ΝΠ | Βιβλίο

Υψηλές κορυφώσεις, πάσχουσα σύνθεση

 

της ΘΕΩΝΗΣ ΚΟΤΙΝΗ

Μανόλης Πρατικάκης, Τα Δερβενάκια των Rolling Stones, Αρμός, 2021

Τα Δερβενάκια των Rolling Stones, η τελευταία συλλογή του Μανόλη Πρατικάκη αναμετράται με τον αγώνα του ’21, τον οποίο συλλαμβάνει και στοχάζεται ως την κορυφαία ιδρυτική πράξη του νεοελληνισμού. Μια δουλειά με υψηλές επιμέρους κορυφώσεις, κυρίως στην αποτύπωση του χθόνιου ήθους της γλώσσας και του εθνικού ιδεότυπου, αλλά πάσχουσα εν μέρει στην σύνθεση και κυρίως στην ερμηνευτική πρόταση που προσφέρει στον σύγχρονο αναγνώστη, ο οποίος προσέρχεται μάλλον αμήχανος στα διάφορα επετειακά ανακαλήματα της εθνογένεσης.

Το ’21 είναι ένα κατεξοχήν επικίνδυνο θέμα, καθώς ο δημιουργός που καταπιάνεται με αυτό καλείται να εκχερσώσει τις ιδεολογικές απολιθώσεις και τη στερεοτυπική πρόσληψη περί έθνους που επισώρευσε η κατεστημένη παιδεία, η ημιμάθεια και ο εθνικός φρονηματισμός. Οι πόλοι στους οποίους έχουν έως τώρα κινηθεί οι επιμέρους αναγνώσεις του εστιάζονται από τη μια στην εκ νέου μνημειοποίηση του και από την άλλη στον  αναστοχασμό υπό το πρίσμα του παρόντος,  αναστοχασμός που χρειάζεται να φτάσει έως την αποδόμηση της μουσειακής αγιοποίησής του, αν είναι να προκύψει η αναπαρθένευση της όποιας σχέσης μας με το παρελθόν. Το κύριο ζητούμενο που ανακύπτει από αυτές τις επετειακές υπομνήσεις είναι βεβαίως η σχέση του νεοελληνισμού με τους καταστατικούς μύθους του και τις ιδεολογικές αφετηρίες που ορίζουν οι θεσμικές ερμηνείες της Ιστορίας. (περισσότερα…)

Ηλίας Λάμβδα (5. 7. 1958 – 5. 10. 2005)

 

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Για τον φιλαναγνώστη, η συγκεντρωτική έκδοση του έργου ενός ποιητή, αντιπροσωπεύει πάντοτε μια ιδιαίτερη στιγμή, τη στιγμή της μετατόπισης του βλέμματος. Από τα καθέκαστα και τις λεπτομέρειες που πρώτα προείχαν, όταν κανείς είχε εμπρός του μόνο σκόρπια δημοσιεύματα, η εντύπωση γίνεται τώρα γενική, ο παρατηρητής κάνει ένα βήμα προς τα πίσω και βλέπει τα ξεχωριστά κομμάτια να παραχωρούν τη θέση τους σ’ ένα όλον, ένα πανόραμα που ώς τότε ήταν ακόμη δυσδιάκριτο, μισοκρυμμένο.

Τις πιο πολλές φορές αυτό το όλον, η γενική εικόνα, σαφηνίζει εκ των υστέρων και τα επιμέρους. Τυχόν απορίες ή τυφλά σημεία στην κατανόηση παραμερίζονται, το ένα ποίημα έρχεται να φωτίσει το άλλο, η μία συλλογή την επόμενη, οι κενές ψηφίδες του παζλ παίρνουν την οριστική τους θέση.

Συνήθως.

Στην περίπτωση των Ποιημάτων του Ηλία Λάγιου, αυτού του πολύτιμου τόμου που μας δώρισε ο Ίκαρος και η άοκνη φροντίδα της Άννας Περιστέρη, αυτό το συνήθως, φοβάμαι, προσώρας τουλάχιστον, δεν βρίσκει εφαρμογή. Είναι τέτοιο το ογκώδες περιεχόμενο αυτών των κοντά οχτακοσίων σελίδων, είναι τέτοια η δαιδαλική πολυμορφία της ποιητικής ύλης που μας προσφέρεται, πολυμορφία τεχνοτροπική, υφολογική, θεματική, γλωσσική ακόμη, ώστε το πρώτο ξεφύλλισμα του βιβλίου προκαλεί, ακόμη και στον πολύπειρο, τον περπατημένο αναγνώστη μιαν αίσθηση ανασφάλειας, σχεδόν ιλίγγου. Όσοι γνώριζαν από τον Λάγιο ώς τώρα κάποια μόνο, ας είναι και τα περισσότερα, βιβλία του, και τέτοιοι είμαστε εικάζω οι περισσότεροι εδώ, θα βρέθηκαν περιδιαβάζοντας αυτόν τον τόμο όχι λίγες φορές προ εκπλήξεως. (περισσότερα…)

H ατελείωτη ιστορία ενός δωματίου

Μυρτώ Χμιελέφσκι
Ο πίσω τοίχος, ο ανεπίσημος
Αθήνα: Ενύπνιο 2021

της ΚΩΣΤΟΥΛΑΣ ΜΑΚΗ

Στο δεύτερό της βιβλίο με τίτλο Ο πίσω τοίχος, ο ανεπίσημος, η ποιήτρια και εικαστικός Μυρτώ Χμιελέφσκι συνεχίζει τις αστικές περιπλανήσεις της, επιλέγοντας θραύσματα της καθημερινότητας και ανάγοντας τις παρατηρήσεις ανθρώπων και χώρων σε υλικό ποιητικού σχολιασμού και μετασχηματισμού της πραγματικότητας. Οι περιπλανήσεις στα κείμενα της Χμιελέφσκι γίνονται τρόποι για να δει κριτικά τις διαδρομές τις δικές της και των άλλων, χωρίς να ενδιαφέρεται να συγκροτήσει μια ενιαία εικόνα του αστικού τοπίου και των κατοίκων του. Αντίθετα, συναρμολογώντας τα σπαράγματα που διαπερνούν χώρους και ανθρώπους παραθέτει συμβάντα με τρόπους πολυφωνικούς. Η πολυφωνικότητα εδώ έχει την εκκίνησή της όχι μόνο από τις διαφορετικές φωνές που διατρέχουν το βιβλίο, αλλά και από όλες τις συνομιλίες μαζί τους. Η αλληλεπίδραση της ποιήτριας με όσα και όσους περιγράφει συνεχίζεται καθώς εξελίσσεται το βιβλίο και παρουσιάζονται τα συμβάντα και ο αντίκτυπός τους. Οι συνέπειες της ανθρώπινης κατάστασης γίνονται ύλη βιωματική, η οποία συνοδεύεται από μια διαρκή μνημονική αναζήτηση παρελθόντος-παρόντος. Πέρα από το να καταγράφει στιγμές του καθημερινού η Χμιελέφσκι αφήνει ανοιχτά τα ενδεχόμενα για τα όρια της οικειοποίησης και για το πού βρίσκονται οι δικές της ιστορίες μέσα σε αυτές των άλλων.

(περισσότερα…)

Η μοίρα του εγκλωβισμένου ανθρώπου

Σταμάτης Πολενάκης
Η πάλη με τον άγγελο
Ενύπνιον, 2021

του ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΝΙΚΟΛΑΪΔΗ

Από το πρώτο του βιβλίο, Το χέρι του χρόνου, μέχρι και τη βραβευμένη με το Κρατικό Βραβείο Ποίησης (2017) ποιητική συλλογή Τα τριαντάφυλλα της Μερσέδες (Μικρή Άρκτος, 2016), ο Σταμάτης Πολενάκης έχει καταφέρει να δημιουργήσει ένα συμπαγές ποιητικό κόσμο με έντονο το ιστορικό, το υπαρξιακό και το πολιτικό υπόβαθρό. Το ίδιο ποιητικό σύμπαν διερευνάται και διευρύνεται με επιτυχία πεζογραφικά στο πρόσφατο μυθιστόρημά του Η πάλη με τον άγγελο (Ενύπνιο, 2020), στο οποίο ο αφηγητής-συγγραφέας ακολουθεί τον Ντοστογιέφσκι στη σύλληψη και τη γραφή των Δαιμονισμένων του, καταλήγοντας μέσα από την παταγώδη αποτυχία της ρωσσικής επαναστατικής ουτοπίας στον φανταστικό συγγραφέα Γιούρι Άιντελμαν, αλλά συνάμα αποκαλύπτοντας στην έξοδο του βιβλίου τη φοβερή εικόνα της ανθρωπότητας παγιδευμένης μέσα σ’ ένα αεροπλάνο τυλιγμένο στις φλόγες.

(περισσότερα…)

Συγκινητικὴ ἐρευνητικὴ ἀφοσίωση

τοῦ ΧΡ. ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ

Εὐάγγελος Ι. Τζάνος, Γεράσιμος Βῶκος: Ἡ Ζωὴ καὶ τὸ Ἔργο του.
Ἡ Βιβλιογραφία του (1886-2020), Παρασκήνιο 2021, σελίδες 336

Πρόσφατα κυκλοφόρησε ἕνα βιβλίο τοῦ συγγραφέα καὶ λογοτέχνη Εὐάγγελου Ἰ. Τζάνου, ἀφιερωμένο στὴ ζωὴ καὶ στὸ ἔργο τοῦ Γεράσιμου Βώκου, γιὰ νὰ μᾶς θυμίσει μιὰ προσωπικότητα τῶν γραμμάτων καὶ τῶν τεχνῶν ποὺ σημάδεψε μὲ τὴν πολυμορφία της τὴν ἐποχή του. Μολονότι σήμερα ἐλάχιστοι θυμοῦνται τὸν Γεράσιμο Βῶκο, στὴν περίοδο τῆς ζωῆς του δημιούργησε πλούσιο καὶ λαμπρὸ ἔργο. «Λογοτέχνης, ζωγράφος, ἐκδότης ἢ διευθυντὴς περιοδικῶν, μεταφραστής, ἀρθρογράφος καὶ ρεπόρτερ, ὁ Βῶκος ( Πάτρα 1868—Παρίσι 1927) κατακερμάτισε τὶς δεξιότητές του στὸν βωμὸ μιᾶς ἀτελεύτητης πολυπραγμοσύνης, τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ὁποίας οὐδέποτε τὸν ἱκανοποίησε. Ἔζησε πολυτάραχη ζωή, ἐξαιρετικὰ μυθιστορηματικη, μοιρασμένη σὲ τρεῖς, κυρίως, τόπους: στὸν Πειραιᾶ, στὴν Ἀθήνα καί, γιὰ λίγα χρόνια, στὸ Παρίσι. Ὡς εἰδικὸς ἀπεσταλμένος τῆς ἐφημερίδας Ἀκρόπολις βρέθηκε στὴν Πελοπόννησο, στὴν Τεργέστη καὶ στὸ Βερολῖνο, καὶ ὡς πολεμικὸς ἀνταποκριτής της περιῆλθε τὸν νομὸ Χανίων καὶ τὴ Θεσσαλία. Ὡς οἰκοδιδάσκαλος ἐπισκέφθηκε τὴ Δρέσδη, καὶ ὡς ζωγράφος ταξίδεψε στὸ Πήλιο καὶ στὸν Βόλο, στὴ Χίο καὶ στὴ Μυτιλήνη, στὸ Λονδῖνο καὶ στὴ Νέα Ὑόρκη», σημειώνει ὁ κ. Τζάνος στὸ βιβλίο του (σ. 17).

Τὸ βιβλίο τοῦ κ. Τζάνου χωρίζεται σὲ δύο μέρη. Στὸ πρῶτο μέρος ὁ συγγραφέας δίνει μιὰ λεπτομερέστατη βιογραφία τοῦ Γεράσιμου Βώκου, καὶ μιὰ ἀναλυτικὴ περιγραφὴ ὅλης τῆς συγγραφικῆς παραγωγῆς του, παρουσιάζοντας τὰ Πρῶτα Ποιήματα, τὰ ἐκτεταμένα μυθιστορήματά του, τὸν Κύριο Πρόεδρο, τὴν Κατοχή, ποὺ ἀργότερα ὁ ἴδιος ὁ Βῶκος γύρισε σὲ θεατρικὸ ἔργο, τὰ Διηγήματά του δημοσιευμένα σὲ φύλλα τῆς «Ἀκροπόλεως» καὶ τὸν Ἐκτοπισμένο. Ἰδιαίτερο ἐνδιαφέρον παρουσιάζουν οἱ παράγραφοι τοῦ πρώτου μέρους ὅπου ὁ κ. Τζάνος ἀφηγεῖται τὴ δραστηριότητα τοῦ Βώκου στὴν ἵδρυση, στὴν προώθηση καὶ στὴν ὑποστήριξη ἑνὸς ἐξαιρετικοῦ περιοδικοῦ μὲ τίτλο «Ὁ Καλλιτέχνης».

Τὸ δεύτερο μέρος εἶναι ἀφιερωμένο στὴ βιβλιογραφία γύρω ἀπὸ τὸ πρόσωπο καὶ τὸ ἔργο τοῦ Γεράσιμου Βώκου. Ἐδῶ ὁ κ. Τζάνος ἐκπλήσσει τὸν ἀναγνώστη τοῦ βιβλίου του. Φυλλομετρώντας τὶς σελίδες αὐτῆς τῆς βιβλιογραφίας θαυμάζει κανεὶς τὴν μακροχρόνια καὶ μεθοδικότατη ἔρευνά του σὲ ἀρχεῖα, βιβλιοθῆκες καὶ ἐφημερίδες. Ἡ ἀφοσίωση καὶ ἡ ἐπιμονὴ τοῦ κ. Τζάνου εἶναι σπάνια περίπτωση στὰ λογοτεχνικά μας ἤθη. Μολονότι, εὐθὺς ἐξαρχῆς ξεκαθάρισε πὼς δὲν ἀσπαζόταν τὴ νοοτροπία τοῦ Βώκου (σ. 11), δὲν δίστασε ὡστόσο νὰ κάνει μέγα ζήτημα τῆς ζωῆς του μιὰ προσωπικότητα κι ἕνα ἔργο, ποὺ ἀγνοοῦμε τὶς ἀληθινές του διαστάσεις ἕως καὶ σήμερα. Παρὰ ταῦτα ὁ κ. Τζάνος «τὰ ἔδωσε ὅλα» χάριν τοῦ Βώκου. Ἡ περίπτωση εἶναι συγκινητικὴ καὶ λίαν διδακτική, λαμβανομένου ὑπόψη πὼς ὁ κ. Τζάνος εἶναι καὶ ὁ ἴδιος παραγωγικότατος πεζογράφος. Παράλληλα λοιπὸν μὲ τὸ προσωπικό του ἔργο, θυσίασε χρόνο, ἐνέργεια καὶ δὲν ξέρουμε τί ἄλλο ἀκόμα, γιὰ νὰ ἀνασύρει κάθιδρως, φαντάζομαι, ἀπὸ τὰ φύκια τῆς Λήθης, κάποιον μισοπνιγμένον συνάδελφο. Ὁ ἀλτρουϊσμός του εἶναι ἀπαράμιλλος. Μὲ τὸ βιβλίο του ἔσωσε, νομίζουμε, ἕνα ἔργο ποὺ χρειάζεται πιὰ τὸ δικό μας ὀξυγόνο γιὰ νὰ ὀρθοποδήσει καὶ νὰ διεκδικήσει μιὰ θέση στὴ Μνήμη — ἐκεῖ ὅπου ὑπάρχουμε ἢ δὲν ὑπάρχουμε.

ΧΡ. ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ

 

 

«Στη λογοτεχνία όλα μπορούν να συμβούν», φτάνει να το θελήσει ο συγγραφέας

Δημήτρη Καρακίτσου
Δον Υπαστυνόμος
Αθήνα, Αντίποδες, 2020

της ΑΥΓΗΣ ΛΙΛΛΗ

Αποτελεί πλέον αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι τα πεζά έργα του Καρακίτσου είναι, μεταξύ άλλων, παιγνιωδώς αλληγορικά, σουρεαλιστικά σατιρικά και βαθιά αυτοαναφορικά· φαινομενικά “περίεργα”. Εντούτοις, κατακτώντας την καθολικότητα (της ανθρώπινης περιέργειας, των συναισθηματικών εντάσεων, του χιούμορ, της παραδοχής, της ταύτισης, του καλλιτεχνικού συμβεβηκότος) τα ειδολογικά οριακά έργα του Καρακίτσου αφορούν κάθε αναγνώστη, ακόμα και αν αυτά πηγάζουν από τον ανδρικό ψυχισμό (του) και το βίωμα, κατ’ αντιστοιχία του όρου της γυναικείας γραφής ‒ όρου πολυσυζητημένου, πολυερμηνευμένου και πολυπαθούς και βεβαίως όχι ζητήματος που αφορά αυτό το σημείωμα. Αν όμως υπάρχει η γυναικεία γραφή, υπό την αποδεκτή έννοια της γραφής εκείνης που προκύπτει από τη γυναικεία (βιολογική και κοινωνική) εμπειρία και ψυχισμό, υπάρχει βεβαίως και η αντίστοιχης επιχειρηματολογίας ανδρική – θα μπορούσε κανείς εύκολα να σκεφτεί τα χαρακτηριστικά παραδείγματα του Πέτρου Τατσόπουλου και του Θανάση Χειμωνά μέχρι τα πιο πρόσφατα έργα του Άκη Παπαντώνη, του Ιάκωβου Ανυφαντάκη και του Χρίστου Κυθρεώτη. Στην περίπτωση του Καρακίτσου όμως συμβαίνει κάτι εντελώς διαφορετικό· θα τολμούσαμε να πούμε ότι η πηγή είναι το στερεοτυπικά “αγορίστικο βίωμα”, που αντλείται εν προκειμένω από τη νοσταλγική εμπειρία των κόμικ, του Μπλεκ, της Περιπέτειας, των αστυνομικών νουάρ των ζεν πρεμιέ, του κυνηγητού, του κρυφτού, της αλάνας.

(περισσότερα…)

Η εξέλιξη της σκέψης του Όσβαλντ Σπένγκλερ

~.~

Από την Παρακμή της Δύσης στο Ο Άνθρωπος και η Τεχνική

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΔΡΙΤΣΑ

Είναι συχνό το φαινόμενο να ακούμε την μομφή, κατά του σύγχρονου Δυτικού Πολιτισμού, πως αυτός βρίσκεται σε μια κατάσταση «παρακμής και αποσύνθεσης». Αυτή η θέση υιοθετήθηκε και υιοθετείται από όλες τις πολιτικές παρατάξεις κατά καιρούς. Αυτό, όμως, που γνωρίζουν μόνο λίγοι είναι ότι την επιχειρηματολογία για μια τέτοια διατύπωση, την διατύπωσε πρώτος ο Όσβαλντ Σπένγκλερ με το δίτομο έργο του Παρακμή της Δύσης, και στην συνέχεια με τα υπόλοιπα συμπληρωματικά προς αυτό βιβλία του, κυρίως δε το Ο Άνθρωπος και η Τεχνική.

Το τι αναφέρει στις περισσότερες από χίλιες σελίδες του έργου αυτού, με την τόσο εκτενή βιβλιογραφία, θα το αναλύσουμε, συνοπτικά, παρακάτω, όσον αφορά κυρίως την εκ μέρους του ερμηνεία της Ιστορίας, και τις προβλέψεις του σχετικά με την «άνοδο της Τεχνικής» και τον «Καισαρισμό».

Προτού ξεκινήσουμε την ανάλυση, όμως, πρέπει να σκιαγραφήσουμε την εποχή μέσα στην οποία έζησε και έγραψε ο Σπένγκλερ. Ο φιλόσοφος, καταρχάς, δεν εμφανίστηκε σαν ένα μεμονωμένο φαινόμενο, αλλά, αντίθετα, ήταν ένας από τους σημαντικότερους εκφραστές μιας ανομοιογενούς ιδεολογικής τάσης, που αργότερα ονομάστηκε «Συντηρητική Επανάσταση». Αυτή η τάση  νέων, κυρίως, φιλοσόφων και θεωρητικών, επηρεασμένη αρκετά από τον Νίτσε, εμφάνισε μια έντονη ριζοσπαστική μορφή. Είχε ως σκοπό να ξεπεράσει τον απλό φιλελευθερισμό, τον παλιό συντηρητισμό και την αριστερά της εποχής, με μια νέα πολιτική θέση και αντίληψη. Μια αντίληψη που δεν βασιζόταν, όμως, σε οικονομοκεντρικά, αλλά σε πολιτικοφιλοσοφικά κριτήρια· θέτοντας, μάλιστα, τα πρώτα δομημένα ερωτήματα σχετικά με το ζήτημα της τεχνολογίας, που αργότερα θα γινόταν γνωστή ως «η διαμάχη για την τεχνολογία», κατά πως περιγράφει ο Τζέφφρυ Χερφ στο βιβλίο του Αντιδραστικός Μοντερνισμός.

Μέσα σε ένα τέτοιο πλαίσιο αμφισβήτησης και ιδεολογικών ανακατεμάτων, λόγω ακριβώς  έλλειψης σταθερού πυρήνα, ο Σπένγκλερ όχι μόνο στράφηκε κατά όσων θεωρούσε «κακώς κείμενα» της εποχής του, αλλά και κατά του ίδιου του Κοσμοαντιληπτικού πλαισίου της εποχής του και δη κατά της Ιστορικής ερμηνείας και του τρόπου με τον οποίο όριζαν μέχρι τότε την Ιστορία, ως «προοδευτική διαδικασία».

Πιο συγκεκριμένα, ο Όσβαλντ Σπένγκλερ ξεκινώντας από μια, εκ διαμέτρου, διαφορετική αντίληψη κατέληξε σε εναλλακτική ερμηνεία της Ιστορίας και δεν αναγνώρισε σε αυτήν καμιά γραμμική και αιτιοκρατική συνέπεια. Για το φιλόσοφο η Ιστορία δεν ήταν κάτι μηχανικό ούτε κάτι που μπορούσε να προσδιοριστεί ή να περιοριστεί σε ένα απλό χωροχρονικό πλαίσιο αλληλοδιαδοχής, όπως το σύνηθες ιστορικό σχήμα «Αρχαιότητα – Μεσαίωνας – Νέοι Χρόνοι».

Το οποίο, όπως μας αναφέρει,  θεωρεί «ένα δημιούργημα της μαγικής αίσθησης του κόσμου, το οποίο πρωτοεμφανίστηκε στην περσική και την εβραϊκή θρησκεία μετά τον Κύρο, στη διδασκαλία του βιβλίου Δανιήλ για τους τέσσερις αιώνες [ή τέσσερα βασίλεια] έλαβε μια αποκαλυπτική διατύπωση και στις μεταχριστιανικές θρησκείες της Ανατολής, προπάντων στα Γνωστικά συστήματα, διαμορφώθηκε ως παγκόσμια θρησκεία». Χωρίς να σημαίνει αυτό ότι ο ίδιος δεν διέπεται από έναν ιδιότυπο «ιστορικισμό», αφού συνδεόταν με τον πνεύμα της χώρας και της εποχής του.

Η γραμμική αυτή πρόσληψη της Ιστορίας, για αυτόν, βρισκόταν σε μια εκ δια μέτρου αντίθετη πορεία με την ίδια τη φύση της πραγματικότητας· προσπαθώντας να φέρει ικανοποίηση με την καλλιέργεια της ελπίδας έναντι του φόβου του βιολογικού τέλους, και προσφέροντας έτσι μια μεταφυσική διαφυγή στο Μέλλον. Είναι το αίσθημα του ανθρώπου που κλίνεται στο δικό του νοητικό  κόσμο και εαυτό και ερμηνεύει όσα τον αφορούν με μια λογική ακραιφνώς συμβολική και αιτιοκρατική.

Με αυτόν τον τρόπο η ερμηνεία της Ιστορίας εξελίχθηκε σε μια απλή καταγραφή γεγονότων και μια φιλολογική παρομοίωση προσώπων και καταστάσεων, χωρίς κάποια εσώτερη λογική, αφού για τους εκφραστές της, κατά τον Σπένγκλερ, η Ιστορία πορευόταν προς μια συνεχή πρόοδο, η οποία, μάλιστα,  είχε υπερκεράσει τις αδυναμίες του Παρελθόντος και δεν χρειαζόταν να παραδειγματιστεί από αυτό. Ο κόσμος λοιπόν δεν είχε κάτι το δυσερμήνευτο για την αντίληψη αυτή, πόσω μάλλον το Παρελθόν καθώς και το Μέλλον.

Ο Όσβαλντ Σπένγκλερ ξεκινώντας από μια εκ διαμέτρου αντίθετη αντίληψη κατέληξε σε διαφορετική Ερμηνεία της Ιστορίας και δεν αναγνώρισε σε αυτήν καμιά γραμμική και αιτιοκρατική συνέπεια. Για το φιλόσοφο η Ιστορία δεν ήταν κάτι μηχανικό ούτε κάτι που μπορούσε να προσδιοριστεί και να περιοριστεί σε ένα απλό χωροχρονικό πλαίσιο αλληλοδιαδοχής, όπως το σύνηθες σχήμα Αρχαιότητα – Μεσαίωνας – Νέοι Χρόνοι. Παρότι αναγνωρίζει ότι αυτή η σκέψη καλύπτει μια επιταγή της αυτοσυνείδησης του Δυτικοευρωπαίου. Αυτή η παραλλαγμένη εσχατολογική θέση, λοιπόν, όποια σημασία και αν είχε σαν αντίληψη, όταν πρωτοεμφανίστηκε, δεν ήταν τίποτε άλλο παρά μια αναγκαιότητα της εποχής, και δεν μπορούσε παρά να χάσει κάθε νόημα όταν οι μεταγενέστεροι την συνέλαβαν διανοητικά και  σαν βασική προϋπόθεση της επιστημονικής σκέψης.

Η «παγκοσμιότητα», λοιπόν, και η «οικουμενικότητα» του Ιστορικού αυτού συστήματος δεν ήταν τίποτα άλλο από μια πορεία με αρχικά και τελικά στάδια, που όχι μόνο ήταν περιορισμένη, αποκλείοντας άλλους πολιτισμούς από την θέασή της, αλλά ταυτόχρονα περιόριζε και δυσερμήνευε, κατά τον φιλόσοφο, την πραγματική σημασία λέξεων όπως «άνθρωπος», «πολιτισμός» και «Ιστορία».

Έτσι λέξεις και φράσεις της εποχής με ευρεία οπτική, όπως «ανθρωπότητα» και «ανθρώπινος πολιτισμός», δεν είχαν καμιά πραγματική αξία για την σπενγκλεριανή Ιστορική οπτική καθώς δεν προσδιόριζαν τίποτα άλλο από κάτι γραμμικό και μηχανικό σε αντίθεση με το ζωντανό Γίγνεσθαι που περικλείει την Ζωή και έτσι και την ίδια την Ιστορία. Χωρίς ο ίδιος όμως να απορρίπτει μια κοινή ιστορία του ανθρωπίνου πολιτισμού, ιδιαίτερα στην δεύτερη φάση της συγγραφικής του πορείας, μετά το 1924, απλά την ερμηνεύει με δικό του τρόπο.

Η πρόθεση του Σπένγκλερ ήταν σε αντίθεση με αυτή τη, κατά αυτόν, περιορισμένη ματιά στα Γεγονότα – άρα και στο Γίγνεσθαι, να καλλιεργήσει μια άλλη Φιλοσοφία για την Ερμηνεία της Ιστορίας, την οποία ονόμασε Φυσιογνωμική, ως μια μορφή  ιστορικής συγκριτικής μορφολογίας των πολιτισμών. Με αυτήν  θα επιτυγχανόταν, κατά αυτόν, να παρουσιαστεί η Ιστορία, με μια μορφή μεγαλύτερης ζωτικότητας και δυναμικότητας. Πλέον, τα πάντα, θα αξιολογούνταν οργανικά με βάση τη πολιτισμική και ψυχική διαφοροποίηση των επιμέρους πολιτισμών, και ταυτόχρονα θα συγκρίνονταν τα στάδιά τους, ώστε να εξεταζόταν η εσώτερη βούλησή τους που αποκαλούσε ο ίδιος «Πεπρωμένο». Δηλαδή αυτή η πρωτογενής  δημιουργός δύναμη που αποτελεί την ψυχή αυτών των πολιτισμών, οι οποίοι όντας κάτι ανάλογο με τον ανθρώπινο οργανισμό έχουν παρόμοια πορεία  Γέννησης,  Ακμής,  Παρακμής και Θανάτου.

Αφού διευκρινίσαμε, περιληπτικά,  το ζήτημα της ιστορικής ματιάς του φιλοσόφου καιρός να προχωρήσουμε ζήτημα περί της «ανόδου του τεχνολογικού πολιτισμού» και του Καισαρισμού.

 

 

Ξεκινώντας, Αρχικά πρέπει να κατανοήσουμε πως ο Δυτικός πολιτισμός ανήκει στους 8 ανώτερους πολιτισμούς, με βάση την ορολογία του Σπένγκλερ, τους οποίους θεωρεί ο φιλόσοφος μεγάλους· οι υπόλοιποι 7 είναι: 1) ο Βαβυλωνιακός Πολιτισμός , 2) ο Αιγυπτιακός Πολιτισμός, 3) ο Κινεζικός Πολιτισμός, 4) ο Ινδικός Πολιτισμός, 5) ο Πολιτισμός των Μάγιας-Αζτέκων ή Μεξικανικός Πολιτισμός, 6) ο Ελληνορωμαϊκός ή «Απολλώνιος» Πολιτισμός, κα;ι τέλος 7) ο Αραβικός ή «Μαγικός» Πολιτισμός.

Ο Δυτικός ή «Φαουστικός» Πολιτισμός διαφέρει βέβαια από τους άλλους επειδή  έχει σαν γνώμονα το «Εγώ» και όχι το «Εμείς» και το «Κοσμοείδωλό» του, δηλαδή ο τρόπος που ερμηνεύει τον κόσμο, βασίζεται σε μια, συνδεόμενη με την ψυχική βούλησή του και την πρωταρχική πίστη του σε μια «άπειρη θεότητα», «μηχανική εικόνα της φύσης», που στηρίζεται στην «φαουστική τάση προς το άπειρο» και σε μια άμεση σύνδεση, όχι με κάποιον τόπο, όπως οι άνθρωποι της αρχαιότητας,  ή κάποια μορφή θρησκευτικής «συναίνεσης», όπως οι άνθρωποι του «μαγικού πολιτισμού», αλλά με την Ιστορία και με μια αίσθηση χωρικής «ευρύτητας». Η «ψυχή» του Δυτικού Πολιτισμού, εξάλλου, όπως φαίνεται από τον τρόπο της μορφικής  έκφρασής της, τόσο καλλιτεχνικά όσο και γενικότερα πνευματικά, κρύβει μια αναμονή της «αθανασίας» μετά το «σωματικό τέλος». Αυτή η κατάσταση δημιουργεί εντός του μια πόλωση ανάμεσα στην πλήρη «διανοητικοποίηση» και στον «ψυχικό διχασμό», μια κατάσταση τόσο απόλυτη για τον φιλόσοφο που μάλλον δεν θα αφήσει περιθώρια εμφάνισης ενός νέου πολιτισμού, όταν αυτός καταρρεύσει, παρά μόνο από την «επόμενη χιλιετία». Ποια είναι, όμως, η σχέση της τεχνικής και της εξέλιξης του ανθρώπινου πολιτισμού;

Ο Άνθρωπος, λοιπόν, κατά πως διευκρινίζεται στο Ο Άνθρωπος και η Τεχνική αλλά και πρωτύτερα στην Παρακμή της Δύσης, είναι ένα «αρπακτικό όν» και «περιπλανώμενο ζώο». Σαν τέτοιο βρίσκεται σε μια συνεχή και επιθετική  κατάσταση κίνησης και έντασης, που το αποτρέπει να προσδένεται, για πάντα, στην γη, όπως κάνουν τα, βρισκόμενα πάντα σε άμυνα, φυτοφάγα ζώα, τα οποία αποτελούν, συνεχώς, τα «θηράματα» για τα αρπακτικά,  αλλά, αντίθετα, βλέπει «τον κόσμο ως λεία».

Έτσι, το «πεπρωμένο των φυτοφάγων» και το «πεπρωμένο των αρπακτικών» διαφοροποιείται, με τα μεν πρώτα να «απειλούνται, καταπιέζονται, εκθηλύνονται, καταρρακώνονται» από το «πεπρωμένο» τους το οποίο απλά «υφίσταται» πάνω τους, ενώ τα δεύτερα «εξυψώνονται», μέσω της «ισχύος», της «νίκης», της «υπερηφάνειας» και του «μίσους». Καθώς ταυτίζονται με το πεπρωμένο τους και αντιλαμβάνονται την πάλη «μικρόκοσμου» και «μακρόκοσμου» όχι ως σοπενχαουρικό και δαρβινιστικό «struggle for life» (αγώνας για ζωή), αλλά ως νιτσεϊκή «amor fati» (αγάπη της μοίρας), την οποία φτάνει ο άνθρωπος στο ύψιστο βαθμό γινόμενος, όπως θα δούμε στην συνέχεια, μέσω της «τεχνικής» και ξεπερνώντας τους περιορισμούς του «είδους», ο «δημιουργός της τακτικής της ζωής του».

Λόγω αυτής του της ιδιότητας, σαν «εφευρετικού αρπακτικού», ο άνθρωπος, δεν βασίζεται μόνο στις βασικές αισθήσεις, όπως τα άλλα αρπακτικά, αλλά, αντιθέτως, έχει κάτι που το ξεχωρίζει και αυτό είναι το χέρι του, ως μέσο ενίσχυσης της δράσης του· όχι, μόνο ως μέσο επιβολής της  παρουσίας του στον χώρο, αλλά και σαν μέσο για την κατασκευή εργαλείων, τα οποία αποτελούν την πρακτική προέκταση του χεριού του. Έτσι, περνάει, σιγά σιγά, σε ένα πρακτικό επίπεδο από το οποίο προέρχεται η τεχνική, και από την «νόηση του ματιού» του απλού αρπακτικού, προχωράει στην «νόηση του χεριού», με την οποία  καθίσταται «δημιουργικό ον» και ικανός να «πράττει» και να χειρίζεται την  υπόλοιπη φύση ως «υπόβαθρο, αντικείμενο και μέσο».

Μέσα από την αρχική αυτή εξέλιξη οι άνθρωποι, περίπου από το 5000 π.Χ., άρχισαν να κατανοούν την ανάγκη συμμετοχής σε μεγαλύτερες ομάδες, και την χρήση λέξεων και επικοινωνιακών μοτίβων, με σκοπό την λειτουργική συνεννόηση, μέσω του «έναρθρου λόγου», δηλαδή της γλώσσας, για την πραγμάτωση της «συλλογικής πράξης» ενός «εγχειρήματος». Ήταν, πλέον, αναγκαίο, για την καλύτερη δυνατή εφαρμογή, η τεχνική να χωριστεί: α)στην «τεχνική της καθοδήγησης» και β)στην «τεχνική της εκτέλεσης» που αντιστοιχούν σε δύο διαφορετικούς τύπους ανθρώπων. Είναι το πέρασμα από τον Πολιτισμό του «οπλισμένου χεριού»  στον Πολιτισμό της «ομιλίας και τους εγχειρήματος», οι οποίοι διαφοροποιούνται πλήρως μεταξύ τους, καθώς οι πρώτοι δεν εξελίσσονται σε «ανώτερους πολιτισμούς».

Σε αυτούς τους «ανώτερους πολιτισμούς» υπάρχει διάκριση ανάμεσα στην «προσωπικότητα»  και την «μάζα», στην λειτουργική διάνοια και τα εκτελεστικά όργανα- τα υποκείμενα και τα αντικείμενα της εξουσίας. Αυτή η διάκριση συντρέχει όλη την πορεία ενός πολιτισμού, κατά τον φιλόσοφο, και διαμορφώνει τις κοινωνικές σχέσεις.

Μέσα από το αρχικό αυτό πέρασμα της «ανθρωπότητας», στους «ανώτερους πολιτισμούς», δημιουργούνται οι πρώτες πόλεις, οι οποίες δε συνδέονται πλέον με την γη, όπως συνδέονταν οι πολιτισμοί του «οπλισμένου χεριού», ούτε με τους «άξεστους αγρότες», που με το αγροτόσπιτο και το χωριό τους συνδέονται με μια πιο «φυτική κατάσταση» έξω από τον χρόνο και την ιστορία, αλλά με την «διάνοια» και την «εκριζωμένη σκέψη». Με την εμφάνιση των πρώτων μικρών πόλεων, δηλαδή των φεουδαρχικών και συνδεδεμένων με το έδαφος κωμοπόλεων,   δημιουργείται μια πρώτη «ιεραρχική διαστρωμάτωση» της «κοινωνίας» και μαζί της οι «πρωτογενείς τάξεις», δηλαδή οι ευγενείς και ο κλήρος, οι οποίοι μέσω των μεταξύ τους συγκρούσεων για εξουσία διαμορφώνουν τις πρώιμες, αλλά και πιο όψιμες πολιτισμικές εποχές, ενός «ανώτερου πολιτισμού».

Ο «Βίκινγκ του αίματος» ευγενής, ο οποίος περιφρονεί τους πολλούς και ζηλεύει μόνο τους ομοίους του, είναι αυτός που εκφράζει, ακόμη και μέσω των μορφών του πολεμιστή και του τυχοδιώκτη, ένα «πεπρωμένο» και μια υποταγή της «διάνοιας» στην υπηρεσία της ζωής, μέσα στον κόσμο των γεγονότων. Αντίθετα ο «Βίκινγκ της διάνοιας» ιερέας, ακόμη και μέσω των μορφών του λόγιου και του φιλοσόφου, σκέφτεται αιτιοκρατικά και υποτάσσει την ζωή στην «διάνοια», και στον κόσμο των «αληθειών». Επιπροσθέτως, ενώ οι ευγενείς, οι οποίοι συνδέονται με την γη, είναι  «ενσαρκωμένη ιστορία» και «φυλή», άρα συνδέονται με την «ιστορία» όντας «κοσμικοί» και «φυτικοί», οι ιερείς είναι συνδεδεμένοι με την αιτιοκρατική φύση, ως κατεξοχήν αντι-τάξη, όντες  «μικροκοσμικοί» και «ζωικοί».

Μέσα, όμως, στους ίδιους τους ευγενείς γεννιέται μια τάξη πολεμική-στρατιωτική και μια τάξη εμπορική-χρηματική, οι οποίες εκφράζουν την αρχική σύγκρουση πολιτικής και οικονομίας, όπως θα δούμε και στην συνέχεια της παρούσης εργασίας. Η πολιτική, η οποία εκφράζει τον αγώνα και τον «πόλεμο με άλλα μέσα», μαζί με το δίκαιο και τις εδαφικές κατακτήσεις, συνδέεται με την «αίσθηση της εξουσίας, και με μια θέληση για υποταγή της οικονομίας στο κράτος. Ενώ, αντίθετα, η οικονομία, μαζί με το εμπόριο και το χρήμα, συνδέεται με την «αίσθηση της λείας» και την αντίστοιχη θέληση να αποδυναμωθεί το κράτος. Κι αυτή είναι μια πρώτη σύγκρουση στην «παγκόσμια ιστορία» γύρω από το Κράτος, μέσα από το οποίο συγκροτείται, μόνο από ιστορικούς λαούς που έχουν συμπτυχθεί σε Έθνη, πολιτισμός.

Αργότερα εμφανίζεται και η τρίτη τάξη των αστών, ο οποίος θα διαδραματίσει, μέσω της «μεγαλούπολης», που θα αρχίσει να δημιουργείται και να απορροφά την επαρχία και τις κωμοπόλεις, οι οποίες μετατρέπονται σε «επαρχία», σημαντικό ρόλο στην πορεία του όψιμου «πνευματικού πολιτισμού» ενσωματώνοντας ιδιότητες από τις δύο προηγούμενες τάξεις.

Συνεχίζοντας την ανάλυση, η πολιτισμική αυτή εξέλιξη και το πέρασμα από το «Φθινόπωρο» στον «Χειμώνα» του πολιτισμού, δηλαδή από το τελευταίο στάδιο του «Πνευματικού Πολιτισμού» στον «Τεχνικό Πολιτισμό», που σηματοδοτείται χρονικά με το πέρασμα στον 19ου αιώνα,  διαμορφώνει ένα άλλο περίγυρο στον κόσμο. Η τεχνική αρχίζει να «πλάθει» την μηχανή, η οποία, με την Βιομηχανική Επανάσταση, κυριεύει και υποδουλώνει, σιγά σιγά, την ανθρώπινη ύπαρξη και την εγκλωβίζει· ξεπερνώντας, μάλιστα, τα όρια τόσο στο ζήτημα της καταστροφής του φυσικού περιβάλλοντος, πάνω στην προσπάθεια να κυριαρχήσει πάνω του, όσο και την ίδια την εξάρτησής της από την οικονομία της ζήτησης και της προσφοράς, μέσω της υπερπαραγωγής της.

Το υφιστάμενο στάδιο του παρόντος Πολιτισμού κατά αυτόν είναι το αντίστοιχο των τελευταίων αιώνων του Αρχαίου Κόσμου. Είναι μια εποχή συμμάζωξης των αγροτικών πληθυσμών της υπαίθρου στις Μεγαλουπόλεις, και μετατόπιση του κέντρου βάρους από την αγροτική ύπαιθρο και το αγροτόσπιτο, δηλαδή το φυσικό περιβάλλον, στο ακραιφνώς τεχνητό «περιβάλλον», που συμβολίζει η Κοσμόπολη, δηλαδή η διευρυμένη και γιγαντιαία πόλη. Η μετάβαση, δηλαδή, από την φάση της Κουλτούρας (Kultur) στην φάση του Πολιτισμού (Zivilization), δηλαδή από την πνευματική στην τεχνολογική φάση του πολιτισμού, μια διάκριση που ο Νόρμπερτ Ελίας, στο Α΄ τόμο της μελέτης του Η Εξέλιξη του Πολιτισμού, εντοπίζει τις ρίζες της μέσα στην προνεωτερική γερμανική κοινωνία .

Μέσα από την εμφάνιση της μηχανής και το πέρασμα στον τεχνολογικό πολιτισμό αρχίζει μια περίοδος στην οποία οι μεγαλουπόλεις μεταλλάσσονται σε τεράστιες «Κοσμοπόλεις», τα μέρη αυτά όπου το πνεύμα, εννοώντας την λογική αφαιρετική σκέψη, απελευθερώνεται πλήρως και οι οποίες μετατρέπουν την «μητέρα γη του πολιτισμού», που τις γέννησε κατά τον φιλόσοφο, σε αυτό που ονομάστηκε με ευρεία έννοια «επαρχία» δημιουργώντας έναν νέο διαχωρισμό ανάμεσα στους «κοσμοπολίτες» κατοίκους τους  και στους «επαρχιώτες».

Σε αυτές τις «Κοσμοπόλεις», λοιπόν, όπου κυριαρχεί ο υλισμός, ως τρόπος σκέψης και πράξης, του «καπιταλισμού» που, για τον φιλόσοφο, αποτελεί τρόπο θέασης των πραγμάτων και όχι, αποκλειστικά, οικονομικό όρο, βρίσκει νόημα μια τέταρτη η μάζα των εύκολα διαχειρίσημων «νομάδων των κοσμοπόλεων», οι οποίοι, κατά τον φιλόσοφο, προτιμούν να πεθάνουν μέσα σε αυτές παρά να επιστρέψουν στην ύπαιθρο. Από την κατάσταση αυτή προκύπτει, κατά αυτόν, μια σταδιακή νίκη μιας δεσποτικής και πρωτόγονης στην ουσία της πολιτικής εξουσίας μέσα στο πλαίσιο, όμως, ενός εξαιρετικά πολιτισμένου περιβάλλοντος, που θα εκφραστεί από σύγχρονους Καίσαρες, οι οποίοι αποτελούν, θα λέγαμε, μια μορφή μετεξέλιξης των παραδοσιακών ευγενών – αλλά, σε αντίθεση με αυτούς, είναι κατεξοχήν γεννήματα του «τεχνικού πολιτισμού», πάνω στις ανεξέλεγκτες, πλέον, δυνάμεις του χρήματος, δηλαδή το χρηματιστηριακό και τραπεζικό «κεφάλαιο», το οποίο διαφοροποιείται, σταδιακά, από τον βιομηχανικό καπιταλισμό.

Οι Καίσαρες αυτοί θα βγουν μέσα από την σύγχρονη «Δημοκρατία», όπως έγινε στην Αρχαία Ρώμη με τον Ιούλιο Καίσαρα. Σκοπός του Σπένγκλερ ήταν να έχουν κέντρο τους τη Γερμανία. Με την μορφή όχι ενός «καισαρικού έθνους», αλλά, μάλλον, με αυτήν μιας κυριαρχίας ατόμων γερμανικής καταγωγής στην παγκόσμια πολιτική σκηνή μιας αυτοκρατορίας. Επίσης επέλεξε το «πρωσσικό» πνεύμα για να εκφράζει την καισαρική  αυτή εξουσία, το οποίο μάλιστα μέσα από έναν ιδιότυπο οργανικό «σοσιαλισμό», ως έκφραση μιας ισχυρής κρατικής οργάνωσης, θα αποκτούσε πλήρη πολιτική μορφή στην Γερμανία.

Κλείνοντας, πρέπει να ειπωθεί ότι ανεξαρτήτως του αν συμφωνεί ή όχι κάποιος με τις συντηρητικοφανείς, ιδιόρρυθμες, εκκεντρικές και προκλητικές θέσεις του φιλοσόφου και των μαθητών του, δεν μπορεί να αρνηθεί την επικαιρότητα κάποιων παρατηρήσεών του σχετικά με το σήμερα. Ειδικά τα ζήτημα κάποιων ενυπάρχουσων, ανεξέλεγκτων και αντιδημοκρατικών τάσεων που ενέχονται, ίσως, μέσα στην ίδια την σύγχρονη, ολοένα και πιο σύνθετη, μορφή τεχνολογίας, καθώς και σε ποιες συγκεντρωτικές μορφές εξουσίας μπορεί να οδηγήσει αυτή, μέσω της ενδεχόμενης παθητικοποίησης των σύγχρονων ανθρώπων.

Έτσι, αν και δεν έχει νόημα να εμμένουμε σε οποιαδήποτε ακλόνητη πίστη των όσων έγραψε ο Σπένγκλερ, πρέπει να έχουμε στο μυαλό μας, ότι τα όποια ερωτήματα για τον κόσμο και την πορεία του προκύπτουν, όπως πολύ σωστά παρατηρεί ο μελετητής του Κωνσταντίνος Γεωργούλης, σε περιόδους απτής πολιτικοκοινωνικής κρίσης του περιγύρου του ανθρώπου και δεν είναι απλά νοητικά κατασκευάσματα.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΔΡΙΤΣΑΣ

 

 

 

Στους λαβυρίνθους της ιστορίας

~.~
Λίλα Τρουλινού, Το ίδιο χώμα – Κατεβαίνοντας
τις ανηφόρες της Ιστορίας, Περισπωμένη 2021

της ΑΝΝΑΣ ΛΑΜΠΑΡΔΑΚΗ

Το τρίτο βιβλίο της Λίλας Τρουλινού με τίτλο Το ίδιο χώμα και υπότιτλο Κατεβαίνοντας στις ανηφόρες της ιστορίας, είναι ένα μυθιστόρημα με θέμα το ταξίδι στον χρόνο δύο εφήβων σε ένα ορεινό χωριό της Κρήτης. Πρόκειται για ένα ταξίδι αναζήτησης γνώσης και ταυτότητας, που συντελείται σε επίπεδο προσωπικό, ιστορικό και ευρύτερα πολιτισμικό, μέσω μιας αφήγησης στην οποία η πραγματικότητα διαπλέκεται με την ιστορία, το παραμύθι και τη φαντασία σε μια ιδιαίτερη σύνθεση.

Στη σύντομη εισαγωγή στο ξεκίνημα της αφήγησης, που λειτουργεί προγραμματικά ως άξονάς της, ο βασικός ήρωας-αφηγητής Χρυσάφης Ροδοκανάκης αυτοσυστήνεται στον αναγνώστη. Προσδιορίζει ως έτος  ολοκλήρωσης του μυθιστορήματος το 2017, όταν μέσα από ένα δερματόδετο κόκκινο και μαύρο τετράδιο ανακαλεί την εποχή που, ως δεκαπεντάχρονος έφηβος, πριν από 14 χρόνια, ορφανός από πατέρα, ζούσε με τη μητέρα του Χρυσώ, φιλόλογο, στις Μέλαμπες του νομού Ρεθύμνης της Κρήτης. Μελετά εκ νέου, επεξεργάζεται  και συμπληρώνει το υλικό του τετραδίου, δηλαδή ένα αφηγηματικό κείμενο που αφορά ένα «μαγικό» ταξίδι πίσω στον χρόνο, σημειώσεις και βιβλιογραφία που είχε ο ίδιος κρατήσει στην Πανεπιστημιακή Βιβλιοθήκη Ρεθύμνου, πριν από την περιπλάνησή του στα μονοπάτια της Ιστορίας του τόπου του. Έτσι αναπλάθει μυθιστορηματικά αυτό το ταξίδι το οποίο πραγματοποίησε μαζί με τον αγαπημένο του συμμαθητή και φίλο Αγγελή Τρουλλινό, που ζούσε στο ίδιο χωριό με τη γιαγιά του Καλή, τον παππού του Αντρουλή  και  τον αδελφό του Χαρίδημο, λυράρη και εραστή της μητέρας του αφηγητή.

Το μυθιστόρημα δομείται σε τέσσερις κύριες ενότητες με αντίστοιχους τίτλους: Κάθοδος, Καθαρτήριο, Ίσκιοι, Ουράνιοι Δρόμοι. Σε επόμενη ενότητα με τίτλο “Οι σημειώσεις μου από το κόκκινο και μαύρο τετράδιο” παρατίθενται από τον ίδιο τον αφηγητή-ήρωα πληροφορίες για τα ιστορικά πρόσωπα και τα γεγονότα του έργου, γλωσσάρι, επιλογή βιβλιογραφίας και χάρτες των περιοχών στις οποίες κινήθηκαν  οι ήρωες.

(περισσότερα…)

Μια συνάντηση με τον Γιώργη Μανουσάκη

 

του ΜΙΧΑΛΗ ΒΙΡΒΙΔΑΚΗ

Ήταν λίγα χρόνια μετά που άρχισε να λειτουργεί το Θέατρο Κυδωνία στα Χανιά όταν ένα πρωί καθώς δούλευα μόνος στο γραφείο μου, άκουσα ή μου φάνηκε πως άκουσα έναν χαμηλό και απροσδιόριστο ήχο στην εξωτερική πόρτα του θεάτρου. Σταμάτησα την εργασία μου να αφουγκραστώ, όμως επειδή δεν άκουγα κάτι που να επιβεβαιώνει την αρχική μου εντύπωση, υπέθεσα πως θα ήταν κάποιος ήχος από την πολύβουη οδό Υψηλαντών και συνέχισα την εργασία μου. Δεν πέρασαν λίγα λεπτά και όλως περιέργως άκουσα τώρα από το φουαγιέ του θεάτρου, ακόμη δηλαδή πλησιέστερα σε μένα, κάτι σαν τον ήχο μιας χαμηλόφωνης διακριτικής  φωνής που ρωτούσε το γνωστό σε όλους «είναι κανείς εδώ;», παίρνοντας ταυτόχρονα όλες τις προφυλάξεις ώστε να μην ενοχλήσει την ατμόσφαιρα του θεάτρου στην περίπτωση που στην διπλανή αίθουσα εξελισσόταν κάποια πρόβα. Υπέθεσα πως θα ήταν κάποιος θεατής που θα ανέβηκε τις σκάλες για να ζητήσει εισιτήριο για την παράσταση, εντούτοις ήταν ανεξήγητο σε μένα πώς από τη θέση του γραφείου όπου ευρισκόμουν δεν άκουσα, καίτοι είχα στρέψει την προσοχή μου, βήματα ή έστω θρόισμα ανθρώπου να ανεβαίνει τα πολλά σκαλοπάτια της εισόδου για να φτάσει στο φουαγιέ. Ξαφνιασμένος ομολογώ από τον αναπάντεχο άγνωστο επισκέπτη, βγήκα από το γραφείο βιαστικά για να τον συναντήσω. Και τότε βρέθηκα μπροστά στον Γιώργη Μανουσάκη.

Τον αναγνώρισα αμέσως καθώς είχαμε συστηθεί πρόσφατα μετά το τέλος της παράστασης που παιζόταν τότε, λέγοντας τα εντελώς τυπικά στον λίγο χρόνο που είχαμε στη διάθεσή μας. Τον καλωσόρισα εγκάρδια και τον κάλεσα στο γραφείο να καθίσει για λίγο. Δέχτηκε κι έτσι τώρα μπορούσα να τον παρατηρώ χωρίς περισπασμούς. Το πρώτο πράγμα που μου έκανε εντύπωση στην επαφή μας αυτήν, ήταν η ακραία ευαισθησία του ανθρώπου που ναι μεν ήταν συμβατή με την πνευματικότητα ενός λογίου όμως ήταν εντελώς ασυνήθιστη ως προς την τυπική συμπεριφορά των Κρητών που μιλούν με βροντερή φωνή και χειρονομούν ζωηρά, τόσο που πολλές φορές αγγίζουν, επιτρέψτε μου να το πω, τα όρια της τραχύτητας. Μια ευαισθησία που ξεχείλιζε στους τρόπους, στη φωνή, στο βλέμμα, στην χειρονομία, στην περπατησιά και περιέβαλλε τον άνθρωπο δίνοντάς του μια αίσθηση ευθραυστότητας, σαν να μην ανήκε μόνο στον πραγματικό κόσμο αλλά να ανήκε εξ ίσου και στον κόσμο της φαντασίας, της ονειροπόλησης, σαν να επρόκειτο καλύτερα για ένα πλάσμα της λογοτεχνίας που ξέφυγε από τις σελίδες κάποιου βιβλίου, πήρε για μια στιγμή μπροστά μου σάρκα και οστά και κινδύνευε τώρα με μιαν αδέξια  κίνηση ή φράση μου να διαλυθεί στον αέρα σαν οφθαλμαπάτη ή σαν ένα απ’ αυτά τα όνειρα που βλέπουμε καμιά φορά τις πρωινές ώρες μεταξύ ύπνου και ξύπνιου.

Χαιρετιστήκαμε. Το χέρι μου συναντήθηκε με το δικό του αφήνοντας ανάμεσα στις δυο παλάμες ένα κενό που μόλις και σου επέτρεπε να αισθανθείς την υφή ενός αβρού, τρυφερού δέρματος, που με έκανε να υποθέσω πως δεν θα είχε ιδέα από χειρονακτικές εργασίες πέρα από το να γράφει με το μολύβι. Αν θα συνέκρινα την ευαισθησία του με κάποιου από τους γνωστούς μου λογοτέχνες που μέχρι σήμερα, που γράφω αυτές τις γραμμές, έχει τύχει να ασχοληθώ με το έργο του μόνον με εκείνην του Πορτογάλου Φερνάντο Πεσσόα θα μπορούσα να την συγκρίνω για να μην πω καλύτερα με κάποιο από τα ετερώνυμα δημιουργήματά του. Καθίσαμε για λίγο στο γραφείο να  μιλήσουμε. Προσπαθούσαμε δηλαδή κι οι δυο να βρούμε θέματα να μιλήσουμε, να σπάσουμε τη σιωπή μεταξύ αγνώστων που όμως μετά από δυο τρεις αμήχανες τυπικές φράσεις, κατέληγε και πάλι να κυριαρχεί στο δωμάτιο. Δεν ήταν εύκολο. Όχι πως δεν υπήρχε ενδιαφέρον, αλλά ένοιωθες κατά έναν περίεργο τρόπο πως η σιωπή, μέσα από την οποία η διαίσθηση συνηθίζει να απλώνει τις γνωστικές της λειτουργίες προς το άγνωστο, αποτελούσε συστατικό στοιχείο της επικοινωνίας του με τον άλλον. Καθόταν απέναντί μου, με βλέμμα συγκεντρωμένο πίσω από τις μυωπικές διόπτρες του, μελαγχολικό, απόλυτα σοβαρός μέσα στο παλιό κοστούμι του δασκάλου, κοιτάζοντας ευθεία μπροστά του χωρίς να παρατηρεί κάτι συγκεκριμένα και μιλούσε αργά, μετρημένα, μετά σώπαινε αρκετή ώρα, μετά επανερχόταν πάλι με μια του ερώτηση.

Αν θυμάμαι καλά τα θέματα που θίξαμε ήταν η δυσκολία να κάνει κανείς σοβαρή τέχνη στην επαρχία, πράγμα για το οποίο είχε και ο ίδιος προσωπική εμπειρία, η προσφορά του Θεάτρου Κυδωνία στην πόλη και το ρεπερτόριο που ακολουθούσε, η ευχή του να συνεχίσουμε έτσι στα δύσκολα… Κρατούσε έναν μπεζ φάκελο και κάποια στιγμή πήρε την απόφαση να μου τον δώσει. Τον άνοιξα μπροστά του. Μέσα ήταν δύο βιβλία του, η ποιητική συλλογή Άνθρωποι και Σκιές και τα μικρά πεζά του Ένα κρανίο καρφωμένο στο κιγκλίδωμα και τα δύο σε καλαίσθητες αθηναϊκές εκδόσεις, που δεν θύμιζαν σε τίποτα την προχειρότητα της επαρχίας. Και στα δύο είχε γράψει από μια πολύ θερμή αφιέρωση. Στο κρανίο είχε γράψει: «Στον άξιο θεατράνθρωπο κ. Μιχάλη Βιρβιδάκη με εκτίμηση και φιλία. Χανιά, Μάρτιος 2005, Γιώργης Μανουσάκης». Τον ευχαρίστησα. Με κοίταξε και στα χείλη του διαγράφτηκε κάτι σαν την αρχή ενός χαμόγελου. Μου είπε ευγενικά πως οι συλλογές αυτές ήταν οι μόνες από τις οποίες του είχαν περισσέψει αντίτυπα, σαν να απολογείτο που μου έφερε μόνο αυτές τις δύο. Του απάντησα πως το δείγμα ήταν επαρκές και πως θα τις διάβαζα πολύ σύντομα, καθώς έψαχνα ήδη να βρω να διαβάσω κάτι δικό του και πως αυτό που μόλις συνέβη ήταν μια ωραία ευτυχής σύμπτωση.

Ακολούθησε και πάλι σιωπή. Τα βιβλία αυτά προφανώς ήταν ο λόγος που είχε οδηγήσει τα βήματά του μέχρι το θέατρο και τώρα που ο σκοπός είχε εκπληρωθεί, αισθανόμουν πως ήθελε να φύγει. Σαν ο χρόνος που είχε διαθέσει για μια πεζή καθημερινή του υποχρέωση, να τον αποσπούσε από τη συγκέντρωσή του στις λέξεις που έπλαθε διαρκώς στο αόρατο εργοτάξιο του μυαλού του και μουρμούριζε πίσω από τα σαρκώδη χείλη του. Σηκώθηκε αργά, σχεδόν τελετουργικά από την καρέκλα και εγώ τον συνόδεψα μέχρι το κεφαλόσκαλο ανταλλάσσοντας μαζί του δυο τρεις αποχαιρετιστήριες φράσεις. Τον κατευόδωσα με το βλέμμα καθώς το σώμα του χανόταν σιγά σιγά στα σκαλοπάτια της στριφογυριστής σκάλας του θεάτρου. Δεν άκουσα την πόρτα της εισόδου να κλείνει.

Δυο χρόνια μετά σκηνοθέτησα στο Θέατρο Κυδωνία δεκαέξι μικρά πεζά από τη συλλογή Ένα κρανίο καρφωμένο στο κιγκλίδωμα σε μία ενιαία παράσταση με τον τίτλο «Το σκοτεινό μας υπόγειο» και είχα την χαρά να έχω στην πρεμιέρα τον ποιητή Γιώργη Μανουσάκη ανάμεσα στους θεατές της παράστασης.  Ακόμα και σήμερα, αρκετά χρόνια μετά, πιστεύω πως η συλλογή αυτή αποτελεί ακραία ποιητική στιγμή στην συνολική παραγωγή του Μανουσάκη και ένα από τα πλέον σημαντικά έργα της εγχώριας ποιητικής παραγωγής που δυστυχώς παραμένει άγνωστο στους πολλούς.

ΜΙΧΑΛΗΣ ΒΙΡΒΙΔΑΚΗΣ

Διαβάστηκε στην εκδήλωση της 22ας Ιουλίου 2021 που οργάνωσε στα Χανιά εις μνήμην του Γιώργη Μανουσάκη το Θέατρο Κυδωνία από κοινού με το περιοδικό Νέο Πλανόδιον. Αφορμή της εκδήλωσης ήταν η πρόσφατη συγκεντρωτική έκδοση του ποιητικού έργου: Γιώργης Μανουσάκης, Τα Ποιήματα (1967-2007), Κίχλη, 2021.

 

 

 

Τι γυρεύει ο Ιωνάς στον Εικοστό Πρώτο αιώνα;

 

Σωτήρη Γουνελά, Ιωνάς,
Εκδόσεις Αρμός, 2021

του ΓΕΩΡΓΙΟΥ Κ. ΤΑΣΟΥΔΗ

Ποια της σοφίας του παρότρυνση οδήγησε τον ποιητή να επαναφέρει στο προσκήνιο, μεσούσης μάλιστα μιας άκρως τεχνικής και εκκοσμικευμένης εποχής, δυο χιλιάδες και εικοσιένα έτη μ.Χ., του Ιωνά τα καμώματα; Άραγε ποιος ο απώτερος της πρότασης σκοπός; Άκαιρη όχληση ή επίκαιρη υπόμνηση; Στο τι μας αφορά, άνθρωποι γαρ του 21ου αιώνα, η έρευνα των αληθειών που πιθανόν κομίζει ο βίος του; Πόσο μάλλον εμείς οι ίδιοι, οι άτρωτοι και αλώβητοι, να ερευνηθούμε από δαύτες∙ δη μεταμορφωτικά. Και ποια κοινότητα ζωής, ποια ενναλακτική του βίου θέαση δύναται να γεννήσει η ανταπόκριση να ερευνηθούμε μέσω αυτών[1]. Απλά επιθυμεί να μας συστήσει το ποιόν του Ιωνά, ή μήπως το πώς γίνεσαι Ιωνάς; Γιατί τέλος πάντων, ποιητή, τον Ιωνά!

Διατυπώσεις ρητορικές, προσκλητήριες σε αποκριτικές ιχνηλατήσεις αμιγώς προσωπικές με αρωγό εμπειρία απτή που ομολογεί πως «ο Θεός μπορεί να ανακοινώσει το μυστήριο της αγάπης του για μας δια συνήθων ανθρώπινων μέσων, κι αυτό ακριβώς κάνει[2]». Έτσι λοιπόν ο Ιωνάς, ο κάθε Ιωνάς, μέσα από έσωθεν προγκήματα κι ολούθε αναταράξεις κλητεύεται ως σκεύος εκλογής την του Θεού για τον άνθρωπο εκστατική αγάπη να κοινωνήσει.

Μέσα από ανεμοστρόβιλο σε διέκρινε ο κοσμοσείστης;

Η κτίση, σε κατάσταση αναμονής, προσμένει λυτρωτική μεσίτευση προς αποκατάστασή της. «Οίδαμεν γαρ ότι πάσα η κτίσις συστενάζει και συνωδίνει άχρι του νυν»[3]. Αποκαραδοκεί τη συγκατάβαση του Ιωνά, εκάστου αρχιερέα ανθρώπου, να λειτουργήσει μεταμορφωτικά ωσάν σε ναό λατρείας και δοξολογίας, λυτρώνοντάς την από τη φθορά μέσω της ευχαριστιακής αναφοράς της στον Πρωτομάστορα.

Βουνά σκληρά, αγέρωχα, πέρα η θάλασσα.
Αβυσσαλέα αλλά ειρηνική καιροφυλακτούσε

[…]

Η κτίση σε τριγύριζε στο διάβα σου,
Σε έθελγε, σε έσφιγγε

Τριγύρω ταραχή, φυσομανούσε ο βοριάς, αδιέξοδα να προτάσσονται και αποσπάσεις, μια ζάλη τα μηνίγγια ζάλιζε. Εκεί στο χαλασμό, σαν κοντοστάθηκε, στη στάση και στην όρθωση, αποκαλύφθηκε το υποβόσκον ξάφνιασμα, συντελέστηκε η άνωθεν κλήτευση.

Μια στιγμούλα μονάχα εκοντοστάθης
Και η φωνή σού μίλησε:

Ιωνά πλασμένε από πηλό και πνεύμα
Ζήτα το καλό στη ζωή και μη διστάζεις

Από πηλό και πνεύμα. Της γης και τ’ Ουρανού. Συγκεφαλαίωση των πάντων στου Ιησού τα χνάρια τώρα ειδικά που ο κόσμος μας, ο τωρινός ο πισωγυρισμένος, πήρε τόσο να θυμίζει την άμποτε Νινευή. Η εμμένεια, ο καταναλωτισμός, η ιδιοτέλεια, η εκμετάλλευση ανθρώπου απ’ άνθρωπο, η κοινωνική αδικία, το φούντωμα των ταραχών, η αποξένωση της ανθρώπινης ολότητας απ’ την εικόνα της, ο ηδονισμός, η λερναία ευτέλεια, οι ενθαδικές αντικαταστάσεις του επέκεινα μονόχνοτα και καταθλιπτικά επιβεβαιωτικές του ανθρώπινου «εγώ»[4]

Μα τώρα στρέψου κατά τη Νινευή
δες τους καπνούς που υψώνει το καμίνι της ψυχής
Και ο σκοτισμός
Άνθρωποι πλασμένοι για το φως
Λυμαίνονται το μέσα πλούτος
Και το χαρίζουν στην κραιπάλη

«Οι καιροί ου μενετοί», στον όλεθρο πλησίστιοι οδηγούνται από τις σπάταλες επιλογές τους. «Ο λόγος του Θεού μέσα από το λόγο του ανθρώπου[5]» σπεύσε να ακουστεί κι είθε να εισακουστεί.

ο καιρός επείγει

Και θύμισέ τους, Ιωνά, για την αρχέγονη ξαστοχία το λόγο κάποιου άλλου εκλεκτού, κατοπινού μα και συγκαιρινού σου, του Ομολογητού Μαξίμου. Το φυσικό του ανθρώπου θέλημα, η φυσική ροπή «να θέλει», εξυγιαίνεται ή αλλοτριώνεται από το γνωμικό του θέλημα και από τη στάση του απέναντι στο «πάντα μοι έξεστιν, αλλ’ ου πάντα συμφέρει[6]».

Προτού χαθούνε όλοι από της πεθυμιάς την αμέτρια

Θέλημα γνωμικό και η παρακοή. Όμοια θαλασσοταραχή. Στα κύματα των υποχρεώσεων, των αμφιβολιών, του ωχαδερφισμού, της αναβλητικότητας καταποντίστηκε το επείγον. Αγάπα τον πλησίον σου ως εαυτόν και σύντρεξέ τον στην απώλεια που τον τροχοδρομεί η τύφλωσή του. Η ζωή σου είναι ο αδερφός σου[7]. Όλα λησμονημένα ή αγνοημένα (;).

Αύρα θαλασσινή τον χτύπησε
Κι έψαξε ναύλο να πληρώσει
Με πλοίο πέρα να χαθεί
Την εντολή να παρακούσει.

Το δρόμο διάλεξε του εαυτού που παρακάμπτει θείο θέλημα και αναγκαμένο συνάνθρωπο. Το δρόμο προς την κόλαση, την απώλεια, την άβυσσο του βυθού, της φάλαινας τα σωθικά. Όμως ακόμη κι εκεί στα έσχατα βάθη, χάσκει η παιδαγωγία. Η προσευχή. Η μετάνοια. Η προτύπωση του Πάθους, του τάφου, της εκ νεκρών Ανάστασης. Η εκ νέου κλήση, άκρως προσωπική, και πάλι.

«Στη Νινευή. Στη
Νινευή σε έστειλα
Θυμάσαι;
Σήκω και κίνησε για τη μεγάλη πόλη
Φέρε το μήνυμα, δωσ’ τους να καταλάβουν.»

Τράβηξε, σωτήριος κήρυκας καταστροφής, στο βασιλιά της Νινευή κόμισε το μαντάτο και ω του θαύματος! Παράδοξα, ο σπόρος του σπορέα – Προφήτη, βρήκε προπαρασκευασμένο το χωράφι της καρδιάς του βασιλέα∙ προαίρεση σε αδρανή εγρήγορση. Ο σπόρος ο προφητικός παρευθύς ευδοκίμησε, πήρε αμέσως να καρπίζει.

Από τα βάθη της καρδιάς σηκώθηκε
Ο ξεχασμένος λόγος
Έτριξε ο άλλος εαυτός ο φωτεινός.

Κείνος που λάμπει μέσα μας αγνοημένος. Κείνος που μεταμορφώνει πρόσωπα και πράγματα και καταστάσεις. Μα προσοχή: τη διαύγεια του μεταμορφωτικού σημείου, επίμονα διεκδικούν να νοθεύσουν εκλάμψεις αμφιβολιών, το μάταιο, η ολιγοψυχία κι η λησμονιά πως είναι ο άνθρωπος, ο του Θεού, αυτός που τα θεριά δαμάζει. Γι’ αυτό:

Μείνε λοιπόν άγρυπνος
Στάσου στην έπαλξη επάνω
Κράτα για όπλο υπομονή
Για ξίφος την αλήθεια
Τη λευτεριά δοξάρι
Τη μνήμη που κιθαρωδεί

Άχρι καιρού∙ Εωσότου κατορθωθεί της ηλικίας του Χριστού πλήρωμα∙ Ως εφικτό στ’ ανθρώπου τη φύση∙ Έστω και μια στιγμή πριχού την έσχατη ανάσα. Μείνε λοιπόν άγρυπνος, άνθρωπε του 21ου αιώνα,

Κι έτσι πορεύσου

ΓΕΩΡΓΙΟΣ Κ. ΤΑΣΟΥΔΗΣ
Θούριο Ορεστιάδας
18 Αυγούστου 2021
Φλώρου και Λαύρου μαρτύρων

~.~

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
[1] Stanley B. Marrow, Τα λόγια του Ιησού στα Ευαγγέλια, μτφρ. Σάββας Αγουρίδης, Άρτος Ζωής, Αθήνα 2011, σελ. 27
[2] Πρβλ. Stanley B. Marrow, ό.π., σελ. 162 – 163
[3] Ρωμ. 8, 19.
[4] Πρβλ. Παύλου Φλωρένσκυ, Η αντίστροφη προοπτική – Το εικονοστάσι, μτφρ. Σωτήρης Γουνελάς, Ίνδικτος, Αθήναι 2002, σελ. 56
[5] Ό.π, σελ. 28
[6] Α΄ Κορ. 6, 12
[7] Αρχιμανδρίτου Σοφρωνίου (Σαχάρωφ), Ο Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης, Ι.Μ. Τιμίου Προδρόμου (Έσσεξ Αγγλία), 2011