ΝΠ | Ιστορία

Μοναστηράκι-Ὁδός Μυλλέρου-Ἵππιος Κολωνός: Ἕνα «χειμωνιάτικο ταξίδι»

                       

*

τῶν ΣΥΜΕΩΝ ΣΤΑΜΠΟΥΛΟΥ – ΓΙΑΝΝΗ ΠΑΤΙΛΗ

«Χειμωνιάτικο ταξίδι». Ἔτσι βάφτισε ὁ Γιάννης τὸ «τάμα» ποὺ εἴχαμε κάνει, λίγο πρὶν ἐκδηλωθεῖ ὁ κορωνοϊός: Νὰ περπατήσουμε μαζὶ σὲ ὅλο τὸ μῆκος τῆς ὁδοῦ Μυλλέρου στὸ Μεταξουργεῖο, ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τοῦ δρόμου, κάθετα στὴν Πειραιῶς, στὸ ὕψος τῆς πλατείας Κουμουνδούρου καὶ τοῦ παλαιοῦ Βρεφοκομείου, ὅπου σήμερα στεγάζεται ἡ πρώτη Δημοτικὴ Πινακοθήκη, μέχρι τὴν ἄλλη ἄκρη τῆς ὁδοῦ, ὣς τὶς γραμμὲς τοῦ τραίνου, τὴ νότια εἴσοδο στὸν Κολωνό. Οἱ λόγοι γι’ αὐτὸ τὸ «τάμα» εἶναι πολλοί. Θὰ τοὺς διαβάσετε στὸ συνοδευτικὸ κείμενο γιὰ τὴν ἱστορία τῆς Μυλλέρου. Δὲν θὰ διαβάσετε ὅμως τοὺς ἄλλους, τοὺς πιὸ οὐσιαστικούς, ποὺ μᾶς τραβοῦσαν ἐκεῖ σὰν ὑπόθεσες ψυχικές. Εἶναι ἡ βαθειὰ ἀγάπη ποὺ μᾶς ἑνώνει, σχεδὸν ἀνομολόγητη. Εἶναι ἡ καταγωγή μας, τὰ πρῶτα μας βήματα καὶ ἡ ἐφηβεία. Ὁ Γιάννης μεγάλωσε στὸν Κολωνό, ἐγὼ στὰ δυτικὰ ὑψώματα τοῦ Περιστερίου. Δυτικὰ τῆς δύσης. Ἡ γνωριμιά μας μετρᾶ δυστυχῶς λίγα χρόνια, ὅμως χρόνια μεστὰ ἀπὸ λόγια καὶ ἔργα πού, ἂν ἀραδιαστοῦν, ὑπερβαίνουν ὅ,τι ὀνομάζουν οἱ νεολόγοι «προσδόκιμο ζωῆς». Θὰ εἰπωθοῦν ἀλλοῦ. Ὄχι ἐδῶ.

Ὁ Γιάννης ὅρισε μετεωρολογικῶς τὴν ἡμέρα: στὶς 25 Φεβρουαρίου, Παρασκευή, λίγο πρὶν τὸ μεσημέρι. Μιὰ ἡλιόλουστη μέρα μέσα στὸν χειμώνα.

Κατέβηκα νωρίς, γιὰ τὸν μηνιαῖο ἀνεφοδιασμὸ ἀπὸ τὸ βιβλιοπωλεῖο τῶν ἐκδόσεων «Κουκκίδα», τοῦ φίλου Δημόπουλου. Ἀστόχαστη ἐπιλογή. Θὰ ἔπρεπε νὰ κουβαλῶ ἕνα βιβλικὸ βάρος δέκα τουλάχιστον κιλῶν. Βιάζομαι, ὡστόσο, νὰ πῶ ὅτι ἡ χαρὰ τῆς συνοδοιπορίας ἔκανε τὰ πράγματα ἀνάλαφρα. Σχεδὸν λησμόνησα τὸ ἄχθος. Ἕνα εἶδος σεισάχθειας. Πρὶν ἀπὸ τὴ συνάντηση στὸν σταθμὸ Μοναστηρακίου (λέω καλὰ τὴ γενική;), εἶχα χρόνο, σκέφτηκα νὰ περπατήσω στὸν ἀρχαῖο Κεραμεικό. Μάλιστα, βρίσκω ἐδῶ τὴν εὐκαιρία νὰ προτείνω μιὰ συνάντηση ἐκεῖ, κυριακάτικη, μὲ πλανόδιους φίλους, γνωστοὺς καὶ ἀγνώστους. Θὰ ἔχουμε νὰ ποῦμε πολλά. Λ.χ., ἡ Τασούλα Καραγεωργίου γνωρίζει τὰ ἐκθέματα τοῦ Μουσείου σὰν τὴν παλάμη της. Τοὺς ἔχει ἀφιερώσει ποιήματα, ὡραίους ἀναπαίστους. Θὰ εἶναι καὶ ὁ Andreas Kelletat. Δὲν τὸν ξέρετε. Θὰ τὸν μάθετε σύντομα στὸ «Κοράλλι». Ἐπισκέπτης κι αὐτός τοῦ Κεραμεικοῦ. Ἐνδεχομένως καὶ ἡ κυρία Στρόσεκ, τοῦ Γερμανικοῦ Ἀρχαιολογικοῦ Ἰνστιτούτου, ἐπικεφαλῆς τῶν ἀνασκαφῶν στὸν Κεραμεικὸ ἀπὸ τὸ 1993. Βρέθηκα, λοιπόν, ἐκεῖ γιὰ λόγους σχετικοὺς μὲ τὸ δρομολόγιο ποὺ θὰ κάναμε. Ἀπὸ τὸ Δίπυλο ξεκινοῦσε ὁ δρόμος γιὰ τὸν Κολωνό. Στὴ νοητὴ εὐθεία βρίσκεται ἡ πρώην ὁδὸς Κεραμεικοῦ ποὺ τὸ 1884, ὅπως θὰ διαβάσετε, μετονομάστηκε σὲ Μυλλέρου. Βρισκόμουν στὴν ἀρχὴ μιᾶς ἄλλης πομπῆς ποὺ δὲν θὰ ἔπαιρνε τὴν Ἱερὰ ὁδὸ γιὰ τὴν Ἐλευσίνα οὔτε τὴν Παναθηναίων γιὰ τὸν Παρθενώνα. Σήμερα μόνο μὲ ἰσχυρὴ φαντασία καὶ θέληση μπορεῖς νὰ τὴν ἀναπαραστήσεις. Καὶ νὰ τὴν περπατήσεις. (περισσότερα…)

Μακριά από το Μόναχο

*

του ΦΩΤΗ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

Tο δίσεκτο έτος 2008 κυριαρχεί ακόμα η μονοπολική αισιοδοξία. «Ηγέτης όλου του κόσμου, είμαι εγώ» σκέπτονται οι ΗΠΑ και θέλουν το ΝΑΤΟ όχι απλώς να επεκταθεί, αλλά να γίνει ει δυνατόν παγκόσμιο: μια πλανητική συμμαχία δημοκρατιών που ασπάζονται τις δυτικές φιλελεύθερες αξίες. Οι δημοκρατίες, σύμφωνα με τη θεωρία της «δημοκρατικής ειρήνης», δεν κηρύσσουν πόλεμο η μία εναντίον της άλλης. Το καθεστώς αυτό  εξυπηρετεί αποφασιστικά την κυρίαρχη δημοκρατική χώρα, τις ΗΠΑ. Και έτσι αποφασίζουν, μεταξύ άλλων, να πιέσουν τους βορειοατλαντικούς συμμάχους τους να ασπασθούν στην προσεχή διάσκεψη κορυφής στο Βουκουρέστι, τη Γεωργία και την Ουκρανία, ως επίσημα υποψήφια μέλη. Αξίζει να αναφερθεί ότι τότε, η συντριπτική πλειονότητα των Ουκρανών είναι ακόμα αντίθετη με την ένταξη της χώρας τους στο ΝΑΤΟ.  Έναν μήνα πριν τη διάσκεψη, ο νεοεκλεγείς Μεντβέντεφ, πρόεδρος μιας Ρωσίας που ανακτά τον γεωπολιτικό δυναμισμό της, και έχει ήδη καταπιεί επεκτάσεις του ΝΑΤΟ προς Ανατολάς για τις οποίες είχε διαβεβαιωθεί περί του αντιθέτου, λέει αυτολεξεί στους FT: «Δεν είμαστε χαρούμενοι για τις εξελίξεις σχετικά με τη Γεωργία και την Ουκρανία. Θεωρούμε ότι είναι εξαιρετικά προβληματικό για την υπάρχουσα δομή της ευρωπαϊκής ασφάλειας. Θα ήθελα να τονίσω ότι κανένα κράτος δεν μπορεί να είναι ευχαριστημένο όταν έχει εκπροσώπους ενός στρατιωτικού μπλοκ στο οποίο δεν ανήκει, να πλησιάζουν τα σύνορά του». Αυτό είναι το σκεπτικό, ever since, και επαναλαμβάνεται σε όλους τους δυνατούς τόνους.

Τους όρους «δομή», «αρχιτεκτονική ασφαλείας», τους διαβάζουμε άπειρες φορές. Σε κανέναν μας δεν αρέσουν, καθώς αντανακλούν γεωπολιτικές και αμυντικές/εξοπλιστικές διαδράσεις μεταξύ μεγάλων δυνάμεων εις βάρος, συχνά και δυστυχώς, των επιδιώξεων (λιγότερο δυνατών) ανεξάρτητων κρατών. Όμως, έτσι είχαν, έχουν και θα έχουν πάντοτε τα πράγματα. Και ακόμη περισσότερο αυτό ισχύει για τη Ρωσία, η οποία συνορεύει με 14 ανεξάρτητα κράτη, και αθεράπευτα αυταρχική καθώς είναι, θεωρεί την ιδέα της «δημοκρατικής ειρήνης» που βρίσκεται πίσω από την επέκταση του ΝΑΤΟ, μια ουτοπία που φέρνει ισχυρό στρατό δίπλα της. (περισσότερα…)

Στοιχεία για την ιστορία της οδού Μυλλέρου στην Αθήνα

*

τοῦ ΣΥΜΕΩΝ ΓΡ. ΣΤΑΜΠΟΥΛΟΥ

Συνδεδεμένη μὲ τὴν ἱστορία καὶ τὸν πολιτισμὸ τῆς Εὐρώπης ἡ πόλη τῶν Ἀθηνῶν –τὸ σῶμα πόλεως τῶν Ἀθηνῶν- συντηρεῖ τὴ μνήμη της μὲ ἀκέραια καὶ σπαραγμένα στοιχεῖα τοῦ πολυστρωματικοῦ, ἐνίοτε ἀσυνεχοῦς, παρελθόντος της. Ἡ μνήμη ἰσχυροποιεῖται συχνὰ ἀντιστρόφως ἀνάλογα μὲ τὸν βαθμὸ κατερείπωσης αὐτοῦ τοῦ πολιτικοῦ σώματος. Τὸν 19ο αἰώνα ἡ πόλη αὐτή, μὲ λιγότερους ἀπὸ 100.000 κατοίκους, θυμᾶται τοὺς θεμελιωτὲς τῆς δόξας της καὶ τοὺς ποιητές της, δηλονότι τοὺς βάρδους ποὺ τὴν ἐτίμησαν μὲ τὴ Μούσα τους. Στὰ τέλη τοῦ 19ου αἰώνα ἡ Ἀθήνα θυμόταν ἀκόμη μὲ εὐγνωμοσύνη τὸν φιλέλληνα ποιητὴ Wilhelm Müller (Βίλελμ ἢ Γουλιέλμο Μύλλερ), τὸν «Ἕλληνα-Μύλλερ», ἢ ὀρθότερα «Μύλλερ τῶν Ἑλλήνων» («Griechen-Müller).

Ὁ (Johann Ludwig) Wilhelm Müller, Γερμανὸς ποιητής, γεννήθηκε στὸ Ντέσσαου (Dessau) τὸ 1794, ὅπου πέθανε σὲ ἡλικία 33 ἐτῶν, τὸ 1827, τὴν κρίσιμη χρονιὰ τῆς ἀπελευθέρωσης τῆς Ἑλλάδας. Σπούδασε φιλοσοφία καὶ ἱστορία στὸ Βερολῖνο, ὅπου ἔζησε παράλληλα στὸν λογοτεχνικὸ κύκλο τῶν Achim von Arnim, Clemens Brentano, Friedrich de la Motte Fouqué, Ludwig Tieck. Στὴν ποίησή του ἐπηρεάστηκε ἀπὸ τὸν Λόρδο Βύρωνα (George Gordon Byron, 1788-1824), πρότυπό του καὶ στὸν φιλελληνικὸ ἀγώνα ποὺ προσέφερε μὲ ζῆλο κατὰ τὴ σύντομη ζωή του. Ἔγραψε τρεῖς κύκλους ποιημάτων, στὴ μορφὴ τῶν Lieder, τῶν τραγουδιῶν, ἐμπνευσμένους ἀπὸ τὸν ἀγώνα τῶν Ἑλλήνων: Ἄσματα τῶν Ἑλλήνων (Lieder der Griechen, 1821), Νέα ἄσματα τῶν Ἑλλήνων (Neue Lieder der Griechen, 1823), Νεώτατα ἄσματα τῶν Ἑλλήνων (Neueste Lieder der Griechen, 1824), καθὼς καὶ τὸν κύκλο Μεσολόγγι (Missolunghi, 1826), τέσσερα ποιήματα ποὺ γράφτηκαν μὲ τὴ θλιβερὴ εἴδηση τῆς ἡρωικῆς ἐξόδου καὶ πτώσης τοῦ Μεσολογγίου. Ἔγινε περισσότερο γνωστὸς γιὰ τοὺς κύκλους ποιημάτων Ἡ ὡραία μυλωνού (Die schöne Müllerin) καὶ Τὸ χειμωνιάτικο ταξίδι (Die Winterreise) ποὺ μελοποίησε ὁ Φρὰντς Σοῦμπερτ τὸ 1823 καὶ τὸ 1827 ἀντίστοιχα· τὸ δεύτερο ἕναν χρόνο πρὶν ἀπὸ τὸν θάνατό του. Στὸ ἔργο τοῦ Μύλλερ, ἀλλὰ καὶ στὸ γενικότερο ὅραμά του γιὰ τὴν ἐξάλειψη κάθε μορφὴς δεσποτείας, εἶναι φανερὴ ἡ ρομαντική, βυρωνικὴ διάθεση καὶ στάση, ἀπόηχος τοῦ ρομαντικοῦ κύκλου τῆς Ἰένας καὶ τῶν κοινωνικῶν ζυμώσεων ποὺ προοιωνίστηκαν τὴν ἐπανάσταση τοῦ 1848.

Τὸ 1884, πενήντα περίπου χρόνια μετὰ ἀπὸ τὴν ἀπελευθέρωση τῆς Ἑλλάδας ἀπὸ τὸν ὀθωμανικὸ ζυγὸ καὶ τὴν ἀνακήρυξη τῶν Ἀθηνῶν σὲ πρωτεύουσα τοῦ νεοπαγοῦς κράτους, ὁ καθηγητὴς Νικόλαος Πολίτης, θεμελιωτὴς τῆς ἑλληνικῆς λαογραφίας, εἰσηγεῖται στὸ δημοτικὸ συμβούλιο καὶ τὸν Δήμαρχο τῆς πόλης Δημήτριο Σοῦτσο τὴ μετονομασία τῆς ὁδοῦ Κεραμεικοῦ, στὴν περιοχὴ τοῦ σημερινοῦ Μεταξουργείου, σὲ «ὁδὸν Μυλλέρου». Ἡ πρόταση ἔγινε ὁμόφωνα δεκτή. Ἀνάμεσα στὰ μέλη τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου διαβάζουμε ὀνόματα ἀγωνιστῶν κατὰ τὴν ἐπανάσταση τοῦ 1821 καὶ γνωστῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν, ὅπως τῶν Δημητρίου Καλλιφρονᾶ καὶ Δημητρίου Λεβίδη. Ὁ Καλλιφρονᾶς διετέλεσε Δήμαρχος Ἀθηναίων (1837-1841), ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν κατὰ τὴ συνταγματικὴ ἐπανάσταση τῆς 3ης Σεπτεμβρίου 1843 καὶ Πρόεδρος τοῦ Κοινοβουλίου. (περισσότερα…)

Τρεις Εβραίοι της Ουκρανίας

*

Του ΗΛΙΑ ΜΑΛΕΒΙΤΗ

Την παραμικρή ιδέα δεν είχα κατά πούθε πέφτει το Ρόβνο, όταν το πρωτοαντίκρισα στο Κόκκινο ιππικό του Ισαάκ Μπάμπελ. Εκείνος έγινε η αφορμή να το αναζητήσω στον χάρτη της τότε Ουκρανικής Σοβιετικής Δημοκρατίας, μα και ταυτόχρονα να το τοποθετήσω και σ’ έναν άλλο χάρτη, νοητό, της πολωνο-ουκρανικής εβραίϊκης ανθρωπομυρμηγκιάς, που αιώνες ζούσε κατά κείνα τα μέρη με την ιδιαίτερη γλώσσα της, τα γίντις, τις παραδόσεις και τις Γραφές της, τις συναγωγές και τους ραβίνους της, την ευσέβεια και τις αμαρτίες της. Ένας μικρός κρίκος ανάμεσα σε αρίφνητους άλλους, γνωστούς ή άσημους, της μεγάλης και μακριάς πολυάνθρωπης αρμαθιάς των ζωντανών και κεκοιμημένων Εβραίων της ανατολικής Ευρώπης, σαν το Γκόραϋ του άλλου ξακουστού Ισαάκ (Μπάσεβις Σίνγκερ), το Τερνοπόλ, και το γενέθλιο Οκόπυ του Μπάαλ Σεμ Τοβ –του γεννήτορα του χασιδισμού ραβίνου Ισραέλ μπεν Ελιέζερ–, το Μπουσάτς του Σμουέλ Αγκνόν· το Ρόβνο της μάνας του Αμός Οζ (Ιστορία αγάπης και σκότους) που δεν ήθελε να ξαναγυρίσει πίσω εκεί, μα ούτε και να νοσταλγήσει ή να πενθήσει («όχι, όχι, δεν πενθώ γι’ αυτό που υπήρχε και χάθηκε αλλά γι’ αυτό που ποτέ δεν υπήρχε»)· κι ακόμα τις πολύβουες μεγαλουπόλεις, σαν το Λβίου (Λβουόφ), το Κίεβο και το Χάρκοβο, την Οντέσσα, την κοσμοπολίτικη και πολύεθνη.

Και, παρ’ όλο που η γραφή ξεκόρμισε και θέλει επίμονα να ξεστρατίσει προς τα κει, δεν θα λοξοδρομήσω απ’ όσα η μνήμη τραγικά ανακάλεσε με αφορμή την βίαιη επικαιρότητα της ρώσικης εισβολής στην Ουκρανία και μ’ έσπρωξε να γράψω. Για τρεις Εβραίους από της Ουκρανίας τα μέρη, που από πολύ νωρίς, άμεσα και παθιασμένα, αδιάρρηκτα μα και καταλυτικά συνέδεσαν την ζωή και τις τύχες τους με την γέννηση και το θεμέλιωμα της νέας σοβιετικής τους πατρίδας· καθείς όμως με τον δικό του τρόπο και την δική του στάση, μα και καθείς λαβαίνοντας διάφορα τα επίχειρα ή τις αμοιβές από την ίδια σοβιετική πατρίδα.

Στην –λανθασμένα αρχαιοελληνοπρεπώς αποκληθείσα– Οδησσό λοιπόν (μιας κι η ομώνυμη ελληνική αποικία βρισκόταν χαμηλότερα, στην Βάρνα, ενώ ετούτος ο συνοικισμός γειτόνευε με την Όλβια στον Βορυσθένη/Δνείπερο) γεννήθηκε ο Ισαάκ Μπάμπελ, ο νεώτερος μα κι ο πρώτος από τους Εβραίους Ουκρανούς που ανέσυρε η θύμηση. Κι ίσως ο βαθύτερος λόγος για την πρωτιά αυτή να σχετίζεται με την συχνή –κι ολόσυχνα ολοτρύφερη– μνημόνευση της εβραϊκής ταυτότητας, δικής του και του τόπου όπου ξετυλίγεται κι η δράση του πιο γνωστού στην Δύση βιβλίου του (Το κόκκινο ιππικό)[1].

«Νεκροταφείο σ’ ένα μικρό εβραιότοπο! Η Ασσυρία και το γεμάτο μυστήριο αργοσάπισμα της Ανατολής, στους σκεπασμένους με αγριάδες κάμπους της Βολίν!… (περισσότερα…)

Ματτέο Νούτσι, Τα δάκρυα των ηρώων

*

Μετάφραση-Επιλόγισμα: Μαρία Φραγκούλη

~.~

Η   χ α μ έ ν η   ε π ο χ ή

Μόλις τον είδαν να φθάνει, το μουρμουρητό εξασθένησε και μια αφύσικη σιωπή έπεσε στον Κεραμεικό. Ορισμένοι είχαν την ίδια εντύπωση όπως πριν από έναν χρόνο, κατά την περίφημη έκλειψη ηλίου. Σαν η ζωή των ανθρώπων να έσβησε ξαφνικά. Μα στην Ιερά Πύλη και στο Δίπυλον, ο ουρανός ήταν διαυγής· ο Ηριδανός συνέχιζε να κυλά αργά στα δρομάκια της γειτονιάς των αγγειοπλαστών· και ο τσουχτερός άνεμος του Υμηττού περνούσε ανάμεσα από τα σπίτια, συνοδεύοντας το βορεινό αεράκι. Όλα ήταν όπως κάθε μέρα για τους Αθηναίους, εκείνο το πρωινό στο τέλος του χειμώνα. Εκτός από την τρομακτική σιωπή που είχε προσβάλει το πλήθος των παρευρισκομένων. Νέοι, ηλικιωμένοι, γυναίκες, παιδιά, μέχρι και μερικοί ξένοι – που ήταν φίλοι ή συγγενείς, υποστηρικτές ή εχθροί. Όλα τα μάτια ήταν στραμμένα στον άνδρα που προχωρούσε με μικρά βήματα κρατώντας ένα στεφάνι. Ο ισχυρότερος άνδρας της Αθήνας εδώ και τριάντα χρόνια. Ο άριστος της μεγάλης Ελλάδας που θα γινόταν μεγαλύτερη αν μονάχα ο πόλεμος εναντίον της Σπάρτης είχε τελειώσει γρήγορα και νικηφόρα. Το παρουσιαστικό του ήταν όπως πάντα. Πρόσωπο σμιλεμένο με συμμετρικές γραμμές, σαν έτοιμο μοντέλο για τα αναρίθμητα αγάλματα που θα τον αναπαριστούσαν σε αθάνατη στάση. Φαινόταν εκείνος που όλοι είχαν γνωρίσει. Άλλωστε, στις πιο δύσκολες περιστάσεις ήξερε να δίνει τον καλύτερο εαυτό του.

Έτσι θα εξελίσσονταν τα πράγματα ακόμη και τώρα που είχε φθάσει γι’ αυτόν η οριστική δοκιμασία; Ο λοιμός που έπληττε την Αθήνα εδώ και μήνες, για τον οποίο ο ηγέτης απήγγειλε έναν από τους πιο εξαιρετικούς λόγους του, τώρα δεν ήταν πια μια λέξη με την οποία κατακτούσε τα πλήθη ούτε μια πολιτική εμμονή· απλώς μοίραζε τον θάνατο. Ήρθαν λοιπόν όλοι εκεί, στον Κεραμεικό, γι’ αυτόν. Για τον Περικλή. Ο ηθικός οδηγός που ποτέ δεν υπέκυψε σε προκαταλήψεις και ανώφελους φόβους. Ο στρατηγός ο ικανός να καθησυχάζει τον λαό του όταν έχανε τον έλεγχο μέσα σε παράλογο φόβο. Ο ρήτορας που μπορούσε να τρομοκρατεί τους πολίτες όταν ήταν έρμαια ανάρμοστης τόλμης. Βρίσκονταν εκεί για να τον παρατηρήσουν, να τον διερευνήσουν στη δυσκολότερη στιγμή. Τον κοίταξαν σχεδόν δίχως να ανασάνουν, ενώ προχωρούσε προς τον τελευταίο από τους πεσόντες του. Κανείς δεν είπε λέξη, αργότερα όμως κυκλοφόρησαν ιστορίες. Σε κάποιον φάνηκε ότι έτρεμε. Κάποιος σκέφτηκε ότι δεν ήθελε πια να προχωρήσει κι ήταν έτοιμος να οπισθοδρομήσει. Εντούτοις, το στεφάνι που κρατούσε σφιχτά δεν πρόδιδε καμιά ταλάντευση των χεριών, τα σύντομα βήματα του πενθούντος άνδρα έμοιαζαν όντως με βήματα στρατιώτη. Διέσχισε τα τελευταία λίγα μέτρα με βραδύτητα. Μεγάλη βραδύτητα, σύμφωνα με κακόβουλα σχόλια. Μετά έφθασε μπροστά στο σώμα. Σταμάτησε. Ο λοιμός τού πήρε την αδερφή, τον πρωτότοκο γιο Ξάνθιππο, τους καλύτερους φίλους και πολλούς συγγενείς, εκείνος όμως ποτέ δεν υπέκυψε. Η ξακουστή σταθερότητα, η δύναμη της ψυχής που ήταν το καύχημά του, η ικανότητα να αντέχει χωρίς να φανερώνει τα συναισθήματά του. Η Αθήνα πάντα θαύμαζε αυτό το είδος ήρωα που την οδηγούσε στη δημοκρατική της πορεία. Τώρα, για τον Περικλή είχε φθάσει η κρίσιμη δοκιμασία. (περισσότερα…)

Σιρίν και Χοσρόης ή ένα λουτρό βιαστικά τελειωμένο

1808375027_2d13f7c50d_o

Του ΗΛΙΑ ΜΑΛΕΒΙΤΗ

Πάντα είχα την υποψία ότι η σωτήρια μαγεία της Σεχραζάτ, που πλάνευε τον Σαχριάρ μέχρι το χάραμα της κάθε μέρας, δεν οφειλόταν μοναχά στου λόγου της το παραμυθητικό χάρισμα. Απόδειξη καμιά δεν είχα, αλλά να, μου φαινόταν ελάχιστο το διάστημα που απαιτούσε η αφήγηση των ιστοριών της κάθε νύχτας. Σέβομαι όμως το γεγονός πως τούτη η τελευταία παρθένα της ανονόμαστης (άρα της κάθε πολυάνθρωπης) πολιτείας κατάφερε να κρατήσει για χίλιες και μια νύχτες (δηλαδή ως την αιωνιότητα, την αντεκδικητικά εξιλαστική για τις ισάριθμες αδικοσφαγμένες συμπολίτισσές της) απαραμείωτη την προσήλωση του μυθικού Σάχη και μαζί μ’ αυτήν και τ’ όμορφο κεφάλι της Σεχραζάτ πάνω στον αλαβάστρινο λαιμό της. Και μιας και λέξη δεν μπορώ να πω για τις άλλες, τις κρυφές κι ανείπωτές της (έτσι κι αλλιώς) χάρες, θα ξεκινήσω τη δική μου ιστόρηση με μιαν απ’ τις μυθικές της αφηγήσεις.

Την τριακοσιοστή ενενηκοστή πρώτη νύχτα λοιπόν, η περσίδα βεζυροπούλα ξετύλιξε την ιστορία του «Κισρά Παρβίζ, της Σιρίν και του ψαρά». Ο βασιλιάς Χοσρόης, Σαχανσάχ της Περσίας αγαπούσε τα ψάρια. Κι έτσι μια μέρα σ’ ένα ψαρά που του δώρισε ένα μεγάλο ψάρι, χάρισε τέσσερις χιλιάδες ντίρχαμ. Σαν τ’ άκουσε αυτό η Σιρίν είπε στον βασιλιά πως έπραξε αστόχαστα γιατί τώρα πια κάθε υπήκοός του θα συγκρίνει την αμοιβή του με το δώρο του βασιλιά στον απλό ψαρά. Και ζήτησε να τον καλέσουν πίσω και να τον ρωτήσει ο πολυχρονεμένος ηγεμόνας ποια ήταν η φύση του ψαριού, αρσενική ή θηλυκή. Σε κάθε πιθανή απάντηση ο βασιλιάς θα έλεγε πως επιθυμούσαν το αντίθετο, ζητώντας έτσι να επιστρέψει πίσω το χρηματικό ποσό που του είχε χαρίσει. Ο φτωχός μα πολυμήχανος ψαράς απηλογήθη πως το ψάρι ήταν σερνικοθήλυκο, κάνοντας τον βασιλιά να ξεκαρδιστεί στα γέλια και να τον φορτώσει με διπλά χρήματα. Για άλλη μια φορά μηχανεύεται κάτι κι επεμβαίνει η Σιρίν, προσπαθώντας να πάρει πίσω τα βασιλικά δωρήματα, αλλά ο απλός μα τετραπέρατος ψαράς καταφέρνει όχι μόνο να ματαιώσει κι αυτή την προσπάθειά της αλλά και ν’ αναγκάσει τον βασιλιά να στείλει ντελάληδες σ’ όλα τα μέρη του βασιλείου του για να βροντοφωνάξουν πως κανενός δεν του πρέπει ν’ αφεθεί να οδηγηθεί από γυναίκεια συμβουλή. Γιατί όποιος ακολουθεί τη συμβουλή τους, χάνει μαζί με το ένα ντίρχαμ κι άλλα δυο. Κι η Σεχραζάτ γλυκά κι ανεπαίσθητα γλίστρησε κι έχωσε την άκρη της ιστορίας του Χοσρόη και της Σιρίν μέσα στην επόμενη, υφαίνοντας ως κι αυτή την αυγή το ατέλειωτο λεκτικό πλεχτό της στης γλώσσας τον αργαλειό τον ακαταπόνητο.

(περισσότερα…)

Επιτέλους στην Αθήνα ξανά! (Μυθιστορηματική βιογραφία)

 

της ΑΓΓΕΛΙΚΗΣ ΚΑΡΑΘΑΝΑΣΗ [1]

Ταξίδευε με το καράβι της γραμμής με τη μητέρα και τον αδελφό της. Μακρύ και κάπως περιπετειώδες το ταξίδι από τα Χανιά στον Πειραιά. Ανάμεσα στη μεγάλη χαρά της επιστροφής, στην ελπίδα για τη ζωή που την περίμενε και στον φόβο που της προκαλούσε η τρικυμισμένη θάλασσα και ο έξαλλος χορός του ατμόπλοιου πάνω στα κύματα η Ελισάβετ, ξαπλωμένη στην κουκέτα, προσπαθούσε να βάλει σε τάξη σκέψεις και συναισθήματα, που βρήκαν  τρόπο να αναδυθούν  στην επιφάνεια από τα εσωτερικά βάθη, όπου τα είχε συμπιέσει πέντε χρόνια τώρα· να αναστοχαστεί το παρελθόν, να σχεδιάσει το μέλλον.

Πρώτα πρώτα ξεπήδησαν τα παλιά πικρά, ψευδή, δυσάρεστα κι ενοχλητικά σχόλια σε κακεντρεχή κι επαίσχυντα δημοσιεύματα των αθηναϊκών εφημερίδων εναντίον της κι εναντίον των πνευματικών γονέων της Τζον και Φράνσις Χιλλ.

«Αυτοί ήταν υπεύθυνοι, γράφανε, που κατέβηκα στην Κρήτη. Άκου υπεύθυνοι  οι Χιλλ! Και για ποιον λόγο υπεύθυνοι; Γιατί, ισχυρίζονταν, πως όχι μόνο δεν με είχαν εμποδίσει να κατέβω στα Χανιά και να διδάξω στο κοινοτικό σχολείο των κορασίων, αλλά με είχαν αποστείλει με σκοπό να πρσηλυτίσω στον προτεσταντισμό όσους μπορέσω. Δεν είναι αλήθεια. Δεν είναι αλήθεια. Έχουν περάσει πέντε χρόνια από τότε και κάθε φορά που το σκέφτομαι διαμαρτύρομαι  με την ίδια ένταση, σαν να συμβαίνει τώρα. Δεν είναι αλήθεια. Δεν θα ζητούσα άδεια από κανένα, για να κατέβω στην πατρίδα μου, ούτε όφειλα να δώσω αναφορά στον οποιοδήποτε περίεργο και κακόγλωσσο για τις σοβαρές οικογενειακές υποθέσεις που είχαμε να διευθετήσουμε. Ακόμη απορώ πώς ήταν δυνατόν να υπάρχουν άνθρωποι που πίστευαν ότι οι Χιλλ θα μπορούσαν να με εμποδίσουν να κατέβω στα Χανιά, εν σωτηρίῳ έτει 1842. Ήμουν πια είκοσι τριών ετών, είχα απόλυτη συναίσθηση των επιλογών μου και την αποκλειστική ευθύνη για αυτές. Ναι, βοηθούσα τις ελεύθερες ώρες μου στην εύρυθμη λειτουργία της ιεραποστολικής Αμερικανικής Σχολής Κρήτης· βοηθούσα με τη θέλησή μου και χωρίς καμιά υλική αμοιβή· πίστευα στη δύναμη του εκπαιδευτικού και του πνευματικού έργου της, έπρεπε να κρατηθεί ανοικτή στον υποδουλωμένο τόπο μου. Και τι κατάφερα; Τίποτε απολύτως. Τη Σχολή την έκλεισαν άδικα κι απροσδόκητα εκείνοι που την είχαν ιδρύσει. Και το ζευγάρι των ιεραποστόλων πικραμένοι έφευγαν  από κει, παίρνοντας μαζί τους την αγάπη του κόσμου. Είχα κι εγώ βρεθεί τότε στην προκυμαία να τους αποχαιρετήσω μαζί με το πλήθος του κόσμου και δεν μπορούσα να συγκρατήσω τα δάκρυά μου, όχι μόνο γιατί τους αποχωριζόμουν, αλλά και γιατί εγώ θα συνέχιζα να ζω μόνη σ’ ένα περιβάλλον που με απωθούσε. Είμαι νέα, με φιλοδοξίες και πνευματικές ανησυχίες, είχα και έχω ανάγκη να είμαι με ανθρώπους που να μπορώ να συζητώ και για άλλα θέματα, υψηλά κι όχι μόνο για τα ξεγελάσματα των Τούρκων και για επαναστάσεις. Η ελληνική επανάσταση με έχει πληγώσει, τα τραύματα τής προσφυγιάς υπάρχουν μέσα μου ανεπούλωτα κι ας μην είναι από τους άλλους ορατά τα ίχνη τους. Είναι φορές που νιώθω ακόμη κυνηγημένο προσφυγάκι. Η επανάσταση εκείνη διέλυσε την οικογένειά μας, αλλά δεν θα αφήσω να διαλύσει και τη δική μου ζωή».

Τα σκαμπανεβάσματα του ατμόπλοιου της έφεραν ισχυρή ναυτία και της έκλεισαν τα μάτια. Ο ύπνος έβαλε φραγμό και στις αναμνήσεις της και στις σκέψεις της κι άφησε ελεύθερα τα όνειρα… (περισσότερα…)