ΝΠ | Επίκαιρα & Σχόλια

Φατός Λιουμπόνια, Επουλώνοντας το ανεπούλωτο (2/2)

(Συνέχεια ἀπὸ τὸ πρῶτο μέρος)

Το παρόν κείμενο του Φατός Λιουμπόνια (Fatos Lubonja) αποτελεί πρόλογο στην έκδοση των μεταφρασμένων τραγωδιών του Σοφοκλή στην αλβανική γλώσσα από τον Κουγιτίμ Αλία (Kujtim Aliaj) με τον οποίο υπήρξαν συγκρατούμενοι για περίπου μια δεκαετία στο στρατόπεδο-ορυχείο του Σπατς και τη φυλακή του Μπουρρέλι. Ο μεταφραστής, Κουγιτίμ Αλία, πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στα γκουλάγκ του κομμουνιστικού καθεστώτος του Ενβέρ Χότζα. Εκεί μέσα μετέφρασε παράνομα τις αρχαιοελληνικές τραγωδίες προσπαθώντας να μείνει πιστός στα ιδεώδη του ανθρωπισμού και στην υπεράσπιση του ευρωπαϊκού πνεύματος. Στο προλογικό κείμενο-μανιφέστο ο Λιουμπόνια επιχειρεί να ιχνηλατήσει τις πηγές αυτού του ανθρωπισμού και τα βαθύτερα αίτια που οδήγησαν έναν «απόκληρο» ισοβίτη να επιδοθεί στη μετάφραση του σοφόκλειου έργου, απευθύνοντας, ταυτόχρονα, πρόσκληση στη νέα γενιά να τον ακολουθήσει έντιμα σε αυτή την επίπονη ιχνηλασία της μνήμης της ανθρώπινης παρουσίας στην άβυσσο του πιο αμείλικτου ολοκληρωτισμού (Fatos Lubonja, “ Të riparosh të pariparueshmen” [Sophocles, Dramat e Sofokliut, përkth. Kujtim Aliaj, Tiranë: Përpjekja, 2014]).

Μετάφραση: Αχιλλέας Σύρμος

Το ανεπούλωτο

Στα τελευταία χρόνια της ζωής του, ίσως επειδή ένιωθε το τέλος να πλησιάζει, έγραψε ένα ποίημα με το οποίο απευθύνεται στους συγχρόνους του που θα ζήσουν μετά από αυτόν: «Την ηλικία της αγάπης την άφησα στα πειθαρχικά κελιά/ Οι αρυτίδωτοι πόθοι της/ Τα φλογερά μάτια, τα καστανά μαλλιά/ Όλα μου τα έσβησε και τα ξερίζωσε η φυλακή/ Εκεί αναζητήστε τη χαμένη μου νιότη/ Τα όνειρά μου στάχτες και σκόνη». Σε αυτούς τους στίχους ανακαλύπτουμε μια συγκλονιστική αλήθεια που υπερκερνά τις παραπάνω εμβαθύνσεις σχετικά με τις στιγμές της απογοήτευσης και της εναντίωσής του στις επιβουλές του κακού που εντοπίζουμε σε μερικά ποιήματα ή της διαυγούς ταύτισης της τύχης με την επιλογή που εντοπίζουμε σε μερικά άλλα. Όταν έγραφε αυτούς τους στίχους, τα χρόνια που έζησε στη φυλακή -πάνω από τη μισή του ζωή- θα πρέπει να πέρασαν από μπροστά του σαν ένα βαθύ ρήγμα εντός του οποίου κατρακύλησαν σα σκόνη και στάχτες τα όνειρά του. Με αυτούς τους στίχους μοιάζει να μας απευθύνει έκκληση να στρέψουμε το βλέμμα μας στα βάθη αυτού του ρήγματος που είναι ακόμη εκεί. Αυτοί οι στίχοι μας προτείνουν να σκεφτούμε πως η ζωή δεν είναι απλώς ό,τι έκανε μέσα στα χρόνια ο άνθρωπος, ούτε ακόμη, όπως συνηθίζεται να λέγεται, οι αναμνήσεις που αποκομίζουμε στο διάβα της. Η ζωή είναι επίσης όλα όσα ο κάθε άνθρωπος δεν κατάφερε να πραγματοποιήσει, η ζωή είναι και τα όνειρα που κουβαλά τόσο καιρό και έχουν συνθλιβεί χρόνο με το χρόνο στη μυλόπετρα της «πορείας προς το θάνατο» και έχουν καταβυθιστεί σε αυτό το ρήγμα.

[…] (περισσότερα…)

Φατός Λιουμπόνια, Επουλώνοντας το ανεπούλωτο (1/2)

Το παρόν κείμενο του Φατός Λιουμπόνια (Fatos Lubonja) αποτελεί πρόλογο στην έκδοση των μεταφρασμένων τραγωδιών του Σοφοκλή στην αλβανική γλώσσα από τον Κουγιτίμ Αλία (Kujtim Aliaj) με τον οποίο υπήρξαν συγκρατούμενοι για περίπου μια δεκαετία στο στρατόπεδο-ορυχείο του Σπατς και τη φυλακή του Μπουρρέλι. Ο μεταφραστής, Κουγιτίμ Αλία, πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στα γκουλάγκ του κομμουνιστικού καθεστώτος του Ενβέρ Χότζα. Εκεί μέσα μετέφρασε παράνομα τις αρχαιοελληνικές τραγωδίες προσπαθώντας να μείνει πιστός στα ιδεώδη του ανθρωπισμού και στην υπεράσπιση του ευρωπαϊκού πνεύματος. Στο προλογικό κείμενο-μανιφέστο ο Λιουμπόνια επιχειρεί να ιχνηλατήσει τις πηγές αυτού του ανθρωπισμού και τα βαθύτερα αίτια που οδήγησαν έναν «απόκληρο» ισοβίτη να επιδοθεί στη μετάφραση του σοφόκλειου έργου, απευθύνοντας, ταυτόχρονα, πρόσκληση στη νέα γενιά να τον ακολουθήσει έντιμα σε αυτή την επίπονη ιχνηλασία της μνήμης της ανθρώπινης παρουσίας στην άβυσσο του πιο αμείλικτου ολοκληρωτισμού (Fatos Lubonja, “ Të riparosh të pariparueshmen” [Sophocles, Dramat e Sofokliut, përkth. Kujtim Aliaj, Tiranë: Përpjekja, 2014]).

Μετάφραση: Αχιλλέας Σύρμος

Αυτή δεν είναι μια συνηθισμένη επανέκδοση των τραγωδιών του Σοφοκλή. Είναι ένα ιδιαζόντως μοναδικό βιβλίο, τόσο μοναδικό που θα ήταν αρκετά δύσκολο να βρεθεί αντίστοιχό του στο βάθος της παγκόσμιας ιστορίας των εκδόσεων και επανεκδόσεων των έργων του Σοφοκλή. Τη μοναδικότητα αυτή την προσδίδει η ιστορίας της ζωής του μεταφραστή που συνδέεται ακόμα και με το ίδιο το μεταφραστικό του πόνημα. Μάλιστα, ακόμα και η παρούσα εισαγωγή θα μπορούσε να θεωρηθεί μοναδική καθότι, σε αντίθεση με τις συνηθισμένες εισαγωγές των βιβλίων, δεν αφιερώνεται στο συγγραφέα και στο έργο του αλλά στο μεταφραστή, τον Κουγιτίμ Αλία. Και σε αυτό το σημείο απευθύνομαι στον αναγνώστη αυτών των γραμμών με την παράκληση να εντείνει τη διεύρυνση της φαντασίας του, διότι θα χρειαστεί να πω κάτι το ασυνήθιστο, ίσως ανεπανάληπτο: ο μεταφραστής του παρόντος βιβλίου, ο Κουγιτίμ Αλία, κατέληξε στη φυλακή μόλις δεκαπέντε χρονών, καταδικάστηκε αρχικά με ποινή πέντε ετών για απόπειρα αυτομόλησης, αλλά παρέμεινε έγκλειστος, φανταστείτε, τριάντα δύο χρόνια, από το έτος 1955 μέχρι και το 1987, αδιάλειπτα, στη φυλακή. (περισσότερα…)

«Βαλκανική Εδέμ» – Ένα ποίημα του Πάνου Σταθόγιαννη

του ΘΕΟΔΟΣΗ ΒΟΛΚΩΦ

Έτυχε να παρακολουθήσω προσφάτως μια παλαιά εκπομπή από τη σειρά ντοκιμαντέρ «Παρασκήνιο», αφιερωμένη στον Μανόλη Αναγνωστάκη. Εκεί λοιπόν μεταξύ πολλών άλλων ο αλησμόνητος ποιητής έλεγε και τα εξής: «Νομίζω ότι οι παραδοσιακοί ποιητές μας δεν εκμεταλλεύτηκαν όσο μπορούσαν να εκμεταλλευτούν τις δυνατότητες που παρέχει η ελληνική ομοιοκαταληξία. Γιατί στην Ελλάδα έχουμε το προνόμιο να διαθέτουμε λέξεις οξύτονες, παροξύτονες, προπαροξύτονες, πράγμα που δεν συμβαίνει σε άλλες ευρωπαϊκές γλώσσες. Και αυτό κάνει ένα συνδυασμό τόνων και ήχων που δεν νομίζω πως εκμεταλλεύτηκε επαρκώς η νεοελληνική παραδοσιακή ποίηση».

Ο Αναγνωστάκης, ως γνωστόν, πέρα από σπουδαίος ποιητής υπήρξε και εξαίρετος κριτικός. Τόσο τα «Αντιδογματικά»[i] όσο και «Τα συμπληρωματικά»[ii] του  αποκαλύπτουν τον συγγραφέα που και στοχαζόταν πάνω σε ζητήματα της τέχνης του και γνώριζε να διατυπώνει τεκμηριωμένες κρίσεις για το έργο τρίτων. Εκτός αυτού, και μολονότι το κυρίως ποιητικό του έργο είναι γραμμένο σε ελεύθερο στίχο, η σχέση του με την παραδοσιακή στιχουργία υπήρξε μακρά και γόνιμη. Κατά δήλωσή του, όχι μόνο την αγάπησε από τα πρώτα του παιδικά χρόνια, επιδιδόμενος μάλιστα και σε σχετικά στιχουργικά γυμνάσματα, παρά εξακολουθούσε να την αγαπά διά βίου. Και το σημαντικότερο, μας άφησε τουλάχιστον δύο απτές μαρτυρίες αυτής της τόσο ζωντανής σχέσης: πρώτ’ απ’ όλα τη «Χαμηλή φωνή»,[iii] την ανθολογία που συγκρότησε με «τα λυρικά ποιήματα μιας περασμένης εποχής», και φυσικά το βιβλίο του «Ο ποιητής Μανούσος Φάσσης»,[iv] ένα έργο που παραμένει απολαυστικό, δροσερό και αγέραστο κοντά τριάντα χρόνια τώρα. Οι απόψεις του λοιπόν πάνω στη νεοελληνική μετρική αξίζουν κάθε προσοχής.

Δεδομένου όμως ότι η παραδοσιακή στιχουργία μας βρίθει από ομοιοκατάληκτους οξύτονους και παροξύτονους στίχους σε ποικίλα στροφικά σχήματα, νομίζω ότι μπορούμε να εικάσουμε με σχετική ασφάλεια πως η ανωτέρω ρήση του Αναγνωστάκη περί «αναξιοποίητων δυνατοτήτων» αναφέρεται ειδικώς στους προπαροξύτονους κατά κύριο λόγο στίχους, που απαντούν σαφώς σπανιότερα. Με μια αναγκαία διευκρίνιση ωστόσο: αυτά όσον αφορά αυστηρώς στην έμμετρη ποίηση, γιατί οι καθαρόαιμοι, ας τους πούμε έτσι, στιχουργοί μας, πιο ευέλικτοι σε πολλά από τους ποιητές των τελευταίων δεκαετιών και εκ των πραγμάτων δουλεύοντας αδιαλείπτως το μέτρο και τη ρίμα, μια χαρά αξιοποίησαν και εξακολουθούν να αξιοποιούν τις προπαροξύτονες ομοιοκαταληξίες. Από τους ποιητές μας πάντως, με τη σημαίνουσα εξαίρεση των Βυζαντινών υμνωδών σε ορισμένες από τις λαμπρότερες στιγμές τους, εκείνος που χρησιμοποίησε συστηματικότερα τις προπαροξύτονες ομοιοκαταληξίες είναι, νομίζω, ο Ελύτης.[v]

Σκέφτομαι λοιπόν πόση χαρά θα ένιωθε ο Αναγνωστάκης αν διάβαζε τη «Βαλκανική Εδέμ», το πρόσφατο ποίημα του Πάνου Σταθόγιαννη, που πρωτοδημοσιεύτηκε πριν από μερικές ημέρες στο ίδιο αυτό ηλεκτρονικό περιοδικό που φιλοξενεί και το παρόν σημείωμα. Νομίζω μάλιστα πως θα χαιρόταν διπλά: αφενός μεν διότι στο ποίημα χρησιμοποιούνται κατ’ αποκλειστικότητα προπαροξύτονες ζευγαρωτές ρίμες, ευρηματικότατες όλες, από τον εναρκτήριο μέχρι τον ακροτελεύτιο στίχο του, αφετέρου δε για το γενικότερο πνεύμα που το διέπει, ένα πνεύμα ζωηρό και γελαστικό, όλο κέφι και μπρίο, που τόσο πολύ έχουν λείψει από την ποίησή μας. Δημιουργός αυστηρός αλλά και με χιούμορ ο Αναγνωστάκης –και το χιούμορ τόσο στη ζωή όσο και στην τέχνη είναι μια υπόθεση εξαιρετικά σοβαρή– πιθανολογώ ότι θα ενθουσιαζόταν. Και ίσως και να συνομολογούσε: Όπως συμβαίνει με κάθε σύγχρονο ισχυρό έμμετρο ποίημα, η «Βαλκανική Εδέμ», πιστοποιεί διά της παρουσίας της και μόνον ότι το μεταλλείο της παραδοσιακής προσωδίας κάθε άλλο παρά εξαντλημένο είναι και ότι η βαθύηχη φλέβα της έμμετρης ποίησης όχι μόνο δεν έχει πει την τελευταία της λέξη αλλά μπορεί να δώσει ακόμη καθαρότατο χρυσάφι· όπως ακριβώς δεν έχει εξαντληθεί και η πάλαι ποτέ κηρυχθείσα νεκρή τονική μουσική, πράγμα που κατά τρόπο ανάλογο διαπιστώνουμε όποτε ερχόμαστε σε επαφή με μια πρωτάκουστη τερπνή μελωδία, όποτε σιγομουρμουρίζουμε ένα καινούργιο τραγούδι που μας συγκινεί.

Όμως είναι ώρα να διαβάσουμε (ή ακόμα καλύτερα να ξαναδιαβάσουμε) το ποίημα του Πάνου Σταθόγιαννη. Το παραθέτω ολόκληρο.

Ψηλά ο Θεός που τα τερτίπια καθενός ορά
–του πιο πληβείου και του Ναβουχοδονόσορα–,
μόνο εμένα δεν κοιτάει, το αποσπόρι του,
που ’μαι δεξιά του φορητού, ζερβά του αφόρητου.
Μην τον ακούτε ότι κρίνει πάντα αδέκαστα,
ρωτήστε εμένα να σας μάθω τα καθέκαστα –
δείχνει ό,τι θέλει τ’ αλλοπρόσαλλο το ζύγι του
κι είναι οι βουλές του επιτομή του ανεξήγητου.
Σ’ άλλους μιλάει καλιαρντά και σ’ άλλους ρώσικα
κάποιους τους έχει με λουρί και κάποιους μπόσικα,
κι αν του γυρέψεις κατιτίς, σε παίρνει αμπάριζα –
«Άμα το ζήταγες σωστά, θα σου του χάριζα».
Παθαίνει κρίση με τα διανοουμενίστικα –
«Άκουσα τόσες παπαριές, που διαολίστηκα!»
κι άμα του πείτε για το “είναι” και το “γίγνεσθαι” –
«Είμαι ο “Ων”, βρε αλητήριοι, και μου ρίχνεστε;»
Και παίρνει ανάποδες, κι αλλάζει όλα τα σύνορα,
σε παρασέρνουν άγρια σχήματα, οξύμωρα,
κι όταν ρωτάς – «Πού θα με βγάλεις, Γοργοπόταμε;»
– «Άμα τολμάς», σε φέρνει σβούρα, «ξαναρώτα με!»
* * *
Μόνο σε ένα δεν χαλάει τα χατίρια μας –
να ’χουμε όμορφες γυναίκες στα τσαντίρια μας
(εκ προοιμίου δεδομένες κι ενδεχόμενες,
μιας που ’ναι όλες εκ Θεού και θεογκόμενες).
Βγήκα κι εγώ σαν τον γαμπρό στις καφετέριες
έκοβα κι έραβα Βαλκάνιες αιθέριες,
– «Ποια να διαλέξω απ’ το λεφούσι, Μπροστοκρίαρε;»
– «Μη χολοσκάς, σου ’χω στο πιάτο μια Μαρία, ρε!»
– «Είναι καλή;», – «Κρατάει, σου λέω, απ’ ομορφόσογο,
το πρώτο όνομα στη Μπόσνα και στο Κόσσοβο,
έχει πατέρα ουτσεκά και μάνα γύφτισσα –
για να τους πείσω να στη δώσουνε ξενύχτησα».
Σε ζώνη εμπόλεμη σκαλίζω τα χωράφια μου,
ταΐζω αρκούδια και ποτίζω τα ελάφια μου,
ρακή μελώνουνε παπάδες και ιμάμηδες,
και στην αυλή χορεύουν τσάμικο οι Τσάμηδες.
Γλιστράει μονόπαντα ο ήλιος σαν τον κάβουρα,
πέφτει σκοτάδι, υποστέλλονται τα φλάμπουρα,
και με τη χάρη του Θεού του Νυχτοβάτη μας
γίνεται κόλαση τις νύχτες το κρεβάτι μας.

 

Αξιοθαύμαστο ποίημα. Και αψεγάδιαστο σε όλα του. Άρτιο επίτευγμα σοφής μαστορικής, πλούσιο σε σκέψη και ιστορική πείρα, απότοκο ενός λυρισμού που σε πρώτο επίπεδο δείχνει να «γκρινιάζει» για τα στραβά και τα ανάποδα του κόσμου, για τις κακοτοπιές και τις λογής κακοτυχίες, για τις ανεξιχνίαστες βουλές του Κυρίου –ο οποίος σε αντίθεση προς τη γνωστή κοινολεξία δείχνει άλλους μόνο να αγαπά και άλλους μόνο να παιδεύει– μα που επί της ουσίας άλλο δεν κάνει απ’ το να καταφάσκει γενναία τη ζωή: να την ανυμνεί και να τη δικαιώνει μ’ ένα χαμόγελο, που καταφέρνει να το ζωγραφίζει και στα δικά μας χείλη ενόσω το διαβάζουμε.

Κάθε φορά που ο Ρωμιός σηκώνει κεφάλι και κοιτάζει στα μάτια τη μοίρα του και τον Θεό του, κάθε φορά που τολμά να του απευθύνεται σαν ίσος προς ίσο για να προσευχηθεί ή και για να βλαστημήσει ακόμη, για να αναπέμψει ύμνους δοξαστικούς και ευχαριστήριους ή για να Του ψάλει τα σκολιανά Του και να Του ζητήσει τα ρέστα, αρνούμενος να προσυπογράψει το μεγάλο βιβλίο του κόσμου όπως του παραδόθηκε, η ελληνική ποίηση γιορτάζει. Ένας Καζαντζάκης φερ’ ειπείν σε αυτήν ακριβώς την πνευματική στάση, την αντιρρητική και εξεγερτική μα δίχως κανένα χόλιασμα και κακοκάρδισμα, χρωστά μερικές από τις χαρακτηριστικότερες λυρικές στιγμές και μυθιστορηματικές σκηνές του. Ομοίως, στη «Βαλκανική Εδέμ» του Πάνου Σταθόγιαννη ο νεοελληνικός λυρισμός φοράει τα γιορτινά του. Επιπλέον το ποίημα δείχνει ότι μπορεί κανείς να γράψει με λεπτό χιούμορ ενόσω πραγματεύεται σοβαρότατα ζητήματα, καταφέρνοντας ένα γενναίο ράπισμα στη σοβαροφάνεια και σπουδαιοφάνεια που τόσο ταλανίζει τη σύγχρονη ποίηση, χωρίς παράλληλα να είναι υποχρεωμένος να καταφύγει στην ευθυμογραφία.

Στη «Βαλκανική Εδέμ», άνθρωπος και Θεός, Θεός και άνθρωπος, σαν δυο παλιοί γνώριμοι, συνταξιδιώτες στις θάλασσες του χρόνου από τις απαρχές του, που έχουν περάσει πολλά μαζί και ξέρει ο ένας τα σουσούμια και τις συνήθειες, τις παραξενιές και τα κουσούρια του άλλου, συνομιλούν δίχως παραπλανητικά προσωπεία και αχρείαστες τυπικότητες, αντροκαλιούνται και κονταροχυπιούνται λεβέντικα, και ο καθένας κατά τον τρόπο και κατά τη φύση του ανταποδίδει στον άλλον τα ίσα. Και η σπαρταριστή στιχομυθία που εκτυλίσσεται αναδεικνύει τον άνθρωπο, παρ’ όλο το περατό της φύσης του, σε αντάξιο συζητητή και αντίπαλο του δημιουργού του.

Τούτη η αγορίστικη αυθάδεια, τούτη η νεανική αψηφησιά, που περιφρονεί ανοιχτά κάθε σύμβαση θρησκευτική ή άλλη, κάνοντας τους θεοφοβούμενους να σταυροκοπιούνται και να τρέμουν και τους θρησκόληπτους να φρικιούν και να εξανίστανται, τι ένεση τονωτικότατη χαράς και τι ένδειξη αλάθευτη πνευματικής υγείας! Κι αυτό γιατί δεν αποτελεί προϊόν άγνοιας, ασυγχώρητης αφέλειας, ελλειμματικής πείρας ή τυφλότητας μπροστά στον κόσμο. Κάθε άλλο. Είναι η ματωμένη κατάκτηση ενός γρηγορούντος πνεύματος που και με την ίδια τη ζωή έχει χτυπηθεί κατά μέτωπον και τον φόρο αίματος που του αναλογεί έχει καταβάλει στην Ιστορία.

Είναι η γνώση που μολονότι παραμένει αναπόδραστα βαρύ άλγημα, καθώς διδάσκει ο βλοσυρός «Εκκλησιαστής», εντούτοις δεν σκυθρωπάζει ή τουλάχιστον δεν σκυθρωπάζει επί μονίμου βάσεως. Είναι η γλαυκώπις Αθηνά, με το αστραφτερό και καθάριο βλέμμα, που από τη μια όλα τα ανθρώπινα ορά και από την άλλη όλα τα καταλαβαίνει – κι ας μην τα αποδέχεται, κι ας τηρεί τις δικές της αποστάσεις. Είναι η συνείδηση που παρ’ όλη τη σωρευμένη γνώση και πείρα, παρ’ όλη τη σοφία της, δεν έχει παραιτηθεί εντούτοις από τα δικαιώματά της στη χαρά και στο κέφι· είναι επιπλέον μια πολεμιστήρια Αθηνά που αφού τελέψει τη μάχη μπορεί να σηκώνει κάποτε την περικεφαλαία, να επισκοπεί τον κόσμο και να χαμογελά μπροστά στη μεθυστική φαντασμαγορία του. Είναι η χαρωπή γνώση, μια «χαρούμενη επιστήμη», καθώς ήθελε ο Νίτσε, που παρά το άχθος και το άλγος που συνεπάγεται, με βήματα χορευτικά και ανάλαφρα και φωνή τραγουδιστή εξακολουθεί την πορεία της.

Μια πορεία εντός του κόσμου και εν προκειμένω εντός της Βαλκανικής χερσονήσου, γεμάτη ανηφοριές και λοξοδρομίσματα, πισωγυρίσματα και στάσεις αναγκαστικές, σε μονοπάτια σκολιά και κακοτράχαλα. Έμφορτο Ιστορίας και αντιθέσεων το ποίημα του Πάνου Σταθόγιαννη, όπως υποδηλώνεται ήδη από τον τίτλο του: Από τη μια η σκληρή και αναπόδραστη βαλκάνια πραγματικότητα, πετρώδης και αιχμηρή σαν το έδαφος στο οποίο ριζώνει, κι από την άλλη, στο κέντρο της και σε πείσμα της πραγματικότητας αυτής που ποτέ δεν ειρηνεύει, ο επίγειος παράδεισος που γεωργεί, δουλευτής ακάματος και υπομονετικός, ο έρωτας.

«Καπνός τριγύρω δε φαινότανε / μα κάπου πόλεμος γινότανε», λέει ο Γκάτσος σ’ ένα περίφημο τραγούδι του, το οποίο παρεμπιπτόντως είναι κι αυτό γραμμένο εξολοκλήρου σε προπαροξύτονους στίχους που ομοιοκαταληκτούν ζευγαρωτά.[vi] Εξίσου υποβλητικός, ίσως και υποβλητικότερος γιατί γίνεται πιο συγκεκριμένος, είναι ο Πάνος Σταθόγιαννης στη σκιαγράφηση της τρέχουσας συγκυρίας που απλώνει βαθιές ρίζες στο ιστορικό παρελθόν. Στο φόντο της συνομιλίας Θεού και ανθρώπου, σαν βοή μακρινή και επίμονη, που κρατά το ίσο σε κάθε σκέψη και πράξη, η πραγματικότητα των Βαλκανίων διαποτίζει ψυχές και σώματα. Από τη μια η διαρκής τυραννία της φτώχειας και από την άλλη η μόνιμη απειλή του πολέμου, τα δύο αήττητα φάσματα που δυναστεύουν πληθυσμούς ολόκληρους, μοιραία διαμορφώνουν (και διαστρεβλώνουν) τον χαρακτήρα της «ευρωπαϊκής πυριτιδαποθήκης» έτσι όπως βρίσκεται σε κατάσταση μόνιμης κρίσης.

Με δυο τρεις αδρές μολυβιές, με κάτι σποραδικές φράσεις και λέξεις, ένα δυο τοπωνύμια μόλις, ιχνογραφούνται υποδειγματικά η πανσπερμία λαών, φυλών και θρησκειών, οι αγεφύρωτες αντιθέσεις και οι σοβούσες εντάσεις που ξεσπούν κάποτε σε ανοιχτές ένοπλες συγκρούσεις: φόνοι, σφαγές και εθνοκαθάρσεις γίνονται τότε μέρος της καθημερινότητας. Αλλά κι όταν τα πράγματα κάπως ηρεμούν στην ταλαίπωρη αυτή Χερσόνησο του Αίμου, ένας αόρατος πόλεμος που εξαπολύουν οι νικητές στους ηττημένους για να μην σηκώσουν ποτέ κεφάλι εξακολουθεί να μαίνεται, σωρεύοντας κι αυτός ανώνυμα θύματα το ένα πάνω στο άλλο. Ο ποιητής το λέει καθαρά: «Σε ζώνη εμπόλεμη σκαλίζω τα χωράφια μου».

Το σημαντικό εδώ είναι ότι επιμένει να καλλιεργεί τον χιλιοβομβαρδισμένο του αγρό με το φτενό χώμα κι ας ξέρει ότι τα πάντα μπορεί να χαθούν από στιγμή σε στιγμή, κι ας ξέρει ότι, αν τα πράγματα ήταν λίγο διαφορετικά, η σοδειά του θα ήταν ασυγκρίτως πλουσιότερη. Αν η τύχη καταπώς λένε βοηθάει τους τολμηρούς, ο Θεός των Βαλκάνιων και των Βαλκανίων, παραστέκει τους πραγματικούς τολμητίες. Και ποιος είναι τολμηρότερος από τον άνθρωπο που κατά τις παρούσες συνθήκες θέλει, παναπεί αγωνίζεται να ζει ερωτευμένος; Διότι μέσα σε αυτή την επίγεια κόλαση χτίζει ελέω Θεού μιαν άλλη «κόλαση», επίγεια και αυτή όμως ευλογημένη και γεμάτη από ένα Θεό συναγωνιστή και συνεργάτη· μια «κόλαση» που ξεσπά όταν υποστέλλονται τα κάθε λογής «φλάμπουρα» και ανεβαίνει η νύχτα.

Μπροστάρης στο γλυκόπικρο γλέντι της ζωής, μπροστολάτης και μπροστομάχος, αρχηγέτης στον έρωτα και πρόμαχος στον πόλεμο, δεν είναι κανένας χλομός θεός φτιαγμένος κατ’ εικόνα ψυχών αναιμικών και φοβισμένων, αλλά ο Μπροστοκρίαρος, όλος αρσενική ορμή, πρωτοπηγή του γενετήσιου και κάθε δημιουργικού ενστίκτου, που πηγαίνει μπροστά από τη ράτσα του και την οδηγεί.

Πού όμως; «Α, όλα κι όλα», λέει ο ποιητής. Ο Θεός είναι διατεθειμένος να συζητήσει σχεδόν για τα πάντα, αλλά ας μην παρατραβάμε το σκοινί. Αυτές ακριβώς τις ερωτήσεις είναι που δεν καταδέχεται να απαντήσει ο Γοργοπόταμος, άλλο υπέροχο «θεωνύμιο» που «εφευρίσκει» σε μια ακόμη εμπνευσμένη του στιγμή ο Πάνος Σταθόγιαννης, για να μας δώσει το ασυγκράτητο βουερό ποτάμι που ξέρει μόνο να ρέει ταχύ και ακατάπαυστο και μπορεί να υπερπηδά με τη σαρωτική του ορμή όλα τα προσκόμματα χωρίς πουθενά να κάνει στάση. Γιατί ο Θεός «διαολίζεται» με τα «διανοουμενίστικα» και τις θεωρητικολογίες, τις ατέρμονες συζητήσεις που δεν βγάζουν πουθενά. Με άλλους τρόπους επιλέγει να προωθεί τη ζωή που δεν κλείνεται και δεν χωρά σε περιοριστικά σχήματα και θεωρητικές κατασκευές. Ο Θεός αγαπά τους ερωτευμένους, τις καρδιές τις συντετριμμένες, όχι τα προϊόντα της εγκεφαλικότητάς μας.

Όπου οι ακαταπόνητοι νυχτοβάτες, όπου οι νυχτοστρατοκόποι και οι νυχτοπαρωρίτες, από κοντά και οι άλλοι περιβόητοι ξενύχτηδες, οι ποιητές, με το λυχνάρι του στίχου τους πάντα, που σαν άξιοι απόγονοι του μακρινού εκείνου λύχνου της Παλατινής γίνονται μάρτυρες των «ου φωνητών», φωτίζοντας και ιστορώντας –τι άλλο;– τις πράξεις της αγάπης.

ΘΕΟΔΟΣΗΣ ΒΟΛΚΩΦ


[i] Μανόλης Αναγνωστάκης, Αντιδογματικά, Άρθρα και σημειώματα 1946-1977, Στιγμή, 1985.

[ii] Μανόλης Αναγνωστάκης, Τα συμπληρωματικά. Σημειώσεις κριτικής, Στιγμή, 1985.

[iii] Βλ. Η χαμηλή φωνή. Τα λυρικά μιας περασμένης εποχής στους παλιούς ρυθμούς. μια προσωπική ανθολογία του Μανόλη Αναγνωστάκη, Νεφέλη, 1990.

[iv] Μανόλης Αναγνωστάκης, Ο ποιητής Μανούσος Φάσσης.  Η ζωή και το έργο του. Μια πρώτη απόπειρα κριτικής προσέγγισης. Στιγμή, 1996.

[v] Βλ. π.χ. «Ο ήλιος ο Ηλιάτορας», «Μαρία Νεφέλη» κ.ά. στο Οδυσσέας Ελύτης, Ποιήματα, Ίκαρος, 2003.

[vi] Νίκος Γκάτσος, «Το παιδί με το ταμπούρλο», Όλα τα τραγούδια, Εκδόσεις Πατάκη, 2012, σ. 370-371.

 

Μπαλζάκ, Περί δημοσιογραφίας

μτφρ. ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ

Τον Τύπο τον εξολοθρεύεις με τον ίδιο τρόπο που εξολοθρεύεις μια κοινωνία: αφήνοντάς τον ολότελα ελεύθερο.

Eφημερίδα που δεν αυξάνει τους συνδρομητές της, όσους και να ’χει βρίσκεται σε παρακμή.

Χτύπα πρώτα, εξηγείς μετά. Το δυσφημίζειν και το συκοφαντείν δεν είναι ποινικώς κολάσιμα.

Με τα δώδεκα ή δεκαπέντε φράγκα του τον μήνα ο συνδρομητής τιμά το «Γνώμη μας είναι φυσικά η δική σας».

Ελεύθερος είναι ο Τύπος μόνο απέναντι στους αδύναμους και τους απροστάτευτους.

Ο Τύπος μοιάζει με γυναίκα: υπέροχη όταν ψεύδεται, δεν παραιτείται μέχρι να αναγκαστείς να την πιστέψεις. Και το κοινό, σαν αγαθιάρης σύζυγος, πάντα υποκύπτει.

ΟΝΟΡΕ ΝΤΕ ΜΠΑΛΖΑΚ
Monographie de la presse parisienne, 1843

~.~

Νέοι ποιητές ενός νέου αιώνα| 23. Έλενα Πολυγένη

ΔΙΑΡΚΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ 2000-2020

Ποιά ἡ ποίηση τοῦ 21ου αἰώνα καὶ ποιοί οἱ ποιητές της; Χιλιάδες ποιητικὲς συλλογές, εἴτε τυπωμένες ἀπὸ ἐπώνυμους οἴκους εἴτε αὐτοεκδόσεις, ἑκατοντάδων ἢ καὶ χιλιάδων ποιητῶν ποὺ ἀναζητοῦν τὴν θέση τους στὴν Νεοελληνικὴ Λογοτεχνία. Τί μένει ὅμως καὶ τί περνάει ἀπὸ τὴν κρησάρα τῆς κριτικῆς; Τί ἐπιβιώνει –ἢ ἔστω, τί φαίνεται ὅτι μπορεῖ νὰ ἐπιβιώσει– στὴν μνήμη τῆς ἀναγνωστικῆς κοινότητας;

Ἀποπειρώμενο μιὰν ἀπάντηση στὰ παραπάνω, τὸ Νέο Πλανόδιον ἐγκαινιάζει τὴν ἑβδομαδιαία στήλη ‘‘Νέοι ποιητὲς ἑνὸς νέου αἰώνα. Διαρκὴς ποιητικὴ ἀνθολογία 2000-2020’’. Γιὰ διάστημα δύο ἐτῶν καὶ ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὸν Φεβρουάριο τοῦ 2019, θὰ ἀνθολογοῦμε κάθε ἑβδομάδα ἀπὸ ἕνα ἢ περισσότερα ποίηματα ἑνός/μιᾶς συγγραφέα, ποὺ θὰ πληροῦν δύο προϋποθέσεις: θὰ εἶναι α) δημοσιευμένα μετὰ τὸ 2000, καὶ β) γραμμένα ἀπὸ ποιήτριες ἢ ποιητὲς 45 ἐτῶν καὶ νεώτερους, γεννημένους δηλαδὴ ἀπὸ τό –σημαδιακό– 1974 καὶ ἑξῆς.

Τὰ ποιήματα θὰ παρατίθενται πολυτονισμένα, δίχως ὅμως ἄλλες παρεμβάσεις στὸ πρωτότυπο. Ἐπίσης, στὸ τέλος κάθε ἑξαμήνου θὰ δημοσιεύεται στὸν ἱστότοπο ὁ Θησαυρὸς Ἀναγνώσεων τῶν ἀνθολόγων μὲ τὴν μορφὴ ἀναλυτικοῦ καταλόγου, ὅπου καὶ θὰ καταγράφονται ὅλες οἱ ποιητικὲς συλλογὲς ποὺ εἴδαμε στὸ διάστημα αὐτό. Τὰ ποιήματα ποὺ θὰ προκύψουν στὸ πέρας τῆς διαρκοῦς αὐτῆς ἀνθολόγησης, συμπληρωμένα ἐνδεχομένως καὶ μὲ ἄλλα, θὰ ἀποτελέσουν τὸν κορμὸ μιᾶς ἔντυπης Ἐκλογῆς.

Οἱ σκοποὶ τοῦ ἐγχειρήματος, δύο: νὰ ἀναδείξουμε τὰ ἀξιανάγνωστα ποιήματα ποὺ γράφονται στὶς μέρες μας ἀπὸ νέους ποιητές· καὶ νὰ συμβάλλουμε στὴν ἐπόπτευση τῆς νεοελληνικῆς ποίησης τοῦ αἰώνα μας, μακριὰ ἀπὸ παρελκυστικὲς κατηγοριοποιήσεις, αἰσθητικὲς ἢ/καὶ ἰδεολογικές.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ – ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΟΡΔΑΣ


Ἕλενα Πολυγένη

21055028_1544172968954820_8202570881702941270_o

(Ἡ θλίψη μου εἶναι μιὰ γυναίκα, Ἀθήνα, (.poema..), 2012)

Ἡ γυναίκα γυαλί

Μπαμπά, μαμά, μὲ φτιάξατε
Ἀπὸ γυαλί.
Δὲ μεριμνήσατε γιὰ ἕνα
Πιὸ ἀνθεκτικὸ ὑλικό. Μ’ ἀφήσατε
Στὴν τύχη μου
Καὶ ὅλο τρέμετε γιὰ μένα
Μήπως σπάσω.

Καὶ πιὸ πολύ, γιατὶ στὸ βάθος
Ξέρετε
Πὼς τὰ κομμάτια μου θὰ κόψουν
Τὸ λαιμό σας.

~.~

21034372_1544173255621458_2988689582701559271_n

(Τὰ δευτερόλεπτα τῶν ζωντανῶν στιγμῶν, Ἀθήνα, Γαβριηλίδης, 2017)

Σονέττο παρατεταμένης ἀκινησίας

Ὅταν ἀφήνεται στὸ πάτωμα νὰ πέσει
ἡ ταραχή μου, μὲ μορφὴ ἀντικειμένου,
κοιτάζω πάντα μὲ τὰ μάτια τοῦ χαμένου
ποὺ χρόνια στέκεται ψυχρὸς στὴν ἴδια θέση.

Ὅταν ἡ πόρτα εἶναι κλειστή, δὲ μοῦ ἀρέσει
νὰ τὴν ἀνοίγω· βάρος ξένου
χεριοῦ, στὰ δάχτυλά μου φορεμένου
ὁριστικὰ μοῦ ‘χει τὴ θέληση ἀφαιρέσει.

Ὅταν ἡ μύγα μ’ ἐνοχλεῖ, δὲν τὴ σκοτώνω.
Ὅταν φωνὲς μὲ προσκαλοῦν – δὲ συμμετέχω.
Ὅταν τηλέφωνο χτυπᾶ, δὲν τὸ σηκώνω·

τὴν ἀπραξία στὶς ἐκφάνσεις της διατρέχω
καὶ μὲς στὴν πλήξη τῆς ἀδράνειας ποὺ κατέχω
μένει τὸ σῶμα μου μετέωρο καὶ μόνο.

~.~

Κάποιος ἔζησε ἐκεῖ

ΙΙ

Ὑπάρχει λόγος ποὺ ἀφήνω κλειστὰ
τὰ παράθυρα.
Κάθε φορὰ ποὺ τὰ ἀνοίγω, φέρνουν μπρός μου
τὴν ἀποσύνθεση.
Ἕνα πτῶμα σὲ κάθε σύνθεση, σὲ κάθε ὀπτικὴ
γωνία.
Διστάζω νὰ κατευθυνθῶ πρὸς τὰ κεῖ
– δὲ βρίσκω λόγο νὰ ἐπισπεύσω τὸ μέλλον.
Ὑπάρχει ἕνα πτῶμα εἴτε ὑφάσματος εἴτε
μύγας εἴτε δέντρου εἴτε γάτας εἴτε
λουλουδιοῦ.

Καὶ ζωὴ ὑπάρχει ἀλλὰ παρ’ ὅλα αὐτὰ
δὲν τὴ βλέπω.


Ἡ Ἕλενα Πολυγένη γεννήθηκε στὴν Πάτρα. Εἶναι ἠθοποιὸς καὶ μουσικός. Ἔχει ἐκδώσει τὶς ποιητικὲς συλλογές: Γράμματα σὲ μαυροπίνακα (2009), Ἡ θλίψη μου εἶναι μιὰ γυναίκα (2012), Ἡ χώρα τῶν παράδοξων πραγμάτων (2014) καὶ Τὰ δευτερόλεπτα τῶν ζωντανῶν στιγμῶν (2017)

Κώστας Ζωτόπουλος, Τέσσερα ποιήματα

800px-Stavronikita_interior_and_Athos_peak_Aug2006

Διαδοχή

Υποδυόμενος τον αρχηγό
έπινε αργά κρασί απ’ της δυναστείας την κύλικα.
Εκρήξεις και πεδία μαχών,
αναβόσβηναν σώματα ματωμένα, ακίνητα,
στις λάμψεις αστραπών.
Για δηλητήριο και θυσία στους υπηκόους, μιλούσε.
Πίστεψαν λίγοι, αποδέχτηκαν πολλοί,
μέχρι ο επόμενος να τον διαδεχτεί.
Στο βάθος πράσινοι, δροσάτοι δρυμοί
και μια μορφή θεού τις καρδιές παρηγορούσε.

~.~

Οὐρανια ἐλαφρότητα

Μετά τις αστραπές
ελαφράδα τ’ ουρανού, ηρεμία
στον ορίζοντα κυματίζουν σκεπές,
ήχοι μακρινοί απ’ την εκκλησία.

 

Αρχίζει το μάθημά του ο οικονόμος του χρόνου:
«Το πέρας γεγονός
καμπάνες κτυπούν του πόνου
άγνωστος γέροντας ο νέος νεκρός,
η λύπη λυγίζει κάτω απ’ το βάρος
μεγάλων ονείρων, μικρών ευτυχιών,
παλαιών, μα και τόσο χθεσινών.
Ποτέ το πέρας δεν μας σβήνει το θάρρος».

~.~

Χώρα των Βαΐων

Όνοι ονείρου θριαμβεύουν στων Βαΐων τη χώρα.
Αυτή η εικόνα, παλαιά, τον κατακλύζει τώρα
ενώ βαδίζει μες στο πλήθος,
η φωτεινή άφιξη δεν ήταν μύθος.
Στο έδαφος της φαντασίας χαράς μέθη
αργοσβήνει τις εικόνες απ’ τα πένθη.

~.~

Ο αγένειος Ιησούς

Νέος αθώος με αίσθημα θριάμβου
σε θρόνο ουράνιου τόξου καθισμένος
ψηλά, σε φωτεινή νεφέλη,
κρατά ανοιχτή περγαμηνή.
Από τα πόδια του πηγάζουν ποταμοί.
 
Τριγύρω του σε τέσσερα σημεία
όντα φτερωτά της αποκάλυψης
μ’ ένα βιβλίο το καθένα,
άγγελος, μόσχος, λέων, αετός,
τα σύμβολα των ευαγγελιστών.
Εικόνα ψηφιδωτού με ιστορία αιώνων ταραχώδη.
 
Παριστάνει το όραμα αρχαίου προφήτη
που κι αυτός είναι μέσα στην ίδια εικόνα γυρτός
και περιδεής ατενίζει
με τεταμένες τις παλάμες των χεριών
σε θέση μπροστά από τα ώτα.
Εκστατικός πιστός, εμπρός στην αποκάλυψη.
 
Συλλαμβάνει τα άδηλα
με σύγχυση των αισθήσεων.
Ακούει με τις παλάμες των χεριών.
Όχι, δεν βασανίζεται από αμφιβολία,
φόβο αυταπάτης, αγωνία για βεβαιότητα,
τάση για έλλογη σύλληψη του μυστηρίου.
 
Ο αγένειος νέος τού συμβολίζει το μέγιστο
που ασφυκτιούσε πάντα μέσα του,
τη δύναμη πίσω απ’ την κτίση
που πίστεψε και πόθησε να του αποκαλυφθεί.

Είχα δίκιο που υποστήριζα τον Ντόναλντ Τραμπ έναντι της Χίλλαρυ Κλίντον; Ἀπολύτως!

τοῦ Slavoj Žižek

slavoj-zizek.jpg

Τὰ τελευταῖα χρόνια, δέχομαι συχνὰ τὴν ἴδια ἐρώτηση ἀπὸ φίλους (καὶ “φίλους”) σχετικὰ μὲ τὸ ἂν ἐμμένω στὴν προτίμηση ποὺ ἐπέδειξα πρὸς τὸν Ντόναλντ Τρὰμπ ἔναντι τῆς Χίλλαρυ Κλίντον, ἢ ἂν τώρα πιὰ παραδέχομαι ὅτι ἔκανα κάποιο λάθος. Εὔκολα θὰ μάντευε κανεὶς τὴν ἀπάντησή μου: ὄχι μόνο ἐπιμένω στὴν ἐπιλογή μου, ἀλλὰ βάσει τῶν γεγονότων τῶν τελευταίων ἐτῶν θεωρῶ ὅτι ἐπιβεβαιώθηκα πλήρως. Γιατί ὅμως;

Ὅπως σημειώνει κι ὁ Γιουβὰλ Χαραρὶ στὸ βιβλίο του Homo Deus, οἱ ἄνθρωποι δεσμεύονται ἀπὸ τὴ δημοκρατικὴ διαδικασία τῆς ἐκλογῆς, μόνο ἐφόσον μοιράζονται κάποιον ἰσχυρὸ δεσμὸ μὲ τοὺς ὑπόλοιπους ψηφοφόρους. Ἂν ἡ ἐμπειρία τῶν λοιπῶν ψηφοφόρων διαφέρει ἀπὸ τὴ δική μου, καὶ ἐὰν θεωρῶ ὅτι δὲν μποροῦν νὰ κατανοήσουν τὰ συναισθήματά μου ἢ αἰσθάνομαι ὅτι δὲ νοιάζονται γιὰ τὰ ζωτικά μου ἐνδιαφέροντα, τότε ἀκόμα κι ἂν εἶμαι ὁ ἕνας στοὺς ἑκατό, δὲν ἔχω κανέναν ἀπολύτως λόγο νὰ ἀποδεχθῶ τὸ ἀποτέλεσμα. Ὁ θεσμὸς τῶν ἐκλογῶν εἶναι ἕνας τρόπος ἐπίλυσης τῶν διαφωνιῶν, ἐφόσον σὲ πρώτη φάση ὑπάρχει συμφωνία ἐπὶ τῶν βασικῶν ζητημάτων. Ἂν ἐκπέσει αὐτὸ τὸ συμβόλαιο, οἱ μόνες διαθέσιμες διαδικασίες εἶναι οἱ διαπραγματεύσεις ἢ ὁ (ἐμφύλιος) πόλεμος. Ἕνεκα τούτου, τὸ μεσανατολικὸ ζήτημα δὲν μπορεῖ νὰ λυθεῖ δημοκρατικὰ μέσῳ τῶν ἐκλογῶν, ἀλλὰ μόνον διὰ τοῦ πολέμου ἢ τῶν διαπραγματεύσεων.

Ἑπομένως, πῶς συνδέονται ὅλα τὰ παραπάνω μὲ τὴν διαμορφούμενη ἀπώλεια τῆς συμφωνίας ἐπὶ τῶν θεμελιωδῶν στὴν περίπτωση τῆς πολιτικῆς τῶν ΗΠΑ; Ἡ κατάσταση περιπλέκεται ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ διαφωνία ποὺ ἔχει προκύψει εἶναι διπλῆς κατεύθυνσης: ἀρχικά, ὁ Τρὰμπ διέρρηξε τὴν καθεστηκυία τάξη ἀπὸ τὴ μεριὰ τῆς λαϊκίστικης Δεξιᾶς, κι ἔπειτα, οἱ Δημοκρατικοί (Σάντερς καὶ λοιποί) ἔπραξαν τὸ ἴδιο στὴν Ἀριστερά. Τὰ δύο αὐτὰ ρήγματα δὲν εἶναι, βέβαια, ὅμοια. Ἡ πάλη μεταξὺ τοῦ Τράμπ καὶ τῶν φιλελευθέρων ἀποτελεῖ μιὰ πολιτισμική/ἰδεολογικὴ διαμάχη ἐντὸς τοῦ παγκοσμιοποιητικοῦ καπιταλισμοῦ, ἐνῶ ἡ Ἀριστερὰ ξεκίνησε νὰ ἀμφισβητεῖ τὸν παγκοσμιοποιητικὸ καπιταλισμὸ per se. (περισσότερα…)

Ιώβ, μέρος β΄ (απόδοση Πέτρος Γιατζάκης)

~.~

Ι Ω Β
μέρος β’

απόδοση Πέτρος Γιατζάκης

Ο Θεός παιδαγωγεί μέσα από τα πάθη ( 5,17-5,27 )

17 Μακάριος ο άνθρωπος που νουθετεί ο Κύριος!
Τον κανόνα του Παντοδύναμου μην τονε χλευάζεις.

18 Ο Κύριος λαβώνει, αλλά κι επιδένει την πληγή,
Χτυπά, αλλά οι χείρες του γιαίνουν την πληγή.

19 Εξάκις εκ θλίψεων λυτρώσει σε,
Την εβδόμη κακό κανένα δε θα σ’ αγγίζει πια.

20 Στης πείνας τον καιρό από το θάνατο σε σώζει,
Στον πόλεμο σε φυλάει από του ξίφους την ισχύ.

21 Από την μάστιγα της κακογλωσσιάς βρίσκεις καταφύγιο,
Δεν είναι ανάγκη να καρδιοχτυπάς μπρος στην καταστροφή.

22 Τον όλεθρο και την πείνα θα περιγελάσεις,
Τα άγρια θεριά δε θα σε τρομάζουν πια.

23 Με τους λίθους του αγρού θα κλείσεις ειρήνη,
Και με τα ανήμερα θεριά θα έχεις συμμαχία.

24 Θα ξέρεις ότι η σκηνή σου είναι εν ειρήνη,
Κι ότι απ’ το βιός σου τίποτα δε λείπει.

25 Θα δεις το σπόρο σου να πληθαίνει·
Τα βλαστάρια σου θα’ ναι άπειρα σαν τα βότανα της γης.

26 Θα μπεις στον τάφο σφύζοντας ακόμα από ζωή,
Σαν θημωνιά στάρι θερισμένο στον καιρό του.

27 Κοίτα, όλα τούτα τα ερευνήσαμε και καταλεπτώς τα εξιχνιάσαμε.
Έτσι είναι, έτσι τα ακούσαμε. Όσο για σένα, άκουσε και δέξου τα!

~.~
(περισσότερα…)

Ιώβ, μέρος α΄ (απόδοση Πέτρος Γιατζάκης)

agios-iob-10-1024x680.jpg

~.~

Ι Ω Β

απόδοση Πέτρος Γιατζάκης

~.~

Το διηγηματικό πλαίσιο του ποιήματος (1,1 – 2,10)

Η δικαιοσύνη του Ιώβ ( 1,1 – 1,5 )

1,1 Στη χώρα την Αυσίτιδα ήτανε μια φορά ένας άνθρωπος με τ’ όνομα Ιώβ.

Ο άνθρωπος αυτός ήταν ακέραιος και δίκαιος· ήταν θεοσεβούμενος κι αποστρεφόταν καθετί κακό.

2 Του ’χαν γεννηθεί εφτά γιοί και τρεις θυγατέρες.

3 Το βιός του ήταν εφτά χιλιάδες γιδοπρόβατα, τρεις χιλιάδες καμήλες, πεντακόσια ζευγάρια βόδια, πεντακόσιες ασίνες[1] και πλήθος ολάκερο υποτακτικοί και υπηρέτες. Ο Ιώβ ήταν ο πιο πλούσιος κι ο πιο τρανός απ’ όλα τα τέκνα της Ανατολής.

4 Οι γιοί του είχαν το συνήθειο μεγάλα φαγοπότια στα σπίτια τους να φιλοξενούνε, ο καθένας με τη σειρά του, κι έστελναν και καλούσαν τις τρεις αδερφές τους να φάνε και να πιούνε μαζί τους.

5 Όταν τα μερόνυχτα των γλεντιών τελειώναν, ο Ιώβ έστελνε παραγγελιά να τους πει να καθαριστούν και να εξαγνιστούνε. Σηκωνόταν πρωί-πρωί και πρόσφερε ολοκαυτώματα, ένα για κάθε έναν απ’ αυτούς, διότι λόγιαζε: Ίσως τα παιδιά μου αμάρτησαν και βλαστήμησαν το Θεό μες στην καρδιά τους, μ’ έναν ανόσιο λογισμό τους. Αυτά είχε ο Ιώβ το συνήθειο πάντοτε να κάνει. 

~.~
(περισσότερα…)

Μια ολότελα δυσφημισμένη αρετή

του π. ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ ΓΚΑΝΑ

Βασιλική Πέτσα
Το δέντρο της υπακοής
Πόλις 2018

Το βιβλίο της Βασιλικής Πέτσα Το δέντρο της υπακοής συγκροτείται από τη συνύφανση έξι ιστοριών, κάποιων που στηρίζονται σε πραγματικά γεγονότα (με προφανή μυθοπλαστική επεξεργασία), και κάποιων άλλων επινοημένων.

Αφού ιχνογραφήσουμε, όσο πιο αδρά γίνεται, το περιεχόμενο αυτών των ιστοριών θα υποστηρίξουμε ότι το βιβλίο συνιστά για τη συγγραφέα ένα τριπλό τόλμημα: α) από τη νουβέλα και το διήγημα, τα οποία υπηρέτησε ως τώρα, περνά πλέον στο μυθιστόρημα, β) από τον κόσμο της εντοπιότητας που χαρακτήριζε τα προηγούμενα έργα της, ανοίγεται τώρα στην παγκοσμιοποιημένη οικουμένη, γ) στην αποτυχία της εκκοσμικευμένης ουτοπίας (η οποία στο βιβλίο παρουσιάζεται με την αρχετυπική μορφή της Οκτωβριανής Επανάστασης) αντιπαρατάσσει την πιστότητα στην ουράνια ουτοπία, κατά τρόπο, αν μη τι άλλο, τολμηρό για την μεταπολεμική και, ακόμη περισσότερο, την μεταπολιτευτική μας πεζογραφία.

(περισσότερα…)