ΝΠ | Επίκαιρα & Σχόλια

«ΕΓΩ ΔΕΝ ΕΙΜΑΙ ΕΓΩ» (2/5) – Αφιέρωμα στον Χουάν Ραμόν Χιμένεθ

«ΕΓΩ ΔΕΝ ΕΙΜΑΙ ΕΓΩ» —
Καθρέφτες και είδωλα στη ζωή και το έργο του Χουάν Ραμόν Χιμένεθ

Επιμέλεια αφιερώματος, επιλογή υλικού, μετάφραση: Έλενα Σταγκουράκη

*************

ΠΟΙΗΜΑΤΑ

ΕΦΗΒΕΙΑ (ADOLESCENCIA)

Κάποια στιγμή στο μπαλκόνι
μείναμε οι δυο μας μονάχοι.
Απ’ τη γλυκειά εκείνη μέρα
ήμαστε οι δυο μας μια αγκάλη.
—Το νυσταγμένο τοπίο
κοιμόταν σε τόνους σκόρπιους
κάτω από ουρανό γκρίζο
και ροδαλό, φθινοπώρου.—
Της είπα, θα την φιλούσα·
τα μάτια ήρεμα κλείνει
και θησαυρό σαν να χάνει
τα δυο της μάγουλα δίνει.
—Πέφταν τα φύλλα φρυγμένα
στο σιωπηλό μέσα κήπο,
και στον αέρα αιωρούνταν
άρωμα από ηλιοτρόπιο.—

Να με κοιτάξει, πού τόλμη;
Της είπα, είμαστε ένα,
…κι έμειναν τα δυο της μάτια
μελαγχολικά, βρεγμένα.

 

Η ΑΛΛΑΓΗ (EL CAMBIO)

Το γήινο, για σένα,
εξαίσιο εγίνη,
ουράνιο.
Και τότε,
το ουράνιο, για μένα,
ευχάριστα εγίνη
επίγειο.

 

ΓΕΓΟΝΟΣ (EL HECHO)

Σαν έχει φύγει ενείνη,
το μάτι τη διακρίνει.
Μετά, καθώς γυρνάει,
στο πουθενά σκορπάει.

 

Ο ΠΙΟ ΜΟΝΟΣ (EL MÁS SÓLO)

Πάντα, μετά, πόσο ωραία
σαν μοναχός μου απομείνω.
Όσα θα ήταν στιγμιαία,
μάτια μου, αιώνια τα ντύνω.

 

ΡΥΘΜΟΣ (EL RITMO)

Ρίξε τού τώρα τον λίθο,
κοιμήσου και ξέχνα. Αν είν’ φως,
θα τον ξαναβρείς το πρωί,
χαράζοντας, ήλιος σωστός.

 

ΚΟΝΤΥΛΕΝΙΟ (GRÁCIL)

Σ’ έπιασα; Δεν ξέρω
αν σ’ έπιασα, φτερό λεπτότατο,
ή αν έπιασα σκιά σου.

 

ΑΠΟΧΩΡΗΣΗ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟΥ (IDA DE OTOÑO)

Σε δρόμο χρυσαφένιο τα κοτσύφια… Πού πάνε;
Σε δρόμο χρυσαφένιο και τα ρόδα… Πού πάνε;
Σε δρόμο χρυσαφένιο και η αφεντιά μου…
Για πού το
φθινόπωρο; Για πού, πουλιά και άνθη;
Η ΑΠΟΥΣΙΑ (LA AUSENCIA)Καθώς η αγάπη φεύγει,
μοιάζει να μεγαλώνει.Πόσο στο σώμα η θλίψη
ψυχή τρανή υψώνει!Καθώς ο ήλιος δύει,
στα άστρα το τιμόνι.

 

Η ΑΠΟΥΣΑ (LA AUSENTE)

Κλείσε την πόρτα, κλείσ’ την,
σαν άρεσε σ’ εκείνην…
Μην χάσει τη βολή της
η ανάμνησή της!

 

ΤΟ ΥΣΤΑΤΟ ΦΥΛΛΩΜΑ (LA COPA FINAL)

Σε άφραστο πάνω ουρανό
δεσπόζει η κίτρινη λεύκα,
ψηλή η ομορφιά της μες στον
γεμάτο όλο έκσταση αέρα.

Το φως συγκεντρώνεται εντός
σαν σε ήσυχη μέσα φωλιά
του αιώνιου. Και η λεύκα η καλή
εντός της πληρείται απαλά.

 

ΑΝΟΙΞΗ ΜΗΤΕΡΑ (PRIMAVERA MADRE)Άνοιξη μητέρα,
πράσινη και πάλι,
πιο όμορφη, πιο καίρια!(Όμως, αν και γιος σου,
μένω εγώ με φύλλα
πιο ξερά και στείρα.)Άνοιξη μητέρα,
κι ας με μιας πεθάνω,
μείνε πάντα νέα!(Νέα εσύ να μείνεις
και με φρέσκα φύλλα
πιο πολλά και φίνα.)

 

ΚΑΙ ΑΝ ΘΛΙΜΜΕΝΟΣ, ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΔΕΝ ΚΛΑΙΝΕ
(ESTOY TRISTE Y MIS OJOS NO LLORAN)

Και αν θλιμμένος, τα μάτια δεν κλαίνε.
Κανενός δεν ποθώ πια τα χάδια.
Η γαλήνια ματιά μου σκορπάει
μες στου πάρκου τα υγρά μονοπάτια.

Για ποιο λόγο να θέλω αγάπες
σ’ ένα απόγευμα σκούρο, ψιχάλας,
όπου αρώματα δεν κυριαρχούνε
στου αέρα τα γύρω κανάλια;

Περασμένη η ώρα του ύπνου
και μονάχο το άδειο τοπίο.
Έχουν φύγει αργά τα κοπάδια,
ο καπνός πάνω απ’ το έρμο χωρίο.

Το παράθυρο κλείνω στους ίσκιους
και στο τζάμι γυαλίζει μια στάλα.
Και αν θλιμμένος, τα μάτια δεν κλαίνε.
Κανενός δεν ποθώ πια τα χάδια!

Τον καιρό νοσταλγώ που ’μουν νήπιο,
καθώς είναι η ώρα του ύπνου.
Τότε η μάνα μου και η αγκαλιά της
ήταν όλη μια αγάπη μαζί μου.

Στον αχό της καλής μου καμπάνας
που ηχεί απ’ το ξωκλήσι στον κάμπο,
τα δυο μάτια μου –να!– μισανοίγουν
στο μυστήριο της νύχτας επάνω…

Ένα σήμαντρο που ήχησε τώρα,
τη γαλήνη ταράζει του αιθέρα.
Ο ρυθμός δάκρυα φέρνει στα μάτια
που κανένα δεν θέλουν τα χάδια!

Απ’ τα μάτια μου δάκρυα ας κυλήσουν!
Πια υπάρχουν λουλούδια, τραγούδια.
Αν τα χάδια μου πόθησε κάποιος
ας κοπιάσει εδώ, στη φτερούγα.

Και τα δάκρυα τρέχουν… Δεν πάνε…
Ποιος θα ’ρθει στο θλιμμένο τοπίο;
Μόνο ηχεί στη σιωπή τη μεγάλη
η καμπάνα απ’ αγγέλων ωδείο.


Η ΓΙΟΡΤΗ
 (LA FIESTA)Όλες τις μέρες εγώ είμαι.
Μα λίγες όσες εγώ είμαι
Εγώ!Όλες τις μέρες τα ουράνια
ζουν μες στα μάτια. Μα πότε είν’
θεός;Όλες τις μέρες μιλείς μου.
Σπάνια ακούω της φωνής σου
αχό.
Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΡΑΧΑΤΙ (LA MUERTE ES EL REPOSO)
Ο θάνατος ραχάτι
απ’ της ζωής τη μέρα –
ξεκούραστοι για να ξυπνήσουμε έτσι
στη μέρα την απόλυτη του απείρου.
ΕΝΑ ΔΙΑΛΕΙΜΜΑ Η ΘΑΝΗ ΜΑΣ (LA MUERTE ES SÓLO UN REPOSO)
Ένα διάλειμμα η θανή μας
πιο καλό και από τον ύπνο.
Απ’ αυτήν, θα ’ρθει η μέρα,
-άριστη, άφταστη, εξαίσια-
που θα βγούμε αντρειωμένοι,
σε μια ζήση τόσο αιώνια
σαν εκείνην,
σ’ ένα αθάνατο αγώνα.
 

Η ΝΥΧΤΑ (LA NOCHE)

Είναι γέφυρα ο ύπνος
απ’ το σήμερα στο αύριο.
Σαν σε όνειρο, από κάτω
τρέχει πνεύμα, τρέχει ύδωρ.

 

Η ΣΕΙΡΑ (LA VEZ)

Συ, το μέγα, εμπρός, πια στάσου
για του ελάσσονος τη χάρη―
μιας κι ο κόσμος του είναι η ώρα
κι ώρα σου είναι η πλάση.

 

ΜΑΤΙΑ ΤΟΥ ΧΘΕΣ (OJOS DE AYER)

Μάτια που θέλουν
χαρά να βλέπουν,
μα βλέπουν λύπη!

Αχ, πώς θα γίνει
γέρικος τοίχος
πάλι να λάμψει—
ή κορμός σάπιος
φύλλα ν’ ανοίξει,
μάτια ν’ανοίξει,
άλλα από εκείνα
που μόνο θέλουν
χαρά να βλέπουν,
μα βλέπουν λύπη!

Αχ, δεν θα γίνει!

 

ΜΙΚΡΟ ΚΟΡΙΤΣΙ, ΡΟΔΟ (ROSA NIÑA)

Ρόδο, το φθινόπωρο
είναι το φύλλο το δικό σου
στον αέρα.

Μικρή μου, ο πόνος όλος
είναι το δάκρυ το δικό σου
από αίμα.

 

ΜΟΝΑΧΑ ΕΣΥ (SÓLO TÚ)

Μονάχα εσύ –όχι η Άφροδίτη–
να ’σαι μπορείς
άστρο δικό μου της βραδιάς,
άστρο δικό μου της αυγής!

 

ΡΟΔΟ (ROSA)

Συ μοναχά
θα είσαι εσύ
σαν με πληγώνεις.

 

Ω ΕΣΥ, ΚΑΡΔΙΑ, ΜΙΚΡΗ, ΚΑΘΑΡΙΑ (OH CORAZÓN PEQUEÑO Y PURO)

Ω εσύ, καρδιά, μικρή, καθάρια
πιο δυνατή απ’ το κύμα ―
στον απαλό σου χτύπο πιο τρανή και
από το σίδερο το κρύο!
Ω θάλασσα, στ’ αλήθεια
εσένα διαπερνώ για την αγάπη.

 

ΜΟΝΑΞΙΑ (SOLEDAD)

Μέσα σου υπάρχεις, θάλασσα, ακέρια,
μα πόσο δίχως σου είσαι, πόσο μόνη,
και πόσο μακριά από εσένα πάντα!
Κάθε στιγμή ανοιχτή σε μύριους πόνους,
σαν και το μέτωπό μου.
Τα κύματά σου έρχονται και πάνε
σαν και τους λογισμούς μου,
όλο έρχονται και πάνε,
χωρίζουν, ξανασμίγουν,
σε αιώνια γνωριμία,
μα και αποξένωσή τους.
Εσύ είσαι, δεν το ξέρεις.
Και αν σφύζει η καρδιά σου, δεν το νιώθει…
Πόσο μονάχη, θάλασσα, και μόνη!

 

Η ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΑ ΘΑΛΑΣΣΑ (EL NUEVO MAR)

Ι.

Για να ξεχάσω το λόγο που ήρθα,
το σκοπό που γεννήθηκα, που γεννηθήκαμε,
έρχομαι να σε αγναντέψω, θάλασσα, αέναη τρελή.
Η κίνησή σου, η ανησυχία σου με γαληνεύουν.
Είσαι η μόνη που ξέρει
να είναι ο εαυτός της, εσύ να ’σαι εσύ,
η μόνη και μοναδική που δεν σταματά
ν’ ανταπαντά στα κύματά της, στις λέξεις της,
στα ερωτήματα του φωτός του αλαζονικού.
Τις ημέρες τις ήρεμες, σαν ο αέρας
με τον ουρανό από πάνω, ψηλά, θαρρεί πως
σε εξουσιάζει και το γνωρίζεις,
εσύ είσαι απόμακρη, κοιμάσαι,
ονειρεύεσαι
την ελευθερία που σημαίνεις στον κόσμο
κρύβοντας στα βάθη σου μιαν επανάσταση βουβή.

ΙΙ

Εσύ είσαι η μόνη που πράγμα άλλο δεν επιθυμεί
από το να υπάρχει, να υπάρχεις μέσα σου, στον εαυτό σου,
και η μάχη γίνεται με εσένα την ίδια,
δυναμίστρια εσύ αισθητική, παίκτρια ηττημένη
της απέραντης μοναχικής ομορφιάς.
Εσύ μονάχα είσαι η πιο μόνη απ’ όλα τ’ άλλα.
Μήτε μας βλέπεις, σαν τα ουράνια,
μήτε να σε βλέπουν γυρεύεις, μήτε σε νοιάζει,
μήτε παρηγοριά προσφέρεις, μιαν απάντηση
για εκείνον που έρχεται να σε κοιτάξει με μάτια δικά του,
όχι δικά σου,
για εκείνον που για χάρη σου βυθίζεται εντός του.

ΙΙΙ.

Μα εμένα δεν με νοιάζει αν μ’ ακούς.
Εγώ ξέρω πως εσύ είσαι εσύ, και πως κι εγώ θα μπορούσα
να ’μαι σαν εσένα, και τούτο μου αρκεί:
φίλη αληθινή, δίχως δεσμό,
φίλη στο όμορφο και στην τρέλα,
φίλη που δεν επιθυμείς να ’σαι κάτι παραπάνω,
που τίποτε δεν ζητάς και από κανέναν.
Τίποτε παραπάνω. Βουίζεις, λαμπυρίζεις,
πετιέσαι και βυθίζεσαι, σκουραίνεις,
μαζεύεσαι, απλώνεσαι,
παντού φτάνεις και μακραίνεις,
όλες τις γλώσσες ομιλείς και σωπαίνεις,
απέραντα κλαις μ’ αναφιλητά,
ξεκαρδίζεσαι στα γέλια
γέλια που καταλήγουν σε χαρά πανανθρώπινη,
δίνεσαι κι αποσύρεσαι…
Κι όλα τούτα έτσι απλά, παράδεισε μέγα
συγκεντρωμένης ελευθερίας εσωτερικής.

IV.

Εσύ, θάλασσα γυμνή,
ζεις, θάλασσα, στο κέντρο της ζωής:
όπου εσύ, εκεί το κέντρο,
η αρχή και το τέλος του παντός,
νάρκη ενεργή.
Είσαι, θάλασσα, το γυμνό,
η ομορφιά η γυμνή,
η ομορφιά η μοναδική που δεν σηκώνει
πέπλα εξωτερικά, σαν την στεριά,
που σπάει, που καταπίνει κάθε βέλο
κάνοντάς το γυμνότητα, πηγή κάθε γυμνού,
της Αφροδίτης πόδι
σε μια στιγμή ανθρώπινης επαφής,
σαν μια αισθητοποίησή σου
στην εγγύτητα του ανθρώπου.
Μέσα σου υπάρχεις, θάλασσα, στο αιώνιο κύμα σου,
μορφή και ισχύς
παντός γυμνού, μεταμόρφωση
ατέρμονη,
αιώνια του γυμνού γυμνότητα.

V.

Έργο στην ακτή, στέκομαι
ανάμεσα στο έργο μου κι εσένα. Από σένα
σ’ εκείνο πηγαίνω, δείγμα νέο,
δείγμα ελεύθερο του έργου μου.
Σε διαδοχή αέναη είσαι τα πάντα,
όλα όσα ο κόσμος μπορεί να περικλείσει
και όλα τα υπόλοιπα
δίχως αρχή μήτε τέλος, το έργο μου, το κύμα σου,
σάρκα και ψυχή και καθρέφτισμα μιας στιγμής της,
αθωότητα, ελπίδα υπό φως πανομοιότυπο,
σε σχέδιο πανομοιότυπο και πανομοιότυπο τόπο,
σε ειρήνη και δύναμη μαζί,
θάλασσα ποιήτρια
με τη μήτρα μέσα σου,
ακούραστη δουλεύτρα
υπό σελήνη κι ήλιο εξίσου δυνατά,
την αυγή, το μεσημέρι και το δείλι
μα και τη νύχτα,
ξάγρυπνη οραματίστρια της αβύσου σου.

VI.

Ζωντανή νεκρή είσαι, θάλασσα: πιάνεις το θάνατο,
τον χτυπάς, τον ενσωματώνεις, τον αποχαιρετάς,
τον αφομοιώνεις.

VI.

Θάλασσα τρελή, λόγε μοναδικέ του κόσμου,
πόσο καλά συνταιριάζεις την απέραντη λογική
με την ατέλειωτή σου τρέλα.
Με την τρέλα σου ποθώ να τρελαθώ,
η σκέψη μου να γίνει θέλει εσύ,
μαζί με όλα τα άλλα, με τα ψάρια σου,
τα φύκια και τις πέτρες σου,
δίχως πλήγμα κανένα στη μοναχική σου ύπαρξη.
Πόση απέραντη ειρήνη ο ατέλειωτός σου πόλεμος!
Αχ, να μην μπορώ μέσα σου να μείνω ζωντανός!,
δίχως πείνα, δίχως δίψα μήτε ύπνο,
αφού δεν θέλω να σε βλέπω, μα να σε είμαι,
να είμαι μέσα σου και μέσα σου να ζω,
να είμαι, άρτιος σαν εσένα, πάντοτε εγώ ο ίδιος,
και πάντοτε ίδιος, πάντοτε αλλιώτικος,
επανειλημμένος, δίχως οδηγίες, πάντοτε.

και VIII.

Ο άνθρωπος
θα ’πρεπε να μπορεί να είναι ό,τι επιθυμεί,
θα ’πρεπε να μπορεί να είναι στο μέτρο
της πλάνης και της επιθυμίας του.
Τότε εγώ θα ’μουν εσύ, που είσαι εσύ η ίδια,
που είσαι η επιθυμία της απόλυτης επιθυμίας.
Εσύ μονάχα, θάλασσα, όλα τα ξέρεις
κι όλα τα ξεχνάς —
εσύ μονάχα, θάλασσα, σου αρκείσαι και περισσεύεις.
Είσαι, και συνάμα παύεις να είσαι, τα πάντα.

Advertisements

Ἡ πετριά τῶν συγγραφέων

arrog

~ . ~

τοῦ ΓΙΩΡΓΟΥ ΑΡΑΓΗ ~ . ~ 

Κάθε ἄνθρωπος κάποιου δημιουργικοῦ τάλαντου, σ᾿ ὁποιονδήποτε τομέα, ἔχει ἔφεση νά πιστεύει στόν ἑαυτό του. Χωρίς αὐτήν τήν πίστη δέν θά καταπιανόταν μέ δημιουργική δουλειά. Σ᾿ ἕνα ἑπόμενο βῆμα οἱ ἄνθρωποι αὐτοί ἀναπτύσσουν, ὡς φυσική συνέπεια αὐτῆς τῆς ἔφεσης, ἕναν κάποιον ἐγωκεντρισμό. Σ᾿ αὐτές τίς περιπτώσεις δύσκολα θά ᾿λεγε κανείς πώς δέν ἔχουμε νά κάνουμε μέ ἄτομα κοινῆς συμπεριφορᾶς. Ὁ ἐγωκεντρισμός ἀφορᾶ λίγο πολύ κάθε ἄνθρωπο καί περισσότερο αὐτούς πού ἀφοσιώνονται στήν ἰδιαίτερη κλίση τους. Κάποτε ὡστόσο ἡ παραπάνω ἔφεση ἐκδηλώνεται ἐντονότερα, σέ βαθμό πού νά ξεπερνάει τὰ συνήθη ὅρια. Κάτι πού συμβαίνει μᾶλλον συχνά σέ ἄτομα πού καταγίνονται μέ τίς τέχνες καί τά γράμματα. Ἄν περιορίζαμε αἴφνης τό θέμα στήν περιοχή τῆς λογοτεχνίας, θά εἴχαμε τό περιθώριο νά κάνουμε ὁρισμένες παρατηρήσεις.

Τό θέμα ἀφορᾶ περιπτώσεις κατά τίς ὁποῖες φαντασιώνεται κανείς τόν πνευματικό ἑαυτό του πάνω ἀπό τά κοινά μέτρα ἤ, ἀλλιῶς, πάνω ἀπό τόν μέσο ὅρο. Ἔχουμε π.χ. ἄτομα πού δέν κρύβουν ὅτι ἔχουν μεγάλη ἰδέα γιά τόν ἑαυτό τους. Σπάνια τό λένε βέβαια ρητά, ἀλλά στά λόγια τους ὑποδηλώνεται εὐδιάκριτα ἕνα ἐγώ διογκωμένο. Γιά ὁρισμένους αὐτή ἡ αἴσθηση εἶναι πηγαία, ἰδιοσυγκρασιακό συνεπῶς γνώρισμα τῆς ὕπαρξής τους καί τή βλέπουμε νά ἐκδηλώνεται ἀμέσως, ἀπό τό πρῶτο πρῶτο δημοσιευμένο ἔργο τους. Ὅπως συμβαίνει λ.χ. μέ τόν Α. Σικελιανό ἤ μέ τόν Ζ. Λορεντζάτο. Χωρίς ὡστόσο νά εἶναι κανείς ἀπόλυτα σίγουρος πὼς σέ τέτοιες περιπτώσεις ἀπουσιάζει κάθε στοιχεῖο φαντασίωσης. Ὅμως ὁ ἰδιοσυγκρασιακός παράγοντας παραμένει ἔντονα αἰσθητός.

Σέ μιά δεύτερη σειρά περισσότερων συγγραφέων ἔχουμε σχετικές διαφορές. Οἱ συγγραφεῖς αὐτοί δηλαδή, ἄν καί καθόλου ἀτάλαντοι, δέν φαντασιώνονται μεγάλο τόν ἑαυτό τους ἀμέσως, ἀπό τήν ἀρχή ἀρχή. Μάλιστα ἀρχικά ἡ στάση τους, ἀναφορικά μέ τά πρῶτα ἔργα τους, εἶναι μᾶλλον ταπεινή. Ἄν καί δέν τούς λείπει ὁ ἐνδόμυχος καλλιτεχνικός ἐγωκεντρισμός, δέν τόν δείχνουν παρά μόνο πολύ συγκρατημένα. Ἀντίθετα ἔχουν μεγάλη ἔγνοια καί παρακολουθοῦν ἀνήσυχοι αὐτά πού γράφονται ἀπό τούς κριτικούς γιά τή συγγραφική δουλειά τους. Τότε δίνουν σημασία ἀκόμα καί στήν παραμικρή σημείωση πού γράφεται γι᾿ αὐτούς. Ἀπό τήν ὥρα ὅμως πού κάπως ξεχωρίζουν ἀπό τόν σωρό, ἀποκτώντας μιά κάποια δημόσια ἐπιφάνεια, ἀρχίζουν νά ἐκδηλώνουν περισσότερο τήν αὐτοπεποίθησή τους. Ἔκτοτε, ὅσο ἡ δημόσια ἀναγνώριση κερδίζει ἔδαφος, τόσο μεγαλώνει ἡ ἔξαρση τοῦ ἐγώ τους. Ἀναλογικά δηλαδή ἀναπτύσσεται καί ἡ φαντασιωτική μεγέθυνση τοῦ ἑαυτοῦ τους. Ὥσπου ἀπό κάποιο σημεῖο καί μετά πέφτουν στή δίνη ἑνός φαύλου κύκλου. Ὁπότε, ἀνεξάρτητα ἀπό τήν ποιότητα τῆς ὕστερης παραγωγῆς τους, μετράει τό ἔδαφος πού κερδίζουν στό ἐπίπεδο τῆς δημόσιας προβολῆς τους -δημοσιεύσεις σέ ἐφημερίδες, φωτογραφίες,παρουσιάσεις, συνεντεύξεις, φιλοφρονητικά σχόλια ἤ κριτικές, τιμητικές ἐκδηλώσεις, βραβεῖα, συχνές ἐμφανίσεις στήν τηλεόραση, κ.λπ. κ.λπ. Ἀπό ἐκεῖ καί πέρα μοιάζει νά ζοῦν καί νά κινοῦνται μέσα στόν χῶρο τῆς ἀτομικῆς τους προέκτασης ἤ, ὅπως λέμε, στόν κόσμο τους. Εἶπα, ἀνεξάρτητα ἀπό τήν ὕστερη παραγωγή τους. Γιατί συνήθως δέν συμβαδίζει ἡ ποιοτικότερη παραγωγική περίοδός τους μέ τό διάστημα τῆς δημόσιας προβολῆς τους πού ἔρχεται βραδύτερα καί πού ὑποθάλπει τόν ὑποκειμενισμό τους. Ἀπό τή στιγμή πού περνάει κανείς στήν περιοχή τοῦ φαύλου κύκλου, πού προανάφερα, ὥς ἔνα βαθμό τουλάχιστο, χάνει τήν ἐπαφή τουμέ τόν ἔξω κόσμο. Ἔτσι δύσκολα βλέπει καθαρά τί συμβαίνει γύρω του, δύσκολα δέχεται ὁποιαδήποτε παρατήρηση πάνω στή δουλειά του, δύσκολα μπορεῖ νά κρίνει εὐνοϊκά τά σύγχρονα, ὁμοειδή μέ τά δικά του, ἔργα. Ἐνῶ βασική φροντίδα του γίνεται ἡ περισσότερ οαὐξημένη δημόσια εἰκόνα του. Σέ σημεῖο πού θά ᾿λεγε κανείς πώς  χάνει τό μέτρο τῶν πραγμάτων καί τήν καθαρή ἐπαφή μαζί τους. «Κι αὐτή», μεταθέτοντας τό νόημα ἀπό τά λόγια τοῦ ποιητή, «δέν ἔχει τέλος ἡ παρτίδα».[1] Γιατί, σύμφωνα μέ τή λαϊκή ρήση, «τρώγοντας ἔρχεται ἡ ὄρεξη», ἔχουμε αὐξανόμενη βουλιμία γιά περισσότερη ἀναγνώριση πού, ὅσο διαπιστώνεται, τόσο κεντρίζεται ἡ παραπέρα διόγκωση τοῦ ὑποκειμενισμοῦ. Πρόκειται γιά μιά κατάσταση στήν ὁποία τό ὑποκείμενο κατέχεται ἀπό τήν ἔμμονη ἰδέα τοῦ φαντασιωμένου ἑαυτοῦ του, κάτι πού δέν ἀπέχει πολύ ἀπό τό νά πατάει στό κατώφλι μιᾶς ἐλαφρᾶς, θά ᾿λεγε κανείς,  ψύχωσης. Ἐνδεικτικά παραδείγματα ἔχουμε πολλά. Λίγα ὀνόματα ἀρκοῦν, π.χ. Ο. Ἐλύτης, Γ. Ρίτσος, Ν.Καροῦζος, Γ. Χειμωνᾶς, Γ. Ἰωάννου…

Πρέπει νά πῶ, ἄν δέν ἔγινε ἤδη ἀντιληπτό, πώς τά παραπάνω δέν ἀφοροῦν ἀκριβῶς τή λογοτεχνική ἀξία τῶν συγγραφέων, ἀφοροῦν ἁπλῶς ἕνα  φαινόμενο φαντασίωσης τοῦ ἐγώ πολλῶν ἄξιων λογοτεχνῶν. Κάτι σάν ψυχωτική ἔξαρση τοῦ ἑαυτοῦ τους. Φαινόμενο πού δέν εἶναι ἀποκλειστικά νεοελληνικό. Ἀρκεῖ νά θυμηθοῦμε λ.χ. τόν προκλητικό ἐγωκεντρισμό τῶν Ο. Οὐάλντ, Φ.Τ. Μαρινέτι, τοῦ Β. Μαγιακόφσκι, κ.ἄ. Μέ τή διαφορά πώς ἐδῶ σέ μᾶς, στή μικρή καί καθυστερημένη χώρα μας, ὁ λογοτεχνικός στίβος εἶναι στενός καί πενιχρός σέ ἀναγνώριση καί ὑλικές ἀπολαβές. Οἱ λογοτέχνες μας διαγκωνίζονται μέσα σ᾿ αὐτόν τόν στενό στίβο μέ ἀσήμαντα ὀφέλη καί προσπαθοῦν νά εἶναι κάτι ἔστω ὡς ὄνομα. Ἕνα ὑποκατάστατο τῆς εὐρείας φήμης πού ἀπολαμβάνουν οἱ λογοτέχνες σέ χῶρες πού διαθέτουν ὑψηλό ἐπίπεδο παιδείας καί εὐρύ ἀναγνωστικό κοινό. Ἀπό τήν ἄποψη αὐτή οἱ δικοί μας εἶναι καί αἰσθάνοναι ἀδικημένοι ἀπό τίς συνθῆκες. Ἐνῶ, ἀπό τ᾿ ἄλλο μέρος, δέν τούς διαφεύγει τό γεγονός ὅτι ἡ πολιτεία πολύ λίγο ἐνδιαφέρεται γιά τήν ὕπαρξή τους καί ὅτι ἁπλῶς ὑποκριτικά λέει πώς τούς ἔχει περί πολλοῦ. Πάντως, ἄν θέλει νά παραδειγματιστεῖ κανείς θετικά, δέν ἔχει παρά νά κοιτάξει λογοτέχνες πού εἶχαν ταπεινή ἤ πολύ συνετή ἰδέα γιά τόν ἑαυτό τους, ὅπως ὑπῆρξε ἡ περίπτωση τοῦ Σταντάλ, τοῦ Φ. Ντοστογιέφσκι, τοῦ Ρ. Μ. Ρίλκε, τοῦ Τ. Σ. Ἔλιοτ,τοῦ Φ. Πεσσόα, τοῦ  Χ.Λ. Μπόρχες, τοῦ Α. Καμύ, κ.ἄ. Καί ὅπως τῶν δικῶν μας Δ. Σολωμοῦ, Λ. Πορφύρα, Τ. Παπατσώνη, Τ. Ἄγρα, Γ. Μπεράτη, Μ. Σαχτούρη.

Ἐκτός ἀπό τίς δυό παραπάνω κατηγορίες συγγραφέων ὑπάρχει καί μιά τρίτη, πολυπληθέστερη, πού κινεῖται στήν περιοχή τῆς λογοτεχνίας. Σ᾿ αὐτή ἀνήκουν ἄτομα πού ἔχουν ἔντονη ἐπιθυμία νά ὑπάρξουν μέ κάποιο ὄνομα μέσα στή λογοτεχνική κοινότητα. Ἡ φιλοδοξία τους ἤ ἡ ματαιοδοξία τους εἶναι τό «ἐξαίσιον Οὖτος Ἐκεῖνος»!..[2] Ἡ πετριά τους δηλαδή εἶναι νά βγοῦν στή δημοσιότητα, ὅσο περισσότερο γίνεται, ὡς συγγραφεῖς ποιημάτων, πεζῶν, κριτικῶν, μελετῶν. Ἡ δημοσιότητα εἶναι, θά λέγαμε, ὁ διακαής πόθος τους. Δέν βασίζονται ὅμως, ὅπως οἱ προηγούμενοι, στό ὑπολογίσιμο τάλαντό τους, κάτι πού, καθώς φαίνεται, τό διαισθάνονται, γι᾿ αὐτό ἐπινοοῦν διαφορετικούς τρόπους προβολῆς. Μεταξύ αὐτῶν προέχουν, καθώς πιστεύω,  οἱ ἑπόμενοι.

Μία συνηθισμένη τακτική εἶναι νά πρωτοεμφανίζεται κανείς βγάζοντας ἕνα περιοδικό, συνήθως περιορισμένης χρονικής διάρκειας. Ἔτσι πού μέσα ἀπό τή διεύθυνση τοῦ περιοδικοῦ νά ἔχει τή δυνατότητα νά συνδεθεῖ μέ πρόσωπα καί καταστάσεις καί κατά κάποιον τρόπο νά γίνει μέλος τοῦ λογοτεχνικοῦ συναφιοῦ. Στήν ἴδια κατηγορία ἀνήκουν κι ἐκεῖνοι πού πρωτοπαρουσιάζονται μέσα ἀπό ἐκδοτικές ὁμάδες περιοδικῶν ἤ ἀπό συντροφιές ἔντυπων μεγάλης κυκλοφορίας. Ἀπώτερος σκοπός ὅλων αὐτῶν εἶναι βέβαια ἡ κάποιου βαθμοῦ δικτύωση, ὥστε νά προσεχτεῖ ἤ ἔστω νά γραφτεῖ κάτι θετικό ἀργότερα, ὅταν θά κυκλοφορήσουν τά πρῶτα βιβλία τους. Ἔκτοτε κινοῦνται ὅλο καί πιό ζωηρά στό πλαίσιο τῆς λογοτεχνικῆς κίνησης καί εἶναι μᾶλλον ἐπιρρεπεῖς σέ ἐλεγχόμενες συμβιβαστικές ἐνέργειες.

Μιά ἄλλη συνηθισμένη τακτική εἶναι νά γράφει ἀρχικά κανείς κάμποσες φιλοφρονητικές κριτικές γιά γνωστά ὀνόματα. Πράξη πού ὁδηγεῖ σέ χρήσιμες γνωριμίες, ὥστε μελλοντικά νά περιμένει κάποιες δημόσιες ἀνταποκρίσεις ἀπό τή μεριά τους. Περίπου ἴδια τακτική ἀκολουθοῦν κι ἐκεῖνοι πού ἐπιδιώκουν νά μποῦν στόν στενό κύκλο κάποιου σημαντικοῦ συγγραφέα. Ἡ συνέχεια εἶναι αὐτονόητη.

Ἕνας ἀκόμη τρόπος δημόσιας προβολῆς εἶναι νά διαθέτει κανείς πολιτικό ἤ παραγοντικό δόντι. Τό «μέσο» ἔχει εἰσχωρήσει καί στή λογοτεχνική δημοσιότητα. Ξέρουμε, ὅσο κι ἄν δέν κοινολογεῖται στόν τύπο, ὅτι ὁρισμένες κρατικές βραβεύσεις βιβλίων ἔχουν γίνει μετά ἀπό τηλεφωνήματα ὑπουργῶν σέ μέλη τῆς Κριτικῆς Ἐπιτροπῆς Κρατικῶν Βραβείων. Εἶναι γνωστή ἐπίσης ἡ σκανδαλωδῶς συχνή παρουσία, σέ τηλεοπτικές ἐκπομπές ἤ ἄλλες ἐκδηλώσεις, εὐνοούμενων πολιτικά συγγραφέων. Ἡ πιό κραυγαλέα ὡστόσο προβολή, ἀπό πολιτικό κόμμα ἐξουσίας, στάθηκε αὐτή τοῦ Νίκου Θέμελη. Μιά περίπτωση πού θά περιμέναμε νά ἀντιμετωπιστεῖ μέ εἰρωνικά σχόλια, ἀντιμετωπίστηκε ἀντίθετα ἀπό τήν κριτική μέ ὑποτακτική σοβαροφάνεια. Ἡ πεζογραφία τοῦ Θέμελη δέν σηκώνει σοβαρή συζήτηση, ἀναχρονιστική στή δομή της καί ρηχή στό περιεχόμενό της, παρουσιάζει ἔντονα ὀπισθοδρομικό χαρακτῆρα. Τέτοιον πού γυρίζει τήν πεζογραφία δυό σχεδόν αἰῶνες πίσω. Κι ὅμως ὁ θεός τῆς πολιτικῆς τήν πρόβαλε ὡς σπουδαῖο πεζογραφικό ἐπίτευγμα. Δυστυχῶς λείπει ἀπό αὐτόν τό τόπο ἡ αἴσθηση τῶν ἀναλογιῶν, ἀλλά καί ἐκείνη τῆς σάτιρας καί τοῦ χιοῦμορ.

 ~ . ~

Ἡ ὀρθόδοξη φορά τῶν πραγμάτων εἶναι νά ἀναδείχνεται κάποιος ὡς δημόσιο πρόσωπο, νά ἀποκτάει συνεπῶς δημόσια ἐπιφάνεια, λόγω τῆς ἀξίας του. Στήν περίπτωση αὐτή ἡ ἀξία προηγεῖται καί ἀκολουθεῖ ἡ δημόσια ἀναγνώριση. Ὅμως ἡ τροχιά αὐτή μπορεῖ νά ἑρμηνευτεῖ καί ἐρμηνεύεται πολύ συχνά μέ ἀντίστροφη κατεύθυνση. Ἤτοι: μιά καί ἡ δημόσια ἐπιφάνεια δηλώνει ἀξία, δέν ἔχει κανείς παρά νά ἐπιδιώξει νά ἀποκτήσει πρῶτα καί μέ κάθε τρόπο δημόσια ἐπιφάνεια. Κι αὐτό νά σημαίνει ἔκτοτε πώς στό μέτρο τῆς δημόσιας ἐπιφάνειάς του εἶναι ἄτομο ἀνάλογης πνευματικῆς ἀξίας. Τούτη ἡ ἀνορθόδοξη πρακτική γίνεται συχνά ὁ ἐπιδιωκόμενος στόχος πολλῶν συγγραφέων. Συγγραφέων βέβαια πού δέν αἰσθάνονται πολύ σίγουροι γιά τό τάλαντό τους. Πρόκειτα γιά συγγραφεῖς πού ἀνήκουν κυρίως στήν τρίτη ἀπό τίς παραπάνω κατηγορίες.

Γιατί ὅμως τόση πρεμούρα γιά μιά κάλπικη ἀπόκτηση ἄδοξης δόξας, τέτοιας πού ἡ ἱστορία ἔχει δείξει πώς ἀποτελεῖ πυγολαμπίδα πού δέν ἀντέχει στήν κρίση τοῦ χρόνου; Πρῶτα πρῶτα, θά ᾿λεγα, γιατί εἶναι ἔμφυτη ἡ τάση νά θέλουμε νά εἴμαστε κάτι στά μάτια τῶν ἄλλων, κάτι πού ἀξίζει τόν κόπο, πού ξεπερνάει τά κοινά μέτρα, κ.λπ. κ.λπ. Ἔπειτα γιατί ἡ ἴδια ἡ πετριά ἐνέχει ἕνα βαθμό, ὄχι μικρό, αὐθυποβολῆς. Ἀρχίζει δηλαδή νά βλέπει κανείς μέ μεγεθυντικό φακό τά θετικά στοιχεῖα του, ὅσο ὑποδεέστερα κι ἄν εἶναι αὐτά, καί νά πιστεύει εἰλικρινά στόν ἑαυτό του. Ἄλλωστε ἡ διόγκωση τοῦ ἑαυτοῦ μας συνεπάγεται αὐτόματα καί μιά τάση νά  μή  θεωροῦμε καί τόσο ἐξαιρετικά τά ξένα ἐπιτεύγματα. Ἀπό τήν ἄποψη αὐτή τά ὅρια ἀνάμεσα στή γνήσια καί στή νόθα πετριά δέν εἶναι εὔκολο νά διαχωριστοῦν. Γιατί ἡ νόθα δέν εἶναι συνήθως ἀπόλυτα νόθα, μέ τήν ἔννοια ὅτι περιέχει κι ἕνα κάποιο βαθμό γνήσιας πίστης στό συγγραφικό ἐγώ.

Σύμφωνα μέ αὐτά ἡ διάκριση ἀνάμεσα στή γνήσια καί στή νόθα πετριά εἶναι σχετική. Πέρα ὅμως ἀπό ἕνα σημεῖο ἡ διάκριση γίνεται σαφέστερη ἤ ἐξαιρετικά σαφής. Τό σημεῖο αὐτό καθορίζεται ἀπό τήν προκλητικότητα μέ τήν ὁποία ἐκδηλώνεται τό διογκωμένο συγγραφικό ἐγώ, ἤ, ἀλλιῶς,ἀπό τή στιγμή πού αὐτό τό ἐγώ παρουσιάζεται δημόσια χωρίς ἐπιφυλάξεις. Τότε, ὅπως ἔχω ἤδη πεῖ, ἔχουμε νά κάνουμε μέ φαντασιωτική ἔξαρση πού ἀγγίζει τά ὅρια τῆς ψύχωσης, κατάσταση συνεπῶς ὄχι ἰδιαίτερα ἰσορροπημένη. Δέν θέλω νά πῶ πώς τά ἄτομα αὐτά εἶναι ψυχοπαθολογικά, κάθε ἄλλο, θέλω μόνο νά ἐπισημάνω μιά κατάσταση κατά τήν ὁποία ὁρισμένα ἄτομα αἰχμαλωτίζονται ἀπό τή φαντασιωτική ἰδέα πού ἔχουν γιά τόν ἑαυτό τους, σέ βαθμό πού νάἐπηρεάζεται ἀπό αὐτή τήν ἰδέα ἡ συμπεριφορά τους. Ἡ πετριά τῶν λογοτεχνῶν καί γενικότερα τῶν ἀνθρώπων τῆς τέχνης δέν εἶναι κάτι πού δέν τό ξέρει ὁ κόσμος. Λίγο πολύ ὅλοι τήν ἀντιλαμβάνονται, ἰδιωτικά μάλιστα σχολιάζεται συχνά ποικιλότροπα. Δημόσια ὡστόσο δέν λέγεται τίποτα, γιατί, ἐνῶ γίνεται αἰσθητή ἀπό τόν καθένα, δέν εἶναι εὔκολο νά σταθμιστεῖ ἀντικειμενικά καί νά πιστοποιηθεῖ μέ ἀποδεικτικά στοιχεῖα. Πάντως, ἄν ἔχει κάτι σημασία νά σημειωθεῖ πάνω στό θέμα τῆς πετριᾶς, αὐτό εἶναι τό γεγονός ὅτι στό μέγεθος πού, συνειδητά ἤ ὄχι, ὑποκύπτουμε στή γοητεία της, ἔχουμε ἀντίστοιχο μειωμένο βαθμό αὐτογνωσίας.

Γιῶργος Ἀράγης

[1] Τελευταῖος στίχος ἀπό τό ποίημα τοῦ Μ. Ἀναγνωστάκη «Τό σκάκι», ἀπό τή συλλογή του Ἡ συνέχεια, Θεσσαλονίκη 1954.

[2] Ἀπό τό ποίημα «Οὖτος Ἐκεῖνος» τοῦ Καβάφη.

Για την κριτική του όχλου

Γκρος

~ . ~  

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ  ~ . ~  

Ο ξεπεσμός του δήμου σε όχλο, ο εκφαυλισμός ενός λαού και η κατάληξή του σε αποφάσεις μακροπρόθεσμα αυτοκαταστροφικές, είναι από τα βασικότερα θέματα της αρχαίας πολιτικής σκέψης. Όχι μόνο στον Αριστοτέλη, αλλά και στον Πλάτωνα και τον Θουκυδίδη, η παθολογία της αγελαίας μάζας έχει κεντρική θέση.

Δεν χρειάζεται όμως να μείνει κανείς στους Αρχαίους. Στην νεώτερη ελληνική λογοτεχνία, κριτική του όχλου βρίσκει κανείς σε πλείστους όσους ποιητές μας. Στον «Ρωμιό» του Σουρή λ.χ., ποίημα-κοίτασμα εθνικής αυτογνωσίας:

Βρίζω Εγγλέζους, Ρώσσους, και όποιους άλλους θέλω,
και στρίβω το μουστάκι μου αγέρωχο πολύ,
και μέσα στο θυμό μου κατά διαόλου στέλλω
τον ίδιον εαυτό μου, και γίνομαι σκυλί.

Φέρνω τον νούν στον Διάκο και εις τον Καραΐσκο,
κατενθουσιασμένος τα γένια μου μαδώ,
τον Έλληνα εις όλα ανώτερο τον βρίσκω,
κι επάνω στην καρέκλα χαρούμενος πηδώ.

Την φίλη μας Ευρώπη με πέντε φασκελώνω,
επάνω στο τραπέζι τον γρόθο μου κτυπώ…
εχύθη ο καφές μου, τα ρούχα μου λερώνω,
κι όσες βλαστήμιες ξέρω αρχίζω να τις πω.

Αλλά και στον Βάρναλη του «Κύρ Μέντιου»:

Χάιντε θύμα, χάιντε ψώνιο, 
χάιντε Σύμβολον αιώνιο!

Ή στον Γκάτσο της «Ελλαδογραφίας»:

Πότε θ’ ανθίσουνε τούτοι οι τόποι;
Πότε θα ’ρθούνε κανούργιοι ανθρώποι
να συνοδεύσουνε τη βλακεία
στην τελευταία της κατοικία;

Κυρίως όμως στον Κωστή Παλαμά των Σατιρικών γυμνασμάτων. Στο μοναδικό αυτό βιβλίο βρίσκει κανείς μια νηφάλια, κοινωνιολογικής ακριβείας περιγραφή των νοερών άκρων εντός των οποίων κινείται διαχρονικά ο Δήμος, από το μεγαλείο ώς την καταισχύνη:

Και για μούντζα ο λαός και για λιβάνι.
Ο λαός είναι τίποτε και είν’ όλα,
είναι του εκδικητή το γιαταγάνι

κι είν’ η μαϊμού η ξεδιάντροπη, η μαργιόλα,
και η ρίζα και η κορφή, ο στερνός κι ο πρώτος,
κι εγώ κι εσύ, κι ο ανθός κι η καρμανιόλα

Για τη «σημερινή ψυχοπνευματική εξαθλίωση του ελληνικού λαού» έχουν μιλήσει πολλοί, με καυστικότερο όλων τον Παναγιώτη Κονδύλη το 1992 – η διατύπωση αυτή είναι δική του. Αλλά και οι σημαντικότεροι πολιτικοί καλλιτέχνες των ημερών μας, ο Διονύσης Σαββόπουλος και ο Αρκάς, αυτή την εξαθλίωση επέλεξαν, με μεγάλη γενναιότητα και ισόποσο προσωπικό κόστος, να κάνουν θέμα τους. Ήδη από το «Κούρεμα» και τους «Κωλοέλληνες» ο Σαββόπουλος, με τον πρόσφατο ιδιοφυή «Προφήτη» του ο Αρκάς.

Φυσικά, όπως το είδαμε κατ’ επανάληψη, και μόνο η νύξη ότι ο περιούσιος λαός μπορεί να ευθύνεται εν μέρει τουλάχιστον για τα χάλια του, αρκεί για να προκαλέσει την μήνιν όλων των παρατάξεων, και της λεγόμενης αριστεράς και της λεγόμενης δεξιάς που σπεύδουν να τον πάρουν, κι αυτόν και τις ψήφους του, υπό την προστασία τους.

Και η μεν «αριστερά» μαίνεται διότι αδυνατεί να παραδεχθεί ότι το πολιτικό υποκείμενο που κατά σύστημα εξιδανικεύει, ο λαός, μπορεί κι αυτός να καταντήσει μια εκμαυλισμένη και εκφαυλισμένη μάζα. Αν το παραδεχόταν, οχλοςθα όφειλε να αναθεωρήσει μαζί και την αφελή ανθρωπολογία της, κληροδότημα του Διαφωτισμού, που δογματίζει ότι ο άνθρωπος είναι φύσει καλός και ότι αρκεί να τον αφήσει κανείς ελεύθερο για να ακμάσει εν αγαθότητι και δικαιοσύνη. Κάτι τέτοιο όμως θα ισοδυναμούσε γι’ αυτήν την, κατ’ επάγγελμα αισιόδοξη, αριστερά με ιδεολογική αυτοχειρία. Γι’ αυτήν την αριστέρα, αλλά και για κάθε ομόλογο λαϊκισμό, φταίχτης για τα παθήματα είναι πάντα οι Άλλοι, κατά προτίμηση οι «από πάνω» ή οι «απ’ έξω» ή οι απλώς «διαφορετικοί». Κι ας είναι ενίοτε αυτοί ακριβώς που προειδοποιούσαν για τις επερχόμενες συνέπειες.

Η δε «δεξιά» πάλι πλειοδοτεί σε μένος κατά των «υβριστών» του λαού, επειδή τον ταυτίζει αβασάνιστα με το έθνος, με την παράδοση και την ιστορία του. Καθώς τα τελευταία βάλλονται πράγματι από τους θιασώτες του εθνομηδενισμού και της παγκοσμιοποίησης, οι δικοί της οπαδοί τείνουν να πιστέψουν ότι όποιος μιλάει αρνητικά για τους σημερινούς Έλληνες, αποδομεί εν ταυτώ και την ιδέα του ελληνικού έθνους στη διαχρονία του. Όμως όταν πρόκειται για ανθρώπους όπως ο Κονδύλης, ο Σαββόπουλος, ο Αρκάς, συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο: η κριτική τους είναι απόπειρα, συχνά απεγνωσμένη, εθνικού φρονηματισμού όχι εθνικής αποδόμησης. Παραίνεση ανόρθωσης, όχι παραίτηση ούτε μοιρολατρία.

Χάρη στην προορατικότητα του Κωνσταντίνου Τσάτσου, εισηγητή της πλειοψηφίας το 1975, και παρά τις κοντόφθαλμες αντιδράσεις που η διάταξη ακόμη προκαλεί, το ισχύον Σύνταγμα κάνει αυτήν την κρίσιμη διάκριση μεταξύ παροδικού λαού και διαχρονικού έθνους: «Άπασαι αι εξουσίαι πηγάζουν εκ του λαού και υπάρχουν υπέρ αυτού και του έθνους». Σ’ αυτή τη διάκριση βασίζεται λ.χ. η αρχή της διαγενεακής αλληλεγγύης, που είναι έκφραση προβαθμιαία της διιστορικής αλληλεγγύης που διέπει τα έθνη. Παρότι κυρίαρχος ο ενεστώς λαός δεν είναι παντοδύναμος. Δεν δικαιούται χάριν της δικής του ευημερίας να υποθηκεύει το μέλλον των επιγενομένων ή να ευτελίζει την κληροδοσία των προηγούμενων.

Φυσικά η συνταγματική αυτή πρόνοια έχει χαρακτήρα ηθικής προειδοποίησης περισσότερο, παρά ευεφάρμοστης νομικής ρήτρας. Σε συνθήκες γενικευμένης παρακμής, οι πλειοψηφίες καθοδηγούνται από την αρχή της ηδονής και όχι από τη μέριμνα της αυτοσυντήρησης. Ωστόσο κι έτσι ακόμη, ως υπόμνηση δυνητική είναι ωφέλιμη. Μας θυμίζει ότι πάνω από τη δική μας ετυμηγορία, αυτή της ψήφου των επόμενων εκλογών, υπάρχει μια ετυμηγορία ανώτερη. Ότι πάνω από τα ατομικά δικαιώματά μας υφίσταται ένα ανώτερο χρέος. «Δεν κληρονομούμε τη γη από τους προγόνους μας, τη δανειζόμαστε από τα παιδιά μας», λέει μια ινδιάνικη παροιμία, που έγινε διάσημη από το οικολογικό κίνημα. Ο Κωστής Παλαμάς έχει πει το ίδιο πράγμα, και ίσως καλύτερα. Όλοι εμείς, οι παρούσες γενεές, χρωστάμε:

σε όσους ήρθαν, πέρασαν,
θα ’ρθούνε, θα περάσουν.
Κριτές θα μας δικάσουν
οι αγέννητοι, οι νεκροί.

Τζοκόντα Μπέλλι, «Πόλις» (4/4)

 

Επιμέλεια αφιερώματος, επιλογή, μετάφραση: ΕΛΕΝΑ ΣΤΑΓΚΟΥΡΑΚΗ

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ

«Η επανάσταση υπήρξε πράξη ερωτική, ζωοδότρια»
Συνέντευξη της Τζοκόντας Μπέλλι στη Σιλβίνα Φριέρα

Στο Λος Άντζελες βρέχει καταρρακτωδώς. Με την επιθυμία θαρρείς να σαρώσουν και να πληγώσουν ό,τι αγγίζουν, οι σταγόνες ηχούν πεισμωμένες. Μέσα σε αυτόν τον υδρόβιο κόσμο στον οποίο μετατρέπεται τώρα η πόλη, μια αστραπή σχίζει τον ουρανό κάπου μακριά. Το τοπίο διαλύεται εμπρός στα μάτια της Νικαραγουανής συγγραφέα, Τζοκόντας Μπέλλι, εν είδει θαρρείς αποχαιρετισμού. Η καταιγίδα όμως ξεσπάει επίσης μες στην ψυχή της, τώρα που πακετάρει το σπιτικό της, βιβλία και διάφορα αντικείμενα, προκειμένου να επιστρέψει μόνιμα πλέον στη Νικαράγουα, τη «χώρα κάτω από το δέρμα» της, την ηφαιστειακή, σεισμική, επαναστάτρια. Ενόσω συνηθίζει στην ιδέα της μετακόμισης, γράφει ένα μυθιστόρημα που χρόνια ολόκληρα κλωθογύριζε στο μυαλό της και που «επιτέλους», όπως η ίδια αναφέρει με τον οικείο κι εγκάρδιο τόνο της, «έλαβε σάρκα και οστά, ώστε να θέλει να βγει τρέχοντας στο φως».

Όταν η σπίθα της ποίησης τη διαπέρασε το 1970, χαρίζοντάς της στίχους όπως «Ο άντρας που θα μ’ αγαπά/ το πρόσωπό μου θ’ αναγνωρίζει μες στο ανάχωμα,/ θα μ’ αγαπά γονατιστός στη γη/ καθώς μαζί οι δυο θα βάλλουμε/ κατά του εχθρού» ή «ώσπου μέσα μου να εισβάλλεις/ με τη δύναμη του ιλίγγου/ και με το πήγαινε να με κατακλύζεις και το έλα σου/ σαν θάλασσα ανήμερη,/ ώσπου ν’ απομένουμε οι δυο μας ιδρωμένοι τεντωμένοι/ στων σεντονιών πάνω την άμμο» η τοτινή κοινωνία της Νικαράγουας, σκανδαλισμένη από το γεγονός πως μια γυναίκα τολμούσε να γράψει για «υπογάστρια και υγρασίες», την κατηγορούσε πως υπερβολικά έχει εξυμνήσει «του κορμιού τα μυστήρια», το φύλο, τον ερωτισμό και την πιο μύχια ηδονή.

Και πάλι γύρω στα 1970, μια «γρατζουνιά στη συνείδηση», η δικτατορία του Σομόσα, δεν της επέτρεψε να μείνει αμέτοχη, κι έτσι συμμετείχε στην αντίσταση, αρχικά ως μυστική πράκτορας του «Μετώπου Εθνικής Απελευθέρωσης των Σαντινίστας» (FSLN). Καταδιωκόμενη από τις Μυστικές Υπηρεσίες, εξορίστηκε στο Μεξικό, την Κόστα Ρίκα και την Κούβα. Επέστρεψε στην πατρίδα της με το θρίαμβο της Επανάστασης των Σαντινίστας, τον Ιούλιο του 1979. Θα ξεκινούσε, τότε, μια περίοδος ανάληψης σημαντικών πολιτικών αξιωμάτων, ώσπου το 1994, τέσσερα χρόνια μετά την εκλογική ήττα, απεχώρησε από το κόμμα. Σε ένα ποίημά της με τόνο ανάλαφρο, όπου δηλώνει πως «δεν διαθέτει τα πόδια της Σίντυ Κρώφορντ», παραδέχεται πως το πρόσωπό της, από συνήθεια, έχει πάψει πλέον να της αρέσει, πως το στόμα της παραμένει αξιοπρεπές, «πάνω απ’ όλα αισθησιακό», και πως το σύνολο σώζεται τελικά με τη βοήθεια της αφάνας που έχει για μαλλιά. Θα ’πρεπε να προσθέσει βέβαια κανείς πως διατηρεί αυτήν τη σπίθα αχαλίνωτης νεότητας στα μάτια της, μάτια όλο εγρήγορση και προσοχή, στραμμένα στον ανασασμό της ανθρωπότητας.

Κατά πόσο υπήρξε «εξελιγμένος» ο χρόνος της ποιητικής δημιουργίας; Μπορεί να σκεφτεί κανείς πως ένα μυθιστόρημα απαιτεί περισσότερο χρόνο και προσπάθεια, και όμως δίνετε την εντύπωση πως αφήνετε τους στίχους να αναπαυθούν και ύστερα επιστρέφετε σε αυτούς ξανά και ξανά, ώσπου να εγχαραχτούν για τα καλά.

— Κοίταξε, το μυθιστόρημα δομείται πάνω σε μια εξωτερική πραγματικότητα. Κάτι συμβαίνει. Αφηγείται μια ιστορία. Πρέπει κανείς να ’ναι ζογκλέρ για να συγκρατεί όλον αυτόν τον κόσμο στο μυαλό του, τα τοπία, τους χαρακτήρες. Η ποίηση, αντιθέτως, συνιστά μια ματιά στο εσωτερικό τοπίο και πρέπει να αφεθεί να υπάρξει. Εγώ αφήνω το συναίσθημα να βγει στην επιφάνεια και ύστερα απαλείφω ό,τι δεν βοηθά το ποίημα να παραμείνει στρογγυλό, να ζήσει σαν κύτταρο μέσα στην ίδια του τη μεμβράνη. Το δύσκολο σε αυτήν τη διαδικασία είναι να μην χαθεί ο αυθορμητισμός. Και αυτό κάποτε σημαίνει πως πρέπει απλά να αφήσεις το ποίημα να υπάρξει. Εγώ είμαι ποιήτρια, όχι πανεπιστημιακός. Αυτό που με ενδιαφέρει, δεν είναι η τελειότητα, αλλά η ποίηση. Γι’ αυτό δεν δουλεύω τα ποιήματα σε υπερβολικό βαθμό και γι’ αυτό θεωρώ πως πρόκειται για ποιήματα προσβάσιμα, τα οποία ο οποιοσδήποτε θα μπορούσε να κατανοήσει και να ευχαριστηθεί.

Σε προηγούμενη συνέντευξή σας είχατε πει πως γίνατε γνωστή, εντός εισαγωγικών, όταν στα είκοσί σας γράψατε ερωτική ποίηση, τόσο αισθησιακή, που προκάλεσε σκάνδαλο. Τι φοβάται ο κόσμος όταν μια γυναίκα γράφει, για παράδειγμα, πως «το Big Bang ήταν ο αρχέγονος οργασμός» ή πως «ώς και το φύλο μου ακόμη εκρήγνυται σαν χειροβομβίδα», για να αναφέρουμε λίγους μόνο στίχους;

— Είναι απίστευτο πως σε τέτοιους καιρούς εξακολουθεί να συνιστά είδηση το γεγονός ότι μια γυναίκα γράφει ερωτική ποίηση. Οι επιστολές του Τζέημς Τζόυς στη Νόρα Μπαρνάκλ δεν είναι μόνο ερωτικές, αλλά πορνογραφικές και σκατολογικές, και όμως κανείς δεν του κολλάει ταμπέλα γι’ αυτό. Εγώ, αντιθέτως, κυκλοφορώ με την επιγραφή στο κούτελο. Αδιαφορώ. Την κουβαλώ μάλιστα με τιμή και καμάρι, αφού πιστεύω πως ο γυναικείος ερωτισμός είναι ενωτικός, δεν διαχωρίζει την ψυχή από το σώμα. Επιπλέον τον θεωρώ πηγή ισχύος της γυναίκας και δημιουργικό πυρήνα της ζωής. Η σεξουαλικότητα κι ο αισθησιασμός είναι στοιχεία υπέροχα, και εμείς οι γυναίκες τα βιώνουμε με ένα σώμα που διαρκώς μας υπενθυμίζει πως είμαστε όντα με σώμα κι όχι μόνο πνεύμα. Και αυτό είναι κάτι που έχουν προσπαθήσει πολύ να μας αποσπάσουν. Προσπάθησαν να μας ενοχοποιήσουν για την ομορφιά μας, για τον ερωτισμό μας. Εμείς είμαστε το ανθρώπινο Big Bang και γι’ αυτό, όμοια με την ατομική βόμβα, μας φοβούνται και προσπαθούν να μας έχουν υπό έλεγχο. Και όμως, ο θηλυκός «έρως» είναι θεμελιώδης για τη ζωή. Ελπίζω κάποια μέρα η ανθρωπότητα να ανακαλύψει πως οι γυναίκες μπορούμε να φωτίσουμε τον κόσμο με αυτήν την ατομική ενέργεια που διαθέτουμε, γιατί θα τη χρησιμοποιήσουμε προς όφελός της. Ωστόσο έχουν σπαταλήσει τόσο χρόνο να μας τρέμουν και να μας καταπιέζουν, που συχνά ώς και εμείς οι ίδιες καταπίνουμε το παραμύθι πως η σεξουαλικότητά μας είναι επικίνδυνη. Και τότε επιδιώκουμε την κάθαρση, αρνούμενες αυτό που είμαστε. Στην ποίησή μου εγώ εξυμνώ το γυναικείο κορμί, όπως και όλην την ηδονή, τον πόνο και το θαύμα, για τα οποία αυτό είναι ικανό.

Για να χρησιμοποιήσω στίχους σας, εξακολουθούν να σας λένε «Σώπαινε. Άλλο μη μιλάς για υπογάστρια κι υγρασίες. (…) Όπου να ’ναι εγγόνια θα ’χεις.»;

— Όχι, κανείς πια δεν μου λέει κάτι τέτοιο (γέλια). Νομίζω πως πλέον περιμένουν από μένα να μιλήσω, πράγμα που δείχνει πως ακόμη και οι πιο βαθειά ριζωμένες προκαταλήψεις, κυρίως όταν έχουν ριζώσει πάνω στην υποκρισία και σε ψεύτικους τρόπους, μπορούν να αλλάξουν. Υπάρχει κάτι το απελευθερωτικό, μου φαίνεται, όταν κάποιος είναι σε θέση να φωτίσει με ομορφιά αυτό που συχνά υποφωτίζουν οι κοινοτοπίες ή βρωμίζουν οι χυδαιότητες. Ενάντια σε όσους επιδιώκουν να αισθανόμαστε ένοχες, εγώ προτείνω ένα όραμα άλλο: το όραμα της γυναίκας που γνωρίζει πως το να είναι γυναίκα συνιστά προνόμιο και όχι μειονέκτημα. Είναι ανάγκη, άνδρες και γυναίκες να αντικρίσουμε αλλήλους δίχως φόβο, απολαμβάνοντας τη διαφορετικότητά μας.

Σχεδόν ταυτόχρονα με την έναρξη της πορείας σας στην ποίηση προσχωρήσατε στο Μέτωπο των Σαντινίστας. Πώς τράφηκαν αυτές οι εμπειρίες; Τι προσέφερε η ποιήτρια στην αντάρτισσα και με ποιο τρόπο ο πολιτικός αγώνας αναμειγνυόταν στους στίχους;

— Ο αγώνας ενάντια στη δικτατορία του Σομόσα ήταν ηρωικός, επικός. Η επανάσταση υπήρξε πράξη ερωτική, ζωοδότρια. Για μένα η Νικαράγουα ήταν ανέκαθεν αγάπη παθιασμένη. Η χώρα μου μού μιλά με ηφαίστεια, με αγκαλιάζει με δέντρα, με ποτίζει με βροχές κατακλυσμικές. Να γράφω ποίηση για τη χώρα μου, το λαό μου, τη γενναιότητα και το ήθος, με τα οποία αγωνίστηκε κι εξακολουθεί να αγωνίζεται, είναι κάτι που βγαίνει αυθόρμητα από τα μύχια του είναι μου. Πιστεύω πως σχετίζεται με την ανάγκη μου για ενότητα. Δεν ξέρω γιατί έχουμε τη μανία να διαχωρίζουμε την ψυχή από το σώμα, την αγάπη για έναν άνθρωπο από την αγάπη για την πατρίδα, τη ζωή από την πολιτική. Ζωή για μένα σημαίνει να μπορώ να τα βιώνω όλα αυτά ως ενιαίο σύνολο.

Τι είναι η Νικαράγουα για εσάς; Εξακολουθεί να σας πονάει πολύ η χώρα σας, όπως γράφετε σε ένα από τα ποιήματά σας;

— Αχ, πώς να σου το πω. Η Νικαράγουα για μένα είναι ο άντρας μου, με όνομα γυναικείο. Είναι η χώρα κάτω από το δέρμα μου, είναι το εσωτερικό μου πλήθος. Δεν μπορώ παρά να πω το ίδιο που έχω γράψει σε τόσα ποιήματα και κείμενά μου: είναι το κέντρο μου. Όταν, επιστρέφοντας με το αεροπλάνο στη Νικαράγουα, αναγνωρίζω από το παράθυρο το τοπίο, νιώθω πως η ψυχή επιστρέφει στο σώμα μου. Προφανώς και με πονά: με πονά το πόσο λίγο έχουμε προοδεύσει έπειτα από τόσες προσπάθειες. Με πονά που πρόκειται, όπως λέει μια φίλη, για τη χώρα του Σίσυφου, εκείνου που οι θεοί τιμώρησαν καταδικάζοντάς τον να κουβαλάει μια τεράστια πέτρα ώς την κορφή ενός βουνού, μοναχά για να διαπιστώσει φτάνοντας στην κορυφή πως η πέτρα θα κατρακυλήσει κι εκείνος θα πρέπει να ξεκινήσει πάλι από την αρχή. Με πονά η υλική φτώχεια ενός λαού, ο οποίος από άποψη ανθρωπιάς είναι μοναδικά πλούσιος. Γι’ αυτό όμως και με παρηγορεί η Νικαράγουα: γιατί πέρα απ’ όλα αυτά, παραμένει μια χώρα θρεπτική, γεμάτη γέλιο και όρεξη για ζωή.

Περάσατε λοιπόν από την ευφορία της επανάστασης στην απογοήτευση της πραγματικότητας. Σας βοήθησε η συγγραφή να ξορκίσετε την απογοήτευση; Και  αν ναι, επαρκεί από μόνη της ως μέτρο ή χρειάζεστε κι άλλου είδους «δραστηριοποίηση»;

— Θεωρώ την απογοήτευσή μου φυσιολογική, ωστόσο δεν πρόκειται για απογοήτευση εξαιτίας της χώρας, παρά εξαιτίας της τσιγκουνιάς της πολιτικής. Η συγγραφή με βοηθάει, καθώς μου επιτρέπει να φαντάζομαι λύσεις και δυνατότητες, αλλά και να συμβάλω στο μέτρο των δυνατοτήτων μου στον δημόσιο διάλογο και στην αναζήτηση περαιτέρω τρόπων για τη χάραξη μιας πορείας, η οποία τώρα μοιάζει ασαφής. Η δραστηριοποίηση παραμένει απαραίτητη, είναι πάντοτε αναγκαία στη Λατινική Αμερική, και καθένας πρέπει να βρει το δικό του τρόπο να δραστηριοποιείται υπό τις νέες αυτές συνθήκες, οι οποίες τουλάχιστον δεν τον υποχρεώνουν ευτυχώς να πάρει τα όπλα.

Με αφορμή το ερώτημα «Μήπως τελικά η σοφία του χρόνου έγκειται στη θέαση της άλλης όψης του φωτός;» στο ποίημά σας «Ως προς το ρήμα ‘βρίσκομαι’», ερωτώ: Τι βλέπει σήμερα η Τζοκόντα Μπέλλι στην άλλη όψη της ποίησής της;

— Στο ποίημα αναφερόμουν στο ότι με το πέρασμα του χρόνου μαθαίνει κανείς να βλέπει όχι μόνο την εκτυφλωτική ιδέα της ουτοπίας, αλλά και να κατανοεί τη δυσκολία που ενέχει η διατήρηση της συνέπειας στην καθημερινότητα. Μαθαίνει να κατανοεί πως το καλό και το κακό συνυπάρχουν μέσα μας. Αυτό που συμβαίνει τώρα με την ποίησή μου είναι πως δεν φοβάμαι να έρθω αντιμέτωπη με αυτήν τη σκοτεινή πλευρά που ενυπάρχει στο είδος μας. Δεν φοβάμαι να κατονομάσω το κακό –είτε αφορά την αριστερά είτε τη δεξιά– γιατί οι καλές προθέσεις δεν οδηγούν πάντοτε σε καλές πράξεις. Στο όνομα δε της επανάστασης και των πιο υψηλών ιδανικών έχουν διαπραχθεί φρικαλεότητες και μεγάλες αδικίες.

Γιατί μοιάζει όμως στο ποίημα «Μάστιγες του 21ου αιώνα» να κερδίζει έδαφος ο σκεπτικισμός, αφού όπως γράφετε εκεί «τίποτε πια δεν προκαλεί αηδία. Η αηδία, αξία παρωχημένη» και «δεν υπάρχει πια εκείνος που προχωρεί σαν τον Σωκράτη θέτοντας ερωτήματα απρεπή στην αγορά»;

— Γιατί είναι λυπηρό να αναγνωρίζει κανείς αυτό το είδος κρούστας που δημιουργείται στη συνείδηση, αρχής γενομένης από την αδιαφορία. Οι στίχοι αυτοί δεν ήταν προϊόν σκεπτικισμού, παρά μιας βαθειάς θλίψης για καταστάσεις όπως αυτή στο Ιράκ. Τόσοι άνθρωποι σκοτώθηκαν εκεί κι εξακολουθούμε να ζούμε σαν να μην συνέβη τίποτε. Υπάρχουν τέτοιες περιστάσεις, όμως υπάρχουν και άλλες, όπως η αντίδραση μετά το σεισμό στην Αϊτή, όπου ο κόσμος αποδείχθηκε αλληλέγγυος, προσφέροντας χρήματα και βοήθεια. Ως ποιήτρια δεν μπορώ παρά να αντιδρώ απέναντι σε τέτοιες καταστροφές, άλλοτε απορώντας και άλλοτε ελπίζοντας.

Δεν είναι παράδοξο που σε αυτό το ποίημα γράφετε ότι ίσως δεν αξίζει πια τον κόπο η διερώτηση, ενώ η συγκεκριμένη ενότητα ποιημάτων σας, τα πολιτικά, βρίθει ερωτημάτων;

— Πότε-πότε λέω ψέματα στον εαυτό μου (γέλια). Φυσικά και αξίζει τον κόπο η διερώτηση. Η ποίησή μου θέτει πολλά ερωτήματα γιατί επιδιώκει να συνδιαλαγεί με τον αναγνώστη και να τον προκαλέσει να αναμειχθεί.

Κάπου αναφέρεστε στον Σέσαρ Βαγιέχο. Ποια η σημασία της ποίησής του στη ζωή σας και με ποιους άλλους ποιητές συνδιαλέγεται η δική σας ποίηση;

— Ο Βαγιέχο είναι ποιητής δύσκολος. Δεν με επηρεάζουν όλα όσα έχει γράψει στον ίδιο βαθμό. Κάποια ποιήματά του είναι πολύ σκοτεινά, σχεδόν απροσπέλαστα, ενώ άλλα μοιάζουν με αστραπή, έτσι που όταν τα διαβάζεις νιώθεις να φωτίζεται ο ουρανός. Δεν θα σου αναφέρω όμως όλους τους ποιητές με τους οποίους συνδιαλέγομαι γιατί δεν θα μας έφταναν οι σελίδες της εφημερίδας (γέλια).

Ορτέγα: Τα μέσα και ο σκοπός. Ποιος ο απολογισμός σας για το έργο του Ντανιέλ Ορτέγα;

— Τα δεδομένα στα οποία στηρίχτηκε ο Ντανιέλ Ορτέγα για την επανεκλογή του είναι νόμιμα, όπως νόμιμη είναι και κάθε βουλή που λαμβάνει υπόψη της τις αδικίες και την ανάγκη κυριαρχίας του λαού. Το πρόβλημα έγκειται στο γεγονός ότι άλλο είναι τα λόγια και άλλο οι πράξεις, και ότι η κυβέρνηση του Ντανιέλ Ορτέγα υποκινείται από μια βούληση μακιαβελική που ισχυρίζεται πως ο σκοπός αγιάζει τα μέσα. Η κυβέρνησή του δεν θέλει τη δημοκρατία, αλλά τη δυνατότητα να αποφασίζει η ίδια ποιο είναι το κοινό συμφέρον και, εν ανάγκη, να το επιβάλει. Πρόκειται για μια κυβέρνηση που τρέμει την υγιή κριτική, τους πνευματικούς ανθρώπους και την ελευθερία των κυβερνουμένων, και η οποία ενεργεί μυστικά και ύπουλα εναντίον οποιουδήποτε τολμήσει με τον τρόπο του να φέρει αντίρρηση. Δυστυχώς, ο Ορτέγα επαναλαμβάνει τα σφάλματα των δικτατοριών του παρελθόντος, μόνο που αυτή τη φορά το πράττει με εξαγγελίες «επαναστατικές». Και όμως, ρέπει προς τον αυταρχισμό και επιδιώκει να συγκεντρώσει τόσο την οικονομική, όσο και την πολιτική ισχύ στο πρόσωπο το δικό του, της συζύγου του και της οικογενείας του. Είναι άνθρωπος φιλόδοξος και ανασφαλής, με πολλά σκοτεινά σημεία στο χαρακτήρα του. Κατά τη διάρκεια της Επανάστασης των Σαντινίστας, οι επικεφαλής ήταν εννιά. Τώρα η εξουσία συγκεντρώνεται στον ίδιο και την οικογένειά του, μια οικογένεια, τα μέλη της οποίας ποτέ δεν έζησαν ως απλοί πολίτες. Ο Ορτέγα πέρασε τη ζωή του ολόκληρη στην πολιτική. Υπήρξε πρόεδρος κι επικεφαλής, υποστηριζόμενος πότε από το Κράτος και πότε από το κόμμα. Αγνοεί την πραγματικότητα που βιώνουν οι πολίτες της Νικαράγουας, ενώ αυτά που θεωρεί πως θέλει ο κόσμος δεν προκύπτουν από εμπειρία, αλλά από μια νοοτροπία τύπου οδηγιών χρήσης. Μια νοοτροπία παρωχημένη, που παραβλέπει πως οι κοινωνικές αλλαγές προϋποθέτουν ελευθερία και συναίσθηση, και όχι προεδρικά διατάγματα. Με αυτά δε τα τελευταία, όχι μόνο βρήκε τον τρόπο να ζητήσει την επανεκλογή του –πράγμα που το Σύνταγμά μας απαγορεύει–, αλλά και να καταπατήσει κάθε νομική και ηθική αρχή του κράτους της Νικαράγουας.

«Εφημερίδα»
Αργεντινή, 4 Φεβρουαρίου 2010

****

Γεννημένη σε προνομιακό περιβάλλον στη Μανάγουα της Νικαράγουας, η Τζοκόντα Μπέλλι αφιερώθηκε στον αγώνα των Σαντινίστας και στη λογοτεχνία. Έχει δημοσιεύσει πολυάριθμα βιβλία πρόζας και ποίησης, όπως και μυθιστορήματα. Της έχει απονεμηθεί πλήθος βραβείων, από το «Βραβείο της Μικρής Βιβλιοθήκης Seix Barral» και το «Βραβείο Σορ Χουάνα Ινές ντε λα Κρους» στην Διεθνή Έκθεση Βιβλίου της Γκουανταλαχάρας, ώς το «Παράσημο του Τάγματος των Ιπποτών» από το γαλλικό κράτος (2013) και το πιο πρόσφατο «Βραβείο Αντρές Σαμπέλια» της Χιλής (2014).

«Γεύση από μένα» (3/3)

 

Εισαγωγή, επιλογή, μετάφραση: ΕΛΕΝΑ ΣΤΑΓΚΟΥΡΑΚΗ

Το βιβλίο της Σεσίλιας Βικούνια «Γεύση από μένα» είναι ένα βιβλίο μοναδικό στο είδος του. Όντας το ίδιο έργο τέχνης, αφού η δημιουργός του το συνέθεσε και διακόσμησε από διάφορα υλικά –κυρίως ύφασμα– και «αντικείμενα τέχνης», εμφανίστηκε το 1973, ενόσω εκείνη, εξόριστη στην Αγγλία, σπούδαζε τέχνη.

Αυτό το χειροποίητο βιβλίο αρχικά προοριζόταν να γίνει ένα «Ημερολόγιο αντικειμένων», αλλά με την είδηση του θανάτου του Αλιέντε απέκτησε χαρακτήρα επαναστικό και μαγικό, έγινε το ίδιο μέσο αντίστασης. Η ίδια αναφέρει: «τα αντικείμενα καλούνται να επιτύχουν ένα στόχο τριπλό: να αποτυπώσουν μία εργασία μαγική, μία επαναστατική και μια τρίτη, αισθητική. Συνιστούν ένα Ημερολόγιο Ζωής: κάθε μέρα είναι και ένα αντικείμενο (ένα κεφάλαιο) και όλες οι μέρες μαζί συνθέτουν μια ιστορία. Δεν θέλησα να εξαντλήσω τον αναγνώστη με λέξεις –ίσα που επαρκεί ο χρόνος για να ζήσουμε–. Τα αντικείμενα προσφέρουν απλόχερα το νόημά τους».

Στην εισαγωγή της πρώτης έκδοσης, ο Φελίπε Έρενμπεργκ σημειώνει πως το «Γεύση από μένα» είναι η πρώτη κραυγή της δημιουργικής συνείδησης της Χιλής, δυο μόλις μήνες μετά το βιασμό του παρόντος και του μέλλοντος της χώρας» και συνεχίζει: «η Λατινική Αμερική δεν μπορεί να εκφραστεί με απόλυτη ελευθερία, παρά μονάχα από την εξορία. Η πολυτέλεια αυτού του βιβλίου, που για λόγους ανωτέρας βίας τυπώθηκε σε περιορισμένο αριθμό αντιτύπων [η πρώτη έκδοση από τον εκδοτικό Beau Geste Press κυκλοφόρησε μόλις σε 250 αντίτυπα], συνίσταται στην ίδια του την ύπαρξη». Επιπλέον, όπως σημειώνει ο Σέρχιο Μοντραγόν στο οπισθόφυλλο της έκδοσης πια του 2007, «με το έργο αυτό η Βικούνια συστήνεται για πρώτη φορά ως ποιήτρια και μας μεταφέρει σε μια αξέχαστη ιστορική στιγμή, φορτισμένη με επιθυμίες και δημιουργική δύναμη».

Έτσι, το «Γεύση από μένα» συνιστά προοικονομία και ταυτόχρονα πεγραφή του Είναι της Σεσίλιας Βικούνια, η οποία αφιέρωσε τη ζωή της στην Τέχνη, ως εικαστικός και ως ποιήτρια ―μια καλλιτέχνις, περήφανη για τη λατινοαμερικανική γενικά και την ιθαγενή καταγωγή της ειδικότερα, όπως αποδεικνύει και το καλλιτεχνικό επώνυνο που επέλεξε. «Βικούνια» ονομάζεται ένα από τα καμηλοειδή των Άνδεων, στα οποία ανήκει και το, γνωστότερο ίσως, λάμα. Ένα περαιτέρω χαρακτηριστικό γνώρισμα της τέχνης της που τη συνδέει με τη λατινοαμερικανική παράδοση είναι, όπως αποτυπώθηκε και στα δύο προηγούμενα μέρη του παρόντος αφιερώματος, η τέχνη του πλεξίματος και τα νήματα. Αν και το διαδίκτυο δεν ενδείκνυται για την πλήρη εμπειρία της «Γεύσης από μένα», θα προσπαθήσουμε να την αποτυπώσουμε όσο πληρέστερα γίνεται. Το μόνο σίγουρο είναι ότι η Βικούνια αναδύεται όπως την περιέγραψε σε επιστολή του προς αυτήν ο Χένρυ Μίλλερ: «μια, αναμφισβήτητα, καθαρή ψυχή».

**********************

Η πιο εμπνευσμένη (και αληθής;) αφιέρωση που μου έγινε ποτέ

 

Αριθμός τηλεφώνου (Número telefónico)

Όταν άλλαξαν τον αριθμό του τηλεφώνου σου
πίστεψα πως κατέφτανε η καταστροφή
αφού το 2 και το 3 ήρθαν
να αντικαταστήσουν τα αγαπημένα 4 και 9
και πλέον καμία μυθολογία δεν θα κυρίευε
το 7 και το 9 με τον τρόπο που εκείνη γδερνόταν
στο 0 και στο 8
Ήταν τόσο στρογγυλά και ηχηρά και τρυφερά!
Έρεεαν σε ρυθμούς τροπικούς
από σκούρο καφέ
παλιό καπνό λακαρισμένα αρώματα
Ζούσαν μέσα σου και σε συλλάβιζαν
πατώντας με μικρά κομματάκια από μάρμαρο
ενώ τα τελευταία νούμερα 9 και 4
ήταν βαριά κι ασαφή
σαν θολωμένα μάτια
σαν αριθμό τηλεφώνου
δοσμένο στον Άδη
ή σε κάποιον άλλον ακόμη πιο μακριά
αντί για την άψυχη εταιρία των αριθμών
που αγνοεί σε ποιον δίνει
τον αριθμό που δίνει
Το 23 79 30 δεν σημαίνει τίποτε
δυσκολεύει την απομνημόνευση
έχει έναν αέρα ατυχή και περιοριστικό
πέρα από τον ανώνυμο ήχο
που είναι αδύνατο να με ενδιαφέρει
Αντιθέτως το 49 08 94 είναι μέλι απωλεσμένο
πίνακας του Σασέτα
όπου γυμνοί ερημίτες
γιορτάζουν μια γιορτή χρυσή.

1971

Στο κέντρο του μάνταλα (El centro del mandala)

Να σε φιλώ δεν είναι λύση
Να εισβάλλεις μέσα μου και να με γλείφεις
δεν είναι λύση!
Να σε κοιτάζω έγινε πια πιο απόλυτο
από το να σε φιλώ
Ένα φιλί για μένα είναι λίγο
Η συνουσία είναι υπερβολικά λίγη
Η συνουσία δεν μπορεί να περιβάλει ούτε να εκφράσει
ούτε να ικανοποιήσει το αίσθημά μου για σένα
Η ζωή και ο θάνατος φωλιάζουν
κι αφοπλίζονται μέσα σου
Όταν σε κοιτάζω συντελείται
η ευτυχής ανάλωση
η επιτυχής συνάντηση
δύο ρευμάτων δύο καιρών
που καταφτάνουν από τόπους άλλους
του κόσμου
Είναι όπως σε ένα βάθρο με μικρόφωνο
όπου πλήθος περιμένει στη σειρά
να πάρει θέση πίσω απ’ το μικρόφωνο
Πολλά τα μικρόφωνα
μα καθένας ανεβαίνει στο δικό του μικρόφωνο
Είναι η πλήρωση της κοινωνίας
η τέρψη δυο ρευμάτων που επιτέλους ενωθήκαν:
το μικρόφωνο και ο ομιλητής.
 

Δυάδα ή σουσουράδα (Pajarito o parejito)

Και αν αφιέρωνα τη ζωή μου
σε κάποιο απ’ τα φτερά της
για να ζήσω τη ζωή της
να εισβάλω μέσα της και να την κατανοήσω;
Να τη σκεφτώ και να γίνω εκείνη ώς το τέλος;
                        Και να φτάσω
στο σημείο όπου οι κινήσεις μου
να γίνουν οι χιλιάδες μικρότατες ακτίνες
του φτερού;
                        Και η σιωπή μου
τα σούσουρα να γίνουν και οι ψίθυροι
του ανέμου στο φτερό;
                        Και οι καμπύλες μου
βελούδινες και διψασμένες να γίνουν
σαν το φτερό;
Και οι σκέψεις μου
γοργές και σίγουρες και ορισμένες
σαν τις μη-σκέψεις
του φτερού;

1971

 
Λίγη ηρεμία (Un poco de calma)

Και ξαπλώναμε γυμνοί
σαν να επρόκειτο να κάνουμε κάτι
και δεν κάναμε τίποτε άλλο από το να αγγιζόμαστε
στήθος με στήθος
τα στήθη μου
και τα δικά σου
τα δικά μου απαλά
σκληρά τα δικά σου
Εγώ τα έβαζα στο στόμα σου
κι εσύ ξεκόρμιζες
και μου έλεγες:
            «Σεσίλια, εγώ δεν αποκρίνομαι
            αν εσύ…»
και σου απάντησα:
            «Δεν πειράζει αν δεν αποκριθείς
            αφού δεν θα σε ρωτήσω
            τίποτε.»

1972

 
Φυσικές αποκλίσεις (Desviaciones naturales)

Σπουδάζαμε φιλοσοφία
σε ένα σπίτι γεμάτο μικροσκοπικά ζωάκια
Έβρισκες αλεπούδες
στο μέγεθος νεογέννητου ποντικού
και παπάκια όχι μεγαλύτερα από μύγα
πινγκουίνους και άλλα πολλά
                                    Τα υπνοδωμάτια
γεμάτα ψυχασθενείς
που σκάλιζαν αγάλματα στο μάρμαρο.
                                    Μετά την αντιγραφή
ενός ολόκληρου κειμένου για τον Ηράκλειτο
τον Παρμενίδη και τη σχέση με τον Χάιντεγκερ
πιανόμασταν να σκεφτόμαστε καθένας
τα απρόσμενα μεσοδιαστήματα
ανάμεσα στη γραμμή και το κενό.
                                    Παρά το ακανόνιστο λευκό
των αιθουσών
φυλούσαμε σκοπιά για γερασμένους ποιητές
που κατέφθαναν με μπλε παλτό
για να διαλύσουν το εργαστήριο των εικόνων μας.
 

Αυτοπροσωπογραφία (Retrato físico)

Έχω ένα κρανίο σε σχήμα φουντουκιού
και δυο παλλόμενα μάγουλα για οπίσθια
όπου καταλήγουν δυο γαργαλευτοί πεπόνινοι μηροί
γόνατα ηλιοτρόπια
αστραγάλους από πέτρα ηφαιστειακή
αυχένα από αφρικανική σημύδα
αφού, πέρα από τα δόντια,
δεν έχω πάνω μου λευκό
ούτε καν το λευκό των ματιών μου
που έχει χρώμα απροσδιόριστο
Τα δάχτυλά μου είκοσι και αβέβαιο
αν θα μπορέσω να τα κρατήσω
έτσι όπως στέκουν πάντοτε
στο χείλος του γκρεμού
αν και πολύ τα αγαπώ
Θα τελειώσω τον εαυτό μου αργότερα
και θα κρατήσω τα υπόλοιπα για την ακτή.
Για να πω την αλήθεια, τολμηρή πολύ δεν είμαι
Όπου υπάρχει τρύπα
πέφτω μέσα
αφού δεν είμαι επιφυλακτική
ούτε καχύποπτη.
1966
 

Ο θρίαμβος της Λατινικής Αμερικής (El triunfo de Latinoamérica)

Η Λατινική Αμερική δεν πρέπει ποτέ να γίνει σαν την Ευρώπη ή τις ΗΠΑ

Η Χιλή θα μπορούσε να γίνει η πρώτη χώρα του κόσμου που θα έφτανε στην απόλυτη ευτυχία. Η αθωότητα και η νεολιθική έκσταση θα εμφανίζονταν ξανά κατά τρόπο που ολοένα θα περιέβαλλε στοργικά την ύπαρξη. Αυτοκτονίες δεν θα υπήρχαν. Ο σοσιαλισμός θα διέθετε συναίσθηση του σύμπαντος και θα ήταν το άθροισμα της σοφίας των ιθαγενών της Αμερικής και της υπόλοιπης σοφίας του κόσμου. Ο σοσιαλισμός της Λατινικής Αμερικής θα γεννούσε έναν πολιτισμό, όπου η σκέψη με την καρδιά θα ήταν πιο αποκαλυπτική απ’ ό,τι η σκέψη με το μυαλό και όπου η επέκταση της αντίληψης και των σχέσεων θα προξενούσε όλο και περισσότερη ικανοποίηση. Θα υπήρχε πολύς χορός, πολλή μουσική, πολλή φιλία και ένας τρόπος υπέροχος να υπάρχεις!

22/8/1973

 

Φιντέλ και Αλιέντε (Fidel y Allende)

Όταν ο Φιντέλ επισκέφτηκε τη Χιλή το 1971, ο κόσμος ήταν τόσο χαρούμενος που οι δρόμοι είχαν μετατραπεί σε υπαίθριο πανηγύρι. Για να συμμετέχω κι εγώ στους πανηγυρισμούς γι’ αυτή την ιστορική συνάντηση  στην ιστορία του λατινοαμερικανικού νότου, αποφάσισα να τη ζωγραφίσω. Ζωγράφισα μια πεταλούδα να πετάει από το χέρι του Αλιέντε και τους δυο τους να σχηματίζουν με το αεροπλάνο που έφερε τον Φιντέλ ένα τρίγωνο, με την κορυφή του προς τα κάτω. Πρόκειται για σχήμα μαγικό που σημαίνει την ευχή να διατηρήσουν τη δύναμή τους για όσο χρόνο είναι απαραίτητο.

Τον Φιντέλ τον έντυσα με τη χρυσή στολή των ηρώων, ενώ τον Αλιέντε με το πέπλο εκείνων που περνούν στην ιστορία. Ο Αλιέντε δεν είναι πλήρως ντυμένος γιατί ρουχισμός του είναι η υποστήριξη του λαού, αν και στη Χιλή εξακολουθούν να υπάρχουν κάποιοι ανόητοι που δεν τον υποστηρίζουν. Παρομοίως, το ένα πόδι του Φιντέλ είναι γυμνό γιατί θέλησα να δείξω όχι μονάχα τη φυσική του ομορφιά ή την ιστορική του σημασία, αλλά γιατί ο Φιντέλ συμβολίζει τον «νέο άνθρωπο».

Περιβάλλονται δε από λουλούδια γιατί και οι δυο είναι το άνθος μιας νέας υπάρξης, τύχη αγαθή για τη Λατινική Αμερική.

 

Ο θάνατος του Σαλβαντόρ Αλιέντε (La muerte de Salvador Allende)

(δε σώζονται φωτογραφίες αυτού του έργου)

Η κόκκινη κηλίδα, αυτό το κάλυμμα αστραπή, το κακό που καταφτάνει πετώντας είναι το πραξικόπημα, ενώ και το αίμα που κυλάει είναι οι πληγές και το αίμα του Σαλβαντόρ Αλιέντε. Αυτός ο προφητικός λεκές σηκώνει καπνό, σκοτώνοντας καθετί ζωντανό και μετατρέποντας σε έρημο ό,τι προηγουμένως ήταν κήπος. Και από την μαγική Χιλή του σοσιαλισμού, από τον εφευρημένο αυτό παράδεισο δεν απομένει άλλο από πέτρες, κόκαλα και σκελετούς.

Η σορός του Σαλβαντόρ Αλιέντε πέφτει στην άβυσο, στη σχισμή που άνοιξαν οι δολοφόνοι, όχι μόνο του Αλιέντε, αλλά και όλου του μεγαλείου του.

Ο θάνατος του Αλιέντε δεν με συνεπήρε, δεν εισχώρησε στη συνείδησή μου, μόνο άρχισε να αναπτύσσεται μέσα μου αργά και μυστικά σαν σπόρος, μικρόβιο ή αρρώστια. Άρχισε να πονά κάμποσες ώρες αργότερα, αφού πήρε την τρομερή μορφή μιας φρικαλεότητας, μιας κραυγής πνιχτής και δύσοσμης στα σωθικά. Τότε ήταν που ένιωσα την ανάγκη να ζωγραφίσω. Ξεκίνησα στις πέντε τα χαράματα και συνέχισα όλο το πρωινό ώς τις τρεις το μεσημέρι της δωδεκάτης Σεπτεμβρίου.

Ο θάνατος του Σαλβαντόρ Αλιέντε είναι έγκλημα, με τον ίδιο τρόπο που όλα τα εγκλήματα συνιστούν ένα και μόνο έγκλημα. Δεν σκότωσαν μόνο εκείνον, αλλά και τη ζωή μου, τη ζωή όλων όσων ζούσαν, όλων όσων τρέφονταν από την ανέγερση του σοσιαλισμού ως εργασίας χειρονακτικής, ηλιακής, μιας ευτυχίας δίχως τέλος.

Ο θάνατος του Αλιέντε σκοτείνιασε όλους τους ήλιους μου, σκότωσε τις γωνίες μου, την ενότητά μου, τη σαρωτική επιτάχυνση στη χώρα του Ποτέ Ξανά. Η σοσιαλιστική Χιλή ήταν για μένα ο ορισμός του μεγαλείου γιατί δεν ήταν μόνο δικό μου, κι εγώ δεν ανήκα πια σε μένα, αφού δεν ήμουν πια ΕΓΩ παρά ΕΜΕΙΣ για πρώτη φορά!

Ας γίνει ο θάνατος του Αλιέντε η σπίθα που θα αναγεννήσει την επανάσταση από τις στάχτες.

Ο θάνατος του Αλιέντε έθεσε τέλος στη μία και μοναδική λαμπρή στιγμή μας.

Ο θάνατός του είναι και δικός μου θάνατος και θα αναγεννηθώ μονάχα με την αναγέννηση της επανάστασης. Διαφορετικά, τα πάντα θα μείνουν χαρακιές και οργή και πόνος και σκιές και έρημος, από εδώ ώς τον ψίθυρο.

Αν το νόημα του θανάτου είναι η ανάσταση, τότε η έρημος θα δώσει ξανά καρπούς.

Αν όχι, η έρημος θα παραμείνει για πάντα έρημος και ποτέ δεν θα καρπίσει, ποτέ δεν θ’ ανθίσει τίποτε μέσα της, αφού μια φασιστική Χιλή δεν είναι η Χιλή, αλλά ‘Ήλιχ’: μια κατάσταση συναγερμού.

12/9/1973

 

Βιολέτα Πάρρα ή βιολέτα (Violeta Parra o Violeta Vid)

«Βιόλα θαυμαστή» ή «Βιόλα chilensis» ή «Βιόλα ηφαιστειακή», «Πουλί του παραδείσου επί γης» ή «Βιολέτα των Άνδεων» σύμφωνα με τον Νικανόρ Πάρρα. «Αγία Βιολέτα» ή «αγριοδαμασκηνιά» σύμφωνα με τον Πάμπλο Νερούδα. (Βιολέτα αγαπημένη, για μένα.)

            Αποφάσισα να ζωγραφίσω το πορτραίτο της Βιολέτας Πάρρα για τον κύκλο Ήρωες της Επανάστασης, καθώς δεν ήταν όλοι οι ήρωες διοικητές, διανοούμενοι ή αντάρτες. Έπρεπε να προστεθούν και οι ήρωες της επιβίωσης, της ζωγραφικής, της επινόησης.

            Τη ζωγράφισα λοιπόν ως ένα είδος συνδικάτου που στόχο έχει να δίνει δύναμη και μυστήριο στις συντρόφους της.

            Επιπλέον, η Βιολέτα Πάρρα είναι ηρωίδα γιατί, όντας γυναίκα, τόλμησε να υπάρξει και να δημιουργήσει κατά τα δικά της ‘θέλω’. Τη ζωγάφισα κομμένη σε τρία μέρη γιατί ο κόσμος είναι ένα σφαγείο που την τεμάχισε και τώρα την εκθέτει σαν φιλέτο. Τη διαίρεσα στα τρία, πριν μάθω για τις τρεις απόπειρες αυτοκτονίας της που προηγήθηκαν της τελευταίας και τελεσίδικης.

             Παρόλο που η Βιολέτα σημαίνει πολλά πράγματα, την απεικόνισα ως «Πλέκτρια του κόσμου» γιατί αυτή ήταν και η μαγική της δραστηριότητα. Εδώ, την έβαλα να πλέκει τους στίχους του τραγουδιού της «Ευχαριστώ τη ζωή»*.

            Τα μάτια της κοιτάζουν στα αριστερά όπου και ξεκινά το τραγούδι: «Ευχαριστώ τη ζωή που μου έδωσε τόσα, που μου έδωσε δυο μάτια και, όταν τα ανοίγω, άριστα διακρίνω το μαύρο από τ’ άσπρο, ψηλά στον ουρανό τον έναστρο θόλο, και μέσα στο πλήθος τον άντρα που αγαπάω.» Πιο χαμηλά: «Μου έδωσε την ακοή που μέσα στο εύρος της καταγράφει νύχτα και μέρα, γρύλλους και καναρίνια, σφυριά, τουρμπίνες, γαυγίσματα και καταιγίδες.» Και πάνω: «Μου έδωσε το αλφάβητο και τον ήχο και, μαζί με αυτά, τις λέξεις που σκέφτομαι και ονοματίζω τη μάνα, το φίλο, τον αδερφό και το φως που καίει.» Στο γαλάζιο ουρανό: «Μου έδωσε την καρδιά που πάλλεται σαν βλέπω τους καρπούς του ανθρώπινου μυαλού.» Εδώ οι καρποί αυτοί συμφολίζονται με δυο ροδάκινα. Για να συνεχίσει κανείς να διαβάζει τη Βιολέτα πρέπει να καταφύγει στη βιογραφία της, στους στίχους λαϊκών τραγουδιών, στα πλεκτά και στα τραγούδια της, στα αντικείμενά της, όπως και στη συνεργασία της με το Κομμουνιστικό Κόμμα, το οποίο εδώ απεικονίζω με ένα μικρό σφυροδρέπανο.

Μάιος 1973

*Πρόκειται για το πασίγνωστο τραγούδι “Gracias a la vida” που ερμήνευσαν σπουδαίες φωνές όπως αυτή της Μερσέντες Σόσα.

___________________

Όλα τα ποιήματα και οι πίνακες είναι δημιουργίες της ΣΕΣΙΛΙΑΣ ΒΙΚΟΥΝΙΑ και περιλαμβάνονται στον τόμο «Γεύση από μένα».

Σεσίλια Βικούνια: «Ποίηση – ο άχωρος χώρος, ο άχρονος χρόνος» (2/3)

Eισαγωγή, μετάφραση: ΕΛΕΝΑ ΣΤΑΓΚΟΥΡΑΚΗ

Την ακούς και θυμάσαι τι θα πει άνθρωπος. Προσφεύγοντας στη γαλήνη, προκειμένου να ακούσεις τη σιγανή κι αργόσυρτη φωνή της με την τόση θαλπωρή, αφουγκράζεσαι τον μέσα και τον έξω κόσμο, η Αγωνία σου ενώνεται με την πνοή του ανέμου και το βάδισμα μιας μικροσκοπικής, κόκκινης (απ’ όλα τα χρώματα!) αράχνης. Και ανοίγεσαι και απλώνεσαι και αφήνεσαι…

«Το ποίημα είναι ένα πλεκτό από  λόγο.» Όταν γεννήθηκε, η μητέρα της έβαλε μια αράχνη να περπατήσει στην παλάμη της. Άλλη μια ιθαγενής της Χιλής συνέδεε με αυτό το φυσικό τελετουργικό την κόρη της με τη μακρά παράδοση που τη συνέχει το νήμα.

Το 1530, ο χάρτης τούς αγνοούσε. Και μαζί με αυτόν, και ο ‘πολιτισμένος’ κόσμος. Περιττοί εκ γενετής, στα 1800 ήδη redundant. Τελευταία επιζήσασα της γραμμής, τώρα αντεπιτίθεται με την «πολυτέλεια να υπάρχει»: τραγουδά με του κολίμπριου τη φωνή, για κάθε γυναίκα καλλιτέχνη της Αμερικής silenciada.

 «Στολίδια μου είναι τα λουλούδια» γράφει ως έφηβη και, viejita, την πλεξίδα της στολίζει με λεβάντα. Με πλήρη συναίσθηση της θέσης και της κίνησης στο χώρο, γλυπτό εν κινήσει ή σύγχρονη ιέρεια –contemporánea–, η μικρόσωμη γυναίκα κατευθύνεται στο Σημείο. Παίρνει λίγο νερό, το αφήνει να πέσει, ιερή σπονδή στη μοίρα που την οδήγησε στην άλλη άκρη του κόσμου, στην καρδιά της Ευρώπης, ένα απόγευμα αμφίθυμο, με ήλιο, συννεφιά, αέρα δροσερό. Απλώνει το χέρι, βρέχει τη δέσμη λουλουδιών απ’ τον αγρό και με αυτή ραντίζει ένα γύρο, πρόσωπα και χώρο. Τι θα ’λεγε αν γνώριζε για το δικό μας αγιασμό;

Το κόκκινο νήμα ξεδιπλώνει μπροστά της, σύμμαχο, αντίπαλο, Οδηγό:

«Έφερα εδώ μαζί μου λίγο από το αίμα μου: γιατί το «Κίπου* της περιόδου», το “Kίπου-Mήτρα” που παρουσιάζω στην Ντοκουμέντα [14], στην πραγματικότητα ξεκίνησε όταν ήμουν δώδεκα χρονών.

Η μητέρα μου είναι ντιαγίτα. Ξέρετε τι θα πει «ντιαγίτα»; «Ντιαγίτα» ονομάζεται μια κοινότητα ιθαγενών, ένας σπουδαίος ιθαγενής πολιτισμός στη βόρεια Χιλή που εξοντώθηκε κατά το 17ο και 18ο αιώνα. Η μητέρα μου δεν έμαθε ποτέ ότι ήταν ντιαγίτα. Ακόμη και σήμερα, το αγνοεί. Έτσι λοιπόν, ούτε εγώ γνώριζα αν ήμουν ή δεν ήμουν ντιαγίτα, δεν γνώριζα ποια ήμουν.

Τη μέρα της πρώτης μου περιόδου,** δεν γνώριζα τι θα πει «περίοδος». Ποτέ μου δεν είχα ακούσει αυτή τη λέξη ούτε και την ιστορία της. Ξύπνησα στη μέση της νύχτας, νιώθοντας μια υγρασία –μια υγρασία;– ανάμεσα στα πόδια μου. Τι να σήμαινε άραγε αυτή η υγρασία; Η πρώτη μου ερμηνεία ήταν ότι ίσως να τα είχα κάνει πάνω μου – κοίταξα τότε, και είδα ότι ήταν αίμα. Η δεύτερη ερμηνεία μου ήταν ότι μάλλον με είχαν μαχαιρώσει την ώρα που κοιμόμουν. Η τρίτη μου ερμηνεία ήταν να βάλω τις φωνές και τα κλάματα. Η μητέρα μου ξύπνησε κι ήρθε τρέχοντας στο δωμάτιο να δει τι είχε συμβεί. Μου είπε: «Όχι, κοριτσάκι μου, δεν είναι τίποτε. Αυτό συμβαίνει στα κοριτσάκια

Ξεκίνησα λοιπόν με αυτή την ιστορία γιατί είναι η ιστορία της καταπίεσης των ιθαγενών πολιτισμών από τον σύγχρονο πολιτισμό που ζούμε και γνωρίζουμε ―των ιθαγενών δε πολιτισμών όλης της ανθρωπότητας και όχι μονάχα της Χιλής. Ο ανθρώπινος πολιτισμός στο σύνολό του υποφέρει από έναν λανθασμένο ορισμό της ανθρωπότητας που ξεκινά από την καταπίεση της γυναίκας και συνεχίζει ώς την καταστροφή του πλανήτη. Έτσι, εδώ και πενήντα χρόνια, αναζητώ κι ανακαλύπτω ποια είναι η σημασία αυτού του πορφυρού νήματος.

Για την Ντοκουμέντα έξεδωσα ένα καινούργιο βιβλίο που φέρει τον τίτλο “Read thread”, στα αγγλικά, μιας και πρόκειται για τη σημερινή lingua franca και την κατεξοχήν γλώσσα της σημερινής τέχνης. Μάλιστα το βιβλίο το έγραψα εξαρχής στα αγγλικά, παρόλο που είναι μια γλώσσα που μισώ, για τον απλό λόγο ότι αυτή η ιστορία πρέπει να γίνει γνωστή. Αντιθέτως, στη Χιλή δεν υπάρχει ενδιαφέρον για μια Σεσίλια Βικούνια, ενώ ένα βιβλίο της στην ισπανική γλώσσα θα ξεχαστεί απλά σε κάποιο συρτάρι***. Λέω ότι μισώ τα αγγλικά γιατί στα εννιά μου χρόνια φύγαμε ξαφνικά από την εξοχή, όπου ζούσαμε μέσα στα λουλούδια και τα ζώα, και βρεθήκαμε στο Σαντιάγο. Οι γονείς μου, σκεπτόμενοι έξυπνα, με έβαλαν σε ένα σχολείο αγγλικό, αγγλικανικό, όπου όμως τιμωρούσαν τα παιδιά που δεν μιλούσαν αγγλικά αναγκάζοντάς τα να φάνε σαπούνι, αμερικανικό σαπούνι. Πήγαινες να μιλήσεις και γέμιζες αφρούς. Έτσι λοιπόν, η αγγλική γλώσσα ήταν για μένα αρχικά ένα είδος καταπίεσης, ένα είδος βίας, επιβολής. Από την άλλη, οι γονείς μου μού έλεγαν πως αν δεν μάθαινα αγγλικά, δεν θα μπορούσα ποτέ να γίνω πολίτης του κόσμου. Θυμάμαι λοιπόν πολύ έντονα –δεν θα την ξεχάσω ποτέ– τη μέρα που με ανάγκασαν να μάθω ένα τραγουδάκι για νήπια, το εξής: “Twinkle, twinkle, little star/ How I wonder what you are”. Όταν κατάλαβα τι σήμαινε αυτό το «τουίνκλ, τουίνκλ», δηλαδή αυτή τη διακοπτόμενη λάμψη των αστεριών, λάτρεψα αυτή τη γλώσσα. Είπα προηγουμένως ότι μισώ τα αγγλικά, γιατί πρέπει να τα μιλώ συνέχεια και γιατί είναι μια γλώσσα που περιορίζει την ανθρώπινη γνώση: είναι μια γλώσσα άγρια, σχεδόν βίαιη, πρωτόγονη.  Επομένως, η σχέση μου με τα αγγλικά είναι μια σχέση τρομερή, μια σχέση αγάπης-μίσους.

Έλεγα λοιπόν ότι έγραψα το βιβλίο στα αγγλικά. Ο τίτλος σημαίνει «Διαβάζοντας το νήμα». Και πώς γεννήθηκε αυτός ο τίτλος; Στην πραγματικότητα με αυτό το βιβλίο ήθελα να διηγηθώ την ιστορία του πορφυρού νήματος. Αν επισκεφτείτε την έκθεση, θα δείτε ότι υπάρχει ένας πίνακας, τον οποίο ζωγράφισα, αν θυμάμαι καλά, το 1972, όπου εμφανίζεται ήδη τότε το πορφυρό νήμα. Το ίδιο ισχύει και για έναν προηγούμενο πίνακα, επίσης της δεκαετίας του ’70, ο οποίος δυστυχώς έχει χαθεί. Στην αρχή λοιπόν ξεκίνησα να ζωγραφίζω την πορφυρή γραμμή, ενώ στη συνέχεια πέρασα στη δημιουργία/οριοθέτηση χώρων, χρησιμοποιώντας μια υπαρκτή κόκκινη γραμμή. Σήμερα, που βρίσκομαι πολύ πιο κοντά στο θάνατό μου απ’ ό,τι στη γέννησή μου, αρχίζω να κατανοώ, με άλλα λόγια να διαβάζω, την ιστορία του κόκκινου νήματος.

Σε αυτό το σημείο λοιπόν σταματώ τα της ιστορίας και τη θέτω στη διάθεσή σας, ώστε να βιώσετε και να νιώσετε οι ίδιοι με μια επίσκεψή σας στη Ντοκουμέντα, στο Κάσσελ, τι βρίσκεται κάτω από ένα γλυπτό από αυτό το υλικό, αλλά με ύψος δέκα μέτρα. Πρόκειται για μια κατασκευή σχεδόν αδύνατη, εξαιτίας του είδους του υλικού που χρησιμοποιώ. Δεν είναι άλλο, από το φυσικό μαλλί ενός ζώου. Το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό αυτού του υλικού είναι ότι το μαλλί -τόσο των ανθρώπων, όσο και των ζώων- είναι ταυτόχρονα απόλυτα εύθραυστο και όμως ένα από τα πιο δυνατά υλικά του πλανήτη. Με το γνέσιμό του, δηλαδή την περιστροφή του, τα μόριά του πιέζονται, ενώνονται και έτσι γίνονται πιο δυνατά. Όταν μάλιστα γνέθεις ένα κομμάτι προς τα δεξιά και το άλλο προς τα αριστερά, η αντίθεση αυτή κάνει το νήμα ακόμη πιο ισχυρό. Αυτή ακριβώς είναι και η αρχή που διέπει τους ιθαγενείς πολιτισμούς στη Λατινική Αμερική και ιδίως στις Άνδεις: η συμπληρωματική ένωση των αντιθέτων.

Η συμπληρωματική ένωση των αντιθέτων είναι αυτή που μας επιτρέπει και την ομιλία. Σύμφωνα με τον Σίγκμουντ Φρόυντ, οι λέξεις ενέχουν τον ανταγωνισμό, καθώς υπάρχουν δύο, ανταγωνιστικά μεταξύ τους, σύνθετα μέρη σε κάθε σύνθετη λέξη. Είναι λοιπόν θαυμάσιο το πώς η γλωσσολογική αρχή που διέπει όλες τις γλώσσες του κόσμου βασίζεται σε αυτόν τον εποικοδομητικό ανταγωνισμό που -ως άλλη μηχανή- δίνει στις λέξεις την απαραίτητη δύναμη κι ενέργεια για την κινητοποίηση και τη διακίνησή τους ―και όχι μόνο ως προς τη σημασία τους, αλλά, κατά την άποψή μου, ως προς τη συμπαντική τους δομή.

Δουλεύω λοιπόν με τη συμπαντική δομή του νήματος. Το νήμα για τον πολιτισμό των Άνδεων συνιστά συμπαντικό αέριο, το στοιχείο από το οποίο γεννιούνται οι γαλαξίες, το στοιχείο από το οποίο γεννιέται το νερό. Έτσι, η προέλευση του νερού, της γλώσσας, του τραγουδιού και του ήχου, από την σκοπιά του ιθαγενούς πολιτισμού ολόκληρης της ανθρωπότητας και όχι μονάχα των Άνδεων, σχετίζεται με μία δύναμη: την ίδια δύναμη που κάνει τα ξέχωρα μόρια του νήματος να ενωθούν. Αυτή η δύναμη, με όρους της κβαντικής φυσικής, ονομάζεται ‘γκλούον’. Οι επιστήμονες της κβαντικής φυσικής αναζητούν διακαώς αυτό το ‘γκλούον’. Δεν το έχουν ανακαλύψει ακόμη. Έχουν αναπτύξει θεωρίες γι’ αυτό εδώ και δεκαετίες, αλλά δεν το έχουν ανακαλύψει ακόμη γιατί δεν πρόκειται για ένα μόριο, αλλά για τον τρόπο συσχετισμού των μορίων μεταξύ τους.

Η αναζήτηση της ένωσης, που συνιστά και προέλευση της γλώσσας, είναι η ουσία για παράδειγμα της ποίησης γκουαρανί στη ζούγκλα της Παραγουάης και αλλού. Στη γλώσσα γκουαρανί, η δύναμη αυτή ονομάζεται «η αγάπη που ενώνει». Έτσι, η λέξη, το τραγούδι και η ίδια η ζωή γεννιούνται από αυτή τη δύναμη, «την αγάπη που ενώνει». Παρατηρήσατε ότι την ώρα που το έλεγα αυτό συμμετείχε και ο αέρας; Νιώσατε αυτή την πνοή του ανέμου; Πάει, πέρασε.

Στην ποίηση των ιθαγενών της Αμερικής, όλα τα στοιχεία συμμετέχουν στη σύνθεση. Έτσι δουλεύω κι εγώ, χρησιμοποιώντας τον ίδιο τρόπο σύνθεσης. Ερχόμενη λοιπόν εδώ για να σας συναντήσω, δεν προετοίμασα τίποτα. Έφερα μαζί μου αυτό το πορφυρό νήμα και ήξερα πως εκείνο θα με καθοδηγούσε.»

(Ομιλία της ΣΕΣΙΛΙΑΣ ΒΙΚΟΥΝΙΑ στο Πανεπιστήμιο του Μάιντς, Τμήμα Μετάφρασης στο Γκέρμερσχάιμ, στις 07.06.2017. Υπεύθυνη σεμιναρίου: Λιλιάνα Μπισάμα)

 

ΣτΜ:

*Το ‘κίπου’ είναι μια κατασκευή από νήματα, χαρακτηριστική του πολιτισμού των Άνδεων, η οποία μπορεί να έχει ποικιλία περιεχομένων και παρουσιάζει διαφορετικούς βαθμούς συνθετότητας. Ανάλογα με το βαθμό δυσκολίας του, επιτρέπει ή όχι την αποκρυπτογράφησή του. Πρόκειται για ολόκληρο σύστημα/κώδικα από κόμπους, στους οποίους δίνεται διαφορετικό σχήμα, προκειμένου να δημιουργηθεί ένα είδος ημερολογίου, καταλόγου, ευρετηρίου κλπ. Ενώ είχε κυρίως χρηστική αξία, δεν μπορεί να παραβλεφθεί η εικαστική του σημασία. Το γεγονός ότι η Βικούνια χρησιμοποιεί (και για την Ντοκουμέντα) αυτό το χαρακτηριστικό μέσο του πολιτισμού των Άνδεων, συνιστά ένα ακόμη στοιχείο που ενώνει το έργο της με την λατινοαμερικανική παράδοση, δίνοντάς του τον ιδιαίτερο χαρακτήρα του.

**Δεν είναι καθόλου τυχαίο –και πολύ λιγότερο αθώο– ότι στα ελληνικά αποδίδουμε την έναρξη του έμμηνου κύκλου με το ρήμα «αδιαθέτησα» ή το ουσιαστικό «αδιαθεσία». Γυναίκες όμως με περίοδο μπορούν να είναι κάλιστα ευδιάθετες. Take my word for it!

***Η Βικούνια μίλησε στους φοιτητές και για τη λογοκρισία που υπέστησαν τα έργα της στη Χιλή, πριν καν εκδοθούν, κατά τη δικτατορία του Πινοτσέτ και αργότερα. Επιπλέον, καυτηρίασε το γεγονός ότι ακόμη και σήμερα γυναίκες συγγραφείς (και δη εκείνες με ιθαγενή προέλευση) απορρίπτονται από τους εκδοτικούς κι αποκλείονται από τις προθήκες των εκεί βιβλιοπωλείων. Σε ερώτηση που της έγινε να συγκρίνει την πρόσληψη του έργου της στη Λατινική Αμερική και την Ευρώπη, απάντησε ότι η σύγκριση είναι αδύνατη: «Δεν μπορώ να συγκρίνω την πρόσληψη, γιατί στη Λατινική Αμερική πρόσληψη δεν υφίσταται»! 

 

Η μετανάστρια γλώσσα (1/3)

Της ΣΕΣΙΛΙΑΣ ΒΙΚΟΥΝΙΑ /Μτφρ: ΕΛΕΝΑ ΣΤΑΓΚΟΥΡΑΚΗ

Η γλώσσα μεταναστεύει. Οι λέξεις ταξιδεύουν από στόμα σε στόμα, από γλώσσα σε γλώσσα, από τον έναν πολιτισμό στον άλλον. Τα κορμιά μας μεταναστεύουν: κύτταρα και βακτήρια μεταναστεύουν επίσης. Και γαλαξίες ολόκληροι μεταναστεύουν.

Προς τι λοιπόν όλη αυτή η φασαρία εναντίον των μεταναστών; Δεν μπορεί, παρά να στρέφεται εναντίον του ίδιου μας του εαυτού, εναντίον της ζωής της ίδιας.

Πριν είκοσι χρόνια, θέλησα να διευρύνω τη λέξη «μετανάστης», διαβάζοντας μέσα της μια επικίνδυνη μείξη από ρίζες λατινικές και γερμανικές. Φαντάστηκα τη λέξη «μετανάστης», “migrant” στα αγγλικά, να προέρχεται από το λατινικό mei που σημαίνει την αλλαγή και την κίνηση, και το gra που θα πει «καρδιά» από το γερμανογενές kerd. Έτσι, ο «μετανάστης» μετατράπηκε στην «αλλαγμένη καρδιά»,

μια καρδιά μες στον πόνο,

που αλλάζει την καρδιά της γης.

Η λέξη «μετανάστης», ως “immigrant” στα αγγλικά, θα σήμαινε τότε «δώσε μου ζωή». Εξάλλου το ρήμα “grant” θα πει «προσφέρω, παραχωρώ, χορηγώ» και σχετίζεται με την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα dhe που σημαίνει την «πράξη» και το «νόμο». Γι’ αυτό και το επίθετο “sacerdotal” αναφέρεται στην τέλεση ιερών μυστηρίων.

Ποιο είναι λοιπόν το μυστήριο που τελείται από εκατομμύρια ανθρώπων που μετακινούνται ανά τον κόσμο αναζητώντας ένα ασφαλές λιμάνι; Δείχνοντάς μας επιπλέον κατάμουτρα την αδιαφορία μας και τη συνενοχή μας για τους συνεχιζόμενους πολέμους;

Είναι ο πόνος τους αρκετά δυνατός, ώστε να αλλάξει τις δικές μας καρδιές και να δούμε το ρόλο μας σε όλο αυτό;

Η Μαργαρίτα, μια φίλη μετανάστρια, χρησιμοποίησε το ρήμα “wounder”, συνδυάζοντας το ρήμα «απορώ», «αναρωτιέμαι» (“wonder”) με την «πληγή» (“wound”), κάτι που αποδίδει ιδανικά την πραγματική μας κατάσταση!

Ο Βιθέντε Ουιντόμπρο είχε γράψει: «Άνοιξε το στόμα σου για να λάβεις την όστια του πληγωμένου λόγου.»

Η πληγή είναι ένα μάτι. Μπορούμε να το κοιτάξουμε κατάματα;

Ειδικότης μου δεν είναι να νιώθω,/παρά να βλέπω./ Γι’ αυτό λέω:/ (η λέξη είναι μια σκληρή ματιά). —Ροζάριο Καστεγιάνος

Δεν βλέπω με τα μάτια:/ Μάτια μου, οι λέξεις. —Οκτάβιο Πας

Το 1980 βρισκόμουν εξόριστη στη Μπογοτά, όπου ετοίμαζα το πρότζεκτ “Palabrarmas[1]”, με το οποίο επιχείρησα να ανοίξω τις λέξεις προκειμένου να δω τι είχαν εκείνες να μου πουν. Ως νέα ποιήτρια, τότε, είχα για οδηγό μια ρήση του Νοβάλις, ότι «η ποίηση είναι η αρχέγονη θρησκεία της ανθρωπότητας». Ζώντας στη βίαιη εκείνη πόλη της Κολομβίας, θέλησα να δω αν συμμερίζεται κανείς αυτή την άποψη κι έτσι βγήκα στο δρόμο με μια κάμερα ανά χείρας και μια ομάδα εθελοντών, προκειμένου να ρωτήσω τους περαστικούς. Ρωτούσα οποιονδήποτε περνούσε από μπροστά μου «Τι σημαίνει η ποίηση για σένα;». Τις καλύτερες απαντήσεις τις πήρα από επαίτες, πόρνες κι αστυνομικούς. Η καλύτερη δε όλων ήταν με διαφορά: “Que prosiga”, που θα πει κάτι σαν «ας συνεχίσει», «ας μακροημερεύσει». Πώς να μεταφράσω την υποτακτική, την πιο όμορφη μορφή που αποκτά το ρήμα στην ισπανική γλώσσα; Η υποτακτική σημαίνει αυτό που «τάσσεται υπό» τη δύναμη του αγνώστου. Αφορά ένα μελλοντικό ενδεχόμενο που προκύπτει υπό συνθήκες απρόβλεπτες, πράγμα που συμπίπτει πλήρως με τον ορισμό της αναδυόμενης ιδιότητας ως κβάντο.

Αν ψάξει κανείς στο Google τη λέξη «υποτακτική», θα βρει την περιγραφή της ως έγκλισης, στα αγγλικά “mood”, λες και το ρήμα θα μπορούσε να νιώσει και να έχει μια ‘διάθεση’. Θα βρει ακόμη ότι πρόκειται για εκείνη τη «μορφή του ρήματος που χρησιμοποιείται προκειμένου να εκφραστεί μια ευχή, μια παρότρυνση, μια διαταγή ή μια εναντίωση». Ή ακόμη ότι «η υποτακτική ενεστώτα είναι η γυμνή μορφή του ρήματος, δηλαδή το ρήμα δίχως κατάληξη».

Τη λάτρεψα αυτή την ερμηνεία, αυτή την ανεξάντλητη μορφή του γυμνού ρήματος! Ο άντρας που καταγράφηκε στην ταινία μου σαν φευγαλέα σκιά λέγοντας «Ας μακροημερεύσει» έμεινε στην κάμερά μου μια στιγμή, και όμως εξέφρασε με δυο λέξεις την υπέρτατη ακρίβεια της ιθαγενούς προφορικής παράδοσης. Όσοι βλέπουν την ταινία αυτή σήμερα, δεν μπορούν να πιστέψουν ότι δεν ακολουθήθηκε κάποιο σενάριο, αφού στα τριανταέξι χρόνια που μεσολάβησαν έκτοτε φαίνεται να έχουμε ξεχάσει αυτή την τέχνη της σύνθετης έκφρασης και συνομιλίας. Στην ταινία, οι περαστικοί αυτοσχεδιάζουν δίνοντας αυθόρμητες απαντήσεις, επιδεικνύοντας ωστόσο μια γλωσσική ετοιμότητα και συναίσθηση που σήμερα μάλλον εκλείπουν. Αναρωτιέμαι λοιπόν και με πληγώνει: πώς άλλαξε αυτό; Και η καρδιά μου απαντά πως μάλλον ευθύνεται γι’ αυτή την αλλαγή ο φόβος, ο ωκεανός από ψέματα μες στον οποίο κολυμπούμε, ακολουθώντας το συνεχές ρεύμα διπροσωπίας και βίαιων δυνάμεων που μας καταδυναστεύουν. Ζώντας υπό ένα δικτατορικό καθεστώς, το πρώτο πράγμα που βλέπεις να εξαλείφεται είναι ο παιγνιώδης λόγος, η χαρά και η ελευθερία να πεις αυτό που όντως σκέφτεσαι. Ο σύνθετος δημόσιος λόγος εκλείπει και, μαζί με αυτόν, πάμπολλα είδη λόγου που καταδικάζονται σε εξαφάνιση.

Η λέξη «είδος», αγγλιστί “species”, προέρχεται από το λατινικό “speciēs” που σχετίζεται με την όραση. Ίσως χάνουμε αυτά τα είδη, αυτές τις γλώσσες και τη χαρά που συνδέεται μαζί τους γιατί δεν επιθυμούμε να δουμε τι πράττουμε. Μη βλέποντας την όραση των λέξεων, νεκρώνουμε τις αισθήσεις μας.

Ακούω τον «υπόκωφο συνεχή θόρυβο ιπτάμενων μηχανών», το βόμβο που εκπέμπουν στον κόσμο οι θανατηφόρες σκέψεις μας. Ο βόμβος αυτός σημαίνει την υπέρτατη αποκοπή μας από τις λέξεις, την ικανότητά μας να μιλούμε δίχως συναίσθηση των συνεπειών αυτών των λόγων. «Οι λέξεις είναι πράξεις» για τον Οκτάβιο Πας. Οι λέξεις μας γίνονται βόμβος, ιπτάμενα ρομπότ. Να απευαισθητοποιούμαστε, μη νιώθοντας τις λέξεις μας ως πράξεις; Δεν αναλογίζομαι μονάχα τα θύματα, αλλά και τους θύτες του ρομποτικού πολέμου, τους χειριστές αυτών των ιπτάμενων ρομπότ άνευ πληρώματος. Η Νορβηγίδα σκηνοθέτις του ντοκυμαντέρ “Drone”, Τόνια Έσεν Σέι, σχολιάζει το πώς τα παιδιά εκπαιδεύονται να σκοτώνουν παίζοντας ηλεκτρονικά παιχνίδια: «Κάνουν τον πόλεμο να μοιάζει με παιχνίδι, το να σκοτώνεις γίνεται πράξη ηρωική. … Θεωρώ ότι αυτή η στρατιωτικοποίηση έχει θλιβερές επιπτώσεις», όχι μόνο για τους νέους στρατιώτες, αλλά και για την κοινωνία στο σύνολό της. Το διαφημιστικό σποτ του ντοκυμαντέρ ξεκινά με τα λόγια τέως βοηθού του Κόλιν Πάουελ κατά τη διοίκηση των Μπους/Τσήνεϋ:

ΤΟ ΕΝΔΕΧΟΜΕΝΟ ΣΥΛΛΟΓΙΚΟ ΜΑΣ ΜΕΛΛΟΝ: ΔΕΙΤΕ ΤΟ ΚΑΙ ΘΡΗΝΗΣΤΕ ΓΙΑ ΜΑΣ. Ή ΔΕΙΤΕ ΤΟ ΚΑΙ ΑΠΟΦΑΣΙΣΤΕ ΝΑ ΤΟ ΑΛΛΑΞΕΤΕ
—Λώρενς Γουίλκερσον, απόστρατος συνταγματάρχης του στρατού των Η.Π.Α.

Στον «Αστροθόρυβο», έκθεση της Λάουρας Πουατρά στο Μουσείο Αμερικανικής Τέχνης Γουίτνεϋ, παρακολουθούμε μια γλώσσα που μετατρέπεται σε ποίηση και τέχνη. Ξαπλώνουμε σε ένα κρεβάτι, παρακολουθώντας τον νυχτερινό ουρανό που τον σκίζουν ιπτάμενα ρομπότ. Η αναζήτηση ταιριαστών μοτίβων, οι αλγόριθμοι που χρησιμοποιούνται για να εξολοθρεύσουν την ανθρωπότητα με αυτά τα ιπτάμενα ρομπότ, αντιστρέφεται για να αποκαλύψει τα γρανάζια του συστήματος. Και καθώς παρακολουθούμε τα τεκταινόμενα, παρακολουθούμαστε! Ένα νέο είδος οπτικής ποίησης αναδύεται και συνδέει το σώμα μας με την αληθινή πάλη για την ψυχή της Γης. Το αποτέλεσμα; Μια διερώτηση που πληγώνει: Θα φτάσουμε άραγε στο σημείο να απευαισθητοποιήσουμε τόσο τους εαυτούς μας, να γίνουμε τόσο απάνθρωποι, ώστε η ίδια η Γη να ευελπιστεί στο τέλος μας;

Η μάχη δίνεται παντού και ίσως αυτή να είναι η μόνη ομορφιά του καιρού μας. Όσοι μιλούν ακόμη κετσούα στο Περού, λένε «ομορφιά είναι ο αγώνας».

Ίσως το σκότος να γίνει πηγή φωτός. (Η ζωή εξάλλου αναγεννάται στο σκοτάδι.)

Βλέπω τον ποιητή/μεταφραστή σαν το πρόσωπο εκείνο που καταφεύγει στο σκοτάδι αναζητώντας εκείνον «τον/ην άλλον/ην» εντός του/της ή εκείνο που δεν επιθυμούμε να αντικρίσουμε, σαν να επρόκειτο η πράξη αυτή να αποκαλύψει ό,τι ο κόσμος κρατάει κρυφό. 

Ο Εδουάρδο Κον, στο βιβλίο του «Πώς σκέφτονται τα δάση: Προς μια Ανθρωπολογία Πέραν του Ανθρώπου», σημειώνει τη δημιουργία ενός καινούργιου ρήματος από τους ομιλητές κετσούα του Εκουαδόρ, του ρήματος “riparana” που θα πει «συνειδητοποιώ», «αντιλαμβάνομαι». Πρόκειται για παραλλαγή στην κετσούα του ρήματος της ισπανικής “reparar” που θα πει «παρατηρώ», «αισθάνομαι», «επιδιορθώνω», λες και η συναίσθηση ή η απλή παρατήρηση έχουν τη δύναμη να θεραπεύσουν. Για μένα, η επινόηση τέτοιων λέξεων δεν είναι παρά αληθινή ποίηση, το πιθανό μονοπάτι που θα μας οδηγήσει μακριά από την καταστροφή που προξενούμε.

Όταν με ρωτούν για το ρόλο του ποιητή στη σημερινή εποχή, αντιρωτώ: «τείνουμε τα ώτα μας ως άλλον οδηγό επιβίωσης, όπως πρότεινε ο Πάουλ Τσέλαν; Ή σωπαίνουμε και εμείς ενόψει της ίδιας μας της καταστροφής;»

Ο υποδιοικητής Μάρκος, αντάρτης με τους Ζαπατίστας, παραφράζει τον Γέροντα Αντώνιο, έναν ινδιάνικο θρύλο: «Οι θεοί αναζητούσαν τη σιωπή για να επαναπροσδιορίσουν τους εαυτούς τους, μα δεν τη βρήκαν πουθενά.» Αυτό το ‘πουθενά’ είναι η εποχή μας, ο χώρος μας και ο χρόνος μας, γι’ αυτό και χρειαζόμαστε να μεταφράσουμε τη γλώσσα σε γλώσσα προκειμένου ΕΚΕΙΝΗ να πειστεί για τη δική μας συναίσθηση.

Η γλώσσα είναι ο μεταφραστής. Θα μπορούσε άραγε να μας μεταφράσει σε ένα μέρος όπου θα σταματούσαμε να ανεχόμαστε την αδικία και την εξόντωση της ζωής;

Η ζωή είναι γλώσσα. «Όταν μιλούμε, μιλάει η ζωή» διαβάζουμε στο Καουσιτάκι Ουπανισάντ. Η συναίσθηση δημιουργεί τον εαυτό της να κοιτάζει τον εαυτό της. Είναι εφήμερη και αιώνια μαζί.

Τα πάντα μεταναστεύουν

Ας μεταναστεύσουμε στην απορία της συναίσθησης, στην ίδια την ποίηση.

 

***********

Κείμενο δημοσιευμένο στα αγγλικά στον κατάλογο της έκθεσης Ντοκουμέντα [14], μεταφρασμένο με την άδεια της συντάκτριας.

[1] ΣτΜ: Λεξιπλασία της Βικούνια, σύνθετη λέξη από τις λέξεις “palabra” («λέξη») και “armas” («όπλα»).

Η κοχλάζουσα libido της ελληνικής πεζογραφίας

sex

 ~ . ~ 

του ΦΩΤΗ ΔΟΥΣΟΥ ~ . ~ 

Ο τίτλος του άρθρου θα μπορούσε να ανήκει και σε διδακτορική διατριβή της Φιλοσοφικής Σχολής ή του Τμήματος Ψυχολογίας κάποιου πανεπιστημίου ή να αποτελεί κεντρικό θεματικό μοτίβο σε stand up κωμωδία, προορισμένη βέβαια αυστηρά για την ιντελιγκέντσια. Προφανώς το ζήτημα είναι αχανές και δεν γίνεται παρά να το θίξουμε ελάχιστα εδώ.

Θα προσπαθήσουμε ωστόσο να το ψηλαφίσουμε έχοντας στον νου το έργο συγκεκριμένων συγγραφέων: των πιο προβεβλημένων, των πιο γνωστών, των πιο αγαπητών στο αναγνωστικό κοινό. Μια διευκρίνιση: δεν θα επεκταθούμε στους πολύ εμπορικούς συγγραφείς (Μαντά, Δημουλίδου κτλ.) γιατί α) υποθέτουμε ότι οι αναγνώστες του Νέου Πλανοδίου δεν τους θεωρούν καν συγγραφείς, β) η σεξουαλικότητα στα έργα τους προκαλεί κυρίως γέλιο (και δεν θέλουμε να ασχοληθούμε με την φαιδρή πλευρά της σεξουαλικότητας).

Πριν αρχίσουμε την (όσο πιο σφαιρική γίνεται) πραγμάτευση του θέματος, μας έρχεται συνειρμικά στον νου η ξεχασμένη πλέον πραγματεία του γιατρού Μ. Μωϋσείδη Αυνανισμός : Κίνδυνοι – Προφύλαξις – Θεραπεία που εκδόθηκε το 1927 στην Αθήνα. Στο προβοκατόρικο αυτό έργο μας διαβεβαιώνει ο αυστηρός και ηθικά άτεγκτος συγγραφέας-γιατρός ότι «δια της αναγνώσεως ενός έργου περί αυνανισμού ουδέποτε έγινε τις αυνανιστής». Αυτό είναι μάλλον ανακουφιστικό αν κάνουμε τις δέουσες αναγωγές στα μνημεία ερωτικού λόγου της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας. Με λίγα λόγια δεν έχουμε να φοβηθούμε, μπαινοβγαίνοντας –ως κοινοί voyeurs– στις τολμηρές περιγραφές ερωτικών σκηνών, μήπως καταληφθούμε από κάποιου είδους ερωτικό οίστρο. Η αυξημένη libido του νεοελληνικού μυθιστορήματος θα μας αφήσει ανεπηρέαστους και νηφάλιους να συγκεντρωθούμε στη δουλειά μας.

Πράγματι μόνο για αναφροδισία δεν μπορεί να κατηγορήσει κανείς την λογοτεχνία μας (για την πεζογραφία μιλάω, διότι όσον αφορά την ποίηση υπάρχουν πολλές ενστάσεις επ’ αυτού). Εδώ και πολύ καιρό οι πεζογράφοι έχουν σηκώσει το σεντόνι και μπορούμε να παρακολουθούμε με ανατομική ακρίβεια κάθε απόκρυφη πράξη των ηρώων τους. Είναι κακό αυτό; Φυσικά όχι. Εξαρτάται όμως πως το κάνει κανείς. Για παράδειγμα η σχετική ευφράδεια του Πασκάλ Μπρυκνέρ τίθεται πέρα από κάθε κριτική και βγαίνει βεβαίως εκτός συναγωνισμού. Αλλά οι περισσότεροι εν Ελλάδι ομότεχνοί του δεν χαρακτηρίζονται από το ίδιο μπρίο, τον ίδιο πλουραλισμό εκφραστικών μέσων, την ίδια έμπνευση, την ίδια στόχευση και την ίδια ειρωνεία απέναντι στο θέμα.

Μια πρώτη ματιά στα αξιόλογα γραπτά κάποιων από τους καλούς πεζογράφους μας δείχνει ότι αυτά όζουν τεστοστερόνης. Καθόλου παράλογο βέβαια. Η machο συμπεριφορά, πέρα από την γραφικότητα που της αποδίδουμε πολλές φορές, είναι συνυφασμένη με την εικόνα του άντρα από την μεταπολίτευση κι έπειτα. Γελάμε με τον Greek Lover του ’80, με τα σταυρουδάκια του, το δασύτριχο στήθος και τα ανοιχτά πουκάμισα. Αλλά αυτός δεν εξαλείφθηκε. Σήμερα μπορεί να έχει γυρισμένα τα ρεβέρ του παντελονιού του (για να φαίνεται ο αστράγαλος) και να διαθέτει μακριά γενειάδα (όπως στην αγροτική Ρωσία πριν αναλάβει την εξουσία το Μεγάλος Πέτρος) αλλά στην ουσία δεν έχει αλλάξει διόλου. Είναι ίσως λίγο πιο φοβισμένος, πιο μπλαζέ, πιο άτολμος. Αλλά κατά βάθος διακατέχεται από τις ίδιες ιδέες.

Τα μυθιστορήματα αποτελούν κάποιο είδος καθρέφτη της εποχής τους. Καθώς βυθιζόμαστε στον κόσμο τους είναι σαν να επιχειρούμε μια βουτιά στο Zeitgeist και να παίρνουμε μια γεύση από τις κυρίαρχες ιδέες, τις μεγάλες φαντασιώσεις, τις ψευδαισθήσεις και τα οράματα που συγκρούονται μέσα σε αυτό. Πως διαμορφώθηκε σήμερα το Ερωτικό μέσα από το Πολιτικό και το Κοινωνικό δεν είναι δύσκολο να το διακρίνουμε: η επίπλαστη οικονομική ευμάρεια, οι απεριόριστες δυνατότητες κοινωνικής καταξίωσης μέσα από ελιγμούς διαπροσωπικών σχέσεων, οι ψευδαισθήσεις μεγαλείου και παντοδυναμίας που ενέτεινε μια περιρρέουσα αίσθηση ευφορίας, δεν μπορεί παρά να επέδρασαν καταλυτικά στον τρόπο που βλέπουμε την ερωτική πράξη και συμπεριφορά και ακόμα στον τρόπο που αυτή απεικονίζεται και εγχαράσσεται στη λογοτεχνία μας.

Σε μεγάλο αριθμό μυθιστορημάτων (γραμμένων από άντρες – για τις γυναίκες θα πούμε αργότερα) οι αρσενικοί χαρακτήρες, που είναι βέβαια και οι πρωταγωνιστές, διακρίνονται από ελευθέρια, ακάματη και βουλιμική σεξουαλική ζωή. Αν θέλουμε να φτιάξουμε το γενικό προφίλ του δεσπόζοντος μυθιστορηματικού ήρωα θα πούμε ότι είναι  άνδρας 30-40 ετών, γυναικάς, πολυγαμικός εκ φύσεως και εκ πεποιθήσεως, που κατά κανόνα έχει μεγάλη πέραση στο αντίθετο φύλο και επωφελείται στο έπακρον από αυτό. Αλλά συγχρόνως δεν παύει να είναι και κάπως ευαίσθητος, κυνικός όσο και αισθηματίας, στοχαστικός και άφρων, προσηλωμένος σε μια ιδανική γυναίκα αλλά σε αέναη αναζήτηση της σεξουαλικής εμπειρίας που έχει σωρευτική αξία για αυτόν: είναι παράσημο αρρενωπότητας. Όσο πιο πολλές γυναίκες τόσο το καλύτερο. Φαντάζομαι κάποια από αυτά τα στοιχεία θα εξοργίζουν την φεμινιστική κριτική στην χώρα μας (sic). Να τονίσουμε ότι τα ζεύγη των αντιφάσεων που αναφέρουμε παραπάνω δεν προέρχονται από κάποια υπαρξιακή διχοτόμηση του ήρωα, αλλά σε αυτοσχεδιασμούς και σε επιπόλαιους επαμφοτερισμούς της συγγραφικής βούλησης.

Ο ανθρωπότυπος που περιγράφουμε έχει και άλλα στοιχεία που διαμορφώνουν ή απορρέουν (από) την σεξουαλική του συμπεριφορά. Είναι έξυπνος και αποφασιστικός, παίρνει ρίσκα, μπορεί να είναι αποτυχημένος σε αυτό που κάνει, αλλά αντιμετωπίζει την αποτυχία του με μεγαθυμία, χιούμορ και σαρκασμό, δεν έχει πολύ στενούς φίλους, αυτοπροσδιορίζεται ως  μοναχικός κυνηγός. Θεωρεί ότι (πρέπει να) είναι απόλυτα ελεύθερος, για αυτό και δεν δένεται συναισθηματικά – δεν διατηρεί συναισθηματικούς δεσμούς ούτε καν με την οικογένειά του. Καλύπτει τα υπαρξιακά του κενά μέσω της δράσης. Έχει έναν ψυχαναγκασμό (ψύχωση να το πούμε;) με την προσωπική του ελευθερία (όπως την ορίζει αυτός, το να πράττει αυτοβούλως χωρίς καμία συνέπεια δηλαδή), αλλά αγνοεί ότι είναι δέσμιος των παθών του και των ασυνείδητων παρορμήσεών του.

Τέλος δεν έχει αμφιβολίες για την σεξουαλική του ταυτότητα, ενώ αντιμετωπίζει με περιπαικτικότητα και με κάποιο αίσθημα ανωτερότητας (αν όχι με χλευασμό) τους ομοφυλόφιλους. Θυμίζει λίγο τον τρόπο που παρουσίαζε τον χαριτωμένο gay η τηλεόραση στα 90ties. Λίγο σαν καρικατούρα, λίγο σαν παρακατιανό, λίγο σαν ιδιάζουσα περίπτωση, πάντως όχι σαν άτομο που μπορείς να το πάρεις στα σοβαρά.

Όταν σχεδιάζουν γυναικείους χαρακτήρες, οι συγγραφείς μας, δείχνουν να μην πολυκαταλαβαίνουν τι ακριβώς κάνουν. Το εγχείρημα είναι έτσι κι αλλιώς δύσκολο. Πολλοί από τους σύγχρονους πεζογράφους πάντως αρέσκονται να βλέπουν την γυναίκα  χειραφετημένη, δυναμική, τσαμπουκαλεμένη, λίγο αριβίστρια, ελαφρώς κυνική, έξυπνη μεν μα και κάπως αφελή. Αλλά για μισό λεπτό. Αυτά είναι χαρακτηριστικά που αποδίδουν λίγο πολύ και στους αντρικούς χαρακτήρες τους! Από ένα σημείο και μετά γίνεται εύκολα αντιληπτό ότι, διαβάζοντας ελληνική λογοτεχνία, παγιδευόμαστε σε έναν τραγικά μονοδιάστατο κόσμο, όπου όλοι οι ήρωες είναι αντίγραφα ή κακέκτυπα συγκεκριμένων ψυχικών τάσεων του συγγραφέα τους.

Η κυρίαρχη σεξουαλικότητα σε πολλά από τα μυθιστορήματα της τελευταίας τριακονταετίας έχει μια έκδηλα ναρκισσιστική τάση. Σχεδόν βλέπουμε τον συγγραφέα να τσαλαβουτά με αυταρέσκεια και εγωπάθεια στις φαντασιώσεις του ή να καταγράφει (μήπως να πω καλύτερα να “μετουσιώνει”;) τις εμπειρίες του προς χάριν της αναγνωστικής τέρψεως. Η δε επιλογή πολλών πεζογράφων να χρησιμοποιούν εμμονικά το πρώτο πρόσωπο στην αφήγηση μας αναγκάζει να παρακολουθούμε τα τεκταινόμενα υπό το πρίσμα του πρωταγωνιστή, πράγμα που συχνά προκαλεί δυσφορία.

Η αθυροστομία εξαίρεται και λαμβάνει κλέη ζουμερού, μεστού, ακόμα και ποιητικού λόγου. Ενός λόγου που διατηρεί όμως στενή σχέση με την ωμότητα και την αμεσότητα της αληθινής, καθημερινής, αγοραίας γλώσσας. Το οπλοστάσιο του λογοτέχνη εμπλουτίζεται από λέξεις, φράσεις, ιδιωματισμούς του δρόμου. Η γλώσσα γίνεται ακραιφνώς ρεαλιστική, επιδίδεται σε φωτογραφική περιγραφικότητα, δεν κρύβει τίποτα. Δεν έχει ανάγκη να κρύψει άλλωστε (δεν φιλεί κρύπτεσθαι!).

Για να δούμε τώρα πως διαχειρίζονται το όλο θέμα οι γυναίκες συγγραφείς (στην queer λογοτεχνία δεν θα αναφερθούμε γιατί –πλην ελαχίστων εξαιρέσεων– δεν υπάρχει κάτι τέτοιο στην Ελλάδα). Εδώ έχουμε εντελώς διαφορετική αντιμετώπιση.

Και σε αυτές ο αρσενικός ήρωας είναι συνήθως άπιστος καιδιατηρεί κάποια από τα χαρακτηριστικά που του προσδίδουν παραδοσιακά οι άντρες συγγραφείς. Αναζητά την ελευθερία του, έχει παρόλα αυτά τύψεις για την ερωτική απιστία, είναι βαθιά μοναχικός και πολύ δυναμικός κτλ. Η ίδια η σεξουαλική πράξη αποσιωπάται συχνά από έναν απρόσμενο συγγραφικό πουριτανισμό που έχει και μια επικάλυψη ψευτο-ρομαντισμού. Άλλοτε πάλι αποδίδεται με ανατριχιαστικές/γαργαλιστικές λεπτομέρειες που θα κάναν μια αρσακειάδα να ερυθριάσει. Μόνο που στην εποχή του ίντερνετ και της ασύδοτης διάχυσης του πορνό δεν υπάρχουν αρσακειάδες-αναγνώστες. Τίποτα δε μας σοκάρει. Είμαστε απρόσβλητοι στην περιγραφική δύναμη του λόγου, ειδικά όταν ο λόγος αποπειράται να υποκαταστήσει την εικόνα. Εκεί συντρίβεται.

Η ερωτική συμπεριφορά των γυναικείων χαρακτήρων ποδηγετείται σχεδόν πάντα από τα κελεύσματα του συναισθήματος. Άρα κατά μια έννοια διαθέτει ένα ηθικό προβάδισμα σε σχέση με τον ζωώδη, ασυνείδητο και ρηχό ερωτισμό των ανδρών. Ακόμα και όταν απιστεί η γυναίκα έχει λόγο που το κάνει. Αυτό την δικαιώνει και αυτομάτως την απενοχοποιεί στα μάτια του αναγνώστη.

Θα περίμενε κανείς μεγαλύτερο βάθος, ποικιλία και πρωτοτυπία στην διαχείριση της σεξουαλικότητας από τις γυναίκες συγγραφείς. Μιας και ο ερωτισμός με όλη του την μυστικοπάθεια, τη μεγαλοσύνη και την λαβυρινθώδη του διάρθρωση, θεωρείται κάτι σαν τερραίν τους. Τουναντίον γινόμαστε συνήθως μάρτυρες μιας σειράς κοινοτοπιών που ακουμπούν σε κλισέ, στερεότυπα και κοινωνικές συμβάσεις. Κατά συνέπεια όταν εισερχόμαστε στα άδυτα της λογοτεχνικής κρεβατοκάμαρας αυτών των κυριών, βαριόμαστε ασύστολα και θέλουμε να το βάλουμε στα πόδια σαν εραστές που τους έτυχε κακό ραντεβού στα τυφλά.

~ . ~

Άλλαξε κάτι μέσα στα εφτά χρόνια κρίσης; Ποιες είναι οι κυρίαρχες σεξουαλικές εικόνες που κανοναρχούν τώρα την λογοτεχνία μας; Πως ερωτοτροπούν οι χάρτινοι ήρωές μας σήμερα;

Σε γενικές γραμμές η αλλαγή –αν συντελείται– επέρχεται με πολύ αργά βήματα.

Μια από τις πιο γλαφυρές ερωτικές σκηνές των τελευταίων ετών υπάρχει στο διήγημα της Λένας Κιτσοπούλου “Ο Μουνής”, από τη συλλογή διηγημάτων Μεγάλοι δρόμοι. Αξίζει να σταθούμε λίγο σε αυτήν.

Πρόκειται για μια ερωτική σκηνή από την οποία αναδύεται μισανθρωπία, σαρκασμός, διαβολεμένα μαύρο χιούμορ, στοιχεία που δεν είδαμε συχνά μέχρι τώρα σε ανάλογες στιγμές της λογοτεχνίας μας. Σε κάποιο μέρος της ελληνικής επαρχίας λοιπόν (η Κιτσοπούλου μισεί την επαρχία – σε αντίθεση με τους περισσότερους πεζογράφους μας που την αντιμετωπίζουν πάντοτε με μια ιδεαλιστική νοσταλγία) μια άγαμη γυναίκα για να συγκαλύψει το σκάνδαλο της εγκυμοσύνης της, παντρεύεται εσπευσμένα έναν ανάπηρο και καθυστερημένο άνδρα, ο οποίος αποδεικνύεται και σεξουαλικά ανίκανος. Για την αφύπνιση της λιμνάζουσας λίμπιντο του ανδρός επιστρατεύεται η μάνα της κοπέλας, αφού η ίδια η νύφη σηκώνει τα χέρια ψηλά.

Σχεδόν όλα τα πρόσωπα του διηγήματος είναι άσχημα, υπέρβαρα, βρώμικα και ηλίθια. Η σεξουαλική τους ζωή αρρωστημένη, προβληματική, εφιαλτική. Voilà λοιπόν ένα ερωτικό κοσμοείδωλο σε άμεση συνάρτηση με την πραγματικότητά μας.

Η Κιτσοπούλου δεν χαρίζεται ούτε στους άνδρες ούτε στις γυναίκες (αν και μεροληπτεί ανεπαίσθητα υπέρ των δευτέρων). Μπορεί η γλώσσα της και η θεματολογία της να γίνεται συχνά αποκρουστική, αλλά εκφράζει μια αδιαμφισβήτητη αλήθεια. Βάζει μπροστά στον αναγνώστη ένα κάτοπτρο και του ζητάει να τσεκάρει λίγο την εικόνα του. Δικαίωμα του καθενός είναι να αποστρέψει το βλέμμα ή να κοιτάξει πιο προσεκτικά και να βγάλει κάποια συμπεράσματα.

Στο εν λόγω διήγημα (αλλά και σε άλλα με ενδεικτικούς τίτλους όπως “Ο Κατάθλας”, “Ο Καραγκιόζης” κ.ά.) ο άντρας γελοιοποιείται, γίνεται “Μουνής” ευνουχίζεται, χάνει την πατριαρχική ρώμη του και μετατρέπεται σε μια δυσλειτουργική καρικατούρα. Έχουμε να κάνουμε με μια ιδιότυπη, όψιμη, φεμινιστική δικαιοσύνη; Ο τρόπος που συνομιλούν διακειμενικά πάντως αυτοί οι ήρωες με τους προγενέστερούς τους (που προέρχονται από άντρες και γυναίκες συγγραφείς) δείχνει μια μετατόπιση του βαρόμετρου της ασυνείδητης συγγραφικής λίμπιντο. Θα αποδειχτεί γόνιμη μια τέτοια μηδενιστική σεξουαλικότητα; Θα αποδώσει καρπούς; Δεν έχουμε παρά να περιμένουμε και θα δούμε. Πάντως η Κιτσοπούλου αποτελεί εξαίρεση αυτή τη στιγμή στα ελληνικά γράμματα (υποθέτω ότι κάποιοι αναγνώστες του Νέου Πλανοδίου δεν την θεωρούν ούτε αυτήν συγγραφέα…)

~ . ~

Είναι ομολογουμένως δύσκολο –αν και εν τέλει αναπόφευκτο– να προσαρμόσεις μια ερωτική σκηνή στην αφήγησή σου. Και αυτό γιατί έχει γίνει άπειρες φορές στο παρελθόν με όλους τους δυνατούς τρόπους: με διακριτικότητα, με υπαινικτικότητα, με αγριότητα, με ωμότητα, ρομαντικά, πορνογραφικά, κυνικά, αποκαλυπτικά, πουριτανικά κτλ. Το μεγάλο πρόβλημα όμως που εντοπίζουμε στους σύγχρονους Έλληνες πεζογράφους δεν είναι η “αγωνία της επίδρασης» που τους κόβει τα πόδια, ούτε η έλλειψη φαντασίας, εμπειρίας, ερωτικής επινοητικότητας. Το πρόβλημα ξεκινάει αρκετά πριν τη στιγμή που οι ήρωες αφαιρέσουν τα ενδύματά τους και αφεθούν στις φλόγες του πάθους. Έχει να κάνει με τον ίδιο τον χαρακτήρα των ηρώων, την δόμηση και τη συγκρότησή του. Οι ερωτικές σκηνές δεν πάσχουν από αφλογιστία – οι ήρωες όμως που τις εμψυχώνουν είναι φτιαγμένοι ελλιπώς.

Οι χαρακτήρες της λογοτεχνίας μας είναι ως επί το πλείστον φλατ, χάρτινοι, επίπεδοι. Χωρίς εσωτερικές συγκρούσεις. Χωρίς κίνητρα. Χωρίς βάθος. Με άλλα λόγια είναι ήδη γυμνοί πριν βγάλουν τα ρούχα τους. Περιφέρονται από σελίδα σε σελίδα σα να είναι θεατές σε ένα πανόραμα που εκτυλίσσεται μπροστά τους. Δεν συμμετέχουν στα πράγματα. Εκτελούν τα πάντα με έναν επιδερμικό τρόπο. Ακόμα και όταν έχουν να κάνουν κάτι πολύ σοβαρό (φόνο για παράδειγμα) το πράττουν ελαφρά τη καρδία. Ο θάνατος και η απώλεια των αγαπημένων τους προσώπων περνούν ξώφαλτσα από τον αδιατάρακτο ψυχικό τους κόσμο. Δεν κατατρέχονται από διλήμματα, ιδιαίτερες ηθικές αναστολές, τύψεις, ενοχές. Πάσχουν με λίγα λόγια από characterization (όπως λέει και ο γέρο-McKee) – δεν είναι characters. Είναι δηλαδή φορτωμένοι με ένα σωρό φανταχτερά εξωτερικά γνωρίσματα: όμορφοι, άσχημοι, ευφυείς, βαρεμένοι, ψώνια, υπέροχοι τύποι κτλ. αλλά αυτά έχουν να κάνουν με την επιφάνεια. Οι επιθετικοί προσδιορισμοί από μόνοι τους δεν συνιστούν χαρακτήρα, δεν είναι δηλωτικοί βάθους, και στην συνείδηση του αναγνώστη σκάνε σαν κούφιες λέξεις. Ένας χάρτινος ήρωας αποκτάει τρεις διαστάσεις μέσα από μια πολύ διαφορετική ανάπτυξη (όπως το ορίζει πολύ εύγλωττα ο McKee που μνημονεύω παραπάνω) και αυτή συνοψίζεται στα εξής: διλημματικές αποφάσεις σε άκρως επείγουσες στιγμές, σύγκρουση των θέλω του ήρωα, αντίθεση εξωτερικών περιγραφικών του στοιχείων με άρρητες εσωτερικές του ανάγκες κτλ.

Πώς γίνεται να κάνουν έρωτα και να μας συναρπάσουν ή έστω να μας πείσουν δυο χάρτινοι και εντελώς επίπεδοι χαρακτήρες; Σε τέτοιου είδους ερωτικές περιπτύξεις δεν ξεγυμνώνονται οι εν λόγω ήρωες, αλλά οι απόκρυφες σκέψεις, τα κόμπλεξ, οι διαστροφές και οι φαντασιώσεις του συγγραφέα τους.

ΦΩΤΗΣ ΔΟΥΣΟΣ

~ . ~

Οι στήλες του ΝΠ. gr
ΛΟΞΕΣ ΜΑΤΙΕΣ : γράφει ο ΦΩΤΗΣ ΔΟΥΣΟΣ

«Στρατιώτη μη χτυπάς, κι εσύ είσαι του λαού!» (3/3)

Ο μεξικανικός «Μάης του ’68» και η αιματοβαμμένη «Ολυμπιάδα της Ειρήνης»
στη λατινοαμερικανική ποίηση

Εισαγωγή, επιλογή, μετάφραση: ΕΛΕΝΑ ΣΤΑΓΚΟΥΡΑΚΗ

Τλατελόλκο 1968 (Χάιμε Σαμπίνες)

1.

Κανείς δεν γνωρίζει τον ακριβή αριθμό των νεκρών,
ούτε καν οι δολοφόνοι,
ούτε καν οι εγκληματίες.
(Σίγουρα έγραψε ιστορία αυτός ο άντρας
ο μικρός για κάθε περίσταση,
ο ανίκανος για τα πάντα, πλην του κακού.)

Στο μέλλον θα μιλούν για το Τλατελόλκο
όπως σήμερα μιλάμε για το Ρίο Μπλάνκο και το Κανανέα,
μόνο που αυτό εδώ ήταν χειρότερο,
εδώ σκοτώσανε λαό.
Δεν ήτανε εργάτες σε απεργία,
ταμπουρωμένοι πίσω από οδοφράγματα,
ήταν γυναίκες και παιδιά, φοιτητές,
δεκαπεντάχρονοι έφηβοι,
μια κοπέλα στο δρόμο για το σινεμά,
ένα έμβρυο στην κοιλιά της μάνας του,
όλοι τους σαρωμένοι, με ακρίβεια τρυπημένοι
από τα πυρά της Τάξης και της Κοινωνικής Δικαιοσύνης.

Για τρεις μέρες, ο στρατός μαριονέτα στα χέρια ασυνείδητων,
ενώ ο λαός ετοιμαζόταν πανηγυρικά
να γιορτάσει τους Ολυμπιακούς που θα τιμούσαν το Μεξικό.

2.

Το έγκλημα βρίσκεται εκεί,
σκεπασμένο με φύλλα εφημερίδων,
με τηλεοράσεις, ραδιόφωνα, και σημαίες ολυμπιακές.

Ο αέρας βαρύς, ακίνητος.
Τρόμος και όνειδος.
Τριγύρω φωνές, η κίνηση στους δρόμους, η ζωή.
Μα το έγκλημα βρίσκεται εκεί.

3.

Θα ’πρεπε να ξεπλύνουν όχι μόνο το οδόστρωμα, μα και τη μνήμη.
Θα ’πρεπε τα μάτια να βγάλουν σε όλους εμάς που είδαμε,
και τους συγγενείς να δολοφονήσουν,
κανείς να μην θρηνεί, μάρτυρες να μην υπάρχουν.
Μα το αίμα ρίχνει ρίζες
και σαν δέντρο μεγαλώνει με το χρόνο.
Το αίμα στο τσιμέντο και στους τοίχους
–σαν φυτό αναρριχητικό– μας στιγματίζει,
μας βρέχει με ντροπή, με ντροπή και με ντροπή.

Τα στόματα των νεκρών μάς φτύνουν
με αίμα αιώνιο, βουβό.

4.

Θα εμπιστευτούμε την άθλια μνήμη του κόσμου,
θα αιτηθούμε τα λείψανα,
θα συγχωρήσουμε τους επιζώντες,
θα αποφυλακίσουμε τους κρατούμενους,
θα αποδειχτούμε γενναιόδωροι, μεγαλόψυχοι και λογικοί.

Μας πότισαν με ιδέες εξωτικές σαν με καλό καθαρτικό:
θα αποκαταστήσουμε την ειρήνη,
θα εξυγειάνουμε τους θεσμούς.
Οι έμποροι μαζί μας,
το ίδιο και οι τραπεζίτες,
οι καθεαυτό Μεξικανοί πολιτικοί,
τα ιδιωτικά κολέγια
και προσωπικότητες περιωπής.
Ξεδιαλύναμε τη συνωμοσία
και αυξάνουμε τη δύναμή μας:
ποτέ πια δεν θα πέσουμε απ’ το κρεβάτι,
αφού πια κάνουμε όνειρα γλυκά.

Διαθέτουμε δε Υπουργούς ικανούς
να μετατρέψουν τα σκατά σε αιθέρια έλαια,
βουλευτές και αξιωματούχους αλχημιστές,
ηγέτες απαράμιλλους και κούκλους,
μια στρατιά πνευματικών φωστήρων,
που όλοι κυματίζουν τη σημαία μας με στυλ.

Εδώ δεν συνέβη απολύτως τίποτε.
Το βασίλειό μας αναδύεται.

5.

Τα πτώματα, στις εγκαταστάσεις της Αποστολής.
Κορμιά ημίγυμνα, διάτρητα και κρύα,
κάποια με πρόσωπο θανάτου.
Έξω, ο κόσμος συγκεντρώνεται, ανυπομονεί,
ελπίζει να μην αναγνωρίσει κάποιο δικό.
«Πηγαίνετε να ψάξετε αλλού.»

6.

Το θέμα στην Επανάσταση
είναι τα νιάτα.
Η Κυβέρνηση κηδεμονεύει τους ήρωες.
Το μεξικανικό πέσο είναι ισχυρό
και η ανάπτυξη της χώρας δεδομένη.
Ακολουθεί το παιδικό πρόγραμμα και τα σίριαλ.
Αποδείξαμε στον κόσμο ότι είμαστε ικανοί,
ευγενικοί, φιλόξενοι, ευαίσθητοι
(Τι υπέροχοι Ολυμπιακοί!)
και τώρα θα συνεχίσουμε με το Μετρό
αφού η πρόοδος δεν ανακόπτεται.

Οι γυναίκες στα ροζ,
οι άντρες στα γαλάζια,
ομόψυχοι Μεξικανοί που παρελαύνουν σε απόλυτη σύμπνοια,
εκείνην που οικοδομεί την πατρίδα των ονείρων μας.

Ανάγνωση των «ασμάτων του Μεξικού» (Χοσέ Εμίλιο Πατσέκο)

Ο θρήνος εξαπλώνεται
στάζουν τα δάκρυα
εκεί στο Τλατελόλκο.
(Πώς αλλιώς, αφού τη μέρα αυτή
έγινε μια απ’ τις χειρότερες φρικαλεότητες
που συντάραξαν ποτέ σε αυτή τη γη
τους δύστυχους Μεξικανούς.)

Αφού μαζεύτηκαν όλοι,
οι άντρες με τα σύνεργα πολέμου,
οι άντρες που όλο κάνουν φασαρία,
στο σίδερο λουσμένοι,
βάλθηκαν να κλείσουν διεξόδους,
εισόδους και εξόδους,
να κόψουνε το βήμα.
(Μπροστά παν’ τα σκυλιά τους,
εκείνα προπορεύονται.)
Και τότε ακούστηκε ο κρότος
και τότε υψώθηκαν κραυγές.
Άντρες ψάχνουν τις γυναίκες τους,
άλλοι με τα παιδιά τους αγκαλιά.
Προδόθηκαν και σκοτώθηκαν,
πέθαναν δίχως να το μάθουν.

Και η μυρωδιά του αίματος νοτίζει τον αέρα
και η μυρωδιά του αίματος νοτίζει τον αέρα.

Πατεράδες και μανάδες θρηνούσαν.
Τους θρήνησαν,
το πένθος των νεκρών τελέστηκε.
Οι Μεξικανοί τρομαγμένοι:
φόβος και ντροπή τούς κυρίευαν.
Και όλα αυτά συνέβησαν σε μας.
Σε τέτοια αξιοθρήνητη τύχη θλιβερή
βρεθήκαμε μπλεγμένοι.
Στο βουνό των στεναγμών,
στους κήπους από κιμωλία
προσφέρονται θυσίες
για το βουνό των αετών,
όπου απλώνεται η ομίχλη των ασπίδων.

Αχ, μες στον πόλεμο γεννήθηκα,
καθότι Μεξικανός.
Υποφέρω, η καρδιά γεμίζει πόνο.
Βλέπω την ερήμωση που σταλάζει στο ναό
σαν πυρώνουν οι ασπίδες στις φλόγες.

Στις στράτες δόρατα σπασμένα,
τα σπίτια δίχως στέγες,
κόκκινοι οι τοίχοι τους,
σκουλήκια γεμίζουνε δρόμους και πλατείες.
Χτυπάμε τη σκόνη από τους τοίχους
και κληρονομιά δεν μένει άλλη από
ένα δίκτυο από τρύπες.
Αυτά επέτρεψε ο Ζωοδότης
εκεί,
στο Τλατελόλκο.

Σεπτέμβριος (Πάκο Ιγκνάσιο Ταΐμπο)

Μια μέρα,
την ημέρα που δεν με συνέλαβαν,
την ημέρα που δεν με άγγιξαν καν τα χτυπήματα,
αφού ο νόμος και η τάξη
ανέμελα
με περιφρονούσαν
(ήταν απόγευμα κι έβρεχε),
με ξέχασαν.
Ήταν η μέρα που περνούσα
απ’ τη λεωφόρο Ινσουρχέντες
και τα μπλε οχήματα
γέμιζαν το δρόμο
απ’ άκρη σ’ άκρη.

Εκείνη την ημέρα

οι τσέπες μου ήταν γεμάτες
μικρά τσαλακωμένα χαρτάκια.
Σε ενδεχόμενο σωματικό έλεγχο
θα ήταν αδύνατο να εξηγήσω
πώς είχαν γραφτεί
(δύσκολο να εξηγήσεις τέτοια πράγματα),
κάτω από ποιο φως,
με ποιους,
ποιες ώρες της ημέρας
διένειμα τα μικρά μου μίση
με το μίσος το μεγάλο
των χιλιάδων που ήμασταν.

Δύσκολο να το εξηγήσεις σ’ εκείνους.
Τα χαρτάκια, λέω,
ήταν ποιήματα ή πάλι
ημέρες τρομαγμένες, χαμένες,
χαμόγελα μοιρασμένα
σαν φέιγ βολάν στους δρόμους,

ήταν μικρές ζωγραφιές,
σχεδόν για μένα τον ίδιο,
για να βρω μια θέση στον υπέροχο κόσμο
που ήταν σήμερα η πόλη,
πρωτότυπες διακηρύξεις
για τη συνέργειά μου με τον εαυτό μου,
ή με αυτό που κάναμε.

Αν τότε, εκείνη την ημέρα,
κάποιος ρωτούσε
πού βρέθηκαν;
ποιος τα έφτιαξε;
κι έλεγε
είναι ανατρεπτικά,
αποτυπώνουν το αναρχικό σου πνεύμα,
τη δυσπιστία σου απέναντι στον κόσμο,
τα σεξουαλικά σου προβλήματα,
την απουσία θλίψης,
τη διεφθαρμένη μοναξιά σου,
είναι ένδειξη πως είσαι ακόμη έφηβος
και δεν πιστεύεις στον εαυτό σου…

θα τους απαντούσα με ένα
«άντε μου στο διάβολο,
είναι μόνο ποιήματα,
απλώς ποιήματα,
και αποτυπώνουν
(τίποτα δεν αποτυπώνει)
όλα αυτά μαζί.
Επιπλέον,
όλοι έχουμε χαρτιά στις τσέπες».

Όμως σήμερα ή αύριο,
αν με ρωτήσουν τι απέγιναν,
θα μου είναι δύσκολο να εξηγήσω,
να εξηγήσω πως έμειναν εκεί,
πως κύλησαν στον υπόνομο
καθώς ο συντάκτης τους έτρεχε,
πως έλιωσαν απ’ τον ιδρώτα μες στα δάκτυλα
ή πως βρίσκονται εδώ γιατί τα έχω φυλάξει.
Θα είχε τάχα σημασία;
Αν χρειαζόταν, θα το έκανα και πάλι.

«Στρατιώτη μη χτυπάς, κι εσύ είσαι του λαού!» (2/3)

Ο μεξικανικός «Μάης του ’68» και η αιματοβαμμένη «Ολυμπιάδα της Ειρήνης»
στη λατινοαμερικανική ποίηση

Εισαγωγή, επιλογή, μετάφραση: ΕΛΕΝΑ ΣΤΑΓΚΟΥΡΑΚΗ

Μεξικό: Ολυμπιάδα του 1968 (Οκτάβιο Πας)

Η πάστρα
(ίσως αξίζει τον κόπο
να γραφτεί στην καθαρότητα
αυτής της σελίδας)
δεν είναι διάφανη
(κίτρινη και μαύρη
σωρευμένη χολή)
απλωμένη πάνω στο χαρτί.
Γιατί;
Ντροπή θα πει οργή.
Επίθεση κατά του εαυτού.
Αν
ένα ολόκληρο έθνος ντρέπεται
λιοντάρι γίνεται
που ζαρωμένο παραμονεύει
να επιτεθεί.

(Οι υπάλληλοι του δήμου
ξεπλένουν το αίμα
στην Πλατεία των Θυσιών.)
Τώρα να κοιτάξεις.
Λεκιασμένη
–πριν προλάβεις να πεις κάτι
που να αξίζει τον κόπο–
η πάστρα.

Σε ανάμνηση του Τλατελόλκο (Ροζάριο Καστεγιάνος)

Το σκοτάδι ευνοεί τη βία
και η βία αποζητά το σκοτάδι
για να σβήσει τα ίχνη του εγκλήματος.
Γι’ αυτό η δευτέρα Οκτωβρίου κράτησε ώς το βράδυ,
ώστε κανείς μη δει το χέρι να αγκαλιάζει το όπλο,
παρά μόνο την λάμψη που προκάλεσε.

Και με αυτό το φως, το σύντομο, θαμπό, ποιος;
Ποιος σκοτώνει;
Ποιοι εναγώνια πορεύονται στο θάνατο;
Ποιοι το σκάνε δίχως παπούτσια;
Ποιοι θα καταλήξουν στο υπόγειο μιας φυλακής;
Ποιοι θα εξαχνιστούν σε νοσοκομεία;
Ποιοι θα μείνουνε για πάντα σιωπηλοί από τον τρόμο;

Ποιος; Ποιοι; Κανένας. Την επομένη, κανένας.
Η πλατεία είδε το νέο φως της μέρας καθαρή.
Οι εφημερίδες έγραφαν, ως κύρια είδηση, για τον καιρό.
Στην τηλεόραση, στο ραδιόφωνο, στο σινεμά,
καμία αλλαγή προγράμματος,
καμία σχετική αναγγελία
ούτε καν ενός λεπτού σιγή στο επίσημο γεύμα.
(Γιατί το φαγοπότι συνεχίστηκε κανονικά.)

Μην αναζητάς ό,τι δεν υπάρχει: ίχνη και πτώματα −
τα πάντα δόθηκαν προσφορά σε μια θεά,
την Περιδρομιάστρα Περιττωμάτων.
Μην σκαλίζεις στα αρχεία, αφού έγγραφα δεν θα βρεις.

Να όμως, εδώ που αγγίζω, μια πληγή: η μνήμη.
Πενθώ. Κι ύστερα αληθεύει. Αίμα για το αίμα.
Κι αν δικό μου το πω, τότε όλους τούς προδίδω.

Θυμάμαι, θυμόμαστε.
Αυτός είναι ο τρόπος να ξημερώσει
πέρα από τόσες κηλιδωμένες συνειδήσεις,
πέρα από κείμενα οργισμένα,
πέρα από διάπλατα κιγκλιδώματα,
και πρόσωπα μασκαρεμένα.
Θυμάμαι, θυμόμαστε –
ώσπου η δικαιοσύνη να βρεθεί ανάμεσά μας.

Ανάγνωση του Σαίξπηρ (Γκαμπριέλ Σαΐντ)

Τρομαγμένος απ’ όλα τούτα, αρνούμαι να ζήσω.
Να βλέπω τη Συνείδηση αναγκασμένη σε επαιτεία,
την Ελπίδα διάτρητη από τον Κυνισμό,
την Αγνότητα ανεπιθύμητη σαν εφιάλτη,
την Ανησυχία ως μόνο κέρδος καιροσκόπων,
την Πίστη ηττημένη σε όνειρα του καφέ,
τον Πρωτογονισμό ανυψωμένο σε Αρετή,
το Διάλογο ανάμεσα σε ξιφολόγχες και σώματα,
την Αλήθεια καλυμμένη από το Δάχτυλο,
τη Σταθερότητα με άρωμα από στάβλο,
και τη Διαφθορά, τυφλή από οργή, σε δυο γροθιές:
με ζυγαριά και ξίφος.

Τρομαγμένος απ’ όλα τούτα,
θα προτιμούσα το θάνατο,
Μαρία,
αν δεν ήταν για τα μάτια σου,
και για την πατρίδα που μου ζητούν.

******

Εν καιρώ ειρήνης

Ακόμη αγανακτισμένος
κύριε Πρόεδρε;
Προς θεού,
δεν αξίζει
την ηρεμία του να χάνει κανείς
για κάμποσους νεκρούς
που ήδη προκαλούν χασμουρητά
και στα σκουλήκια ακόμη.
Τα πάντα
είναι δυνατά
εν καιρώ ειρήνης.

Του φόβου και της συμπόνοιας (Εφραίμ Ουέρτα)

Στους φίλους και συντρόφους του Πολυτεχνείου
24 Νοεμβρίου 1971

Στις 5:30 ώρα πρωίας
τη δεκάτη του μηνός
έλαμπα σαν και τον τελευταίο μελλοθάνατο.
Δεν βλέπω ούτε μήνα ούτε χρονιά
ούτε μυστικά σκορπισμένα
ούτε σιωπές σπασμένες, παρά διαρκείας,
σαν γυμνοσάλιαγκες και σκουλήκια.

Σήμερα η επανάληψη του φόβου μου
η ρωγμή του πανικού μου
η πράσινη ακτή των γυμνών μου ποδιών 
σε δρόμους ταπεινωτικούς.

Γλυκά στην απομόνωση απαρνιέμαι τη μάνα μου,
αφού εγώ ΟΝΤΩΣ πάλεψα, παλεύω για κάτι,
καρκινικός αγωνιστής
-κατεστραμμένο συκώτι, τσιμεντέρνια νεύρα-
αγωνιστής για τους νεκρούς και τη μιζέρια,
ζωντανός νεκρός, επικήδειος ποιητής,

γεννημένος Ιούνιο, έναν Ιούνιο νεκρό,
μάρτυρας και μνημείο,
να πονάω μέχρι αηδίας,
να καίγομαι απ’ τα παιδιά μου και
τα ξυλοκοπημένα μου αδέρφια
που τα δολοφόνησαν.

Ο Θεός να μας φυλάει,
τη δεκάτη και κάθε δέκα του Ιούνη,
εμάς τους δεκάδες παντοτινούς θεούς.
Και ας συμπονέσουμε κι εμείς το Θεό
που ούτε εκείνος είδε κάτι.