ΝΠ | Επίκαιρα & Σχόλια

Λάμπρος Λαρέλης, Κόμμα ελληνικό

mpost

 

 

 

 

 

 

 

 

~.~

 

ΚΟΜΜΑ ΕΛΛΗΝΙΚΟ

Τώρα που θα φύγω και θα πάω στα ξένα,
δέντρο που ξερίζωσαν του καιρού οι ανέμοι,
άφησέ με νά ’χω κάτι κι από σένα,
παρδαλή πατρίδα εξαχρειωμένη,
άφησε μαζί μου σουβενίρ να πάρω
για όσες πίκρες μού ’δωσες, κάθε σου χτικιό,
σουβενίρ της λέρας, της βλακείας καπάρο,
μόνο λίγο κόμμα, κόμμα ελληνικό.

Κόμμα αναστημένο μες στα βουρκονέρια,
κόμμα βουτηγμένο στην ψευτιά, στη φτήνια,
κόμμα ταϊσμένο με λογής ξεφτέρια,
κόμμα που σημαία το ’χουν τα σαΐνια,
γαλανό και πράσινο κι ερυθρό κοπάδι
που όλο ατσιδοσύνη ζέχνει κι εμετό,
κόμμα που την κάλπη του έστησε στον Άδη
κι ο Αρχηγός του ανέτειλε απ’ τον οχετό.

Κόμμα που όλα γύρω τα ’χει κάνει στάχτη,
που όσα όρθια στέκαν τά ’χει όλα γκρεμίσει,
τ’ άγια που έχει θάψει μέσα στην απάτη
κι έχει όλα τα τίμια στην κοπριά κυλήσει
από την Ακρόπολη ώς το Εικοσιένα,
που έχει κάνει σούργελο κάθε προκοπή,
κόμμα που ένα κόμισε δώρο στον καθένα:
αναγούλα κι όνειδος, πόζα και πομπή.

Το έμβλημά σου, κόμμα μου, πάνω στο ψυγείο
να κολλήσω θέλω, άθλιο θυμητάρι,
κι όταν θα σε βλέπω, μ’ ένα γέλιο κρύο
να χλευάζω ολόκαρδα την αισχρή σου χάρη.
Η δική σου η θέα να με αηδιάζει
κι όσο κι αν πεινάσω, όσο κι αν διψώ,
μια ματιά στην όψη σου λες θα με προστάζει
πίσω στην Ελλάδα να μην ξαναρθώ.

Κι αν το ριζικό μου –κωμικό το μαύρο–
άθελά μου κάποτε με γυρίσει πίσω,
τη στερνή μου εκδίκηση μέσα σου εγώ θά ’βρω
όλη αυτή τη βρώμα σου, κόμμα, αν αυγατίσω.
Μες στον σκουπιδώνα σου μόνο να πεθάνω,
τίποτα δεν ξέρω πιο λυτρωτικό,
να σαπίσω σύγκορμος στη σαπίλα επάνω,
κόμμα άθλιο πτώμα, πτώμα ελληνικό.

ΛΑΜΠΡΟΣ ΛΑΡΕΛΗΣ

 

 

Οι Συγγραφείς και οι Συρραφείς: Μια επίκαιρη σατιρική ανθολογία

lllogoklop

Έντεχνα Πάθη… Η μικρή αυτή σατιρική ανθολογία βάζει στο στόχαστρό της το απίθανο τσίρκο της λογοτεχνικής μας ζωής, τα κωμικά του επεισόδια (ιδίως αυτά των τελευταίων ημερών…) και τους διαβόητους πρωταγωνιστές τους. Γράφουν, κατ’ αλφαβητική σειρά, οι Γιάννης Κυριαζής, Λάμπρος Λαρέλης, Γιάννης Μπελεσιώτης (άλλως Στιχάκιας), Γιώργος Μπλάνας, Γιάννης Πατίλης, Νίκος Σαραντάκος και Δημήτρης Ε. Σολδάτος. Πλην εκείνων των Γ. Κυριαζή, Λ. Λαρέλη και Γ. Πατίλη, τα υπόλοιπα ποιήματα είναι ανέκδοτα ή έχουν παρουσιαστεί ώς τώρα μόνο στο facebook. (Επιμέλεια Κ.Κ.)

~.~

Γιάννης Κυριαζής

ΛΟΓΟΚΛΟΠΗΣ ΕΓΚΩΜΙΟΝ

Η έμπνευσή μου είναι λίγη
δεμένη η γλώσσα προ πολλού
μα υποτάσσομαι στα ρίγη
της φήμης μου του ποιητού.

Τι κι αν μια σκέψη δε διαθέτω
κι αν το χαρτί είναι καθαρό,
θα το γεμίσω εν χρόνω ευθέτω
με στίχους άλλων που θα βρω.

Είναι τα όρια μπερδεμένα
κρυπτομνησίας-λογοκλοπής…
Πριν να τα βρούνε, τα κλεμμένα
δικά μου κάνω, άνευ ντροπής.

Ποιήματα ολόκληρα, στιχάκια,
περικοπές και γνωμικά,
μεταφρασμένα ξένα αρθράκια:
αγύριστα και …δανεικά.

Κι άμα πρωτόλειο μου πέσει
στα χέρια, νέου δημιουργού,
θα λέω πάντα «δε μ’ αρέσει»
και θα τo κλέβω κι αυτουνού.

Άλλα αυτούσια θα τα παίρνω,
σ’ άλλα θα κάνω συρραφή
και από κάτω τους θα σέρνω
φαρδιά πλατιά υπογραφή.

Θα τα τυπώνω, θα τα εκδίδω,
θα με προβάλλουν, θα με υμνούν
μαθήματα θα παραδίδω ‒
κι όλοι θα με χειροκροτούν.

Θα ’ρθει κοινό να με θαυμάσει
ομιλητή των αιθουσών…
θα κάνουν τόπο να περάσει
ο ευνοημένος των Μουσών.

Μόνο τα βράδια στο σκοτάδι
νεκροί κι αγέννητοι ποιητές
θα με δικάζουνε ομάδι
που κλέβω φως απ’ τις σκιές…

Χρονοθύελλα, 2012

~.~

Λάμπρος Λαρέλης

ΣΕ ΚΡΙΤΙΚΟ ΚΑΘ’ ΟΛΑ ΣΥΝΕΠΗ

Οι λογοκλέφτες σού ’τανε καρφί στο μάτι,
με τους αγύρτες, α, δεν είχες κολιγιές,
ήσουν των κλόουν και των τρα-λα-λά ο φονεύς.
Τώρα ζαχάρωσες· σαν του Χατζηαβάτη
έγινε η γλώσσα σου κομψή και ντελικάτη
και γλυκογλείφει όσους πίκραινε ώς χθες.

Vita poetica, 2016

~ . ~

Γιάννης Μπελεσιώτης

ΜΙΑ ΜΙΚΡΗ ΑΝΑΠΟΔΙΑ

Δικά μου οι στίχοι από το αίμα μου παιδιά
Δικές μου οι σκέψεις που ’χω έντεχνα συ(γγ)ράψει
Έτυχε ωστόσο μια μικρή αναποδιά
Και κάποιος άλλος, πριν, τα έχει υπογράψει

Εγώ είμαι πάντα στη ζωή μου συνετός
Πριν γράψω κάτι, ασφαλώς, το διασταυρώνω
Λάθος με ψέγουν θα το δείξει ο καιρός
Αυτή τη σύνεση που είπα πριν πληρώνω

Δε βρίσκουν τόπο οι κεραυνοί στην ξαστεριά
Τι λόγο να ’χω ή ποιο κίνητρο να κλέψω
(Τα λέω ‒δεν παίζομαι!‒ με τέτοια σιγουριά
Που κινδυνεύω ώς κι εγώ να τα πιστέψω)

1.7.2020

~.~

Γιώργος Μπλάνας

ΣΟΝΕΤΟ (ΓΙΑ ΠΟΙΗΤΗ ΚΑΙ ΔΙΕYΘΥΝΤΗ
ΠΟΙΗΤΙΚΗΣ ΣΕΙΡΑΣ) ΤΗΣ ΣΥΜΦΟΡΑΣ

Αλίμονο σ’ εκείνους που θα δούνε
του βλαβερού τα μούτρα, όταν διαβάζει
τη νέα συλλογή τους και σπαράζει
το μπλάβο χείλι του· θα φοβηθούνε

και θ’ απορήσουν πώς μπορεί τ’ ωραίο
τέτοια ζημιά σε άνθρωπο να κάνει:
το μάτι από τη ζήλια σαν ροδάνι
τρελά να φέρνει βόλτες, το μοιραίο

να λες πως θα τον βρει απ’ ώρα σ’ ώρα.
Θάρρος! Για ενός ασήμαντου τη χάρη
να μη τους πάρει η μαύρη κατηφόρα

και πάψουνε να γράφουν. Το πουλάρι
που καμωνότανε πως ήταν, τώρα
θυμίζει ξεσαμάρωτο μουλάρι.

2019

~.~

Γιάννης Πατίλης

ΕΝΤΕΧΝΑ ΠΑΘΗ

Απ’ τα Μεγάλα Πάθη της Λογοτεχνίας
με γοητεύουν των Λογοτεχνών τα Πάθη
κρυφές (δημόσιες) σχέσεις του αλκοόλ τα βάθη
καταραμένο Άνθος της Κλεπτομανίας

Θρεμμένο από τους ψεκασμούς της Θεωρίας
δίνει ζωή (εκδοτική) σ’ όποιον ’μαράθη
γραμμάτων πόθος για ένα γρήγορο καλάθι
από την κούρα ντεμοντέ Πρωτοτυπίας

Μίδας μεταμοντέρνος με ό,τι ξένο πιάνει
ο Λογοκλόπος δεν μπορεί να συνταιριάξει
– θέλει δε θέλει ολοδικό του θα το κάνει!

Πάθος για Λίγους! Πανδημία αν δεν υπάρξει
μια εταιρεία λογοτεχνών να κλείσει στόματα
σ’ ένα Συνέδριο (δίχως κείμενα κι ονόματα)

Αύγουστος 2015

Από τη σειρά «Σονέτα με σημαία ευκαιρίας». Δημοσιεύτηκε
στον τόμο της Εταιρείας Συγγραφέων, Τα Πάθη στη Λογοτεχνία,
Εκδόσεις Καστανιώτη – Εταιρεία Συγγραφέων, 2016.

~.~

Νίκος Σαραντάκος

ΣΤΑΜΑΤΗΜΑ

Φίλος μου, λόγιος δεινός, για γλώσσα που ενδιαφέρεται,
ρωτούσε η λέξη «συγγραφεύς» πώς τάχα να προφέρεται.

Η έρρινη η προφορά η παραδεδομένη,
ραγδαία τώρα υποχωρεί και άρρινη απομένει.

Άλλοι προφέρουν «συγκραφεύς», σα νά ’λεγαν αγκράφα,
κάποιοι το λένε «συγραφεύς», λες κι έτσι θα το γράφαν.

Το δίλημμα έλυσε λαμπρά στο Βήμα συνεργάτης,
με μία μέθοδο σοφή, που κάποιοι είπαν απάτη.

Κείμενα παίρνει αγγλικά, τα στραβομεταφράζει,
κόβει δυο φράσεις από εδώ, εκεί μι’ ατάκα ράβει

Και το δυσκολοπρόφερτο αυτό το «συγγραφέας»
τώρα εκσυγχρονίστηκε κι έγινε «συρραφέας»!

facebook, 2.7.2020

~.~

Δημήτρης Ε. Σολδάτος

ΓΙΑΤΙ ΝΑ ΚΛΕΒΕΙ Ο ΒΛΑΒΙΑΝΟΣ;

Στον Κώστα Κουτσουρέλη

Γρίφο μεγάλο κληθήκαν οι ποιητές να λύσουν,
π’ ούτε ένας μέχρι σήμερα δεν μπόρεσε να λύσει.
Αν αποτύχουν, θα ’πρεπε για πάντα να σιωπήσουν
προτού το μέγα ερώτημα την σκέψη τους διαλύσει.

«Γιατί να κλέβει ο Βλαβιανός;» Ιδού η απορία!
Τι τον ωθεί στην πράξη αυτή; Τόσος μεγάλος κόπος
για να γραφτεί με γράμματα χρυσά στην Ιστορία
ουδόλως – φευ! – σαν ποιητής αλλά ως λογοκλόπος;

Εκεί, προς το δημοτικό, ξύλο πολύ είχε φάει
απ’ τον μπαμπούλα δάσκαλο, απ’ τα παιδιά στην μπάλα;
Στα νιάτα του χυλόπιτες; Να δοξαστεί ζητάει
κλέβοντας, όπως τού ’κλεψαν κι οι άλλοι όλα τ’ άλλα;

Γιατί να κλέβει ο Βλαβιανός, αφού τον ξεφωνίζουν
οι πάντες; Ή μην τάχατες αυτό ήθελε – ωιμένα:
οι πάντες τα βιβλία του πάντα να ξεφυλλίζουν
μετά δεούσης προσοχής να βρούνε τα κλεμμένα;

Γιατί να κλέβει ο Βλαβιανός; Ο Κώστας Κουτσουρέλης
στον «Φάκελο Λογοκλοπή», του Νέου Πλανοδίου,
την τρίχα σου σαν κάγκελο σηκώνει, θες δεν θέλεις –
βρίσκει περσότερες κλεψιές κι απ’ του… Βατοπεδίου!

Γιατί να κλέβει ο Βλαβιανός; Για πλάκα να Googl-άρεις
έναν και μόνον στίχο του, παίζει να είν’ κλεμμένος!
Γιατί να κλέβει ο Βλαβιανός; Το επώνυμό του αν πάρεις,
θα βρεις μια βλάβη! Πιθανόν να είναι και βλαμμένος;

Μπα! Ποιος βλαμμένος έδρεψε αμέτρητα βραβεία
για όλα όσα έκλεψε κι εκείνα που θα κλέψει;
Ποιος την δημοσιότητα την έκανε συμβία
τόσο, που ίσως το Νομπέλ κι εκείνο να το δρέψει;

Μα, ναι! Βλαμμέν’ είμαστε εμείς, που γράφουμε δικά μας
ποιήματα! Το σκέφτομαι πρώτη φορά μου, μάλλον:
αντί να σπάμε ολημερίς για στίχους τα μυαλά μας,
δεν θα ’ταν προτιμότερο να κλέβαμε των άλλων;

«Μα, Βλαβιανοί να γίνουμε;» θα με ρωτήσει κάποιος.
«Η Ιδέα της ποιήσεως ιερή κι όχι χυδαία!»
θα πει ένας άλλος, ηθικός – απ’ όλους ο πιο σάπιος.
Να κλέψουμε τον Βλαβιανό, ρε μάγκες, είν’ η ιδέα!

«Κι αν κλέβοντας τον Βλαβιανό, κλέψουμε κάποιον άλλο
που έκλεψε ο Βλαβιανός, δεν θα ’ναι αδικία;»
Ω, δεν το είχα αυτό σκεφτεί! Άσ’ το να πάει στο διάλο –
δεν κλέβεται ο Βλαβιανός, αυτή ’ν’ η μαλακία!

20.6.2020

Το ζήτημα της λογοκλοπής στη Βουλή – Παραίτηση Βλαβιανού από την Εταιρεία Συγγραφέων

plagiarism

 

 

 

 

 

 

Το Νέο Πλανόδιον λυπάται πολύ που τις τελευταίες ημέρες τείνει να γίνει μονοθεματικό και οι τακτικές μας αναρτήσεις καθυστερούν. Όμως οι εξελίξεις στο σκάνδαλο της λογοκλοπής είναι ραγδαίες, και με τον «μεγάλο» Τύπο φιμωμένο, ο μόνος δίαυλος επικοινωνίας και ενημέρωσης είναι ακριβώς τα ανεξάρτητα περιοδικά και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

Χθες είχαμε μια σημαντική εξέλιξη. Τρία μέλη της Βουλής των Ελλήνων κατέθεσαν επίκαιρες ερωτήσεις προς τους υπουργούς Παιδείας, Πολιτισμού και Δικαιοσύνης για το ζήτημα, επικαλούμενοι ακριβώς την κοινή Ανοιχτή μας Επιστολή των 30 περιοδικών, ιδρυμάτων και ενώσεων. (Βλ. στο τέλος παραπομπές.) Πολύ σύντομα η κ. Μενδώνη, η κ. Κεραμέως και ο κ. Τσιάρας θα κληθούν να δώσουν εξηγήσεις στο Κοινοβούλιο για την υπόθεση Σταμάτη, την υπόθεση Βλαβιανού και γενικά για την θεσμική ατιμωρησία των λογοκλόπων στη χώρα. Θα παρακολουθήσουμε πολύ προσεκτικά τις τοποθετήσεις τους.

Χθες επίσης η Εταιρεία Συγγραφέων κυκλοφόρησε ένα κατάπτυστο κείμενο όπου εμμέσως πλην σαφώς προειδοποιούνται όχι οι καταγγελλόμενοι, αλλά οι καταγγέλλοντες-μέλη της Εταιρείας ότι θα διαγραφούν επειδή αντιδρούν στη συγκάλυψη!! Μας φαίνεται αδιανόητο ότι ένα τέτοιο κείμενο, που είναι και νομικώς επίμεμπτο, συνυπογράφεται από τα αξιότιμα μέλη του ΔΣ της Εταιρείας. Και εδώ, σύντομα θα κληθούν όλοι να πάρουν θέση. [1]

Έχουμε ανοίξει έναν οχετό, αγαπητοί φίλοι, του οποίου οι τερατώδεις διαστάσεις ακόμη και τώρα μάς διαφεύγουν. Τις μέρες αυτές, εμείς της Πρωτοβουλίας κατά της Λογοκλοπής είδαμε φίλους και συνεργάτες μας προσωπικούς να «δελεάζονται» παντοιοτρόπως ή και να εκβιάζονται ευθέως ώστε να μας στρέψουν την πλάτη. Όπως έγραφε χθες ο Γιάννης Πατίλης στο Ιστολόγιό του, όπως γράφει σήμερα ο Γιώργος Μπλάνας εδώ σε μας, έχουμε να κάνουμε με ανθρώπους που δεν ορρωδούν προ ουδενός.

Στο μεταξύ η Ανοιχτή Επιστολή μας συνεχίζει την πορεία της. Σήμερα την αναδημοσιεύουν το Ποιείν και το περιοδικό Πρόταγμα – Πολιτική ομάδα για την Αυτονομία, φορείς που και οι δύο έχουν δώσει αγώνα εδώ και χρόνια κατά της λογοκλοπής. Τους ευχαριστούμε.

ΝΕΟ ΠΛΑΝΟΔΙΟΝ

[1] Παραθέτουμε το κείμενό της Εταιρείας Συγγραφέων που κυκλοφόρησε χθες αλληλογραφικά. Έως τώρα δεν έχει αναρτηθεί στην ιστοσελίδα της Εταιρείας.

Το έργο των συγγραφέων και η προσφορά τους κρίνονται από τους αναγνώστες τους

Η Εταιρεία Συγγραφέων έχει ηλεκτρονική και ταχυδρομική διεύθυνση, όπου απευθύνονται όσοι πράγματι επιθυμούν να επικοινωνήσουν μαζί της. Κάποιοι επέλεξαν να την εγκαλέσουν πριν επικοινωνήσουν μαζί της.

Το καταστατικό της Εταιρείας Συγγραφέων προβλέπει δυνατότητα αποβολής με απόφαση του Δ.Σ., αν μέλος της Εταιρείας ενεργεί εκ προθέσεως αντίθετα προς τους σκοπούς της ή αμελεί τις υποχρεώσεις του.

Για σοβαρά θέματα, προηγείται εξέτασή τους από το ανώτατο όργανο της Εταιρείας, τη Γενική Συνέλευση, που αποφαίνεται παίρνοντας υπόψη στοιχεία που έχουν κατατεθεί από όλες τις πλευρές.

Ως μείζων φορέας προάσπισης της ελευθερίας του λόγου, η Εταιρεία Συγγραφέων θεωρεί ότι το έργο των συγγραφέων και γενικότερα η προσφορά τους κρίνονται διαρκώς από τους αναγνώστες τους.

Το Δ.Σ. της Εταιρείας Συγγραφέων
29 Ιουνίου 2020

Είναι αδιανόητο ότι το ΔΣ της Εταιρείας Συγγραφέων παρουσιάζεται εδώ να αγνοεί το Καταστατικό της! Αντιγράφουμε επί λέξει (υπογραμμίζοντας):
~~
ΑΡΘΡΟ 10
Αποβολή:
~
1)    Τακτικό μέλος της Εταιρείας αποβάλλεται με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου, η οποία του κοινοποιείται, εφόσον: 
   
α) Ενεργεί εκ προθέσεως αντίθετα προς τους σκοπούς της Εταιρείας.
β) Παραβιάζει τους όρους του Καταστατικού.
γ) Προβαίνει σε ενέργειες, κατά τις οποίες χρησιμοποιεί αυθαίρετα το όνομα της Εταιρείας.
δ) Κατηγορείται για λογοκλοπία που έχει αποδειχθεί.
ε) Παρακωλύει συστηματικά τη διεξαγωγή των Γενικών Συνελεύσεων και των εκδηλώσεων της Εταιρείας.

στ) Απουσιάζει αδικαιολόγητα από τρεις συνεχείς Γενικές Συνελεύσεις.
ζ) Οφείλει συνδρομές, όπως ορίζει το άρθρο 9.
~
Ώστε ούτε οι «αναγνώστες», ούτε η «Γενική Συνέλευση» είναι οι αρμόδιοι να κρίνουν, όπως ισχυρίζεται η διοίκηση της Εταιρείας. Βάσει καταστατικού, το ΔΣ της Εταιρείας είναι το όργανο που οφείλει να αποφανθεί αφ’ ης στιγμής έχει εγερθεί ζήτημα και υπάρχει αποδεδειγμένη λογοκλοπή. Καθετί άλλο συνιστά παράλειψη καθήκοντος και αρνησιδικία, δηλαδή συγκάλυψη.

 

ΕΠΙ ΤΟΥ… ΠΙΕΣΤΗΡΙΟΥ, Τετάρτη 1.7.2020, 14.00

Όταν το καράβι βουλιάζει, τα ποντίκια πρώτα το εγκαταλείπουν!

Μόλις τώρα έγινε γνωστή η μελοδραματική παραίτηση του Βλαβιανού από την Εταιρεία Συγγραφέων. Η υστεροβουλία της παραίτησης είναι διάφανη. Με απόπειρα συγκάλυψης της απάτης έχουμε να κάνουμε, όπως λέει και ο Ντ. Σιώτης. Νομίζει ότι αν δεν έχει την ιδιότητα του μέλους, θα πάψει η πίεση προς το ΔΣ της Εταιρείας ώστε να ελέγξει τις πράξεις του.

Ε, κάνει πολύ μεγάλο λάθος!

Όχι μόνο επειδή υπήρξε μέλος κατά τη στιγμή της δημοσίευσης των έργων «του», άρα η Εταιρεία αναδρομικώς υποχρεούται ηθικά και καταστατικά να τον ελέγξει. Ειδάλλως ο κάθε λογοκλόπος μπορεί να δηλώνει συγγραφέας καλυπτόμενος από την Εταιρεία και στο τέλος όταν η κατάσταση ζορίσει να παίρνει το καπελάκι του παριστάνοντας από πάνω και τον διωκόμενο! Το ΔΣ πρέπει να κρίνει τα τεκμήρια και να αποφανθεί επισήμως για τις καταγγελίες.

Αλλά και επειδή το απόστημα πλέον άνοιξε, είναι και άλλοι μαζί του που τον συναγωνίζονται στο όργιο της… «διακειμενικότητας» και είμαστε μόλις στην αρχή.

Η λογοκλοπή δεν είναι χαριτωμένο χόμπυ, παραξενιά μερικών λοξών. Είναι απάτη. Οι λογοκλόποι θα λογοδοτήσουν.

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

 

Ο δρόμος προς την κόλαση είναι στρωμένος με ποιήματα (άλλων)

Impression

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΜΠΛΑΝΑ

Νομικός δεν είμαι, συνεπώς δεν μπορώ να αποφανθώ περί λογοκλοπής από νομική άποψη. Δεν έχω, ωστόσο, λόγους ‒το αντίθετο μάλιστα‒ για να υποψιάζομαι καν πως οι προσφάτως καταγγέλλοντες τον Χάρη Βλαβιανό για συστηματική λογοκλοπή αγνοούν και τις νομικές διαστάσεις του θέματος.

Εγώ την λογοκλοπή μπορώ να την κρίνω με κάποια ασφάλεια μόνο από ηθική ή και αισθητική άποψη. Στην περίπτωση του Χάρη Βλαβιανού, ο οποίος ξεκίνησε με αρκετές προοπτικές, τις οποίες πολύ γρήγορα διέψευσε, παρατηρώ τα παρακάτω.

Πρώτον, οι στίχοι, οι στροφές, τα χωρία και οι ιδέες ολόκληρων ποιημάτων άλλων που ενσωματώνει ή ακολουθεί, όταν δεν είναι απλές μεταφράσεις, όχι μόνο δεν στέκονται στο ύψος των πρωτοτύπων, αλλά αποτελούν αδέξιες παραλλαγές. Το γεγονός αυτό επιβεβαιώνει νομίζω πως τα ποιήματά του δεν έχουν την ποιότητα την οποία διαφημίζει ο ίδιος, οι εκδότες του και οι παρουσιαστές του. Δίνουν έντονα την εντύπωση πως αποτελούν ομοιώματα ποιημάτων ή τουλάχιστον μη ποιημάτων τα οποία διεκδικούν ρόλο ποιημάτων, μέσω ελλιπούς κατανόησης κριτικών θεωριών περί μετά- (post-) ποίησης. Αυτό θα μπορούσε να αποτελέσει κάποια αισθητική πρόταση, αν ο ποιητής είχε κατανοήσει σε βάθος τις λειτουργίες αυτομεταμόρφωσης του ποιητικού λόγου και βέβαια ήταν ικανός να χειριστεί την γλώσσα με τρόπο δημιουργικό. Στην περίπτωση του Χάρη Βλαβιανού έχουμε μόνο ατυχείς προσπάθειες, οι οποίες καταφεύγουν σε κοινότοπα αφηγηματικά τεχνάσματα.

Η δεύτερη παρατήρησή μου τώρα. Ο Χάρης Βλαβιανός δίνει την εντύπωση μιας κατασκευής του ιδίου. Ακολουθώντας κάθε είδους θεμιτές ή αθέμιτες κοινωνικές πρακτικές, εξασφαλίζει όχι εκτιμήσεις, αλλά εγκώμια για τις εργασίες του – εγκώμια των οποίων η σταθερά επαναλαμβανόμενη ομοιότητα δείχνει πως έχουν προέλευση τον ίδιο (υπό την μορφή δελτίων τύπου ή και προσωπικών υπαγορεύσεων). Εδώ το έργο έπεται της φήμης, όχι μόνο εμποδίζοντας την άμεση ανάγνωση και εκτίμηση, αλλά επιβάλλοντας αυτές που προαποφασίζουν ειδικοί και μη παρουσιαστές του έργου.

Το γεγονός πως γράφω ο ίδιος ποίηση, δεν μου επιτρέπει (αντίθετα με καθιστά κάπως «αναξιόπιστο») για να συνεχίσω με την αντικειμενική ‒ούτως ειπείν‒ εκτίμηση του ολέθριου για τον ίδιο δρόμου που έχει πάρει ο Χάρης Βλαβιανός. Είμαι αναγκασμένος, ωστόσο, να γράψω όλα τα ως άνω εκ του γεγονότος πως για πολύ καιρό υποστήριξα τις αρχικές προοπτικές του, προκαλώντας τα ειρωνικά σχόλια ομοτέχνων μου, οι οποίοι μου καταλογίζουν την επιβολή (τουλάχιστον στην αρχή) αυτού του ανθρώπου στα γράμματά μας.

Ασφαλώς, δεν αποδέχομαι μια τέτοιου είδους κατηγορία. Συχνότατα ο κριτικός προδίδεται από τον ποιητή που εκτιμά. Ο χώρος της ποίησης στη σημερινή Ελλάδα δίνει την εντύπωση μιας έρημης χώρας με νοσηρό κλίμα. Θα ήμουν ο τελευταίος που θα απέδιδα αυτήν την κατάσταση αποκλειστικά στον Χάρη Βλαβιανό (παρ’ όλο που έκανε ό,τι περνάει από το χέρι του για να τη δημιουργήσει). Είμαστε όλοι, όσοι διεκδικούμε τον τίτλο του ποιητή, υπεύθυνοι γι’ αυτήν. Δεν δημιουργήσαμε αισθητική συνείδηση – παρόλο που ένας-ένας είχαμε και έχουμε και με το παραπάνω. Δεν συνομιλήσαμε ποτέ για την σχέση μας με το ευρύτερο πολιτισμικό και πολιτιστικό περιβάλλον. Δεν δημιουργήσαμε αντισώματα. Το αντίθετο, συρθήκαμε πίσω από το ρεύμα της εποχής.

Όμως αν για κάτι αξίζει η ποίηση είναι πως δεν ακολουθεί το ρεύμα της εποχής της, αλλά το δημιουργεί ή τέλος πάντων προσπαθεί να το δημιουργήσει. Μπορεί αυτό να μοιάζει αφελές, εξωπραγματικό, αν αναλογιστεί κανείς την δεσποτεία αλλότριων προς την τέχνη πανίσχυρων κοινωνικών παραγόντων, μα τίποτα δεν δικαιολογεί την δειλία μας – ίσα-ίσα μας καταδικάζει στην ασημαντότητα.  Αν κάνω λάθος, ο θεός της ποίησης ας μη με δεχθεί στον παράδεισό του.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΛΑΝΑΣ

Γιάννης Πατίλης: Λογοκλοπή: Ἡ ὁρατὴ κορυφὴ ἑνὸς παγόβουνου βαθειᾶς πολιτιστικῆς παρακμῆς

Πλανόδιον - Ιστορίες Μπονζάι

Λογοκλοπή:

Ἡ ὁρατὴ κορυφὴ ἑνὸς παγόβουνου

βαθειᾶς πολιτιστικῆς παρακμῆς

 

ΕΑΝ ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΡΟΥΝΤΟΝ «ἡ ἰ­δι­ο­κτη­σί­α εἶ­ναι κλο­πή», μὲ συ­νέ­πεια ἡ ἀν­τεκ­δι­κη­τι­κὴ ὑ­πε­ξαί­ρε­ση ἑ­νὸς πράγ­μα­τος τρί­του ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­νον ποὺ ἀ­δί­κως τὸ στε­ρή­θη­κε, νὰ εἶ­ναι μιὰ πρά­ξη ἀ­πο­κα­τά­στα­σης κοι­νω­νι­κῆς δι­και­ο­σύ­νης ποὺ ἀ­κού­ει στὸ ὄ­μορ­φο καὶ ἐμ­πνευ­στι­κὸ ὄ­νο­μα ἀ­παλ­λο­τρί­ω­ση, ἡ πα­ρου­σί­α­ση τῆς ‘με­τά­φρα­ση­ς’ τοῦ ποι­ή­μα­τος ἑ­νὸς τρί­του ὡς δι­κοῦ σου, σύμ­φω­να μὲ τὶς πλέ­ον ἐ­ξε­λιγ­μέ­νες ποι­η­τι­κὲς θε­ω­ρί­ες(*) εἶ­ναι ἕ­να κα­θό­λα νό­μι­μο πνευ­μα­τι­κὸ προ­ϊ­ὸν ποὺ σοῦ ἀ­νή­κει ἀ­πο­λύ­τως, ποὺ μπο­ρεῖς ὑ­πε­ρη­φά­νως νὰ τὸ κυ­κλο­φο­ρεῖς κά­τω ἀ­πὸ τὸ ὄ­νο­μά σου, καί, φυ­σι­κά, ὅ­ταν ἔρ­θει ἡ ὥ­ρα ἡ κα­λὴ νὰ κρα­τι­κο­βρα­βεύ­ε­σαι γι’ αὐ­τό! Ἐ­δῶ δὲν ὑ­πάρ­χει κὰν κλο­πή! Ὑ­πάρ­χει μό­νον Πνευ­μα­τι­κὴ Ἰ­δ­ι­ο­κτη­σία, Δό­ξα καί, ἐ­νί­οτε (ἂν σοῦ κά­τσει βρα­βεῖο) Χρῆμα!

       Ἐ­ὰν θέ­λου­με νὰ εἴ­μα­στε ὄ­χι μό­νον πλή­ρως ἐκ­συγ­χρο­νι­σμέ­νοι θε­ω­ρη­τι­κῶς, ἀλ­λὰ καὶ τί­μιοι μὲ τὸν ἑ­αυ­τό μας, θὰ ἔ­πρε­πε νὰ πα­ρα­δε­χθοῦ­με εὐ­θαρ­σῶς ὅ­τι λο­γο­κλο­πή στὴν ποί­η­ση εἶ­ναι ἀ­δύ­να­τος καὶ δὲν ὑ­πάρ­χει!

Δείτε την αρχική δημοσίευση 661 επιπλέον λέξεις

Ανοιχτή επιστολή περιοδικών, ενώσεων και ιδρυμάτων για τη μάστιγα της λογοκλοπής στην Ελλάδα

plagiarism

Προς κάθε αρμόδιο

ΑΝΟΙΧΤΗ ΕΠΙΣΤΟΛΗ

Η γελοιοποίηση των θεσμών

«ΓΙΑΤΙ ΕΝΑΣ ΣΟΒΑΡΟΣ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ μιας σοβαρής εφημερίδας δεν ασχολείται σοβαρά με το θέμα της λογοκλοπής στην Ελλάδα; Γιατί η Εταιρεία Συγγραφέων σιωπά;» Αυτά τα ερωτήματα απεύθυνε τις προάλλες στο facebook ο ποιητής Ντίνος Σιώτης. Αφορμή βεβαίως η αποκάλυψη του συγγραφέα Νίκου Σαραντάκου ότι το δημοσιευμένο στο Βήμα άρθρο του Αλέξη Σταμάτη, απόσπασμα του οποίου τέθηκε στις φετινές Πανελλήνιες Εξετάσεις, είναι προϊόν λογοκλοπής. Μια μέρα αργότερα, ο ίδιος έφερε στο φως και άλλη λογοκλοπή του Σταμάτη, για άλλο άρθρο του στην ίδια εφημερίδα.

Ας αναλογιστούμε μια στιγμή ποιοι και πόσοι θεσμοί εκτίθενται εδώ. Πρώτα απ’ όλα βεβαίως εκτίθεται η εφημερίδα που εξέλαβε και δημοσίευσε τα κλοπιμαία κείμενα ως πρωτότυπα. Ασφαλώς δεν γνώριζε την προέλευσή τους. Παρ’ όλα αυτά, δεν χρωστά μια συγγνώμη στους αναγνώστες της; Ύστερα, προφανώς, εκτίθενται οι θεματοθέτες των εξετάσεων και το Υπουργείο Παιδείας που τις διοργανώνει. Δεν οφείλουν μια εξήγηση σε γονείς, δασκάλους και μαθητές για τη φτωχή τους κρίση; Κατόπιν, οι θεσμοί που έχουν να κάνουν με τη λογοτεχνία και το βιβλίο στη χώρα μας: οι ενώσεις των συγγραφέων όπως η Εταιρεία Συγγραφέων και οι ενώσεις των εκδοτών. Δεν κατανοούν πόσο βαριά είναι η σκιά της δυσπιστίας που πέφτει πάνω σε όλα τα μέλη τους, σε κάθε άνθρωπο που εργάζεται έντιμα και δημιουργικά στο πεδίο της γραφής; Τέλος, εκτίθεται ο Τύπος, μικρός και μεγάλος, της χώρας. Πώς είναι δυνατόν εφημερίδες, ειδησεογραφικοί ιστότοποι, λογοτεχνικά περιοδικά τόσες μέρες τώρα, στη συντριπτική τους πλειονότητα, να κάνουν ωσάν να μη συνέβη τίποτε; Και αντί για έρευνες διαφωτιστικές του ζητήματος να δημοσιεύουν ρεπορτάζ με τον Σταμάτη να δηλώνει… συγκινημένος και υπερήφανος που το «κείμενό του» επελέγη για τις εξετάσεις; (Έως τη στιγμή αυτή, μόνον η Καθημερινή, προς τιμήν της, έχει αναφερθεί στο ζήτημα).

Η περίπτωση του Σταμάτη είναι δυστυχώς μόνο η κορυφή του παγόβουνου. Προ ημερών, το Κρατικό Βραβείο Ποίησης απονεμήθηκε σε βιβλίο του Χάρη Βλαβιανού. Κανείς Έλληνας συγγραφέας δεν έχει καταγγελθεί τόσες φορές στο παρελθόν, από τόσο πολλούς και με τόσο πολλά και αδιάσειστα πειστήρια, για την ακατάπαυστη λογοκλεπτική του δράση. Ο λαός λέει ότι πρώτα βγαίνει η ψυχή και μετά το χούι. Αναρωτιέται λοιπόν κανείς: τα μέλη της κριτικής επιτροπής των Κρατικών Βραβείων Λογοτεχνίας και το Υπουργείο Πολιτισμού που τα εποπτεύει, τα συνυπολόγησαν όλα αυτά στην κρίση τους; Προστάτευσαν τον εαυτό τους, έκαναν έστω έναν προληπτικό έλεγχο; Ή μήπως προσχώρησαν και αυτά στην κλεπτοκρατική θεωρία ορισμένων απολογητών της λογοκλοπής που βλέπουν στην πράξη της υπεξαίρεσης του ξένου κόπου και της εξαπάτησης του αναγνώστη ένα θεμιτό διακειμενικό παίγνιο;

Σε χώρες του εξωτερικού που σέβονται τον αναγνώστη, η κατακραυγή είναι τέτοια που οι αποδεδειγμένα λογοκλόποι (πολλώ δε μάλλον οι κατ’ επανάληψιν) είναι αδύνατο να εξακολουθήσουν να επαγγέλλονται σοβαρά τον συγγραφέα. Στη Γερμανία, τη Γαλλία, τις ΗΠΑ, σε όλο σχεδόν τον κόσμο, μεγαλόσχημοι πολιτικοί, ιεράρχες, πολυβραβευμένοι δημοσιογράφοι, για ατοπήματα κάποτε λιγότερο σοβαρά αναγκάστηκαν να παραιτηθούν από τη θέση τους και να ζητήσουν δημοσίως συγγνώμη. «Πρόσφατα, εισήγαγα στίχους άλλων ποιητών στα έργα μου. Ήταν λάθος μου. Το παραδέχομαι», έγραφε σε μια τέτοια δημόσια απολογία του προ ετών ο Αυστραλός ποιητής Άντριου Σλάττερυ. Και αναγνώριζε τις συνέπειες της πράξης του: «Αποδέχομαι ότι δεν θα ξαναδημοσιεύσω κανένα ποίημα και ακόμη περισσότερο καμία ποιητική συλλογή σε αυτή τη χώρα.»

Στην Ελλάδα, αντίθετα, οι λογοκλόποι όχι μόνο δεν λογοδοτούν και δεν μετανοούν για τις πράξεις τους, αλλά τιμώνται και προβάλλονται. Συμπαρασύροντας στη γελοιοποίηση τους θεσμούς μας και εκθέτοντας τους συγγραφείς μας στην ανυποληψία.

Ώς πότε;

Αθήνα, 26. 6. 2020,
τα υπογραφόμενα περιοδικά, ιδρύματα και ενώσεις

Αντίφωνο
Άρδην
δέ(κατα)
Διεθνές Λογοτεχνικό Φεστιβάλ Τήνου
Δημοσιογραφία
Εμβόλιμον
Ένεκεν
Ερατώ / Erato
Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών
Εύλογον
Θυρίδες
Νέο Επίπεδο
Νέο Πλανόδιον
Νέος Ερμής ο Λόγιος
Nomas Magazine
Οικολογείν
Ο Φαρφουλάς
Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών
Πλανόδιον / Ιστορίες Μπονζάι
(.poema..)
Poetix
Poetry Athens
Σημειώσεις
Σίσυφος
Στέγη Γραμμάτων Κωστής Παλαμάς
στίγμαΛόγου
Τα Ποιητικά
Το Κοινόν των Ωραίων Τεχνών
Το Κοράλλι
Tranzito
Fractal

~ . ~ 

Για την περίπτωση Αλέξη Σταμάτη, τεκμήρια εδώ.

Για την περίπτωση Χάρη Βλαβιανού, τεκμήρια εδώ.

~ . ~

 

copypaste

Τα… θεμέλια ενός βραβείου

copy-pasteΜε αφορμή το εφετινό Κρατικό Βραβείο Ποίησης που απονεμήθηκε στον Χάρη Βλαβιανό, αλλά και την πρόσφατη καταγγελία κατά του Αλέξη Σταμάτη, φίλοι του ΝΠ μάς ζήτησαν να καταστήσουμε προσιτά και στο διαδίκτυο τα παλαιά έντυπα δημοσιεύματά μας για την λογοκλοπή στην Ελλάδα. Θυμίζουμε ότι το 2013 στο πρώτο τεύχος του περιοδικού είχαμε παρουσιάσει μια εκτενέστατη έρευνα για τη λογοκλοπή στην Ελλάδα. Την συνυπέγραφαν οι Κώστας Κουτσουρέλης, Γιώργος Βαρθαλίτης, Κωνσταντίνος Πουλής και Έλενα Σταγκουράκη και είχε συζητηθεί πολύ (η εφημερίδα «Νέα» της είχε αφιερώσει ειδικό δισέλιδο, είχε γίνει θέμα σε εκπομπές ραδιοφωνικές, προκάλεσε ποικίλες επώνυμες αντιδράσεις, ενδεικτικά βλ. εδώ, κ.ο.κ.).

Απ’ αυτήν την έρευνα, αντιγράφουμε εδώ τις πέντε σελίδες τις αναφερόμενες στον Χάρη Βλαβιανό. Προσεχώς θα ακολουθήσουν και άλλες αναδημοσιεύσεις από τα δύο πρώτα τεύχη για το θέμα της λογοκλοπής.

(Παραλείπονται οι υποσημειώσεις. Πλήρης παραπομπή: Νέο Πλανόδιον, τχ. 1, χειμώνας 2013-2014, σ. 139-144.)

Ὁ Χάρης Βλαβιανὸς εἶναι γνωστὸς μὲ πολλὲς ἰδιότητες: ὡς ποιητής, ὡς μεταφραστής, ὡς διευθυντὴς μακρόβιων λογοτεχνικῶν περιοδικῶν, ὡς στέλεχος ἐκδοτικῶν οἴκων. Ἀπ’ ὅλους ὅσοι ἔχουν τὰ τελευταία χρόνια κατηγορηθεῖ ὡς λογοκλόποι, ἡ περίπτωσή του εἶναι ἴσως αὐτὴ ποὺ ἔχει ἀπασχολήσει περισσότερο. Τὸ γεγονὸς ἐξηγεῖται ἀπὸ τὸ ποιὸν καὶ τὸ ποσὸν τῶν καταγγελιῶν.

Στὶς 3 Ἰανουαρίου 2008, μὲ ἐπιστολή του στὸ Βῆμα, ὁ ἀναγνώστης τῆς ἐφημερίδας Παῦλος Θεοδωρόπουλος ἐπισημαίνει ὅτι ἀπόσπασμα τοῦ πρόσφατου, τότε, βιβλίου τοῦ Βλαβιανοῦ «Ποιόν ἀφορᾶ ἡ ποίηση; Σκέψεις γιὰ μιὰ τέχνη περιττή» (Πόλις, 2007), εἶναι μετάφραση «ἀπὸ το πολὺ γνωστὸ δοκίμιο «Can Ρoetry Μatter?» (Graywolf Ρress, 1992) τοῦ Ἀμερικανοῦ ποιητῆ Dana Gioia», παρέθετε δὲ τὰ δύο κείμενα.

Επιστολή Θεοδωρόπουλου για Βλαβιανό, 3.1.2008

Στὴν ἀπαντητική του ἐπιστολὴ στὴν ἐφημερίδα (8.1.2008), ὁ Βλαβιανὸς θὰ παραδεχτεῖ τὴν ἀκρίβεια τῆς καταγγελίας, δικαιολογούμενος ὅτι ὅταν ἀντέγραφε τὸ χωρίο στὶς σημειώσεις του, ἀμέλησε νὰ περιλάβει τὸ ὄνομα τοῦ Τζόια μὲ ἀποτέλεσμα ἀργότερα νὰ τὸ ἐκλάβει ὡς δικό του. Συγχρόνως, θὰ ἐπικαλεστεῖ «τὴ μεταμοντέρνα συνθήκη καὶ τὸ παιχνίδι τῆς διακειμενικότητας», καὶ τὴ ρήση τοῦ Γέητς «εἴμαστε ὅλοι ἀναγκασμένοι νὰ ἀντιγράφουμε ἀντίγραφα».

Στὶς 19 Φεβρουαρίου 2009, τὸ ἰστολόγιο Greek University Reform Forum δημοσιεύει ἠλεκτρονικὴ ἐπιστολὴ ἀναγνώστη του, ὁ ὁποῖος μετὰ ἀπὸ προσωπική του ἔρευνα, ὅπως ἀναφέρει, καὶ παραπέμποντας σὲ ἀγγλόγλωσσες κυρίως διαδικτυακὲς πηγές, ὑποδεικνύει ἄλλα ἕντεκα (11) ἀποσπάσματα (ὁ ἴδιος ὁ ἐπιστολογράφος κάνει λόγο γιὰ «δωδεκάδα») ποὺ ὁ Βλαβιανὸς σὲ δύο βιβλία του παρουσιάζει ὡς δικά του, ἄλλοτε αὐτολεξεὶ καὶ ἄλλοτε παραλλάσσοντάς τα ἐλαφρά.

Πρόκειται γιὰ ρήσεις καὶ ἀποφθέγματα «ἀπὸ συγγραφεῖς ὅπως ὁ Βαλερύ, ὁ Γκαῖτε, ὁ Μονταίν, ἀκόμη καὶ ὁ Παναγιώτης Κονδύλης!», τοὺς ὁποίους, ἄς σημειωθεῖ, ὁ καταγγελλόμενος παρουσιάζει ὡς αὐτοτελεῖς δικούς του ἀφορισμούς. Ὁ ἐπιστολογράφος ἀναρωτιέται «τί θὰ ἀνακάλυπτε κανεὶς ἂν εἶχε χρόνο νὰ κάνει τὸ ἴδιο τέστ μὲ τὸ ὑπόλοιπο λογοτεχνικὸ καὶ ἐπιστημονικὸ ἔργο τοῦ κ. Βλαβιανοὺ ἢ μὲ γραπτὰ ἄλλων συναδέλφων του» καὶ παραθέτει τὰ εὑρήματα:

– «Λυρικὴ ποίηση: ἡ ἀνάπτυξη ἑνὸς ἐπιφωνήματος» (Χάρης Βλαβιανός, Ποιόν ἀφορᾶ ἡ ποίηση, Πόλις, 2007, σ. 183). Πρβλ. Paul Valéry: «Poetry is the development of an exclamation».
– «Τὸ μόνο ἀληθινὸ καὶ ἀνθεκτικὸ σχόλιο σ’ ἕνα ποίημα εἶναι ἕνα ἄλλο ποίημα» (ὅ.π., σ. 206). Πρβλ. Frank Kermode: «the best comment on a poem is another poem».
– «Νὰ βλέπεις μὲ μάτι ποὺ αἰσθάνεται. Νὰ αἰσθάνεσαι μὲ χέρι ποὺ βλέπει» (ὅ.π., σ. 211). Πρβλ. Γκαῖτε: «See with a feeling eye, feel with a seeing hand».
– «Ἀπὸ τὴν ἀναίδεια καὶ τὸ φτηνὸ γοῦστο τῶν ἡμιμαθῶν ποιητῶν, προτιμῶ τὴν ἀλαζονεία τῶν πεπαιδευμένων» (ὅ.π., σ. 213). Πρβλ. Π. Κονδύλη: «Ἀπὸ τὸ θράσος τῶν ἡμιμαθῶν προτιμῶ τὴ ματαιοδοξίατῶν πεπαιδευμένων».
– «Ἂν ὁ ἀλαζὼν ποιητὴς προκαλεῖ φθόνο, αὐτὸ ὀφείλεται στὸ γεγονὸς ὅτι δὲν ἐνισχύει τὴν φιλαυτία τῶν ἀτάλαντων» (ὅ.π., σ. 213). Πρβλ. Π. Κονδύλη: «Οἱ ἀλαζόνες μᾶς προκαλοῦν τὴν ἀντιπάθεια ἐπειδὴ δὲν μποροῦμε νὰ περιμένουμε ἀπ’ αὐτοὺς ἐπιβεβαίωση τῆς δικῆς μας φιλαυτίας».
– «Ἡ ποίηση εἶναι ἐξ ὁρισμοῦ πειραματικὴ» (Χάρης Βλαβιανός, Ὁ ἄλλος τόπος, Νεφέλη, 1994, σ.15). Πρβλ. Wallace Stevens: «All poetry is experimental poetry».
– «Οἱ οὐτοπίες εἶναι τὰ ὄνειρα τῆς λογικῆς» (ὅ.π., σ. 31). Πρβλ. Ὀκτάβιο Πάζ: «Utopias are the dreams of reason».
– «Οἱ μελοδραματικοὶ ποιητὲς βάζουν πολὺ νερὸ στὸ μελάνι τους» (ὅ.π., σ. 36). Πρβλ. Γκαῖτε: «Modern poets mix too much water with their ink».
– «Εἶναι πιὸ εὔκολο νὰ γράψεις ἕνα μέτριο ποίημα, παρὰ νὰ διαβάσεις ἕνα καλὸ» (ὅ.π., σ. 54). Πρβλ. Montaigne: «It is easier to write a mediocre poem than to understand a good one».
– «Ὁ μόνος τρόπος νὰ τελειώσεις ἕνα ποίημα εἶναι νὰ τὸ ἐγκαταλείψεις» (ὅ.π., σ. 61). Πρβλ. Paul Valéry: «A poem is never finished, only abandoned».
– «Τὸ μέλλον δὲν εἶναι πιὰ ὅπως ἦταν» (ὅ.π., σ. 69). Πρβλ. Paul Valéry: «the future is not what it used to be».

Ὁ Βλαβιανὸς δὲν ἀντέδρασε στὴν καταγγελία. Τὸ «Ποιόν ἀφορᾶ ἡ ποίηση;» ἐδῶ καὶ χρόνια φέρεται ὡς ἐξαντλημένο, φημολογεῖται ὅμως ὅτι ἀποσύρθηκε ἀπὸ τὸν ἐκδότη του.

Τὸν χειμώνα τοῦ 2009, μὲ ἠλεκτρονικὴ ἐπιστολὴ πρὸς πολλαπλοὺς παραλῆπτες, λογοτέχνες, κριτικοὺς καὶ δημοσιογράφους, ποὺ ὑπογράφεται ἀπὸ τῶν ἀγνώστων λοιπῶν στοιχείων Σταῦρο Π. Ξανθό, καταγγέλεται ὅτι ἡ ποιητικὴ σύνθεση «Ἀχμάτοβα. Ἀποσπάσματα βιογραφίας» τοῦ Βλαβιανοῦ εἶναι προϊὸν λογοκλοπῆς. Σύμφωνα μὲ τὸν καταγγέλλοντα, (τὸν ὁποῖο ἀργότερα ὁ καταγγελλόμενος στὴν ἀπάντησή του θὰ ταυτίσει μὲ ποιητῆ τῆς γενιᾶς του, χωρὶς ὡστόσο καὶ νὰ τὸν ὀνοματίσει):

«Ο Χ. Βλαβιανὸς στὸ βιβλίο του Μετὰ τὸ τέλος τῆς ὀμορφιᾶς, Νεφέλη 2003, οἰκειοποιεῖται τόσο τὴ δομή, τὶς ἐπικεφαλίδες ἀλλὰ καὶ σχεδὸν τὸ ὀγδόντα τοῖς ἑκατὸ τοῦ περιεχομένου αὐτῆς τῆς σύνθεσης ἀπὸ τὸ βιβλίο τῆς Anne Carson μὲ τίτλο «Men in the off hours», 2000, Random House Inc.»

Ὁ ἐπιστολογράφος παραθέτει στίχο πρὸς στίχο τὰ δύο ἐκτενῆ κείμενα ἐπισημαίνοντας τὴ συνάφεια πλήθους ἀποσπασμάτων ὅπως, ἐνδεικτικά, τοῦ ἀκόλουθου:

«Ἡ ἀνατριχίλα κρατεῖται στὸν τυπογράφο»,
ποὺ σήμαινε πὼς ὁ Γκουμιλιὸφ εἶχε συλληφθεῖ.
Ἀπὸ τὰ κρατητήρια τῆς Τσέκα
ὁδηγήθηκε στὶς φυλακὲς Γκοροχόβαγια
καὶ ἀπὸ ἐκεῖ σ’ ἕνα ἄλσος στὴν ὁδὸ Ἰρινίσκαγια.
«Αὐτὸς ἦταν ὁ τοῖχος»,
ποὺ σήμαινε πὼς ἑξήντα ἄνθρωποι
εἶχαν ἐκτελεστεῖ μπροστὰ σ’ ἐκεῖνα τὰ πεῦκα.
Δύο λάκκοι.
Ἡ γῆ βούλιαξε ἀπὸ τὴν ὀδύνη.

You know quiver is held up at the printer’s?
meant Gumilyov had been arrested.
From Cheka headquarters he was taken to Gorokhovaya
(the other prison) and from there to a grove
on the Iriniskaya Road.
A small curved pine, next toit another with torn roots.
This was the wall meant
sixty people were shot there.
Two pits. The earth sank down.

Μολονότι ἡ ἐπιστολὴ Ξανθοῦ κυκλοφορήθηκε μόνο ἰδιωτικά ἀφοῦ κανένα ἔντυπο δὲν τὴ δημοσίευσε [σήμερα βρίσκεται αναρτημένη όλη εδώ], ὁ θόρυβος ποὺ προκλήθηκε ὑπῆρξε μεγάλος. Ὁ Βλαβιανὸς θὰ ἀπαντήσει μὲ κείμενό του τιτλοφορούμενο «Περὶ ‘λογοκλοπῆς’ καὶ ἄλλων ‘ποιητικῶν ἁμαρτημάτων’». Σ’ αὐτὸ ἀρνεῖται τὴν κατηγορία ἐπικαλούμενος τέσσερις κυρίως λόγους: ὅτι ἡ Καναδὴ ποιήτρια εἶχε ἐνημερωθεῖ καὶ δὲν ἔφερε ἀντίρρηση στὴν ἰδιοποίηση τοῦ ἔργου της· ὅτι τὴν ἐποχὴ τοῦ Google θὰ ἦταν βλακῶδες νὰ ἀντιγράψει κανεὶς σὲ τόση ἔκταση ὅταν μπορεῖ νὰ γίνει ἀνὰ πᾶσα στιγμὴ ἀντιληπτός· ὅτι πρῶτος αὐτὸς σύστησε τὴν Κάρσον στὸ ἑλληνικὸ κοινό, ἄρα δὲν εἶχε λόγο νὰ ἀποκρύπτει τὸ ὄνομά της· καὶ τέλος,«τὸ σημαντικότερο», ὅτι «κάτω ἀπὸ τὸν τίτλο τοῦ ποιήματός μου ὑπάρχει ἡ ἔνδειξη: ‘τῆς A.C. γιὰ τὸ διπλὸ δῶρο’,ἀναφορὰ στὸ βιβλίο ποὺ μοῦ ἀφιέρωσε καὶ στὸ συγκεκριμένο ποίημα ποὺ μετέγραψα».

Παράλληλα, ἐπαναλαμβάνει τὶς θέσεις του περὶ λογοτεχνικῶν δανείων καὶ κομίζει ἐπιχειρήματα ἀντλημένα ἀπὸ τὴν ἱστορία καὶ τὴ θεωρία τῆς λογοτεχνίας καὶ τῆς τέχνης.

Τὸ φθινόπωρο τοῦ 2011, στὸ περιοδικὸ Δέκατα, τχ. 17, ὁ Ἀναστάσης Βιστωνίτης μεταγλωττίζοντας τὸ ποίημα τοῦ Ρικάρντο Ἀρρέγκι «Ἐπικράτειες τῆς Μουσικῆς ΙΙΙ» συμπαραθέτει μιὰ δεύτερη ἐκδοχή του στὰ ἑλληνικὰ πού, μὲ ἐντελῶς ἄλλο τίτλο («Νεκρὴ φύση μὲ μῆλα καὶ κάστανα») καὶ ἀμφίσημο μόττο («μεταφράζοντας τον Arregi}», ἀντλεῖ ἀπὸ τὴ συλλογὴ τοῦ Βλαβιανοῦ «Διακοπὲς στὴν πραγματικότητα» (Πατάκης,2009, σ. 31).

Ὁ Βιστωνίτης παρατηρεῖ ὅτι «ὅπως εἶναι διατυπωμένο, ὁ ἀθῶος ἀναγνώστης θὰ σχημάτιζε τὴν ἐσφαλμένη ἐντύπωση ὅτι τὸ ποίημα ἀνήκει στὸν Χάρη Βλαβιανὸ καὶ ὄχι στὸν Ρικάρντο Ἀρρέγκι», σημειώνει μὲ νόημα ὅτι τὸ βιβλίο τοῦ πρώτου εἶναι ὑποψήφιο γιὰ τὸ Βραβεῖο Ποίησης τοῦ περιοδικοῦ Διαβάζω (τὸ ὁποῖο τελικῶς καὶ ἀπέσπασε) καὶ καταλήγει εἰρωνικά:«Ἐν πάσῃ περιπτώσει, κερδισμένη βγαίνει ἡ ποίηση». Συναφὲς στὸ περιεχόμενό του μὲ τὴν ὑπόθεση Κάρσον, τὸ σχόλιο Βιστωνίτη θὰμείνει ἀναπάντητο.

Σὲ διαδικτυακοὺς τόπους ἔχουν κατὰ περιόδους ἐπισημανθεῖ πολλὰ ἀδήλωτα «δάνεια» τοῦ Βλαβιανοῦ ἀπὸ ποικίλες πηγές. Ἀξιοπερίεργη περίπτωση ἰδιοποίησης ὄχι μόνον στίχων ἀλλὰ πραγματικῶν περιστατικῶν ἀπὸ τὴ βιογραφία ἄλλου συγγραφέα (!) ἀποτελεῖ τὸ πρῶτο μέρος τῆς ἑνότητας «Oxford Blues», ἡ ὁποία περιλαμβάνεται στὴ συλλογὴ Adieu (Νεφέλη, 1996, σ. 43).

Ἐκεῖνο τὸ ἑξάμηνο, γράφει ὁ Βλαβιανός, «Θὰ ἔπρεπε νὰ εἶχα ἀπορριφθεῖ, / ἀλλὰ στὴν τελευταία του διάλεξη περὶ Ποιητικῆς / μᾶς ζήτησε ἕναν ὁρισμὸ / καὶ συγκατένευσε στὸν δικό μου: ‘ἂν ὁ πεζὸς λόγος εἶναι ποτάμι, τότε ἡ ποίηση εἶναι σιντριβάνι’». Τόσο τὸ περιστατικό, ὅσο ὁ ἀφορισμὸς καὶ οἱ στίχοι ποὺ τὸν πλαισιώνουν προέρχονται ἀπὸ τὸν Ἰρλανδὸ ποιητὴ Μάικλ Λόνγκλεϋ:

In 1992 Trinity commissionedme to write a poem for their Quatercentenary Commemorations. I devoted asection of River & Fountain to [my teacher] Stanford: «…teaching the Poetics, / He asked us for definitions, and accepted mine: / ‘Sir, if prose is a river, then poetry’s a fountain.’»

Οἱ περιπτώσεις αὐτὲς δὲν εἶναι οἱ μόνες. Δειγματοληπτικὸς ἔλεγχος ποὺ ἐπιχειρήθηκε κατὰ τὴ διάρκεια τῆς παροῦσας ἔρευνας, ἔφερε στὴν ἐπιφάνεια ἀρκετὰ νέα εὑρήματα. ereuna logoklopeΣυγκεκριμένα, οἱ ὀχτὼ σελίδες τῶν σημειώσεων ποὺ συνοδεύουν τὴ μετάφραση τῶν παουντικῶν «Σχεδιασμάτων καὶ ἀποσπασμάτων τῶν Κάντος CX-CXVII κ.ε.» (Πλανόδιον, τχ. 12, Ἰούνιος 1990, σ. 402-409) ἀποτελοῦν πιστὴ ἀντιγραφὴ ἀπὸ μελέτη τοῦ Οὐίλλιαμ Κοῦκσον (A Guide to the Cantos of Ezra Pound, σ. 157-165). Σὲ μεταγενέστερο τεῦχος τοῦ περιοδικοῦ (τχ. 14, Ἰούνιος 1991, σ. 155, στήλη «Παραλείψεις»), στὴ βιβλιογραφία ποὺ ἐκ τῶν ὑστέρων παραθέτει, ὁ Βλαβιανὸς μνημονεύει τὴν ἐργασία τοῦ Κοῦκσον, πλὴν ὅμως παραπειστικὰ – μεταξὺ πέντε ἄλλων ξενόγλωσσων μελετῶν καὶ χωρὶς εἰδικὴ παραπομπὴ στὶς σημειώσεις.

Οἱ ἴδιες σημειώσεις, μὲ ἐλάχιστες τροποποιήσεις, κυρίως ἐπαυξήσεις και περικοπές, ἀναπαράγονται στὴν αὐτοτελῆ ἔκδοση τοῦ ἔργου (Ἔζρα Πάουντ, Σχεδιάσματα καὶ ἀποσπάσματα τῶν Κάντος CX-CXX, Νεφέλη, 1991). Καὶ ἐκεῖ, τὸ ὄνομα τοῦ Κοῦκσον μνημονεύεται στὴ βιβλιογραφία χωρὶς νὰ τοῦ ἀποδίδεται ἡ πατρότητα τοῦ κειμένου.

Ἰδιαίτερα συχνὴ εἶναι στὸν Βλαβιανὸ ἡ ἰδιοποίηση ξένων ἀποφθεγμάτων καὶ ἀφορισμῶν. Ἐνδεικτικὰ ἀναφέρουμε:

– «Οἱ δυσκολίες στὴν ποίηση ἀντιμετωπίζονται μὲ τὸ νὰ τὶς πολλαπλασιάζεις» (Ποιόν ἀφορᾶ ἡ ποίηση, σ. 212). Πρβλ. Βάλτερ Μπένγιαμιν: «overcome difficulties by multipling them», Selected Writings, Vol. 4, 1938-1940,2003, σ. 215.
– «Μαθαίνει κανεὶς νὰ μισεῖ αὐτὸ ποὺ φοβᾶται» (Ὁ ἄλλος τόπος, σ. 17). Πρβλ. «In time we hate that which we often fear», Σαίξπηρ, Ἀντώνιος καὶ Κλεοπάτρα.
– «Ἡ ποίηση ἀποκαλύπτει τὰ πάντα, γιατὶ δὲν ἐκφράζει τίποτε» (ὅ.π., σ. 68). Πρβλ. «Beauty reveals everything, because it expresses nothing», Ὄσκαρ Οὐάιλντ, Ὁ κριτικὸς ὡς καλλιτέχνης.
– «Οὔτε ἡ πιὸ κοφτερὴ λεπίδα δὲν μπορεῖ νὰ κόψει τὴ λαβή της» (ὅ.π., σ. 18). Πρβλ. «Even the sharpest knife cannot carve its own handle», ἀγγλικὴ παροιμία.
– «Ἡ ποίηση ποὺ γράφεται γιὰ ὅλους δὲν ἀφορᾶ κανέναν» (ὅ.π., σ. 24). Πρβλ. «Εverybody’s business is nobody’s business», ἀγγλικὴ παροιμία (καὶ τίτλος ἔργου τοῦ Ντάνιελ Ντεφόου).
– «Στὸν ὕπνο μᾶς εἴμαστε ὅλοι μας Σολωμοὶ ἢ τουλάχιστον Καβάφηδες» (ὅ.π., σ. 71). Πρβλ. «We are all geniuses when we dream», ρήση τοῦ Ἐμὶλ Σιοράν.

Ὁλόκληρο τὸ βιβλίο τοῦ Βλαβιανοῦ «Ἱστορία τῆς δυτικῆς φιλοσοφίαςσὲ 100 χαϊκού» (Πατάκης, 2011), μοιάζει εντυπωσιακά μὲ μιὰ ξένη σύλληψη. Πρόκειται γιὰ τὴ σύνθεση «Ten Thousand Plateaus. A Brief History of Western Philosophy in Haiku Format» τοῦ Ντὶκ Οὐάυτ, τὴν ὁποία ὁ Νεοζηλανδὸς συγγραφέας δημοσίευσε στὸν ἰστότοπό του τὸν Ἰούλιο τοῦ 2008. Ὁ Βλαβιανὸς μοιράζεται μὲ τὸν Οὐάυτ τὴν εὑρηματικὴ ἰδέα, ὄχι τὰ μεμονωμένα ποιήματα. Ὡστόσο, τέτοια βιβλία χρωστοῦν τὸ ἐνδιαφέρον τους ἀκριβῶς στὴν εὑρηματικότητα τῆς βασικῆς τους σύλληψης.

Ποσοτικά, ὁ ὄγκος τῶν ποιητικῶν «δανείων» τοῦ Βλαβιανοῦ εἶναι ἐντυπωσιακός. Στὴν πρόσφατη συγκεντρωτικὴ ἔκδοση τεσσάρων ἀπὸ τὶς συλλογές του (Ἡ εὔθραυστη ἐπικράτεια τῶν λέξεων. Ποιήματα, Σχεδιάσματα, Μεταγραφές 1991-2003, Νεφέλη, 2013), πολλὰ ποιήματα ποὺ ὁ Βλαβιανὸς στὶς πρῶτες αὐτοτελεῖς ἐκδόσεις τῶν συλλογῶν παρουσίαζε ὡς δικές του πρωτότυπες συνθέσεις (ἢ παροδηγοῦσε τὸν ἀναγνώστη νὰ τὰ ἐκλάβει ὡς τέτοιες), πλέον ἀποδίδονται ρητῶς ἢ ἐμμέσως στοὺς ἀρχικούς τους δημιουργούς. Ἀνάμεσά τους, ποιήματα τῶν Σίμιτς, Ἄσμπερυ, Φέντον, Ζαμπές, Στῆβενς, Μπάχμαν, τὰ προαναφερθέντα ἔργα τῆς Κάρσον («διασκευὴ σύνθεσης τῆς Anne Carson») καὶ τοῦ Λόνγκλεϋ («διασκευάζοντας καὶ διασκεδάζοντας τὸν Longley») καὶ ἄλλων.

Συνολικά, σχεδὸν 60 ἀπὸ τὶς 210 σελίδες τοῦ τόμου (ἀφαιρουμένων τῶν λευκῶν καὶ τῶν σελίδων τῶν τίτλων) καλύπτονται ἀπὸ μεταγραφές, ποὺ στὴ μέγιστή τους πλειονότητα στὶς ἀρχικὲς ἐκδόσεις παρουσιάζονταν ὡς πρωτότυπα ποιήματα του Βλαβιανού. Αὐτὰ εἶναι τὰ ἐξής.

Ἀπὸ τὴ συλλογή «Adieu» (1996)
– Oxford Blues I
– Ἀχίλλειος πτέρνα
– Εὔκρατος μνήμη
– Ποίηση

Ἀπὸ τὴ συλλογή «Ὁ ἄγγελος τῆς ἱστορίας» (1999)
– Ἐξομολόγηση
– Κόκκινο/Μαύρο
– Σονέτο
– Συμφιλίωση
– Γερμανικό ρέκβιεμ
– Ἐγχειρίδιο ποιητικῆς
– Tate Gallery
– Σιωπή
– Ἄγραφον
– Vous etez plus beaux que vous ne pensiez

Ἀπὸ τὴ συλλογή «Μετὰ τὸ τέλος τῆς ὀμορφιᾶς» (2003)
– Ἡ διαθήκη τοῦ Πασκὰλ
– Connoisseur τοῦ χάους
– Ἀχμάτοβα
– Μελέτη ἀντικειμένου
– Τὰ ἄλογα τοῦ Λεονάρντο
– Sturm und Drang
– Via amorosa
– Κάμελοτ
–Anglais mort a Bellagio
–Tristia
– Νέος ρεαλισμός
– Ποιός;

Στὶς δύο τελευταῖες συλλογὲς τοῦ τόμου, αὐτοῦ τοῦ εἴδους τὰ δάνεια ἀντιπροσωπεύουν περισσότερο ἀπὸ τὸ 1/3 τῆς συνολικῆς τους ἔκτασης.

Προσθήκη της Σύνταξης, 18.6.2020

Ή έρευνά μας του 2013-14 δεν έκλεισε το θέμα. Έκτοτε ήρθαν στο φως και άλλα στοιχεία που φιλοξενήθηκαν στο ΝΠ και άλλα έντυπα. Έτσι, λ.χ., επισημάνθηκε ο τρόπος με τον οποίο ο Βλαβιανός «δανείστηκε» ένα ποίημα του Αμερικανού ποιητή Robert Haas, παρανοώντας και διαστρεβλώνοντας το περιεχόμενό του:

Ο Βλαβιανός χωρίς να αναφέρει πουθενά τον Χας παίρνει από αυτόν την κεντρική ιδέα και όλα σχεδόν όσα αναφέρει στο δικό του κείμενο: την υποθετική συνάντηση των δύο στο Λένινγκραντ, τα παραπλήσια στον τίτλο τους βιβλία Trilce (του Βαγιέχο) και Tristia (του Μαντελστάμ), την σύμπτωση της έκδοσής τους την ίδια χρονιά (1922), τη φανταστική συνομιλία τους στα γαλλικά, το ότι η πολιτική παράταξη που υποστήριξε ο Βαγιέχο έστειλε στον θάνατο τον Μαντελστάμ. Οι 9 από τους 14 στίχους του Βλαβιανού αντιγράφουν ή παραλλάσσουν τον Χας.

Δεν φτάνει όμως ότι ο Βλαβιανός κλέβει το ποίημα του Χας, δεν καταλαβαίνει κιόλας τι κλέβει! Ενώ ο Χας θαυμάζει τη γαλλομάθεια των δύο ποιητών («Τι γαλλικά θα μιλούσαν!», γράφει), ο Βλαβιανός τους βάζει να μιλάνε: «με τα σπασμένα γαλλικά τους»!

Επισημάνθηκε άλλο ένα «δάνειο» από την ποιήτρια Linda Pastan. Γράφει η Pastan (μετάφραση Αλεξάνδρας Σωτηράκογλου):

Στο μάθημα περί ηθικής πολλά χρόνια πριν
ο δάσκαλος έκανε στην αρχή κάθε φθινοπώρου την ίδια ερώτηση:
Αν ένα μουσείο έπιανε φωτιά,
ποιον θα σώζαμε, έναν πίνακα του Ρέμπραντ
ή μια ηλικιωμένη γυναίκα που έτσι κι αλλιώς
δεν της έμενε πολλή ζωή;

Αντιγράφει ο Βλαβιανός:

Στο μάθημα της Ηθικής,
το πρώτο εξάμηνο,
ο Acrill άρχιζε τις διαλέξεις του στον Αριστοτέλη
με τη γνωστή, πια, ερώτηση:
«Αν ένα μουσείο έπιανε φωτιά, κύριοι,
τι θα σώζατε, έναν πίνακα του Ρέμπραντ
ή μια γριά επισκέπτρια που τα χρόνια της
είναι ούτως ή άλλως λιγοστά;

Καταδείχτηκε ότι ακόμη και στα εξώφυλλα (!) και τους τίτλους των συλλογών του μιμείται ξένους ποιητές!!

Exophylla Blabianou

 

Τελευταίο δείγμα αυτής της απίστευτης, αλλά ομολογουμένως συνεπούς μεθόδου είναι και η πρόσφατη «Αυτοπροσωπογραφία του λευκού». Ίσως αυτή τη συνέπεια εκτίμησαν και τίμησαν οι κριτές των Κρατικών Βραβείων…

 

 

Γράμμα από την Μπογκοτά

ΗΜΕΡΕΣ ΕΓΚΛΕΙΣΜΟΥ – ΦΥΓΗ ΣΤΗΝ ΕΞΟΧΗ

Πέρασαν σχεδόν τρεις μήνες. Μακριά από όλους, την κίνηση, τα μαγαζιά, τους θορύβους που καθόλου δεν μ’ ενοχλούν γιατί μεγάλωσα στο πρώτο πάτωμα μιας πολυκατοικίας στο κέντρο της πόλης. Μακριά από το γραφείο μου, τα βιβλία μου, τη ζωή μου. Το σπίτι που μένω είναι ξύλινο, δίπατο, έχει τηλεόραση, τζάκι με γκάζι και ανέσεις. Βρίσκεται σ’ ένα αγρόκτημα είκοσι δύο στρέμματα μ’ ένα μικρό δάσος, με λόφο κι ένα ποταμάκι. Τριγυρίζομαι από πράσινο χορτάρι, αυτοφυές και διαρκές. Πατάω και βυθίζεται το πόδι μου σαν να περπατάω σε στρώμα. Όπου και να γυρίσω το βλέμμα μου δέντρα και ζώα. Αγελάδες και μοσχαράκια. Κότες, τρία σκυλιά, δύο άλογα.

Photo5

Έφθασα στην Μπογκοτά της Κολομβίας αρχές Μαρτίου για μια επίσκεψη-συμπαράσταση στην έγκυο κόρη μου και την οικογένειά της, για ένα μήνα. Η Κίνα και ο παράξενος ιός της ήταν πολύ μακριά για να εμποδίσει ένα ταξίδι που είχα προγραμματίσει από καιρό. Ύστερα εκδηλώθηκαν τα πρώτα κρούσματα του εστεμμένου σε Ιταλία, Γαλλία, Γερμανία· σε μια εβδομάδα έκλεισαν παντού όλα τα αεροδρόμια. Άλλαξα το εισιτήριο επιστροφής για Απρίλιο και φοβισμένοι από την κατάσταση με έγκυο και μικρό παιδί τα μαζέψαμε και ήρθαμε στο οικογενειακό αγρόκτημα, δυο ώρες με το αυτοκίνητο από την πρωτεύουσα. Πρωινό ξύπνημα στις 6 και στις 9 το βράδυ στο κρεβάτι. Οι άλλοι. Εγώ δεν μπορώ να πάω για ύπνο πριν τις 11. Παρά την κούραση του υψόμετρου. Δεν υπάρχει ούτε ένα ελληνικό βιβλίο και η σύνδεση του κινητού μου δεν επιτρέπει να κατεβάσω οτιδήποτε από το διαδίκτυο.

Πριν από μέρες ένας ταύρος έριξε τα σύρματα και κατέβηκε ως το σπίτι μας μασουλώντας ενώ εγώ ανίδεη βολτάριζα. Στα πενήντα μέτρα άκουσα τις φωνές της κόρης μου που με προειδοποιούσε να μείνω ακίνητη και τότε τον είδα. Ένας μεγάλος μαύρος ταύρος που με περιεργαζόταν. Ο τρίτος της ζωής μου. Αναμετρηθήκαμε για λίγο. Ύστερα προσγειώθηκε στο λαιμό του ένα λάσο σε καουμπόικο στιλ. Δυο άντρες τον τράβηξαν πέρα με μεγάλη δυσκολία. Τον ταΐζουν πατάτες για να παχύνει και να τον πουλήσουν. Δε συμφέρει να υπάρχει ταύρος στο κοπάδι. Η αναπαραγωγή γίνεται με τεχνητή γονιμοποίηση κι αυτόν το μήνα γεννήθηκαν πέντε μοσχαράκια. Υπάρχουν και οκτώ μικρά ταυράκια. Κι αυτά θα πουληθούν μόλις παχύνουν αρκετά.

Σήμερα ξύπνησα από το μουγκανητό ενός μοσχαριού. Είχε λυθεί και βρισκόταν ακριβώς κάτω από το παράθυρό μου. Άνοιξα το παντζούρι και το έβλεπα καθώς κοίταζε προσεκτικά τα κάγκελα της βεράντας. Είπα πως τώρα θα πηδήξει και θα μπει μέσα, αλλά προτίμησε να φάει το πιο ωραίο ροζ τριαντάφυλλο του μικρού κήπου και ύστερα πήρε την κατηφόρα μέχρι που το μάζεψαν κι αυτό μ’ ένα λάσο.

Κάθε μέρα οι αγελάδες κατεβαίνουν από τα βοσκοτόπια, πεντέμιση το πρωί και τρεισήμισι το απόγευμα για το άρμεγμα. Ύστερα επιστρέφουν στα πιο ψηλά λιβάδια. Βρισκόμαστε στα 2800 μέτρα υψόμετρο. Στα υψίπεδα των Άνδεων. Το κλίμα ίδιο όλο τον χρόνο, άνοιξη μάλλον και λίγο φθινόπωρο Απρίλιο και Μάη. Τις πρώτες μέρες δεν άντεχα να περπατήσω για πολύ ώρα. Μου έλειπε το οξυγόνο. Χρειάστηκα περίπου μια εβδομάδα για να συνηθίσω τα 2500 μέτρα της Μπογκοτά. Όμως τώρα εδώ τα πράγματα βελτιώθηκαν. Ανεβαίνω τις ανηφόρες χωρίς στάσεις, χωρίς λαχάνιασμα.

Photo1Η καραντίνα είναι αυστηρή με μεγάλα πρόστιμα, απαγορεύουν τις μετακινήσεις όπως και στην Ελλάδα, αλλά έχουν γενική απαγόρευση κυκλοφορίας τα σαββατοκυριακοδεύτερα όταν οι Κολομβιάνοι πάνε εκδρομές, γλεντάνε και πίνουν, γι’ αυτό υπάρχει ταυτόχρονα και απαγόρευση πώλησης ποτών. Οι μεγάλες εταιρείες απολύουν υπαλλήλους αράδα. Ο κόσμος δυσανασχετεί με την κλεισούρα, αλλά περισσότερο υποφέρουν όσοι ζούσαν από δουλειές του ποδαριού – και είναι πολλοί αυτοί, εκατομμύρια. Τους βλέπουμε στην τηλεόραση, στις πιο φτωχές συνοικίες, κρεμάνε ένα κόκκινο πανί έξω από το σπίτι τους που σημαίνει ΠΕΙΝΑΜΕ. Οι διάφορες οργανώσεις μοιράζουν πακέτα με τρόφιμα καθημερινά αλλά δεν φτάνουν. Και όσοι μένουν στα βόρεια προάστια φοβούνται μια εξέγερση, μια κοινωνική αναστάτωση όσο κρατάει η καραντίνα. Κανείς δεν ξέρει τι θα γίνει γιατί περιμένουν αύξηση των κρουσμάτων στο τέλος του μήνα.

Το Πάσχα πέρασε χωρίς να το καταλάβουμε. Είχα σκεφτεί να βάψω αυγά, ίσως να φτιάξω τσουρέκια, αλλά όλα αυτά φάνταζαν ξένα στο περιβάλλον μου. Στη δοκιμή που έκανα τα δέκα αυγά βγήκαν σκούρα μπεζ κι ας τα άφησα δυο ώρες να βράζουν στο κόκκινο νερό των παντζαριών.

Η πτήση του Απρίλη ακυρώθηκε κι έκανα καινούργια κράτηση για Μάη.

Εδώ για όλα πρέπει να πας αυτοπροσώπως να τα παραλάβεις, δεν υπάρχουν ντελιβεράδες. Ένα άτομο ασυνόδευτο ―στην Μπογκοτά βγαίνουν σε διαφορετικές μέρες οι άντρες από τις γυναίκες, μονά ζυγά, ίσως για ν’ αποφεύγουν τα ραντεβού― σύμφωνα πάντα με τον λήγοντα αριθμό της ταυτότητας. Παραδείγματος χάρη οι λήγοντες σε 0 οκτώ με έντεκα το πρωί και μόνο στην πιο κοντινή πόλη, δηλαδή χωριό. Φαρμακεία και λίγα μεγάλα μπακάλικα με περιορισμένη ποικιλία και μόνο δύο προϊόντα από κάθε είδος. Αυτό αποκλείει οποιονδήποτε ξένο. Δεν έχω βγει έξω εδώ και τρεις μήνες. Δεν έχω περπατήσει σε δρόμο. Δεν έχω μπει σε κατάστημα. Όμως υπάρχουν πολύ λίγα κρούσματα στο νομό της Μπογιακά όπου βρίσκομαι και κανένας θάνατος. Κάτι είναι κι αυτό.

Ιδανικές διακοπές μου λένε όταν παραπονιέμαι, στη φύση, στον καθαρό αέρα, με καθημερινή κουζίνα γκουρμέ της κόρης μου που απολαμβάνει το καλό και υγιεινό φαγητό. Γιατί δεν είμαι ευχαριστημένη με αυτές τις συνθήκες απομόνωσης; Τι παραπάνω κάνω στο γραφείο μου στην Αθήνα; Πόσο πολύ λοιπόν αποζητούμε τη δική μας φυλακή;

Μάταια και καθημερινά αναζητώ το κρυμμένο νόημα σε αυτόν τον υποχρεωτικό εγκλεισμό. Μια απλή, λίγο παράλογη επιβίωση, ένας εγκλεισμός χωρίς μέλλον, ένας σχεδόν θάνατος. Προσπαθώ να δώσω ένα σχήμα, ένα σκοπό, σε αυτήν τη διαβίωση, αλλά δεν βρίσκω τίποτα που να ανακουφίσει την απελπισία μου. Μου λείπει η Αθήνα, μου λείπει το Wifi του σπιτιού μου. Στην αρχή, όταν ξέμεινα από data, μ’ έπιασε ένας πανικός, δεν μπορούσα να επικοινωνήσω με την Ελλάδα, με τους δικούς μου. Τώρα παλεύω με τις λιγοστές μονάδες για περιήγηση που αγοράζω σχετικά φτηνά, αυτό είναι αλήθεια, αλλά λόγω της καραντίνας κανένας δεν τοποθετεί κεραίες εδώ στην εξοχή. Δεν μπορώ να γράψω, δεν μπορώ να συγκεντρωθώ. Πότε πότε πονάει ο λαιμός μου κι ένας μικρός πανικός ξεφυτρώνει για λίγες τουλάχιστον ώρες. Μήπως μολύνθηκα; Μήπως θ’ αφήσω εδώ τα κόκκαλά μου; Πόσο ασήμαντα είναι όλα αυτά που σχεδίαζα μπροστά στην επιτακτική ανάγκη της απομόνωσης για να σωθούμε όλοι. Και γιατί να σωθούμε, πιάνω τον εαυτό μου να σκέφτεται. Γιατί να μην ρισκάρουμε, να δούμε ποιός πραγματικά μπορεί να επιβιώσει. Ένα σενάριο επιστημονικής φαντασίας που με τις χειρότερες προοπτικές θα αλλάξει για πάντα τη ζωή της ανθρωπότητας.

Photo7

Θυμάμαι μια ηθελημένη απομόνωση έξι εβδομάδων στην πόλη των Αγγέλων, στις ΗΠΑ. Σ’ ένα δωμάτιο ξενοδοχείου στη Σάντα Μόνικα, μόνη, άγνωστη μεταξύ αγνώστων, σκυμμένη στον υπολογιστή μέρα νύχτα. Το δίδυμο κρεβάτι ήταν μαυροπίνακας γεμάτος κίτρινα αυτοκόλλητα χαρτάκια: οδηγίες για το σενάριο που έγραφα, έγραψα. Έβγαινα μόνο για φαγητό, σ’ ένα εστιατόριο ανοιχτό όλο το εικοσιτετράωρο, καμιά φορά βόλτα με το νοικιασμένο αυτοκίνητο στα free ways για να εξοικειωθώ με την πόλη. Έγραφα ασταμάτητα, αγόραζα παγωτό στο σούπερ που ήταν κι αυτό μέρα-νύχτα ανοιχτό και μια φορά την εβδομάδα μάθημα συγγραφής σεναρίου με τον Σιντ Φιλντ στο διάσημο Μπέβερλι Χιλς, στο σπίτι του Γκέρσουιν. Ανακάλυψα τον Σ.Φ. διαβάζοντας τα βιβλία του, τον είχα βρει στο διαδίκτυο και μετά από ένα χρόνο αλληλογραφία βρέθηκα στο Λος Άντζελες με την ιδιότητα της μαθήτριας να γράφω το πρώτο μου σενάριο με την βοήθεια και την καθοδήγηση του. Το γυμναστήριο του ξενοδοχείου το ανακάλυψα δυστυχώς μόνο την τελευταία εβδομάδα. Όπως και τις καινούριες φίλες και τα φαγάδικα του Λ.Α.

Σκέφτομαι πως τίποτα δεν θα είναι ίδιο στο μέλλον. Ίσως θα πρέπει να φορούμε όλοι μάσκες και γάντια, να κρατάμε αποστάσεις, να αποφεύγουμε τις συγκεντρώσεις. Εκτός κι αν κάνουμε κάθε χρόνο το εμβόλιο του κορωνοϊού όπως της γρίπης. Η πτήση του Μαΐου ακυρώθηκε κι αυτή, έκλεισα θέση για 5 Ιουνίου.

Κάθε βράδυ βλέπω σπίτια στον ύπνο μου. Σπίτια που υπήρξαν, σπίτια που είχα και πούλησα ή εγκατέλειψα, σπίτια παλιά, σπίτια ερείπια. Περιφέρομαι εκεί μέσα και ψάχνω τους δικούς μου, πότε τη μάνα, πότε κάποιο παιδί, πότε κάποιον αγαπημένο που έχω χρόνια να δω. Κάθε βράδυ επιστρέφω σε γνωστά μέρη, ξεχασμένα ή κι αξέχαστα.

Και περνώ τις μέρες μου κλεισμένη σ’ έναν Παράδεισο, σε μια Εδέμ, χωρίς καμιά έγνοια, δεν πρέπει να πληρώσω νοίκι ούτε κοινόχρηστα, δεν βγαίνω για ψώνια, άλλος μαγειρεύει, άλλος προγραμματίζει την καθημερινότητά μου, δεν έχω υποχρεώσεις, η μέρα ξημερώνει μες στο πράσινο, τα κοκόρια με ξυπνούν τα χαράματα όπως ποτέ στη ζωή μου δεν με ξύπνησαν, αγελάδες και άλογα γεμίζουν τις πλαγιές, κότες που μου δίνουν τα φρέσκα αυγά τους, μια βουκολική ζωή που δεν επιζήτησα. Φοράω τα ρούχα που έφερα για ένα μήνα, σχεδόν έλιωσα ένα πανταλόνι, έχω άλλα δύο. Έχω ξεχάσει το βάψιμο, την κοκεταρία, δεν φοράω πια γυαλιά, νταντεύω μια εγγονή και περιμένω μιαν άλλη.

Τώρα τελευταία άρχισα να διακρίνω μια ελαφριά κατάθλιψη. Αν ήμουνα πιο νέα ίσως να το διασκέδαζα, όμως εδώ μου λείπουν τα γραφτά μου, αυτά που θα μπορούσα να τακτοποιήσω, να αρχειοθετήσω, τα βιβλία μου που θα μπορούσα να ξαναδιαβάσω, κάποιες μεταφράσεις που ήθελα να κάνω στον ελεύθερο χρόνο μου. Στην άλλη μεριά του ωκεανού είναι η πατρίδα, ο καλός μου, οι άλλοι αγαπημένοι. Αναρωτιέμαι για την τύχη του βιβλίου που παρέδωσα στην εκδότρια, τη ζωή μου όπως την ήξερα.

Η πτήση μου πάλι ακυρώθηκε, τώρα έχω κάνει κράτηση για πρώτη Ιουλίου. Η δήμαρχος βγήκε στην τηλεόραση και είπε πως τα αεροδρόμια θα παραμείνουν κλειστά μέχρι τις 31 Αυγούστου.

Όλα έχουν μπει σε αναμονή.

Photo2

Κάπως έτσι νομίζω πως θα είναι ο θάνατος. Μια μέρα ξαφνικά θα εξαφανιστώ, θα βρεθώ σε μια άλλη πραγματικότητα, άγνωστή μου μέχρι τότε, θα τα αφήσω όλα πίσω. Ίσως να συναντηθώ με άλλους γνωστούς και αγαπημένους, να χαίρομαι την παρέα τους, να θυμάμαι παιδικά τραγουδάκια και παραμύθια, να κάνω ξανά τις τόσο γνωστές αλλά και ξεχασμένες κινήσεις, τα χάδια, τις αγκαλιές, τα νανουρίσματα. Ένας ήρεμος τόπος, πολλά δέντρα, καθαρή ατμόσφαιρα, μια ζωή με τα απολύτως απαραίτητα. Μια ατέλειωτη αιωνιότητα, μια αληθινή Νιρβάνα, αλλά τόσο βαρετή!

ΚΛΑΙΤΗ ΣΩΤΗΡΙΑΔΟΥ

Διονύσης Η. Στράνης, Ο κουρδιστός φιλόσοφος ή Ως και οι Κυνικοί ξεσκύλιασαν (Κόμικ)

cynical

Άδεια, μεγάλη πλατεία, τύπου ιταλικής Piazza. Στο κέντρο της – σε μια στήλη –, η προτομή ενός φιλοσόφου, κυνικότατου και περίφημου, με την επιγραφή

Δ.Η.Σ. (1984 – ∞)
ΟΤΑΝ ΚΑΠΟΤΕ ΡΩΤΗΘΗΚΕ ΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΟΡΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΟΙΝΗ ΓΝΩΜΗ, ΕΚΕΙΝΟΣ ΕΙΠΕ, ΑΦΟΥ ΓΙΑ ΛΙΓΟ ΚΟΝΤΟΣΤΑΘΗΚΕ:
«ΑΜΒΛΥΝΟΟΝ ΤΙ. – ΑΚΟΜΗ ΚΑΙ ΟΤΑΝ ΣΥΜΠΙΠΤΕΙ ΜΕ ΤΟ ΟΡΘΟ, ΘΑ ΕΙΝΑΙ ΠΙΘΑΝΟΤΑΤΑ ΓΙΑ ΛΑΘΟΣ ΛΟΓΟΥΣ»

Παραπέρα, σ’ ένα παγκάκι κάθεται μια γυναίκα ταπεινή που κρατάει ένα αριθμητάρι.

Από την απλωτή ησυχία ξετυλίγεται ένα τρίκι-τρίκι σιγανό, κι ολοένα δυνατότερο.

Σαν – από λήψη αέρος – να κάλυπτε τη διαγώνιο της πλατείας, φτάνει – σε τέλεια ευθεία πορεία – Ο ΚΟΥΡΔΙΣΤΟΣ ΦΙΛΟΣΟΦΟΣ, βαστώντας επ’ ώμου κάτι που ήταν καλυμμένο μ’ ένα σεντόνι, και κάθεται στο πεζούλι κάτω απ’ την προτομή.

Κοιτάζει κατά δω – κοιτάζει κατά κει – ούτε ψυχή ζώσα, μόνο κάτι σειρήνες ακούγονταν – και ύστερα λέει δυνατά:

«Μαύρισαν οι ουρανοί! Τάφοι – Τάφοι ολούθε! …»

Η γυναίκα με το αριθμητάρι τον κοίταζε. «Πράγματι. Ας είναι για λίγο.» ψέλλισε κι έσκυψε πάλι, δύστυχη, το κεφάλι στο όργανο που κρατούσε.

«Τι πράγματι λες εσύ ανόητη; Δεν εννοώ αυτό που κατάλαβες.» είπε εκείνος οργισμένος. «Της λευτεριάς εννοούσα τους τάφους!»

Και συνέχισε:

«Ένα κτήνος, ένα πουλί αόρατο μας κατατρώγει – άνθρωποι – τα σωθικά! …»

Από ένα ανοιχτό παράθυρο ακούστηκε ένας να χειροκροτάει.

«… Του παγκόσμιου Ολοκληρωτισμού ο αητός!» κατέληξε ο κουρδιστός φιλόσοφος «Μ’ ένα ράμφος, να!» κι έδειξε με τα χέρια το μήκος του ράμφους.

Το χειροκρότημα έπαψε. Ζζζζντουπ! – έκλεισε το παράθυρο σβουριχτά.

Η γυναίκα ανεβοκατέβαζε το κεφάλι κι αναστέναζε.

Ο κουρδιστός φιλόσοφος άνοιξε το σεντόνι που είχε αποθέσει στο έδαφος. Μέσα εκεί ήτανε κάτι βέργες ομοιόμορφες και λεπτές. Άρχισε να βιδώνει τη μία πάνω στην άλλη, έως ότου έφτιαξε μια υπερβέργα-πειραχτήρι κάμποσα μέτρα μακριά. Τη σήκωσε – εκείνη λύγιζε ελαφρώς σαν καλάμι ψαρέματος – κι έδωσε μια τσιγκλιά στα μεριά της γυναίκας που κρατούσε το αριθμητάρι.

«Άουτς» έκανε αυτή. Έκατσε παραδίπλα.

«Μην ειρωνεύεσαι εσύ κυρά Κοινή! Ακούς; Θα’ ναι αργά όταν φτάσει ο αητο-Λεβιάθαν! Το πουλί κι αν κάνεις πως δεν βλέπεις, την κουτσουλιά θα τη φας!»

Ύστερα άρχισε να ξεβιδώνει και να λύνει την υπερβέργα, τακτοποίησε μία-μία τις βέργες και τις τύλιξε πάλι με το σεντόνι. Κατόπιν άρχισε να φωνάζει προς τα κτίρια τριγύρω  – σα να μιλούσε σε πατεράδες μιας νύφης –, όπου κάτι κεφάλια εξείχαν απ’ τα παράθυρα, κι άλλα φαίνονταν στα μπαλκόνια:

«Στον διάολο με την ΕΠΙΒΙΩΣΗ! Πού ειν’ η ΖΩΗ ωρέ; Πού την έχετε; Ακούστε δω καλά! Τα καλύτερα ρούχα φορέστε της! Θααα τττττην πάαααω γιααααα χορρρρρρόοοοοοουου ……».

Το τρίκι-τρίκι σταμάτησε. Ο κουρδιστός φιλόσοφος ξέμεινε σε πόζα αιώνιας βλακείας με χέρια και στόμα ανοιχτά. Πίσω από την προτομή άνοιξε ένα πορτάκι. Βγήκε ένας ανθρωπάκος. Πήγε μπροστά (στάθηκε πίσω απ’ την πλάτη του κοκκαλωμένου κουρδιστού φιλοσόφου) και άρχισε μ’ ένα καλέμι να σβήνει την επιγραφή της προτομής από τη δεύτερη σειρά και κάτω. Την οποία αντικατέστησε με τον ακόλουθο αφορισμό του Nicolas Chamfort:

«ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΕΠΟΧΕΣ ΟΠΟΥ Η ΚΟΙΝΗ ΓΝΩΜΗ ΕΙΝΑΙ Η ΧΕΙΡΟΤΕΡΗ ΑΠ’ ΟΛΕΣ ΤΙΣ ΓΝΩΜΕΣ[1]»

Εκείνη δεν ήτανε μια τέτοια εποχή.

ΔΙΟΝΥΣΗΣ Η. ΣΤΡΑΝΗΣ

Το σατιρικό αυτό κείμενο γράφτηκε στις 2.4.2020 και είναι εμπνευσμένο από τις παρεμβάσεις του Giorgio Agamben, οι οποίες δημοσιεύθηκαν στο διάστημα 26.2.2020 – 17.3.2020 με αφορμή το lockdown της Ιταλίας λόγω covid-19.

 [1] ΣΑΜΦΟΡ, Επιλογή από το έργο του, Μετάφραση Π. Κονδύλης, Εκδόσεις Στιγμή, Σειρά Στοχασμοί (11)

Λάμπρος Λαρέλης, Μάρτιος 2021

Gianna

με τον τρόπο του W. B. Yeats

Ρίξαμε μπόι, λέτε πια… Διακόσια χρόνια,
καιρός πολύς η Ελευθερία να ριζώσει,
πολιτικάντες κι εργολάβοι και γκαρσόνια,
το έθνος τ’ αγέρωχο καιρός να ξεσαλώσει.
Τα πανηγύρια κι οι γιορτές ; χιονοστιβάδα !
για μια παράτα, μια ξεφάντωση ζούμ’ όλοι,
πόσο πιο πέρα δα να πάει η Νέα Ελλάδα,
χοντρή ξεβράκωτη μαϊμού με παρασόλι.

Κι όμως, στα ξεκινήματα φαντάζατ’ άλλοι·
άλλα αναστήματα, άλλοι τρόποι σάς τραβούσαν
κι όλο ανεμίζατε, σημαία τρισμεγάλη,
σκοπούς αλλιώτικους, άλλοι άθλοι σάς μεθούσαν
κι όχι τα φλας του ατσίδα ή του φοροφυγάδα,
κάθε σπονσόρισσας και σουρλουλούς το χρήμα :
μα έχει του Μάρτη εκείνου πια πεθάνει η Ελλάδα,
με τον Κανάρη κείτεται νεκρή στο μνήμα.

Λέτε γι’ αυτό λοιπόν ψηλά σε κάθε ράχη
οι καπετάνιοι τούς πασάδες πολεμήσαν ;
Ο Μάρκος έπεσε γι’ αυτό σ’ άνιση μάχη,
γι’ αυτό τον Διάκο μιαν αυγούλα τον θερίσαν,
τη Χιο την κάψανε γι’ αυτό μιαν αποφράδα,
γι’ αυτό ξεψύχησε ο Ρήγας στη στραγγάλη ;
Μα έχει πεθάνει πια εκείνη η πρώτη Ελλάδα,
μι’ άλλη, ξετσίπωτη, της πήρε το κεφάλι.

Γιατί και πίσω άμα γυρνούσανε τα χρόνια
κι όλους τους πάλι εδώ τους βλέπατε μπροστά σας,
πολιτικάντες, εργολάβοι και γκαρσόνια
εσείς θα μένατε στα πλάνα τα δικά σας :
σε ζωντανή μετάδοση από τον Καιάδα
θα τους «τιμούσατε» χειμώνα-καλοκαίρι.
Όμως δεν θέλει τις τιμές σας κείνη η Ελλάδα·
με τον Κανάρη έχει ταφεί και δεν σας ξέρει.

ΛΑΜΠΡΟΣ ΛΑΡΕΛΗΣ