ΝΠ | Αφιερώματα

«ΕΓΩ ΔΕΝ ΕΙΜΑΙ ΕΓΩ» (5/5) — Αφιέρωμα στον Χουάν Ραμόν Χιμένεθ

«ΕΓΩ ΔΕΝ ΕΙΜΑΙ ΕΓΩ» —
Καθρέφτες και είδωλα στη ζωή και το έργο του Χουάν Ραμόν Χιμένεθ

Επιμέλεια αφιερώματος, επιλογή υλικού, μετάφραση: Έλενα Σταγκουράκη

********

Ποιήματα (στην πλήρη τους μορφή) για τα οποία γίνεται λόγος στο δοκίμιο του Αλφόνσο Αλέγκρε Χάιτσμαν για τον Χουάν Ραμόν Χιμένεθ με τίτλο «Ποίηση μιας Ατλαντίδος» (βλ. παρόν αφιέρωμα, 4/5).

 

Η πιστή του θέση (Su sitio fiel)

Τα δέντρα και τα σύννεφα ριζώνουν
και ο ήλιος τα περνά με ειρήνη απτή.
Της ένωσης, τόσο μεγάλη η αγκάλη,
που την ποθεί ώς και η θάλασσα αυτή.
Η θάλασσα που, μακρινή, ζυγώνει,
η θάλασσα που ακούγεται αγριωπή.

Του σύμπαντος ο κύκλος αργοκλείνει,
και στη γαλάζια ώρα είναι εκεί
τα σύννεφα και κύματα μονάχα,
ως σύνθεση μια δόξας ύψιστης.
Το τέλος μες στο κέντρο ενυπάρχει,
του αιώνιου τη θέση την πιστή.

Γι’ αυτό εμείς εδώ ήρθαμε και παύει
το κάθε τι με λάμψη πρόσκαιρη.
Εδώ οι δρόμοι όλοι οδηγούνε,
και είσοδος και έξοδος μαζί.
Ανάπαυλα η ψυχή απολαμβάνει:
οι δρόμοι βρήκαν λήξη οριστική.

 

Εκ των έσω (Desde dentro)

Ξεχύθηκε η ψυχή μου χρυσαφιά.
Σαν φοίνικας μαγευτικός,
στο φως γερμένος,
με χάιδεψε κοιτώντας
εκ των έσω τα μάτια μου.
Μου είπε με την ίριδα:
«Η πλήρωση θα είμαι
των μέσων ωρών σου.
Τον κόρο σου θ’ αυξάνω,
τους φόβους σου θα σβήνω».
Και έκτοτε πόση γαλήνη!
Τα χέρια πια δεν απλώνω
προς τα έξω. Το άπειρο                     
βρίσκεται εντός. Εγώ είμαι
ο απόμακρος ορίζοντας.
Εκείνη, η Ποίηση, ο Έρωτας,
το κέντρο το αναμφίβολο.
 

Τίποτε (Nada)

Τον πύργο στοχασμού περιωνύμου
υψώνω στης ερήμωσης τη δίνη.
Και πάνω του η καρδούλα η δική μου
Τη θάλασσα θα βάψει με αίμα, οδύνη.
 
Στον ίσκιο μου θα φτιάξω την αυγή μου,
μακριά η λύρα απ’ του άνεμου τη μήνι.
Το στήριγμα θα ψάξω στην ψυχή μου.
Και –αχ!– δεν ήταν τίποτε η γαλήνη;
 
Ναι, τίποτε! Ουδέν! Ας έπεφτε όπου
το επιθυμεί η καρδιά μου ως γιρλάντα:
ο κόσμος θα ’μενε άδειο κάστρο τάχα.
 
Εσύ είσαι εσύ, η άνοιξη του ανθρώπου,
και γη και αέρας και φωτιά, τα πάντα,
ενώ εγώ είμαι η σκέψη μου μονάχα.
 

 
Πεταλούδα φωτός (Mariposa de luz)
 
Πεταλούδα φωτός –
η ομορφιά αλαργεύει σαν φτάνω εγώ
στο ρόδο της.
 
Τρέχω πίσω της, τυφλός…
Την μετρώ, την αγγίζω εδώ και εκεί…
Στο χέρι μου μονάχα απομένει
της φυγής της η μορφή!
 
 
Η άλλη μορφή (La otra forma)
 
Σωμάτων και φωτός μετακινήσεις
την εποχή την κάνουν να αλλάζει.
Μέσα στης φύσης τη μεταβολή
η ανοιχτή ζωή μας τι θα γίνει;
 
Ανθός ηλιακός με αιώνια όψη;
Της γέννας γη με το δικό μας στόμα;
Νερό για να πλυθεί παλλόμενο αίμα;
Και δύση, να κοιτάζουμε το δείλι;
 
Δεν έχει νόημα αυτή η φωνή ή το βλέμμα.
Αυτή η μορφή πια τώρα δεν αρκεί.
Πρέπει να βγούμε και να γίνουμε άλλο
πλάσμα σε άλλου πλάσματος μορφή:
 
το πλάσμα που ποθούσαμε εξ αρχής,
κι εκεί πάντα να μείνουμε. Τι σθένος
της μέθης που μας έριξε σ’ εκείνο·
της δύναμης μορφή, γαλήνια, καίουσα.
 
 
Αιώνια θέση (Sitio perpetuo)
 
 «Εκείνο το βουνό το πορφυρό,
με τη μορφή του που ζωντάνευε το δείλι,
κρυμμένο μυστικό της ύλης»,
σε μένα επιστρέφει και υπερτερεί
της πίστης μου, όμοια με Θεός,
με αθάνατη χρυσή ενέργεια.Να γνωρίζει πως αρκεί,
πως εδώ τον περιμένω με τραγούδια,
και τον προσμένω για την πλήρωση,
τη δόξα, τη γαλήνη;
 
Οι τόποι ταξιδεύουν,
τις ώρες τις κατάλληλες.
Διασχίζουν ανεμπόδιστοι,
καθώς ο χώρος παραδίνεται,
τις όμορφές μορφές τους,
καθένας ως νομίζει.
Κι ολοένα νέους κόσμους δημιουργούν…
 
«Αυτή η θάλασσα εμπρός στον τοίχο,
λευκή στο νότο της εβένινης νύχτας,
με τη σελήνη εγγύς
σε ολόχαρη αιωνιότητα.»
 
Και ξάφνου έτσι συναντούμε,
απρόσμενες βαθειές πατρίδες,
παράδεισους κρυμμένους όλο κάλλος,
που έμοιαζαν αλλιώτικοι:
εμπρός στο φως διαυγείς και αλλαγμένοι,
αδύναμα κύματα, και άλλα,
ψηλά, μονάχα δέντρα, αλλιώτικα.
 
Η αρμονία η κρυφή της ύπαρξής μας
συμπίπτει με εκείνην της ζωής.
Σε τέτοιες μεταθέσεις,
παράλληλες αλήθειες του ονείρου,
αφήνουμε το στόμα να γελάσει
απέναντι στο σύννεφο,
στιγμιαία αιωνιότητα,
σε μια ανάπαυση διαυγή,
απόδειξη του αδυνάτου.
 
Το μονοπάτι μου οδηγεί
στον κίτρινο ουρανό και τον λευκό που λάμπει,
στην πρώτη την πηγή, πλάι στη δάφνη.»
 
 
Στο άνθος (En flor 50)
 
Με άνθη είμαι γεμάτος και με φύλλα
στη μοναξιά την πράσινη που λάμπει,
όπου λαλούνε τα πουλιά γαλήνια.
 
Σαν την αμυγδαλιά μού δίνει ο Απρίλης
ζεστά αστέρια, λάμψεις τόσο πλούσιες,
παρμένες απ’ τις ύστατές μου ρίζες.
 
Ξανά ετούτη η νέα η φρεσκάδα,
που τον κορμό τον γκρίζο μού καλύπτει
και πάλι μου υπόσχεται τα νιάτα;
 
Αν το αιώνιο είναι μια στιγμούλα,
αιώνιο άψογο, θα εγγυάται
πως θα μπορούσε να είναι ό,τι δεν είναι!
 
Υπόσχεση που είναι παρελθόν και
παρόν και μέλλον και υπόσχεση η ίδια –
η επανάληψή της είναι η δόξα.
 
Καλύτερα δεν θα ’χει άλλος Απρίλης
αρώματα και χρώματα, ευτυχία
για τη ζωή, απ’ τον Απρίλη τούτο.
Απρίλη μου, είσαι στην ήσυχη ώρα
η κορυφή εκείνου που αγαπάει
του βίου του τον γυρισμό τον μέγα. 

 

Ο μετοπωρινός (El otoñado)

«Μεστός είμαι ο ίδιος από φύση,
στης ωριμότητας το χρυσό δείλι,
αέρας που το πράσινο διατρέχει.
Κρυφά τα πλούσια φρούτα μου κρατάω
και ό,τι μέσα μου είναι μεγάλο:
το άπειρο, η γη, η φωτιά, ο αέρας.
 
Φωτός δεσμίδα: διώχνω το σκοτάδι.
Οσμή διεισδυτική: Θεός μυρίζει.
Εκβάλλων ήχος: μουσική του βάθους.
Της γεύσης φίλτρο: μάζα που με πίνει.
Μαυλιστικό της μοναξιάς το μέτρο.
 
Εγώ ο θησαυρός, τρανός και μέγας,
με χρώματα πολλά και στρογγυλάδα,
από την τόση δράση. Είμαι τα πάντα.
Τα πάντα που είν’ του τίποτε το απόγειο,
τα πάντα που αρκούνται στον εαυτό τους
και τρέφονται απ’ την φιλοδοξία.»
 
 
 

Advertisements

«ΕΓΩ ΔΕΝ ΕΙΜΑΙ ΕΓΩ» (4/5) — Αφιέρωμα στον Χουάν Ραμόν Χιμένεθ

«ΕΓΩ ΔΕΝ ΕΙΜΑΙ ΕΓΩ» —
Καθρέφτες και είδωλα στη ζωή και το έργο του Χουάν Ραμόν Χιμένεθ

Επιμέλεια αφιερώματος, επιλογή υλικού, μετάφραση: Έλενα Σταγκουράκη

**********

Ποίηση μιας Ατλαντίδος: Ο ποιητικός πλούτος του Χουάν Ραμόν Χιμένεθ

 του Αλφόνσο Αλέγκρε Χάιτσμαν

 Ξεκινώντας την εισήγησή μου θα ήθελα να αναφερθώ στα λόγια ενός σπουδαίου ποιητή, ο οποίος αποτελεί για μένα, πέρα από δάσκαλο αγαπημένο, και φίλο αείμνηστο. Δεν είναι άλλος, από τον Ισπανό Χοσέ Άνχελ Βαλέντε, ο οποίος απεβίωσε στη Γενεύη τον Ιούλιο του 2000. Με αφορμή την έκδοση στην Ισπανία, την άνοιξη του 1999, του τόμου Ποίηση μιας Ατλαντίδος (Lírica de una Atlántida), ο Βαλέντε έγραψε στις πολιτιστικές σελίδες εφημερίδας της Μαδρίτης ένα σύντομο, ωστόσο ιδιαίτερης βαρύτητας, άρθρο, ενά φωτισμένο σχεδόν σημείωμα, υπό τον τίτλο «Ο Χουάν Ραμόν Χιμένεθ στο δικό μας φως του». Εκεί εξέθετε τις ουσιώδεις παρατηρήσεις του, όχι μόνο ως προς την εσωτερική κριτική αξία του ποιητή, αλλά και ως προς τους λόγους για τους οποίους κατόρθωσε δίχως καμιά αμφιβολία να συνιστά έναν από τους σημαντικότερους ποιητές της ισπανικής γλώσσας στο δεύτερο μισό του εικοστού αιώνα. Το άρθρο εκείνο εκκινούσε με την εικόνα του νεαρού τότε ποιητή, ο οποίος, μετά βίας δέκα εννιά ετών, έφτανε στα 1900 στη Μαδρίτη και ξεκινούσε την πορεία του στην ποίηση χαίροντας της στήριξης των μεγάλων ποιητών της προηγούμενης γενιάς. «Χρόνια αργότερα», γράφει ο Βαλέντε, «τη στιγμή που ο Εμφύλιος διασκόρπιζε τους Ισπανούς ανά την υφήλιο, ο Χουάν Ραμόν ήταν, από κοινού με τον Ματσάδο, ο κεντρικός ποιητής της ισπανικής ποιητικής παράδοσης εκείνου του αιώνα. Στα μετεμφυλιακά χρόνια, η απόσταση, η θλιβερή τροπή που πήρε η ποίηση της Ιβηρικής και η κακεντρέχεια των ανθρώπων μετέτρεψαν τον Χιμένεθ σε φιγούρα μεθοδικά αποσιωπημένη, απόμακρη, και της οποίας το έργο, προς ντροπή μας, δεν διέθετε βαρύτητα στο χώρο των γραμμάτων εκείνης της εποχής. Τα τελευταία βιβλία του τον πήγαν πολύ πιο μακριά στον κόσμο της ποιητικής εμπειρίας απ’ ό,τι κατάφερε να φτάσει η γενιά του ’27, η οποία διαθέτει δύο μόνο ποιητές του διαμετρήματός του ως προς τη δημιουργική ένταση: το Λόρκα και το Θερνούδα».

Την εικόνα του έφηβου ποιητή που στις αρχές του 20ου αιώνα καταφθάνει στη Μαδρίτη, την ξαναπιάνει ο Βαλέντε στο τέλος του άρθρου του, προκειμένου να τονίσει τη σπουδαιότητα της συγκεντρωτικής έκδοσης του ύστερου έργου του Χιμένεθ, και μάλιστα με το πέρας του ίδιου αυτού αιώνα, οι αρχές του οποίου είδαν την έκδοση των πρώτων βιβλίων του. Ο Βαλέντε επεδίωκε έτσι να υποδείξει συμβολικά πως ο αιώνας ξεκίνησε και τελείωσε με την ποίηση του Χιμένεθ: «Τώρα πια ο αναγνώστης θα έχει στη διάθεσή του τα βιβλία, τα οποία δεν είχαμε έως τώρα την ευκαιρία να διαβάσουμε με τον κατάλληλο τρόπο ή την κατάλληλη στιγμή: Από την άλλη πλευρά, Ένα ύψωμα μεσημβρινό, Θεός επιποθούμενος και επιποθών, Ποταμοί που φεύγουν. Αυτή η επανεμφάνισή τους, με ενωμένες πλέον δυνάμεις, έχει ως αποτέλεσμα εκείνος ο έφηβος του 1900 που αναφέραμε στις πρώτες αράδες να κλείνει τώρα τον αιώνα, επιβάλλοντας το ανάστημά του, με όλο το βάθος και τον πλούτο της γλώσσας του. Εκείνος μας συναθροίζει και εξήγει ο ίδιος το λόγο: ‘Κάθε φορά που στην Ισπανία θα κυριαρχεί μια μειοψηφία, θα στρέφει το πρόσωπό της σε μένα όπως στον ήλιο’».

Τα λόγια του Βαλέντε, επιβεβαιώνοντας τη διαχρονικότητα της ποίησης το βεληνεκές του ύστερου έργου του Χιμένεθ, και μάλιστα κατά τρόπο τόσο κατηγορηματικό, είναι λόγια υψίστης σημασίας. Όχι μόνο υπογραμμίζουν την ιστορική αδικία που επέφερε η αποσιώπηση του ύστερου έργου του Χιμένεθ στην Ισπανία, αλλά και καταδεικνύουν την ισχύ που έχει στις μέρες μας –το λιγότερο για μια μειοψηφία, μακάρι ευμεγέθη– η ποίηση που ο ποιητής έγραψε στην Αμερική κατά τα είκοσι τελευταία χρόνια της ζωής του.

Η σπουδαιότητα της μαρτυρίας αυτής μπορεί να τεκμηριωθεί με μιαν αναδρομή στην πρόσληψη, της οποίας έτυχε το ύστερο έργο του Χιμένεθ στην Ισπανία, καθώς και στις ελλιπείς εκδόσεις των τελευταίων δεκαετιών. Ελάχιστοι αρνούνται τον πρωταγωνιστικό ρόλο του Χιμένεθ στο πρώτο τρίτο του εικοστού αιώνα. Η επιρροή του τόσο στην Ισπανία, όσο και στη Λατινική Αμερική, σε μια από τις πιο γόνιμες εποχές στην ιστορία της ισπανόγλωσσης ποίησης υπήρξε καθοριστική και βρίσκεται πέραν πάσης αμφιβολίας. Ωστόσο, ελάχιστοι ήταν και εκείνοι που συνειδητοποίησαν ή θέλησαν να συνειδητοποιήσουν τον παράγοντα της ανανέωσης ή του ποιητικού πλούτου που γέννησαν αργότερα έργα όπως Ρομάντζα στο Κόραλ Γκέημπλς, Χώρος ή Ζώο του βάθους. Δεν πρέπει να μας παραξενεύει το γεγονός ότι αυτό συνέβαινε στην Ισπανία, τη στιγμή που η ποίηση εκεί, τα χρόνια που δημιουργούνταν ο Χώρος ή ο Θεός επιποθούμενος και επιποθών, ακολουθούσε της συντεταγμένες ενός Ρεαλισμού, καθ’ όλα ξένου προς την ποιητική καινοτομία, στην οποία είχε εμβαθύνει ο Χιμένεθ. Ξένου δε ακόμη και σε όσους υπήρξαν μαθητές του. Από αυτούς, μόνο ο Χεράρδο Ντιέγο χαιρέτισε δημόσια και ενθουσιωδώς την έκδοση του Χώρου, ήδη από την έκδοση του Πρώτου εδαφίου το 1943, γι’ αυτό και ο Χιμένεθ, ανταποκρινόμενος γενναιόδωρα στην κριτική του τιμιότητα, του αφιέρωσε την ολοκληρωμένη εκδοχή του ποιήματος. Από την πλευρά του Σαλίνας και του Γκιγιέν υπήρξε παντελής έλλειψη κατανόησης, όχι μόνο αναφορικά με το Χώρο, αλλά και με ολόκληρο το ύστερο έργο του, έλλειψη με πιθανή αιτία –αν και κάτι τέτοιο διόλου την δικαιολογεί– τη γενικότερη δυσαρέσκεια, με την οποία αντιμετώπιζαν οτιδήποτε σχετιζόταν με το πρόσωπο που κάποτε υπήρξε δάσκαλός τους. Παρόμοια υπήρξε και η στάση του Λουίς Θερνούδα, ο οποίος από το 1954 δεν θα μιλούσε πλέον για τον Χιμένεθ βάσει της οξείας κριτικής του ικανότητας, παρά της ακραίας προσωπικής αντιπάθειας για τον ποιητή που τόσο θαύμαζε στα νεανικά του χρόνια. Το βραβείο Νομπέλ το 1956 και η συνακόλουθη διεθνής καταξίωση του Χιμένεθ ελάχιστα βελτίωσαν την κατάσταση. Στην Ισπανία, πέρα από τις επιβεβλημένες ευκαιριακές εκδόσεις, το ποιητικό έργο, στο οποίο αφιέρωσε τα τελευταία είκοσι χρόνια της ζωής του, παρέμενε παραγκωνισμένο και –το χειρότερο– ανέκδοτο. Ακόμη και σαράντα χρόνια μετά το θάνατο του ποιητή, το εκδοτικό πανόραμα του ύστερου έργου του εξακολουθεί να είναι απόλυτα απογοητευτικό, παρά τις φιλότιμες προσπάθειες κάποιων ερευνητών προς την αντίθετη κατεύθυνση. Από τους τέσσερις τόμους που περιλαμβάνουν την ποίηση της εξορίας, μόνο το βιβλίο Θεός επιποθούμενος και επιποθών αντίκρισε το φως της δημοσιότητας, αν και πάνε σαράντα χρόνια που δεν αναδημοσιεύεται. Το βιβλίο Ένα ύψωμα μεσημβρινό περιμένει ακόμη την πρώτη του έκδοση. Το Ποταμοί που φεύγουν γνώρισε μονάχα μία έκδοση, το 1974, με ελάχιστη προσοχή από τους κριτικούς και σχεδόν ανύπαρκτη διάδοση. Η έκδοση από την Αουρόρα ντε Αλμπόρνοθ, το 1974, του βιβλίου Από την άλλη πλευρά δεν γνώρισε έκτοτε άλλη ανατύπωση, και βρίσκεται εδώ και χρόνια εκτός εμπορίου. Θα έλεγε κανείς πως στην Ισπανία επιδιώχθηκε συστηματικά η απόκρυψη της σπουδαιότητας της ύστερης ποίησης του Χιμένεθ. Ακόμη και σήμερα, υφίσταται μεγάλη άγνοια για την καλύτερη ποίησή του, μια αληθινή εξορία.

Η κυριαρχία της τάσης του Ρεαλισμού τις πρώτες δεκαετίες μετά τον Εμφύλιο σήμανε αναμφίβολα μιαν οπισθοδρόμηση της ποίησης στην Ισπανία συγκριτικά με τη λάμψη εκείνης των δεκαετιών του είκοσι και τριάντα. Μια από τις πιο ολέθριες συνέπειες αυτής της κυρίαρχης τάσης υπήρξε, το δίχως άλλο, όπως υπογραμμίζει ο Βαλέντε, η έλλειψη κατανόησης, η αποσιώπηση και η απουσία βαρύτητας της ύστερης ποίησης του Χιμένεθ στην Ισπανία. Ο αποκλεισμός αυτός έφτασε σε τέτοιο σημείο, ώστε η ποίησή του να παραληφθεί από την ανθολογία Είκοσι χρόνια ισπανικής ποίησης 1939 – 1959 (Veinte años de poesía española, 1939-1959), από τις βασικές ανθολογίες εκείνης της εποχής, υπό την επιμέλεια του κριτικού Χοσέ Μαρία Καστεγιέ και δημοσιευμένη το 1962, έξι χρόνια μετά την απονομή του Νομπέλ λογοτεχνίας στον Χιμένεθ. Η ανθολογία αναδημοσιεύτηκε συμπληρωμένη το 1966. Αιτία της παράλειψης υπήρξε, σύμφωνα με τον ανθολόγο, «η απώλεια της ιστορικής τεκμηρίωσης του περιορισμένου έργου που [ο Χιμένεθ] δημοσίευσε τα τελευταία είκοσι χρόνια». Αυτό που για τη συγκεκριμένη ανθολογία θεωρείται «περιορισμένο δημοσιευμένο έργο» περιλαμβάνει τίτλους τόσο σημαντικούς για την ποίηση του αιώνα μας όπως Η απόλυτη εποχή (La estación total, 1946), Ρομάντζα στο Κόραλ Γκέημπλς (1948) και Ζώο του βάθους (1949), για να μην αναφερθούμε στο ποίημα Χώρος, δημοσιευμένο στην πλήρη του μορφή στο περιοδικό Ισπανική ποίηση (Poesía española) και στην Τρίτη ποιητική ανθολογία (Tercera antolojía poética, 1957), η οποία συμπεριελάμβανε σημαντικό μέρος του έργου που ο ποιητής δημιούργησε στην Αμερική. Όσο για την «απώλεια της ιστορικής τεκμηρίωσης», δικαιολογείται αν αναλογιστούμε τις παραμέτρους ρεαλισμού, στις οποίες βασίζεται τόσο η συγκεκριμένη ανθολογία, όσο και το μεγαλύτερο μέρος της ποίησης εκείνης της εποχής. Πράγματι, ο ανθολόγος, παραλείποντας τον Χιμένεθ, υπήρξε απόλυτα συνεπής ως προς αυτές τις παραμέτρους, όχι όμως και με την ιστορική αλήθεια. Περισσότερο κατανοητή γίνεται η κατάσταση της ποίησης στην Ισπανία εκείνων των δεκαετιών διαβάζοντας τον πρόλογο της ανθολογίας. Εκεί, ο συγγραφέας χαρακτηρίζει την ποίηση της παράδοσης του συμβολισμού ως «μη ρεαλιστική και πολύσημη, φορμαλιστική και εστέτ», αναφέροντας μάλιστα το όνομα ενός Μαλλαρμέ, ενός Βαλερύ, ενός Ουγκαρέττι, ενός Έλιοτ ή ενός Μπεν. Εμπρός σε ένα τέτοιο είδος ποίησης, ο ανθολόγος προτάσσει μια ποίηση «με ξεκάθαρη ανθρωπιστική σημασία, γραμμένη σε γλώσσα στρωτή και καθημερινή».

Όντας η κατάσταση της ποίησης στην Ισπανία τόσο ξένη προς την αισθητική καινοτομία που εισηγόταν ο Χιμένεθ, ήταν αναμενόμενο, η αναγνώριση και εκτίμηση του ύστερου έργου του να έρχεται κατά κύριο λόγο εκτός των ισπανικών συνόρων. Ένας από τους ποιητές που συνειδητοποίησε νωρίς και με ιδιαίτερη οξύνοια το βεληνεκές της ύστερης ποίησης του Χιμένεθ υπήρξε ο Οκτάβιο Πας. Υπό την έννοια αυτή, θα ήταν ευχής έργον αν του είχε αφιερώσει και εκείνου, όπως έπραξε με άλλους ποιητές πολύ λιγότερο σημαντικούς για τον ίδιο, κάποιο δοκίμιο, άρθρο ή έστω κάποιο σχετικό σημείωμα. Ο Μεξικανός ποιητής, αναφερόμενος στον Χιμένεθ και συσχετίζοντάς τον με τον Γέητς, σημειώνει: «αμφότεροι εκκινούν από μια ποίηση πυκνή, η οποία σταδιακά αραιώνει, ώσπου γίνεται διάφανη· αμφότεροι φτάνουν στο γήρας προκειμένου να γράψουν τα καλύτερα ποιήματά τους. Η πορεία τους προς το θάνατο υπήρξε πορεία προς την ποιητική νεότητα». Στη συνέχεια, αναφερόμενος στο Χώρο, καταλήγει: «Ο Χώρος συνιστά ένα από τα μνημεία της μοντερνιστικής ποιητικής συνείδησης και με το εξέχον αυτό κείμενο κορυφώνεται το ερώτημα που ο μεγάλος τροβαδούρος έθεσε στον Νταρίο ήδη στη νεότητά του». Τη σπουδαιότητα του ύστερου Χιμένεθ για την ισπανόγλωσση ποίηση ο Πας την επικεντρώνει σχεδόν αποκλειστικά στο Χώρο, τον οποίο θεωρεί ένα από τα κορυφαία κείμενα της μοντερνιστικής ποίησης. Για τον Μεξικανό ποιητή, ο Χώρος είναι το μοναδικό έργο ολόκληρης της ισπανικής λογοτεχνίας αυτού του αιώνα συγκρίσιμο, όσον αφορά την ριζοσπαστική κριτική αναθεώρηση της γλώσσας και των εννοιών, με τα μεγάλα έργα της παγκόσμιας μοντερνιστικής λογοτεχνίας: «Το κριτικό πάθος των Ισπανών» τονίζει ο Πας «δεν είναι ριζοσπαστικό, δεν συνιστά εξέταση της γλωσσικής συνείδησης όπως στις περιπτώσεις του Προυστ και του Τζόυς, του Μπρετόν και του Έλιοτ, του Γιούνγκερ και του Μαγιακόφσκι. […] Έγραψα πριν: πλην μιας εξαιρέσεως. Τώρα θα προσθέσω την εξαίρεση αυτή, η οποία δεν είναι άλλη από το ποίημα Χώρος του Χουάν Ραμόν Χιμένεθ».

Η άποψη του Οκτάβιο Πας, η οποία τοποθετεί το Χώρο στον αιώνα μας είναι σωστή και δίκαιη, ωστόσο δημιουργεί προηγούμενο. Σήμερα, ο εντοπισμός της μοντερνικότητας του ποιητή του Μογέρ αποκλειστικά στο Χώρο θεωρείται σχεδόν κοινός τόπος από μεγάλο μέρος της κριτικής, σαν να επρόκειτο για φαινόμενο απομονωμένο ή για κάποιου είδους θαύμα· θεώρηση που αποκαλύπτει άγνοια ως προς τη δημιουργική πορεία του ποιητή και ως προς τη θέση του Χώρου σε αυτήν. Ο Χώρος όχι μόνο συνιστά αναπόσπαστο κομμάτι του βιβλίου στο οποίο συμπεριλαμβάνεται (Από την άλλη πλευρά), αλλά σχετίζεται άμεσα και με το αμέσως επόμενο (Ένα ύψωμα μεσημβρινό), όπως και –υπό την ευρεία έννοια– με ολόκληρο το ύστερο έργο του Χιμένεθ. Μάλιστα, κάποια από τα ποιήματα αυτών των δύο βιβλίων συνιστούσαν σε ένα πρώτο στάδιο εδάφια του Χώρου, τα οποία ο ποιητής αργότερα αποφάσισε να μην συμπεριλάβει σε αυτόν και αντιθέτως να τα παρουσιάσει ως ανεξάρτητα ποιήματα. Κατά τρόπο ανάλογο, σημερινά εδάφια του Χώρου υπήρξαν κατά το παρελθόν ανεξάρτητα ποιήματα, τα οποία δε σε ορισμένες περιπτώσεις είχαν δημοσιευτεί ως τέτοια σε περιοδικά της εποχής.

Δεν είναι εδώ ο κατάλληλος χώρος προκειμένου να ακολουθήσουμε αυτήν την –ομολογουμένως γοητευτική– δημιουργική πορεία, και αν την αναφέραμε, το πράξαμε μονάχα για να τονίσουμε το γεγονός ότι ο Χώρος δεν δύναται να αποκοπεί από το υπόλοιπο έργο του Χιμένεθ ή να αποσυνδεθεί από τα βιβλία που ο ποιητής έγραφε εκείνα τα χρόνια. Όπως είναι αναμενόμενο, δεν διαθέτουν όλα τα ποιήματα εκείνων των βιβλίων την ποιητική αρτιότητα του Χώρου, το πράττει ωστόσο ικανός αριθμός αυτών. Ποιήματα όπως «Τα πουλιά απ’ όπου κι αν έρχονται», «Άνθρωποι δέντρα», «Καταμεσής του μαύρου», «Θεός επισκέπτης», «Πλανόδιο ηφαίστειο», «Στο βάθος της ζωής», «Μαζί της και με τον καρδινάλιο» και τόσα άλλα, είτε ανήκαν κάποια στιγμή στο Χώρο είτε όχι, είναι απότοκοι της ίδιας ποιητικής, γραμμένα υπό το ίδιο φως που χαρακτηρίζει το μεγαλόπνοο αυτό ποίημα, το οποίο, για να χρησιμοποιήσουμε τα λόγια του ίδιου του Χιμένεθ, του υπαγορεύτηκε από μια μέθη ραψωδική, από μια ασυγκράτητη φυγή, στον απέραντο χώρο της Φλόριδας. Από την άλλη –και με ενδιαφέρει ιδιαίτερα να καταδείξω το στοιχείο αυτό–, η αρχή αυτής της δημιουργικής πορείας, της ανανέωσης στην ποίησή του, εντοπίζεται πολύ νωρίτερα στη ζωή και το έργο του ποιητή. Κλειδί για την κατανόηση της σπουδαιότητας και της μοντερνικότητας της ποίησής του δεν συνιστά το έτος 1943, χρονιά της έκδοσης του πρώτου εδαφίου του Χώρου στο Μεξικό, αλλά ήδη το 1923, χρονιά κατά την οποία ο ποιητής ξεκινά τη συγγραφή της Απόλυτης εποχής με τα τραγούδια του νέου φωτός στην Ισπανία.

Ακόμη και το 1982, ενθυμούμενος την εμφάνιση στο Μεξικό, το 1941, της ανθολογίας μοντερνιστικής ισπανόγλωσσης ποίησης με τιτλό Δάφνη (Laurel), ο Οκτάβιο Πας σημειώνει: «Προς το τέλος της μακράς του πορείας, ο Χιμένεθ άλλαξε ρότα και, εκμεταλλευόμενος το δίδαγμα των νεότερων, όπως έπραξε ο αγαπημένος του Γέητς με την ποίηση του Πάουντ, έγραψε κάποια ποιήματα έξοχα. Για τη Δάφνη επιλέχθηκαν κάποια από τα καλύτερα: «Τυχερό πλάσμα», «Λουλούδι της επιστροφής», «Πιστό πουλί», «Αέναη θέση» και «Τα δέντρα». Ο Πας επισημαίνει την αλλαγή πλεύσης που χάρισε στον Χιμένεθ τον ποιητικό του πλούτο, δεν συνειδητοποιεί ωστόσο πως το σύνολο των ποιημάτων, τα οποία ο ίδιος αναφέρει και με τα οποία περιλαμβάνεται ο Χιμένεθ στην ανθολογία –πλην ενός («Τα δέντρα») –, δεν δημοσιεύτηκαν στην Αμερική «στο τέλος της μακράς του πορείας», παρά στην Ισπανία, στις αρχές της δεκαετίας του τριάντα. Το σημαντικό εν προκειμένω είναι πως ο Πας αποκαλύπτει έτσι, άθελά του, ένα θεμελιώδες ζήτημα, καθώς εντοπίζει ξεκάθαρα το σημείο, από το οποίο εκκινεί η τρίτη περίοδος του Χιμένεθ και το οποίο στην πραγματικότητα δεν τοποθετείται στο τέλος της ζωής του ποιητή, παρά σχεδόν στα μισά του βίου του. Και αυτή η ανανέωση στην ποίησή του είναι εξίσου σπουδαία ως προς τον μελλοντικό της αντίκτυπο –αν όχι ακόμη περισσότερο–, με εκείνην του 1916 με το Ημερολόγιο ενός ποιητή και η θάλασσα. Στη δεκαετία του τριάντα, κατά την οποία γίνεται περισσότερο ή λιγότερο εμφανής η επιρροή του Σουρεαλισμού στους ποιητές της γενιάς του ’27, ο Χιμένεθ ακολουθεί ανάλογη πορεία με εκείνην των μεγάλων δημιουργών του καιρού του, αν και πάντοτε προσωπική και αποδεσμευμένη από ρεύματα και τάσεις. Τα χρόνια κατά τα οποία ο Χιμένεθ γράφει την Απόλυτη εποχή, είναι τα χρόνια του θριάμβου του Σουρεαλισμού στην Ευρώπη. Είναι αυτή ακριβώς η εισβολή του κινήματος στην Ισπανία και η αποφασιστική επιρροή που άσκησε στους ποιητές της γενιάς του ’27 που θα σημάνουν τη μέγιστη αποστασιοποίηση μεταξύ των εκπροσώπων της και του ανθρώπου που υπήρξε δάσκαλός τους.

Ο Σουρεαλισμός συνιστούσε μια ριζοσπαστική απόπειρα υπέρβασης της αντιπαράθεσης υποκειμένου-αντικειμένου, ό,τι δηλαδή συνιστά αυτό που καλούμε πραγματικότητα. Ομολογουμένως, δεν είναι άλλος ο στόχος και η επίτευξη της ποίησης του Χιμένεθ εκείνη την εποχή, αν και η διαδρομή του προς αυτήν διαφέρει πολύ. Ήδη με την Απόλυτη εποχή, βιβλίο γραμμένο μεταξύ 1923 και 1936, παρατηρείται στο έργο του η έξοδος από τον εαυτό, η ισχυροποίηση της διαφορετικότητας και αυτή του ατόμου μέσα στη διαφορετικότητα, στοιχεία που –όπως και το εγχείρημα του Σουρεαλισμού– επιδιώκουν την υπερνίκηση του παραπάνω δυαδισμού, αυτής της άεναης αντιπαράθεσης μεταξύ υποκειμένου και αντικειμένου. Το πρόβλημα συνίσταται στο ότι η καινοτόμα διάσταση αυτής της ανανέωσης στην ποίηση του Χιμένεθ, η οποία αποτυπώνεται σε μια νέα διαδικασία απόλυτης ουσιαστικοποίησης και απόλυτης γύμνιας, δεν έγινε κατανοητή τη δεδομένη στιγμή, ούτε όμως και αργότερα, στα μετεμφυλιακά χρόνια.

Ο Χιμένεθ δεν συμπεριέλαβε τη συλλογή Απόλυτη εποχή με τα τραγούδια του νέου φωτός στον τόμο που συγκεντρώνει το ύστερο έργο του. Ωστόσο, πρόκειται για βιβλίο θεμελιακό, καθώς σε αυτό παρατηρείται στην πραγματικότητα η ανανέωση που θα σημάνει την έναρξη της τρίτης περιόδου της ποίησής του, αυτής που ο ίδιος χαρακτήρισε «επαρκή ή αληθινή». Εάν οι ιστορικές συγκυρίες, τις οποίες επρόκειτο να ζήσει, ήταν διαφορετικές, ο ποιητής θα τοποθετούσε κατά πάσα πιθανότητα τη συγκεκριμένη συλλογή στις αρχές της τελευταίας περιόδου του, όπως μοιάζει να υποδηλώνει και ο ίδιος ο τίτλος της συλλογής. Ωστόσο, ο Εμφύλιος, βιωμένος εναγώνια πρώτα στη Μαδρίτη και ύστερα μακριά από την Ισπανία, όπως και η κατοπινή αδυναμία επιστροφής στα πάτρια εδάφη, είχαν ως αποτέλεσμα μια παρένθεση ιδιαίτερα βαρύνουσας σημασίας. Πράγματι, τα χρόνια του Εμφυλίου, τα οποία ο ποιητής πέρασε στο μεγαλύτερο μέρος τους στην Κούβα, δεν υπήρξαν ιδιαίτερα παραγωγικά. Μόνο από το 1940, ενόσω ο Χιμένεθ βρίσκεται μαζί με τη σύζυγό του στη Φλόριδα, η ποίηση θα αρχίσει ξανά να τον επισκέπτεται όπως και πριν.

Στην Απόλυτη εποχή, η σχέση του ποιητή με την πραγματικότητα βιώνει μια μεταβολή καθοριστική. Ολόκληρη τη συλλογή τη διαπερνά μια βεβαιότητα, η σιγουριά της επίτευξης ενός πράγματος κρίσιμου, της άφιξης σε ένα σημείο, από το οποίο τα πάντα είναι διαφορετικά. Και ο ποιητής έχει συναίσθηση αυτής της άφιξης και το καταδεικνύει ήδη στο πρώτο ποίημα της συλλογής:

«Και έκτοτε πόση γαλήνη!
Τα χέρια πια δεν απλώνω
προς τα έξω. Το άπειρο                    
βρίσκεται εντός. Εγώ είμαι
ο απόμακρος ορίζοντας.

Εκείνη, η Ποίηση, ο Έρωτας,
το κέντρο το αναμφίβολο.»

Ουσιαστική αιτία αυτής της αίσθησης πληρότητας είναι το βαθύ προμάντεμα της ύπαρξης ενός κέντρου εσωτερικού που αποκαλύπτεται στον ποιητή στο πιο βαθύ είναι του. Εδώ δεν υπάρχει χώρος για γλώσσα αφηρημένη ή τελεολογικές υποθέσεις. Ολόκληρο το ποιητικό σύμπαν του Χιμένεθ εκπηγάζει από το νέο αυτό κέντρο:

«Το τέλος μες στο κέντρο ενυπάρχει,
του αιώνιου τη θέση την πιστή.
Γι’ αυτό εμείς εδώ ήρθαμε και παύει
το κάθε τι με λάμψη πρόσκαιρη.

Ανάπαυλα η ψυχή απολαμβάνει:
οι δρόμοι βρήκαν λήξη οριστική».

Πρόκειται λοιπόν για μια αποκάλυψη μυστικιστικού χαρακτήρα, η οποία οδηγεί τον ποιητή στη συνάντηση –σε αυτό το γυμνό βάθος– με το άπειρο, την απόλυτη Ύπαρξη, αυτό που ο ποιητής ονομάζει «Θεό» ή «αθροισμένη συνειδήσηση». Έτσι, όταν ο Χιμένεθ θα γράψει χρόνια αργότερα το Θεός επιποθούμενος και επιποθών και όντας πλέον ο Θεός για εκείνον «το όνομα των ονομάτων», θα πει με εύγλωττη στρογγυλότητα: «Το θείο ενυπάρχει μέσα μας, στα ίδια τα θνητά σωθικά μας, σαν το διαμάντι μες σε μεταλλωρυχείο». Και αυτή η εικόνα του θείου, χωνεμένου στα βάθη του Είναι σαν το διαμάντι, θα αποτελέσει ένα από τα πάγια και ομορφότερα σύμβολα της ποίησής του.

Αυτή η συνάντηση με τον εσωτερικό Θεό προκάλεσε συχνά σύγχυση και παρανοήθηκε στο έργο του Χιμένεθ, κυρίως δε στην Απόλυτη εποχή, ως μια ναρκισσιστική εξύμνηση του Εγώ, σαν να μην μπορούσε ο Χιμένεθ να πάει πιο πέρα από ένα Εγώ ρομαντικής κοπής ή να μην έβλεπε στον κόσμο περισσότερη πραγματικότητα απ’ όση προσφέρει το είδωλό του στο νερό. Πρόκειται για ό,τι πιο εσφαλμένο διατυπώθηκε ποτέ για τον ποιητή. Η συνάντηση με την απόλυτη Ύπαρξη στα βάθη της ψυχής είναι παρούσα σε κάθε εκδήλωση μυστικιστική. Παρόλο που στην περίπτωση του Χιμένεθ δεν εντάσσεται σε συγκεκριμένη θρησκευτική ιδεολογία ή πρακτική, παρά σε ό,τι ο ίδιος ορίζει ως «ενδογενή θρησκεία», οι συμπτώσεις και οι αναλογίες της εμπειρίας αυτής στην ποίησή του με τον μυστικισμό της Δύσης και ακόμη περισσότερο με εκείνον της Ανατολής είναι προφανείς. «Ο Θεός», διαβεβαίωνει ο ποιητής «βρίσκεται μέσα μας, στο απόλυτο Είναι μας. Όμως ο κάθε μυστικιστικός ποιητής εξέφρασε το Θεό του κατά τρόπο διαφορετικό».

Στην Απόλυτη εποχή, ο ποιητής νιώθει ευθύς εξαρχής πως «το άπειρο βρίσκεται εντός». Αυτό το εσωτερικό άπειρο δεν συνιστά εγκλεισμό σε μια εγωκεντρική υποκειμενικότητα, παρά στη γαλήνη εκείνου, του οποίου η αναζήτηση δεν συντελείται απεγνωσμένα στον εξωτερικό κόσμο· εξάλλου, στο τέλος, και ύστερα από μακρά αναζήτηση, ο ίδιος νιώθει συστατικό στοιχείο του παντός: στο εσωτερικό ενός κέντρου, μεστού νοήματος, που τον περικλείει. Ωστόσο, ώς την άφιξη του στο σημείο αυτό, η πορεία του ήταν πορεία μέσα από την ξηρασία και το κενό. Στο κατώφλι της δεύτερης περιόδου της ποίησής του, την οποία ο ίδιος ονόμασε «πνευματική», και συγκεκριμένα στα Πνευματικά σονέτα, ο ποιητής δεν νιώθει, παρά μονάχα το απόλυτο Τίποτα απέναντι στον μεθυστικό πλούτο της φύσης, πλούτος από τον οποίο ο ίδιος τότε ακόμη παρέμενε αποκομμένος. Αντιμέτωπος με την εγκατάλειψη που γίνεται αισθητή εμπρός στη φύση, ο ποιητής επιδιώκει την κατάφαση της ζωής, εκκινώντας από τον εαυτό του, την υποκειμενικότητά του, παρόλο που με τον τρόπο αυτό δεν κατορθώνει τίποτε άλλο, από το πιο απόλυτο υπαρξιακό κενό. Έτσι, στο σονέτο με τίτλο «Τίποτε», διαβάζουμε:

«Στον ίσκιο μου θα φτιάξω την αυγή μου,
μακριά η λύρα απ’ του άνεμου τη μήνι.
Το στήριγμα θα ψάξω στην ψυχή μου.
Και –αχ!– δεν ήταν τίποτε η γαλήνη;
Ναι, τίποτε, ναι, τίποτε!

Εσύ είσαι εσύ, ανθρώπινο εσύ έαρ,
και γη και αέρα και φωτιά, τα πάντα,
ενώ εγώ είμαι η σκέψη μου μονάχα.»

Ο ποιητής βιώνει επομένως αυτήν την καταστροφική αντίφαση προσπαθώντας να επιδοκιμάσει τη ζωή με αφετηρία τη συνείδησή του. Έτσι αντιμετωπίζει ο Χιμένεθ τη διάσταση υποκειμένου-αντικειμένου και Εγώ-κόσμου, αδυνατώντας να κατανικήσει αυτήν τη δυαδικότητα και να επιστρέψει στην πραγματικότητα την πρότερη ιερή ισχύ της ή στον άνθρωπο τη θέση του μέσα σε αυτήν.

Υπάρχει ένα ποίημα στη συλλογή Πέτρα και ουρανός (Piedra y cielo, 1919), κατά τι μεταγενέστερο του «Τίποτε», που συνιστά παράδειγμα αυτής της νοσταλγίας του ποιητή για την ομορφιά, την οποία αναζητεί εκτός του εαυτού του και η οποία του διαφεύγει τη στιγμή που φτάνει να την αποκτήσει. Στο περιώνυμο αυτό ποίημα, γράφει:

 «Πεταλούδα φωτός,
η ομορφιά αλαργεύει σαν φτάνω εγώ
στο ρόδο της.

Τρέχω πίσω της, τυφλός…
Την μετρώ, την αγγίζω εδώ και εκεί…
Στο χέρι μου μονάχα απομένει
της φυγής της η μορφή!».

Έχοντας συναίσθηση του εμβληματικού χαρακτήρα του συγκεκριμένου ποιήματος, ο Χιμένεθ θα κάνει μνεία σε αυτό τριάντα χρόνια αργότερα στη συλλογή Θεός επιποθούμενος και επιποθών, προκειμένου, από ένα παρόν πλέον πλούτου, να αναφερθεί σε εκείνην την ακατάπαυστη νοσταλγία, σε εκείνην την αναζήτηση, η οποία για τόσο καιρό είχε υπάρξει ατελέσφορη.

Ας συγκρατήσουμε τώρα αυτές τις λέξεις: «η μορφή υπήρχε εντός μου/ και τρέχοντας πίσω από το Άλλο, το άφηνα». Μόνο όταν ανακαλύψει ο ποιητής πως η ομορφιά που τόσο καιρό αναζητεί εκτός του εαυτού του βρίσκεται εντός του, στον εσώτατο χώρο που τώρα του αποκαλύπτεται, θα φτάσει στη γαλήνη και δεν «θα απλώνει τα χέρια προς τα έξω», ούτε θα τρέχει, τυφλός, πίσω της. Η αποκάλυψη αυτής της αλήθειας, του απέραντου εσώτατου χώρου, τον οποίο ο ποιητής ταυτόχρονα νιώθει ως κέντρο της ζωής, είναι καθοριστικής σημασίας για το αίσθημα χαράς και πληρότητας που διακατέχει την τελευταία περίοδο της ποίησής του.

Αυτή η συνειδητοποίηση της εσφαλμένης αναζήτησης της ομορφιάς εκτός του εαυτού τη στιγμή που αυτή πάντα υπήρχε εντός, αντηχεί ως παράπονο στον δυτικό μυστικισμό ήδη από τον Άγιο Αυγουστίνο, ο οποίος στο δέκατο κεφάλαιο των Εξομολογήσεών (Confesiones) του γράφει: «Πόσο άργησα να σε αγαπήσω, Ομορφιά τόσο παλαιά και τόσο νέα, πόσο άργησα! Εσύ βρισκόσουν εντός μου, και εγώ εκτός του ίδιου του εαυτού μου! Εκτός μου σε αναζητούσα: καταγινόμουν, μες στην ασχήμια μου, με τη χάρη των δικών σου πλασμάτων. Εσύ ήσουν μαζί μου και εγώ δεν ήμουν μαζί σου, κρατημένος μακριά σου από πράγματα που δίχως σου δεν θα υπήρχαν». Ενθυμούμενος τον Άγιο Αυγουστίνο, ο Άγιος Ιωάννης του Σταυρού, ποιητής τον οποίο θαύμαζε υπέρμετρα ο Χιμένεθ, θα γράψει αιώνες αργότερα στα σχόλια του Πνευματικού Άσματος (Cántico espiritual): «Γι’ αυτό ο Άγιος Αυγουστίνος έλεγε ‘Δεν σε έβρισκα, Κύριε, εκτός, αφού κακώς Σε έψαχνα εκτός μου, Εσένα που μέσα μου βρισκόσουν.’» Κατά τρόπο ανάλογο, ο Χιμένεθ συνειδητοποιεί στην ενδογενή θρησκεία του, πως η πληρότητα και ο Θεός που αναζητούσε υπήρχαν ανέκαθεν στο απέραντο βάθος του ή όπως θα πει αργότερα, «στη γύμνια του ωραίου βάθους του».

Η αποκάλυψη του χώρου, του εσώτατου χώρου, φέρνει τον Χιμένεθ σε απόλυτη συμφωνία με τη φύση. Η ύπαρξη του ποιητή, με αφετηρία το νέο αυτό κέντρο, είναι τώρα, περισσότερο από ποτέ, μια ύπαρξη ανοιχτή στον κόσμο. Τίποτε λοιπόν πιο ξένο από το ναρκισσισμό που του επιρρίπτουν. Το απέραντο μυστηριώδες βάθος που ο ποιητής διαισθάνεται εντός του, ως «ιερή πηγή του εαυτού» όπως θα πει αργότερα, το νιώθει με την ίδια ένταση και για την ύπαρξη άλλων πλασμάτων, στα «αιώνια αδέρφια» του: το πουλί, το δέντρο, το λουλούδι. Ο Χιμένεθ νιώθει έντονα το σύνδεσμο αυτού του κέντρου –«του αιώνιου τη θέση την πιστή»– με τη φύση. Περισσότερο ακόμη, πρόκειται για τη διαπίστωση πως καθένα από αυτά τα αγαπημένα πλάσματα στηρίζουν και στηρίζονται σε ένα χώρο, βαθύ και απέραντο, πράγμα που επιβεβαιώνει στον ποιητή το βάθος και της δικής του ύπαρξης. Γι’ αυτό και, κατά τρόπο ζωτικό, ποιητικό και γλαφυρό, γράφει ήδη στην αρχή της Απόλυτης εποχής:

«Δεν έχει νόημα αυτή η φωνή ή το βλέμμα.
Αυτή η μορφή πια τώρα δεν αρκεί.
Πρέπει να βγούμε και να γίνουμε άλλο
πλάσμα σε άλλου πλάσματος μορφή».

Ο Χιμένεθ βιώνει έντονα την ύπαρξη ενός κέντρου ιερού σε πολλαπλή προβολή. Το κέντρο του δεν είναι το κέντρο, παρά ένα οποιοδήποτε κέντρο. Έτσι, με την παρατήρηση ο ποιητής συναντά την αιωνιότητα: την αιωνιότητα του Είναι του στο Είναι των υπόλοιπων όντων. Και έτσι το εκφράζει στο δεύτερο ποίημα της Απόλυτης εποχής, με τίτλο «Αιώνια θέση».

 

 

Στο διάλογό του με τον κόσμο, σε εκείνες τις μετατοπίσεις όπου ο ποιητής συναντά τη «στιγμιαία αιωνιότητα σε βαθειές πατρίδες απροσδόκητες», η ύπαρξη που με τη διάφανη παρουσία της είναι σημαντικότερη για εκείνον, είναι το δέντρο: η πράσινη λεύκα, το λευκό καβάκι, το πεύκο, η φτελιά, η μελία, ο δρυς, όχι μόνο είναι παρόντα, αλλά και πρωταγωνιστούν σε ολόκληρη την ύστερη ποίηση του Χιμένεθ. Αυτή η έξοδος από τον εαυτό προκειμένου να είμαστε «άλλο πλάσμα σε άλλου πλάσματος μορφή» συνιστά την απαρχή μιας διαφορετικής –μεταφυσικής–  αντίληψης του κόσμου και μιας καινούργιας ποιητικής. Στα χρόνια συγγραφής της Απόλυτης εποχής, ο Χιμένεθ ακολουθεί το δρόμο που θα φέρει την ποίησή του «σε μιαν άλλη γύμνια», μια ανανέωση ριζοσπαστική, η οποία θα προκύψει ακριβώς από την προβολή σε μια άλλη ύπαρξη και την συναίσθηση μιας αλλότητας κοσμικής. «Όταν θα παρατηρούμε τα άψυχα πράγματα και τα έμβιαόντα» γράφει ο Χιμένεθ προς τα τέλη της ζωής του, «όταν θα τα αγαπούμε και θα τα απολαμβάνουμε, όταν θα αποκτούμε την εμπιστοσύνη τους αφού πρώτα τους έχουμε προσφέρει τη δική μας, όταν θα τα θεωρούμε ως πλήρη συνειδήσεως, και εκείνα –ως τέτοια– θα μας φανερώνουν το περιεχόμενό τους, τότε μόνο θα κατέχουμε το πιο βαθύ τους μυστικό».

 

Στην ποίηση εκείνων των χρόνων παρατηρείται μια αφηρημένη εκδήλωση αυτού του κέντρου και ταυτόχρονα μια συγκεκριμενοποίηση του βάθους της «εσωτερικής αιωνιότητας», τόσο στον άνθρωπο όσο και σε κάθε άλλο ον. Σε μερικά από τα καλύτερα ποιήματά του, η ταύτιση με το άλλο ον και η προβολή σε αυτό φτάνουν σε τέτοιο βαθμό, ώστε προκάλεσαν σύγχυση στους κριτικούς, οι οποίοι συνέχεαν την εξύμνηση του υποκειμενικού Εγώ με κάτι που δεν είναι, παρά προβολή ενός Εγώ στο Εσύ, εκδήλωση του κάθε πλάσματος σε κάποιο άλλο πλάσμα, εσωτερική βίωση της πλήρους συνειδήσεως, προβολή, ταύτιση και πλήρωση στο Εσύ. Κάποια στιγμή ο Χιμένεθ έφτασε να πει πως ο Θεός δεν είναι παρά ένα ρίγος που νιώθουμε εντός, η ουσία του ανείπωτου. Ωστόσο, πρόκειται για ουσία που φανερώνεται στον ποιητή μέσω της φύσης και των όντων που αγαπά.

Η πρώτη αναφορά σε δέντρο που συναντούμε στο Χώρο, σχεδόν στην αρχή του ποιήματος, είναι η εξής: «Εκείνη η λεύκα φωτός μού το είχε μηνύσει στη Μαδρίτη, στον γαλανοπράσινο ουρανό του φθινοπώρου: ‘Μέσα σου ολοκληρώσου, όπως εγώ’. Όλα όσα τριγύρω πετούσαν, πόσο φευγαλέα ήταν! Και εκείνη πόσο άρτια στον εαυτό της, πράσινη και χρυσαφιά, δίχως καλύτερο μες στον πράσινο χρυσό της.» Σε αυτό το απόσπασμα ενυπάρχει μια ανάμνηση που παραπέμπει όχι μονάχα στη Μαδρίτη και την Ισπανία, αλλά και στην ίδια του την ποίηση. Αυτή την ίδια «λεύκα φωτός» την συναντούμε πολύ νωρίτερα, στην προ εξορίας ποίησή του, και συγκεκριμένα στην Απόλυτη Εποχή.

Στην πραγματικότητα, η παρουσία του δέντρου, του λουλουδιού, του κοτσυφιού ή του βουνού, η αιώνια θέση τους, η πληρότητα της ύπαρξης και της κατάστασής τους, το κεκτημένο κέντρο τους, και η ολοκλήρωση εντός τους, τα οποία ο ποιητής αποζητά, συνιστούν στοιχεία σταθερά και θεμελιώδη της συλλογής. Ο Χιμένεθ, μέσω της έντασης της παρατήρησης και του ανοίγματος στη φύση, αναγνωρίζει τον εαυτό του στην συνάντηση με τα άλλα όντα. Τώρα πια δεν είναι μόνος: μέσα του ζει ένα κομμάτι του κόσμου.

 

Το αποτέλεσμα είναι έτσι η ρήξη με το χώρο, μια ρήξη όπου –ομοίως με την κοσμοθεώρηση των παραδοσιακών θρησκειών– με αφετηρία ένα κέντρο, οι τέσσερις ορίζοντες προβάλλονται στα τέσσερα σημεία. Πρόκειται για την αποκάλυψη ενός χώρου ποιοτικά ξεχωριστού, τον οποίο δεν μπορούμε παρά να χαρακτηρίσουμε «ιερό». Έχουμε λοιπόν να κάνουμε με μια ιεροφάνεια, την αποκάλυψη του ιερού, από το οποίο εκκινεί το σύμπαν και προβάλλεται από ένα σημείο κεντρικό. Χώρος και χρόνος τέμνονται και γίνονται ένα σε αυτό το σημείο, αυτήν την ύψιστη στιγμή.

Η βίωση του κέντρου θα γίνει τόσο σημαντική στον Χιμένεθ, ώστε χρόνια αργότερα να αποτελέσει βασικό κίνητρο του Θεός επιποθούμενος και επιποθών. Στη συγκεκριμένη συλλογή υπάρχει ένα ποίημα που, με το πιο αφηρημένο ιδίωμα, συνιστά ωδή στο νέο κέντρο που ο ποιητής ανακαλύπτει εντός του και στο σύμπαν. Στη δεύτερη στροφή του ποιήματος με τίτλο «Στο ακτινοβολόν κέντρο», γράφει:

«Απ’ το Βορρά μου έρχεσαι ώς το Νότο,
και από τη Δύση ώς την Ανατολή μου
με συντροφεύεις, με οδηγείς, σταυρέ μου,
στα τέσσερα του ορίζοντα σημεία,
στο κέντρο τους και κέντρο μου με αφήνεις
που είναι και δικό σου κέντρο.»

Πρόκειται για κέντρο μεταφορικό, η αποκάλυψη του οποίου στα άλλα όντα γίνεται αισθητή από τον ποιητή ως αποκάλυψη του δικού του χώρου. Ένα από τα ποιήματα της Απόλυτης εποχής που καταδεικνύει με τον καλύτερο τρόπο αυτήν την προβολή του ποιητή στη φύση είναι το ποίημα με τίτλο «Στο άνθος 50». Το ποίημα είναι γραμμένο σε πρώτο ενικό πρόσωπο, ωστόσο το ερώτημα είναι ποιος μιλάει. Το δέντρο ή ο ποιητής;:

«Με άνθη είμαι γεμάτος και με φύλλα
στη μοναξιά την πράσινη που λάμπει,
όπου λαλούνε τα πουλιά γαλήνια. […]
Ξανά ετούτη η νέα η φρεσκάδα,
που τον κορμό τον γκρίζο μού καλύπτει
και πάλι μου υπόσχεται τα νιάτα.»

 Στην Απόλυτη εποχή υπάρχει ένα ποίημα που εκφράζει ίσως καλύτερα από οποιοδήποτε άλλο αυτής της συλλογής την αποκάλυψη του προσωπικού χώρου του ποιητή σε αρμονία με τη φύση. Πρόκειται για το ποίημα με τίτλο «Ο μετοπωρινός»:

«Μεστός είμαι ο ίδιος από φύση,
στης ωριμότητας το χρυσό δείλι,
αέρας που το πράσινο διατρέχει.
Κρυφά τα πλούσια φρούτα μου κρατάω
και ό,τι μέσα μου είναι μεγάλο:
το άπειρο, η γη, η φωτιά, ο αέρας.
 
Φωτός δεσμίδα: διώχνω το σκοτάδι.
Οσμή διεισδυτική: Θεός μυρίζει.
Εκβάλλων ήχος: μουσική του βάθους.
Της γεύσης φίλτρο: πίνει την ψυχή μου.
Μαυλιστικό της μοναξιάς το μέτρο.
 
 Εγώ ο θησαυρός, τρανός και μέγας,
με χρώματα πολλά και στρογγυλάδα,
από την τόση δράση. Είμαι τα πάντα.
Τα πάντα που είν’ του τίποτε το απόγειο,
τα πάντα που αρκούνται στον εαυτό τους
και τρέφονται απ’ την φιλοδοξία.»

            Πρόκειται για ποίημα εμβληματικό, τόσο ως προς την εσωτερική του αξία, όσο και ως προς τη σημασία του στην ποιητική πορεία του δημιουργού του. Συχνότατα η κριτική έβλεπε στο ποίημα αυτό ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα του πρωταγωνιστικού ρόλου του Εγώ στην ποίηση του Χιμένεθ, της ομοιογένειας του ποιητικού του Εγώ ή ακόμη και του ναρκισσισμού του. Σε αυτήν την περίπτωση, όμως, προς τι «ο» μετοπωρινός; Προς τι το τρίτο πρόσωπο στον τίτλο; Οι περισσότερες αναλύσεις του συγκεκριμένου ποιήματος το απέκοπταν από τα συμφραζόμενά του. Η δομή ωστόσο της Απόλυτης εποχής συνιστά υπόδειγμα σύνθεσης, όπου κάθε τι έχει τη σημασία του και όπου τα ποιήματα συνδιαλέγονται μεταξύ τους. Δεν πρέπει να αψηφούμε το γεγονός ότι η συλλογή αυτή καθεαυτή δεν εκδόθηκε πριν το 1946 –διανύοντας μάλιστα μια μακρά διαδικασία ζύμωσης μεταξύ 1923 και 1936–, παρόλο που πολλά ποιήματά της είχαν ήδη δημοσιευτεί στην Ισπανία πριν τον Εμφύλιο. Ο Χιμένεθ επομένως είχε στη διάθεσή του αρκετό χρόνο, ώστε να δουλέψει τη δομή της συλλογής και τη θέση κάθε ποιήματος μέσα σε αυτήν. «Ο μετοπωρινός» βρίσκεται σχεδόν στην αρχή της συλλογής, συνιστώντας παράλληλα τμήμα ενός κύκλου τριών ποιημάτων υπό τον τίτλο «Παράδεισος».

Το πρώτο από αυτά φέρει τον τίτλο «Αυτό που ακολουθεί» και καταλήγει με την εικόνα μιας χρυσής λεύκας το φθινόπωρο. Το δεύτερο, με τίτλο «Η άλλη μορφή», περιλαμβάνει λέξεις στις οποίες ταιριάζει απόλυτα ό,τι παραπάνω αναφέραμε ως «υπαρξιακή και ποιητική φόρμα» και η οποία έχει βαρύτητα σε ολόκληρη τη συλλογή: «Δεν έχει νόημα αυτή η φωνή ή το βλέμμα./ Αυτή η μορφή πια τώρα δεν αρκεί./ Πρέπει να βγούμε και να γίνουμε άλλο/ πλάσμα σε άλλου πλάσματος μορφή». Το τρίτο ποίημα αυτού του κύκλου, όπου το δέντρο του φθινοπώρου μιλά για την ύπαρξή του και στο οποίο ο ποιητής μάς προσκαλεί να βγούμε από τον εαυτό μας και να γίνουμε άλλο πλάσμα σε άλλου πλάσματος μορφή, δεν είναι, παρά το ποίημα «Ο μετοπωρινός». Ποιος είναι τότε ο μετοπωρινός: ο άνθρωπος-ποιητής που βρίσκεται στην απόλυτη εποχή του φθινοπώρου ή η λεύκα η χρυσή που εξυμνεί την ύστατη αλήθεια της; Ή μήπως ισχύουν αμφότερα, βάσει της επιταγής για έξοδο από τον εαυτό και ύπαρξης σε άλλο πλάσμα;

 Η Απόλυτη εποχή είναι ο χώρος όπου συμπίπτουν όλες οι εποχές μαζί, το σημείο όπου τέμνονται, όπως είδαμε, ο χώρος και ο χρόνος. Πρόκειται για την παρουσία του χρόνου σε ένα και μόνο κέντρο, το κέντρο του ποιητή –αλλά και του δέντρου, του πουλιού ή του λουλουδιού–, το οποίο ταυτόχρονα συνιστά και το κέντρο της γης και της ζωής. Και όταν, χρόνια αργότερα, ο Χιμένεθ θα υμνήσει στο Ζώο του βάθους τη συνάντηση με αυτόν τον «θεό, ικανό να υπάρξει μέσω της ποίησης», θα το πράξει χρησιμοποιώντας την ίδια φράση: «απόλυτη εποχή, ολάκερη σε ένα μόνο σημείο». Παράλληλα, η εικόνα του ακέραιου χρόνου μέσα σε μια στιγμή και σε έναν χώρο θα είναι και πάλι αυτή του δέντρου. Δεν γνωρίζω άλλη περίπτωση στην ισπανόγλωσση ποίηση του αιώνα που διανύουμε, όπου η φύση να μιλά όπως εδώ. Και αυτή ακριβώς είναι «η άλλη γύμνια» που ο Χιμένεθ αποζητούσε στο ύστερο έργο του: η λέξη του σύμπαντος. Η ανάληψη της συμπαντικής αλλότητας αποδίδεται κατά τέτοιο τρόπο στην Απόλυτη εποχή, που ο ποιητής νιώθει πως η πρώτιστη έγνοια του δεν είναι η ομιλία, αλλά η ακοή. Η λέξη φτάνει από το στρογγυλό όλον σε ένα κέντρο με ακοή κυκλική. Μονάχα ο ποιητής, επαγρυπνώντας και όντας συγκεντρωμένος στο κέντρο του, μπορεί να την αντιληφθεί.

Πολύ πριν τη συγγραφή του Χώρου, η ποίηση του ύστερου Χιμένεθ γεννιέται ακριβώς από την πορεία προς αυτόν. Η λέξη δεν προκύπτει από το Εγώ του ποιητή, παρά από τη συνάντηση μαζί του. Γι’ αυτό και ο ίδιος ο ποιητής επιβεβαιώνει εύγλωττα: «Όταν γράφω, εξαφανίζομαι πλήρως». Η αλλού: «Η αληθινή ποίηση γίνεται μόνη της, όπως ο ανθός ή ο καρπός στο κλαδί. Το δέντρο προσφέρει τον ανθό ή τον καρπό, ωστόσο δεν τους παράγει, δεν διαθέτει τη βούληση να το πράξει. Ο ποιητής οφείλει να είναι το στήριγμα της ποίησής του –δικής του επειδή προκύπτει μέσω εκείνου, όχι όμως επειδή ο ίδιος είναι ο δημιουργός της».

Το έργο –έχει γράψει ο Μωρίς Μπλανσό– δεν είναι παρά η προσμονή του έργου. Μόνο με αυτήν την αναμονή συγκεντρώνεται η απρόσωπη προσοχή, η οποία βρίσκει διέξοδο και χώρο μέσα από τον ίδιο το χώρο της γλώσσας. Η ριζοσπαστική κριτική αναθεώρηση της γλώσσας για την οποία έκανε λόγο ο Πας, γνώρισμα των μεγάλων έργων της μοντερνιστικής λογοτεχνίας, δεν συνιστά αποκλειστικότητα του Χώρου. Αντιθέτως, χαρακτηρίζει ολόκληρη την ποίηση της εξορίας του Χιμένεθ, η οποία συγκεντρώθηκε στους τέσσερις τόμους που απαρτίζουν την Ποίηση μιας Ατλαντίδος, και δη πριν την εμφάνιση της Απόλυτης εποχής, με την οποία αυτή ξεκινά. Η λέξη, στην ύστατη γύμνια της ποίησης του Χιμένεθ, προκύπτει από τη συνάντηση του ποιητή και του Είναι του με το κέντρο του. Έτσι, η ποίηση γίνεται η προσμονή της λέξης. Το ύψιστο επίτευγμα του ποιητή είναι η δημιουργία του κατάλληλου χώρου για την υποδοχή της –η ολοκλήρωσή του στον εαυτό του.

 

Η διάλεξη εκφωνήθηκε για πρώτη φορά στις 17 Νοεμβρίου 2000 στην αίθουσα «Ζηνοβία και Χουάν Ραμόν Χιμένεθ» του Πανεπιστημίου του Πουέρτο Ρίκο στο πλαίσιο του εορτασμού των 100 χρόνων από το έργο του Χιμένεθ. Αργότερα (2001), δημοσιεύτηκε στο «Περιοδικό ισπανιστικών σπουδών» του συγκεκριμένου πανεπιστημίου.

«ΕΓΩ ΔΕΝ ΕΙΜΑΙ ΕΓΩ» (3/5) — Αφιέρωμα στον Χουάν Ραμόν Χιμένεθ

«ΕΓΩ ΔΕΝ ΕΙΜΑΙ ΕΓΩ» —
Καθρέφτες και είδωλα στη ζωή και το έργο του Χουάν Ραμόν Χιμένεθ

Επιμέλεια αφιερώματος, επιλογή υλικού, μετάφραση: Έλενα Σταγκουράκη

**********

ΧΩΡΟΣ (ESPACIO)                                      

Στον Χεράρδο Ντιέγο, ο οποίος, ως κριτικός, υπήρξε δίκαιος στην τοποθέτηση
του πρώτου εδαφίου αυτού του «Χώρου», όταν δημοσιεύτηκε
για πρώτη φορά πριν χρόνια στο Μεξικό.
Με λυρικές ευχαριστίες για τη διαρκή τιμιότητα της ανταπόκρισής του.

 

Εδάφιο πρώτο

«Οι θεοί ουσία περισσότερη δεν είχαν από αυτήν που έχω εγώ.» Εγώ έχω, όμοια με εκείνους, την ουσία κάθε τι βιωμένου και κάθε τι που μένει να βιωθεί. Δεν είμαι μονάχα παρών, μα και φυγή, ρεύμα απ’ άκρη σ’ άκρη. Και αυτό που βλέπω εδώ και εκεί σε τούτην τη φυγή (ρόδα, φτερά, σκιά και φως) είναι όλα δικά μου, ανάμνηση και αγωνία δικές μου, προαίσθημα και λήθη. Ποιος από μένα περισσότερα γνωρίζει, ποιος, ποιος άνθρωπος, ποιος θεός μπορεί, μπόρεσε ποτέ ή θα μπορέσει να πει σε μένα τι είναι η ζωή μου και ο θάνατός μου, και τι δεν είναι; Αν κάποιος υπάρχει που το γνωρίζει, εγώ περισσότερο ακόμη από εκείνον το γνωρίζω, και αν υπάρχει κάποιος που το αγνοεί, περισσότερο από εκείνον εγώ το αγνοώ. Πάλη ανάμεσα σε αυτήν την άγνοια και αυτήν τη γνώση η ζωή μου, η ζωή του, η ζωή. Άνεμοι διαβαίνουν σαν πουλιά, πουλιά ίδια λουλούδια, λουλούδια ήλιοι και φεγγάρια, φεγγάρια ήλιοι σαν εμένα, σαν ψυχές, σαν σώματα, σώματα σαν τον θάνατο και την ανάσταση – σαν θεοί. Και είμαι θεός δίχως ξίφος, δίχως κάτι από αυτά που οι άνθρωποι με τη διάνοια δημιουργούν, παρά μονάχα με ό,τι της ζωής είναι καρπός, με ό,τι όλα τα αλλάζει: ναι, από φωτιά ή από φως, φως. Γιατί να τρώμε και να πίνουμε πράγμα άλλο από φως και από φωτιά; Καθώς γεννήθηκα στον ήλιο, και από τον ήλιο ήρθα εδώ στη σκιά, να είμαι άραγε από ήλιο και σαν ήλιος να φωτίζω; Η νοσταλγία μου, όμοια με εκείνην της σελήνης, είναι που κάποτε υπήρξα του ήλιου ήλιος και τώρα μια αντανάκλαση μονάχα.

            Περνά η ίριδα τραγουδώντας σαν τραγουδώ κι εγώ. Αντίο ίριδα, θα συναντηθούμε άραγε ξανά, σαν την αγάπη του παντός, όπως μου συνέβη στον ήλιο, με τον ήλιο, εντός μου με εμένα; Η θάλασσα ήρεμη, γαλήνιος ο ουρανός, φως θεϊκό και γήινο τα έσμιγε σε λευκό, σε ασήμι, σε χρυσό απεραντοσύνης, σε πραγματικότητα μονή και διπλή: μια νήσος επέπλεε ανάμεσα στα δυο, στα δυο και σε κανέναν, και μια στάλα ίριδος λαμπρής, πέρλα γκρι, έτρεμε μέσα της. Εκεί θα βρίσκεται, τρέμοντας μέσα μου, η αποστολή που ποτέ ώς εμένα από το αλλού δεν θα φτάσει. Στη νήσο εκείνη, εκείνη την ίριδα, το τραγούδι εκείνο θα πορευτώ, ελπίδα μαγική, τη νύχτα ετούτη. Πόση αναστάτωση στα φυτά τα έκθετα σε έναν ήλιο καθάριο, καθώς, επιστρέφοντας σε μένα, χαμογελώ επιστρέφοντας πια στον κήπο τον απαρνημένο! Να προσμένουν κάτι περισσότερο από το πράσινο, από το άνθος, από τον καρπό; Να περιμένουν, σαν εμένα, εκείνο που με περιμένει, κάτι παραπάνω από το χώρο που καλύπτουν στο φως, κάτι παραπάνω από τη ζωή τους όπως τη ζούνε, όπως τη ζούμε, κάτι παραπάνω από την απώλεια του φωτός, παραπάνω από τον ύπνο και το ξύπνημα; Μα υπάρχει –οφείλει να υπάρχει– ένα σημείο, μια εξόδος: το μέρος απ’ όπου θα συνεχίσουμε πιο αληθινοί, με όνομα όχι επινοημένο, διαφορετικό από αυτό που είναι διαφορετικό και επινοημένο, και που στην απόγνωσή μας ονομάζουμε Όαση, Παράδεισο, Εδέμ, Ουρανό, και που δεν είναι τέτοιος, και εμείς γνωρίζουμε πως δεν είναι, σαν τα παιδιά που γνωρίζουν πως δεν είναι αυτό που δεν είναι και που πλάι τους πορεύεται. Να ιστορείς, να τραγουδάς, να κλαις, να ζεις εν τέλει: «Ύμνος στα δάκρυα»[1] που εμπεριέχουν στη θραυσμένη τους ίριδα (ο Σούμπερτ χαμένος μεταξύ υποτακτικών χάριν ενός αφέντη) ό,τι δεν έχουμε, ό,τι έχουμε θραυσμένο, ασύνδετο. Τα άνθη μάς περιβάλλουν με λαγνεία, χρώματα, αρώματα και σχήματα αισθησιακά· περιβαλλόμαστε από εκείνα που είναι όργανα γεννητικά, φύλα όλο χρώματα, αρώματα και σχήματα αλλιώτικα· αποστέλλουμε ένα φύλο, λεπτεπίλεπτο, χρυσάφι γεμάτο και εξιδανίκευση, σε ένα άνθος, σε μιαν αγάπη παρθένα, σε μιαν αγάπη δοκιμασμένη· φύλο ερυθρό στον ένδοξο, φύλο λευκό στην άπειρη, φύλο βιολετί στην πλαγιασμένη. Και η ομιλία, πόση σύγχυση!, τι πράγματα ξεστομίζουμε δίχως να ξέρουμε τι ξεστομίζουμε. Έρωτας, έρωτας, έρωτας, (το τραγουδούσε ο Γέητς), «έρωτας αντί για περιττώματα». Απέχθεια απέναντι στο είναι μας, την αρχή μας και το τέλος μας, απέχθεια απέναντι σε εκείνο που μέσα μας περισσότερο ζει και περισσότερο μας πεθαίνει; Ποιο είναι, τότε, το άθροισμα το απόλυτο, πού βρίσκεται, των μαθηματικών ειδήμονα ουράνιε, το άθροισμα που τα πάντα περικλείει και ποτέ δεν εξαντλείται; Όμορφο είναι να μην κατέχεις ό,τι κτάται, τίποτε από ό,τι για μας σημαίνει το τέλος δεν είναι τέλος, αφού τρέπεται εναντίον μας και το τέλος το αληθές ποτέ δεν το πράττει. Εκείνη η λεύκα φωτός μού το είχε μηνύσει στη Μαδρίτη, στον γαλανοπράσινο ουρανό του φθινοπώρου: «Μέσα σου ολοκληρώσου, όπως εγώ». Όλα όσα τριγύρω πετούσαν, πόσο φευγαλέα ήταν! Και εκείνη πόσο άρτια στον εαυτό της, πράσινη και χρυσαφιά, δίχως καλύτερο μες στον πράσινο χρυσό της. Φτερά, τραγούδια, φως, φοινικιές, κύματα, φρούτα με κυκλώνουν, με περικλείουν στο ρυθμό τους, στη χάρη τους, στη λεπτή δύναμή τους· κι εγώ μέσα σε όλα αυτά ξεχνιέμαι, και χορεύω και τραγουδώ, γελώ και κλαίω για τους άλλους σαν σε μέθη. Αυτό θα πει να ζεις; Υπάρχει πράγμα άλλο από το να ζεις την αλλαγή και τη δόξα; Εγώ πάντοτε ακούω εκείνη τη μουσική που ηχεί στο βάθος του παντός, πιο πέρα από τα πράγματα· είναι αυτή που με καλεί από τη θάλασσα, στο δρόμο και στον ύπνο. Εμπρός στην οξεία και γαλήνια γύμνια της, πάντοτε αλλόκοτη και απλή, το αηδόνι δεν είναι παρά πρόλογος δυσφημιστικός. Τι στίχοι πανανθρώπινοι, ύστερα, οι δικοί του! Και ο καλύτερος μουσικός ακόμη τους τρέμει. Αλίμονο στον άντρα αν η γυναίκα είχε πάντα μυρωδιά και γεύση ρόδου! Πόσο γλυκειά η γυναίκα η καθημερινή, τι τρυφερή, πόσο απαλή (Βιγιόν), τι μορφή αυτή των μορφών, τι ύπαρξη, τι ουσία της ουσίας, των υπάρξεων, τι φλόγα της κάθε φλόγας: η γυναίκα, η μάνα, η αδερφή, η ερωμένη! Ύστερα,  ξάφνου, αυτή η σκληρότητα να προχωρήσεις πιο πέρα και από τη γυναίκα, από τη γυναίκα που για μας είναι το παν και όπου να εξαντλούνταν θα ’πρεπε ο ορίζοντάς μας. Το ποτήριον του δηλητηρίου, σε αριθμό πληθυντικό, πόσο σε πειρασμό μας βάζει, έτσι όπως είναι από άνθη, βότανα και φύλλα. Μας κυκλώνει το δηλητήριο και μας νανουρίζει σαν τον άνεμο, άρπες της σελήνης και ήλιος σε κλώνους τρυφερούς, κουρτίνες που ανεμίζουν, δηλητηριώδεις, γεμάτες πουλιά, σαν κοφτερά αστέρια· τα πάντα δηλητήριο, δηλητήριο που κάποτε επιτρέπει να μην σκοτώσουμε. Αυτό είναι μαζί και γλύκα, και αψήφηση εντολής και παύση και διαφυγή. Εισήλθαμε από δρύες μακρυμαλλούσες· κρυφομιλούσανε για το θραυσμένο γήρας τους, σκοτεινές, άψυχες, κενές, τερατώδεις, με ιστούς αράχνης να κρέμονται νεκρώσιμοι· ο άνεμος ανακάτευε τα μαλλιά τους, με αγωνιώδεις και παράξενους κυματισμούς, κι ανάμεσά τους, μες από ίσκιο χαμηλό, βαθύ, αναδινόταν η πλούσια μυρωδιά τους, μυρωδιά από πορτοκαλανθό και γη πορτοκαλιά, καυστική κραυγή με λευκές φωνούλες μωρών και κοριτσιών. Πότε-πότε, κάποιο δέντρο πατρικό, πλάι σε κάποιο σπίτι, μονάχο στην έρημο (στεγνό και με κοράκια γεμάτο· εκείνος ο κενός κορμός, γκρίζος, μαραμένος, στην έξοδο του απέραντου πρασίνου, με εκείνο το κοράκι να κρέμεται νεκρό απ’ το φτερό σε ένα κομμάτι ξύλο, ενώ τα ζωντανά ακόμη κοράκια ξαποσταίνουν κοντά του, δίχως να το ραμφίζουν, σοβαρά)! Και κάποιο δέντρο πάνω σε ένα ποτάμι. Πόσο βαθειά η ζωή τούτων των δέντρων· τι οντότητα, τι ύπαρξη, πόση γαλήνη, πόση πληρότητα καρδιάς ολόκληρης που θέλει να δοθεί (εκείνος ο δρόμος που στα δυο χωριζόταν, εκείνη η πολυπόθητη ζωγραφιά)! Και τη νύχτα, τι είδηση άνοιξης εσωτερικής σε ύπνο μαύρο! Τι φίλος το δέντρο, εκείνο το πεύκο, πράσινο, ψηλό, πεύκο στρογγυλό, πράσινο, πλάι στο σπίτι μου, στη Φουεντεπίνια! Πεύκο, ίδιο με κορώνα, πού βρίσκεσαι; Βρίσκεσαι μακρύτερα απ’ ό,τι αν βρισκόμουν εγώ μακριά; Και τι τραγούδια μού ψιθυρίζει το χιλιετές φύλλωμά σου, φύλλωμα που σκέπαζε λαούς και χωριά και φώτιζε με τη στρογγυλή μορφή του το ναύτη! Η μουσική η καλύτερη είναι εκείνη που ηχεί και σιωπεί, που εμφανίζεται και αφανίζεται, εκείνη που ταιριάζει, με ένα «ξάφνου», στην πιο αφηρημένη ακοή μας. Αυτό που υπήρξε το πρωί πια δεν υπάρχει, ούτε και υπήρξε ποτέ πιο αφηρημένο. Αυτό που υπήρξε το πρωί πια δεν υπάρχει, ούτε και υπήρξε πέρα από μένα: ύψιστη δόξα, πιστή σκηνή, που, δημιουργώντας την, την νόμιζα περισσότερο των άλλων παρά δική μου. Οι άλλοι δεν το πρόσεξαν: τη νοσταλγία μου που ήταν νοσταλγία να ’μαι μαζί τους, να ’μαι μαζί μου, μαζί με όποιον μέσα του βρισκόμουν. Η δόξα είναι όπως είναι, κανείς δεν την κινεί, τίποτε δεν υπάρχει να της προσθέσεις ή να της αφαιρέσεις, και ο παρόντας θεός βρίσκεται πολύ μακριά, αφηρημένος κι εκείνος με τις τόσο μεγάλες μικρότητες που του ζητούν. Να νιώθει άραγε, στις στιγμές του στον κήπο, καθώς υποδέχεται το βρέφος το ελεύθερο, το μόνο υψηλό που δημιούργησε, ακέραιος σε μια ύπαρξη ακέραια; Τι όμορφα τα άνθη τα ξερά πάνω στα κρύα χόρτα του κήπου που τώρα είναι δικός μας. Ένα βιβλίο, βιβλίο; Καλό είναι ν’ αφήνεις ένα μεγάλο βιβλίο μισοδιαβασμένο πάνω σε κάποιο παγκάκι, το μεγάλο που τελειώνει· και πρέπει το μάθημά του να πάρει εκείνος που να το τελειώσει θέλει, εκείνος που επιδιώκει να το τελειώσουμε. Μεγάλο είναι το βραχύ, και αν θέλουμε να είμαστε και να φαινόμαστε πιο μεγάλοι, ας ενωθούμε μονάχα με έρωτα και όχι με αριθμούς. Η θάλασσα δεν είναι παρά στάλες ενωμένες, ο έρωτας δεν είναι παρά ψίθυροι ενωμένοι, εσύ, ο κόσμος, όχι άλλο παρά ενωμένοι κόσμοι μικροσκοπικοί. Το πιο ωραίο είναι το έσχατο άτομο, το μόνο αδιαίρετο, και όντας τέτοιο, παύει να είναι πια μικρό. Ένωση ενοτήτων το εν. Και τι άνεμο ευφρόσυνο ξεσηκώνουνε εκείνα τα μικρότατα σύννεφα στην κορυφή· τι γλυκό το φως εκείνου του ερυθρού αθροίσματος του μοναδικού! Άθροισμα είναι η ζωή στο σύνολό της, και γλυκό. Γλυκός σαν ετούτο το φως ήταν ο έρωτας· πόσο ευφρόσυνος και τούτος ο έρωτας ακόμη! Ονειρεύομαι· κοιμήθηκα; Ώρα ουράνια και πράσινη όλη· μόνοι. Ώρα που οι τοίχοι και οι θύρες αφανίζονται σαν νερό και σαν αέρας, και η ψυχή εξέρχεται και εισέρχεται στα πάντα, από και προς τα πάντα, σε μια επικοινωνία φωτός και ίσκιου. Τα πάντα ορώνται υπό το φως το εσωτερικό, τα πάντα εντός, και τα αστέρια δεν είναι παρά σπίθες ημών που αγαπιόμαστε, όμορφες πέρλες της εύκολης και ήσυχης επαφής μας. Τι φως υπέρτατο για τη ζωή μας και την αιωνιότητά μας! Το ρυάκι μιλούσε χαμηλόφωνα σε εκείνην την όχθη, ανάμεσα στους τάφους, οικίες των πράσινων πλαγιών· κοιλάδα αποκοιμισμένη, κοιλάδα ακοίμητη. Τα πάντα πράσινα, ανθισμένα· και οι νεκροί οι ίδιοι πράσινοι, με το άνθος του θανάτου· και η πέτρα η ίδια πράσινη, με το άνθος της πέτρας. Εκεί η είσοδος και η έξοδος σαν σε νύχτωμα αργό από αργό ξημέρωμα. Τα πάντα κυκλωμένα από πέτρα, ουρανό και ποταμό· και κοντά η θάλασσα, πιο νεκρή και από τη γη, η θάλασσα, κατάμεστη από νεκρούς της γης, ανέστιους, χωρισμένους, φαγωμένους απ’ την ποικίλη διασπορά. Για να θυμάμαι το λόγο που γεννήθηκα, σε σένα επιστρέφω, θάλασσα. «Η θάλασσα που υπήρξε λίκνο μου, στήριγμα και δόξα μου· η θάλασσα, η αιώνια και μόνη, που μ’ έφερε στην αγάπη»· και της αγάπης είναι ετούτη η θάλασσα που τώρα φτάνει ώς τα χέρια μου, χέρια πιο σκληρά πια, σαν πρόβατο λευκό που έρχεται να πιει τη γλύκα της αγάπης. Αγάπη σαν εκείνην της Ελοΐζας: πόση τρυφερότητα, πόση απλότητα, πόση πραγματικότητα αψεγάδιαστη! Τα πάντα ξεκάθαρα και ονομασμένα με το όνομά της σε απόλυτη εγκράτεια. Και εκείνη, μέσα σε όλα, αλώβητη από το ποταπό μέσα στο ακέραιο. Αν η γυναίκα σου, Αβελάρδε, μπόρεσε τέτοια να είναι, το ιδανικό υπάρχει και δεν αρμόζει να το στρεβλώνουμε. Το ιδανικό σου υπήρξε. Γιατί το στρέβλωσες, ανόητε Αβελάρδε; Άνδρες, γυναίκες, άνδρες, το ιδανικό οφείλουν να εντοπίσουν· και πες, τι είσαι τώρα εσύ και πού βρίσκεσαι; Γιατί, Αβελάρδε απερίσκεπτε, την έστειλες στο μοναστήρι και εσύ κλείστηκες με τους πληβείους μοναχούς, αφού εκείνη ήταν το κέντρο της ζωής σου, της ζωής της, της ζωής, και θα ήταν όλα το ίδιο μετά τον ευνουχισμό σου όπως και πριν, και ήταν το ιδανικό; Δεν το ήξερες, εγώ είμαι εκείνος που το είδε, ανυπακοή της γλυκειάς υπάκουης, χάρη ακέραια. Ερωμένη, μητέρα, αδερφή, κορίτσι εσύ, Ελοΐζα. Πόσο καλά γνώριζες τον εαυτό σου και τι όμορφα που του μιλούσες, τι τρυφερά που το όνομά του πρόφερες, εκείνου· και τι κρίνο θανατερό σού πρόσφερε η γη σου. Ξεραμένο δεν ήταν το δέντρο του χειμώνα, όπως λέγεται, και εγώ πίστεψα στη νιότη μου· όπως εγώ, έχει και εκείνο πράσινο, χρυσό και σπόρο στη ρίζα και εντός, εντός μου, στο εσωτερικό μου, τόσο που γεμίζει με χρώμα διπλό ατέλειωτο. Κορμός είμαι του χειμώνα, που με το θάνατο θα απλώσει το διπλό γεμάτο φύλλωμά του, που βλέπουν πώς είναι μονάχα όσοι θέλω. Είδα έναν κομμένο κορμό στην όχθη της ουδέτερης λίμνης· ξεριζωμένος από το χώμα, έμοιαζε με ζώο νεκρό· ο θάνατος προσέδιδε στην ηρεμία του τη βεβαιότητα πως υπήρξε κάποτε ζωντανός· οι αρτηρίες του κομμένες με τσεκούρι, μάτωναν ακόμη. Η δυστυχία και η οργή για τον ξεριζωμό του από το χώμα έτρεχαν μέσα στα σκληρυμένα σωθικά του και διαχέονταν στο νερό και στην άμμο, ώς τον απέραντο γαλάζιο ουρανό. Ο θάνατος και, πάνω από όλα, το έγκλημα, χαρίζει ισότητα στους ζωντανούς, στους περισσότερο ή λιγότερο ζωντανούς, και το λιγότερο φαντάζει πάντοτε, με το θάνατο, περισσότερο. Όχι, δεν ήταν όλα λιγότερο, όπως είπα κάποτε, «όλα είναι λιγότερο»: όλα ήταν περισσότερο, και όντας έτσι, ο θάνατος είναι περισσότερο, για να γίνουμε περισσότερο, περισσότερο από κάθε τι. Ποιος νόμος της ζωής κρίνει –με τους αστεϊσμούς του– το θάνατο δίχως νόμους και τον καταδικάζει σε ανικανότητα; Ναι, όλα, τα πάντα ήταν περισσότερο και τα πάντα θα είναι περισσότερο! Δεν πρόκειται για το παρόν, μα για ένα σημείο στήριξης ή σύγκρισης, ολοένα πιο σύντομο· και ό,τι αυτό παραλείπει, και ό,τι συγκρατεί, ολοένα πιο μεγάλο. Όχι, εκείνος ο σκύλος που γαβγίζει τον ήλιο που δύει, δεν γαβγίζει στο Μοντούριο του Μογέρ, ούτε κοντά στην Καρμόνα της Σεβίλλης, ούτε στο δρόμο Τορρίχος της Μαδρίτης· γαβγίζει στο Μαϊάμι, στο Κόραλ Γκέημπλς, στη Φλόριδα, και εγώ τον ακούω εκεί, εκεί!, όχι εδώ, όχι εδώ, μα εκεί, εκεί! Με πόση ζωντάνια γαβγίζει πάντοτε ο σκύλος τον ήλιο που δύει! Και τη σκιά που καταφθάνει γεμάτη, το κυκλικό σημείο που εναποθέτει τώρα ο ήλιος πάνω στη γη, σαν το νερό στην πηγή του, το περίγραμμα στο τριγύρω λυκόφως· και ύστερα, όλοι οι κύκλοι που φτάνουν ώς το κυκλικό όριο της σφαίρας του κόσμου, και συνεχίζουν, και συνεχίζουν. Εγώ σε άκουσα, σκύλε, πάντοτε σε άκουγα, από τα παιδικά μου χρόνια, όπως και τώρα· σε κανένα μέρος δεν αλλάζεις, παραμένεις ίδιος εσύ, όπως και εγώ. Νύχτα ίδια, τα πάντα ίδια αν το θέλαμε και αν το επιτρέπαμε. Και αν κοιμόμαστε. Πόσο εγκαταλειμμένη εκείνη η άλλη πραγματικότητα! Εμείς επικοινωνούμε στα πράγματα την ανησυχία της μέρας και την ηρεμία της νύχτας. Πότε, πώς να κοιμούνται τα δέντρα; «Όταν τα αφήνει ο άνεμος να κοιμηθούν» απαντά η αύρα. Και πώς προπορεύεται, αύρα ανήσυχη και γκρίζα, ο σκύλος ο πιστός όταν βαδίζουμε χαράματα προς τον κάθε προορισμό μας, χαρούμενοι ή βαρείς· εκείνος τα κάνει όλα, λυπημένος ή ευχαριστημένος, πριν από εμάς. Μπορώ να χαϊδέψω όπως θέλω ένα σκύλο, ένα ζώο οποιοδήποτε,  και κανένας δεν θα πει τίποτε· όχι όμως και έναν όμοιό μου· κατακριτέο θεωρείται να πράξω με εκείνους ό,τι θέλω, και ας το επιδιώκουν εκείνοι σαν τον σκύλο. Ζωή ζωική, ζωή όμορφη; Τα βαλτοτόπια γεμάτα με όντα ελεύθερα που με περιμένουν σε ένα δέντρο, στο νερό ή σε ένα σύννεφο, με το χρώμα τους, το σχήμα τους, το τραγούδι τους, τις κινήσεις τους, τα μάτια τους, την όμορφη κατανόησή τους, διαθέσιμα σε μένα που τα κατανοώ! Το παιδί με κατανοεί ακόμη, η γυναίκα θα ήθελε να με κατανοεί, ο άνδρας όχι· όχι, δεν θέλω τίποτε από τον άνδρα, είναι άπιστος, ανόητος, καχύποπτος· και ενόσω κολακευτικός, επιστημονικός. Πώς αστειεύεται η φύση με τον άνδρα, με εκείνον που δεν την κατανοεί. Και τα πάντα είναι ή οφείλουν να είναι στροφή προς το θεό ή λησμονιά κάθε δημιουργήματος του θεού, αυτού του ίδιου ή ό,τι άλλου. «Ό,τι άλλου» θα πει της μόνης αλήθειας: εγώ σε κοιτάζω όπως κοιτάζω εμένα τον ίδιο και στην αλήθεια σου συνηθίζω όπως στη δική μου αλήθεια. Μαζί σου, το «ό,τι άλλο» είμαι εγώ ο ίδιος, και εσύ, εσύ η ίδια, ο ίδιος, «ό,τι και να ’σαι». Τραγούδι; Τραγούδι, πουλί, ξανά! Βρίσκεσαι ήδη εδώ, γύρισες πάλι, ωραία, ωραίος, με όνομα άλλο, με το γαλάζιο στήθος σου, γκρίζο, φορτωμένο διαμάντια! Από πού έρχεσαι εσύ, εσύ σε τούτο το απόγευμα το γκρι με το ζεστό αεράκι; Ποια κατεύθυνση φωτός και αγάπης ακολουθείς ανάμεσα στα σύννεφα από χρυσάφι βιολετί; Γύρισες πια στην πράσινη, νηφάλια γωνιά σου. Πες μου, πώς εσύ, τόσο μικρό, όλα τα καλύπτεις και επιδιώκεις τα περισσότερα; Ναι, ναι, μια νότα από καλάμι, από πουλί, από παιδί, από ποιητή, όλα τα καλύπτει, ακόμη και τον κρότο του κεραυνού. Ο θόρυβος αποσύρεται και μεγαλύνεται το τραγούδι. Εσύ και εγώ, πουλί, είμαστε ένα: τραγούδησέ μου, τραγούδησε εσύ, να σε ακούω εγώ, που η ακοή μου είναι τόσο ταιριαστή στο τραγούδι σου. Ταίριαξε και εσύ περισσότερο το τραγούδι σου στην ακοή μου που καρτερεί να τη γεμίσεις με αρμονία. Θα τραγουδήσεις και άλλη μιαν άνοιξη, θα τραγουδήσεις! Ξανά εσύ, ξανά και η άνοιξη! Αν ήξερες τι σημαίνεις για μένα! Πώς να μπορέσω να σου πω αυτό που είσαι, αυτό που είσαι εσύ, αυτό που είμαι εγώ, αυτό που εσύ για μένα είσαι; Πώς σε καλώ, πώς σε ακούω, πώς σε λατρεύω, αιώνιε αδερφέ, πουλί της χάρης και της δόξας, ταπεινό, λεπτό και ξένο· άγγελε του αιθέρα, κήρυκα μουσικής ακέραιας!  Πουλί, σε αγαπώ όπως τη γυναίκα, τη γυναίκα, την αδερφή σου, περισσότερο από εμένα. Ναι, τώρα πιες το νερό της πηγής μου, ράμφισε το κλαδί, απόβαλε το πράσινο, είσελθε και έξελθε, κατάγραψε ολόκληρη την κτήση σου από το χθες. Εμένα να κοιτάς, πουλί μου, παρηγοριά πανανθρώπινη, της γυναίκας και του άντρα! Θα έρθει η νύχτα η απέραντη, ανοιχτή ολάκερη για να μου τραγουδήσεις για την παράδεισο, και την παράδεισο να μου φέρεις εδώ, εσύ, εγώ, η ελπίδα· ποτέ πριν δεν σε κατανόησα σαν και τώρα, ποτέ το θεό σου δεν αντίκρισα σαν και σήμερα, το θεό που ίσως υπήρξες και που με κατανοεί. «Οι θεοί ουσία περισσότερη δεν είχαν από αυτήν που έχεις εσύ.» «Πόσο όμορφη η άνοιξη που στην αγάπη μάς περιβάλλει και μακριά μάς κρατά από το μίσος! Είμαι πλέον ευτυχής! Το τραγούδι, εσύ και το τραγούδι σου! Το τραγούδι. Εγώ είδα να παίζουν ο σκίουρος και το πουλί, ο γάτος και η κότα, ο ελέφαντας και ο γάϊδαρος, ο άνθρωπος με τον άνθρωπο, ενόσω ο άνθρωπος τραγουδούσε. Όχι, ο σκύλος ετούτος δεν ξεσηκώνει τα πουλιά, τα κοιτάζει, τα κατανοεί, τα ακούει, στο έδαφος ρίχνεται, και σιωπά, και εμπρός τους κοιμάται. Τι μεγάλος ο κόσμος ο ειρηνικός, τι μπλε λαμπρό για εκείνον που μπορεί να μην κραυγάζει, παρά να τραγουδά: να τραγουδά, να κατανοεί και να αγαπά! Απεραντοσύνη, σε σένα και στο τώρα ζω· ούτε βουνά, ούτε πέτρα, ούτε νερό, ούτε ουρανός· απεραντοσύνη, όλα και τα πάντα απεραντοσύνη: αυτό που τη θάλασσα από τον ουρανό χωρίζει, τον ουρανό από τη γη, και ανοίγοντας για μας και χωρίζοντάς μας, περισσότερο ενωμένους μας αφήνει και εγγύς, γεμίζοντας με το γεμάτο απώτερο την ολότητα! Χώρος και χρόνος και φως, στα πάντα εγώ, σε όλους, και εγώ και όλοι! Εγώ με την απεραντοσύνη! Είναι κάτι διαφορετικό: ποτέ πριν δεν το υποψιάστηκα και τώρα το κατέχω. Οι δρόμοι δεν είναι παρά είσοδοι και έξοδοι φωτός, σκιάς, σκιάς και φωτός· και τα πάντα εντός τους ζουν, για να είμαι πιο απέραντος εγώ, και να είσαι και εσύ. Τι δώρο αυτό του κόσμου, τι σύμπαν απέραντο, εντός σου και εκτός, απεραντοσύνη τετελεσμένη! Εικόνες αγάπης σε τούτη την παρουσία· χάρη ολική και δόξα της εικόνας, να πλάσουμε αιωνιότητα; Εσείς, εγώ, να πλάσουμε μπορούμε την αιωνιότητα, μία και χιλιάδες φορές, κατά βούληση! Τα πάντα δικά μας και ανεξάντλητα! Αγάπη, μαζί σου και με το φως τα πάντα γίνονται· και ό,τι αγάπη, ανεξάντλητο!

[1] „Lob der Tränen“: Franz Schubert

«ΕΓΩ ΔΕΝ ΕΙΜΑΙ ΕΓΩ» (2/5) – Αφιέρωμα στον Χουάν Ραμόν Χιμένεθ

«ΕΓΩ ΔΕΝ ΕΙΜΑΙ ΕΓΩ» —
Καθρέφτες και είδωλα στη ζωή και το έργο του Χουάν Ραμόν Χιμένεθ

Επιμέλεια αφιερώματος, επιλογή υλικού, μετάφραση: Έλενα Σταγκουράκη

*************

ΠΟΙΗΜΑΤΑ

ΕΦΗΒΕΙΑ (ADOLESCENCIA)

Κάποια στιγμή στο μπαλκόνι
μείναμε οι δυο μας μονάχοι.
Απ’ τη γλυκειά εκείνη μέρα
ήμαστε οι δυο μας μια αγκάλη.
—Το νυσταγμένο τοπίο
κοιμόταν σε τόνους σκόρπιους
κάτω από ουρανό γκρίζο
και ροδαλό, φθινοπώρου.—
Της είπα, θα την φιλούσα·
τα μάτια ήρεμα κλείνει
και θησαυρό σαν να χάνει
τα δυο της μάγουλα δίνει.
—Πέφταν τα φύλλα φρυγμένα
στο σιωπηλό μέσα κήπο,
και στον αέρα αιωρούνταν
άρωμα από ηλιοτρόπιο.—

Να με κοιτάξει, πού τόλμη;
Της είπα, είμαστε ένα,
…κι έμειναν τα δυο της μάτια
μελαγχολικά, βρεγμένα.

 

Η ΑΛΛΑΓΗ (EL CAMBIO)

Το γήινο, για σένα,
εξαίσιο εγίνη,
ουράνιο.
Και τότε,
το ουράνιο, για μένα,
ευχάριστα εγίνη
επίγειο.

 

ΓΕΓΟΝΟΣ (EL HECHO)

Σαν έχει φύγει ενείνη,
το μάτι τη διακρίνει.
Μετά, καθώς γυρνάει,
στο πουθενά σκορπάει.

 

Ο ΠΙΟ ΜΟΝΟΣ (EL MÁS SÓLO)

Πάντα, μετά, πόσο ωραία
σαν μοναχός μου απομείνω.
Όσα θα ήταν στιγμιαία,
μάτια μου, αιώνια τα ντύνω.

 

ΡΥΘΜΟΣ (EL RITMO)

Ρίξε τού τώρα τον λίθο,
κοιμήσου και ξέχνα. Αν είν’ φως,
θα τον ξαναβρείς το πρωί,
χαράζοντας, ήλιος σωστός.

 

ΚΟΝΤΥΛΕΝΙΟ (GRÁCIL)

Σ’ έπιασα; Δεν ξέρω
αν σ’ έπιασα, φτερό λεπτότατο,
ή αν έπιασα σκιά σου.

 

ΑΠΟΧΩΡΗΣΗ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟΥ (IDA DE OTOÑO)

Σε δρόμο χρυσαφένιο τα κοτσύφια… Πού πάνε;
Σε δρόμο χρυσαφένιο και τα ρόδα… Πού πάνε;
Σε δρόμο χρυσαφένιο και η αφεντιά μου…
Για πού το
φθινόπωρο; Για πού, πουλιά και άνθη;
Η ΑΠΟΥΣΙΑ (LA AUSENCIA)Καθώς η αγάπη φεύγει,
μοιάζει να μεγαλώνει.Πόσο στο σώμα η θλίψη
ψυχή τρανή υψώνει!Καθώς ο ήλιος δύει,
στα άστρα το τιμόνι.

 

Η ΑΠΟΥΣΑ (LA AUSENTE)

Κλείσε την πόρτα, κλείσ’ την,
σαν άρεσε σ’ εκείνην…
Μην χάσει τη βολή της
η ανάμνησή της!

 

ΤΟ ΥΣΤΑΤΟ ΦΥΛΛΩΜΑ (LA COPA FINAL)

Σε άφραστο πάνω ουρανό
δεσπόζει η κίτρινη λεύκα,
ψηλή η ομορφιά της μες στον
γεμάτο όλο έκσταση αέρα.

Το φως συγκεντρώνεται εντός
σαν σε ήσυχη μέσα φωλιά
του αιώνιου. Και η λεύκα η καλή
εντός της πληρείται απαλά.

 

ΑΝΟΙΞΗ ΜΗΤΕΡΑ (PRIMAVERA MADRE)Άνοιξη μητέρα,
πράσινη και πάλι,
πιο όμορφη, πιο καίρια!(Όμως, αν και γιος σου,
μένω εγώ με φύλλα
πιο ξερά και στείρα.)Άνοιξη μητέρα,
κι ας με μιας πεθάνω,
μείνε πάντα νέα!(Νέα εσύ να μείνεις
και με φρέσκα φύλλα
πιο πολλά και φίνα.)

 

ΚΑΙ ΑΝ ΘΛΙΜΜΕΝΟΣ, ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΔΕΝ ΚΛΑΙΝΕ
(ESTOY TRISTE Y MIS OJOS NO LLORAN)

Και αν θλιμμένος, τα μάτια δεν κλαίνε.
Κανενός δεν ποθώ πια τα χάδια.
Η γαλήνια ματιά μου σκορπάει
μες στου πάρκου τα υγρά μονοπάτια.

Για ποιο λόγο να θέλω αγάπες
σ’ ένα απόγευμα σκούρο, ψιχάλας,
όπου αρώματα δεν κυριαρχούνε
στου αέρα τα γύρω κανάλια;

Περασμένη η ώρα του ύπνου
και μονάχο το άδειο τοπίο.
Έχουν φύγει αργά τα κοπάδια,
ο καπνός πάνω απ’ το έρμο χωρίο.

Το παράθυρο κλείνω στους ίσκιους
και στο τζάμι γυαλίζει μια στάλα.
Και αν θλιμμένος, τα μάτια δεν κλαίνε.
Κανενός δεν ποθώ πια τα χάδια!

Τον καιρό νοσταλγώ που ’μουν νήπιο,
καθώς είναι η ώρα του ύπνου.
Τότε η μάνα μου και η αγκαλιά της
ήταν όλη μια αγάπη μαζί μου.

Στον αχό της καλής μου καμπάνας
που ηχεί απ’ το ξωκλήσι στον κάμπο,
τα δυο μάτια μου –να!– μισανοίγουν
στο μυστήριο της νύχτας επάνω…

Ένα σήμαντρο που ήχησε τώρα,
τη γαλήνη ταράζει του αιθέρα.
Ο ρυθμός δάκρυα φέρνει στα μάτια
που κανένα δεν θέλουν τα χάδια!

Απ’ τα μάτια μου δάκρυα ας κυλήσουν!
Πια υπάρχουν λουλούδια, τραγούδια.
Αν τα χάδια μου πόθησε κάποιος
ας κοπιάσει εδώ, στη φτερούγα.

Και τα δάκρυα τρέχουν… Δεν πάνε…
Ποιος θα ’ρθει στο θλιμμένο τοπίο;
Μόνο ηχεί στη σιωπή τη μεγάλη
η καμπάνα απ’ αγγέλων ωδείο.


Η ΓΙΟΡΤΗ
 (LA FIESTA)Όλες τις μέρες εγώ είμαι.
Μα λίγες όσες εγώ είμαι
Εγώ!Όλες τις μέρες τα ουράνια
ζουν μες στα μάτια. Μα πότε είν’
θεός;Όλες τις μέρες μιλείς μου.
Σπάνια ακούω της φωνής σου
αχό.
Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΡΑΧΑΤΙ (LA MUERTE ES EL REPOSO)
Ο θάνατος ραχάτι
απ’ της ζωής τη μέρα –
ξεκούραστοι για να ξυπνήσουμε έτσι
στη μέρα την απόλυτη του απείρου.
ΕΝΑ ΔΙΑΛΕΙΜΜΑ Η ΘΑΝΗ ΜΑΣ (LA MUERTE ES SÓLO UN REPOSO)
Ένα διάλειμμα η θανή μας
πιο καλό και από τον ύπνο.
Απ’ αυτήν, θα ’ρθει η μέρα,
-άριστη, άφταστη, εξαίσια-
που θα βγούμε αντρειωμένοι,
σε μια ζήση τόσο αιώνια
σαν εκείνην,
σ’ ένα αθάνατο αγώνα.
 

Η ΝΥΧΤΑ (LA NOCHE)

Είναι γέφυρα ο ύπνος
απ’ το σήμερα στο αύριο.
Σαν σε όνειρο, από κάτω
τρέχει πνεύμα, τρέχει ύδωρ.

 

Η ΣΕΙΡΑ (LA VEZ)

Συ, το μέγα, εμπρός, πια στάσου
για του ελάσσονος τη χάρη―
μιας κι ο κόσμος του είναι η ώρα
κι ώρα σου είναι η πλάση.

 

ΜΑΤΙΑ ΤΟΥ ΧΘΕΣ (OJOS DE AYER)

Μάτια που θέλουν
χαρά να βλέπουν,
μα βλέπουν λύπη!

Αχ, πώς θα γίνει
γέρικος τοίχος
πάλι να λάμψει—
ή κορμός σάπιος
φύλλα ν’ ανοίξει,
μάτια ν’ανοίξει,
άλλα από εκείνα
που μόνο θέλουν
χαρά να βλέπουν,
μα βλέπουν λύπη!

Αχ, δεν θα γίνει!

 

ΜΙΚΡΟ ΚΟΡΙΤΣΙ, ΡΟΔΟ (ROSA NIÑA)

Ρόδο, το φθινόπωρο
είναι το φύλλο το δικό σου
στον αέρα.

Μικρή μου, ο πόνος όλος
είναι το δάκρυ το δικό σου
από αίμα.

 

ΜΟΝΑΧΑ ΕΣΥ (SÓLO TÚ)

Μονάχα εσύ –όχι η Άφροδίτη–
να ’σαι μπορείς
άστρο δικό μου της βραδιάς,
άστρο δικό μου της αυγής!

 

ΡΟΔΟ (ROSA)

Συ μοναχά
θα είσαι εσύ
σαν με πληγώνεις.

 

Ω ΕΣΥ, ΚΑΡΔΙΑ, ΜΙΚΡΗ, ΚΑΘΑΡΙΑ (OH CORAZÓN PEQUEÑO Y PURO)

Ω εσύ, καρδιά, μικρή, καθάρια
πιο δυνατή απ’ το κύμα ―
στον απαλό σου χτύπο πιο τρανή και
από το σίδερο το κρύο!
Ω θάλασσα, στ’ αλήθεια
εσένα διαπερνώ για την αγάπη.

 

ΜΟΝΑΞΙΑ (SOLEDAD)

Μέσα σου υπάρχεις, θάλασσα, ακέρια,
μα πόσο δίχως σου είσαι, πόσο μόνη,
και πόσο μακριά από εσένα πάντα!
Κάθε στιγμή ανοιχτή σε μύριους πόνους,
σαν και το μέτωπό μου.
Τα κύματά σου έρχονται και πάνε
σαν και τους λογισμούς μου,
όλο έρχονται και πάνε,
χωρίζουν, ξανασμίγουν,
σε αιώνια γνωριμία,
μα και αποξένωσή τους.
Εσύ είσαι, δεν το ξέρεις.
Και αν σφύζει η καρδιά σου, δεν το νιώθει…
Πόσο μονάχη, θάλασσα, και μόνη!

 

Η ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΑ ΘΑΛΑΣΣΑ (EL NUEVO MAR)

Ι.

Για να ξεχάσω το λόγο που ήρθα,
το σκοπό που γεννήθηκα, που γεννηθήκαμε,
έρχομαι να σε αγναντέψω, θάλασσα, αέναη τρελή.
Η κίνησή σου, η ανησυχία σου με γαληνεύουν.
Είσαι η μόνη που ξέρει
να είναι ο εαυτός της, εσύ να ’σαι εσύ,
η μόνη και μοναδική που δεν σταματά
ν’ ανταπαντά στα κύματά της, στις λέξεις της,
στα ερωτήματα του φωτός του αλαζονικού.
Τις ημέρες τις ήρεμες, σαν ο αέρας
με τον ουρανό από πάνω, ψηλά, θαρρεί πως
σε εξουσιάζει και το γνωρίζεις,
εσύ είσαι απόμακρη, κοιμάσαι,
ονειρεύεσαι
την ελευθερία που σημαίνεις στον κόσμο
κρύβοντας στα βάθη σου μιαν επανάσταση βουβή.

ΙΙ

Εσύ είσαι η μόνη που πράγμα άλλο δεν επιθυμεί
από το να υπάρχει, να υπάρχεις μέσα σου, στον εαυτό σου,
και η μάχη γίνεται με εσένα την ίδια,
δυναμίστρια εσύ αισθητική, παίκτρια ηττημένη
της απέραντης μοναχικής ομορφιάς.
Εσύ μονάχα είσαι η πιο μόνη απ’ όλα τ’ άλλα.
Μήτε μας βλέπεις, σαν τα ουράνια,
μήτε να σε βλέπουν γυρεύεις, μήτε σε νοιάζει,
μήτε παρηγοριά προσφέρεις, μιαν απάντηση
για εκείνον που έρχεται να σε κοιτάξει με μάτια δικά του,
όχι δικά σου,
για εκείνον που για χάρη σου βυθίζεται εντός του.

ΙΙΙ.

Μα εμένα δεν με νοιάζει αν μ’ ακούς.
Εγώ ξέρω πως εσύ είσαι εσύ, και πως κι εγώ θα μπορούσα
να ’μαι σαν εσένα, και τούτο μου αρκεί:
φίλη αληθινή, δίχως δεσμό,
φίλη στο όμορφο και στην τρέλα,
φίλη που δεν επιθυμείς να ’σαι κάτι παραπάνω,
που τίποτε δεν ζητάς και από κανέναν.
Τίποτε παραπάνω. Βουίζεις, λαμπυρίζεις,
πετιέσαι και βυθίζεσαι, σκουραίνεις,
μαζεύεσαι, απλώνεσαι,
παντού φτάνεις και μακραίνεις,
όλες τις γλώσσες ομιλείς και σωπαίνεις,
απέραντα κλαις μ’ αναφιλητά,
ξεκαρδίζεσαι στα γέλια
γέλια που καταλήγουν σε χαρά πανανθρώπινη,
δίνεσαι κι αποσύρεσαι…
Κι όλα τούτα έτσι απλά, παράδεισε μέγα
συγκεντρωμένης ελευθερίας εσωτερικής.

IV.

Εσύ, θάλασσα γυμνή,
ζεις, θάλασσα, στο κέντρο της ζωής:
όπου εσύ, εκεί το κέντρο,
η αρχή και το τέλος του παντός,
νάρκη ενεργή.
Είσαι, θάλασσα, το γυμνό,
η ομορφιά η γυμνή,
η ομορφιά η μοναδική που δεν σηκώνει
πέπλα εξωτερικά, σαν την στεριά,
που σπάει, που καταπίνει κάθε βέλο
κάνοντάς το γυμνότητα, πηγή κάθε γυμνού,
της Αφροδίτης πόδι
σε μια στιγμή ανθρώπινης επαφής,
σαν μια αισθητοποίησή σου
στην εγγύτητα του ανθρώπου.
Μέσα σου υπάρχεις, θάλασσα, στο αιώνιο κύμα σου,
μορφή και ισχύς
παντός γυμνού, μεταμόρφωση
ατέρμονη,
αιώνια του γυμνού γυμνότητα.

V.

Έργο στην ακτή, στέκομαι
ανάμεσα στο έργο μου κι εσένα. Από σένα
σ’ εκείνο πηγαίνω, δείγμα νέο,
δείγμα ελεύθερο του έργου μου.
Σε διαδοχή αέναη είσαι τα πάντα,
όλα όσα ο κόσμος μπορεί να περικλείσει
και όλα τα υπόλοιπα
δίχως αρχή μήτε τέλος, το έργο μου, το κύμα σου,
σάρκα και ψυχή και καθρέφτισμα μιας στιγμής της,
αθωότητα, ελπίδα υπό φως πανομοιότυπο,
σε σχέδιο πανομοιότυπο και πανομοιότυπο τόπο,
σε ειρήνη και δύναμη μαζί,
θάλασσα ποιήτρια
με τη μήτρα μέσα σου,
ακούραστη δουλεύτρα
υπό σελήνη κι ήλιο εξίσου δυνατά,
την αυγή, το μεσημέρι και το δείλι
μα και τη νύχτα,
ξάγρυπνη οραματίστρια της αβύσου σου.

VI.

Ζωντανή νεκρή είσαι, θάλασσα: πιάνεις το θάνατο,
τον χτυπάς, τον ενσωματώνεις, τον αποχαιρετάς,
τον αφομοιώνεις.

VI.

Θάλασσα τρελή, λόγε μοναδικέ του κόσμου,
πόσο καλά συνταιριάζεις την απέραντη λογική
με την ατέλειωτή σου τρέλα.
Με την τρέλα σου ποθώ να τρελαθώ,
η σκέψη μου να γίνει θέλει εσύ,
μαζί με όλα τα άλλα, με τα ψάρια σου,
τα φύκια και τις πέτρες σου,
δίχως πλήγμα κανένα στη μοναχική σου ύπαρξη.
Πόση απέραντη ειρήνη ο ατέλειωτός σου πόλεμος!
Αχ, να μην μπορώ μέσα σου να μείνω ζωντανός!,
δίχως πείνα, δίχως δίψα μήτε ύπνο,
αφού δεν θέλω να σε βλέπω, μα να σε είμαι,
να είμαι μέσα σου και μέσα σου να ζω,
να είμαι, άρτιος σαν εσένα, πάντοτε εγώ ο ίδιος,
και πάντοτε ίδιος, πάντοτε αλλιώτικος,
επανειλημμένος, δίχως οδηγίες, πάντοτε.

και VIII.

Ο άνθρωπος
θα ’πρεπε να μπορεί να είναι ό,τι επιθυμεί,
θα ’πρεπε να μπορεί να είναι στο μέτρο
της πλάνης και της επιθυμίας του.
Τότε εγώ θα ’μουν εσύ, που είσαι εσύ η ίδια,
που είσαι η επιθυμία της απόλυτης επιθυμίας.
Εσύ μονάχα, θάλασσα, όλα τα ξέρεις
κι όλα τα ξεχνάς —
εσύ μονάχα, θάλασσα, σου αρκείσαι και περισσεύεις.
Είσαι, και συνάμα παύεις να είσαι, τα πάντα.

«ΕΓΩ ΔΕΝ ΕΙΜΑΙ ΕΓΩ» (1/5) – Αφιέρωμα στον Χουάν Ραμόν Χιμένεθ

«ΕΓΩ ΔΕΝ ΕΙΜΑΙ ΕΓΩ» —
Καθρέφτες και είδωλα στη ζωή και το έργο του Χουάν Ραμόν Χιμένεθ

Επιμέλεια αφιερώματος, επιλογή υλικού, μετάφραση: Έλενα Σταγκουράκη

 

Εγώ δεν είμαι εγώ.
Είμαι εκείνος
που πλάι μου προχωρεί, μα δεν τον βλέπω,                         
που κάποτε ανταμώνω,                                                        
και κάποτε ξεχνάω.                                                              
Εκείνος που σιωπά όταν μιλώ,                                            
εκείνος που συγχωρεί όταν μισώ,                                        
εκείνος που περνά σαν λείπω,                                                         
εκείνος, ο όρθιος σαν πεθάνω.

Το ποίημα αυτό του Χουάν Ραμόν Χιμένεθ (Juan Ramón Jiménez), το οποίο έδωσε και τον τίτλο στη συγκεκριμένη παρουσίαση, είναι ένα από τα γνωστότερα και σημαντικότερα ποιήματα του Ισπανού νομπελίστα. Ανήκοντας σε έναν ευρύτερο κύκλο «πνευματικών» ποιημάτων, όπως θα δούμε στη συνέχεια, θεματικά αναφέρεται στην πολλαπλότητα του εγώ, εξού και ο λόγος για Καθρέφτες και Είδωλα στη ζωή και το έργο του. Ας ξεκαθαρίσουμε όμως ευθύς εξ αρχής τι εννοούμε με τους όρους αυτούς και πώς τους χρησιμοποιούμε εδώ.

Ως Καθρέφτες, χαρακτηρίζουμε πρόσωπα, τάσεις λογοτεχνικές, φιλίες, αγάπες, όλα όσα μέσα τους συναντούμε τον εαυτό μας ή τους εαυτούς μας. Ως Είδωλα, ονομάζουμε τις διαφορετικές όψεις του Εγώ, είτε πρόκειται για ένα Εγώ, πολύπλευρο και πολυσχιδές, το οποίο κάθε φορά εκδηλώνεται κατά τρόπο διαφορετικό, είτε πρόκειται για πολλαπλά και ανεξάρτητα μεταξύ τους Εγώ, τα οποία συνυπάρχουν παράλληλα. Θα λέγαμε πως στην πραγματικότητα ισχύουν ταυτόχρονα και οι δύο παραπάνω εκδοχές, με άλλα λόγια το Εγώ μας είναι ένα και πολυσχιδές, αλλά ανάλογα με τον εκάστοτε Καθρέφτη-ερέθισμα, μπορούμε να αποκτήσουμε ένα Εγώ τόσο διαφορετικό από το πρωτεύον, ώστε να μπορεί να θεωρηθεί δεύτερο Εγώ. Πρόκειται για την περίπτωση, την οποία αποδίδουμε λεκτικά με τη φράση «έγινα άλλος άνθρωπος».

Οι Καθρέφτες, μέσα από τους οποίους θα αντικρίσουμε εδώ τα είδωλα του Χιμένεθ, ως ποιητή και ως ανθρώπου, δεν είναι άλλοι από την παιδική ηλικία, την οικογένεια, την ασθένεια, τη θάλασσα, τον ανθρωπισμό, τον έρωτα, τον Πλατέρο, την ποιητική και το έτος 1956.

 

1. Παιδική ηλικία

Στην περίπτωση του Χιμένεθ ο Φρόυντ θα έβρισκε το παράδειγμα που θα επιβεβαίωνε τη θεωρία του, καθώς η παιδική ηλικία του ποιητή υπήρξε καθοριστική για τη μετέπειτα ζωή και το έργο του. Ο ίδιος γράφει:

«Γεννήθηκα στο Μογέρ, τη νύχτα των Χριστουγέννων του 1881. Ο πατέρας μου, Καστιλιάνος, είχε γαλάζια μάτια, ενώ η μητέρα μου, ως Ανδαλουσιανή, κατάμαυρα. Η θαυμάσια λευκότητα του χωριού μου συντρόφευε τα παιδικά μου χρόνια σε ένα σπίτι παλιό με ευρύχωρα σαλόνια και πράσινες αυλές. Αυτό που θυμάμαι από εκείνα τα γλυκά χρόνια είναι πως έπαιζα πολύ λίγο και πως η καλύτερη φίλη  μου ήταν η μοναξιά.»

Σε αυτές τις κουβέντες του Χιμένεθ συναντούμε ήδη πολλούς Καθρέφτες μαζί, δηλαδή ό,τι τον επηρέασε περισσότερο και βαθύτερα στη ζωή του: την υπερηφάνεια για την ανδαλουσιανή του ταυτότητα, την αγάπη για το χωριό του, Μογέρ, και τη μοναξιά που τον συντρόφευε ήδη από τα παιδικά του χρόνια. Ολόκληρο το έργο του βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στις παιδικές του αναμνήσεις και στην αποτύπωση του κόσμου της Ανδαλουσίας, ενός κόσμου αυστηρά ταξικού και κλειστού, όπως θα διαπιστώσει από νωρίς ο μοναχικός αυτός παρατηρητής, με «π» κεφαλαίο. Αλλού σημειώνει:

«Μαζί μου θα σε κουβαλώ, Μογέρ, σε όλους τους τόπους και σ’ όλους τους χρόνους· θα ’σαι για μένα, φτωχό μου χωριό, σε πείσμα των τοκογλύφων, αθάνατο.»

2.Οικογένεια

Ο Χιμένεθ υπήρξε γιος καλλιεργημένων, παραδοσιακών και συντηρητικών γονέων. Επρόκειτο για οικογένεια ευκατάστατη, λόγω της επιτυχούς δραστηριοποίησής της στην εμπορία κρασιού. Ο πατέρας του τον προέτρεπε να σπουδάσει νομική, λόγος για τον οποίο ξεκίνησε όντως σπουδές νομικής στη Σεβίλλη, δίχως όμως ποτέ να πάρει το πτυχίο. Αντιθέτως, αφοσιώθηκε στις τέχνες, στην ποίηση και τη ζωγραφική, δίχως ιδιαίτερες αντιρρήσεις από το σπίτι, τυγχάνοντας δε της πλήρους στήριξης της μητέρας του. Ωστόσο, το 1900 ο πατέρας του πεθαίνει και η οικογένεια καταστρέφεται οικονομικά. Ο Χιμένεθ είναι μόλις 19 ετών και έρχεται για πρώτη φορά αντιμέτωπος με αυτό που θα τον ακολουθούσε ώς το τέλος της ζωής του: την κατάθλιψη.

 

3.Ασθένεια

Η χρόνια κατάθλιψη, είτε στη βαρειά είτε σε πιο ήπιες μορφές της, ταλαιπώρησε τον ποιητή επανειλημμένα στη διάρκεια της ζωής του, επιβάλλοντας τη νοσηλεία του σε σανατόριο για ψυχικά ασθενείς στη Γαλλία, αλλά και σε σανατόρια της Μαδρίτης και αργότερα της Αμερικής. Ο ίδιος όμως δεν πτοούνταν, αντιθέτως οργάνωνε στο δωμάτιο του σανατορίου της Μαδρίτης συγκεντρώσεις, στις οποίες συμμετείχαν άνθρωποι των γραμμάτων και των τεχνών όπως ο Ματσάδο, ο Βάγιε-Ινκλάν και ο Μπεναβέντε. Σε μια επόμενη κρίση κατάθλιψης, το 1905, οφείλεται η επιστροφή του στον τόπο καταγωγής του, το Μογέρ, όπου θα γράψει το έργο «Ο Πλατέρο κι εγώ» που θα του εξασφαλίσει αργότερα το βραβείο Νομπέλ. Δεδομένου του θανάτου του πατέρα, της άσχημης οικονομικής κατάστασης της οικογένειας και της χρόνιας κατάθλιψης, τα μετεφηβικά χρόνια του Χιμένεθ υπήρξαν δύσκολα και φορτικά.

 

4.Θάλασσα

Αν κάτι τον ανακούφιζε τις στιγμές της απόγνωσης και της μοναξιάς, αυτό ήταν η θάλασσα, η οποία έπαιξε για τη ζωή και το έργο του ρόλο καταλυτικό. Σαφώς πρόκειται για ένα από τα πάγια θέματα της ποιητικής του, το οποίο μάλιστα χρησιμοποιείται σε αυτήν με τρόπους πολλαπλούς: άλλοτε συμβολίζει τη ζωή, άλλοτε τη μοναξιά, άλλοτε την αιωνιότητα, αλλά και κάποτε την ίδια την απόλαυση και τη χαρά. Η θάλασσα εμφανίζεται συχνότατα και στους τίτλους των ποιημάτων του, αλλά και ολόκληρων συλλογών.

 

5.Ανθρωπισμός

Ο ανθρωπισμός και η ευαισθησία συνιστούν στοιχεία που χαρακτήριζαν τον Χιμένεθ τόσο ως δημιουργό, όσο και ως άνθρωπο, γεγονός που αποτυπώθηκε ξεκάθαρα στη στάση του κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου στην Ισπανία (1936-1939). Μαζί με τη σύζυγό του, φρόντιζε για τα παιδιά που ο πόλεμος αυτός άφηνε ορφανά. Συγκεκριμένα, προσέφεραν στέγη και είχαν αναλάβει τη φροντίδα δώδεκα παιδιών, γεγονός που συν τω χρόνω έγινε, μεσούντος του πολέμου, οικονομικά δυσβάσταχτο. Το ζεύγος δεν δίστασε να πούλησει χρυσαφικά και αντικείμενα αξίας προκειμένου να εξασφαλίσει πόρους. Φεύγοντας, μάλιστα, εξόριστοι από την Ισπανία, άφησαν πίσω τους τις οικονομίες τους για τη φροντίδα αυτών των παιδιών. Παράλληλα, μέσω της εφημερίδας Ο τύπος, ιδιοκτησίας του Χοσέ Καμπρουμπί, αδερφού της συζύγου του Χιμένεθ, διοργάνωναν δημόσιες συνδρομές υπέρ των ορφανών παιδιών του πολέμου.

Το γεγονός ότι ο Χιμένεθ ήταν ήδη καταξιωμένος ποιητής δεν τον εξαίρεσε ούτε τον προφύλαξε από τις αγριότητές του Εμφυλίου. Το 1938 έχασε τον ανιψιό του στο μέτωπο, απώλεια που τον συγκλόνισε βαθειά. Τόσο, που για τα τον επόμενο ενάμιση χρόνο θα αδυνατούσε να γράψει και να βρει έτσι διέξοδο στους εκφραστικούς δρόμους της ποίησης. Τον επόμενο χρόνο, στρατιώτες εισέβαλαν στο διαμέρισμά του στη Μαδρίτη, αποσπώντας βιβλία, χειρόγραφα και αντικείμενα αξίας και ρημάζοντας ό,τι έβρισκαν στο διάβα τους.

Στις 30 Ιουλίου 1936, ο Χιμένεθ θα υπογράψει –μαζί με άλλους διανοούμενους όπως ο Μενέντεθ Πιδάλ, ο Αντόνιο Ματσάδο, ο Μαρανιόν, ο Πέρεθ ντε Αγιάλα, ο Ορτέγα υ Γκασσέτ, ο Αντόνιο Μαριτσαλάρ και ο Πίο ντελ Ρίο Ορτέγα– μανιφέστο, στο οποίο δηλωνόταν πως στη διαμάχη που οδήγησε στον ισπανικό εμφύλιο, «στηρίζουμε την Κυβέρνηση της δημοκρατίας και του λαού, αυτού του λαού που μάχεται με τόσο ηρωισμό για τις ελευθερίες του».

Διαφυλάττοντας έτσι τα πιστεύω του ως Δημοκρατικός και δεχόμενος απειλές για τη ζωή του από ακραία στοιχεία, ο Χιμένεθ οδηγήθηκε στην εξορία ήδη το 1936. Έκτοτε θα βίωνε, πέρα από την εσωτερική, και τη γεωγραφική εξορία. Το Πουέρτο Ρίκο, όπου εγκαταστάθηκε το 1950, έγινε δεύτερη πατρίδα του. Η εξορία ωστόσο δεν στάθηκε εμπόδιο στον αγώνα του υπέρ του δημοκρατικού μετώπου και της νόμιμης κυβέρνησης. Από κοινού με τη σύζυγό του, και τυγχάνοντας του αξιώματος του διπλωματικού ακολούθου, αποτάνθηκε σε κάθε αρχή προκειμένου να ζητήσει τη στήριξή της. Σε συνάντηση που διοργάνωσε η εφημερίδα Ο τύπος, ο Χιμένεθ απέστειλε το παρακάτω μήνυμα:

            «Το όραμά μου, αφήνοντας πίσω μου την Ισπανία προκειμένου να εκπληρώσω επείγοντα καθήκοντα –γενικότερα και ειδικότερα–, ήταν να γνωστοποιήσω την αλήθεια του πολέμου σε ξένες χώρες, των οποίων ο Τύπος –υποθέτω από έλλειψη πληροφόρησης– παρουσιάζει τα γεγονότα από μια σκοπιά εντελώς διαφορετική από την πραγματική. Εδώ, όπως και παντού, ζητώ συμπάθεια και δικαιοσύνη, με άλλα λόγια την ηθική στήριξη της Κυβέρνησης που εκπροσωπεί την Ισπανική Δημοκρατία και η οποία τυγχάνει της στήριξης ολόκληρου του Δημοκρατικού Μετώπου, της πλειοψηφίας των διανοουμένων, ακόμη και ενός μέρους των συντηρητικών. Νιώθοντας την οικουμενική στήριξη και συμπάθεια, η Ισπανική Κυβέρνηση θα ήταν σε θέση να επιταχύνει την πορεία προς τη νίκη, στην οποία εμείς, ως υποστηρικτές μιας καλύτερης μοίρας για την Ισπανία, ελπίζουμε, και την οποία η Ισπανία δικαιούται. Και να σκέφτεστε πως η νίκη αυτή δεν θα ανήκει στην Ισπανία, αλλά στον κόσμο ολόκληρο. Η νίκη αυτή θα παρείχε στην Ισπανία τη δυνατότητα της ειρηνικής, υποδειγματικής και ενσυνείδητης κοινωνικής εξέλιξης, σύμφωνα με το δικό της χαρακτήρα και τρόπο, δίχως πολιτικές εξαρτήσεις από άλλες χώρες. Ίσως δε με το παράδειγμά της να απέτρεπε τον παγκόσμιο πόλεμο, ο οποίος αυτή τη στιγμή ρίχνει επάνω μας την πιο τρομέρη σκιά του.»

6.Έρωτας

Δεδομένων των δυσκολιών, της ασθένειας και της συχνής απομόνωσης, θα μπορούσε κανείς να υποθέσει πως ο Χιμένεθ διήγε βίο μοναχικό, βίο εγκράτειας και αποστέρησης. Κάθε άλλο. Ο ποιητής για πρώτη φορά γνώρισε τον έρωτα στο πρόσωπο της Μπλάνκα Ερνάντεθ Πινθόν, της «λευκής αγαπημένης» που συναντούμε στους στίχους του. Εδώ ο Χιμένεθ παίζει με το όνομα της κοπέλας (Μπλάνκα) και το επίθετο “blanco” που σημαίνει «λευκό». Επρόκειτο για έρωτα εξιδανικευμένο, τον οποίο στη συνέχεια ξεπέρασε συλλέγοντας εμπειρίες από τους ερωτικούς δεσμούς που σύναπτε ή τις περιπέτειές του με γυναίκες κάθε κατηγορίας: ανύπαντρες, παντρεμένες, Ισπανίδες ή μη, με τέκνα ή χωρίς, ακόμη και με τη σύζυγο του ψυχιάτρου που τον παρακολουθούσε. Ο εκδότης του, Χοσέ Αντόνιο Εξπόσιτο, αναφέρει πως ούτε οι μοναχές έμεναν αδιάφορες απέναντι στη γοητεία του, φέρνοντας το παράδειγμα του ειδυλλίου με την αδερφή Πιλάρ Ρουμπέρτε.

Παρόμοιες περιπέτειες έλαβαν τέλος όταν ο Χιμένεθ γνώρισε τη Λουίζα Γκριμμ, την Αμερικανίδα σύζυγο πλούσιου Ισπανού, την οποία ερωτεύτηκε και με την οποία διατήρησε για πέντε χρόνια (1907-1912) πλούσια αλληλογραφία. Η Γκριμμ, λάτρης της ποίησης, θα μυήσει τον Ισπανό ποιητή στην αγγλόφωνη ποίηση και κυρίως σε αυτήν των Ρομαντικών.

Το 1913 ο ποιητής γνωρίζει τη Ζηνοβία Καμπρουμπί-Αϋμάρ, η οποία έμελλε να γίνει γυναίκα του και ο έρωτας της ζωής του. Η προσέγγιση και κατάκτησή της υπήρξε ιδιαίτερα δύσκολη, δεδομένης της εκλεπτυσμένης της καταγωγής, της καλλιέργειας και της απαιτητικότητάς της, ωστόσο τρία χρόνια αργότερα τελέστηκε ο γάμος τους. Ο Χιμένεθ τής υποσχέθηκε την ωραιότερη ποιητική συλλογή που είχε γράψει ως τότε, την οποία όντως δημοσίευσε το 1917 με τίτλο Ημερολόγιο ενός ποιητή προσφάτως νυμφευμένου (Diario de poeta recién casado), τίτλο που σε επόμενη έκδοση το 1948 θα μετατρέψει σε Ημερολόγιο ποιητή και η θάλασσα (Diario de poeta y mar), τίτλος που δεν αναφέρεται απλώς στην μεγάλη αγάπη του ποιητή για τη θάλασσα, αλλά περικλείει και το δεύτερο επώνυμο της συζύγου του (“Aymar”). Χιμένεθ και Καμπρουμπί-Αϋμάρ υπήρξαν, πέρα από σύζυγοι, και συνεργάτες, μεταφράζοντας έργα από κοινού, όπως για παράδειγμα τα είκοσι δύο έργα του Ινδού ποιητή και φιλοσόφου Ταγκόρε.

Στο βιβλίο της, Ιστορίες γυναικών, η Ρόζα Μοντέρο αναφέρει ότι ο Χιμένεθ ως άνθρωπος ήταν υποχόνδριος, πιστεύοντας, στο αποκορύφωμα κάποτε της υποχονδρίασής του, πως διάγει τις τελευταίες στιγμές της ζωής του. Σε αυτές τις περιπτώσεις δεν έτρωγε, δεν λουζόταν ούτε κατάστρωνε σχέδια για το μέλλον, αφού πίστευε πως είχε ήδη πεθάνει. Η Μοντέρο περιγράφει ακόμη πως διακατεχόταν από μανίες, συγκεντρώνοντας για παράδειγμα μεγάλο αριθμό εφημερίδων και αποκομμάτων, τα οποία αδυνατούσε εκ των υστέρων να πετάξει ή κλείνοντας ερμητικά τα παράθυρα καθώς δεν ανεχόταν το παραμικρό ρεύμα αέρα.

Στο βιβλίο 39 συγγραφείς και μισός των Χεσούς Μαρτσαμάλο και Νταμιάν Φλόρες περιγράφεται ότι πάνω από όλα ο Χιμένεθ απεχθανόταν το θόρυβο. Του ήταν αδύνατο να συγκεντρωθεί, να διαβάσει ή να εργαστεί και με τον πιο ανεπαίσθητο ήχο. Οι συχνές του μετακομίσεις είχαν, σύμφωνα με τους συγγραφείς, την ίδια αιτία: είτε επειδή Κουβανές γειτόνισσες έπαιζαν δυνατά πιανόλα στο διαμέρισμά τους είτε επειδή άλλοι γείτονες μετακινούσαν διαρκώς τα έπιπλα είτε επειδή τον ενοχλούσε ο θόρυβος του διερχόμενου τραμ. Σε ένα άλλο διαμέρισμα διαμαρτυρόταν για το θόρυβο από παραπλήσιο ξυλουργείο, ενώ σε ένα από τα σανατόρια που διέμεινε παραπονιόταν για τα σμήνη σπουργιτιών που μαζεύονταν στον κήπο το δειλινό.

Τέτοιες μαρτυρίες, περισσότερο ή λιγότερο υπερβολικές και αληθείς, καταδεικνύουν τη δυσκολία του χαρακτήρα και κατ’ επέκταση της συμβίωσης με τον άνθρωπο Χιμένεθ, έναν άνθρωπο με αυξημένες ανάγκες, λόγω της ασθένειάς του και της φύσης της εργασίας του. Παρ’ όλα αυτά, η σύζυγός του ήταν ο άνθρωπος στον οποίο εκείνος στηριζόταν και από τον οποίο εξαρτιόταν ο ίδιος, το σπίτι και η διαχείρισή του. Ιδιαίτεροι χαρακτήρες, με μια σχέση μοναδική, έμειναν μαζί ώς το τέλος, ολόκληρα 43 χρόνια.

            Ο Χιμένεθ ήταν παντρεμένος ήδη 14 χρόνια, όταν του σύστησαν σε συναυλία μια φίλη της συζύγου του. Επρόκειτο για τη Μαργαρίτα Ζηλ Ροσέ, γλύπτρια και συγγραφέα που μιλούσε τέσσερις γλώσσες και έλαμπε στο χώρο της τέχνης στη Μαδρίτη εκείνης της εποχής. Ερωτεύτηκε παράφορα τον Χιμένεθ, αν και εκείνος δεν ανταποκρίθηκε στον έρωτά της. Ύστερα από δύο χρόνια μάταιων προσπαθειών, αυτοκτόνησε το 1932, γεγονός που συγκλόνισε τον ποιητή, ο οποίος έγραψε σχετικά:

«Αν, πεθαίνοντας, σκέφτηκες πως θα σε θυμούνται, δεν έσφαλλες Μάργα. Ίσως να σε θυμούμαστε λίγοι, μα η μνήμη μας θα σου είναι πιστή και σταθερή. Δεν θα σε ξεχάσουμε, δεν θα σε ξεχάσω ποτέ. Ας βρεις κάτω από τη γη την ανάπαυση και το όνειρο, τη χαρά που δεν βρήκες πάνω σε αυτήν. Αναπαύσου εν ειρήνη, σε αυτήν την ειρήνη που δεν ξέραμε να σου δώσουμε, Μάργα, αγαπημένη.»

 

7. Ο Πλατέρο κι εγώ

Ο επόμενος Καθρέφτης του Χιμένεθ δεν είναι άλλος από ένα έργο-ορόσημο για τα ισπανικά γράμματα, το Ο Πλατέρο κι εγώ (Platero y yo). Πρόκειται για βιβλίο, το οποίο δύσκολα μπορεί να κατατάξει κανείς στις συνήθεις κατηγορίες. Μορφολογικά, οι κριτικοί το χαρακτηρίζουν από ποιητική πρόζα έως πεζοποίημα, ενώ υφολογικά, από ειδύλλιο έως έλεγο. Πρόκειται συνεπώς για έργο suis generis, το οποίο επιτρέπει δύο αναγνώσεις: μία κυριολεκτική και μία μεταφορική.

Τα βασικά πρόσωπα του έργου είναι δύο, αυτό του αφηγητή-ομιλητή σε πρώτο ενικό και ο Πλατέρο, ένας γαϊδαράκος. “Platero” στα ισπανικά είναι ο γάιδαρος “color de plata”, δηλαδή ο ασημής. Εδώ, όμως, χρησιμοποιείται –ως μέρος αντί του όλου– και ως σύμβολο ολόκληρου του είδους. Ο Πλατέρο, όπως τον περιγράφει ο ποιητής, «είναι τρυφερός και χαδιάρης σαν παιδάκι, σαν κοριτσάκι». Αλλού του λέει (μτφρ: Κλ. Ελαιοτριβιάρη):

«Καημένε γάιδαρε! Κι ας είσαι τόσο καλός, τόσο ευγενικός, τόσο έξυπνος! […] Ούτε μία σοβαρή περιγραφή δεν αξίζεις εσύ, που η σωστή, σοβαρή περιγραφή σου θα ’ταν ανοιξιάτικο παραμύθι; Τον καλό τον άνθρωπο θα ’πρεπε να λένε γάιδαρο! Τον κακό το γάιδαρο θα ’πρεπε να λένε άνθρωπο!»

Άλλοτε ο Πλατέρο συνιστά προέκταση του ίδιου του ποιητή, όπως φαίνεται ξεκάθαρα στα παρακάτω αποσπάσματα (μτφρ: Κλ. Ελαιοτριβιάρη):

«Τότε, αφού θυμήθηκα τον ίδιο μου τον εαυτό, σκέφτηκα ότι ο Πλατέρο θα έπαιρνε το καλύτερο βραβείο για την προσπάθειά του, όπως εγώ για τους στίχους μου. Και, πιάνοντας λίγο μαϊντανό από το καφάσι που ήταν στην πόρτα της κουζίνας, έφτιαξα ένα στεφάνι και του το έβαλα στο κεφάλι του, φευγαλέα και υπέρτατη τιμή, σαν σε Λακεδαιμόνιο.»

«Τελικά ο Πλατέρο, με ανθρώπινη αποφασιστικότητα, σπάει τον κύκλο  κι έρχεται σε μένα καλπάζοντας και κλαίγοντας, δίχως τα πολύτιμα στολίδια του. Όπως κι εγώ, δε θέλει να έχει καμία σχέση με τα καρναβάλια… Δεν κάνουμε εμείς γι’ αυτά τα πράγματα…»

Το έργο εκδόθηκε το 1915 και αρχικά αποτέλεσε εκπαιδευτικό βιβλίο για την διδασκαλία της ισπανικής γλώσσας σε Αμερικανούς φοιτητές. Ο αυτοβιογραφικός του δε χαρακτήρας είναι έντονος. Αν και μοιάζει με παραμύθι, ωστόσο ο Χιμένεθ τόνιζε πως το βιβλίο δεν προορίζεται για τα παιδιά. Μάλιστα ο Ευγένιος Ντ’ Ορ είχε σχολιάσει πως «τα παιδιά θα το λατρέψουν, ακριβώς επειδή δεν προορίζεται γι’ αυτά».

            Στον πρόλογο του βιβλίου εξηγεί ο Χιμένεθ σχετικώς (μτφρ: Κλεοπάτρα Ελαιοτριβιάρη):

«Αυτό το σύντομο βιβλίο, όπου η χαρά και η στενοχώρια είναι δίδυμες αδερφές, σαν τα αυτιά του Πλατέρο, είχε γραφτεί για… μήτε κι εγώ ο ίδιος ξέρω για ποιον! … για όποιον γράφουμε εμείς οι λυρικοί ποιητές… Τώρα που απευθύνεται στα παιδιά, δεν αφαιρώ ούτε προσθέτω ούτε ένα κόμμα. Τι ωραία! ‘Όπου υπάρχουν παιδιά’ λέει ο Νοβάλις ‘υπάρχει μια χρυσή ηλικία’. Ε, λοιπόν, σ’ αυτή τη χρυσή ηλικία, όμοια με πνευματικό νησί που έπεσε από τον ουρανό, περιπλανιέται η καρδιά του ποιητή και νιώθει εκεί τόσο πολύ όμορφα, που η μεγαλύτερη ευχή της είναι να μη χρειαστεί να την εγκαταλείψει ποτέ.»

Από άποψη περιεχομένου, στο Ο Πλατέρο κι εγώ ο Χιμένεθ εξυμνεί το ανδαλουσιανό τοπίο και συγκεκριμένα το χωριό του, Μογέρ, ενώ παράλληλα καυτηριάζει συνήθειες και παραδόσεις, όπως οι ταυρομαχίες και ο βασανισμός των πτηνών. Γενικά καταγίνεται με την αποτύπωση της πραγματικότητας σε κάθε της διάσταση, ακόμη και την πιο σκληρή. Έτσι, δεν παραλείπει τον πόνο και το θάνατο.

Ο αφηγητής λέει στον Πλατέρο για το Μογέρ:

«Σου έχω πει, Πλατέρο, πως η ψυχή του Μογέρ μοιάζει με το κρασί, έτσι δεν είναι; Λάθος! Η ψυχή του Μογέρ μοιάζει με το ψωμί. Το Μογέρ είναι σαν ένα καρβέλι σταρένιο ψωμί, μέσα λευκό σαν την ψίχα και σκούρο τριγύρω –αχ, ήλιε μαλαματένιε!– σαν την κόρα.»

Στο έργο αυτό, το Μογέρ περιγράφεται στη διάρκεια ενός χρόνου, όχι όμως με την αυστηρά χρονολογική του έννοια. Περισσότερο συνιστά ποιητικό τρόπο, βασισμένο στις διαφορετικές εποχές, τα διαφορετικά χρώματα και τις διαφορετικές εργασίες στην εξοχή. Πρόκειται για υφολογικά πλούσιο έργο, με κυρίαρχο το ρόλο της μεταφοράς, της προσωποποίησης, των εικόνων, ενώ πέρα από λέξεις που δημιουργεί ο ίδιος ο ποιητής, χρησιμοποιείται το τοπικό ιδίωμα της Ανδαλουσίας. Ο Χιμένεθ το επεξεργαζόταν, όπως άλλωστε και το σύνολο του έργου του, ώς το τέλος της ζωής του, δίνοντάς του μάλιστα συχνά και διαφορετικούς τίτλους, όπως: «Πλατέρο», «Πλατέρο αναθεωρημένος», «Πρώτος Πλατέρο», «Ύστερος Πλατέρο», «Μια άλλη ζωή του Πλατέρο».

Πέρα από τη γλαφυρότητα της γλώσσας και της περιγραφής, χαρακτηριστική είναι στο έργο και η ευαισθησία, η τρυφερότητα και η αγάπη του αφηγητή-ομιλητή απέναντι σε όλα τα έμψυχα όντα. Χαρακτηριστικό το παρακάτω απόσπασμα (μτφρ: Κλ. Ελαιοτριβιάρη):

«Στο μεγάλο αυλάκι, που με τη βροχή είχε φτάσει ώς τ’ αμπέλια, συναντήσαμε ακινητοποιημένο ένα παλιό κάρο, χαμένο κάτω από το φορτίο του με χόρτα και πορτοκάλια. Ένα κοριτσάκι, βρόμικο και κουρελιασμένο, έκλαιγε πάνω από τη μία ρόδα· ήθελε, σπρώχνοντας με το θαλερό της στήθος, να βοηθήσει το γαϊδαράκο, που ήταν πιο μικρός και, αχ, ακόμα πιο αδύνατος από τον Πλατέρο. Άδικα το γαϊδουράκι πάσχιζε να τραβήξει το κάρο από τη λάσπη, κόντρα στον άνεμο, υπακούοντας στη φωνή του κοριτσιού μέσα από τα αναφιλητά της. Ήταν μάταιη η προσπάθειά του, σαν εκείνη των παράτολμων παιδιών, σαν το πέταγμα  των κουρασμένων καλοκαιρινών αέρηδων που πέφτουν λιπόθυμοι ανάμεσα στα λουλούδια.

Χάιδεψα τον Πλατέρο και τον έζεψα όπως μπόρεσα στο κάρο, μπροστά από τον ταλαίπωρο γαϊδαράκο. Με το τρυφερό μου πρόσταγμα ο Πλατέρο έβγαλε μεμιάς κάρο και πουλάρι από το λασποτόπι και τους ανέβασε στην ανηφόρα.

Τι χαμόγελο το κοριτσάκι! Έμοιαζε θαρρείς κι ο ήλιος της δύσης, που έσπαγε σε κίτρινα κρυσταλλάκια ανάμεσα στα φορτωμένα νερό σύννεφα, φώτιζε την αυγή πίσω από τα μουντζουρωμένα της δάκρυα.

Κλαίγοντας από χαρά, μου πρόσφερε δυο πορτοκάλια διαλεγμένα, όμορφα, ζουμερά, ολοστρόγγυλα. Τα πήρα γεμάτος ευγνωμοσύνη κι έδωσα το ένα στον αδύναμο γαϊδαράκο, ως γλυκιά παρηγοριά, και το άλλο στον Πλατέρο, αντί χρυσού μεταλλίου.»

 

 

 

8.Ποιητική

Ο ευαίσθητος αυτός ποιητής, «ο οικουμενικός Ανδαλουσιανός» όπως τον χαρακτηρίζουν, υπήρξε ένας από τους κορυφαίους ποιητές του 20ου αιώνα. Αυτό γίνεται εμφανές από τη βαθύτατη επιρροή που άσκησε τόσο σε Ισπανούς ποιητές, κυρίως στους ποιητές της περίφημης γενιάς του ’27 της ισπανικής ποίησης (Πέδρο Σαλίνας, Χόρχε Γκιγιέν, Χεράρδο Ντιέγο, Ντάμασο Αλόνσο, Βιθέντε Αλεϊχάντρε, Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα, Εμίλιο Πράδος, Λουίς Θερνούδα, Ραφαέλ Αλμπέρτι, Μανουέλ Αλτολαγκίρε) –και ας πήραν κάποιοι από αυτούς αργότερα αποστάσεις από εκείνον–, όσο και σε ισπανόφωνους ποιητές από την αντίπερα όχθη του Ατλαντικού, όπως η Αργεντινή Αλεχάντρα Πισαρνίκ ή η Ουρουγουανή Ιδέα Βιλαρίνιο. Μάλιστα, οι Λατινοαμερικάνοι ποιητές συγκεντρώθηκαν γύρω από δύο εξόριστους Ισπανούς ποιητές, οι οποίοι αποτέλεσαν δυο αντιθετικούς πυρήνες και πόλους έλξης: αφενός τον Χουάν Ραμόν Χιμένεθ, αφετέρου τον Χοσέ Μπεργαμίν.

Υποκύπτοντας στις πρώτες του συλλογές στα θέλγητρα του εντυπωσιακού και προκλητικού Μοντερνισμού, ο Χιμένεθ σύντομα απέρριψε αυτά τα εξωτερικά χαρακτηριστικά, τα οποία λίγη σχέση είχαν με το χαρακτήρα του, για να στραφεί στον Μπέκερ και τις δυνατότητες που του προσέφερε ο Συμβολισμός. Η επαφή του αργότερα με τη σκέψη του Κράουζε επιβεβαίωσε την τάση του προς την εσωτερικότητα, ενστερνιζόμενος μάλιστα το ιδανικό του Χινέρ ντε λος Ρίος, σύμφωνα με το οποίο η εσωτερική ηθική πρόοδος συντελούνταν μέσω της καλλιέργειας της ευαισθησίας. Επρόκειτο, με άλλα λόγια, για τον δρόμο που οδηγούσε στην ηθική μέσω της αισθητικής. Πέρα από αυτά, η παράδοση της κλασικής ισπανικής λογοτεχνίας, από κοινού με τον Ρομαντισμό, τον οδήγησαν μέσω του Συμβολισμού σε μια ποίηση εσωτερική, περισσότερο σύμφωνη προς το χαρακτήρα και τα πιστεύω του.

Ο Χιμένεθ υπήρξε ποιητής εσωτερικός. Ο ίδιος θεωρούσε το χαρακτηριστικό αυτό ως συνώνυμο του «πνευματικού», γεγονός που αποδεικνύεται και από την τροποποίηση του αρχικού τίτλου της συλλογής Πνευματικά σονέτα (Sonetos espirituales, 1917) σε Εσωτερικά σονέτα (Sonetos interiores). Ο πρώτος που αντιλήφθηκε την εσωτερικότητα του ποιητή δεν ήταν άλλος από τον μεγάλο Ρουμπέν Νταρίο, ο οποίος διαβάζοντας τους στίχους του νεαρού τότε Χιμένεθ, σχολίασε: «Εσείς πορεύεστε εντός». Το απόφθεγμα αυτό, σύμφωνα με τα λόγια του ίδιου του Χιμένεθ, σφράγισε το έργο του και τη δημιουργική του πορεία.

Εύλογο θα ήταν το ερώτημα ως προς το τι εννοούσε ο Νταρίο λέγοντας πως ο Χιμένεθ πορεύεται εντός. Σύμφωνα με τον Χοσέ Αντόνιο Εξπόσιτο Ερνάντεθ στο δοκίμιό του «Χουάν Ραμόν Χιμένεθ: ένας ποιητής εσωτερικός», ο Νταρίο αναφέρεται σε «μια ποίηση ιδεαλιστική, η οποία εξελίσσεται, εκκινώντας από την ανακάλυψη της υπαρξιακής μοναξιάς και φτάνοντας ώς τη μεταφυσική αναζήτηση, με στόχο την προσέγγιση του απόλυτου μέσω της χρήσης συμβόλων και εικόνων. Αυτή υπήρξε η αληθινή εξέλιξη του ποιητή στην πάροδο του χρόνου. Στην αναζήτηση του ωραίου, το πνεύμα έπρεξε κατ’ ανάγκην να μοιάσει στο ωραίο.»

Αυτή η εσωτερικότητα του Χιμένεθ, η οποία συνεπαγόταν τη λυρική εσωτερίκευση του κόσμου από τον ποιητή, έκανε πολλούς να τον κατηγορήσουν ως ναρκισσιστή. Μεταξύ των επικριτών του, συγκαλέγεται για παράδειγμα ο Ρινάλντο Φρόλντι, ο οποίος μίλησε για έναν «ορφικό ναρκισσισμό» και ο Πέδρο Ενρίκεθ Ουρένια, ο οποίος έκανε λόγο για έναν «παράξενο πνευματικό ναρκισσισμό». Ο Εξπόσιτο αντιτείνεται πως επρόκειτο για «οχύρωση του αισθητικού πιστεύω του Χιμένεθ πίσω από τον καλύτερο γαλλικό και ισπανικό ιμπρεσιονισμό, εκπεφρασμένο μέσω ενός ισχυρού υποκειμενισμού». Και εξηγεί πως αν αναζητούσαμε το κλειδί για ολόκληρο το έργο του Χιμένεθ, θα το εντοπίζαμε στο ταξίδι του ποιητή προς τον εαυτό του. Στα περισσότερα από πενήντα χρόνια συγγραφής, ο Χιμένεθ αναζητούσε ακατάπαυστα μιαν απάντηση στην ύπαρξη και την εντόπισε στο ίδιο του το είναι, να εδρεύει στη συνείδησή του. Ο ισχυρός υποκειμενισμός με τον οποίο ερμήνευε τη φύση, μαζί με τη διαρκή επιθυμία του για μοναξιά υπήρξαν για εκείνον ο τρόπος αναζήτησης του ωραίου. Όσο για τον συμβολισμό, δεν ήταν παρά το κατάλληλο έδαφος και η καίρια έκφραση αυτής του της ανησυχίας. Ύστερα από ένα μακρύ ταξίδι και ευρισκόμενος πλέον στην ωριμότητα, ανακάλυψε αφενός πως η ύψιστη ομορφιά που διακαώς αναζητούσε βρισκόταν εντός του, αφετέρου πως μπόρεσε να συναντήσει το Θεό μέσω της ποίησης. Μόνο αν γίνει κατανοητή η συγκεκριμένη πορεία, δηλώνει ο Εξπόσιτο, θα είναι δυνατή η δίκαιη αξιολόγηση του ανθρώπου και του ποιητή, ο οποίος υπέστη τόσες φορές –κάποτε δε ηθελημένα– παρερμηνείες και επικρίσεις.

Άλλοι πάλι, παρερμηνεύοντας την ανάγκη αυτή για απομόνωση του Χιμένεθ, του επέρριπταν αλαζονεία και τον κατέκριναν ως «Ανδαλουσιανό κυριούλη» (“señorito Andaluz”), ή «αριστοκράτη» (“aristocrata”). Ο ίδιος ο ποιητής αποκρινόταν πως η «απόστασή» του, η «ηχηρή μοναξιά» του ή η «χρυσή σιωπή» του δεν προέκυπταν από κάποια –κακώς νοούμενη– αριστοκρατία, αφού για τον ίδιο η μόνη αληθινή αριστοκρατία ήταν αυτή του χωριού και των απλών ανθρώπων. Υπερασπιζόταν δε τον εαυτό του λέγοντας πως την ανάγκη αυτή για απομόνωση τη διδάχτηκε παρατηρώντας ήδη από παιδί τον γεωργό, τον ξυλουργό ή τον ναυτή, που όλοι τους καταγίνονται μόνοι και με πολύ μεράκι με την καθημερινή εργασία τους. Εξάλλου, τόνιζε, η αγάπη για τη δική μας εργασία μάς κάνει να εκτιμούμε και την εργασία των άλλων.

Ούτε βέβαια σήμαινε αυτή η ανάγκη απομόνωσης του Χιμένεθ εγκλεισμό του στον χρυσελεφάντινο πύργο του και αδιαφορία για την εποχή του ή την ποίηση των άλλων. Ας μην ξεχνούμε πως δεν υπήρξε άλλος ποιητής τόσο ανοιχτός και γενναιόδωρος με τους ποιητές της γενιάς του ’27, σε τέτοιο σημείο μάλιστα, ώστε οι πρώτες εργασίες ή τα πρώτα βιβλία πολλών από αυτούς εκδόθηκαν στη δική του Ενδεικτική Βιβλιοθήκη (Biblioteca de Índice). Σε αυτήν για παράδειγμα δημοσιεύτηκε το πρώτο βιβλίο του Πέδρο Σαλίνας, Οιωνοί (Presagios), όπως και εκείνα των Χοσέ Μπεργαμίν, Μπενχαμίν Παλένθια και Φρανθίσκο Μπόρες. Και ο πρόλογος όμως στη συλλογή Ναύτης στη στεριά (Marinero en tierra) του Ραφαέλ Αλμπέρτι είναι δικός του.

Ακόμη και στο είδος της ποίησής του που σήμερα χαρακτηρίζεται ως «γυμνή ποίηση», αντί να γυμνώνει την ποίηση από τα περιβλήματά της, ο ποιητής ολοένα στρεφόταν εντός. Συγκεκριμένα παρατηρείται μια σταδιακή απαλοιφή των εξωτερικών αναφορών, τοπικών, χρονικών ή άλλων, ώστε, τροποποιημένη η πραγματικότητα σε εσωτερικό λυρισμό, να λάμπει «γυμνή», γεννημένη από τον εσωτερικό κόσμο του ποιητή σε μια ολοένα αυξανόμενη καθαρότητα της εκφραστικής φόρμας. Η διαρκής αγωνία του ήταν η πορεία προς τα ενδότερα, μέσω της χρήσης συμβόλων όπως ο ουρανός, η θάλασσα, το φως ή η άνοιξη προς αναζήτηση άφθαρτων αληθειών όπως η αγάπη, η ομορφιά και η αιωνιότητα. Η «γυμνή ποίησή» του δεν είναι, παρά ποίηση πνευματική.

Ο Χιμένεθ υπήρξε ποιητής πολυγραφότατος και ακούραστος αναθεωρητής του έργου του, αρκετά μεγάλο μέρος του οποίου έμεινε συνειδητά αδημοσίευτο στη διάρκεια της ζωής του. Το πλούσιο ποιητικό του έργο, χωρίζεται τόσο από τους κριτικούς όσο και από τον ίδιο σε τρεις περιόδους: την ευαίσθητη (1898-1915), την πνευματική (1916-1936)  και την επαρκή ή αληθινή (1937-1958). Οι ονομασίες των δύο τελευταίων περιόδων ανήκουν στον ίδιο τον ποιητή.

Κατά την ευαίσθητη περίοδο, ο Χιμένεθ είναι επηρεασμένος από τα κινήματα του Συμβολισμού και του Μοντερνισμού. Οι φόρμες της ποίησής του είναι αυστηρές, οι στίχοι ομοιοκαταληκτούν, ενώ από άποψη περιεχομένου περιγράφονται τοπία, τα οποία αντικατοπτρίζουν τις διαφορετικές διαθέσεις του ποιητή. Κυριαρχούν τα αόριστα συναισθήματα και μια αιωρούμενη μελαγχολία. Πρόκειται για ποίηση συναισθηματική σε τεχνικά άψογη μορφή.

Στην πρώιμη αυτή περίοδο περιλαμβάνονται οι εξής τίτλοι: Μακρινοί κήποι (Jardines lejanos, 1903-1904), Καθαρές ελεγείες (Elejías puras, 1908), Ενδιάμεσες ελεγείες (Elejías intermedias, 1909), Πράσινα φύλλα (Las hojas verdes, 1909), Θλιβερές ελεγείες (Elejías lamentables, 1910), Η ηχηρή μοναξιά (La soledad sonora, 1912), Λαβύρινθος (Laberinto, 1913), Ο Πλατέρο και εγώ (Platero y yo, 1914), Πνευματικά σονέτα (Sonetos espirituales, 1914-1915), Θέρος (Estío, 1916).

Όσο για την επιρροή του Συμβολισμού, πρόκειται κυρίως για τον γαλλικό Συμβολισμό, και πρωτίστως το έργο του Βερλαίν, με το οποίο ο Χιμένεθ ήρθε σε επαφή όντας στο σανατόριο. Σύμφωνα με τον Άνχελ Γκονθάλεθ, ο Χιμένεθ είναι ο καλύτερος συμβολιστής ποιητής της καστιλιάνικης γλώσσας. Εξού και η αόριστη αναφορά, μέσω εσωτερικών εικόνων, σε ό,τι βρίσκεται καλά κρυμμένο στο βάθος της πραγματικότητας: διαθέσεις και στοιχεία της φύσης λειτουργούν ως σύμβολα της ψυχής του ποιητή. Πάγια σύμβολα στην ποίηση της πρώτης αυτής περιόδου είναι ο κήπος, το χάραμα, η νύχτα και η μουσική. Πέρα από την επιρροή του Συμβολισμού, έντονη υπήρξε και εκείνη του Μπέκερ, ποιητή τον οποίο ο Χιμένεθ μελέτησε νωρίς. Η μελέτη του αυτή τον οδήγησε να εγκαταλείψει τις σπουδές ζωγραφικής που σκόπευε να ξεκινήσει και της νομικής που ήδη είχε ξεκινήσει και δεν προτίθετο να ολοκληρώσει. Από τον Μπέκερ θα πάρει τον συναισθηματισμό που χαρακτηρίζει τη συγκεκριμένη ποιητική περίοδο, όπως και την καθαρότητα και απλότητα του ύφους. Δεν θα έπρεπε ακόμη να παραλείψουμε τον Ρουμπέν Νταρίο, ο οποίος, πέρα από το ίδιο το γεγονός ότι προλόγισε το πρώτο βιβλίο του Χιμένεθ, συνιστά μια από τις πιο καίριες επιρροές του νεαρού τότε ποιητή. Ο Χιμένεθ θα επηρεαστεί, τέλος, και από τον Ουναμούνο, κυρίως διαβάζοντας το 1907 τη συλλογή του με τίτλο Ποιήματα (Poesías).

Όπως είναι φυσικό για ένα πνεύμα ανήσυχο, δεν είναι ολόκληρη η πρώτη περίοδος (όπως και οι επόμενες) απολύτως ομοιογενείς, αλλά περιλαμβάνουν διάφορες επιμέρους τάσεις, στροφές και πειραματισμούς. Έτσι, το 1910 συνιστά χρονιά-σταθμό στην πρώτη αυτή περίοδο, καθώς έκτοτε παρατηρείται μια διαφορετική αισθητική αλλά και υπαρξιακή προσέγγιση εκ μέρους του ποιητή, χαρακτηριζόμενη από την προσκόλλησή του στη θεωρία του Κράουζε, με τη συνεπαγόμενη προσήλωση στη φύση, τη λαϊκή κουλτούρα, το φολκλόρ, δηλαδή σε μια φιλοσοφία της ζωής πολύ θετικότερη από εκείνην που διέθετε έως τότε. Ο κόσμος του γίνεται περισσότερο ανοιχτός, χαρούμενος, μουσικός και θετικός. Τώρα σιγεί το αηδονί, πάγιο σύμβολο του εσωτερικού ρυθμού και συναισθήματος, προκειμένου να ακουστεί μονάχα η μουσική «του τραγουδιού και του ταμπούρλου».

Σύμφωνα με τον Χοσέ Αντόνιο Σερράνο Σεγούρα, στα βιβλία της συγκεκριμένης περιόδου συναντούμε δύο κυρίαρχες τάσεις: αφενός την τάση προς τον έλεγο, εννοούμενο ως λύτρωση του Εγώ που υπήρξε –μέσω της μετατροπής των αναμνήσεων σε καινούργιες εμπειρίες, τις οποίες η λέξη εντοπίζει και ενσωματώνει στο τωρινό Εγώ–, αφετέρου την τάση προς τον πανθεϊσμό, ο οποίος χρησιμεύει στον ποιητή για μια καινούργια ερμηνεία της ισπανικής μυστικιστικής παράδοσης. 

Ως προς τη φόρμα, ο Χιμένεθ της πρώτης περιόδου χρησιμοποιεί κυρίως τον οκτασύλλαβο στίχο, κάποτε όμως και τον αλεξανδρινό. Η γλώσσα του είναι απλή, καθώς το ποιητικό του ιδίωμα βασίζεται στην ομιλούμενη γλώσσα (ας μην ξεχνούμε εδώ την επιρροή του Μπέκερ). Στα δύο πρώτα του βιβλία, την κατ’ εξοχήν μοντερνιστική έκφρασή του, χρησιμοποιεί επίθετα χρωμάτων, λέξεις προπαροξύτονες προκειμένου να επιτύχει μουσικότητα, αλλά και επίθετα και λέξεις στις οποίες δίνει συμβολικό περιεχόμενο. Στην πραγματικότητα, το ιδίωμα αυτό είναι προοδευτικό και γίνεται ολοένα ακριβέστερο, ώσπου να φτάσει το σημείο όπου ολόκληρο το λεξιλόγιο θα λάβει έννοια συμβολική. Έτσι, μια έννοια αντιπροσωπεύει μιαν άλλη, μέσω του διαρκούς συσχετισμού εικόνων.

Όσο για τη θεματολογία, δεν είναι άλλη από την παπανθρώπινη θεματολογία της ποίησης: έρωτας, θάνατος, φύση. Ο ποιητής επιθυμεί έναν έρωτα απλό και σταθερό, επιθυμία που του εμπνέει τα πρώτα βιβλία και τον οδηγεί στην αναζήτηση αυτού του έρωτα. Γι’ αυτό και οραματίζεται το αντικείμενο του έρωτά του να του ξεφεύγει στη φύση, από την οποία νιώθει αποκομμένος. Συμβολικά, ο αγώνας του αυτός αποτυπώνεται με την πάλη ανάμεσα στο άστρο (παιδικές αναμνήσεις) και τη γυναίκα (ωριμότητα) ή το όνειρο (παιδικές αναμνήσεις) και το χάραμα (αφύπνιση στην ενήλικη ζωή). Ανάμεσα δε στο όνειρο και την πραγματικότητα, είναι το πρώτο που αποκτά μια ανανεωμένη ζωτικότητα. Ακόμη, υπάρχει μια διαρκής ανησυχία για το χρόνο, ο οποίος χρησιμοποιείται για να δηλώσει διαφορετικά συναισθήματα του ποιητή. Η αυγή και το σούρουπο είναι ώρες με θετικό πρόσημο, όπως και οι μήνες του Απριλίου, του Μαΐου και του Οκτώβρη, μήνες της άνοιξης και του φθινοπώρου, σε πλήρη αντίθεση με τον αρνητικό χειμώνα. Όσο για το θάνατο, πρόκειται για εμμονή του, την οποία θεματοποιεί διαρκώς σε αυτήν την πρώτη περίοδο. Βλέποντας τη ζωή του να απειλείται από το μηδέν, ο ποιητής καταφεύγει στη μελαγχολία.

Με εξαίρεση τα δύο πρώτα βιβλία, ο ποιητικός κόσμος του Χιμένεθ κατά την ευαίσθητη περίοδο είναι ένας κόσμος προσωπικός, στηριγμένος σε πραγματικότητες γνωστές στον ποιητή. Αφθονούν οι αισθησιακές εντυπώσεις και κυριαρχεί ένας συναισθηματισμός επαναλαμβανόμενος και μονότονος, ο οποίος εκδηλώνεται σε μια ατμόσφαιρα μελαγχολική, γεμάτη αοριστία και μουσικότητα. Ο ποιητής μιλά για τη μοναξιά του μέσα από ένα τοπίο σιωπηλό, βιωμένο με όλες τις αισθήσεις, περιβεβλημένο από το φως της αυγής ή του δειλινού, με χρώματα καθαρά, κρύα και διάφανα, με αφθονία εντυπώσεων, και σε διάσταση με το είναι του και τη ζωή του.

Η δεύτερη ποιητική περίοδος, η «πνευματική», συμπίπτει με το πρώτο ταξίδι του ποιητή στην Αμερική και την ανακάλυψη εκ νέου της θάλασσας. Ο ποιητής ασχολείται με την αγγλόφωνη ποίηση και κυρίως με τους Γέητς, Μπλέηκ, Ντίκινσον και Σέλλεϋ, αναζητώντας την υπερβατικότητα και την αιωνιότητα που θα τον σώσουν από το θάνατο. Το αιώνιο το εντοπίζει στο ωραίο και την καθαρότητα της ποίησης. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου περιορίζει τη μουσικότητα και τα εξωτερικά μορφολογικά μέσα, διατηρώντας βέβαια πάντα ένα ρυθμό εσωτερικό.

Τη δεύτερη αυτή περίοδο, περίοδο φρενήρους δραστηριότητας, ο Χιμένεθ εκδίδει δυο βιβλία θεμελιακά για τη δημιουγική του πορεία: το Ημερολόγιο ενός ποιητή, προσφάτως νυμφευμένου (Diario de poeta recién casado, 1917), το οποίο ο ποιητής χαρακτήριζε ως «το καλύτερο βιβλίο μου» και τη Δεύτερη ποιητική ανθολογία (Segunda Antolojía Poética, 1922). Πέρα από τα δύο αυτά εμβληματικά έργα, την ίδια περίοδο εκδίδονται: Αιωνιότητες (Eternidades, 1916-1917), Πέτρα και ουρανός (Piedra y cielo, 1917-1918), και Ποίηση και ομορφιά (Poesía y Belleza, 1923). Παράλληλα, ο Χιμένεθ ασχολείται με την αναθεώρηση του έως τώρα έργου του, αποκηρύσσοντας τα δύο πρώτα βιβλία του μαζί με άλλα ποιήματα και διορθώνοντας ακούραστα τα υπόλοιπα, πράγμα που θα κάνει ώς το τέλος της ζωής του. Στις 7 Μαρτίου 1922 εκμυστηρεύτηκε στον Χουάν Γκερρέρο πως «δεν θέλει άλλα προσωρινά βιβλία σαν και αυτά που είχε εκδώσει ώς τότε και τα οποία δεν του άρεσαν πλέον». Ο Χιμένεθ ικανοποιείται μόνο με το τέλειο αποτέλεσμα και προτιμά να αφήσει το έργο του ανέκδοτο παρά ημιτελές. Ο φόβος του όμως μήπως τον προλάβει ο θάνατος, τον οδηγεί στην ανθολόγηση της έως τώρα ποίησής του. Ο ποιητής έχει ήδη αρχίσει να βλέπει το έργο του ως «μια ενότητα», ένα σύνολο ενιαίο.

Όσο για τις επιρροές που δέχτηκε αυτήν την περίοδο, ο ίδιος αναφέρει: «Γενική επιρροή από ολόκληρη τη μοντερνιστική ποίηση. Επιστροφή από τη Γαλλία. Μοναξιά». Πράγματι, στη συλλογή Ημερολόγιο ενός ποιητή, φαίνεται ξεκάθαρα η αδιαφορία του για τον γαλλικό Συμβολισμό (της πρώτης περιόδου του). Σε γράμμα του προς τον Θερνούδα, γράφει: «…πάντοτε προτιμούσα –με τον έναν ή τον άλλο τρόπο– την ποίηση του βορρά, συγκεντρωμένη, φυσική, καθημερινή…Ο Γέητς, ο Ουίτμαν, ο Χόπκινς μου φαίνονταν πιο ευθείς, πιο ελεύθεροι, πιο μοντέρνοι, κάποιοι μες την απλότητά τους και κάποιοι μες στην πολυπλοκότητά τους». Επιπλέον, η σύζυγός του από την πλευρά της μητέρας της είχε ινδική καταγωγή και, με τη βαθειά γνώση της αγγλικής λογοτεχνίας που διέθετε, τον έφερε πιο κοντά στη λογοτεχνία αυτή. 

Ως προς τη μορφή της ποίησης της περιόδου αυτής, ο ποιητής μετέρχεται τον ελεύθερο στίχο. Η εύκολη μουσικότητα της πρώτης περιόδου εξαφανίζεται και η ποίηση ηχεί σαν πρόζα, πληρώντας τη βασική προϋπόθεση της ποίησης του Χιμένεθ για μια ποίηση απλή, ποτέ όμως απλοϊκή. Γράφει ποιήματα, των οποίων το περιεχόμενο είναι από μόνο του πλούσιο. Μετά τον αλεξανδρινό στίχο και το σονέτο, επιστρέφει στην παρήχηση. Γράφει ακόμη ποιήματα σε πεζό λόγο, σε blank verse, σε συνδυασμό διαφορετικών τρόπων και κάνοντας διάφορους πειραματισμούς.

 

Έτσι, σε αυτό το ταξίδι προς την αγάπη (ταξίδι του μέλιτος στην Αμερική), ήταν που ο ποιητής ανακάλυψε εκ νέου και την άλλη αγάπη του, τη θάλασσα. Επρόκειτο δε για ανακάλυψή της ως αναντίρρητης πηγής ομορφιάς και ποιητικού βιώματος. Από την παρατήρηση του απέραντου ωκεανού προέκυψε και η επιθυμία του για την «καθαρή ποίηση», αυτή τη νηφάλια και εξαγνισμένη έκφραση του ποιητικού ιδιώματος, νοούμενου τώρα ως διανοητικού κώδικα, στον οποίο εισέρχεται κανείς πρώτα με τη διάνοια και στη συνέχεια με το συναίσθημα. Ανοιγόταν έτσι μια δεύτερη περίοδος στο έργο του ποιητή, η οποία προέκυπτε όχι μόνο από την αγάπη για τη θάλασσα, μα και από την επαφή με την αγγλοσαξονική ποίηση και το έργο του Ινδού Ταγκόρε. Βρίσκοντας διέξοδο σε στίχο και πρόζα, η νέα ποίηση είναι δηλωτική μιας καινούργιας στάσης: ποίηση που γίνεται αυθεντικό προσωπικό ημερολόγιο, ενώ ο ποιητής, συλλογισμένος, μελαγχολικός και μοναχικός, μετατρέπεται σε ον που θαυμάζει όλο απορία τα όσα παρατηρεί. Αυτή η «πληρότητα του πλήρους» αποτυπώνεται ξεκάθαρα στα ποιήματα που είναι αφιερωμένα στη θάλασσα. Όπως η θάλασσα, έτσι και ο άνθρωπος αλλάζει, και μάζι με αυτόν και το ύφος του, σε διαρκή εξέλιξη και πορεία προς μια ποίηση γυμνή. Η θάλασσα συμβολίζει τη ζωή, τη μοναξιά, την απόλαυση, τον αιώνιο παρόντα χρόνο και την κοσμική ενότητα. Αυτή η συμβολική εξέλιξη είναι παράλληλη με την πνευματική εξέλιξη του ποιητή: ανακαλύπτει τη θάλασσα που τον συνδέει με το οικουμενικό και το αιώνιο, γι’ αυτό και αποζητεί την ταύτιση μαζί της.

Η τρίτη και τελευταία περίοδος, η «επαρκής ή αληθινή», είναι η περίοδος της εξορίας στην Αμερική. Ο Χιμένεθ εξακολουθεί να αναζητεί το ωραίο και την τελειότητα, φτάνοντας στο σημείο να γίνεται μυστικιστικός και να ταυτίζεται με το θεό. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο ίδιος, αποζητεί το Θεό “sin descanso ni tedio”, που θα πει «ακούραστα κι ακόρεστα». Για εκείνον, ο Θεός δεν είναι μια εξωτερική οντότητα, αλλά εντοπίζεται εντός του ίδιου και εντός του έργου του. Αναφέρει: «Η ουσία Σου ενυπάρχει μέσα μου, όπως η μορφή μου» ή αλλού:«…Στον κόσμο που χάριν Εσού και για Σένα έφτιαξα». Για τα ποιήματα αυτής της περιόδου χρησιμοποιεί ιδιόλεκτο με πολλούς νεολογισμούς.

Κατά την περίοδο αυτή ο Χιμένεθ συνεχίζει να αναθεωρεί το έως τότε έργο του και περνάει ένα διάστημα σιωπής, από το οποίο εξέρχεται με το ταξίδι του στην Αργεντινή και την ανακάλυψη εκ νέου της γλώσσας του. Πράγματι, κατά την τρίτη αυτή περίοδο εκδόθηκαν μόνο οι τίτλοι: Ισπανοί τριών κόσμων (Españoles de tres mundos, 1942), Ένα ύψωμα μεσημβρινό (Una colina meridiana, 1942-1950), Ρομάντζα του Κόραλ Γκέημπλς (Romances de Coral Gables, 1948), το οποίο θα αποτελέσει αργότερα τμήμα του Από την άλλη πλευρά: Χώρος (En el otro costado; Espacio) και Ζώο του βάθους (Animal de fondo, 1949), το οποίο θα αποτελέσει τμήμα του Θεός επιποθούμενος και επιποθών (Dios deseado y deseante, 1957). Ο Χρόνος (Tiempo) δεν θα δημοσιευτεί ώς το 1986 (post mortem), ενώ ατελείς θα μείνουν οι συλλογές: Ταξίδια και όνειρα (Viajes y sueños), Φωνές των στίχων μου (Voces de mi copla, 1945) και η Απόλυτη εποχή με τα τραγούδια του νέου φωτός (Estación total con las canciones de la nueva luz, 1946).

Τα χαρακτηριστικά αυτής της περιόδου είναι η διαρκής νοσταλγία του Μογέρ, ως τόπου και ως ιδανικής κατάστασης, η αντιμετώπιση του θανάτου ως αποχωρισμού και εγκατάλειψης, και η συνάντηση με το θείο. Ο ποιητής διατηρεί ως ζητούμενο την απλότητα και επιστρέφει στο ρομάντζο και το τραγούδι, χωρίς πλέον τη μελαγχολία και το συναισθηματισμό της πρώτης περιόδου. Αυτά τα τελευταία αντικαθίστανται από μια ατμόσφαιρα μυστικιστική που περιβάλλει τα πάντα. Έντονη είναι και η χρήση του εσωτερικού μονολόγου, ειδικά στα έργα Χώρος και Χρόνος, μονόλογος δε κοπής τζοϋσιανής, με μία όμως βασική διαφορά: ενώ ο τζοϋσιανός εσωτερικός μονόλογος συνίσταται σε μια ροή της συνείδησης ασύντακτη, περίπλοκη, άνευ συνοχής και λογικής συνέχειας, ο εσωτερικός μονόλογος του Χιμένεθ συνιστά μεν ροή της συνείδησης, μια ροή δε με δομή και συνοχή, η οποία αποστασιοποιείται από εκείνην των χαρακτηριστικών εκπροσώπων του μονολόγου. Ο ίδιος ο ποιητής αναφέρει σχετικά:

«Από πολύ νέος σκεφτόμουν αυτό που αργότερα θα ονομαζόταν εσωτερικός μονόλογος (όρος άπταιστος, όπως εκείνος του ‘μαγικού ρεαλισμού’). Υπάρχουν πολλαπλά δείγματα αυτού σε όλο μου το έργο (το Ημερολόγιο ενός ποιητή βρίθει τέτοιων δειγμάτων). Η διαφορά μου από τους ύψιστους εκφραστές του μονολόγου όπως ο Ντουχαρντίν, ο Τζόυς, ο Περς, ο Έλιοτ, ο Πάουντ κ.ά, έγκειται στο ότι ο δικός μου μονόλογος είναι βέβαια διαδοχικός, αλλά διαυγής και συνοχικός. Το μόνο που του λείπει είναι τα επιχειρήματα. Μοιάζει με ποίημα ποιημάτων δίχως λογική συνέχεια.»

Σύμφωνα με τον Χοσέ Αντόνιο Σερράνο Σεγούρα, η ποίηση του Χιμένεθ αυτής της περιόδου μοιάζει να αναζητεί τον τρόπο να πει το θαύμα της παρατήρησης της φύσης. Οι περίοδοι στις οποίες τυπικά χωρίζεται το έργο του ποτέ δεν κατόρθωσαν να τον αποσπάσουν από την πρώτιστη αυτή ποιητική ενόραση/αποστολή. Αντιθέτως, μονάχα ανανέωσαν την έκφρασή του ή έθεσαν τα όρια περισσότερης ή λιγότερης πειραματικής έντασης. Πρόκειται δε για παρατήρηση της φύσης, όχι αποκομμένη από το ενσυνείδητο υποκείμενο, και εν είδει αναπόφευκτης και μοναδικής αποκάλυψης. Ακριβώς αυτός ο χαρακτήρας αποκάλυψης, αυτή η μοναδική συνάντηση μεταξύ υποκειμένου και αντικειμένου, συνιστά τη σφραγίδα της τελευταίας περιόδου του Χιμένεθ, περιόδου εξύμνησης της πληρότητας μέσω ενός συμβολισμού σχεδόν θρησκευτικού χαρακτήρα. Αυτός χάρισε μεν στην ποίηση του Χιμένεθ μοναδική αυθεντικότητα και την εξύψωσε στο βασίλειο της καλύτερης ποίησης παγκοσμίως, οδήγησε δε παράλληλα στην αδυναμία κατανόησής της και την αντιμετώπισή της ως ιδιάζουσα περίπτωση στη χώρα του ποιητή, την Ισπανία.

Εδώ να σημειώσουμε πως από αυτήν την έλλειψη κατανόησης και εκτίμησης του Χιμένεθ στην ίδια του τη χώρα εκπηγάζει πιθανότατα και η όποια δυσανάλογη προσοχή που του δίνεται και σήμερα ακόμη σε ολόκληρη την Ευρώπη. Σε αυτήν οφείλεται ίσως ακόμη το γεγονός ότι απουσιάζει από τα ελληνικά γράμματα μια πλήρης παρουσίαση του έργου του, όπως και η θέση που του αρμόζει στη συνείδηση του ελληνικού κοινού –των δημιουργών και ποιητών μη εξαιρουμένων–, αν και ο Χιμένεθ έχει μεταφραστεί στα ελληνικά πρώτα απ’ όλα από έναν Νίκο Καζατζάκη (και προσωπικό του φίλο Ισπανού ποιητή), τον Κώστα Τσιρόπουλο, αλλά και –πιο πρόσφατα– από την Άννα Βερροιοπούλου, την Ιουλία Ιατρίδη και την Κλεοπάτρα Ελαιοτριβιάρη. Σε αυτήν την έλλειψη κατανόησης της ύστερης περιόδου του ποιητή στην Ισπανία, γεγονός που οδήγησε στην σταδιακή αποσιώπησή του Χιμένεθ, αναφέρεται παρακάτω το δοκίμιο «Ποίηση μιας Ατλαντίδος» του παρόντος αφιερώματος.

Στα χρόνια της Αμερικής, η φύση παίζει έναν ακόμη ρόλο στην κοσμοθεώρηση του Χιμένεθ: ο ποιητής σχετικοποιεί το θάνατο και αντιμετωπίζει την προσωπική φυσική κατάπτωση ως προσέγγιση της φύσης και καλύτερη γνωριμία με αυτήν. Μάλιστα, η προσέγγιση αυτή επιτυγχάνεται πρακτικά μέσω των καθημερινών περιπάτων, της έκπληκτης παρατήρησης του άμεσου περιβάλλοντος και την υποκειμενική μεταβολή των εποχών. 

Στην τρίτη αυτή περίοδο εντοπίζονται και δύο κορυφαίες συνθέσεις, τόσο για την προσωπική δημιουργική πορεία του ποιητή και την ισπανόγλωσση ποίηση του 20ου αιώνα, όσο και για ολόκληρη την ιστορία της ισπανόγλωσσης ποίησης σε πρόζα. Πρόκειται για τις συνθέσεις Χώρος και Χρόνος. Ο Χώρος, άρχισε να γράφεται ήδη το 1941, αλλά δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά μόλις το 1954, στο περιοδικό Ισπανική ποίηση του Χοσέ Γκαρθία Νιέτο. Από τους κριτικούς θεωρείται ομόφωνα ως η κορύφωση της ποιητικής δημιουργίας του Χιμένεθ, αν και οι εκδότες του έργου του κρατούν αυτή τη θέση για το Θεός επιποθούμενος και επιποθών. Πρόκειται για ένα εκτενές ποίημα σε πρόζα, το οποίο συνθέτει το σύνολο της έως τότε ποιητικής δημιουργίας του ποιητή και προλογίζει ό,τι θα ακολουθήσει. Μέσω του μονολόγου και δίχως συγκεκριμένο θέμα, ο Χιμένεθ ανασυνθέτει μνήμες, όνειρα και σύμβολα της πρότερης ποίησής του και ταυτόχρονα ανακαλεί τόπους της παιδικής ηλικίας, της νεότητας, πόλεις, χωριά, τη θάλασσα, τη γυναίκα, τους φίλους, ιστορίες, γεγονότα του πολέμου και ασθένειες. Τα πάντα σε ένα αμάγαλμα που καθορίζεται από τη Μοίρα και εκλαμβάνει τη ζωή ως πάλη του Κάιν με τον Άβελ και του Δαυίδ με τον Γολιάθ. Από άποψη τεχνικής, η γραφή παραπέμπει στην αυτόματη γραφή των Σουρεαλιστών, με ελεύθερο συσχετισμό των ιδεών και έλλειψη λογικής συνέχειας, όπου συνδυάζονται στιγμές πληρότητας, παραπλήσιες της μυστικιστικής έκστασης, με κρίσιμες στιγμές απόλυτης απόγνωσης. Ο Χώρος αποτελεί την ύστατη απάντηση του ποιητή στη μεταφυσική κρίση όπως αυτή αποτυπώνεται σε ολόκληρο το έργο του. Το παρόν αφιέρωμα περιλαμβάνει τη μετάφραση του πρώτου Εδαφίου του.

Ο Χιμένεθ συνέθεσε το Χρόνο το 1941, μαζί με ένα πρώτο μέρος του Χώρου. Παρόλο όμως που ο δεύτερος εκδόθηκε ενόσω ο ποιητής βρισκόταν εν ζωή, ο Χρόνος, όπως είδαμε, παρέμεινε ανέκδοτος ώς το 1986. Γραμμένος σε ποιητική πρόζα, παρέμεινε ατελής. Ο Χρόνος, όπως τον ορίζει ο δημιουργός του, συνιστά «μια συγχώνευση ιδεολογίας και ανεκδότου στο χώρο της μνήμης», όπου αποτυπώνονται λεπτομέρειες της ισπανικής και αμερικανικής κοινωνίας της εποχής του, όπως και στοιχεία της προσωπικής του ζωής και των ανθρώπων γύρω του. Έτσι, μεταξύ άλλων θεματοποιεί τον Εμφύλιο, την παγκόσμια κατάσταση, το θάνατο της μητέρας του, τη συμβίωση με τη σύζυγό του, τις άδικες αρνητικές κριτικές που ελάμβανε κάποτε και τις απόψεις του για τη λογοτεχνία. Γνωρίζουμε πως η συγγραφή του Χρόνου υπήρξε περισσότερο αυθόρμητη σε σύγκριση με το Χώρο, δεδομένης της περιορισμένης τροποποίησής του, η οποία περιελάμβανε τις αναπόφευκτες αλλά λίγες διορθώσεις και προσθήκες του ίδιου του Χιμένεθ. Ωστόσο η οργανική αρχιτεκτονική του παρέμεινε ίδια, όπως προέκυπτε από το μολύβι του. Πρόκειται και εδώ για εσωτερικό μονόλογο, με έναν αφηγητή σε πρώτο πρόσωπο δίχως συγκεκριμένο παραλήπτη ή καλύτερα έναν υπονοούμενο παραλήπτη, όχι άλλον από ένα δεύτερο Εγώ. Ο Χρόνος στερείται ανεπτυγμένου σχήματος επιχειρηματολογίας, λογικού, πόσο μάλλον χρονολογικού. Ο Χρόνος, ο Χώρος και ολόκληρη η ποιητική πρόζα του Χιμένεθ διαθέτει σύμφωνα με τον Χαβιέρ Μπλάσκο «έναν έντονα αυτοβιογραφικό χαρακτήρα, ο οποίος έχει μείνει αναξιοποίητος».

Γενικά, στην τελευταία περίοδο της ποιητικής δημιουργίας του Χιμένεθ παρατηρούμε τη διαδικασία εξαγνισμού της ποιητικής έκφρασης και τη διαρκή προσπάθεια για την τελειοποίηση της έκφρασης αυτής. Η ποίησή του γίνεται η ίδια έκφραση μιας επιφοίτησης, στην οποία το Εγώ δεν αποκόπτεται παρά εντάσσεται αρμονικά στην εμπειρία της ύπαρξης. Κατά αυτήν την έννοια, το έργο του Χιμένεθ πραγματώνει την υπόσχεση ποιητών όπως ο Χαίρντερλιν, για τους οποίους «η ποίηση είναι η οικία της ύπαρξης» όπως θα πει ο Χάιντεγκερ.

 

9. 1956

Ο τελευταίος καθρέφτης, το έτος 1956, είχε για τον Χιμένεθ δύο πρόσωπα, αντίθετα μεταξύ τους, αλλά εξίσου συγκλονιστικά. Στις 25 Οκτωβρίου του απονέμεται το Βραβείο Νομπέλ λογοτεχνίας. Τρεις μέρες αργότερα, η σύζυγός του πεθαίνει από καρκίνο. Το βραβείο θα παραλάβει ο πρύτανης του Πανεπιστημίου του Πουέρτο Ρίκο, όπου δίδασκε ο Χιμένεθ. Ο ίδιος, αδυνατώντας να ξεπεράσει το θάνατο της συζύγου του, κλείνεται στο σπίτι του και βγαίνει από αυτό μονάχα για να επισκεφθεί τον τάφο της. Η κατάστασή του επιδεινώνεται και οδηγεί στην εισαγωγή του στην Ψυχιατρική Κλινική Άτο Τέχας του Πουέρτο Ρίκο, απ’ όπου μετά βίας βγαίνει προκειμένου να επισκεφθεί κάποιο σχολείο ή, αρκετές φορές την εβδομάδα, την αίθουσα «Ζηνοβία και Χουάν Ραμόν Χιμένεθ» του Πανεπιστημίου του Πουέρτο Ρίκο, όπου είχαν μεταφερθεί τα χειρόγραφά του, διάφορα έγγραφα και όπου μπορεί να ακούει την ηχογραφημένη φωνή της συζύγου του. Η κατάστασή του βελτιώνεται ανέλπιστα στις αρχές του 1958, ωστόσο στις 14 Φεβρουαρίου υφίσταται κάταγμα της λεκάνης, για το οποίο και χειρουργείται. Η φροντίδα του είχε ανατεθεί από τη σύζυγό του στον ανιψιό του, Φρανθίσκο Ερνάντεθ Πινθόν, ο οποίος τον συντρόφευσε στις τελευταίες περιπέτειες της υγείας του και προσπάθησε μάταια να τον πείσει να επιστρέψει μαζί του στην Ισπανία. Τον Μάιο του ίδιου έτους ο Χιμένεθ αρρωσταίνει βαρειά με πνευμονία, και στις 29 του μήνα πεθαίνει στην ίδια κλινική που είχε πεθάνει και η σύζυγός του δυο χρόνια νωρίτερα.

Τζοκόντα Μπέλλι, «Πόλις» (4/4)

 

Επιμέλεια αφιερώματος, επιλογή, μετάφραση: ΕΛΕΝΑ ΣΤΑΓΚΟΥΡΑΚΗ

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ

«Η επανάσταση υπήρξε πράξη ερωτική, ζωοδότρια»
Συνέντευξη της Τζοκόντας Μπέλλι στη Σιλβίνα Φριέρα

Στο Λος Άντζελες βρέχει καταρρακτωδώς. Με την επιθυμία θαρρείς να σαρώσουν και να πληγώσουν ό,τι αγγίζουν, οι σταγόνες ηχούν πεισμωμένες. Μέσα σε αυτόν τον υδρόβιο κόσμο στον οποίο μετατρέπεται τώρα η πόλη, μια αστραπή σχίζει τον ουρανό κάπου μακριά. Το τοπίο διαλύεται εμπρός στα μάτια της Νικαραγουανής συγγραφέα, Τζοκόντας Μπέλλι, εν είδει θαρρείς αποχαιρετισμού. Η καταιγίδα όμως ξεσπάει επίσης μες στην ψυχή της, τώρα που πακετάρει το σπιτικό της, βιβλία και διάφορα αντικείμενα, προκειμένου να επιστρέψει μόνιμα πλέον στη Νικαράγουα, τη «χώρα κάτω από το δέρμα» της, την ηφαιστειακή, σεισμική, επαναστάτρια. Ενόσω συνηθίζει στην ιδέα της μετακόμισης, γράφει ένα μυθιστόρημα που χρόνια ολόκληρα κλωθογύριζε στο μυαλό της και που «επιτέλους», όπως η ίδια αναφέρει με τον οικείο κι εγκάρδιο τόνο της, «έλαβε σάρκα και οστά, ώστε να θέλει να βγει τρέχοντας στο φως».

Όταν η σπίθα της ποίησης τη διαπέρασε το 1970, χαρίζοντάς της στίχους όπως «Ο άντρας που θα μ’ αγαπά/ το πρόσωπό μου θ’ αναγνωρίζει μες στο ανάχωμα,/ θα μ’ αγαπά γονατιστός στη γη/ καθώς μαζί οι δυο θα βάλλουμε/ κατά του εχθρού» ή «ώσπου μέσα μου να εισβάλλεις/ με τη δύναμη του ιλίγγου/ και με το πήγαινε να με κατακλύζεις και το έλα σου/ σαν θάλασσα ανήμερη,/ ώσπου ν’ απομένουμε οι δυο μας ιδρωμένοι τεντωμένοι/ στων σεντονιών πάνω την άμμο» η τοτινή κοινωνία της Νικαράγουας, σκανδαλισμένη από το γεγονός πως μια γυναίκα τολμούσε να γράψει για «υπογάστρια και υγρασίες», την κατηγορούσε πως υπερβολικά έχει εξυμνήσει «του κορμιού τα μυστήρια», το φύλο, τον ερωτισμό και την πιο μύχια ηδονή.

Και πάλι γύρω στα 1970, μια «γρατζουνιά στη συνείδηση», η δικτατορία του Σομόσα, δεν της επέτρεψε να μείνει αμέτοχη, κι έτσι συμμετείχε στην αντίσταση, αρχικά ως μυστική πράκτορας του «Μετώπου Εθνικής Απελευθέρωσης των Σαντινίστας» (FSLN). Καταδιωκόμενη από τις Μυστικές Υπηρεσίες, εξορίστηκε στο Μεξικό, την Κόστα Ρίκα και την Κούβα. Επέστρεψε στην πατρίδα της με το θρίαμβο της Επανάστασης των Σαντινίστας, τον Ιούλιο του 1979. Θα ξεκινούσε, τότε, μια περίοδος ανάληψης σημαντικών πολιτικών αξιωμάτων, ώσπου το 1994, τέσσερα χρόνια μετά την εκλογική ήττα, απεχώρησε από το κόμμα. Σε ένα ποίημά της με τόνο ανάλαφρο, όπου δηλώνει πως «δεν διαθέτει τα πόδια της Σίντυ Κρώφορντ», παραδέχεται πως το πρόσωπό της, από συνήθεια, έχει πάψει πλέον να της αρέσει, πως το στόμα της παραμένει αξιοπρεπές, «πάνω απ’ όλα αισθησιακό», και πως το σύνολο σώζεται τελικά με τη βοήθεια της αφάνας που έχει για μαλλιά. Θα ’πρεπε να προσθέσει βέβαια κανείς πως διατηρεί αυτήν τη σπίθα αχαλίνωτης νεότητας στα μάτια της, μάτια όλο εγρήγορση και προσοχή, στραμμένα στον ανασασμό της ανθρωπότητας.

Κατά πόσο υπήρξε «εξελιγμένος» ο χρόνος της ποιητικής δημιουργίας; Μπορεί να σκεφτεί κανείς πως ένα μυθιστόρημα απαιτεί περισσότερο χρόνο και προσπάθεια, και όμως δίνετε την εντύπωση πως αφήνετε τους στίχους να αναπαυθούν και ύστερα επιστρέφετε σε αυτούς ξανά και ξανά, ώσπου να εγχαραχτούν για τα καλά.

— Κοίταξε, το μυθιστόρημα δομείται πάνω σε μια εξωτερική πραγματικότητα. Κάτι συμβαίνει. Αφηγείται μια ιστορία. Πρέπει κανείς να ’ναι ζογκλέρ για να συγκρατεί όλον αυτόν τον κόσμο στο μυαλό του, τα τοπία, τους χαρακτήρες. Η ποίηση, αντιθέτως, συνιστά μια ματιά στο εσωτερικό τοπίο και πρέπει να αφεθεί να υπάρξει. Εγώ αφήνω το συναίσθημα να βγει στην επιφάνεια και ύστερα απαλείφω ό,τι δεν βοηθά το ποίημα να παραμείνει στρογγυλό, να ζήσει σαν κύτταρο μέσα στην ίδια του τη μεμβράνη. Το δύσκολο σε αυτήν τη διαδικασία είναι να μην χαθεί ο αυθορμητισμός. Και αυτό κάποτε σημαίνει πως πρέπει απλά να αφήσεις το ποίημα να υπάρξει. Εγώ είμαι ποιήτρια, όχι πανεπιστημιακός. Αυτό που με ενδιαφέρει, δεν είναι η τελειότητα, αλλά η ποίηση. Γι’ αυτό δεν δουλεύω τα ποιήματα σε υπερβολικό βαθμό και γι’ αυτό θεωρώ πως πρόκειται για ποιήματα προσβάσιμα, τα οποία ο οποιοσδήποτε θα μπορούσε να κατανοήσει και να ευχαριστηθεί.

Σε προηγούμενη συνέντευξή σας είχατε πει πως γίνατε γνωστή, εντός εισαγωγικών, όταν στα είκοσί σας γράψατε ερωτική ποίηση, τόσο αισθησιακή, που προκάλεσε σκάνδαλο. Τι φοβάται ο κόσμος όταν μια γυναίκα γράφει, για παράδειγμα, πως «το Big Bang ήταν ο αρχέγονος οργασμός» ή πως «ώς και το φύλο μου ακόμη εκρήγνυται σαν χειροβομβίδα», για να αναφέρουμε λίγους μόνο στίχους;

— Είναι απίστευτο πως σε τέτοιους καιρούς εξακολουθεί να συνιστά είδηση το γεγονός ότι μια γυναίκα γράφει ερωτική ποίηση. Οι επιστολές του Τζέημς Τζόυς στη Νόρα Μπαρνάκλ δεν είναι μόνο ερωτικές, αλλά πορνογραφικές και σκατολογικές, και όμως κανείς δεν του κολλάει ταμπέλα γι’ αυτό. Εγώ, αντιθέτως, κυκλοφορώ με την επιγραφή στο κούτελο. Αδιαφορώ. Την κουβαλώ μάλιστα με τιμή και καμάρι, αφού πιστεύω πως ο γυναικείος ερωτισμός είναι ενωτικός, δεν διαχωρίζει την ψυχή από το σώμα. Επιπλέον τον θεωρώ πηγή ισχύος της γυναίκας και δημιουργικό πυρήνα της ζωής. Η σεξουαλικότητα κι ο αισθησιασμός είναι στοιχεία υπέροχα, και εμείς οι γυναίκες τα βιώνουμε με ένα σώμα που διαρκώς μας υπενθυμίζει πως είμαστε όντα με σώμα κι όχι μόνο πνεύμα. Και αυτό είναι κάτι που έχουν προσπαθήσει πολύ να μας αποσπάσουν. Προσπάθησαν να μας ενοχοποιήσουν για την ομορφιά μας, για τον ερωτισμό μας. Εμείς είμαστε το ανθρώπινο Big Bang και γι’ αυτό, όμοια με την ατομική βόμβα, μας φοβούνται και προσπαθούν να μας έχουν υπό έλεγχο. Και όμως, ο θηλυκός «έρως» είναι θεμελιώδης για τη ζωή. Ελπίζω κάποια μέρα η ανθρωπότητα να ανακαλύψει πως οι γυναίκες μπορούμε να φωτίσουμε τον κόσμο με αυτήν την ατομική ενέργεια που διαθέτουμε, γιατί θα τη χρησιμοποιήσουμε προς όφελός της. Ωστόσο έχουν σπαταλήσει τόσο χρόνο να μας τρέμουν και να μας καταπιέζουν, που συχνά ώς και εμείς οι ίδιες καταπίνουμε το παραμύθι πως η σεξουαλικότητά μας είναι επικίνδυνη. Και τότε επιδιώκουμε την κάθαρση, αρνούμενες αυτό που είμαστε. Στην ποίησή μου εγώ εξυμνώ το γυναικείο κορμί, όπως και όλην την ηδονή, τον πόνο και το θαύμα, για τα οποία αυτό είναι ικανό.

Για να χρησιμοποιήσω στίχους σας, εξακολουθούν να σας λένε «Σώπαινε. Άλλο μη μιλάς για υπογάστρια κι υγρασίες. (…) Όπου να ’ναι εγγόνια θα ’χεις.»;

— Όχι, κανείς πια δεν μου λέει κάτι τέτοιο (γέλια). Νομίζω πως πλέον περιμένουν από μένα να μιλήσω, πράγμα που δείχνει πως ακόμη και οι πιο βαθειά ριζωμένες προκαταλήψεις, κυρίως όταν έχουν ριζώσει πάνω στην υποκρισία και σε ψεύτικους τρόπους, μπορούν να αλλάξουν. Υπάρχει κάτι το απελευθερωτικό, μου φαίνεται, όταν κάποιος είναι σε θέση να φωτίσει με ομορφιά αυτό που συχνά υποφωτίζουν οι κοινοτοπίες ή βρωμίζουν οι χυδαιότητες. Ενάντια σε όσους επιδιώκουν να αισθανόμαστε ένοχες, εγώ προτείνω ένα όραμα άλλο: το όραμα της γυναίκας που γνωρίζει πως το να είναι γυναίκα συνιστά προνόμιο και όχι μειονέκτημα. Είναι ανάγκη, άνδρες και γυναίκες να αντικρίσουμε αλλήλους δίχως φόβο, απολαμβάνοντας τη διαφορετικότητά μας.

Σχεδόν ταυτόχρονα με την έναρξη της πορείας σας στην ποίηση προσχωρήσατε στο Μέτωπο των Σαντινίστας. Πώς τράφηκαν αυτές οι εμπειρίες; Τι προσέφερε η ποιήτρια στην αντάρτισσα και με ποιο τρόπο ο πολιτικός αγώνας αναμειγνυόταν στους στίχους;

— Ο αγώνας ενάντια στη δικτατορία του Σομόσα ήταν ηρωικός, επικός. Η επανάσταση υπήρξε πράξη ερωτική, ζωοδότρια. Για μένα η Νικαράγουα ήταν ανέκαθεν αγάπη παθιασμένη. Η χώρα μου μού μιλά με ηφαίστεια, με αγκαλιάζει με δέντρα, με ποτίζει με βροχές κατακλυσμικές. Να γράφω ποίηση για τη χώρα μου, το λαό μου, τη γενναιότητα και το ήθος, με τα οποία αγωνίστηκε κι εξακολουθεί να αγωνίζεται, είναι κάτι που βγαίνει αυθόρμητα από τα μύχια του είναι μου. Πιστεύω πως σχετίζεται με την ανάγκη μου για ενότητα. Δεν ξέρω γιατί έχουμε τη μανία να διαχωρίζουμε την ψυχή από το σώμα, την αγάπη για έναν άνθρωπο από την αγάπη για την πατρίδα, τη ζωή από την πολιτική. Ζωή για μένα σημαίνει να μπορώ να τα βιώνω όλα αυτά ως ενιαίο σύνολο.

Τι είναι η Νικαράγουα για εσάς; Εξακολουθεί να σας πονάει πολύ η χώρα σας, όπως γράφετε σε ένα από τα ποιήματά σας;

— Αχ, πώς να σου το πω. Η Νικαράγουα για μένα είναι ο άντρας μου, με όνομα γυναικείο. Είναι η χώρα κάτω από το δέρμα μου, είναι το εσωτερικό μου πλήθος. Δεν μπορώ παρά να πω το ίδιο που έχω γράψει σε τόσα ποιήματα και κείμενά μου: είναι το κέντρο μου. Όταν, επιστρέφοντας με το αεροπλάνο στη Νικαράγουα, αναγνωρίζω από το παράθυρο το τοπίο, νιώθω πως η ψυχή επιστρέφει στο σώμα μου. Προφανώς και με πονά: με πονά το πόσο λίγο έχουμε προοδεύσει έπειτα από τόσες προσπάθειες. Με πονά που πρόκειται, όπως λέει μια φίλη, για τη χώρα του Σίσυφου, εκείνου που οι θεοί τιμώρησαν καταδικάζοντάς τον να κουβαλάει μια τεράστια πέτρα ώς την κορφή ενός βουνού, μοναχά για να διαπιστώσει φτάνοντας στην κορυφή πως η πέτρα θα κατρακυλήσει κι εκείνος θα πρέπει να ξεκινήσει πάλι από την αρχή. Με πονά η υλική φτώχεια ενός λαού, ο οποίος από άποψη ανθρωπιάς είναι μοναδικά πλούσιος. Γι’ αυτό όμως και με παρηγορεί η Νικαράγουα: γιατί πέρα απ’ όλα αυτά, παραμένει μια χώρα θρεπτική, γεμάτη γέλιο και όρεξη για ζωή.

Περάσατε λοιπόν από την ευφορία της επανάστασης στην απογοήτευση της πραγματικότητας. Σας βοήθησε η συγγραφή να ξορκίσετε την απογοήτευση; Και  αν ναι, επαρκεί από μόνη της ως μέτρο ή χρειάζεστε κι άλλου είδους «δραστηριοποίηση»;

— Θεωρώ την απογοήτευσή μου φυσιολογική, ωστόσο δεν πρόκειται για απογοήτευση εξαιτίας της χώρας, παρά εξαιτίας της τσιγκουνιάς της πολιτικής. Η συγγραφή με βοηθάει, καθώς μου επιτρέπει να φαντάζομαι λύσεις και δυνατότητες, αλλά και να συμβάλω στο μέτρο των δυνατοτήτων μου στον δημόσιο διάλογο και στην αναζήτηση περαιτέρω τρόπων για τη χάραξη μιας πορείας, η οποία τώρα μοιάζει ασαφής. Η δραστηριοποίηση παραμένει απαραίτητη, είναι πάντοτε αναγκαία στη Λατινική Αμερική, και καθένας πρέπει να βρει το δικό του τρόπο να δραστηριοποιείται υπό τις νέες αυτές συνθήκες, οι οποίες τουλάχιστον δεν τον υποχρεώνουν ευτυχώς να πάρει τα όπλα.

Με αφορμή το ερώτημα «Μήπως τελικά η σοφία του χρόνου έγκειται στη θέαση της άλλης όψης του φωτός;» στο ποίημά σας «Ως προς το ρήμα ‘βρίσκομαι’», ερωτώ: Τι βλέπει σήμερα η Τζοκόντα Μπέλλι στην άλλη όψη της ποίησής της;

— Στο ποίημα αναφερόμουν στο ότι με το πέρασμα του χρόνου μαθαίνει κανείς να βλέπει όχι μόνο την εκτυφλωτική ιδέα της ουτοπίας, αλλά και να κατανοεί τη δυσκολία που ενέχει η διατήρηση της συνέπειας στην καθημερινότητα. Μαθαίνει να κατανοεί πως το καλό και το κακό συνυπάρχουν μέσα μας. Αυτό που συμβαίνει τώρα με την ποίησή μου είναι πως δεν φοβάμαι να έρθω αντιμέτωπη με αυτήν τη σκοτεινή πλευρά που ενυπάρχει στο είδος μας. Δεν φοβάμαι να κατονομάσω το κακό –είτε αφορά την αριστερά είτε τη δεξιά– γιατί οι καλές προθέσεις δεν οδηγούν πάντοτε σε καλές πράξεις. Στο όνομα δε της επανάστασης και των πιο υψηλών ιδανικών έχουν διαπραχθεί φρικαλεότητες και μεγάλες αδικίες.

Γιατί μοιάζει όμως στο ποίημα «Μάστιγες του 21ου αιώνα» να κερδίζει έδαφος ο σκεπτικισμός, αφού όπως γράφετε εκεί «τίποτε πια δεν προκαλεί αηδία. Η αηδία, αξία παρωχημένη» και «δεν υπάρχει πια εκείνος που προχωρεί σαν τον Σωκράτη θέτοντας ερωτήματα απρεπή στην αγορά»;

— Γιατί είναι λυπηρό να αναγνωρίζει κανείς αυτό το είδος κρούστας που δημιουργείται στη συνείδηση, αρχής γενομένης από την αδιαφορία. Οι στίχοι αυτοί δεν ήταν προϊόν σκεπτικισμού, παρά μιας βαθειάς θλίψης για καταστάσεις όπως αυτή στο Ιράκ. Τόσοι άνθρωποι σκοτώθηκαν εκεί κι εξακολουθούμε να ζούμε σαν να μην συνέβη τίποτε. Υπάρχουν τέτοιες περιστάσεις, όμως υπάρχουν και άλλες, όπως η αντίδραση μετά το σεισμό στην Αϊτή, όπου ο κόσμος αποδείχθηκε αλληλέγγυος, προσφέροντας χρήματα και βοήθεια. Ως ποιήτρια δεν μπορώ παρά να αντιδρώ απέναντι σε τέτοιες καταστροφές, άλλοτε απορώντας και άλλοτε ελπίζοντας.

Δεν είναι παράδοξο που σε αυτό το ποίημα γράφετε ότι ίσως δεν αξίζει πια τον κόπο η διερώτηση, ενώ η συγκεκριμένη ενότητα ποιημάτων σας, τα πολιτικά, βρίθει ερωτημάτων;

— Πότε-πότε λέω ψέματα στον εαυτό μου (γέλια). Φυσικά και αξίζει τον κόπο η διερώτηση. Η ποίησή μου θέτει πολλά ερωτήματα γιατί επιδιώκει να συνδιαλαγεί με τον αναγνώστη και να τον προκαλέσει να αναμειχθεί.

Κάπου αναφέρεστε στον Σέσαρ Βαγιέχο. Ποια η σημασία της ποίησής του στη ζωή σας και με ποιους άλλους ποιητές συνδιαλέγεται η δική σας ποίηση;

— Ο Βαγιέχο είναι ποιητής δύσκολος. Δεν με επηρεάζουν όλα όσα έχει γράψει στον ίδιο βαθμό. Κάποια ποιήματά του είναι πολύ σκοτεινά, σχεδόν απροσπέλαστα, ενώ άλλα μοιάζουν με αστραπή, έτσι που όταν τα διαβάζεις νιώθεις να φωτίζεται ο ουρανός. Δεν θα σου αναφέρω όμως όλους τους ποιητές με τους οποίους συνδιαλέγομαι γιατί δεν θα μας έφταναν οι σελίδες της εφημερίδας (γέλια).

Ορτέγα: Τα μέσα και ο σκοπός. Ποιος ο απολογισμός σας για το έργο του Ντανιέλ Ορτέγα;

— Τα δεδομένα στα οποία στηρίχτηκε ο Ντανιέλ Ορτέγα για την επανεκλογή του είναι νόμιμα, όπως νόμιμη είναι και κάθε βουλή που λαμβάνει υπόψη της τις αδικίες και την ανάγκη κυριαρχίας του λαού. Το πρόβλημα έγκειται στο γεγονός ότι άλλο είναι τα λόγια και άλλο οι πράξεις, και ότι η κυβέρνηση του Ντανιέλ Ορτέγα υποκινείται από μια βούληση μακιαβελική που ισχυρίζεται πως ο σκοπός αγιάζει τα μέσα. Η κυβέρνησή του δεν θέλει τη δημοκρατία, αλλά τη δυνατότητα να αποφασίζει η ίδια ποιο είναι το κοινό συμφέρον και, εν ανάγκη, να το επιβάλει. Πρόκειται για μια κυβέρνηση που τρέμει την υγιή κριτική, τους πνευματικούς ανθρώπους και την ελευθερία των κυβερνουμένων, και η οποία ενεργεί μυστικά και ύπουλα εναντίον οποιουδήποτε τολμήσει με τον τρόπο του να φέρει αντίρρηση. Δυστυχώς, ο Ορτέγα επαναλαμβάνει τα σφάλματα των δικτατοριών του παρελθόντος, μόνο που αυτή τη φορά το πράττει με εξαγγελίες «επαναστατικές». Και όμως, ρέπει προς τον αυταρχισμό και επιδιώκει να συγκεντρώσει τόσο την οικονομική, όσο και την πολιτική ισχύ στο πρόσωπο το δικό του, της συζύγου του και της οικογενείας του. Είναι άνθρωπος φιλόδοξος και ανασφαλής, με πολλά σκοτεινά σημεία στο χαρακτήρα του. Κατά τη διάρκεια της Επανάστασης των Σαντινίστας, οι επικεφαλής ήταν εννιά. Τώρα η εξουσία συγκεντρώνεται στον ίδιο και την οικογένειά του, μια οικογένεια, τα μέλη της οποίας ποτέ δεν έζησαν ως απλοί πολίτες. Ο Ορτέγα πέρασε τη ζωή του ολόκληρη στην πολιτική. Υπήρξε πρόεδρος κι επικεφαλής, υποστηριζόμενος πότε από το Κράτος και πότε από το κόμμα. Αγνοεί την πραγματικότητα που βιώνουν οι πολίτες της Νικαράγουας, ενώ αυτά που θεωρεί πως θέλει ο κόσμος δεν προκύπτουν από εμπειρία, αλλά από μια νοοτροπία τύπου οδηγιών χρήσης. Μια νοοτροπία παρωχημένη, που παραβλέπει πως οι κοινωνικές αλλαγές προϋποθέτουν ελευθερία και συναίσθηση, και όχι προεδρικά διατάγματα. Με αυτά δε τα τελευταία, όχι μόνο βρήκε τον τρόπο να ζητήσει την επανεκλογή του –πράγμα που το Σύνταγμά μας απαγορεύει–, αλλά και να καταπατήσει κάθε νομική και ηθική αρχή του κράτους της Νικαράγουας.

«Εφημερίδα»
Αργεντινή, 4 Φεβρουαρίου 2010

****

Γεννημένη σε προνομιακό περιβάλλον στη Μανάγουα της Νικαράγουας, η Τζοκόντα Μπέλλι αφιερώθηκε στον αγώνα των Σαντινίστας και στη λογοτεχνία. Έχει δημοσιεύσει πολυάριθμα βιβλία πρόζας και ποίησης, όπως και μυθιστορήματα. Της έχει απονεμηθεί πλήθος βραβείων, από το «Βραβείο της Μικρής Βιβλιοθήκης Seix Barral» και το «Βραβείο Σορ Χουάνα Ινές ντε λα Κρους» στην Διεθνή Έκθεση Βιβλίου της Γκουανταλαχάρας, ώς το «Παράσημο του Τάγματος των Ιπποτών» από το γαλλικό κράτος (2013) και το πιο πρόσφατο «Βραβείο Αντρές Σαμπέλια» της Χιλής (2014).

Τζοκόντα Μπέλλι, «Πόλις» (3/4)

Επιμέλεια αφιερώματος, επιλογή, μετάφραση: ΕΛΕΝΑ ΣΤΑΓΚΟΥΡΑΚΗ

Βαρύ φορτίο (Carga cerrada)

Τη γλώσσα των προγόνων μου την άκουσα σε όνειρα.
Τη μορφή τους αντίκρυσα σε δωμάτια αμφίβολα
που μονάχα με γλώσσα ξενική να ονοματίσω μπορώ
τη γλώσσα εκείνων που για πάντα τους εξόρισαν
στο βασίλειο των σκιών.
Τις λέξεις τους δεν καταλαβαίνω
μα στα όνειρα μακραίνουν σαν φοινικιές
ιριδίζουν σαν του Κετσάλ* τα φτερά.
Πώς να ’ταν άραγε οι αγορές της Τενοτστίτλαν*
η πραμάτεια με τα διαδήματα από φτερά παπαγάλων,
η φωνή της γυναίκας που διαλαλούσε καρπούς πολλών λογιών
η μουντή φωνή του πωλητή πατάτας;
Με τι λέξεις που ηχούν σαν ποταμός και καταιγίδα
ονομάτιζαν την αγάπη, το νικητή στης μπάλας το παιχνίδι
και το γλυκό κορίτσι με τα ψάθινα καλάθια;
Οι λέξεις των λαών ομοιάζουν με τα βουνά και τις λίμνες τους
ομοιάζουν με τα δέντρα και τα ζώα τους.
Πώς να ’τανε η γλώσσα αυτή που για τίγρεις μιλούσε και ερυθρίνες
για μια φλεγόμενη σελήνη ισημερινή
για ηφαίστεια ενεργά;
Τη γλώσσα των προγόνων μου την άκουσα σε όνειρα,
σε δωμάτια αμφίβολα που μονάχα μπορώ να περιγράψω
με γλώσσα υπολειμμάτων.
 
Η Νικαράγουα, η αγάπη μου,
το κοριτσάκι μου που ατίμασαν,
σηκώνεται, τη φούστα στρώνει
κραυγάζει, γίνεται θαραλλέα και έξαλλη
με ψέμα μοιάζει πόσο θόρυβο ξεσηκώνει και πόσο αντιστέκεται
σε αεροπλάνα, ορυχεία, πιράνχας, βρωμόλογα αγγλόφωνα
λογύδρια για το πώς να σκύβει το κεφάλι
μα εκείνη αντιδρά ξεφεύγει παίρνει τους δρόμους
και ιδού περνά ο Στρατηγός η αυλή του τα όπλα
οι πράσινες σειρές προελαύνουν σπέρνοντας
κατασκευάζοντας μηχανές ζάχαρης
ποτάμια γάλακτος σπίτια σχολεία
ανέμους που παρασύρουν το φόβο
γεννιόμαστε για τούτο
γελάμε για κείνο
με τα δόντια σφιχτά προχωρούμε η οργή και η ελπίδα
δεν μας αφήνουν δεν τις αφήνουμε
ούτε σ’ ήλιο ούτε σε σκιά
χώρα μικρούτσικη μα ευσυνείδητη
Νικαράγουα, δόρυ εσύ εξακοντισμένο, θαραλλέο, επίμονο, φοράδα
βοσκοτόπια στην Τσοντάλες όπου η Ναντίνε ονειρεύεται ίππους δυνατούς
και ονειρευόμαστε σιντριβάνια
εργοστάσιο ολόκληρο έχουμε ονείρων
όνειρα κατά συρροή για τους άπιστους
κανείς δεν φεύγει από εδώ χωρίς μια γρατζουνιά στη συνείδηση
κανείς δεν περνά δίχως κάτι να του συμβεί
χώρα των τρελών, πεφωτισμένων, ποιητών και ζωγράφων συνάμα
σάρκα και οστά του λαού που βεβαιώνεται και σφάλλει
που δοκιμάζει και δοκιμάζει ξανά
 
Η χώρα αυτή μού επιβάλλει το πάθος, την παράνοιά της,
το ναρκωτικό που συνιστούν τα φλογισμένα απογεύματά της
όπου ηφαίστεια πορεύονται ώς πέρα στον ορίζοντα
δίχως να τα συγκρατεί κανείς
Η χώρα αυτή ιδρώνει φωτεινά μεσημέρια
για να πιστέψω στη φρικτή διαστροφή της ομορφιάς της,
για να μη σηκώσω το λαμπερό πανί των τοπίων της
και δω το θάνατο να διακινεί κάτω απ’ τη μύτη μου κόκαλα
Σε δάκρυα με βαφτίζει αυτή η χώρα
Το μισοφέγγαρο προβάλλει και καρατομεί πυγολαμπίδες
Οι γρύλοι πιάνουν νότες αδύνατες, σοπράνο
Τα μελτέμια σπάζουν κύματα αόρατα στο μπαλκόνι μου
Μα πλέον δεν υπάρχει ομορφιά να με εξαπατήσει
ούτε νανούρισμα να με αποκοιμήσει
 
Μανάγουα,
αλάτι στην πληγή
Αρπάγες
αφήνουν σε βοϊδάμαξες
δέντρα κομματιασμένα
με κατεύθυνση ανώνυμες νεκρικές πυρές.
Σκοτεινοί διαβάτες περπατούν στις ακτές
περιδιαβαίνοντας ακούσιους θανάτους
Στη γωνία
ο άντρας ανεμίζει τα εισιτήρια μέρα μεσημέρι
Από αργόσυρτα λεωφορεία
ξεχύνεται ο κόσμος σαν σμήνος
πόδια μπερδεύονται με ράμφη πουλιών
που κρέμονται ατυχή, σαστισμένα
Με δυσκολία ανοίγει δρόμο
η άμμος το τσιμέντο
Ο εργάτης δένει μαντήλι στο μέτωπο
της μεσημβρίας
Το ταξί των χιλιάδων επισκευών
κυλά πάνω στο ακανόνιστο καουτσούκ
Αφηρημένος ο οδηγός σταματά
όπου νομίζει εκείνος καλύτερα
Αλάτι στην πληγή
η πόλη των χιλιάδων πεζών
δίχως προβλεπόμενα γι’ αυτούς περάσματα
Τα αυτοκίνητα με ταχύτητα ιλίγγου
η γυναίκα με το παιδί διασχίζει το δρόμο
κλείνει τα μάτια
είναι τόσο αβέβαιη η άφιξη απέναντι
Μα και η αβεβαιότητα ακόμη γίνεται συνήθεια
Πρέπει να τρέξουν. Το παιδί πέφτει πάνω στο παρμπρίζ
με τα ρούχα βρεγμένα και βρώμικα
προσποιούμενο αδιαφορία για τα υποτιμητικά βλέμματα
Η υπέργηρη με το χαρτόνι πάνω στο στήθος
δείχνει πρόσωπο και πόδια
φαγωμένα από την πείνα, την επετεία
Αλάτι στην πληγή
Αρπάγες
Λαβύρινθοι για να μην κοιτάς
Μαλακά καθίσματα, ραδιόφωνο
κλιματισμός και κινητό τηλέφωνο
Για άλλες η ζωή είναι άλλη
Τα σιντριβάνια. Τα φώτα νέον.
Ρούμι «Φλορ ντε Κάνια», Κόκα-Κόλα, μπύρα «Βικτώρια».
Τσιγάρα. Η ροτόντα των εξαρτήσεων.
Πίσω ο ναός περιμένει τη μέρα που θα κρυφτεί
σε φοινικόδασος
Στο εκτυφλωτικό κέντρο αγορές και ψώνια
Αργότερα προσευχή για όσους δεν μπόρεσαν να φτάσουν
το φωτισμένο κατώφλι του εμπορικού
Βολική η προσευχή. Ο ναός δροσερός και ήσυχος
Ούτε κλάματα ακούγονται, ούτε φρένα, ούτε το παιδί το χτυπημένο.
 
Τι τύχη να ’σαι νεκρός, Κάρλος Φονσέκα,
τι τύχη που η γη σ’ αγκαλιάζει και τυφλώνει
και κανείς Ναζωραίος θρασύς δεν θα πει
Δεύρο έξω και περιπάτει
Και που φράση μόνο ποιητική είναι εκείνη του Θωμά
πως στους νεκρούς ανήκεις που ποτέ δεν πεθαίνουν.
Στο Μοταστέπε το γρασίδι σβήνει τ’ αρχικά του ΜΕΑΣ*
μα είναι περισσότερα όσα έχουν σβηστεί, πολύ περισσότερα
Η στάχτη τόσων οραμάτων σηκώνεται σήμερα σε κυκλώνες
πάνω στο ίδιο πάντοτε και άγριο πράσινο της Νικαράγουας
και όμως είναι κάτι ακόμη πέρα από τα οράματα
που έγινε καπνός
που χάθηκε και που μας ακολουθεί την κάθε μέρα με αυτήν τη βρώμα ψοφιμιού.
Μακάρι οι τερμίτες να μην σου το μαρτυρήσουν
ο κόσμος να σε ντύνει παρά τη φτώχεια του
και να σε προστατεύει ακόμη κι από εμάς τους ίδιους
 
Πού να κρύψω τη χώρα αυτή της ψυχής μου
για να μην μου την χτυπήσει κανένας πια;
Νικαράγουα λαβωμένη στάζεις λάσπη
απ’ τις πληγές τις ανοιχτές της καρδιάς σου.
Ποιος θα σε γιατρέψει χώρα μικρή;
Ποιος θα σε προστατέψει;
Ποιος μετά τη χολή, τη βροντή
γλυκά θα σου τραγουδήσει να σε ηρεμήσει
για ν’ αποκτήσεις πάλι πίστη
και σηκωθείς στα πράσινα βουνά σου
για ν’ αντικρίσεις τον ορίζοντα;
Γη μου εσύ της φωτιάς και του νερού
που μίλησες με φωνή βραχνή χώρας διαβολεμένης
Σσσσς, σιώπησε πια χωρούλα κουρασμένη από το κλάμα.
Ποιος θα τραγουδήσει νανούρισμα στη Νικαράγουα;
Πάμε, όλοι μαζί.
Ας φέρουμε διαφάνεια
σ’ αυτή τη χώρα τη δική μας
την κουρασμένη απ’ το κλάμα.
Κοιμήσου Νικαράγουα
Κοιμήσου καρδιά μου
Κοιμήσου εσύ χώρα μου
Αγάπη γλυκειά μου.
 

Ως προς το ρήμα «βρίσκομαι» (Del verbo estar)

Η ποίηση βρίσκεται μακριά
όπως το σπίτι το παλιό με το κτήμα
που, φυλαγμένο στα παιδικά μου χρόνια,
λάμπει αθώο
όλο τοίχους λευκούς και κολώνες ψηλές από ξύλο ευγενές
Ο γλυκός κόσμος που γύρεψα να διαπλεύσω με το σάλιο μου
και με της φωνής μου την ανάσα να τυλίξω
έχασε την ψευδαίσθηση της αγνότητας
Όσο ζω
οράματα άλλα εισβάλλουν με τη βία
στην υδάτινη τροχιά που τα εγκλωβίζει
και τ’ ανυψώνει πενθώντας στη συνείδησή μου
Μήπως τελικά η σοφία του χρόνου
βρίσκεται στη θέαση της άλλης όψης του φωτός;
 
Έτσι ένα πρωινό του καλοκαιριού
σηκώνομαι ξυπόλητη ξεχτένιστη
και τις σκάλες κατεβαίνω με τα γυαλιά στα χέρια
για το πρωινό και τις εφημερίδες
Οι λέξεις πλάι στο ψωμί και το βούτυρο
γεμάτες αγωνία
Ενώ οι σελίδες της οικονομίας ανακοινώνουν τον εμπορικό θρίαμβο
κάποιας πάλι τελευταίας τεχνολογίας,
οι τίτλοι επαναλαμβάνουν τη μονότονη απαρίθμηση νεκρών
περιγράφοντας πότε τη μια πότε την άλλη αθλιότητα.
Γυρίζω τις σελίδες αλείφοντας τη μαρμελάδα πορτοκάλι στο φρυγανισμένο ψωμί.
Ψίχουλα πέφτουν πάνω στη φωτογραφία της γυναίκας
που κραυγάζει στην πλατεία της Βαγδάτης πλάι στο νεκρό παιδί της.
Πιστέψτε με όταν λέω πως ο πόνος αυτός δεν μου είναι αδιάφορος
και ας με κάνει να γελώ ο λευκός, γλυκός σκυλάκος μου στον κήπο
που μικρός όπως είναι και μαλλιαρός
καταδιώκει μάταια φρενήρης το κολίμπρι
που πριν μια στιγμή ακόμη ξαπόσταινε πάνω στις λευκές ανθισμένες καμέλιες
και ας πίνω μια γουλιά απ’ τον καφέ γυρίζοντας σελίδα
για να διαβάσω για μια κοπέλα που σκοτώθηκε σε τρομοκρατική επίθεση
σε ιαματικά λουτρά στην Αίγυπτο. Μια κοπέλα 27 ετών,
γεννημένη στο Λας Βέγκας, η μόνη που τα μέσα αναφέρουν λεπτομερώς
αφού είναι Αμερικάνα, ξανθιά, όπως και να ’χει μια γυναίκα νέα που χαμογελά μ’ αυτοπεποίθηση
πλάι στο φίλο της σε μια πρόσφατη φωτογραφία από τις διακοπές, όπου και σκοτώθηκε.
Η σελίδα των Απόψεων της New York Times φιλοξενεί άρθρο
για το Νταρφούρ, μια λέξη που ο πρόεδρος Μπους
ακόμη δεν κατορθώνει να προφέρει σωστά.
Ο αθρογράφος επισημαίνει τις ώρες που αφιέρωσαν τα μέσα στη δίκη του Michael Jackson
και στο ειδύλλιο του Μπραντ και της Αντζελίνας.
Το NBC έστειλε κάμερες στην Αφρική για μια συνέντευξη με τον Μπραντ,
αλλά το Νταρφούρ, με το σφαγιασμό χιλιάδων, δεν μοιάζει άξιο αποστολής
[δημοσιογραφικής ομάδας.
Διαβάζω ότι νοσοκομείο στο Κλήβλαντ ενέκρινε επιτέλους την ιατρική διαδικασία
για την πρώτη μεταμόσχευση προσώπου.
Ζητείται δότης, κάποια οικογένεια που δεν θα τρέμει στην όψη του προσώπου του θανόντος
πάνω στο ξένο σώμα άλλου ανθρώπου.
 
Ο καφές κρυώνει.
Πάει και το ψωμί,
μαύρο ψωμί, ολικής άλεσης, πιο υγιεινό από το λευκό.
Η ποίηση βρίσκεται μακριά.
Απ’ την άλλη όψη θαρρείς του φωτός που εγώ άλλοτε ρουφούσα, διψασμένη για ομορφιά.
Πώς γίνεται να συνεχίσεις να ζεις;
Με τι ψυχή, υποχρεωμένη να δέχεται την αντίφαση
βολεύομαι σ’ έναν γαλάζιο ουρανό, σ’ ένα καλοκαίρι μαγικό σ’ αυτήν την ακτή της θάλασσας, σ’ αυτό το σκυλάκο με τα καπρίτσια του,
στην εκλεκτή αδιαφορία που μετατρέπει την ατομική μικρότητα σε καταφύγιό της;
 
Την ώρα την πιο απέλπιδη της ανθρωπότητας
ξεγλιστρώ απ’ τη νυχτικιά μου
κι αφήνω να τρέξει πάνω στο δέρμα μου νερό
με την ελπίδα πως μέσα του θα διαλυθώ.
 
  

Στον κομαντάντε Μάρκος (Al comandante Marcos)

Ο θόρυβος απ’ τα σκάγια μάς έκλεισε την πόρτα στα μούτρα.
Η πόρτα της ζωής σου άξαφνα κλειστή
στο ξύλο που σε κοιμίζει και σε βυθίζει στα σπλάχνα της γης.
 
Δεν μπορώ να πιστέψω το θάνατό σου,
έτσι δίχως αποχαιρετισμό,
μόνο εκείνο το μακρινό προαίσθημα της νύχτας εκείνης, ―θυμάσαι;―
σαν έκλαψα με μανία βλέποντάς σε κοιμισμένο,
αναγνωρίζοντάς σε ως πουλί αποδημητικό
σε γοργή φυγή απ’ τη ζωή.
 
Ύστερα,
σαν έφυγες,
σαν τον κίνδυνο άρπαξες απ’ τα μαλλιά,
κι ήξερα πως σε περιστοιχίζουνε άγρια σκυλιά,
να πιστεύω άρχισα πως είσαι ακατανίκητος.
Πώς να πιστέψω το τέλος των χεριών σου,
των ματιών σου, των λόγων σου;
Πώς να πιστέψω το τέλος το δικό σου, αφού εσύ ήσουν κάθε αρχή,
η σπίθα, η πρώτη εκπυρσοκρότηση, το «άρξατε πυρ»,
τα σχέδια, η ηρεμία;
 
Και όμως, να τη! η είδηση στην εφημερίδα
και η φωτογραφία σου που με κοιτά δίχως να με βλέπει
και αυτή η οριστική η αίσθηση της απουσίας σου
να με διατρέχει απαρηγόρητη εντός,
αφήνοντας πίσω πολύ των δακρύων το μέτωπο,
να ρίχνεται στις φλέβες μου,
να ξεχύνεται σε κάθε ίνα του κορμιού μου.
 
Περνάει ο χρόνος
και ολοένα μεγαλώνει του ονόματός σου το κενό,
περνούν τα λεπτά τα ηλεκτρισμένα απ’ το άγγιγμά σου,
από το ρυθμικό τραγούδι της καρδιάς σου,
από όλα όσα τώρα κολυμπούν μες στο μυαλό μου
και σε φέρνουν και σε πάνε σαν πλημμυρίδα και άμπωτη
μιας παλίρροιας αίματος,
όπου βλέπω το κόκκινο του πόνου και της οργής
και γράφω, δίχως να μπορέσω να γράψω γι’ αυτό το θρήνο τον ατέλειωτο,
στρογγυλό και κυκλικό σαν και το σύμβολό σου,
και να φανταστώ αδυνατώ το τέλος σου,
παρά νιώθω μονάχα με τη δύναμη της αγκαλιάς,
της βροχής,
των αλόγων σε φυγή,
την αρχή σου.

Η Αμερική στο ιδίωμα της μνήμης (América en el idioma de la memoria)
 
Ι.
Τη γλώσσα των προγόνων μου την άκουσα σε όνειρα.
Τη μορφή τους αντίκρισα σε δωμάτια αμφίβολα
που μονάχα με γλώσσα ξενική να ονοματίσω μπορώ
τη γλώσσα εκείνων που για πάντα τους εξόρισαν
στο βασίλειο των σκιών.
Τις λέξεις τους δεν καταλαβαίνω
μα στα όνειρα μακραίνουν σαν φοινικιές
ιριδίζουν σαν του Κετσάλ* τα φτερά.
Πώς να ’ταν άραγε οι αγορές της Τενοτστίτλαν*
η πραμάτεια με τα διαδήματα από φτερά παπαγάλων,
η φωνή της γυναίκας που διαλαλούσε καρπούς πολλών λογιών
η μουντή φωνή του πωλητή πατάτας;
Με τι λέξεις που ηχούν σαν ποταμός και καταιγίδα
ονομάτιζαν την αγάπη, το νικητή στης μπάλας το παιχνίδι
και το γλυκό κορίτσι με τα ψάθινα καλάθια;
Οι λέξεις των λαών ομοιάζουν με τα βουνά και τις λίμνες τους
ομοιάζουν με τα δέντρα και τα ζώα τους.
Πώς να ’τανε η γλώσσα αυτή που για τίγρεις μιλούσε και ερυθρίνες
για μια φλεγόμενη σελήνη ισημερινή
για ηφαίστεια ενεργά;
Τη γλώσσα των προγόνων μου την άκουσα σε όνειρα,
σε δωμάτια αμφίβολα που μονάχα μπορώ να περιγράψω
με γλώσσα υπολειμμάτων.
 
 
ΙΙ.
Τους Θεούς μας κρύψαμε,
τους μύθους μας,
κάτω απ’ την πορφύρα των αγίων τους.
Αναπλάσαμε τη γλώσσα τους
την ξανακάναμε δική μας,
τη βάλαμε να πει την κατακλυσμική βροχή
και το γλυκό τραγούδι της φλογέρας,
το ύψος των Άνδεων,
και το τροπικό το δάσος του Αμαζόνιου.
Αλλάξαμε τα ονόματά μας για να επιβιώσουμε,
μα τον κόσμο τον ονομάσαμε
με κώδικες και κωδικούς που ώς και τα τώρα παραμένουν ακατανόητοι.
Θέλησαν το δέρμα μας ν’ αλλάξουν,
όμως αλείψαμε κακάο στα γονίδιά τους
για να διακρίνουμε την καθαρή σοκολάτα
απ’ την καμένη:
άντρες και γυναίκες από σοκολάτα
αποίκησαν εκ νέου την Ήπειρο
της Βροντής και της Απόγνωσης.
 
Εκ νέου δημιουργήσαμε τις υπέροχές μας πόλεις
Μεξικό, Μπουένος Άιρες, Λίμα και Ρίο
και φυλάξαμε στα βάθη των κανατιών μας
τη σοφία της υποταγμένης μνήμης μας.
 
ΙΙΙ.
Δεν θριαμβεύσαμε.
Ήμασταν αθώοι και μιλούσαμε στη Γη με σεβασμό,
όπως αρμόζει σε φιλοξενούμενους και όχι σε οικοδεσπότες.
Τη Ζωή θυσιάζαμε στον θεό Ήλιο,
ενώ εκείνοι αντιθέτως στο χρυσό,
που μονάχα τον μιμείται.
Η Γη ήταν συνεργός μας.
Την τιμούσαμε και τη γιορτάζαμε.
Εκείνοι τη Γη δεν την αγαπούσαν,
την ξεγύμνωναν λες και τους ανήκε,
όπως ξεγύμνωναν κι εμάς
λες κι εμείς να τους ανήκαμε το ίδιο.
Μας ανάγκασαν τις λέξεις τους να μιλούμε
και τα ρούχα τους να ντυνόμαστε.
Μας ανάγκασαν τον Θεό να λατρεύουμε
που εκείνοι οι ίδιοι είχαν σταυρώσει.
Ούτε και απ’ την ενοχή τους για τη σταύρωση αυτή γλιτώσαμε
αφού μας έλεγαν πως και για δική μας χάρη πέθανε
και πως με τη ζωή μας έπρεπε να πληρώσουμε
για το αμάρτημα ν’ αγνοούμε κάτι τέτοιο.
 
IV.
Τη γλώσσα των προγόνων μου την άκουσα σε όνειρα.
Σε όνειρα άκουσα τις κραυγές τους.
Το κάψιμο των γεννητικών οργάνων τους,
τον πόνο σε γέννες μιγαδικές,
τα παιδιά από βιασμούς.
Δεν μπορούσαμε στα παιδιά πια να δώσουμε
ονόματα κάκτων, δέντρων, λουλουδιών κι αστερισμών.
Μάθαμε το χρόνο να μετρούμε με τα μέτρα τους
και στις μέρες δώσαμε ονόματα ξένα.
 
V.Ποιοι είμαστε;
Ποιοι είναι εκείνοι, οι άντρες και οι γυναίκες δίχως γλώσσα,
που δέχονται τη χλεύη για το χρώμα τους,
τα πόδια τους, τα φτερά και τα κοσμήματά τους;
Για να μην γνωρίζουμε άλλους από τους δικούς τους κώδικες,
έκαψαν τους δικούς μας σε θεόρατες πυρές.
Η ποίηση και η ιστορία μας, τα χρονικά των λαών μας
γέμισαν με καπνό τις κόγχες των ματιών μας
και με δάκρυα τα σωθικά μας γέμισαν.
Πήραν φωτιά οι ζωγραφικές μας δουλεμένες με προσοχή από γραφείς
πήραν φωτιά οι μύθοι μας που μας έκαναν αυτό που ήμασταν.
Πώς θρηνούσαν οι γέροντες στις αλάνες
βλέποντας των προγόνων τους τα ονόματα να καίνε!
Αχ! Νύχτα εσύ μακρά, νύχτα εσύ πικρή της στάχτης!
Νύχτα που μας άφησες δίχως χέρια,
δίχως γλώσσα, δίχως μνήμη!
 
VI.
Η Γη μάς έσωσε, το αίμα, το χρώμα των φρούτων,
η ζάλη του ανέμου στους γκρεμούς του Μάτσου Πίτσου.
Όλα τα πήραν, τα κατείχαν, μα η Γη εξακολουθούσε να μας τραγουδά,
οι καταρράκτες του Ιγουαζού, η λίμνη Τιτικάκα, ο ποταμός Ορινόκο, οι πεδιάδες,
η λίμνη Ατιτλάν, το ηφαίστειο Μομοτόμπο, οι αρχαίες πρωτεύουσες Τικάλ και Κοπάν.
Η Γη γνώριζε το δικό μας άγγιγμα —
τα ηφαίστεια μάς μιλούσαν — οι ποταμοί μάς ξέπλεναν τα δάκρυα,
και η ζούγκλα μάς έκρυψε.
Εκείνους η νοσταλγία τούς αποτέλειωνε.
Ο χρυσός εισέπραττε την τιμή του. Σκοτώνονταν τώρα αναμετάξυ τους.
Βυθίζονταν τα καράβια τους. Τους αρνούνταν τα παιδιά τους.
Στις κοιλιές των γυναικών μας έσβηναν.
Τα γονίδιά τους έβραζαν στο κακάο
και στους απογόνους τους δεν έβλεπαν πια τους εαυτούς τους.
 
VII.
Τη γλώσσα των προγόνων μου την άκουσα σε όνειρα.
Σε όνειρα άκουσα τα γέλια τους.
Υπομονετική η υπομονή,
η αντίσταση.
Αιώνες ολόκληροι σιωπής κι αναμονής.
Ο καιρός κύλησε σε σπείρες,
αναβαίνοντας από τις ερήμους της Παταγονίας,
διασχίζοντας τις Άνδεις, τις οροσειρές, την τροπική υγρασία,
και τις όχθες με τους βούβαλους.
Ο άνθρωπος των μεγάλων πόλεων καταστρέφει τον κόσμο του.
Η πείνα, η βία, σκάβουν τούνελ κάτω απ’ τα πόδια του,
υποσκάπτουν τα θεμέλια των ξενικών ειδώλων.
 
Τα μάτια της Αμερικής προσμένουν την επιστροφή του Κετσακόατλ
—του φτερωτού όφεως—
 
Τη γλώσσα των προγόνων μου την άκουσα σε όνειρα.
Όνειρα που ποτέ τους δεν κοιμούνται.
 
 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

– Κετσάλ: Πολύχρωμο, εντυπωσιακό ιερό πουλί των Αζτέκων και των Μάγια.
– Τενοτστίτλαν: Ακμάζουσα πόλη-κράτος, πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας των Αζτέκων στο σημερινό Μεξικό
– Κάρλος Φονσέκα: Ιδρυτής του ΜΕΑΣ
– ΜΕΑΣ: Μέτωπο Εθνικής Απελευθέρωσης των Σαντινίστας

 

Τζοκόντα Μπέλλι, «Πόλις» (2/4)

Επιμέλεια, επιλογή, μετάφραση: ΕΛΕΝΑ ΣΤΑΓΚΟΥΡΑΚΗ

Απεργία (Huelga)

Θέλω μια απεργία να συμμετέχουμε όλοι.
Μια απεργία από χέρια, πόδια και μαλλιά,
μια απεργία να γεννιέται μες στο σώμα του καθένα.

Θέλω μια απεργία

από εργάτες                από περιστέρια
από σοφέρ                   από λουλούδια
από τεχνικούς             από παιδιά
από γιατρούς               από γυναίκες.

Θέλω μια απεργία μεγάλη,
που να φτάνει ώς την αγάπη.

Μια απεργία, όλα να τα σταματάει,

το ρολόι                      τα εργοστάσια
τα φυτώρια                  τα σχολεία
τα λεωφορεία               τα νοσοκομεία
τις λεωφόρους             τα λιμάνια.

Μια απεργία από μάτια, από χέρια και φιλιά.
Μια απεργία να επιτρέπει την ανάσα,
μια απεργία να γεννάει τη σιωπή
για ν’ ακούγονται του τύραννου τα βήματα σαν φεύγει.

 

Τι είσαι, Νικαράγουα; (¿Qué sos Nicaragua?)                                       

Τι είσαι
παρά ένα τριγωνάκι γης
χαμένο καταμεσής του κόσμου;

Τι είσαι
παρά το πέταγμα πουλιών
πολύχρωμων μωμώτ
μίμων πολύγλωσσων
και κολιβρίων;

Τι είσαι
παρά το κελάρυσμα ποταμών
που πέτρες μεταφέρουνε λαμπρές και λείες
ίχνη αφήνοντας νερού στα βουνά;

Τι είσαι
παρά στήθη γυναικεία φτιαγμένα από πηλό,
λεία, μυτερά, απειλητικά;
 
Τι είσαι
παρά το θρόισμα των φύλλων σε δέντρα υπερμεγέθη
πράσινα, πολύκλαδα, γεμάτα περιστέρια;

Τι είσαι
παρά πόνος και σκόνη και κραυγές το δειλινό,
– «γυναικείες κραυγές, σαν σε γέννα»-;

Τι είσαι
παρά γροθιά σφιγμένη και στο στόμα σφαίρα;
 
Τι είσαι, Νικαράγουα,
και τόσο με πονάς;

 

Φορείς οραμάτων (Los portadores de sueños)

Οι προφητείες όλες
γράφουν για το τέλος του κόσμου.

Όλες οι προφητείες προμηνύουν
πως ο άνθρωπος ο ίδιος το δικό του τέλος θα επιφέρει.

Μα οι αιώνες και η ζωή που ολοένα ανανεώνεται
γέννησαν ακόμη μια γενιά —
τη γενιά εκείνων που αγαπούν και ονειρεύονται∙
άνδρες και γυναίκες που δεν προσβλέπουνε στου κόσμου το τέλος,
μα στη δημιουργία ενός κόσμου, γεμάτου πεταλούδες και αηδόνια.

Από παιδάκια έφεραν το σημάδι της αγάπης.
Πίσω απ’ την όψη τους την καθημερινή
κρατούσαν φυλαγμένη τη στοργή και τον ήλιο του μεσονυχτίου.
Οι μανάδες τους τα έβρισκαν να κλαίνε για ένα νεκρό πουλί
και αργότερα, πολλούς απ’ αυτούς, τους έβρισκαν το ίδιο
νεκρούς σαν τα πουλιά.

Τα όντα αυτά συμβίωσαν με διάφανες γυναίκες
και τις άφησαν να κυοφορούνε μέλι, και με γιους ν’ ανθοφορούνε
μέσα από χαδιών χειμώνα.

Αυτά έγιναν κι έτσι πλήθυναν στον κόσμο οι φορείς των οραμάτων,
άγριες επιθέσεις δεχόμενοι απ’ τους φορείς προφητειών
που για καταστροφές μιλούσαν.
Τους είπανε φαντασιόπληκτους, ρομαντικούς, ουτοπιστές,
τους λόγους τους τους είπανε ξεπερασμένους
―και πράγματι ήταν τέτοιοι αφού η μνήμη του παράδεισου
στου ανθρώπου την καρδιά έχει παλιώσει―.
Όσοι πλούτη συγκεντρώνανε, τους έτρεμαν,
και καταπάνω τους έριχναν στρατούς,
μα οι φορείς των οραμάτων έκαναν έρωτα όλες τις νύχτες
κι ολοένα ο βλαστός τους ξεπρόβαλλε απ’ τις κοιλιές των γυναικών
που όχι μονάχα έφεραν οράματα μα και τα πλήθαιναν,
διαδίδοντάς τα και μιλώντας γι’ αυτά.
 
Με τον τρόπο αυτό αναπαρήγε ο κόσμος τη ζωή του
όπως αναπαρήγε εκείνους που εφηύραν τον τρόπο
του ήλιου τη λάμψη να παύσουν.
 
Οι φορείς των οραμάτων επέζησαν σε παγετούς,
μα σε κλίματα θερμά έμοιαζαν να ξεπετάγονται
σαν γενιά αυτοφυής.
Ίσως οι φοινικιές, οι γαλανοί ουρανοί, οι βροχές οι καταρρακτώδεις
σε τούτο να ’χανε ανάμειξη,
μα η αλήθεια είναι πως σαν μέλισσα εργάτρια
το είδος τους ολοένα ονειρευότανε και δημιουργούσε όμορφους κόσμους,
κόσμους αδελφωμένους, με άντρες και γυναίκες
με τον έναν ν’ αποκαλεί τον άλλο σύντροφο
που δίδασκαν αλλήλους ανάγνωση και
σε θανάτους από κοινού παρηγορούνταν,
αλλήλους φρόντιζαν, πρόσεχαν κι αγαπούσαν,
ο ένας τον άλλο στον τρόπο της αγάπης βοηθούσε
και στην προστασία της ευτυχίας.
 
Ευτυχείς ήταν στον κόσμο τους από ζάχαρη κι ανέμους,
κι απ’ όλα τα μέρη κατέφταναν άλλοι για να διαποτιστούν απ’ την ανάσα τους
κι απ’ την καθάρια ματιά τους,
και προς όλα τα μέρη σκόρπιζαν εκείνοι που τους γνώρισαν
φέροντας και οι ίδιοι οράματα, οραματιζόμενοι καινούργιες προφητείες
που για χρόνους θα μιλούσανε με πεταλούδες και μ’ αηδόνια
και που ο κόσμος δεν θα τέλειωνε μ’ εκατόμβες.
Αντιθέτως, οι επιστήμονες θα σχεδίαζαν
γέφυρες, κήπους, παιχνίδια εκπληκτικά
για να κάνουν πιο γλυκειά την ευτυχία του ανθρώπου.
 
Είναι επικίνδυνοι – εκτύπωναν οι μηχανές
Είναι επικίνδυνοι – διακήρυτταν οι πρόεδροι στους λόγους τους
Είναι επικίνδυνοι – μουρμούριζαν οι πλάστες του πολέμου.
 
Πρέπει να αφανιστούν – εκτύπωναν οι μηχανές
Πρέπει να αφανιστούν – διακήρυτταν οι πρόεδροι στους λόγους τους
Πρέπει να αφανιστούν – μουρμούριζαν οι πλάστες του πολέμου.
 
Οι φορείς των οραμάτων τη δύναμή τους την γνώριζαν,
γι’ αυτό δεν απορούσαν∙
ήξεραν ακόμη πως η ίδια η ζωή τούς είχε γεννήσει
για να τη σώσουν απ’ το θάνατο που προμήνυαν οι προφητείες.
Γι’ αυτό τη ζωή τους υπερασπίζονταν και με το θάνατο ακόμη.
Γι’ αυτό καλλιεργούσαν κήπους οραμάτων
εξάγοντάς τους με γιγάντιους ιμάντες πολύχρωμους.
Οι προφήτες του σκότους περνούσαν μερόνυχτα ολόκληρα
φρουρώντας περάσματα και δρόμους
ψάχνοντας αυτά τα επικίνδυνα φορτία
που ποτέ τους δεν κατόρθωναν να παγιδεύσουν
γιατί εκείνος που δεν έχει μάτια να οραματιστεί
δεν βλέπει οράματα ούτε μέρα ούτε νύχτα.
 
Και στον κόσμο εξαπλώθηκε κύμα μέγα οραμάτων
που οι έμποροι θανάτου δεν μπορούν να σταματήσουν.
Παντού υπάρχουνε φορτία με γιγάντιους ιμάντες
που μόνο αυτό το νέο γένος των ανθρώπων μπορεί να δει,
αφού ο σπόρος των οραμάτων δεν ανιχνεύεται
γιατί είναι φυλαγμένος μες σε κόκκινες καρδιές
ή σε ρούχα φαρδιά εγκυμοσύνης
όπου εμβρυακοί οραματιστές θορυβούν μες στις κοιλιές
που τους φιλοξενούν.
 
Λένε πως μετά τη γέννησή τους
η γη άνοιξε διάπλατα έναν ουρανό με ουράνια τόξα
και τη γονιμότητα φύσηξε στις ρίζες των δέντρων.
 
Εμείς μονάχα ξέρουμε πως τους έχουμε δει.
Ξέρουμε πως η ίδια η ζωή τους γέννησε
για να τη σώσουν απ’ το θάνατο που προμήνυαν οι προφητείες.
 
 

Γαλάζια Κυριακή στο Λος Άντζελες (Domingo azul en Los Ángeles)

Γαλάζια Κυριακή.
Δρόμοι της θλίψης μου. Το αυτοκίνητο στρίβει στη γωνία.
Γρήγορη οδήγηση, μουσική.
Η ζωή. Οι στροφές. Οι ανηφόρες και οι κατηφόρες. Κι όλ’ αυτά προς τι;
Προς τι η αναπνοή;
Το σώμα; Η άνοδος και η κάθοδος.
Η συνομιλία. Η συναυλία του Βίκτορ Ερνάντες Κρους.
Η θλίψη της Σεσίλιας.
Λος Άντζελες ξένο. Πόλη ξένη. Πρόσωπα άγνωστα.
Κοιτάζω στον καθρέφτη, η γυναίκα πίσω καπνίζει. Μόνη.
Όπως εγώ. Η πόλη αυτή θρονιάζεται στον αμφιβληστροειδή μου
με τους κήπους της και τους ψηλούς της φοίνικες πλάι στη θάλασσα.
Οι άποροι, και εκείνοι που όλους τους πόρους διαθέτουν.
Εύθραυστα ανθρώπινα όντα. Τόσο εύθραυστα. Τόσο μόνα.
Να ’ναι άραγε θλιμμένα; Ή να φταίει η Κυριακή με τους άδειους δρόμους της;
Ή να φταίω πάλι εγώ με τη ματαιότητα που με κατατρέχει; Η αναζήτηση
του νοήματος. Έχουν νόημα άραγε όλ’ αυτά; Να είχαν κάποτε;
Ο αγώνας. The struggle. Όλοι αγωνιζόμενοι.
Ο άνδρας με την πινακίδα στη γωνία:
“I need 100.00 to buy a house
and a car.” Χαμογελά.
Γελά με την ίδια του την επιγραφή.
Ποια η διαφορά ανάμεσα σ’ εκείνον και σε μένα;
Εγώ στο αυτοκίνητό μου. Μόνη.
Εκείνος με την κινητή του οικία, το καροτσάκι του σούπερ μάρκετ.
Το παγκάκι στο πάρκο όπου πότε-πότε κοιμάται. Μόνος.
Ο σερβιτόρος που βγαίνει στο δρόμο να καπνίσει. Αργεντίνος.
Αυτή η πόλη δεν έχει πατρίδα. Ανήκει στους εκπατρισμένους.
Γι’ αυτό μ’ αρέσει. Ίσως να μ’ αρέσει γι’ αυτό.
Ίσως αυτή να ’ναι η μόνη της αξίωση.
Το μόνο που τη σώζει από τα εγκλήματα την αφθονία
και τη λήθη. Οι φοίνικες. Η ομίχλη του πρωινού.
Η μυρωδιά της θάλασσας από μακριά. Οι πατινέρ
στα πεζοδρόμια του μόλου. Τα κορίτσια με τα ωραία κορμιά τους μαυρισμένα.
Η παραλία με τους μυς. Η Βενετία. Απομίμηση της άλλης. Κανάλια. Γέφυρες.
Πάπιες που τρέχουν πίσω από ψίχουλα στην άκρη του πάρκου.
Από το σπίτι μου βλέπω τα βουνά της Σάντα Μόνικα.
Το πράσινο πέρα μακριά. Τους λόφους του Μπέβερλυ Χιλς. Τα βουνά
του Σαν Γκάμπριελ (ψήλωσαν κάμποσο
στον τελευταίο σεισμό). Η κόρη μου η Αντριάνα διαβαίνει αυτούς
τους δρόμους. Πηγαίνει στο προνήπιο, στην 4η λεωφόρο. Έχει συνηθίσει
τον κόσμο που περνάει βιαστικός, δίχως να κοντοσταθεί, τα χαμόγελα
των περαστικών, το πάρκο Λίνκολν.
Μονάχα εγώ φαίνεται να μην συνηθίζω τους αυτοκινητόδρομους, τον ψυχρό
θόρυβο των πραγμάτων, τη θλιβερή σιωπή του κόσμου.
 

Κόντρα στην ελπίδα (Contra toda esperanza)

Ετούτες τις μέρες
που ο κόσμος όλος τρέμει την εντροπία
κι αναδιπλώνεται,
γίνονται όλο και πιο επίπονες
οι δημόσιες αισιόξες προβλέψεις.
 
Ενδείξεις δεν υπάρχουν που να ενισχύουν
την κυοφορία ανέμων
που θα μας κατηύθυναν σε ηπείρους άγνωστες γεμάτες βλάστηση
ή λέξεων ενθαρρυντικών που θα εξηγούσαν αμοιβαίες προσβολές.
Αντιθέτως: οι καιροί συγκεντρώνουν αποδείξεις ενάντια σε κάθε πιθανότητα ισορροπίας.
 
Εκατοντάδες τα όντα που πεθαίνουν
ενόσω άλλοι νοιάζονται απαθείς για τις δικές τους αγωνίες
— πατώντας κουμπιά, θεατές πάνω σε μαλακά καθίσματα—
Μια κοινωνία voyeurs
που ευλογεί την αφθονία της.
                                    —Τα αγοράκια στο εμπορικό κέντρο
                                    πυροβολούν και συγκεντρώνουν πόντους συνθλίβοντας
                                                                                               [εχθρούς φανταστικούς.
Εξελιγμένες τεχνικές αναπαράγουν μακελειά σε αίθουσες
[κινηματογραφικές με αναρίθμητες οθόνες.
 
Εν μέσω απληστίας
γυναίκες και άντρες διαλύουν τη βεβαιότητα του αναπόφευκτου θανάτου
την πλάτη γυρνώντας στη μοίρα τη συλλογική,
ενώ αρπάζονται από μια ευτυχία φευγαλέα κι ελάχιστη.
 
Βρέχει στα ανθρωπάκια με τις ομπρέλες, όπως στον πίνακα του Μαγκρίτ.
Καθένας αποκρούει όπως–όπως τον καυτό ήλιο 
Καθένας με την ψευδαίσθηση πως επιβιώνει
και πως είναι περιττό να ονειρεύεται βροντόφωνα.
 
Ποιήτρια μες στη μοναξιά μου.
Μάρτυρας ενός κόσμου αισχρού,
σέρνομαι με τα βαριά φτερά μου ώς την κορφή
απ’ όπου θα ριχτώ σαν άλλος Ίκαρος, πάλι και πάλι,
γιατί ίσως
γιατί μάλλον
γιατί δεν παραιτούμαι.
  
 

 

Μάστιγες του 21ου αιώνα (Plagas en el siglo XXI)

Ιράκ. Η βόμβα εκρήγνυται καταμεσής του δρόμου. Κορμιά τινάζονται στον αέρα.
Ο βομβιστής αυτοκτονίας φωνάζει τη στιγμή της έκρηξης: Μέγας ο Αλλάχ.
Ο Βορειοαμερικάνος στρατιώτης. Ο ροδαλός, ξανθός νεαρός αφήνει τα λεκτρονικά
και πιάνει τα πολυβόλα στη Φαλούχα. Μπαίνει στη μάχη σε ρυθμό
heavy metal. Ρομπότ, με στολή παραλλαγής. Θώρακας προστατευμένος, ενώ
μέλη ακρωτηριασμένα κυλιούνται στους δρόμους της Βαγδάτης.
Πόσοι κιόλας οι νεκροί;
Πόση πείνα σε Νιγηρία και Τανζανία;
Πόσα σήμερα τα νεκρά από AIDS παιδιά;
Στη Νέα Υόρκη οι πασαρέλες λανσάρουν τις τάσεις της μόδας για το φθινόπωρο.
Γυναίκες παραγγέλνουν στο διαδίκτυο πανωφόρια και τζην
που στοιχίζουν όσο ο ετήσιος προϋπολογισμός πέντε σχολείων μαζί
σε οποιαδήποτε χώρα του Τρίτου Κόσμου.
Η αφθονία των μητροπόλεων εξακουλουθεί.
Τα τεράστια καταστήματα ανοίγουν τις πύλες τους
στο αδάμαστο κύμα των καταναλωτών
Ανύπαρκτες οι ελεύθερες θέσεις στάθμευσης στα εμπορικά.
Σήμερα, εξήντα χρόνια από τη Χιροσίμα
οι βόμβες καταχωνιάζονται στα σακίδια φοιτητών
που λόγο καλύτερο δεν έχουν να ζουν
παρά να πεθάνουν δημόσια.
Η ταυτότητά τους αποκαλύπτεται στις ειδήσεις των οχτώ
Πρόσωπα υγιή μελαχρινά δίχως δέσμευση καμιά που να τα συγκρατεί
Ο ουρανός πολλά υποσχόμενος
Παρθένες καρτερούν με τραγούδια και σώματα γυμνά.
Κάτω στη γη, αντιθέτως, η ντροπή της εξάρτησης,
της μετανάστευσης και της εξώθησης της μητρικής γλώσσας στην ανάμνηση.
 
Οι μανάδες, μαύρες, κλαίνε με τους τίτλους πολυσέλιδων εφημερίδων
με ανακοινώσεις κάθε χρώματος.
Η παγκοσμιοποίηση καταρρίπτει τα σύνορα
σαν στρατός κατακτητής που εισβάλλει δίχως σφαίρες
στην κάνη εμπρός της απληστίας και με το look καλοθρεμμένου.
Όσοι δεν έχουνε, κλέβουνε, και τον μεγαλύτερο κλέφτη
τον βραβεύει η κοινότητα με την ψήφο της.
 
Τρέμει του ποιητή ο παλμός θέλοντας να καταγγείλει
Ποιος τις λέξεις του ν’ ακούσει, απ’ όσους αγνοούν αυτά που πρέπει να ειπωθούν;
Όλοι είμαστε στο κόλπο. Σήμερα με τα ιστολόγια, τα γραφεία,
και την καθημερινή δημόσια καταγγελία των αηδιαστικών
τα πάντα είναι γνωστά.
Και όμως, τίποτε πια δεν προκαλεί αηδία. Η αηδία, αξία παρωχημένη.
Σε οποιοδήποτε φαρμακείο, σε οποιοδήποτε κατάστημα ενοικίασης ταινιών
πωλείται το φάρμακο για τη λήθη θανάτων βίαιων
ή και άλλων, λιγότερο φαντασμαγορικών. Οι ανώνυμοι δίνουν τη ζωή τους
δίχως νεκρικές πομπές, δίχως νεκρολογίες ή τους ύμνους κανενός.
Απαγορεύεται η φωτογράφιση φερέτρων και κορμιών ακρωτηριασμένων.
Οι πόλεμοι οι σημερινοί είναι άσηπτοι μέσα στον τρόμο τους
Τα σημάδια τους ανάλαφρα σαν τον καπνό που παρασύρει ο άνεμος
Τα πτώματα δεν μυρίζουν πια ψοφίμι
πνιγμένα όπως είναι μες στ’ αρώματα λοσιόν σκανδαλωδώς ακριβών
που υπόσχονται αιώνια ομορφιά και αντιγήρανση.
Η βιομηχανία δεν παύει να προσφέρει νεότητα.
Όμως μονάχα οι γέροι θέλουνε να ξαναγίνουν νέοι.
Οι νέοι δεν ξέρουν τι να θελήσουν.
Δεν υπάρχει πια εκείνος που προχωρεί σαν τον Σωκράτη
θέτοντας ερωτήματα απρεπή στην αγορά.
Ίσως τον κόπο πια να μην αξίζει η διερώτηση.
Ίσως να μην υπάρχουν πια καν ερωτήματα.
 

 
Φτάνοντας με το αεροπλάνο στη Νικαράγουα
(Llegada por avión a Nicaragua)
 
Του ανέμου το τραγούδι με καλωσορίζει
Νύχτα στη Μανάγουα
Τόσοι και τόσοι που από αγάπη πέθαναν
διασχίζουν κρυφά το σκοτάδι.
Από την πόλη αναδύεται ένας ψίθυρος
που γίνεται αεράκι
και κινεί των δέντρων τα κλαδιά
Από το αεροπλάνο
η πόλη μοιάζει με ουρανό κατάφωτο από αστέρια που λαμπυρίζουν.
Η μικρή μητρόπολη εκτείνεται σε χρώμα μπλε και ώχρας
σαν ουρανός που προεκτείνεται στη γη
–για ποιον να λάμπουνε τα φώτα της Μανάγουας;–
Από αέρος έχω δει τις νύχτες σε τόσες και τόσες πόλεις
μα καμιά σαν ετούτη δεν βλεφαρίζει
Είναι τα κλαδιά, σκέφτομαι
Οι αμυγδαλιές και οι βελανιδιές στις αλέες
λικνίζουν τα χέρια τους πάνω απ’ τη φωταψία
και προκαλούν την ψευδαίσθηση που ψάχνω να ξεδιαλύνω
από τη θέση μου στο αεροπλάνο που πίσω ξανά με φέρνει
στο θάμπος του παρελθόντος μου.
Εδώ κάποτε εξεγέρθηκε ολόκληρος λαός σαν γροθιά
για να πάρει το μέλλον του στα χέρια του.
Όλα ετούτα ξαποσταίνουν στο μυαλό μου καθώς το αεροπλάνο προσγειώνεται.
Εκεί, σ’ εκείνον τον τομέα του αεροδρομίου, προσγειώθηκα μια μέρα
επιστρέφοντας από την εξορία και τη ζωή μιας απάτριδος.
Ετούτη η ίδια άσφαλτος με υποδέχτηκε
όταν, σε καιρό πολέμου και ανάγκης,
το διάδρομο φώτιζαν φανάρια.
Μικρές λάμπες πετρελαίου υποδείκνυαν με το φως τους την πορεία
σαν μεταφορά, λυπηρή, μαγευτική, μα γεμάτη προκλήσεις
Τόσο παρελθόν στην καρδιά μου σωρεύεται
που κάποτε νιώθω πως χώρος δεν υπάρχει για το παρόν
πολύ λιγότερο για ένα παρόν άσαρκο και πλαδαρό,
αυτό το παρόν δίχως παρουσία,
ένα παρόν όπου η απουσία αυτού που υπήρξε
είναι η μαύρη τρύπα σε αυτόν τον ουρανό που εκτείνεται
εκεί όπου ξαποσταίνει το boeing που με φέρνει.
 
Την ώρα της επιβίβασης σ’ αυτό το αεροπλάνο
είδα τους φορτωτές του να γελούν
σχολιάζοντας τους όγκους αποσκευών που θα ’πρεπε κάπως να τοποθετήσουν.
Πλησιάζοντας κανείς στην έξοδο του αεροπλάνου στην πτήση για Μανάγουα
γνωρίζει πως έχει φτάσει σ’ άλλη χώρα.
Οι επιβάτες ορεξάτοι και πάντα φορτωμένοι
Συνωστίζονται στην πόρτα κατά την επιβίβαση
λες και τρέμουν μην απομείνουν δίχως θέση ως τιμωρία που δεν ήταν πρώτοι την ουρά.Οι γυναίκες ταξιδεύουν όμορφες και επιμελώς στολισμένες,
αφού ξέρουν πως ολόκληρη η οικογένεια θα περιμένει να τις παραλάβει,
περίεργη για το ταξίδι,
για το αν έχουν αλλάξει, αν έχουν ίσως ομορφύνει, αν φορούν ρούχα καινούργια.
 
Πάντοτε σκέφτομαι τον Κορτάσαρ
και την περιγραφή του ταξιδιού του στη χώρα των κρονόπιος,
εκείνων των γλυκών ενοίκων της αθωότητας και του αυθορμητισμού.
Η Νικαράγουα, λοιπόν, χώρα των κρονόπιος.
Γνωρίζεις πως έχεις φτάσει πριν καν φτάσεις
απ’ όλα ετούτα τα σημάδια που περιγράφω
και που μέσα μου μονάχα την αγάπη και τη νοσταλγία αυξάνουν
για εκείνην την αναίδεια
με την οποία οποιοσδήποτε,
μη θέλοντας να διαβεί ατέλειωτους διαδρόμους σε αεροδρόμιο ξένο,
ζητά ένα καροτσάκι αναπηρικό.
Όταν φτάνουν τα αεροπλάνα απ’ τη Μανάγουα
οι υπάλληλοι σχηματίζουνε ουρά περιμένοντας τους επιβάτες
καθένας και μ’ ένα καροτσάκι αναπηρικό
λες και το αεροπλάνο κατέφθανε από μια χώρα αναπήρων.
Χαμογελώ
και φαντάζομαι τη γυναίκα που θα περιγράφει στη γειτόνισσα
τη στρατηγική που θ’ ακολουθήσει για να διασχίσει ένα αεροδρόμιο
δίχως να κάνει βήμα η ίδια ή να νοιαστεί για το οτιδήποτε.
Τον καιρό της επανάστασης πολλοί χειροκροτούσαν
όταν οι ρόδες έτριζαν στην άσφαλτο κατά την προσγείωση.
Σήμερα κανείς πια δεν χειροκροτεί μα η έξαψη παραμένει αδιάπτωτη.
Ελάχιστοι φτάνουν τόσο ενθουσιώδεις στην πατρίδα τους όσο οι συντοπίτες μου
Ελάχιστοι ταξιδιώτες γίνονται σήμερα δεκτοί με τέτοιο χαλασμό
από τις οικογένειες που στριμώχνονται πάνω στο τζάμι της αίθουσας
στην παραλαβή των αποσκευών
Όλοι τους εκεί, στέλνοντας φιλιά, σηκώνοντας τα χέρια μόλις δουν το πολυαναμενόμενο πρόσωποεκείνον ή εκείνην που προβάλλει μισοκρυμμένη πίσω από αμέτρητες πελώριες βαλίτσες
απαρέγκλιτα γεμάτες με δώρα για όλους.
 
Φτωχή είναι η χώρα μου
μα λάμπει σαν ουρανός πεσμένος κατά τύχη πάνω στη γη,
ουρανός σαν ριχτάρι απαλό
γλυκό και παιχνιδιάρικο, σαν μωρό παιδί στην αγκαλιά.
 
 
Ωδή στην προκολομβιανή Νικαράγουα (Oda a un país güegüense)
 
Η χώρα αυτή μού επιβάλλει το πάθος, την παράνοιά της,
το ναρκωτικό που συνιστούν τα φλογισμένα απογεύματά της
όπου ηφαίστεια πορεύονται ώς πέρα στον ορίζοντα
δίχως να τα συγκρατεί κανείς.
 
Η χώρα αυτή τα κρύα πόδια της αποθέτει στο στέρνο μου
μ’ ένα πρόσωπο, προσωπείο απαραγνώριστο στην παραμόρφωση της χλεύης.
Με αναγκάζει να εκλιπαρώ τον άνεμο να μου εξηγήσει την αδηφαγία τούτης της
[απάτης
τη φθορά, την αρπαγή, τη μυρωδιά της σήψης που κάποτε αναδίνουν
ακόμη και τα λουλούδια της τα πιο λαμπρά.
 
Η χώρα αυτή γνωρίζει πως δεν θέλω τα πονεμένα σωθικά της ν’ αντικρίσω,
τα πληγιασμένα σπλάχνα της, τις ουλές από πληγές μυριάδες
τα ίχνη από δόρατα αιχμηρά και μαχαιριές θαμμένες.
 
Η χώρα αυτή με κάνει να μισώ που οι αισθήσεις μου δεν ξεχωρίζουνε
και σβήνουνε τις ζοφερές οπτασίες πριν εκείνες με αγγίξουν:
πλάτες δαρμένες που στενάζουνε σαν στόματα,
πρόσωπα βασανισμένα, εγκαταλειμμένα απ’ την ελπίδα.
 
Η χώρα αυτή ιδρώνει φωτεινά μεσημέρια
για να πιστέψω στη φρικτή διαστροφή της ομορφιάς της,
για να μη σηκώσω το λαμπερό πανί των τοπίων της
και δω το θάνατο να διακινεί κάτω απ’ τη μύτη μου κόκαλα.
 
Σε δάκρυα με βαφτίζει αυτή η χώρα.
 
Το μισοφέγγαρο προβάλλει και καρατομεί πυγολαμπίδες.
Οι γρύλοι πιάνουν νότες αδύνατες, σοπράνο.
Τα μελτέμια σπάζουν κύματα αόρατα στο μπαλκόνι μου.
 
Μα πλέον δεν υπάρχει ομορφιά να με εξαπατήσει,
ούτε νανούρισμα να με αποκοιμήσει.
 
 
 
Ξενιτεμοί (Migraciones)
 
Έρχεται η ζωή και μας πιάνει απ’ τα μαλλιά
Βγάζει η γλώσσα της μαλλιά να μας χλευάζει
να γελάει μαζί μας
Να ’μαι εδώ, επιστρέφω στην εστία,
σαν ένα άψυχο κορμί
Η ψυχή έμεινε πίσω
στη χώρα τη μικρή όπου το όνομά μου
ακούει τον αντίλαλό του
κι όπου εγώ είμαι εγώ
Η αγάπη, ο κόσμος, μας μετατακινούν
σαν πουλιά αποδημητικά
μα υπάρχουνε κι εκείνοι που φτάνουνε απαθείς στις νέες τους οικίες
στα ήσυχα λημέρια και τους βοσκότοπους
όπως υπάρχουμε και οι άλλοι, που ποτέ δεν αναχωρούμε
παρά μονάχα κινούμαστε μες στου ταξιδιού τις ιεροτελεστίες
κι επιβιβαζόμαστε σε αεροπλάνα, σε αυτοκίνητα και λεωφορεία,
σακατεμένοι, με την αίσθηση του διαμελισμού
Ξενιτεμοί κατοικούν τον κόσμο
των χαμένων αναμνήσεων και ανθρώπων μισών,
άγλωσσων, καταδικασμένων σε νοσταλγία
Σύντομα πολύ θα βρίσκομαι στο μέρος όπου η ουσία μου
τον κύκλο θα κλείνει που σχηματίζει η οικογένειά μου
Μα ούτε εκείνοι ούτε εγώ θα κατέχουμε αλλήλους εξ ολοκλήρου
αφού γεωγραφία ολόκληρη θα με χωρίζει απ’ τη μόνη ζωή
όπου μ’ αναγνωρίζω.
 
 
Χριστούγεννα (Navidad)
 
Αντίθετα απ’ τον καιρό που ήμουν παιδί
και περίμενα τον Santa Claus
φορτωμένο ένα σάκο όλο δώρα
να κατέβει από τα κεραμίδια του σπιτιού
απ’ τις υδροροές,
ενήλικη πλέον επιθυμώ
έναν Άγιο Νικόλα μ’ ένα σάκο
που να μπορεί μακριά να πάρει
τις ήττες, τους θανάτους και τους πολέμους
που μας άφησε ετούτη η χρονιά.

Τζοκόντα Μπέλλι, «Πόλις» (1/4)

Επιμέλεια, επιλογή, μετάφραση: ΕΛΕΝΑ ΣΤΑΓΚΟΥΡΑΚΗ

Εντρυφώντας εδώ και καιρό στον κόσμο της Τζοκόντας Μπέλλι, δεν κατόρθωσα να ξεφύγω από τη γοητεία της, γοητεία που γητεύει και καθηλώνει οποιονδήποτε ασχοληθεί μαζί της. Εντυπωσιάστηκα από τον πολύπλευρο χαρακτήρα αυτής της γυναίκας, την οποία γνώρισα ως άκρως θηλυκή, ερωτική και γήινη ποιήτρια (δημιουργό κάποιων από τα ωραιότερα ερωτικά ποιήματα που έχω διαβάσει), ως ιδιαίτερα επιτυχημένη και αγαπητή συγγραφέα της Λατινικής Αμερικής, ως γυναίκα-κεφαλή μιας πολυμελούς οικογένειας και μητέρα τεσσάρων παιδιών, αλλά –αυτό και αν κάνει τη διαφορά!– και ως αντάρτισσα που συμμετείχε ενεργά στην αντίσταση του Μετώπου Εθνικής Απελευθέρωσης των Σαντινίστας εναντίον της δικτατορίας Σομόσα στη Νικαράγουα, γεγονός στο οποίο οφείλεται η εξορία της σε Μεξικό, Κόστα Ρίκα και Κούβα. Παρακολουθώντας λοιπόν στενά, διαβάζοντας και μεταφράζοντας, τόσο την ποίησή της, όσο και τον πολιτικό επικαιρικό σχολιασμό της, συνάντησα μια γυναίκα με συναίσθηση της φύσης του φύλου της· μια γυναίκα με επίγνωση του κοινωνικού της ρόλου και της πολιτικής της ευθύνης ως τέτοιας, αφενός ως ‘ον πολιτικό’ εν γένει που οφείλει να συμμετέχει στα κοινά, αφετέρου ως γυναίκα της Λατινικής Αμερικής με τις συγκεκριμένες ιδιαιτερότητες και ανάγκες που προκύπτουν λόγω της συχνής –κάποτε δε συστηματικής και παραδοσιακής– καταπάτησης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων σε βάρος των γυναικών εκεί. Στη Μπέλλι βλέπω μια γυναίκα που διαρκώς αγωνίζεται, είτε για να ομορφύνει τον κόσμο με τους στίχους της είτε για να τον καταστήσει πιο δίκαιο και αξιοβίωτο με το συνεχή σχολιασμό της και τη διαρκή δημόσια δραστηριοποίησή της, ακόμη και μετά την αποχώρησή της από το κόμμα των Σαντινίστας το 1994. Πολύ συχνά μάλιστα η ποίησή της συνιστά ένα ακόμη μέσο πολιτικού αγώνα. Αυτήν ακριβώς την ποίηση θέλησα να παρουσιάσω εδώ, με όλο της το πάθος, όλο της το βάθος και όλη την τρυφερότητα για τον άνθρωπο, στοιχεία που τόσο χαρακτηρίζουν την Μπέλλι.

Ε.Σ.

***************************************************************

Βασιλικό ύδωρ  

(Αποχαιρετιστήριο κείμενο για την αποχώρησή της από τη «Νέα εφημερίδα», τον Ιανουάριο του 2012.)

Της Τζοκόντας Μπέλλι

Κατά τη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας του 2006, εξέφρασα σε φίλο και παλιό συναγωνιστή την πεποίθησή μου πως εάν επικρατούσε ο Ντανιέλ Ορτέγα, δεν θα σηκώναμε ποτέ πια κεφάλι ως χώρα. Εκείνος, αμετανόητα αισιόδοξος, μου απάντησε με έμφαση: «Όχι, Τζοκόντα, αυτή η χώρα δεν είναι πια η ίδια. Δεν θα μπορέσει να κάνει κάτι τέτοιο». Δυστυχώς, εγώ ήμουν εκείνη που δικαιώθηκε. Μοιάζει ψέμα, ωστόσο ακόμη και σε μία χώρα που υπέφερε τόσο πολύ και πολέμησε τόσο γενναία για να αποτινάξει μακροχρόνιες και επαναλαμβανόμενες δικτατορίες, στάθηκε δυνατόν η ιστορία να αναδιπλωθεί και η χώρα να επιστρέψει στην τρωτή εκείνη θέση, στην οποία την καταδικάζει η παράδοση, ως έρμαιο στα χέρια οποιουδήποτε διαθέτει τον απόλυτο χειρισμό των μηχανισμών εξουσίας.

Αυτή ακριβώς είναι και η περίπτωση του Ντανιέλ Ορτέγα, ο οποίος από το 1979 κατείχε, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, θέσεις-κλειδιά στον πολιτικό χώρο της Νικαράγουας και ο οποίος προτίθεται να αναλάβει εκ νέου τα ηνία της χώρας, ως επικεφαλής  της κυβέρνησης, στη μακροβιότερη θητεία που είχαμε ποτέ.

Η δόλια και δίχως ενδοιασμούς πολιτική, συνιστώντας το χαρακτηριστικότερο γνώρισμα του Ορτέγα, κατάφερε μέσα σε αυτά τα πέντε χρόνια να παγιωθεί πέρα από κάθε προσδοκία, χάρη στη στήριξη της συζύγου του, Ροζάριο Μουρίγιο. Σε εκείνην οφείλει ο Ορτέγα μια επικοινωνιακή πολιτική χειραγώγησης που του επέτρεψε να ανακυκλώνεται ως μυθική μορφή και θεματοφύλακας συλλογικών κεκτημένων, όχι μόνο του Σαντίνο και ολόκληρου του επαναστατικού ρεύματος των Σαντινίστας, αλλά και του συνόλου των αξιών του λαού της Νικαράγουας. Υπό την καθοδήγηση της Ροζάριο Μουρίγιο, το ιδίωμα της κυβέρνησής του μετατράπηκε σε αμάλγαμα θελκτικών και γλυκερών επιθέτων που επιστρατεύουν εξίσου τα πιο παγιωμένα κλισέ του χριστιανισμού και τα πιο επαναστατικά σλόγκαν, προκειμένου να δημιουργήσουν μια ατμόσφαιρα αχλύος, βαμβακιού, μιας ζάχαρης χρώματος ροζ, ένα προπέτασμα πυκνού καπνού, πίσω από το οποίο εξυφαίνεται μέρα με τη μέρα ένα δίχτυ πυκνό και κολλώδες, προορισμένο να ακινητοποιεί οποιαδήποτε κοινωνική δυναμική εναντιώνεται στην απόλυτη συγκέντρωση ισχύος σε αυτό το δίδυμο.

Η φυσική τάση του ανθρώπου για ειρήνη και αρμονία, οτιδήποτε ανυψώνει και μπορεί να επαναλαμβάνεται σαν προσευχή στο πλαίσιο προπαγάνδας, ο ιδεαλισμός των χίπηδων και η ποπ τέχνη μετατράπηκαν στα χέρια της Μουρίγιο σε γλυκό σιροπάκι που τα παληκαράκια δεν διστάζουν στιγμή να καταπιούν, έτσι όπως λαχταρούν την πολυπόθητη συλλογικότητα που αμβλύνει την αξιοσέβαστη επιθυμία τους να συμμετέχουν στον καθορισμό του πεπρωμένου της πατρίδας τους.

Έτσι ηττήθηκε κατά κράτος η λογική στη Νικαράγουα, με ένα φαντασμαγορικό νούμερο ταχυδακτυλουργικής, αντάξιο εκείνου [Ορτέγα] που πιστεύει στο μαγικό υπόστρωμα της κοινής φαντασίας και στερείται ενδοιασμών να το εκμεταλλευτεί. Το άκρον άωτον είναι πως ακόμη και ολόκληρο Πρίγκηπα κατόρθωσαν να αναμείξουν. Αμφιβάλλω αν ο Πρίγκηπας Φίλιππος γνωρίζει για το κερασάκι αυτό με το οποίο σερβίρεται το επιδόρπιο που προσεκτικά μαγειρεύει η Πρώτη Κυρία.

Πριν πέντε χρόνια ανέλαβα αυτή τη στήλη στη «Νέα εφημερίδα», με την πρόθεση να παρακολουθήσω τα βήματα της κυβέρνησης Ορτέγα, ελπίζοντας ότι ο φίλος μου θα είχε δίκιο και πως δεν θα ήταν πια δυνατόν να επιστρέψει το παρελθόν. Θέλησα να κρατήσω τα ιστορικά πρακτικά της τύφλωσης που προκαλεί η εξουσία, η οποία ουκ ολίγες φορές έχει εμπνεύσει τη λατινοαμερικανική λογοτεχνία. Ωστόσο, ως είθισται, η πραγματικότητα ξεπέρασε κάθε φαντασία: ο Ντανιέλ Ορτέγα και η αυλή του ήρθαν για να μείνουν. Θα μείνουν με το καλό, με το κακό, με οποιοδήποτε τίμημα, πεπεισμένοι πως συνιστούν την πανάκεια πάντων των δεινών που μας καταδυναστεύουν.

Η ίδια η χρονογράφος εξομολογείται πως δεν διαθέτει πια ούτε το στομάχι ούτε τη διάθεση για ένα χρονογράφημα, το οποίο στις 19 Ιουλίου του 1979 πίστεψε πως δεν θα ξαναγραφόταν στη χώρα της, τουλάχιστον όχι στη διάρκεια του δικού της βίου.

Με την εκ νέου ανάληψη της εξουσίας από τον Ηγέτη και τη Μοργκάνα του, η πραγματικότητα στη Νικαράγουα θα παραμείνει μεταλλαγμένη σε φαντασίωση. Για πολύ καιρό –αγνοώ πόσον–, οι λέξεις δεν θα έχουν περιεχόμενο: θα ζούμε μέσα σε μιαν ομίχλη, εξαπατημένοι με τεχνητά θαύματα αιώνιων Χριστουγέννων και θεατρινίστικων ψευδαισθήσεων.

Παίρνω λοιπόν τις λέξεις μου και τραβάω γι’ αλλού. Δεν σιωπώ επ’ ουδενί. Σας περιμένω στα μυθιστορήματα, στα ποιήματά μου, σε εκείνα τα αποκυήματα της φαντασίας που, μέρα με τη μέρα,  μοιάζουν περισσότερο αληθινά από τούτο δω.

Ευχαριστώ τους πιστούς σχολιαστές που συντρόφευσαν τα λόγια μου αυτά τα χρόνια, όπως κι εκείνους που μου επιτέθηκαν και τους άλλους που με εγκωμίασαν. Όλοι τους, συμμέτοχοι σε τούτη την άσκηση.

Ευχαριστώ και τον Φρανσίσκο Τσαμόρρο –άλλος ένας που πήρε τις λέξεις του και τράβηξε γι’ αλλού– για την υποδοχή που μου επεφύλαξε στην παλιά του εφημερίδα, η οποία πλέον –μετά βεβαιότητος– είναι νέα.

 

 

ΠΟΙΗΜΑΤΑ

Εμβατήριο (Canto de guerra)

Θα έρθει ο πόλεμος, αγάπη μου
και στη μάχη ούτε ανακωχή θα υπάρχει
ούτε ανάπαυλα για εμβατήρια
μα ποίηση από τη σκοτεινή οπή
της κάνης των τουφεκιών.
Θα έρθει ο πόλεμος, αγάπη μου
και θα χαθούμε στα αναχώματα
σκάβοντας το μέλλον στα φουστάνια της Πατρίδας
συγκρατώντας στην κόψη της καρδιάς και της φωτιάς
τις ορδές των βαρβάρων
που καιροφυλακτούν να πάρουν ό,τι αγαπούμε κι ό,τι είμαστε.
Θα έρθει ο πόλεμος, αγάπη μου
κι εγώ θα τυλιχτώ την ανίκητη σκιά σου,
σαν λέαινα ανήμερη
θα προφυλάξω τη γη των παιδιών μου
και κανείς δεν θ’ ανακόψει τη νίκη ετούτη
οπλισμένη μέλλον απ’ άκρη σ’ άκρη.
Και αν ακόμη δεν βλεπόμαστε
και ώσπου να μπορέσουν να σβηστούνε οι αναμνήσεις,
σου τ’ ορκίζομαι για χάρη σου,
σου τ’ ορκίζομαι αγκαλιάζοντας τη Νικαράγουα
σαν βρέφος που θηλάζει:
Δεν θα τους περάσει, αγάπη μου,
η νίκη είναι δική μας!

 

Αποχωρισμός σε καιρό πολέμου (Despedida en tiempos de guerra)

Μου γέμισες τα σωθικά γιορτή.
Μου αφιέρωσες κάθε μέρα και από ποίημα.
Μου κέντησες πεταλούδες στα μαλλιά.

Κρούστα έγινες στο δέρμα μου
—μαχαίρι οδυνηρό εσύ του έρωτα που αφήνει γεια—
και τώρα υγραίνονται τα μάτια μου στη σκέψη σου
και νιώθω τις φλέβες μου νερό να ξεχειλίζουν
και το αίμα μου να ψάχνει να σε βρει.

Μαζί μου θα μείνεις,
σύντροφε, εραστή, αδερφέ μου.

Μαζί μου, την ερημιά μου να ζεσταίνεις
και τις ώρες τις σκληρές του πολέμου.

Θα μείνεις στα κόκαλά μου χαραγμένος
σαν σφαίρα εύστοχη που το δρόμο γνωρίζει
ώς το κέντρο μου.

Εγώ θα σε φορώ στα ρούχα μου,
στις φόρμες εργασίας,
στο πανωφόρι το μπλε,
στην κουβέρτα·
θα σε φορώ σαν φυλαχτό
σαν πέτρα μαγική για το κακό.

Θα σε φορώ σαν ετούτα τα συγκρατημένα δάκρυα,
τώρα που πια δεν απομένει χρόνος
μήτε χώρος
για το κλάμα.

Το αίμα των άλλων (La sangre de otros)

Διαβάζω τα ποιήματα των νεκρών
εγώ που είμαι ακόμη ζωντανή
εγώ που επέζησα για να κλάψω, να γελάσω,
να φωνάξω Λεύτερη Πατρίδα ή Θανή
πάνω σ’ ένα καμιόνι
τη μέρα που αποφτάσαμε στη Μανάγουα.

Διαβάζω τα ποιήματα των νεκρών,
κοιτάζω τα μυρμήγκια στο γρασίδι,
τα ξυπόλητά μου πόδια,
τα δικά σου ολόισια μαλλιά,
πλάτη γερμένη πάνω απ’ τη συνάθροιση.
Διαβάζω τα ποιήματα των νεκρών
και νιώθω πως το αίμα τούτο
που μ’ αυτό αγαπηθήκαμε,
δεν μας ανήκει.

Η στοργή των λαών (Ternura de los pueblos)

Σου έλεγα πως η αλληλεγγύη
είναι η στοργή των λαών.
Σου το έλεγα μετά το θρίαμβο,
μετά τους δύσκολους καιρούς μέσα σε μάχες
και σε θρήνους—
τώρα, καθώς αναθυμούμαι πράγματα που έγιναν πέρα μακριά,
τότε που όλα δεν ήταν παρά όνειρο και όνειρο, στον ύπνο και στον ξύπνιο,
δίχως κούραση καμιά, ποτέ, στην τροφοδότηση του ονείρου,
ώσπου έπαψε να ’ναι όνειρο, ώσπου αντικρίσαμε σημαίες κοκκινόμαυρες
―στ’ αληθινά― να κυματίζουν πάνω από σπίτια και σπιτάκια και παράγκες
και δέντρα του δρόμου, σκεπτόμενοι όσα αξιωθήκαμε να ζήσουμε
κι έμοιαζαν γρίφο υπερμεγέθη από οργή κι από φωτιά,
από αίμα και ελπίδα…

 

Υπήρξα κάποτε κορίτσι γελαστό (Yo fui una vez una muchacha risueña)

Υπήρξα κάποτε κορίτσι γελαστό
που με το γέλιο του όργωνε
ολόκληρη δική του πολιτεία.
Υπήρξα κάποτε ποιήτρια
γεννώντας ποιήματα καινούργια
σαν οι άλλοι γεννούν παιδιά
να τα διδάξουνε,
να τα ευχαριστηθούνε.
Υπήρξα κάποτε μητέρα δυο πολύτιμων κοριτσιών,
βαδίζοντας σίγουρη για την ευτυχία μου,
τον άνεμο προκαλώντας και τα πράγματα.
Τώρα,
είμαι η γυναίκα που δεν γνωρίζει τη γη όπου ζει,
δίχως αγάπη, δίχως γέλιο, και δίχως Νικαράγουα,
είμαι η ποιήτρια
που γράφει στα κρυφά
σε στιβαρά γραφεία και ξενώνες,
είμαι το κορίτσι που θρηνεί
κάτω απ’ την ομπρέλα
σαν η ανάμνηση το δαγκώνει,
είμαι η μάνα που νοσταλγεί τη χαρά των κοριτσιών της.
Τώρα,
είμαι το τραγούδι της βροχής, της νοσταλγίας―
είμαι όλη μια απουσία.
 
 
 

«Γεύση από μένα» (3/3)

 

Εισαγωγή, επιλογή, μετάφραση: ΕΛΕΝΑ ΣΤΑΓΚΟΥΡΑΚΗ

Το βιβλίο της Σεσίλιας Βικούνια «Γεύση από μένα» είναι ένα βιβλίο μοναδικό στο είδος του. Όντας το ίδιο έργο τέχνης, αφού η δημιουργός του το συνέθεσε και διακόσμησε από διάφορα υλικά –κυρίως ύφασμα– και «αντικείμενα τέχνης», εμφανίστηκε το 1973, ενόσω εκείνη, εξόριστη στην Αγγλία, σπούδαζε τέχνη.

Αυτό το χειροποίητο βιβλίο αρχικά προοριζόταν να γίνει ένα «Ημερολόγιο αντικειμένων», αλλά με την είδηση του θανάτου του Αλιέντε απέκτησε χαρακτήρα επαναστικό και μαγικό, έγινε το ίδιο μέσο αντίστασης. Η ίδια αναφέρει: «τα αντικείμενα καλούνται να επιτύχουν ένα στόχο τριπλό: να αποτυπώσουν μία εργασία μαγική, μία επαναστατική και μια τρίτη, αισθητική. Συνιστούν ένα Ημερολόγιο Ζωής: κάθε μέρα είναι και ένα αντικείμενο (ένα κεφάλαιο) και όλες οι μέρες μαζί συνθέτουν μια ιστορία. Δεν θέλησα να εξαντλήσω τον αναγνώστη με λέξεις –ίσα που επαρκεί ο χρόνος για να ζήσουμε–. Τα αντικείμενα προσφέρουν απλόχερα το νόημά τους».

Στην εισαγωγή της πρώτης έκδοσης, ο Φελίπε Έρενμπεργκ σημειώνει πως το «Γεύση από μένα» είναι η πρώτη κραυγή της δημιουργικής συνείδησης της Χιλής, δυο μόλις μήνες μετά το βιασμό του παρόντος και του μέλλοντος της χώρας» και συνεχίζει: «η Λατινική Αμερική δεν μπορεί να εκφραστεί με απόλυτη ελευθερία, παρά μονάχα από την εξορία. Η πολυτέλεια αυτού του βιβλίου, που για λόγους ανωτέρας βίας τυπώθηκε σε περιορισμένο αριθμό αντιτύπων [η πρώτη έκδοση από τον εκδοτικό Beau Geste Press κυκλοφόρησε μόλις σε 250 αντίτυπα], συνίσταται στην ίδια του την ύπαρξη». Επιπλέον, όπως σημειώνει ο Σέρχιο Μοντραγόν στο οπισθόφυλλο της έκδοσης πια του 2007, «με το έργο αυτό η Βικούνια συστήνεται για πρώτη φορά ως ποιήτρια και μας μεταφέρει σε μια αξέχαστη ιστορική στιγμή, φορτισμένη με επιθυμίες και δημιουργική δύναμη».

Έτσι, το «Γεύση από μένα» συνιστά προοικονομία και ταυτόχρονα πεγραφή του Είναι της Σεσίλιας Βικούνια, η οποία αφιέρωσε τη ζωή της στην Τέχνη, ως εικαστικός και ως ποιήτρια ―μια καλλιτέχνις, περήφανη για τη λατινοαμερικανική γενικά και την ιθαγενή καταγωγή της ειδικότερα, όπως αποδεικνύει και το καλλιτεχνικό επώνυνο που επέλεξε. «Βικούνια» ονομάζεται ένα από τα καμηλοειδή των Άνδεων, στα οποία ανήκει και το, γνωστότερο ίσως, λάμα. Ένα περαιτέρω χαρακτηριστικό γνώρισμα της τέχνης της που τη συνδέει με τη λατινοαμερικανική παράδοση είναι, όπως αποτυπώθηκε και στα δύο προηγούμενα μέρη του παρόντος αφιερώματος, η τέχνη του πλεξίματος και τα νήματα. Αν και το διαδίκτυο δεν ενδείκνυται για την πλήρη εμπειρία της «Γεύσης από μένα», θα προσπαθήσουμε να την αποτυπώσουμε όσο πληρέστερα γίνεται. Το μόνο σίγουρο είναι ότι η Βικούνια αναδύεται όπως την περιέγραψε σε επιστολή του προς αυτήν ο Χένρυ Μίλλερ: «μια, αναμφισβήτητα, καθαρή ψυχή».

**********************

Η πιο εμπνευσμένη (και αληθής;) αφιέρωση που μου έγινε ποτέ

 

Αριθμός τηλεφώνου (Número telefónico)

Όταν άλλαξαν τον αριθμό του τηλεφώνου σου
πίστεψα πως κατέφτανε η καταστροφή
αφού το 2 και το 3 ήρθαν
να αντικαταστήσουν τα αγαπημένα 4 και 9
και πλέον καμία μυθολογία δεν θα κυρίευε
το 7 και το 9 με τον τρόπο που εκείνη γδερνόταν
στο 0 και στο 8
Ήταν τόσο στρογγυλά και ηχηρά και τρυφερά!
Έρεεαν σε ρυθμούς τροπικούς
από σκούρο καφέ
παλιό καπνό λακαρισμένα αρώματα
Ζούσαν μέσα σου και σε συλλάβιζαν
πατώντας με μικρά κομματάκια από μάρμαρο
ενώ τα τελευταία νούμερα 9 και 4
ήταν βαριά κι ασαφή
σαν θολωμένα μάτια
σαν αριθμό τηλεφώνου
δοσμένο στον Άδη
ή σε κάποιον άλλον ακόμη πιο μακριά
αντί για την άψυχη εταιρία των αριθμών
που αγνοεί σε ποιον δίνει
τον αριθμό που δίνει
Το 23 79 30 δεν σημαίνει τίποτε
δυσκολεύει την απομνημόνευση
έχει έναν αέρα ατυχή και περιοριστικό
πέρα από τον ανώνυμο ήχο
που είναι αδύνατο να με ενδιαφέρει
Αντιθέτως το 49 08 94 είναι μέλι απωλεσμένο
πίνακας του Σασέτα
όπου γυμνοί ερημίτες
γιορτάζουν μια γιορτή χρυσή.

1971

Στο κέντρο του μάνταλα (El centro del mandala)

Να σε φιλώ δεν είναι λύση
Να εισβάλλεις μέσα μου και να με γλείφεις
δεν είναι λύση!
Να σε κοιτάζω έγινε πια πιο απόλυτο
από το να σε φιλώ
Ένα φιλί για μένα είναι λίγο
Η συνουσία είναι υπερβολικά λίγη
Η συνουσία δεν μπορεί να περιβάλει ούτε να εκφράσει
ούτε να ικανοποιήσει το αίσθημά μου για σένα
Η ζωή και ο θάνατος φωλιάζουν
κι αφοπλίζονται μέσα σου
Όταν σε κοιτάζω συντελείται
η ευτυχής ανάλωση
η επιτυχής συνάντηση
δύο ρευμάτων δύο καιρών
που καταφτάνουν από τόπους άλλους
του κόσμου
Είναι όπως σε ένα βάθρο με μικρόφωνο
όπου πλήθος περιμένει στη σειρά
να πάρει θέση πίσω απ’ το μικρόφωνο
Πολλά τα μικρόφωνα
μα καθένας ανεβαίνει στο δικό του μικρόφωνο
Είναι η πλήρωση της κοινωνίας
η τέρψη δυο ρευμάτων που επιτέλους ενωθήκαν:
το μικρόφωνο και ο ομιλητής.
 

Δυάδα ή σουσουράδα (Pajarito o parejito)

Και αν αφιέρωνα τη ζωή μου
σε κάποιο απ’ τα φτερά της
για να ζήσω τη ζωή της
να εισβάλω μέσα της και να την κατανοήσω;
Να τη σκεφτώ και να γίνω εκείνη ώς το τέλος;
                        Και να φτάσω
στο σημείο όπου οι κινήσεις μου
να γίνουν οι χιλιάδες μικρότατες ακτίνες
του φτερού;
                        Και η σιωπή μου
τα σούσουρα να γίνουν και οι ψίθυροι
του ανέμου στο φτερό;
                        Και οι καμπύλες μου
βελούδινες και διψασμένες να γίνουν
σαν το φτερό;
Και οι σκέψεις μου
γοργές και σίγουρες και ορισμένες
σαν τις μη-σκέψεις
του φτερού;

1971

 
Λίγη ηρεμία (Un poco de calma)

Και ξαπλώναμε γυμνοί
σαν να επρόκειτο να κάνουμε κάτι
και δεν κάναμε τίποτε άλλο από το να αγγιζόμαστε
στήθος με στήθος
τα στήθη μου
και τα δικά σου
τα δικά μου απαλά
σκληρά τα δικά σου
Εγώ τα έβαζα στο στόμα σου
κι εσύ ξεκόρμιζες
και μου έλεγες:
            «Σεσίλια, εγώ δεν αποκρίνομαι
            αν εσύ…»
και σου απάντησα:
            «Δεν πειράζει αν δεν αποκριθείς
            αφού δεν θα σε ρωτήσω
            τίποτε.»

1972

 
Φυσικές αποκλίσεις (Desviaciones naturales)

Σπουδάζαμε φιλοσοφία
σε ένα σπίτι γεμάτο μικροσκοπικά ζωάκια
Έβρισκες αλεπούδες
στο μέγεθος νεογέννητου ποντικού
και παπάκια όχι μεγαλύτερα από μύγα
πινγκουίνους και άλλα πολλά
                                    Τα υπνοδωμάτια
γεμάτα ψυχασθενείς
που σκάλιζαν αγάλματα στο μάρμαρο.
                                    Μετά την αντιγραφή
ενός ολόκληρου κειμένου για τον Ηράκλειτο
τον Παρμενίδη και τη σχέση με τον Χάιντεγκερ
πιανόμασταν να σκεφτόμαστε καθένας
τα απρόσμενα μεσοδιαστήματα
ανάμεσα στη γραμμή και το κενό.
                                    Παρά το ακανόνιστο λευκό
των αιθουσών
φυλούσαμε σκοπιά για γερασμένους ποιητές
που κατέφθαναν με μπλε παλτό
για να διαλύσουν το εργαστήριο των εικόνων μας.
 

Αυτοπροσωπογραφία (Retrato físico)

Έχω ένα κρανίο σε σχήμα φουντουκιού
και δυο παλλόμενα μάγουλα για οπίσθια
όπου καταλήγουν δυο γαργαλευτοί πεπόνινοι μηροί
γόνατα ηλιοτρόπια
αστραγάλους από πέτρα ηφαιστειακή
αυχένα από αφρικανική σημύδα
αφού, πέρα από τα δόντια,
δεν έχω πάνω μου λευκό
ούτε καν το λευκό των ματιών μου
που έχει χρώμα απροσδιόριστο
Τα δάχτυλά μου είκοσι και αβέβαιο
αν θα μπορέσω να τα κρατήσω
έτσι όπως στέκουν πάντοτε
στο χείλος του γκρεμού
αν και πολύ τα αγαπώ
Θα τελειώσω τον εαυτό μου αργότερα
και θα κρατήσω τα υπόλοιπα για την ακτή.
Για να πω την αλήθεια, τολμηρή πολύ δεν είμαι
Όπου υπάρχει τρύπα
πέφτω μέσα
αφού δεν είμαι επιφυλακτική
ούτε καχύποπτη.
1966
 

Ο θρίαμβος της Λατινικής Αμερικής (El triunfo de Latinoamérica)

Η Λατινική Αμερική δεν πρέπει ποτέ να γίνει σαν την Ευρώπη ή τις ΗΠΑ

Η Χιλή θα μπορούσε να γίνει η πρώτη χώρα του κόσμου που θα έφτανε στην απόλυτη ευτυχία. Η αθωότητα και η νεολιθική έκσταση θα εμφανίζονταν ξανά κατά τρόπο που ολοένα θα περιέβαλλε στοργικά την ύπαρξη. Αυτοκτονίες δεν θα υπήρχαν. Ο σοσιαλισμός θα διέθετε συναίσθηση του σύμπαντος και θα ήταν το άθροισμα της σοφίας των ιθαγενών της Αμερικής και της υπόλοιπης σοφίας του κόσμου. Ο σοσιαλισμός της Λατινικής Αμερικής θα γεννούσε έναν πολιτισμό, όπου η σκέψη με την καρδιά θα ήταν πιο αποκαλυπτική απ’ ό,τι η σκέψη με το μυαλό και όπου η επέκταση της αντίληψης και των σχέσεων θα προξενούσε όλο και περισσότερη ικανοποίηση. Θα υπήρχε πολύς χορός, πολλή μουσική, πολλή φιλία και ένας τρόπος υπέροχος να υπάρχεις!

22/8/1973

 

Φιντέλ και Αλιέντε (Fidel y Allende)

Όταν ο Φιντέλ επισκέφτηκε τη Χιλή το 1971, ο κόσμος ήταν τόσο χαρούμενος που οι δρόμοι είχαν μετατραπεί σε υπαίθριο πανηγύρι. Για να συμμετέχω κι εγώ στους πανηγυρισμούς γι’ αυτή την ιστορική συνάντηση  στην ιστορία του λατινοαμερικανικού νότου, αποφάσισα να τη ζωγραφίσω. Ζωγράφισα μια πεταλούδα να πετάει από το χέρι του Αλιέντε και τους δυο τους να σχηματίζουν με το αεροπλάνο που έφερε τον Φιντέλ ένα τρίγωνο, με την κορυφή του προς τα κάτω. Πρόκειται για σχήμα μαγικό που σημαίνει την ευχή να διατηρήσουν τη δύναμή τους για όσο χρόνο είναι απαραίτητο.

Τον Φιντέλ τον έντυσα με τη χρυσή στολή των ηρώων, ενώ τον Αλιέντε με το πέπλο εκείνων που περνούν στην ιστορία. Ο Αλιέντε δεν είναι πλήρως ντυμένος γιατί ρουχισμός του είναι η υποστήριξη του λαού, αν και στη Χιλή εξακολουθούν να υπάρχουν κάποιοι ανόητοι που δεν τον υποστηρίζουν. Παρομοίως, το ένα πόδι του Φιντέλ είναι γυμνό γιατί θέλησα να δείξω όχι μονάχα τη φυσική του ομορφιά ή την ιστορική του σημασία, αλλά γιατί ο Φιντέλ συμβολίζει τον «νέο άνθρωπο».

Περιβάλλονται δε από λουλούδια γιατί και οι δυο είναι το άνθος μιας νέας υπάρξης, τύχη αγαθή για τη Λατινική Αμερική.

 

Ο θάνατος του Σαλβαντόρ Αλιέντε (La muerte de Salvador Allende)

(δε σώζονται φωτογραφίες αυτού του έργου)

Η κόκκινη κηλίδα, αυτό το κάλυμμα αστραπή, το κακό που καταφτάνει πετώντας είναι το πραξικόπημα, ενώ και το αίμα που κυλάει είναι οι πληγές και το αίμα του Σαλβαντόρ Αλιέντε. Αυτός ο προφητικός λεκές σηκώνει καπνό, σκοτώνοντας καθετί ζωντανό και μετατρέποντας σε έρημο ό,τι προηγουμένως ήταν κήπος. Και από την μαγική Χιλή του σοσιαλισμού, από τον εφευρημένο αυτό παράδεισο δεν απομένει άλλο από πέτρες, κόκαλα και σκελετούς.

Η σορός του Σαλβαντόρ Αλιέντε πέφτει στην άβυσο, στη σχισμή που άνοιξαν οι δολοφόνοι, όχι μόνο του Αλιέντε, αλλά και όλου του μεγαλείου του.

Ο θάνατος του Αλιέντε δεν με συνεπήρε, δεν εισχώρησε στη συνείδησή μου, μόνο άρχισε να αναπτύσσεται μέσα μου αργά και μυστικά σαν σπόρος, μικρόβιο ή αρρώστια. Άρχισε να πονά κάμποσες ώρες αργότερα, αφού πήρε την τρομερή μορφή μιας φρικαλεότητας, μιας κραυγής πνιχτής και δύσοσμης στα σωθικά. Τότε ήταν που ένιωσα την ανάγκη να ζωγραφίσω. Ξεκίνησα στις πέντε τα χαράματα και συνέχισα όλο το πρωινό ώς τις τρεις το μεσημέρι της δωδεκάτης Σεπτεμβρίου.

Ο θάνατος του Σαλβαντόρ Αλιέντε είναι έγκλημα, με τον ίδιο τρόπο που όλα τα εγκλήματα συνιστούν ένα και μόνο έγκλημα. Δεν σκότωσαν μόνο εκείνον, αλλά και τη ζωή μου, τη ζωή όλων όσων ζούσαν, όλων όσων τρέφονταν από την ανέγερση του σοσιαλισμού ως εργασίας χειρονακτικής, ηλιακής, μιας ευτυχίας δίχως τέλος.

Ο θάνατος του Αλιέντε σκοτείνιασε όλους τους ήλιους μου, σκότωσε τις γωνίες μου, την ενότητά μου, τη σαρωτική επιτάχυνση στη χώρα του Ποτέ Ξανά. Η σοσιαλιστική Χιλή ήταν για μένα ο ορισμός του μεγαλείου γιατί δεν ήταν μόνο δικό μου, κι εγώ δεν ανήκα πια σε μένα, αφού δεν ήμουν πια ΕΓΩ παρά ΕΜΕΙΣ για πρώτη φορά!

Ας γίνει ο θάνατος του Αλιέντε η σπίθα που θα αναγεννήσει την επανάσταση από τις στάχτες.

Ο θάνατος του Αλιέντε έθεσε τέλος στη μία και μοναδική λαμπρή στιγμή μας.

Ο θάνατός του είναι και δικός μου θάνατος και θα αναγεννηθώ μονάχα με την αναγέννηση της επανάστασης. Διαφορετικά, τα πάντα θα μείνουν χαρακιές και οργή και πόνος και σκιές και έρημος, από εδώ ώς τον ψίθυρο.

Αν το νόημα του θανάτου είναι η ανάσταση, τότε η έρημος θα δώσει ξανά καρπούς.

Αν όχι, η έρημος θα παραμείνει για πάντα έρημος και ποτέ δεν θα καρπίσει, ποτέ δεν θ’ ανθίσει τίποτε μέσα της, αφού μια φασιστική Χιλή δεν είναι η Χιλή, αλλά ‘Ήλιχ’: μια κατάσταση συναγερμού.

12/9/1973

 

Βιολέτα Πάρρα ή βιολέτα (Violeta Parra o Violeta Vid)

«Βιόλα θαυμαστή» ή «Βιόλα chilensis» ή «Βιόλα ηφαιστειακή», «Πουλί του παραδείσου επί γης» ή «Βιολέτα των Άνδεων» σύμφωνα με τον Νικανόρ Πάρρα. «Αγία Βιολέτα» ή «αγριοδαμασκηνιά» σύμφωνα με τον Πάμπλο Νερούδα. (Βιολέτα αγαπημένη, για μένα.)

            Αποφάσισα να ζωγραφίσω το πορτραίτο της Βιολέτας Πάρρα για τον κύκλο Ήρωες της Επανάστασης, καθώς δεν ήταν όλοι οι ήρωες διοικητές, διανοούμενοι ή αντάρτες. Έπρεπε να προστεθούν και οι ήρωες της επιβίωσης, της ζωγραφικής, της επινόησης.

            Τη ζωγράφισα λοιπόν ως ένα είδος συνδικάτου που στόχο έχει να δίνει δύναμη και μυστήριο στις συντρόφους της.

            Επιπλέον, η Βιολέτα Πάρρα είναι ηρωίδα γιατί, όντας γυναίκα, τόλμησε να υπάρξει και να δημιουργήσει κατά τα δικά της ‘θέλω’. Τη ζωγάφισα κομμένη σε τρία μέρη γιατί ο κόσμος είναι ένα σφαγείο που την τεμάχισε και τώρα την εκθέτει σαν φιλέτο. Τη διαίρεσα στα τρία, πριν μάθω για τις τρεις απόπειρες αυτοκτονίας της που προηγήθηκαν της τελευταίας και τελεσίδικης.

             Παρόλο που η Βιολέτα σημαίνει πολλά πράγματα, την απεικόνισα ως «Πλέκτρια του κόσμου» γιατί αυτή ήταν και η μαγική της δραστηριότητα. Εδώ, την έβαλα να πλέκει τους στίχους του τραγουδιού της «Ευχαριστώ τη ζωή»*.

            Τα μάτια της κοιτάζουν στα αριστερά όπου και ξεκινά το τραγούδι: «Ευχαριστώ τη ζωή που μου έδωσε τόσα, που μου έδωσε δυο μάτια και, όταν τα ανοίγω, άριστα διακρίνω το μαύρο από τ’ άσπρο, ψηλά στον ουρανό τον έναστρο θόλο, και μέσα στο πλήθος τον άντρα που αγαπάω.» Πιο χαμηλά: «Μου έδωσε την ακοή που μέσα στο εύρος της καταγράφει νύχτα και μέρα, γρύλλους και καναρίνια, σφυριά, τουρμπίνες, γαυγίσματα και καταιγίδες.» Και πάνω: «Μου έδωσε το αλφάβητο και τον ήχο και, μαζί με αυτά, τις λέξεις που σκέφτομαι και ονοματίζω τη μάνα, το φίλο, τον αδερφό και το φως που καίει.» Στο γαλάζιο ουρανό: «Μου έδωσε την καρδιά που πάλλεται σαν βλέπω τους καρπούς του ανθρώπινου μυαλού.» Εδώ οι καρποί αυτοί συμφολίζονται με δυο ροδάκινα. Για να συνεχίσει κανείς να διαβάζει τη Βιολέτα πρέπει να καταφύγει στη βιογραφία της, στους στίχους λαϊκών τραγουδιών, στα πλεκτά και στα τραγούδια της, στα αντικείμενά της, όπως και στη συνεργασία της με το Κομμουνιστικό Κόμμα, το οποίο εδώ απεικονίζω με ένα μικρό σφυροδρέπανο.

Μάιος 1973

*Πρόκειται για το πασίγνωστο τραγούδι “Gracias a la vida” που ερμήνευσαν σπουδαίες φωνές όπως αυτή της Μερσέντες Σόσα.

___________________

Όλα τα ποιήματα και οι πίνακες είναι δημιουργίες της ΣΕΣΙΛΙΑΣ ΒΙΚΟΥΝΙΑ και περιλαμβάνονται στον τόμο «Γεύση από μένα».