ΝΠ | Αφιερώματα

Η καζαντζακική Οδύσσεια στη γλώσσα του Δάντη (2/2)

Δεν είναι συνηθισμένο πράγμα η ενθουσιώδης υποδοχή στο εξωτερικό ενός έργου της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Όμως η έκδοση της καζαντζακικής Οδύσσειας μεταφρασμένης στα ιταλικά από τον Νικόλα Κροτσέττι (Nikos Kazantzakis, Odissea, Introduzione e traduzione di Nicola Crocetti, Crocetti Editore, Νοέμβριος 2020) έτυχε τέτοιας, τόσο από την κριτική της γειτονικής χώρας όσο και από το ευρύ αναγνωστικό κοινό. Το μικρό αφιέρωμα του Νέου Πλανόδιου στο εκδοτικό αυτό γεγονός αποτελείται από δύο μέρη. Στο πρώτο, που αναρτήθηκε στις 4.2., η Μαρία Φραγκούλη κατέγραψε την απήχηση της κυκλοφορίας της Odissea και μετέφρασε ενδεικτικά το κριτικό σημείωμα με το οποίο την δεξιώθηκε η εφημερίδα Repubblica. Στο παρόν δεύτερο, ο μεταφραστής Νικόλα Κροτσέττι συζητά με τον Κώστα Κουτσουρέλη για το μεγάλο του εγχείρημα. 

 

~ . ~ (περισσότερα…)

Η καζαντζακική Οδύσσεια στη γλώσσα του Δάντη (1/2)

Δεν είναι συνηθισμένο πράγμα η ενθουσιώδης υποδοχή στο εξωτερικό ενός έργου της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Όμως η πρόσφατη έκδοση της καζαντζακικής Οδύσσειας μεταφρασμένης στα ιταλικά από τον Νικόλα Κροτσέττι (Nikos Kazantzakis, Odissea, Introduzione e traduzione di Nicola Crocetti, Crocetti Editore, Νοέμβριος 2020) έτυχε τέτοιας, τόσο από την κριτική της γειτονικής χώρας όσο και από το ευρύ αναγνωστικό κοινό. Το μικρό αφιέρωμα του Νέου Πλανόδιου στο εκδοτικό αυτό γεγονός αποτελείται από δύο μέρη. Στο παρόν πρώτο, η Μαρία Φραγκούλη καταγράφει την απήχηση της κυκλοφορίας της Odissea και μεταφράζει ενδεικτικά το κριτικό σημείωμα με το οποίο την δεξιώθηκε η εφημερίδα Repubblica. Στο δεύτερο, ο μεταφραστής Νικόλα Κροτσέττι συζητά με τον Κώστα Κουτσουρέλη για το μεγάλο του εγχείρημα.    

 

(περισσότερα…)

Μπάρμπαρα Καῖλερ, Γερμανικὴ ρουλέττα (Εἰσαγωγὴ-Μετάφραση Συμεὼν Σταμπουλοῦ)

 

ΑΝΤΙ ΕΠΙΜΝΗΜΟΣΥΝΟΥ ΛΟΓΟΥ

Ὁ λογοτεχνικὸς κόσμος πληροφορήθηκε μὲ θλίψη τὸν θάνατο τῆς Μπάρμπαρα Καῖλερ (Barbara Köhler), Γερμανίδας ποιήτριας, πεζογράφου, δοκιμιογράφου, μεταφράστριας καὶ ξεχωριστῆς μορφῆς τῆς μαχόμενης διανόησης. Γεννήθηκε στὶς 11 Ἀπριλίου τοῦ 1959 στὸ Μπούργκστεντ (Burgstädt) τῆς  Σαξονίας καὶ πέθανε στὶς 8 Ἰανουαρίου τοῦ 2021 στὸ Μύλχαϊμ (Mühlheim) τοῦ ποταμοῦ Ρούρ τῆς βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας. Χωρὶς πανεπιστημιακὲς σπουδὲς πέρασε ἀπὸ τὰ χειρωνακτικὰ ἐπαγγέλματα (ὑφαντουργεῖο, οἶκος εὐγηρίας) στὸν χῶρο τῆς τέχνης. Ὁλοκλήρωσε ἕναν κύκλο μαθημάτων στὸ Ἰνστιτοῦτο Λογοτεχνίας «Johannes R. Becher» στὴν Λιψία (1985-1988).  Ἀπὸ ἐκεῖ ἀπασχολήθηκε σὲ διάφορες ὀργανωτικὲς θέσεις στὸ θέατρο τοῦ Κέμνιτς (Chemnitz),  πρώην Karl-Marx-Stadt.  Μετὰ τὴν πτώση τοῦ Τείχους, τὴν ἐπανένωση τῶν δύο Γερμανιῶν καὶ τὴν ἄνοδο τῶν δεικτῶν ἀνεργίας στὴν πρώην ΛΔΓ, στὰ τριάντα της χρόνια, προσανατολίστηκε στὴ λογοτεχνικὴ γραφή. Τὸ 1991 κυκλοφόρησε τὴν πρώτη της ποιητικὴ συλλογὴ Γερμανικὴ ρουλέττα (Deutsches Roulette), ἐνῶ παράλληλα δημοσίευε δοκίμια σὲ ἐφημερίδες καὶ εἶχε τὴν ἐπιμέλεια Καταλόγων εἰκαστικῶν τεχνῶν.  Δεύτερη ἐμφάνιση τὸ 1995 μὲ τὸν κύκλο ποιημάτων Blue Box. Στὴν ἐκπνοὴ τοῦ αἰώνα στέγασε ἀνάμικτα κείμενά της γιὰ τὴ σχέση τῆς γραμματικῆς γλώσσας μὲ τοὺς ρόλους τῶν φύλων ὑπὸ τὸν ἐνδιαφέροντα τίτλο Ἡ ἀνεψιὰ τοῦ Βιττγκενστάιν∙ προφανὴς ὑπαινιγμὸς στὸ ἔργο τοῦ Τόμας Μπέρνχαρντ Ὁ ἀνεψιὸς τοῦ Βιττγκενστάιν. Τὸ 2009 ὀργάνωσε στὸ πανεπιστήμιο τοῦ Ντούισμπουργκ (Duisburg) ἐργαστήριο γραφῆς μὲ τίτλο «Poet in residence». (περισσότερα…)

Δημήτρης Ἀρμάος, Ἐπίλεκτα Ποιήματα καὶ Μεταφράσεις τους σὲ Ἄλλες Γλῶσσες (5/5)

Δ. Ἀρμάος, πορτραῖτο τῆς Ἡρῶς Νικοπούλου

Τὴ χρονιὰ ποὺ φεύγει συμπληρώθηκαν πέντε ἔτη ὰπὸ τὸν πρόωρο θάνατο τοῦ ποιητῆ, μελετητῆ καὶ πολύπλευρου homme de lettres Δημήτρη Ἀρμάου (1959-2015). Tὸ Νέο Πλανόδιον ἀφιερώνει αὐτὲς τὶς τελευταῖες ἀναρτήσεις τοῦ 2020 στὴ μνήμη του, πρόγευση μικρὴ ἀπὸ τὸ πολυσέλιδο ἔντυπο τεύχος ποὺ προγραμματίζεται γιὰ τὸ ἐρχόμενο ἔτος. Τὴ γενικὴ ἐπιμέλεια τοῦ ἀφιερώματος ἔχει ἡ Ζωὴ Μπέλλα-Ἀρμάου.

Ἡ πέμπτη καὶ τελευταία ἀνάρτηση τῆς σειρᾶς περιλαμβάνει μιὰ μικρὴ ἐπιλογὴ ἀπὸ τὰ ποιήματα τοῦ τιμώμενου, στὸ πρωτότυπο καὶ σὲ τέσσερις ἄλλες γλῶσσες. Μεταφράζουν οἱ Ὀρφέας Ἀπέργης, Debora Cacciafeda, Robert καὶ Despina Crist, Catherine Mavromara-Lazaridou, Mario Domínguez Parra, Νίκος Πρατσίνης, Don Schofield καὶ Τόνια Κοβαλένκο. 

 

 

~.~

(περισσότερα…)

Ἅγ. Ἰωάννης τοῦ Σταυροῦ, Μιὰ Νύχτα μὲ Φωτιὲς, Ἀπόδοση Δημήτρης Ἀρμάος (4/5)

 

 

Τὴ χρονιὰ ποὺ φεύγει συμπληρώθηκαν πέντε ἔτη ὰπὸ τὸν πρόωρο θάνατο τοῦ ποιητῆ, μελετητῆ καὶ πολύπλευρου homme de lettres Δημήτρη Ἀρμάου (1959-2015). Tὸ Νέο Πλανόδιον ἀφιερώνει αὐτὲς τὶς τελευταῖες ἀναρτήσεις τοῦ 2020 στὴ μνήμη του, πρόγευση μικρὴ ἀπὸ τὸ πολυσέλιδο ἔντυπο τεύχος ποὺ προγραμματίζεται γιὰ τὸ ἐρχόμενο ἔτος. Τὴ γενικὴ ἐπιμέλεια τοῦ ἀφιερώματος ἔχει ἡ Ζωὴ Μπέλλα-Ἀρμάου.

~.~

Ο ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΡΜΑΟΣ ΕΙΧΕ ΕΤΟΙΜΑΣΕΙ ΤΗΝ ΑΠΟΔΟΣΗ ΣΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ 12 ΠΟΙΗΜΑΤΩΝ ΤΟΥ ΙΩΑΝΝΗ ΤΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ ΜΕ ΤΙΤΛΟ «ΜΙΑ ΝΥΧΤΑ ΜΕ ΦΩΤΙΕΣ: ΔΩΔΕΚΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΟΥ SAN JUAN DE LA CRUZ», ΚΑΙ ΕΙΧΕ ΔΩΣΕΙ ΤΟ ΣΤΟΙΧΕΙΟΘΕΤΗΜΕΝΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΓΙΑ ΔΙΟΡΘΩΣΗ ΣΕ ΦΙΛΟ ΤΟΥ. Ο ΔΙΟΡΘΩΤΗΣ ΕΧΑΣΕ ΤΑ ΚΕΙΜΕΝΑ. ΣΤΑ ΚΑΤΑΛΟΙΠΑ ΒΡΕΘΗΚΑΝ ΤΡΙΑ ΑΠΟ ΤΑ ΠΟΗΜΑΤΑ ΑΥΤΑ ΚΑΘΩΣ ΚΑΙ Ο ΠΡΟΛΟΓΟΣ, ΤΟ ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ. ΔΕΝ ΓΝΩΡΙΖΟΥΜΕ ΑΝ ΤΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΕΙΝΑΙ ΣΤΗΝ ΤΕΛΙΚΗ ΤΟΥΣ ΜΟΡΦΗ.

~.~

(περισσότερα…)

Δημήτρης Αρμάος, Η προσφορά της ξεριζωμένης καρδιάς (3/5)

 

Τὴ χρονιὰ ποὺ φεύγει συμπληρώθηκαν πέντε ἔτη ὰπὸ τὸν πρόωρο θάνατο τοῦ ποιητῆ, μελετητῆ καὶ πολύπλευρου homme de lettres Δημήτρη Ἀρμάου (1959-2015). Tὸ Νέο Πλανόδιον ἀφιερώνει αὐτὲς τὶς τελευταῖες ἀναρτήσεις τοῦ 2020 στὴ μνήμη του, πρόγευση μικρὴ ἀπὸ τὸ πολυσέλιδο ἔντυπο τεύχος ποὺ προγραμματίζεται γιὰ τὸ ἐρχόμενο ἔτος. Τὴ γενικὴ ἐπιμέλεια τοῦ ἀφιερώματος ἔχει ἡ Ζωὴ Μπέλλα-Ἀρμάου.

~ . ~

του ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ Π. ΒΕΡΤΟΥΔΑΚΗ

Νηφάλιες εντυπώσεις από ένα βίαιο θέμα
Η διδακτορική διατριβή του Δημήτρη Αρμάου

Δ. Αρμάος, Η προσφορά της ξεριζωμένης καρδιάς. Προϊστορία και λειτουργία του θέματος στην Ερωφίλη του Χορτάτση, εκδ. Gutenberg, Αθήνα 2011, σσ. 1010.

ΚΑΤΑ ΠΟΣΟΝ ο ποιητής πρέπει να είναι και φιλό-λογος; Έν τινι μέτρω είναι αναπόφευκτο. Ο ποιητής μελετά και απορροφά τις προγενέστερες και σύγχρονες λογοτεχνικές φωνές –ιθαγενείς ή οθνείες. Ακόμη και το αρχέτυπο της αφελούς ποιήσεως –κατά την περίφημη σιλλεριανή διάκριση–, ο Όμηρος, είχε αφομοιώσει τη θεματική και τους ποιητικούς τρόπους μιας μακράς προφορικής επικής παράδοσης του ελληνόφωνου κόσμου. Εκεί όμως που η ποίηση διασταυρώθηκε για πρώτη φορά με την «επαγγελματική» φιλολογία είναι στην Αλεξάνδρεια. Τότε, στην ελληνιστική εποχή, φιλοτεχνήθηκε η φιγούρα του poeta doctus. Η αποστροφή του Στράβωνα (14.2.19) με την οποία χαρακτήρισε τον Φιλητά από την Κω ως «ποιητὴν ἅμα καὶ κριτικόν» έγινε διάσημη και δέσμευσε εν πολλοίς την ερμηνευτική ματιά των μελετητών της ελληνιστικής ποίησης. Ο Φιλητάς ήταν ο πρόδρομος μιας γενιάς λογίων ποιητών με κορυφαίο τον Καλλίμαχο τον Κυρηναίο, που επιχείρησε να ανανεώσει την ποίηση και την ποιητική του καιρού της αναθεωρώντας την προγενέστερη λογοτεχνική παράδοση και εμπνεόμενη από τη θησαυρισμένη γνώση της βιβλιοθήκης της Αλεξάνδρειας. (περισσότερα…)

Δημήτρης Αρμάος, Μικρή εισαγωγή στην ποιητική του (2/5)

 

Τὴ χρονιὰ ποὺ φεύγει συμπληρώθηκαν πέντε ἔτη ὰπὸ τὸν πρόωρο θάνατο τοῦ ποιητῆ, μελετητῆ καὶ πολύπλευρου homme de lettres Δημήτρη Ἀρμάου (1959-2015). Tὸ Νέο Πλανόδιον ἀφιερώνει αὐτὲς τὶς τελευταῖες ἀναρτήσεις τοῦ 2020 στὴ μνήμη του, πρόγευση μικρὴ ἀπὸ τὸ πολυσέλιδο ἔντυπο τεύχος ποὺ προγραμματίζεται γιὰ τὸ ἐρχόμενο ἔτος. Τὴ γενικὴ ἐπιμέλεια τοῦ ἀφιερώματος ἔχει ἡ Ζωὴ Μπέλλα-Ἀρμάου. 

 

 

 

του ΔΗΜΗΤΡΗ ΜΑΥΡΟΥ

Μικρή εισαγωγή στην ποιητική του Δημήτρη Αρμάου

Ὅλο καὶ κάτι σπάει . . . κάποιοι τὸ σπᾶνε . . . δὲ θ’ ἀξίζει
(Βίαιες εντυπώσεις, σ. 334)

Ο ευσύνοπτος τόμος με τα 220 ποιήματα και τον τίτλο Βίαιες Εντυπώσεις των ετών 1975-2007 —ευσύνοπτος αν σκεφτεί κανείς πόσα ποιήματα έχουμε της Ντίκινσον και του Κάμμινγκς, του Παλαμά και του Ρίτσου· αρκετός αν αναλογιστεί τα 154 σονέτα του Σαίξπηρ, τα 154 ποιήματα του Καβάφη, τα πολύ λιγότερα όσων χάθηκαν πολύ νωρίς· εντούτοις, υπεραρκετός στεκούμενος ως αυτοδύναμη οντότητα— δεν είναι συγκεντρωτικός μα καταστατικός ενός ορίζοντα προβληματισμών που έκλεισε. Και από τον τίτλο άλλωστε λείπει το οριστικό άρθρο· πρόκειται για μιαν επιλογή βίαιων εντυπώσεων, για τα highlights ενός βίαιου βίου. Παραλείπει δημοσιευμένα ποιήματα, ξαναγράφει όσα εν τέλει αφήνει —συχνότατα με ριζικές αλλαγές—, προσθέτει αδημοσίευτα, αναδιαρθρώνει τη σειρά όχι με χρονολογικό κριτήριο, αλλά μὲ τὴν πρόθεση ν’ ἀκολουθήσουν τὸν εἱρμὸ μιᾶς συναισθηματικῆς καὶ πνευματικῆς ἐξέλιξης.[1] (περισσότερα…)

Δημήτρης Ἀρμάος, Πέντε χρόνια ἀπὸ τὴν ἐκδημία του (1/5)

 

 

Τὴ χρονιὰ ποὺ φεύγει συμπληρώθηκαν πέντε ἔτη ὰπὸ τὸν πρόωρο θάνατο τοῦ ποιητῆ, μελετητῆ καὶ πολύπλευρου homme de lettres Δημήτρη Ἀρμάου (1959-2015). Ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὸ ἐργοβιογραφικὸ σημείωμα ποὺ ἀκολουθεῖ, τὸ Νέο Πλανόδιον ἀφιερώνει αὐτὲς τὶς τελευταῖες ἀναρτήσεις τοῦ 2020 στὴ μνήμη του, πρόγευση μικρὴ ἀπὸ τὸ πολυσέλιδο ἔντυπο τεύχος ποὺ προγραμματίζεται γιὰ τὸ ἐρχόμενο ἔτος. Τὴ γενικὴ ἐπιμέλεια τοῦ ἀφιερώματος ἔχει ἡ Ζωὴ Μπέλλα-Ἀρμάου.    (περισσότερα…)

Ἡ Χώ­ρα Νο­έμ­βριος

Ἡ Χώ­ρα Νο­έμ­βριος

Δώδεκα ποιήματα γιὰ προχωρημένο Νοέμβρη
γυρισμένα ἀπὸ τὰ ἀγγλικὰ στὰ ἑλληνικὰ
ἀπὸ τὴ Νατάσα Κεσμέτη καὶ τὸν Γιάννη Πατίλη
στὴ μνήμη τῆς φίλης τους ποιήτριας
Ἕλενας Στριγγάρη (1950-2020)

Ἔγρα­ψε κά­πο­τε ὁ Ρί­τσαρντ Κὶνγκ (ψευ­δώ­νυ­μο τοῦ Richard King Huskinson, 1879-1947) σ΄ ἕ­να βι­βλί­ο του μὲ τί­τλο Δί­πλα στὸ Τζά­κι μὲ Ἀ­μί­λη­τους Φί­λους (1921) τὸ πα­ρα­κά­τω :

Με­ρι­κὲς φο­ρὲς θαρ­ρῶ πὼς ­κεῖ­νος ποὺ γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ εἶ­πε ­τι « δρό­μος γιὰ τὴν κό­λα­ση εἶ­ναι στρω­μέ­νος μὲ κα­λὲς προ­θέ­σεις» θὰ πρέ­πει νὰ τὸ εἶ­πε Νο­έμ­βριο! Τὸ Φθι­νό­πω­ρο εἶ­ναι γε­μά­το κα­λὲς προ­θέ­σεις­πως ­νοι­ξη εἶ­ναι γε­μά­τη γι­ορ­τὲς καὶ ἐλ­πί­δα καὶ τὸ Κα­λο­καί­ρι θερ­μό­τη­τα καὶ dolce far niente. ­μως ­πως τὴν πρώ­τη ζε­στὴ μέ­ρα τοῦ ­ου­λί­ου νι­ώ­θεις γε­μά­τος ­νέρ­γεια ποὺ σὲ κά­νει νὰ νο­μί­ζεις πὼς πρέ­πει νὰ ζή­σεις αἰ­ώ­νια, ­τσι καὶ τὸ Φθι­νό­πω­ρο σὲ κά­νει νὰ συ­νει­δη­το­ποι­εῖς πὼς ζω­ φτε­ρου­γί­ζει μα­κριὰ καὶ νοῦς δὲν ­χει φτά­σει ­κό­μη στὴν πλή­ρη του ­ρι­μό­τη­τα οὔ­τε στὴν ἐκ­πλή­ρω­ση τῆς φι­λό­δο­ξης δι­α­νο­η­τι­κῆς του καρ­πο­φο­ρί­ας. ­σως εἶ­ναι τὸ ἄγ­γιγ­μα τοῦ χει­μώ­να ­λό­γυ­ρα στὴν ­τμό­σφαι­ρα ποὺ σὲ κά­νει νὰ σχε­διά­ζεις δι­ά­φο­ρα με­γα­λό­πνο­α γιὰ τὰ ­τέ­λει­ω­τα βρα­δι­νά του Νο­εμ­βρί­ου, δει­λι­νὰ ποὺ τό­σο μα­κραί­νουνΘὰ μά­θεις ­σως Ρω­σι­κά, κά­τι πιὸ ξωτικό­ρα­βι­κά, θὰ δι­α­βά­σεις ­λα τὰ ἔρ­γα τοῦ Μπαλ­ζάκ­νει­ρα πὼς θὰ με­λε­τή­σεις Περ­σι­κὰ μὲ τὴν εὐ­γε­νι­κὴ πρό­θε­ση νὰ με­τα­φρά­σεις τὰ Ρουμ­πα­γιὰτ τοῦ ­μὰρ Κα­γιὰμ στὰ μα­κριὰμα­κριὰ σού­ρου­πα τοῦ Φθι­νο­πώ­ρου

Τὰ ποι­ή­μα­τα γιὰ τὸν Νο­έμ­βριο ποὺ δι­α­λέ­ξα­με —ἀ­νά­με­σα στὰ τό­σα πολ­λὰ— δὲν ἐ­πι­βε­βαί­ω­σαν τὰ πα­ρα­πά­νω, λό­για κά­ποι­ου μᾶλ­λον χι­ου­μο­ρί­στα. Ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὴν πα­ρα­τή­ρη­σή του γιὰ μιὰ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ποὺ ὅ­λοι μοι­ρα­ζό­μα­στε ἀ­πὸ μι­κρὰ παι­διά: τὸν Νο­έμ­βρη σκο­τει­νιά­ζει πο­λὺ νω­ρὶς καὶ πο­λὺ γρή­γο­ρα, ἐ­νῶ τὰ σού­ρου­πα μοιά­ζουν νὰ σέρ­νον­ται ἀ­τέ­λει­ω­τα. Τὰ ποι­ή­μα­τα αὐ­τῆς τῆς μι­κρῆς ἀν­θό­λο­γη­σης, τὰ πε­ρισ­σό­τε­ρα χα­μη­λό­φω­να, ἐκ­μυ­στη­ρεύ­ον­ται πο­λὺ πιὸ βα­θιὰ συ­ναι­σθή­μα­τα, ἐ­σω­τε­ρι­κὰ ἀ­να­τρι­χιά­σμα­τα, ἕ­να ψυ­χρὸ ὑ­παρ­ξια­κὸ ρί­γος – κι ἂς εἶ­ναι δι­α­φο­ρε­τι­κὲς οἱ ἐ­πο­χές, οἱ ἡ­λι­κί­ες καὶ τὸ φύ­λο τῶν ποι­η­τῶν. Ὁ Ἔν­του­αρντ Τό­μας, γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, ἔ­γρα­ψε σ’ ἕ­να πε­ζό του γιὰ τὸν Νο­έμ­βριο, μιὰ μέ­ρα ποὺ ἐ­πέ­στρε­φε ἀ­πὸ ἕ­να μι­κρὸ κι ἐ­ρη­μι­κὸ σπι­τά­κι γνω­στό του ἀ­πὸ τὸ Κα­λο­καί­ρι ὅ­ταν ἦ­ταν πλημ­μυ­ρι­σμέ­νο πα­πα­ροῦ­νες. Τώ­ρα δὲν ὑ­πῆρ­χε κα­μιά, ὅ­πως καὶ κα­νέ­να ἄλ­λο λου­λού­δι, κι ὁ κό­σμος was very little in a lasting mist… Ση­μεί­ω­σε λοι­πὸν στὴ συ­νέ­χεια τῶν στο­χα­σμῶν του:

Κοι­νό­το­πο πὼς κα­θέ­νας μας εἶ­ναι μό­νος, πὼς κά­θε κομ­μα­τά­κι γῆς ὅ­που κά­θε ἄν­θρω­πος στέ­κε­ται εἶ­ναι ἕ­να ἔ­ρη­μο νη­σὶ μὲ πα­τη­μα­σι­ὲς ἄ­γνω­στων πλα­σμά­των σ΄ ὁ­λό­κλη­ρη τὴν ἀ­κτή. Μιὰ ἢ δυ­ὸ φο­ρὲς σ΄ ὁ­λό­κλη­ρη τὴ ζωὴ ἀ­να­φω­νοῦ­με πὼς γνω­ρί­ζου­με τὰ πα­τή­μα­τα· βλέ­που­με ἀ­κό­μα καὶ βάρ­κες ξέ­νων κα­θὼς βγαί­νουν στὴν ἀ­κτή· δι­α­κρί­νου­με ἀ­νά­με­σα στὴν ἀ­χλὺ ἕ­να γει­το­νι­κὸ νη­σί, κι ἀν­θρώ­πους ποὺ μᾶς μοιά­ζουν νὰ κι­νοῦν­ται ἐ­κεῖ πέ­ρα. Τὴν ἴ­δια νύ­χτα ἡ πλημ­μυ­ρί­δα εἶ­χε σβή­σει κά­θε ἴ­χνος, καὶ νι­ώ­σα­με ἱ­κα­νο­ποί­η­ση, δί­χως νὰ ση­κώ­σου­με κά­ποι­ο νω­θρὸ τη­λε­σκό­πιο κα­τὰ τὸν ὁ­ρί­ζον­τα, οὔ­τε κὰν μὲ σπου­δὴ νὰ πα­ρα­τη­ρή­σου­με τὴν ἄμ­μο στὰ πό­δια μας. (Ἀ­πὸ τὸ «St. Martin’s Summer», στὸ The Heart of England [J. M. Dent 1906], σελ. 131-132.)

Τὸ τε­λευ­ταῖ­ο σκα­λὶ τοῦ Φθι­νό­πω­ρου, σὰν μιὰ συμ­βο­λι­κὴ κα­τα­βα­σία πρὸς τὸν Ἅ­δη, εἶ­ναι ὁ μή­νας-μύ­η­ση στὸ ἐ­περ­χό­με­νο σκο­τά­δι τοῦ Χει­μώ­να, ποὺ στοι­χεῖ στὸ τέ­λος τοῦ φθαρ­τοῦ κό­σμου τῶν αἰ­σθη­τῶν, στὸ τέ­λος τῆς ζω­ῆς, τῆς ζω­ῆς μας. Αὐ­τὴ τὴν ἀ­πώ­λεια, στοὺς πε­ρισ­σό­τε­ρους ἀ­πὸ τοὺς ποι­η­τὲς τοῦ Ἀν­θο­λο­γί­ου μας, τὴν ντύ­νουν εἰ­κό­νες τῆς φθί­νου­σας φθι­νο­πω­ρι­νῆς φύ­σης, ἀλ­λὰ πί­σω ἀ­πὸ αὐ­τὲς δη­λώ­νε­ται κά­πο­τε ρη­τὰ καὶ τὸ τέ­λος τῆς ἴ­διας της ἀν­θρώ­πι­νης ζω­ῆς, ποὺ ἄλ­λο­τε ση­μαί­νε­ται πα­ρη­γο­ρη­τι­κὰ σὰν μιὰ ἐ­πι­στρο­φή, τοῦ πάν­τα συγ­κε­κρι­μέ­νου προ­σώ­που, στὴ μη­τέ­ρα γῆ, ὅ­πως στὸ ποί­η­μα τοῦ Χά­ου­σμαν γιὰ τὸν φί­λο του Ντίκ, καὶ ἄλ­λο­τε μὲ τὸν ψυ­χρὸ μη­δε­νι­σμὸ ἑ­νὸς τέ­λους δί­χως τί­πο­τε με­τά ποὺ μά­ται­α τὸ ἀλ­κο­ὸλ καὶ τὸ «that’s life» προ­σπα­θεῖ νὰ ξορ­κί­σει, ὅ­πως στὸ ποί­η­μα τοῦ Σά­ϊ­μον Ἄρ­μι­τέ­η­τζ γιὰ τὴν για­γιὰ τοῦ φί­λου του.

Γιὰ τοὺς ἴ­διους τοὺς ποι­η­τές, ποὺ μο­να­δι­κή τους σχε­δὸν πα­ρη­γο­ριὰ ἔ­χουν τῶν στί­χων τους μιὰ ζω­ με­τὰ στὴ μνή­μη τῶν ἀν­θρώ­πων, ὁ δι­κός μας Τά­σος Λει­βα­δί­της εἶ­ναι ἀ­πα­ρη­γό­ρη­τος, κα­θὼς ὁ «Ἄ­νε­μος τοῦ Νο­εμ­βρί­ου» στὰ Χει­ρό­γρα­φα τοῦ Φθι­νο­πώ­ρου του, συμ­πα­ρα­σύ­ρει στὸ πέ­ρα­σμά του καὶ ὅ­λα τα γρα­πτὰ ση­μά­δια τῆς ὕ­παρ­ξής τους:

Τώρα ὅμως βράδιασε. Ἂς κλείσουμε τὴν πόρτα κι ἂς κατεβάσουμε τὶς κουρτίνες
γιατί ἦρθε ὁ καιρὸς τῶν ἀπολογισμῶν. Τί κάναμε στὴ ζωή μας; Ποιοί εἴμαστε; Γιατί ἐσὺ καὶ ὄχι ἐγώ;

Καιρὸ τώρα δὲ χτύπησε κανεὶς τὴν πόρτα μας κι ὁ ταχυδρόμος ἔχει αἰῶνες νὰ φανεῖ. Ἄ, πόσα γράμματα, πόσα ποιήματα
ποὺ τὰ πῆρε ὁ ἄνεμος τοῦ Νοεμβρίου […]

Ὥσπου στὸ τέλος δὲ μένει παρὰ μιὰ θολὴ ἀνάμνηση ἀπὸ τὸ παρελθὸν (πότε ζήσαμε;)
καὶ κάθε ποὺ ἔρχεται ἡ ἄνοιξη κλαίω γιατί σὲ λίγο θὰ φύγουμε καὶ κανεὶς δὲ θὰ μᾶς θυμηθεῖ.

(«Ἄνεμος τοῦ Νοεμβρίου»)

Κα­νείς;

Ὄ­χι! Θὰ φω­νά­ξει μιὰ ζεί­δω­ρη ἀ­φρο­α­με­ρι­κα­νί­δα ποι­ή­τρια, ἀ­πὸ τὸ ἑλ­λη­νό­πνευ­στο Ἄ­κρον τοῦ Ὀ­χά­ι­ο, ἡ Ρί­τα Ντάβ, ὅ­ταν ἀ­πὸ τὸν βυ­θὸ μιᾶς γερ­μα­νι­κῆς ποι­η­τι­κῆς μαυ­ρί­λας προ­γεύ­ε­ται μὲ τὸ κορ­μὶ καὶ τὴν ψυ­χή της τὸ Ἄ­κρον μιᾶς ἐ­περ­χό­με­νης Ἄ­νοι­ξης τοῦ με­τά καὶ τὸ ὑ­μνεῖ

μὲ ἕ­να φορ­τί­ο σαν­τού­ρια…

Ἔ­τσι τώ­ρα καὶ ἀ­πὸ μᾶς γιὰ τὴν Ἔ­λε­να:
ἂς εἶναι ἡ Ἄ­νοι­ξη τῆς Μνή­μης!

Ν.Κ. & Γ.Π.

(περισσότερα…)

Νικαράγουα: Η εξέγερση των «ολίγιστων» και η «Γενιά των νέων δρόμων» (Μέρος Ε’)

Επιμέλεια αφιερώματος, εισαγωγή, συνέντευξη, μετάφραση: Έλενα Σταγκουράκη

Τα τραγούδια (β’)

Τα τραγούδια των Ολίγιστων γεννήθηκαν από την ίδια συγκυρία που έδωσε στον νέο αυτό μουσικό σχηματισμό την ονομασία του και την οποία περιγράψαμε εκτενώς στα προηγούμενα μέρη του αφιερώματος. Αποκλειστικό θέμα τους είναι η κατάδειξη της καταπίεσης από το καθεστώς Ορτέγα, η κάλυψη των γεγονότων της κοινωνικής εξέγερσης του 2018 και η καυτηρίαση των κακώς κειμένων, με απώτερο στόχο την παραίτηση του δικτάτορα και τον εκδημοκρατισμό της Νικαράγουας. Πρόκειται για τέχνη πολιτική, αφού η μουσική επιστρατεύεται δημιουργικά ως μέσο πολιτικής και ευρύτερα κοινωνικής διαμαρτυρίας που επιτρέπει τη συμμετοχή και την άρθρωση πολιτική (αντι)λόγου.

Το υπέροχο: Ενώ θα περίμενε κανείς έναν χαρακτήρα άκρως καταγγελτικό, πράγμα που ισχύει βέβαια για τους στίχους τους, τα τραγούδια αυτά αποπνέουν αισιοδοξία, ευδιαθεσία, σχεδόν ευεξία. Ο λόγος απλός, απτός και συγκεκριμένος: αντλούν από τη μακρά και πλούσια μουσική παράδοση της Λατινικής Αμερικής, με ρυθμούς παραδοσιακούς όπως η κούμπια, η σάλσα και το μερέγκε, αλλά και με παραδοσιακά μουσικά όργανα όπως η μαρίμπα και άλλα κρουστά. Οι Ολίγιστοι δε μένουν όμως εκεί, αλλά ανανεώνουν τη μουσική τους, μπολιάζοντάς την με σύγχρονα διεθνή μουσικά ρεύματα και τάσεις, όπως το σκα και η χιπ χοπ. Αν μη τι άλλο, τουλάχιστον εκεί αποστασιοποιούνται από την πολιτική μουσική, τη “μουσική διαμαρτυρίας” των δεκαετιών του 1970 και 1980, δίνοντας σάρκα και οστά σε αυτό που δήλωσε στη συνέντευξη που μας παραχώρησε ο Φάμπιο Μπουιτράγο, μία από τις κεντρικές φυσιογνωμίες των Ολίγιστων: στη «γενιά των νέων δρόμων». Δρόμων όχι μόνο πολιτικών και κοινωνικών, αλλά και μουσικών και ευρύτερα πολιτιστικών. Μια εξέγερση πολύπλευρη και πολυεπίπεδη.

Καλή απόλαυση!

*ΣτΜ: Η διασκευή στα ελληνικά υπαγορεύτηκε από τη μουσική, το περιεχόμενο και τα επιμέρους μορφολογικά χαρακτηριστικά των στίχων των πρωτότυπων τραγουδιών και τα σεβάστηκε στο μέγιστο βαθμό.

Έλενα Σταγκουράκη

 

4. ΠΩΣ ΤΗΝ ΠΑΤΗΣΑ

Στου μήνα Απρίλη τις δεκαεννιά
Μπαίνει κατάληψη στη σχολή
Με τους συντρόφους μου της γενιάς
Μαχόμαστε την καταστολή
Σαν μας την πέφτει η Αστυνομία
Στο οδόφραγμα τρέχω να κρυφτώ
Κι εκεί τη βλέπω σαν οπτασία
Να τα ’χει τρία όπως και εγώ

Πώς την πάτησα
Την αγάπησα
Αυτή τη νέα όλο θάρρος
Με τόλμη, πάθος
Που εδώ συνάντησα

Πώς την πάτησα
Την αγάπησα
Πως θα την ερωτευόμουν
δεν φανταζόμουν
Μια τέτοια αντάρτισσα

Πάνω σηκώνεται αγριεμένη
Να δει πού βρίσκεται ο εχθρός
Κι απ’ το σακίδιο τραβά κρυμμένη
Μια πέτρα-βράχο, α τον φτωχό!
Κάνει ένα βήμα να πάρει φόρα
Τυφώνας γίνεται τρομερός
Κι αφού τους έριχνε εκεί για ώρα
Στα πόδια το ’βαλε και ο στρατός

[Ρεφραίν]

Θα τα τινάξει η καρδιά μου, πάει,
Θα με ξεκάνει αυτή η κοπελιά
Θέση θα πάρω σ’ εκείνην πλάι
Δεν θα περάσουνε τα θεριά
Της Νικαράγουας εμείς τα τέκνα
Γυναίκες-άντρες ίδια φτιαξιά
Κι εκείνη με την πατρίδα ένα
Παλεύει για όλων τη λευτεριά

[Ρεφραίν]

 

5. ΗΤΑΝ ΦΟΙΤΗΤΕΣ

                              Στη μνήμη των ηρώων που έπεσαν τον Απρίλη και Μάιο του 2018
αγωνιζόμενοι για μια ελεύθερη Νικαράγουα

Έτσι, γουστάρω να παίζω
Τύμπανο στις διαδηλώσεις
Ξένες πολλές να μαθαίνω
Γλώσσες και ας είναι με δόσεις
Είπα, κι εγώ θα συμβάλλω
Στου Έθνους το μέγα στόχο
Έτσι με μάθαν και ‘τράβα
γιε μου απ’ το Τιπιτάπα’

Πάλευα για την πατρίδα
Και τα δικά μας τα δίκια
Έφτανε αυτό για τη σφαίρα
Στο στήθος στην καρδιά ίσια
Να μας φιμώσουνε θέλουν
Όσους εδώ καταγγέλλουν
Δεν με τρομάζουν, παρών!
Λέγομαι Ρίτσαρντ Παβόν.

Έκλεισα τα δεκαπέντε
Γρήγορα τρέχω τενιέντε
Σφαίρες να πέφτουν ηχούνε
Τρέξ’ τε πριν πρώτες μας βρούνε
Ο φίλος έχει διψάσει
Φέρνω νερό να χορτάσει
Για μια ελεύθερη χώρα
Πάμε μαζί μες στην μπόρα

Έφτασε όμως η σφαίρα
Στην καρωτίδα και τέρμα
Με σήκωσαν απ’ το χώμα
Είπαν πως είμαι σε κόμμα
Και πως θα είχα επιζήσει
Γιατρών αν είχα την κρίση.
Δε θα με ρίξουν στον κάδο
Ο Άλβαρο είμαι Κονράδο.

Ήταν φοιτητούδια
Όχι εγκληματίες
Η μάχη τους δική μου
Ποτέ μου δεν ξεχνώ

Ήταν φοιτητούδια
Όχι εγκληματίες
Ποτέ δεν θα ξεχάσω
Ζήτω οι φοιτητές!

Όνειρο το ’χω μεγάλο
Πανεπιστήμιο να βγάλω
Ένας μονάχα μου μένει
Χρόνος και σύντομα βγαίνει
Έφτασα το βράδυ εκείνο
Από την πόλη Σαντίνο
Να προστεθώ στα αδέρφια
Στις διαδηλώσεις, στα μέτρα

Πιάνω κρατώ τη σημαία
Καύχημα το ’χω, στο αίμα.
Θάρρος, κουράγιο μου δίνει
Όπως σε όλους στη δίνη.
Κλέβει μεμιάς τη φωνή μου
Βόλι των ΜΑΤ και του δήμιου
Μη με ξεχνάς με τους μήνες
Λέγομαι Μάρλον Μαρτίνες.

Νόμους μελέτησα πόσους
Δίκαια να κρίνω με όλους
Να ’χω το βλέμμα καθάριο
Δημοκρατία αντί σάλιο
Θέλω να γράφω τραγούδια
Σάλσα, μερέγκε ή κούμπια
Το μαραγκό βοηθούσα
Για χαρτζιλίκι, μοχθούσα

Στην Εστελί καταλήψεις
Έδερνε η αστυνομία
Αύξαιναν και οι συλλήψεις
Όλο εμείς τόλμη, θηρία.
Άλλη μια σφαίρα και βρίσκει
Του κεφαλιού μου τα αγγεία.
Ό,τι κι αν πουν στις ειδήσεις
Λέγομαι Φράνκο Βαλδίβια.

[ρεφραίν]

 

6. ΧΟΥΑΝΑ

                          Στη μνήμη της Χουάνας Αγκιλάρ

Να σπουδάσω δεν μπόρεσα εγώ
Και από παιδί πήγα να εργαστώ
Τώρα έχω να θρέψω δικό μου γιο
Κι ένα σωρό χρέη, πώς τα εξοφλώ;

Πλήθος συνεντεύξεις είχα, αλλά
Πώς να πείσω τόσα αφεντικά
Τα ζητούμενά τους ήταν πολλά
Κι είχα μείνει πάλι χωρίς δουλειά

Έφτασα στο τμήμα έτσι λοιπόν
Της αστυνομίας, πώς να το πω,
Μού ’δωσαν δουλειά για νά ’χω να ζω
Και πολύς ο φόβος ν’ απολυθώ

Πρέπει να πληρώσω και τις σπουδές
Στη σχολή του γιου μου, είναι ακριβές,
Στέγη, ρούχα, ανάγκες τόσες πολλές
Δίχως μιαν ανάσα και διακοπές

Άνθρωποι είμαστε όλοι
Θέλουμε όλοι
Τη λευτεριά
Αδέρφια είμαστε όλοι
Ποθούμε όλοι
Μια ζωή, απλά!

Μέσα του Απρίλη και οι φοιτητές
Βγαίνουνε στους δρόμους και στις αυλές
Βία και μαρτύρια στις φυλακές
Άθλιες οι εικόνες και οι στιγμές

Η δική μου γνώμη πια δε μετρά
Πρέπει η δουλειά μου να μπει μπροστά
Σκέφτομαι το γιο μου, τα δανεικά
Μοιάζει με μονόδρομο η συμφορά

Έρχεται από ‘πάνω’ η εντολή
Μας τοποθετούν μπροστά στη σχολή
Κρότοι, σκάγια, εκρήξεις εδώ κι εκεί
Η καρδιά πονάει, πού να κρυφτεί;

Τόση ωμή βία, μα το Θεό
Πώς από τα πριν να το φανταστώ
Πως αθέλητα θα πυροβολώ
Επειδή το ζήτησε ο αρχηγός

[Ρεφραίν]

Μας περικυκλώσαν και πουθενά
Διέξοδο δε βρίσκω μες στα στενά
Πιάνω τρέχω ψάχνοντας για κενά
Κι ένα ρίγος άγριο με διαπερνά

(πυροβολισμός)

Ας το συγχωρήσει ο γιος μου αυτό
Που λόγω δουλειάς πια δεν θα τον δω
Για εκείνον τά ’δωσα όλα εγώ
Να τον δω χαρούμενο και ικανό

Μία Νικαράγουα ειρηνική
Λαχτάρησα και δεν τό ’χω για ντροπή.
Όλοι σαν αδέρφια να ζούμε. Ευχή:
Στα χείλη μας το γέλιο να ξαναρθεί.

[Ρεφραίν]

Διασκευή: Έλενα Σταγκουράκη

12028636_987135771324818_6533768910245227384_o