ΝΠ | Αφιερώματα

Νικαράγουα: Η εξέγερση των «ολίγιστων» και η «Γενιά των νέων δρόμων» (Μέρος Ε’)

Επιμέλεια αφιερώματος, εισαγωγή, συνέντευξη, μετάφραση: Έλενα Σταγκουράκη

Τα τραγούδια (β’)

Τα τραγούδια των Ολίγιστων γεννήθηκαν από την ίδια συγκυρία που έδωσε στον νέο αυτό μουσικό σχηματισμό την ονομασία του και την οποία περιγράψαμε εκτενώς στα προηγούμενα μέρη του αφιερώματος. Αποκλειστικό θέμα τους είναι η κατάδειξη της καταπίεσης από το καθεστώς Ορτέγα, η κάλυψη των γεγονότων της κοινωνικής εξέγερσης του 2018 και η καυτηρίαση των κακώς κειμένων, με απώτερο στόχο την παραίτηση του δικτάτορα και τον εκδημοκρατισμό της Νικαράγουας. Πρόκειται για τέχνη πολιτική, αφού η μουσική επιστρατεύεται δημιουργικά ως μέσο πολιτικής και ευρύτερα κοινωνικής διαμαρτυρίας που επιτρέπει τη συμμετοχή και την άρθρωση πολιτική (αντι)λόγου.

Το υπέροχο: Ενώ θα περίμενε κανείς έναν χαρακτήρα άκρως καταγγελτικό, πράγμα που ισχύει βέβαια για τους στίχους τους, τα τραγούδια αυτά αποπνέουν αισιοδοξία, ευδιαθεσία, σχεδόν ευεξία. Ο λόγος απλός, απτός και συγκεκριμένος: αντλούν από τη μακρά και πλούσια μουσική παράδοση της Λατινικής Αμερικής, με ρυθμούς παραδοσιακούς όπως η κούμπια, η σάλσα και το μερέγκε, αλλά και με παραδοσιακά μουσικά όργανα όπως η μαρίμπα και άλλα κρουστά. Οι Ολίγιστοι δε μένουν όμως εκεί, αλλά ανανεώνουν τη μουσική τους, μπολιάζοντάς την με σύγχρονα διεθνή μουσικά ρεύματα και τάσεις, όπως το σκα και η χιπ χοπ. Αν μη τι άλλο, τουλάχιστον εκεί αποστασιοποιούνται από την πολιτική μουσική, τη “μουσική διαμαρτυρίας” των δεκαετιών του 1970 και 1980, δίνοντας σάρκα και οστά σε αυτό που δήλωσε στη συνέντευξη που μας παραχώρησε ο Φάμπιο Μπουιτράγο, μία από τις κεντρικές φυσιογνωμίες των Ολίγιστων: στη «γενιά των νέων δρόμων». Δρόμων όχι μόνο πολιτικών και κοινωνικών, αλλά και μουσικών και ευρύτερα πολιτιστικών. Μια εξέγερση πολύπλευρη και πολυεπίπεδη.

Καλή απόλαυση!

*ΣτΜ: Η διασκευή στα ελληνικά υπαγορεύτηκε από τη μουσική, το περιεχόμενο και τα επιμέρους μορφολογικά χαρακτηριστικά των στίχων των πρωτότυπων τραγουδιών και τα σεβάστηκε στο μέγιστο βαθμό.

Έλενα Σταγκουράκη

 

4. ΠΩΣ ΤΗΝ ΠΑΤΗΣΑ

Στου μήνα Απρίλη τις δεκαεννιά
Μπαίνει κατάληψη στη σχολή
Με τους συντρόφους μου της γενιάς
Μαχόμαστε την καταστολή
Σαν μας την πέφτει η Αστυνομία
Στο οδόφραγμα τρέχω να κρυφτώ
Κι εκεί τη βλέπω σαν οπτασία
Να τα ’χει τρία όπως και εγώ

Πώς την πάτησα
Την αγάπησα
Αυτή τη νέα όλο θάρρος
Με τόλμη, πάθος
Που εδώ συνάντησα

Πώς την πάτησα
Την αγάπησα
Πως θα την ερωτευόμουν
δεν φανταζόμουν
Μια τέτοια αντάρτισσα

Πάνω σηκώνεται αγριεμένη
Να δει πού βρίσκεται ο εχθρός
Κι απ’ το σακίδιο τραβά κρυμμένη
Μια πέτρα-βράχο, α τον φτωχό!
Κάνει ένα βήμα να πάρει φόρα
Τυφώνας γίνεται τρομερός
Κι αφού τους έριχνε εκεί για ώρα
Στα πόδια το ’βαλε και ο στρατός

[Ρεφραίν]

Θα τα τινάξει η καρδιά μου, πάει,
Θα με ξεκάνει αυτή η κοπελιά
Θέση θα πάρω σ’ εκείνην πλάι
Δεν θα περάσουνε τα θεριά
Της Νικαράγουας εμείς τα τέκνα
Γυναίκες-άντρες ίδια φτιαξιά
Κι εκείνη με την πατρίδα ένα
Παλεύει για όλων τη λευτεριά

[Ρεφραίν]

 

5. ΗΤΑΝ ΦΟΙΤΗΤΕΣ

                              Στη μνήμη των ηρώων που έπεσαν τον Απρίλη και Μάιο του 2018
αγωνιζόμενοι για μια ελεύθερη Νικαράγουα

Έτσι, γουστάρω να παίζω
Τύμπανο στις διαδηλώσεις
Ξένες πολλές να μαθαίνω
Γλώσσες και ας είναι με δόσεις
Είπα, κι εγώ θα συμβάλλω
Στου Έθνους το μέγα στόχο
Έτσι με μάθαν και ‘τράβα
γιε μου απ’ το Τιπιτάπα’

Πάλευα για την πατρίδα
Και τα δικά μας τα δίκια
Έφτανε αυτό για τη σφαίρα
Στο στήθος στην καρδιά ίσια
Να μας φιμώσουνε θέλουν
Όσους εδώ καταγγέλλουν
Δεν με τρομάζουν, παρών!
Λέγομαι Ρίτσαρντ Παβόν.

Έκλεισα τα δεκαπέντε
Γρήγορα τρέχω τενιέντε
Σφαίρες να πέφτουν ηχούνε
Τρέξ’ τε πριν πρώτες μας βρούνε
Ο φίλος έχει διψάσει
Φέρνω νερό να χορτάσει
Για μια ελεύθερη χώρα
Πάμε μαζί μες στην μπόρα

Έφτασε όμως η σφαίρα
Στην καρωτίδα και τέρμα
Με σήκωσαν απ’ το χώμα
Είπαν πως είμαι σε κόμμα
Και πως θα είχα επιζήσει
Γιατρών αν είχα την κρίση.
Δε θα με ρίξουν στον κάδο
Ο Άλβαρο είμαι Κονράδο.

Ήταν φοιτητούδια
Όχι εγκληματίες
Η μάχη τους δική μου
Ποτέ μου δεν ξεχνώ

Ήταν φοιτητούδια
Όχι εγκληματίες
Ποτέ δεν θα ξεχάσω
Ζήτω οι φοιτητές!

Όνειρο το ’χω μεγάλο
Πανεπιστήμιο να βγάλω
Ένας μονάχα μου μένει
Χρόνος και σύντομα βγαίνει
Έφτασα το βράδυ εκείνο
Από την πόλη Σαντίνο
Να προστεθώ στα αδέρφια
Στις διαδηλώσεις, στα μέτρα

Πιάνω κρατώ τη σημαία
Καύχημα το ’χω, στο αίμα.
Θάρρος, κουράγιο μου δίνει
Όπως σε όλους στη δίνη.
Κλέβει μεμιάς τη φωνή μου
Βόλι των ΜΑΤ και του δήμιου
Μη με ξεχνάς με τους μήνες
Λέγομαι Μάρλον Μαρτίνες.

Νόμους μελέτησα πόσους
Δίκαια να κρίνω με όλους
Να ’χω το βλέμμα καθάριο
Δημοκρατία αντί σάλιο
Θέλω να γράφω τραγούδια
Σάλσα, μερέγκε ή κούμπια
Το μαραγκό βοηθούσα
Για χαρτζιλίκι, μοχθούσα

Στην Εστελί καταλήψεις
Έδερνε η αστυνομία
Αύξαιναν και οι συλλήψεις
Όλο εμείς τόλμη, θηρία.
Άλλη μια σφαίρα και βρίσκει
Του κεφαλιού μου τα αγγεία.
Ό,τι κι αν πουν στις ειδήσεις
Λέγομαι Φράνκο Βαλδίβια.

[ρεφραίν]

 

6. ΧΟΥΑΝΑ

                          Στη μνήμη της Χουάνας Αγκιλάρ

Να σπουδάσω δεν μπόρεσα εγώ
Και από παιδί πήγα να εργαστώ
Τώρα έχω να θρέψω δικό μου γιο
Κι ένα σωρό χρέη, πώς τα εξοφλώ;

Πλήθος συνεντεύξεις είχα, αλλά
Πώς να πείσω τόσα αφεντικά
Τα ζητούμενά τους ήταν πολλά
Κι είχα μείνει πάλι χωρίς δουλειά

Έφτασα στο τμήμα έτσι λοιπόν
Της αστυνομίας, πώς να το πω,
Μού ’δωσαν δουλειά για νά ’χω να ζω
Και πολύς ο φόβος ν’ απολυθώ

Πρέπει να πληρώσω και τις σπουδές
Στη σχολή του γιου μου, είναι ακριβές,
Στέγη, ρούχα, ανάγκες τόσες πολλές
Δίχως μιαν ανάσα και διακοπές

Άνθρωποι είμαστε όλοι
Θέλουμε όλοι
Τη λευτεριά
Αδέρφια είμαστε όλοι
Ποθούμε όλοι
Μια ζωή, απλά!

Μέσα του Απρίλη και οι φοιτητές
Βγαίνουνε στους δρόμους και στις αυλές
Βία και μαρτύρια στις φυλακές
Άθλιες οι εικόνες και οι στιγμές

Η δική μου γνώμη πια δε μετρά
Πρέπει η δουλειά μου να μπει μπροστά
Σκέφτομαι το γιο μου, τα δανεικά
Μοιάζει με μονόδρομο η συμφορά

Έρχεται από ‘πάνω’ η εντολή
Μας τοποθετούν μπροστά στη σχολή
Κρότοι, σκάγια, εκρήξεις εδώ κι εκεί
Η καρδιά πονάει, πού να κρυφτεί;

Τόση ωμή βία, μα το Θεό
Πώς από τα πριν να το φανταστώ
Πως αθέλητα θα πυροβολώ
Επειδή το ζήτησε ο αρχηγός

[Ρεφραίν]

Μας περικυκλώσαν και πουθενά
Διέξοδο δε βρίσκω μες στα στενά
Πιάνω τρέχω ψάχνοντας για κενά
Κι ένα ρίγος άγριο με διαπερνά

(πυροβολισμός)

Ας το συγχωρήσει ο γιος μου αυτό
Που λόγω δουλειάς πια δεν θα τον δω
Για εκείνον τά ’δωσα όλα εγώ
Να τον δω χαρούμενο και ικανό

Μία Νικαράγουα ειρηνική
Λαχτάρησα και δεν τό ’χω για ντροπή.
Όλοι σαν αδέρφια να ζούμε. Ευχή:
Στα χείλη μας το γέλιο να ξαναρθεί.

[Ρεφραίν]

Διασκευή: Έλενα Σταγκουράκη

12028636_987135771324818_6533768910245227384_o

Νικαράγουα: Η εξέγερση των «ολίγιστων» και η «Γενιά των νέων δρόμων» (Μέρος Δ΄)

Επιμέλεια αφιερώματος, εισαγωγή, συνέντευξη, μετάφραση: Έλενα Σταγκουράκη

 Τα τραγούδια (α’)

Τα τραγούδια των Ολίγιστων γεννήθηκαν από την ίδια συγκυρία που έδωσε στον νέο αυτό μουσικό σχηματισμό την ονομασία του και την οποία περιγράψαμε εκτενώς στα προηγούμενα μέρη του αφιερώματος. Αποκλειστικό θέμα τους είναι η κατάδειξη της καταπίεσης από το καθεστώς Ορτέγα, η κάλυψη των γεγονότων της κοινωνικής εξέγερσης του 2018 και η καυτηρίαση των κακώς κειμένων, με απώτερο στόχο την παραίτηση του δικτάτορα και τον εκδημοκρατισμό της Νικαράγουας. Πρόκειται για τέχνη πολιτική, αφού η μουσική επιστρατεύεται δημιουργικά ως μέσο πολιτικής και ευρύτερα κοινωνικής διαμαρτυρίας που επιτρέπει τη συμμετοχή και την άρθρωση πολιτική (αντι)λόγου.

Το υπέροχο: Ενώ θα περίμενε κανείς έναν χαρακτήρα άκρως καταγγελτικό, πράγμα που ισχύει βέβαια για τους στίχους τους, τα τραγούδια αυτά αποπνέουν αισιοδοξία, ευδιαθεσία, σχεδόν ευεξία. Ο λόγος απλός, απτός και συγκεκριμένος: αντλούν από τη μακρά και πλούσια μουσική παράδοση της Λατινικής Αμερικής, με ρυθμούς παραδοσιακούς όπως η κούμπια, η σάλσα και το μερέγκε, αλλά και με παραδοσιακά μουσικά όργανα όπως η μαρίμπα και άλλα κρουστά. Οι Ολίγιστοι δε μένουν όμως εκεί, αλλά ανανεώνουν τη μουσική τους, μπολιάζοντάς την με σύγχρονα διεθνή μουσικά ρεύματα και τάσεις, όπως το σκα και η χιπ χοπ. Αν μη τι άλλο, τουλάχιστον εκεί αποστασιοποιούνται από την πολιτική μουσική, τη “μουσική διαμαρτυρίας” των δεκαετιών του 1970 και 1980, δίνοντας σάρκα και οστά σε αυτό που δήλωσε στη συνέντευξη που μας παραχώρησε ο Φάμπιο Μπουιτράγο, μία από τις κεντρικές φυσιογνωμίες των Ολίγιστων: στη «γενιά των νέων δρόμων». Δρόμων όχι μόνο πολιτικών και κοινωνικών, αλλά και μουσικών και ευρύτερα πολιτιστικών. Μια εξέγερση πολύπλευρη και πολυεπίπεδη. (περισσότερα…)

Νικαράγουα: Η εξέγερση των «ολίγιστων» και η «Γενιά των νέων δρόμων» (Μέρος Γ΄)

Επιμέλεια αφιερώματος, εισαγωγή, συνέντευξη, μετάφραση: Έλενα Σταγκουράκη

 

«Αντίσταση θα πει να αντέχεις»:

Μια συνέντευξη με τους Κάρλος Μεχία και Φάμπιο Μπουιτράγο

της μουσικής κοινοπραξίας Οι Oλίγιστοι[1]

1. Ε.Σ.: Πώς θα περιγράφατε την παρούσα πολιτική και κοινωνική κατάσταση στη Νικαράγουα; Με τι έρχεται αντιμέτωπος ο λαός της;

Κ.Μ.: Ο λαός της Νικαράγουας βρίσκεται στο έλεος μιας απόλυτης ΔΙΚΤΑΤΟΡΙΑΣ που καταφέρνει να παραμένει στην εξουσία ελέγχοντας πλήρως την αστυνομία και το στρατό της Νικαράγουας, όπως και παραστρατιωτικές ομάδες με βαρύ οπλισμό. Παρ’ όλα αυτά, ο λαός προσαρμόζεται προκειμένου να επιβιώσει, μαθαίνουμε να “ζούμε”. (περισσότερα…)

Νικαράγουα: Η εξέγερση των «ολίγιστων» και η «Γενιά των νέων δρόμων» (Μέρος Β΄)

[Συνέχεια από το α΄ μέρος της Εισαγωγής]

Καθεστώς τρόμου

6.La prensaΑυτό όμως που καθιστά πραγματικά αβίωτη τη ζωή στη σημερινή Νικαράγουα είναι το καθεστώς απόλυτου τρόμου, με το οποίο έρχεται καθημερινά αντιμέτωπος ο λαός της. Αν, στους τόσους μήνες της εξέγερσης, ο Ορτέγα δεν χρειάστηκε να κινητοποιήσει το στρατό, αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι κάνει μια χαρά τη δουλειά του με την αστυνομία, τη Νεολαία του κόμματος του, κυρίως όμως με τις ανώνυμες και απρόσωπες παρακρατικές ομάδες των κουκουλοφόρων, οι οποίοι εισβάλλουν οπλισμένοι ανά πάσα στιγμή οπουδήποτε και, αφού σκοτώσουν, βασανίσουν και λεηλατήσουν, αναζητούν ατιμώρητοι κι ανενόχλητοι τους επόμενους αντιρρησίες. Προετοιμάζοντας το παρόν αφιέρωμα, διαβάσαμε κι ακούσαμε για το πλήθος πολιτών που έχει χάσει εδώ και μήνες τον ύπνο του και είδαμε συνομιλητές μας να τινάζονται όρθιοι με τον παραμικρό ήχο στο περιβάλλοντα χώρο, περιμένοντας τους…‘“βατράχους”[1] (βλ. τραγούδι «Ο βάλτος»). (περισσότερα…)

Νικαράγουα: Η εξέγερση των «ολίγιστων» και η «Γενιά των νέων δρόμων» (Μέρος Α΄)

Μια (επ)ανά(σ)ταση εν προόδω

1

Επιμέλεια αφιερώματος, εισαγωγή, συνέντευξη, μετάφραση: Έλενα Σταγκουράκη

Δύο χρόνια συμπληρώνονται από τον Απρίλη του 2018, όταν η κοινωνική εξέγερση που ξέσπασε στην Νικαράγουα εξελίχθηκε στην αιματηρότερη διαμάχη στην ιστορία της χώρας από την εποχή της Επανάστασης. Δύο χρόνια πέρασαν από τότε που ο ξεσηκωμός των «ολίγιστων», όπως τους αποκάλεσε η σύζυγος του Προέδρου, Πρώτη Κυρία και Αντιπρόεδρος της Νικαράγουας, Ροζάριο Μουρίγιο, είχε ως συνέπεια τη δολοφονία 325 ατόμων (με υπολογισμούς που ανεβάζουν τους νεκρούς σε 568), τον τραυματισμό 2.000, τη φυλάκιση άλλων 2.000 ως πολιτικών κρατουμένων και την αναζήτηση ασύλου, ήτοι την εξόριση, άλλων 60.000-100.000. Πώς αλλιώς, αφού αυτοί οι «ολίγιστοι» είναι το 75% του λαού της Νικαράγουας, ο οποίος έκτοτε ζει υπό το καθεστώς απόλυτου τρόμου, στο έλεος παραστρατιωτικών και οπλισμένων παρακρατικών ομάδων και ενός ζεύγους που παραμένει λυσσασμένα στην εξουσία. Μπροστά όμως στους 50.000 νεκρούς Νικαραγουανούς του εμφυλίου το 1980, πώς να μη φανούν στην Μουρίγιο τα παραπάνω “νούμερα” πταίσμα; Ας τα πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. (περισσότερα…)

Ezra Pound, Χιου Σέλγουην Μώμπερλυ (3/3)

ez3

~.~

ΕZRA POUND

ΧΙΟΥ ΣΕΛΓΟΥΗΝ ΜΩΜΠΕΡΛΥ

Βίος και συναναστροφές

 

logo

 

Προλεγόμενα Μετάφραση Σημειώσεις
ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ

Με την ευκαιρία της συμπλήρωσης 100 ακριβώς ετών από την πρώτη έκδοση του Hugh Selwyn Mauberley στο Λονδίνο («Τhis edition of 200 copies is the third book of the Ovid Press: was printed by John Rodker and completed April 23rd, 1920»), το ηλεκτρονικό Νέο Πλανόδιον παρουσιάζει τo κορυφαίο έργο του Ezra Pound και του πρώιμου αγγλοαμερικανικού μοντερνισμού σε νέα, πλήρη και σχολιασμένη μετάφραση του Κώστα Κουτσουρέλη.

Το πρώτο μέρος του αφιερώματος περιλαμβάνει τα προλεγόμενα του μεταφραστή· το δεύτερο μέρος περιέχει το πρώτο και εκτενέστερο τμήμα της σύνθεσης· τέλος, το παρόν τρίτο μέρος περιέχει το δεύτερο και καταληκτικό τμήμα του Μώμπερλυ καθώς επίσης υπομνηματισμό του έργου.

Απόσπασμα της μετάφρασης προδημοσιεύθηκε στο τελευταίο χαρτώο τεύχος μας τον Δεκέμβριο που μας πέρασε (ΝΠ4, χειμώνας 2019-2020, σ. 3-10). Οι εικόνες από την πρώτη έκδοση του 1920 που κοσμούν την παρούσα δημοσίευση προέρχονται από τον ιστότοπο της Wikisource. Τα πρωτογράμματά της είναι έργο του χαράκτη E. Wadsworth. Τα ιχνογραφικά πορτραίτα είναι του Wyndham Lewis.

 

(περισσότερα…)

Ezra Pound, Χιου Σέλγουην Μώμπερλυ (2/3)

EP 2

~ . ~

ΕZRA POUND

ΧΙΟΥ ΣΕΛΓΟΥΗΝ ΜΩΜΠΕΡΛΥ

Βίος και συναναστροφές

 

logo

 

Προλεγόμενα Μετάφραση Σημειώσεις
ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ

 

Με την ευκαιρία της συμπλήρωσης 100 ακριβώς ετών από την πρώτη έκδοση του Hugh Selwyn Mauberley στο Λονδίνο («Τhis edition of 200 copies is the third book of the Ovid Press: was printed by John Rodker and completed April 23rd, 1920»), το ηλεκτρονικό Νέο Πλανόδιον παρουσιάζει τo κορυφαίο έργο του Ezra Pound και του πρώιμου αγγλοαμερικανικού μοντερνισμού σε νέα, πλήρη και σχολιασμένη μετάφραση του Κώστα Κουτσουρέλη.

Το πρώτο μέρος του αφιερώματος περιλαμβάνει τα προλεγόμενα του μεταφραστή· το παρόν δεύτερο μέρος περιέχει το πρώτο και εκτενέστερο τμήμα της σύνθεσης· τέλος, το τρίτο μέρος περιέχει το δεύτερο και καταληκτικό τμήμα του Μώμπερλυ καθώς επίσης υπομνηματισμό του έργου.

Απόσπασμα της μετάφρασης προδημοσιεύθηκε στο τελευταίο χαρτώο τεύχος μας τον Δεκέμβριο που μας πέρασε (ΝΠ4, χειμώνας 2019-2020, σ. 3-10). Οι εικόνες από την πρώτη έκδοση του 1920 που κοσμούν την παρούσα δημοσίευση προέρχονται από τον ιστότοπο της Wikisource. Τα πρωτογράμματά της είναι έργο του χαράκτη E. Wadsworth. Τα ιχνογραφικά πορτραίτα είναι του Wyndham Lewis.

~.~

(περισσότερα…)

Ezra Pound, Χιου Σέλγουην Μώμπερλυ (1/3)

 

EP 1

~.~

ΕZRA POUND

ΧΙΟΥ ΣΕΛΓΟΥΗΝ ΜΩΜΠΕΡΛΥ

Βίος και συναναστροφές

 

logo

 

Προλεγόμενα Μετάφραση Σημειώσεις
ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ

 

Με την ευκαιρία της συμπλήρωσης 100 ακριβώς ετών από την πρώτη έκδοση του Hugh Selwyn Mauberley στο Λονδίνο («Τhis edition of 200 copies is the third book of the Ovid Press: was printed by John Rodker and completed April 23rd, 1920»), το ηλεκτρονικό Νέο Πλανόδιον παρουσιάζει τo κορυφαίο έργο του Ezra Pound και του πρώιμου αγγλοαμερικανικού μοντερνισμού σε νέα, πλήρη και σχολιασμένη μετάφραση του Κώστα Κουτσουρέλη.

Το παρόν πρώτο μέρος του αφιερώματος περιλαμβάνει τα προλεγόμενα του μεταφραστή· το δεύτερο μέρος περιέχει το πρώτο και εκτενέστερο τμήμα της σύνθεσης· τέλος, το τρίτο μέρος περιέχει το δεύτερο και καταληκτικό τμήμα του Μώμπερλυ καθώς επίσης υπομνηματισμό του έργου.

Απόσπασμα της μετάφρασης προδημοσιεύθηκε στο τελευταίο χαρτώο τεύχος μας τον Δεκέμβριο που μας πέρασε (ΝΠ4, χειμώνας 2019-2020, σ. 3-10). Οι εικόνες από την πρώτη έκδοση του 1920 που κοσμούν την παρούσα δημοσίευση προέρχονται από τον ιστότοπο της Wikisource. Τα πρωτογράμματά της είναι έργο του χαράκτη E. Wadsworth. Τα ιχνογραφικά πορτραίτα είναι του Wyndham Lewis.

 

(περισσότερα…)

Νίκος Καρούζος – Ιησούς & Ποιήματα: Μεγάλη Παρασκευή

Νίκος Καροῦζος

Ἰησοῦς & Ποιήματα

Μεγάλη Παρασκευή

(17 Ἀπριλίου 1987)

megali-paraskeui-eikona

~.~

~.~

Τὰ Ποιήματα

Χρονικὸ τῆς Ἀταραξίας

Ὁ δασόβιος ἐρημίτης ὁδηγοῦσε μ’ ἀόρατη
λεπτὴ κλωστὴ τὸν ἦχο μιᾶς μέλισσας ὅταν ὁλόγυρα
παίζοντας τὸ σουραῦλι της ἡ σαύρα
δυνάμωνε τὸ πράσινο καὶ ἡ σκέψη
δρασκέλιζε τὴν ἀκέραστη μόνωση
ποὺ δὲν ἀπείλησε ποτὲ τὰ λουλούδια.
Τὰ τείχη τοῦ ἔαρος ἄραγε τ’ ἀρώματα
τ’ ἀρίφνητα μῦρα διανοίγονται;
Στοχάσου λιγάκι δίχως ἀνταλλάγματα:
δίχως ἀλήθεια καὶ ψέμα.
Στοχάσου πὼς ὅλα τὰ ζώπυρα
κοιμοῦνται σ’ ἐγρήγορση δίχως ἐκτόπισμα
στὴν ἄνθηση ποὺ ξεραίνει τὸ βιός της ὥστε νὰ ξανάρθει.
Πᾶσα πνοὴ καὶ πᾶσα νύχτα δὲ γνώρισε
μητέρα καὶ μάμμη καὶ προμάμμη ―
τὴν προέλευση τὴ θέλει τὸ μυαλό μας καὶ χανόμαστε
σ’ ἀνύπαρχτα βάθη καὶ μεγέθη τῆς ἀπουσίας
ὅταν ἀκόμη κ’ ἡ φωτιὰ τεμπελιάζει
μ’ ὅλα της τα τριξίματα
μ’ ὅλες τὶς φλόγες ποὺ βγάζει καὶ τ’ ἀποκαΐδια.
Θὰ σπάσω σήμερα τὶς ἀνέστιες φόρμες
τὴ στέγη θὰ ρίξω καὶ θ’ ἁπλώσω περίλυπα
στὴν ἀσκέπαστην ἐνέργεια τῆς ἀθανασίας
ἐκεῖ ποὺ λαλοῦσαν ἀνέκαθεν οἱ τυφλὲς
εἰκόνες τῶν πλασμάτων τὴν πολυμίλητη βουβαμάρα
τὴν ἀπόδειξη κείνου ποὺ δὲν ἀποδείχνεται
τὴν ἀπάρνηση τοῦ θριάμβου τῆς γλώσσας.
Ὁ παρείσαχτος νοῦς ὀποὺ χάραξε τραύματα
καὶ τὰ λέμε φαράγγια
ὀποὺ δίδαξε θαύματα καὶ τὰ λέμε κρημνὰ τῆς ἀνάγκης
ἤτανε κάποτε κι αὐτὸς ἀνίκητος ἀπ’ τὶς νίκες του
τὶς μεγάλες κι ἀνθρώπινες τὶς ὑπερύμνητες
εἶχε κι αὐτὸς ὁλάκερη στὰ πλήθια μόριά του τὴν εἰρήνη
στ’ ἀμπέλια τῶν κεραυνῶν ἐκτοξεύοντας
τὴ λάμψη τῆς ἀγάπης.
Ἡ φρόνηση πού ’χε κάψει τ’ ἄστρα κι ἀφανίστη χαράματα
τὸν πόνο τὸν ξεκούμπισε
τὸν ἔβαλε στὴ μαύρη ἁλυσίδα…
Τεράστιες ὧρες ἀγκαλιάζονταν τότε ἀναμεταξύ τους
καὶ πικράθηκεν ὁ χάρος ὁ χαραμοφάης
καθὼς ἡ Παναγία κυλιότανε στὰ κιτρολέμονα
κ’ εἶχε δέσει τὸ δαίμονα
στὰ θεόρατα γιασεμιὰ τῆς χαρμολύπης.
Τὰ μονήρη πτηνὰ ξανανοίγονται σὰν ἀντίφωνα
ξηλώνοντας τώρα καὶ πάλι τοὺς ἀγέρηδες
ὀποὺ βρίθουν ἀπὸ κύκλους καὶ κρέμονται σύψυχα
πάνω στῆς ἀγαθότατης ἀβύσσου τὰ πικρὰ εἰωθότα
στὴ λαμπρότερη λευτεριὰ τῆς Κοιμωμένης
ἀγνοῶντας τοὺς ψεύτικους ἥλιους ἀπὸ ρυζόχαρτο
τοὺς εὐάλωτους ἀριθμοὺς καὶ τὰ εἴδωλα
λίγο πιὸ κάτω στὴν προκυμαία τῶν ἄστρων ―
ἀνοίγονται στ’ ἄγραφο κι ἀχειροκρότητα
στὸν αἰῶνα τὸν ἅπαντα κατορθώνουν τὴν πλάση
τιτιβίζοντας εὐαγγέλια στὴν πανέμνοστη
κίνηση τοῦ παλαίμαχου σκούληκα
στὸ ἀθόρυβο πέσιμο ποὺ κάνει τὸ κουκούτσι
καὶ τὸ χῶμα τρυφερὰ τὸ σαβανώνει
γιὰ καινούργια λυγερὴ πραγματικότητα
νέα πρόσωπα φυλλωμάτων ἀνάγλυφα
ν’ ἀπιθώσει καὶ πάλι ὁ κότσυφας
τὰ γύφτικα λιγνοπόδαρα
νὰ σκαλίσει καὶ πάλιν ἡ κότα τὴν ἄσπιλη μαγάρα
τυλιγμένη μ’ ἐκείνη τὴ νευρικότητα
στὰ πολύχρωμα κουρελάκια τοῦ ἥλιου
νὰ σκαλίσει καὶ πάλι τὸν ἴσκιο μας
ἡ ἀπόμακρη τόσο κοντά μας!
Ποιός νά ’ναι τώρα λοιπὸν ὁ ἄμουσος, ὁ ἀκέραστος
πού ’θελε στὰ καλὰ καθούμενα ξεφλουδίσει
τὴν καινὴ διαθήκη τοῦ πόντικα στὰ νεογνά του,
τὴν κρασωμένη μουσικὴ  τοῦ ποπολάρου συνθέτη
πού ’χει σταλάξει σὲ μιὰν ἀκρούλα τῆς ὀδύνης μας,
τὴν ἀμύθητη μαγγανεία τῆς χήνας
ὅπως ἀγγίζει τὰ νοσσία καὶ τ’ ἁγιάζει…
Ποιός εἶν’ ἐκεῖνος ποὺ δὲν εἶδε τὴ θάλασσα
νὰ ὀφείλει στὸ πνεῦμα τὴ λάμψη;
Τὴν ἀλήθεια τούτη ποιός νὰ τὴν παρακάμψει…
Βάλε μὲ νοῦ σου τὴν ὁσιότητα καὶ τῶν τίγρεων ἀκόμη
ποὺ δὲν τὴν ξέρει κανένας ἀπ’ τὶς κηλίδες καὶ τὰ δόντια
βάλε μὲ νοῦ σου τὴ μεγάλη συναδέλφωση
ποὺ δίχως τὰ ξεδιάντροπα μικροσκόπια μᾶς περιμένει:
παρέες-παρέες οἱ πεθαμένοι
στὰ λιγοφώτιστα κοιμητήρια
ταιριάζουν ἔρημοι μέσ’ στὸν ἄκρατο ζόφο ποὺ ξεθυμαίνει
στὴν ἀχερούσια νύχτα τὴ μαρμαροτράχηλη
δίχως ἔθιμα καὶ σπίτια δίχως ἄλλην ἱστορία
δείχνοντας μονάχα τὴ μαρτυρία
πὼς ὁ Χριστὸς μιὰ μέρα παραπάτησε κι ἀμέσως
φούντωσε τὸ συχώριο στὸ βαθὺ κι ἀχάλαστο σημάδι
π’ ἄφησεν ἡ φτέρνα του τ’ ἀστέρια  γιἀ ν’ ἁδράξει
μὲ καταπράσινα κλαδιὰ τὰ χέρια τῶν ἁγίων
καὶ τῶν ἀγγέλων τὰ φτερὰ χιλιάδες ροδοπέταλα…
Βάλε μὲ νοῦ σου τὴν ἀθρυμμάτιστη σύναξη ὀποὺ ξεγράφει
καὶ διαιώνιζε τὸ διάλειμμα τῆς ἀγάπης

~.~

Ἡ Παγίδα

Δὲ μαθαίνει τὸ φεγγάρι ποιήματα
δὲ θὰ μάθει τὸ λαμπρὸ ποτάμι τὰ νερά του·
τὴν ὀμορφιὰ τοῦ κοπετοῦ τὴν κόβει ὁ λατόμος
καὶ κεῖθε πρὸς τὰ μνήματα ξεράθηκε
τὸ γάργαρο κακὸ π’ ὁλόγυρα συχναντηχοῦσε.
Κανένα φῶς δὲ φώτισε μὲ φῶς τὸν ἑαυτό του
τὴν ὥρα ποὺ φιλοῦσε μὲ τ’ ἀφίλητα
φιλιά μου τὴν Ἀνάμνηση στὸ ἄστραμμα τῆς λύπης.
Κι τώρα κλεῖθρο ποῦ θὰ βρῶ καὶ κρίνο νὰ μυρίσω;
Μὰ ἡ φωνὴ μ’ ἀπάντησε: Καὶ κλειδωνιὰ δὲν ἔχει!

~.~

Ὁ Κόσμος καὶ τὰ Ὀνόματα

Τὸ σκοτάδι μοιάζει πάντα μὲ πηγάδι.
Τὸ ζαρκάδι τρέχει πάντα πρὸς τὸν Ἅδη.
Τὸ ποτάμι μοιάζει πάντα μὲ ποτάμι.
Τὸ καλάμι κιτρινίζει σὰν καλάμι.
Τὸ ζουλάπι δὲν ἀρνιέται τὸ δρολάπι.
Τὸ χαλίκι δὲν ἠξέρει χαμαλίκι.
Τὸ πηγάδι μοιάζει ὅμως μὲ ὑφάδι.
Τὸ ζαρκάδι τρέχει τώρα πρὸς τὸ χάδι.
Τὸ ποτάμι μοιάζει πάντα μὲ ποτάμι.
Τὸ καλάμι δὲν ἀρνιέται τὸ ζουλάπι.
Τὸ δρολάπι ξετυλίγει τὴν ἀγάπη.

ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ


Δεῖτε τὴν εἰσαγωγὴ τοῦ Γιάννη Πατίλη, καθὼς ἐπίσης καὶ συνδέσμους πρὸς τὶς ὑπόλοιπες ἡμέρες τῆς Μ. Ἑβδομάδος: ἐδῶ.

Ἐπιμέλεια, παρουσίαση ἀφιερώματος: Θανάσης Γαλανάκης

12028636_987135771324818_6533768910245227384_o

 

Νίκος Καρούζος – Ιησούς & Ποιήματα: Μεγάλη Πέμπτη

Νίκος Καροῦζος

Ἰησοῦς & Ποιήματα

Μεγάλη Πέμπτη

(16 Ἀπριλίου 1987)

Megali_Pempti

~.~

~.~

Τὰ Ποιήματα

Στίχοι τοῦ Ἔαρος

Ἰησοῦς ἀναίμακτος δὲν ὑπάρχει
συνεχῶς τρέχουν αἵματα στὴ νόηση
αὐτὸ ποὺ νομίζω δὲν εἶναι νόμισμα.

Στίχοι τοῦ Ἔαρος

Ὁ ἐργάτης ποὺ μοχθεῖ μαχόμενος
ὁ ἐργάτης ἡ ἀγάπη κι ἀπὸ πάνω
μιὰ μεγάλη κανδήλα μὲ τὴ φλόγα
χωρὶς ἅλυσο κρέμεται χωρὶς ἀγέρα σιέται.

~.~

Πἐρα ἀπ’ τὴν Κατανάλωση

Χτυποῦσα τὰ χέρια μου στὰ γαλάζια κρύσταλλα τ’ οὐρανοῦ
σὲ κατάμαυρο μέλλον ἐξοντωμένος.
Ἤτανε Σάββατο κι ὁ φτωχὸς Ἰησοῦς
ὁ ξιπόλητος ἐρωμένος τῆς ἀγωνίας
ὁ ξέχειλος ἀπ’ τὴ σκιὰ τῶν λαῶν ἐπιστάτης
περίμενε τὰ χαρωπὰ γραΐδια στὸ μισόφωτο.
Βγάζει ψαλμὸ σὰ νὰ ποτίζει περιβόλια
ὁ τρεμουλιάρης ἱερέας κι ὁ καθαρὸς
ἀέρα ὁ ὑπνοφόρος
Εὐρώπη, Εὐρώπη δὲν εἶσαι τίποτ’ ἄλλο,
εἶσαι μονάχα ἡ συνέχεια τοῦ Βαραββᾶ!

~.~

Ἡ Ἀντίκρουση τοῦ Χειμῶνα

Συχνὰ πηγαίνοντας μὲ τὰ πόδια, κουβαλῶντας μονάχα
τὸ μισογεμισμένο σάκκο μου, στὰ τόσο δροσερὰ
κι ἀπόμακρα λαγούμια
λίγο πιὸ κεῖθε ἀπ’ τὴ φαντασία σ’ ἐκείνη τὴ δεύτερη
μεγάλη καὶ καθάρια πραγματικότητα
ποὺ γιορτάζουν ἔρημοι σἀν ὅλα τ’ ἀπόκοσμα ζούδια
οἱ οὐρανόπληχτοι μὲ τ’ ἄδικο σκοτωμένο
σὰν ὄρνιο στὴν ἄφωνη ρεματιὰ τὴν ἀπροσδόκητη ―
χάνομαι σ’ ἀναρίθμητα μόρια ζωῆς ποὺ δὲν τὰ βλέπω.
Κάθε φορὰ καὶ πιὸ πολλὲς εἶν’ ἐκεῖ πέρα οἱ γιορτάδες
κάθε φορὰ καὶ πιότερα σὰ ν’ ἀκούγονται τραγούδια.
Κρατῶντας τὴν ἐσθήτα τῆς Παναγίας
ὁ Ἔσχατος τ’ Οὐρανοῦ μὲ χιλιάδες ἔντομα στὴν ὅραση
μ’ ἀξεθύμαστα γιασεμιὰ στὸ νυμφῶνα
μ’ ἄλλα θεάματα τῆς ἀγάπης ἀπὸ μέσα
καὶ μ’ ἄλλα γεγονότα σπιθοβολῶντας
ἀγγίζει τοὺς ραχιτικοὺς καὶ θεραπεύει τὴν ἀρθρίτιδα
μαλάζει τοὺς πρησμένους ἀστραγάλους
ἀφήνει τρυφερὰ τὴν ἀλήθεια πάνω σ’ ὅλες τὶς ἀρρώστιες
καὶ κεῖνες χάνονται καθὼς τὰ εὐδιάλυτα νέφη.
Σιγά-σιγὰ ρυθμίζεται κι ὁ θάνατος
ἀρχίζει τὸ νταοῦλι μέσ’ στὰ πανηγύρια
κι ὁλοῦθε πιὰ σηκώνεται στὸ στῆθος ἡ ρωμιοσύνη
καὶ μᾶς ἀρωματίζει μ’ ἀνείπωτο μοσχολίβανο.
Καίγονται τότε τὰ φωτερὰ κοντάκια μέσ’ στοὺς ὕμνους
κι ἀνασαίνουμε πέλαγα σὲ μικρὴ κολυμβήθρα
κι ἀποσποῦμε τὰ καρφιὰ τῆς Σταυρώσεως.
Ἐκεῖ μιὰ τέτοιαν ὥρα σὰν ὡραιότατος
ἐγέρθηκε καπνὸς ὁ Γελάσιος καὶ εἶπε:
«Τὸ μέλλον εἶναι μάτι
τὸ παρελθὸν ἀφτὶ
γιὰ τὸν ἁπλὸ χωριάτη
καὶ γιὰ τὸν ποιητή!
Τὸ μέλλον εἶναι κάτι,
μὰ ὄχι κάτι ποὺ νομίζουμε…»
Γεννιέσαι καὶ μπαίνεις μέσ’ στὸ αἴνιγμα
πεθαίνεις καὶ τ’ ἀφήνεις ἀνέπαφο.
Τί ἄλλο νὰ προσθέσω πιὰ στὴ δύναμη τοῦ ἔαρος;
Πλήρης ἀπὸ ἔλλειψη νοήματος
ὑπερέχω.
Τίπότ’ ἄλλο δὲν ἔχω νὰ ἐκπροσωπήσω
τὴ χαρά μου μονάχα καὶ μονάχα τὴ θλίψη μου
σ’ αὐτὸ τὸν κόσμο ποὺ τὸν παγιδεύει θανάσιμα
ὄχι τὸ σκοτάδι κ’ ἡ μαυρίλα
μὰ τὸ βαθὺ χαντάκι τῆς προοπτικῆς…
Ὁ χρόνος εἶχε μόλις ἀνατείλει.

~.~

Στὰ Κρύα Ρεύματα τῆς Μεγάλης Ἀγωνίας

Ὁ χρόνος εἶν’ ὁ σκελετὸς ὁ δίχως κόκκαλα
στὴ σάρκα ποὺ δὲν ξέρει οὔτε κὰν θὰ μάθει
τὴν τόση κι ἀδιάκοπη σωματικότητα:
τὴ βοερὴ ποιμαντικὴ ποὺ λιώνει καὶ τ’ ἀηδόνι
στὴν εὔοσμην ἀγκάλη τῆς ἀδειοσύνης
δίχως ἔχθρητα κι ἀγάπη κουρελιάζοντας τὰ διάτορα
ἢ χαμηλόφωνα καὶ σιγαλέα εἰκοσιτετράωρα
κι ὁ χρόνος εἶν’ ἀκόμη θά ’λεγα
βρεγμένη θρυαλλίδα μέσ’ στὴν κόλαση
τὸ σάπιο βλέμμα στὴν κοιλιὰ τῆς τράπουλας
μαινόμενος κι ἀτάραχες οἱ ἀντιφάσεις.

~.~

Ὁ Τίτλος Εἶναι Δύσκολος

Τὸ ἄρωμα τ’ ἀρχαίου θυμιάματος
μ’ ἑξάπτει σὲ τρεμάμενες ἀπὸ τέτοια εὐωδιὰ
τεράστιες καὶ νεκρώσιμες φωτοσκιάσεις
κι ἀδιάκοπα τὸ αἷμα μ’ ἐνοχλεῖ
μ’ ἀλλεπάλληλα κουδουνίσματα στ’ ἀφτιά μου!
Συνέρχομαι τώρα καὶ σαλπίζω στὰ πέρατα
τὸν κωφάλαλο καὶ ἀναίμαχτο νόμο τῆς ἀλήθειας:
Ἐκεῖνος ὀποὺ μπορεῖ κ’ ἐφαρμόζει τὸ χρόνο στὴν ὕπαρξη
σὰν τὸ εὐλύγιστο νερὸ ποὺ συμβιβάζεται πάντα
μὲ τ’ ἀόμματα χώματα μὲ τὰ χόρτα μὲ τὰ λιθάρια
μὲ κάθ’ ἐμπόδιο στὸν κόσμο κι ὁπουδήποτε
καρυκεύοντας ἔτσι τὴ θλίψη μου
στὰ ψυχρὰ μάρμαρα τῆς ἀπουσίας ―
ἔχει χωρέσει στ’ ἀλήθεια τὴν αἰωνιότητα κι ὄχι
τὴ θλιβερὴ κι ἀπρόκοφτη φιλολογία της.
Αὐτὸς εἶν’ ἐκεῖνος ποὺ γνωρίζει
πὼς ἡ ἄγραφη ζωὴ δὲ θὰ πάψει νὰ χτίζει
τὸ θάνατο μὲ καινούργια πάντα ὑλικὰ μὲ νέα νήπια
γιὰ νὰ ξύσει κάποτα τὰ οὐράνια.
Εἴμαστε λοιπὸν οἱ πολύχρωμες
καμπύλες ἑνὸς βεγγαλικοῦ
μὲ τρομερὰ σύντομη λιτάνευση στὸ χῶρο
ποὺ νυχτώνει πιὸ πέρα κι ἀπ’ τὴ νύχτα
τὴ γαιώδη καὶ σπάταλη σὲ χιλιετηρίδες
γιὰ νὰ λάμπει ἡ τέχνη.
Σ’ αὐτὸ τὸ σῶμα ποὺ βρεθήκαμε
κεῖνο ποὺ ξέρουμε μονάχα εἶν’ ἡ ὀμορφιά!
Προσπαθῶ νὰ γυρίσω τὴν αἴσθηση
καὶ ν’ ἀκούσω τοῦ ἥλιου τὸ συναξάρι
μὰ ὅταν κανεὶς πεθάνει εἶναι τόσο μακριά…
Δροσερὴ κόλαση ἡ μὴ χρονικότητα τοῦ χρόνου
κι ὁ γονατιστὸς ἀντίκρυ καταρράχτης οὐρλιάζοντας
ὡσὰν κεραυνοβόλο εὐαγγέλιο.
Τί ὡραῖος ὁ οὐρανός, ὁ λαῦρος οὐρανὸς
ποὺ δείχνει πιὸ μεγάλος ἀπ’ τὴν Ἑλλάδα!

~.~

Θρησκευτικὸ Τραγούδι

Στὴ δρακολίμνη τοῦ κακοῦ ρεματιανὸς ὁ κόσμος…
Ἐκεῖ θολὰ χαράματα, βλαμμένα μεσημέρια
καὶ τῶν στοιχειῶν τὸ μάλλωμα τεράστιο φαράσι!
Βλέπω βουνὰ χαρούμενα, μαβιὰ σὰν πετραχήλια,
βλέπω ξανὰ στὴν ἄσφαλτο τ’ ἄγρια λυκοράχια
τὸν ἄτιμο διαφεντευτὴ ποὺ βόσκει τὰ λεφτά του
τί νά ’ναι γιδοπρόβατα τί νά ’ναι καμινάδες…

ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ


Δεῖτε τὴν εἰσαγωγὴ τοῦ Γιάννη Πατίλη, καθὼς ἐπίσης καὶ συνδέσμους πρὸς τὶς ὑπόλοιπες ἡμέρες τῆς Μ. Ἑβδομάδος: ἐδῶ.

12028636_987135771324818_6533768910245227384_o