ΝΠ | Αφιερώματα

Νίκος Καρούζος – Ιησούς & Ποιήματα: Μεγάλη Τετάρτη

Νίκος Καροῦζος

Ἰησοῦς & Ποιήματα

Μεγάλη Τεταρτη

(15 Ἀπριλίου 1987)

akolouthia-toy-niptiros

~.~

~.~

Τὰ Ποιήματα

Σχέδιο γιὰ τὸ Μέλλον τοὺ Οὐρανοῦ

Οὐρανὲ ὁλόκληρε ἀνοίγει τὸ ἄνθος
τῆς φωνῆς μου ψηλά
ἔφυγαν ὅλα τὰ πουλιά μου τὸν χειμῶνα
δὲν προσμένω σ’ αὐτοὺς τοὺς τόπους ἐλευθερώνω
ἀγγίζοντας ἔρημος τὸ γερασμένο τοῖχο τῆς βροχῆς
κι ὅπως ἔρχεται ἀπ’ τὴν αὔριο
μὲ τὸ φᾶσμα τοῦ τρόμου διασταυρώνομαι πάλι.
Δὲν εἶναι πιὰ ἡ Ἄνοιξη
δὲν εἶναι καλοκαίρι μὰ ἐγὼ
ἂς ἀνοίξω τὸ βῆμα κ’ ἐδῶ λησμονημένος
νὰ δείξω τὴν αἰωνιότητα.
Ἔχω ἄλλωστε τὰ φτερά ταξιδεύω
πάνω ἀπ’ τὰ γλυκύτερα
βάσανα τοῦ καλοκαιριοῦ τὴν ὀμορφιὰ τοῦ ἔαρος.

Ἀκούω τοὺς ἤχους τῶν τυμπάνων σου Μελλοντικὲ
ὅμως λυτρώσου ἀπὸ μᾶς
πίσω δὲν πάει ὁ καιρὸς μονάχα σέβεται
τὸ κορμὶ μὲ τ’ ἄνθη του
ἰδοὺ λοιπὸν γιατί τὸ συντρίβει.
Λησμόνησέ μας.

Ἀκούω τὴ χαρά σου πολιτεία τοῦ θεοῦ ὑπάρχεις
ἀλήθεια καὶ δρόμος ἀργυρόχρωμα
κλαδιὰ κάτω ἀπ’ τὴ σελήνη
ἡ μυρωμένη ἡ πορτοκαλιὰ τὸ ρόδι
εὐτυχισμένο λάλημα τοῦ πετεινοῦ.

Ὅταν λαλεῖ ὁ πετεινὸς πῶς σχίζει τὴν καρδιά μου
τί ἐρημιὰ διαλαλεῖ στὸ σάπιο μεσημέρι.
Ἀπὸ χειμῶνα σὲ αἰσθάνομαι πολιτεία τοῦ ἔρωτα
ὁ ἥλιος ἀνατέλλει καὶ τοὺς πεθαμένους ἴσκιους
ἕνα φῶς πανάρχαιο σάβανο τυλίγει δένοντας
σὲ λάμψεις τὴ μουσική μου.

Μεγάλη νύχτα κ’ ἡ ποίηση
τόσο χαμηλὴ γιὰ τοὺς ἀναγκασμένους.
Χιλιάδες πόλεμοι συμβαίνουν στὸ κορμί μου.
Ποῦ εἶναι τὰ χρόνια τῶν ὑακίνθων…
Ὁ ἥλιος σοῦ μάτωνε τὰ γόνατα κ’ οἱ ἄνθρωποι
φαίνονταν εὐεξήγητοι
σὰν τὰ φυτὰ τὴ βροχὴ τὸν οὐρανό!
Καὶ τώρα νά ἡ μοῖρα σου
στὴν πόλη μέσα στὴ φρικτὴ
μ’ ἐνάντιο σπίτι ἐνάντιον ἄνεμο.

Ἔρημος τώρα ὁ βράχος τῆς ἀγάπης ―
μὴ μὲ λησμονήσεις
πάνω του στὰ βραδινὰ πετρώματα
μὲ τὸ φεγγάρι καθαρὸ πουκάμισο.
Μὴ μὲ λησμονήσεις βαθύτατε ἀέρα.

Τὴ νύχτ’ ἀναστενάζουμε.
Γλυκύτατη σελήνη φωτίζει τὰ πεῦκα μου
ἔχει περάσει πιὰ τὸ μεσονύχτι
κ’ ἐγὼ στρέφομαι στὴν πικρὴ κλίνη
εἶμ’ ἕνας ἔρημος μὲ δάφνες ἕνας μοναχικὸς
ποὺ χάθηκε στοὺς κρυστάλλινους μακρινοὺς ἤχους.

Τῆς καρδιᾶς μου τὰ πικρὰ καὶ μαῦρα φύλλα
πνοὴ ποὺ νά ’βγει ἀπ’ τὸν εὐλογημένο ἐντός μου
δὲν τὰ κίνησε. Τώρα σὲ δίνες
ἔχω χαθεῖ κάποτε ὑπῆρξα
ὁ ἄγγελος τῶν ὁρατῶν ὅπως ἀγάπησε βαθιά.

Σὲ ἀκούω Ἐκτυφλωτικέ ―
πῶς ἔρχεται ἡ φωνή σου ἀπ’ τὸν ὕπαιθρο
ἦχοι μου ταπεινοὶ πλαγιαύλων
ὑπάρχω κι ἀκούω τὸ ἐλεγεῖο.

Ἐγὼ τότε τραγουδοῦσα:
Ἔρωτα μὲ κατοίκησες πολύ
φύγε ἀπ’ αὐτὸ τὸ σπίτι.
Δὲν ἔχει οὔτ’ ἕνα παράθυρο νὰ βγεῖ
στὰ δέντρα ἡ ἐρημιά μου
σκόνες μονάχα καὶ σύνεργα τῆς ψυχῆς.
Οἱ ἅγιες εἰκόνες δὲν ὑπάρχουν
ἔρωτα μὴ σημαίνεις πιά.
Πρέπει ν’ ἀρχίσω ἀπ’ τὴ λησμονιά.
Μὴ δείχνεις ― εἶμαι ὁ ἀνώφελος τὸ ξέρω
σῶμα γιὰ θάνατο καὶ θάνατο
ποὺ ἐλπίζει σ’ ἕνα φύλλο δέντρου.
Ἡ φωνή μου λυγίζει.
Ἀλλὰ δὲν παραδίδομαι ἀντίκρυ
σ’ αὐτὴ τὴ δύση τρομαγμένος
ἐγὼ μὲ ὅλο τὸ αἷμα μου
ἔτσι ὅπως πόνεσα στοὺς δρόμους ἀτελείωτα
μὲ τόσο σπαραγμὸ στὰ σύνορά μου.

Ὁ οὐρανὸς εἶναι στὸν βαθυκύανο χειμῶνα.
Τὸ φῶς φωνάζει μὲ τὸν κεραυνό.
Νὰ μὲ σώσουν τὰ ὄνειρα ἢ νὰ μὲ συντρίψουν
― ἕνα τ’ ὀνομάζω.

~.~

Τέλη Ἰουλίου

 

Νύχτα τοῦ θέρους ἁπαλύνουσα
ὡς μέλι σὲ γεύομαι στὴν κερήθρα τοῦ χώρου.
Ἐσχεδίαζα ποίημα ὅπου ὑπῆρχε ἡδυπαθὴς
μὲ δανεισμένα μάτια στὴ φωτιὰ τῶν ἄστρων
μὲ τὴν ἀγάπη
ταξιδεμένη σὲ διαθέσεις τοῦ σώματος.
Ἀλλ’ ἡ ὡραιότητα τῆς μοῖρας
ἔρχεται καὶ σὲ παίρνει στὰ χέρια τοῦ θέρους
ἀπάνω ἀπὸ μᾶς
στὸ ἀκέραστο τοῦ στήθους ὅπου
σὲ λευκὰ ἰμάτια κυματίζει ἡ ἀρχὴ τοῦ πόνου
καὶ μορφὲς παιδιῶν
λυπηρὰ ψιθυρίζουν
γιὰ τὰ χαμένα τους πράγματα
ὅταν τὸ κέλευσμ’ ἀκούγεται μὲ ἀέρα πλασμένο.
Τραγούδια μὴ ζητήσετε
ρέουν οἱ σιωπὲς στὰ βουνοπλάγια
κυριαρχοῦν πλήρως ὁλόγυρα τοῦ προσώπου μου
δέντρου κλαδὶ ἀσημίζει ἐμπρός μου.
Στὸ βάθος τῆς νοσταλγίας Ἀκατάληπτε
μιλοῦμε γιὰ σένα
πολὺ μακριὰ ἀπ’ τὰ χείλη μας.
Αὐτὴ τὴν ὥρα τοῦ ἀναλυόμενου μυστηρίου
ὅλα
γυρίζουν.

~.~

Ὁ Κῆπος

Ὅλα ἐμπαίζουν τὴν αἰωνιότητα.
Καὶ σὺ Κλεισμένε στὸ αἴνιγμά σου
Κύριε ὠχρὲ τοῦ κήπου
ἐσταυρωμένη ἔκταση
λάμπος τοῦ θανάτου
στὸ στέρνο μου ἀκροβατεῖς.

~.~

Ἄσμα Μικρό

Χάθηκε αὐτὸς ὁ ὁδοιπόρος.
Εἶχε συνάξει λίγα φύλλα
ἕνα κλαδὶ γεμάτο φῶς
εἶχε πονέσει.
Καὶ τώρα χάθηκε…
Ἀγγίζοντας ἀληθινὰ πουλιὰ στὸ ἔρεβος
ἀγγίζει νέους οὐρανούς
ἡ προσευχή του μάχη.
Ἔαρ μικρὸ ἔαρ βαθὺ ἔαρ συντετριμμένο.

~.~

Οὐρανόθεν

Ἡ πλημμυρίδα τῶν πουλιῶν τὴ χαραυγὴ
κ’ ἡ σιωπὴ ἐντός μου.
Κατόπιν ἡ βροχὴ ποὺ μάχεται τὰ πρόσωπα
ὑστερα πάλι σιωπὴ
πρὶν ἀπ’ τὸν ἥλιο χρυσαφένιο.
Ἥλιος γιὰ ὅλα τὰ χρόνια.

~.~

Τὸ Ἄφθαρτο Ξύλο

Ὁ σταυρὸς εἶναι δυὸ ἐπιθυμίες.
Ἡ μιὰ ἐπιθυμία ποὺ ἐρωτεύτηκε τὰ οὐράνια
σμίγει καὶ σταυρώνεται μὲ τὴν ἐπιθυμία
καθὼς διασχίζει τὴ γῆ.
Κι ὁ Χριστὸς εἶναι φιλικὰ ἐσταυρωμένος

ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ


Δεῖτε τὴν εἰσαγωγὴ τοῦ Γιάννη Πατίλη, καθὼς ἐπίσης καὶ συνδέσμους πρὸς τὶς ὑπόλοιπες ἡμέρες τῆς Μ. Ἑβδομάδος: ἐδῶ.

12028636_987135771324818_6533768910245227384_o

Νίκος Καρούζος – Ιησούς & Ποιήματα: Μεγάλη Τρίτη

Νίκος Καροῦζος

Ἰησοῦς & Ποιήματα

Μεγάλη Τρίτη

(14 Ἀπριλίου 1987)

Megali_Triti

~.~

~.~

Τὰ Ποιήματα

Μικρὴ Κλίμαξ τῆς Ψυχῆς καὶ τοῦ Θανάτου

Μὲ λίγα ροῦχα αἱματωμένα βρέθηκε νεκρὸς
στὴ θερινὴ σελήνη καὶ οἱ φυλλωσιὲς
τοῦ ἔδιναν τώρα τὴ δόξα ποὺ εἶναι
πάνω ἀπ’ τὶς ἐπιθυμίες καιρὸς
ἀκίνητος στοὺς ἤχους τοὺς καθηγιασμένους.
Εἶχε μιὰ φοβερὴ πληγὴ στὴν καρδιά του κι ἄλλες ἀκόμη
στὴ λεκάνη στὰ χέρια μέσ’ στὸ σεληνόφως
ἔβγαινε ἀπ’ ὅλο τὸ σῶμα του ἡ ὀμορφιὰ
σμίγοντας μὲ τὰ χώματα.
Καὶ μιὰ στιγμὴ ὁ θεὸς ἔστειλε ἄγγελους γύρω του
ἄνθη φλογερά, ἰμάτια ἀπὸ λευκὴ σιωπὴ
τῆς νύχτας ἡ κλίμαξ αὐτὸς
ἀνέρχεται μὲ λίγα ροῦχα αἱματωμένα.

~.~

Μεγάλη Πέμπτη στὰ Νέφη

Μαρία θυμᾶσαι στὶς ράγιες τοῦ τρὰμ ἐκεῖνο τὸ πένθος
εἴχαμε βγεῖ ἀπ’ τὸ μικρὸ ἑστιατόριο τῆς Λαχαναγορᾶς
ὅταν ὁ ἥλιος ἔκρουε τὰ χαράματα.
Ξάφνου τὴ λάμψη πῆρες ἄλλου ἄνθους ἐνῷ μοναξιασμένη
ἀκούγεται κοντά μας ἡ καμπάνα τῆς Μεγάλης Πέμπτης
κι ὁ Γιάννης κοιτάζει ἀκτήμων.
Εἶπα ἐντὸς τοῦ τρόμου δὲν ἄκουσε κανείς
ὁ ἄγγελος ἀπ’ τὰ φωσφορικὰ οὐράνια
στὸ γκρεμισμένο χρόνο ἀδειάζει τὸ κακὸ
κι ὁ πιὸ μικρός μας θόρυβος θὰ κρυσταλλώσει ἀπάνω, ἐκεῖ, μακριά.
Τότε μᾶς φώναξε γιὰ τοὺς ἀρχαίους νεκροὺς ὁ Γιάννης
καὶ πηδήσαμε τὸ σιδερένιο φράχτη τοῦ Κεραμεικοῦ
(Ἄξιε ταῦρε ― καλῶντας τὸ Διόνυσο ἔβγαλε φωνή).
Χαρὰ ἡλιακὴ μᾶς περιβάλλει κ’ ἡ Μαρία βλέπει χοροὺς ἐκστατικὴ
στὰ συμπλέγματα τῶν λουλουδιῶν ―
ἐγὼ τὸν Ἅγιο Φραγκῖσκο ἔβλεπα μὲ τοὺς φίλους του ἀνέμους
τὸν πρῶτο πετεινὸ ἀπ’ τὰ μεσάνυχτα
τῆς ἀττικῆς ἡμέρας κήρυκα ὥσπου τὰ νέφη τὴ σήκωσαν ψηλὰ
μὲ τὶς γριὲς ποὺ εἶχαν μεταλάβει, μὲ τὸν ἱερέα
ὥσπου τὰ νέφη τὴν πῆραν ψηλὰ τὴ μέρα
καὶ τὴ μισοχτισμένη ἐκκλησιὰ
τὴ Λαχαναγορὰ
καὶ τὰ μικρὰ καρότσια μὲ τὰ γαϊδουράκια.
Καὶ ἰδοὺ ὁ Γιάννης τρέχει πρὸς τὸ μέρος μας
ὡσὰν ἀσώματος Τί βαθὺ ποὺ εἶναι τὸ λουλούδι, λέει,
καὶ μᾶς ἔδειξε κοντά μας ἕνα
ὡστόσον ἄλλο λουλούδι εἶχε δεῖ μακριὰ μὲ τοὺς νεκρούς.
Μὰ τὰ λουλούδια εἶναι τόσο ἀδελφωμένα
κάθε στιγμὴ κερδίζεις τὸ νόημα τοῦ λουλουδιοῦ κοιτάζοντας
κάθε στιγμὴ τὸ χάνεις…
Ἐκεῖ λοιπὸν ἠχοῦσε ἡ καμπάνα
τῆς ὀρθοδοξίας μοναχὴ
πιὸ πέρα τοῦ σώματος ἡ ἰαχὴ καὶ ἡ Μαρία
ὁ Γιάννης
ὁ ταπεινὸς ἐγὼ καὶ φιλαμαρτήμων.

~.~

Ἡ Λιτάνευση

Ὅταν παρέτυχα στὴ νύχτα ποὺ ἔλεγαν
«ὁ ἅγιος θὰ περάσει ἀπόψε»
δὲν τὸ πιστεύετε ἴσως
ἀλλ’ ὅμως ἔτρεμαν
τὰ δάχτυλά της θάνατος
ἔκρουε τὰ φύλλα κι ἀκούονταν
φωνὲς ἀκίνητα
καὶ ἐκκωφαντικὰ
τὰ νέα μου βήματα.
Οἱ ἄρρωστοι γέμιζαν τὸ χῶρο
μὲ στεναγμούς, ἄλλοι
μὲ ὑψωμένα μάτια στὸ ξεχείλισμα τῶν ἄστρων
ἄλλοι μοῦ φάνηκαν ὄρθιο χῶμα.
Γυρεύοντας μοναχικὸς
«ἐν μέσῳ τῶν κινδύνων αἰσθάνεσαι
τὴν τελειότητα τῆς στιγμῆς»
θυμήθηκα τὰ λόγια τοῦ φίλου
τὶς ταλαντεύσεις τοῦ φύλλου πρὶν λίγα λεπτὰ
καθὼς
ἔπεφτε ἀπὸ χέρι ἀδιάφορο.
Μὲ τῆς βροχῆς τὴν εὐωδιὰ στὸ ἑλληνικὸ τοπίο
ἄνθη ὁ ἄνεμος κ’ οἱ ὧρες
στὸ σῶμα μου ἢ στὰ δέντρα τελειωμένες
αἰσθήσεις ἐδῶ ψηλὰ πρὸς τὰ οὐράνια
μαῦρες ὀπῶρες οἱ πιστοὶ
πεσμένες καὶ τὸ μέλι σπάζοντας
τοὺς φλοιοὺς ἔσμιγε χῶμα καὶ καρπό.
Εἴμαστε σὰν τὴν πανάρχαια ἀνακάλυψη τῆς φωτιᾶς
ὠφέλιμοι στὸν θεὸ
γιατὶ εἴμαστε
ἀναφαίρετοι καλόγεροι σ’ αὐτὴ τὴν ἐρημιὰ
νόμοι μέσα στὸ θάνατο ―
ἡ φωνὴ τοῦ ἡλικιωμένου ἀκούστηκε στὶς ἀμυγδαλιὲς
κ’ ὕστερα πάλι:
― Τὰ μαῦρα σου μαλλιὰ πῶς χάνονται
στὰ βροχερὰ δωμάτια.
Φῶς ἀπ’ τὶς ἀσετυλίνες τῶν στραγαλάδων
σὲ ἀρχέγονα ροῦχα
μιὰ γριὰ βυθισμένη ποὺ διάβαζε τὸ συναξάρι
«ἐν μέσῳ τῶν κινδύνων…» πλησίασα
γυρεύοντας μοναχικός
ἔφτυναν πασατέμπο οἱ ἀνυπόμονοι
μὰ δὲ θυμᾶμαι πιὰ ὅταν κάποιος φώναξε:
― Ἑπτὰ εἶναι οἱ φλόγες τοῦ στήθους.
Ἄνθρωπος ὁ ἀσυγχώρητος ὑπὸ τὸ σεληνόφως

ἄνθρωπος ὠσεὶ χόρτος ὑπὸ τὸ σεληνόφως.

~.~

Ἀγγίζοντας αὐτὴ τὴ Νεότητα

Περίμενα ὅλο τὸ βράδυ μὲ τὰ μῦρα
εἶχε πεθάνει μιὰ γυναῖκα
τὰ χαράματα
οἱ ἄνεργοι μὲ τὰ φτυάρια περίμεναν
στὴν πρωινὴ πλατεία τοῦ ταχυδρομείου
λίγο σκοτάδι ἔμενε ἀκόμη
καὶ βασίλευεν ἡ θαλπωρὴ ποὺ δίνει
ἡ μιὰ καρδιὰ δυστυχισμένη μὲ τὴν ἄλλη ―
τῆς χαραυγῆς μικρὰ ἑστιατόρια
φῶς ἀχνισμένο πάνω στοὺς ὑαλοπίνακες.
Ἡ Ἀττικὴ τὴ νέαν ἡμέρα ὕφαινε στὰ μάτια
πονοῦσαν μέσ’ στοὺς ἄδειους δρόμους τὰ βήματα
ὁ βαθὺς αὐτὸς ὄρθρος.
Ἄλλοτε ἡ χαρὰ ἤτανε πιὸ βαθὺ ποτάμι
μὲ κρύσταλλα μοναχικὰ στὴν ἐπιφάνεια
μ’ ἕνα θεὸ κρυμμένο καθαρὰ
καὶ δέντρα μόλις
καθρεφτισμένα.
Βαθὺ ποτάμι τῆς ἰαχῆς τώρα βαδίζω
στὴν ὁδὸ κ’ οἱ ἄνθρωποι δὲν ἔχουν λόγια
νὰ μιλήσουν τί νὰ ποῦν…
Κοντὲς ἑλληνίδες ἄτονες μητέρες καθαρίστριες
πηγαίνουν στὰ σιωπηλὰ οἰκήματα
μὲ λίγη ἄμυνα ρουχισμοῦ στὸ κρύο τόσο λίγη
δὲν ἔχουν στὰ φτηνὰ φουστάνια τους ἄνθη.
Κι ἄλλες γυναῖκες μάταια προσμένουν
ἔρωτα θάνατο χαρτονόμισμα
εἶναι ἀργὰ ἡ νύχτα στάθηκε σκληρή…
Δίνω τὸ χαρτονόμισμα καὶ χάνομαι
φεύγω μακριὰ μὴ μοῦ φωνάζεις
ἡ ἐρημιά μου εἶναι ἄσπρη βρομερή.
Κι ἄλλες γυναῖκες πλένουν
τὶς θύρες ὅπου θά ’μπει ὁ διάβολος
λίαν πρωὶ στὴ δούλεψή του σκύβουν.
Ἡ κόλαση λοιπὸν εἶν’ ἡ πατρίδα μας
ἁμάρτημα ὑψώνεται
ὁ μαῦρος καπνὸς τῶν ἐργοστασίων
ψηλὰ στὸ ξημέρωμα.
Κι ὅμως ἄλλοτε ἡ χαρὰ ἤτανε τὸ ποτάμι.
Ὄχι ἐδῶ στὴ ρημαγμένη γῆ μὰ στοὺς οὐράνιους
κόσμους ἐκεῖ μὲ τὴ μονάχη μου ψυχή.

ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ


Δεῖτε τὴν εἰσαγωγὴ τοῦ Γιάννη Πατίλη, καθὼς ἐπίσης καὶ συνδέσμους πρὸς τὶς ὑπόλοιπες ἡμέρες τῆς Μ. Ἑβδομάδος: ἐδῶ.

12028636_987135771324818_6533768910245227384_o

Νίκος Καρούζος – Ιησούς & Ποιήματα: Μεγάλη Δευτέρα

Νίκος Καροῦζος

Ἰησοῦς & Ποιήματα

Μεγάλη Δευτέρα

(13 Ἀπριλίου 1987)

Megali_Deftera

~.~

~.~

Τὰ Ποιήματα

Ἡ Προσευχὴ τοῦ Σκουληκιοῦ

Ἄκου Κύριε τὸν καλό σου φίλο
ποὺ ἀγαπᾷ τοὺς καρποὺς καὶ τοὺς τάφους.
Ἐσὺ εἶσαι ὅ,τι μὲ συνδέει μ’ ἕναν καρπὸ καὶ μ’ ἕναν τάφο.
Καί τὸν καρπὸ ἀσχημίζω καί τὸν τάφο.
Ἀλλ’ ὅμως εἶμαι θέλημά σου
γέννημα στὴν ἀπέραντη καρδιά σου…
Δὲν ἔχω ἐρωτήματα
καὶ ταξιδεύω μὲ κίνηση ἀργὴ πρὸς τὸν Πατέρα.
Μάταιος ὁ κόσμος ἀλλὰ πέρασμα.
Καὶ μάταια τὰ μάτια τῆς σαρκός μου
γλυκὰ ποὺ ἀγγίζονται μὲ λουλούδια.
«Δὲν ἔχεις ἐρωτήματα;» ― μοῦ λέει τὸ φθαρτό.
Σελήνη φευγαλέα ἐσὺ τάχα ρωτᾷς αὐτὴ τὴ νύχτα;
Ἢ μὲ ρωτοῦν τὰ νέφη ποὺ σὲ ἀκολουθοῦν;
Χαίρομαι τὴν εὐφορία τοῦ ἀργύρου σου
καὶ τὴ διαπερνῶ μὲ τὴν πίστη.
Αὐτή ’ναι ἡ ἀξία ἐμᾶς τῶν σκουληκιῶν
ποὺ δὲν ἔχουμε παρὰ μονάχα ἕνα δρόμο…
Τὸ χῶμα εἶν’ ἡ μοίρα μου ἀντίκρυ τῶν ἄστρων.
Ἀγάπη ὄνειρο θαλασσὶ τύλιξέ με.
Ποιά εὐφροσύνη δὲν σοῦ παραστέκει;
Ἀγάπη, πράξη καὶ οὐσία τοῦ θεοῦ μου
σερνάμενο κι ἂν εἶμαι πλέω στὴ χαρά.

~.~

Διάλογος Πρῶτος

― Σὰ νὰ μὴν ὑπήρξαμε ποτὲ
κι ὅμως πονέσαμε ἀπ’ τὰ βάθη.
Οὔτε ποὺ μᾶς δόθηκε μιὰ ἐξήγηση
γιὰ τὸ ἄρωμα τῶν λουλουδιῶν τουλάχιστον.
Ἡ ἄλλη μισή μας ἡλικία θὰ περάσει
χαρτοπαίζοντας μὲ τὸ θάνατο στὰ ψέματα.
Καὶ λέγαμε πὼς δὲν ἔχει καιρὸ ἡ ἀγάπη
νὰ φανερωθεῖ ὁλόκληρη.
Μιὰ μουσικὴ
ἄξια τῶν συγκινήσεών μας
δὲν ἀκούσαμε.
Βρεθήκαμε σ’ ἕνα διάλειμμα τοῦ κόσμου
ὁ σώζω ἑαυτὸν σωθήτω.
― Θὰ σωθοῦμε ἀπὸ μιὰ γλυκύτητα
στεφανωμένη μὲ ἀγκάθια.
Χαίρετε ἄνθη σιωπηλὰ
μὲ τῶν καλύκων τὴν περισυλλογὴ
ὁ τρόμος ἐκλεπτύνεται στὴν καρδιά σας.
Ἐνδότερα ὁ Κύριος λειτουργεῖ
ἐνδότερα ὑπάρχουμε μαζί σας.
Δὲν ἔχει ἡ ἁπαλὴ ψυχὴ βραχώδη πάθη
καὶ πάντα λέει τὸ τραγούδι τῆς ὑπομονῆς.
Ὢ θὰ γυρίσουμε στὴν ὀμορφιὰ
μιὰ μέρα…
Μὲ τὴ θυσία τοῦ γύρω φαινομένου
θὰ ἀνακαταλάβει ἡ ψυχὴ τὴ μοναξιά της.

~.~

Τὰ Πουλιὰ Δέλεαρ τοῦ Θεοῦ
(ἀποσπάσματα «Διαλόγων»)

1

Νὰ γυρίζεις ― αὐτὸ εἶναι τὸ θαῦμα ―
μὲ κουρελιασμένα μάτια
μὲ φλογωμένους κροτάφους ἀπ’ τὴν πτώση
νὰ γυρίζεις
στὴν καλὴ πλευρά σου.
Πεσμένος αἰσθάνεσαι
τὴν κόλαση ποὺ εἶναι ἡ αἰτιότητα
τὸ στῆθος ὡσὰν συστατικὸ τοῦ ἀέρα
τὰ βήματα χωρὶς προοπτική.
Κι ὅμως στὴ χειμωνιάτικη γωνία ὁ καστανᾶς
περιβάλλεται ἀπὸ σένα.
Κόψε ἕνα τραγούδι ἀπ’ τ’ ἄνθη
μὲ δάχτυλα νοσταλγικά.
Νὰ γυρίζεις ― αὐτὸ εἶναι τὸ θαῦμα.

2

Θὰ περάσουν ἀποπάνω μας ὅλοι οἱ τροχοὶ
στὸ τέλος
τὰ ἴδια τὰ ὄνειρά μας θὰ μᾶς σώσουν.
Ἀγάπη μεῖνε στὴν καρδιά ―
αὐτὸς ἂς εἶναι ὁ κανῶν τοὺ τραγουδιοῦ σου.
Μὲ τὴν ἀγάπη
θὰ σηκώσουμε τὴν ἀπελπισία μας
ἀπ’ τὸ ἀμπάρι τοῦ κορμιοῦ.
Δὲν εἶναι φορτίο γιὰ τὴ χώρα τῶν ἀγγέλων
ἡ ἀπελπισία.
Και προπαντὸς
ἂς μὴν ἀφήσουμε τὴν ἀγάπη
νὰ συνωστίζεται μὲ τόσα αἰσθήματα…

3

Ἅπλωσε ἡ γαλήνη τὰ φτερά της
ὡσὰν ἀλησμόνητος κύκνος ὀνείρου
σ’ αὐτὰ τὰ ἔρημα νερά.
Κάτι νιώθω σήμερα
βλέποντας τὰ πουλιά.

4

Ἡ ἀγωνία μου ὑψώνεται
ὣς τὰ ἐδελβάις ἄνθη.

5

Τὰ ὄνειρα βλαστοὶ στὸ στῆθος
κλήματα μέσ’ στὴν καρδιὰ
διαιώνια ἐκδικοῦνται τὸ χῶμα
σκοτώνοντας ἐμᾶς.

~.~

Ὁ Φίλος Ἐνάρετος τοῦ Ὀνείρου

Στὴν ἀττικὴ ἐρημιὰ ἕνα βιβλικὸ ἀμπέλι
καθὼς ἡ νύχτα φέρνει τὰ τριζόνια
μὲ κρατᾷ σιωπηλόν.
Βασιλεῖς Ἰουδαῖοι γυναῖκες τοῦ Ἄσματος
κάτι ἀπ’ τὸν Παράδεισο
στὰ δώματα λιτὰ τῆς λησμοσύνης
ἐγὼ μὲ στεγνωμένο ἱδρῶτα ―
ὅλοι περπατοῦμε στὸ πλακόστρωτο μόνοι
μὲ μιὰ διάφανη μαγεία στοὺς κύκλους τῶν ὀφθαλμῶν.
Οἱ θεοί μας εἶναι ἀπὸ πηλό ― εἶπε ὁ πρῶτος
βασιλέας ἀνοίγοντας τὸν κίτρινο χιτῶνα του.
Ἀκόμη περιμένετε λοιπόν; ― ρώτησε ἄλλος βασιλέας.
Ἐμεῖς ἀκούγαμε σὰν βγαλμένοι ἀπ’ τὸ σῶμα
κι ἄλλοι ποὺ μίλησαν
ἀντίκρισαν τὴ σιωπὴ μονάχη ―
ἐνῷ παιδικοὶ ἄνεμοι ἔπνεαν ἀπ’ τὴν Ἱερουσαλὴμ
κι ὁ Ἰησοῦς ἐπίκειται
τραγουδοῦσε τὸ τριζόνι στὸ μεγάλο κλῆμα.
Ἀλήθεια φίλε ἤτανε ὁ ἀμπελῶνας ποὺ ἀφύπνιζε
τὸ πρᾶο φύσημα τῆς ἀρχαίας Παλαιστίνης.

~.~

Ἡ  Συντομία τοῦ Ὀνείρου

Τρέχει μέσ’ στὰ χαράματα τὸ ἐλάφι
ποὺ εἶναι ἡ χαρά μου τόσος ἀντίλαλος
ἐδῶ ποὺ κατοικῶ
ἕνα πουλὶ ἀπὸ καπνὸ ἀνέρχεται στὸ ξημέρωμα.
Ἰδοὺ ὁ Τρέχων
ἔχει σφάξει τὸ ἀρνὶ στὶς πληγὲς τῶν ὑδάτων.
Θριαμβικὴ νεφέλη ὄχημα παλαιό ἰδοὺ ὁ Τρέχων
καὶ τὸ σύρουν
ἄλογα τρυπημένα στὰ λάμποντα πλευρά.
Μέσα στὸ ὄχημα βρίσκομαι καὶ πηγαίνω
πρὸς τὸν ἄγνωστο προορισμό μου.

ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ


Δεῖτε τὴν εἰσαγωγὴ τοῦ Γιάννη Πατίλη, καθὼς ἐπίσης καὶ συνδέσμους πρὸς τὶς ὑπόλοιπες ἡμέρες τῆς Μ. Ἑβδομάδος: ἐδῶ.

12028636_987135771324818_6533768910245227384_o

Νίκος Καρούζος – Ιησούς & Ποιήματα: Μια Εισαγωγή

Νίκος Καροῦζος

Ἰησοῦς & Ποιήματα

~.~

Συντονιζόμενο μὲ τὸ πνεῦμα τῶν ἡμερῶν, τὸ Νέο Πλανόδιον ἀνασύρει ἀπὸ τὴ λήθη πέντε ἄγνωστες στὸ εὐρὺ κοινὸ ραδιοφωνικὲς ἐκπομπὲς τοῦ Νίκου Καρούζου, οἱ ὁποῖες ἀναγνώσθηκαν κατὰ τὴ διάρκεια τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδος τοῦ 1987 (καὶ πιὸ συγκεκριμένα ἀπὸ τὴν Μεγάλη Δευτέρα ἕως καὶ τὴν Μεγάλη Παρασκευή) στὸ Πρῶτο Πρόγραμμα τῆς ΕΡΤ. Τὶς προσεχεῖς, λοιπόν, ἡμέρες, θὰ δημοσιεύουμε καθημερινὰ τὰ ἠχητικὰ ἀποσπάσματα τῶν ἐκπομπῶν τοῦ Καρούζου μέσῳ ἑνὸς συνδέσμου στὸ κανάλι τοῦ YouTube τοῦ περιοδικοῦ μας, ὁ ὁποῖος σύνδεσμος θὰ ἀναδημοσιεύεται στὴν καθεμιὰ ξεχωριστὴ ἀνάρτηση, ἐνῷ οἱ ἀναγνώσεις αὐτὲς θὰ συνοδεύονται ἀπὸ τὰ μεταγεγραμμένα ποιήματα τῆς κάθε ἡμέρας. Ξεκινῶντας, λοιπόν, ἀπὸ σήμερα, Κυριακὴ τῶν Βαΐων, ἀρχίζουμε τὴν ὁπτικοακουστικὴ περιδιάβαση στὴν Ἑβδομάδα τῶν Παθῶν συντροφιὰ μὲ τὸν Νίκο Καροῦζο μ’ ἕνα ἐμβριθές, κατατοπιστικὸ σημείωμα τοῦ Γιάννη Πατίλη, ὁ ὁποῖος καὶ μᾶς παραχώρησε τὸ ἀκουστικὸ ὑλικό, καὶ τὸν ὁποῖον εὐχαριστοῦμε κι’ ἀπὸ αὐτὸ τὸ ταπεινὸ βῆμα. 

Ν.Π. (περισσότερα…)

Χίλντε Ντομίν, Σε θέλω

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΣΕ ΘΕΛΩ

Χίλντε Ντομίν σε μετάφραση Έλενας Σταγκουράκη

 

Τα ποιήματα αυτά συνιστούν παιχνίδι τριπλό.
Όχι μόνο είναι ο τίτλος της συλλογής παραπλανανητικός (ή μήπως όχι;),
αλλά γράφτηκαν και γι’ άλλο σκοπό,
άλλο συγκείμενο από το σημερινό.
Και όμως, διαβάζοντάς τα σήμερα, διάβασα το σήμερα,
το παγκόσμιο Εδώ και το Τώρα.
Τα ‘διάβασα εις βάθος’ λοιπόν και τα προσφέρω
εν είδει χαιρετισμού
κι αλληλέγγυου νεύματος
-αυτήν την εποχή της οικουμενικής καραντίνας-
στα μάτια που θα συναντήσουν τα δικά μου
και θα δεχτούν την πρόσκληση σε αυτήν τη νέα ανάγνωση
―αυτήν τη μεταφορά.

Ε.Σ. 28.03.2020

(περισσότερα…)

Κικὴ Δημουλᾶ, Κρίση

Ἀναβάλλεται τὸ ταξίδι.

Ταξίδι τώρα
μὲ τέτοια κρίση;

ποιός ἔχει νὰ πληρώνει βαρκάρηδες

τί κι ἂν εἶσαι διὰ τῆς βίας καλεσμένος
τὰ μεταφορικὰ δικά σου – ξεκαθαρισμένο

ὁ ὕπνος δωρεὰν, δὲν τὸ συζητῶ

ὅπως καὶ νά ‘χει, ποιός δίνει τὸ τελευταῖο του
κέρμα

γιὰ νὰ μὴν ἐπιστρέψει ποτέ;

Βέβαια, ὑπόσχεται εὐκολίες πληρωμῆς
ἡ πτώχευση

πὼς θὰ πληρώνεται
μὲ δόσεις ὁ Ἀχέροντας

μὴ τρελαθοῦμε, ποῦ ἀκούστηκε
Ἀχέροντας μὲ δόσεις

μᾶς ἐμπαίζουν
στὴν οὐσία μᾶς ληστεύουν διότι

αὐτὸ τὸ ναῦλο
στὸ τετραπλάσιο τὸ ἔχουμε πληρώσει
γιὰ προηγούμενους ἐν ζωῆ θανάτους

καὶ τώρα νὰ σοῦ λένε
μὲ δόσεις ὁ Ἀχέροντας

παραμύθια
ἔτσι καὶ μπεῖς στὴ βάρκα
σὲ γδύνουν σ’ τὰ παίρνουν ὅλα

σοῦ παίρνουν ὣς καὶ τὴ γνώση

ὅτι κατὰ τὴν ἀποβίβαση
οὐδεὶς σὲ περιμένει

οὔτε ἕνα ουδέν.

~.~

Μὲ τὸ ποίημα αὐτό, πρωτοδημοσιευμένο στὸ ἔντυπο Νέο Πλανόδιον (τχ. 1, χειμώνας 2013-2014), ὁλοκληρώνεται τὸ ἀφιέρωμά μας στὴν Κικὴ Δημουλᾶ (1931-2020). Προηγήθηκαν τὰ κείμενα τεσσάρων ὁμιλιῶν γιὰ την Ποιήτρια τῶν Κ. Κουτσουρέλη, Σ. Ιγγλέση Μαργέλλου, Δ. Ἀγαθοκλῆ καὶ Κ. Χατζηαντωνίου.

 

kd np1

Κική Δημουλᾶ: Ἡ Μεταφυσικὴ τῆς Στιγμῆς

kiki

του ΚΩΣΤΑ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ

Αν η αγωνία συνιστούσε πάντα προϋπόθεση για να περάσουμε στη σφαίρα του αυθεντικού βίου (δηλαδή σε μια ζωή που ζητεί πληρότητα), η αγωνιστική διάθεση με την οποία η δίψα για μια ακέραιη ζωή τεντώνει την ύπαρξη, πιο ευγενική προσπάθεια μεταστοιχείωσης της υπαρκτικής λύπης δεν βρήκε από αυτήν που εν φαντασία και λόγω ονομάσαμε ποίηση.

Οδηγημένοι από μια τέτοια κατεύθυνση της αγωνίας, ως αφετηρία βίου όπου αφέτης είναι πάντα ο ανεύρετος βίος, όσοι πορεύονται μέσα στη διαυγή νύχτα νοσταλγώντας όχι κάποιο τόπο μακρινό, αλλά έναν άφθαρτο χρόνο στον οποίο θα ήθελαν να κατοικούν, αναζητούνε την τέχνη που καθώς ξετυλίγεται η ζωή, αυτή η ανίατη προς θάνατον ασθένεια, θα διατρέχει μαζί τους την έρημο του όντος. Στο αγωνιώδες τούτο ταξίδι, ο ποιητής, έκφραση των ανθρώπων «που σιγά-σιγά λυγίζουν», δεν μπορεί παρά να αγωνιά αν όχι για εκείνες τις μορφές που θα του χαρίσουν κάποιο αναλογισμό στο διαρκές, τουλάχιστον για τη γνήσια αισθητική μαρτυρία της μιας και μόνης ζωής που μας ορίστηκε. (περισσότερα…)

Ἄτεγκτα περάσματα: Τὸ ποιητικὸ ἔργο τῆς Κικῆς Δημουλᾶ

dimoula-2

τοῦ ΔΗΜΗΤΡΗ ΑΓΑΘΟΚΛΗ

Time is the longest distance between two places [1]

Ο ΠΟΙΗΤΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ τῆς Κικῆς Δημουλᾶ ἐμφανίζει μιὰν ὁριακότητα. Στὰ χέρια της ἡ γλώσσα «δεινοπαθεῖ». Τὰ μέρη τοῦ λόγου ἀνταλλάζουν ρόλους, ὑιοθετοῦν νέους γραμματικοὺς κανόνες καὶ δημιουργοῦν πολλάκις ἕνα συντακτικὸ ποὺ ξαφνιάζει. Φυσικά, μιὰ τέτοια διαπίστωση δὲν ἀποτελεῖ διόλου μομφή, ὅπως κάποιοι θὰ ὑπέθεταν. Ἀντιθέτως δείχνει πόσο ψηλὰ ἔθεσε ἡ ποιήτρια τὸν ποιητικὸ πήχυ ἐξ ἀρχῆς, ἤδη ἀπὸ τὴν πρώτη της συλλογή (Ἔρεβος, 1956). Δυναμικὰ εἰσορμώντας στὰ ἑλληνικὰ γράμματα, ὅπου καὶ παραμένει, περπατάει σὰν σχοινοβάτιδα σὲ τεντωμένο σκοινὶ ἰσορροπώντας μὲ μιὰ βαρειὰ κι εὐλύγιστη ράβδο, ποὺ δὲν εἶναι ἄλλη ἀπὸ τὴ γλώσσα — ἡ γλώσσα ὅπως μόνο ἐκείνη ξέρει τόσο ἰδιαίτερα νὰ χειρίζεται. Καὶ εἶναι διάχυτη ἡ αἴσθηση ὅτι τὸ τόλμημα αὐτὸ τῆς ποιήτριας εἶναι λίαν ἐπικίνδυνο καὶ ὅτι λίγο νὰ «σκοντάψει» οἱ στίχοι της θὰ βρεθοῦν (εἴτε ἐκφραστικῶς εἴτε θεματολογικῶς) γκρεμισμένοι στὸ κενό, στὸ ποιητικὸ χάος· καὶ στὴν περίπτωση τῆς Δημουλᾶ δίχτυ ἀσφαλείας δὲν ὑπάρχει. (περισσότερα…)

Ἡ φυσικὴ μεταφυσικὴ τῆς Κικῆς Δημουλᾶ

Kiki_Dimoula pro

τῆς ΣΕΣΙΛ ΙΓΓΛΕΣΗ ΜΑΡΓΕΛΛΟΥ

«Ναί, τώ­ρα τε­λευ­ταῖα, κα­λῶ εὐ­κρι­νέ­στε­ρα τὸν Θε­ὸ ἢ καὶ τὸν οὐ­ρα­νό, νὰ ζή­σουν λί­γο μα­ζί μας ἐ­δῶ, στὴ Γῆ. Κι ὅ­ποιος ὑ­πάρ­ξει, με­τὰ ἀπ’ αὐ­τὴ τὴ σύν­το­μη ἐ­ξα­κρί­βω­ση…», εἶ­χε πεῖ ἡ Κι­κὴ Δη­μου­λᾶ, μὲ ἀ­φορ­μὴ τὰ Εὕ­ρε­τρα, στὴν Ὄλ­γα Σελ­λᾶ.

«Κι ὅ­ποιος ὑ­πάρ­ξει»; Τρυ­πώ­νει, ὡς ἀ­να­με­νό­ταν, ὁ σκώ­ληξ τῆς ἀμ­φι­βο­λί­ας. Ἀλ­λά, ἡ ἐ­πί­κλη­ση τοῦ Θε­οῦ συ­νω­νυ­μεῖ συ­χνὰ-πυ­κνὰ μὲ τὴν πρό­κλη­ση καί, φυ­σι­κά, δὲν νο­εῖ­ται πί­στη ἄ­νευ δυ­σπι­στί­ας. Ἀ­πὸ τὶς σπα­ρα­κτι­κό­τε­ρες ἀν­θρώ­πι­νες στιγ­μὲς τῆς Ἁ­γί­ας Γρα­φῆς εἶ­ναι ἡ κραυ­γὴ μεταφυ­σι­κῆς ἀμ­φι­σβή­τη­σης τοῦ Ἐ­σταυ­ρω­μέ­νου: «Ἠλὶ ἠλὶ, λιμᾶ σαβαχθανί;»     «Θεέ μου Θεέ μου, ἱνατί με ἐγκατέλιπες;» (Ματθ., 27,46).

Καί, βέ­βαι­α, εἶ­ναι χρή­σι­μη ἡ δυ­σπι­στί­α, καὶ μά­λι­στα ἡ ἀ­πι­στί­α, ἡ μὴ πί­στη, λέ­ει ἡ Δη­μου­λᾶ, για­τί νο­η­μα­το­δο­τεῖ τὴν ὕ­παρ­ξη, ὄ­χι μό­νο τὴ δι­κή της ἢ τὴ δι­κή μας, ἀλ­λὰ καὶ τὴν ὕ­παρ­ξη τοῦ ἴ­διου τοῦ Θε­οῦ: «οὔ­τε ὁ Θε­ὸς πι­στεύ­ει σὲ μᾶς // ἀλ­λὰ ὅ­σα τοῦ δί­νει ἡ ὕ­παρ­ξή μας / τὰ προ­σθέ­τει στὸ νό­η­μά του» («Ἡ χρη­σι­μό­τη­τα τῆς δυ­σπι­στί­ας»).

Κατ’ ἀν­τι­στοι­χί­α, ὅ­μως, δὲν νο­εῖ­ται δυ­σπι­στί­α χω­ρὶς ἔ­στω ἕ­να ἵ­ζη­μα πί­στης. Καὶ εἶ­ναι προ­φα­νὲς ὅ­τι τὰ Εὕ­ρε­τρα θε­ο­κρα­τοῦν­ται – ἀ­πε­γνω­σμέ­να, ἐκ­μυ­στη­ρευ­τι­κά, εἰ­ρω­νι­κά, προ­κλη­τι­κά, σκαν­δα­λι­στι­κά, σχε­τλι­α­στι­κά, βέ­βη­λα ἴ­σως, πάν­τως θε­ο­κρα­τοῦν­ται. (περισσότερα…)

Ὁ θρίαμβος τῆς Κικῆς Δημουλᾶ

Kiki Dimoula

Κικὴ Δημουλᾶ, 1931-2020

~.~

τοῦ ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Στὴ Σαλονίκη
ξέρω κάποιονε
ποὺ μὲ διαβάζει·
κι ἕναν ἀκόμη
στὸ Μπὰντ Νάουχαϊμ.

Κι ἔτσι ἔχω ἤδη δυό.

Αὐτὰ ἔγραφε πολλὲς δεκαετίες πρὶν ἕνας σπουδαῖος ποιητὴς τῆς Μεσευρώπης, ἀπὸ τοὺς σημαντικότερους γερμανόφωνους τοῦ προηγούμενου αἰώνα, ὁ Γκύντερ Ἄιχ. Τίτλος τοῦ ποιήματός του: «Αἰσιοδοξία». Τίτλος εἰρωνικός, θὰ νόμιζε κανείς. Κι ὅμως, εἰρωνικὴ ἐδῶ εἶναι ἡ ἀπουσία τῆς εἰρωνείας. Ὁ ποιητὴς δηλώνει εἰλικρινὰ αἰσιόδοξος, χαρούμενος γιὰ τοὺς ἀναγνῶστες του, εὐτυχὴς ποὺ τοὺς ἔχει – κι ἃς εἶναι μόνο δυό. Τὸ ἄγχος τῆς μόνωσης ποὺ ἀπ’ τοὺς καιροὺς τοῦ Χαίλντερλιν φαρμακώνει τοὺς λυρικοὺς λάρυγγες ἀνὰ τὸν κόσμο, στὸν Ἄιχ λείπει ὁλότελα. Σὲ πεῖσμα τῶν «μικρόψυχων καιρῶν», λοιπόν, ὁ ποιητὴς αἰσιοδοξεῖ.

Θὰ παρακάμψω πρὸς στιγμὴν τὸ γεγονὸς ὅτι οἱ ἀναγνῶστες τοῦ Ἄιχ δὲν ἦταν ποτὲ τόσο ὀλίγιστοι, ὅσο μᾶς τοὺς παρουσιάζει. Θὰ ξεχάσω μάλιστα ὅτι ὁ ἴδιος ἀνῆκε στοὺς πιὸ προβεβλημένους καὶ πολυβραβευμένους συγγραφεῖς τῆς γενιᾶς του. Καὶ θὰ ρωτήσω εὐθέως: Ἂν τὰ realia τῆς δηλώσεως εὐσταθοῦν –ὁ ἀριθμὸς τῶν διαθέσιμων ἀναγνωστῶν δηλαδή–, δὲν εἶναι αὐτὴ ἡ αἰσιοδοξία τοῦ τίτλου ἡ πιὸ γελοία αὐταπάτη; Δὲν εἶναι μιὰ εὔκολη, κοινότοπη παρηγοριά, σὰν ἐκείνη λ.χ. ποὺ σερβίρει ὁ καβαφικὸς Θεόκριτος στὸν δυστυχῆ Εὐμένη γιὰ νὰ τοῦ χρυσώσει τὸ χάπι; Θυμάστε τώρα «τὸ σκαλὶ τὸ πρώτον» κτλ., κτλ. Ὡσὰν ἡ μετριότης νὰ ἦταν ποτὲ τίτλος τιμῆς… (περισσότερα…)