ΝΠ | Βιβλίο

Η ψυχίατρος Κιούμπλερ-Ρος, οι ετοιμοθάνατοι και τα «πέντε στάδια του πένθους»

*

του ΜΥΡΩΝΟΣ ΖΑΧΑΡΑΚΗ

Η πρόσφατη και ακόμη παρούσα πανδημία μετέβαλε σοβαρά την καθημερινή μας ζωή, κλονίζοντας τις έως τότε ακλόνητες βεβαιότητές μας, δίνοντας την ευκαιρία συζητήσεων για τον θάνατο και την απειλή του σε εμάς. Δεν ήταν όμως πάντοτε έτσι. Κατά την ψυχροπολεμική εποχή, όπου η Αμερική εμφανιζόταν με υπερηφάνεια ως μια “κοινωνία της χαράς” και η οποιαδήποτε αναφορά στον θάνατο ήταν γενικά κρυμμένη στη σιωπή, σαν να αποτελεί αυτό το γεγονός ένα είδος ταμπού. Το περίφημο βιβλίο Πλησιάζοντας τον θάνατο (On death and dying [1969], εκδόθηκε στα ελληνικά για πρώτη φορά μόλις το 2019, από τις εκδόσεις Ίκαρος), της Ελβετίδας ψυχιάτρου και ψυχαναλύτριας Ελίζαμπεθ Κιούμπλερ-Ρος (1926-2004), προϊόν δυόμισι ετών έρευνας και προσωπικών συνεντεύξεων με παραπάνω από διακόσιους νοσοκομειακούς ασθενείς, υπήρξε ορόσημο στη διάλυση αυτού του ταμπού, καθώς ανέδειξε την έως τότε αδιάφορη, αν όχι απάνθρωπη, αντιμετώπιση των ανίατα ασθενών στα νοσοκομεία του δυτικού κόσμου, δίνοντας στους τελευταίους τη δυνατότητα να μιλήσουν στην κοινωνία οι ίδιοι για την κατάστασή τους. Οι συνεντεύξεις της, στις οποίες συμμετείχαν (αν και αρχικά με μεγάλη δυσπιστία) γιατροί, ιερείς, καθώς και πλήθος φοιτητών πανεπιστημίου, έμοιαζαν με συνεδρία ομαδικής ψυχοθεραπείας. Ο ασθενής έκανε διάλογο με τους συμμετέχοντες και ηχογραφούνταν, με στόχο να βοηθηθούν και άλλοι. Η Κιούμπλερ-Ρος ήταν λοιπόν η πρώτη που επεδίωξε την επικοινωνία με τους ανίατα ασθενείς και αναδείχθηκε ως πρωτοπόρος στον νέο ερευνητικό κλάδο της θανατολογίας, καθώς και στα άσυλα ανιάτων. Δεν είναι λοιπόν τυχαίο που το περιοδικό Time τη συμπεριέλαβε στους 100 μεγαλύτερους διανοητές του εικοστού αιώνα. (περισσότερα…)

Μια σπουδαία ανθολογία

της ΔΗΜΗΤΡΑΣ Γ. ΜΠΕΧΛΙΚΟΥΔΗ

Χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά! Ο Αγώνας του 1821 στην ελληνική και ξένη ποίηση. Ανθολογία, Ανθολόγηση: Θανάσης Γαλανάκης – Μάνος Κουμής, Έρευνα υλικού, γενική φιλολογική επιμέλεια, υπομνηματισμός: Θανάσης Γαλανάκης, Κοσμήματα, επεξηγηματικά υπομνήματα: Ηρώ Νικοπούλου, Αθήνα, Τράπεζα Πειραιώς – Ίδρυμα Τάκης Σινόπουλος 2021.

Στα τόσα βιβλία που κυκλοφόρησαν τα τελευταία δύο χρόνια με αφορμή τη συμπλήρωση διακοσίων χρόνων από την Επανάσταση του 1821 -μεταξύ των οποίων και αξιόλογες προτάσεις ανθολόγησης νεοελληνικής ποίησης σχετικής με το γεγονός- έρχεται να προστεθεί ένας εμβληματικός τόμος 967 σελίδων, ένας τόμος-περιέκτης ελληνικής και ξένης ποίησης αναφερόμενης στον Αγώνα του 1821. Πρόκειται για μια σπουδαία ανθολογία -οι λόγοι θα εξηγηθούν στη συνέχεια- που εκδόθηκε από την Τράπεζα Πειραιώς και το Ίδρυμα Τάκης Σινόπουλος.

Η ανθολόγηση των περιεχομένων πραγματοποιήθηκε από τους φιλολόγους Θανάση Γαλανάκη και Μάνο Κουμή, ο πρώτος μάλιστα εργάστηκε στην έρευνα, τον υπομνηματισμό και τη φιλολογική επιμέλεια του τόμου. Τα κοσμήματα επέλεξε η εικαστικός Ηρώ Νικοπούλου, η οποία συνέθεσε και τα επεξηγηματικά τους υπομνήματα, που απαντώνται στο εικονογραφικό παράρτημα κοσμημάτων (σσ. 939-951).Το έργο αυτό είναι αφιερωμένο «στη μνήμη όλων εκείνων, Ελλήνων και Ξένων, που αγωνίστηκαν για την Ελευθερία της Ελλάδας», αφιέρωση λιτή και περιεκτική. Τα προλογικά σημειώματα των Γεωργίου Χατζηνικολάου, Προέδρου Διοικητικού Συμβουλίου της Τράπεζας Πειραιώς, Χρήστου Μεγάλου, Διευθύνοντος Συμβούλου της Τραπέζης, Ξάνθου Μαϊντά, Προέδρου του “Ιδρύματος Τάκης Σινόπουλος” και των ανθολόγων προσφέρουν στον αναγνώστη επαρκέστατη πληροφόρηση σχετικά με τους στόχους και τη λογική  σχεδιασμού και υλοποίησης του φιλόδοξου αυτού εγχειρήματος.

(περισσότερα…)

Mε παιγνιώδη τρόπο

του ΓΡΗΓΟΡΗ ΤΕΧΛΕΜΕΤΖΗ

Χάρης Μελιτάς,
Τέσσερις ενοχές,
Μανδραγόρας 2021

«Θέλω ν’ αλλάξω / όλους τους καθρέφτες μου» (σ.13), γιατί «μπροστά μου χάραξε μια άδεια μέρα» (σ. 14). Ίσως να φταίει ότι είναι «το γκάζι πατημένο στο ανέφικτο» (σ. 15) και να επιβάλλεται μια «στραβοτιμονιά» (σ. 15). Αλλά πάντα καπνίζουμε «τα άφιλτρα [της] μνήμης» (σ. 16), παλεύοντας με τις πράξεις να γευτούμε τα όντα (σ. 17). Μήπως πρέπει «να εξομολογώ τους δεσμοφύλακες» (σ. 18), «όσο κοιμάμαι διαφανής» (σ. 19), «ποιο ποίημα μπορεί να με κρατήσει;» (σ. 53), «ανάβω το σκοτάδι να κρυφτώ» (σ. 53), «έχω να θρέψω μια κατάκοιτη ζωή» (σ. 54), «πονάει το κεντρί των πραγμάτων» (σ. 54).

Με αυτά τα λόγια προσπαθώ να μεταφέρω την αύρα της ποίησης, των σκέψεων και της ψυχολογίας του Χάρη Μελιτά. Είναι μια ποίηση σχεδόν ολοκληρωτικά μεταφορική. Σπάνια ο συγγραφέας κυριολεκτεί. Με αυτήν την τεχνική, με αδρές, σχεδόν αποφθεγματικές εκφράσεις, προσπαθεί να εντυπωθεί και να πλάσει ποιήματα αινιγματικά, μα εύληπτα, γιατί με τέχνη ισορροπεί επιτυχώς μεταξύ της αοριστίας και των στοιχείων που είναι απαραίτητα για την κατανόηση.

Οι παραφθορές γνωστών φράσεων ή τίτλων έργων τέχνης, που κουβαλούν παγιωμένες έννοιες, εντάσσονται στο ποιητικό οπλοστάσιο του έργου. «Οι τέσσερις ενοχές» (αντί τέσσερις εποχές), «η πάλη των πράξεων» (σ. 17 / αντί «η πάλη των τάξεων»), το «tango mortale» (σ. 20 / αντί «salto mortale»), η «λέσχη απόγνωσης» (σ. 52 / αντί «λέσχη ανάγνωσης») και η «απο-ποίηση» (σ. 53 / αντί «αποποίηση»), είναι μέρη του παιγνιώδους ύφους του ποιητή. Δρουν με δυο τρόπους. Αρχικά ξαφνιάζουν, ενεργοποιούν και “ξεβολεύουν” παγιωμένα δεδομένα του νου. Μετά αξιοποιούν αναλογίες ή διακείμενα και δρουν ως αντικειμενική συστοιχία σε συναισθήματα, δηλαδή συνειδητά ή ασυνείδητα ανακαλούν βιωμένα συναισθήματα μέσα από αντίστοιχα όντα, κάτι ανάλογο με αυτό που συμβαίνει και με πολλές παρομοιώσεις και μεταφορές. Για παράδειγμα, «το γκάζι πατημένο στο ανέφικτο» (σ. 15 / αντί «πατάω το γκάζι του αυτοκινήτου»), παραπέμπει στις καταστάσεις των συναισθημάτων της αδρεναλίνης και της ταραχής της οδήγησης, συνδυάζοντας αυτές με τους ξέφρενους ρυθμούς αναζήτησης ενός στόχου ή ιδανικού. (περισσότερα…)

Ο πολυεπίπεδος στοχασμός του Κώστα Παπαϊωάννου

 

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΔΡΙΤΣΑ

Παναγιώτα Φ. Βάσση, Ο «πολιτικός άνθρωπος»
στο έργο του Κώστα Παπαϊωάννου,
Εναλλακτικές Εκδόσεις, Αθήνα 2015

Ο Κώστας Παπαϊωάννου, μαζί με τον Κορνήλιο Καστοριάδη και τον Κώστα Αξελό, αποτέλεσε έναν από τους αξιολογότερους εκπροσώπους της ξενιτεμένης «γενιάς του Ματαρόα». Παραμένει όμως από τα λιγότερο γνωστά πρόσωπα της ελλαδίτικης πνευματικής ζωής. Η μελέτη της Παναγιώτας Βάσση Ο «πολιτικός άνθρωπος» στο έργο του Κώστα Παπαϊωάννου αναδεικνύει καίρια την πολυεπίπεδη πολιτικοκοινωνική σκέψη του και, κατά το μέτρο αυτό, συμπληρώνει και εμβαθύνει την εργασία του Νίκου Σέργη Από τη φιλοσοφία της ιστορίας στην ιστορία της φιλοσοφίας: Ο Κώστας Παπαϊωάννου απέναντι στον «μηδενισμό του Πνεύματος».[i] Στο παρόν, με οδηγό το βιβλίο της Βάσση, θα σταθούμε σε ορισμένες από τις κύριες πτυχές της σκέψης του φιλοσόφου.

α) Οι πολιτισμικές βάσεις του πολιτικού φαινομένου της Δημοκρατίας στην Αρχαία Ελλάδα και η ανάδειξη της «μάζας»

Ο Παπαϊωάννου επηρεασμένος, μάλλον, από τα μαθήματα για την αρχαία ελληνική φιλοσοφία που έλαβε στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, θα μπορούσαμε να πούμε, από τους ιδεολογικά παράταιρούς του, Κωνσταντίνο Τσάτσο, Ιωάννη Θεοδωρακόπουλο, Παναγιώτη Κανελλόπουλο και Κωνσταντίνο Δεσποτόπουλο, ασχολήθηκε αρκετά με το ζήτημα της αρχαιοελληνικής Δημοκρατίας. Βέβαια, υπό ένα πρίσμα πιο ευρύ και σε καμία περίπτωση συνυφασμένο με κάποια μορφή όψιμης κλασικιστικής προγονολατρείας, όπως συνηθιζόταν συχνά στην εποχή του.[ii]

Πιο συγκεκριμένα, για τον φιλόσοφο η Αρχαία Ελλάδα ήταν ο χώρος όπου πραγματοποιήθηκε η πρώτη «γέννηση» μίας μορφής αυτονομίας, ελευθερίας και ευδαιμονίας μέσα από την εναρμόνιση συλλογικού και ατομικού πεδίου. Με αυτόν τον τρόπο διαμορφώθηκαν οι βάσεις για να κάνει την εμφάνισή του ο «πολιτικός άνθρωπος» ως φαινόμενο συνυφασμένο τόσο με την άμεση και συνειδητή συμμετοχικότητα εντός μίας πολιτείας, όσο και με τον αδυσώπητο αγώνα προς διασφάλιση της ύπαρξης της τελευταίας ως βασικό δικαίωμα και καθήκον του πολίτη.

Έτσι, ο άνθρωπος ενώ στην αρχαϊκή εποχή απλά ακολουθούσε παθητικά το πεπρωμένο του, ζώντας μέσα σε μια αξεδιάλυτη ενότητα με τον Κόσμο, αρχίζει σταδιακά στους επόμενους αιώνες να καταφάσκει συνειδητά με το πεπρωμένο του αυτό μέσα στο περιβάλλοντα χωροχρόνο. Κατά αυτόν τον τρόπο η ατομική πράξη και η συνείδηση αποκτούν ένα νέο νόημα. (περισσότερα…)

Μια ποιητική συνείδηση στο φως της Μεσογείου

του ΣΠΥΡΟΥ Ν. ΠΑΠΠΑ

Κώστας Μπουρναζάκης,
Μέσα σε ήλιους και φεγγάρια,
Ίκαρος, Αθήνα 2020, σ. 88.

Ο Κώστας Μπουρναζάκης, έχει μια κάπως ιδιότυπη πορεία στην ποίηση. Οι στόχοι του, αν υπάρχουν τέτοιοι, είναι μάλλον διαφορετικοί από των δημιουργών εκείνων, που δημοσιεύουν με κάποια τακτικότητα ποιητικές συλλογές. Με χρονική απόσταση δέκα εννέα ετών, ανάμεσα στις δύο πρώτες συλλογές του: Αρχιπέλαγος (Ίκαρος, 1997) και Πρόσωπα και δοκιμασίες (Ίκαρος, 2016), παρουσίασε, προσφάτως, την τρίτη ποιητική του συλλογή, με τίτλο Μέσα σε ήλιους και φεγγάρια (Ίκαρος, 2020).

Στη συλλογή αυτή περιέχεται και η ενότητα  Εννιά θαλασσινές μεταμορφώσεις, η οποία, όπως αναφέρεται στο βιβλίο, είχε δημοσιευθεί, σε έκδοση «εκτός εμπορίου», το 2016. Είναι φανερό ότι στην περίπτωση του Μπουρναζάκη, η διαδικασία σύνθεσης και η δημοσίευση ποιημάτων δεν συνδέονται χρονικά. Και από αυτή τη σκοπιά, μάλλον δεν θα μας προκαλούσε έκπληξη, αν μαθαίναμε ότι στο «συρτάρι» του υπάρχουν και άλλα ποιητικά έργα που περιμένουν καρτερικά τη μελλοντική τους εκτύπωση.

Η συλλογή Μέσα σε ήλιους και φεγγάρια αποτελείται από έξι ενότητες (ή σειρές) ποιημάτων: «Τα κρύσταλλα των ταξιδιών», «Καλειδοσκόπιο», «Μέσα σε ήλιους και φεγγάρια», «Πορφυρωμένος Ίκαρος», «Εννιά θαλασσινές μεταμορφώσεις», «Συναντήσεις».

Σε μία πρώτη, γενική θεώρηση του βιβλίου αυτού, διαπιστώνομε ότι η νησιώτικη —και ακριβέστερα, η κρητική— καταγωγή του δημιουργού, έχει συμβάλλει ουσιαστικώς στη διαμόρφωση μιας ορισμένης αντίληψης του κόσμου και της ανάλογης μυθολογίας του. Κατά κάποιον τρόπο, φαίνεται να του προσέφερε συγκεκριμένο ποιητικό χώρο και ποικίλες δυνατότητες για την αισθαντικότητά  του. Tην επίγνωση ότι είναι μία ανθρώπινη ύπαρξη στην περιοχή της Μεσογείου, την περιοχή που συνυπάρχει προαιώνια με τις μορφές, τα σύμβολα, τις πνοές της αρχαϊκής γης και την ηγεμονία του ήλιου. Στην ποίηση του Μπουρναζάκη διακρίνεται ένας βαθύς, ανυπόκριτος θαυμασμός για τον κόσμο αυτό, για το κύμα πλούσιας ζωής που τον διαπερνά και περιβάλλει τα πάντα  με μία δυνατή αίσθηση αφθαρσίας και ελευθερίας. Σε τούτα, πρέπει να προστεθεί η ικανότητα του ποιητή να δίνει με πυκνότητα, μέσα στις πρωτότυπες, αλλεπάλληλες εικόνες του, όλα αυτά τα στοιχεία, δημιουργημένα με τον πλούτο της ζωγραφικής του φαντασίας, με πυκνούς λυρικούς σπινθήρες, με περιεκτικές συνδέσεις των βιωμάτων του, έχοντας τις αισθήσεις του σε διαρκή εγρήγορση. Όλα αυτά, δοσμένα σε μιαν ιδιαιτέρως μεγάλη γλωσσική έκταση και με ξεχωριστή ευστοχία, σημάδι βαθιάς και γόνιμης επαφής με τη «μητρική λαλιά». (περισσότερα…)

Ἀξιοπρόσεχτο δεῖγμα σύγχρονης πεζογραφίας

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΑΡΑΓΗ

Βασιλεία Γεωργίου,
Ὁ ἔρωτας μέ τή γυναίκα του,
Μανδραγόρας, Αθήνα 2021

Ὁ ἔρωτας μέ τή γυναίκα του. Ἔτσι ἐπιγράφεται ἕνας τόμος πού ἐκδόθηκε στό τέλος τοῦ 2021 ἀπό τίς ἐκδόσεις Μανδραγόρας.[1] Περιέχει τρία διηγήματα, ἀπό πενήντα ἕως ἑξήντα σελίδες τό καθένα, τά ὁποῖα ὀνομάζονται: «Σκιές», «Μιά παράξενη ἐρωτική ἱστορία», «Ὁ ἔρωτας μέ τή γυναίκα του». Ἐδῶ θά σταθῶ στό τελευταῖο ἀπό τά τρία, στό ὁμώνυμο τοῦ τόμου, πού εἶναι ἀρκετό γιά νά χαρακτηρίσει ὅλη τή δουλειά τῆς πεζογράφου. Σημειώνω ὅτι ἔχει προηγηθεῖ τό πεζογράφημα Ἡ Ἕκτη Μέρα, ἀπό τίς ἐκδόσεις Γαβριηλίδη τό 2015, πού φέτος ἔκανε δεύτερη ἔκδοση ἀπό τόν Μανδραγόρα.[2]

Λοιπόν τό διήγημα[3] «Ὁ ἔρωτας μέ τή γυναίκα του» ἀφορᾶ τέσσερα πρόσωπα, τήν ἀνώνυμη ἀφηγήτρια, τόν Γιάννη, τή Δήμητρα καί τόν ἄντρα της Χρῆστο. Κύριο πρόσωπο εἶναι ἡ ἀφηγήτρια, πού ὅπως καί οἱ ὑπόλοιποι εἶναι γιατρός. Στό ἑξῆς θά τήν ἀναφέρω ὡς Α. Ἐκτός ἀπό τά πρόσωπα, τό διήγημα παρουσιάζει ὁρισμένο θεματικό ἔνδυμα. Μέ λίγα λόγια. Ὁ Γιάννης γιορτάζει τά γενέθλιά του σ᾿ ἕνα κέντρο. Τό βράδι περνάει καί παίρνει τήν Α μέ τό αὐτοκίνητό του γιά νά πᾶνε στό καπαρωμένο κέντρο. Στή διαδρομή τῆς λέει πώς θά ἔρθει καί ὁ Χρῆστος, μέ τόν ὁποῖο ἡ Α εἶχε στό πρόσφατο παρελθόν μιά αἰσθηματική περιπέτεια. Πράγματι ἔρχεται ὁ Χρῆστος μέ τήν ἕξι μηνῶν ἔγκυο γυναίκα του τή Δήμητρα. Ἡ Α, πού δυσανασχετεῖ, θέλει νά φύγει νωρίς. Τό ἴδιο καί ὁ Χρῆστος μέ τή Δήμητρα, πού τήν παίρνουν μέ τό αὐτοκίνητό τους. Οἱ δυό γυναῖκες συμφωνοῦν νά πᾶνε τήν ἑπόμενη μέρα στό κολυμβητήριο -ὁ Χρῆστος θά ἔχει 24ωρη ἐφημερία. Πράγματι τήν ἄλλη μέρα οἱ δυό γυναῖκες, ὁδηγώντας ἡ Δήμητρα, πηγαίνουν στό κολυμβητήριο. Πρός τό τέλος ἡ Α νιώθει πονοκέφαλο καί ἄλλα συμπτώματα, πού θυμίζουν ὑποτροπή τῆς νευροπάθειάς της, ἀπό τήν ὁποία βρίσκεται σέ ἀνάρρωση. Στό γύρισμα ἡ Δήμητρα τήν κρατάει στό διαμέρισμά της. Ἡ Α διαπιστώνει ὅτι πρόκειται γιά ἡμικρανία. Κοιμᾶται σέ ἕνα ξεχωριστό δωματιάκι τοῦ ζευγαριοῦ καί συνέρχεται ἀργά τή νύχτα. Φεύγει τό πρωί. Μετά ἀπό μερικές μέρες, νύχτα, ἡ Δήμητρα τῆς τηλεφωνεῖ ζητώντας ἄσυλο στό διαμέρισμά της. Ἡ Α δέχεται νά τή φιλοξενήσει.

Αὐτό εἶναι μέ λίγα λόγια τό ὑποτυπῶδες θεματικό κάλυμμα τοῦ πεζογραφήματος. Μέ μιά τόσο ἰσχνή ὑπόθεση φαίνεται, ἀπό πρώτη ἄποψη, πώς ἔχουμε νά κάνουμε μ᾿ ἕνα χλιαρό ἀνάγνωσμα. Κι ὅμως, κάθε ἄλλο, παρά συμβαίνει κάτι τέτοιο. Ἀντίθετα πρόκειται γιά ἕνα νευρῶδες ἀνάγνωσμα ἀξιοπρόσεχτο. Μιά ἔκπληξη, θά ἔλεγα, πού ὀφείλεται στήν εὐαισθησία μέ τήν ὁποία πραγματώνεται ἡ ἐσωτερική δράση τῆς ἀφήγησης. Οἱ βασικότεροι τρόποι μέ τούς ὁποίους σχηματίζεται τό κείμενο αὐτῆς τῆς δράσης εἶναι, καθώς πιστεύω, οἱ ἀκόλουθοι τρεῖς.

α) Ἡ σύνθεση δύο χρονικῶν στιγμῶν τοῦ τώρα καί τοῦ πρίν, ἔτσι πού ἡ παρελθοντική στιγμή νά προσδιορίζει καί νά ἐνισχύει τήν τωρινή καί ἀντίστροφα. Παράδειγμα. Ὅταν ἡ Α ξυπνάει στό ξεχωριστό, μᾶλλον ξενώνα, δωματιάκι τοῦ ζευγαριοῦ καί καταλαβαίνει πώς ἕνα ξεχαρβαλωμένο κατασκεύασμα ἐκεῖ ἀπέναντι, δέν εἶναι κάτι τέτοιο, ἀλλά εἶναι τό κρεβατάκι τοῦ μελλοντικοῦ μωροῦ τῆς Δήμητρας καί τοῦ Χρήστου, διαλογίζεται:

«Εἶχα ἀπομείνει μέ τό βλέμμα καρφωμένο στήν κούνια καί τίς σκιές της καί ἕνα μελαγχολικό βάρος πίεζε τό μέτωπό μου, ἴδιας ποιότητας καί ἔντασης μέ αὐτό πού ἔνιωθα κάθε φορά πού μιά ἀσήμαντη ἀφορμή ἐπισφράγιζε τήν ἀπόρριψή μου ἀπό τόν Χρῆστο. Ὅλες ἐκεῖνες οἱ στιγμές στροβιλίστικαν πάλι στό μυαλό μου σέ μιά ἀέναη, μαρτυρική ἐπανάληψη, ἡ ὄψη τοῦ μωρουδίστικου κρεβατιοῦ ἀντιπροσώπευε τό ἀπόσταγμα τῆς θλίψης πού μέ βάραινε σέ ὅλην αὐτήν τήν ἱστορία.»

Κι ἕνα δεύτερο παράδειγμα. Ἡ Α διακρίνει πώς ἡ Δήμητρα κάποια στιγμή, μέσα στό σαλόνι της, σιγανοκλαίει. Δέν ἤξερε τί νά κάνει κι ἀκολούθησε μιά βασανιστική σιωπή. (περισσότερα…)

Μελέτες για ένα πολύτροπο έργο

της Δέσποινας Καϊτατζή-Χουλιούμη

Χριστίνα Αργυροπούλου, Καζαντζακικά μελετήματα:
Νίκος Καζαντζάκης ένας χαλκέντερος και πολύτροπος
δημιουργός, Εκδόσεις Έναστρον, Αθήνα 2020, σ. 390.

Ο Νικηφόρος Βρεττάκος διατείνεται ότι «Για να δώσουμε τον Καζαντζάκη όπως είναι, πρέπει να συνεργαστούμε κι οι τρεις: Ο Καζαντζάκης, ο εκτιμητής μελετητής του κι ο αναγνώστης του. Είναι από τους συγγραφείς που πρέπει να τους βοηθήσεις στην εξομολόγησή τους. Να κοιταχτείς μαζί τους πρόσωπο με πρόσωπο. Το ενδιαφέρον τους δεν βρίσκεται στην κραυγή τους, αλλά και στον τρόπο, που στριφογυρίζει και αγωνίζεται το στόμα τους για να εκστομίσει αυτή την κραυγή.»[1]. Νομίζω ότι αυτό κάνει και η Χριστίνα Αργυροπούλου, παρακινώντας κι εμάς να κοιταχτούμε πρόσωπο με πρόσωπο με τον πολυσχιδή δημιουργό. Η ίδια το πράττει εδώ και χρόνια ως λάτρις του συγγραφέα, μελετήτρια του έργου του και εισηγήτρια συνεδρίων γι’ αυτόν. Το 2008 επιμελήθηκε το βιβλίο Νίκος Καζαντζάκης και εκπαίδευση[2], όπου συνέγραψε το κεφάλαιο: «Ο Καζαντζάκης και η παιδική λογοτεχνία». Το παρόν βιβλίο αποτελεί ακριβώς το απόσταγμα αυτής της μακροχρόνιας μελέτης.

Η Χριστίνα Αργυροπούλου θεωρεί ότι «Ο Καζαντζάκης εσκεμμένα ταυτίζει το ανθρώπινο με το θείο, το πραγματικό με το φανταστικό, τον παππού με την Ανάληψη του Χριστού…» (σ. 91), θεωρεί ότι μετουσιώνει στο έργο του τις φιλοσοφικές επιδράσεις του Νίτσε επισημαίνοντας ότι «στην Ασκητική περνάει από την υπέρβαση, από τον παντοδύναμο άνθρωπο, στο τίποτα, στο μηδέν» (σ. 92). Τον αποκαλεί «κυνηγό ιδεών», που ως άλλος Οδυσσέας ταξιδεύει, αναζητάει, οραματίζεται, παθιάζεται, απογοητεύεται, αναζητά δύναμη από τις κρητικές ρίζες του. (περισσότερα…)

Η ειρωνική γραφή και ο κίνδυνός της

της ΘΕΩΝΗΣ ΚΟΤΙΝΗ

Γιώργος Λίλλης,
Το χάπι μούρτι-μπινγκ,
Ενύπνιο, 2021

Το χάπι μούρτι-μπινγκ, η όγδοη συλλογή του Γιώργου Λίλλη, έλκει τον τίτλο της από την «Αιχμάλωτη σκέψη» του Τσέσλαβ Μίλος. Εκεί το χάπι της ακηδίας, της λήθης εξασφαλίζει στον λήπτη την απαραίτητη προσαρμογή που επιτρέπει την επιβίωση σε ολοκληρωτικά πολιτικά περιβάλλοντα. Εδώ, σε ένα λόγο πεζολογικό που κυμαίνεται μεταξύ ειρωνικής απόστασης και θυμωμένου χλευασμού, απερίφραστα κατά το πλείστον καταγγελτικού, ο Λίλλης απεικονίζει την ανταπόκριση του υποκειμένου στην δυστοπική κοινωνική συνθήκη του σύγχρονου κόσμου. Σε σχέση με αρκετές από τις παλαιότερες συλλογές του, εκτός από τον Ανθρωπο τανκ, εδώ εγκαταλείπει τον πλατύ ενδοσκοπικό μονόλογο και τον ενίοτε ελεγειακό αυτοοικτιρμό, για να καταγράψει πάλι τα πάθη του εγώ στερημένου από λόγια και από ψευδαισθήσεις. Γι’ αυτό και ο λόγος γίνεται πιο κοφτός, ευσύνοπτος, γειωμένος στο ρεαλισμό της καθημερινής ομιλίας. Υπάρχουν βέβαια στιγμές που ολισθαίνει σε μια πιο συγκινημένη αισθηματικότητα ή σε μια ακριβολογία χωρίς ποιητική μετουσίωση που καθιστά το κείμενο μια καταγραφή του καθημερινού μουρμουρητού που ο καθένας από εμάς πιάνει τον εαυτό του να εκφέρει, παραζαλισμένος από την ακατανόητη φορά του εαυτού και του κόσμου. Γενικά, όμως, σε αυτή τη δουλειά, αποψιλώνει το κείμενο από τις συνήθεις λογοτεχνικές στρατηγικές (οικονοποιία, μεταφορά κ.λπ.) και επιλέγει τη μονολογική καταγραφή ή την αυθάδη ρητορική απεύθυνση σε ένα εσύ που μπορεί να είναι ο αναγνώστης, οι κλειδοκράτορες του κόσμου, κειμενικά προσωπεία ή μυθικές περσόνες. Ας δούμε ένα παράδειγμα:

«Το χάπι μούρτι-μπινγκ»
 
τελικά έμαθα να μιλώ τη γλώσσα σας
να συνυπογράφω με το χέρι στην καρδιά
τις καταδίκες σας
να βγάζω παραδάκι πουλώντας
τα συγχωροχάρτια σας
είμαι αυτός που έμαθε να γελά με τα αστεία σας
ο κομψός κύριος
με τους καθωσπρέπει τρόπους
περήφανος κηρύσσω δημόσια την άνοιξη
πίνω το χάπι σας
κάποτε είχα τρομερό λόξυγγα
όταν ξεστόμιζα ψέματα
τώρα η αλήθεια μού προξενεί ασφυξία
[…]
κάποτε είχα ασφυξία στον ολοκληρωτισμό
τώρα ψηφίζω αδιστάκτως
τις πρόκες και τα καρφιά σας
και χορεύω, ω ναι, χορεύω
μπροστά στις κάννες
ξεχνώντας πως ήσασταν πάντα
καλοί στο σημάδι  (περισσότερα…)

Στρατής Πασχάλης, «Ο Νεκρός Θεός είναι ο ίδιος ο Έρωτας»

 

«Το συνθετικό έργο είναι κάτι άλλο. Απαιτεί μία πολύ στέρεη σύλληψη και μία σχεδόν μουσική ενορχήστρωση. Μία σύλληψη την οποία χειρίζεσαι ποιητικά σε έναν μεγάλο αριθμό σελίδων, όπως θα χειριζόσουν μια υπόθεση, μια πλοκή, στο μήκος ενός μυθιστορήματος. Παραπέμπει, επίσης στη μουσική συμφωνία, βασισμένη σε μια αντίληψη αρχιτεκτονική. Απαιτεί έναν δυνατό πυρήνα που να αφορά, να είναι αμέσως ευανάγνωστος, και που να μην χάνεται πουθενά. Ουσιαστικά πρόκειται για ένα και μόνο ποίημα με πολλά μέρη και πολλές πτυχές. Αλλά η ενότητα είναι το παν. Να κρατιέται το υλικό γύρω από τον άξονα και να μην γίνεται πλαδαρό, φλύαρο, να κρατά το ενδιαφέρον του αναγνώστη, διαγράφοντας ένα τόξο μέχρι το τέλος, σίγουρο και σταθερό… Σήμερα θεωρούμε πια την ποίηση μια ειδική τέχνη για περιορισμένο κοινό. Κι είναι κρίμα. Κι αυτό έχει επιπτώσεις και στην κατάταξη των ειδών. Την τοποθετούν τρίτη μετά το μυθιστόρημα και το διήγημα, ακριβώς γιατί την κρίνουν με βάση τους νόμους της αγοράς και το περιορισμένο κοινό της

Από τη νεανική Ανακτορία ώς την πρόσφατη Μεγάλη Παρασκευή, ο ποιητής ΣΤΡΑΤΗΣ ΠΑΣΧΑΛΗΣ έχει διανύσει πάνω από τέσσερις δεκαετίες και έχει να επιδείξει ένα ογκώδες έργο μοιρασμένο περίπου εξίσου σ’ αυτόν και τον προηγούμενο αιώνα. Με αφορμή το τελευταίο του βιβλίο, μίλησε στο Νέο Πλανόδιον και τον Κώστα Κουτσουρέλη για τα μεγάλα θέματα της γραφής του, την ποίηση αλλά και το θέατρο, τον έρωτα αλλά και την πολιτική.

 

(περισσότερα…)

Τα Ονειρικά Τραγούδια: Αποθεσμοποίηση και μεταφραστικός ακαδημαϊσμός

Berrym

♦♦♦

του ΓΙΑΝΝΗ ΛΕΙΒΑΔΑ

“There are two voices, and the first voice says, “Write!”
and the second voice says, “For whom?”
I think that’s marvelous; he doesn’t question the imperative, you see that.
And the first voice says, “for the dead whom thou didst love”;
again the second voice doesn’t question it;
instead it says, “Aye, for they return as posterity”.
Isn’t that good?” J.B.

Είναι γεγονός ότι η εποχή μας σημαδεύεται απ’ την πικρή αλήθεια πως όσο λιγοστεύει η τέχνη τόσο ανθεί η κριτική και πως η διάχυση των εφαρμογών της κριτικής ελαχιστοποιεί την αναγνώριση της ποιητικής τέχνης. Αυτό σημαίνει πως η ανάγκη για κριτική είναι μακράν πιο εντεταμένη από την ανάγκη για ποίηση, κι ετούτο συμβαίνει τόσο στον τομέα της κριτικής όσο και στον τομέα της ποίησης – με την εγκυρότητα των δύο όρων να τίθεται εδώ, εμφανώς, κατά τη δοξασία και την εξουσία που έχουν εδραιώσει, υπό αμφισβήτηση.

Ένας από τους κλάδους της λογοτεχνικής κριτικής αγγίζει και τον τομέα της λογοτεχνικής μετάφρασης, ή ορθότερα, τείνει οριστικά να τον εξουδετερώσει καθώς οι τακτικές της έχουν παγιώσει την επιρροή τους στο πεδίο προσδιορισμού και αναγνώρισης των ποιητικών αξιών.

Οι κατανομές τέτοιων σημαντικών και ασήμαντων εξουσιών, κριτική/ερμηνεία/αξιολόγηση/μετάφραση/εγγραφή, στηρίζονται στα προαναφερθέντα. Πρόκειται για ακατάπαυστη επιστροφή σε μια εφημερότητα όπου οι γνώσεις και η αντίληψη οι οποίες είναι απαραίτητες για την κατανόηση και τη δημιουργική σύλληψη της ποίησης, είναι σε τέτοιο βαθμό θεωρητικοποιημένες, κατεστημένες, που έχουν απωλέσει τη σχέση που αρχικώς είχαν με την τέχνη της ποίησης.

Παρατηρείται συχνά ασυμβατότητα μεταξύ των δημοσιοποιημένων εκτιμήσεων με τις οποίες προασπίζεται κανείς ένα ποιητικό ζήτημα και της μετάφρασης του ποιητικού έργου το οποίο αποτέλεσε αφορμή για την προάσπιση των όσων δημοσιοποιεί. Πολλές φορές η προάσπιση καθίσταται εύκολα έγκριτη ή αξιοπρόσεκτη καθώς ο εμπλεκόμενος δεν έχει παρά να παραθέσει τα αποτελέσματα των όσων έχει διαβλέψει. Κατ’ αυτόν τον τρόπο η προάσπιση παροδηγεί τη μεταφραστική εργασία, ακόμη κι όταν αυτή δεν είναι ορθά επιτελεσμένη, στην κερδισμένη της «εγκριτότητα».

Σε ένα άλλο επίπεδο λειτουργίας και στάσης απέναντι σε κάθε κείμενο, η μετάφραση, ακριβώς επειδή επιτελείται, τρόπον τινά, ως εκ νέου ανάληψη του έργου από θέση μέλλοντος, συχνά δημιουργεί απαιτήσεις και δυσκολίες, οι οποίες της στερούν την άμεση αναγνώριση∙ όπως ακριβώς συμβαίνει και με την πρωτότυπη ποίηση.

Οι μετατροπές, οι τροποποιήσεις, των στοιχείων που συνθέτουν το πλαίσιο, το στερέωμα της τέχνης ενός ποιητή, εάν δεν αποβαίνουν καταστροφικές, οπωσδήποτε αποβαίνουν προβληματικές, αντιβαίνουσες. Τέτοια φαινόμενα οφείλουμε να τα διερευνούμε όντας αδιάφοροι προς την απήχηση που προκαλούν, διότι πάντοτε αυτού του είδους οι μετατροπές, οι τροποποιήσεις, (οι οποίες δεν είναι τυχαίο πως ταυτίζονται απόλυτα με παρωχημένες φιλολογικές ύλες) έχουν ιδιαίτερη απήχηση, καθώς η ποίηση ολοένα και περισσότερο προσφέρεται ως προϊόν συγκεκριμένων κοινωνικών, πολιτισμικών και ηθικοπλαστικών μικροσυνθηκών και όχι ως τέχνη, ως συνθήκη μιας εποπτικής επινόησης.

Αυτό το, προαναφερθέν, προϊόν, καθόλα γνήσιο απόσταγμα της λειτουργίας μιας παραποιημένης υποδειγματοποίησης, ταυτίζεται με το λεγόμενο «λυρικό υποκείμενο» ως θεωρητική αφετηρία δίχως κατάληξη και ως θεωρητική κατάληξη δίχως αφετηρία. Πρόκειται για αποκαλυπτικό λάθος το οποίο κρέμεται στα χείλη όσων δεν αναγνωρίζουν την ποίηση ως τέχνη.

Η σύγχυση είναι μνημειώδης καθώς το, λεγόμενο, λυρικό υποκείμενο προσδιορίζεται ως κοιτίδα αναφαίρετων ποιητικών χαρακτηριστικών και ιδιοτήτων, μολονότι πρόκειται για το άκρο αντίθετο του ποιητικού υποκειμένου: το λυρικό υποκείμενο χρησιμοποιεί γλώσσα μα το ποιητικό υποκείμενο δημιουργεί γλωσσικό κώδικα.

Υποστηρίζω εν ολίγοις πως, ευρύτερα, το περιεχόμενο της προσέγγισης δεν είναι πάντοτε επαρκές ή σχετικό με το περιεχόμενο της ποίησης και πως το περιεχόμενο μιας γόνιμης προσέγγισης ως επί το πλείστον επαληθεύει τη διαφορετικότητα της ποίησης και ως εκ τούτου την αδυνατότητα μίας εκ βάθρων περιεχομενικής εκπροσώπησής της. Η πραγματική προσέγγιση (είτε πρόκειται για κριτική, για μελέτη ή για μετάφραση) δεν εκπροσωπεί το περιεχόμενό της ποίησης μα το εκθέτει. (περισσότερα…)