ΝΠ | Αφηγήματα

Χρήστος Βακαλόπουλος, Παραμύθι

*

Παλιά υπήρχαν τρία μέρη στον κόσμο· η Kυψέλη, η Eλλάδα και ο πλανήτης Γη. Tώρα βγαίνουν και λένε ότι ο κόσμος είναι ένας, όμως λένε ψέματα κι αυτό φαίνεται στα μάτια τους. Aυτοί τα έχουν μπερδέψει ενώ υπήρχαν τρία μέρη και το σπουδαιότερο πράγμα στον κόσμο ήταν να είσαι η ωραιότερη στην Kυψέλη όπως συνέβαινε με την Έρση. Aν ήσουνα η ωραιότερη στην Eλλάδα, κινδύνευες να σε κάνουν μις Yφήλιο και να σε παντρέψουν μ’ ένα χοντρό με πολλά λεφτά από τον πλανήτη Γη. Ήταν πιο δύσκολο να είσαι η ωραιότερη στην Kυψέλη γιατί εκεί σε έβλεπαν κάθε μέρα στο δρόμο, δεν σε ψήφιζαν βαμμένη, με μουσική από πίσω, ούτε σε γνώριζαν από τα περιοδικά, σε είχαν αγαπήσει χωρίς φωτογένεια. Σε έβλεπαν γελαστή, βιαστική, τσακωμένη με τη μάνα σου, ιδρωμένη, σκονισμένη. Ήταν πολύ πιο δύσκολο να είσαι η ωραιότερη στην Kυψέλη γιατί υπήρχε μια μόνιμη επιτροπή που ψήφιζε όλο το χρόνο εκτός από το βράδυ της Aνάστασης που κάτι τους έπιανε και τις έβγαζαν όλες πρώτες, κάτι πάθαινε η επιτροπή και ενθουσιαζόταν με αποτέλεσμα να νομίζουν όλοι ότι έχουν φωτογένεια και μάλιστα να αισθάνονται ότι εκπέμπουν λάμψεις. Έτσι, το βράδυ της Aνάστασης η Έρση ήταν λίγο στενοχωρημένη, αλλά μετά της περνούσε γιατί είχε μαγειρίτσα και δεν σκεφτόταν πια την επιτροπή που ξεχνούσε να κάνει τη δουλειά της καθώς τις φίλαγε όλες σταυρωτά μέσα στα πυροτεχνήματα.

Ήταν πάρα πολύ δύσκολο να είσαι κάτι στην Kυψέλη κι έτσι πολλοί ήθελαν να γίνουν κάτι στην Eλλάδα που φαίνεται ότι ήταν πιο εύκολο ενώ μερικοί κατάλαβαν το κόλπο κι άρχισαν να λένε ότι αυτοί δεν αξίζουν για την Eλλάδα, αξίζουν μόνο για τον πλανήτη Γη. O πλανήτης Γη έκανε προπαγάνδα στην Eλλάδα, της έβαζε συνεχώς την ιδέα ότι αυτός είναι το καλύτερο μέρος στον κόσμο και με τη σειρά της η Eλλάδα πίεζε την Kυψέλη να της αναγνωρίσει τα πρωτεία. Όμως η Kυψέλη δεν είχε κανέναν να πιέσει κι έτσι, μια φορά κι έναν καιρό, η Kυψέλη υποχρέωνε τον εαυτό της να είναι το καλύτερο μέρος στον κόσμο και η Έρση ήταν υποχρεωμένη να είναι η ωραιότερη χωρίς να χρησιμοποιεί τη φωτογένεια. Aργότερα όμως που όλοι οι άνθρωποι έγιναν φωτογραφίες και ο πλανήτης Γη πήρε την ονομασία τηλεόραση η Kυψέλη εξαφανίσθηκε από προσώπου γης και η Έρση πήγε να μείνει στα βόρεια προάστια και το καλοκαίρι αγόρασαν σπίτι με τον άντρα της τον δημοσιογράφο στη Σαντορίνη και μαύριζαν. (περισσότερα…)

Advertisement

Με ένα βιολί και ένα ακκορντεόν

*

Ξαφνικά ακούω μουσική απ’ έξω, μια παράξενη μουσική λυπητερή. Ανοίγω το τζάμι. Βλέπω έναν ακκορντεονίστα καθισμένο σ’ ένα σκαμνάκι, δίπλα του μια κυρία όρθια παίζει βιολί. Μια παράξενη μουσική λυπητερή που γίνεται ακόμα πιο λυπητερή μόλις συνειδητοποιείς το γιατί.

—Είναι κηδεία; ρωτάει ο άντρας μου απορημένος.

—Κατά κάποιο τρόπο, απαντάω.

—Μα κηδεία εδώ στη μέση του δρόμου, έξω απ’ το εμπορικό κέντρο;

Μερικοί φοράνε μαύρα και κρατάνε άσπρα τριαντάφυλλα. Είναι η οικογένεια του εκλιπόντος.

Ο άνθρωπος που σκύβει στο πεζοδρόμιο και κάτι κάνει προσηλωμένος, μου έχει δώσει την εξήγηση του τι συμβαίνει. Φοράει ένα πλατύγυρο καπέλο, έχει μακριά γενειάδα, προφανώς είναι ο ραββίνος της περιοχής. Εναποθέτει ένα ακόμα πλακάκι για κάποιον που έμενε κάποτε εδώ, πριν γίνει το εμπορικό κέντρο. Για κάποιον ή κάποια που πάρθηκε μετά βίας απ’ το σπίτι όπου ζούσε για να μεταφερθεί σε στρατόπεδο συγκεντρώσεως και να πεθάνει εκεί μέσα στον τρόμο και την αθλιότητα. Οι απόγονοι αγκαλιάζονται, φιλιούνται και κλαίνε. Στη συνέχεια αφήνουν τα τριαντάφυλλα στο μικρό μεταλλικό πλακάκι που γράφει το όνομα του συγγενούς τους, την χρονολογία γεννήσεως και θανάτου, τον τόπο του θανάτου. Τα περισσότερα πλακάκια που έχω δει γράφουν Άουσβιτς ή Τρεμπλίνκα. Πολύ σπάνια, κοιτάζοντας κάτω στα πεζοδρόμια, ανακουφίζομαι διαβάζοντας πως κάποιος δραπέτευσε ή κατάφερε με κάποιο τρόπο να επιβιώσει.

Έχω μόλις παρευρεθεί σε μια παράξενη τελετή έξω απ’ το παράθυρό μου και είμαι πολύ συγκινημένη. Αργότερα, όταν θα βγω για να πάω στο εμπορικό κέντρο να ψωνίσω, θα δω από κοντά και θα διαβάσω τα στοιχεία του ανθρώπου που αξιώθηκε επιτέλους μετά από τόσα χρόνια μια κανονική κηδεία μετά μουσικής.

ΛΗΤΩ ΣΕΪΖΑΝΗ

Το πλακάκι της φωτογραφίας δεν αντιστοιχεί στην οικογένεια της πιο πάνω ιστορίας, αλλά βρίσκεται τοποθετημένο σε άλλο σημείο της πόλης.

*

 

 

Ένας έρωτας γεννιέται

*

της ΑΓΓΕΛΙΚΗΣ ΚΑΡΑΘΑΝΑΣΗ

Αθήνα χειμώνας του 1855. Στο σημερινό όγδοο απόσπασμα, από τα τελευταία κεφάλαια του πρώτου μέρους του βιβλίου μου Η Ελισάβετ της Κρήτης, παρακολουθούμε τα επακόλουθα μιας συνάντησής της με τον νεαρό ζωγράφο Πέτρο Μωραΐτη, τον κύριο συνεργάτη της στη σύνθεση του καλλιτεχνικού λευκώματός της Κλασική Ανθοδέσμη, με την οποία θα συμμετέχει στην Παγκόσμια Έκθεση των Παρισίων.

~.~

Άνοιξε γρήγορα την πόρτα του δωματίου και μπαίνοντας γύρισε αμέσως το κλειδί δυο φορές κι έπεσε στο κρεβάτι.

«Απόψε δεν ήθελα να με ενοχλήσει κανείς, είπε δυνατά, βέβαιη πως δεν την άκουγε κανείς· προτιμώ να μείνω μόνη, να βάλω σε τάξη όσα με έχουν αναστατώσει κι έγιναν η αιτία να απαντήσω προηγουμένως ψυχρά κι απότομα στη «μητέρα» που με ρώτησε: “Πώς πήγε λοιπόν σήμερα η συνεργασία σας με τον Πέτρο, Ελισάβετ; αργήσατε κάπως, μάλλον θα τελειώνετε με την Κλασική Ἀνθοδέσμη σου, γι’ αυτό υποθέτω…”.

»Δεν καταλάβαινα αν τα λόγια της δήλωναν βεβαιότητα, ερώτηση ή έλεγχο και της είπα τυπικά “ο κύριος Μωραΐτης θα ξαναέλθει”. Κι όταν εκείνη με γλυκιά φωνή με κάλεσε στην τραπεζαρία για το δείπνο, εγώ αρνήθηκα, προφασιζόμενη κούραση και χώθηκα εδώ μέσα, χωρίς να την κοιτάξω».

Ένας μικρός θόρυβος που άκουσε απέξω τη φόβισε μήπως υπάρχει κανείς ωτακουστής και αυτόματα άρχισε να μονομιλεί χαμηλόφωνα.

«Ναι, κουρασμένη είμαι, διανοητικά, αλλά νιώθω ανάλαφρη ψυχικά και κυριευμένη από μια πρωτόγνωρη συναισθηματική ευφορία· την πηγή της ήθελα να αναπολήσω· εκείνη τη μαγική στιγμή που έζησα στη Βιβλιοθήκη του αιδεσιμότατου θέλω με τη φαντασία μου να τη ζήσω ξανά και ξανά.

»Δεν θα ανάψω τη λάμπα κι ας βυθίστηκε το δωμάτιο στο σκοτάδι, καλύτερα σκοτεινά, το εξωτερικό φως μού είναι αχρείαστο· από μέσα μου ξεπετάγεται ένα άλλο φως, πιο δυνατό, που φωτίζει ολοκάθαρα το μέλλον μου, ένα μέλλον που θα με λυτρώσει από τη μοναξιά».

Έβαλε το αριστερό χέρι κάτω από το κεφάλι της και  αυτόματα με το δεξί κάλυψε τα μάτια της· το σώμα της ακινητοποιήθηκε, αλλά η καρδιά της άρχισε να κτυπά δυνατά και γρήγορα ακολουθώντας τον ταχύ ρυθμό του νου που επαναλάμβανε διαρκώς την τολμηρή σκηνή στη Βιβλιοθήκη κι ένιωσε πάλι τα ανάμεικτα συναισθήματα που της είχε γεννήσει: έκπληξη και ηδονή, αγωνία και φόβο μην προδοθεί η πιο χυμώδης στιγμή της ζωής της, που ενώ επιθυμούσε να παραταθεί, επιβλήθηκε η λογική της και τη διέκοψε απότομα· ακόμη απορεί πώς κατάφερε την κρίσιμη στιγμή να συνέλθει και να φρενάρει την ασυγκράτητη φυσική ορμή τους και να του πει: “πρέπει να είμαστε προσεχτικοί, τουλάχιστον σε τούτον τον χώρο· κάποιο απροειδοποίητο άνοιγμα της πόρτας μπορεί να μας χωρίσει για πάντα”. (περισσότερα…)

Ελένη Χαϊμάνη, Το υποκείμενο

*

της ΕΛΕΝΗΣ ΧΑΪΜΑΝΗ

Το υποκείμενο που δημιουργείται εδώ διαφέρει κατάφορα από μια ιστορική στιγμή της καθημερινότητας. Είναι φτιαγμένο μονάχα από ασχημάτιστες εικόνες που το περιγράφουν ή από  τις προτάσεις που ο συγγραφέας  θα του έθεσε στα χείλη. Δεν έχει παρελθόν, κανένα μέλλον και φορές-φορές ούτε και καμιά εξέλιξη πέρα από τη ζωή του στο χαρτί. Είναι ένα απομονωμένο μετέωρο που περνά τον ορίζοντά σας χωρίς να κατορθώνει να σχηματίσει τη δική του οικογένεια ή αν τη σχηματίσει να μην μπορέσει ποτέ να τη χαρεί. (περισσότερα…)

Τύμπανα

*

της ΔΗΜΗΤΡΑΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

Τα τύμπανα χτυπούσαν από τα χαράματα. Το παρελθόν ήταν βιωμένο, το μέλλον προδιαγεγραμμένο και η αιωνιότητα ήταν τώρα.

Εδώ τα δάκρυα των καιρών, τα δάκρυα των πραγμάτων.

Κι όσοι καταλάβαιναν, όσοι πασκίζαν να μας ξυπνήσουν, άλλος εδώ, άλλος εκεί. Άλλοι πνίγονταν μέσα στο νερό, για να γλιτώσουν. Κι όσοι είχαν πέσει δεν ξανασηκώνονταν.

Ένα αστραφτερό λαμπύρισμα από δόρατα, ακόντια, ξίφη, αισθανόσουν τον θάνατο να αντανακλάται στο γυαλιστερό καθρέφτισμα των σπαθιών, ανάμεσα στις οιμωγές των γερόντων και τις κατάρες των γυναικών — το ανεύθυνο της ζωής και της μοίρας. Ένας που κράταε μιανού παιδιού τους κύβους, έναν πετώντας στον αέρα κι άλλον να τον τσαλαπατά μ’ αόριστους αλαλαγμούς ευχαρίστησης, λες και γύρευε να του βγάλει κι αυτουνού την ψυχή.

Ήξερε πως οι άνθρωποι, λίγο από ανεπάρκεια, ίσως κι από ένα καλά χωνιασμένο ένστικτο αυτοσυντήρησης, αρπάζουν ο ένας τον άλλο απ’ όπου βρουν, όπως τα θηρία. Άλλοτε πάλι, μια ανέμελη νεότητα στα πρόσωπά τους, στο ιλαρό τους βασίλειο, ανίδεοι και χορτάτοι μπροστά στην αμείλικτη εμπειρία μας, με φανατική φορά προς το αφεύγατο φευγιό τους. Τόσες ανέξοδες, σπαταλημένες ζωές γύρω της, δίχως ν’ αφήνουν ίχνη.

Αόρατα χέρια εγείρουν τα κάστρα που μέλλει να παίξουμε μέσα τον ρόλο μας, χωρίς να μας ρωτήσουν. Κάποιος έχει ήδη στήσει για σένα τα σκηνικά, ακόμα κι αν έχεις γεννηθεί έτοιμος για μια μεγάλη ανθρώπινη μοίρα. Αλλά, φανταζόταν, δεν γίνεται όλα να χαθούν, κάπου θα υπάρχει ένα πέρασμα, κάπου θα υπάρχει ένας δρόμος που, αν τον ανέβαινε κανείς με θάρρος, θα τον έβγαζε σε τόπους που οι πιο κρυφές επιθυμίες του αποζητούσαν, κάπου οι πατρίδες και τα βουνά πρέπει να ζουν αιώνια, πέρα από τη λήθη, κάπου θα υπάρχει μια περιοχή ανεκμετάλλευτη, άβατη, άπλαστη, άμωμη, γεμάτη φθόγγους και ρυθμούς, κάπου το ανθρώπινο πνεύμα ανθεί, κάπου το ανθρώπινο πρόσωπο θα πρέπει να ζει αδιαίρετο.

Εκείνη τη στιγμή οι ουρανοί θα μπορούσαν να ανοίξουν γύρω της μεμιάς κι όλοι της οι μυστικοί άγγελοι να της προσφέρουν, με μια βαθιά υπόκλιση, ένα μακρύ δαφνόκλαδο, ένα βιολί και μια κορόνα. Ετούτα την έβρισκαν όμως αδιάφορη, όπως και ότι την πράξη της ίσως κανείς ποτέ να μην τη μάθει, μπροστά στον κόσμο της που έγερνε στον αφανισμό. (περισσότερα…)

Έλλη Αλεξίου, Μετά τις γιορτές

*

Άμα ανοίξανε τα σκολεία, καταφτάξανε τα παιδιά σαν αφηνιασμένα αλόγατα. Tο μήνυμα της Πρωτοχρονιάς είχε φτάσει και στα δικά τους χαμόσπιτα· σαν να κάνανε όλες τις ημέρες, που ’χαμε διακόψει, ένεση τρέλας, κι έτσι παραλοΐσμένα και εξαγριωμένα τα υποδεχτήκαμε.

Όλα τα παιδιά κουβαλούσαν στο σκολειό κι από κατιτίς, όχι μεγάλα πράματα, όχι κουρντιστούς σκίουρους ή σιδερόδρομους με πέντε βαγόνια, όχι κείνες τις πελώριες κούκλες που κουνιούνται στις κουνιστές πολυθρόνες, ούτε βελουδένια επιπλάκια. Tο ένα κρατούσε μια φούσκα, τ’ άλλο ένα τοπάκι, τ’ άλλο μια πέτρινη κουκλίτσα γυμνή με τα χεράκια της κολλητά σα μούμια. Kαι λεφτά! O κόσμος γεμάτος. Όλες οι φουχτίτσες σφιγγόντανε ξέχειλες από πενταροδεκάρες. Mα αυτές οι περιουσίες είχανε αποκτηθεί με κάποιαν ιστορία, που τα μικρά περίμεναν ανυπόμονα το άνοιγμα των σκολειών για να μου τη διηγηθούν, και λοιπόν δυο μέρες στη σειρά δεν καταφέραμε να κάνουμε μάθημα της προκοπής. Θέλανε αυτές να μιλούνε, όχι εγώ.

«…Eμένα μου ’δωκε η μάνα μου τούτες τις δυο δεκάρες, τούτες τις τρεις πεντάρες ο πατέρας μου, κι η θεια μου η Kατίγκω μου ’δωκε κείνη τη ζουλισμένη πεντάρα, ο Aντρέας μ’ αγόρασε το τόπι. Tη φούσκα τη πήρα με τα λεφτά που βγάλαμε από τα κάλαντα…»

«…Eμένα μου ’δωκε ο πατέρας μου μια φούσκα, μα όχι στρογγυλή σαν της Aρετής… μα από τις άλλες τις μακριές, κι εγώ την έκοψα και την έκανα κομματάκια και τήνε χτύπησα πλακαντζήκια στο κούτελό μου, για δες εφούσκιασε το κούτελό μου, και τα λεφτά μας τα φάγαμε με τον Aντώνη στα καμίχια…»

«Eγώ έχω μόνο το τόπι μου. Tα λεφτά μου μού τα πήρε η μάνα μου· και τη ροκάνα που κέρδισα στο λότο, την κάμαμε αλλαξιά με τη Pοδώ, και μου ’δωκε τούτο το δαχτυληθράκι με την κόκκινη πέτρα…»

Iστορίες, ιστορίες, υποθέσεις, τα παιδιά είχανε σωρό ζωτικά νιτερέσα, που τα είχανε ζαλίσει. Δεν ήτανε εύκολο να τα ξεκολλήσω έτσι με το πρώτο, και να τα φέρω στο σοβαρό κόσμο του βιβλίου: «ο καλός υιός ας διώκει τας μυίας από τον πατέρα…»

Oι μουζικές κι οι φυσαρμόνικες σκεπάζανε στα διαλείμματα τις σκληριές και τα γέλια των παιδιών, τις πρώτες ημέρες μετά τις γιορτάδες. Ύστερα λίγο από λίγο αραιώνανε οι καινούργιοι ήχοι, βουβαινόντανε μια μια οι μουζικές, βραχνιάζανε οι σφυρίχτρες ώς να σωπάσουν ολότελα, κι οι φυσαρμόνικες χάνανε τις νότες τους, κι απόμεναν ένα τοσοδά σανιδάκι με κάτι τρυπίτσες στη σειρά, σα μικροσκοπικοί περιστεριώνες.

Mε το κλείσιμο της βδομάδας, κανένας πια ήχος δε θύμιζε το πέρασμα της Πρωτοχρονιάς. Kάπου κάπου εμφανίζουνταν, απομεινάρι του κόσμου των παιχνιδιών, που σαρώθηκε, κάποιο ζουλισμένο τόπι. Δεν άντεχε για παιχνίδια περιωπής που απαιτούνε να γίνεται γκελ· έμπαινε σα σκάρτος στρατιώτης σε βοηθητικές υπηρεσίες.

Tο χρησιμοποιούσαν τα παιδιά για να παίζουνε: «ανέβα μήλο, κατέβα ρόδο…» μα και σ’ αυτό τον υποβιβασμό δεν άντεχε πολύν καιρό. Eρχότανε η στιγμή που το τόπι γινότανε μια ζούλα, άχρηστο. Tότε πάλι τα παιδιά κατάφευγαν στο κουβάρι της γιαγιάς, στα ξηλώματα, που στο σκολειό το δικό μας βρισκότανε σε μεγάλη υπόληψη. Eίχε παραπεταχτεί τις μέρες της Πρωτοχρονιάς· μα τώρα πάλι, στην έλλειψη, κοιτάζανε τα μικρά, ψάχνανε δεξά ζερβά, ανακαλύφτανε το κουβάρι τα ξηλώματα, και το ξαναβγάζανε στο φως. Tο κουβάρι αντικαθιστούσε όλο τον καιρό το τόπι και για τους πιο δύσκολους ρόλους.

ΕΛΛΗ ΑΛΕΞΙΟΥ
( Ηράκλειο, 1894 – Αθήνα, 1988 )

Πηγή: Σπουδαστήριο Νέου Ελληνισμού
(από το βιβλίο: Aνθολόγιο για τα παιδιά του Δημοτικού, μέρος πρώτο, Oργανισμός Eκδόσεως Διδακτικών Bιβλίων, 1975)

*

*

*

Να τηρείς τις παραδόσεις! (διήγημα)

*

της ΑΝΤΩΝΙΑΣ ΓΟΥΝΑΡΟΠΟΥΛΟΥ

«Τι θυμάσαι απ’ τα Χριστούγεννα;» τη ρώτησα και πάτησα το record στο κινητό μου. «Ε τι, Χριστούγεννα ήταν, τα γιορτάζαμε». Έγειρε όλο το σώμα της μπροστά κι έπιασε να ισιώνει με το πάσο της την ποδιά της. «Εσύ, δηλαδή» μου είπε γυρνώντας ελαφρά το κεφάλι «πώς τα γιορτάζεις;» Το ήξερε πως εγώ δεν γιόρταζα τίποτα, επίτηδες το έκανε. «Έλα, ρε γιαγιά» διαμαρτυρήθηκα. «Εσύ θα μου πάρεις συνέντευξη ή εγώ;» Με κοίταξε στα πεταχτά, ικανοποιημένη. Αν ήθελα τη «συνέντευξη» έπρεπε να παίξω το παιχνίδι – και να κερδίσω. Γιατί, τι; Όποτε θυμάται η εγγονή μας ότι υπάρχουμε έρχεται να μας κάνει δυο ερωτήσεις και να φύγει; Σαν να διάβαζα το «Τώρα θα δεις» και «Θα σου πω εγώ» μες στο μυαλό της, σαν να τα ’βλεπα, να τα, σάλευαν στα σκασμένα χείλη που ’χε αρχίσει να πασπατεύει με την κυρτή της παλάμη, θέλοντας να κρύψει το χαμογελάκι της – σχεδόν διαβολικό. «Κοίτα, γιαγιά» ξαναπροσπάθησα. «Μπορείς να μου πεις πώς γιορτάζατε τα Χριστούγεννα όταν ήσουν μικρή, στο σπίτι στα Ταμπούρια;» Ίσιωσε τον κορμό της. Θα μου μιλήσει, σκέφτηκα. Μπα. Κοίταξε προς το πατάρι, ψηλά κι αριστερά της. «Μόλις κατέβει αυτή από πάνω, να της πεις να βάλετε τη σκάλα και να βγάλετε απ’ το πατάρι δυο μεγάλους αγιοβασίληδες που έχει, κουνιστούς, με μπαταρίες, και να βγάλετε και τα λαμπιόνια, καινούρια είναι, να τα δώσεις στις μικρές. Κι εσύ να πάρεις ένα πλαστικό δεντράκι, μικρό, δεν πιάνει τόπο, να το στολίσεις, μέρες που ’ρχονται. Πρέπει ν’ αρχίσεις να τηρείς τις παραδόσεις. Τις παραδόσεις» τόνισε γέρνοντας προς το μέρος μου και κουνώντας το δάχτυλό της. Έτσι μου ’ρθε να της το δαγκώσω. «Ρε γιαγιά!» ύψωσα τη φωνή μου. «Τα παιδιά δεν τα θέλουν αυτά τα πράγματα, έχουν μεγαλώσει. Και τι μου λες τώρα με τις κινέζικες πλαστικούρες, πηγαίντε τα όλ’ αυτά στην ανακύκλωση, επιτέλους. Κι εγώ δε στολίζω, αφού το ξέρεις!» Κουνούσε το κεφάλι της. Δεν το ’χα πάει καλά. Θα την έχανα την παρτίδα. «Αλήθεια» είπα σε μια ξαφνική έμπνευση «εσείς είχατε τέτοια τη δεκαετία του τριάντα; Έβαζε πλαστικούς αγιοβασίληδες η Αννιώ;»

Αυτό ήταν. Αμέσως τσίμπησε το υπέργηρο διαβολάκι.

«Όχι δα!» είπε υψώνοντας περήφανα τη φωνή της. Ύψωσα κι εγώ τα φρύδια και τράβηξα την πετονιά:

«Μμμ… Δεν είχατε λεφτά για τέτοια, ε; Δε στολίζατε;»

Με κοίταξε θιγμένη: «Τι λες εκεί! Άκου τι λέει! Φυσικά και στολίζαμε, πώς, δε στολίζαμε εμείς; Είχε η μαμά μου μια ωραία γυάλινη φρουτιέρα, μ’ ένα πόδι χαμηλό, πού να την έχω τώρα, άμα τη βρω θα σου τη δώσω, τη γέμιζε πορτοκάλια, ωραία στρόγγυλα πορτοκάλια, και την έβαζε στο κέντρο του τραπεζιού, της τραπεζαρίας, αυτής ντε, που είναι μέσα. Παντού έβγαζε φρουτιέρες, στο σερβάν πάνω, στο κομό, γεμάτες με πορτοκάλια και ρόδια και καρύδια και κάστανα. Κι έφτιαχνε τηγανίτες. Σηκωνότανε πρωί πρωί, πριν από μας, έβαζε ένα καζάνι με λάδι να βράζει, κι έπαιρνε το ζυμάρι, να, σα την παλάμη μου, το ’ριχνε μέσα, το τράβαγε και τις έβαζε μετά στην πιατέλα. Έριχνε από πάνω το μέλι, κι άμα ξυπνούσαμε εμείς ήταν έτοιμες, τα βρίσκαμε όλα έτοιμα». (περισσότερα…)

Κώστας Βάρναλης, Τα Χριστούγεννα του Παπαδιαμάντη

*

Από τον ιστότοπο του Νίκου Σαραντάκου. Αντιγράφουμε από εκεί το σημείωμα του επιμελητή: «Ο Βάρναλης έχει γράψει κι άλλα διηγήματα εις ύφος Παπαδιαμάντη, αλλά τούτο εδώ έχει το μοναδικό γνώρισμα ότι παρουσιάζει ως ήρωα και τον ίδιο τον κυρ Αλέξανδρο. Εκτός αυτού, ο προσεκτικός αναγνώστης θα δει μέσα στο κείμενο ξεσηκωμένες αυτούσιες φράσεις από διηγήματα του Παπαδιαμάντη και θα ευφρανθεί με λέξεις παπαδιαμαντικές. Πήρα το κείμενο από την έκδοση του Κέδρου Πεζός Λόγος. Αγνοώ αν το Καλοκαιρής (το παπαδιαμαντικώς σωστό είναι Καλοσκαιρής) είναι λάθος του τυπογράφου ή αβλεψία τού Βάρναλη.» Με αυτό το ξεχωριστό αφήγημα, το ΝΠ εύχεται στους αναγνώστες και τις αναγνώστριές του Καλά Χριστούγεννα.

~ . ~

ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΤΟΥ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ

Ο ουρανός έβρεχε διαρκώς λεπτόν νερόχιονον, ο γραίος αδιάκοπος εφύσα και ήτο ψύχος και χειμών τας παραμονάς των Χριστουγέννων του έτους…

Ο κυρ Αλέξανδρος είχε νηστεύσει ανελλιπώς ολόκληρον το Σαρανταήμερον και είχεν εξομολογηθεί τα κρίματά του (Παπά-Δημήτρη το χέρι σου φιλώ!). Και αφού εγκαίρως παρέδωσε το χριστουγεννιάτικον διήγημά του εις την «Ακρόπολιν» και διέθεσεν ολόκληρον την γλίσχρον αντιμισθίαν του προς πληρωμήν του ενοικίου και των ολίγων χρεών του, γέρων ήδη κεκμηκώς υπό των ετών και της νηστείας, αποφεύγων πάντοτε την πολυάσχολον τύρβην, αλλά φιλακόλουθος πιστός, έψαλεν, ως συνήθως, με την βραχνήν και σπασμένην φωνήν του, πλήρη όμως ενθέου πάθους, ως αριστερός ψάλτης, εις το παρεκκλήσιον του Αγίου Ελισσαίου τας Μεγάλας Ώρας, σχεδόν από στήθους, και ότε επανήλθεν εις το πτωχικόν του δωμάτιον, δεν είχεν ακόμη φέξει!

Ήναψε το κηρίον του και τη βοηθεία του κηρίου (και του Κυρίου!) έβγαλε το υπόδημά του το αριστερόν, διότι τον ηνώχλει ο κάλος, και ημίκλιντος επί της πενιχράς στρωμνής του, πολλά ρεμβάζων και ουδέν σκεπτόμενος, ήκουε τας ορυγάς του κραταιού ανέμου και τους κρότους της βροχής και έβλεπε νοερώς τον πορφυρούν πόντον να ρήγνυται εις τους σκληρούς αιχμηρούς βράχους του νεφελοσκεπούς και χιονοστεφάνου Άθω.

Εκρύωνεν. Αλλά το καφενείον του κυρ Γιάννη του Αγκιστριώτη ήτο κλειστόν. Αλλά και οβολόν δεν είχε να παραγγείλει:

– Πάτερ Αβραάμ, πέμψον Λάζαρον! (ένα ποτηράκι ρακή ή ρώμι).

Εκείνην την χρονιάν τα Χριστούγεννα έπεσαν Παρασκευήν. Τόσον το καλύτερον. Θα νηστεύσει και πάλιν, ως το είχε τάμα να νηστεύει δια βίου κάθε Παρασκευήν δια να εξαγνισθεί ο αμαρτωλός δούλος του Θεού από το μέγα κρίμα της νεότητός του, που είδε τυχαίως από την κλειδαρότρυπαν την νεαράν του εξαδέλφην να γδύνεται. (περισσότερα…)

Το δημογραφικό τίς ἡλιόλουστες μέρες

*

τῆς ΝΑΤΑΣΑΣ ΚΕΣΜΕΤΗ

Τά καλοκαίρια, πρίν τό δύο χιλιάδες, τά κουτσοκαταφέρνανε. Ξέπεφταν καί τίποτα τουρίστες, τούς ἔκαναν χάζι. Κυρίως ὅμως ἔρχονταν προσκυνητές γιά τό σκαλισμένο ναῒδριο βαθιά μέσα στό βράχο. Μιά δυό σχετικά νέες τούς πουλοῦσαν ρίγανη σέ ματσάκια, φασκόμηλο πού ἀφθονοῦσε στίς πλαγιές ὁλόγυρα καί πρός τό φθινόπωρο ξερά κρεμμύδια. Ἀλλά τό χειμώνα ἀλλίμονο ἄν ἔπιανε χιόνι. Ἀποκόβονταν τελείως καί ἕνας Θεός ξέρει πῶς ἐπιζούσανε. «Δέν ἔχει πιά ζωή ἐδῶ πάνω, καθόλου ζωή» λέγανε οἱ κυνηγοί πού δέν μπορούσανε νά βροῦνε οὔτε ταβέρνα οὔτε καφενεῖο, τίποτα νά χωθοῦνε μέσα. Ἀλλά οἱ γέροι, πιό πολύ γριές δηλαδή, δέ λέγανε νά τό κουνήσουν, σά νά τόχανε ὁμαδικά ἀποφασισμένο νά πεθάνουν ἐκεῖ. Καί νά πεῖς πώς κάνανε βεγγέρες ἤ νοιάζονταν ἰδιαίτερα ὁ ἕνας τόν ἄλλον; Μπά, οἱ συνηθισμένοι τσακωμοί, διαφωνίες, γρίνες, λόγια, ἀντιπάθειες καί τά παρόμοια ἐπικρατοῦσαν.

Ὅταν ξάνοιγε ὁ καιρός καί, μ’ ὅλο τό κρύο ἐκεῖ πάνω, πρόβαλλε ὁ ἥλιος, προβάλλανε κι αὐτοί στά κατώφλια τους καί κάθονταν στά σκαλιά τους μέ τά πόδια ἁπλωμένα στή λιακάδα. Πιό πολύ μέ σκούρους λεκέδες μοιάζανε παρά μέ ἀνθρώπους: ἐκεῖνες τίς κηλίδες πού γεμίζουν τά μάτια, ἄν προσηλωθοῦνε ὥρα στό ὁλόλαμπρο φῶς. Οἱ περισσότεροι ὡστόσο ὅλο καί κάποιον εἴχανε νά τούς τηλεφωνήσει, κάποιο παιδί ἤ ἀνήψι, ἐγγόνι ἤ δισέγγονο νά δώσει σημάδι ζωῆς. Τό περιμένανε ἀλλά ὄχι μέ καμιά ἰδιαίτερη λαχτάρα, γιατί στό βάθος φοβόντουσαν τά δυνατά χτυποκάρδια πού φέρνει τόσο ἡ χαρά ὅσο καί τά βάσανα, καί γιατί γνώριζαν πώς καί οἱ πιό ὄμορφες λαχτάρες περνοῦν, κι αὐτοί μένουν πάλι μόνοι καί ξεχασμένοι. Προτιμοῦσαν τήν ὁμοιομορφία τῶν ἡμερῶν, τήν παραίτησή τους, εἶχαν ἐξοικειωθεῖ μέ τούς πόνους τους πού κανείς δέν εἶχε διάθεση νά μοιραστεῖ. Ἡ μοναξιά γι αὐτούς δέν ἦταν θηρίο ἤ τέρας, μονάχα ἀπροσμέτρητα βαθιά ἀποδοχή. Ὅποιος ἔδειχνε σημάδια ἀνυπομονησίας, φόβου ἤ διαμαρτυρίας μᾶλλον εἶχε ἔρθει ἡ ὥρα του νά φύγει γιά κανένα «ἵδρυμα» ὅπου πολύ γρήγορα θά πέθαινε.

Δυό πράγματα ὡστόσο τούς ἔδιναν μιά ἀνακούφιση πού ἔμοιαζε σχεδόν μέ χαρά. Τό ἕνα ἦταν ἡ ἑβδομαδιαία ἄφιξη τοῦ γιατροῦ πού παρέμενε ἐκεῖ πάνω γι αὐτούς τυλιγμένος στόν ἱερατικό μανδύα παλιῶν ἔνδοξων καιρῶν τῆς Ἱατρικῆς. Τό ἄλλο, τό σπάνιο Κυριακάτικο χτύπημα τῆς καμπάνας, σημάδι πώς θά γινόταν μετά ἀπό μῆνες λειτουργία, ἰδίως ἄν μαζί μέ τόν παπά ἐρχόταν καί μιά γλυκιά χειμωνιάτικη λιακάδα. Τότε θά μποροῦσαν στό σχόλασμα τῆς ἐκκλησίας νά μείνουν μαζεμένοι στό προαύλιο σάν προϊστορικές σαῦρες κάτω ἀπό τόν ἥλιο. Ἀφοῦ ἔλεγαν ὄ,τι εἶχαν νά ποῦν, μένανε σιωπηλοί μέσα στό ζεστό φῶς, ὥσπου κρύωναν τά πόδια καί στήν πλάτη τους ἄρχιζαν νά τρέχουν ρίγη, καί τότε κάποιος ἔκανε τήν ἀρχή νά συρθεῖ νά φύγει. Ἀλλά ὡς ἐκείνη τή στιγμή τά κόκκαλά τους ρούφαγαν τήν ἀνακούφιση τῆς ζεστασιᾶς καί τοῦ φωτός, σάν μιά παραδείσια ὑπόμνηση, ὄχι ἐνός μακρινοῦ παρελθόντος οὔτε μιᾶς μελλοντικῆς ἀφηρημένης ὑπόσχεσης ἀλλά μιᾶς Παρούσας ἁπτῆς ἐλπίδας, πού τό χάδι της ἔφτανε μέχρι τό μεδούλι ὀστῶν ἕτοιμων νά θρυβοῦν… (περισσότερα…)

Ο ονειροπαγίδας

*

του ΗΛΙΑ ΑΛΕΒΙΖΟΥ

Έπρεπε να σηκωθεί για να ξεπιαστούν επιτέλους τα πόδια του και η πλάτη του. Μετά από δυο ώρες αράγματος πάνω στο κρύο τσιμέντο, ανάμεσα σε πετραδάκια, σπασμένα γυαλιά και ξεκοιλιασμένους σκελετούς θρανίων, δεν υπήρχε στάση στην οποία να μπορούσε να κάτσει για πάνω από ένα λεπτό χωρίς να αρχίσει να τον πονάει η πλάτη του.

«Έλα, άργησες, πάμε να τους βρούμε. Κοντά είναι.», του είπε ο Νίκος αμέσως μόλις έφτασε στο σπίτι του, κάπου στο Αιγάλεω. Χωρίς να του πει τον προορισμό.

Για τον Νίκο, που είναι ξερακιανός και κυκλοφορεί όλη μέρα με το ποδήλατο, η απόσταση ανάμεσα στο Αιγάλεω και στα ορεινά της Πετρούπολης χρεώνεται ως κοντινή. Αυτός όμως τα χρειάστηκε στην ανηφόρα. Είχε κλειδώσει τα μάτια του στην πίσω ρόδα του Νίκου και σε κάθε καινούρια περιστροφή της περίμενε να ξαναδεί εκείνο το μπλε σκουπιδάκι που είχε κολλήσει στο λάστιχο. Η περιοδικότητα της εμφάνισης και της εξαφάνισης αυτής της μπλε σημαδούρας από το οπτικό του πεδίο τον είχε πείσει ότι μπορούσε να αντέξει. Το μπλε σκουπιδάκι έγινε σιγά-σιγά ένα μπλε σημαδάκι, μετά μια μπλε κουκκίδα και στο τέλος κάθε γαλαζωπή υποψία χάθηκε τελείως μέσα στο ρευστοποιημένο από την ταχύτητα γκρι της ρόδας που όλο και απομακρυνόταν. Σταμάτησε στην άκρη του δρόμου για να πάρει μερικές ανάσες και να ξεκουράσει τους τετρακέφαλούς του που καίγονταν. Όσο βαθιές κι αν ήταν οι ανάσες του, δεν τις χόρταινε. Κατέβαιναν σαν την τελευταία μπουκιά που καταπίνεις στα γρήγορα το πρωί όταν έχεις ήδη αργήσει για τη δουλειά και τη νιώθεις να κολλάει στο βάθος του λαιμού σου. Τα ρεύματα αέρα που έστελναν πάνω του τα αυτοκίνητα καθώς τον προσπερνούσαν με ταχύτητα τον έκαναν να νιώθει σαν Προμηθέας πάνω στον βράχο. Τα μουγκρητά των μηχανών που περιστρέφονταν γύρω του τού έτρωγαν μπουκιά-μπουκιά τον αέρα μέσα από τα διεσταλμένα πνευμόνια του. Ανέβηκε πάλι στο ποδήλατο και άρχισε να κάνει πεταλιές με μανία. Ο Νίκος είχε σταματήσει και τον περίμενε λίγο παραπάνω. Τον προσπέρασε χωρίς να του πει τίποτα. Έριξε μόνο μια ματιά στην πίσω του ρόδα, αναζητώντας φευγαλέα το μπλε σκουπιδάκι. Δεν το είδε πουθενά. (περισσότερα…)