ΝΠ | Αφηγήματα

Δημήτρης Καρακίτσος, Οιδίπους θηρευτής

του ΔΗΜΗΤΡΗ ΚΑΡΑΚΙΤΣΟΥ

Επιβλητικός και παχουλός, ο Οιδίποδας Μαχραμής βγήκε από το αυτοκίνητό του και πλησίασε τον άνθρωπο που σφάδαζε πεσμένος ανάσκελα στους θάμνους. Λίγα μέτρα δίπλα του, μια αναποδογυρισμένη μοτοσυκλέτα είχε πάρει φωτιά. Ο τραυματισμένος, ένας ηλικιωμένος άντρας με χρυσαφί παλτό, κρατούσε το σπασμένο του πόδι.

«Θα με σκότωνες ρε παλικάρι, βοήθα με, τι κοιτάς».

«Έχει ιατρείο εδώ κοντά;» ρώτησε ο Οιδίποδας.

«Στον Ορχομενό».

«Νόμιζα ότι δεν ζει κανείς εκεί».

Ο τραυματισμένος προσπάθησε να σκίσει ένα κομμάτι από το πουκάμισό του. «Καμιά τριανταριά, όλοι κι όλοι. Βιάσου όμως, έχω χάσει αίμα».

«Μην αγχώνεσαι, δεν θα πεθάνεις από αυτό».

Ο ηλικιωμένος κοίταξε τον άνδρα. «Πονάω, φίλε».

Ο Οιδίποδας πέταξε το τσιγάρο του στο χώμα.  Μπήκε στο αυτοκίνητο και άνοιξε το ράδιο στη διαπασών. Καλύτερα να μην ακούς τα ουρλιαχτά, σκέφτηκε. Ύστερα πάτησε με δύναμη το γκάζι, πέρασε με τους δεξιούς τροχούς πάνω από το κορμί του γέρου και έκανε όπισθεν για να τον ξαναπατήσει.

Να βεβαιωθεί ότι η δουλειά έγινε σωστά.

«Του έλιωσα τον μηρό, μαλακία μου! Το πιο κρεατωμένο σημείο».

Τα μάτια του ηλικιωμένου κοίταζαν το κενό.

Ο Οιδίποδας τύλιξε το πτώμα στη ζελατίνη αυτόματης ψύξης θηράματος και το στρίμωξε στο πορτ μπαγκάζ. Τρεις ποιήτριες, ένας πεζογράφος και μια γριά μυθιστοριογράφος. Διακόσιες κορώνες, μέχρι στιγμής καλά. Ψαχούλεψε τα χαρτιά του νεκρού. Λάιος λεγόταν, εβδομήντα τριών ετών. Ιδού και το τελευταίο του βιβλίο. Ένα βιογραφικό που κάλυπτε τα δυο αυτιά και το οπισθόφυλλο. Κυρίως διακρίσεις σε ασήμαντους διαγωνισμούς και συμμετοχές σε ηλίθιες ημερίδες.

«Πέσαμε μέσα». (περισσότερα…)

Χρίστος Δάλκος, Καταγγελία του οργανισμού τηλεπικοινωνιών Ελβετίας και των Αυστροουγγαρέζων υποτακτικών του

21055028_1544172968954820_8202570881702941270_o.jpg

ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ ΤΟΥ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΕΛΒΕΤΙΑΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΑΥΣΤΡΟΟΥΓΓΑΡΕΖΩΝ ΥΠΟΤΑΚΤΙΚΩΝ ΤΟΥ

Συγχωρῆστε μου τὴν ἀγανάκτηση, ἀλλὰ ὡς πολίτης τῆς Ἑλβετίας ἔχω νὰ κάνω μιὰ καταγγελία ποὺ ἐλπίζω νὰ μὴν περάσῃ στὰ ψιλά.

Ἐγώ, ἀγαπητοὶ συμπολῖτες Ἑλβετοί, ἀνέκαθεν δὲν συμπαθοῦσα τὰ κινητά. Ἔπαιξε ρόλο καὶ ποὺ ἕνας φίλος μου, πανεπιστημιακός, τμῆμα φυσικῶν ἐπιστημῶν, μοῦ ᾿χε μιλήσει γιὰ κάτι αὐγὰ ποὺ τά ᾿χαν βάλει κοντὰ σὲ κινητά, καὶ σὲ λίγα λεφτὰ ἔβραζαν.

Ἔμεινα λοιπὸν χωρὶς κινητὸ ὅλα αὐτὰ τὰ χρόνια –βράζω ἀπὸ μέσα μου- κι ἐδῶ ποὺ τὰ λέμε δὲν ἔπαθα καὶ τίποτα, μιὰ χαρὰ ἤμουνα μὲ τὸ σταθερό, ἅμα κάποιος μὲ ἀναζητοῦσε, κάποτε θὰ μέ ᾿βρισκε.

Μὲ φάγανε φίλοι καὶ γνωστοί, Ἑλβετοὶ καὶ Αὐστριακοὶ κυρίως, πάρε ἕνα κινητό, μπορεῖ νὰ χρειαστῇ. Μέχρι καὶ ὁ πανεπιστημιακὸς ὁ φίλος μου πῆρε κινητό, «Τί ἔγινε, τοῦ λέω, τὰ ξέχασες τὰ αὐγά;», «Ἔ, μοῦ λέει, σκέφτηκα μήπως βράζω κἀνα αὐγό, νά ᾿χω νὰ τρώω!»

Ὤπα, λέω, ἀφοῦ πῆρε ὁ φίλος μου ὁ αὐγοφοβικός, θὰ πάρω κι ἐγὼ νὰ κάνω καμμιὰ ὀμελέτα. Πάω λοιπὸν στὸ ὑποκατάστημα τοῦ ΟΤἙλβετίας τῆς συνοικίας μου καὶ λέω «δῶστε μου ἕνα κινητό», λέει «τί μάρκα», ἐντωμεταξὺ τὰ γιαπάκια τοῦ ὑποκαταστήματος μὲ ψωνίσανε ὅτι εἶμαι χάπατο, τοὺς λέω «δὲν ἔχω ἰδέα, δὲν ξέρω ἀπ᾿ αὐτά», κοντολογὶς «Νά λιλί, δῶ μ᾿ τσιτσί», ἔ, καλά, λέει, θὰ σᾶς κάνουμε ἕνα συμβόλαιο.

Μοῦ φέρνουνε κάτι ἀκαταλαβίστικα καὶ πολλά, ποῦ νὰ τὰ διαβάζῃς, ποὺ ἔπρεπε νὰ πληρώνω 30 εὐρὼ τὸ μῆνα, τὸ ὑπόγραψα κι ἐγὼ σὰ χάπατο ποὺ εἶμαι καὶ πῆρα τὸ κινητό, ἕνα φτηνό, εὐτυχῶς.

Μετὰ μὲ πιάσανε διάφοροι, Ἑλβετοὶ καὶ Αὐστριακοὶ κυρίως, λέει τί βλακεία ἔκανες, 30 εὐρὼ τὸ μῆνα, σὲ κοροϊδέψανε, μιὰ κάρτα βάζεις 10 εὐρὼ τὸ μῆνα καὶ γίνεται ἡ δουλειά σου. (περισσότερα…)

Χαν Κανγκ, Οι καρποί της γυναίκας μου (2/2)

Alex-Katz-Red-Roses-with-Blue-2001-detail-via-Sothebyscom.jpg

(Συνέχεια από το πρώτο μέρος)

5

Σταδιακά, η γυναίκα μου έπαψε να μιλά. Δεν μίλαγε εκτός αν της μιλούσα, ακόμα και τότε όμως η μόνη απάντησή της ήταν ένα νεύμα ή μια χειρονομία. Όταν ύψωνα τη φωνή μου απαιτώντας μία απάντηση, εκείνη κοίταζε στο υπερπέραν, με την υπεκφυγή ζωγραφισμένη στο βλέμμα της. Ήταν πια εμφανής η διαρκής επιδείνωση στην όψη της, ακόμα και στο χλωμό φως της λάμπας φθορίου.
Δεδομένου ότι ο γιατρός δεν είχε βρει τίποτα παθολογικό, εκτός ίσως από κάποια φυσιολογική διαταραχή στο πεπτικό σύστημα της γυναίκας μου, άρχισα να πιστεύω πως αιτία του προβλήματος ήταν κάτι πιο απλό, κάτι που ίσως η γυναίκα μου αποζητούσε. Τι στο καλό όμως μπορούσε να λαχταρά τόσο;
Τα τελευταία τρία χρόνια ήταν τα πιο γαλήνια, τα πιο ήρεμα της ζωής μου. Η δουλειά μου δεν ήταν τόσο επίπονη, είχα την τύχη να έχω έναν σπιτονοικοκύρη που δεν μου έκανε ούτε μια φορά αύξηση στο νοίκι, είχα σχεδόν αποπληρώσει το δάνειο για το νέο διαμέρισμα, και είχα μια γυναίκα που μπορεί να μην ήταν εκθαμβωτικά ελκυστική, μα είχε όλα όσα ήθελα σ’ έναν σύντροφο. Ένιωθα την ευχαρίστηση να
ρέει σαν ζεστό νερό μέσα σε βαθιά, ξέχειλη μπανιέρα, αναζωογονώντας το εξαντλημένο σώμα μου.
Τι πρόβλημα είχε λοιπόν η γυναίκα μου; Αν στ’ αλήθεια λαχταρούσε κάτι, δεν μπορούσα να φανταστώ πώς αυτό ήταν τόσο σοβαρό ώστε να μετατραπεί σε μια ψυχογενή ασθένεια. Κάθε φορά που αναρωτιόμουν για το αν η γυναίκα αυτή είχε το δικαίωμα να μου προξενεί τόση μοναξιά, ένιωθα λες κι όλη μου η ύπαρξη πλημμύριζε μ’ απέραντη απέχθεια, κι αυτό το αίσθημα με απομόνωνε, σαν ένα στρώμα σκόνης που είχε κατακάτσει πάνω μου.
Το πρωί της επόμενης Κυριακής, μια μέρα προτού φύγω για ένα επταήμερο επαγγελματικό ταξίδι στο εξωτερικό, παρατήρησα τη γυναίκα μου καθώς άπλωνε τη μπουγάδα στο μπαλκόνι. Οι μελανιές κάλυπταν πλέον τόσο πολύ τα χέρια της που τα λευκά μέρη στο δέρμα της φαινόντουσαν σαν ένα αρνητικό φωτογραφίας: σα να ‘ταν αυτά οι μελανιές, μικρές λευκές κηλίδες εδώ κι εκεί ανάμεσα σ’ όλο αυτό το μπλαβί. Κράτησα την ανάσα μου. Μπήκα μπροστά της, καθώς μετέφερε το άδειο καλάθι της μπουγάδας πίσω στο σαλόνι, και της ζήτησα να βγάλει τα ρούχα της. Αντιστάθηκε, μα της έβγαλα το μπλουζάκι της, αποκαλύπτοντας έναν ώμο βαμμένο σε βαθύ, θαμπό μπλε.
Πισωπάτησα παραπατώντας και κοίταξα το σώμα της. Οι άλλοτε πυκνές τρίχες στις μασχάλες της είχαν σχεδόν όλες πέσει, ενώ το χρώμα είχε ξεφτίσει από τις καφετιές της ρώγες, άλλοτε μαλακές και τρυφερές.
«Δεν πάει άλλο. Θα τηλεφωνήσω στη μητέρα σου».
«Όχι, μη, θα το κάνω εγώ», φώναξε βιαστικά η γυναίκα μου, με φωνή ακατανόητη, σα να μάσαγε τη γλώσσα της.
«Να πας στο νοσοκομείο, συνεννοηθήκαμε; Να πας σ’ ένα δερματολόγο. Όχι, καλύτερα σε μια γενική κλινική». Ένευσε καταφατικά, χωρίς να μιλήσει. «Το ξέρεις πως δεν έχω το χρόνο να σε συνοδέψω. Το ξέρεις πως το σώμα σου σου ανήκει, άρα πρέπει και να το φροντίζεις, έτσι δεν είναι;» Ένευσε ξανά. «Άκουσέ με. Πάρε τη μητέρα σου τηλέφωνο». Η γυναίκα μου εξακολούθησε να νεύει συγκαταβατικά με τα χείλη σφραγισμένα. Ήταν αυτό σημάδι πως άκουγε; Το πιο πιθανό είναι πως τα λόγια
μου έμπαιναν απ’ το ένα αυτί κι έβγαιναν απ’ το άλλο. Τα άκουγα να πέφτουν στο πάτωμα του σαλονιού, να θρυμματίζονται, όπως ένα μπισκότο, σε ψίχουλα.

6

Οι πόρτες του ασανσέρ άνοιξαν κροταλίζοντας. Διέσχισα τον σκοτεινό διάδρομο κουβαλώντας τον βαρύ μου χαρτοφύλακα και χτύπησα το κουδούνι. Καμία απάντηση.
Κόλλησα το αυτί μου στο παγωμένο μέταλλο της πόρτας. Επέμεινα, χτύπησα ξανά το κουδούνι μία, δύο, τρεις, τέσσερις φορές, για να βεβαιωθώ ότι όντως δουλεύει. Το άκουγα να χτυπά μέσα στο διαμέρισμα, αν και η πόρτα το έκανε να ακούγεται σαν μακρινή ηχώ. Ακούμπησα τον χαρτοφύλακά στην πόρτα και κοίταξα το ρολόι μου. Οκτώ το απόγευμα. Το ήξερα πως η γυναίκα μου κοιμάται βαριά, αλλά δεν μπορεί να μην άκουγε το κουδούνι.
Ήμουν εξαντλημένος. Ούτε είχα φάει. Ήθελα τόσο, αυτή τη φορά ειδικά, να μπω χωρίς να πρέπει να ξεθάψω το κλειδί απ’ τον χαρτοφύλακά μου.
Ίσως η γυναίκα μου να είχε τηλεφωνήσει στη μητέρα της και να είχε πάει στο νοσοκομείο, όπως την είχα προτρέψει, ή μπορεί να είχε πάει να μείνει στους συγγενείς της στην εξοχή. Όμως όχι – μόλις μπήκα στο διαμέρισμα, έπεσα πάνω στον γνώριμο σωρό που σχημάτιζαν οι παντόφλες, τα αθλητικά και τα καλά της παπούτσια.
Έβγαλα με ανακούφιση τα δικά μου παπούτσια και φόρεσα τις παντόφλες μου, συλλογιζόμενος ασυνείδητα τη συνηθισμένη ψύχρα του διαμερίσματος. Δεν είχα κάνει μερικά βήματα όμως, όταν αντιλήφθηκα μια αηδιαστική οσμή. Άνοιξα το ψυγείο, στο εσωτερικό του οποίου τα αγγούρια και τα κολοκύθια είχαν συρρικνωθεί σε βρωμερούς, μουχλιασμένους σβόλους.
Ένα κατσαρολάκι με ρύζι είχε μείνει πάνω στο μάτι της κουζίνας. Προφανώς ήταν εκεί για μέρες, γιατί είχε ξεραθεί και είχε κολλήσει στο κατσαρολάκι για τα καλά. Όταν άνοιξα το καπάκι, η χαρακτηριστική μυρωδιά του μπαγιάτικου ρυζιού χτύπησε τα ρουθούνια μου, μαζί με την υγρασία του ατμού που είχε εγκλωβιστεί εκεί. Στο νεροχύτη σωρός άπλυτα πιάτα και πάνω στο πλυντήριο η πλαστική λεκάνη, όπου η μπουγάδα επέπλεε μέσα σ’ ένα γκρι μείγμα νερού και απορρυπαντικού, αναδύοντας μια μυρωδιά μούχλας.
Η γυναίκα μου δεν ήταν στην κρεβατοκάμαρα, ούτε στο μπάνιο, ούτε στο έξτρα δωμάτιο που το χρησιμοποιούσαμε για διάφορα πράγματα. Τη φώναξα. Καμία απάντηση. Στο σαλόνι, η πρωινή εφημερίδα ήταν απλωμένη στο τραπέζι ακριβώς όπως την είχα αφήσει πριν μια βδομάδα. Ένα άδειο καρτόνι γάλα. Ένα ποτήρι διάστικτο με κηλίδες ξεραμένο γάλα. Μία από τις άσπρες κάλτσες της γυναίκας μου, γυρισμένη το μέσα-έξω. Κι ένα κόκκινο πορτοφόλι από δερματίνη. Όλα σκόρπια εδώ κι εκεί.
Ο βρυχηθμός των αυτοκινήτων καθώς έτρεχαν στη λεωφόρο έκοβε σα νυστέρι τη στεγανή μάζα της μοναξιάς που γέμιζε το διαμέρισμα.
Είτε επειδή ήμουν κουρασμένος και νηστικός, είτε επειδή τα πιάτα μούχλιαζαν στη λεκάνη του νεροχύτη κι ούτε ένα καθαρό κουτάλι δεν υπήρχε για να φάω λίγο ρύζι, ένιωσα μοναξιά. Επειδή είχα γυρίσει σ’ ένα άδειο σπίτι μετά από ένα τόσο μακρινό ταξίδι, επειδή ήθελα να μιλήσω σε κάποιον για όλα αυτά τα βαρετά που συμβαίνουν σε μια υπερπόντια πτήση, για όλα τα τοπία που πέρασαν στιγμιαία απ’ τα παράθυρα τραίνων άλλων χωρών, επειδή δεν υπήρχε κανείς να ρωτήσει «Είσαι κουρασμένος;», ώστε να ‘χω την ευκαιρία να επιδείξω την αντοχή μου μ’ ένα στωικό «Καλά είμαι», ένιωσα μοναξιά. Και η μοναξιά έγινε θυμός. Γιατί ένιωθα το σώμα μου σαν ένα ασήμαντο νήμα αυτού του κόσμου, και την ψύχρα να διαπερνά τα – άξαφνα – τόσο λεπτά ρούχα μου, και τη σκέψη πως όλα όσα είχα καταφέρει στη ζωή μου μέχρι τώρα δεν ήταν παρά για να εξαπατήσω τον εαυτό μου πως τάχα αξίζω μιας κάποιας εκτίμησης… κι έτσι ένιωθα θυμό. Μόνος μου, και δίχως κανέναν να μ’ αγαπά, η ύπαρξή μου ίσως και να ‘χε ήδη εξαλειφθεί.
Ακριβώς εκείνη τη στιγμή, άκουσα μια αδύναμη φωνή.
Στράφηκα προς τα εκεί απ’ όπου ακούστηκε ο ήχος. Ήταν η φωνή της γυναίκας μου. Ένα αμυδρό μουρμουρητό που ερχόταν από το μπαλκόνι, ακατάληπτο.
Αμέσως, εκείνη η έντονη μοναξιά μεταμορφώθηκε σ’ ένα αίσθημα ανακούφισης, κι όπως έτρεξα στο μπαλκόνι ένιωσα μια έκρηξη εκνευρισμού ν’ ανεβαίνει σαν πίδακας ως την άκρη της γλώσσας μου. «Γιατί δεν απαντούσες αφού ήσουν εδώ όλη αυτή την ώρα;» Βρόντηξα τη μπαλκονόπορτα και βγήκα. «Έτσι κρατιέται ένα σπίτι; Τι στο καλό έτρωγες; Πώς ζούσες εδώ μέσα;»
Κι ύστερα είδα το γυμνό σώμα της γυναίκας μου και πάγωσα.
Η γυναίκα μου, γονατιστή, κοίταζε προς τις γρίλιες κατά μήκος της μπαλκονόπορτας, με τα δυο της χέρια τεντωμένα στον αέρα σα να πανηγύριζε. Ολόκληρο το σώμα της ήταν σκούρο πράσινο. Το μέχρι πρότινος σκιώδες πρόσωπό της τώρα έλαμπε σαν γυαλιστερό, αειθαλές φύλλο. Τα αχυρένια, ξερά μαλλιά της τώρα ήταν στιλπνά σαν βλαστάρια άγριων βοτάνων.
Τα δυο της μάτια άστραφταν θαμπά μες στο πράσινο πρόσωπό της. Καθώς πισωπάτησα σαστισμένος, γύρισε προς το μέρος μου κι έκανε να σηκωθεί. Αντί γι’ αυτό όμως, τα πόδια της κυριεύτηκαν από σπασμούς: μάταια προσπαθούσε. Φαινόταν ανήμπορη να σταθεί ή να περπατήσει.
Η εύκαμπτη μέση της λύγισε επώδυνα. Η ατροφική γλώσσα της κρεμόταν σαν φύλλο κισσού ανάμεσα στα μπλαβιά της χείλη. Δεν υπήρχε ίχνος απ’ τα δόντια της.
Μια μικρή κραυγή μόνο, κάτι παραπάνω από μουγκρητό, βγήκε από εκείνα τα σουφρωμένα, διάστικτα χείλια.
«…νερό».
Έτρεξα στο νεροχύτη, άνοιξα τη βρύση τέρμα και γέμισα ένα πλαστικό μπωλ μέχρι που ξεχείλισε. Σε κάθε βήμα μου, το νερό χυνόταν στο πάτωμα του σαλονιού, καθώς έτρεχα βιαστικά πίσω στο μπαλκόνι. Μόλις έχυσα το νερό στο στήθος της γυναίκας μου, ολόκληρο το σώμα της τρεμούλιασε σαν να ανάπνευσε ξανά, αναζωογονήθηκε σαν να ήταν φύλλο ενός τεράστιου φυτού. Ξαναγέμισα το μπωλ στο νεροχύτη και γύρισα ξανά στο μπαλκόνι για να χύσω το νερό στο κεφάλι της γυναίκας μου. Τα
μαλλιά της ορθώθηκαν, σα να έφυγε από πάνω τους ένα αόρατο βάρος. Την κοίταζα καθώς το λαμπερό, καταπράσινο σώμα της άνθισε ξανά μ’ αυτό μου το βάφτισμα. Ένιωσα ζάλη.
Η γυναίκα μου ποτέ δεν ήταν τόσο όμορφη.

7

Μητέρα.
Δεν μπορώ πια να σου γράφω γράμματα. Ή να φοράω το πουλόβερ που άφησες εδώ. Εκείνο το πλεκτό, πορτοκαλί πουλόβερ, που ξέχασες εδώ πέρισυ το καλοκαίρι, όταν είχες έρθει να μας δεις.
Το φορούσα την επόμενη της μέρας που έφυγε για το επαγγελματικό του ταξίδι. Ξέρεις πόσο έντονα νιώθω το κρύο.
Ήταν άπλυτο, κι έτσι είχε ακόμα τη μυρωδιά μπαγιάτικου φαγητού και τη μυρωδιά του δέρματός σου. Ίσως αν ήταν μια άλλη μέρα να το είχα πλύνει, αλλά έκανε πολύ κρύο, κι έπειτα, ήθελα να μπορώ να αναπνέω αυτή τη μυρωδιά, κι έτσι το φόρεσα, κι αποκοιμήθηκα μ’ αυτό. Το επόμενο πρωί η παγωνιά δεν είχε καταλαγιάσει, κι ίσως ήταν επειδή πεινούσα και κρύωνα τόσο πολύ που, όταν το πρώτο φως του ήλιου έλαμψε απ’ το παράθυρο της κάμαρας, ξέσπασε από μέσα μου μια πνιγμένη κραυγή: μητέρα. Θέλησα να τυλιχτώ σ’ αυτό το ζεστό φως, βγήκα στο μπαλκόνι κι έβγαλα τα ρούχα μου. Οι αχτίδες του ήλιου που διαπέρασαν τη γυμνή σάρκα μου έμοιαζαν τόσο με τη μυρωδιά σου, γονάτισα εκεί και φώναξα μητέρα, μητέρα. Καμία άλλη λέξη.
Αναρωτιέμαι πόσος καιρός πέρασε. Μέρες, βδομάδες, μήνες; Πρόσεξα πως ο αέρας δεν ήταν ιδιαίτερα ζεστός, και το μόνο που θυμάμαι ύστερα από αυτό είναι μια αμυδρή άνοδος της θερμοκρασίας κι έπειτα μία αντίστοιχη πτώση.
Από στιγμή σε στιγμή, τα παράθυρα των διαμερισμάτων πέρα μακριά, πάνω απ’ τον ποταμό Τσάγκναγκ, θα λάμψουν μ’ ένα πορτοκαλί φως.
Μπορούν να με δουν οι άνθρωποι που ζουν εκεί; Οι οδηγοί που τρέχουν στη λεωφόρο, με το φως να ξεχύνεται απ’ τους προβολείς των αυτοκινήτων τους; Με τί μοιάζω, πώς φαίνομαι αυτή τη στιγμή;

*
Είναι τόσο καλός μαζί μου. Αγόρασε μια τεράστια γλάστρα και με φύτεψε μέσα της. Τις Κυριακές, περνά όλο το πρωί στο μπαλκόνι καθαρίζοντάς με από τη μελίγκρα.
Εκείνος, που ήταν πάντοτε τόσο κουρασμένος, ανεβαίνει κάθε μέρα τον λόφο πίσω από την πολυκατοικία μας κι επιστρέφει κουβαλώντας έναν κουβά μεταλλικό νερό για να ποτίσει τα πόδια μου (θυμόταν πως δεν μου άρεσε το νερό της βρύσης). Πριν λίγο καιρό άδειασε τη γλάστρα μου κι άλλαξε το χώμα μου με μπόλικο φρέσκο, γόνιμο χώμα. Όταν βρέχει μες στο βράδυ κι η σκόνη της βροχής κατακάθεται στο μπαλκόνι, βρώμικη απ’ το μολυσμένο αέρα της πόλης, εκείνος ανοίγει το πρωί διάπλατα τα παράθυρα και την κύρια είσοδο για να κυκλοφορεί ο φρέσκος αέρας.

*

Είναι παράξενο, μητέρα. Δεν βλέπω, δεν ακούω, δεν μπορώ να μυρίσω ή να γευτώ, μα όλα είναι πιο φρέσκα, πιο ζωντανά. Αισθάνομαι την αδρή τριβή των ελαστικών των αυτοκινήτων καθώς ξύνουν την άσφαλτο, τον ανεπαίσθητο απόηχο των βημάτων του καθώς ανοίγει την πόρτα του διαμερίσματος κι έρχεται κοντά μου, το νοτισμένο από την βροχή αέρα, γεμάτο προσοδοφόρα όνειρα, το γκρίζο ημίφως της αυγής.
Νιώθω μπουμπούκια να βλασταίνουν και πέταλα να ξετυλίγονται σε μέρη κοντινά και μακρινά, κάμπιες να ξεπροβάλουν από χρυσαλλίδες, σκύλους και γάτες να γεννούν τα μικρά τους, τον τρεμουλιαστό σφυγμό του γέρου άντρα στο διπλανό κτήριο, το σπανάκι να τσιτσιρίζει σ’ ένα τηγάνι στην κουζίνα του πάνω ορόφου, ένα μπουκέτο κομμένα χρυσάνθεμα να μπαίνουν σ’ ένα βάζο πλάι στο γραμμόφωνο στο κάτω διαμέρισμα. Μέρα ή νύχτα, τ’ αστέρια διαγράφουν μια ήρεμη παραβολή, και κάθε που βγαίνει ο ήλιος οι κορμοί των πλατάνων κατά μήκος της λεωφόρου γέρνουν τα γεμάτα λαχτάρα κλαδιά τους προς την ανατολή. Και το δικό μου σώμα αντιδρά κατ’ αυτόν τον τρόπο.
Μπορείς να καταλάβεις; Σύντομα, το ξέρω, δεν θα μπορώ πια ούτε να σκέφτομαι, μα είμαι εντάξει. Το έχω ονειρευτεί αυτό, να μπορώ να ζω μονάχα με αέρα, φως και νερό, το ονειρευόμουν πολύ καιρό τώρα.

*

Σκέψεις από όταν ήμουν μικρή: όταν έτρεχα μες στην κουζίνα κι έθαβα το πρόσωπό μου μέσα στη φούστα σου, εκείνη η τόσο απολαυστική μυρωδιά – μυρωδιά σησαμελαίου, καβουρδισμένων σπόρων σησαμιού. Πάντα είχα τα χέρια μου μέσα στη γη, το ξέρεις. Τα λερωμένα με χώμα χέρια μου, που βρώμιζαν τον ποδόγυρο της φούστας σου.
Πόσων χρόνων να ήμουν; Εκείνη την ανοιξιάτικη μέρα, τη μουσκεμένη με ψιλόβροχο, ο πατέρας να με σηκώνει ψηλά πάνω στο αγροτικό και να μας οδηγεί κάτω στην ακτή. Τα ανέμελα γέλια των μεγάλων, με τα αδιάβροχά τους, τα παιδιά με τα βρεγμένα μαλλιά κολλημένα στο μέτωπό τους, να χοροπηδούν τριγύρω και να χαιρετούν, τα πρόσωπά τους να γυρνούν, να ξεθωριάζουν.
Εκείνο το φτωχό ψαροχώρι πλάι στο κύμα ήταν ολάκερος ο κόσμος σου. Γεννήθηκες εκεί και μεγάλωσες εκεί. Γέννησες εκεί, δούλεψες εκεί, γέρασες εκεί.
Κάποια στιγμή, θα αναπαυτείς εκεί, στις παρυφές της ταφικής γης των προγόνων σου, πλάι στον πατέρα.
Ήταν ο φόβος μου μην γίνω σαν εσένα, μητέρα, που μ’ έκανε να πάρω τόση απόσταση απ’ το σπίτι μου. Θυμάμαι ακόμη πώς άφησα το σπίτι στα δεκαεφτά, τις πόλεις, Μπουσάν, Νταεγκού, Κανγκούνγκ, όπου περιπλανήθηκα άσκοπα για πάνω από ένα μήνα. Πώς είπα ψέματα για την ηλικία μου σ’ ένα γιαπωνέζικο εστιατόριο, έτρεχα σε εξωτερικές δουλειές ολομόναχη, και τ’ απογεύματα τυλιγόμουν σε στάση εμβρυική μέσα στο αναγνωστήριο – μου άρεσε εκείνο το μέρος. Τα εκτυφλωτικά φώτα των αστικών συνοικιών, η απαστράπτουσα λάμψη των αστών.
Δεν ξέρω πότε συνειδητοποίησα για πρώτη φορά πως θα κατέληγα γριά και κατεστραμμένη, τριγυρνώντας σ’ αυτούς τους δρόμους τους γεμάτους με ξένους ανθρώπους. Ήμουν δυστυχισμένη στο σπίτι κι εξίσου δυστυχισμένη οπουδήποτε, οπότε πες μου, πού θα έπρεπε να έχω πάει;
Ποτέ δεν υπήρξα ευτυχισμένη. Ίσως κουβαλώ στην πλάτη μου κάποια καταραμένη ψυχή που μ’ έχει στοιχειώσει παντοτινά, αγκιστρωμένη από το λαιμό, από τα μέλη μου. Το μόνο που ήθελα πάντα ήταν να τρέξω μακριά, ήταν για μένα σαν ενστικτώδης παρόρμηση, σαν τον πόνο που προκαλεί μια κραυγή, σαν το τσίμπημα που γεννά μια στριγγλιά. Καθόμουν στο πίσω μέρος του λεωφορείου με τα γόνατα σηκωμένα, φαινόμουν ακίνδυνη, θα ‘λεγε κανείς πως δεν θα μπορούσα να πειράξω ούτε μύγα, κι όμως ποθούσα όλη εκείνη την ώρα να σπάσω το τζάμι με τη γροθιά μου. Ήθελα να γλείψω άπληστα το αίμα που θα κύλαγε στην παλάμη μου, όπως μια γάτα γλείφει το γάλα. Τί ήταν αυτό απ’ το οποίο πάλευα να ξεφύγω, τί ήταν αυτό που με βασάνιζε τόσο, ώστε λαχταρούσα να τρέξω στην άλλη πλευρά του κόσμου; Τί ήταν αυτό που με κράταγε πίσω, που με περδίκλωνε, που με σακάτευε; Τι ήταν αυτές οι αλυσίδες που με γονάτιζαν, που μ’ εμπόδιζαν να κάνω το άλμα που θα καθάριζε το άρρωστο αίμα μου;

*
Ο γηραιός γιατρός χτυπούσε με τα δάχτυλά του το στηθοσκόπιο ξανά και ξανά, μουρμουρίζοντας πως τα σωθικά μου ήταν σιωπηλά σαν τάφος. Πως ο μόνος ήχος ήταν η ηχώ των ριπών ενός μακρινού ανέμου. Ακούμπησε το στηθοσκόπιο πάνω στο τραπέζι κι άναψε την οθόνη του υπερηχογράφου. Ξάπλωσα ακίνητη, καθώς άπλωσε ένα κολλώδες τζελ πάνω στο στομάχι μου κι ύστερα έτριψε το κρύο, μακρουλό εργαλείο πάνω στη σάρκα μου, μετακινώντας το μεθοδικά στην κοιλιά μου, από πάνω προς τα κάτω.
Φαινόταν πως μέσα απ’ αυτό το εργαλείο, μια ασπρόμαυρη εικόνα των σωθικών μου μεταφερόταν στην οθόνη.
«Όλα φυσιολογικά», μουρμούριζε, κροταλίζοντας τη γλώσσα του. «Εδώ βλέπουμε τα έντερά σου… τίποτα το ανησυχητικό εκεί».
Όλα διαγνώστηκαν «φυσιολογικά».
«Στομάχι, συκώτι, μήτρα, νεφρά, όλα μια χαρά».
Γιατί δεν μπορούσε να δει πως αυτά τα όργανα σιγά-σιγά ατροφούσαν; Πως σύντομα δεν θα υπήρχαν πια; Σκούπισα όσο τζελ μπορούσα με μια χούφτα χαρτομάντηλα,
αλλά μόλις πήγα να σηκωθώ μου είπε να ξαπλώσω ξανά. Πίεσε το στομάχι μου εδώ κι εκεί. Δεν ήταν ιδιαίτερα επώδυνο. Αγριοκοίταξα το πρόσωπό του, μ’ αυτά τα γιατρουδίστικα γυαλιά, καθώς μου πέταγε τις συνηθισμένες ερωτήσεις του τύπου «Πονάει εδώ;», κι ένευα συνεχώς.
«Τί νιώθεις εδώ;»
«Πονάει εδώ;»
«Μήπως εδώ;»
«Δεν πονάει».
Μου έκανε μία ένεση και στον δρόμο για το σπίτι έκανα ξανά εμετό.
Κουλουριάστηκα μέσα στο σταθμό του μετρό, με την πλάτη στα πλακάκια του τοίχου. Μετρούσα, ένα, δύο, τρία …, καθώς περίμενα να υποχωρήσει ο πόνος. Ο γιατρός μου είπε να χαλαρώσω, βλέπεις, να κάνω ευχάριστες, γαλήνιες σκέψεις. Όλα είναι στο μυαλό είπε, εμφατικά, λες και ήταν κανένας Ινδός γκουρού. Γαλήνιες σκέψεις, ευχάριστες σκέψεις, ένα, δύο, τρία, τέσσερα, αδιατάρακτη γαλήνη, μετρούσα προσπαθώντας να μην ξεράσω … ο πόνος έφερνε δάκρυα στα μάτια μου, συσπάσεις με κυρίευσαν καθώς ξέρναγα, ξανά και ξανά, στομαχικά υγρά, ώσπου στο τέλος δεν είχε μείνει τίποτα να βγάλω και μπόρεσα ν’ αφεθώ, να γλιστρήσω στο πάτωμα. Περίμενα, να σταματήσει να κουνιέται το αναθεματισμένο πάτωμα, απλά να σταματήσει.
Πόση ώρα είχε περάσει από τότε;

*
Μητέρα, εξακολουθώ να βλέπω το ίδιο όνειρο. Ονειρεύομαι πως ψηλώνω σα να ‘μαι λεύκα. Τρυπάω το σκέπαστρο του μπαλκονιού, και αυτό του πάνω ορόφου, του δέκατου πέμπτου, του δέκατου έκτου ορόφου, εκτινάσσομαι μέσα απ’ το τσιμέντο και τους αρμούς ώσπου ξεπηδώ στην κορυφή, μέσα απ’ τη σκεπή του τελευταίου πατώματος. Λουλούδια σαν λευκές κάμπιες ξετυλίγουν τους ανθούς τους στις πιο ψηλές μου απολήξεις. Η τραχεία μου ρουφά γάργαρο νερό, κι είναι τόσο τεντωμένη
που λες θα σπάσει, το στήθος μου εκτινάσσεται προς τον ουρανό και προσπαθώ με κόπο να τεντώσω κάθε μου διχαλωτό μέλος. Κι έτσι δραπετεύω από αυτό το διαμέρισμα. Κάθε νύχτα, μητέρα, κάθε νύχτα το ίδιο όνειρο.

*
Κάνει ολοένα και περισσότερο κρύο. Και σήμερα, αυτός ο κόσμος θα έχει ήδη δει τόσα φύλλα να πέφτουν στο έδαφος, τόσα φίδια να αποβάλλουν το δέρμα τους, τόσα έντομα να χάνουν τις μικροσκοπικές ζωές τους, και τόσα βατράχια να πέφτουν στη χειμέρια νάρκη τους, κάπως πρόωρα.
Σκέφτομαι συνεχώς το πουλόβερ σου. Η ανάμνηση της μυρωδιάς σου δεν είναι πια τόσο ξεκάθαρη. Θέλω να του ζητήσω να το τυλίξει γύρω μου, μα έχω χάσει τη φωνή μου. Τι μπορώ να κάνω; Κλαίει βλέποντάς με να ατονώ, και θυμώνει, επίσης. Όπως ξέρεις, ήμουν η μόνη οικογένεια που είχε. Μπορώ να νιώσω τα ζεστά του δάκρυα να πέφτουν πάνω μου μαζί με το μεταλλικό νερό που μου ρίχνει. Μπορώ να νιώσω τα μόρια του αέρα να κλυδωνίζονται, τη σφιγμένη γροθιά του να χτυπά στο κενό, χωρίς στόχο.
*
Φοβάμαι, Μητέρα. Τα μέλη μου πρέπει να πέσουν. Αυτή η γλάστρα είναι πολύ μικρή, και τα τοιχώματά της πολύ στενά. Πόνοι διαπερνούν τις άκρες των ριζών μου. Μητέρα, θα πεθάνω πριν να έρθει ο χειμώνας.
Και αμφιβάλλω πως θ’ ανθίσω ξανά, σ’ αυτόν τον κόσμο.

8

Αργότερα εκείνη τη νύχτα που γύρισα απ’ το επαγγελματικό μου ταξίδι, αφού πότισα τη γυναίκα μου, αδειάζοντας πάνω της τρία γεμάτα μπωλ με νερό, εκείνη εξέμεσε μεγάλη ποσότητα κίτρινων, στομαχικών οξέων.
Είδα τα χείλη της να σουφρώνουν και να κλείνουν ερμητικά στη στιγμή, σάρκα πάνω στη σάρκα, μπροστά στα μάτια μου. Καθώς τα τρεμάμενα δάχτυλά μου ψηλαφούσαν αυτά τα σουφρωμένα, διάστικτα χείλη, άκουσα επιτέλους μια ανεπαίσθητη φωνή, τόσο αμυδρή, που δεν καταλάβαινα τι να ήταν αυτό που έλεγε. Αυτή ήταν η τελευταία φορά που άκουσα τη φωνή της γυναίκας μου. Ύστερα από αυτό, δεν ξανάκουσα από κείνη ούτε έναν στεναγμό.
Παχιές, λευκές ρίζες ξεπετάχτηκαν από το εσωτερικό των μηρών της. Βυσσινιά λουλούδια άνθισαν το στήθος της. Δίδυμοι στήμονες, λευκοί στις άκρες τους, κιτρινωποί και χοντροί στις ρίζες, ξεπρόβαλλαν απ’ τις ρώγες της. Όταν τα υψωμένα στον αέρα χέρια της έδειξαν ικανά να ασκήσουν την παραμικρή πίεση, η γυναίκα μου προσπάθησε να μ’ αγκαλιάσει απ’ το λαιμό. Κοιτάζοντας εκείνα τα μάτια, μέσα στα οποία αχνοφαινόταν ακόμα ένα ισχνό φως, έσκυψα κι άφησα εκείνα τα χέρια που ήταν πια πέταλα καμέλιας, να μ’ αγκαλιάσουν. «Είσαι καλά;» τη ρώτησα. Τα μάτια της, δυο ώριμα σταφύλια. Η σκιά ενός χαμόγελου στραφτάλιζε στη γυαλιστερή τους επιφάνεια.
Καθώς προχωρούσε το φθινόπωρο, ένα διαυγές πορτοκαλί φως διαπότιζε σταδιακά το σώμα της γυναίκας μου. Κάθε που άνοιγα το παράθυρο, τα τεντωμένα προς τα πάνω χέρια της ταλαντευόντουσαν πολύ απαλά, στη φορά του ανέμου.
Προς το τέλος του φθινοπώρου, τα φύλλα της άρχισαν να πέφτουν, δυο-δυο, τρία-τρία. Το σώμα της από πορτοκαλί πήρε σιγά-σιγά ένα μουντό, καφετί χρώμα.
Σκέφτηκα την τελευταία φορά που είχα κοιμηθεί με τη γυναίκα μου.
Αντί για την έντονη αψάδα σωματικών υγρών, μια μυρωδιά σχεδόν γλυκιά ερχόταν από το κάτω μέρος του σώματος της γυναίκας μου. Τότε, απλώς υπέθεσα πως μπορεί να άλλαξε το σαπούνι που χρησιμοποιούσε, ή πως είχε ελεύθερο χρόνο και αποφάσισε να τον περάσει ρίχνοντας μερικές σταγόνες άρωμα εκεί κάτω. Πόσος καιρός είχε περάσει από όλα αυτά;
Τώρα, η μορφή της δεν έχει ούτε ίχνος από το δίποδο πλάσμα που ήταν κάποτε. Οι κόρες των ματιών της, που είχαν μεταμορφωθεί σε κάτι που έμοιαζε με γυαλιστερά, στρογγυλά σταφύλια, σταδιακά θάβονται μέσα σε καφέ στήμονες. Η γυναίκα μου δεν μπορεί να δει πια. Δεν μπορεί καν να κουνήσει τις απολήξεις των στημόνων της. Κι όμως, όταν βγαίνω στο μπαλκόνι νιώθω μια απροσδιόριστη αίσθηση που νικά τη
γλώσσα, σαν μια απειροελάχιστη ηλεκτρική εκκένωση που πάλλεται από το δικό της σώμα και περνά στο δικό μου. Όταν όμως τα φύλλα που ήταν τα χέρια και τα μαλλιά της γυναίκας μου έπεσαν όλα, και το σημείο όπου τα χείλη της είχαν κλείσει σουφρωμένα άνοιξε, απελευθερώνοντας ένα μάτσο καρπούς, αυτή η αίσθηση χάθηκε, σα μια λεπτή κλωστή που σπάει.
Οι μικροί καρποί είχαν εκραγεί προς τα έξω ομαδικά, σαν σπόροι ροδιού. Τους μάζεψα στις χούφτες μου και κάθισα κάτω, στο κατώφλι που συνέδεε το μπαλκόνι με το σαλόνι. Αυτοί οι καρποί, που δεν είχα ξαναδεί, ήταν κιτρινοπράσινοι. Κι ήταν σκληροί, σαν τους λιόσπορους που σερβίρουν μαζί με πόπκορν, ως συνοδευτικό, όταν παραγγέλνει κανείς μια μπύρα.
Ξεχώρισα έναν και τον έβαλα στο στόμα μου. Το λείο περίβλημα δεν είχε καμία γεύση ή μυρωδιά. Το μάσησα ώσπου άνοιξε. Ο καρπός της μοναδικής γυναίκας που είχα ποτέ σ’ αυτή τη γη. Το πρώτο πράγμα που ένιωσα στον ουρανίσκο μου ήταν μια όξινη, σχεδόν καυτερή γεύση, κι ο χυμός που κύλησε στη βάση της γλώσσας μου άφησε μια πικρή επίγευση.
Την επόμενη μέρα αγόρασα μια ντουζίνα μικρές, στρογγυλές γλάστρες, κι αφού τις γέμισα γόνιμο χώμα, φύτεψα μέσα τους καρπούς. Τις τοποθέτησα στη σειρά, πλάι στη γλάστρα της μαραμένης μου γυναίκας, κι άνοιξα το παράθυρο. Ακούμπησα στο περβάζι και κάπνισα ένα τσιγάρο, απολαμβάνοντας τη μυρωδιά φρέσκου γρασιδιού που ξαφνικά αναδύθηκε από το κάτω μέρος της γυναίκας μου. Ο κρύος αέρας των τελευταίων ημερών του φθινοπώρου ανακάτωσε τον καπνό του τσιγάρου μου, τα μακριά μαλλιά μου.
Όταν θα έμπαινε η άνοιξη, θα βλάσταινε ξανά η γυναίκα μου; Θα άνθιζαν, κόκκινα, τα λουλούδια της; Δεν μπορούσα να ξέρω.

ΧΑΝ ΚΑΝΓΚ


Η Χαν Κανγκ γεννήθηκε στο Γκουάντζου, στη Νότια Κορέα, και μετακόμισε στη Σεούλ στα δέκα της έτη. Σπούδασε Κορεάτικη Λογοτεχνία στο Πανεπιστήμιο Γιόνσεϊ. Έχει βραβευτεί για τη γραφή της τόσο στην Κορέα όσο και διεθνώς: το μυθιστόρημά τηςΗ Χορτοφάγος, το πρώτο της που μεταφράστηκε στα Αγγλικά (από την Ντέμπορα Σμιθ), κέρδισε το Man Booker International Prize το 2016. Το διήγημα «Οι Καρποί της Γυναίκας μου» αποτέλεσε τον πρόδρομο τηςΧορτοφάγου. Άλλα έργα της:Έργα Ανθρώπων (2016, εκδ. Portobello), «Το Λευκό Βιβλίο» (2017, εκδ. Portobello). Ζει στη Σεούλ.

Χαν Κανγκ, Οι καρποί της γυναίκας μου (1/2)

DH-mR_zXsAAz_HA1-e1509890004851

~.~

ΧΑΝ ΚΑΝΓΚ

Οι καρποί της γυναίκας μου

Μετάφραση από τα αγγλικά (βασισμένη στη μετάφραση της Ντέμπορα Σμιθ): Μαρία Σ. Μπλάνα

~.~

1

Ήταν τέλη Μαΐου όταν πρωτοείδα τις μελανιές στο σώμα της γυναίκας μου. Εκείνη τη μέρα, μυριάδες πέταλα πασχαλιάς έπεφταν, σαν κομμένες γλώσσες, στο παρτέρι πλάι στο γραφείο του επιστάτη, και το πλακόστρωτο στην είσοδο του οίκου ευγηρίας ήταν τελείως σκεπασμένο με λευκά άνθη που μαραίνονταν, καθώς τα τσαλαπατούσαν τα παπούτσια των περαστικών.

Ο ήλιος σχεδόν μεσουρανούσε.

Ηλιαχτίδες, στο χρώμα της σάρκας ώριμου ροδάκινου, ξεχυνόντουσαν στο πάτωμα του καθιστικού, φανερώνοντας άπειρα σωματίδια σκόνης και γύρης.

Αυτό το γλυκανάλατο, χλιαρό ηλιόφως έπεφτε πάνω στο πίσω μέρος της λευκής μου φανέλας, καθώς η γυναίκα μου κι εγώ ξεφυλλίζαμε την Κυριακάτικη πρωινή εφημερίδα.

Η βδομάδα που μόλις είχε τελειώσει άφησε κι αυτή το στίγμα της εξάντλησης που ένιωθα μήνες τώρα. Τα σαββατοκύριακα επέτρεπα στον εαυτό μου να χουζουρεύει ως αργά, κι έτσι είχα ξυπνήσει μόλις πριν από λίγα λεπτά. Μουδιασμένος, γύρισα πλευρό για να βολέψω καλύτερα τα νωθρά μου μέλη, διαβάζοντας αδιάφορα την εφημερίδα, όσο πιο αργά γινόταν.

«Μπορείς να ρίξεις μια ματιά; Δεν ξέρω γιατί αυτές οι μελανιές επιμένουν».

Τα λόγια της γυναίκας μου ήχησαν στ’ αυτιά μου πιο πολύ σαν μια διατάραξη του πέπλου της σιωπής, παρά σαν μια πρόταση με νόημα. Την κοίταξα αφηρημένος.

Σα να με τσίμπησε μύγα, ανακάθισα απότομα στο κρεβάτι. Μαρκάροντας με το δάχτυλό μου το σημείο που διάβαζα, στην εφημερίδα, έτριψα τα μάτια μου με την ανάστροφη της παλάμης μου. Η γυναίκα μου είχε ανασηκώσει το φανελάκι της μέχρι το σουτιέν – εδώ κι εκεί μώλωπες, σαν στάμπες, κηλίδωναν την κοιλιά και την πλάτη της.

«Τι – πώς έγινε αυτό;»

Έστρεψε λίγο τη μέση της ίσα για να δω τους σπονδύλους της, ν’ αναρριχώνται, ξεκινώντας απ’ το φερμουάρ της πλισέ φούστας της. Θαμποί μπλε μώλωπες, στο μέγεθος της γροθιάς ενός νεογνού, που φαινόντουσαν τόσο καθαρά λες κι είχαν τυπωθεί με μελάνι.

«Λοιπόν; Τι είναι αυτά;» Ο αιχμηρός, επίμονος τόνος μου αντήχησε στα εξήντα τετραγωνικά του διαμερίσματός μας.

«Δεν έχω ιδέα… Υπέθεσα πως μάλλον χτύπησα πάνω σε κάτι χωρίς να το καταλάβω, και πως τα σημάδια θα έφευγαν… αλλά, αυτά ολοένα και μεγαλώνουν».

Η γυναίκα μου απέφευγε το βλέμμα μου σαν άτακτο παιδί που πιάστηκε στα πράσα. Μετανιώνοντας λίγο που της μίλησα σα να την επιπλήττω, έκανα μια προσπάθεια να μαλακώσω τον τόνο μου.

«Πονάς;»

«Όχι, καθόλου. Δε νιώθω τίποτα, εκεί που είναι οι μελανιές. Αλλά, ξέρεις, αυτό είναι που με ανησυχεί ακόμα περισσότερο».

Η ένοχη έκφραση που είδα για μια στιγμή να ζωγραφίζεται στο πρόσωπό της χάθηκε δίχως ίχνος και τη θέση της πήρε ένα αχνό, παράταιρο χαμόγελο. Αυτό το χαμόγελο έπαιζε στα χείλη της γυναίκας μου, καθώς ρώτησε αν θα έπρεπε να πάει στο νοσοκομείο.

Εξέτασα το πρόσωπο της γυναίκας μου μ’ ένα ψυχρό, νηφάλιο βλέμμα – ένιωθα, παραδόξως, σα να με χώριζε μεγάλη απόσταση από αυτό που συνέβαινε. Το πρόσωπο που είχα απέναντί μου έμοιαζε ανοίκειο. Έμοιαζε ανοίκειο, σχεδόν εξωπραγματικό – κάτι που δεν θα περίμενε κανείς δεδομένου ότι μέναμε μαζί εδώ και τέσσερα περίπου χρόνια.

Η γυναίκα μου ήταν τρία χρόνια μικρότερή μου, είχε μόλις κλείσει τα είκοσι εννέα. Το πρόσωπό της την έκανε να μοιάζει εκνευριστικά μικρότερη όταν βγαίναμε, προτού παντρευτούμε – συχνά την έπαιρναν για μαθήτρια. Τώρα είχε πάνω του καθαρά τα σημάδια της κούρασης, που έκαναν αντίθεση με την έκφραση αθωότητας που της έδιναν τα ολοστρόγγυλα μάτια της. Μάλλον δύσκολα θα την μπέρδευε πια κανείς με μαθήτρια, ή έστω φοιτήτρια. Μάλιστα, έμοιαζε πια μεγαλύτερη απ’ ό,τι ήταν στην πραγματικότητα. Τα μάγουλά της, σαν άγουρα μήλα που μόλις άρχιζαν να κοκκινίζουν, ήταν βαθουλωτά, σαν πηλός που είχε πιεστεί προς τα μέσα. Η μέση που κάποτε ήταν απαλή κι ευλύγιστη σαν μίσχος λουλουδιού, η κοιλιά που κάποτε είχε τις πιο ελκυστικές καμπύλες, τώρα πια ήταν θλιβερά ισχνή. (περισσότερα…)

Χασάν Μπλασίμ, Το Κουνέλι της Πράσινης Ζώνης

[Μετάφραση από τα αγγλικά: Μαρία Μπλάνα (βασισμένη στη μετάφραση από τα αραβικά του Τζόναθαν Ράιτ)]

Προτού εμφανιστεί το αυγό, διάβαζα βιβλία σχετικά με το νόμο ή τη θρησκεία κάθε βράδυ, πριν κοιμηθώ. Όπως ακριβώς και το κουνέλι μου, ήμουν πιο δραστήριος τις πρώτες πρωινές και τις απογευματινές ώρες. Ο Σαλσάλ, από την άλλη, έμενε ξύπνιος ως αργά το βράδυ και ξύπναγε το μεσημέρι. Και προτού σηκωθεί απ’ το κρεβάτι άνοιγε το λάπτοπ του και έμπαινε στο φέισμπουκ να τσεκάρει τα τελευταία σχόλια στη συζήτηση που είχε αρχίσει το προηγούμενο βράδυ, και τελικά σηκωνόταν να κάνει μπάνιο. Ύστερα πήγαινε στην κουζίνα, άνοιγε το ράδιο και άκουγε ειδήσεις ενώ τηγάνιζε ένα αυγό κι έφτιαχνε καφέ. Έβγαινε με το πρωινό του στον κήπο και καθόταν στο τραπέζι κάτω απ’ την ομπρέλα, τρώγοντας και πίνοντας και καπνίζοντας καθώς με παρατηρούσε.

«Καλημέρα, Χατζάρ. Τί νέα απ’ τα λουλούδια;»

«Κάνει πολλή ζέστη φέτος και δεν φτουράνε», του έλεγα, ενώ κλάδευα τις τριανταφυλλιές.

Ο Σαλσάλ άναβε κι άλλο τσιγάρο και χαμογέλαγε ειρωνικά στο κουνέλι μου. Ποτέ μου δεν κατάλαβα γιατί τον ενοχλούσε το κουνέλι. Το είχε φέρει η γριά Ουμ Νταλά. Το βρήκε στο πάρκο, είπε. Αποφασίσαμε να το κρατήσουμε ώσπου να βρει η Ουμ Νταλά τον ιδιοκτήτη του. Το κουνέλι ήταν μαζί μας ένα μήνα τώρα κι εγώ ήδη είχα περάσει δυο μήνες με τον Σαλσάλ σ’ αυτή τη γουστόζικη βίλα στη βόρεια Πράσινη Ζώνη. Η βίλα ήταν απομονωμένη, τριγυρισμένη από έναν ψηλό τοίχο και με μια πύλη εξοπλισμένη με το πιο σοφιστικέ ηλεκτρονικό σύστημα ασφαλείας. Δεν ξέραμε πότε θα σήμαινε η ώρα μηδέν. Ο Σαλσάλ ήταν βετεράνος, σε αντίθεση με εμένα που με αποκαλούσαν ψάρακα επειδή αυτή ήταν η πρώτη μου επιχείρηση.

Ο κ. Σαλμάν μας επισκεπτόταν μια φορά τη βδομάδα για να δει πώς είμαστε και να μας καθησυχάσει για τα τεκταινόμενα. Ο κ. Σαλμάν μας έφερνε αλκοόλ και χασίς. Πάντα μας έλεγε ένα χαζό αστείο για τις πολιτικές εξελίξεις και μας υπενθύμιζε πόσο μυστική και σημαντική ήταν η επιχείρηση. Αυτός ο Σαλμάν τα είχε κυμιάσει με τον Σαλσάλ και δεν μου αποκάλυπτε πολλά μυστικά. Οι δυο τους τόνιζαν συνέχεια την αδυναμία και την έλλειψη εμπειρίας μου. Δεν ασχολιόμουν και πολύ μαζί τους. Είχα βουλιάξει στην πικρία της ζωής μου κι ήθελα να καταστραφεί ο κόσμος μία κι έξω.

Η Ουμ Νταλά ερχόταν δύο φορές τη βδομάδα. Μας έφερνε τσιγάρα και καθάριζε το σπίτι. Μια φορά ο Σαλσάλ την παρενόχλησε. Της έπιασε τον πισινό ενώ εκείνη μαγείρευε ντολμάδες. Του έδωσε μία στη μύτη με την κουτάλα και του την άνοιξε. Ο Σαλσάλ την άφησε και ύστερα από αυτό δεν της μιλούσε. Εκείνη ήταν μια δυναμική γυναίκα, στα πενήντα της, μάνα εννιά παιδιών. Έλεγε πως μισούσε τους άντρες, έλεγε πως ήταν σιχαμένοι, εγωιστές, γουρούνια. Ο άντρας της δούλευε εργάτης στη ΔΕΗ αλλά έπεσε απ’ την κορυφή μιας κολώνας και πέθανε. Ήταν μεθύστακας κι εκείνη συνήθιζε να τον αποκαλεί μεθυσοκούναβο. (περισσότερα…)

Λίζα Καβάγιου, Αυτό, που είμαστε

kavagiou

της ΛΙΖΑΣ ΚΑΒΑΓΙΟΥ

Να ’μαστε λοιπόν. O γιος μας, η νύφη μας, οι δυο εγγόνες μας, ο άντρας μου κι εγώ, το τελευταίο βράδυ πριν τη μεγάλη μέρα. Καθισμένοι στους αντικρυστούς καναπέδες του σαλονιού παρακολουθούμε τα κορίτσια, που παίζουν στο χαλί ανάμεσά μας. Συζητάμε για τον επίμονο χειμώνα, το πετυχημένο μου στιφάδο, την πρόοδο των κοριτσιών στο σχολείο. Το ημίφως των μισοκαμένων φωτιστικών τρέφει τη νύστα όλων μας, μα τα παιδιά διστάζουν να φύγουν. Φοβούνται να μας αφήσουν μόνους με την αγωνία μας για την επόμενη μέρα.

Τους παρατηρώ. Μια παράδοξη διπλωπία μού επιτρέπει να τους δω πιο καθαρά. Τους βλέπω όλους διπλούς. Πίσω από τον καθέναν τους υπάρχει μια δεύτερη φιγούρα, που σκέφτεται άλλα από αυτά που ελευθερώνει το στόμα τους. Κάνει τα τραγικότερα σενάρια για την επόμενη μέρα. Κάθε φορά, που το βλέμμα τους πέφτει σε μένα, η κόπια αυτή προδίδει τις σκέψεις της. Φωνάζει βουβά πάνω από τις ευχάριστες κουβέντες του απτού τους εαυτού. «Αύριο μπορεί να μην την βγάλεις», «αύριο μπορεί να την χάσω», «την καημένη, πώς αντέχει τέτοια αγωνία». Κι εγώ είμαι διπλή – έχω τα ίδια τραγικά σενάρια για την επόμενη μέρα στο μυαλό μου, μα χαμογελάω. Πιέζομαι και κουράζομαι να χαμογελάω, όμως κανείς δεν τολμάει να σηκωθεί να φύγει, να ξεκουραστώ.

Τα κορίτσια, χωρίς να ξέρουν το γιατί, αποφεύγουν το βλέμμα μου σα να αποφεύγουν ένα μεγάλο κακό. Κι ας μη μου συνέβη ακόμη. Την αγωνία αποφεύγουν. Μες στην εξάντλησή τους, την περασμένη τούτη ώρα, αποφασίζουν να επικεντρώσουν το ενδιαφέρον τους σε μια κούκλα. Την θέλουν κι οι δύο. (περισσότερα…)

Ο αδερφός του Τζων Ντάφυ

ΤΟΥ ΦΛΑΝ Ο’ΜΠΡΑΪΑΝ

μετάφραση: Γιώργος Αποσκίτης

Κανονικά, αυτή την ιστορία δεν θα έπρεπε να την γράψουμε ή να την πούμε καθόλου. Με το να την γράψουμε ή με το να την πούμε την καταστρέφουμε. Κι αυτό διότι ο άνθρωπος που βίωσε την παράξενη εμπειρία για την οποία πρόκειται να μιλήσουμε δεν ανέφερε ποτέ σε κανέναν το παραμικρό και το γεγονός ότι κράτησε το μυστικό του επτασφράγιστο στη μνήμη του είναι όλο το ζουμί της ιστορίας. Ως εκ τούτου, οφείλουμε να παραδεχτούμε ευθύς εξαρχής τη μειονεκτική θέση στην οποία βρισκόμαστε – ότι είναι παράλογο να πούμε εμείς την ιστορία, παράλογο να να την ακούσει κανείς και αδιανόητο να περιμένουμε πως κάποιος θα την πιστέψει.

Εντούτοις, θα κάνουμε σ’ αυτόν τον άνθρωπο μια χάρη. Θα συγκρατηθούμε και δεν θα αναφέρουμε το πλήρες ονοματεπώνυμό του. Αυτό θα μας δώσει τη δυνατότητα να πούμε το μυστικό του επιτρέποντάς του παράλληλα να συνεχίσει να κοιτά τους φίλους του στα μάτια. Μπορούμε πάντως να πούμε πως το επώνυμό του είναι Ντάφυ. Θα πρέπει να υπάρχουν χιλιάδες με το επώνυμο Ντάφυ στον κόσμο∙ ακόμα κι αυτή τη στιγμή, ένας νέος Ντάφυ θα κάνει πιθανότατα την εμφάνισή του σε κάποια γωνιά του πλανήτη. Μπορούμε ακόμη ακόμη να φτάσουμε ως το σημείο να πούμε ότι είναι ο αδερφός του Τζων Ντάφυ. Δεν προδίδουμε κάτι λέγοντάς το, διότι αν υπάρχουν εκατό μόνον άνθρωποι με το ονοματεπώνυμο Τζων Ντάφυ, ακόμη κι αν δεχόμασταν πως θα μπορούσε να βρεθεί και να ερωτηθεί ο καθένας χωριστά από αυτούς, δεν θα ερχόταν στο φως τίποτα το ντροπιαστικό. Κι αυτό γιατί ο συγκεκριμένος Τζων Ντάφυ δεν έφυγε ποτέ από το σπίτι του, δεν εγκατέλειψε ποτέ το κρεβάτι του, δεν μίλησε ποτέ σε κανέναν όσο έζησε και δεν τον είδε παρά μονάχα ένας άνθρωπος. Και το όνομα αυτού Γκάμλυ. Ο Γκάμλυ ήταν γιατρός. Ήταν παρών κατά τη γέννηση του Τζων Ντάφυ όπως και κατά τη στιγμή του θανάτου του, μια ώρα αργότερα.

Ο αδερφός του Τζων Ντάφυ ζούσε μόνος σε ένα μικρό σπίτι σ’ ένα ύψωμα στο Ίντσικορ. Το πρωί, καθώς ντυνόταν, είχε τη δυνατότητα να ατενίσει την πλατιά κοιλάδα του ποταμού Λίφυ στη μια άκρη, τις πλαγιές του πάρκου Φοίνιξ στην άλλη, και να γαληνέψει. Ο ποταμός σπανίως ήταν ορατός, όμως τα πρωινά που είχε ήλιο φαινόταν σαν μακρύ απαστράπτον δόρυ στην παλάμη της κοιλάδας. Έμοιαζε με αξιοσέβαστο παντρεμένο κύριο που μπαίνει βιαστικά στο Δουβλίνο για δουλειά.

Κάποιες φορές ο αδερφός του Τζων Ντάφυ έφερνε κατά νου το ότι το ρολόι του πηγαίνει μπροστά κι έτσι περνούσε μια στιγμή ραστώνης με το τηλεσκόπιο του πατέρα του, να κοιτά την κοιλάδα απ’ άκρη σ’ άκρη με μάτι αετού. Το χωριό Τσαπελίζοντ βρισκόταν στα αριστερά, σχεδόν καλυμμένο στο βάθος, όμως κάθε πρωί οι κάτοικοι σήκωναν νωχελικά –το έκαναν θαρρείς για να επωφεληθεί ο κύριος Ντάφυ– ένα σύννεφο καπνού για να δείξουν ακριβώς το σημείο στο οποίο βρίσκονταν.

Ο φακός του κυρίου Ντάφυ συνήθως στεκόταν ακίνητος μόλις εντόπιζε τη μορφή ενός άντρα ο οποίος περπατούσε βιαστικά στα ψηλότερα σημεία του πάρκου και χανόταν από το οπτικό πεδίο κατευθυνόμενος προς το φρούριο Μαγκαζίν. Ένα μικρό λευκό τεριέ χοροπηδούσε μπροστά του και κατά διαστήματα επιτάχυνε για να τον προσπεράσει, αφού πρώτα είχε χασομερήσει κάπου πίσω του.

Ο άντρας κουβαλούσε παραμάσχαλα ένα εργαλείο το οποίο στην αρχή ο κύριος Ντάφυ το πέρασε για πυροβόλο όπλο ή επαναληπτική καραμπίνα, όμως κάποιο πρωινό o άντρας βαστώντας το απ’ την άκρη χτυπούσε ζωηρά μ’ αυτό τα βαρέλια κάτω στο δάπεδο καθώς περπατούσε, και τότε φανερώθηκε στον κύριο Ντάφυ –ο οποίος ένιωσε ορισμένη απογοήτευση– ότι το αντικείμενο ήταν μπαστούνι.

Τον άντρα έτυχε να τον λένε Μάρτιν Σμάλεν. Ήταν συνταξιούχος μηχανοδηγός και ζούσε ήσυχα μαζί με τη λεπτεπίλεπτη αδερφή του στο Πάρκγκεητ, στον αριθμό 4 της οδού Κάνον Ρόου. Ο κύριος Ντάφυ δεν ήξερε πώς τον λένε και δεν αξιώθηκε ποτέ να τον συναντήσει ή να βρεθεί στην ευχάριστη θέση να τον γνωρίσει, ίσως όμως αξίζει να αναφέρουμε πως οι δυο τους κάποτε στάθηκαν δίπλα δίπλα στη μπάρα μιας παμπ στην οδό Λιτλ Ήστερ, χωρίς να αναγνωρίσει ο ένας τον άλλον, ολότελα ξένοι. Ο κύριος Σμάλεν παρήγγειλε ουίσκι κι ο κύριος Ντάφυ μπύρα.

Την αδερφή του κυρίου Σμάλεν την έλεγαν όχι Σμάλεν αλλά Γκόγκινς, χήρα του εκλιπόντος Πωλ Γκόγκινς, χονδρεμπόρου υφασμάτων. Ο κύριος Ντάφυ ούτε που την είχε ακουστά. Αυτή πάλι είχε έναν ξάδερφο που λεγόταν Λήο Κορ κι ο οποίος είχε απασχολήσει την αστυνομία. Το 1924 καταδικάστηκε σε κάθειρξη και καταναγκαστικά έργα για κατασκευή πλαστών νομισμάτων. Η κυρία Γκόγκινς δεν τον είχε γνωρίσει ποτέ, είχε όμως ακούσει γι’ αυτόν πως μετανάστευσε στο Λάμπραντορ με το που αφέθηκε ελεύθερος.

Λίγα λόγια για το τηλεσκόπιο. Μια περίεργη ιστορία συνδέεται με τον ιδιοκτήτη του∙ Ντάφυ κι αυτός, συνταξιούχος του εμπορικού ναυτικού. Παρ’ ότι δεν καρπώθηκε τα οφέλη της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης –στην πραγματικότητα μπάρκαρε στα δεκαέξι του εξαιτίας ενός περιστατικού που συνέβη λόγω ατελούς κατανόησης της σεξουαλικής σχέσης– είχε τη στόφα λογίου και συχνά περνούσε τα απογεύματα των αδειών του στη στεριά μόνος στην τραπεζαρία του σπιτιού του να φυλλομετρά με χαρά κάποιο βιβλίο του Ομήρου ή να υπομνηματίζει τα όχι καλά λατινικά του Αγγελικού Δασκάλου [Θωμά Ακινάτη] και να μειδιά, φανερώνοντας έτσι την πολυμάθειά του. Την 4η Ιουλίου του 1927 στις τέσσερις η ώρα, κι ενώ ήταν στην τραπεζαρία, έχασε τα λογικά του. Το ίδιο εκείνο σούρουπο, στις οχτώ η ώρα, τέσσερις άντρες έφτασαν με ένα φορτηγάκι, τον πήραν από τη χώρα του θανάτου και τον μετέφεραν σε κάποιο μέρος στο οποίο θα ήταν υπό περιορισμό για το δικό του καλό.

Θα μπορούσε να υποστηρίξει κανείς ότι πολλά από τα προαναφερθέντα δεν έχουν στην πραγματικότητα και μεγάλη σχέση με την ιστορία του αδερφού του Τζων Ντάφυ, όμως η μοντέρνα γραφή –υπάρχει αυτή η ελπίδα– έχει περάσει από το στάδιο κατά το οποία απλά συμβάντα παρατίθενται στο κενό δίχως κάποια ένδειξη ως προς τα ψυχολογικά και γενεσιουργά αίτιά τους τα οποία δουλεύουν στο βάθος. Έχοντας πάντως πει τόσα πολλά, ας μας επιτραπεί να καταγράψουμε τώρα εν συντομία τη φύση της περιπέτειας του αδερφού του Τζων Ντάφυ.

Κάποιο πρωί σηκώθηκε –ήταν 9 Μαρτίου του 1932–, ντύθηκε και ετοίμασε το πρωινό του για να φύγει. Αμέσως μετά τον κυρίευσε η παράξενη ιδέα πως είναι τρένο. Καμιά εξήγηση δεν στέκει να επιχειρήσουμε να δώσουμε. Στα αγοράκια ενίοτε αρέσει να παριστάνουν πως είναι τρένα κι υπάρχουν στον κόσμο κάτι χοντρές γυναίκες που από μακριά μοιάζουν λιγάκι με τρένα. Μα ο αδερφός του Τζων Ντάφυ ήταν βέβαιος πως είναι τρένο –μεγάλο σε μάκρος, βροντερό κι αχανές, πως απ’ τα πόδια του βγαίνει με κρότο λευκός καπνός και πως μακρόστενα φυσερά έρχονται ρυθμικά απ’ το σημείο στο οποίο βρισκόταν το φουγάρο του.

Συν τοις άλλοις, ήταν βέβαιος πως είναι ένα συγκεκριμένο τρένο, το τρένο των 9.20 για Δουβλίνο. Ο σταθμός του ήταν η κρεβατοκάμαρα. Στεκόταν εντελώς ακίνητος για είκοσι λεπτά, γνωρίζοντας πως τα καλά τρένα είναι πάντοτε στην ώρα τους τόσο κατά την αναχώρηση όσο και κατά την άφιξη. Έριχνε συχνά πυκνά ματιές στο ρολόι του ώστε να σιγουρευτεί ότι δεν θα του περάσει η ώρα χωρίς να το προσέξει. Το ρολόι του έφερε πάνω του τις λέξεις «αντικραδασμικό» και «σιδηροδρομικός χρονομέτρης».

Στις 9.20 ακριβώς εξέπεμπψε ένα διαπεραστικό σφύριγμα, έθεσε σε κίνηση τη μεγάλη μεταλλική μάζα του και αναχώρησε για την πόλη με ορμή αφήνοντας πίσω του καπνό. Το τρένο έφτασε δίχως καμιά καθυστέρηση στον προορισμό του, ο οποίος ήταν το γραφείο των κυρίων Πόλτερ και Πόλτερ, νομικών συμβούλων και υπευθύνων λήψης ένορκων βεβαιώσεων. Για προφανείς λόγους, η επωνυμία της εταιρείας είναι επινοημένη. Μέσα στο γραφείο βρίσκονταν δύο άντρες, ο γηραιός κύριος Κράνμπερυ κι ο νεαρός κύριος Χοτζ. Αμφότεροι ήταν υπάλληλοι κι αμφότεροι λογοδοτούσαν στον αδερφό του Τζων Ντάφυ. Φυσικά, και των δύο τα επώνυμα τα έχουμε φανταστεί.

«Καλημέρα κ. Ντάφυ», είπε ο κ. Κράνμπερυ. Ήταν μιας κάποιας ηλικίας κι ευγενέστατος κι είχε γίνει κατακίτρινος υπηρετώντας την εταιρεία.

Ο κ. Ντάφυ τον κοίταξε έκπληκτος. «Δεν το βλέπεις ότι είμαι τρένο;», είπε. «Γιατί με αποκαλείς κ. Ντάφυ;»

Ο κ. Κράνμπερυ γέλασε κι έκλεισε το μάτι στον κ. Χοτζ, ο οποίος καθόταν έτσι νεαρός, περιποιημένος κι ευπαρουσίαστος πίσω από τη γραφομηχανή του.

«Εντάξει, κ. Τρένο», είπε. «Κρύο σήμερα το πρωί, κύριε. Δύσκολο να ανεβάσετε ατμό ως επάνω κάτι τέτοια κρύα πρωινά, κύριε.»

«Δεν είναι εύκολο», είπε ο κ. Ντάφυ. Κατευθύνθηκε με χάρη στην καρέκλα του πιο πέρα και περίμενε υπομονετικά τους υπαλλήλους της εταιρείας να έρθουν να τον αποσυναρμολογήσουν όπως πρέπει. Ο κ. Χοτζ κρυφογελούσε πίσω απ’ τα στόρια του.

«Τίποτα φτηνές εκδρομές, κύριε;», ρώτησε.

«Όχι.», απάντησε ο κ. Ντάφυ. «Υπάρχουν, φυσικά, ετήσια εισιτήρια.»

«Τρίτης και τέταρτης θέσης να υποθέσω, κύριε;»

«Όχι.», είπε ο κ. Ντάφυ. «Προς επίρρωση των θέσεων του Χερ Μαρξ όλες οι ταξικές διακρίσεις στον τροχαίο εξοπλισμό του σιδηροδρομικού οργανισμού καταργήθηκαν.»

«Α, μάλιστα», είπε ο κ. Κράνμπερυ.

«Αυτό είναι κομμουνισμός», είπε ο κ. Χοτζ.

«Εννοεί», είπε ο κ. Κράνμπερυ, «ότι τώρα υπάρχει μόνο πρώτη θέση.»

«Πόσους τροχούς έχει η μηχανή σας;», ρώτησε ο κ. Χοτζ. «Τρεις μεγάλους;»

«Δεν είμαι εμπορευματική αμαξοστοιχία», είπε δηκτικά ο κ. Ντάφυ. «Ο σχηματισμός στην επιβατική αμαξοστοιχία είναι τέσσερις-τέσσερις-δύο – δύο μεγάλοι κινητήριοι τροχοί σε κάθε πλευρά οι οποίοι ασφαλώς συνοδεύονται από ένα τρέηλερ με τέσσερις τροχούς στο μπροστινό μέρος και δύο μικρούς τροχούς στη θέση του οδηγού. Γιατί ρωτάς;»

«Είναι η αποβάθρα στη μέση.», είπε ο κ. Κράνμπερυ. «Δεν βλέπει καθαρά.»

«Α, ναι, έχεις δίκιο.», είπε ο κ. Ντάφυ. «Το ξέχασα.»

«Να υποθέσω πως χρησιμοποιείτε πολύ κάρβουνο;», είπε ο κ. Χοτζ.

«Περίπου μισό τόνο για κάθε τριάντα μίλια.», είπε αργά ο κ. Ντάφυ, ελέγχοντας από μέσα του την κατανάλωση του συγκεκριμένου πρωινού. «Όπως θα φαντάζεστε κι αν ακόμη δεν σας το πω, το συνεχές σταμάτα-ξεκίνα στους προαστιακούς σταθμούς με εξαντλεί.»

«Είμαι σίγουρος», είπε συμπονετικά ο κ. Χοτζ.

Συνέχισαν να συνομιλούν κάπως έτσι για μισή ώρα ώσπου κατέφτασε ο κ. Πόλτερ ο πρεσβύτερος και κατευθύνθηκε σοβαρός σοβαρός στο γραφείο του στο βάθος. Με το που συνέβη αυτό η συζήτηση έφτασε στο τέλος της. Δεν ακούστηκαν και πολλά ακόμη ως την ώρα του γεύματος πέρα από τον γρατζουνιστό ήχο της πένας στο χαρτί κι από τους ακανόνιστους ήχους των πλήκτρων της γραφομηχανής.

Ο αδερφός του Τζων Ντάφυ έφευγε πάντοτε απ’ το γραφείο στη μιάμιση και πήγαινε στο σπίτι για να γευματίσει. Κατά συνέπεια, ξεκινούσε να ανεβάζει ατμό στη μία παρά τέταρτο ούτως ώστε να μην υπάρχει καθυστέρηση στην ώρα της αναχώρησης. Κάθε φορά που ο «σιδηροδρομικός χρονομέτρης» έλεγε ότι είναι μιάμιση, έβγαζε ακόμη ένα στριγκό σφύριγμα κι έβγαινε ατμοκίνητος από το γραφείο αργά αργά δίχως να ανταλλάσσει ούτε κουβέντα ούτε ματιά με τους συναδέλφους του. Έφτανε στο σπίτι του ακριβώς στην ώρα του.

Πλησιάζουμε τώρα στο πλέον σημαντικό σημείο της πλοκής, στο περιστατικό που δίνει νόημα σε ολόκληρη την ιστορία. Στη μέση του γεύματός του ο αδερφός του Τζων Ντάφυ ένιωσε κάτι σπουδαίο, κάτι παράδοξο, βαρυσήμαντο και μαγικό να συμβαίνει μες στο μυαλό του, κάποια υπέρμετρη ένταση να μαλακώνει, άπλετο φως να πλημμυρίζει έναν τόπο που ήταν ως τότε σκοτεινός. Τα μαχαιροπίρουνα έπεσαν απ’ τα χέρια του και κάθισε εκεί κάμποση ώρα με απελπισμένο βλέμμα∙ μια μπουκιά πατάτες παραμελημένη μες στο στόμα του. Στη συνέχεια κατάπιε, σηκώθηκε χωρίς δυνάμεις από το τραπέζι και περπάτησε ως το παράθυρο, σκουπίζοντας τον ιδρώτα που είχε αρχίσει να τρέχει στο μέτωπό του.

Έστρεψε το βλέμμα του έξω στο φως της μέρας, όχι πια τρένο αλλά άνθρωπος κατατρομαγμένος. Ξανάφερε στο νου του ολόκληρο το πρωινό του σπιθαμή προς σπιθαμή. Εξ όσων θυμόταν δεν είχε σκοτώσει κανέναν, δεν είχε βρίσει κανέναν, δεν είχε σπάσει τίποτα παράθυρα. Μονάχα είχε μιλήσει με τον Κράνμπερυ και τον Χοτζ. Κάτω στον αυτοκινητόδρομο δεν υπήρχε κανένα σκοτεινό φορτηγάκι που να το λυμαίνονται άνθρωποι με στολές. Κάθισε ξανά κάτω, συντετριμμένος, δίπλα στο μισοτελειωμένο γεύμα.

Ο αδερφός του Τζων Ντάφυ ήταν οπωσδήποτε θαρραλέος. Όταν γύρισε πίσω στο γραφείο είχε κατεβάσει λίγο ουίσκι στο στομάχι του κι ήταν σούρουπο, πιο αργά απ’ ό,τι θα ’πρεπε. Ο Χοτζ κι ο Κράνμπερυ έμοιαζαν απορροφημένοι στις επιστολές τους. Κρέμασε το καπέλο του ανέμελα και είπε:

«Φοβάμαι πως το τρένο άργησε λιγάκι να γυρίσει πίσω.»

Κάτω από τα χαμηλωμένα του βλέφαρα έριξε ένα κοφτερό βλέμμα στο πρόσωπο του Κράνμπερυ. Νόμισε πως είδε ένα αμυδρό χαμόγελο να περνά φευγαλέα από τα χαρακτηριστικά του προσώπου του ηλικιωμένου την ώρα που αυτά παρέμεναν βυθισμένα σε μια κόλλα χαρτί. Το χαμόγελο έμοιαζε να σημαίνει πως αυτό το ίδιο πρωινό αστείο δεν ήταν αρκετά καλό λίγες ώρες αργότερα. Ο Χοτζ σηκώθηκε απότομα στη γωνιά του και κατευθύνθηκε ήσυχα στο γραφείο του κ. Πόλτερ κουβαλώντας μαζί του τις επιστολές του. Ο αδερφός του Τζων Ντάφυ αναστέναξε και κάθισε αποκαμωμένος στο γραφείο του.

Εκείνη τη νύχτα, όταν έφυγε από το γραφείο, η καρδιά του ζύγιζε λιγότερο και πίστεψε πως έχει βρει μια καλή δικαιολογία για να αγοράσει κι άλλο αλκοόλ. Κανένας δεν ήξερε το μυστικό του παρά μόνον ο ίδιος και κανείς άλλος δεν επρόκειτο ποτέ να το μάθει.

Θεραπεύτηκε πλήρως. Το παράξενο νόσημα δεν επέστρεψε ποτέ. Ακόμα και σήμερα πάντως, ο αδερφός του Τζων Ντάφυ εμφανίζεται στη σήραγγα στον ποταμό Λίφι με το βουητό των τρένων και στέκει ριζωμένος στο έδαφος όποτε συναντά ισόπεδη διάβαση – σιωπηλός, που λέει ο λόγος, επάνω σε μια κορυφή στο Ντέριεν.

ΤΟΥ ΦΛΑΝ Ο’ΜΠΡΑΪΑΝ

Flann O’Brien, The Short Fiction of Flann O’Brien, Σαμπέιν / Λονδίνο / Δουβλίνο, Dalkey Archive Press, 2013 [πρώτη δημοσίευση: Irish Digest (Ιούν. 1940), σ. 69–73 και (με λίγες αλλά σημαντικές διαφορές) Story: The Magazine of the Short Story (Ιούλ.-Αύγ. 1941), σ. 65–68].

Φλαν Ο’Μπράιαν (1911, Κάουντυ Τιρόουν – 1966, Δουβλίνο). Ιρλανδός συγγραφέας του οποίου το πραγματικό όνομα ήταν Μπράιαν Ο’Νόλαν. Δούλεψε ως δημόσιος υπάλληλος και έγραψε (μυθιστορήματα, θεατρικά, διηγήματα και σατιρικά κείμενα διατηρώντας για χρόνια στήλη στην εφημερίδα The Irish Times) –με διάφορα ψευδώνυμα– στα αγγλικά αλλά και στα ιρλανδικά. Στα ελληνικά κυκλοφορεί το μυθιστόρημα Ο τρίτος αστυφύλακας (Αλεξάνδρεια, 2008) σε μετάφραση του Άρη Μπερλή.

Μυρτώ Χαρβαλιά, Το χρονικό της τουαλέτας

toilet paper

Το χρονικό της τουαλέτας

της ΜΥΡΤΩΣ ΧΑΡΒΑΛΙΑ

Είχε βαρεθεί πια. Η ρηχότητα των άβολων παριζιάνικων μπαρ δεν βοηθούσε καθόλου. Πήγαινε σε εκθέσεις για να ξεφεύγει. Πομπιντού, Ορσαί, Ορανζερί και Πικασσό, έντρομες κυβιστικές γυναίκες, φρουτοκέφαλοι και απαρχές του κόσμου. Ούτε εκεί ηρεμούσε, παντού γαλλικά μωρά και γαλλικές τσιρίδες.

Περπατά στον δρόμο, περπατά στα μουσεία, παντού Γάλλοι με τα γαλλικά μωρά τους να βήχουν, να γκρινιάζουν, να σαλιώνουν τους πίνακες. Παντού δίχρονα χωρίς πιπίλα πολλαπλασιάζονται, χαϊδεύουν τα κάδρα, δείχνουν ρυθμικά τα χρονοδιαγράμματα και αφήνουν δαχτυλιές στους άσπρους τοίχους. Ροζ και ύποπτο κίτρινο.

~ . ~

Οι δρόμοι του Παρισιού μύριζαν παιδική πούδρα, οι διάδρομοι της εστίας μύριζαν φασολάδα και φακές. Σχεδόν κι εκείνος είχε αρχίσει να τρώει με πρόγραμμα. Κόκκινο κρέας μια φορά την εβδομάδα, μια στις δυο ψάρι· έπειτα αβγά, πολλά αβγά και άπειρο μπρόκολο, τρία κιλά την εβδομάδα συγκεκριμένα· και γιαούρτια· πολλά μικροσκοπικά υδαρή γιαούρτια. Η νέα του ανακάλυψη ήταν τα βρομερά λαχανάκια Βρυξελλών. Αποκτούσε και νέες διατροφικές συνήθειες τώρα.

~ . ~

Ποιος ήταν; Ο Μπρετόν ήταν που είχε πει ότι όποιος δεν αντιστέκεται πεθαίνει[1]; Ε, όλα γύρω του πέθαιναν σε ένα τοπίο τέλειας ησυχίας και ηλιόλουστης ηρεμίας. «Πάνω από την πέτρα είναι ο ήλιος που τη λιάζει και τη ζεσταίνει, κάτω από την πέτρα, όμως, είναι η μούχλα που ζυμώνεται, είναι ο σκουληκόκοσμος.» Αποφάσισε, λοιπόν, πως σε μια πόλη που μουχλιάζει από την απόλυτη ηρεμία που την πλήττει, ένας μικρούλης πόλεμος ίσως να ήταν και καλός, βοηθητικός έστω.

Ανέβηκε στον δεύτερο όροφο. Ήταν τρεις τη νύχτα. Μπήκε στην τουαλέτα ψάχνοντας κάτι που δεν ήξερε. Είδε αφημένο το καρότσι των καθαριστριών μέσ’ στη μέση. Τίποτα ενδιαφέρον ή διαφορετικό, όλα έμοιαζαν γαλήνια ίδια. Μετά κοίταξε καλύτερα το ροζ χαρτί τουαλέτας.

~ . ~

Έβγαλε το ροζ χαρτί από τη σιδερένια του θήκη, το στούμπωσε με δυσκολία μέσα στη λεκάνη και τράβηξε το καζανάκι δύο φορές. Τι ρομαντικό! Το χαρτί άρχισε να ανθίζει μέσα στη χέστρα, να ανοίγει σαν νεαρό τριαντάφυλλο! Και το ορμητικό νερό που έπεφτε πάνω του έμοιαζε να μεταμορφώνεται σε ανοιξιάτικες δροσοσταλίδες, σε πρωινή δροσιά ανθόσπαρτου περιβολιού. «Ή σε ανοιξιάτικη επανάσταση» με διόρθωσε ευχαριστημένος. Ναι, ή σε επανάσταση στη μέση της άνοιξης.

Έβγαλε τις παντόφλες του και γύρισε στο δωμάτιό του. Όλα συνέβησαν τόσο αθόρυβα.

~ . ~

Σε όλους μας έχει τύχει να πηγαίνουμε καμιά φορά στην τουαλέτα αγχωμένοι, κι αφού ξεκουράσουμε το άγχος μας—Ω, που να πάρει!—ως δια μαγείας το χαρτί έχει τελειώσει. Τι εκνευρισμός! Τι δυστυχία! Βγαίνεις ύστερα από την τουαλέτα… σαν χεσμένος.

~ . ~

Βεβαίως αυτό δεν ήταν παρά ένα μικρό αστείο που τον γαργάλησε μονάχα στιγμιαία. Η ώρα είχε πάει τρεις, κάτι τον έτρωγε, τον ενοχλούσε, σαν μια μικρή μέλισσα που ξέμεινε από τη χθεσινή μεταμεσονύχτια άνοιξη να είχε τρυπώσει μέσα στο αυτί του.

Ανέβηκε στον δεύτερο όροφο. Πάλι νέκρα, όπως όλη την εβδομάδα άλλωστε. Μόνο πού και πού ακουγόταν κάποιο ερωτικό τρίξιμο.

Μπήκε στις τουαλέτες, έβγαλε όλες τις σιδερένιες θήκες προσεκτικά. Πήρε δύο χαρτιά, τα βούτηξε στη λεκάνη και τράβηξε το καζανάκι μέχρι να στουμπώσουν. Άνοιξε το παράθυρο, κοίταξε το νυχτερινό τοπίο κι ύστερα εκσφενδόνισε δύο γιγάντια ρολά χαρτιού υγείας στο κενό. Καθώς έπεφταν, οι άκρες τους τον χαιρετούσαν σαν θλιμμένα μαντήλια αποχαιρετισμού. «Γιατί κάθε επανάσταση έχει και τα θλιβερά της σημεία» έκανε να με συμπληρώσει. Το τελευταίο ρολό το έβαλε μέσα στον νιπτήρα, το έβρεξε λίγο για να το αχρηστεύσει· ύστερα πήρε τις παντόφλες στο χέρι και γύρισε στο δωμάτιό του.

~ . ~

Γύρω στις δύο το μεσημέρι, οι κάτοικοι του πρώτου ορόφου είπαν πως άκουσαν κάτι πρωτόγνωρο στον δεύτερο. Άκουσαν τακούνια· τον ήχο τους ακολουθούσε ρυθμικά το σούρσιμο παντόφλας. Άκουσαν όλες τις πόρτες να ανοίγουν και να κλείνουν, η μια μετά την άλλη. Άκουσαν κροτάλισμα κλειδιών και σύντομες ομιλίες γυναικών: «…Oui?» «Non, c’était pas moi» «Quoi? Non, bien-sûr que non» «Oui, allez-y…»

~ . ~

Δυο μέρες μετά ένα μέιλ έφτασε στην ηλεκτρονική θυρίδα των κατοίκων της εστίας· ένα εκνευρισμένο μέιλ που έλεγε πως μια πρωτάκουστη σπατάλη σε χαρτί τουαλέτας είχε λάβει χώρα την προηγούμενη εβδομάδα. Όποιος είναι υπεύθυνος καλείται να σκεφτεί καλύτερα τις αντιοικολογικές του πράξεις που φέρνουν σε δύσκολη θέση όχι μόνο την διεύθυνση αλλά και τους κατοίκους του δευτέρου ορόφου. «Τους συγκαμένους κατοίκους του δευτέρου,» σκέφτηκε εκείνος.

~ . ~

Η ώρα είχε πάει τέσσερις. Δεν είχε έμπνευση σήμερα. Έφυγε ξυπόλυτος από το δωμάτιό του. Έβγαλε χωρίς δεύτερη σκέψη όλα τα χαρτιά από τα κουβούκλιά τους, τα βούτηξε στο νερό της τουαλέτας κι αυτά άνοιξαν τόπους-τόπους σαν πέταλα γαρύφαλλου. Ύστερα τα τοποθέτησε κάτω, δίπλα από τις χέστρες σαν να εναπέθετε στεφάνια λουλουδιών για τους χαμένους συνοδοιπόρους του. Ύστερα έφυγε.

~ . ~

Την επόμενη μέρα επικρατούσε πανικός στον δεύτερο όροφο· ένα σούσουρο από ενοχλημένες φωνούλες έφτανε ως το σαλόνι, μεταφερόταν μέσα από τις σωληνώσεις κι έφτανε μέχρι και στο υπόγειο. Το άκουγε. Όλοι το άκουγαν. Αυτό μάλιστα! Αυτό πράγματι ήταν ενδιαφέρον! Η δυσαρέσκεια έχει πάντα ενδιαφέρον· είναι κάπως ξινή, βέβαια, αλλά πάντα προκαλεί μερικές ρυτίδες ή ένα σούφρωμα στα χείλη ακόμα και των πιο ήσυχων φοιτητών.

Οι νεκροί διάδρομοι τώρα φωτίζονταν από ένα αχνό φως περιέργειας. Ένας ύποπτος ήχος αρκούσε· μια πόρτα άνοιγε ανήσυχα για να κλείσει ξανά διστακτικά.

~ . ~

Όλοι μιλούν, αναρωτιούνται, σκαρφίζονται σενάρια. Ο ένας λέει θα υπνοβατούσε, ο άλλος μα φυσικά πρόκειται για προσωπικό ζήτημα. Για ξεκαθάρισμα λογαριασμών! Ναι! Με κάποιον ένοικο! Ή με τις καθαρίστριες! Πολλοί συμφωνούν. Η αλήθεια είναι πως δεν δουλεύουν ρε. Χθες άφησαν την σακούλα με τα σκουπίδια στον διάδρομο. Κάποιος άλλος πετάγεται: Παιδιά, μπορεί να μην του αρέσει το ροζ χαρτί! Ναι, άλλος συμφωνεί. Θα έχει κάποιο ψυχοπαθολογικό κόλλημα με το ροζ χαρτί, το μυαλό του πρέπει να τού λέει να καταστρέψει όλο το ροζ χαρτί τουαλέτας, για το δικό του καλό.

«Μαλάκες, έτσι είσαστε;» Σκεφτόταν από μέσα του. Χαρτί άλλο στον δεύτερο όροφο δεν είχε. Είχε όμως στον τρίτο.

«Βίβα η ανησυχία ρε!» Τούς λέει και τούς ξαναλέει αυτός, αλλά είναι σαν να μην τον ακούνε μέσα στην ανησυχία και στο σύγκαμά τους.

ΜΥΡΤΩ ΧΑΡΒΑΛΙΑ


[1] Ναι, ο Μπρετόν το λέει, σαφώς όχι έτσι. Εδώ το απόσπασμα σε δική μου απόδοση παρμένο από το βιβλίο Manifestoes of Surrealism, André Breton (μτφρ. στα αγγλικά Richard Seaver καιHelen R. Lane), The University of Michigan Press, σελ. 125: «Η πιο απλή Σουρεαλιστική δράση θα ήταν να κατηφορίσεις, με το όπλο στο χέρι και να αρχίσεις να πυροβολείς στα τυφλά, με γρήγορες πιστολιές, καταμεσής του πλήθους. Όποιος δεν έχει ονειρευτεί, έστω και μια φορά στη ζωή του, να ξεφορτωθεί αυτό το τιποτένιο σύστημα του εξευτελισμού και της αποβλάκωσης στην ουσία έχει μια καθορισμένη θέση στο ίδιο αυτό πλήθος, με την κοιλιά στην κάνη.»

Γιάννης Ξούριας, Ο τρούλλος

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

Ο ΤΡΟΥΛΛΟΣ

Πάντα τὸ ἴδιο ἀκριανὸ τραπέζι, κάπως ἀπομακρυσμένο ἀπὸ τὰ ὑπόλοιπα τραπέζια τοῦ καφενείου, καὶ πρὸς τὸ κέντρο τῆς πλατείας, σχεδὸν κάτω ἀπὸ τὸν τροῦλλο τῶν Ἁγίων Ἀναργύρων. Κάθομαι στὸ ἴδιο τραπέζι, πολλὰ βράδια, ὅταν δύει ὁ ἥλιος, λίγο προτοῦ ἀρχίσει νὰ σκοτεινιάζει. Προσηλώνομαι στὸν τροῦλλο καὶ τὸν ἀτενίζω γιὰ ὧρες· μέχρι καὶ τ’ ἄγρια μεσάνυχτα.

Τότε περίπου, μόλις παίρνω τὴ θέση μου δηλαδή, ἀνάβουν οἱ μικροὶ προβολεῖς, ποὺ βρίσκονται τοποθετημένοι στὴ βάση τοῦ τρούλλου, τόσο ὑπολογισμένα βαλμένοι ὥστε νὰ τὸν φωτίζουν συγκρατημένα καὶ μὲ λεπτότητα. Ὄντως, οἱ δέσμες τους δὲν τὸν καταυγάζουν, προξενοῦν μόνον ἐναλλασσόμενες φωτοσκιάσεις, εὐλαβικές, οἱ ὁποῖες μὲ θέλγουν. Ὁ τροῦλλος εἶναι περίτεχνο ἔργο, μνημεῖο παλαιϊκῆς αἰσθητικῆς, ἐμφανῶς δεῖγμα περικαλλὲς πλούτου, μὲ βαριὰ σκαλιστὴ διακόσμηση, διπλοὺς μαρμάρινους κιονίσκους μεταξὺ τῶν τοξοτῶν παραθύρων μὲ λεπτουργημένα κράνη καὶ ἀνθέμια. Πίσω του, στὸ φόντο, προβάλλεται βαθὺ (ἀφόρητο) τὸ καθαρὸ στερέωμα, νὰ μελανιάζει ἀθόρυβα.

Τὴ συνήθεια νὰ ρεμβάζω κοιτώντας τὸν τροῦλλο μοῦ τὴν κόλλησε ὁ Χαράλαμπος, ἔνα πρόσωπο ποὺ μοῦ ἦταν παντελῶς ἄγνωστο, μέχρι ποὺ κάποιο βράδυ μοιραστήκαμε ἐξ ἀνάγκης αὐτὸ τὸ τραπέζι. Ἐκεῖ εἶχα προλάβει νὰ καθήσω πρῶτος, ἀγνοώντας πὼς ἡ θέση τοῦ ἀνῆκε, κατ’ ἀποκλειστικότητα ὡς φαίνεται, ἐφόσον (ὅπως ἔμαθα) τὴν εἶχε δημιουργήσει ὁ ἴδιος, μετακινώντας προοδευτικὰ σὲ διάστημα χρόνου τὸ τραπέζι μέχρι τὸ σημεῖο ὅπου βρισκόταν.

~.~

Γιὰ νὰ πάω στὴν πλατεία, ἀναχωρῶ ἀπ’ τὸ σπίτι τὴν ἴδια ὥρα, ἀφοῦ πρῶτα ἔχω λουστεῖ ἐπισταμένα καὶ χωρὶς βιασύνες. Κάθομαι στὸ τραπέζι αὐτὸ μέχρι τὰ βαθιὰ μεσάνυχτα, ὅταν πιὰ ἔχουν κλείσει τὰ μαγαζιὰ τῆς κεντρικῆς πλατείας. Ὁ χῶρος ἔχει ἀδειάσει ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους. Μ’ ἀρέσει ἐδῶ. Μὲ τὴν ἐπίδραση τοῦ τρούλλου, μὲ τὴ μαγική του ὑποβολή, νομίζω πὼς ἔχω συλλάβει κι ἔχω συνθέσει στὸ μυαλό μου ἀρκετὰ πράγματα τοὺς τελευταίους μῆνες, τόσες ἰδέες καὶ στιχομυθίες. Θὰ πρέπει τώρα νὰ τοὺς βρῶ κάποια θέση — ἕνα ἀφηγηματικὸ πλαίσιο. Σὲ αὐτὸ —ὁμολογῶ— δὲν ἐπιτυγχάνω καὶ πολύ. Δυσκολεύομαι, κατ’ ἀρχάς, νὰ καταγράψω αὐτὰ τὰ πράγματα στὸ χαρτί, καὶ μετὰ νὰ τὰ ἐπεξεργαστῶ. Συνεχῶς ἀναβάλλω· οἱ ἰδέες καὶ οἱ φράσεις μένουν ἐπ’ ἀόριστον ἀκατέργαστες μέσα μου (σπάνια ἐντούτοις τὶς ξεχνῶ). Κι ἔπειτα, πρέπει νὰ ἐπινοηθοῦν μὲ ὑπομονὴ καὶ κόπο συνθῆκες καὶ περιστάσεις, ὅπου θὰ ἐμφανιστοῦν τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα μὲ τὴ σειρά τους θὰ ἐκφωνήσουν αὐτὲς τὶς φράσεις. Δυσκολεύομαι ἐξαιρετικὰ νὰ προχωρήσω καὶ νὰ δώσω πειστικὴ ὑπόσταση σὲ ὅλα τοῦτα.

Βέβαια, τὸ ξέρω καλὰ ὅτι οἱ ἥρωες τῶν λίγων γραπτῶν μου εἶναι κατὰ τὸ μᾶλλον φασματικοί. (Θὰ μποροῦσαν νὰ τὸ εἶχαν γράψει καὶ σὲ καμιὰ κριτική τους, ἐὰν φυσικὰ εἶχαν καταδεχθεῖ νὰ γράψουν.) Ὡστόσο —σκέφτομαι— αὐτὸ δὲν σημαίνει κιόλας ὅτι εἶναι ἀνυπόστατοι. Ἐν πάση περιπτώσει, ἐγὼ τοὺς ἀντιλαμβάνομαι πολὺ πιὸ πραγματικοὺς ἀπὸ ὅλους ἐκείνους τοὺς ἴσκιους μὲ τοὺς ὁποίους διασταυρώνομαι, ὅταν ἐπιστρέφω σπίτι, μὲς στὰ σκοτάδια (ὡς συνήθως, τὰ περισσότερα φανάρια εἶναι σπασμένα), στοὺς στενοὺς δρόμους ποὺ μπλέκονται σὲ κουβάρι καὶ σχηματίζουν τὶς μικρὲς συνοικίες μας ποὺ περισφίγγουν ἀπὸ παντοῦ τὴν πλατεία.

Τὰ σπίτια στοὺς δρόμους αὐτοὺς εἶναι δίπατα. Τὰ πιὸ πολλὰ ἔχουν ψηλοτάβανο ἱσόγειο μὲ τρεῖς ἐπιμήκεις ξύλινες θύρες. Εἶναι μαγαζιὰ καὶ ἀποθῆκες. Ἀκόμη καὶ κλειστές, ἀδυνατοῦν νὰ συγκρατήσουν τὴν ἔντονη μυρωδιὰ ἀπὸ τὰ σακιὰ μὲ τὰ ὄσπρια, τὴ ζάχαρη, τὰ βαρέλια τὴ φέτα, καὶ τὰ ντεπόζιτα τοῦ λαδιοῦ. Τὸ ἐπάνω πάτωμα εἶναι ἐπίσης (ἂν καὶ σαφῶς λιγότερο σὲ σχέση μὲ τὸ ἰσόγειο) ψηλοτάβανο, μὲ τριάδες στενόμακρων παραθύρων ἀνὰ πλευρὰ τοῦ κτίσματος, ἀπὸ τὰ ὁποῖα τὰ περισσότερα εἶναι ἑρμητικὰ κλειστὰ μὲ ξύλινες τάβλες χωρὶς γρίλιες, ἐκτὸς ἀπὸ μερικὰ σκόρπια, ἐδῶ κι ἐκεῖ, ποὺ ἔχουν μείνει ἐλαφρῶς μισάνοιχτα καὶ ἀπ’ ὅπου φεγγίζει, μέσα ἀπὸ τὶς λεπτότατες κουρτίνες τους, ἕνα ἀναμμένο καντήλι (τὸ φῶς του τρέμει ἀσθενικό, κόκκινο ἢ κίτρινο) ἢ μιὰ ἀνοιχτὴ τηλεόραση χωρὶς ἦχο. Οἱ γωνίες τῶν ἐξωτερικῶν σοβαντισμένων τοίχων —ψηλά, λίγο κάτω ἀπὸ τὴ σκεπή— εἶναι μαυρισμένες, σὰν νὰ τὶς ἔχει γλείψει γιὰ καιρὸ ἡ φωτιά. Μόνον οἱ τετράριχτες κεραμοσκεπὲς φαίνονται νὰ γλιτώνουν ἀπ’ τὸ σκοτάδι ποὺ πήζει ἀπὸ κάτω τους· ἰδίως ὅταν ἔχει φεγγάρι, πρέπει ἐκεῖ πάνω νὰ εἶναι χάρμα ὀφθαλμῶν, σὰν ὄνειρο σταματημένο, ἀπὸ τ’ ἀλησμόνητα — μὰ ποιός μπορεῖ νὰ τὸ δεῖ ἐκεῖ πάνω;

~.~

Ποιοί εἶναι αὐτοὶ οἱ ἴσκιοι, μὲ τοὺς ὁποίους διασταυρώνομαι; Οὔτε ποὺ τοὺς ἀναγνωρίζω, οὔτε καὶ ποὺ θέλω. Μὲ μερικοὺς ἴσως ν’ ἀνταλλάξουμε μιὰ καληνύχτα, ἀλλὰ καὶ τότε δὲν διακρίνω —καὶ δὲν προσπαθῶ νὰ διακρίνω— τὰ χαρακτηριστικὰ κανενός. Βρίσκω κάποτε μιὰ ὁμάδα ἀνδρῶν, ὄρθιους ἔξω ἀπὸ κάποιο καφενεῖο ποὺ ἔχει κλείσει, ἀλλὰ ἐκεῖνοι δὲν λένε νὰ μαζευτοῦν σπίτια τους καὶ παραμένουν ἀπ’ ἔξω ἀπὸ τὸ μαγαζὶ καὶ συζητοῦν. Ἂν τύχει καὶ κάποια λάμπα τοῦ ἠλεχτρικοῦ ρίχνει λίγο φῶς, ἡ γεωμετρικὴ κλίση τῶν σκιῶν τους σχηματίζει λόγχες μυτερές, ποὺ ἁπλώνονται τεθλασμένες ὣς τοὺς ἀπέναντι τοίχους. Μόλις μὲ ἀντιλαμβάνονται, σπεύδουν νὰ μοῦ γυρίσουν τὴν πλάτη συνωμοτικά, σὰν νὰ τοὺς συνέλαβα ἐπ’ αὐτοφόρῳ. Ἐπίσης, ἄλλοτε, φτάνοντας ἔξω ἀπὸ τὸ μισητὸ μπὰρ τοῦ σπυριάρη —τόπος ποὺ ἀναδίδει φρικαλέο ψύχος— μπορεῖ νὰ συναντήσω καὶ καμιὰ γυναίκα, ξεχαρβαλωμένη, ποὺ περιμένει θεονήστικη. Δὲν ξεχωρίζω τὰ χαρακτηριστικὰ κανενός. Οὔτε καὶ τὸ ἐπιθυμῶ, ἄλλωστε.

Ἐντούτοις, θέλω νὰ κυκλοφορῶ ἄγρια νύχτα σὲ αὐτὰ τὰ στενά, ὅταν τὰ βρίσκω ἔρημα, καὶ νὰ προσπαθῶ νὰ συλλάβω τοὺς ἀλλόκοτους ἤχους, τὰ ραγίσματα, τοὺς κρότους, τὰ θροΐσματα, ἴσως καὶ καμιὰ κουβέντα, τὰ ὁποῖα χρειάζεται μεγάλη ὑπομονὴ καὶ μεγάλη ψυχικὴ ἀντοχή, προκειμένου νὰ τὰ συντάξεις καὶ νὰ τ’ ἀναγνώσεις ὀρθά· καὶ μετά, ἐπίσης, χρειάζεται θάρρος πολύ, γιὰ νὰ τὸ βαστάξεις αὐτὸ ποὺ σοῦ λένε καὶ ποὺ σὲ ἀφορᾶ —ἂν καταλάβεις ἐν τέλει τί λέει τὸ γραφτό τους. Μέχρι καὶ ποὺ γυρνάω σπίτι, παλεύω μὲ κάτι τέτοια αἰνίγματα, ὄντας βέβαιος πὼς μοῦ ἔχει μηνυθεῖ κάτι — ἀλλὰ ποιός μπορεῖ νὰ μοῦ τὸ ἐπιβεβαιώσει;

~.~

Μήπως οἱ ἥρωές μου εἶναι περισσότερο ἀνύπαρκτοι ἀπ’ αὐτοὺς ὅλους ποὺ συναντῶ, ὅταν ἐπιστρέφω σπίτι, τ’ ἄγρια μεσάνυχτα; Γιατί θὰ πρέπει ν’ ἀλλάξω, λοιπόν, τὴ μέθοδό μου; Ἄλλωστε, καὶ νὰ τὸ ἤθελα, δὲν μπορῶ ν’ ἀλλάξω τὸν δρόμο μου τώρα πιά. Ἐπιστρέφω σπίτι μέσα ἀπὸ αὐτὰ τὰ μπερδεμένα στενά, ποὺ φαίνονται ὅλα ἴδια. Ἡ μόνη παρέκκλιση ποὺ κάνω εἶναι νὰ βγῶ γιὰ λίγο ἀπ’ τὰ στενὰ καὶ νὰ περάσω μπροστὰ ἀπὸ τὴν κλινική, τὸν «Ἅγιο Παρθένιο», μολονότι, ὡς ὑπόμνηση, μὲ βυθίζει στὴ μαύρη ἀπελπισία. Ἀλλὰ κάτι τέτοιο μοῦ χρειάζεται ἐμένα, ἂν εἶναι ἐπιτέλους νὰ στρωθῶ καὶ νὰ ἐργαστῶ!

Ἡ κλινικὴ εἶναι ἀληθινὰ θηριωδῶν διαστάσεων γιὰ τὰ δικά μας μέτρα. Τρεῖς ὄροφοι, μὲ δώδεκα μεγάλα παράθυρα ὁ καθένας ἀπ’ τὴν πλευρὰ ἀπ’ ὅπου περνῶ, φεγγοβολοῦν ἀκατάπαυστα· στὸ ἀπαστράπτον φανταχτερὸ ἰσόγειο ὑπάρχει πυρετώδης κίνηση· ψηλὰ στὴν ταράτσα ἀναβοσβήνουν περιοδικῶς κι ἐναλλασσόμενες δύο ὑπερμεγέθεις μαρκίζες. Ἐπ’ οὐδενὶ δὲν θὰ χωροῦσε αὐτὸ τὸ τέρας μὲσα στὶς ἀσφυκτικὲς γειτονιές μας, καὶ συνεπῶς τὸ ἔχτισαν στὴν ἄκρη τους, στὸ σημεῖο ὅπου καμπυλώνεται ὁ μέγας περιφερειακός. Πιὸ πέρα, πίσω ἀπὸ τὸ χτίσμα, ἐκτείνονται οἱ ἀγροὶ καὶ στὸ τέρμα τοῦ βάθους τὰ βουνά· ὁπότε τὰ σκοτάδια ἀπὸ κείνη τὴν πλευρὰ εἶναι πυκνὰ καὶ ἀδιαπέραστα. Στέκομαι καὶ τὴν κοιτῶ τὴν κλινική μας. Συνεχῶς ἀγρυπνᾶ· μὲ τὴν ὁλονύχτια φωταγώγησή της εἶναι σὰν «πλοῖο ποὺ θ’ ἀναχωρήσει πρὸς τὰ χάη». Ἐκεῖ μέσα μ’ ἔχουν μάθει πιὰ καλά. Τὶς δυὸ τελευταῖες βδομάδες μόνον ξέκοψα λίγο. Διότι, βέβαια, τέτοια ἐποχή, ἐν ὄψει μεγάλης χριστιανικῆς ἑορτῆς καὶ στὴ μανία τῶν διακοπῶν, ἀναχωροῦν ὅλοι, οἱ γιατροί, οἱ νοσοκόμες, οἱ συγγενεῖς, κι ἡ ἀρρώστια.

Ὅταν μιὰ φορὰ τὰ ἐξιστόρησα αὐτὰ τὰ βάσανά μου στὸν Χαράλαμπο, ἐκεῖνος στράφηκε πρὸς τὸν τροῦλλο κι ἄρχισε μὲ φωνὴ λεπτότατη (θὰ τολμοῦσα νὰ πῶ, φωνὴ θηλυκή) νὰ ἄδει ἐκεῖνο τὸ σπαρακτικὸ Vissi d’arte, vissi d’amore…, ἀργὰ καὶ καθαρά, μέχρι τὸ τέλος. Περίεργος χαρακτήρας. Ποτὲ δὲν κατόρθωσα νὰ μάθω πολλὰ περὶ τὸ ἄτομό του, παρόλο ποὺ μοιραστήκαμε τὸ ἰδεῶδες αὐτὸ σημεῖο τόσες φορές. Δὲν μοῦ εἶπε κὰν τὸ ἐπώνυμό του, ἂν καὶ τὸν ρώτησα ἐπίμονα. Πάντως, ἀπὸ τὰ λίγα καὶ σκόρπια ποὺ ἐκστόμιζε, ἐνόησα ὅτι κι ἐκεῖνος εἶχε κάποια σχέση μὲ τὴ λογοτεχνία. Χάθηκε. Ἀπ’ αὐτὸν στὴ μνήμη μου συγκρατῶ κυρίως τὴ μανία του νὰ κάνει συνεχῶς ὑπολογισμοὺς μὲ τὶς χρονολογίες τοῦ βίου ἀνθρώπων. Μάλιστα, μοῦ ἔδινε τὴν ἐντύπωση πὼς ὧρες ὧρες ἀδυνατοῦσε νὰ σκεφτεῖ ἢ νὰ πεῖ ὁτιδήποτε ἄλλο. Γιὰ παράδειγμα, θυμᾶμαι ἕνα βράδυ ποὺ φυσοῦσε γλυκύτατο ἀεράκι, μονολογοῦσε κι ἔλεγε «Νίκος Πεντζίκης, 85 — Νίκος Καχτίτσης, 44», ἐπανειλημμένως.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΞΟΥΡΙΑΣ

 

Λόρεν Γκροφ, Στον Παράδεισο και στην Κόλαση (2/2)

Woodward_Ave_Detroit_1942.jpg

(Συνέχεια από το πρώτο μέρος)

Βρήκε μια αίσθηση στο καθάρισμα που ένιωθε συχνά στην άλλη της ζωή, όταν τα βιβλία που διάβαζε ήταν τόσο θελκτικά που την παρέσερναν για ώρες. Οι λέξεις ήταν ένας τόπος λαξεμένος απ’ τη ζωή, ζεστός και ασφαλής. Το γυάλισμα των τζαμιών ως την τέλεια διαφάνεια, το τρίψιμο της πορσελάνης, το πέρασμα καυστικών χημικών στα πλακάκια ώσπου να λάμψουν σαν οδοντοστοιχία, όλα αυτά την έκαναν να ξεχνιέται απ’ τον εαυτό της. Δυνατοί μύες έσφιξαν στα κοκαλιάρικα μπράτσα της.

Κάθε πρωί, έβγαινε στο κρύο κι ένιωθε αποχαυνωμένη από την κούραση. Ο Ευλάμπης-και λάμπεις την κέρναγε πού και πού πρωινό και καθόντουσαν, με τη μπόχα των χημικών πάνω τους, στο πίσω μέρος του βαν του, τριγυρισμένοι απ’ τις μυρωδιές ζεστού γράσου και καυτού καφέ.

Ήθελε να γελάσει μαζί του, να του πει για τις φρικτές μέρες στο σπίτι της μητέρας της όταν ήταν παιδί, για τις κατσαρίδες, για τον λινοτάπητα που είχε μια μόνιμη κρούστα βρωμιάς, για το πόσο παράξενο της φαινόταν που τώρα καθάριζε για να ζει, μα ο Ευλάμπης μιλούσε τόσο πολύ που δεν χρειαζόταν εκείνη να πει κάτι. Της έλεγε για το σκυλί που είχε όταν ήταν μικρός και που μιλούσε μ’ ανθρώπινη λαλιά, ή για τα οράματα που έβλεπε, όταν ο χρόνος πάγωνε κι ο Διάβολος ψιθύριζε στο αυτί του ώσπου η λάμψη που δυνάμωνε μέσα του τον έδιωχνε, κι έλουζε τον κόσμο στο φως.

~.~

Έπιασε ένα δωμάτιο σ’ ένα τσιμεντένιο χαμηλοτάβανο μοτέλ σχεδόν πάνω στον αυτοκινητόδρομο, οπού πλήρωνε το νοίκι με τη βδομάδα. Το μοτέλ λεγόταν «Οικονομικό – Εγγύηση Τιμής – Βολικό», αλλά έπρεπε να δανειστεί μερικά χημικά και βετέξ απ’ τον Ευλάμπη για να μπορέσει να χρησιμοποιήσει την τουαλέτα. Της άρεσε ο ήχος των φορτηγών που σφύριζαν στην άσφαλτο και οι φωνές των γειτόνων της που είχαν έναν ρυθμό σταθερό και τα αγόρια που σύχναζαν στο φαστφουντάδικο της διπλανής πόρτας, με τις σαρωτικές καυχησιές και τα χαβαλετζίδικα πειράγματά τους.

Ένα πρωί, καθώς επέστρεφε στο μοτέλ, είδε μια γνώριμη μοτοσυκλέτα έξω απ’ το καφέ όπου κάποτε βαθμολογούσε εργασίες φοιτητών. Κοίταξε τη τζαμαρία, κατεβάζοντας χαμηλά το τζόκεϊ που φορούσε για να κρύψει το πρόσωπό της. Δύο πρώην φίλοι της καθόντουσαν σ’ ένα τραπέζι, συνοφρυωμένοι στις οθόνες των λάπτοπ τους. Πόσο χοντροί φαινόντουσαν, πόσο ροδαλοί. Σιγόπιναν δυο σκέτους καφέδες φίλτρου κι εκείνη θυμήθηκε, με μια δόση αηδίας, ότι συνήθιζαν να γκρινιάζουν πως δεν έχουν αρκετά λεφτά για καπουτσίνο. Πόσο πλούσιοι ήταν. Είχαν ένα είδος πλούτου που δεν ξέρει κανείς πως έχει, μέχρι να σταθεί ένα πρωί τρέμοντας στο κρύο, αντικρίζοντας το πώς ήταν κάποτε. Ένας από τους φίλους της, ο άντρας, ένιωσε πως κάποιος τον κοίταζε και σήκωσε αργά το βλέμμα. Ένας κόμπος τραβήχτηκε στο στομάχι της, μα όταν είδε πως η ματιά του την προσπέρασε ακολουθώντας μια νεαρή, κομψή ποδηλάτισσα, ο κόμπος ξέφτισε και λύθηκε.

34 (5).jpg

Ένα Σάββατο του Μάρτη, ενώ καθάριζαν το τελευταίο τους κλαμπ, είδε τον Ευλάμπης-και λάμπεις να ταλαντεύεται καθώς στεκόταν. Κοίταζε με μάτια κενά τους αεραγωγούς πάνω απ’ τα κεφάλια τους, με μια έκφραση εκστατική. Δεν πρόλαβε να τον πιάσει, έπεσε κάτω. Το σώμα του ήταν κοκαλωμένο, τα σαγόνια του έτριζαν. Τον σήκωσε με κόπο, τον ξάπλωσε πάνω σ’ ένα τραπέζι και σκέφτηκε να καλέσει ασθενοφόρο, αλλά εγκατέλειψε την ιδέα, γιατί ήξερε πως δεν είχε χρήματα για περίθαλψη: μάζευε λεφτά για να φτιάξει τα δόντια που του έλειπαν. Πάντα το ξεπερνούσε, της είχε πει. Το φως μέσα του νικούσε τον Διάβολο. Δεν είχε παρά να περιμένει.

Τον άφησε εκεί και συνέχισε το καθάρισμα. Όταν τελείωσε, γυάλισε όλα τα ποτήρια και σκούπισε το πέπλο σκόνης απ’ τα μπουκάλια στα ψηλότερα ράφια του μπαρ. Καθάρισε τις τζαμαρίες με τη ρακλέτα.

Όταν πια είδε ανθρώπους με φόρμες εργασίας να περνούν έξω, ήταν ώρα να τα μαζεύει. Όταν όμως πλησίασε τον Ευλάμπης-και λάμπεις, μια απαίσια μπόχα την χτύπησε και είδε πως είχε ξεράσει παντού. Τον έβαλε όπως-όπως να κάτσει σε μια καρέκλα, τον έσυρε ως την τουαλέτα και τον καθάρισε όσο καλύτερα μπορούσε. Πέταξε το παντελόνι και το βρακί και τις κάλτσες και τα παπούτσια του στον κάδο απορριμμάτων πίσω από το κλαμπ και σκάρωσε ένα είδος εσωρούχου με το φούτερ της. Το βαν του ήταν παρκαρισμένο πίσω απ’ το μαγαζί, τον κουβάλησε με δυσκολία ως εκεί, τον ανάγκασε να μπει μέσα και τον ξάπλωσε πάνω σ’ ένα σωρό καθαρά ξεσκονόπανα.

Δεν ήξερε που έμενε, ούτε αν είχε δικούς του ανθρώπους. Δεν τον είχε ρωτήσει ποτέ τίποτα, μόνο άκουγε αυτά που επέλεγε να της λέει. Άφησε ένα σημείωμα πάνω στο στέρνο του και κλείδωσε το βαν, κι όταν επέστρεψε το απόγευμα για να δει αν είχε ξυπνήσει και τί έκανε, το βαν δεν ήταν πια εκεί, και παρόλο που τον περίμενε κάθε βράδυ στα κλαμπ για μια βδομάδα, κανείς απ’ τους συνήθεις άεργους της πλατείας ή τους μάνατζερ των νάιτ-κλαμπ δεν ήξεραν ή δεν ήθελαν να της πουν που βρισκόταν.

~.~

Ένας παγωμένος αέρας φύσηξε μια νύχτα του Απρίλη και σκότωσε τα πιο ευαίσθητα φυτά. Σ’ όλη την πόλη, έβλεπε κανείς σκελετούς από φτέρες, μπανανιές και καμέλιες. Το πρωί, η μικροκαμωμένη, βλοσυρή Ταϊλανδέζα ιδιοκτήτρια του «Οικονομικό – Εγγύηση Τιμής! – Βολικό» χτύπησε την πόρτα της και περίμενε, σιωπηλή και με τα μπράτσα σταυρωμένα, στο κατώφλι της, ώσπου μάζεψε τα πράγματά της, έβαλε τα παπούτσια και το τζιν σακάκι της κι έφυγε απ’ το δωμάτιο.

Το μεσημέρι, ακολούθησε την αργόσυρτη πομπή των αναξιοπαθούντων προς την πλατεία, όπου τους μοίρασαν από ένα σάντουιτς σε πλαστικό περιτύλιγμα κι από ένα κουτάκι χυμό. Στις έξι, τους ακολούθησε ως την εκκλησία των Μεθοδιστών όπου τους μοίρασαν ένα ποτήρι γάλα με ξινή γεύση που της ήταν γνώριμη από το νηπιαγωγείο, και μια ψητή πατάτα με τσίλι.

Ύστερα, ακολούθησε μια ομάδα από αυτούς στο καταφύγιο αστέγων, που άνοιγε για το βράδυ στις πέντε το απόγευμα, και που στις πέντε και ένα ήταν ήδη γεμάτο. Πέρασαν το παλιό ντεπό της πόλης, διέσχισαν ένα πάρκο σημαδεμένο από συρμάτινους φράχτες και σωρούς χώμα. Το μονοπάτι τους έβγαλε στον ποδηλατοδρόμο όπου μια φορά κι έναν καιρό, με τον πρώην της, έκαναν ανέμελες, μακρινές βόλτες για να δουν τους αλιγάτορες να γυαλίζουν στις όχθες των μικρών λιμνών που είχαν σχηματιστεί από την καθίζηση του εδάφους. Ήταν σκοτεινά στο δάσος, που ήταν γεμάτο βρύα και μούσκλα που, στην άκρη των ματιών της, έμοιαζαν με φίδια. Ένιωσε ένα ξαφνικό κύμα μέσα της, έναν οξύ φόβο, που προσπάθησε να καταπνίξει. Οι άνθρωποι μπροστά της δεν φαινόντουσαν πια στον ποδηλατοδρόμο, είχαν εξαφανιστεί μέσα στα δέντρα.

Προτού δει, το μύρισε: ούρα και περιττώματα και κάπνα και χυμένη μπύρα και κάτι σαν ζυμαρικό που ψήνεται. Άκουσε τις φωνές και βγήκε σ’ ένα ξέφωτο. Μέσα στο σκοτάδι, σκηνές, σκυφτές, ως εκεί που έφτανε το μάτι, φωτιές, εδώ, εκεί, παραπέρα.

Ένας άντρας φώναξε, Εμένα γυρεύεις, γλύκα; κι άκουσε γέλια κι είδε μια σκοτεινή φιγούρα να σηκώνεται απ’ την κοντινότερη φωτιά και να γλιστρά προς το μέρος της.

Από πίσω της, άκουσε τη φωνή μιας γυναίκας να λέει, ένθερμα, Να ‘σαι! κι ένιωσε να την τραβούν πέρα απ’ τον άντρα που πλησίαζε, κι ύστερα πέρα από εφτά ή οχτώ φωτιές.

Σταμάτησαν. Στάσου, είπε η γυναίκα κι έσκυψε, κι άναψε μ’ έναν αναπτήρα μια εφημερίδα, κι ύστερα με την εφημερίδα ένα μικρό κομμάτι προσάναμμα. Η φωτιά φανέρωσε μια γεροδεμένη γυναίκα με ψωμωμένο πρόσωπο και μαλλιά βαμμένα σε μια ροζ απόχρωση του κόκκινου. Έφερα το νερό, παιδία, είπε. Μπορείτε να βγείτε. Ακούστηκε ο ήχος ενός φερμουάρ και τέσσερα μικρά σώματα ξεγλίστρησαν από μια σκηνή. Στην αρχή φαινόντουσαν ίδια το ένα με τ’ άλλο, τέσσερα κοκαλιάρικα πλάσματα με μακριά ξανθωπά μαλλιά.

Η γυναίκα την κοίταξε και είπε, Όχι και τόσο έξυπνο, να ‘ρχεσαι εδώ πέρα μοναχή σου.

Δεν είχα που αλλού να πάω, είπε εκείνη, και η φωνή της ήχησε άσχημη στα αυτιά της.

Δεν έχεις οικογένεια; ρώτησε η γυναίκα. Ένα τόσο καθώς πρέπει κορίτσι σαν κι εσένα;

Όχι, είπε εκείνη.

Έχεις καθόλου φαγητό; είπε η γυναίκα κι εκείνη έγνεψε, καθώς έβγαζε απ’ το σακίδιό της τις τελευταίες της προμήθειες: ένα καρβέλι λευκό ψωμί, ένα βάζο φυστικοβούτυρο, ένα κομμάτι τυρί, μερικές κονσέρβες σαρδέλας, τρία φτηνά πακέτα νουντλς.

Φυστικοβούτυρο! είπε ένα από τα παιδιά, αρπάζοντάς το, και η γυναίκα της χαμογέλασε για πρώτη φορά. Μοιράζεσαι το φαγητό σου, μοιράζεσαι τη σκηνή μας, της είπε.

Ευχαριστώ, είπε εκείνη. Όταν κάθισαν να φάνε, ένα από τα μικρά κοριτσάκια σύρθηκε πλάι της κι ακούμπησε με το χεράκι της το πέλμα του ποδιού της. Όταν ήταν μικρή, είχε κι εκείνη την ίδια δίψα, της αφής. Τα μαλλιά του κοριτσιού μύριζαν κάπνα, το δέρμα της κάτι σαν γαρύφαλλο.

~.~

Η γεροδεμένη γυναίκα λεγόταν Τζέην, κι όταν τα παιδιά πήγαν για ύπνο, οι δυο τους ήπιαν με λαχτάρα δυο κούπες ζεστό, αραιό κακάο. Η Τζέην της είπε για τον άντρα της που τους παράτησε, για το σπίτι που έχασαν, εκείνη και τα παιδιά, για το πόσο ευέξαπτη ήταν, με αποτέλεσμα να απολύεται από τη μία δουλειά μετά την άλλη. Αναστέναξε. Τα ίδια και τα ίδια, είπε.

Άκουγε τον καταυλισμό που ησύχαζε. Η μυρωδιά της μαριχουάνας σκέπαζε την έντονη μπόχα του μέρους. Ένας άντρας φώναζε, κι ύστερα η φωνή του κόπηκε ξαφνικά. Το σπίτι ήταν πολύ ωραίο, είπε η Τζέην θλιμμένα. Με πισίνα και τα όλα του. Ο άντρας μου πάντα έλεγε πως δεν γίνεται παιδική ηλικία χωρίς πισίνα, στη Φλόριντα. Ρουθούνισε, κι έκανε μια χειρονομία προς τα παιδιά. Και τώρα ζούμε στη σκηνή.

Πόσον καιρό είστε εδώ; ρώτησε το κορίτσι.

Μα αυτό δεν έπρεπε να το ρωτήσει, γιατί η Τζέην κατσούφιασε και είπε, Είναι προσωρινό, και σηκώθηκε να πλυθεί. Θα επιστρέψουμε εκεί που ήμασταν.

Όταν πήγε να πλύνει τα δόντια της, πρόσεξε πως η Τζέην την παρατηρούσε. Οδοντόκρεμα, είπε. Τα παιδιά έχουν πολύ καιρό να… Ίσως… θα μπορούσες αύριο να μας δανείσεις λίγη; Και εκείνη είπε, Σίγουρα, και η Τζέην της χαμογέλασε και πάλι, κι ώσπου να μπουν στη σκηνή και να κουλουριαστούν πλάι στα τέσσερα παιδιά που είχαν απλωθεί απ’ άκρη σ’ άκρη, οι δυο γυναίκες ήταν και πάλι φίλες.

~.~

Στο λαμπερό, πρώτο φως της μέρας, ο καταυλισμός άχνιζε μες στην ομίχλη: έμοιαζε σχεδόν αθώος, ονειρικός. Άναψε τη φωτιά, βρήκε το πόσιμο νερό κι έκανε να βράσει βρώμη για τα παιδιά. Ένα-ένα, ξεμύτισαν. Το μεγαλύτερο ήταν δεν ήταν πέντε, κανένα τους δεν ήταν σε σχολική ηλικία. Από άλλες σκηνές, φωνές άλλων γυναικών υψώνονταν, κι άλλα παιδιά απαντούσαν. Ένα μικρό αγόρι έτρεξε προς το μέρος τους, είπε ένα ντροπαλό Γεια στα παιδιά της Τζέην κι έτρεξε ξανά πίσω στη μητέρα του.

Καταλάβαινε τώρα πως σ’ αυτό το κομμάτι της σκηνούπολης έμεναν οι οικογένειες, κι ότι η ασφάλεια εδώ ήταν ζήτημα αριθμών, κανόνων και σιωπηλής επαγρύπνησης απέναντι στον κίνδυνο που καραδοκούσε λίγα μέτρα πιο πέρα.

Το κεφάλι της Τζέην ξεπρόβαλε απ’ τη σκηνή, χαμογέλασε και βγήκε ολόκληρη έξω, φορώντας μια στολή απ’ αυτές που φορούν αυτοί που δουλεύουν σε φαστφουντάδικο.

Θα προσέχεις τα παιδιά σήμερα; είπε. Η κοπέλα που τα προσέχει συνήθως βρήκε σπίτι πριν λίγες μέρες, και δεν θέλω να τα αφήσω πάλι στη βιβλιοθήκη.

Ξέρω να διαβάζω, είπε το μεγαλύτερο κοριτσάκι. Κι εγώ ξέρω, είπε το δευτερότοκο. Λέμε τώρα, είπε το πρώτο, καλόκαρδα.

Εκείνη κοίταξε τα παιδιά κι ένιωσε το στομάχι της να βουλιάζει. Αα…, είπε.

Το πρόσωπο της Τζέην κατσούφιασε πάλι. Κοίτα, της είπε. Ή που θα δουλεύω ή που δεν πρόκειται ποτέ να φύγουμε από δω χάμω. Ή τα αφήνω μαζί σου λοιπόν ή τα αφήνω ξανά στη βιβλιοθήκη με το φόβο να το μυριστούν οι κοινωνικοί λειτουργοί και να μου τα πάρουν. Δεν έχουμε άλλη επιλογή.

Ο.Κ., είπε εκείνη. Φυσικά, θα τα προσέχω. Και η Τζέην είπε ευχαριστώ, αλλά της έριξε ένα ξινισμένο βλέμμα καθώς ξέμπλεκε τα μαλλιά του μικρού κοριτσιού με μια υγρή χτένα.

132 (2).jpg

Τα βράδια, η Τζέην επέστρεφε ζέχνοντας απ’ τον ιδρώτα, με σακούλες μπέργκερ και προτηγανισμένες πατάτες που ήταν πολύ μπαγιάτικα για να πουληθούν.

Βούταγε τα πόδια της σε ζεστό νερό βογκώντας, κι όταν αποκοιμιόντουσαν τα παιδιά, μιλούσε με πικρία για το αφεντικό της. Βλαμμένος, νιάνιαρο, βρωμο-σάτυρος, έλεγε. Της χούφτωσε το στήθος στην αποθήκη.

Εκείνη άκουγε, νεύοντας συγκαταβατικά, προσφέροντας λίγα. Μα η Τζέην φαινόταν να παρηγοριέται με την ήσυχη παρουσία της, της μίλαγε λες και ήταν καμιά όχι ιδιαίτερα εύστροφη ξαδέλφη της –για λύπηση, αλλά χρήσιμη.

Ένα απόγευμα, εκείνη και τα παιδιά έβγαιναν από τη βιβλιοθήκη, όταν είδαν τη Τζέην σ’ ένα παγκάκι στην απέναντι πλευρά του δρόμου.

Ουπς, είπε το μεγαλύτερο κοριτσάκι. Το μικρότερο έκρυψε το κεφάλι του πίσω απ’ την πλάτη του αδελφού της. Περιμένετε εδώ, είπε εκείνη κι έβαλε τα παιδιά να κάτσουν σ’ ένα τοιχάκι μπροστά στη βιβλιοθήκη.

Με σχόλασαν, είπε η Τζέην, δίχως να σηκώσει το κεφάλι της. Στο είπα ότι είμαι ευέξαπτη.

Δεν πειράζει, είπε εκείνη, αν και ένιωθε τη γη να χάνεται κάτω απ’ τα πόδια της. Θα βρεις άλλη δουλειά.

Η Τζέην σήκωσε το κεφάλι της κι έφτυσε, Πειράζει. Και πολύ μάλιστα. Τις προάλλες έβαλα όλα μας τα λεφτά μπροστά για ένα διαμέρισμα, περίμενα να πληρωθώ την Παρασκευή για να δώσω τα υπόλοιπα. Γαμιούνται όλα, είπε. Γύρνα στη σκηνή, είπε. Θα έρθω όταν είναι να ‘ρθω.

~.~

Για βραδινό, εκείνη και τα παιδιά έφαγαν τοματόσουπα και σάντουιτς με τυρί. Είπε στα παιδιά ιστορίες κλεμμένες από τις Χίλιες και Μία Νύχτες, κι αποκοιμήθηκαν, περιμένοντας τη μητέρα τους. Εκείνη έκατσε πλάι στη φωτιά μέχρι που ξέμεινε από ξύλα, και οι φιγούρες που πηγαινοερχόντουσαν στο σκοτάδι έγιναν απειλητικές. Ύστερα μπήκε στη σκηνή, στη ζεστασιά της ανάσας των παιδιών, κι έκλεισε το φερμουάρ.

Το πρωί, η μεριά που ξάπλωνε η Τζέην ήταν ακόμη άδεια. Πήγε τα παιδιά στο νεκροταφείο που βρισκόταν κάπου ανάμεσα στην σκηνούπολη και την πόλη. Ήταν το αγαπημένο τους μέρος: ήσυχο, καθαρό, κι όμορφο, με ψηλές, γέρικες βαλανιδιές και σειρές ανοιχτόχρωμα πλαστικά λουλούδια που τα μάζευαν και στόλιζαν μ’ αυτά τα πιο μελαγχολικά μνήματα.

Στο τέλος της μέρας πήγε τα παιδιά στο αστυνομικό τμήμα, και τους έδωσε από μια κούπα τσάι με πολλή ζάχαρη, και ντόνατς πασπαλισμένα με άχνη που βρήκε σ’ ένα τραπέζι στο δωμάτιο της αναμονής.

Όταν ρώτησε για τη Τζέην, η αστυνομικός υπηρεσίας ούτε που την κοίταξε πίσω απ’ τον υπολογιστή της. Σούφρωσε τα χείλια της και πληκτρολόγησε το όνομα της Τζέην και είπε, Μμ. Συνελήφθη χτες περί τις επτά. Πορνεία.

Όχι, δεν μπορεί, είπε το κορίτσι. Τα παιδιά δεν άκουγαν. Κάποιο λάθος κάνετε, είπε.

Η αστυνομικός της έριξε ένα βαριεστημένο βλέμμα. Μπορούσε να δει τον εαυτό της όπως θα έμοιαζε σ’ αυτή τη γυναίκα – άπλυτη, βρωμερή, λιγδιασμένη, μαυρισμένη, προφανώς άστεγη. Τα χείλη της αστυνομικού πάντα σουφρωμένα, λες και ήταν αυτή η φυσική της έκφραση. Κι όμως μπορεί, είπε, κι επέστρεψε στη δουλειά της.

Το κορίτσι επικαλέστηκε το φάντασμα της καθηγήτριας που ήταν κάποτε και είπε, αρθρώνοντας εμφατικά, Αστυνόμε, ακούστε με σας παρακαλώ. Θα πρέπει να σας ζητήσω να ειδοποιήσετε τους Κοινωνικούς Λειτουργούς. Αυτά εκεί είναι τα παιδιά της Τζέην και, δυστυχώς, αυτή την περίοδο δεν έχω τη δυνατότητα να τα φροντίσω.

Περίμενε με τα παιδιά ώσπου μπήκε βιαστική στο δωμάτιο μια γυναίκα με μαύρο κοστούμι και κουρασμένη όψη, που πήγε να μιλήσει με την αστυνόμο στο γραφείο. Όταν η Κοινωνική Λειτουργός είπε ένα χαρωπό Γεια σας, τα παιδιά, που διάβαζαν ένα περιοδικό, την κοίταξαν, παρακολουθώντας επιφυλακτικά καθώς τράβηξε λιγάκι τα μπατζάκια απ’ το παντελόνι της για να κάτσει χαμηλά μπροστά τους.

Εκείνη σηκώθηκε, με βήμα αδύναμο, πισοπατώντας προς την έξοδο.

Η μέρα ήταν υπερβολικά φωτεινή. Στο κεφάλι της, σφυριές. Δεν είχε φάει τίποτα από το πρωί. Γύρισε στη σκηνή και κοιμήθηκε ως το ξημέρωμα. Λίγο πριν αρχίσει η πόλη να ξυπνά, μάζεψε τα πράγματά της και περπάτησε ως το κέντρο, χωρίς να ξεστήσει τη σκηνή της Τζέην, έχοντας τακτοποιήσει τα πράγματα των παιδιών σε στοίβες κι αφήνοντας τον δικό της υπνόσακο στη μέση της σκηνής – σαν άνανδρη απολογία.

~.~

Σκεφτόταν τη μητέρα της, πώς θα πρέπει να ένιωθε για την εξαφάνιση της κόρης της. Η αστυνομία σίγουρα θα είχε εντοπίσει το εγκαταλελειμμένο στέισον βάγκον μήνες τώρα, θα το είχαν βέβαια ταυτοποιήσει κάποιος θα ‘χε τηλεφωνήσει στη μητέρα της. Ίσως να σκέφτηκε πως την απήγαγαν ή τη δολοφόνησαν, ίσως να έψαχνε να βρει σε τι έφταιξε κι η κόρη της της φέρθηκε τόσο αχάριστα. Ίσως, σκέφτηκε μ’ ένα στιγμιαίο αίσθημα κακεντρέχειας, ο φόβος να ‘χε ξυπνήσει επιτέλους τη μητέρα της. Ίσως να όργωνε τη χώρα ψάχνοντάς την, αυτή τη στιγμή.

~.~

Κοιμήθηκε για δυο βράδια μέσα στη συστάδα μπαμπού στην αυλή του πρώην γείτονά της, σκεπασμένη με το μουσαμά της. Οι νύχτες του Μάη ήταν πιο ζεστές, μα ακόμα τρεμούλιαζε απ’ την ψύχρα. Σε μια στιγμή ξύπνησε κι αντίκρυσε τα πράσινα φωτεινά μάτια μιας γάτας να την κοιτούν επίμονα, και φώναξε τ’ όνομα της γάτας που είχε κάποτε, μα το ζώο έτρεξε μακριά.

Περπάτησε όλο το δρόμο ως το πανεπιστήμιο γιατί θυμήθηκε πως ήταν το σαββατοκύριακο της αποφοίτησης, πράγμα που σήμαινε πως πολλοί από τους φοιτητές θα άφηναν τις εστίες τους. Σκέφτηκε πως θα μπορούσε ίσως να βρει λίγο φαγητό ή έναν καινούριο υπνόσακο. Στο κολλέγιο, είχε δει μια παρέα αγοριών ν’ ανοίγουν το παράθυρο ενός κοιτώνα στον πέμπτο όροφο και να πετάνε τους υπολογιστές τους –που ήταν σε εξαιρετική κατάσταση– στο έδαφος. Και η ίδια άλλωστε είχε αδειάσει το ψυγειάκι της εστίας της, πετώντας ολόφρεσκα μήλα και γιαούρτια και κατεψυγμένες πίτσες στα σκουπίδια. Ένιωθε σαν παράσιτο στο κάμπους, έτρεχε να κρυφτεί από σκιά σε σκιά. Αν κάποιος γνωστός της την έβλεπε, αν κάποιος την έπαιρνε μυρωδιά. Μια σκηνή είχε στηθεί στο αίθριο και ίσα που μπορούσε να δει στο λυκαυγές ανθρώπους να στήνουν έναν μπουφέ. Περίμενε, κι όταν οι υπάλληλοι του κέτερινγκ πήγαν πίσω απ’ το φορτηγό να κάνουν διάλειμμα, γέμισε σβέλτα ένα πιάτο με ζεστά αυγά και πατάτες και λουκάνικα. Σήκωσε το βλέμμα κι είδε έναν από τους υπαλλήλους να την κοιτά, κρατώντας έναν δίσκο με ποτήρια. Του χαμογέλασε κι εκείνος, σκυθρωπός, της έκανε νόημα να φύγει.

~.~

Έξω από τους κοιτώνες των τελειόφοιτων, πρόσεξε ένα μεγάλο μεταλλικό φορτηγό πλάι σ’ έναν κάδο για μπάζα, απ’ τον οποίο άνθρωποι έβγαζαν στρώματα, μηχανές του καφέ, καρέκλες. Είδε μια καρέκλα γραφείου να αιωρείται πάνω απ’ το χείλος του κάδου, μα το αγόρι που θα την έπιανε είχε ήδη πιάσει ένα κασόνι με καλώδια, και γύρισε να φύγει. Τα χέρια που την κράταγαν άρχισαν να τρέμουν. Χωρίς να σκεφτεί, έκανε δυο βήματα μπροστά κι έπιασε την άλλη άκρη της καρέκλας πάνω απ’ το κεφάλι της. Ο άντρας που την κρατούσε τέντωσε το λαιμό του για να τη δει, χαμογελώντας. Θα βοηθήσεις;

Έκπληκτη με τον εαυτό της είπε, Ναι αμέ.

Εκείνος της έκλεισε το μάτι και της έδωσε ένα τυλιγμένο χαλί.

Κουβάλησε κουτιά με βιβλία, ένα κεφαλάρι, ένα κομοδίνο. Η μηχανή του φορτηγού άναψε ξαφνικά και κάποιος ψιθύρισε, Φύγαμε. Άρχισε να τρέχει όπως και οι υπόλοιποι και πήδηξε μαζί τους μέσα στο φορτηγό. Μόλις που πρόλαβαν να κλείσουν τις πόρτες του φορτηγού και να ξεκινήσουν, όταν ένα αμάξι της εταιρείας σεκιούριτι του κολλεγίου πλησίασε και σταμάτησε εκεί όπου ήταν μέχρι πριν ένα δευτερόλεπτο το φορτηγό. Ήταν σκοτεινά, η μηχανή μούγκριζε, τόσο στριμωγμένα που ένιωθε να πνίγεται. Μα κάποιος άγγιξε το μπράτσο της και το ψηλάφισε ως την παλάμη της, όπου της άφησε κάτι τυλιγμένο σε χαρτί. Ήταν μια σοκολάτα.

Επιτέλους, το φορτηγό σταμάτησε και η μηχανή έσβησε. Κλικ – οι πόρτες άνοιξαν σ’ ένα εκτυφλωτικό φως. Ήταν στην άκρη μιας μεγάλης, κατηφορικής, καταπράσινης έκτασης. Έριξε το σακίδιό της κάτω και πήδηξε έξω στο ξανθωπό χώμα.

Ένα κορίτσι με μουτζουρωμένο πρόσωπο και μακριά πλεξούδα την κοίταξε και είπε, Ώρα για πρωινό.

Ανέβηκαν με το άλλο κορίτσι τον χωματόδρομο μέχρι που έφτασαν σ’ ένα μακρόστενο, ετοιμόρροπο κτήριο. Τι είναι εδώ; είπε, και το άλλο κορίτσι γέλασε. Είναι το Μικρό Σπίτι στο Λιβάδι, είπε. Κατάληψη. Ακολουθείς συχνά ανθρώπους χωρίς να ξέρεις που πηγαίνεις;

Τελευταία, ναι, είπε εκείνη. Το κορίτσι την περιεργάστηκε και είπε, Ουόου. Δεν φαίνεσαι και τόσο καλά, γλύκα, και την οδήγησε σ’ ένα κρεβάτι όπου βούλιαξε, κι ας είχαν τα σεντόνια έντονη την μυρωδιά κάποιου άλλου, κι ας μην μπορούσε να μαζέψει τη δύναμη για να βγάλει τα μποτάκια της.

~.~

Κοιμήθηκε όλη μέρα, όλη νύχτα, την επόμενη μέρα, και ξύπνησε ζαλισμένη από την πείνα. Τρύπωσε αθόρυβα στην κουζίνα, περνώντας ανάμεσα από σώματα ξαπλωμένα σε ράντσα και στρώματα. Το ψυγείο ήταν αηδιαστικό, παραγεμισμένο, ανέδυε μια μυρωδιά σκόρδου και μούχλας, βρήκε όμως ένα μπολ γεμάτο σούπα που ήταν ακόμα ζεστή, παραχωμένο ανάμεσα σε μερικά ζαρωμένα μήλα.

Το φεγγάρι μεσουρανούσε πάνω απ’ το λιβάδι κι έλουζε τους λόφους με σκιές. Ένα μικρό πλάσμα κινούταν στην άκρη του λιβαδιού, και μες στο σπίτι άκουγε τους άλλους να κοιμούνται, την ανάσα, τις κινήσεις τους. Ήταν σε εγρήγορση, χρόνια είχε να αισθανθεί έτσι. Άναψε το φως του αποροφητήρα και κοίταξε με φρίκη τα μάτια της κουζίνας: είχαν μία κρούστα από τροφές, που είχαν καεί και βρωμούσαν σαν γράσο. Μπορούσε να ξεκινήσει το καθάρισμα τώρα κιόλας, σκέφτηκε, και βρήκε χλωρίνη κάτω απ’ το νεροχύτη, ένα ζευγάρι αταίριαστα πλαστικά γάντια, λίγο σύρμα. Πόντο-πόντο, δούλεψε όσο πιο αθόρυβα μπορούσε. Απέφυγε τα παράθυρα, στη σκέψη πως αν κοίταζε έξω θα έβλεπε τα πεινασμένα πνεύματα του Ευλάμπη να συγκεντρώνονται στο λιβάδι, τους Πιονιέρους που λιμοκτόνησαν, τους κονκισταδόρες με τη μαλάρια, καβάλα στ’ άλογά τους. Ή τα παιδιά της Τζέην, με τα πρόσωπά τους κολλημένα στο τζάμι.

Το πρωί, η εστία της κουζίνας έλαμπε, το ψυγείο ήταν καθαρό και τα μουχλιασμένα φαγητά είχαν πεταχτεί, τα πιάτα ήταν πλυμένα κι ο νεροχύτης είχε και πάλι το φυσικό χρώμα του, αυτό του ανοξείδωτου ατσαλιού. Είχε τακτοποιήσει και τα ντουλάπια, καθαρίζοντάς τα από τα περιττώματα των ποντικιών και τις ψόφιες κατσαρίδες.

Ένιωθε το σώμα της κενό από την κούραση, μα η διαύγεια του μυαλού της παρέμενε. Όταν γύρισε προς την πόρτα της κουζίνας, ο άντρας που είχε βοηθήσει με την καρέκλα καθόταν στο τραπέζι και την παρατηρούσε. Ουάου, είπε. Ούτε που θυμάμαι την τελευταία φορά που κάποιος έκανε την κουζίνα να λάμπει έτσι.

Έχω ακόμα πολλά να κάνω, είπε εκείνη, κι εκείνος είπε Κάτσε ένα λεπτό να πούμε μια κουβέντα.

Της είπε τους κανόνες: όχι καυγάδες, όχι ναρκωτικά, κοιμάσαι όπου βρεις. Άνθρωποι πηγαινοέρχονταν συνέχεια και κανείς δεν ήξερε κανέναν, επομένως αν είχε μαζί της πολύτιμα αντικείμενα καλό θα ήταν να έχει το νου της.

Δεν έχω, είπε εκείνη, κι εκείνος είπε, Ακόμα καλύτερα. Όλοι όφειλαν να είναι χρήσιμοι, κάνοντας δουλειές στο σπίτι ή στον αχυρώνα, όπου είχαν στήσει μια επιχείρηση μεταπώλησης στο ίντερνετ των αντικειμένων που μάζευαν, κι έτσι μπορούσαν να πληρώνουν τους λογαριασμούς του νερού και του ρεύματος κι αγόραζαν λίγο φαγητό – όσο δεν έβρισκαν από δω κι από εκεί. Προσπαθούσαν έτσι να ζουν χωρίς χρήματα, και τα κατάφερναν αρκετά καλά.

Σταμάτησε και της χαμογέλασε.

Αυτό ήταν; είπε εκείνη. Ακόμα και στη σκηνούπολη οι κανόνες ήταν πιο αυστηροί.

Αυτό, είπε εκείνος. Παράδεισος δεν είναι;

Εκείνη σκέφτηκε για μια στιγμή. Ή κόλαση, είπε.

Λες κι έχουν διαφορά, είπε εκείνος γεμίζοντάς της μια κούπα με καφέ.

1 (6).jpg

Το πάρτυ μεταδόθηκε από σώμα σε σώμα, όπως συνέβαινε με όλα στο Μικρό Σπίτι στο Λιβάδι. Κάποιοι βούταγαν τώρα γυμνοί, ανέλπιστες λευκές πιτσιλιές στο σκοτεινό νερό της καταβόθρας, κι ένα βαρέλι τυλιγμένο με χριστουγεννιάτικα λαμπιόνια είχε κρεμαστεί πάνω σε μια βαλανιδιά. Γύρισε την πλάτη της στη μεγάλη φωτιά μπρος στην οποία στεκόταν, με τις σιλουέτες των σωμάτων να χορεύουν ακόμη στα μάτια της.

Πέρα απ’ το πάρτυ ξεδιπλωνόταν το λιβάδι, ήρεμο και απαθές, συναντώντας κάπου τον εξίσου σκοτεινό ουρανό. Ασυνείδητα βρέθηκε να κινείται πάνω του, κάθε βήμα κι ένα αλάφρωμα απ’ τις μεθυσμένες φωνές, τα σπινθηρίζοντα αποκόμματα χαρτιού που τίναζαν οι φλόγες, το καψάλισμα της φωτιάς. Πέρα απ’ την πρώτη συστάδα δέντρων, το σκοτάδι πήρε μια δική του απόχρωση κι εκείνη άρχισε να διακρίνει την υφή του εδάφους. Διέσχισε ήρεμα τους αμμόλοφους, με τα φύλλα των φίκων να κόβουν τις γάμπες της σαν δόντια, κι άξαφνες, παράξενες, ελώδεις λακκούβες. Μικρά ζωύφια έτρεξαν θροΐζοντας μακριά απ’ τα βήματά της, κι εκείνη ένιωσε γι’ αυτά μια βαθιά συμπόνια, ήταν τόσο μικρά, τόσο φοβισμένα.

Ύστερα από δέκα λεπτά, οι ήχοι των ανθρώπων είχαν εκμηδενιστεί, κι οι ήχοι των εντόμων δυνάμωσαν αισθητά. Το σώμα της κολλούσε απ’ τον ιδρώτα. Όταν σταμάτησε ένιωσε τον πρώτο παροξυσμό. Έμεινε ακίνητη, τόσο ήσυχη, για τόσην ώρα που το λιβάδι άρχισε ξανά να κινείται ανεπαίσθητα. Ο κόσμος που, από την άνεση της φωτιάς, έμοιαζε σελίδα λευκή, έσφυζε απροσδόκητα από ζωή.

Μπορούσε να μυρίσει τη σαπίλα ενός αποστραγγιστικού καναλιού που είχαν σκάψει στο λιβάδι κάποιοι καλοπροαίρετοι αφελείς, κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Ύφεσης. Η γη είχε κρατήσει το αποτύπωμα των χεριών τους, το ‘χε κάνει δικό της. Σκέφτηκε τα φίδια που κοιμόντουσαν κουλουριασμένα στα λαγούμια τους και τους αλιγάτορες που αναδυόντουσαν για να τη μυρίσουν μες στο σκοτάδι, το ταλάντεμά τους πάνω στο χώμα, το μουλωχτό σύρσιμο της κοιλιάς τους το ότι ήταν μονάχα ένα χαμένο ζωντανό πλάσμα ανάμεσα σε τόσα άλλα, χωρίς να την κάνει ξεχωριστή η ανθρώπινη φύση της. Κάτι σύρθηκε στο λαιμό της.

Είχε παγώσει. Ο ιδρώτας στέγνωνε στο σώμα της κάνοντάς την να τρέμει. Δεν υπήρχε ανακούφιση στον ουρανό τον αραιά στρωμένο μ’ αστέρια, ένα δίχτυ μεγαλύτερο απ’ όσο μπορούσε να φανταστεί. Δεν υπήρχε κανείς να μπορεί να τη σώσει, κανείς να την επαναφέρει απαλά στην παρηγοριά των ανθρώπων.

Ξανάζησε τη νύχτα στο λιβάδι χρόνια μετά, κατά την διάρκεια του πολύωρου και επίπονου τοκετού της, όταν, μετά την κηδεία της μητέρας της σ’ ένα λόφο κατάλευκο απ’ το χαλάζι, γεννήθηκε η κόρη της. Μία ένεση στη σπονδυλική της στήλη πήρε τον πόνο μακριά, κι ένιωσε ευτυχής, μετέωρη πάνω απ’ τον εαυτό της, ασφαλής μέσα στον ανεπαίσθητο βόμβο των μηχανημάτων.

~.~

Ύστερα κάτι πήγε πολύ στραβά ξαφνικά, και τα πρόσωπα των νοσοκόμων πλησίασαν πάνω της, κι ο κόσμος έξω απ’ αυτήν φρένιασε. Τη μετέφεραν πάνω στο φορείο κατά μήκος του διαδρόμου και μέσα σ’ ένα ψυχρό δωμάτιο. Ήταν σχεδόν Χριστούγεννα κι ένα αλεξανδρινό καμπούριαζε στη γωνιά του δωματίου, φέρνοντας στη σκέψη της το μαύρο χώμα στη γλάστρα, τα ζωύφια, τη ζωή που υπήρχε στο χώμα. Το σώμα της τρανταζόταν τόσο δυνατά που το αλουμινένιο χειρουργικό κρεβάτι κροτάλιζε, κι ένιωσε μια τεράστια πίεση να την κυριεύει καθώς ο χειρούργος πίεσε το νυστέρι μέσα στο σώμα της. Ύστερα ο πανικός επανήλθε, το σκοτάδι, η αίσθηση πως χανόταν, οι κυνόδοντες που είχε φανταστεί πως δάγκωναν τους αστραγάλους της, και που δεν ήταν παρά κοψίματα από φύλλα φίκων, η καυτή ανάσα ενός κακού πνεύματος στο πίσω μέρος του λαιμού της. Κι ύστερα είχε δει τη λάμψη μέσα στο σκοτάδι κι επέστρεψε σκουντουφλώντας στο φως της μεγάλης φωτιάς. Πόσο λεπτές είναι οι κλωστές που μας δένουν, τον έναν με τον άλλον. Μια λάμψη στο σκοτάδι. Το κουδούνισμα ενός μενταγιόν στο λαιμό μιας νοσοκόμας. Τα σώματα που πλησίαζαν. Η πίεση, τόσο έντονη που δεν μπορούσε ν’ ανασάνει, η απελευθέρωση.

ΛΟΡΕΝ ΓΚΡΟΦ


waldman-lauren-groff-florida

H  Λόρεν Γκροφ (Lauren Groff) (1978) είναι αμερικανίδα συγγραφέας μυθιστορήματων και μικροδιηγημάτων. Γεννήθηκε στη Νέα Υόρκη, όπου και διαμένει, και ὠς τὠρα έχει εκδώσει τρία μυθιστορήματα και δύο συλλογές μικροδιηγημάτων.