ΝΠ | Αφηγήματα

Δύο διηγήματα

bloody

~  .  ~ 

του ΚΙΜΩΝΑ ΚΑΛΑΜΑΡΑ 

~  .  ~ 

ΤΑΙΝΙΑ

Περπατούσαμε στα πλακόστρωτα στενά παραπατώντας στο κρύο. Τα φώτα της νύχτας ύφαιναν έναν προστατευτικό ιστό όπου μέσα του περιπλανιόμασταν. Σπρώξαμε την ξεκλείδωτη πόρτα και ανεβήκαμε τις σκάλες βιαστικά. Μπαίνοντας, η μυρωδιά του χώρου μας έσπασε τη μύτη.

Πρώτη γερή γροθιά ενός χαμένου πυγμαχικού αγώνα. Κατεβήκαμε τρέχοντας προς το πλακόστρωτο, όπου ένα φως από το απέναντι πεζοδρόμιο μας τράβηξε κοντά του. Ανεβήκαμε ξανά μια σκάλα. Το μαγαζί είχε αναδουλειές και η μαντάμ μας καλωσόρισε νυσταγμένη . «Έχει γενέθλια ο φίλος μου» της είπα. Μας χαμογέλασε ψυχρά καθώς διαφορετικές οπτικές από λευκά οπίσθια, ροζ στήθη, μπλαβιασμένα πόδια και κόκκινα χείλη, σαν φιγούρες παράξενου κουκλοθέατρου, πέρασαν από μπροστά μας και έπειτα χάθηκαν πίσω από μια κουρτίνα. Το έντονο άρωμα και ο ξένος ιδρώτας έμειναν για λίγο στην σκηνή. Το ίδιο έργο, με διαφορετικούς πρωταγωνιστές. Κοιταχτήκαμε με τον Λεό με κάποια δυσφορία και κατηφορίσαμε βιαστικά την σκάλα. Βγήκαμε στο πλακόστρωτο, περάσαμε στον κεντρικό δρόμο και πήραμε ταξί.

Το επόμενο βράδυ ήρθε με το αμάξι. Ήπιαμε ουίσκι, καπνίσαμε μερικά τσιγάρα. Κάποια στιγμή έβγαλε τον μπλε σκούφο, μου έδειξε το κεφάλι του και άρχισε τις εξομολογήσεις. «Τι είναι αυτό;», ρώτησα ξαφνιασμένος. Στην αριστερή πλευρά του κρανίου είχε φυτρώσει ένα τεράστιο ροζ σπυρί. Ήπιε λίγο κάνοντας μια γκριμάτσα. Άναψα ένα τσιγάρο και έμεινα σιωπηλός. «Αυτή η πουτάνα φταίει» είπε ξαφνικά. Από τη μέρα που γύρισα από το Λονδίνο το έχω. Κάθε μέρα μεγαλώνει.» Είχε πάει να την δει πριν από ένα μήνα περίπου. Μέχρι χθες έδειχνε χαρούμενος.

Βγήκαμε στο δρόμο και μπήκαμε γρήγορα στο αμάξι. Το βράδυ μόλις ξεκίναγε. Παρκάραμε σε έναν λαβυρινθώδη πεζόδρομο πίσω από την πλατεία Συντάγματος και κατευθυνθήκαμε σε ένα μπαράκι. Ήταν μισοάδειο. Ο μπάρμαν, καραφλός, κοντά στα σαράντα, έφτιαχνε κοκτέιλ για κάποια παρέα. Είχε αρκετό κρύο και καθώς περιμέναμε έξω με τα τσιγάρα αναμμένα, είπαμε να πάρουμε Bloody Mary. Αργούσε να τα ετοιμάσει. Μπήκαμε μέσα, καθίσαμε στα ζεστά και ακουμπώντας στον πάγκο, χαζεύαμε τον λιγοστό κόσμο, σχολιάζοντας το παρηκμασμένο ντεκόρ. Πάτωμα με σκούρο μωσαϊκό, λαχανί τοίχος, χάρτινα φώτα ταβανιού με κόκκινες και μπλε λάμπες, συμπλήρωναν την αισθητική πανηγυριού. Δεν υπήρχε ιδιαίτερος λόγος να είναι κανείς εκεί. Τρίτη βράδυ. Η πόλη όλη έμοιαζε με ένα φτηνό ρημαγμένο ντεκόρ. Και αν ήσουν αρκετά νηφάλιος, κάτω από την μουσική του τελευταίου αυτού ανοιχτού μπαρ, μπορούσες και άκουγες αμυδρά τον επιθανάτιο απολογισμό που χαράσσονταν από κάποιον μαρμαρά.

Πίσω από το φρούριό του, ταμπουρωμένος, συνέχιζε ατάραχος να ανακατεύει διάφορα υλικά. Η μουσική έβγαινε σα χαμηλή βοή, σαν δυνατός ψίθυρος στο αυτί κάποιου και έκρυβε κάπως σα πέπλο τις πραγματικές μας διαθέσεις. Εκείνος, σα να μη έτρεχε τίποτα, έσκυβε κάτω από τον πάγκο, ρωτούσε που και που για τις μυρωδιές και τις γεύσεις που μας άρεσαν, κι έπειτα ανακάλυπτε κάτι καινούργιο και το πρόσθετε σε κάτι πελώρια ποτήρια. Έπειτα από ώρα, φύτεψε δυο πράσινα κλαδιά σέλερι στα κόκκινα ποτήρια και τα έσπρωξε μπροστά μας. Επανήλθαμε στην συνειδητή μας κατάσταση. Τα πήραμε, του γυρίσαμε την πλάτη, ήπιαμε και κοιταχτήκαμε. Έπειτα από λίγο, ο Λεό γύρισε προς τον καραφλό τύπο και άρχισε να ανακατεύει μπροστά του τα δικά του, τα δικά μας υλικά, άρχισε να φτιάχνει και να αυτοσχεδιάζει και να σερβίρει την δική μας πραγματικότητα. Του έλεγε πως δούλευα ανταποκριτής στον Κόρακα της Νέας Υόρκης, πως ο ίδιος έμενε στο Τορόντο. Του μίλαγε άλλοτε με αγγλικές φράσεις άλλοτε με κάποια προφορά, έσκυβε μπροστά για να του πει για τις σημαντικές δουλειές του, για τους αλγόριθμους και τις γλώσσες προγραμματισμού και πως θα είναι εδώ για λίγες μέρες μόνο. Τέλος, αφού τον είχε ήδη μαγέψει με τα προκαταρκτικά, του πρόσφερε το κοκτέιλ: «Θα μπορούσε να γράψει ένα άρθρο ο φίλος μου για το μπαρ».

Του γύρισε για λίγο την πλάτη, ακούμπησε τους αγκώνες και άρχισε να γελάει πνιχτά.

Ο μπάρμαν ήταν τόσο ενθουσιασμένος με μας, όσο κι εμείς με τα ποτά του. Τα εντυπωσιακά μπλε μάτια του γυάλισαν στιγμιαία και το γκρίζο αραιό γένι, πήρε για λίγο μια ξανθιά απόχρωση. Η φλόγα του νεανικού του εαυτού τρεμόπαιζε κάτω από την θράκα της παγωμένης αλήθειας. «Με πετυχαίνετε σε δύσκολη στιγμή… ο πατέρας μου είναι στα τελευταία του, και αυτό είναι ό,τι καλύτερο άκουσα τον τελευταίο καιρό», είπε με βραχνή φωνή, με μάτια υγρά από συγκίνηση. Συστηθήκαμε. Κοίταξα τον Λεό, καθώς κατέβαζα μια γερή γουλιά. Με κοίταξε και αυτός για μια στιγμή καθώς δάγκωνε το σέλερι. «Χάρη μας φτιάχνεις άλλα δύο;» έκανε ο Λεό, μπουκώνοντας την τελευταία λέξη με την πρασινάδα και ακούμπησε το άδειο ποτήρι στον πάγκο.

«Τελικά, πως απ’ τα μέρη μας παιδιά;», άρχισε πάλι την συζήτηση ο Χάρης καθώς μετά από ώρα μας έδινε τα ποτήρια. Η ιστορία του Λεό είχε τόση επιτυχία που άρχισε να την επαναλαμβάνει. Την στιγμή που έλεγε ότι το μαγαζί θα έμπαινε στις σελίδες του Κόρακα, έγνεψα επικυρώνοντάς την και ο Χάρης έσκυψε στον Λεό και του τσίμπησε ελαφρά το μάγουλο. Ο Λεό τραβήχτηκε ασυναίσθητα, ίσιωσε τον σκούφο, τράβηξε μια τζούρα από το ποτήρι και δάγκωσε λίγο ακόμη σέλερι αδιάφορος.

Πληρώσαμε, πήραμε τα ποτά και βγήκαμε να πάρουμε αέρα. Με τα κόκκινα ποτήρια μισογεμάτα, προχωρήσαμε μέσα στην νύχτα.

«Γυναίκες…», είπε ο Λεό μετά από πέντε λεπτά περπάτημα, «κοίτα πως έχει γίνει το κεφάλι μου». Έβγαλε το σκούφο. Ήπια λίγο από το ποτήρι μου και κάθισα σε ένα παγκάκι. Είχε κόψει τα μαλλιά με την ψιλή και το σπυρί κατακόκκινο τώρα , φαινόταν έντονα πάνω στο άσπρο κρανίο. Έμοιαζε με μπαλάκι του τένις. Όλο το άγγιζε με προσοχή και μανία ταυτόχρονα, προσπαθώντας να το ξορκίσει από την μία και από την άλλη, έμοιαζε σχεδόν περήφανος για το παράξενο τραύμα του.

«Γιατί δεν κάνεις καμιά συνέντευξη με εκείνον τον σκηνοθέτη που όλο μιλάει για τις γυναίκες στις ταινίες του; Τον είδα τις προάλλες στο εστιατόριο της εταιρείας. Θέλει να κάνει μια εκπομπή άκουσα». Εργαζόταν για λίγους μήνες σε μια εταιρεία που διαχειριζόταν ένα τηλεοπτικό κανάλι. «Ναι…» αναφώνησε, «θα πας στον κ. Πέτρο και θα του πεις πως θες να κάνεις μια συνέντευξη με έναν διάσημο και πως για τον λόγο αυτό θες κάποια χρήματα». «Ο κ. Πέτρος έχει βυζιά, μεγαλύτερα από το σπυρί σου», του είπα «και όταν του ζητήσω χρήματα για συνέντευξη θα με στείλει από εκεί που ήρθα».

Είχε περάσει ένα εξάμηνο που εργαζόμουν στον Πρωινό Κόρακα ως άμισθος αρθογράφος, είχα ήδη κάνει ένα πρωτοσέλιδο, μα χρήματα δεν φαινόντουσαν πουθενά στον ορίζοντα. «Κάνε μια συνέντευξη, δεν χρειάζεται να πεις τίποτα στον κυρ-Πέτρο. Θα του την πας μετά και θα μείνει με τις ρόγες σηκωμένες. Μετά θα γίνουμε φίλοι με τον σκηνοθέτη και θα μας βάλει σε κάποια ταινία του». Τί ρόλο;» έκανα. «Να, εμείς, που θα κυκλοφορούμε στην κωλοπόλη με τα ποτά μας στο χέρι.» Μου άρεσε η ιδέα, «…και θα είμαστε συνεχώς μεθυσμένοι, θα μπαινοβγαίνουμε στα μπαρ και στα μπουρδέλα και θα δουλεύουμε κόσμο». «Και θα ερωτευόμαστε κάθε βράδυ και από μία διαφορετική γυναίκα» πρότεινα, ανήμπορος να αποχωριστώ το ποτήρι.

Ανάβαμε το ένα τσιγάρο μετά το άλλο, περπατάγαμε λίγο και έπειτα σταματάγαμε για να προσθέσουμε ιδέες για την ταινία μας. Όταν η σκέψη μας έφτανε σε μια ικανοποιητική ρήξη με την πραγματικότητα, σηκώναμε τα ποτήρια, πίναμε μια γερή γουλιά και συνεχίζαμε το περπάτημα. Πήγε έτσι για καμιά ώρα μέχρι που φτάσαμε στα πλακόστρωτα σοκάκια του Μεταξουργείου. Αφήσαμε τα άδεια ποτήρια δίπλα σε κάποιο δέντρο και ανεβήκαμε. Η μυρωδιά μας έσπασε την μύτη. Το μέρος ξεχείλιζε από κόσμο που περίμενε τα διαπιστευτήρια. Το ίδιο τραγικό έργο με διαφορετικούς ηθοποιούς.

«Μάγκες είναι καλή;», ρώτησε ο Λεό την ομήγυρη. «Κι εμείς περιμένουμε» έκανε αθώα ένας νεαρός. «Δεν έχει βγει ακόμη» συμπλήρωσε με κατανόηση ένας άλλος. Κατεβήκαμε την σκάλα στο λεπτό και χαθήκαμε μέσα στο θαμπό φως.

~  .  ~

ΤΟΥΙΤΙ

Με σήκωσε το επίμονο τηλεφώνημά της. «Πρέπει να σώσουμε ένα γατάκι» είπε. «Το είδα καθώς πήγαινα στην αγορά. Γυρίζει εδώ και κει ολομόναχο. Είναι πολύ μικρό.» Η φωνή της ακουγόταν συγκεκριμένη όσο και ψεύτικη. Το φως που πέφτει στο δωμάτιο από έναν σκονισμένο φεγγίτη. «Εντάξει, κατάλαβα, θα περάσω να σε πάρω σε καμιά ώρα» και κατέβασα το ακουστικό.

Όποτε έβλεπε κάποιο αδέσποτο ήθελε πάντα να το πάρει σπίτι. Ήταν ικανή να θυσιαστεί, να μονομαχήσει, να βάλει και τα χέρια της στην φωτιά, ακολουθώντας τα ίχνη κάποιας πρωινής έμπνευσης. Αυτό ξεκίνησε πριν από ένα δίμηνο, όταν έχασε το γάτο που της είχα πάρει. Τον άφηνε να κάνει βόλτες στον δρόμο και, όποτε κουραζόταν από το κυνήγι, ανέβαινε στο σπίτι. Νιαούριζε μέχρι να του ανοίξει την πόρτα. Έμπαινε βουβός με σηκωμένη ουρά και ίχνη εξάντλησης στο γατίσιο πρόσωπό του. Βάδιζε αργά και σίγουρος προς την κουζίνα, απαιτώντας με ένα βλέμμα την αγαπημένη του τροφή. Αργότερα το απόγευμα, έκοβε βόλτες επιδεικτικά, πάνω στο κάγκελο του μπαλκονιού, αψηφώντας κάθε κίνδυνο. Όταν σκοτείνιαζε νιαούριζε και του άνοιγε να κατέβει. Στην αυλή στεκόταν και τον περίμενε ο Μπάτμαν. Οι δυο τους, οι αγαπημένοι γάτοι της γειτονιάς. Ήταν ασπρόμαυρος με φουντωτό τρίχωμα και με μια άσπρη τούφα στην άκρη της μαύρης του ουράς. Κάτω από τα κίτρινα γαλήνια μάτια του, κάτω από την γκρίζα μουσούδα, λίγο μαύρο τρίχωμα θύμιζε αυστηρό αλλά, περιποιημένο σε κουρέα, μουστάκι. Στην γειτονιά οι μισοί τον φώναζαν Χίτλερ και οι υπόλοιποι Σύλβιο. Εμείς τον φωνάζαμε Τουίτι.

Την πρώτη μέρα που της είχα φέρει τον Τουίτι –δεν θα ήταν πάνω από τριάντα ημερών– τον κοίταξε στο πρόσωπο καλά-καλά, μετά κοίταξε εμένα και με μια γκριμάτσα μου είπε: «Καλά, επίτηδες μου το πήρες; Αυτό είναι κακάσχημο». Όταν όμως το έχασε, για δύο βδομάδες με τράβαγε κάθε βράδυ και περπατάγαμε ολόκληρη την γειτονιά με μια σακούλα τροφή στο χέρι. Αφήναμε και από μια χούφτα σε κάθε τετράγωνο μπας και ο γάτος την αναγνώριζε. Το νιαούρισμά του δεν το ξανακούσαμε και η ίδια έπνιγε μέρα με τη μέρα τον πόνο μέσα της. «Αφού ήταν άσχημο, έτσι δεν μου έλεγες;» «Ναι, αλλά, όταν μεγάλωσε έγινε όμορφος και εγώ τον αγάπησα. Τον αγάπησα όπως και αν ήταν». Αν τόλμαγε κάποιος κτηνίατρος να αναφέρει το μουστάκι του δεν μας ξανάβλεπε. «Αυτό για να μάθει», μου έλεγε συνωμοτικά, καθώς μπαίναμε στον καινούργιο για τα εμβόλια.

Δεν υπολόγισα καλά το ξενύχτι με τον Λεό. Σε ένα μισάωρο, σκέφτηκα, θα πρέπει να έχω τινάξει από πάνω μου κάθε ίχνος από την προηγούμενη βραδιά: Τρία ουίσκι, δύο Bloody Mary και μερικά ακόμη που δεν ξέραμε τι περιείχαν. Κατάπια δύο ντεπόν και μπήκα στο μπάνιο. Τα νυχτοπερπατήματα, πάντα αυθόρμητα, χωρίς κανένα πλάνο και σκοπό, έμεναν μεταξύ μας. Πάντα, όλο και κάτι θα συνέβαινε που, το θυμόμασταν ξαφνικά την επομένη και αναρωτιόμασταν πως ακριβώς να είχε συμβεί. Ένα απόγευμα είχε καλέσει και περίμενε από κάτω ανήσυχος: «Έχω μπλέξει». Μπήκα στο αμάξι και ξεκίνησε να οδηγεί σα τρελός. «Πού πάμε; Δεν είναι λίγο νωρίς για ποτό»; «Στο χθεσινό μπουρδέλο. Το θυμάσαι»; Είχαμε μπει σε καμιά δεκαριά.«Στο τελευταίο… με πήρε η μαντάμ και μου είπε πως ξέχασα εκεί το πορτοφόλι μου. Είχα σε ένα χαρτί το τηλέφωνο του αφεντικού μου και πήρε στην δουλειά». «Ωραία…».

Λίγο μετά το μεσημέρι, ήμουν κάτω από το σπίτι της και περίμενα στο αμάξι. Μπήκε μέσα βιαστικά και ξεκίνησα αργά. «Που πάμε;» την ρώτησα. «Ούτε ένα μικρό φιλί;» «Καλά πας, θα σου πω στο δρόμο» είπε, δίνοντάς μου ένα φιλί στο μάγουλο. «Πάμε να σώσουμε το γατάκι. Α-μέ-σως!». Μου έλεγε να στρίψω από δω να μπω στο τάδε στενό να βγάλω φλας αριστερά να κορνάρω στον μπροστινό που σερνόταν, μέχρι που φτάσαμε έξω από το μπουρδέλο που είχε ξεχάσει ο Λεό το πορτοφόλι του λίγα βράδια πριν. Παρκάρισα όσο πιο αργά μπορούσα μιας και δεν ήμουν έτοιμος για καβγά. Πόσο χυδαία είναι αυτή η πόλη, σκέφτηκα. Τα πάντα βρίσκονται μια ανάσα από την μικρή μας γειτονιά.

Βγήκε τρέχοντας από το αυτοκίνητο και πήγε στο πεζούλι όπου το είχε δει το πρωί. Το φως από τον πρώτο ήταν σβηστό. «Πού είναι το γατάκι;» την ρώτησα με αγωνία. «Εδώ στις σκάλες ήταν, πριν δυο ώρες». Ρώτησε το παιδί από τον διπλανό φούρνο που, μόλις είχε βγει στην πόρτα να μας επεξεργαστεί, και της είπε πως πριν λίγο είχε περάσει κάποιος κύριος και το μάζεψε. Το παιδί του φούρνου το είχε συμπαθήσει και μας διηγήθηκε πως κάθε πρωί στις 7:30 του έβαζε γάλα. Το καημένο, σκέφτηκα, δεν κάνει να πίνει γάλα. Μια-δυο φορές του πήρε και τροφή.

Ήταν απαρηγόρητη. «Σίγουρα το πήρε κάποιος;» ρώτησε ξανά. Περίμενα χωρίς να ακούω τι έλεγαν μεταξύ τους, πιασμένος σε έναν νοητικό ιστό μεταξύ ενοχής και αθωότητας. Γύρισε και με κοίταξε με ένα ήρεμο βλέμμα. «Πάμε να ψάξουμε άλλη μια φορά τον Τουίτι;» ρώτησε, και μπήκαμε γρήγορα στο αμάξι.

Κίμων Καλαμάρας

Advertisements

Εκεί κι εδώ (διήγημα)

Sportbeklei

~ . ~  

της ΑΛΕΞΑΝΔΡΑΣ ΣΑΝΔΗ  ~.~

Από όλα τα κορμιά εσύ πρόσεξες το δικό της. Παντού γύρω αξιοπρόσεκτα κορμιά, κορμιά ωραία, χυτά, λαξεμένα, κορμιά ταλαιπωρημένα από αυτοεπιβαλλόμενη ασιτία ή από σίτιση αυστηρά χωρίς γλουτένη, κορμιά κατάκοπα, υποταγμένα στους κανόνες του φίτνες και του πέρσοναλ τρέινινγκ, κορμιά που έχουν χρόνια να φάνε βραδινό, κορμιά που συχνά ξερνούν ή φτύνουν μεγάλες δόσεις σοκολάτας, κορμιά τόσο ίδια, σχεδόν απαράλλακτα, επαναλαμβανόμενα κορμιά, τρισδιάστατα φωτοαντίγραφα, στρατιά από κλώνους. Δεν μπορούσες να τα προσέξεις παρά όλα μαζί, σαν ένα κλειστό σύνολο, σαν μια ομάδα σε σκοτεινή αποστολή, σαν μια μάζα γυμνή. Δεν μπορούσες να δεις κανένα ξεχωριστά, σαν μονάδα, σαν ένα, κανένα εκτός από το δικό της. Ίσως αν δεν ήταν το δικό της να νόμιζες ότι είσαι σοβαρά μεθυσμένος ή ότι η μεγάλη πραγματικότητα, αυτή που βλέπεις με τα ματιά άλλοτε ανοιχτά άλλοτε κλειστά, αυτή που είναι στ’ αλήθεια πραγματική, όχι η άλλη, αυτή, η δική σου πραγματική πραγματικότητα έχει διασπαστεί σε πολλές ίδιες πιο μικρές πραγματικότητες, όχι για άλλο λόγο, παρά μόνο για τη δική σου εξυπηρέτηση, μπας και τα φέρεις βόλτα αυτή τη φορά. Έτσι κι αλλιώς πάντα είχες ζητήματα με το μέγεθος.

Δε γελιέσαι ούτε βαυκαλίζεσαι. Ξέρεις ότι δε θα είχες καμία ελπίδα αν το δικό της κορμί δε ξεχώριζε, αν δεν ήταν το μοναδικό που κατάφερες να προσέξεις μέσα στα αξιοπρόσεκτα. Δεν είχε απαραίτητα κάτι διαφορετικό. Είχε δυο χέρια, δυο πόδια κανονικά, ένα ωραίο κεφάλι ούτε πολύ μεγάλο ούτε πολύ μικρό –πάντα είχες πρόβλημα με τα δυσανάλογα κεφάλια– δεν είχε κάποιο έλλειμμα ή κάποια υπερβολή για να τραβήξει την προσοχή σου, όχι. Ήταν η κίνηση του, η κίνηση αυτή που ακολουθούσε το άπειρο, αυτή που σε ερέθισε μέχρι εκεί που πιο πριν από αυτό το εκεί δεν υπήρχε άλλο αντάξιο του. Το προηγούμενο εκεί, σαφώς χαμηλότερης στάθμης, ήταν τότε στο λεωφορείο. Είχες αφήσει τη μάνα σου στο κρεβάτι του πόνου,  του παραπόνου, του παυσιπόνου, στο κρεβάτι του τέλους και του επιτέλους, και κυρίως στο κρεβάτι του γείτονα, του πρώην γείτονα, αυτό που είχε όλα τα κομφόρ για να κάνει τους σχεδόν νεκρούς σχεδόν ζωντανούς και τους σχεδόν ζωντανούς τελείως πεθαμένους και που η χήρα του ξεφορτώθηκε χωρίς αντάλλαγμα, μιας και δεν κατάφερε να συμβιώσει με την πιθανότητα να ξαπλώσει κάποτε κι εκείνη εκεί. Την άφησες και ανέβηκες στο πρώτο λεωφορείο που βρήκες, κάθισες στο πίσω μέρος, εκεί που η λεκάνη σου ταραζόταν περισσότερο από τις λακκούβες και τις σκληρές αναρτήσεις, και τότε σου ’ρθε στο μυαλό ότι ήσουν κάπου στην ανατολή, έξω από ένα ναό με περίτεχνη αρχιτεκτονική παγόδας, όταν το κορμί σου άρχισε να ταλαντώνεται με τρόπο πρωτόγνωρο. Ο  σεισμός, πρωτόγνωρα ισχυρός, κατεδάφισε το ναό εγκλωβίζοντας στα πρωτόγνωρα συντρίμμια εκατοντάδες πρωτόγνωρα πτώματα. Σε φαντάστηκες να βουτάς στα συντρίμμια και να αγκαλιάζεις τα πτώματα, κυρίως πτώματα γυναικών αλλά και μερικών ανδρών, και δυο τριών παιδιών, και να τα βγάζεις ξανά στο φως. Κι εκεί που ένιωθες τα χέρια σου στα στήθη τους, στους γλουτούς, στους μηρούς, στις πλάτες, στο πίσω μέρος των γονάτων τους κι έτσι όπως μύριζες τα τελευταία τους υγρά αναμεμιγμένα με τη σκόνη από τα χαλάσματα, είχες τη μεγαλύτερη σου στύση. Μέχρι εκεί.

Εκεί τότε, εκεί και τώρα, όχι εδώ. Ποτέ εδώ, γιατί στο εδώ θα της μιλούσες, θα τη ρωτούσες τουλάχιστον το όνομα της – δε θα γινόταν αλλιώς. Στο εδώ τα πράγματα είναι απαιτητικά, το εδώ σε παίρνει μαζί του δε σε αφήνει να ξεφύγεις, να διαφύγεις, να καταφύγεις εκεί που θες εσύ, στο δικό σου εκεί. Μέχρι εκεί. Θυμάσαι το όνειρο που είδες το προηγούμενο βράδυ,  αυτό που έτρωγες από τα σκουπίδια, όχι γιατί πεινούσες, ούτε κι εσύ ήξερες γιατί έτρωγες, αλλά ήταν κάτι που έπρεπε να κάνεις, δε μπορούσες να ξεφύγεις  κι έτρωγες σκουπίδια μέχρι που ξύπνησες. Αν ήσουν στο εδώ θα είχες ακόμα τη γεύση από τα σκουπίδια, θα κουβάλαγες τη μυρωδιά τους και θα έπρεπε να της πεις κάτι, οτιδήποτε. Θα μπορούσες ας πούμε να της πεις, σήμερα το βράδυ θα σε δω στον ύπνο μου. Έχω πολύ καιρό να ονειρευτώ γυναίκα. Πάνε χρόνια. Τελευταία φορά είχα ονειρευτεί τη μητέρα μου πριν με γεννήσει. Ήταν όμορφη, δε με έβλεπε, μόνο εγώ την έβλεπα. Ήθελα να τη φωνάξω, είχα ξεχάσει όμως το όνομά της. Δεν είμαι καλός με τα ονόματα. Τα ξεχνώ όλα. Κάποιες φορές μέχρι και το δικό μου, για αυτό καλύτερα μη μου πεις το δικό σου. Μέχρι εκεί. Θα μπορούσες επίσης να ρωτήσεις τυπικά κι ευγενικά, έρχεστε συχνά εδώ, δεν σας έχω ξαναδεί, νομίζω ότι έχω ξαναέρθει άπειρες φορές, αλλά είμαι σίγουρος ότι δε σας έχω δει ούτε μία, μετά θα αναρωτιόσουν αν σε μια γυμνή γυναίκα είναι πρέπον να απευθύνεται κανείς στον πληθυντικό. Αλήθεια πού έχετε αφήσει τα ρούχα σας, θα συνέχιζες,  τι ρούχα φοράτε στη ζωή σας; Γενικά σας ενδιαφέρει η μόδα ή η άνεση; Κι ενώ θα ρώταγες αυτό, θα έσφιγγες αντανακλαστικά το μαύρο μανδύα πάνω στο σώμα σου και θα αναρωτιόσουν αν τα δικά σου ρούχα είναι ακόμα εκεί που τα άφησες, χωρίς να έχεις ιδέα που είναι το εκεί. Μέχρι εκεί. Τέλος, αν ήσουν θαρραλέος στο εδώ, θα μπορούσες να την αγγίξεις με το κάλο, με το στανιό, με το άγριο, με τη θέλησή της, με τη βία, με τα χέρια σου, με τη γλώσσα σου, με το πέος σου, θα μπορούσες να την αγγίξεις, ενώ μάλλον θα σκεπτόσουν τότε που κήδεψες το αγαπημένο σου λαμπραντόρ στην αυλή του παππού σου, δίπλα στα γεράνια της γιαγιάς –δεν ήσουν πάνω από οχτώ χρονών κι έκλαιγες λες κι ήσουν οχτώ χρονών– για να μη τελειώσεις επιτόπου και δε νοιώσεις τη λεκάνη της να διαγράφει το άπειρο πάνω στη δική σου. Μέχρι εκεί.

Στο εδώ δε θα μπορούσες όμως να της πεις, είσαι ό,τι πιο όμορφο έχω δει, γιατί θα σε άκουγε και είτε θα σε πίστευε είτε όχι, οπότε και στις δυο περιπτώσεις θα έβγαινες χαμένος. Στη μία γιατί θα σου έκανε το βίο αβίωτο με τις ματαιόδοξες ερωτήσεις, τις ματαιόδοξες ανασφάλειες, τα ματαιόδοξα καπρίτσια, τα ματαιόδοξα πηδήματα και στην άλλη γιατί θα σου απέδιδε ένα ευρύ φάσμα διόλου κολακευτικών χαρακτηρισμών, βλέπε από «καιροσκόπος» έως και «πειναλέος». Μέχρι εκεί.  Ενώ τώρα στο εκεί της λες, είσαι ό,τι πιο όμορφο έχω δει. Έχεις συγκλονίσει ό,τι έχω, έχεις απαγάγει τη σκέψη μου, το βλέμμα μου είναι σταθερά κολλημένο πάνω στον κορμό σου, είσαι το μοναδικό κορμί ανάμεσα σε τόσα άλλα. Είμαι τυφλός για όλα τα άλλα. Η στύση μου είναι μεγάλη και σκληρή εξαιτίας σου και αυτό είναι ένα θαύμα, γιατί είναι ζωντανή και είσαι κι εσύ ζωντανή, κάτι που δεν έχει ξανασυμβεί, γιατί πιο πριν η μια από τις δυο ήταν πάντα πεθαμένη. Μέχρι εκεί. Της τα λες με πάθος χωρίς να κρύβεις ούτε στάλα από τον ενθουσιασμό και τη θέρμη σου, της τα λες και εννοείς κάθε λέξη και θα την εννοείς όσο εκείνη δε θα την ακούει και δε θα την ακούει όσο θα είναι στο εδώ της κι εσύ θα είσαι στο εκεί σου.

Ένα πράγμα μόνο ζητάς κι επειδή δεν μπορείς να της το ζητήσεις, το εύχεσαι. Κάθε φορά που πηγαίνεις εκεί να τη βλέπεις. Εκεί.

ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΣΑΝΔΗ

Κίμων Καλαμάρας: Η παρακμή της Ρώμης

shado

Αγαπητέ Γιώργο και αγαπητή Καίτη

Τα χρόνια που οι Ρωμαίοι ήταν κυρίαρχοι του κόσμου, ένας από τους πιο υψηλούς ηθικούς κανόνες της κοινωνίας αυτής ήταν η φιλία. Ο Ρωμαίος αυτοκράτορας Πύριλλος, έμεινε γνωστός για τα υδραγωγεία και τα λουτρά που χρηματοδότησε στις δυτικές συνοικίες, από τα προάστια μέχρι και τις παρυφές της Ρώμης. Όμως η ιστορία, καθώς τον μνημονεύει κυρίως για τα δημόσια αυτά έργα, τον αδικεί.

Από τα επιμέρους οφέλη για την υγιεινή των κατοίκων της ιδιαίτερης αυτής περιοχής, περάσαμε στην ολική αναβάθμισή τους. Οι άνδρες άρχισαν να συχνάζουν εκεί αναζητώντας παρέες με νόημα, άρχισαν να κοινωνικοποιούνται και να τους απασχολούν τα τρέχοντα ζητήματα, να καλλιεργούν καθημερινά τις φιλοσοφικές τους ανησυχίες και να προτιμούν μια καλή πολιτική συζήτηση σε μια φιλική ατμόσφαιρα, από τις μέχρι πρότινος άσκοπες συνήθειές τους, που περιορίζονταν στην κατανάλωση φθηνού οίνου. Οι γυναίκες διατηρούσαν πλέον καθαρό το σπίτι, που τώρα είχε μεταμορφωθεί σε ένα ευτυχές καταφύγιο, σε ένα πραγματικό κάστρο, σε μια ερωτική φωλιά. Τα λουτρά και το τρεχούμενο νερό, έφεραν την καθαριότητα στην σωματική υγιεινή και την διαύγεια στην ηθική ζωή.

Οι ευχάριστοι κύκλοι συζητήσεων, που αρχικά δέχτηκαν δριμεία κριτική περί της χρησιμότητάς τους, γρήγορα μετατράπηκαν σε φιλοσοφικούς κύκλους. Η πρωτοβουλία του αυτοκράτορα Πύριλλου, που πολύ ορθώς είχε σκεφτεί πως, για να αλλάξει ο άνθρωπός θα πρέπει πρώτα να αλλάξει η πόλη, απέδιδε τους πρώτους της καρπούς. Οι άξεστοι πολίτες που μέχρι χθες πέταγαν πέτρες στον αέρα, περιμένοντας μάταια τον χρόνο να κυλήσει, έγιναν οι διανοούμενοι, υπαρξιακοί της διπλανής πόρτας. Οι οικογενειακές σχέσεις άρχισαν να ομαλοποιούνται και η ευτυχία άρχισε να φωλιάζει σε κάθε εστία, πάνω σε κάθε πλακόστρωτο δρομάκι. Έτσι, οι υποβαθμισμένες δυτικές συνοικίες της Ρώμης, άρχισαν σιγά σιγά να αναπνέουν τον καθαρό αέρα του δυτικού πολιτισμού, αναρριχώμενες την σκάλα της πνευματικής δόξας.

Από αυτές τις συνοικίες βγήκε ο μεγάλος θεωρητικός της οικονομίας Μπερτολδίνος, ή ο ζωγράφος αμφορέων και ναών, Σκάντζιος. Εκεί έζησε ο ποιητής Τίμων ο Αναξαμένης και εκεί διέπλασε συνειδήσεις, ο μεγάλος διδάσκαλος των παίδων Παπάριους. Και ω! η υπέροχη στιγμή, που όλοι αυτοί οι σπουδαίοι άνδρες συναντήθηκαν κάποτε, όπως λέει η ιστορία, τυχαία, σε ένα πνιγμένο από τους υδρατμούς δημόσιο λουτρό, με τ’ αχαμνά τους να στάζουν ιδρώτα και καθώς τσούγκριζαν τα aqua vitae ανάμεσα από ατέλειωτες φιλοσοφικές διαμάχες περί στηθών και οπισθίων των γυναικών, η φλόγα μιας όμορφης και αγνής φιλίας άναψε… φλόγα που έμελε να κρατήσει μια ζωή και να μας ανταμείψει με τα γνωστά αριστουργήματα της τέχνης, με τα σύγχρονα φιλοσοφικά πίτουρα με τα οποία και εξετράφη η δυτική σκέψη περί μακροοικονομίας και παιδείας αντιστοίχως. Είναι η φιλία λοιπόν… βεβαίως τα λουτρά και τα υδραγωγεία του Πύριλλου, αλλά κυρίως η φιλία, καθώς αυτή εμπεριέχει το στοιχείο του έρωτα, της αγάπης, της δημιουργίας. Είναι η φιλία που ύψωσε τον ρωμαϊκό πολιτισμό, πάνω από τα όρη και τις ταραχώδεις θάλασσες της Μεσογείου, θέλοντας να κάνει τον άνθρωπο να αγγίξει τα σύννεφα, κάτι από την θεϊκή φτέρνα του Δία.

Αγαπητέ Γιώργο, είσαι ο μοναδικός φίλος που γνωρίζω μια ζωή σχεδόν, από το δημοτικό μέχρι σήμερα… πάνε 30 έτη, manus in mano, bona fide και cum laude. Έκατσα λοιπόν ώρα πολλή και συλλογίστηκα. Έπειτα, έμεινα για διαστήματα χωρίς να πιέζω τον εαυτό μου να βρει μια απάντηση. Και μετά, με καθαρό μυαλό ξανάπιανα να συλλογίζομαι την φιλία μας. Την βδομάδα που πέρασε, σκέφτηκα εις βάθος, και τελικά, κατόρθωσα να δω απευθείας στην ψυχή σου·… μια για πάντα! Κάτω από την σκόνη των ετών και των συναισθημάτων, ξεδιάλυνα μια μεγάλη καρδιά, μια απέραντη μεγαλοψυχία. Έτσι κατέληξα πως, η μεγαλοψυχία σου απαντά στην ερώτηση, γιατί εσύ και η Καίτη δεν έχετε ποτέ σας ενοχληθεί -είτε στο παρελθόν, είτε ακόμη και πιο πρόσφατα- με το ότι η κοινή μας φίλη Μαίρη, από καιρού εις καιρόν, αρέσκεται να μας κατηγορεί. Πότε εσάς τους δύο στους φίλους σας, πότε την Ναταλί και μένα σε σας, κ.ο.κ. Για κανέναν απολύτως λόγο. H Μαίρη, την οποία είχα την καλή διάθεση να συστήσω στην όμορφη παρέα μας. Ακριβώς δεκαεπτά έτη πριν. Λοιπόν Γιώργο, στέκομαι ακίνητος σαν μπροστά από ακέφαλο ρωμαϊκό γλυπτό στην Αρχαία Αγορά και πραγματικά θαυμάζω την μεγαλοψυχία σου αυτή.

Η καημένη η Μαίρη… Τις προάλλες την είδα στην γειτονιά να ταΐζει γύρω στις 38 γάτες, έξω από κάποια εγκαταλελειμμένη κατοικία και συνειδητοποίησα πως, δεν έχει άλλους φίλους εκτός από τους δικούς σου και την πρώην σύζυγό μου. Έτσι, αφού το σκέφτηκα όπως σας είπα, πραγματικά σας συγχαίρω για την μεγαλοψυχία σας να καλέσετε στον γάμο, όχι μόνο την Μαίρη αλλά και την Καλλιόπη, την οποία και είχα κάποτε παρατήσει, εις τα κρύα κάποιου λουτρού.

Στο ίδιο πνεύμα, προσπαθώντας να γίνω καλύτερος άνθρωπος… σας στέλνω μια λίστα με ονόματα από γυναίκες με τις οποίες σχετιζόμουν, ώστε να τις καλέσετε και αυτές στον γάμο σας. Και γιατί όχι; Στο τέλος ίσως πιάσουν φιλία με την Μαίρη έτσι ώστε, όλες μαζί, να μας κατηγορούν a cappella.

Με αληθινή αγάπη,

Νίκος

Υ.Γ.  Πήρα πρωτοβουλία και μίλησα με την πρώην συζυγό σου. Θα φλεγόμουν από τα ίδια δάκρυα χαράς, θα κατακλυζόμουν από το ίδιο αίσθημα μεγαλοψυχίας που ραίνει και την δικιά σου καρδιά φίλε μου, αν αποφάσιζες να δεχτείς και την Ολυμπία στον περίλαμπρό σου γάμο.

Τάσος Αναστασίου: Μόνη της στην καφετέρια

 

0000000000000000000000000000000000000000000000000000000

 

1

Καθώς έτρεχε να τον προλάβει, δεν πρόσεξε και βρέθηκε στην άκρη του πεζοδρομίου· μια μοτοσικλέτα πέρασε σχίζοντας τα νερά κι αμέσως το παντελόνι της γέμισε λασπωμένες στάλες. Έφταιγε η βιασύνη της, ο ανόητος ενθουσιασμός της. Λίγα μέτρα πιο κάτω, απότομα, λες κι εκεί ακριβώς κοβόταν η επιφάνεια εργασίας του σύννεφου, η βροχή σταμάτησε. Τον είχε αντικρίσει απ’ το ταμείο του Λινοξυλάκη: καμπουριασμένος, κοιτάζοντας γύρω του, βαδίζοντας γρήγορα. Πάντα του έπρεπε να κινείται, δεν άντεχε λεπτό ήσυχος. Εδώ κοντά ήταν άλλοτε το φοιτητικό δωμάτιο της Δέσποινας. Στις άδειές του, φαντάρος, έμενε μαζί της· κόκκινος από τον ήλιο, κοκαλιάρης, το χιούμορ του κυνικό, άρρωστο, σαν να έλεγε: κοιτάτε με, ανοιχτή πληγή. Δεν φαινόταν πουθενά. Καλύτερα. Γιατί αλλιώς, πετώντας κάτω τις σακούλες της με τα ψώνια, θα έπεφτε στην αγκαλιά του –και τότε θα την κοιτούσε με το ψυχρό αδιαπέραστο ύφος του. Το βλέμμα της συνάντησε τη Φορτέτσα κι αμέσως βιάστηκε να ψάξει άλλο σημείο προσανατολισμού: Τέσσερις Μάρτυρες. Καλύτερα. Ίσως πάλι να του φερόταν τυπικά, κάνοντάς τον να χλομιάσει από κακία. Ήξερε τη δύναμή της πάνω του. Ήξερε και τη δικιά του δύναμη –την ικανότητά του να την σπρώχνει, να την ρίχνει προς τα πίσω. Για ποιο λόγο είχε έρθει; Δεν μπορούσε να βασίζεται στον εαυτό της, ήταν ικανή και να τον φιλήσει –για να τον τρομάξει, να τον αναγκάσει να ξεντυθεί ψυχραιμία και νευρικότητα. Τόσο βραδύνους, δεν θα το εκμεταλλευόταν, όπως εκείνο το βράδυ που του είχε τείνει χείρα παροδικής επανασύνδεσης, καθισμένη δίπλα του, περιμένοντας κέρασμα –μήνυμα που άλλοι θα το αποκρυπτογραφούσαν στο δευτερόλεπτο. Ή μήπως δεν ήταν αυτός;

      The stars we are, the stars will be / just you and me: το τραγούδι πλημμύρισε το μυαλό της μαζί με τον ήλιο που πρόβαλε μέσα από τα σύννεφα. Ο Αργύρης, σαν ντι- τζέι λιώνοντας τον ίδιο δίσκο ξανά και ξανά, το είχε μολύνει. Το άκουγες και θυμόσουν: βόλτες, χορούς, εκδρομές. Και το αντίθετο: πέρναγες έξω απ’ το Εδέμ, τα παράθυρά του σκοτεινά, τα τραπεζάκια του έρημα, και η μελωδία ορμούσε καταπάνω σου, φθινοπωρινή μπόρα κατακαλόκαιρο. Εικόνες γέλιου, συγκίνησης, νόστος παραδείσιας εφηβείας, ανανεωμένος πόθος ζωής. Απίστευτο: η αντίθεση με το παρόν της. Μοναξιά, μοναξιά, με τα δώδεκα σπαθιά. Οι δουλειές της κάθε μέρας, συγκρούσεις, καυγάδες. Απόμακρος θόρυβος τα πλήκτρα του υπολογιστή. Το αφηρημένο, μπουχτισμένο ύφος του. Τι κούραση, Θεέ μου. Είχε ξεχάσει πώς είναι να περπατάς. Απότομα σταμάτησε, οι σακούλες παραλίγο πέφτοντας απ’ τα χέρια της. Της έλειπε η αγκαλιά του, το βλέμμα του. Φοβόταν ότι στο σπίτι τους θα της άνοιγε την πόρτα ο Αργύρης και ανυπομονούσε να διαλύσει τον παραλογισμό της σκέψης της. Τι φρίκη. Και βέβαια δεν ήταν αυτός. Φτάνει. Φύγετε. Όχι άλλες νοσταλγίες, αναστατώσεις. Βρικόλακες, μακριά!

2

Αχτένιστος, με βρώμικα ρούχα, έντονο λαχάνιασμα, κουτσός. Το κεφάλι του γέρνοντας, σαν να προσπαθούσε να ξύσει το μάγουλό του στον ώμο του. Όπως εκείνος ο κουρελιάρης στο χωριό της, που περνώντας δίπλα σου σε ρωτούσε: «Πότε καπάκ’, πότε καπάκ’;»

      Συγκράτησε το βήμα της κι η εκκωφαντική ασχήμια του χάθηκε πίσω απ’ τη Λόντζα.

      Ένιωσε τα μάτια της να μισοκλείνουν. Ανάλαφρο παιχνίδισμα φωτός. Το χωριό της, παρά την εικόνα του τρελού, ανοιξιάτικο. Ήλιε του Μάρτη, Βαπτιστή και Πρόδρομε. Κοίταξε αριστερά της: σ’ ένα τραπέζι δυο φοιτητές έπαιζαν τάβλι· σ’ ένα άλλο, γεμάτο φραπέδες, πέντε μαθήτριες συζητούσαν· οι καφέ αφροί στα ποτήρια τους κατάξεροι, τα καλαμάκια λοξά πάνω στο κολλώδες στόμιο.

      Οι φοιτητές –κοντοκουρεμένοι, καλοντυμένοι– σταμάτησαν το τάβλι και της έριξαν μια ματιά: γάτα που με το ηλεκτρικό της άγγιγμα στο πόδι του τραπεζιού τάραξε την αυτοσυγκέντρωσή τους. Φοιτητές; Ναι. Αγύμναστο σώμα.

      Το οξύθυμο και ειρωνικό ύφος του μπάρμαν –το λερωμένο της παντελόνι;– την απώθησε και δεν μπήκε μέσα. Κάθισε κοντά στην πόρτα, κάτω απ’ την τέντα, κοκκινίζοντας στη σκέψη της Ιεράς Συμμαχίας γύρω της, νιώθοντας ότι, έτσι όπως ήταν μόνη, χωρίς τον Αποστόλη, παρέβαινε θέσφατα. Ο σερβιτόρος πλησίασε, το βλέμμα του θαμπό απ’ την αντηλιά, τα χείλη του μια ενιαία επιφάνεια, κολλημένα. Παράγγειλε με ξαφνική άνεση καφέ φίλτρο κι έβαλε τις σακούλες κάτω απ’ το τραπεζάκι.

      Οι άντρες της παρέας έφταιγαν. Ο Πολύκαρπος με τις απιστίες του. Ο Αργύρης με το πείσμα του. Ο Μίχας με τον κυνισμό του. Ήδη από τότε έπρεπε να τους κρατά σε απόσταση. Φύγετε. Μακριά!

      Ο σερβιτόρος έφερε τον καφέ, το νερό, σιωπηλός, τα μάτια του κοιτώντας πλάγια, στα χείλη του απομεινάρι χασμουρητού.

      Θυμήθηκε κάποτε που δούλευε για ένα διάστημα στο Εδέμ: πίσω απ’ την μπάρα πλένοντας ποτήρια, βάζοντας ποτά, σερβίροντας ξηρούς καρπούς, ο Πολύκαρπος στην άλλη άκρη γελώντας μεγαλόφωνα. Παρόλο που απέφευγε να τον κοιτάζει, η παρουσία του την συνόδευε αδιάκοπα, καθώς έκανε τη δουλειά της. Μικρό ανατρίχιασμα στα μπράτσα και τους ώμους, απολαυστικό αίσθημα πληγωμένης αξιοπρέπειας. Ένα βράδυ ο Πολύκαρπος είχε πιάσει ψιλή κουβέντα με μια κακάσχημη και η Ειρήνη τον κορόιδευε από μέσα της: Έτσι προσπαθείς να μ’ εκνευρίσεις, κακομοίρη; Πετώντας τα ποτήρια που κρατούσε, πήρε απ’ τον πάγκο ένα μαχαίρι και τον πλησίασε φωνάζοντας «Θα σε σκοτώσω!». Κάποιος την τράβηξε από κοντά του, ήδη χαλαρή, ξεθυμασμένη.

      Έφερε το φλιτζάνι στο στόμα περιμένοντας μια στυφάδα που δεν θ’ απογοήτευε τη γλώσσα της. Μαύρος καφές καυτός. Σαν νύχτα που σβήνει, θα χάσει τη μαύρη αχνάδα του, θα μεταμορφωθεί, χλιαρή επίπεδη επιφάνεια. Και τότε θα καθρεφτίσει, κάτω απ’ τα μισόκλειστα βλέφαρά της, το πάνω μέρος του προσώπου της, θαμπό. Μια παρηγοριά όμως θα βαραίνει τη γλώσσα της –η στυφάδα που κανείς δεν μπορεί να την ακυρώσει.

      «Μην κάνεις έτσι», την είχε καθησυχάσει ο Αργύρης. «Δεν είπαμε και να σε παντρευτώ». «Εννοείται», του είχε απαντήσει, τρομάζοντας και μόνο στην αναφορά της λέξης. Όπως αν πεις διαζύγιο, ακόμα και στ’ αστεία, διάβηκες σύνορα. Ή σαν η όλη φράση να χρησιμοποιούνταν ευφημιστικά.

      Στον γάμο της Μέλπως: σταυρώνοντας τα χέρια του δεν κουνήθηκε στο άγγιγμά της, δεν μίλησε. Άραγε της κρατούσε κακία; Ή προσποιούνταν τον άνετο, μέσος όρος τελείως; Ο Πολύκαρπος, όταν παλιότερα τύχαινε να την συναντήσει, δεν φοβόταν να είναι εκδηλωτικός, να την κολακέψει («Γεια σου, Ρηνούλα! Τι ομορφιές είναι αυτές;») ή να την κατακρίνει («Εσύ φταις για όλα!»), νόμιμος δικαιούχος, παρά τα όσα είχαν συμβεί, της φιλίας, της μνησικακίας. Δεν στεκόταν ακίνητος, αρκούμενος να την παρατηρεί, σαν γάτος σε φοβισμένη εγρήγορση.

      Η κοπέλα του έδειχνε οξύθυμη, καταπιεστική. Όμορφη; Έπρεπε να τον είχε συμβουλέψει: Ξανασκέψου το. Έπρεπε κι ας της έλεγε: Και σένα τι σε νοιάζει; Αν δεν είχε μεσολαβήσει το θέατρο του Αλέξανδρου.

      Θυμήθηκε: ο μπάρμαν ήταν τότε μαθητής στο Τεχνικό Λύκειο και συνήθιζε να κοροϊδεύει τον Αργύρη· το ακούρευτο μαλλί και το πολύχρωμο πουκάμισό του τραβούσαν την προσοχή. Διασχίζοντας το προαύλιο του Τεχνικού τα πόδια του πεδικλώνονταν στο σπρωγμένο απ’ τα σφυρίγματα βάδην του.

      Ναι, γάτος. Μεγαλόσωμος, ό,τι πρέπει για τις παιδικές συμμορίες, μαγνήτης πετροβολημάτων. Μέσα στο σπίτι παρατηρητής, μεθυσμένος απ’ τη νύστα, μισανοίγοντας τα μάτια, ξανακλείνοντάς τα, ευπροσήγορος υποδοχέας χαδιών.

3

Σοβαρός, ενθουσιώδης. Κάποιος που δεν κάνει ερωτήσεις, σίγουρος για τον εαυτό του. Πουθενά δεν πήγαινε μόνη της, χωρίς τη συνοδεία του, στο εστιατόριο, στον κινηματογράφο. Ζητούσε τη βοήθειά του για οτιδήποτε, για ένα μάθημα που προετοίμαζε, για ένα διαγώνισμα που σχεδίαζε. Πρόθυμα έσκυβε από πάνω της, χωρίς να βαριέται.

      Σκιά του;

      Υπηρέτης της;

      Ενώ ο Αργύρης: μπορούσε να σε συναντήσει μετά από χρόνια που είχατε να ιδωθείτε και να σου πει: Γεια, τι γίνεται;, λες και χθες ήσασταν μαζί. Τότε, στα ραντεβού τους την αντίκριζε να έρχεται, και το ύφος του παρέμενε ανέκφραστο, λες και δεν είχε αλλάξει τίποτε απ’ την προηγούμενη κατάστασή του, όταν περιμένοντάς την απευθυνόταν στους περαστικούς με αγαλμάτινο βλέμμα.

      Νά τος πάλι. Ξύνοντας το αυτί του στον ώμο του.

      «Πότε καπάκι;» έλεγε ο άλλος στο χωριό. Εννοώντας: πότε θα έρθει κι εσένα η ώρα σου να βάλεις καπάκι; Δηλαδή: να μπεις στο φέρετρο.

      Η ύπαρξη τέτοιας δυστυχίας πώς να μη σε κάνει να οργίζεσαι με τη φύση; Όχι με τη φύση. Με αυτούς που την λατρεύουν. Ή πώς να μη θες ν’ αφιερωθείς στους βασανισμένους, μαλακώνοντας την πίκρα τους, την πίκρα σου, προσπαθώντας να κρύψεις λίγη απ’ την ασχήμια γύρω σου;

      Ο τρελός πλησίασε, απέστρεψε το πρόσωπό του για να μη φανεί ότι την κοίταζε, τα χείλη του ανοιγμένα, το χαχάνισμά του ανάκουστο, και μπήκε μέσα.

      Παρηγορήσου. Τα προβλήματά σου ανάξια λόγου.

      Ν’ αδιαφορεί για τους γονείς του. Να μη μιλά στο τηλέφωνο με τη θεία, τον θείο της. Να μη θέλει στο σπίτι επισκέπτες.

      Και τώρα τελευταία: να μην της απαντάει αμέσως. «Πώς σου φαίνεται αυτό το θέμα για έκθεση;» Ούτε που γύρισε να την κοιτάξει, απορροφημένος.

      Όταν χώρισε από τον Πολύκαρπο, έλεγε μέσα της, ξεγελώντας επίτηδες τον εαυτό της, ότι ένιωθε νεκρή. Τη στιγμή που τον πρόδιδε στη σκέψη της με τον Αποστόλη, την πρόδωσε κι αυτός με την Ιωάννα. Χώρισαν αλλά φοβόταν να ολοκληρώσει την προδοσία της. Ο Αργύρης την έβγαλε απ’ τον φόβο, την ανάγκασε να κάνει ένα ακόμη βήμα. Όλα είχαν γίνει τόσο γρήγορα, μέθη μαζί με χαιρεκακία μαζί με τύψεις. Όταν ο Αποστόλης πήγε για λίγο στην Αθήνα, τον πρόδωσε με τον Πολύκαρπο που, απρόσμενα, φαινόταν να έχει βυθιστεί στην απόγνωση.

      Κι έπειτα: η καθημερινότητα. Σιγά-σιγά, διακριτική, ξέροντας ότι δεν θα συναντούσε αντίσταση, χωρίς να βιάζεται.

      Όπως ένας αλκοολικός που γιατρεύτηκε: φαντάσου· κάποτε, αν δεν έπινε, τα χέρια του έτρεμαν, δυσκολευόταν ν’ ανάψει τσιγάρο. Και τώρα έχει αόριστη μόνο ανάμνηση από εκείνες τις ώρες. Τα χέρια μου έτρεμαν, το λέει αλλά δεν το θυμάται, δεν μπορεί να δει τον εαυτό του αυτοκαταστροφικό, η αναπαράσταση του παρελθόντος επίπεδη, άχρωμη.

      Του είχε πει: «Τώρα πραγματικά νιώθω ελεύθερη». Δεν του είχε πει: Τώρα νιώθω πως ξεπέρασα τον Πολύκαρπο. Κι ο Αργύρης, ενώ διάβαζε ποίηση, ενώ ήξερε από υπαινιγμούς, δεν είχε το σθένος να καταλάβει. Και το «πραγματικά», το πιο φθαρμένο των επιρρημάτων, γι’ αυτό το είχε χρησιμοποιήσει: για να δώσει επιφανειακό χαρακτήρα στα λεγόμενά της και ν’ απομακρύνει την υποψία ενθουσιασμού.

      Όταν τον επισκέφτηκε στο σπίτι του στην Ηλιούπολη και ήρθε η ώρα να φύγει, αντί να την γυρίσει με το αυτοκίνητο της μητέρας του, την συνόδεψε να βρει ταξί. Περπατούσαν, περπατούσαν, ερημιά, με κάθε του βήμα όλο και κοντύτερα στη γελοιοποίηση. Λίγο μετά τον χωρισμό τους της χτύπησε την πόρτα της ξημερώματα. Τον άφησε να ξαπλώσει, έτσι όπως ήταν, με τα ρούχα του, δίπλα της. Δεν την άγγιξε, άναψε μόνο τσιγάρο –κακόγουστη διαμαρτυρία. Και το χειρότερο: τον καταλάβαινε, τον δικαιολογούσε. Την επόμενη μέρα, τρομαγμένη, θυμωμένη, πήρε το αεροπλάνο για την Αθήνα. Όταν μετά από μια εβδομάδα επέστρεψε, τον βρήκε λιγότερο ενοχλητικό: δεν της απηύθυνε τον λόγο, την απέφευγε, τα χέρια του τρέμοντας απ’ την προσπάθεια γι’ αξιοπρέπεια.

      Ο Αποστόλης όλες εκείνες τις μέρες: διστακτικός. Ήθελε, της είπε αργότερα, να σεβαστεί τον χωρισμό της απ’ τον Πολύκαρπο. Δεν ήθελε να την ταράξει. Ανυποψίαστος. Αλλά ίσως της το έλεγε έτσι, για να της δώσει αξία, να της κρύψει ότι τραβήχτηκε προς το μέρος της όχι από μόνος του, όχι από ατόφιο ενδιαφέρον, αλλά επειδή πρώτα είχε διακρίνει τον πόθο στο βλέμμα της.

4

Κοίταξε πίσω της: στεκόταν αντικρίζοντας την μπάρα, το αυτί του κολλημένο στον ώμο του.

      Άραγε τι την αναστάτωνε; Η εμφάνιση του Αργύρη; Η πρωτόφαντη αποδέσμευσή της απ’ το προστατευτικό τείχος του Αποστόλη; Ο εξοδούχος ήλιος;

      Πενταόρια: άγγιγμα ζέστης, ανάλαφρο παιχνίδισμα φωτός έπειτα από μέρες συννεφιάς και κρύου. Έκπληκτη άκουσε τον εαυτό της, καθώς προχωρούσαν στον λόφο: «Ήλιε του Μάρτη, Βαπτιστή και Πρόδρομε». «Τι λες;» την ρώτησε η Μέλπω. Δεν της απάντησε γιατί πίστευε ότι θα ζήλευε· η Μέλπω, καθόλου περίεργη για τις σκέψεις των άλλων, δεν επέμεινε· βλέποντας τον ενθουσιασμό της γέλασε κι αυτή.

      Άγγιγμα από λεπτά δάχτυλα, χωρίς παρανυχίδες άγχους: γιατί να μην είναι εφικτό, γιατί πάντα κάτι να το χαλάει;

      Το στριγκό κέφι του Πολύκαρπου: μάσκα μπαλαφάρας στην οποία, έτσι και δεν ανταποκρινόσουν, μεταμορφωνόταν σε ακατεύναστο μούτρωμα.

      Το παράφορο πείσμα του Αργύρη: σαν κάποιος να την κρατούσε κάτω απ’ την επιφάνεια της θάλασσας, κακόγουστη πατητή.

      Τώρα με τον Αποστόλη: αλλεπάλληλοι θρόμβοι στο αίμα, μπλόκαραν την κυκλοφορία, εκβράζονταν σε αδιόρατους πόνους, το μούδιασμα της απομάκρυνσης.

      – Ντα ίντα θες; Φράγκα;

      Το βλέμμα της στράφηκε πάλι πίσω. Ο τρελός χαχάνιζε μπροστά στον μπάρμαν και τον σερβιτόρο κουνώντας το κεφάλι καταφατικά και χτυπώντας ένα σιγανό παλαμάκι με τα χέρια του.

      – Και πόσα; ρώτησε ο μπάρμαν, το ύφος του αφ’ υψηλού χαζοχαρούμενο.

      Η Ειρήνη ήπιε μια γουλιά καφέ. Για χάρη της είχε έρθει, ποιος ξέρει από ποια ελπίδα κινημένος. Πώς υπέφερε τότε, μεθούσε, κυλιόταν στον δρόμο, κάπνιζε ασταμάτητα.

      Οξύτονος ήχος, μεταλλική αναπήδηση πάνω σε κυριακάτικο δίσκο. Κατρακύλισμα διαρκείας, εκνευριστικό σαν τικ.

      Ο τρελός απομακρύνθηκε απ’ την μπάρα κι έσκυψε στο πάτωμα. Σηκώθηκε κρατώντας ένα νόμισμα, και, γυρνώντας στην μπάρα, το ακούμπησε πάνω στον πάγκο.

      Ο σερβιτόρος πήρε το νόμισμα και, γελώντας πονηρά, το πέταξε στο πάτωμα. Καθώς ο τρελός πήγαινε να το μαζέψει, σερβιτόρος και μπάρμαν κοιτάχτηκαν ανασηκώνοντας τα φρύδια τους.

      Η καθημερινότητα: τα ιδιαίτερα, να πηγαίνει από σπίτι σε σπίτι, μαθητές παράξενοι, δύσκολοι. Πέρυσι ένας πατέρας την είχε διώξει, γιατί η κόρη του δεν πρόσεχε στο μάθημα, συνεχώς την διέκοπτε με αστειάκια.

      Ο μπάρμαν πέταξε πάλι το νόμισμα στο πάτωμα. Χαμογελώντας ανόητα, καθόλου πικραμένα, ούτε καν με απορία, σαν να είχε ήδη ξεχάσει, ο τρελός το μάζεψε πάλι και το έδωσε πίσω. Ο σερβιτόρος το πέταξε στο πάτωμα.

      Η Ειρήνη κοίταξε γύρω της. Οι φοιτητές έπαιζαν τάβλι ανταλλάσσοντας ήρεμα πειράγματα, οι μαθήτριες  μιλούσαν όλες μαζί καπνίζοντας.

      Ο μπάρμαν και ο σερβιτόρος συνέχισαν το παιχνίδι τους, οι κινήσεις τους αργές, ήρεμες, μια συνηθισμένη απασχόληση, σχεδόν δεν την παίρνεις είδηση, όπως το κομπολόι.

      Ο τρελός μάζευε το νόμισμα, οι άλλοι δυο το ξαναπετούσαν, ο τρελός πήγαινε να το μαζέψει. Ανούσια επανάληψη που γέμιζε το οπτικό της πεδίο. Φύγε, άκουσε μια φωνή μέσα της.

      Όμως δεν μπορεί, κάποτε θα βαριόντουσαν. Το χοροπηδηχτό ντιντίνισμα του νομίσματος ξανακούστηκε. Φύγε. Τόση αθλιότητα.

      Σηκώθηκε παίρνοντας μαζί της το ποτήρι με το νερό και στάθηκε στην είσοδο της καφετέριας.

      – Σταματήστε αμέσως, αλλιώς θα σας το πετάξω!

      –  Ίντα ’γινε; είπε απορημένος και σαν τρομαγμένος απ’ τα σάλια της κραυγής της ο σερβιτόρος.

      – Αν δεν σταματήσετε, θα σας το πετάξω! ούρλιαξε η Ειρήνη.

ΤΑΣΟΣ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ

Απόσπασμα από μυθιστόρημα που βρίσκεται στο στάδιο της ολοκλήρωσης.

 

 

Χρήστος Μελίδης: Γράμμα στον πατέρα

gramma_madata_842465464

Πατέρα,

νομίζω πως σε θυμήθηκα. Μου έδειχναν πάλι μονοκόντυλα σκίτσα. Σε είδα. Με άφησαν να σε χαϊδέψω. «Πατέρα», είπα και κούνησαν το κεφάλι. Χάρηκαν που σε αναγνώρισα. Ή, καλύτερα, εξεπλάγησαν. Εγώ βρήκα στο νου μου λίγο πικρό χαμόγελο. Τούς το έδειξα, ανταπέδωσαν μιλώντας χαμηλόφωνα μεταξύ τους. «Ναι, είναι όντως αυτός!». Είσαι εσύ, πατέρα!

Η έκπληξή τους έπαψε. Επέμεναν ευγενικά να σε παραχωρήσω. Πάλεψα να σε κρατήσω, πατέρα. Στο τέλος σε άφησαν στην αγκαλιά μου. Έφυγαν. Ένιωσα δυνατή, πατέρα, όταν πάλευα για σένα. Τώρα νιώθω λίγο μόνη, αυτό είναι όλο κι όλο. Γιατί δε λες κάτι; Ακόμη δεν ξύπνησες; Κάνεις βαθύ ύπνο, πατέρα, σαν εμένα. Ξυπνάς, όμως, εύκολα; Τα μακαρόνια σού αρέσουν, πατέρα; Γιατί εδώ έχει κάθε δεύτερη μέρα! Είναι καλά, πατέρα. Είναι καλά εδώ, θα το δεις. Πότε θα ξυπνήσεις, πατέρα;

Είχαν καταφέρει να με αδειάσουν, πατέρα. Μου χάρισαν την απόλυτη μοναξιά. Εγώ τούς γνώρισα τον Αντώνη και τη Λία. Ήρθαν ξαφνικά στο δωμάτιο και με ξύπνησαν ένα μεσημέρι. Δεν τρόμαξα. Άλλωστε, ήταν κι αυτοί στην αρχή επιφυλακτικοί μαζί μου. Είναι ζευγάρι, πατέρα, σου το είπα; Είναι ζευγάρι, αλλά όχι τόσο ταιριαστοί όσο είμαστε εμείς. Ο Αντώνης είναι δάσκαλος, η Λία χορτοφάγος. Η Λία είναι από την Αθήνα, ο Αντώνης όχι. Μού λέει συχνά από πού είναι, μού αρέσει αυτό, εγώ όμως το ξεχνώ. Δεν τον πειράζει. Η Λία μάς επιτηρεί χωρίς να ενοχλεί.

Στην αρχή δεν έβγαιναν ούτε για φαγητό ούτε για περίπατο. Μετά τους έπεισα να με ακολουθούν. Τώρα μου δείχνουν το δρόμο. Οι άλλοι που μας ξανάσμιξαν επέμεναν πως ο Αντώνης είσαι εσύ, πατέρα, και η Λία ένα παιδικό τραύμα. Μα, τον πατέρα μου τον λένε Άνθιμο και η Λία είναι χορτοφάγος. Κάποτε τους πίστεψα. Αλλά δεν τους το είπα. Άλλωστε, ο Αντώνης και η Λία είχαν ήδη φύγει απροειδοποίητα. Έκλαψα όταν δεν τους βρήκα. Οι άλλοι με ρώτησαν «γιατί κλαις;» και «τι κάνει ο Αντώνης και η Λία;». Και τότε τους είδα να χαϊδεύονται. Είναι σχεδόν όπως πρώτα, αλλά η Λία έγινε δικηγόρος. Έτσι, λείπει συχνά.

Την απουσία της στην αρχή την ένιωθε μόνο ο Αντώνης. Τον εκμεταλλεύτηκα πολλές φορές, πατέρα, τον Αντώνη. Ακόμη και με τη Λία στο δωμάτιο να κοιμάται. Έχει λίγους μήνες, όμως, που την απουσία της Λίας τη νιώθουμε και οι δυο. Βαριόμαστε, πια, μόνοι. Τη θέλουμε μαζί μας. Περνάμε καλά. Μόνοι πνιγόμαστε.

Ελπίζω, πατέρα. Λίγα πράγματα μού λείπουν. Άλλα διαθέτω τόσα, ώστε να νομίζουν πως υπάρχω. Ένα άδειο κηροπήγιο προσπαθεί να σε φωτίσει. Σε ζωγραφίζω στον τοίχο, χωρίς αποτέλεσμα. Ποτέ δεν είχα ταλέντο. Άλλωστε, μού κόβουν τα νύχια. Μού στερούν τα στιλό του σώματος και μένω μόνη με τη μελάνη μου. Με κόβουν, πατέρα. Κάποτε άκουσα πως τα γκέτο πέφτουν από μέσα. Δοκίμασα, αλλά είναι ακόμη νεαροί οι τοίχοι. Το συζητάμε συχνά με τον Αντώνη και τη Λία. Ο Αντώνης πιστεύει πως είμαστε σαν το νερό. Άχρηστοι, σαν λείπει το ποτήρι. Η Λία αρέσκεται να μας παρομοιάζει με έρημο. Όσο και να προχωρήσεις, πάλι σε άμμο θα βαδίζεις. Εγώ συμφωνώ πιο πολύ με τον Αντώνη. Άλλωστε, σιγά-σιγά εξατμιζόμαστε. Αλλά εγώ ελπίζω.

Πάνε δυο χρόνια πια που νοσώ, πατέρα. Εδώ όμως είναι ευγενικοί, σχεδόν γλυκοί. Προφανώς ενδιαφέρονται πιο πολύ από μένα. Μου λένε πως νοσώ και «υπομονή». Κάποτε τους υποπτευόμουνα. Τώρα τους συμπονώ. Κάποτε κρεμόμουν απ’ τα χείλη τους. Τώρα κρεμιέμαι και μόνη μου.

Μαρκ Τουέην: Η προσευχή του πολέμου

0424_-_second

του ΜΑΡΚ ΤΟΥΕΗΝ

Μετάφραση
Αχιλλέας Κατσαρός

Ήταν μια περίοδος μεγάλων πανηγυρισμών και συγκίνησης. Η χώρα είχε πάρει τα όπλα, ο πόλεμος είχε ξεκινήσει, σε κάθε στήθος έκαιγε η ιερή φλόγα του πατριωτισμού. Τα τύμπανα ηχούσαν, οι μπάντες παιάνιζαν, τα παιδικά πιστολάκια κροτάλιζαν, τα σφιχτοδεμένα βαρελότα σφύριζαν και πέταγαν σπίθες.

Σε κάθε χέρι, σε όλες τις στέγες και τα μπαλκόνια, που χάνονταν στο βάθος του ορίζοντα, ένα δάσος από σημαίες ανέμιζαν και άστραφταν στον ήλιο. Κάθε μέρα οι νεαροί εθελοντές έκαναν παρέλαση στην πλατιά λεωφόρο, χαρούμενοι και όμορφοι με τις καινούριες τους στολές, οι πατεράδες και οι μητέρες και οι αδελφές και οι αγαπημένες, γεμάτοι περηφάνια ζητωκραύγαζαν με φωνές πνιγμένες από συγκίνηση και ευτυχία καθώς περνούσαν μπροστά τους. Κάθε βράδυ τα στοιβαγμένα ακροατήρια σε μαζικές συναθροίσεις άκουγαν, λαχανιασμένα, την πατριωτική ρητορεία που συγκινούσε και τα πιο άδυτα βάθη των ψυχών τους. Και διέκοπταν αυτή τη ρητορεία κατά σύντομα διαστήματα με κυκλώνες από χειροκροτήματα, ενώ πάνω στα μάγουλά τους έτρεχαν τα δάκρυα. Στις εκκλησίες οι πάστορες κήρυσσαν την αφοσίωση στη σημαία και στην πατρίδα και επικαλούνταν το Θεό των Μαχών, ικετεύοντας την παροχή της βοηθείας Του στον καλό μας αγώνα με χείμαρρους από φλογερή ευφράδεια για να συγκινηθεί κάθε ακροατής. Ήταν πραγματικά μια χαρούμενη και ευγενική στιγμή, και όσες άφρονες ψυχές τόλμησαν να αποδοκιμάσουν τον πόλεμο και να προβάλλουν αμφιβολίες για το ότι ήταν άδικος, αμέσως δέχτηκαν αυστηρή και οργισμένη προειδοποίηση ώστε για χάρη της προσωπικής τους ασφάλειας γρήγορα ζάρωσαν μακριά από τα βλέμματα του κόσμου και δεν προκάλεσαν ξανά με αυτόν τον τρόπο. Ήρθε το πρωί της Κυριακής. Την επόμενη μέρα τα τάγματα θα έφευγαν για το μέτωπο. Η εκκλησία ήταν γεμάτη. Οι εθελοντές ήταν εκεί, τα πρόσωπά τους ξαναμμένα από στρατιωτικά όνειρα. Οράματα της σταθερής προέλασης με αυξανόμενη ορμή, της χειμαρρώδους επίθεσης, των λαμπερών σπαθιών, της φυγής του εχθρού, του ορυμαγδού, της αναμενόμενης κάπνας, της άγριας καταδίωξης, της παράδοσης! Και μετά από τον πόλεμο, πίσω στην πατρίδα, ήρωες παρασημοφορημένοι, καλοδεχούμενοι, λατρεμένοι, βαφτισμένοι σε χρυσές θάλασσες δόξας!

Η λειτουργία προχωρούσε. Διαβάστηκε ένα πολεμικό κεφάλαιο από την Παλαιά Διαθήκη. Είπαν την πρώτη προσευχή. Την ακολούθησε μια βροντή από το αρμόνιο που συντάραξε το κτίριο, και με μια ενστικτώδη κίνηση σηκώθηκε όλο το εκκλησίασμα, με απαστράπτοντα μάτια και παλλόμενες καρδιές, και αναφώνησε με ορμή εκείνη τη φοβερή παράκληση:

«Ω Θεέ, ο με κάθε τρόπο τρομερός! Εσύ που προστάζεις. Βροντή η σάλπιγγά σου και κεραυνός η ρομφαία σου».

Μετά ακολούθησε η «μεγάλη» προσευχή. Κανένας δεν μπορούσε να θυμηθεί από τα παλιά ανάλογη προσευχή με τόσο φλογερή παράκληση και τόσο συγκινητική και όμορφη γλώσσα. Η ουσία της ικεσίας της ήταν, ότι ένας φιλεύσπλαχνος και πανάγαθος Πατέρας πάντων ημών, θα προστατεύει τους αγνούς νεαρούς στρατιώτες μας και θα τους βοηθάει, θα τους παρηγορεί και θα τους ενθαρρύνει στο πατριωτικό τους έργο. Θα τους ευλογεί, θα τους προστατεύει την ημέρα της μάχης και την ώρα του κίνδυνου, θα τους κρατάει στο παντοδύναμο χέρι του, θα τους κάνει δυνατούς και θαρραλέους, αήττητους κατά την αιματηρή επίθεση. Θα τους βοηθήσει να συντρίψουν τον εχθρό, θα δώσει σε αυτούς και στη σημαία τους και στην πατρίδα τους αιώνια τιμή και δόξα. Ένας ηλικιωμένος ξένος μπήκε στην εκκλησία και με αργά και αθόρυβα βήματα προχώρησε στον κύριο διάδρομο ανάμεσα στα καθίσματα, ενώ τα μάτια του ήταν καρφωμένα πάνω στον ιερέα. Το υψηλό του σώμα ήταν ντυμένο με χιτώνα που έφτανε μέχρι τα πόδια του, το κεφάλι του ήταν ακάλυπτο, τα άσπρα του μαλλιά έφταναν μέχρι τους ώμους του σαν ένας αφρισμένος καταρράκτης, το ρυτιδωμένο του πρόσωπο ήταν αφύσικα χλωμό , τόσο χλωμό που έδειχνε σταχτί. Ενώ όλα τα μάτια τον παρακολουθούσαν με απορία, αυτός συνέχισε τη σιωπηλή πορεία του. Χωρίς να σταματήσει, ανέβηκε στον άμβωνα και στάθηκε δίπλα στον ιεροκήρυκα και έμεινε εκεί όρθιος, περιμένοντας. Με κλεισμένα τα βλέφαρα ο ιεροκήρυκας, χωρίς να έχει αντιληφθεί την παρουσία του ξένου, συνέχισε τη συγκινητική του προσευχή, την οποία και τέλειωσε με την φλογερή παράκληση:

«Ευλόγησε τα όπλα μας, δώσε μας τη νίκη, Ω Κύριε που είσαι ο Θεός μας, ο Πατέρας μας και ο Προστάτης της χώρας μας και της σημαίας μας!»

Ο ξένος τού άγγιξε τον βραχίονα, του έγνεψε να παραμερίσει, πράγμα που έκανε ξαφνιασμένος ο ιερωμένος και πήρε τη θέση του. Για μερικές στιγμές ερεύνησε το εκστατικό ακροατήριο με σοβαρά μάτια, μέσα στα οποία έκαιγε ένα παράξενο φως. Κατόπιν με μια βαθιά φωνή είπε:

«Έρχομαι από το Θρόνο, φέρνοντας μήνυμα από τον Παντοδύναμο Θεό!»

Τα λόγια αναστάτωσαν το εκκλησίασμα. Ο ξένος δεν έδωσε σημασία, αν και είχε καταλάβει την ταραχή.

«Εκείνος άκουσε την προσευχή του δούλου Του και ποιμένα σας, και θα την εκπληρώσει, εάν αυτή είναι η επιθυμία σας, αφού όμως πρώτα εγώ ο αγγελιοφόρος Του, σας έχω εξηγήσει τη σημασία της, την πλήρη σημασία της. Γιατί όπως πολλές από τις προσευχές των ανθρώπων, ζητάει κι αυτή περισσότερα από όσα έχει επίγνωση αυτός που την αρθρώνει, χωρίς να σταθεί και να σκεφτεί. Ο δούλος του Θεού και δικός σας δούλος ολοκλήρωσε την προσευχή του. Σταμάτησε όμως να σκεφτεί; Είναι μόνο μία προσευχή; Όχι, είναι δύο. Η μια εκφωνήθηκε, η άλλη όχι. Και οι δύο όμως έφθασαν στο αυτί Του, Αυτού του Οποίου ακούει όλες τις παρακλήσεις, αυτές που εκφωνήθηκαν και αυτές που δεν εκφωνήθηκαν. Στοχασθείτε το εξής και κρατήστε το στο νου σας. Εάν ικετεύσετε κάποια ευλογία για τον εαυτό σας, προσέξτε! Για να μην, χωρίς τη δική σας πρόθεση, επικαλείσθε συγχρόνως να πέσει κατάρα στο γείτονά σας. Εάν εσείς ζητάτε με την προσευχή σας την ευλογία της βροχής για τα σπαρτά σας, γιατί τη χρειάζονται, με αυτή σας την πράξη πιθανώς προσεύχεστε να πέσει κατάρα στα σπαρτά του γείτονά σας που ίσως δεν χρειάζονται τη βροχή και μπορεί να βλαφτούν από αυτήν. Ακούσατε την προσευχή του δούλου σας. Το μέρος που εκφωνήθηκε. Είμαι εντεταλμένος από το Θεό να εκφράσω με λόγια το άλλο της μέρος. Εκείνο το μέρος με το οποίο ο πάστορας σας, όπως και εσείς μέσα στις καρδιές σας, προσευχηθήκατε εν σιωπή μετά θέρμης. Και εν αγνοία και άνευ στοχασμού. Ο Θεός να δώσει να ήταν έτσι! Ακούσατε αυτές τις λέξεις:

‘Δώσε μας τη νίκη, Ω Κύριε που είσαι ο Θεός μας!’

Αυτό είναι αρκετό. Το όλο της εκφωνηθείσης προσευχής βρίσκεται συμπυκνωμένο σε αυτές τις φορτισμένες λέξεις. Περαιτέρω ανάπτυξη δεν είναι απαραίτητη. Όταν προσευχηθήκατε για τη νίκη, προσευχηθήκατε και για μη τις αναφερθείσες επιπτώσεις που συνοδεύουν τη νίκη. Πρέπει να την συνοδεύουν. Δεν μπορεί παρά να την συνοδεύουν. Στο ευήκοον πνεύμα του Θεού και Πατρός έφτασε επίσης και η μη εκφωνηθείσα προσευχή. Μου εδόθη εντολή από Αυτόν να την εκφράσω με λόγους. Ακούσατε!

«Ω Κύριε και Πάτερά μας, οι νεαροί μας πατριώτες, τα ινδάλματά μας, ξεκινάνε για τη μάχη. Είθε Εσύ να είσαι κοντά τους! Μετ’ αυτών, εν πνεύματι, ξεκινάμε και εμείς από την γλυκιά ειρήνη των προσφιλών μας εστιών για να συντρίψουμε τον εχθρό.

Ω Κύριε και Πάτερά μας, βοήθησέ μας να ξεσκίσουμε τους στρατιώτες του εχθρού σε αιματοβαμμένα κομμάτια με τις οβίδες μας.

Βοήθησέ μας να σκεπάσουμε τα χαμογελαστά τους λιβάδια με τις ωχρές μορφές των γεμάτων πατριωτισμό νεκρών τους.

Βοήθησέ μας να πνίξουμε τη βροντή των κανονιών με τα ουρλιαχτά των τραυματιών τους, καθώς θα σφαδάζουν από τον πόνο.

Βοήθησέ μας να ισοπεδώσουμε τα ταπεινά τους σπίτια με θύελλες από φωτιά.

Βοήθησέ μας να γεμίσουμε τις καρδιές των χαροκαμένων γυναικών, οι οποίες δε φταίνε σε τίποτα με μάταια θλίψη.

Βοήθησέ μας να τις πετάξουμε έξω, άστεγες να περιπλανώνται με τα μικρά παιδιά τους, χωρίς φίλους στους ερημότοπους της ρημαγμένης χώρας τους, μέσα σε κουρέλια να πεινούν και να διψούν, με κομματιασμένη την ψυχή τους, τσακισμένες από την οδύνη να Σε εκλιπαρούν να τους δώσεις το καταφύγιο του τάφου και Εσύ να τους αρνείσαι. Για το δικό μας χατίρι οι οποίοι Σε λατρεύουμε, Κύριε, γκρέμισε τις ελπίδες τους, γνωρίζανε τη ζωή τους, παράτεινε την πικρή τους πορεία, κάνε να βαρύνουν τα βήματά τους, πότισε το δρόμο τους με δάκρυα, βάψε το λευκό χιόνι με το αίμα από τα πληγωμένα ποδιά τους!

Το ζητάμε από Εσένα, με το πνεύμα της αγάπης, απ’ Αυτόν που είναι η Πηγή της Αγάπης, και ο Οποίος είναι το αιώνια πιστό καταφύγιο και ο φίλος όλων όσων είναι οικτρά βασανισμένοι και αποζητούν τη βοήθεια Του με ταπεινές και συντετριμμένες καρδιές. Αμήν.»

[Μετά από παύση] Εσείς προσευχηθήκατε να γίνει τούτο. Εάν ακόμη το επιθυμείτε, πέστε το! Ο αγγελιαφόρος του Ύψιστου αναμένει.»

Όλοι ήταν σίγουροι ότι ο άνθρωπος αυτός ήταν τρελός, γιατί δεν υπήρχε νόημα σε αυτά που είπε.

–––––––––––––––––––––––

«Η προσευχή του πολέμου» μικρή ιστορία ή πεζό ποίημα του Μαρκ Τουέην, αποτελεί καυστικό κατηγορητήριο κατά του πολέμου, και ιδιαίτερα κατά του τυφλού πατριωτικού και θρησκευτικού ζήλου ως κίνητρα για τον πόλεμο. Το κείμενο έμεινε αδημοσίευτο από τον Μαρκ Τουέην ως τον θάνατό του, τον Απρίλιο του 1910. Δημοσιεύθηκε τελικά στην ανθολογία του 1923 Europe and Elsewhere. Το παρόν αντλήθηκε και μεταφράστηκε από το βιβλίο Peace, Love and Liberty του Tom Palmer, κεφ. 12, σελ. 132-135.

Ο Σάμιουελ Λάνγκχορν Κλέμενς, καλύτερα γνωστός με το ψευδώνυμο ως Μαρκ Τουέην, υπήρξε ένας από τους σπουδαιότερους Αμερικανούς συγγραφείς. Ανάμεσα στα πιο σημαντικά έργα του ξεχωρίζουν Οι περιπέτειες του Τομ Σώγιερ και Οι περιπέτειες του Χάκλμπερυ Φιν.