ΝΠ | Επίκαιρα & Σχόλια

Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Οἰωνός

*

Tὸ ἐκήρυξεν ὁ θεῖος Ὅμηρος πρὸ ἐτῶν τρισχιλίων: Εἷς οἰωνὸς ἄριστος !…

Εὗρεν εὐκαιρίαν νὰ βάλῃ εἰς τὸ στόμα τοῦ Ἕκτορος ὅλην τὴν ἀηδίαν, ὅσην τοῦ ἐνέπνεον κατὰ βάθος οἰωνοὶ καὶ οἰωνοσκόποι, καίτοι, λόγῳ τοῦ ἐπικοῦ ἀξιώματος, ἦτο ἠναγκασμένος, ὁ θεσπέσιος, νὰ περιγράφῃ μετὰ μεγάλης σοβαρότητος ὅλας τὰς τελετὰς καὶ τὰς ἀσκήσεις τῶν θυσιῶν, καὶ τῶν οἰωνῶν, καὶ τῶν μαντευμάτων.

Καὶ ὁ Κάτων, ὁ ἄκαμπτος Ρωμαῖος, εἶπε, χίλια ἔτη ὕστερον: Si augur augurem…

Δηλαδή, ἐὰν οἰωνοσκόπος συναντήσῃ οἰωνοσκόπον, δὲν ἠμπορεῖ νὰ κράτησῃ τὰ γέλια…

Οἱ μόνοι ἀληθεῖς οἰωνοὶ εἶναι τὰ πράγματα. Πλήν, ἂν ὑπάρχωσιν ἄλλοι συμβολικοί, ἐναέριοι ἢ ἐπίγειοι οἰωνοί, ἔρχονται ἐπικουρικῶς μόνον, διὰ ν’ ἀνοίξουν τὰ ὄμματα τῶν τυφλῶν, ὅσοι δὲν βλέπουν τὰ πράγματα.

Ἀφοῦ αἰτήσω συγγνώμην ἀπὸ τὸν ἀναγνώστην διὰ τὸ βάναυσον καὶ ὄχι πολὺ κόσμιον ἴσως τοῦ συμβόλου ἐνταῦθα, θὰ διηγηθῶ ἕνα οἰωνόν.

Ἕνα καιρόν, δύο νέοι, ἐκ τῶν ὁποίων ὁ εἷς μοὶ ἐτύγχανε, διὰ νὰ εἴπω κατὰ Πλάτωνα, ἐγγύτατα γένους ὤν καὶ ἐν τῷ αὐτῷ οἰκῶν, ἔκαμναν τὸν ἔρωτα εἰς μίαν νέαν, ἥτις δὲν εἶχεν εἴδησιν τοῦ πράγματος. Διότι εἶχεν ἴσως τόσους λατρευτάς, ὅσας χιλιάδας προῖκα. Δὲν εἶχε καιρὸν ἡ ἰδία, μὲ τὰς ἁβρὰς καὶ τρυφερὰς χεῖράς της, καὶ μὲ τοὺς μεγάλους τακεροὺς ὀφθαλμούς της, νὰ μετρήσῃ οὔτε τὸν σωρὸν τῆς μιᾶς οὔτε τὴν ἄγελην τῶν ἄλλων.

Ἴσως οἱ δύο, περὶ ὧν ὁ λόγος, δὲν ἦσαν τόσον ὑγιῶς προικοθῆραι, ὅσον νοσηρῶς αἰσθηματικοί. Ἡ κόρη ἦτο χαριεστάτη. Μετεῖχε καλῶν αἰσθημάτων καὶ δὲν ἦτο ἄμοιρος καλῆς ἀγωγῆς. Ἐξαιρέσει τῆς οἰήσεως καὶ τοῦ ἐξιππασμοῦ τῶν νεοπλούτων, κατὰ τὰ ἄλλα ἦτο ἄμεμπτος. Ἀδιάφορον ὅμως.

Ἓν δειλινόν, ἢ μίαν ἑσπέραν, δὲν ἐνθυμοῦμαι καλά, φθινοπώρου ἀρχομένου, οἱ δύο νέοι ἐκάθηντο ὑπαίθριοι, χωριστὰ ὁ καθείς, ἔξωθεν ζυθοπωλείου, καὶ ἐκοίταζαν ἀντικρὺ τὸν ἐξώστην της. Ἐπερίμεναν πότε νὰ φανῇ. Ἤλπιζον νὰ πέση ἐπ’ αὐτοὺς ἡ ματιά της ἢ ποθεινή.

Τὸ ἐλάχιστον τυχαῖον βλέμμα της ἦσαν ἱκανοὶ νὰ τὸ ἐκλάβουν ὡς σκόπιμον καὶ σημαντικόν, καὶ πλάττον εὐτυχίαν δι’ αὐτούς. Μωρότεροι τοῦ Ναρκίσσου, κατωπτρίζοντο ὄχι εἰς τὸ φεῦγον ρεῦμα τοῦ ρύακος, ἀλλ’ εἰς τὸ ἀεικίνητον βλέμμα τῆς κόρης.

Ἡ κόρη ἐξῆλθεν. Ἐκοίταξεν ἐδῶ, ἐκοίταξεν ἐκεῖ, ἴσαξε τὰ μαλλιά της, ἔρριψε βλέμμα εἰς τοὺς δύο νέους, τοὺς ἀφῆκε νὰ τὴν κοιτάζουν καὶ νὰ χάσκουν, καὶ προσήλωσε τὸ ὄμμα εἰς ἕν ἀόριστον ὑψηλὸν σημεῖον τῆς πόλεως ἢ τοῦ ὁρίζοντος, εἰς ἓν κωδωνοστάσιον ἢ ἓν νέφος. Ποῦ ἀλλοῦ; (περισσότερα…)

Ευτυχισμένο το Νέο Έτος: Πρωτοχρονιά με τον Σουρή

*

Ἡ ὁμάδα τοῦ ΝΠ σᾶς εὔχεται ὁλόψυχα καλὴ χρονιὰ καὶ εὐτυχισμένο τὸ νέο ἔτος, ξεκινῶντας τὸ 2022 μὲ τὸν καλύτερο τρόπο: τὸν διαχρονικότατο Σουρῆ καὶ τὰ βαθύτατα σατιρικὰ ποιήματά του ποὺ θὰ μποροῦσαν κάλλιστα νὰ σχολιάζουν τὴν Ἑλλάδα τοῦ σήμερα.


Πρωτοχρονιὰ μὲ τὸν Σουρῆ

Ἐπιλογή, ὀλίγα σχόλια:
Θανάσης Γαλανάκης
 
ΑΗ-ΒΑΣΙΛΗΣ

Ἅη-Βασίλης ἔρχεται, ἀδέλφια μου, πηλάλα
μὲ ὅλους τοὺς προγόνους μας στὸ σβέρκο του καβάλλα,
μὲ μίαν διακοίνωσιν ἐκ μέρους τοῦ Σουλτάνου,
κι’ ἀρματωμένος κι’ ὑψηλὸς ὡς κέδρος τοῦ Λιβάνου.

Ἅη-Βασίλη Τσεπελῆ, γιὰ πές μου, στὸ θεό σου
πῶς μᾶς θωρεῖς ἀκίνητος;… ποῦ τρέχει ὁ λογισμός σου;
ποῦ εἶναι τὸ ραβδάκι σου, ᾑ κόταις σου κι’ ᾑ πήταις;
ποῦ εἶναι τὰ τραγούδια σου κι’ ᾑ τόσαι ἄλφαις βήταις;

—Δὲν ἔχω στόμα νὰ σοῦ πῶ καὶ γλῶσσα νὰ μιλήσω,
κι’ οὔτε θὰ κάτσω γελαστὸς γιὰ νὰ σᾶς τραγουδήσω.
Ἀπὸ πολέμους ἔρχομαι, σὲ πόλεμο πηγαίνω,
καὶ τὸ ραβδί μου ἔγινε σπαθὶ ξεγυμνωμένο.

—Ἀφῆστε τῇς τσαμπούναις σας, ἀφῆστε τῇς ροκάναις,
κι’ ἀκοῦστε τῆς Ἁγιᾶς Σοφιᾶς τῇς ξακουσταῖς καμπάναις.
Ἐφέτος αἵματα διψῶ καὶ σπαραγμοὺς καὶ φόνους…
αὐτὸς ὁ χρόνος ποὔρχεται ἀξίζει χίλιους χρόνους.

Εἶπεν αὐτὰ καὶ ἄστραψαν τριγύρω μου μαχαίρια,
κι’ ἐνῷ ἐγὼ ἐπρόσμενα μὲ σταυρωμένα χέρια
γιὰ νὰ μοῦ κάμῃ μποναμᾶ κανένα ζαχαρᾶτο,
μοῦ δίνει μιὰ εἰς τὸ σταυρὸ καὶ μὲ ξαπλόνει κάτω.

Σὺ σῶσε, ὦ θεάνθρωπε, κι’ ἐμὲ καὶ τὴν Ἑλλάδα
ἀπὸ τοῦ Ἅη-Βασιληοῦ τὴν τόση ἀγριάδα.

Ἰανουάριος 1886 (περισσότερα…)

Η σοσιαλδημοκρατία επιστρέφει; Ναι, αλλά ποια απ’ όλες;

 

του ΚΩΣΤΑ ΜΕΛΑ

ακριβώς επειδή χάθηκαν κι αναγκάστηκαν
να υποστούν μεταμορφώσεις στην προσπάθεια τους
να επιστρέψουν σ’ ένα ξεχασμένο σημείο πέρα στα χωράφια
JOHN ASHBERY

Τα ευρωπαϊκά σοσιαλδημοκρατικά κόμματα που βρέθηκαν στην κυβέρνηση τη δεκαετία του 1990[1], δεν κατέφυγαν σε παραδοσιακές σοσιαλδημοκρατικές πολιτικές[2] οι οποίες στηρίζονταν σε εκδοχές της κεϋνσιανής προβληματικής[3]. Στόχος τους ήταν, σε γενικές γραμμές, η πολιτική παρέμβαση για τη διόρθωση των αποτυχιών της αγοράς και την ενίσχυση της οικονομίας μέσω του δημόσιου αγαθού της οικονομικής μεγέθυνσης και της θεσμικής ανάπτυξης.

Η σοσιαλδημοκρατία λειτούργησε ως η ενδιάμεση λύση μεταξύ του μαρξισμού (σχεδιασμός της οικονομίας) και φιλελευθερισμού (απόλυτη λειτουργία της αγοράς). Μάλιστα έχει υποστηριχθεί ότι η σοσιαλδημοκρατία ήταν κάτι περισσότερο από ένα σύνολο πολιτικών, ή ένας συμβιβασμός μεταξύ του μαρξισμού και του φιλελευθερισμού· ήταν από μόνη της μια ιδεολογία βάση της οποίας ήταν η αποτροπή της λεηλασίας της κοινωνίας από την αγορά[4]. Στο αντιθετικό δίπολο αγορά ή δημοκρατία , οι παραδοσιακές σοσιαλδημοκρατικές πολιτικές απαντούσαν: δημοκρατία. Ανεξαρτήτως των δυσκολιών, των λαθών ή των σκοπιμοτήτων.

Αντιθέτως, οι Ευρωπαίοι σοσιαλδημοκράτες πολιτικοί που ήλθαν στην εξουσία τη δεκαετία του 1990 ανάφεραν ρητά και απερίφραστα ότι οι πολιτικές του παρελθόντος δεν έχουν θέση στην εποχή της παγκοσμιοποίησης, η οποία επιβάλλει σαφείς εξωτερικούς περιορισμούς[5]. Υιοθετήθηκε απερίφραστα η άποψη ότι η οικονομία αποφασίζει εν τέλει για το μέλλον των λαών. Η πολιτική πρέπει να προσαρμοσθεί.

Την περίοδο αυτή θεσμοθετήθηκε, με βάση τις συνθήκες του Μάαστριχτ και του Άμστερνταμ, ολόκληρο το ρυθμιστικό πλαίσιο λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ). Στο πλαίσιο αυτό ενσωματώθηκαν, αναφορικά με την οικονομία,η λογική και οι αποφάνσεις που προκύπτουν από το νεοκλασικό οικονομικό υπόδειγμα στη σύγχρονη εκδοχή τους – Μονεταρισμός, Νέα Κλασική Μακροοικονομία, Νέα Συναίνεση– συν επιπλέον οι νεοφιλελεύθερες απόψεις περί ιδιωτικοποιήσεων των πάντων, μείωση μέχρι εξαφάνιση της κρατικής παρέμβασης και επιπλέον παραχώρηση της νομισματικής πολιτικής σε μια Ανεξάρτητη Κεντρική Τράπεζα[6].

Αλλά και στο κοινωνικό επίπεδο οι πολιτικές επιλογές των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων ακολούθησαν βήμα βήμα όλες τις αποφάνσεις που προκύπτανε από την υιοθέτηση του κυρίαρχου νεοκλασικού οικονομικού υποδείγματος. Εγκαινιάστηκε έτσι μια περίοδος εξαέρωσης των κοινωνικών δικαιωμάτων, απαρτίωσης του «κράτους πρόνοιας», αύξησης των ανισοτήτων με πρωτεργάτες τις σοσιαλδημοκρατικές κυβερνήσεις της Βρετανίας (Μπλαιρ), Γερμανίας (Σραίντερ), Ιταλίας (Ντ’Αλέμα), Γαλλίας (Μιττερράν, Ολάντ) και Ελλάδας (Σημίτης, Γ. Παπανδρέου, Βενιζέλος). Επίσης τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα πρωτοστάτησαν στην υιοθέτηση και στην ακραία υποστήριξη όλων των πολιτιστικών προτύπων της μεταμοντέρνας μετανεωτερικότητας[7].

Συνοπτικά και χωρίς πολλά λόγια μπορούμε να συμπεράνουμε τα ακόλουθα:

Ό,τι ονομάσθηκε, εδώ και τρεις δεκαετίες, στο δυτικό κόσμο πολιτικός εξορθολογισμός ή συναίνεση είναι το απόσταγμα της νεοφιλελεύθερης μετάλλαξης της πολιτικής δράσης σε παρέγχυμα της κερδοσκοπικής δραστηριότητας υπερεθνικών συμμαχιών και πανίσχυρων ομάδων πελατειακών διασυνδέσεων. Προϋποθέτει δε τη ριζική αραίωση του Πολιτικού, δηλαδή των αποστρακισμό των κρίσιμων πολιτικών διακυβευμάτων. Με ιδεολογικό όχημα τον τεχνοοικονομικό ντετερμινισμό οι άρχουσες ελίτ πέτυχαν μια εντυπωσιακή ομοιομορφία της κοινής γνώμης, η οποία αποδέχεται ως «μονόδρομο» ή ακόμα και «πεπρωμένο», με την έννοια της ιστορικής αναγκαιότητας, όσα δεν είναι παρά ταξική πολιτική, παρενδεδυμένη σε τεχνοδιαχειριστικό δόγμα[8].

Δυστυχώς πρωτεργάτες στην πλήρη εγκατάσταση της νεοφιλελεύθερης μετάλλαξης ήταν τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα που ήλθαν στην εξουσία μετά το 1990 και συνεχίζουν να έχουν τις ίδιες απόψεις μέχρι πρόσφατα. Επομένως ποια σοσιαλδημοκρατία, από τις δύο επιστρέφει; Ή μήπως θα επιστρέψει με κάποια άλλη μορφή; Οψόμεθα.

ΚΩΣΤΑΣ ΜΕΛΑΣ

~ . ~ . ~

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
[1]Τη δεκαετία του 1980 οι περισσότερες κυβερνήσεις της Δυτικής Ευρώπης ήταν κεντροδεξιές. Ώς το τέλος της δεκαετίας του 1990, 13 από τα 15 κράτη-μέλη της ΕΕ είχαν σοσιαλδημοκρατικές κυβερνήσεις. Συγχρόνως και στις ΗΠΑ είχαμε την εκλογή στην προεδρία του Μπιλ Κλίντον.
[2] Κ. Μελάς, «Ευρωπαϊκή Σοσιαλδημοκρατία: από την Πολιτική στη Νεοφιλελεύθερη διαχείριση», Μηνιαία Επιθεώρηση, τχ. 27, Μάρτιος 2007.
[3] Για τα ρεύματα σκέψεις που αναπτύχθηκαν στο πλαίσιο της κεϋνσιανής προβληματικής δες: Κ. Μελάς, Τζον. Μ. Κέινς: Μια απαραίτητη επαναφορά, Α. Α. Λιβάνης, 2019.
[4] Sheri Berman, The Primary of Politics. Social Democracy and the Making of Europe’s Twentieth Century, Cambridge University Press, 2006.
[5] Mark Blyth, «Η σοσιαλδημοκρατία και η πολιτική καρτελοποίηση», Μηνιαία Επιθεώρηση, τχ. 27, Μάρτιος 2007.
[6] Κ. Μελάς, «Η ‘‘φιλοσοφία’’ της οικονομικής πολιτικής των ‘‘ευρωπαϊκών σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων’’ διαφέρει από την νεοκλασική προσέγγιση;» monthlyreview.gr, Μάρτιος 2007. Βλέπε τώρα στην ιστοσελίδα μου.
[7] Κ. Μελάς-Γ. Παπαμιχαήλ, Το ανυπόφορο βουητό του κενού, Εκδόσεις Αγγελάκη, 2017, βλ. ιδίως το πρώτο μέρος.
[8] Α. Μεταξόπουλος, Αυτοσυντήρηση, Πόλεμος, Πολιτική, Α. Α. Λιβάνης, 2005, σ. 483.

 

 

 

περαστικά & παραμόνιμα | 12:21

*

Καιρικά σχόλια από τον ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Ένας από τους κεντρικούς μύθους του ατομικισμού είναι ότι ο μεμονωμένος άνθρωπος υπερέχει σε δημιουργική δύναμη της συλλογικότητας. Ο αντιρρησίας καλλιτέχνης είναι ανώτερος της τέχνης της κανοναρχούμενης από την παράδοση, η ιδιωτική πρωτοβουλία στην οικονομία βάζει τα γυαλιά στον κρατικό σχεδιασμό, η προσωπικά αποκτημένη γνώση είναι σοφότερη του κοινού νου, το ασυμβίβαστο άτομο είναι ηθικότερο των συμβάσεων της ομάδας, κ.ο.κ.

Πρόκειται βέβαια για μύθους, όπως προείπα. Τα μεγαλύτερα δημιουργήματα της παγκόσμιας τέχνης είναι γεννήματα υπερατομικά, μιας συλλογικής παράδοσης ή και της άμεσης παρέμβασης του κράτους ενίοτε. Ο Όμηρος και το αττικό δράμα, ο Παρθενώνας και η Αγία Σοφία, η βυζαντινή αγιογραφία και το δημοτικό τραγούδι, για να μείνω μόνο στα καθ’ ημάς.

Στην οικονομία ισχύουν αντίστοιχα. Η καταπληκτική άνθηση του καπιταλισμού τους τελευταίους δύο αιώνες, όσο παράδοξο κι αν ακούγεται, συμβαδίζει με τη γιγάντωση του δημόσιου τομέα, που από ποσοστό μικρότερο του 10% κυμαίνεται σήμερα μεταξύ 40-50% του ΑΕΠ σε όλα τα προηγμένα κράτη, κάποτε και πιο πάνω. Η εκβιομηχάνιση είναι γέννημα ευθείας κρατικής παρέμβασης από την εποχή της ατμομηχανής στην Αγγλία ώς τον Μπίσμαρκ και από τα Σοβιέτ ώς την Κίνα. Η σημερινή έκρηξη της τεχνολογίας είναι αποτέλεσμα συλλογικής εργασίας στρατών ολόκληρων από επιστήμονες και αρμάδας θεσμών, πανεπιστημίων, ινστιτούτων, εταιρειών κ.ο.κ.

Και η Αρχαιότητα και ο Μεσαίωνας είχαν κι αυτές βεβαίως φωτεινές ατομικές μορφές τις οποίες λάτρευαν: τον Ήρωα και τον Άγιο. Εδώ όμως επρόκειτο για πρότυπα συλλογικά, για στυλοβάτες της κοινότητας, για καλλιεργητές της συνέχειας. Μόνο η Νεωτερικότητα, κυνηγημένη από τη μόρα της προόδου ως αυτοσκοπού, της εξεγέρσεως χάριν της εξεγέρσεως, φτάνει στο σημείο να λατρεύει τον Επαναστάτη χωρίς Αιτία, το νευρόσπαστο δηλαδή του πιο μηχανικού, του πιο αυτοματικού προμηθεϊσμού.

Ο Φάουστ του καιρού μας, αυτό είναι το κύριο γνώρισμά του, δεν λογοδοτεί καν στον Μεφιστοφελή, καμία υπέρτερη τάξη δεν τον χαλιναγωγεί. Ούτε, εξυπακούεται, διακρίνει πουθενά καμιά Ελένη ικανή να τον θέλξει. (περισσότερα…)

Θανάσης Γαλανάκης, Αποχαιρετισμός στον δόκτορα

Ἀποχαιρετισμὸς στὸν δόκτορα

Ὅταν σοῦ ἔκλινα τὸ γόνυ εὐλαβικὰ
ποῦ νὰ προέβλεπα μιὰ τέτοια κατρακύλα
‒ ἐγὼ πὼς θά ’τρωγα ἀμάσητο παπᾶ
κι’ ἐσὺ πὼς θὰ κανοναρχοῦσες στὴ σαπίλα.

Νὰ ξεφτιλίζεσαι μὲ βρώμικες φανέλες
κι ὅλο νὰ κρύβεσαι πίσω ἀπ’ τὶς ἐκκλησιές.
Βυζὶ ἂν δὲν ἔχεις δὲν φτουρᾶν δέκα μπανέλες
κι ἀβγὰ δὲν βάφονται, Σωτήρη, μὲ πορδές.

Καὶ τώρα, πάει, μὲ ἐξέθεσες, φινίτο.
Θὰ λὲνε ὅτι εἶμαι εὐκολόπιστος καὶ βλίτο·
ὅτι ἀκόμα τρώω μὲ τὰ νεογιλά.

Ὅμως ἀφοῦ μοῦ ’χουν φανεῖ οἱ φρονιμίτες,
δαγκώνω ὀσφυοκάμπτες  —σὰν κι’ ἐσὲ— ἰησουίτες
ποὺ ἀκοῦνε «Πῆδα» καὶ ρωτᾶν «Πόσο ψηλά;».

Δεκέμβριος 2021

ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ

Συνωμοσιολογική σκέψη και καθεστωτική ιδεολογία: Διαδρομές σε έναν λαβύρινθο κατόπτρων

 

του ΗΛΙΑ ΑΛΕΒΙΖΟΥ

~~.~~

1. Η παραζάλη της κριτικής

Έχει ειπωθεί ότι ο Μιθριδάτης εκπαιδεύτηκε στο να πίνει δηλητήριο. Σαν κι αυτόν, μαθαίνουμε να καταπίνουμε και να μην βρίσκουμε πικρό το δηλητήριο της δουλείας.
ΕΤΙΕΝ ΝΤΕ ΛΑ ΜΠΟΕΣΙ

Γιατί ένα μεγάλο μέρος της προοδευτικής, συχνά αριστεροστρεφούς (για την ακρίβεια, αριστεροστραφούς) διανόησης έχει θέσει σε υψηλή προτεραιότητα και έχει «επιλέξει» ως κύριο αντίπαλό της τους «συνωμοσιολόγους» (όπως αυτή τους κατανοεί, εν πάση περιπτώσει, εντάσσοντας σε αυτούς ακόμα και αναγνωρισμένους και καθόλου αντι-κρατιστές επιστήμονες) και όχι το αρνητικό τους αποτύπωμα, με το οποίο εξάλλου βρίσκονται σε συμβιωτική σχέση: το παραλήρημα μιας εξουσίας που ισοπεδώνει δικαιώματα μέσα σε συνθήκες που λίγο απέχουν από την απροσχημάτιστη δικτατορία; Η εύκολη και για αυτό όχι και τόσο διαφωτιστική απάντηση θα έβλεπε ίσως σε αυτή τη διολίσθηση προς αντιδραστικές θέσεις μια σύγχυση και μια αδυναμία σύλληψης του ουσιώδους, λόγω φτωχών θεωρητικών εργαλείων. Παρότι και αυτός είναι ένας σημαντικός παράγοντας, η κύρια αιτία θα έπρεπε μάλλον να εντοπιστεί σε έναν βαθύτερο μετασχηματισμό του προοδευτικού στρατοπέδου. Δεν πρόκειται για μια απλή, συμπτωματική και προσωρινή διολίσθηση, αλλά για μια μόνιμη και δομική μετατόπιση, για μια εγκατάσταση σε και συμφιλίωση με μια καθεστωτική γραμμή σκέψης και πράξης, σε τέτοιο βαθμό ώστε πλέον να τίθεται σοβαρά εν αμφιβόλω η χρησιμότητα της διάκρισης μεταξύ αριστεράς και δεξιάς – αν θεωρήσει κανείς ότι δεν είχε χαθεί αυτή η χρησιμότητα εδώ και δεκαετίες.

Το παράδοξο των (αυτο-χαρακτηριζόμενων ως) προοδευτικών διανοούμενων να τίθενται αυτοβούλως στην υπηρεσία ημι-ολοκληρωτικών καθεστώτων παύει έτσι να είναι τέτοιο: δεν πρόκειται για προοδευτικούς διανοούμενους (ασχέτως του πώς οι ίδιοι αυτο-κατανοούνται) αλλά για ένα κάπως παράδοξο είδος οργανικών διανοουμένων, οι οποίοι, χωρίς κανείς να τους έχει καλέσει να αναλάβουν αυτόν τον ρόλο, επιδεικνύουν οι ίδιοι μια σχεδόν αντανακλαστική προθυμία.
Αυτά όμως είναι τα επίχειρα πέντε δεκαετιών σταδιακής αφομοίωσης της προοδευτικής διανόησης στα μεσαία στρώματα της κοινωνικής ιεραρχίας και προσάρτησής της στο άρμα των πιο προωθημένων τμημάτων του κεφαλαίου καθώς αυτό ολοκλήρωνε την 3η βιομηχανική επανάσταση και τώρα επιχειρεί τη μετάβαση προς την 4η. Γιατί η άνωθεν απάντηση απέναντι στις ταραχές της δεκαετίας του 60 (ο τελευταίος σπασμός των κοινωνικών κινημάτων) δεν περιλάμβανε μόνο την αναδιάρθρωση της παραγωγικής διαδικασίας με την εισαγωγή των τεχνολογιών του αυτοματισμού και της πληροφορικής, αλλά κι έναν ιδεολογικό σφετερισμό αρκετών συνθημάτων εκείνης της εποχής. Η ιδεολογία της αυτο-πραγμάτωσης, απαλλαγμένη από ένα σημείο και πέρα από τα βαρίδια των «μεγάλων αφηγήσεων», δεν είχε κανένα πρόβλημα να αναδεχτεί στους κόλπους της «ελευθεριακά» και «αντι-ιεραρχικά» αιτήματα. Όχι μόνο δεν ήταν προβληματική η καθεστωτική αποδοχή μιας τέτοιας ελευθεριακότητας, αλλά, έτσι ανάλαφρη όπως ήταν, έγινε το καύσιμο για ένα νέο κύμα οργιαστικού καταναλωτισμού. Μαζί με τις μεγάλες αφηγήσεις όμως (υποτίθεται ότι) κατέρρευσαν και οι μεγάλες αντιστάσεις, δίνοντας χώρο στις μικρές κι εφήμερες αντι-εξουσίες. Αυτή ήταν εν τέλει η διέξοδος που επέτρεψε σε μεγάλα τμήματα της μεσαίας τάξης (και σίγουρα στους ακαδημαϊκούς, προοδευτικούς διανοούμενους) να διατηρήσουν μια ψευδεπίγραφη επαναστατικότητα, διοχετευόμενη προς έναν άνευρο δικαιωματισμό και προς μια ενίοτε αποπνικτική πολιτική ορθότητα που φιλοδοξεί να επιβάλλει ακόμα και γλωσσικούς ζουρλομανδύες, απολαμβάνοντας ταυτόχρονα τα προνόμια της κοινωνικής τους θέσης. Αυτό δεν σημαίνει φυσικά ότι το σύνολο των διανοουμένων προσχώρησε σε τέτοιες, εν πολλοίς μεταμοντέρνες αντιλήψεις. Αρκετοί αρνήθηκαν με εντιμότητα τέτοια καλέσματα.

Ακόμα κι έτσι όμως, ειδικά όταν μιλάμε για ακαδημαϊκούς διανοούμενους, οι υλικοί όροι της ύπαρξής τους και της αναπαραγωγής τους ως ειδικού κοινωνικού στρώματος ήταν άμεσα συναρτημένοι με τις νέες συνθήκες εντός κι εκτός πανεπιστημίου, με ό,τι συνέπειες αυτό μπορούσε να έχει όσον αφορά στο χάσμα που ανοίγεται πλέον ανάμεσα σε θεωρία και πράξη, ανάμεσα σε ακαδημαϊκό μάθημα και κοινωνική στάση. Αυτό που τελικά έμεινε να ονομάζεται προοδευτικός χώρος (στον οποίο υποτίθεται ότι θέλει να ανήκει η αριστερά) θα έπρεπε επομένως να κατανοηθεί καλύτερα ως η «κοινωνικά ευαίσθητη» φράξια της κυρίαρχης, καθεστωτικής ιδεολογίας.

Αν τα παραπάνω έχουν μια βάση, τότε λύνεται κι ένα ακόμα παράδοξο: αυτό της συμπόρευσης περιθωριοποιημένων κοινωνικών ομάδων με την παραδοσιακή δεξιά. Από τη στιγμή που η σύγχρονη αριστερά και ο «προοδευτικός» χώρος, από την ίδια τους τη θέση, έχουν βρεθεί να εκφράζουν τα πιο δυναμικά τμήματα της καπιταλιστικής ανάπτυξης, όσοι μένουν πίσω ή νιώθουν να απειλούνται από αυτό το είδος ανάπτυξης βρίσκονται στην αγκαλιά των εκπροσώπων των πιο καθυστερημένων κεφαλαιοκρατικών σχηματισμών που επιστρατεύουν τα όπλα της παραδοσιακής δεξιάς ως ανάχωμα. Με άλλα λόγια, πίσω από τους υποτιθέμενους ιδεολογικούς διαχωρισμούς ανάμεσα σε «αριστερά» και παραδοσιακή «δεξιά» βρίσκεται σε εξέλιξη μια σύγκρουση ανάμεσα σε διαφορετικές φράξιες των δυτικών καπιταλιστικών σχηματισμών που κινούνται με διαφορετικές ταχύτητες στη μετάβασή τους προς το νέο, θαυμαστό κόσμο της 4ης βιομηχανικής επανάστασης[1]. (περισσότερα…)

Πανδημία 2021

panic

Ηγέτες κορδωτοί και ζαρωμένα πλήθη,
κοπάδια ανθρώπινα στημένα στην ουρά,
απ’ τις οθόνες το κουκί και το ρεβύθι:
«Πες τους, γιατρέ, πως το εμβόλιο δεν πονά».

Πάνε δυο χρόνια που μαρμάρωσαν τα πάντα
(«καλέ, μας τσάκισε ο άτιμος ο ιός»),
μ’ ένα χαχάνισμα στ’ αυτιά («καλά σαράντα…»)
σύγκορμος τρέμει της Προόδου ο Υιός.

Μα πού ακούστηκε, ένα τοσοδούλι πλάσμα
κι εμπρός του πέφτουν οι λαοί του θανατά,
του υποδεκάμετρου ανεπαίσθητο ένα κλάσμα
που πίσω σέρνεται από εννιά μηδενικά.

Μόνο αποκούμπι μας η Σώτειρα Επιστήμη,
σταυροκοπιούνται στα κανάλια οι ευλαβείς.
—Ποιος είσαι, κύριε; Είσαι ειδήμων; Μη βλασφήμει!
Δικό σου χρέος έχεις ένα: να σωθείς.

—Α! μας χρειάζεται επειγόντως χαλινάρι…
—Οι αιρετικοί να παταχθούν ανηλεώς!
—Αδιανόητο ο καθείς να σουλατσάρει…
Στους ουρανούς χαμογελά ο τέως Θεός.

ΛΑΜΠΡΟΣ ΛΑΡΕΛΗΣ

Λιν Σου, συγγραφέας του «Κιχώτη»

του Μικαέλ Γκόμεζ Γκούτχαρτ

Μετάφραση Μαρία Φραγκούλη

«Η Κίνα είναι τόσο αλλόκοτα αποκαλυπτική ως προς την ουσία της, ώστε κανείς δεν την αντιμετωπίζει ατιμωρητί: σπανίζουν οι συγγραφείς που είναι ικανοί να μιλήσουν γι’ αυτήν δίχως να επιδείξουν τις πιο μύχιες εμμονές τους· υπό αυτή την έννοια, όποιος μιλάει για την Κίνα, μιλάει για τον εαυτό του».
ΣΑΪΜΟΝ ΛΕΪΣ

Το όνομα του Λιν Σου σάς είναι σίγουρα παντελώς άγνωστο. Ε λοιπόν, μάθετε ότι θα άξιζε μια αξιοσέβαστη θέση στα εγχειρίδια ιστορίας της λογοτεχνίας. Καταγόμενος από την επαρχία Φουτζιάν, στα νοτιοδυτικά της Κίνας, αυτός ο σπουδαίος αυτοδίδακτος λόγιος, απόγονος της δυναστείας Κινγκ, της τελευταίας που βασίλεψε στην Κινεζική Αυτοκρατορία, υπήρξε ζωγράφος, καλλιγράφος, μυθιστοριογράφος, έγραψε διηγήματα, ποιήματα, δοκίμια και μεταφράσεις. Εκτός των άλλων, από το τέλος του 19ου αιώνα υπέγραψε τις πρώτες λογοτεχνικές μεταφράσεις στην Κίνα – τις οποίες στερούνταν οι βιβλιοθήκες, εφόσον επί αιώνες η κινεζική παράδοση συνίστατο από σχόλια σε κείμενα αρχαίων Κινέζων, και όχι από εισαγωγές. Συνεπώς, ο Λιν Σου συνέβαλε σε μεγάλο βαθμό στο να διαδώσει, στον Κινέζο αναγνώστη, έργα και συγγραφείς άκρως εξωτικού χαρακτήρα, που προέρχονταν κυρίως από την Αγγλία, αλλά και από τη Γαλλία, τις Ηνωμένες Πολιτείες, τη Σουηδία και τη Γερμανία˙ και όλο αυτό, πρέπει να τονιστεί, χωρίς να μιλάει καμιά ξένη γλώσσα. Ζητούσε να του διαβάσει τα κείμενα ένας βοηθός-μεταφραστής που γνώριζε, έστω θεωρητικά, τη γλώσσα προέλευσης και μπορούσε επομένως να επιχειρήσει χωρίς εμπόδια μια ερμηνεία σε προφορικά Μανδαρίνικα. Απ’ όσα μας παραδίδουν οι πιο οξυδερκείς σχολιαστές του –ελάχιστοι, στην πραγματικότητα–, ο Λιν Σου προχωρούσε στο ξαναγράψιμο του συνόλου σε κλασικά Μανδαρίνικα, προσπαθώντας όσο το δυνατόν να μείνει πιστός στη διασκευή, προτιμώντας την πλοκή της αφήγησης παρά τη μελωδία, τον ρυθμό και το ύφος. Ο Λιν Σου (1852-1924), με όπλο μόνο την αυθεντία του, επωφελούνταν της εκπληκτικής ικανότητας που έγκειται στην ανάγνωση οποιασδήποτε γλώσσας μέσα από τα μάτια ενός άλλου.

Βοηθούμενος διαδοχικά από δεκαεννέα βοηθούς, μετέφρασε, ή καλύτερα ξανάγραψε, σχεδόν διακόσιους κλασικούς της δυτικής λογοτεχνίας, μεταξύ των οποίων: Μπαλζάκ, Σαίξπηρ, Δουμάς πατέρας και υιός, Τολστόι, Ντίκενς, Γκαίτε, Στήβενσον, Ίψεν, Μοντεσκιέ, Ουγκώ, Τσέχωφ και Λοττί. Μερικές από τις διασκευές του έγιναν μάλιστα, στις αρχές του 20ού αιώνα, πραγματικά μπεστ σέλερ στην Κίνα, όπως Η κυρία με τις καμέλιες, ξαναβαπτισμένη για την περίσταση ως Η κληρονομιά της παρισινής κυρίας με τις καμέλιες. Ακόμη πιο συναρπαστικό και μυστηριώδες είναι το γεγονός ότι καμιά πενηνταριά από τις ανέκδοτες μεταφράσεις του ήταν κείμενα των οποίων κανείς ως σήμερα δεν στάθηκε ικανός να ταυτοποιήσει τον συγγραφέα ή τη γλώσσα προέλευσης. Ανάμεσα σε αυτά τα χαμένα χειρόγραφα βρίσκονται αριστουργήματα, για τα οποία αγνοούμε απολύτως τα πάντα.

Τα βιβλία συχνά παίρνουν πλάγιους δρόμους και άλλα «μονοπάτια που διακλαδίζονται», για να γκρεμίσουν κάθε όριο και να φτάσουν εκεί όπου κανείς δεν τα περιμένει. Η ιστορία της λογοτεχνίας, ή της γραφής, δεν υστερεί ανάλογων παραδειγμάτων. Ο νεαρός Ισαάκ Μπάσεβις Σίνγκερ –μεταφραστής των Κνουτ Χάμσουν, Ρομαίν Ρολλάν και Γκαμπριέλε Ντ’Αννούντσιο στα Γίντις– δεν είχε, απ’ όσο φαίνεται, καμιά ιδέα Νορβηγικών, Γαλλικών ή Ιταλικών˙ βασίστηκε στις γερμανικές μεταφράσεις που κυκλοφορούσαν στην προπολεμική Πολωνία. Ο Βίτολντ Γκομπρόβιτς είναι ένα άλλο εντυπωσιακό παράδειγμα: στην Αργεντινή, ξανάγραψε ο ίδιος το Φερντυντούρκε του στα Ισπανικά, με τη βοήθεια των Βιρχίλιο Πινιέρα και Ουμπέρτο Ροντρίγκεζ Τομέου, δύο Κουβανών συγγραφέων που δεν είχαν ποτέ ακούσει ούτε μια πολωνική λέξη, και ύστερα ξαναμετέφρασε αυτή την εκδοχή στα Γαλλικά με τη βοήθεια ενός καθηγητή της Alliance Française του Μπουένος Άιρες, καταλήγοντας έτσι σε εκείνη που θα γινόταν η πρώτη γαλλική έκδοση του Φερντυντούρκε, η οποία εκδόθηκε από τον Μωρίς Ναντώ το 1958.

Το 1921 ο Λιν Σου αποφασίζει να αναμετρηθεί με τον Κιχώτη, ξεκινώντας από μια αγγλική μετάφραση του 1885. Ο βοηθός Τσεν Τζιαλίν, που είχε συμπληρώσει ένα μέρος της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης στην Αγγλία, φαινόταν ικανός να κάνει την ανάγνωση, σύμφωνα με την εξοικειωμένη τεχνική. Ωστόσο, προέκυψε μια μερική εκδοχή, όχι απλώς παραγεμισμένη με ανέκδοτους διαλόγους, αλλά επίσης ακρωτηριασμένη κατά πολλά κεφάλαια, ανάμεσα στα οποία ο περίφημος πρόλογος: δηλαδή 285 σελίδες από το πρώτο μέρος του αριστουργήματος του Μιγκέλ ντε Θερβάντες – εδώ είναι αδύνατον να μη σκεφτούμε το μυστικό εγχείρημα κάποιου Πιερ Μενάρ που, σύμφωνα με τον Χόρχε Λουίς Μπόρχες, φιλοδοξούσε ακριβώς να ξαναγράψει το πρώτο βιβλίο του Κιχώτη.

Η Βιογραφία του τρελού ιππότηΖωή του μαγεμένου ιππότη, ανάλογα με τις επαναμεταφράσεις) εκδόθηκε το 1922 στη Σανγκάι, προπύργιο της κινεζικής βιομηχανίας του βιβλίου, επονομαζόμενη τότε ως Παρίσι της Ανατολής, λόγω της πληθώρας εκδοτών, τυπογραφών και λογοτεχνικών καφέ. Ο Λιν Σου, καταβεβλημένος από την αρρώστια, πεθαίνει μετά από δύο χρόνια, αφήνοντας τον μισό Κιχώτη του εν είδει αποχαιρετισμού.

Αξίζει να θυμίσουμε ότι ο Δον Κιχώτης της Μάντσα αφηγείται για έναν άρρωστο γέρο συνεπαρμένο με τα ιπποτικά μυθιστορήματα, οι περιπέτειες του οποίου θα μεταφράζονταν από ένα αραβικό κείμενο που ο Θερβάντες με πανουργία αποδίδει σε κάποιον μουσουλμάνο ιστορικό. Η υπεκφυγή του ψεύτικου μεταφραστή ήταν, από τον 14ο αιώνα, ένα επαναλαμβανόμενο ταχυδακτυλουργικό κόλπο στην ιπποτική λογοτεχνία, οι συγγραφείς της οποίας συχνά παρουσίαζαν τα κείμενά τους ως μεταφράσεις από την τοσκανική και τη φλωρεντινή διάλεκτο, από τα Ταταρικά, Ελληνικά ή Ουγγρικά, για να μην αναφέρουμε άλλες γλώσσες που είναι αδύνατον να ταυτοποιηθούν. Ο λογοτεχνικός μοντερνισμός ξεκινάει το 1605 με ένα έργο που θα ήταν μια μετάφραση, και ο πρωταγωνιστής του οποίου είναι συγγραφέας μυθιστορημάτων. Ο κύκλος έκλεισε, και μάλιστα ωραία.

Μια μετάφραση, ως ξαναγράψιμο, όσο πιστή και αν είναι, δεν ισοδυναμεί ποτέ με το πρωτότυπο έργο. Ο Χοσέ Ορτέγκα υ Γκασσέτ επισήμαινε σχετικά ότι, στην καλύτερη των περιπτώσεων, συνιστά ένα «μονοπάτι» με κατεύθυνση το πρωτότυπο έργο. Το απίστευτο μυθιστορηματικό ταξίδι του ευρηματικού Λιν Σου, συνοδευόμενου από τον πιστό βοηθό Τσεν Τζιαλίν, πέρα από να διαψεύδει, μοιάζει να εκπληρώνει την ανησυχητική απεικόνιση της παραπάνω θέσης.

Παρίσι, 2017   

Η μετάφραση βασίστηκε στη δημοσίευση του κειμένου στο περιοδικό Testo a fronte. Teoria e pratica della traduzione, n. 58, I semestre 2018, Marcos Y Marcos, Milano.

Ο Mikaël Gómez Guthart (Μοντεβιδέο, 1981) είναι συγγραφέας, μεταφραστής και λογοτεχνικός κριτικός. Έχει μεταφράσει έργα των Ζαν Ζακ Ρουσσώ και Μερλώ-Ποντύ στα Ισπανικά, και στα Γαλλικά έργα των Μιγκέλ ντε Ουναμούνο, Βίτολντ Γκομπρόβιτς, Αλεχάντρα Πισαρνίκ, Ρικάρντο Πίλια κ.ά. Μαζί με την Αργεντινή συγγραφέα Ariana Harwicz έχουν γράψει το Desertar (Mardulce Editora, Buenos Aires 2020), έναν διάλογο γύρω από τη λογοτεχνία, τη μετάφραση, τα ταξίδια, καθώς και τα μυστήρια που εξυφαίνονται ανάμεσά τους.

Πανδημία, εμβόλια, επιστήμη: Το νέο ρήγμα

του ΑΓΓΕΛΟΥ ΧΡΥΣΟΓΕΛΟΥ

Στην ταινία του 1974, Υπόθεση Παραλλάξ, ο πρωταγωνιστής, τον οποίο υποδύεται ο Γουόρεν Μπίτι, ανακαλύπτει την ύπαρξη μίας πανίσχυρης ιδιωτικής εταιρείας που οργανώνει πολιτικές δολοφονίες έχοντας εξυφάνει ένα τεράστιο συνωμοτικό δίκτυο στην πολιτική, την αστυνομία και τα ΜΜΕ. Η ταινία είχε προβληθεί στο αποκορύφωμα της Υπόθεσης Ουώτεργκεητ, η οποία, ιδιαίτερα για την γενιά που είχε ανδρωθεί κατά την διάρκεια του πολέμου του Βιετνάμ, επιβεβαίωνε την υποψία ότι τα πάντα ελέγχονται από ένα «βαθύ κράτος» μυστικών υπηρεσιών και μεγάλων οικονομικών συμφερόντων. Το Χόλλυγουντ αποτύπωσε αυτό το κλίμα στο «σινεμά της παράνοιας» της δεκαετίας του 1970, όχι μόνο με την Υπόθεση Παραλλάξ αλλά και με ταινίες όπως το Όλοι οι Άνθρωποι του Προέδρου, Οι Τρεις Ημέρες του Κόνδορα κ.ά.

Τριάντα χρόνια αργότερα, στο πολιτικό ντοκιμαντέρ Φαρενάιτ 9/11 ο σκηνοθέτης Μάικλ Μουρ διατύπωνε διάφορες θεωρίες σχετικά με τις αμερικανικές εκλογές του 2000 και τις τρομοκρατικές επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορούσε τις σχέσεις της οικογένειας Μπους με την Σαουδική Αραβία. Αν και οι εν λόγω θεωρίες δεν βασίζονταν σε απτά στοιχεία, η ταινία έκανε παγκόσμια επιτυχία, αποσπώντας τον Χρυσό Φοίνικα στις Κάννες. Στις ΗΠΑ, το Φαρενάιτ 9/11 είχε αναχθεί σε κεντρικό ζήτημα της πολιτικής συζήτησης στη χρονιά των εκλογών κατά την οποία τελικά ο Τζωρτζ Μπους επανεξελέγη.

Αυτά τα παραδείγματα μας θυμίζουν ότι στις δυτικές δημοκρατίες, μέχρι ακόμα και σχετικά πρόσφατα, η βεβαιότητα ότι η πολιτική κατευθύνεται από σκοτεινές δυνάμεις και η καχυποψία ότι «κάτι μας κρύβουν» είχαν ένα διαφορετικό πολιτικό πρόσημο από αυτό που έχουμε συνηθίσει σήμερα. Στην εποχή μας, η αμφισβήτηση της κατεστημένης αλήθειας συσχετίζεται κυρίως με την λαϊκιστική ακροδεξιά. Μέχρι πριν από μερικά χρόνια όμως, οι ρόλοι ήταν αντεστραμμένοι. Οι άνθρωποι που πίστευαν στους θεσμούς – το κράτος, την θρησκεία, τα ΜΜΕ, την επιστήμη – ήταν κυρίως συντηρητικοί. Η αμφισβήτηση των κάθε είδους ελίτ ξεκίνησε την δεκαετία του ’60 από τα αριστερά, και όταν αυτή απέτυχε «να αλλάξει τον κόσμο», διοχετεύτηκε σε συνωμοτικές απόψεις που βρήκαν διέξοδο στην ποπ κουλτούρα των επόμενων δεκαετιών.

Η αμφισβήτηση των μέτρων κατά της πανδημίας, από τα λοκντάουν στα εμβόλια, είναι μια χαρακτηριστική περίπτωση αυτής της ιδεολογικής αντιστροφής. Ενώ σε σχετικές διαδηλώσεις στην Ελλάδα οι σχολιαστές επικεντρώνουν μονίμως στην χρήση θρησκευτικών συμβόλων από τους διαδηλωτές, καταδικάζοντας τον «σκοταδιστικό» και «οπισθοδρομικό» χαρακτήρα τους, το αντιεμβολιαστικό και αντιατρικό κίνημα έχει πολύ διαφορετικές απαρχές, στα new age κινήματα της Καλιφόρνια της δεκαετίας του ’70, που θεωρούσαν την κατεστημένη ιατρική όργανο των φαρμακευτικών εταιρειών. Αυτά τα κινήματα, από τα οποία ξεκίνησαν κι άλλες μόδες όπως η γιόγκα και η οργανική διατροφή, μπόρεσαν να διεισδύσουν στην Τέχνη (ιδιαίτερα το Χόλλυγουντ) και κατόπιν στις εταιρείες νέας τεχνολογίας που αναπτύσσονται ραγδαία από την δεκαετία του ’80 στην δυτική ακτή των ΗΠΑ. Η σημερινή αντιεμβολιαστική υστερία αποτελεί απόρροια αντιλήψεων που διαμορφώθηκαν από τους άλλοτε αντιρρησίες του συστήματος, οι οποίοι ωστόσο απαρτίζουν σήμερα, σε μεγάλο βαθμό, κομμάτι των νέων, προοδευτικών ελίτ.

Επομένως στην εποχή μας η αμφισβήτηση δεν προέρχεται από τα αριστερά αλλά από τα δεξιά, διατυπώνει δηλαδή αιτήματα λαϊκής χειραφέτησης όχι με όρους υλικής ισότητας και ατομικής απελευθέρωσης αλλά εθνικολαϊκής κυριαρχίας και επιβίωσης παραδοσιακών αξιών. Αυτό συμβαίνει γιατί πλέον και η νομιμοποιητική ρητορική του κατεστημένου – της πολιτικής, της επιστήμης, της διανόησης – διαφέρει πολύ από τις συντηρητικές ιεραρχίες προηγούμενων δεκαετιών. Παραδοσιακές αξίες όπως το έθνος, η θρησκεία και η πυρηνική οικογένεια, που κάποτε αποτελούσαν τον ακρογωνιαίο λίθο της νομιμοποίησης του πολιτικού συστήματος, πλέον στιγματίζουν τους – σύμφωνα με τον χαρακτηρισμό της Χίλλαρυ Κλίντον – «deplorables» (άθλιους, οικτρούς) που επιμένουν να τις ασπάζονται. Αντίθετα, η άνευ όρων αποδοχή ολοένα και πιο ριζοσπαστικών ιδεών αποτελεί πλέον διαβατήριο για την προσχώρηση στις νέες ελίτ.

Ζούμε σε μια εποχή όπου η παράδοση υιοθετείται ως εργαλείο αντίστασης όσων βρίσκονται «από κάτω» απέναντι στην κοινωνική, οικονομική και ιδεολογική αλλαγή που τους συνθλίβει, ενώ η χειραφέτηση χρησιμοποιείται «άνωθεν» ως εργαλείο πειθάρχησης. Όπως έχει γράψει ο Βρετανός σχολιαστής Εντ Γουέστ στο συντηρητικό διαδικτυακό περιοδικό Unherd, το νέο κατεστημένο δεν διαφέρει σε ό,τι αφορά την πυγμή της επιβολής του από το παλιό, αυτό που γνώρισαν οι γονείς και οι παππούδες μας. Παρά την φαινομενικά ανανεωτική ρητορική του, αυτό το νέο κατεστημένο φροντίζει, για παράδειγμα, να αστυνομεύει την γλώσσα ακριβώς όπως και το παλαιό. Η πολιτική ορθότητα, τιμωρώντας και το παραμικρό γλωσσικό παραστράτημα που μπορεί να θεωρηθεί ρατσιστικό ή ομοφοβικό, ενέχει ρόλο περιφρούρησης της δημόσιας σφαίρας, όπως και οι νόμοι περί προσβολής των θείων σε περασμένες εποχές. Σε αντίθεση με το παρελθόν, οι αμφισβητίες του συστήματος δεν είναι πια οι ροκ σταρ, αλλά πολιτικοί όπως ο Ντόναλντ Τραμπ, που σκανδαλίζουν την καθώς πρέπει κοινωνία με την ελευθεροστομία τους.

Σε τέτοιες περιόδους ακόμα και η επιστήμη παύει να θεωρείται ως αυτονόητη αυθεντία, κάτι στο οποίο ο κόσμος πιστεύει με τον ίδιο τρόπο που εμπιστευόταν άλλοτε τους πολιτικούς ηγέτες του ή τα μεγάλα δίκτυα ενημέρωσης. Ο αρχιεπιδημιολόγος των ΗΠΑ Άντονι Φάουτσι δήλωσε πρόσφατα ότι αν υπήρχαν fake news στα χρόνια της επιδημίας της ευλογιάς, η νόσος δεν θα είχε εξαλειφθεί. Ξέχασε να αναφέρει ότι οι μεγάλες εκστρατείες εμβολιασμού του 20ου αιώνα πραγματοποιήθηκαν σε κοινωνίες έντονου θρησκευτικού συναισθήματος και πίστης σε παραδοσιακές αξίες, σε βαθμό σαφώς μεγαλύτερο από ό,τι σήμερα. Εντούτοις αυτές οι ίδιες αξίες εγκαλούνται σήμερα για το ακριβώς αντίθετο – τη δυσπιστία απέναντι στα εμβόλια. Δεν είναι άρα ο λαός που έχει αλλάξει, αλλά το ίδιο το κατεστημένο, που βλέπει τον λαό ως μία οντότητα που αδυνατεί να συγχρονιστεί με τις νέες τάσεις και άρα πρέπει να τιθασευτεί.

Μπορούμε να βρούμε ενδιαφέρουσες αναλογίες μεταξύ της εποχής μας και του πρώτου μισού του 19ου αιώνα, οπότε η αστική τάξη αμφισβητούσε την κυριαρχία των παραδοσιακών μοναρχικών και αριστοκρατικών ελίτ. Όπως είχε εξηγήσει στο σπουδαίο βιβλίο του Η εποχή της Επανάστασης ο Έρικ Χόμπσμπαουμ, ετερόκλητα αιτήματα φιλελεύθερου εκσυγχρονισμού, εθνικής απελευθέρωσης και κοινωνικής δικαιοσύνης αντιπαλεύονταν τότε το κατεστημένο χωρίς να συγκροτούν ένα ενιαίο κίνημα ανανέωσης. Μάλιστα, μέχρι τα μέσα του 19ου αιώνα αυτά τα κινήματα είχαν περιορισμένη λαϊκή απήχηση, καθώς οι μάζες παρέμεναν προσκολλημένες στην θρησκεία και το στέμμα. Όταν οι νέες δυνάμεις καταλάμβαναν κάποια στιγμή την εξουσία, οι «υποσχέσεις» για ίσα δικαιώματα και εθνική απελευθέρωση εκπληρώνονταν σε πείσμα του λαϊκού αισθήματος, πολλές φορές με τρόπο βίαιο. Χρειάστηκε να περάσει ένας ακόμα αιώνας για να αποκτήσουν τέτοιες ιδέες αυθεντική μαζικότητα, συγκεκριμένα μόλις το νεωτερικό κράτος άρχισε να υιοθετεί τον εθνικισμό ως νομιμοποιητική ιδεολογία και η νέα βιομηχανική εργατική τάξη να ασπάζεται τον σοσιαλισμό.

Κατ’ αυτό τον τρόπο, όπως στο πρώτο μισό του 19ου αιώνα είχαμε στην Ευρώπη την οικοδόμηση ενός νέου τύπου κράτους στην βάση καινούργιων ιδεών, σήμερα βιώνουμε μία άλλη διαδικασία οικοδόμησης κράτους (state building), όπου η εξουσία επιδιώκει να αναλάβει νέους τρόπους διακυβέρνησης μπροστά σε περίπλοκες προκλήσεις όπως οι ψηφιακές τεχνολογίες, η κλιματική αλλαγή, οι δημογραφικές πιέσεις και η οικονομική ανισότητα. Οι ελίτ καλούνται πλέον να «εκπολιτίσουν» τις ίδιες τις κοινωνίες τους, τους σύγχρονους «αγρίους», οι οποίοι πρέπει να αποδεχτούν την πρόοδο και την επιστήμη «για το καλό τους», έστω και αναγκαστικά. Με τον ίδιο τρόπο, χωρικοί πριν από 200 χρόνια μάθαιναν ξαφνικά ότι είναι «πολίτες» και έχουν «δικαιώματα» αλλά με το αζημίωτο: επιβολή νέων φόρων, υποχρέωσης κατάταξης στον εθνικό στρατό και εκμάθησης μιας νέας εθνικής γλώσσας αντί της τοπικής διαλέκτου, εξοβελισμός παραδοσιακών θρησκευτικών εθίμων από την ζωή τους κ.λπ.

Η συμβατική πολιτική διαπάλη του οριζόντιου άξονα δεξιάς-αριστεράς επομένως αποκρύπτει την πραγματική διαιρετική τομή μεταξύ ενός κατεστημένου που προσπαθεί να ανανεώσει την ιδεολογία του και ενός ασύντακτου λαϊκού υποκειμένου που ασπάζεται ακόμα παραδοσιακές αξίες αλλά έχει χάσει προ πολλού την πίστη του στους θεσμούς. Για να επιστρέψουμε στις αντιυγειονομικές διαδηλώσεις, το εντυπωσιακό με την χρήση θρησκευτικών συμβόλων σε κάποιες από αυτές είναι ότι γίνεται χωρίς την έγκριση της επίσημης εκκλησίας, δείγμα αν μη τι άλλο της αποσύνδεσης του λαϊκού αισθήματος από κάθε είδους κατεστημένη ιεραρχία. Σε πρόσφατη δημοσκόπηση της ΔιαΝέοσις, μόλις το 0.6% των μη-εμβολιασμένων πολιτών στην Ελλάδα δικαιολόγησε την επιλογή του με βάση θρησκευτικά πιστεύω. Άλλωστε, όταν ακόμα και προαιώνιοι θρησκευτικοί θεσμοί υιοθετούν την ρητορική των νέων ελίτ για την μετανάστευση (Βατικανό) ή τις νέες ταυτότητες (Αγγλικανική Εκκλησία), οι μάζες καταλαβαίνουν ότι δεν έχουν πλέον πουθενά αλλού να στραφούν παρά στο περιθώριο, σε αυτοσχέδιες θεωρίες και σωτήρες.

Με τον ίδιο τρόπο, η εμμονική σύνδεση της αντίθεσης στα λοκντάουν και τα εμβόλια με την «λαϊκιστική ακροδεξιά» που επιχειρούν σχολιαστές στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ λέει περισσότερα για την απέλπιδα προσπάθεια των ταγών να αποσείσουν τις ευθύνες τους παρά για την πραγματική πηγή της πόλωσης. Το ότι η «κακιά ακροδεξιά» πείθει τον κόσμο να μην εμβολιαστεί θα ήταν μια κάποια παρηγοριά, θα ξέραμε τουλάχιστον τον «κακό» της υπόθεσης. Αυτό το αφήγημα όμως παραγνωρίζει π.χ. ότι σε πρόσφατη συγκέντρωση υποστηρικτών του ο Ντόναλντ Τραμπ άκουσε αποδοκιμασίες όταν προέτρεψε τον κόσμο να εμβολιαστεί (άλλωστε ο ίδιος είχε εγκρίνει το κατά γενική ομολογία επιτυχημένο πρόγραμμα εμβολιασμού των ΗΠΑ), ή ότι πρόσφατες διαδηλώσεις εναντίον εμβολίων και λοκντάουν στην Ευρώπη έχουν ένα τελείως θολό ιδεολογικό στίγμα, ανάλογο αυτού των Κίτρινων Γιλέκων πριν κάποια χρόνια. Όπως και η Μαρίν Λε Πεν τότε, η ακροδεξιά σε χώρες όπως η Γερμανία σήμερα δεν δημιουργεί την αμφισβήτηση, αλλά αντίθετα τρέχει εναγωνίως και αυτή να ψαρέψει ψήφους σε θολά νερά που ούτε και η ίδια ξέρει από πού πηγάζουν και πού θα εκβάλουν.

Τα παραπάνω δεν δικαιολογούν τις αντιεπιστημονικές εμμονές και την άρνηση των εμβολίων, υπενθυμίζουν όμως ότι η τελετουργική καταδίκη των «ψεκασμένων» σε καθημερινή βάση από τα επίσημα κανάλια της κυρίαρχης ιδεολογίας δεν συντελεί σε τίποτα άλλο παρά την εμβάθυνση του νέου ρήγματος που προκύπτει από την ιδεολογική-αξιακή περιθωριοποίηση μεγάλου μέρους της κοινωνίας από ένα πολιτικό σύστημα σε διαδικασία ιδεολογικής μετάβασης. Η ιστορική εμπειρία βέβαια δείχνει ότι σε βάθος χρόνου, εξουσία και μάζες κάποτε επαναστοιχίζονται, όμως αυτό συμβαίνει μόνο αφού η επίσημη νομιμοποιητική ιδεολογία εγκολπώνεται κάποιες από τις λαϊκές αξίες και παραδόσεις.

Για να επιστρέψουμε στο παράδειγμα της Ευρώπης του 19ου αιώνα, η αυθεντική μαζικοποίηση των νέων ιδεών είχε ως προϋπόθεση την ιδεολογική μετάβαση από τον ελιτίστικο και αλαζονικό Διαφωτισμό στον συνεπαρμένο από τις λαϊκές παραδόσεις, τα τραγούδια και παραμύθια Ρομαντισμό, την μήτρα του εθνικισμού και του σοσιαλισμού, των πραγματικά χειραφετητικών ιδεολογιών των επόμενων 150 ετών. Όσο τα πολιτικά συστήματα σήμερα δίνουν την εντύπωση ότι βρίσκονται σε πόλεμο με τις ίδιες τους τις κοινωνίες, τόσο η επίλυση προκλήσεων που απαιτούν μεγάλο βαθμό πολιτικής και εθνικής ομοψυχίας, όπως είναι η πανδημία αλλά και η κλιματική αλλαγή που πλέον μπαίνει και αυτή βίαια στην ζωή μας, θα γίνεται πηγή νέων διχασμών. Εν αναμονή ενός νέου πολιτικού ρομαντισμού, επομένως.

ΑΓΓΕΛΟΣ ΧΡΥΣΟΓΕΛΟΣ

Επιστροφή στην κανονικότητα

 

του ΚΩΣΤΑ ΜΕΛΑ

Η «επιστροφή στην κανονικότητα» αποτελεί για την πλειοψηφία των Ελλήνων το στερεότυπο εκείνο που κυριαρχεί στις ημερήσιες συζητήσεις τους και στοιχειώνει τα νυχτερινά τους όνειρα. Παράλληλα αποτελεί μόνιμη επωδό των άνευ σημασίας ρητορειών των πολιτικών κομμάτων.

Αν δεχτούμε ότι ως στερεότυπο θα μπορούσαμε να ορίσουμε σε γενικές γραμμές «μια εμβριθή παρατήρηση της οποίας η ουσιαστική αλήθεια έχει αμβλυνθεί από την επανάληψη» (Τζόναθαν Κόου, Μέση Αγγλία, Πόλις, 2021), γίνεται άμεσα αντιληπτό κάτι πολύ απλό: η «επιστροφή στην κανονικότητα» αποτελεί μια επαναλαμβανόμενη συζήτηση που η (όποια) αλήθεια της έχει ξεφτίσει. Έχει κουράσει. Έχει μετατραπεί σε ένα σλόγκαν, τελικά, άνευ περιεχομένου και επομένως στην πραγματικότητα δεν σημαίνει απολύτως τίποτε. Ή μάλλον σημαίνει ό,τι ο καθένας έχει στο μυαλό του.

Στην πραγματικότητα η φράση «επιστροφή στην κανονικότητα», δεν συνδέεται καθόλου με το παρελθόν – κάτι που υπονοείται μέσω του ουσιαστικού «η επιστροφή»– αλλά με το μέλλον.

Γιατί όμως δεν λέγεται αυτό με ευθύ και κατηγορηματικό τρόπο αλλά χρησιμοποιείται μια λέξη που δηλώνει την επαναφορά κάποιας παρελθούσης περιόδου; Με παιγνιώδη τρόπο αφήνει να υπερίπταται πάνω από τα κεφάλια των ανθρώπων η ελπίδα – το τελευταίο στοιχείο που υπάρχει στον πάτο του κουτιού της Πανδώρας– για μια επιστροφή σε μια ακαθόριστη εποχή όπου ο καθένας μπορεί να φαντασιώνεται ότι η ζωή του ήταν καλύτερη από ότι είναι σήμερα.

Ο πιο πιθανός λόγος θα πρέπει να αναζητηθεί, μάλλον, στην άδηλη και αβέβαιη μελλοντική «κανονικότητα» που συνεχώς εξελίσσεται καθημερινά μπροστά μας. Αυτή πρέπει με κάποιο τρόπο να συνδεθεί με το παρελθόν αλλά και συγχρόνως να αποκοπεί από αυτό δημιουργώντας μέσω των συμβολικών μηχανισμών μια παραμόρφωση της εν εξελίξει συντελούμενης κοινωνικής διαδικασίας.

Η προσέγγιση αυτή δεν αφορά κάποιο πολιτικό κόμμα, κάποια οργάνωση πολιτών, αφορά και είναι πολύτιμη για ένα ετερόκλητο, άμορφο συνασπισμό συμφερόντων που φροντίζει ιδιαίτερα να συγκαλύπτει τις προθέσεις του.

Καμμιά κοινωνική αλλαγή δεν επιτυγχάνεται χωρίς να έχει προαγγελθεί, προετοιμαστεί και διευκολυνθεί από ένα σύνολο μικρότερων αλλαγών, οι οποίες συχνά περνούν απαρατήρητες στην ιστορική καθημερινότητα.

Αυτές οι μικρές αλλαγές περνούν απαρατήρητες διότι καλύπτονται από την εντύπωση ότι αποτελούν θετικές και προοδευτικές απαντήσεις στις νέες ιστορικές προκλήσεις, μια αίσθηση προερχόμενη από τους ιδεολογικούς μηχανισμούς της εξουσίας, και όταν τελικά «επιβάλλεται η τροποποίηση ή η ανανέωση του θεμελιώδους δόγματος, οι γενιές που θυσιάζονται κατά τη διάρκεια του μετασχηματισμού μένουν ουσιαστικά ξένες προς αυτόν, και συχνά γίνονται ευθέως εχθρικές» (August Comte, Έκκληση στους συντηρητικούς, Καστανιώτης, 2000).

Όμως όταν εγκαθίσταται, πλέον, ως κυρίαρχη η κοινωνική αλλαγή, η ιστορία έχει πάρει το δρόμο της. Το ουσιαστικό είναι η ιδεολογική ματιά να έχει κάνει όλη τη «βρώμικη δουλειά».

ΚΩΣΤΑΣ ΜΕΛΑΣ