ΝΠ | Αφηγήματα

Δ. Η. Στράνης, Οδηγίες γραφής: Αισθητικός γνώμονας ενός μειζονελάσσονος

Fabrizio Clerici, Μνημείο υπό κατασκευή (1946)
(περισσότερα…)

Στέφανος Γιονάς, Το Σημειωματάριο με τα χρώματα του Κλέε (2/3)

Τὸ Σημειωματάριο μὲ τὰ χρώματα τοῦ Κλέε

Α’

[συνέχεια ἀπὸ τὸ μέρος α΄]

Μὲ κοντὰ παντελονάκια ἀκόμη καὶ ἀποφάσισα, ἀφοῦ ἡ λογοτεχνία ἔλεγε ψέματα, νὰ γράψω, νὰ συγγράψω, παρακαλῶ, τὴν παγκόσμια ἱστορία. Ἐξασφάλισα ἕνα τετράδιο μὲ ἄγραφες σελίδες. Στὴν ἐτικέττα τοῦ ἐξωφύλλου σημείωσα μὲ κεφαλαῖα γράμματα τὸ ὄνομα τοῦ συγγραφέα καὶ τὸν τίτλο τοῦ ἔργου. Ἀσφαλῶς θὰ μοῦ ἔπαιρνε πολλὰ τετράδια, πολλὲς ὧρες, ἡμέρες, χρόνια, τὴν ἐφηβεία μου ὁλόκληρη, δὲν θὰ μοῦ ἐπέτρεπε, πιθανόν, νὰ κάνω οἰκογένεια, νὰ ζήσω σὰν ἄνθρωπος. Θὰ ἤμουν ἕνας ἀσκητὴς ταμένος στὴν ὑπηρεσία ἑνὸς ὑψηλοῦ στόχου. Μὲ ἀπασχολοῦσε μόνο τὸ ζήτημα τῆς στρατιωτικῆς θητείας (ἀφθονοῦσαν οἱ ἡρωικὲς πάντοτε ἀφηγήσεις τῶν μεγάλων ἀπὸ τὰ ἔνδοξα χρόνια στὸν στρατό), ἂν θὰ ἔπρεπε, δηλαδή, νὰ διακόψω τὴ συγγραφὴ γιὰ νὰ πάω φαντάρος. Τέλος πάντων, θὰ ἔβρισκα τρόπο νὰ λύσω αὐτὸ τὸ ζήτημα, ὅταν θὰ ἔφτανε ἡ ὥρα του. Ἂς μὴν προτρέχω. Πῆρα ἕνα βράδυ τὸ τετράδιο, στὴν κουζίνα πάντα (αὐτὸ δὲν θὰ τὸ ἀποκάλυπτα, ὅτι ἡ παγκόσμια ἱστορία γράφτηκε στὴν κουζίνα), καὶ τὸ κράτησα ἀνοιχτὸ στὴν πρώτη λευκὴ σελίδα. Ἄρχισα νὰ γράφω μὲ μολύβι, ἤρεμα, σταθερά, γνώριζα τὰ πάντα, ἀφοῦ τὰ σπουδαῖα γεγονότα τοῦ κόσμου παίχτηκαν στὴ χώρα μου, οἱ βασιλιάδες καὶ οἱ στρατηγοὶ μιλοῦσαν τὴ γλώσσα μου, ὁ Θησέας, ἀφοῦ πρῶτα σκότωσε τὸν Περιφήτη, τὸν Σίνη τὸν Πιτυοκάμπτη, τὸν Σκίρωνα καὶ τὸν Προκρούστη, εἶχε περάσει ἀπὸ τὴ γειτονιά μου στὸ δρόμο γιὰ τὴν Ἀθήνα, ἄλλος δρόμος δὲν ὑπῆρχε· καὶ ὁ Οἰδίποδας, ἐπίσης, τραβώντας γιὰ τὸν Κολωνό. Ξεκίνησα κι ἐγὼ τὴν ὁδοιπορία μου κάπως ἀόριστα, γιὰ τὸν ἄνθρωπο γενικά, τὸ πεπρωμένο του στὴ ζωή, τὴν πρώτη του γραφή, τὸ ἀλφάβητο, τὸν τροχό, τὴ σχεδία τοῦ Ὀδυσσέα στὴ θάλασσα· τὸ πέταγμα τοῦ Ἴκαρου μὲ τὸ κερένιο ἀνεμόπλανο. Μετὰ κουράστηκα. Ὅλα αὐτὰ μοῦ πῆραν μιὰ σελίδα. Τὴν πρώτη σελίδα ἐκείνου τοῦ τετράποδου Μόγλη ποὺ σηκώθηκε στὰ δυό του πόδια. Θὰ συνέχιζα ἀσφαλῶς. Αὐτὰ τὰ πόδια εἶχαν νὰ κάνουν πολλὰ χιλιόμετρα. Ἔβαλα τὸ τετράδιο σ’ ἕνα ἑρμάρι τῆς κουζίνας, στὸν πάτο, νὰ μὴ φαίνεται. Κάτι μὲ ἀνησυχοῦσε, ἀλλὰ δὲν ἔδωσα σημασία. Μήπως ἔτρεξα βιαστικά; Θὰ συνέχιζα ξεκούραστος τὴν ἑπομένη.

(περισσότερα…)

Στέφανος Γιονάς, Το Σημειωματάριο με τα χρώματα του Κλέε (1/3)

Τὸ Σημειωματάριο μὲ τὰ χρώματα τοῦ Κλέε

 Α’

Γεννήθηκα ἑκατὸ χρόνια μετὰ τὸν πόλεμο τῆς Κριμαίας, τὴ χρονιὰ ποὺ ὁ Φελλίνι γύρισε τὴν περίφημη La Strada, ὁ Κούνδουρος τὴ Μαγικὴ πόλη καὶ ὁ Tallas τὸ Ξυπόλυτο τάγμα. Ὑπάρχει μία φωτογραφία ποὺ δείχνει τὴ χρονιὰ αὐτὴ τὸν Θεοδωράκη καὶ τὸν Χατζιδάκι νὰ περπατοῦν μαζὶ στὴν Ρώμη. Θαυμαστὴ συνάντηση! Κι ἐγὼ ἕνα ἐξαγόμενο τοῦ ἐμβρυουλκοῦ στὸ Δημοτικὸ Νοσοκομεῖο τῶν Ἀθηνῶν, τὸ σημερινὸ Πνευματικὸ Κέντρο στὴν Ἀκαδημίας. Ὁ δρόμος μου γιὰ τὰ γράμματα ἦταν προκαθορισμένος. Γεννήθηκα τὴ χρονιὰ ποὺ ὁ Ρίτσος τύπωνε τὴν Ρωμιοσύνη καὶ τὴν Ἀγρύπνια, μιὰ μέρα σὰν κι αὐτὴ ποὺ ὁ Ὑψηλάντης καὶ οἱ ἐπαναστάτες του ἔμπαιναν στὸ Βουκουρέστι: 27 Μαρτίου [1821]. Τέτοια μέρα κυκλοφόρησε στὴν Δανία τὸ 1843 τὸ Ἡμερολόγιο ἑνὸς διαφθορέα τοῦ Σαῖρεν Κίρκεγκωρ, ἀπὸ τὸ ὁποῖο συγκρατῶ μόνο ὡς πρόσφορο στὶς ἀνάγκες μου ἐδῶ τὸν ἀφορισμό: «Ἡ ἀλήθεια εἶναι παγίδα. Δὲν μπορεῖς νὰ τὴν πιάσεις· σὲ πιάνει πρῶτα αὐτή. Δὲν μπορεῖς νὰ τὴν αἰχμαλωτίσεις, ἂν δὲν γίνεις πρῶτα αἰχμάλωτός της». Ἂν καὶ αἰσθάνομαι πλήρη ἀποστροφὴ ἀπέναντι στοὺς ἀφορισμούς· ἐξυπνάδες, καλύτερα. Τέλος πάντων, δὲν θὰ ἐπαναλάβω τὸ ἀτόπημα. Ἂς μείνω λίγο ἀκόμη στὶς συγκυρίες. Στὰ τέταρτα γενέθλιά μου, τὸ 1958, πέθανε ὁ Δημοσθένης Βουτυρᾶς, καὶ ὅταν ἔκλεινα τὰ ἐννιά, ὁ Φώτης Ἀγγουλές. Καὶ οἱ δύο στάθηκαν ὄρθιοι, ὅσο μπόρεσαν, ἀπέναντι στὴν κυκλοδίωκτη μοίρα τους. Τέτοια νύχτα πάνω-κάτω πέθανε τὸ 1827 ὁ Μπετόβεν, ὅταν ὁ Ὑψηλάντης ἦταν ἀκόμη ἐγκάθειρκτος στὸ φρούριο Μούνκατς στὰ Καρπάθια. Ὁ Χαίλντερλιν, ἔγκλειστος στὸν ἑαυτό του καὶ στὸν δικό του πύργο στὸ Τύμπινγκεν εὐχόταν τὴν εὐτυχῆ ἔκβαση τῆς Ἐπανάστασης. Θυμίζω ὅτι στὸ μοναδικὸ μυθιστόρημα ποὺ ἔγραψε, τὸν Ὑπερίωνα, ἔστειλε τὸν ἥρωά του νὰ πολεμήσει στὸν ἐπαναστατημένο Μοριᾶ τὸ 1770. Ὁ Χαίλντερλιν γεννήθηκε ἐκείνη τὴ χρονιά, ὅπως καὶ ὁ Μπετόβεν, καὶ ὁ Χέγκελ, φίλος καὶ συμφοιτητής του ἀργότερα στὸ Τύμπινγκεν. Γιὰ τὴν ἱστορία, γεννήθηκε στὶς 7 Ἰουνίου, ἡμέρα τῆς καταστροφῆς τοῦ στρατοῦ τοῦ Ὑψηλάντη στὸ Δραγασάκι. Τιμητικά, τέτοιαν ἡμέρα ὁρίζει ὁ Τσίρκας ὡς ἀρχὴ τῆς πλοκῆς τῆς τριλογίας Ἀκυβέρνητες πολιτεῖες. Ὑποθέτω ὅτι ἡ μουσικὴ τοῦ Μπετόβεν ἔφτανε στ’ ἀφτιά του, ὄχι ὅμως στὰ ταβερνάκια καὶ τὰ καπηλειὰ τοῦ Βουτυρᾶ καὶ τοῦ Πορφύρα. Ὁ Πορφύρας ἦταν κι αὐτός, σὰν τὸν Ἀγγουλέ, Χιώτης. Σταματῶ μὲ τὶς συγκυρίες. Ἄλλωστε, δὲν βοηθοῦν σὲ τίποτε. Στὸν ἐργατικὸ καὶ προσφυγικὸ συνοικισμὸ ποὺ μεγάλωσα, θὰ χρειαζόμουν πολλὰ χρόνια γιὰ ν’ ἀρχίσω νὰ ἐπινοῶ τέτοιες ἰδεοληπτικὲς συναντήσεις. Τὸ σπίτι μας χτιζόταν ἐκ περιτροπῆς (μεταμεσονύκτιες ὧρες), ὅπως καὶ ὅλων τῶν γειτόνων, γιὰ τὸν φόβο τῶν ἀστυφυλάκων. Φαίνεται πὼς αὐτὸ τὸ ἄγχος τῆς ἀνεστιότητας μὲ ὠθοῦσε διαρκῶς σὲ ἀγχώδη ἀναζήτηση μιᾶς ἄλλης στέγης. Ἐκεῖ καταλήγει ἄλλωστε ὅποιος μπερδεύεται μὲ βιβλία. Νὰ πιάσω αὐτὸ τὸ ζήτημα πρῶτα, τῶν βιβλίων, ὅσο γίνεται πιὸ συνοπτικά.

(περισσότερα…)

Ελένη Χαϊμάνη, Reunion

Το πρόβλημα προϋπήρχε της πρόσκλησης. Ίσως και της σκέψης για μια τέτοια πρόσκληση. Για να πιθανολογήσει κανείς, το πρόβλημα ενδεχομένως να ξεκίνησε απ’ την ώρα που –όλοι– αποφάσισαν να νοικοκυρέψουν τις ζωές τους.

Κανένας δεν θα έφερνε σ’ αυτή την επανένωση κανέναν, όλοι όμως θα έλεγαν σ’ εκείνο το ακριβές σημείο το πόσο ευτυχισμένοι είναι ενώ, πίσω απ’ το κεφάλι τους θα παρατηρηθούν απροσδιόριστες σκιές, που αν και πιο πίσω θα σταθούν· δεν έχουν χείλη, στόματα, δεν παίρνουν μέρος σε καμία κουβέντα που γίνεται στο μεταξύ. Φιγούρες ψηλές – και άλλες πιο μικρές που πλαισιώνουν την κορνίζα τους μπροστά σου. Αυτές οι σκιές, που στέκονται πιο πίσω, είναι και αυτές που κατευθύνουν την κουβέντα. Της ευτυχίας, της επιτυχίας· και πλέον δεν αναγνωρίζεται κανένας με κανέναν. Νεύματα τυπικά, κάποια χαμόγελα λιγάκι ξαφνικά και βεβιασμένα δημιουργούν το κλίμα του τι θα επακολουθήσει.

Στο μεταξύ, κάποιες κοιλιές εξέχουν επικίνδυνα μέσα από καλοσιδερωμένα γαλάζια πουκάμισα, που απ’ αυτά καταλαβαίνεις πως ακουμπά ξεχειλωμένη σάρκα και κρύβεται καλά, από φανέλα άσπρη· κι όμως, η μνήμη δεν αφήνει να ξεχαστεί, πως ποτέ δεν φορούσανε αυτοί οι άνθρωποι φανέλα κι αυτό σίγουρα είναι αποτέλεσμα των ανθρώπων πίσω τους, των δίχως στόμα, των σκιών. Αραιωμένα μαλλιά, κάποιες τούφες διάσπαρτες που επιμένουν να υπάρχουν ελαφρώς ξεθωριασμένες στους κροτάφους για να δικαιολογούν τα χρόνια και το αποτέλεσμα: πως τελικά η μνήμη υπάρχει για να την προδώσει κάποια στιγμή ένα παρόν.

Κάποιες είναι επιτυχημένες, δίχως άλλο, γιατί άφησαν – όπως ακούστηκε, τα όνειρα και επικεντρώθηκαν να ριζώσουν – εδώ μιλάνε οι σκιές. Ισιώνουν μια αδιόρατη ρυτίδα στο ρούχο τους, που κανένας δεν βλέπει τελικά, τονίζοντας πως η ζωή τις έμαθε να διαλέγουν την κοινωνική τους εξέλιξη. Κι όμως, να σημειωθεί στα πρακτικά της συγκεντρώσεως πως ουδέποτε ήταν πολύ καλές στα ψέματα.

Άλλοι πάλι, δεν θα φανούν ποτέ. Τους πήρε η ζωή μακριά, και έγιναν κάρτα τις γιορτές και μια καλημέρα ή καληνύχτα στο διαδίκτυο. Άλλοι ρυθμοί. Στο τέλος, ίσως δεν ήταν και τόσο σαδιστές όπως θελήσανε προφυλάξουν την ομορφιά της νιότης από τις παρεκβάσεις. Ίσως μ’ αυτούς, να υπήρχε συνεννόηση, ίσως να μπορούσε κανείς μαζί τους να μιλήσει.

Πως θα θέλατε, λοιπόν, να σας θυμούνται; Όπως και αν είναι αυτό, κάνετε ένα σχέδιο στο μυαλό σας και ακολουθήστε το μέχρι τέλους.

Σε μια γωνιά υπάρχει κάποιος ο οποίος δεν μεγάλωσε ποτέ. Ή μάλλον αρνήθηκε να μεγαλώσει. Εμφανίζεται όμως, πάντοτε σε τέτοιες συγκεντρώσεις διότι ήταν – από τότε, ψυχή σαδιστική. Του αρέσει να στέκει σε σημείο που του επιτρέπει να έχει σφαιρική εικόνα για τις ξεχειλωμένες σάρκες, τις ανύπαρκτες ρυτίδες, τις σκιές.

Βλέπει τους κόμπους του ιδρώτα στο μέτωπο, τις φευγαλέες ματιές τους στο ρολόι, ή το ρυθμικό χτύπημα του ποδιού στη μουσική της εποχής. Δεν μιλά ποτέ, περιμένει να του μιλήσουν, δεν ενοχλεί και δεν ξαφνιάζεται. Τους θυμάται όλους. Ο συγκρατημένος τόνος του έχει μια φανερή επιτήδευση, το πρόσωπό του μαρτυρά λιτότητα του βίου, έχει συναίσθηση της αποστολή του, είναι το γρανάζι που λειτουργεί ευσυνείδητα και που λέει κρυφά το «φτάνει».

Στο μυαλό του νοερά, κάνει παιχνίδια αντοχής. Παίρνει τα πρόσωπα και τους αφαιρεί δεκαετίες, επανατοποθετεί τις μορφές στην αρχική τους μορφή και θέση· και περιμένει να δει τι θα συμβεί.

Και τότε, ξαφνικά, όλα γίνονται ξανά όπως πριν, προτού την πρόσκληση, προτού ακόμη και της σκέψης για μια τέτοια πρόσκληση, όλα γυρίζουν πίσω και σταματούν σε μια στιγμή που κανείς πραγματικά δεν το ’χε να ξεχάσει. Κρυφογελά και κουνάει τα χέρια τους, τα σηκώνει και τους φέρνει πιο κοντά. Ως δια μαγείας, εκείνη την στιγμή, δεν υπάρχουνε φανέλες, ούτε σκιές, ούτε και ενοχλητικός ιδρώτας.

Τους βλέπει όπως ήταν προτού τους αλλάξει ο κόσμος. Θυμάται πως ένας ήθελε να γίνει ποδοσφαιριστής – κι έγινε τελικά ασφαλιστής. Η άλλη ήθελε να γίνει ηθοποιός, αυτή τα κατάφερε, είχε χωρίσει δυο φορές ώς τώρα.

Παρακολουθεί την μοίρα, την μοίρα των ανθρώπινων πλασμάτων που δοκιμάζουν επιθέσεις, τολμηρές καταδρομές. Κάποτε τις αντιμετωπίζουν και μένουνε απόρθητοι. Κάποτε αλλάζουνε αφέντες, γνωρίζοντας εναλλασσόμενες λύπες και χαρές.

Όμως δεν είναι το ίδιο τελικά. Θα σκεφτεί ότι ποτέ δεν θα έπρεπε να γίνονται reunion, μήπως γινόταν πιο παλιά; Είναι τρομερά σαδιστικό να ξαναγυρίζεις πίσω ενώ οι σκιές γίνονται άνθρωποι απτοί, με σάρκα, με οστά, με στόμα που έχουν απαιτήσεις και αναφαίρετα δικαιώματα.

Αυτός ο άνθρωπος, θα τελειώσει το ποτό του όπως, όπως, θα χαιρετήσει εκείνους που κάποτε ήταν πιο κοντά, θα λυπηθεί για κάποιους άλλους, και θα ετοιμαστεί να φύγει ξυστά στον τοίχο – κολλητά, και γρήγορα προτου το καταλάβουν.

Αίφνης, θα βγει στην Πατησίων, στον καθαρό αέρα που η πνιγηρότητα της τυπικής φωνής τους δεν τον φτάνει. Θα είναι η τελευταία φορά που θα βρεθεί ανάμεσά τους. Την επόμενη της πρόσκλησης, ή ακόμη και της σκέψης για μια τέτοια πρόσκληση, θα προφασιστεί κάποια δικαιολογία και λείψει.

Θα προφυλάξει την μνήμη του βαθιά και θα κλειδώσει μέσα του ότι υπήρχε πριν. Θα νοικοκυρευτεί; Αισθανόταν εκείνες τις στιγμές τόσο παράταιρος στις σκιές και στους ανθρώπους…  Θα βρεθεί απελπιστικά μόνος με τον εαυτό του και την μοίρα. Ο εαυτός του θα κάθεται μπροστά του, παραδομένος σε αυτόν, και μαζί απρόσιτος από κάθε επαφή. Και θα βρεθεί χιλιάδες έτη φωτός μακριά, πλαισιωμένος από τον θρύλο της νιότης και την σκληρότητα των αποφάσεών του. Το μόνο που θα μείνει πια, για να οδοιπορήσει στην Πατησιών και να καταλαγιάσει τον άσβεστο πόθο της ανθρώπινης παρέμβασης, ήταν να σκεφτεί πως «υπάρχουμε κατά τύχη, κι η ζωή είναι απόλυτα δεμένη με την ζωή των πραγμάτων, των σκιών. Υπήρξαμε θύματα των περιστάσεων». Και στρίβοντας σε έναν δρόμο κάθετο, θα εξαφανιστεί.

ΕΛΕΝΗ ΧΑΪΜΑΝΗ

Σωτήρης Γουνελάς, Εκμυστήρευση

Και το χαρτί λευκό κι εσύ κάτασπρος. Όχι λευκασμένος, ούτε πανιασμένος, αλλά σαν να πέρασε πάνω σου μια θύελλα, κάτι να σε πείραξε απρόσμενα και έμεινες αποσβολωμένος. Εδώ σ’ αυτή την απροσδιόριστη κάμαρη – σαλόνι – κρεβατοκάμαρη – τραπεζαρία – γραφείο – καθιστικό, νύχτα, μεταμεσονύχτιος ν’ ακούς αραιά και που τον ήχο του αέρα καθώς περνάει αυτοκίνητο από το μεγάλο δρόμο, ένας σιδερένιος όγκος που μετακινείται με ταχύτητα, ένας όγκος που χωρίς ρόδες δεν πάει πουθενά.

Μια χαραμάδα της μπαλκονόπορτας ανοιχτή και χάρη σ’ αυτή φτάνει σ’ εσένα η αίσθηση της μεγαλούπολης. Η πόλη αυτή είναι απέραντη κι αναρωτιέσαι πως ζουν όλοι αυτοί οι κάτοικοί της. Πως περπατούν, πως αναπνέουν, πως δουλεύουν, πως πηγαινοέρχονται συνέχεια υπογείως, με λεωφορεία, τραίνα, ιδιωτικά και άλλα τροχοφόρα, πως μπορούν τόσοι πολλοί να διασταυρώνονται, να συγχρωτίζονται, να μιλούν, να ακούγονται αναμεταξύ τους. Κι ωστόσο ούτε μιλούν, ούτε βλέπονται, ούτε ακούγονται. Τίποτε δεν γίνεται αναμεταξύ τους. Μονάχα ατομικές σχέσεις, κάπως ενδοοικογενειακές, επαγγελματικές. Κι αυτές πόσο είναι προσωπικές; Το γεγονός ότι συναντιέται το ζευγάρι, ο άντρας και η γυναίκα, παντρεμένοι χρόνια, την ή τις ορισμένες στιγμές της ημέρας για να φάνε ή να πλαγιάσουν συνιστά προσωπική συνάντηση; Τι συμβαίνει με αυτό το ζήτημα; Ποιός συναντά ποιόν; Γιατί τον συναντά και τι γυρεύει από αυτόν, αν γυρεύει τίποτα.

Πολλοί άνθρωποι σταματημένα ρολόγια. Άλλοι ξεκούρδιστα. Άλλοι γυρνούν μόνοι τους τους δείχτες. Χειροκίνητα. Παρεμβαίνουν στη μηχανική κίνηση. Επιβάλλουν άλλο ρυθμό. Αντιστέκονται στο ρεύμα αυτό της απροσωπίας που τα νοθεύει, τα αλλοιώνει, τα αποξενώνει όλα. Όλοι τους εκτεθειμένοι σε βλέμματα, σε ακούσματα, πληροφορίες, θορύβους, διαφημίσεις, εκπομπές, ειδήσεις, όλοι τους αφημένοι σε καθετί που εκπέμπεται μέσα στη σύγχρονη πόλη από κάθε μεριά, ακόμη και μέσα στα σπίτια, και βέβαια από την μουσική.

Ελάχιστοι νιώθουν την ανάγκη να σχολάσουν. Να αλλάξουν το ρυθμό. Να πουν σταματώ, τραβώ πέρα, βγαίνω από το δρόμο και πάω κατά τα χωράφια, ένα παρκάκι, ένα ξέφωτο δεντροφυτεμένο, ένα ρυάκι, ένα πεζουλάκι όχι μονάχα για να ξαποστάσω αλλά για να βρω ποιος είμαι, πως πορεύομαι, τι με ενδιαφέρει, ποιοί με αγαπούν, τι τους δίνω, τι προσδοκώ στο διάβα του καιρού, πόσο υγιής είμαι, τι περιμένω από τα παιδιά μου, αν έχω, τι σκέφτομαι για τον κόσμο.

Ώρες-ώρες θαρρείς πως υπάρχει μια απέραντη κρούστα κάπως θολή που απλώνεται ολοένα, τα σκεπάζει όλα, τα αποκοιμίζει, τα κάνει να χαζεύουν, να επαναλαμβάνονται, να φθείρονται με μια ανελέητη εσωτερική φθορά που εγγράφεται στα πρόσωπα των ανθρώπων. Κυβερνούν τα πράγματα, τα αντικείμενα, οι μηχανές, οι συσκευές. Για να γίνει οτιδήποτε παρεμβάλλεται ένα πράγμα ή μια μηχανή. Δεν μπορεί ένας άνθρωπος να εξυπηρετήσει έναν άλλο άμεσα: κάτι θα παρεμβληθεί. Μια καρέκλα, ένα κουμπί, ένας καθρέφτης, η πόρτα, η ταμειακή μηχανή, το σύστημα εξαερισμού, το τυποποιημένο προϊόν μέσα στο σελοφάν του, που θα πάρουμε από το σούπερ-μάρκετ και σπάνια από το μαγαζάκι της γειτονιάς. Ακόμη και τα ψωμιά που αγοράζουν οι περισσότεροι είναι κάπως μηχανικά προκατασκευασμένα. Οι νεώτερες γενιές έχουν αρχίσει και το βγάζουν από τη ζωή τους.

~ . ~

Τα χρυσάνθεμα κρεμασμένα ψηλά στο μπαλκόνι, βυσσινιά στρογγυλά κεφαλάκια και τα δέντρα απέναντι να σείονται πανύψηλα και να κοιτάζουν το φως που τυλίγει τα σύννεφα. Στέκει ακίνητο, μυστήριο, ποτίζει τα δέντρα, ποτίζει τις ψηλές οικοδομές, με τις γκρίζες, σκούρες σοφίτες, τα παράθυρά τους, φύλακες, αγναντεύουν πέρα, ποιος ξέρει ποιους άγνωστους κόσμους, ποιες θάλασσες ακύμαντες. Ήχοι μακρινοί, νυχτερινοί ψίθυροι ελάχιστοι.

Κοιμάται όντως αυτός ο κόσμος ή κάτι άλλο συμβαίνει; Κρύβονται οι άνθρωποι μες στον ύπνο ή γυρεύουν εκεί μέσα μια πιο αληθινή ζωή, κάπου ανάμεσα στα όνειρα; Κι αν όνειρα δεν έρχονται, αν δεν κυματίζουν εικόνες, είναι η εξάτμιση των οραμάτων που ενεργείται, είναι η ανελέητη σιγή των αβύσσων.

Παρίσι, στην συνοικία Tolbiac, 2005

ΣΩΤΗΡΗΣ ΓΟΥΝΕΛΑΣ

Φώτης Δούσος, Γνωστή φάτσα

Η σειρήνα του συναγερμού με τον συριστικό και εκκωφαντικό της ήχο έκανε τα κεφάλια των περαστικών να στραφούν αυτόματα προς το κοσμηματοπωλείο που βρισκόταν Βόλακα και Αλφειού γωνία. Την ίδια ακριβώς στιγμή, δυο νεαροί πετάχτηκαν τρέχοντας από μέσα και σκουντουφλώντας ο ένας πάνω στον άλλο προσπάθησαν να χαθούν στην πολυκοσμία.

Ήταν μέρα μεσημέρι και πέρα από την αυξημένη κίνηση στην περιοχή υπήρχαν και αστυνομικοί που ρέμβαζαν πίνοντας καφέ καβάλα στις σβηστές μηχανές τους.

Οι αστυνομικοί χωρίς καν να μιλήσουν γυρίσαν τα κλειδιά των μηχανών και ξεχύθηκαν πίσω από τους ληστές κοσμημάτων. Η καταδίωξη δεν ήταν εύκολη με τόσο κόσμο στους δρόμους και στα πεζοδρόμια. (περισσότερα…)

Ρέυμοντ Κάρβερ, Καθεδρικός ναός

 

μετάφραση Έλλη Κούσουλα

Ένας τυφλός, παλιός φίλος της γυναίκας μου, ερχόταν να μείνει για ένα βράδυ στο σπίτι μας. Η γυναίκα του είχε πεθάνει. Κι έτσι επισκεπτόταν τους συγγενείς της νεκρής γυναίκας του στο Κονέτικατ. Τηλεφώνησε στη γυναίκα μου από τα πεθερικά του. Κανονίστηκε. Θα ερχόταν με τρένο, πέντε ώρες ταξίδι, και η γυναίκα μου θα τον συναντούσε στον σταθμό. Είχε να τον δει από το καλοκαίρι που δούλευε για αυτόν στο Σηάτλ πριν από δέκα χρόνια. Αλλά είχε κρατήσει επαφή με τον τυφλό. Γράφανε κασέτες και τις στέλνανε ο ένας στον άλλον. Δεν ήμουν ενθουσιασμένος με την επίσκεψή του. Δεν ήταν κάποιος που ήξερα. Και το ότι ήταν τυφλός με ενοχλούσε. Η άποψή μου για τους τυφλούς προερχόταν από το σινεμά. Στις ταινίες, οι τυφλοί κινούνταν αργά και δεν γελούσαν ποτέ. Μερικές φορές τους οδηγούσαν εκπαιδευμένοι σκύλοι. Ένας τυφλός στο σπίτι μου δεν ήταν κάτι που περίμενα με χαρά. (περισσότερα…)

Μάριο Αντρέα Ριγκόνι, Δύο διηγήματα (μτφρ. Μαρία Φραγκούλη)

Mario Andrea Rigoni

 

Ο άνδρας στο αναπηρικό καροτσάκι

Στη ζωή χρειάζεται να στηριζόμαστε σε κάτι, αλλιώς βουλιάζουμε. Ισχύει ίσως περισσότερο γι’ αυτόν, μα στην πραγματικότητα ισχύει για όλους, έλεγα: είναι απλώς ζήτημα τρόπου και βαθμού. Πόσα χρόνια, τώρα πια, ο Τάνο ήταν καταδικασμένος στο αναπηρικό καροτσάκι; Είκοσι, τριάντα; Ήταν οπωσδήποτε τόσα που, κάθε καλοκαίρι, ενώ κατέβαινα από το αυτοκίνητο και ξεφόρτωνα τις αποσκευές, σηκώνοντας το κεφάλι προς τον οικισμό κουρνιασμένο κατακόρυφα στη θάλασσα, έβλεπα το κοντόχοντρο περίγραμμά του να διαγράφεται ακίνητο στην ανοιχτή πόρτα –προστατευμένη μόνο από μια πράσινη πλαστική τέντα– του σπιτιού του, μικροσκοπικού σαν παιχνίδι. (περισσότερα…)

Νατάσα Κεσμέτη, Κόχυλας ἀπό τό Ulvik ὥς τήν Ἐρεσσό

Olav
Στόν Συμεών Σταμπουλοῦ                      

Σπίτι χτίζεις γιά τήν ψυχή σου,
καί περήφανα περιπλανιέσαι
στήν ἀστροφεγγιά
μέ τό σπίτι στή ράχη σου
σάν σαλιγκάρι.
Κίνδυνος ὅταν πλησιάζει
Τρυπώνεις μέσα
κι ἀσφαλής εἶσαι
κρυμένος καλά (περισσότερα…)

Διονύσης Η. Στράνης, Ο κουρδιστός φιλόσοφος ή Ως και οι Κυνικοί ξεσκύλιασαν (Κόμικ)

cynical

Άδεια, μεγάλη πλατεία, τύπου ιταλικής Piazza. Στο κέντρο της – σε μια στήλη –, η προτομή ενός φιλοσόφου, κυνικότατου και περίφημου, με την επιγραφή

Δ.Η.Σ. (1984 – ∞)
ΟΤΑΝ ΚΑΠΟΤΕ ΡΩΤΗΘΗΚΕ ΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΟΡΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΟΙΝΗ ΓΝΩΜΗ, ΕΚΕΙΝΟΣ ΕΙΠΕ, ΑΦΟΥ ΓΙΑ ΛΙΓΟ ΚΟΝΤΟΣΤΑΘΗΚΕ:
«ΑΜΒΛΥΝΟΟΝ ΤΙ. – ΑΚΟΜΗ ΚΑΙ ΟΤΑΝ ΣΥΜΠΙΠΤΕΙ ΜΕ ΤΟ ΟΡΘΟ, ΘΑ ΕΙΝΑΙ ΠΙΘΑΝΟΤΑΤΑ ΓΙΑ ΛΑΘΟΣ ΛΟΓΟΥΣ»

Παραπέρα, σ’ ένα παγκάκι κάθεται μια γυναίκα ταπεινή που κρατάει ένα αριθμητάρι.

Από την απλωτή ησυχία ξετυλίγεται ένα τρίκι-τρίκι σιγανό, κι ολοένα δυνατότερο.

Σαν – από λήψη αέρος – να κάλυπτε τη διαγώνιο της πλατείας, φτάνει – σε τέλεια ευθεία πορεία – Ο ΚΟΥΡΔΙΣΤΟΣ ΦΙΛΟΣΟΦΟΣ, βαστώντας επ’ ώμου κάτι που ήταν καλυμμένο μ’ ένα σεντόνι, και κάθεται στο πεζούλι κάτω απ’ την προτομή.

Κοιτάζει κατά δω – κοιτάζει κατά κει – ούτε ψυχή ζώσα, μόνο κάτι σειρήνες ακούγονταν – και ύστερα λέει δυνατά:

«Μαύρισαν οι ουρανοί! Τάφοι – Τάφοι ολούθε! …»

Η γυναίκα με το αριθμητάρι τον κοίταζε. «Πράγματι. Ας είναι για λίγο.» ψέλλισε κι έσκυψε πάλι, δύστυχη, το κεφάλι στο όργανο που κρατούσε.

«Τι πράγματι λες εσύ ανόητη; Δεν εννοώ αυτό που κατάλαβες.» είπε εκείνος οργισμένος. «Της λευτεριάς εννοούσα τους τάφους!»

Και συνέχισε:

«Ένα κτήνος, ένα πουλί αόρατο μας κατατρώγει – άνθρωποι – τα σωθικά! …»

Από ένα ανοιχτό παράθυρο ακούστηκε ένας να χειροκροτάει.

«… Του παγκόσμιου Ολοκληρωτισμού ο αητός!» κατέληξε ο κουρδιστός φιλόσοφος «Μ’ ένα ράμφος, να!» κι έδειξε με τα χέρια το μήκος του ράμφους.

Το χειροκρότημα έπαψε. Ζζζζντουπ! – έκλεισε το παράθυρο σβουριχτά.

Η γυναίκα ανεβοκατέβαζε το κεφάλι κι αναστέναζε.

Ο κουρδιστός φιλόσοφος άνοιξε το σεντόνι που είχε αποθέσει στο έδαφος. Μέσα εκεί ήτανε κάτι βέργες ομοιόμορφες και λεπτές. Άρχισε να βιδώνει τη μία πάνω στην άλλη, έως ότου έφτιαξε μια υπερβέργα-πειραχτήρι κάμποσα μέτρα μακριά. Τη σήκωσε – εκείνη λύγιζε ελαφρώς σαν καλάμι ψαρέματος – κι έδωσε μια τσιγκλιά στα μεριά της γυναίκας που κρατούσε το αριθμητάρι.

«Άουτς» έκανε αυτή. Έκατσε παραδίπλα.

«Μην ειρωνεύεσαι εσύ κυρά Κοινή! Ακούς; Θα’ ναι αργά όταν φτάσει ο αητο-Λεβιάθαν! Το πουλί κι αν κάνεις πως δεν βλέπεις, την κουτσουλιά θα τη φας!»

Ύστερα άρχισε να ξεβιδώνει και να λύνει την υπερβέργα, τακτοποίησε μία-μία τις βέργες και τις τύλιξε πάλι με το σεντόνι. Κατόπιν άρχισε να φωνάζει προς τα κτίρια τριγύρω  – σα να μιλούσε σε πατεράδες μιας νύφης –, όπου κάτι κεφάλια εξείχαν απ’ τα παράθυρα, κι άλλα φαίνονταν στα μπαλκόνια:

«Στον διάολο με την ΕΠΙΒΙΩΣΗ! Πού ειν’ η ΖΩΗ ωρέ; Πού την έχετε; Ακούστε δω καλά! Τα καλύτερα ρούχα φορέστε της! Θααα τττττην πάαααω γιααααα χορρρρρρόοοοοοουου ……».

Το τρίκι-τρίκι σταμάτησε. Ο κουρδιστός φιλόσοφος ξέμεινε σε πόζα αιώνιας βλακείας με χέρια και στόμα ανοιχτά. Πίσω από την προτομή άνοιξε ένα πορτάκι. Βγήκε ένας ανθρωπάκος. Πήγε μπροστά (στάθηκε πίσω απ’ την πλάτη του κοκκαλωμένου κουρδιστού φιλοσόφου) και άρχισε μ’ ένα καλέμι να σβήνει την επιγραφή της προτομής από τη δεύτερη σειρά και κάτω. Την οποία αντικατέστησε με τον ακόλουθο αφορισμό του Nicolas Chamfort:

«ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΕΠΟΧΕΣ ΟΠΟΥ Η ΚΟΙΝΗ ΓΝΩΜΗ ΕΙΝΑΙ Η ΧΕΙΡΟΤΕΡΗ ΑΠ’ ΟΛΕΣ ΤΙΣ ΓΝΩΜΕΣ[1]»

Εκείνη δεν ήτανε μια τέτοια εποχή.

ΔΙΟΝΥΣΗΣ Η. ΣΤΡΑΝΗΣ

Το σατιρικό αυτό κείμενο γράφτηκε στις 2.4.2020 και είναι εμπνευσμένο από τις παρεμβάσεις του Giorgio Agamben, οι οποίες δημοσιεύθηκαν στο διάστημα 26.2.2020 – 17.3.2020 με αφορμή το lockdown της Ιταλίας λόγω covid-19.

 [1] ΣΑΜΦΟΡ, Επιλογή από το έργο του, Μετάφραση Π. Κονδύλης, Εκδόσεις Στιγμή, Σειρά Στοχασμοί (11)