τες ἀπὸ τὴ θλίψη τοῦ ζόφου καὶ τὸ μαῦρο τοῦ θανάτου. Ὁ Μαϊντᾶς τὸν  ἀναγνωρίζει καὶ τὸν οἰκειώνεται. Παράλληλα  μὲ τὸ  ὑπερβατικὸ μνημονικὸ ἀνακάλημα τοῦ Σινόπουλου, ἐνσωματώνει δικές του ὁλότελα προσωπικές ἐρωτικὲς μνῆμες, ἀναγόμενες στὰ νεανικά του χρόνια,  οἱ ὁποῖες συγχωνεύονται καὶ συνείρονται στὸ πρόσωπο τῆς Ἰωάννας, ποὺ εἶναι ἄλλοτε πραγματική, ὅπως στὴν παλιὰ φωτογραφία ἄπ᾿  τὰ γυμνασιακὰ χρόνια τοῦ Μαϊντᾶ:

Εἶναι ξυπόλυτη
μὲ τὴ φούστα ὣς τὸ γόνατο
φοράει ἄσπρο πουκάμισο
Ἀτημέλητη καὶ πρόθυμη ἐρωτικὰ
σκέφτομαι

καὶ ἄλλοτε κειμενικὴ παραπέμποντας στὴ ἐμβληματικὴ ἡρωίδα τῆς ποίησης τοῦ Σινόπουλου:

Ἦταν ρευστὴ σὰν χείμαρρος
ποὺ τρώει τὶς ὄχθες
ἀνοίγοντας πάντοτε
τὸν δικό της δρόμο.
Ἡ Ἰωάννα εἶναι ἕνα ποτάμι
δύσκολο νὰ τὸ διαβεῖς
ἢ καὶ νὰ μετρηθεῖς μαζί του.

Landscape_in_Scotland_Dore.jpg

Ἡ Τρίτη ἑνότητα μὲ τὸν εὔγλωττο τίτλο «Κάθοδος» ἐπαναφέρει τὴ συλλογὴ  μετὰ ἀπὸ τὸ ἐρωτικὸ ἰντερμέδιο στὸ μελαγχολικὸ κλίμα τῆς νέκυιας ποὺ συντελεῖται ὅμως  καὶ στὸν ἐπάνω κόσμο, στὴ σύγχρονη πραγματικότητα τῆς συνοικίας τοῦ Περισσοῦ.

Προσωπικὸς ἐδῶ καὶ ἐξομολογητικὸς ὁ Μαϊντᾶς φαίνεται σὰν νὰ ἔχει παράλληλα μεταμορφωθεῖ σὲ περσόνα τοῦ Σινόπουλου  καὶ σὰν νὰ ἔχει ἀναλάβει  νὰ συνεχίσει, μεταθανάτια, τὴν ὅραση τοῦ κόσμου ποὺ εἶχε ἐκεῖνος.

Βαδίζω στοὺς δρόμους
τοῦ Περισσοῦ
καὶ πᾶνε χρόνια, πολλὰ χρόνια
ποὺ ἔχεις φύγει.

Στὸ βάθος ἡ Ἁγία Ὄλγα
φωτισμένη ἡ Ἁγία Ἀναστασία.
Μελαγχολικὲς ὄψεις τῆς νύχτας
βουβοὶ ἀναγνῶστες
τοῦ θανάτου.

Ἐξάλλου τὸ τοπίο παραμένει βροχερὸ τροφοδοτώντας ἀέναα  ἕνα συμβολικὸ ποτάμι, ὄχι ζείδωρο, ἀλλὰ φερμένο ἀπὸ τὸ Χρονικὸ τοῦ Σινόπουλου, («Τὸ ποτάμι ἀργὰ κατεβάζοντας μὲ τὶς ὦρες τὰ πτώματα/ ἑκατομμύρια πτώματα» Χρονικό, «Σημειώσεις»), γεμάτο λάσπη καὶ πέτρες καὶ πτώματα.

Στὴν ἴδια ἑνότητα ἀνακαλεῖται  καὶ ἕνα ὄνειρο τοῦ ἀφηγητῆ τῆς Τριλογίας ποὺ ἀφορᾶ μιὰν ἀγωνιώδη  περιπλάνηση  στοῦ λαβυρίνθου τὶς στοές, ὅπως ἀναφέρει,   ἀπὸ τὸ ὁποῖο  ἐξέρχεται γιὰ νὰ ἀντικρύσει ἐπιτέλους τὴ σμίξη τῶν νερῶν. Πρόκειται γιὰ ὑπαινικτικὴ φιλοσοφικὴ ταύτιση μὲ τὸ γνωστὸ ἀπόφθεγμα,  τοῦ σκοτεινοῦ Ἐφέσιου, ἐξόχως ἀγαπητοῦ καὶ ἀπὸ τοὺς δυὸ ποιητές:

λέγει που Ἡράκλειτος ὅτι πάντα χωρεῖ καὶ οὐδὲν μένει καὶ ποταμοῦ ῥοῆι ἀπεικάζων τὰ ὄντα λέγει ὡς δὶς ἐς τὸν αὐτὸν ποταμὸν οὐκ ἂν ἐμβαίης

Ἡ ἐπιστροφὴ στὴν πραγματικότητα διόλου δὲν αἴρει τὴν εἰκόνα μιᾶς ἀπερήμωσης, ψυχικῆς καὶ πραγματικῆς. Εἶναι ἡ σύγχρονη Ἑλλάδα τῆς κρίσης:

Στὸν Περισσὸ ἀχνὰ φωτίζει.
Μόνος.—Κι ἀπ᾿ τ᾿ ὄνειρο ποιητὴ
ἐσὺ ἔχεις  φύγει—
Μόνος ξεμακραίνω.
Ἄδειες ὑφαντουργίες
δρόμοι λασπωμένοι
ἡ Μουταλάσκη καὶ τὸ Τρία Ἄλφα.
Τὸ πρωινὸ τραῖνο μόλις ἀκούστηκε.
Συλλογίζομαι
τοῦ λαβυρίνθου τὶς στοὲς
(ὄνειρο ἦταν)
τὴν ἔξοδο στὴ σμίξη
(κι αὐτὸ ὄνειρο)

Ἡ σύνθεση ὁλοκληρώνεται μὲ τὴν ἐπαναφορὰ τοῦ Σινόπουλου  στὸν κόσμο τοῦ ἐπέκεινα  ἀπὸ τὸν ὁποῖο ἀνέβηκε ἡ σκιά του, γιὰ νὰ συνομιλήσει φιλικὰ μὲ τὴν  Τριλογία τοῦ Ξάνθου Μαϊντᾶ.

Ἀξίζει νὰ σταθοῦμε στὴν τελευταία εἰκόνα  μὲ τὴν ὁποία κλείνει καὶ ἡ ποιητικὴ σύνθεση:

Μ᾿ ἕνα χρυσὸ
νόμισμα στὸ χέρι
ξυπόλυτος, τὸ παντελόνι
πάνω ἀπ᾿ τὰ γόνατα
ψάχνοντας ἰσορροπία
στὶς γλιστερὲς πέτρες
μόνος, ἀντίθετα στὸ ρεῦμα
ἀνηφόρισες τὸ μεγάλο ποτάμι.

Πρόκειται γιὰ ἀνατροπὴ τῆς καθοδικῆς εἰς Ἅδου πορείας ποὺ προαναγγέλλει ἡ Τρίτη ἑνότητα. Τὸ νόμισμα ποὺ κρατάει ὁ ποιητὴς δὲν εἶναι γιὰ τὸν περατάρη  Χάροντα, ἀλλὰ διαβατήριο ποὺ ὁδηγεῖ (χαρακτηριστικὸ τὸ ρῆμα ἀνηφόρισες) στοὺς οὐρανοὺς τῆς ποιητικῆς ἀθανασίας.

Καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ μεγάλη τιμὴ ποὺ ὑπαινικτικὰ ἀποδίδει στὸν Τάκη Σινόπουλο ἡ Τριλογία 17, ἐνῶ παράλληλα κατορθώνει να ὑπερβεῖ το πλαίσιο μιᾶς ἐξαρτημένης ποιητικῆς συνομιλίας και νὰ αὐτονομηθεῖ σὲ μιὰ σύνθεση ποὺ φέρει τὰ χαρακτηριστικὰ τῆς προσωπικῆς ποιητικῆς φωνῆς του δημιουργοῦ της, Ξάνθου Μαϊντᾶ.

ΤΑΣΟΥΛΑ ΚΑΡΑΓΕΩΡΓΙΟΥ


*Κείμενο που εκφωνήθηκε την Τετάρτη 05.12. στην παρουσίαση της ποιητικής συλλογής του Ξάνθου Μαϊντά στο βιβλιοπωλείο των εκδόσεων Γαβριηλίδης. Βλ. εδώ για το κείμενο του Κώστα Κουτσουρέλη από την ίδια βραδιά. 

Ποιητική αλληλεγγύη

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Ξάνθος Μαϊντάς
Τριλογία 17
Γαβριηλίδης 2018

Ο Τάκης Σινόπουλος γεννήθηκε σε χρονιά σημαδιακή για την πολιτική και άλλη ιστορία του 20ού αιώνα. Δεν ξέρω αν τα νούμερα προοιωνίζονται τη ζωή των ανθρώπων όπως κάποιοι μυστικιστές και αριθμολόγοι φρονούν, όμως το 1917 και οι απώτερες προεκτάσεις του αποδείχτηκαν πράγματι οιωνός βαρύς για εκείνον. «Ποιητή του αίματος, του αδελφικού αίματος, του Εμφυλίου», τον αποκάλεσε ο Χρίστος Ρουμελιωτάκης, και για να τον διακρίνει από τους ποιητές της Αριστεράς που την πλατιά εκείνη σύρραξη την είδαν από την στενή οπτική της ποίησης της ήττας, συμπληρώνει: «Ο Σινόπουλος, μόνος αυτός, βιώνει τον Εμφύλιο, στον οποίο έλαβε μέρος ως στρατιωτικός γιατρός, ως καθολική ήττα και ως τραγωδία αμφίπλευρη. Μερικές φορές μάλιστα, τολμώ να πω, με μια αισχύλεια τόλμη».

Εύλογο λοιπόν ένα βιβλίο που του απευθύνεται, να τη μνημονεύει εκείνη τη δυσοίωνη γενέθλια χρονιά, προετοιμάζοντας ήδη από το εξώφυλλο τον αναγνώστη: Τριλογία 17 λοιπόν. Με τρία ποιήματα, όσα και τα μέρη του βιβλίου του, διαλέγεται με τον Σινόπουλο, ο Ξάνθος Μαϊντάς. Και μάλιστα η συνάντησή τους αυτή είναι, μπορεί να πει κανείς, η τρίτη. Προηγήθηκε η θεσμική της ανάλογη, στο Ίδρυμα Τάκης Σινόπουλος, πρόεδρος του οποίου εδώ και κάμποσα χρόνια είναι ο Μαϊντάς, με θητεία ουσιαστική και ευδόκιμη. Ακολούθησε το 2016 στις Εκδόσεις Γαβριηλίδη το Μεγάλο μαύρο φως: Ο ποιητής Τάκης Σινόπουλος (1917-1981) η διεξοδική μελέτη και ανθολόγηση από το έργο του που του αφιέρωσε, στο πλαίσιο της σειράς του Ιδρύματος Σινόπουλου για τους κορυφαίους Έλληνες ποιητές των τελευταίων δύο αιώνων. Και έπεται τρίτη τούτη εδώ, η ποιητική, που είναι ασφαλώς η πιο μύχια, και η πιο προσωπική.

Σηκώνεσαι καὶ βηματίζεις,
κάπου στὴ μέση τοῦ σπιτιοῦ
στεκόμαστε ἀντίκρυ.
Κοιτάζεις τὴν ὀροφή, γυψοσανίδα
ψεύτικα πράγματα, μοῦ γνέφεις,
βαθιὲς εἶν’ οἱ γραμμὲς
ραγίσματα πάνω της,
ἴδιες ρυτίδες.

Gustave_Courbet_018Το βιβλίο του Μαϊντά είναι μαζί μονόλογος, διάλογος και εγκώμιο προς τον πρεσβύτερο ομότεχνο. Μονόλογος, κατ’ αρχάς, γιατί είναι λόγος πρωτοπρόσωπος: το ύφος οικείο, χαμηλόφωνο, εμπιστευτικό, μοιρασμένο σε στίχους κι αυτούς κουβεντιαστούς, σύντομους, κάποτε και κοφτούς, ο ρυθμός φυσικός, συνήθως ιαμβικός. Διάλογος, γιατί τα όσα λέγονται στα ποιήματα αυτά μιλούν, αφορούν, κάποτε και βιογραφούν τον Σινόπουλο: η Ιωάννα και ο Θωμάς και η Μάγδα, ο “Ελπήνωρ” και ο “Νεκρόδειπνος”, ο Περισσός και το σπίτι της οδού Ναζλή 22, της τωρινής Τάκη Σινόπουλου 22. Ένα προσκλητήριο τελείται στους στίχους του Μαϊντά, ο λογοτεχνικός κόσμος του ποιητή, αλλά και ο βιοτικός κόσμος του κατά κόσμον Πάικου Σινόπουλου, ιατρού, από τον Πύργο της Ηλείας, εδώ ανακαλούνται, επιστρέφουν. Κι αν κατά τον περίφημο στίχο του Σινόπουλου ο ποιητής μοιράζεται στα δυο, εδώ, στο βιβλίο του Μαϊντά, ο ποιητής πια δεν μοιράζεται αλλά διπλασιάζεται, οι δύο φωνές ενίοτε ταυτίζονται και γίνονται μία και κοινή:

Μένω Ναζλῆ 22.
Ἔξω βρέχει
κι ἀκούω τὴ βροχὴ
στὴν τρύπια στέγη.
Εἶναι βαθιὰ ἡ νύχτα
μὰ ὕπνος δὲν ταιριάζει.

Τέλος, εγκώμιο. Είναι μεγάλη βέβαια η παράδοση, μακριά η γραμμή των από ποιητή προς ποιητή εγκωμίων στην γλώσσα μας. Μερικά από τα πιο αβρά, τα πιο τρυφερά, αλλά και τα πιο ρωμαλέα ποιήματα της λογοτεχνίας μας είναι τέτοια. Επιτάφια ως επί το πλείστον νεκρολογήματα, κάποτε και όχι. Τι να πρωτομνημονεύσω; Τον Μαρκορά να αναπολεί εμπρός στην φωτογραφία του Ιάκωβου Πολυλά;

Λὲς καὶ δὲ σ’ ἔχει ὁ θάνατος, χρυσέ μου φίλε, ἀρπάξει.
Ἐδῶ τὸ φῶς εὐτύχησε πιστὰ νὰ σὲ χαράξει.

Τον Παλαμά να αναθυμάται τον νεαρό Μαλακάση;

Καὶ καβαλλάρης πέρναγες, ξανθόμαλλο παιδάκι,
καὶ τάραζε τὸ διάβα σου τὸ σιγαλὸ σοκκάκι…

Τον Οδυσσέα Ελύτη να προσκυνά με δέος μες στο τριανταφυλλί φως της αυγής τη σκιά του Διονυσίου Σολωμού;

Ἄ κεῖ μονάχα νὰ ’ταν
Ἕνα κλωνάρι μὲ δαφνόκουκα νὰ σοῦ ἄφηνα γιὰ καλημέρα
Ποὺ τέτοιας νύχτας τὴν ἀγρύπνια πέρασες.

Τι άλλο είναι η παράδοση, είπαν, παρά αλληλεγγύη; Αλληλεγγύη ανάμεσα στους ζωντανούς και τους κεκοιμημένους. Αυτή την πολύτιμη, αυτή την ακριβή παράδοση έρχεται με τούτο εδώ το βιβλίο του να προεκτείνει άξια ο Ξάνθος Μαϊντάς.

ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ


*Κείμενο που εκφωνήθηκε την Τετάρτη 05.12. στην παρουσίαση της ποιητικής συλλογής του Ξάνθου Μαϊντά στο βιβλιοπωλείο των εκδόσεων Γαβριηλίδης. Βλ. εδώ το κείμενο της Τασούλας Καραγεωργίου από την ίδια βραδιά. 

Η αμείλικτη απεραντοσύνη του κάμπου

4 (6)

του ΗΛΙΑ ΜΑΛΕΒΙΤΗ

Χεσούς Καρράσκο
Άγρια ερημιά
(μετ. Λένα Φραγκοπούλου)
Αντίποδες, 2018

Ένα αγόρι κουλουριασμένο μέσα σε μια τρύπα στο χώμα κρύβεται από τους συγχωριανούς του, που τον ψάχνουν.
Ένα αγόρι σχεδόν θαμμένο μες «στο λαγούμι του στο χώμα» λουφάζει, επιμελώς καλυμμένο από πάνω του με κλαριά οιονεί –διαπερατή αλλ’ αόρατη– ταφόπλακα.
Το αγόρι κρύβεται ασάλευτος, χωμένος στην κρυψώνα του.
Το αγόρι δεν βγάζει άχνα στις κραυγές των ανθρώπων που καλούν το όνομά του.
Σαν σουρουπώνει και πέφτει το φως της μέρας, ο οικεία βουλήσει ‘κατελθών εις τον Άδη’ εγείρεται· καθώς ο ήλιος δύει αυτός αναδύεται από τον ‘κάτω κόσμο’ των εξαφανισμένων, στον έρημο από ανθρώπους κόσμο του σκοταδιού, για να κρυφτεί ακόμα καλύτερα, ακόμα μακρύτερα από όλο το χωριό του, τον πατέρα του και την οικογένειά του, τον δάσκαλο, τον χωροφύλακα. Μέσα στη νύχτα, αρχίζει να βαδίζει μακριά προς «ό,τι εκτεινόταν πέρα από τα πόδια του» κι «αποτελούσε, απλούστατα, άγνωστη γη», «τοσοδούλης και σκουρόχρωμος στη σκοτεινιά» τραβάει μακριά κατά τον Βορρά, «απομακρυνόταν από το χωριό, από τον χωροφύλακα, από τον πατέρα του. Έφευγε, κι αυτό από μόνο του αρκούσε».
Στην περιπλάνησή του προς την άγνωστη γη συναντά έναν γέρο πλανόδιο βοσκό με το μικρό του κοπάδι από γίδες, το σκυλί και τον γάϊδαρο μα και τη Βίβλο του απόκοντα. Από εκείνη τη στιγμή η ζωή κι η μοίρα τους συμπλέκονται αδιαχώριστα μέχρι το τέλος του βιβλίου. Κι αυτό γιατί ο γέρος κι ο μικρός θα αντιμετωπίσουν μαζί τον βίαιο κόσμο που ορίζει ο ενήλικας χωροφύλακας, απ’ τον οποίο το αγόρι τρέχει να φύγει μακριά και με τον οποίο ο περιπλανώμενος γερο-βοσκός έχει ανοιχτούς λογαριασμούς.

81zTKTRzb9LΗ Άγρια ερημιά είναι το πρώτο βιβλίο του Καρράσκο, κι όπως λέει ο ίδιος είναι κατά πολύ επηρεασμένο από τον τόπο που μεγάλωσε στην Ισπανία. Ο χώρος κι ο χρόνος του μυθιστορήματος, αν και δεν αναφέρονται, παραπέμπουν ευδιακρίτως στην φρανκική ισπανική επαρχία κοντά στα μέσα του 20ου αιώνα. Ήδη ο τόπος κάνει την εμφάνισή του στον τίτλο του βιβλίου: στο ισπανικό πρωτότυπο είναι Intemperie, που σημαίνει τα στοιχεία (της φύσης), όπως λέμε “να είσαι στο έλεος των στοιχείων της φύσης”. Ταυτόχρονα, εξηγεί η Margaret Jull Costa, μεταφράστρια του έργου στα αγγλικά, η φράση “dejar alguien a la intemperie” σημαίνει “αφήνω κάποιον απροστάτευτο” γι’ αυτό και διάλεξε τη μετάφραση Out in the Open (Έξω στην ανοιχτωσιά) καθώς υποβάλλει την ιδέα της έκθεσης στα στοιχεία της φύσης αλλά και της φανέρωσης των σκοτεινών μυστικών σε δημόσια θέα. Η Λένα Φραγκοπούλου, που μας χάρισε τούτη την εξαιρετική μεταφορά του έργου στη γλώσσα μας, διαλέγει για την ελληνική μετάφραση την Άγρια ερημιά, μια φράση που ακούγεται δυο φορές μέσα στη διήγηση για να περιγράψει τον ψυχισμό λες του τόπου κι όχι το ίδιο το τοπίο, τον τραχύ κι άνυδρο κάμπο που διαβαίνουν ο μικρός κι ο γέρος.

Κοντά στη φοινικιά, ανακάλυψε τα απομεινάρια μιας παλιάς πλίθινης κατασκευής, που είχε διαβρωθεί από τον ήλιο και τον άνεμο και που από τους τοίχους της είχε μείνει στο έδαφος μονάχα μια γραμμή από πηλό. Αναγνώρισε την ορθογώνια κάτοψη μιας μονοκάμαρης κατοικίας, απ’ αυτές που συνηθίζουν να χτίζουν στη περιοχή, και θυμήθηκε το σπίτι του που ήταν έξω απ’ το χωριό.
Τώρα, μόνος κάτω απ’ τον ήλιο, κοιτούσε εκείνη την περίμετρο που είχε ύψος δυο σπιθαμές και στρογγυλεμένα τελειώματα, θυμίζοντας κρατήρα με τέσσερις γωνίες.  Ανέβηκε σε μία απ’ αυτές και κοίταξε ολόγυρα αναζητώντας σημάδια που να προδίδουν την παρουσία των διωκτών του ή οποιουδήποτε άλλου. Το έδαφος εκτεινόταν με ελαφρούς κυματισμούς προς όλες τις κατευθύνσεις και, όπου κι αν έστρεφε τη ματιά του, οι επιφάνειες τρεμόπαιζαν από την κάψα του εδάφους. […] Ο μικρός κρεμασμένος από τα χάμουρα του γαϊδάρου ένιωθε το λίκνισμα του ζώου σαν λιτανεία μονότονη όσο και η έκταση που διέσχιζαν. Μαυρίλα στα υψώματα, στον ορίζοντα, στη χέρσα γη. Με τον γέρο για οδηγό και τον γάιδαρο για στήριγμα, άφησε τις αναμνήσεις από τον τόπο του να τον παρασύρουν. Το χωριό του ήταν χτισμένο στον πάτο μιας ρηχής ρεματιάς, που κάποτε είχε νερό, αλλά τώρα αποτελούσε απλώς ένα μακρόστενο βαθούλωμα καταμεσής ενός απέραντου κάμπου.

Και ξεκινάω από δω. Από την αρχή ως το τέλος αυτό που κυριαρχεί είναι η άγρια ερημιά του τόπου. Άνυδρος, φρυγμένος, ακάλυπτος, δαρμένος αλύπητα από την ξηρασία, ο τόπος είναι ο πρωταγωνιστής, δευτεραγωνιστές οι άνθρωποι, αν μπορείς ανθρώπους να καλείς ό,τι απογυμνωμένο έχει απομείνει πια από αυτό που κάποτε θύμιζε άνθρωπο, θες πρόκειται για την κάτισχνη και τσακισμένη δυάδα των ηρώων ή για τη βίαιη και χτηνώδη επέλαση των  διωκτών τους. Ναι· είναι σαφές ότι ο Καρράσκο θέλει να μιλήσει για τον τόπο και την παρουσία του ανθρώπου μέσα σε αυτό το τοπίο της συμφοράς. Ναι, κι ακόμη βαθύτερα θέλει να μιλήσει για τη συμφορά, τον πόνο και την ακατάπαυστη βάσανο και κακουχία της ανθρώπινης ζωής.

Θυμήθηκε το κτήμα με τα λιόδεντρα που εκτεινόταν στη βόρεια πλαγιά της ρεματιάς. Εκεί όπου είχε βρει καταφύγιο. Ένας ξύλινος στρατός ριζωμένος, που γέμιζε το τοπίο κηλίδες στις αποχρώσεις του δέρματος. Συχνά, μια δεντροκορφή στηριζόταν σε δυο τρεις ροζιασμένους κορμούς, που πρόβαλλαν από τη γη σαν ανθοφόρα γεροντικά δάχτυλα. Ήταν σπάνιο να βρεις μια ελιά που να μοιάζει πραγματικά με δέντρο. Αντίθετα, αφθονούσαν οι ροζιασμένοι κορμοί, οι ξερές σχισμάδες απ’ τις οποίες κάποτε τρύπωσε το νερό για να παγώσει και να κάνει το ξύλο να σκάσει. Ένα τσούρμο φαντάροι που γυρνάνε από το μέτωπο. Λαβωμένοι, αλλά πορεύονται. Πορεύονται τόσο καιρό, ώστε κανείς δε θα μπορούσε να πει με σιγουριά ότι προχωράνε. Δεν μαρτυρούν αυτοί πως ο χρόνος περνά. Ο χρόνος είναι αυτός που τους οφείλει την υπόστασή του.

Απόντα ολωσδιόλου τα ονόματα. Τίποτα δεν ονοματίζεται, ούτε οι τόποι ούτε οι άνθρωποι. Μόνο μια νύξη σύνδεσης (σαν συνένοχο κλείσιμο του ματιού στον αναγνώστη) με το πασίγνωστο αρχετυπικό λογοτεχνικό ζευγάρι που περιδιάβαινε αντάμα τον ισπανικό χερσότοπο κάνει ο συγγραφέας, που δυστυχώς ξεθωριάζει, αν δεν εξαφανίζεται, στην ελληνική μετάφραση. Το πρωτότυπο «Tomó la pértiga bajo un brazo como si fuera un Quijote y levantó la punta endirección a los animales» μεταφέρεται ως εξής: «έβαλε τη γκλίτσα του σαν δονκιχωτικό κοντάρι κάτω από το μπράτσο του και ύψωσε το ένα άκρο προς τη μεριά των ζώων». Κι αυτή η πικαρέσκα χειρονομία του συγγραφέα, που κωμικά ιχνογραφεί τον μικρό ως Δον Κιχώτη, αποτελεί φόρο τιμής προς τον πατριώτη του Θερβάντες αλλά και προς το ίδιο το γελαστικό στοιχείο στο μυθιστόρημα.

Η γλώσσα πλούσια στις περιγραφές του πάμφτωχου, αυχμηρού κι άγριου τοπίου έχει συγχρόνως και μια αμεσότητα σχεδόν γευστικής, οσφρητικής κι απτικής τάξεως. Ώρες ώρες είναι σαν να αναπνέεις τη σκόνη του εδάφους, να μυρίζεις τη γιδίλα του κοπαδιού και το φρεσκοαρμεγμένο γάλα, το κάτουρο, να νιώθεις το κάψιμο του ήλιου στο δέρμα και το αίμα που κυλάει, την αλμύρα των δακρύων.

Και δεν είναι μόνον η απουσία του νερού κι η ξηρασία που ορίζουν τον τόπο και τους ανθρώπους, αλλά που αυτή η απουσία εντείνεται κι οξύνεται ως τις ακραίες ψυχικές εκτάσεις του ανθρώπινου με τη διαρκή παρουσία των υγρών εκροών του ανθρώπου (αρνητικό –υλικό και ψυχικό– σύστοιχο του επιποθούμενου και διαρκώς ελλείποντος ύδατος): τα ούρα και τα δάκρυα.

Άκουσε τ’ όνομά του να απλώνεται ανάμεσα στα δέντρα σαν μια σταγόνα πάνω στη γαλήνια επιφάνεια του νερού» κι όμως τον ραίνει το κάτουρο του δασκάλου· κατουριέται ο ίδιος στην κρυψώνα του προκειμένου να μην φανερωθεί. Το κάτουρο κυριαρχεί παντού περισσότερο κι απ’ το νερό που η απουσία του ορίζει την άγρια ερημιά όλου του τόπου κι όλου του έργου. Ως αρνητικό του νερού αλλά κι ως έκφραση ορατή του τρόμου εμπρός στη βία. Κατουριέται στην παρουσία και μόνον του χωροφύλακα. «Η λιμνούλα στα πόδια του είχε χαθεί ανάμεσα στις σχισμές του ασβέστη, αλλά τα μπατζάκια του ήταν υγρά και άρχιζε να νιώθει ένα ελαφρύ μούδιασμα στις γάμπες.

Κάτουρο και δάκρυα· δάκρυα άφθονα όσο το νερό που λείπει:

Κουλουριασμένος για να βρει στο χώρο ένα σημείο σύγκλισης ανάμεσα στην υγρασία της γης και των ματιών», «το αγόρι έμεινε για λίγο να κοιτάζει τη γαβάθα με τις γροθιές σφιγμένες πάνω στο τραπέζι. Άφησε το κεφάλι του να πέσει λες και ο λαιμός του διαλύθηκε απότομα κι άρχισε να κλαίει με ένα νευρικό, καταπιεσμένο κλάμα που του έκοβε την ανάσα κάθε στιγμή.

Και με τι σοφή μαεστρία δοσμένη αυτή η επαναληπτική σκηνή των δακρύων του αγοριού μες στη γαβάθα με τα καρύδια! Την πρώτη φορά ως έκφραση πόνου για την αναπόδραστη βία, τη δεύτερη σαν ξέσπασμα λυτρωτικό στη θύμησή της.

p3ydje1545138571846

Αν μόνον ο Θεός ονομάζεται μια φορά στο κείμενο έτσι κι ο Σατανάς. Κι αυτός είναι απερίφραστα ο χωροφύλακας: «Το αγόρι ακούγοντας τη λέξη “χωροφύλακας” από το στόμα του βοσκού ένιωσε το αίμα να του πυρπολεί τα πόδια και τη φλόγα να ανεβαίνει από τις πατούσες και να του καίει τα σωθικά όπως μόνο η ντροπή μπορεί  να κάψει. Στο άκουσμα του ονόματος του Σατανά από ξένα χείλη, ένιωσε να γκρεμίζονται τα τείχη μέσα στα οποία βίωνε την ατίμωσή του. Ήταν γυμνός ενώπιον του γέρου και ενώπιον των ανθρώπων». Ο χωροφύλακας ορίζει (καθορίζει αλλά και διαφεντεύει) τον κόσμο του ενήλικου κακού, της άγριας ερημιάς, ενάντια στο αγόρι· στα αγόρια.

Μ’ αυτό το κακό αναμετριέται ο γέρος και το αγόρι. Η νιότη και τα γερατειά. Ο ενδιάμεσος ενήλικος κόσμος εχθρός τους, διώκτης, η άνανδρη παραφωνία αντί για την ισορροπία, ανάμεσα στα δυο άκρα του εκκρεμούς της ανδρικής ζωής. Αυτή τη στρεβλή ενηλικίωση θέλει να αλλάξει ο μικρός με τη φυγή του, για αυτόν τον στόχο θα βοηθήσει κι ο γέρος με τη συμπαράσταση του στον μικρό.

Η γυναίκα πάλι απούσα παντού, ούτε σχεδόν ως ανάμνηση ή επίκληση μάνας: ένας άγριος ερημωμένος άκαρπος, άγονος ‘αρσενικός’ κόσμος ξηρασίας, βίας, σωματικής και ψυχικής κακουχίας κι εξάντλησης. Απαράκλητος. Η μόνη σχεδόν αναφορά στη γυναίκα-μάνα αφορά μια θαμμένη μνήμη για το κουβάλημα της στάμνας με νερό από τη βρύση στην πλατεία.

Γυμνός κι έρημος, με τη διπλή σημασία της λέξης (κενός κι ακάλυπτος) ο τόπος· απαράκλητος. Κι όμως σ’ αυτόν τον ερημότοπο, σαν άλλοι Ισραηλίτες νομάδες, ο γέρος και το αγόρι περιπλανώνται για να ξεφύγουν από του χωροφύλακα τα χέρια. Αλλά και για έναν άλλο λόγο, που συνταιριάζει ακόμα περισσότερο στην περιπλάνηση του Ισραήλ στην έρημο, για να ανδρωθεί το αγόρι, να πάρει όλη την ηθική εκπαίδευση που θα τον κάνει άντρα, ώστε να φτάσει ελεύθερος στη γη της Επαγγελίας-ενηλικίωσης, ενώ ο γέρος ως άλλος Μωυσής θα το οδηγήσει ίσαμε εκεί (σαν έναν άλλο Ιησού του Ναυή) χωρίς ο ίδιος να καταφέρει να μπει. Το χρέος του καταπώς φαίνεται ήταν να οδηγήσει το αγόρι –αφού την σμιλέψει και την διαπλάσει– στην πνευματική κι ηθική ενηλικίωσή του.

―Θα πρέπει να πας μόνος σου για νερό.
―Δεν ξέρω που έχει.
― Θα σου πω εγώ.
―Φοβάμαι.
―Είσαι γενναίο αγόρι.
― Όχι, δεν είμαι.
―Έφτασες μέχρι εδώ.
―Γιατί είχα εσάς.
―Γιατί είχες θέληση.
Το αγόρι δεν ήξερε τι να αποκριθεί.
―Είδες τον στέφανο του Ιησού εκεί πάνω;
―Ναι. Έχει τρεις ακτίνες.
―Τις λένε δυνάμεις. Η μία είναι η μνήμη, η άλλη είναι η νόηση και η τρίτη,  η θέληση.
Ο μικρός σήκωσε το βλέμμα. Πάνω από το τείχος διαγραφόταν στο λυκόφως μαι μαύρη σιλουέτα και μάντευε κανείς το χιτώνα, τα χέρια και τον στέφανο. Ακούγοντας εκστατικός τα λόγια του γέρου, άφησε για μια στιγμή τις σκοτούρες του κατά μέρος.
―Και ο Χριστός βασανίστηκε.
― Εγώ δε θέλω να βασανιστώ άλλο.
―Τότε θα μείνουμε εδώ και θα πεθάνουμε από τη δίψα. Τα βάσανά σου σύντομα θα τελειώσουν.

Carrasco-2017-02-800x533Αυτή ακριβώς η ηθική διάπλαση και ωρίμαση του αγοριού έχει να κάνει με τον κόσμο της πίστης και της ηθικής στάσης. Και φυσικά διόλου τυχαία δεν είναι η τετραπλή αναφορά της Βίβλου μες στο ολόγυμνο τοπίο της παντελούς ανυπαρξίας ονομάτων. Μέσα στη ρημαγμένη γη, πέρα απ’ τον πόνο, τη συμφορά και την κατάρρευση, ο Καρράσκο μιλάει και για την πίστη και την ηθική υπόσταση των ανθρώπων. Η δε φράση «ο ίδιος άνεμος που έφερνε τους ανθρώπους γυρνούσε και τα διάφανα φύλλα της Βίβλου, που ήταν ανοιχτή στο έδαφος», θαρρώ πως με ευκρίνεια εικονοποιητική δηλώνει πως η ίδια η ζωή που φέρνει το ελαύνον κακό προκαλεί ταυτοχρόνως και την απάντησή του από την ηθική. «Έμοιαζε περισσότερο με τη Σκηνή του μαρτυρίου παρά με μαντρί» μας λέει σε κάποια στιγμή για την πρόχειρη στάνη του κοπαδιού. Αλλά κι η χέρσα και φρυγμένη γη έχει παρομοιαστεί με την κόλαση. Μια κόλαση που η τελική επί γης εκπύρωση των κακών βρίσκει το λεκτικό της σύστοιχο στη διαπίστωση του γέρου: «οι πύλες της Κόλασης έχουν ανοίξει και τους περιμένουν». Όλα τα τωρινά βάσανα του αγοριού συσχετίζονται στον νου του με την θρησκευτική εικονοποιΐα του κηρύγματος: «σκέφτηκε πως η κόλαση που τον περίμενε στο τέλος της ζωής του δεν πρέπει να διέφερε και πολύ από τα βάσανα που περνούσε τώρα. Πως εκείνο το πηγάδι με τις φλόγες, το γεμάτο μαύρες ψυχές, θα μπορούσε κάλλιστα να είναι αυτός εδώ ο ξερόκαμπος με τον εσμό των αθλίων του».

[Στην πύρινη τούτη βιβλική εικονοποιΐα τολμώ να προσθέσω και μιαν άλλη αντιστοιχία: όταν ο μικρός σώζεται, ωσάν τους παίδες της καμίνου της φλεγομένης, από το παρανάλωμα της φωτιάς που λαμπάδιασαν οι διώκτες του στον πύργο που είχε καταφύγει.]
Πέρα από τις ρητές μνείες όμως, αλλά και την ισχνή κι απόμακρη μνήμη του κηρύγματος του παπά, η αναφορά στη Βίβλο ουσιαστικά έχει να κάνει με την ανάληψη της ηθικής ευθύνης και απόφασης, με την αντιμετώπιση των ηθικών διλημμάτων ως τέτοιων και την υπέρβαση του εγώ. Αντί για τον παπά με τα συγκεχυμένα εκκλησιαστικά κηρύγματα, ή τον πατέρα που ιδίαις χερσί παρέδωσε το αγόρι στις δυνάμεις του κακού, το έργο αυτό το διακονεί ο γέρος βοσκός.

Το αγόρι ξανάσκυψε στο πλευρό του γέρου.
―Δεν μπορώ να τα καταφέρω μόνος μου.
―Πρέπει να τα καταφέρεις.
―Δεν υπάρχει ούτε φτυάρι ούτε αξίνα.
―Αν δεν τους θάψεις θα τους φάνε τα όρνια.
―Και τι σημασία έχει;
―Έχει.
―Αυτοί οι άνθρωποι δεν το αξίζουν.
Γι’ αυτό πρέπει να το κάνεις.

Ούτως ή άλλως το μόνο λογικό ποίμνιο του γερο-ποιμένα δεν ήταν τα λιγοστά του γίδια αλλά το αγόρι.
Ο γέρος όμως είναι κι ο εκδικητής τιμωρός, ο άγγελος της αργοπορημένης αλλά κι αμείλικτης δικαιοσύνης.

Η πόρτα έτριξε ελαφρά και άνοιξε αργά αργά. Ένα αεράκι μπήκε από το δρόμο κι έκανε τις φλογίτσες να τρεμοπαίξουν. Στο κατώφλι, η σιλουέτα του τσοπάνη με το δίκαννο του βοηθού ανά χείρας είχε κάτι το αλλόκοτο: το καμπουριασμένο κορμί, το παντελόνι που έπλεε και το πρόσωπο σκαμμένο από το μόχθο και τις στερήσεις. Ίσα που κρατιόταν όρθιος κι έπρεπε να στηρίζεται στο κάσωμα για να μην πέσει. Ανάσαινε με δυσκολία.
― Φύγε από δω, γέρο.
Ο τσοπάνος έμεινε στην πόρτα ασάλευτος, σημαδεύοντας το κεφάλι του χωροφύλακα με το δίκαννο. […]
Ο χωροφύλακας είχε παραλύσει. Όχι από φόβο, από κατάπληξη.
―Δεν έχεις τ’ αρχίδια, τσομπάνη.
― Μην κοιτάς, μικρέ.

Γι’ αυτό κι ο δεσμός τους, μετά την αμείλικτη δοκιμασία της άγριας ερημιάς, γίνηκε ακατάλυτος, ψυχικός και σωματικός. Κατόρθωμα υιϊκής και πατρικής σχέσης αξεδιάλυτης.

Το αγόρι πετάχτηκε σαν ελατήριο και, χωρίς καν να κοιτάξει τον βοσκό, αγκάλιασε το καχεκτικό κορμί του. Βυθίστηκε στα κουρέλια του για να γίνει ένα μαζί του, για να τρυπώσει στο γαλήνιο καταφύγιο που αρνούνταν να του προσφέρουν τα δικά του χέρια. Ήταν η πρώτη φορά που βρισκόταν τόσο κοντά με κάποιον χωρίς να πρέπει να παλέψει. Η πρώτη φορά που το δέρμα του άγγιζε ενός άλλου και άφηνε τους χυμούς και τις ουσίες της ύπαρξής του να βγουν από τους πόρους του. Ο βοσκός τον υποδέχτηκε χωρίς να πει λέξη, σαν να υποδεχόταν προσκυνητή ή εξόριστο.

Αφού τελειώσει ο αγώνας και πληρωθεί το αναπόφευκτο μεγάλο τίμημα, έρχεται στο τέλος κι η βροχή σαν λυτρωτικός, καθαρτικός επίλογος. Έρχεται και πέφτει στάλα τη στάλα επάνω στη σκληρή, σχεδόν πετρωμένη γη:

χοντρές στάλες έσκαγαν πέφτοντας στο σκονισμένο έδαφος, χωρίς να το διαπερνούν»· σκάει παρά πέφτει, συγκρούεται με την ξεραμένη γη και την φρυγμένη παιδική ψυχή, που έχει πια ανδρωθεί. Κι όμως ο ερχομός της στην άγρια ερημιά ήταν αλάνθαστο σημείον για το αγόρι, που «ξαναγύρισε στο κατώφλι κι έμεινε εκεί όσο κράτησε η βροχή, έμεινε να κοιτάζει πώς χαλάρωνε για λίγο ο Θεός τις βίδες του μαρτυρίου του.

ΗΛΙΑΣ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ

 

Κοινοτικό ήθος και εξατομίκευση

του ΧΡΗΣΤΟΥ ΓΡΟΣΔΑΝΗ

Jean Bloch-Michel,
Φροσύνη,
Οκτάνα, 2018

Εξαιρετικά μεταφρασμένη από την Ευγενία Γραμματικοπούλου στην καλαίσθητη έκδοση της νεοσύστατης Οκτάνας, η Φροσύνη (1966) δίνει στον Έλληνα αναγνώστη την ευκαιρία να έρθει σε επαφή με το έργο του Jean Bloch-Michel (1912-1987).

Μυθιστοριογράφος, δοκιμιογράφος και μεταφραστής, ο Jean Bloch-Michel υπήρξε στενός φίλος του Αλμπέρ Καμύ του οποίου προλόγισε πολλές εκδόσεις. Διακρίνονται άλλωστε στη Φροσύνη ομοιότητες με το ύφος του Καμύ: η λιτή και κομψή φράση, ο ελεγχόμενος λυρισμός και η αποτύπωση των αισθήσεων του μεσογειακού καλοκαιριού.

~.~

Η πλοκή της νουβέλας είναι εξαιρετικά απλή. Αφού τελείωσε το λύκειο στην πόλη, η Φροσύνη επιστρέφει στο νησί για τις καλοκαιρινές διακοπές. Εκεί, την περιμένει ο πατέρας της Αλέξης, ο οποίος έχει πολύ συγκεκριμένα σχέδια για το μέλλον της. Επιθυμεί εφεξής η κόρη του να παραμείνει στο νησί, για να την έχει συντροφιά στα γεράματα του και να την παντρέψει με έναν άντρα που έχει ο ίδιος επιλέξει. Η Φροσύνη ανατρέπει τα σχέδιά του ανακοινώνοντας την απόφασή της να επιστρέψει στην πόλη για να συνεχίσει τις σπουδές της και να γίνει καθηγήτρια. Ο Jean Bloch-Michel περιγράφει με ενάργεια την ένταση που δημιουργούν οι αντικρουόμενες επιθυμίες των δύο πρωταγωνιστών, εστιάζοντας κυρίως στην ταραχή και την ψυχική αναστάτωση του Αλέξη.

Η Φροσύνη θα έχανε μεγάλο μέρος της γοητείας της αν ο συγγραφέας περιοριζόταν στην περιγραφή της μανιχαϊκής σύγκρουσης μεταξύ ενός τυραννικού πατέρα και της επαναστατημένης κόρης του. Δεν πρόκειται όμως περί αυτού. Παρόλο που η ανυπακοή της Φροσύνης αποσυντονίζει τον Αλέξη και τον ωθεί –σε μια στιγμή παραφοράς– να κάψει τα βιβλία της (σύμβολα ενός τρόπου ζωής τον οποίο δεν αποδέχεται), οι αντιδράσεις του δεν είναι απόρροια πληγωμένου εγωισμού. H απόφαση της Φροσύνης δεν πλήττει μόνο την πατρική εξουσία αλλά έναν ολόκληρο κόσμο: τον κόσμο του κοινοτικού ήθους που ενσαρκώνει ο Αλέξης. Πίσω από τη σύγκρουση των δύο πρωταγωνιστών, δύο διαφορετικοί κόσμοι έρχονται αντιμέτωποι: ο κόσμος του κοινοτικού ήθους και εκείνος της εξατομικευμένης προσωπικότητας[1].

frosyni-9786188393103-1000-1339973

Ο κόσμος του Αλέξη είναι αιώνιος και αμετάβλητος κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν του Θεού που τον έπλασε. Κόσμος κλειστός, στο εσωτερικό του οποίου ο καθένας έχει τη θέση του και νιώθει ασφαλής. Χρέος κάθε γενιάς είναι να συνεχίσει την πορεία της προηγούμενης, χρέος κάθε ανθρώπου να διατηρήσει τα πράγματα ως έχουν: «Να ζεις σημαίνει να ανήκεις σε έναν κόσμο σωστά πλασμένο, όπου δεν χρειάζεται να αναρωτιέται κανείς κάθε πρωί ποια είναι η θέση του ή ποιο το καθήκον που οφείλει να εκπληρώσει στον κόσμο αυτόν». Σ ’έναν τέτοιον κόσμο ο εαυτός (ποιος είμαι, πού πάω, τι μου επιτρέπεται να κάνω;) δίνεται στο άτομο από την κοινότητα και οι εκδηλώσεις της ατομικότητας θεωρούνται σκάνδαλο. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Αλέξης δέχεται το πρώτο πλήγμα όταν, μουδιασμένος από την ανακοίνωση της απόφασης της Φροσύνης να εγκαταλείψει το νησί, τη ρωτάει ποιος πήρε την απόφαση που τους φέρνει αντιμέτωπους. Η Φροσύνη, από σεβασμό και μόνο, δεν τολμά «να ξεστομίσει τη μοναδική λέξη, που θα μπορούσε να είχε πει: ‘‘εγώ’’». Αυτό το εγώ που αποφασίζει να ακολουθήσει μια πορεία υπαγορευμένη από τις δικές του ανάγκες και επιθυμίες και όχι επιβεβλημένη από τους άλλους είναι αδιανόητο για τον Αλέξη. Το γεγονός δε ότι η άρνηση του κόσμου του εκφράζεται από μια γυναίκα την καθιστά ακόμα πιο σοκαριστική. Εκεί έγκειται η δυσκολία επικοινωνίας μεταξύ τους. Παίρνοντας την απόφαση να ζήσει τη ζωή της όπως η ίδια το επιθυμεί, η Φροσύνη μετατρέπεται σε αίνιγμα για τον πατέρα της, γίνεται Άλλη, ξένη. Η αφηγηματική τεχνική του συγγραφέα αποδίδει εύστοχα αυτή τη μετατροπή: ο Jean Bloch-Michel εκθέτει λεπτομερώς την εσωτερική ζωή του Αλέξη, ενώ για τις σκέψεις και τα συναισθήματα της Φροσύνης δεν μαθαίνουμε τίποτα. Μόνο οι εξωτερικές της αντιδράσεις περιγράφονται μέσα από τα μάτια του έκπληκτου πατέρα της, ο οποίος προσπαθεί μάταια να τις αποκρυπτογραφήσει.

Ο Jean Bloch-Michel δεν ορίζει τον τόπο και χρόνο της δράσης, αν και ο αναγνώστης καταλαβαίνει εύκολα ότι αυτή τοποθετείται σε κάποιο ελληνικό νησί κατά τη δεκαετία του ’50 ή του ’60. Ορισμένες απειλητικές για τον κόσμο του Αλέξη ενδείξεις έχουν ήδη αρχίσει να εμφανίζονται. Όπως τα καινούργια πλαστικά προϊόντα που αυτός αρνείται να συμπεριλάβει στην πραμάτεια του παντοπωλείου του και τα φερσίματα των νησιωτών που ζουν στην πόλη και έρχονται για τις διακοπές τους στο νησί. Πρόκειται όμως για μικρές ρωγμές στην επιφάνεια του κόσμου του· η καθημερινότητά του δεν διαταράσσεται. Μέχρι τη στιγμή που η στάση της Φροσύνης θα τον κλονίσει, κάνοντας τον να αναρωτηθεί, έστω και στιγμιαία, μήπως η σταθερότητα του κόσμου του δεν αποτελεί εγγενές χαρακτηριστικό του αλλά προσωπική του πρόσληψη.

Αξίζει να σημειωθεί ότι ο αφηγητής δεν παίρνει θέση στη διαμάχη τους. Αφήνει τους δύο πρωταγωνιστές να υπερασπιστούν πεισματικά τις επιλογές τους, εκκινώντας από τα βιώματά τους. Η κοινότητα, παρά τις όποιες αντιθέσεις μεταξύ των μελών της και τις δυσκολίες της καθημερινής ζωής, είναι πράγματι ένας ειδυλλιακός μικρόκοσμος που εγγυάται τον αυθεντικό βίο ή, αντίθετα, συντηρεί ανισότητες και καταπνίγει οποιονδήποτε προσπαθεί να ζήσει για τον εαυτό του; Ο καθένας πιστεύει ότι έχει το δίκιο με το μέρος του, και για αυτό και οι δύο τους είναι συγκινητικοί. Η μοναξιά του χήρου και εγκαταλειμμένου από τους γιούς του Αλέξη, οι οποίοι έχουν αποξενωθεί από αυτόν και τον επισκέπτονται αραιά και πού ντυμένοι με κουστούμια «που πάντα μοιάζουν σαν να έχουν ραφτεί για άλλους», και η πεισματική του προσκόλληση στον κόσμο της κοινότητας μάς αγγίζει εξίσου με την επιμονή της Φροσύνης να μην επιτρέψει σε κανέναν, ούτε καν στον ίδιο της τον πατέρα, να αποφασίσει για λογαριασμό της.

jean-bloch-michel

Αν και στη νουβέλα υπάρχουν όλες οι προϋποθέσεις δραματικής κατάληξης, ο Jean Bloch-Michel δεν ενδίδει στον πειρασμό της τραγικής έκβασης. Η αντίθεση των δύο πρωταγωνιστών δεν διαρρηγνύει τον χαμηλόφωνο τόνο, η μεταξύ τους ένταση δεν γίνεται ποτέ ανεξέλεγκτη. Ο Μίλαν Κούντερα έχει τονίσει στο δοκιμιακό του έργο τη δυσπιστία του μυθιστορήματος απέναντι στο τραγικό: τις θεατρικές του ρίζες, τη λατρεία του μεγαλείου, την τυφλότητά του απέναντι στην πεζότητα της ζωής[2]. Η Φροσύνη με το μελαγχολικό της κλείσιμο και τις ανθρώπινες διαστάσεις των χαρακτήρων της επιβεβαιώνει την αντίληψή του.

Αναμένοντας και άλλα κείμενα παρόμοιας ποιότητας, δεν μένει, κλείνοντας, παρά να ευχηθούμε στην Οκτάνα καλή συνέχεια.

ΧΡΗΣΤΟΣ ΓΡΟΣΔΑΝΗΣ


[1] Στηρίζομαι εδώ στην εργασία του Στέλιου Ράμφου, Ο καημός του ενός (Αρμός, Αθήνα 2007), στην οποία ο συγγραφέας πραγματεύεται το πρόβλημα της ελληνικής εξατομίκευσης. Ως εξατομίκευση ορίζεται η μακρά ιστορική διαδικασία η οποία αποκόπτει το άτομο από τα παραδοσιακά συστήματα αναφοράς, όπως η θρησκεία και τα ήθη της κοινότητας, και το στρέφει προς τον εαυτό του. Ο Ράμφος υποστηρίζει ότι η συγκεκριμένη διαδικασία έλαβε χώρα μόνο στη Δυτική Ευρώπη. Στην Ελλάδα, η ορθόδοξη θεολογία και ο ισχυρός ομαδισμός του ελληνικού λαού προέβαλαν ισχυρές αντιδράσεις στις εξατομικευτικές τάσεις. Τα παραπάνω είχαν ως αποτέλεσμα ο Έλληνας να διατηρεί σε πολλές πλευρές της ζωής του το προ-νεωτερικό ήθος και να αναζητεί την ταυτότητά του στο πλαίσιο της ομάδας (οικογένεια, σόι, κοινότητα, παρέα). Μια από τις επιτυχίες της νουβέλας είναι η (σε επίπεδο βιώματος) περιγραφή του κοινοτικού ήθους.

[2] Μίλαν Κούντερα, Ο Πέπλος, δοκίμιο σε εφτά μέρη, μτφ. Γ. Η. Χάρης, Εστία, Αθήνα, 2005, σ. 148-151.

Γυμνός ορίζοντας

18 (5)
της ΘΕΩΝΗΣ ΚΟΤΙΝΗ

Μυρτώ Χμιελέφσκι
24+7
Θράκα 2018

Νικόλας Μιτζάλης
Χωρίς σπιθαμή
Χαραμάδα 2017

Έτυχε τελευταία να διαβάσω αρκετά από τα βιβλία νεότερων ποιητών και αυτή η, έστω μικρή, εποπτεία παρήγαγε μια σχετική αθυμία για την αναμενόμενη ποιητική φαρέτρα των κοινόχρηστων ποιητικών συμβόλων που κληρονομούν αυτόχρημα οι νεότεροι και μη: σιωπή και λήθη και φεγγάρι και ψυχή, αιμορραγούσα ναρκισσευόμενη ή μεγαλήγορη ευαισθησία. Μια ποίηση που όζει ποιητικότητας. Αρκετή από την ποίηση που γράφεται σήμερα τελείται ερήμην του αποσπασματικού, του κοινότοπου, του μετρίως βιωμένου που συνιστά τη ζωή μας γενικά και ειδικά τη νεοελληνική συνθήκη της αποδομημένης εν κρίσει βεβαιότητας. Εξακολουθεί να θέλει να αρθρώσει μια έσχατη χειρονομία ψυχής, μα αν το χέρι δεν ακουμπά πάνω στα πράγματα εξαερώνεται σε νεφελώδες σύμβολο.

Κι ο αναγνώστης; Τι αντανάκλαση πορίζεται από αυτό; Τι αντοχές, τι προσδοκίες έχει; Ο χαλκέντερος υπομονετικός βιβλιοφάγος είναι μια μειονότητα, ο ευσυνείδητος κουράζεται, ο νέος βιάζεται. Και η περιβόητη ποίηση της κρίσης; Φλέγον άρα επικίνδυνο θέμα, η ταύτιση χρόνου-βιώματος, ως γνωστόν, παράγει συχνά μια θερμή, άνιση αισθηματολογία ή ρητορικότητα. Ένας τρόπος να αποτυπωθεί πειστικά αυτό το βίωμα που είναι ζεστό και ανεπίγνωστα τραυματικό είναι να ειπωθεί χωρίς εμπάθεια, με έναν ασχολίαστο ρεαλισμό που θα αφήσει το πράγμα να εκτεθεί και να διαπιστωθεί οιονεί αδιαμεσολάβητο.

68b1caf6-1c44-4aba-9cec-402a6a13cf2fΜια τέτοια προσπάθεια αποτελεί το μικρό βιβλίο της Μυρτώς Χμιελέφσκι που, όπως διαβάζω στο εσώφυλλο του βιβλίου της, είναι εικαστικός και αυτό έχει σαφώς καθορίσει και την ποιητική της δουλειά. Θα ονόμαζα το εγχείρημά της «φωτορεαλισμό». Εδώ κυρίαρχο ρόλο παίζει η όραση, το φωτογραφικό στιγμιότυπο, η αναφορά σε κινήσεις, χειρονομίες καθημερινών ανθρώπων στον ηλεκτρικό, στο δρόμο, στην κουζίνα, στην αυλή του σχολείου, σε στενάχωρα μικροαστικά τριάρια. Πρωταγωνιστές οι επαίτες του δρόμου, ξένοι μικροπωλητές, μετανάστες, νεόφτωχοι νοικοκυραίοι, ζευγάρια, έφηβοι που δεν γνωρίζουν πώς, μα θέλουν την εξέγερση, άνθρωποι μόνοι ή μαζί. Αυτό που παρακολουθούμε είναι το υλικό του καθεμέρα, σε «αμοντάριστα» πλάνα, ακινητοποιημένο ένα συμβάν ή την ακολουθία μιας ρουτίνας που μέσα στην επαναληπτικότητά της εκχέει τη λυπημένη ασφυξία της ζωής ή φωτίζει τη χαραμάδα μιας αληθινής επιθυμίας:

ΟΡΙΣΑ

(Οι συγγενείς στην πατρίδα)
φροντίζουν τα παιδιά της καλύτερα κι απ’ τα δικά τους

τα μεγαλόσωμα χέρια της (σαν φτυάρια για το χώμα)
μπορούν να δεχτούν: σκληρή δουλειά
αναμονές και διαδρομές
χλωρίνη και μικροπροσβολές
(δεν μου είπε ποτέ για μεγάλες προσβολές)

(παλιά) έτρωγε κρύο και ξύλο
τώρα τρώει κάθε μέρα χοιρινό με 4 ευρώ το κιλό
(τι ευκαιρία στο μονό τραπέζι!)
ή πολυκαιρισμένες μερίδες φαγητού στα ξένα σπίτια

άκουσε στις 8 παρά (στο σπίτι που καθαρίζει)
την πρώτη πρωινή μιλιά αντρός
και μέσα της ταράχτηκε

Δεν λείπει, βέβαια, το ειρωνικό σχόλιο, αλλά προκύπτει διακριτικό μέσα από την έκθεση της μικρορουτίνας σε μικρά μονόπρακτα του βίου:

Happiness

Πώς σε προσέχει η σύζυγός σου
πόσο σιδερωμένος ο γιακάς σου
πόσο χωρίς φθορά τα πουλόβερ σου
ακριβό το μπουφάν σου
και πώς αποφασίσατε μια καθημερινή απόγευμα
τατουάζ να χτυπήσετε στους ώμους
τα μικρά σας εναλλάξ και καλλιγραφικά
δώρο επετείου και όλο λέξεις ενδιάμεσα
σε άπταιστα αγγλικά να πετάς
κι αν δεν σχολάς πριν τις εννιά γιατί πειράζει
μπορείς να πληρώσεις τέσσερις διανυκτερεύσεις
σε ξενοδοχείο με χιονισμένα έλατα τριγύρω

Η «αμέτοχη» οπτική γωνία και η συγκεκριμένη όραση παράγουν κείμενα- νεκρές φύσεις της ζωής που πορεύεται ασυνάρτητη και αυτοσχέδια, κοιταγμένη με συμπάθεια, καταγεγραμμένη σαν βιαστικό σημείωμα στο ημερολόγιο ενός ανθρώπου που μαζεύει αυτό το άτακτο υλικό, για να το διασώσει σε μια στοιχειώδη τάξη:

Το συμπαγές στερεό στο οποίο κινείται φτιαγμένο από:
παράπονα μικροπαρεξηγήσεις μεγάλες παρεξηγήσεις
τραπέζια κυριακάτικα πηγαινοερχόμενες κατσαρόλες ταψιά
άνοστα φαγητά σφουγγαρισμένα μωσαϊκά
προβλήματα οικονομικά αβοήθητα παιδιά
και ο χρόνος ενδιάμεσα γλιστράει
θυμώνει βροντά τα χέρια πονηρά
σε τραπέζια που δεν σωριάζονται ακόμη

Δεν λείπουν, βέβαια, και οι αστοχίες, τα άνευρα σκαριφήματα μιας εντύπωσης που μένουν ακίνητα ποιητικά, καθώς το αμοντάριστο παραμένει, σε αρκετές περιπτώσεις, ακατέργαστη πρώτη ύλη. Η συλλογή σε κερδίζει ωστόσο. Η καθημερινή αχθοφορία της ύπαρξης εκτεθειμένη στη χαμηλή, κακοφωτισμένη, ενίοτε, σκηνή μπορεί να λειτουργήσει πιο ποιητικά, αφημένη, χωρίς «συγκινημένη» διαμεσολάβηση, ως τέτοια που είναι, αφοπλιστική στην ατέλειά της.

~.~

19225920_1123912657713210_2532041067951421803_nΜια δεύτερη εκδοχή της «ποίησης της κρίσης» εκπροσωπεί το «Χωρίς σπιθαμή» του Νικόλα Μιτζάλη. Το βιβλίο είναι μια δήλωση ανυπακοής, γι’ αυτό και μετέρχεται μια αντιρρητική ρητορική που υπερασπίζεται ό,τι κινείται στην περιφέρεια ή στο περιθώριο του κοινωνικά αποδεκτού. Ταυτίζεται με ό,τι αμήχανα ονομάζουμε κοινωνικά αποκλίνον: ανήλικοι παραβατικοί, έγκλειστοι των φυλακών, μπαχαλάκηδες κουκουλοφόροι, νομάδες του χρόνου, παρίες, αυτόχειρες στρατιώτες στη σκοπιά, εξαρτημένοι οροθετικοί, εξεγερμένοι. Εν ολίγοις, όσοι στριμώχνονται στις υποσημειώσεις του «Δημοκρατικού παράδοξου», όπως διαβάζουμε στο ομότιτλο ποίημα:

[…]
Αμόλευτα πεντάφτωχοι
πρεζάκηδες κακοποιοί πόρνες και αλκοολικοί
ανθρώπινα απορρίμματα μαζεμένα
στου δημοκρατικού παραδόξου την χωματερή

ΛΑΘΟΣ ΟΝΕΙΡΑ

Κοίταξα μέσα απ’ το τζάμι
να δω πως είναι τα όνειρα
και τα είδα στριμωγμένα πίσω από καρτελάκια τιμών
να προσπαθούν να χωρέσουν σε κάρτες πιστωτικές
και σε συναλλαγές
δεμένα με κορδελίτσες παρδαλές και ανάγκες
πλασματικές
ψιθύρων κραυγές
έσκυψα, σήκωσα μια πέτρα και έσπασα τη βιτρίνα.

Βρήκα το βιβλίο ως ένα πειστικό, σε αρκετά σημεία, εγχείρημα να εκφραστεί εκείνη η πλευρά της εμπειρίας του αποκλεισμού που βιώνει μια ομάδα ανθρώπων, όπως οι άνεργοι νέοι που αγναντεύουν τον ορίζοντα αποβιομηχανοποιημένων πόλεων, στο ποίημα –σχόλιο στους «Βιτελόνι» του Φελίνι:

ΒΙΤΕΛΛΟΝΙ

Ο άγγελος κι ο δαίμονας βολτάρουν μαζί
σε κάποια φθινοπωρινή προκυμαία της επαρχίας.
Καπνίζουν, κοροϊδεύουν, φλερτάρουν
κι όλο λένε να φύγουν.
Πάντα όμως μένουν εδώ.
Αυτός που φεύγει άλλωστε στ’ αλήθεια
είναι κείνος που δε μιλά ποτέ για φευγιό
Σαν τον Μοράλντο.
Τι είμαστε αν όχι χαραμοφάηδες σε μια ασπρόμαυρη πόλη
βαρίδια της και παράσιτά της και ονειροπόλοι της συνάμα.
Απατεωνίσκοι που τη βολεύουν με δανεικά
που όλο ταξιδεύουν
και ταξιδεύουν
και ταξιδεύουν
αγκαλιά μ’ έναν άγγελο κι ένα δαίμονα
μένοντας πάντα στο ίδιο μέρος
παράδεισος και κόλαση μαζί

Και πέρα από αυτό, ο συγγραφέας ζητά να διαδηλώσει την εξέγερση ως στάση ζωής ή ως επικείμενη έλευση – λύση. Μια τέτοια στρατευμένη θέση αναπόφευκτα υιοθετεί τη θερμή, κάποτε στεντόρεια ρητορική της καταγγελίας, που συχνά εκτρέπει την ποιητική γλώσσα σε προφανείς πεζολογίες, ρομαντικές μεγαλοστομίες, μανιχαϊστικές διχοτομίες, αποκηρύξεις, ουτοπική επαναστατικότητα. Το ποιητικό αποτέλεσμα σε αυτά τα σημεία μέτριο:

ΔΕΚΕΜΒΡΗΣ

Θα ’ρθει μια μέρα που θ’ ανοίξω την πόρτα.
Διάπλατα.
Και θα βγω έξω.
Στο δρόμο.
Για να βρεθώ μέσα στα πράγματα.
Κοντά στο δικό τους καρδιοχτύπι.
Θ’ αφήσω τις ώρες μου συντροφιά με τη μοναξιά μου
για να συναντήσω τις κίτρινες σκιές
στην Πλατεία, στα χαμόσπιτα στο Κερατσίνι,
στα ημιυπόγεια των Αμπελοκήπων,
στις άθλιες γκαρσονιέρες του Πειραιά.
Θα βρω το Νικόλα να μετράει τα ψιλά
και την Κατερίνα με τα κιτρινισμένα δάχτυλα
Με βαρύ και αέρινο φορτίο θ’ ακολουθήσουμε
την κοινή οδό
προς το απίθανο.
Προς το απροσδιόριστο.
Ανοιχτή προς τον καθένα, ακολουθούμενη από
ελάχιστους.
Αμίλητοι θα περάσουμε την Στουρνάρα να πάρουμε
τον Μιχάλη
και λίγο πιο πέρα τον Αλέξη.
Θα κατέβουμε την Πατησίων εν μέσω αδιαφορίας και
εχθρότητας
Και θα πληθύνουμε
Εν μέσω επιτήδευσης, λήθης και άγνοιας
[…]
Και θα μπούμε βάζοντας φωτιά,
ψηλή όσο το δέντρο των άλλων στο Σύνταγμα,
φωτιά ανασυνθέτοντας την ύλη
μένοντας να καούμε μαζί της
Γιατί κουραστήκαμε να περιμένουμε
Γιατί έφτασε ο καιρός να επαληθευτούμε
Γιατί ΕΡΧΟΜΑΣΤΕ.

Σε τι έγκειται επομένως το ενδιαφέρον του; Κατ’ εμέ, στο από μέσα κοιταγμένο και ένσαρκα βιωμένο πανόραμα των αποκλεισμένων και στο εξωστρεφές βλέμμα που εικονογραφεί με ευκρίνεια μανιφέστου αυτόν τον κόσμο. Αυτή η ευκρίνεια συνηγορεί υπέρ της ειλικρίνειας του συγγραφικού αιτήματος να βρεθεί ή να εκβιαστεί «μια πέραν του νόμου δικαιοσύνη», για να δανειστώ μια φράση το Σάββα Μιχαήλ. Αίτημα που αποτυπώνεται ακόμα και στους τίτλους των ποιημάτων: «Το χρώμα της φωτιάς», «Η ένοπλη χαρά», «Κατάδικοι», «Η κραυγή μας», «Αντίσταση», «Φάμπρικες», «Παλαιστίνη», «Φυλακές ανηλίκων»:

ΦΥΛΑΚΕΣ ΑΝΗΛΙΚΩΝ

Ο χτύπος της μιας χάντρας με την άλλη
είναι η απόσταση του τοίχου
από τη σιδερόπορτα
εκείνη που συνήθισε το βλέμμα
χωρίς ουρανό, χωρίς ορίζοντα
απ’ το βαλς του Χατζιδάκι
κι ένα κουρέλι για πανί που ποτέ δεν φουσκώνει
ο χτύπος που μετρά το χρόνο
πάντα αντίστροφα
εκείνων που περιμένουν
με σφιγμένα δόντια

Πού συναντιούνται αυτές οι δυο φωνές και πώς δικαιολογείται η συμπαράθεσή τους; Και τα δυο βιβλία αγγίζουν έναν κόσμο που δεν ζητά την ποίησή του εκφωνημένη από άμβωνος ή χωνεμένη στη βαθιά σπηλιά του ηγεμονικού ποιητικού εγώ. Συνιστούν δυο αξιοπρόσεκτες απόπειρες να εγγραφεί αισθητικά η επείγουσα εκκρεμότητα ενός κόσμου, μέσα και γύρω μας, που ανισορροπεί μες στο παρόν της κρίσης και ψάχνει όχι την ελεγεία του, μα τη μαρτυρία του, προσφερόμενη με μια απερίφραστη ορατότητα. Πιστεύω ότι και τα δυο βιβλία προσφέρουν αυτό τον γυμνό ορίζοντα που δεν διαθλά, σε μια έγκλειστη αυτοανάλυση, αλλά εκθέτει, εν είδει αυτόπτη, αυτό που τώρα συμβαίνει.

ΘΕΩΝΗ ΚΟΤΙΝΗ

«Ex ungue leonem»

Anthologia

του ΘΕΟΔΟΣΗ ΒΟΛΚΩΦ

Ανθολογία Κωστή Παλαμά
ανθολόγηση-πρόλογος Κώστας Χατζηαντωνίου
Κέδρος, 2018

Όπως έχει επισημανθεί από συστηματικούς μελετητές του παλαμικού έργου, τις τελευταίες δεκαετίες η ποίηση του Κωστή Παλαμά εξακολουθεί να απασχολεί κατά μείζονα λόγο μια ευάριθμη ομάδα νεοελληνιστών που δραστηριοποιούνται κυρίως στους κόλπους της πανεπιστημιακής κοινότητας. Πέραν αυτής, η αναστροφή των συγχρόνων Ελλήνων λογοτεχνών και δη των ποιητών με το σύνολο ή έστω με όψεις της παλαμικής τεχνουργίας, όπως τουλάχιστον αυτή διαπιστώνεται είτε σε έργα αμιγώς ποιητικά είτε σε κριτικά άρθρα και κείμενα δοκιμιακού χαρακτήρα, είναι εξαιρετικά περιορισμένη και όπου τυχόν ανιχνεύεται πρόκειται για λιγοστές, σποραδικές και μεμονωμένες περιπτώσεις.[i]

Το γεγονός αυτό δεν αναιρεί βέβαια την αξία και τη γονιμότητα που ενδέχεται να έχουν αυτοί οι κατά μόνας διάλογοι αλλά και δεν είναι δυνατόν να μεταβάλει σε βαθμό αξιοσημείωτο την εικόνα του ευρύτερου ποιητικού τοπίου, ενός τοπίου από το οποίο ο Παλαμάς απουσιάζει εκκωφαντικά και επί μακρόν. Εξάλλου, παρότι διακρίνονται κυρίαρχες ερμηνευτικές τάσεις, η στάση των συγχρόνων λογοτεχνών που κατά καιρούς ασχολήθηκαν, έστω και εντελώς συγκυριακά, ή εξακολουθούν να ασχολούνται με το ποιητικό έργο του Παλαμά δεν είναι ενιαία. Ορισμένοι διάκεινται θετικά απέναντί του, αρκετοί μάλλον αρνητικά και άλλοι απλώς στέκουν αμήχανοι μπροστά του.[ii] Οι περισσότεροι πάντως, είτε γέρνουν προς την πλευρά της αποδοχής είτε προς την πλευρά της απόρριψης, προκρίνουν, ως γνωστόν, τον λυρικό, καταπώς λέγεται, Παλαμά, δηλαδή τον ποιητή του ήσσονος τόνου, απορρίπτοντας λιγότερο ή περισσότερο κατηγορηματικά τον δημιουργό των μακρόστιχων και μεγαλόπνοων συνθετικών έργων.

Η απουσία διαλόγου ευρείας κλίμακας με την παλαμική ποίηση, φαινόμενο που είχε ήδη επισημάνει από τα μέσα της δεκαετίας του ’40 ο Κωνσταντίνος Τσάτσος,[iii] είναι προφανής και έχει επαρκώς τεκμηριωθεί.[iv] Η πλειονότητα των Ελλήνων ποιητών της σήμερον μένει ξένη τόσο προς τον ποιητή όσο και προς τον κριτικό Παλαμά. Κατά πόδας ακολουθεί και το ευρύτερο αναγνωστικό κοινό, στον βαθμό που νομιμοποιούμαστε βέβαια να κάνουμε λόγο για κοινό και μάλιστα ευρύ όσον αφορά την ποίηση και δη την ελληνική. Δεν είναι απλώς ο Παλαμάς που δεν διαβάζεται σήμερα από το σχεδόν μυθώδες εκείνο πλάσμα που αποκαλούμε «μέσο αναγνώστη» αλλά η ποίηση γενικώς.

Kostis Palamas

Όσο κι αν η φορά των πραγμάτων είναι τέτοια που θα χρειαστούν γενεές επί γενεών συνειδητών και –το κυριότερο– συντονισμένων προσπαθειών για την αντιστροφή του κρατούντος κλίματος και την επαναφορά της ποιητικής τέχνης στην προτέρα της αίγλη, δηλαδή στην εκ νέου εδραίωση μιας σχέσης ζωντανής με ένα ευρύ και ακμαίο κοινό πέρα από τα περίκλειστα όρια της ακαδημαϊκής κοινότητας και της λογοτεχνικής συντεχνίας, είναι βέβαιο ότι δυο τρία πράγματα μπορούν και επιβάλλεται να ξεκινήσουν από σήμερα κιόλας.

Νομίζω πως οι βασικοί πυλώνες ενός τέτοιου μεγαλεπήβολου εγχειρήματος δεν μπορεί παρά να είναι οι εξής δύο. Ισχυρός κριτικός λόγος από τη μια, δηλαδή λόγος εμπεριστατωμένος και εμπνευσμένος εν ταυτώ, που σημαίνει λόγος άξιος τόσο να διδάξει όσο και να εμπνεύσει, και συγκρότηση νέων ανθολογιών από την άλλη. Ανθολογιών όπου θα επιχειρείται η χαρτογράφηση του αχανούς σύγχρονου ποιητικού τοπίου όχι βάσει κριτηρίων εξωλογοτεχνικών όπως κατά κόρον συμβαίνει σήμερα αλλά βάσει κριτηρίων ακραιφνώς αισθητικών που θα ελέγχουν και συνάμα θα γονιμοποιούν τον ούτως ή άλλως αναπόφευκτο και εν πολλοίς καλοδεχούμενο υποκειμενισμό των εκάστοτε ανθολόγων. Αυτά είναι ζητήματα δύσκολα, που δεν λύνονται από τη μια μέρα στην άλλη και προϋποθέτουν όχι μόνο χρόνο και κόπο πολύ αλλά και τη συνεργασία –αν όχι και τη συστράτευση– ικανού αριθμού σοβαρών μελετητών και κριτικών.

Τηρουμένων των αναλογιών, κάτι αντίστοιχο πρέπει να επιχειρηθεί και όσον αφορά την ειδική περίπτωση του Παλαμά που εδώ μας απασχολεί. Ισχυρή κριτική –και μάλιστα συνθετικής υφής– από τη μια και γενναία ανθολόγηση από την άλλη, πνευματικές ενέργειες κατ’ ουσίαν ομόλογες και συμπληρωματικές. Μόνον έτσι υπάρχει ελπίδα να επανατεθούν οι βάσεις που σιγά σιγά θα προλειάνουν το έδαφος για την εκ νέου γνωριμία με την παλαμική ποίηση. Διότι τόσο η κριτική όσο και η ανθολόγηση, με αυτά που επιλέγουν να φωτίσουν και να προτείνουν, επιχειρηματολογώντας και συγκρίνοντας η μια και επαναφέροντας τα πρωτότυπα κείμενα στον αναγνωστικό μας ορίζοντα η άλλη, έχουν χαρακτήρα πρωτίστως παιδευτικό και η τέτοια αισθητική προπαιδεία είναι απαραίτητη –και σήμερα και πάντα– για μια υγιή και γόνιμη αναστροφή με την ποίηση. Δεν θα ήταν ίσως υπερβολή να ισχυριστούμε ότι η υπέρτατη προσφορά της κριτικής στην υπόθεση της τέχνης και της σκέψης δεν είναι τελικά η ανάδειξη ετούτου ή εκείνου του έργου, αλλά η δημιουργία και στην προκειμένη περίπτωση η αναδημιουργία του μεγάλου απόντος των ημερών μας – του κοινού.

Μόλις τώρα κάναμε λόγο για κριτική συνθετική και ανθολόγηση γενναία. Αναγκαίες είναι λοιπόν κάποιες ελάχιστες διασαφήσεις. Η σημασία των ειδικών μελετών γύρω από το παλαμικό έργο που είδαν το φως της δημοσιότητας τα τελευταία έτη ασφαλώς ούτε πρέπει ούτε μπορεί να υποτιμηθεί. Ουδείς επιτρέπεται να παραγνωρίσει την προσφορά τους, καθώς αρκετές από τις ειδικές αυτές μελέτες μπορούν να αποτελέσουν σημαντικά βοηθήματα για εκείνον που θα τολμούσε να αναλάβει το μείζον συνθετικό έργο που θα έστηνε ενώπιον της εποχής μας τον Παλαμά – πλήρη και διαρκή. Σήμερα, το μεγάλο αυτό συνθετικό έργο που κρίνουμε αναγκαίο για την ουσιαστική δεξίωση της παλαμικής ποίησης και ακολούθως την αποκατάσταση του ποιητή στη συνείδηση της ελληνικής κοινωνίας θα πρέπει να αποτελεί συνδυασμό και των δύο – αφενός να στηρίζεται γερά στη σύγχρονη φιλολογική έρευνα αξιοποιώντας τα πορίσματά της και αφετέρου να την υπερβαίνει.

«Γενναία» καλώ την ανθολόγηση εκείνη που τολμά να σταχυολογεί όχι μόνον τα ποιήματα που είναι πιθανότερο να αποκρίνονται στην τρέχουσα ποιητική ευαισθησία, όπως αυτή διαμορφώθηκε κατά τον τελευταίο αιώνα από τη λιγότερο ή περισσότερο ευδόκιμη θητεία απάντων των γραφόντων στον μοντερνισμό, ελληνικό και ξένο, καθώς και στο μεταμοντέρνο, αλλά και τα ποιήματα εκείνα που ως εκ της ουσίας τους μπορούν να θέσουν υπό διερώτηση μακροχρόνιες αναγνωστικές έξεις και να αμφισβητήσουν ή ακόμη και να κλονίσουν από καιρό εμπεδωμένες αισθητικές αντιλήψεις.

Το συνθετικό έργο πάνω στον Παλαμά επί του παρόντος εκκρεμεί αλλά το ζήτημα της εκ νέου ανθολόγησής του βρίσκει, χάρη στο πρόσφατο πόνημα του Κώστα Χατζηαντωνίου, μια καθ’ όλα άρτια απάντηση. Με την ανθολογία του Κ. Χατζηαντωνίου η δεύτερη αυτή ανάγκη καλύπτεται ανέλπιστα και μάλιστα σε τέτοιο βαθμό, που μας επιτρέπεται να κάνουμε λόγο για ανθολογικό και κριτικό επίτευγμα. Στη συνέχεια του κειμένου μας θα προσπαθήσουμε να δείξουμε το γιατί.

 ~ . ~

Αν δεν λαθεύω, επί του παρόντος βρίσκονται σε κυκλοφορία τουλάχιστον επτά αυτοτελείς ανθολογίες της παλαμικής ποίησης. Από αυτές εκείνες που προσφάτως συζητήθηκαν περισσότερο είναι οι ακόλουθες τρεις: (α) η μακρόβια ανθολογία των Κατσίμπαλη και Καραντώνη, η οποία χάρη στο εύρος και την προσπάθεια που καταβλήθηκε από τους ανθολόγους για συμπερίληψη του μεγαλύτερου δυνατού αριθμού ποιημάτων κάθε θεματικής και τεχνοτροπίας «έφτασε να υποκαταστήσει περίπου τα παλαμικά άπαντα», κατά την εύστοχη παρατήρηση του ποιητή Κώστα Κουτσουρέλη·[v] (β) η επίσης εκτενής ανθολογία του καθηγητή Κ. Γ. Κασίνη με πλουσιότατο φιλολογικό υπομνηματισμό[vi] και (γ) η  βραχύτερη ανθολογία του ποιητή Ηλία Λάγιου.[vii]

Ορθώς πάλι επισημαίνει ο Κ. Κουτσουρέλης ότι τη μεν ανθολογία του Κ. Γ. Κασίνη «η φιλολογική τεκμηρίωση, οι πίνακες και ο υπομνηματισμός που τη συνοδεύουν την καθιστούν ιδανική για τις ανάγκες της ακαδημαϊκής και εκπαιδευτικής χρήσης και δευτερευόντως για το γενικότερο ακροατήριο»,[viii] τη δε ανθολογία του Λάγιου χαρακτηρίζει μια μερικότητα, καθώς «προσπερνά τον ραψωδό των μεγάλων φαντασμαγορικών επών»[ix] για να επικεντρωθεί στον παθητικό δημιουργό της «Φοινικιάς» και των βραχύτερων λυρικών συνθέσεων που κατά την κρίση του ανθολόγου μπορούν να συγκινήσουν τον σημερινό αναγνώστη. Δεδομένου ότι ο συστηματικός αναγνώστης της ποίησης σήμερα τις περισσότερες φορές στιχουργεί και ο ίδιος, θα μπορούσαμε να πούμε, ότι η ανθολογία του Λάγιου προτάσσει όχι τον Παλαμά στην πλήρη του έκπτυξη αλλά τον Παλαμά εκείνον που είναι πιθανότερο να αναδεχθούν οι σύγχρονοι ποιητές, όπως υπογραμμίζει και ο Κ. Κουτσουρέλης.

Σε αυτή τη γραμμή, ήδη από το 1993, με αφορμή τα πενήντα χρόνια από τον θάνατο του Παλαμά, δημοσιεύθηκαν μελετήματα συγχρόνων ποιητών πάνω σε θέματα που συνδέονται με συγκεκριμένες διαστάσεις της παλαμικής ποίησης. Τον «ελάσσονα» Παλαμά προκρίνει σαφώς ο ποιητής Διονύσης Καψάλης.[x] Τις αυτές περίπου απόψεις δείχνουν να συμμερίζονται οι Νάσος Βαγενάς, Μιχάλης Γκανάς, Ευγένιος Αρανίτσης και άλλοι, θεωρώντας σταθερά την περίφημη «Φοινικιά» ως την κορωνίδα και συνάμα ως την ύπατη πηγή του παλαμικού λυρισμού.[xi] Υπ’ αυτή την έννοια, η ανθολογία Λάγιου αποτελεί κατά τεκμήριο την εφαρμογή των εν λόγω αισθητικών απόψεων επί του παλαμικού σώματος.

Όμως οι επιμερισμοί και οι αναγωγισμοί αυτού του είδους, ιδίως όταν εφαρμόζονται σχεδόν στανικά σε ένα ποιητικό σώμα που διακρίνεται για την πολυμορφία και την πολυτροπία του όπως το παλαμικό και ως εκ τούτου αντιστέκεται σθεναρά σε κάθε μονόπλευρη προσέγγιση, εγείρουν σημαντικά ερμηνευτικά ζητήματα. Επιπλέον έχω την αίσθηση ότι τελικώς περισσότερα προβλήματα προξενούν παρά επιλύουν. Σε κάθε ανάλογη περίπτωση, η ανθολογία δεν συνιστά τον τόπο που μας επιτρέπει να εποπτεύσουμε κάτι από το όλον αλλά ένα διαθλαστικό γυαλί που έως ένα βαθμό παραμορφώνει και κατά συνέπεια ενδέχεται μέχρι και να παραπλανά τον ανυποψίαστο αναγνώστη ως προς την ουσία του ανθολογημένου έργου. Ο Παλαμάς μεσολαβημένος από τον Λάγιο είναι μια εκδοχή του λυρικού που θα μπορούσε να είναι ο ποιητής του Δωδεκάλογου, αν δεν ήταν αυτό ακριβώς που υπήρξε – ο Παλαμάς, δηλαδή ένα δημιουργικό υποκείμενο απείρως ευρύτερο από αυτό που δείχνει έτοιμη να δεξιωθεί η τρέχουσα ποιητική ευαισθησία. Η ανθολογία Λάγιου είναι ένας αποκλειστικά ή σχεδόν αποκλειστικά λυρικός Παλαμάς, ένας «Παλαμάς σε σμίκρυνση» και μάλιστα μη αναλογική. Το παλαμικό έργο ωστόσο είναι γέννημα ενός πολυσθενούς δημιουργικού πνεύματος, ενός πνεύματος που περιέχει –και μάλιστα στον υπερθετικό βαθμό– όχι μία και δύο αλλά δέκα, είκοσι, τριάντα, εκατό ισόκυρες ποιητικές φωνές. Πράγμα που έως ένα βαθμό άλλωστε εξηγεί και την εκπληκτική γονιμότητά του.

Τηρουμένων των αναλογιών, το παλαμικό σύμπαν –διότι περί σύμπαντος πρόκειται– όπως και το φυσικό, έχει το κέντρο του παντού. Με άλλα λόγια, κάθε σημείο μέσα στο χωροχρονικό του συνεχές μπορεί να ιδωθεί ως κέντρο. Τίποτα επομένως δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται επιπόλαια και βιαστικά, τίποτα δεν πρέπει να αφήνεται αβασάνιστα στην τύχη του. Και ασφαλώς τίποτα δεν μπορεί να αποκοπεί –και μάλιστα βιαίως– χωρίς να φτωχύνει και κυρίως χωρίς να αλλοιωθεί σε βαθμό ανεπανόρθωτο η εντύπωση που θα αποκομίσουμε για το οργανικά ανεπτυγμένο σύνολο. Κάθε επιμέρους πτυχή του πρέπει συνεπώς να εξετάζεται διττά:  αυτοτελώς αλλά και υπό την προοπτική του όλου.

Καίρια διατύπωσε το μείζον ζήτημα που ανακύπτει από τις τέτοιες προσεγγίσεις του παλαμικού έργου, ίσως υπέρ το δέον βασισμένες σε υποκειμενικές αρέσκειες και απαρέσκειες, ο Ευριπίδης Γαραντούδης. Σε μελέτημά του σημειώνει σχετικά: «Αν δεχτούμε, όπως πιστεύω, ότι τα στοιχεία του παμποιητισμού και του πανιδεατισμού του Παλαμά, με άλλα λόγια τα βασικά και ειδοποιά στοιχεία της ποιητικής του, είναι σύμφυτα και στα λυρικά ποιήματά του, αυτό σημαίνει ότι σήμερα διαβάζουμε, ανθολογούμε και αποτιμούμε τον Παλαμά ως ποιητή διαφορετικό από αυτό που ουσιαστικά ήταν και είναι. Με άλλα λόγια, επικεντρώνοντας την προσοχή μας στον ελάσσονα παλαμικό λυρισμό και στον πυρήνα του, τη “Φοινικιά”, εμμέσως επιλέγουμε να διαβάζουμε τον Παλαμά ως καθαρά λυρικό, με άλλα λόγια ως νοσταλγικό, εσωστρεφή, θρηνητικό και πεσιμιστή ποιητή, παραβλέποντας ή και αφαιρώντας έτσι τα γνωρίσματα του θριαμβικού, του ραψωδικού και του “μεγάλου” ποιητή, γνωρίσματα που –το επαναλαμβάνω– διαχέονται σε ολόκληρο το ποιητικό έργο του και ενυπάρχουν οργανικά και στα λυρικά ποιήματά του».[xii]

Το ότι σημερινή ποίηση αναπτύσσεται σχεδόν αποκλειστικά στο έδαφος ενός χαμηλότονου λυρισμού, αντλώντας τα θέματά της από περιστατικά του ιδιωτικού κυρίως βίου, ενόσω σε απόλυτη συστοιχία μεγάλο μέρος της σύγχρονης τεχνοκριτικής επιμένει να την ταυτίζει ανυπερθέτως με τη χαμηλή φωνή λέει, νομίζω, πολύ περισσότερα για τον χαρακτήρα της εποχής μας παρά για το ήθος και την ουσία της υψιπετούς ποίησης αυτής καθ’ αυτήν. Ο ευρύτατα διαδεδομένος σκεπτικισμός και η συνακόλουθη σχετικοκρατία καλλιεργούν την καχυποψία έναντι κάθε διατύπωσης που εκφράζει ρητά ή και υπόρρητα μιαν εδραία πίστη. Η ριζική πάλι αμφιβολία για την ίδια την αξία και τις δυνατότητες του ποιητικού λόγου να αρθρώσει κάτι το ουσιαστικό τόσο για την ανθρώπινη συνθήκη διαχρονικά όσο και για τον νέον ανθρωπολογικό τύπο που κυοφορούν οι καιροί μας δύσκολα εναρμονίζεται με ένα ποιητικό λόγο που δείχνει σίγουρος για τον εαυτό του και αξιώνει να διαδραματίσει βαρύνοντα ρόλο στη δημόσια συζήτηση. Όταν η σχετικοκρατία αποκρυσταλλώνεται σε ιδεολογικό ή αισθητικό δόγμα φτάνει μέχρι την άρνηση κάθε ποιητικότητας σε οποιονδήποτε λόγο δεν συμμορφώνεται με τις επιταγές της. Ο δυναμισμός ταυτίζεται άκριτα με τον στόμφο και η αυτοπεποίθηση με την αφέλεια. Κάθε μεγάλη ποιητική πράξη εξισώνεται με τον θεατρινισμό και η μακρά πνοή με την απεραντολογία. Κάτι τέτοιο συνέβη εν ολίγοις και με τα επικολυρικά έργα του Παλαμά κατά τις πρόσφατες δεκαετίες.

Την αντίληψη αυτή έρχεται να ανασκευάσει αποφασιστικά και κυρίως εμπράκτως, μαζί με δυο τρεις άλλες –σποραδικές ακόμη– κριτικές γραφίδες, και η σύγχρονη ανθολόγηση του παλαμικού έργου από τον Κ. Χατζηαντωνίου.

~ . ~

Τι νέο κομίζει λοιπόν στην παλαμική –και όχι μόνον– υπόθεση η καινούργια ανθολογία που μόλις κυκλοφόρησε; Πολλά και καλά είναι η άμεση απάντηση και μάλιστα για πολλούς, γεγονός που υπό τις παρούσες συνθήκες κρίνεται εξίσου σημαντικό. Τους πολλούς πρέπει να ξανακερδίσει η ποίηση, αν στα χρόνια που έρχονται φιλοδοξεί να αναβιώσει ως τέχνη ζωτική και όχι απλώς να επιβιώσει ως ενασχόληση του περιθωρίου. Κι αυτό μπορεί να συμβεί μόνο διά της γοητείας και της εμβρίθειας. Κάθε βιβλίο ποιητικό, όπως το υπό συζήτηση, που συναιρεί τα δύο αυτά στοιχεία βάζει ένα διόλου ευκαταφρόνητο λίθο προς αυτή την κατεύθυνση.

Η νέα παλαμική ανθολογία δεν απευθύνεται στους επαΐοντες, στους ειδικού ενδιαφέροντος αναγνώστες, ακαδημαϊκούς ή ποιητές και λογοτέχνες. Στοχεύει πρωτίστως στην εξοικείωση ενός ευρύτερου αλλά απαιτητικού κοινού με μια απολύτως κορυφαία πνευματική φυσιογνωμία των γραμμάτων μας που εντούτοις παραμένει ακόμα και σήμερα –και μάλλον περισσότερο σήμερα– «ο μεγάλος άγνωστος των ελληνικών γραμμάτων» κατά τη γνωστή φράση του Αιμίλιου Χουρμούζιου.[xiii]

Η ανθολογία Χατζηαντωνίου βρίσκεται, θα έλεγε κανείς, στο τρίστρατο όπου συναντώνται οι τρεις μνημονευθείσες ανθολογίες, αποτελώντας κατά κάποιον τρόπο τη χρυσή τομή τους. Όμως –και αυτό πρέπει να τονιστεί– η τομή ετούτη δεν είναι το αναιμικό προϊόν συμβιβασμών και της τήρησης ίσων αποστάσεων αλλά το ακριβώς αντίθετο: το αιματώδες και άκρως κρίσιμο σημείο μιας έμφρονος τόλμης, γεμάτης γνώση και ευθυκρισία. Πρόκειται για το απότοκο μιας ματιάς οπωσδήποτε προσωπικής αλλά όχι αυθαίρετης, που πατά τόσο στη βαθιά γνώση του ανθολογούμενου έργου όσο και στην βέβαιη επίγνωση της τρέχουσας πνευματικής ατμόσφαιρας εντός της οποίας έρχεται να το προτείνει.

Συμπαγέστερη από την ανθολογία Κατσίμπαλη-Καραντώνη και πληρέστερη από την ανθολογία Λάγιου, χωρίς να υποκύπτει στον πειρασμό της ανάδειξης δύο τριών λαμπερών στίχων από πληθώρα ποιημάτων όπως η ανθολογία Κασίνη, η ανθολογία Χατζηαντωνίου συνδυάζει επιτυχώς τα κριτήρια της αντιπροσωπευτικότητας και της ποιότητας,[xiv] χωρίς να χάνει στιγμή από τα μάτια της το σχεδόν δυσανεκτικό έναντι της παλαμικής ποίησης αναγνωστικό παρόν. Πρόκειται δηλαδή για μια εργασία πλήρως συγχρονισμένη με την τρέχουσα αναγνωστική πραγματικότητα.

Ο ανθολόγος ξέρει καλά ότι σήμερα, για πολλούς και διαφόρους λόγους, δεν είναι λίγοι αυτοί που δεν είχαν την ευκαιρία να διαβάσουν ούτε μισό στίχο του Παλαμά. Ότι και από αυτούς που κάπως τον έχουν διαβάσει οι περισσότεροι τον θεωρούν λογοτέχνη μουσειακό, γερασμένη μορφή ενός καιρού αλλοτινού που τίποτα δεν έχει να πει στον δικό μας. Ξέρει επίσης ότι η εποχή δουλεύει ποιητικά σε άλλο ύφος και κυρίως με άλλο ήθος. «Άλλες είναι οι διαστάσεις της ποιητικής ψυχής στις μέρες μας»,[xv] ειδοποιεί στην περιεκτική αλλά γλαφυρή του γλώσσα. Γνωρίζει ακόμα πόσο αρνητική είναι η περιρρέουσα ατμόσφαιρα για κάθε έργο πολύστιχο και πόσο πολύ ξενίζει ποιητές και αναγνώστες ο υψηλός τόνος.

Έτσι λοιπόν, προκειμένου να παράσχει μια ανθολογία που θα μπορέσει κατ’ αρχάς να κινήσει το ενδιαφέρον, δυνάμενη να λειτουργήσει ως πόλος έλξης για το έργο του Παλαμά, ο Κ. Χατζηαντωνίου περιστέλλει αποφασιστικά τον όγκο της. Ανθολογεί 163 ποιήματα και αυτοτελή ποιητικά αποσπάσματα έναντι των 210 της ανθολογίας Κατσίμπαλη-Καραντώνη και των άνω των 500 της ανθολογίας Κασίνη. Εντούτοις δεν αλλοιώνει τον χαρακτήρα του ανθολογούμενου έργου υπερτονίζοντας μονομερώς ορισμένες του όψεις και αποσιωπώντας άλλες. Δίνει απλόχερα το βήμα τόσο στον λυρικό όσο και στον επικό ποιητή. Στον βάρδο Παλαμά, στον ποιητή πολίτη και οπλίτη, αφιερώνει σημαντικό μέρος της ανθολογίας του. Μαζί με άλλα υψηλότονα αλλά βραχύσωμα ή μεσαίας έκτασης ποιήματα (π.χ., Ο γκρεμιστής, Ο Ασκραίος, Οι λύκοι), αφιερώνει περί τις 120 σελίδες σε εκλεκτές περικοπές του Δωδεκάλογου και της Φλογέρας από τις περίπου 420 της ανθολογίας του, δηλαδή κάτι περισσότερο από το ένα τέταρτο της συνολικής της έκτασης. Είναι αυτά ακριβώς τα έργα για τα οποία ο Ηλίας Λάγιος έγραψε πως σήμερα δεν διαβάζονται «ούτε με σφαίρες».[xvi] Ο Κ. Χατζηαντωνίου αραιώνει τον ποιητικό οίνο με καθαρό και γάργαρο νερό – όσο ακριβώς χρειάζεται για να διατηρήσει την ηδύτητά του χωρίς να χάσει την αψάδα του.

Palamas

Στην ερώτηση «αν ο Παλαμάς ζει και βασιλεύει», όπως παραστατικά τη διατύπωσε ο Γιώργος Σεφέρης στη συγκινησιακά φορτισμένη ομιλία που εκφώνησε την επαύριον της τελευτής του Παλαμά,[xvii] η απάντηση του Κ. Χατζηαντωνίου δεν είναι τίποτα λιγότερο από μια γενναία κατάφαση. Ένα απερίφραστο, καθαρό και βροντώδες «ναι». Εδώ δεν υπάρχουν κανενός είδους μισόλογα και ανυπόφορα «ναι μεν, αλλά» . Ο Παλαμάς, λέει και πρωτίστως δείχνει ο ανθολόγος του, δεν ζει υπό όρους, ούτε επιβιώνει μερικώς ή κατ’ επιλογήν. Πολύ περισσότερο, ο Παλαμάς δεν έχει ανάγκη τη φιλολογική ή αναγνωστική συγκατάβασή μας. Δεν ψευτοζεί ο λυρικός Παλαμάς πάνω από τη σορό του επικού Παλαμά, ούτε φύεται αποκαρδιωτικά μόνη η Φοινικιά μαζί με κάποια μικρά λυρικά του ποιήματά εν μέσω των ερειπίων του Γύφτου και της Φλογέρας. Ο Παλαμάς ζει ολόκληρος και μυριοϋπόστατος, ακερμάτιστος και πλήρης, πυκνός και πλατύς μαζί. Με τα λόγια του Κ. Χατζηαντωνίου από την εξαίρετη εισαγωγή του, «ο Παλαμάς φανέρωσε την ποίηση ως καθολική δυνατότητα ζωής».[xviii]

Μολονότι ο βαθιά παιδευτικός χαρακτήρας της κριτικής και της ανθολόγησης έχει περάσει σήμερα σε τρίτη και τέταρτη μοίρα, εμμένουμε και θα εμμένουμε σε αυτόν.  Κριτικός και ανθολόγος είναι παντού και πάντοτε πρωτίστως οδηγοί, είναι αυτοί που θα βοηθήσουν τον αναγνώστη με τις αναλύσεις και τις εκλογές τους να προσεγγίσει το εκάστοτε έργο με κάποια ασφάλεια. Είναι αυτοί που προσπαθούν να αναδείξουν το ουσιώδες, ανοίγοντας και φωτίζοντας τον δρόμο προς αυτό, και παράλληλα προφυλάσσουν από κακοτοπιές και ανώφελα λοξοδρομίσματα. Είναι ακόμη αυτοί –πράγμα για το οποίο σπανίως κάνουμε λόγο– που θα καλλιεργήσουν μεθοδικά και συστηματικά την αγάπη προς το έργο και πρωτίστως προς την ίδια την ποίηση· όχι όμως μιαν αγάπη ανεδαφική και μετέωρη αλλά εκείνη που εδράζεται στα πράγματα, στο ίδιο το έργο ως απτή και αναντίρρητη αντικειμενική πραγματικότητα.

Κατά συνέπεια, ένας ανθολόγος που διαρκώς αμφιβάλλει, που μονίμως παλινωδεί, που στέκεται αθεράπευτα αμφίθυμος απέναντι στο έργο που καλείται να ανθολογήσει είναι αν μη τι άλλο κακός οδηγός. Τέτοιοι συνήθως είναι όσοι δεν έχουν αναπτύξει επαρκώς εσωτερική σχέση με το έργο που ανθολογούν ή που ασκούν υπερβολική βία πάνω του, αυτοί που υπερερμηνεύουν ή παραθεωρούν αδικαιολογήτως. Είναι επίσης εκείνοι που έρχονται εκ των υστέρων, οχυρωμένοι πίσω από τα αισθητικά δόγματα του καιρού τους, ακόμη και για να κάνουν μάθημα στον ποιητή, αυτοί που αυτάρεσκα του κουνούν το δάχτυλο.

Σε ευθεία αντίθεση με την πλειονότητα των συγχρόνων λογοτεχνών, ο Κ. Χατζηαντωνίου δεν νιώθει την παραμικρή αμηχανία μπροστά στο παλαμικό έργο, το οποίο, όπως άλλωστε και άλλη παλαιότερη εργασία του μαρτυρεί, γνωρίζει σε βάθος.[xix] Δεν στέκει δίβουλος απέναντί του ούτε διακατέχεται από κανένα «άγχος εκσυγχρονισμού και επικαιροποίησης της ποιητικής του γλώσσας. Το αποδέχεται ως όλον και ως όλον το προτείνει, γνωρίζοντας πως ο αληθινά διαχρονικός συγγραφέας μπορεί να φαντάζει ανεπίκαιρος ή και παρωχημένος όποτε οι καιροί αδυνατούν να αναμετρηθούν στα ίσα με το πνευματικό του ανάστημα.

Εξ όνυχος τον λέοντα. Σε αυτή τη φράση μπορεί να συνοψισθεί η οδηγητική αρχή που διέπει την ανθολογική εργασία του Κ. Χατζηαντωνίου και την καθιστά τόσο επιτυχή, δηλαδή αντιπροσωπευτική και γοητευτική συνάμα. Αρκεί βέβαια ο λέων να είναι λέων, όπως εν προκειμένω ισχύει, και το νύχι να είναι νύχι – όχι παρωνυχίδα– όπως ευτυχώς συμβαίνει. Το σώμα της παλαμικής ποίησης δεν ψηλαφάται ως μνημείο παλαιικό και θρυμματισμένο, ως έκθεμα ανασυρμένο από τις αραχνιασμένες αποθήκες ενός φανταστικού λογοτεχνικού μουσείου, αλλά ως σάρκα αιμάτινη και κρουστή, ως κάτι ακόμα ολοζώντανο που –σε πείσμα της λαθροβίωσης στην οποία τόσο απερίσκεπτα καταδικάστηκε– έχει και θέση και ρόλο να διαδραματίσει μέσα στη σύγχρονη ζωή. Κοντά στον ελεγειακό τραγουδιστή ο στεντόρειος ραψωδός και δίπλα στον ραψωδό ο σατιριστής, ο πατριδολάτρης και ο ριζοσπάστης, ο μεταφυσικός και ο αντιμεταφυσικός, ο χοϊκός και ο μυστικιστής, ο λάγνος και ο σεραφικός, όλοι οι ποιητές που συνέθεταν αυτή τη συγκλονιστική συγγραφική προσωπικότητα, την πληθωρικότερη που γνώρισαν ποτέ τα γράμματά μας καθ’ όλη τη μακραίωνη ιστορία τους, αφήνουν τα ίχνη τους στα ποιήματα που ανθολογούνται.

Ακόμη κι αν η εν λόγω ανθολογία ταυτιζόταν με τα παλαμικά άπαντα, θα αρκούσε από μόνη της για να περιληφθεί ο Παλαμάς στους κορυφαίους του νεοελληνικού Παρνασσού, κάτι που αποτελεί αναμφισβήτητα μία από τις μεγάλες αρετές της. Ξέρουμε βέβαια ότι τούτη δεν συνιστά παρά την κορυφή του παγόβουνου. Χάρη στη μέριμνα του ανθολόγου ωστόσο μπορούμε να υποψιαστούμε τον γιγάντιο όγκο κάτω από τις καλοαρμοσμένες ποιητικές ψηφίδες που συνθέτουν την επιφάνεια των τετρακοσίων και πλέον σελίδων της.

Κλείνοντας, δυο λόγια και για ορισμένα μορφολογικά στοιχεία της έκδοσης. Όλως αξιέπαινη η επιλογή των επιμελητών και του ανθολόγου να μην στοιβαχθούν όπως όπως χάριν εξοικονόμησης σελίδων τα ποιήματα, αλλά να τους δοθεί ο χώρος να ανασάνουν. Κάθε ποίημα –με τη λογική εξαίρεση των τετραστίχων από τον Κύκλο των τεστραστίχων και τις Νύχτες του Φήμιου– τυπώνεται σε ξεχωριστή σελίδα, πρακτική διόλου αυτονόητη σήμερα προκειμένου για ανθολογίες ή ακόμη και για άπαντα ποιητών. Τα ποιήματα παρουσιάζονται κατά τη χρονολογική σειρά της πρώτης τους ένταξης σε συλλογές, ενώ οι συλλογές διακρίνονται η μία από την άλλη διά της παρεμβολής ενός δισέλιδου. Οι κεφαλίδες σημαίνουν τα ποιητικά βιβλία από τα οποία αντλείται κάθε ποίημα ή ποιητικό απόσπασμα. Εν ολίγοις, τηρήθηκε η μορφή που προκρίθηκε και στα ποιητικά άπαντα ενός άλλου σπουδαίου ποιητή και κριτικού του Κώστα Βάρναλη,  που κυκλοφορήθηκαν από τον ίδιο εκδοτικό οίκο. Δίνεται λοιπόν η ευκαιρία στον αναγνώστη να προσεγγίσει την ανθολογία όχι ως επιτομή βαρύτιμων απάντων αλλά ως μια εκτενή και πολυσυλλεκτική ποιητική συλλογή, πράγμα που λειτουργεί άκρως ενθαρρυντικά για την ανάγνωση.

Ο Κ. Χατζηαντωνίου αναδεικνύεται στον γεφυροποιό που συνδέει το ποιητικό μας παρόν με τη διαχρονική αξία που ακούει στο όνομα Παλαμάς και η ανθολογία του στη σεμνή και ωραία πύλη μέσα από την οποία ο αναγνώστης μπορεί να οδηγηθεί σε μια συστηματικότερη γνωριμία με την παλαμική ποίηση.

Η εν λόγω ανθολογία αποτελεί μια ολοκληρωμένη και άκρως υπεύθυνη απάντηση στα ανθολογικά προβλήματα που θέτει ένα έργο τόσο ογκώδες, θεματογραφικά και ειδολογικά πλούσιο, και επιπλέον μια απάντηση σύγχρονη, ικανή να εξυπηρετήσει τόσο τις τρέχουσες αναγνωστικές μας ανάγκες όσο και αυτές των προσεχών δεκαετιών. Είναι ένας πρώτος σταθμός, ένα ορμητήριο ακόμα, απ’ όπου μπορεί να εκκινήσει η εξερεύνηση της παλαμικής ενδοχώρας και παράλληλα ένας αξιόπιστος χάρτης και μια προσεκτικά καμωμένη πυξίδα. Το πόσοι, ποιοι και με τι αποτελέσματα θα επιδοθούν στο εγγύς και μεσοπρόθεσμο μέλλον σε αυτή την πνευματική περιπέτεια μένει να δειχθεί. Όμως αυτό είναι μια άλλη ιστορία. Οι λιγοστοί παλαμιστές έχουν κάθε λόγο να χαιρετίσουν την προσπάθεια και το αποτέλεσμά της. Οι υπόλοιποι αναγνώστες δεν μπορούμε παρά να είμαστε ευγνώμονες για την απόκτηση ενός νέου και «αθλητικού» Παλαμά, ευλύγιστου και ευκίνητου, που μπορεί να μας οδηγήσει μέσω της υψηλής διανοητικής απόλαυσης που χαρίζει η ανάγνωσή του και στον άλλον Παλαμά – τον μέγα.

ΘΕΟΔΟΣΗΣ ΒΟΛΚΩΦ

 ______________________________________

[i] Από τους ποιητές που τυχαίνει να έχω υπ’ όψιν μου σχετικά τους κείμενα και στα οποία εξετάζονται συστηματικότερα όψεις του παλαμικού έργου αναφέρω ενδεικτικά τους Νάσο Βαγενά, Διονύση Καψάλη, Ηλία Λάγιο και Παντελή Μπουκάλα από τους παλαιότερους, και Γιώργο Βαρθαλίτη, Δημήτρη Κοσμόπουλο, Κώστα Κουτσουρέλη και Μάνο Τασάκο από τους νεότερους, καθώς και τον νεότατο ποιητή Θάνο Γιαννούδη.

[ii] Χαρακτηριστικό είναι το προ δεκαπενταετίας αφιερωματικό ένθετο της εφημερίδας Ελευθεροτυπία, όπου κείμενα για τον Παλαμά υπογράφουν ορισμένοι εκ των πλέον προβεβλημένων Ελλήνων λογοτεχνών των τελευταίων χρόνων. Βλ. Βιβλιοθήκη, τχ. 278, Ελευθεροτυπία, 24/10/2003.

[iii] Κωνσταντίνος Τσάτσος, Παλαμάς, Βιβλιοπωλείον της «Εστίας», 1949.

[iv] Η κυριότερη εργασία όσον αφορά στην κριτική πρόσληψη του Παλαμά κατά τις τελευταίες δεκαετίες είναι ασφαλώς η εκτενής μονογραφία του Ευριπίδη Γαραντούδη, όπου τεκμηριώνονται φιλολογικά και σχεδόν εξαντλητικά η παρουσία του παλαμικού έργου ως αντικειμένου ακαδημαϊκών μελετημάτων από τη μια και η ισχνότητα του διαλόγου με τους σύγχρονους ποιητές και λογοτέχνες από την άλλη. Βλ. Ευριπίδης Γαραντούδης, Ο Παλαμάς από τη σημερινή σκοπιά, Καστανιώτης, 2003.

[v] Βλ. Κώστας Κουτσουρέλης, «Ανθολογώντας τον Παλαμά, Νέα Εστία, τχ. 1878, Σεπτ. 2018, σ. 536.

[vi] Δεν γνωρίζω άλλον φιλόλογο που να έχει εργαστεί με περισσότερη συνέπεια, επιμονή και –ας μην φοβηθούμε τη λέξη– αγάπη πάνω στο έργο του Παλαμά κατά τις τελευταίες δεκαετίες. Εκτός από την εν λόγω ανθολογία, την οποία συνοδεύει εκτενέστατο μελέτημα 120 σελίδων περίπου, δηλαδή ούτε λίγο ούτε πολύ ένα ολόκληρο βιβλίο μέσα στο βιβλίο, αναφέρω ενδεικτικά τους τέσσερις τόμους της αλληλογραφίας του Παλαμά, τους τρεις τόμους με άρθρα και χρονονογραφήματά του, την κριτική έκδοση της Φλογέρας του βασιλιά και φυσικά τον πρώτο τόμο της κριτικής έκδοσης των Απάντων του Παλαμά που επιτέλους κυκλοφόρησε, εργασίες που δεν θα είχαν δει το φως της δημοσιότητας χωρίς τη μέριμνα και την επιμέλεια του Κ.Γ. Κασίνη. Ειδικά όσον αφορά την ανθολογία, το μόνο που θα είχε ίσως να παρατηρήσει κανείς σε μια κατά τα λοιπά εξόχως προσεγμένη και πολύτιμη φιλολογική εργασία είναι –όπως εξάλλου δηλώνεται ρητά από τον ίδιο τον ανθολόγο– η στρατηγική επιλογή της απομόνωσης σε αρκετές περιπτώσεις δύο, τριών ή και ενός μόνο στίχου από πολύστιχα ή και ολιγόστιχα ακόμη ποιήματα. Καθ’ όλα σεβαστή η απόφαση και κατανοητές οι προθέσεις. Ο Κ.Γ. Κασίνης αναζητά προγραμματικά και συστηματικά τις λυρικές αποκορυφώσεις, τις στιγμές της απόλυτης λυρικής πύκνωσης· και από αυτές στο έργο του Παλαμά –και σε αντίθεση με τα κοινώς παραδεδεγμένα και τις εμπεδωμένες προκαταλήψεις– υπάρχουν όντως πάμπολλες. Όμως έχω την αίσθηση ότι αντιμετωπίζοντας έως ένα βαθμό τον Παλαμά ως οιονεί αφορισματογράφο ή ακόμη και ως αισθητή ποιητή ή ως «Σολωμό που ξαστοχεί» ελλοχεύει ο κίνδυνος ιδίως ο αμύητος αναγνώστης, αυτός δηλαδή που δεν έχει διαβάσει ποτέ του Παλαμά, και τέτοιος είναι σήμερα ως επί το πολύ ακόμη και ο συστηματικός αναγνώστης της ποίησης, να σχηματίσει κατά περιπτώσεις εσφαλμένες εντυπώσεις. Παρόμοιες επιφυλάξεις έχει διατυπώσει παλαιότερα σε άρθρο του ο Παντελής Μπουκάλας παρουσιάζοντας την ανθολογία στο κοινό της Καθημερινής. Βλ. Παντελής Μπουκάλας, «Νέα ανθολογία του Κωστή Παλαμά», Η Καθημερινή, 18/1/2005. http://www.kathimerini.gr/206505/article/politismos/arxeio-politismoy/nea-an8ologia-toy-kwsth-palama. Τελευταία ανάκτηση: 3/12/2018.

[vii] Η θεματική ανθολογία του καθηγητή Παντελή Βουτουρή που μόλις κυκλοφόρησε, καθώς επικεντρώνεται αυστηρά στον ερωτόληπτο και ερωτογράφο Παλαμά, δεν θα αποτελέσει αντικείμενο συζήτησης στο παρόν. Σε αυτήν ανθολογούνται 133 ποιήματα και ποιητικά αποσπάσματα, ενώ του ανθολογημένου σώματος προτάσσεται εκτενές εισαγωγικό μελέτημα. Βλ. Ο ερωτικός Παλαμάς, εισαγωγή-ανθολόγηση-σχόλια Παντελής Βουτουρής, Μελάνι, 2018.

[viii] Βλ. Κώστας Κουτσουρέλης, ό.π.

[ix] Βλ. Κώστας Κουτσουρέλης, ό.π.

[x] Βλ. Διονύσης Καψάλης, «Ο “ελάσσων” Παλαμάς» και «Τραγούδι αφάνταστο», Τα μέτρα και τα σταθμά, Άγρα, 1998 σσ. 67-88.

[xi] Βλ. Αφιέρωμα στον Κωστή Παλαμά, Βιβλιοθήκη, τχ. 278, Ελευθεροτυπία, 24/10/2003.

[xii] Βλ. Ευριπίδης Γαραντούδης, «Τι υπάρχει πάνω και γύρω από την παλαμική “Φοινικιά”;», Ποιητική, τχ. 13, σσ. 115-127.

[xiii] Αιμίλιος Χουρμούζιος, Ο Παλαμάς και η εποχή του, Εκδόσεις «Διόνυσος» Γεωργ. Νασιώτη, 1974, τόμ. 1, σ. 11.

[xiv] Δύο από τα βασικά κριτήρια του ανθολογείν όπως επισημαίνει μετ’ επιτάσεως και στην εισαγωγή της ανθολογίας του ο Κ.Γ. Κασίνης. Βλ. Ανθολογία Κωστή Παλαμά, εισαγωγή-επιλογή Κ.Γ. Κασίνης, Πατάκης, 2004.

[xv] Βλ. Ανθολογία Κωστή Παλαμά, ανθολόγηση-πρόλογος Κώστας Χατζηαντωνίου, Κέδρος, 2018, σ. 9.

[xvi] Κωστής Παλαμάς, Κ’ έχω από σας μια δόξα να ζητήσω, επιμέλεια-ανθολόγηση Ηλίας Λάγιος, Ερμής, 2001, σ. 18.

[xvii] Γιώργος Σεφέρης, «Κωστής Παλαμάς», Δοκιμές τόμ.1, Ίκαρος, 1981, σ. 214.

[xviii] Βλ. Ανθολογία Κωστή Παλαμά, ανθολόγηση-πρόλογος Κώστας Χατζηαντωνίου, Κέδρος, 2018, σ. 10.

[xix] Αναφέρομαι στα λαμπρά «Προλεγόμενα» των Λύκων, ένα από τα σημαντικότερα κείμενα της πιο πρόσφατης παλαμικής βιβλιογραφίας, υπόδειγμα εμβρίθειας και πνευματικής τιμιότητας. Βλ. Κωστής Παλαμάς, Οι λύκοι, προλ. Κώστας Χατζηαντωνίου, Ιδεόγραμμα, 2011, σ. 7-25.

Το μίσος για τον ξένο ως φιλοσοφία

mavres diathikes

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΠΙΝΑΚΟΥΛΑ

Στο νέο του ωραίο βιβλίο με τίτλο Μαύρες διαθήκες (Κίχλη 2018), ο Νικήτας Σινιόσογλου συνεχίζει, από πολλές απόψεις, αυτό που ξεκίνησε με το προηγούμενο βιβλίο του, τον Αλλόκοτο ελληνισμό (Κίχλη 2016). Όπως εκείνο, έτσι κι ετούτο το βιβλίο είναι δοκιμιακό. Όπως εκείνο, έτσι κι ετούτο μελετά τα όρια της γραφής και των ιδεών. Όπως εκείνο, έτσι κι ετούτο είναι αξιοθαύμαστο για τον πλούτο της γνώσης και την ομορφιά της γλωσσικής έκφρασης. Αντίθετα όμως με τον Αλλόκοτο ελληνισμό, οι Μαύρες διαθήκες δεν ασχολούνται με τη σκέψη ανθρώπων παράταιρων κι αποδιωγμένων. Ή, τέλος πάντων, οι ήρωες του παρόντος βιβλίου δεν ήταν πάντα έξω απ’ τη δημόσια ζωή, κυνηγημένοι απ’ την ακαδημαϊκή κοινότητα κι αποκλεισμένοι απ’ τον εκδοτικό χώρο. Για μια μεγάλη περίοδο της ζωής τους υπήρξαν διαμορφωτές του κοινού αισθήματος και του πνεύματος της εποχής. Κι αυτή η διαμορφωτική επιρροή δεν αξιοποιήθηκε προς μια κατεύθυνση θετική και ευεργετική. Το ακριβώς αντίθετο. Οι δύο ήρωες των Μαύρων διαθηκών υποστήριξαν σκόπιμα κι αποφασιστικά τον πόλεμο, το σκοτεινό πάθος, την εξόντωση των εχθρών τους. Ηγήθηκαν της ευρωπαϊκής διανόησης στην πιο μαύρη σελίδα της ιστορίας της. Και δε μετάνιωσαν ποτέ.

Ο Μάρτιν Χάιντεγκερ κι ο Καρλ Σμιτ, γιατί αυτοί είναι οι δύο διαβόητοι στοχαστές στους οποίους αφιερώνει ο Σινιόσογλου τις Μαύρες διαθήκες, βρέθηκαν στο περιθώριο μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και την πτώση του ναζισμού. Θα ’λεγε κανείς πως ίσως στάθηκαν και τυχεροί. Οι διώκτες τους δεν μπόρεσαν να στοιχειοθετήσουν κάποια νομική κατηγορία εναντίον τους, και το μόνο που κατάφεραν ήταν να τους αποκλείσουν εφ’ όρου ζωής απ’ το πανεπιστήμιο, να τους στερήσουν δηλαδή το δικαίωμα να διδάσκουν και να διακηρύσσουν δημόσια τις ιδέες τους. Γιατί, σε αντίθεση μ’ εκείνους, οι διώκτες τους ήταν φιλελεύθεροι, και δεν εκμεταλλεύτηκαν τη νίκη τους και την υπέρτερη θέση στην οποία τους έφερε η ιστορία, για να εκδικηθούν τους δύο ιδεολογικούς τους αντιπάλους. Είναι βέβαιο πως αν τα πράγματα είχαν εξελιχτεί διαφορετικά, αν οι Σμιτ και Χάιντεγκερ είχαν τη δυνατότητα να εξοντώσουν κάποιους φιλελεύθερους στοχαστές, θα το είχαν κάνει, χωρίς δεύτερη σκέψη. Κατ’ αυτούς, έτσι λειτουργεί ο κόσμος: με κριτήριο τους φίλους και τους εχθρούς.

carl_schmittΠιο θανάσιμο όμως απ’ το μίσος τους προς τον φιλελευθερισμό είναι το μίσος που έτρεφαν οι δύο διανοητές προς την ξενότητα και την περιπλάνηση. Όπως εξηγεί ο Σινιόσογλου, ο Σμιτ κι ο Χάιντεγκερ δεν ήταν αντισημίτες με τη στενή, φυλετική έννοια του όρου, όπως ήταν οι Ναζί. Αυτό που περισσότερο τους εξαγρίωνε ήταν ο εξεβραϊσμός της σκέψης, των πολιτικών και κοινωνικών θεσμών, του νομικού πολιτισμού. Γι’ αυτούς η εβραϊκότητα ήταν ένα μικρόβιο, που προσέβαλε τον οργανισμό της Ευρώπης στην αυγή των Νέων Χρόνων, και το οποίο έπρεπε να εξοντωθεί πάση θυσία και όσο το δυνατόν γρηγορότερα, ώστε να σωθεί ο μεγάλος ασθενής. Για τον Σμιτ και τον Χάιντεγκερ, οι Εβραίοι, ο φιλελευθερισμός, η περιπλάνηση και η Νεωτερικότητα είναι μέρη του ίδιου προβλήματος. Οι Εβραίοι, και οι πλάνητες γενικά, στερούνται τη βασική ανθρώπινη ιδιότητα: τη σύνδεση μ’ έναν σταθερό τόπο.

Ο Χάιντεγκερ ανάγει σε γνώμονα κάθε υπαρξιακής στάσης τον τόπο όπου κανείς γεννιέται και ορίζεται (Bodenständigkeit), καταλήγοντας στη θεωρία περί «αίματος και εδάφους» (Blut und Boden). […] ένας Σλάβος δεν μπορεί να συνδεθεί με τη Γερμανία όπως το κάνει ένας Γερμανός, κι ένας ανέστιος Γερμανοεβραίος δεν θα σχετιστεί ποτέ με τη γερμανική γη με τον τρόπο, για παράδειγμα, που τη νιώθει ο Χέλντερλιν στο ποίημα «Germanien». Άλλωστε, ένα χαρακτηριστικό του νομάδα, σημειώνει ο Χάιντεγκερ με νόημα, είναι πως όχι μόνον περιπλανιέται από έρημο σε έρημο, αλλά και πως, κι όταν ακόμη βρίσκει έδαφος εύφορο, πάλι το εγκαταλείπει αργά ή γρήγορα. Οι νομάδες είναι καθ’ έξιν και καταγωγικά ανέστιοι. Όπως οι πλάνητες, παρασιτούν στον ξενιστή και τον απομυζούν.[1]

Αυτή η νομαδικότητα κι η ανεστιότητα των Εβραίων οδηγεί στην υπονόμευση της ισχύος του νόμου. Χωρίς σταθερή κατοίκηση, ακόμα και ο νόμος γίνεται ρευστός.

Ο Εβραίος συνιστά απειλή, επειδή είναι ανέστιος και πλάνης, ο τύπος του ανθρώπου που εμφιλοχωρεί στις παραδόσεις των λαών και αφομοιώνεται χωρίς ποτέ να εντάσσεται πλήρως πουθενά. Στην ιδέα αυτή θεμελιώνεται ο αντισημιτισμός του Χάιντεγκερ και του Σμιτ.

Οι Εβραίοι δεν διαθέτουν γη ή κράτος, μόνον νόμο, λέει ο Σμιτ. Είναι οι μόνοι που μιλούν για δίκαιο εκτός τόπου (Ortung) και παραδομένης τάξης (Ordnung). […] ο νόμος κατήντησε γραπτή νομοθεσία, απρόσωπος και ανίσχυρος […] Ο νόμος δεν είναι πια βασιλιάς, αλλά έπεα πτερόεντα.[2]

Ο Μάρτιν Χάιντεγκερ και ο Καρλ Σμιτ λοιπόν, δύο απ’ τους μεγαλύτερους στοχαστές του τρομερού αιώνα που μόλις αφήσαμε πίσω μας, θεμελίωσαν φιλοσοφικά τον σκληρό εθνικισμό. Ο εθνικισμός, μια νεωτερική ιδεολογία που γινόταν όλο και σκληρότερη κατά τον 19ο και τον 20ό αιώνα, βρήκε στα πρόσωπά τους δύο διαπρύσιους κήρυκες. Και η φιλοσοφική μέριμνα για τον ξένο, την ξενιτεία και τη φιλοξενία βρήκε δύο δολοφονικούς εχθρούς. Ο Χάιντεγκερ και ο Σμιτ ύμνησαν τη γη και το αίμα, και καταδίκασαν τον ξεριζωμένο, εκείνον τον άνθρωπο που η ύπαρξή του δεν ορίζεται από έναν τόπο.

martin-heidegger-2

Το πρόβλημα του ξένου ανάγεται στις απαρχές της ιουδαιοχριστιανικής σκέψης. Είναι το πρόβλημα της ξενότητας, της άρριζης ανθρωπότητας. Είναι το σκάνδαλο του ανθρώπου που δεν έχει γεννηθεί εδώ, δε ζει στη γη των προγόνων του και δεν είναι «δικός μας».

Όπως δείχνει ο Ρίτσαρντ Σέννετ στο εξαίρετο δοκίμιό του «Ο ξένος»[3], το πρόβλημα του ξένου εντάθηκε κατά τον 19ο αιώνα. Απ’ τα μέσα περίπου του αιώνα, συγκεκριμένα απ’ την Επανάσταση του 1848 και μετά, ο εθνικισμός παίρνει μια νέα μορφή, την οποία ο σπουδαίος Αμερικανός κοινωνιολόγος χαρακτηρίζει ανθρωπολογική. Σε αντίθεση με τον παλιότερο, πολιτικό εθνικισμό, ο νέος εθνικισμός είναι βαθύτερος και πιο άκαμπτος. Ο νέος εθνικισμός είναι μια νέα εκδοχή συλλογικής ταυτότητας. Το έθνος γίνεται τώρα έθος: το έθιμο κυριαρχεί, γίνεται ιερό, και είναι σχεδόν έγκλημα πλέον να θίγει κανείς την ιερότητά του. Οι πολιτικές και διπλωματικές αποφάσεις αποκτούν τώρα δευτερεύουσα σημασία, επιτελούν υπηρετική λειτουργία σε σχέση με τη βασική, ανθρωπολογική διάσταση του έθνους.

sennett-xenos-mietΣε αντίθεση με τους παλιότερους θεωρητικούς του έθνους –οι οποίοι υποστήριζαν τα συνταγματικά καθεστώτα, τη δημοκρατία και παρόμοια πολιτικά ιδεώδη, απηχώντας την Αμερικανική και τη Γαλλική Επανάσταση–, οι νέοι θεωρητικοί χρησιμοποιούσαν μια άλλη γλώσσα, μια γλώσσα στην οποία η ανθρωπολογία θριάμβευε επί της πολιτικής. Οι επαναστάτες εθνικιστές του 1848 απέρριπταν την ιδέα του έθνους ως πολιτικού κώδικα. Γι’ αυτούς το έθνος πραγματώνεται μέσω των ηθών και των εθίμων του λαού: μέσω των φαγητών που τρώνε, μέσω των χορών που χορεύουν, μέσω των διαλέκτων που μιλούν, μέσω των προσευχών με τις οποίες απευθύνονται στο θείο. Ο νόμος και η πολιτική εξουσία δεν μπορούν να επιβάλουν την ευχαρίστηση που προσφέρουν τα φαγητά και δεν μπορούν να υπαγορεύουν την πίστη στους αγίους. Η πολιτική, δηλαδή, δεν μπορεί να δημιουργήσει την κουλτούρα. Αντίθετα, η κουλτούρα προϋπάρχει· είναι το έθος του λαού. Έτσι λοιπόν, στα μέσα του 19ου αιώνα, εμφανίζεται και εξαπλώνεται αυτός ο νέος εθνικισμός, που καθιέρωσε έναν νέο θεμελιώδη κανόνα για τη συλλογική ταυτότητα.[4]

Αυτή η μετάβαση απ’ τον πολιτικό στον ανθρωπολογικό εθνικισμό δε θα μπορούσε ν’ αφήσει ανεπηρέαστη την αντίληψη για τον ξένο. Τώρα ο ξένος είναι εκείνος που δεν ανήκει στο έθνος και δεν μπορεί να ενσωματωθεί σ’ αυτό, αφού έχει γεννηθεί αλλού κι έχει ανατραφεί με άλλα ήθη. Ο ξένος είναι κυριολεκτικά ξεριζωμένος: έχει φύγει απ’ τον τόπο όπου ήταν ριζωμένος κι έχει έρθει σ’ έναν τόπο στον οποίο είναι αδύνατο να ριζώσει. Έτσι, ο νέος ξένος γίνεται αντικείμενο εχθρότητας –ως επικίνδυνος για την καθαρότητα του έθνους– ή και αντικείμενο οίκτου – ως μια ακρωτηριασμένη ύπαρξη.

Σε αντίθεση μ’ αυτόν τον νέο, ανθρωπολογικό εθνικισμό, γράφει ο Σέννετ, τόσο η αρχαιοελληνική όσο και η ιουδαιοχριστιανική παράδοση έδιναν θετική αξία στον ξεριζωμό και στην περιπλάνηση. Ειδικά στη Βίβλο, ο εκτοπισμός κατέχει κεντρική θέση. Ήδη στην ιστορία του Αβραάμ, ο βιβλικός Θεός καλεί τους πιστούς να εγκαταλείψουν τη γη τους και να φύγουν μακριά, στον τόπο που θα τους υποδείξει. Στον Αβραάμ δίνεται η εντολή να φύγει απ’ τον τόπο που γεννήθηκε και να μεταναστεύσει μόνιμα στη Χαναάν, εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά απ’ την πατρίδα του. Κι εκείνος υπακούει και φεύγει, και γίνεται πρόσφυγας και μέτοικος. Οι Εβραίοι της Παλαιάς Διαθήκης θεωρούσαν τους εαυτούς τους ξεριζωμένους πλάνητες. Παρόμοια κι οι πρώτοι χριστιανοί βίωναν έντονα την περιπλάνηση και τη μετανάστευση ως επακόλουθα της πίστης. Η ιουδαιοχριστιανική θρησκεία λοιπόν συνδέεται, ήδη απ’ τις καταβολές της, με εμπειρίες εκτοπισμού. Η θρησκευτική μας κουλτούρα είναι μια θρησκευτική κουλτούρα εξορίας και περιπλάνησης.

Αλλά και στον αρχαιοελληνικό κόσμο ο ξεριζωμός μπορεί να είναι μια πράξη με αξία θετική. Ο Σέννετ χρησιμοποιεί ως παράδειγμα την ιστορία του Οιδίποδα. Και κάνει –αξίζει να επισημανθεί– μια ιδιαίτερη και πολύ όμορφη ερμηνεία του οιδιπόδειου μύθου. Μας υπενθυμίζει ότι ο Οιδίποδας έχει δύο τραύματα. Το πρώτο είναι τα πρησμένα πόδια του, ένα ανατομικό πρόβλημα απ’ το οποίο υποφέρει εκ γενετής. Μέσω αυτής της αναπηρίας η καταγωγή και η ταυτότητά του εγγράφονται πάνω στο σώμα του. Δεν μπορεί ν’ απαλλαγεί απ’ τα σημάδια που δείχνουν την εθνικότητά του, τον τόπο και την κοινότητα μέσα στα οποία γεννήθηκε. Το ίδιο το όνομα Οιδίπους σημαίνει «αυτός που έχει πρησμένα πόδια». Παρότι ο βασιλιάς περιπλανήθηκε και έχασε την επαφή με τις καταβολές του, όταν έρχεται η στιγμή που τα άλλα πρόσωπα στο μύθο πρέπει να μάθουν την αληθινή ταυτότητά του, είναι σε θέση ν’ ανακαλύψουν αυτή την αλήθεια κοιτάζοντας το σώμα του. Αυτό το πρώτο τραύμα του Οιδίποδα γίνεται σημείο αναφοράς στη δυτική κουλτούρα για τα ανεξάλειπτα σημάδια τα οποία επρόκειτο να διακρίνει ο 19ος αιώνας στο συλλογικό σώμα του έθνους. Η καταγωγή γίνεται πεπρωμένο.[5]

Το δεύτερο τραύμα του Οιδίποδα δεν είναι μια γενετική ανωμαλία. Είναι μια πληγή επίκτητη, την οποία μάλιστα προξένησε ο ίδιος στον εαυτό του. Όταν έμαθε τα ανομήματα που διέπραξε άθελά του, την πατροκτονία και την αιμομιξία, έβγαλε ο ίδιος τα μάτια του. Με αυτό το δεύτερο τραύμα αποκόπτεται απ’ την κοινότητα στην οποία ανήκει και φεύγει μακριά, γίνεται πλάνης και ανέστιος. Στα τραύματα που του προκάλεσαν κάποτε άλλοι θα απαντήσει βγάζοντας ο ίδιος τα μάτια του. Το δεύτερο τραύμα εξισορροπεί το πρώτο: το πρώτο τραύμα σηματοδοτεί τις καταβολές του Οιδίποδα, το δεύτερο σηματοδοτεί τη μετέπειτα ιστορία του. Έχοντας τραυματιστεί δυο φορές, έχει γίνει ένας άνθρωπος που η ζωή του μπορεί κυριολεκτικά να διαβαστεί πάνω στο σώμα του, και στην κατάσταση αυτή φεύγει ξανά για να περιπλανηθεί στον κόσμο. Στο σώμα του λοιπόν ο Οιδίποδας φέρει δύο διαφορετικά τραύματα, ένα τραύμα καταγωγής, που δεν μπορεί να συγκαλυφθεί, και το τραύμα του πλάνητα, που δε φαίνεται να γιατρεύεται. Αυτό το δεύτερο, αγιάτρευτο τραύμα είναι το ίδιο σημαίνον για τον δυτικό πολιτισμό με το τραύμα καταγωγής, το οποίο δείχνει την αξία που αποδίδεται στο να ανήκει κανείς σε κάποιον συγκεκριμένο τόπο. Ο Σοφοκλής στον Οιδίποδα επί Κολωνώ εισάγει μια ηθική διάσταση στην ίδια την πράξη της μετανάστευσης, απεικονίζοντας τον Οιδίποδα ως μια μορφή που το ξερίζωμά της την έχει εξευγενίσει. Το έργο παρουσιάζει τον Οιδίποδα, τον μέτοικο, τον ξένο, σαν μια φιγούρα τραγικού μεγαλείου μάλλον παρά σαν έναν παρείσακτο κατώτερης θέσης σε σχέση με τον πολίτη.[6]

Αυτό το δεύτερο τραύμα, που είναι το σημάδι του ξένου, είναι ένα ηθικό στίγμα λοιπόν ακριβώς επειδή είναι αγιάτρευτο. Τόσο στην ελληνορωμαϊκή όσο και στην ιουδαιοχριστιανική σκέψη, όποιος αποδεσμεύεται από τη συγκυρία, όποιος ζει σαν ξεριζωμένος, μπορεί να γίνει κανονικό ανθρώπινο ον. Περιπλανώμενος στον κόσμο, μεταμορφώνεται ο ίδιος. Απελευθερώνεται από την τυφλή συμμετοχή, και η αναζήτησή του γίνεται πιο βαθιά. Τα δύο τραύματα στο σώμα του βασιλιά Οιδίποδα αντιπροσωπεύουν μια θεμελιώδη σύγκρουση στον πολιτισμό μας ανάμεσα στις αξιώσεις αλήθειας του τόπου και των καταβολών, από τη μια, και τις αλήθειες που ανακαλύπτει κανείς όταν γίνεται ξένος, από την άλλη.[7]

richard sennettΑυτό είναι το πλαίσιο, καταλήγει ο Σέννετ, στο οποίο πρέπει να εντάξουμε τα πάθη του νεωτερικού εθνικισμού, με την έμφαση που δίνει στο να μοιράζονται άνθρωποι όμοιοι μεταξύ τους την αξιοπρέπεια της καθημερινής ζωής, την αξία της ταυτότητας. Τα πάθη αυτά συνηγορούν υπέρ της κοινότητας εις βάρος της αυτομεταμόρφωσης. Από τους ομηρικούς μύθους όμως μέχρι τους αρχαίους τραγικούς και από τους προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης μέχρι τους πρώτους χριστιανούς πατέρες υπήρχε ένα ενάντιο πάθος για εμπειρίες αυτομεταμόρφωσης εις βάρος της κοινότητας, ένα πάθος για εκτοπισμό.[8]

Αντίθετα μ’ όσα πρεσβεύουν ο Χάιντεγκερ κι ο Σμιτ, η απέχθεια προς τον ξένο και η λατρεία του εδάφους δεν είναι η αρχέγονη κανονικότητα την οποία η Νεωτερικότητα ήρθε να εκθρονίσει. Αντίθετα, υπήρξαν ισχυρές αρχαίες παραδόσεις που όχι μόνο απέτιαν σεβασμό στον ξεριζωμένο, αλλά τον θεωρούσαν ένα πληρέστερο ον, καθώς έφερε εν εαυτώ ταυτόχρονα το στίγμα της καταγωγής και το μεγαλείο της περιπλάνησης. Για τους αρχαίους Έλληνες, για τους Εβραίους και τους χριστιανούς, ο ανέστιος και πλάνης έχει αποκτήσει μια γνώση που δεν μπορεί να αποκτήσει ο αυτόχθων· είναι φορέας μιας βαθύτερης και ουσιαστικότερης αλήθειας.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΙΝΑΚΟΥΛΑΣ

[1] Νικήτας Σινιόσογλου, Μαύρες διαθήκες. Δοκίμιο για τα όρια της ημερολογιακής γραφής, Κίχλη, Αθήνα 2018, σελ. 195.

[2] Ό.π., σελ. 201.

[3] Στο Ρίτσαρντ Σέννετ, Ο ξένος. Δύο δοκίμια για την εξορία, μτφρ. Παναγιώτης Σουλτάνης, ΜΙΕΤ, Αθήνα 2015, σελ. 73-143.

[4] Ό.π., σελ. 90.

[5] Ό.π., σελ. 106-107.

[6] Ό.π., σελ. 108-110

[7] Ό.π., σελ. 113.

[8] Ό.π., σελ. 114.