ΝΠ | Αφηγήματα

Νατάσα Κεσμέτη, Ὁ ἄνεμος τῶν ψυχῶν  

Στόν Donald Mcphail

Ἴσως σέ σύγχρονες ταινίες πολύ εὐαίσθητων σκηνοθετῶν ἀπό το Ἰράν ἤ τήν Τουρκία μπορεῖ κάποιος σημερινός νέος ν’ ἀντιληφθεῖ πῶς εἶναι ἕνα δωμάτιο μέ χωμάτινο δάπεδο. Δέν μπορεῖ ὅμως νά τό μυρίσει· γιατί ἕνα χωμάτινο δωμάτιο σπάνιο νά μήν εἶναι ὑγρό, ὁπότε μιά ἐλαφριά ἤ βαριά μυρωδιά μούχλας – ἀνάλογα τό πῶς ἀερίζεται ὁ χῶρος, σοῦ χτυπάει τά ρουθούνια μέ τό πρῶτο βῆμα πού κάνεις ἀπό τήν εἴσοδο, καί αἰωρεῖται γύρω σου ὥσπου νά τή συνηθίσεις. (περισσότερα…)

Χριστουγεννιάτικες ιστορίες

 

Το Νέο Πλανόδιον σας εύχεται ανέμελες γιορτινές μέρες με τρία χριστουγεννιάτικα διηγήματα. Γράφουν η Νατάσα Ζαχαροπούλου, η Ζωή Κατσιαμπούρα και η Αλεξία Κατσικογιάννη.

 

~.~

 

(περισσότερα…)

Γιώργος Στρατηγάκης, Ο φλοιός

Ο Φλοι­ός Ξε­φλου­δι­σμέ­νος

Τα α­πο­γεύ­μα­τα με­τά το σχο­λεί­ο βγαί­να­με και παί­ζα­με στον δρό­μο. Έ­τσι εί­χα μά­θει. Α­νυ­πο­μο­νού­σα για τα Σάβ­βα­τα και τις Κυ­ρια­κές. Τη­λε­φω­νού­σα στον Πα­να­γι­ώ­τη και τον Λευ­τέ­ρη, και τον Γι­ώρ­γο με τα δύ­ο α­δέλ­φια του και πε­τού­σα α­πό προ­σμο­νή ό­ταν δέχονταν και οι πέν­τε να έρ­θουν, ενώ με­λαγ­χο­λού­σα ό­ταν ό­χι, για­τί ποι­ος ή­ξε­ρε πό­τε θα να ξα­να­βρι­σκό­μα­στε. Ή­μα­σταν συγ­γε­νι­κά πνεύ­μα­τα. Οι γο­νείς μας ή­ταν με­τα­νά­στες, και οι ε­φτά εί­χα­με φτά­σει στη νέ­α χώ­ρα μι­κροί, κά­τω των έν­δε­κα, ό­ταν οι γο­νείς μας, ό­λοι τους σα­ραν­τά­ρη­δες ―σα­ραν­τά­ρη­δες!― ά­φη­σαν πί­σω ζω­ές και πή­γαν ό­που δεν ή­ξε­ραν.

Προ­σπα­θώ να φαν­τα­στώ και να μπω στη θέ­ση τους και δεν το κα­τα­φέρ­νω. Πο­τέ δεν θα πα­ρά­τα­γα σα­ράν­τα χρό­νια ζω­ής για να πά­ω αλ­λού. Τι να κά­νω; Να ξα­ναρ­χί­σω; Γί­νε­ται; Τώ­ρα, βέ­βαι­α, με­γά­λος στην η­λι­κί­α, ξέ­ρω ό­τι μια φο­ρά μό­νο αρ­χί­ζει κα­νείς.

Ή­ταν κα­λύ­τε­ροι – σε τό­σα ι­σχυ­ρό­τε­ροι, σκλη­ρό­τε­ροι. Οι γο­νείς τεί­νουν να εί­ναι έτσι.

Τι κα­λύ­τε­ρο α­πό το να ζεις σε δρό­μο χω­ρίς έ­ξο­δο, με δι­ώ­ρο­φα σπί­τια στις δύ­ο πλευ­ρές, δύ­ο-τρεις οι­κο­γέ­νει­ες στο κα­θέ­να, με παι­διά σε πολ­λά απ’ αυτά, αυ­το­κί­νη­τα α­ραγ­μέ­να στις ά­κρες και δέ­κα-εί­κο­σι παι­διά να παί­ζουν στο δρό­μο κά­θε α­πό­γευ­μα;

Αυ­τό στην α­πέ­ναν­τι γω­νί­α, ή­ταν πο­δή­λα­το; Ή­ταν δυ­να­τόν; Εγ­κα­τα­λειμ­μέ­νο; Το σή­κω­σα και το κα­βά­λη­σα και α­μέ­σως η μπρο­στι­νή δι­χά­λα λύ­γι­σε προς τη μια πλευ­ρά και με δυ­σκο­λί­α κρά­τη­σα το τι­μό­νι ευ­θεί­α. Το σώ­μα μου ξε­φού­σκω­σε με α­πο­γο­ή­τευ­ση σαν συ­νει­δη­το­ποί­η­σα ό­τι αυ­τό το θαυ­μά­σιο πράγ­μα που πο­τέ δεν θα α­πο­κτού­σα ή­ταν λι­γό­τε­ρο α­πό τις υ­πο­σχέ­σεις του και­νούρ­γιου και α­πό αυ­τές που ξύ­πνη­σαν μέ­σα μου.

Α­πο­φά­σι­σα να μην ι­σι­ώ­σω το σκέ­λος για­τί θα έ­σπα­ζε και θα έ­με­να δί­χως τί­πο­τα. Βρή­κα ό­τι με ζό­ρι κα­τά­φερ­να να αν­τι­στα­θώ στην κλί­ση της μπρο­στι­νής ρό­δας που τρα­βού­σε και θα α­νά­τρε­πε τα πάν­τα. Κρα­τού­σα το τι­μό­νι με το έ­να χέ­ρι για­τί με το άλ­λο κρα­τι­ό­μουν στα πα­ρά­θυ­ρα και στις σκε­πές αυ­το­κι­νή­των να μην πέ­σω. Δεν ή­ξε­ρα ι­σορ­ρο­πί­α. Στιγ­μή τη στιγ­μή, δει­λά και αρ­γά, α­μο­λού­σα το χέ­ρι ό­ταν αι­σθα­νό­μουν λί­γη ι­σορ­ρο­πί­α. Πέ­ρα­σα το κα­λο­καί­ρι ε­κεί­νο με τα πό­δια με­λα­νω­μέ­να και τα α­χα­μνά, φο­βό­μουν, κα­τα­στραμ­μέ­να α­φού συ­χνά έ­παιρ­να φό­ρα, έ­χα­να έ­λεγ­χο και έ­πε­φτα σε αυ­το­κί­νη­τα. Πέ­ρα­σε και­ρός να μά­θω τι θα πει φρέ­νο και έ­τσι και αλ­λι­ώς το στα­μά­τη­μα ή­ταν τε­λευ­ταί­α σκέ­ψη. Στρα­πα­τσά­ρι­σα και γρα­τσού­νι­σα αρ­κε­τά αυ­το­κί­νη­τα. Μπε­λά δεν βρή­κα. Πολ­λοί ι­δι­ό­κτη­τες ή­ταν με­τα­κι­νού­με­νοι που έ­παιρ­ναν το τρέ­νο και ε­πέ­στρε­φαν αρ­γά το βράδυ. Οι υ­πό­λοι­ποι, οι ντό­πιοι, σπά­νια να βγουν έ­ξω.

Άλ­λες φο­ρές παί­ζα­με μπέ­ιζ­μπολ. Πο­τέ δεν εί­χα­με πραγ­μα­τι­κό ρό­πα­λο – έ­σπα­ζα πή­χες α­πό τα κιγ­κλι­δώ­μα­τα και τις ξύ­λι­νες σκά­λες που πή­γαι­ναν στον τρί­το ό­ρο­φο και λεί­αι­να γω­νί­ες με σου­γιά και στρογ­γύ­λευ­α και μόρ­φω­να λα­βή.

Ο Πα­να­γι­ώ­της προ­τι­μού­σε φουτ­μπόλ. Με­ρι­κές φο­ρές ό­ταν βρι­σκό­μα­σταν και οι ε­φτά βά­ζα­με τρεις-τέσ­σε­ρις παί­κτες α­νά πλευ­ρά—δεν ε­πέ­τρε­πε άλ­λους το πλά­τος του δρό­μου. Αυ­τός πα­σα­δό­ρος και ε­γώ δρο­μέ­ας.

Έ­τσι βρή­κα την τε­λει­ό­τη­τα που κου­βα­λά­ω α­κό­μα και σή­με­ρα.

Έ­χου­με εκ­φρά­σεις να εν­νο­ού­με ό­τι εί­μα­στε στη ζώ­νη, για φυ­σι­κά χά­η, για γλυ­κά ση­μεί­α και ό­ταν εί­μα­στε α­πό­λυ­τα βέ­βαι­οι για κά­τι πριν συμ­βεί και με­τά συμ­βαί­νει. Εί­ναι μια δι­ά­στα­ση άλ­λης ύ­παρ­ξης, μια στιγ­μή που ί­σως χα­ρί­ζε­τε α­πό τη Μού­σα, και εί­ναι υ­πε­ρά­νω του κό­σμου αυ­τού. Έ­τρε­ξα με ύ­στα­τη τα­χύ­τη­τα, πέ­τα­ξα, ξέ­φυ­γα του φύ­λα­κά μου, έ­τρε­χα κοι­τά­ζον­τας μπρο­στά, σή­κω­σα το χέ­ρι και η μπά­λα μπή­κε στην πα­λά­μη μου. Α­πα­λά και α­πλά βρέ­θη­κε ε­κεί.

Στο κρε­βά­τι του νο­σο­κο­μεί­ου, τα μαύ­ρα μαλ­λιά του Πα­να­γι­ώ­τη ή­ταν ά­γρια και τα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά του ή­ταν τώ­ρα χα­ραγ­μέ­να και λι­πό­σαρ­κα. Μπαι­νο­έ­βγαι­νε στη συ­νεί­δη­ση. Έ­να μή­να πριν, τυ­χαί­α λες και δεν ή­ταν τί­πο­τα, λες και δεν ή­θε­λε να εί­ναι τί­πο­τα, εί­πε εί­χε καρ­κί­νο. Υ­πήρ­χε σχέ­διο, εί­πε. «Σχέ­διο» λες και ό­ταν ε­φαρ­μο­στεί, έ­πε­ται το α­πο­τε­λέ­σμα­τα που σχε­διά­ζεις.

Η α­λή­θεια εί­ναι κα­νείς δεν ξέ­ρει τι ε­πα­κο­λου­θεί. Θα του έ­βγα­ζαν τα δόν­τια. Βόμ­βα αυ­τό. Δεν εί­χε νό­η­μα. Ο κό­σμος κα­τα­στρά­φη­κε και η φτώ­χεια και το Σκο­τά­δι και η Φθο­ρά κρά­τη­σαν α­δι­ά­φο­ρη κυ­ρι­αρ­χί­α πά­νω σε ό­λα.

Ζή­τη­σε μια κό­κα κό­λα και κοί­τα­ξα τη νο­σο­κό­μα, που μου έ­γνε­ψε. «Α­ραι­ώ­στε τη,» μου εί­πε, «θα του εί­ναι σκλη­ρή.»

Ε­πτά πή­ραν το δρό­μο για το νε­κρο­τα­φεί­ο αλ­λά έ­ξι ή­ταν για γυ­ρι­σμό και κα­νείς δεν ξέ­ρει πού πά­ει η α­γά­πη του θε­ού ή αν υ­πάρ­χει.

Αυ­τή η τέ­λεια πά­σα, αυ­τή η χά­ρη, αυ­τό το δώ­ρο, αυ­τή η ε­νό­τη­τα με το σύμ­παν εί­ναι μια λε­πτή φλοί­δα κρεμ­μυ­διού, έ­να α­νέκ­δο­το ε­νός α­πο­γεύ­μα­τος και ε­νός λε­πτού που δεν ση­μαί­νει τί­πο­τα … και ση­μαί­νει το παν.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΤΡΑΤΗΓΑΚΗΣ

Στέφανος Γιονάς, Το Σημειωματάριο με τα χρώματα του Κλέε (3/3)

Τὸ Σημειωματάριο μὲ τὰ χρώματα τοῦ Κλέε

 Α’

(συνέχεια ἀπὸ τὸ μέρος β΄)

Ἡ ἀνορθογραφία μου ἦταν ἡ πρώτη τολμηρὴ λέξη ποὺ γράφτηκε ποτέ. Ἀναστάτωσε τὴ γραμματικὴ τάξη, μόνο καὶ μόνο ἐπειδὴ ἐμφανίστηκε ἀναπάντεχα, σὰν λέξη κόντρα στὸ πεπρωμένο, στὴν προγεγραμμένη της μοίρα. Τριάντα χρόνια πρίν, ὁ Μαριάμπας, ὀ ἥρωας τοῦ Σκαρίμπα στὸ ὁμώνυμο μυθιστόρημα (1935), ἀλληλογραφώντας μὲ τὴν ὑπηρέτρια ἔγραφε ἀπὸ ἁβροφροσύνη τὸ «ἄνθρωπος» μὲ ὄμικρον, καὶ τὸ «μ’ ἐκτίμηση» πέρα γιὰ πέρα μὲ ἦτα. Ἦταν ἕνα ἐξαίσιο τέρας ἀνθρωπιᾶς! (χαρακτηρισμὸς τοῦ συγγραφέα), ἕνα λαμπρὸ λάθος τῆς φύσης. Ὁ ὀρθὰ ἐννοούμενος δάσκαλος θὰ ἔπρεπε νὰ τὸ γνωρίζει αὐτό. Τώρα ποὺ τὸ σκέφτομαι, ἂν καὶ δὲν χρειάζεται νὰ μεγαλώσει κανεὶς γιὰ νὰ τὸ καταλάβει, ἡ χειρονομία μου ἦταν μία λελογισμένη ἀντίδραση στὴν ὁμοιομορφία, στὴν καθοδήγηση ὅλων σὲ ἕνα κανονιστικὸ πρότυπο, ἀνάλογο μὲ τὴν ὁμοιόμορφη μπλὲ σχολικὴ ποδιά. Ἡ ὁμοιόμορφη γραφὴ εἶναι καταλυτικὴ γιὰ τὸ πνεῦμα. Στὸ μεταξὺ διάβασα πολλὰ χειρόγραφα συγγραφέων. Τὰ λάθη τους εἶναι μοναδικά, ἀκέραια συμπτώματα τοῦ ὕφους, καὶ ὡς γνωστὸν τὸ ὕφος εἶναι οἱ δυνάμεις τοῦ ἀνθρώπου γιὰ τὴν ἔκφραση, καθὼς καὶ τὰ ἐμπόδια ποὺ συναντοῦν αὐτὲς οἱ δυνάμεις. Ἕνα ἐμπόδιο ἦταν κι αὐτό, ἂν δὲν μεγαλοπιάστηκα κι ἐγὼ προώρως. Τὸ 1964, τὴ χρονιὰ τοῦ δικοῦ μου ἐπεισοδίου, κυκλοφόρησαν μὲ τὴ φροντίδα τοῦ Λίνου Πολίτη τὰ χειρόγραφα τοῦ Σολωμοῦ, τοῦ ἑνὸς ἀπὸ τοὺς «τρεῖς μεγάλους πεθαμένους ποιητές μας ποὺ δὲν ἤξεραν ἑλληνικά» (ἡ γνωστὴ αἰνιγματικὴ ρήση τοῦ Σεφέρη). Διασκεδάζω τὴν ἀπογοήτευσή μου μεταφέροντας ἕνα αὐθεντικὸ σολωμικὸ ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸν «πυρασμό»:

(περισσότερα…)

Δ. Η. Στράνης, Οδηγίες γραφής: Αισθητικός γνώμονας ενός μειζονελάσσονος

Fabrizio Clerici, Μνημείο υπό κατασκευή (1946)
(περισσότερα…)

Στέφανος Γιονάς, Το Σημειωματάριο με τα χρώματα του Κλέε (2/3)

Τὸ Σημειωματάριο μὲ τὰ χρώματα τοῦ Κλέε

Α’

[συνέχεια ἀπὸ τὸ μέρος α΄]

Μὲ κοντὰ παντελονάκια ἀκόμη καὶ ἀποφάσισα, ἀφοῦ ἡ λογοτεχνία ἔλεγε ψέματα, νὰ γράψω, νὰ συγγράψω, παρακαλῶ, τὴν παγκόσμια ἱστορία. Ἐξασφάλισα ἕνα τετράδιο μὲ ἄγραφες σελίδες. Στὴν ἐτικέττα τοῦ ἐξωφύλλου σημείωσα μὲ κεφαλαῖα γράμματα τὸ ὄνομα τοῦ συγγραφέα καὶ τὸν τίτλο τοῦ ἔργου. Ἀσφαλῶς θὰ μοῦ ἔπαιρνε πολλὰ τετράδια, πολλὲς ὧρες, ἡμέρες, χρόνια, τὴν ἐφηβεία μου ὁλόκληρη, δὲν θὰ μοῦ ἐπέτρεπε, πιθανόν, νὰ κάνω οἰκογένεια, νὰ ζήσω σὰν ἄνθρωπος. Θὰ ἤμουν ἕνας ἀσκητὴς ταμένος στὴν ὑπηρεσία ἑνὸς ὑψηλοῦ στόχου. Μὲ ἀπασχολοῦσε μόνο τὸ ζήτημα τῆς στρατιωτικῆς θητείας (ἀφθονοῦσαν οἱ ἡρωικὲς πάντοτε ἀφηγήσεις τῶν μεγάλων ἀπὸ τὰ ἔνδοξα χρόνια στὸν στρατό), ἂν θὰ ἔπρεπε, δηλαδή, νὰ διακόψω τὴ συγγραφὴ γιὰ νὰ πάω φαντάρος. Τέλος πάντων, θὰ ἔβρισκα τρόπο νὰ λύσω αὐτὸ τὸ ζήτημα, ὅταν θὰ ἔφτανε ἡ ὥρα του. Ἂς μὴν προτρέχω. Πῆρα ἕνα βράδυ τὸ τετράδιο, στὴν κουζίνα πάντα (αὐτὸ δὲν θὰ τὸ ἀποκάλυπτα, ὅτι ἡ παγκόσμια ἱστορία γράφτηκε στὴν κουζίνα), καὶ τὸ κράτησα ἀνοιχτὸ στὴν πρώτη λευκὴ σελίδα. Ἄρχισα νὰ γράφω μὲ μολύβι, ἤρεμα, σταθερά, γνώριζα τὰ πάντα, ἀφοῦ τὰ σπουδαῖα γεγονότα τοῦ κόσμου παίχτηκαν στὴ χώρα μου, οἱ βασιλιάδες καὶ οἱ στρατηγοὶ μιλοῦσαν τὴ γλώσσα μου, ὁ Θησέας, ἀφοῦ πρῶτα σκότωσε τὸν Περιφήτη, τὸν Σίνη τὸν Πιτυοκάμπτη, τὸν Σκίρωνα καὶ τὸν Προκρούστη, εἶχε περάσει ἀπὸ τὴ γειτονιά μου στὸ δρόμο γιὰ τὴν Ἀθήνα, ἄλλος δρόμος δὲν ὑπῆρχε· καὶ ὁ Οἰδίποδας, ἐπίσης, τραβώντας γιὰ τὸν Κολωνό. Ξεκίνησα κι ἐγὼ τὴν ὁδοιπορία μου κάπως ἀόριστα, γιὰ τὸν ἄνθρωπο γενικά, τὸ πεπρωμένο του στὴ ζωή, τὴν πρώτη του γραφή, τὸ ἀλφάβητο, τὸν τροχό, τὴ σχεδία τοῦ Ὀδυσσέα στὴ θάλασσα· τὸ πέταγμα τοῦ Ἴκαρου μὲ τὸ κερένιο ἀνεμόπλανο. Μετὰ κουράστηκα. Ὅλα αὐτὰ μοῦ πῆραν μιὰ σελίδα. Τὴν πρώτη σελίδα ἐκείνου τοῦ τετράποδου Μόγλη ποὺ σηκώθηκε στὰ δυό του πόδια. Θὰ συνέχιζα ἀσφαλῶς. Αὐτὰ τὰ πόδια εἶχαν νὰ κάνουν πολλὰ χιλιόμετρα. Ἔβαλα τὸ τετράδιο σ’ ἕνα ἑρμάρι τῆς κουζίνας, στὸν πάτο, νὰ μὴ φαίνεται. Κάτι μὲ ἀνησυχοῦσε, ἀλλὰ δὲν ἔδωσα σημασία. Μήπως ἔτρεξα βιαστικά; Θὰ συνέχιζα ξεκούραστος τὴν ἑπομένη.

(περισσότερα…)

Στέφανος Γιονάς, Το Σημειωματάριο με τα χρώματα του Κλέε (1/3)

Τὸ Σημειωματάριο μὲ τὰ χρώματα τοῦ Κλέε

 Α’

Γεννήθηκα ἑκατὸ χρόνια μετὰ τὸν πόλεμο τῆς Κριμαίας, τὴ χρονιὰ ποὺ ὁ Φελλίνι γύρισε τὴν περίφημη La Strada, ὁ Κούνδουρος τὴ Μαγικὴ πόλη καὶ ὁ Tallas τὸ Ξυπόλυτο τάγμα. Ὑπάρχει μία φωτογραφία ποὺ δείχνει τὴ χρονιὰ αὐτὴ τὸν Θεοδωράκη καὶ τὸν Χατζιδάκι νὰ περπατοῦν μαζὶ στὴν Ρώμη. Θαυμαστὴ συνάντηση! Κι ἐγὼ ἕνα ἐξαγόμενο τοῦ ἐμβρυουλκοῦ στὸ Δημοτικὸ Νοσοκομεῖο τῶν Ἀθηνῶν, τὸ σημερινὸ Πνευματικὸ Κέντρο στὴν Ἀκαδημίας. Ὁ δρόμος μου γιὰ τὰ γράμματα ἦταν προκαθορισμένος. Γεννήθηκα τὴ χρονιὰ ποὺ ὁ Ρίτσος τύπωνε τὴν Ρωμιοσύνη καὶ τὴν Ἀγρύπνια, μιὰ μέρα σὰν κι αὐτὴ ποὺ ὁ Ὑψηλάντης καὶ οἱ ἐπαναστάτες του ἔμπαιναν στὸ Βουκουρέστι: 27 Μαρτίου [1821]. Τέτοια μέρα κυκλοφόρησε στὴν Δανία τὸ 1843 τὸ Ἡμερολόγιο ἑνὸς διαφθορέα τοῦ Σαῖρεν Κίρκεγκωρ, ἀπὸ τὸ ὁποῖο συγκρατῶ μόνο ὡς πρόσφορο στὶς ἀνάγκες μου ἐδῶ τὸν ἀφορισμό: «Ἡ ἀλήθεια εἶναι παγίδα. Δὲν μπορεῖς νὰ τὴν πιάσεις· σὲ πιάνει πρῶτα αὐτή. Δὲν μπορεῖς νὰ τὴν αἰχμαλωτίσεις, ἂν δὲν γίνεις πρῶτα αἰχμάλωτός της». Ἂν καὶ αἰσθάνομαι πλήρη ἀποστροφὴ ἀπέναντι στοὺς ἀφορισμούς· ἐξυπνάδες, καλύτερα. Τέλος πάντων, δὲν θὰ ἐπαναλάβω τὸ ἀτόπημα. Ἂς μείνω λίγο ἀκόμη στὶς συγκυρίες. Στὰ τέταρτα γενέθλιά μου, τὸ 1958, πέθανε ὁ Δημοσθένης Βουτυρᾶς, καὶ ὅταν ἔκλεινα τὰ ἐννιά, ὁ Φώτης Ἀγγουλές. Καὶ οἱ δύο στάθηκαν ὄρθιοι, ὅσο μπόρεσαν, ἀπέναντι στὴν κυκλοδίωκτη μοίρα τους. Τέτοια νύχτα πάνω-κάτω πέθανε τὸ 1827 ὁ Μπετόβεν, ὅταν ὁ Ὑψηλάντης ἦταν ἀκόμη ἐγκάθειρκτος στὸ φρούριο Μούνκατς στὰ Καρπάθια. Ὁ Χαίλντερλιν, ἔγκλειστος στὸν ἑαυτό του καὶ στὸν δικό του πύργο στὸ Τύμπινγκεν εὐχόταν τὴν εὐτυχῆ ἔκβαση τῆς Ἐπανάστασης. Θυμίζω ὅτι στὸ μοναδικὸ μυθιστόρημα ποὺ ἔγραψε, τὸν Ὑπερίωνα, ἔστειλε τὸν ἥρωά του νὰ πολεμήσει στὸν ἐπαναστατημένο Μοριᾶ τὸ 1770. Ὁ Χαίλντερλιν γεννήθηκε ἐκείνη τὴ χρονιά, ὅπως καὶ ὁ Μπετόβεν, καὶ ὁ Χέγκελ, φίλος καὶ συμφοιτητής του ἀργότερα στὸ Τύμπινγκεν. Γιὰ τὴν ἱστορία, γεννήθηκε στὶς 7 Ἰουνίου, ἡμέρα τῆς καταστροφῆς τοῦ στρατοῦ τοῦ Ὑψηλάντη στὸ Δραγασάκι. Τιμητικά, τέτοιαν ἡμέρα ὁρίζει ὁ Τσίρκας ὡς ἀρχὴ τῆς πλοκῆς τῆς τριλογίας Ἀκυβέρνητες πολιτεῖες. Ὑποθέτω ὅτι ἡ μουσικὴ τοῦ Μπετόβεν ἔφτανε στ’ ἀφτιά του, ὄχι ὅμως στὰ ταβερνάκια καὶ τὰ καπηλειὰ τοῦ Βουτυρᾶ καὶ τοῦ Πορφύρα. Ὁ Πορφύρας ἦταν κι αὐτός, σὰν τὸν Ἀγγουλέ, Χιώτης. Σταματῶ μὲ τὶς συγκυρίες. Ἄλλωστε, δὲν βοηθοῦν σὲ τίποτε. Στὸν ἐργατικὸ καὶ προσφυγικὸ συνοικισμὸ ποὺ μεγάλωσα, θὰ χρειαζόμουν πολλὰ χρόνια γιὰ ν’ ἀρχίσω νὰ ἐπινοῶ τέτοιες ἰδεοληπτικὲς συναντήσεις. Τὸ σπίτι μας χτιζόταν ἐκ περιτροπῆς (μεταμεσονύκτιες ὧρες), ὅπως καὶ ὅλων τῶν γειτόνων, γιὰ τὸν φόβο τῶν ἀστυφυλάκων. Φαίνεται πὼς αὐτὸ τὸ ἄγχος τῆς ἀνεστιότητας μὲ ὠθοῦσε διαρκῶς σὲ ἀγχώδη ἀναζήτηση μιᾶς ἄλλης στέγης. Ἐκεῖ καταλήγει ἄλλωστε ὅποιος μπερδεύεται μὲ βιβλία. Νὰ πιάσω αὐτὸ τὸ ζήτημα πρῶτα, τῶν βιβλίων, ὅσο γίνεται πιὸ συνοπτικά.

(περισσότερα…)

Ελένη Χαϊμάνη, Reunion

Το πρόβλημα προϋπήρχε της πρόσκλησης. Ίσως και της σκέψης για μια τέτοια πρόσκληση. Για να πιθανολογήσει κανείς, το πρόβλημα ενδεχομένως να ξεκίνησε απ’ την ώρα που –όλοι– αποφάσισαν να νοικοκυρέψουν τις ζωές τους.

Κανένας δεν θα έφερνε σ’ αυτή την επανένωση κανέναν, όλοι όμως θα έλεγαν σ’ εκείνο το ακριβές σημείο το πόσο ευτυχισμένοι είναι ενώ, πίσω απ’ το κεφάλι τους θα παρατηρηθούν απροσδιόριστες σκιές, που αν και πιο πίσω θα σταθούν· δεν έχουν χείλη, στόματα, δεν παίρνουν μέρος σε καμία κουβέντα που γίνεται στο μεταξύ. Φιγούρες ψηλές – και άλλες πιο μικρές που πλαισιώνουν την κορνίζα τους μπροστά σου. Αυτές οι σκιές, που στέκονται πιο πίσω, είναι και αυτές που κατευθύνουν την κουβέντα. Της ευτυχίας, της επιτυχίας· και πλέον δεν αναγνωρίζεται κανένας με κανέναν. Νεύματα τυπικά, κάποια χαμόγελα λιγάκι ξαφνικά και βεβιασμένα δημιουργούν το κλίμα του τι θα επακολουθήσει.

Στο μεταξύ, κάποιες κοιλιές εξέχουν επικίνδυνα μέσα από καλοσιδερωμένα γαλάζια πουκάμισα, που απ’ αυτά καταλαβαίνεις πως ακουμπά ξεχειλωμένη σάρκα και κρύβεται καλά, από φανέλα άσπρη· κι όμως, η μνήμη δεν αφήνει να ξεχαστεί, πως ποτέ δεν φορούσανε αυτοί οι άνθρωποι φανέλα κι αυτό σίγουρα είναι αποτέλεσμα των ανθρώπων πίσω τους, των δίχως στόμα, των σκιών. Αραιωμένα μαλλιά, κάποιες τούφες διάσπαρτες που επιμένουν να υπάρχουν ελαφρώς ξεθωριασμένες στους κροτάφους για να δικαιολογούν τα χρόνια και το αποτέλεσμα: πως τελικά η μνήμη υπάρχει για να την προδώσει κάποια στιγμή ένα παρόν.

Κάποιες είναι επιτυχημένες, δίχως άλλο, γιατί άφησαν – όπως ακούστηκε, τα όνειρα και επικεντρώθηκαν να ριζώσουν – εδώ μιλάνε οι σκιές. Ισιώνουν μια αδιόρατη ρυτίδα στο ρούχο τους, που κανένας δεν βλέπει τελικά, τονίζοντας πως η ζωή τις έμαθε να διαλέγουν την κοινωνική τους εξέλιξη. Κι όμως, να σημειωθεί στα πρακτικά της συγκεντρώσεως πως ουδέποτε ήταν πολύ καλές στα ψέματα.

Άλλοι πάλι, δεν θα φανούν ποτέ. Τους πήρε η ζωή μακριά, και έγιναν κάρτα τις γιορτές και μια καλημέρα ή καληνύχτα στο διαδίκτυο. Άλλοι ρυθμοί. Στο τέλος, ίσως δεν ήταν και τόσο σαδιστές όπως θελήσανε προφυλάξουν την ομορφιά της νιότης από τις παρεκβάσεις. Ίσως μ’ αυτούς, να υπήρχε συνεννόηση, ίσως να μπορούσε κανείς μαζί τους να μιλήσει.

Πως θα θέλατε, λοιπόν, να σας θυμούνται; Όπως και αν είναι αυτό, κάνετε ένα σχέδιο στο μυαλό σας και ακολουθήστε το μέχρι τέλους.

Σε μια γωνιά υπάρχει κάποιος ο οποίος δεν μεγάλωσε ποτέ. Ή μάλλον αρνήθηκε να μεγαλώσει. Εμφανίζεται όμως, πάντοτε σε τέτοιες συγκεντρώσεις διότι ήταν – από τότε, ψυχή σαδιστική. Του αρέσει να στέκει σε σημείο που του επιτρέπει να έχει σφαιρική εικόνα για τις ξεχειλωμένες σάρκες, τις ανύπαρκτες ρυτίδες, τις σκιές.

Βλέπει τους κόμπους του ιδρώτα στο μέτωπο, τις φευγαλέες ματιές τους στο ρολόι, ή το ρυθμικό χτύπημα του ποδιού στη μουσική της εποχής. Δεν μιλά ποτέ, περιμένει να του μιλήσουν, δεν ενοχλεί και δεν ξαφνιάζεται. Τους θυμάται όλους. Ο συγκρατημένος τόνος του έχει μια φανερή επιτήδευση, το πρόσωπό του μαρτυρά λιτότητα του βίου, έχει συναίσθηση της αποστολή του, είναι το γρανάζι που λειτουργεί ευσυνείδητα και που λέει κρυφά το «φτάνει».

Στο μυαλό του νοερά, κάνει παιχνίδια αντοχής. Παίρνει τα πρόσωπα και τους αφαιρεί δεκαετίες, επανατοποθετεί τις μορφές στην αρχική τους μορφή και θέση· και περιμένει να δει τι θα συμβεί.

Και τότε, ξαφνικά, όλα γίνονται ξανά όπως πριν, προτού την πρόσκληση, προτού ακόμη και της σκέψης για μια τέτοια πρόσκληση, όλα γυρίζουν πίσω και σταματούν σε μια στιγμή που κανείς πραγματικά δεν το ’χε να ξεχάσει. Κρυφογελά και κουνάει τα χέρια τους, τα σηκώνει και τους φέρνει πιο κοντά. Ως δια μαγείας, εκείνη την στιγμή, δεν υπάρχουνε φανέλες, ούτε σκιές, ούτε και ενοχλητικός ιδρώτας.

Τους βλέπει όπως ήταν προτού τους αλλάξει ο κόσμος. Θυμάται πως ένας ήθελε να γίνει ποδοσφαιριστής – κι έγινε τελικά ασφαλιστής. Η άλλη ήθελε να γίνει ηθοποιός, αυτή τα κατάφερε, είχε χωρίσει δυο φορές ώς τώρα.

Παρακολουθεί την μοίρα, την μοίρα των ανθρώπινων πλασμάτων που δοκιμάζουν επιθέσεις, τολμηρές καταδρομές. Κάποτε τις αντιμετωπίζουν και μένουνε απόρθητοι. Κάποτε αλλάζουνε αφέντες, γνωρίζοντας εναλλασσόμενες λύπες και χαρές.

Όμως δεν είναι το ίδιο τελικά. Θα σκεφτεί ότι ποτέ δεν θα έπρεπε να γίνονται reunion, μήπως γινόταν πιο παλιά; Είναι τρομερά σαδιστικό να ξαναγυρίζεις πίσω ενώ οι σκιές γίνονται άνθρωποι απτοί, με σάρκα, με οστά, με στόμα που έχουν απαιτήσεις και αναφαίρετα δικαιώματα.

Αυτός ο άνθρωπος, θα τελειώσει το ποτό του όπως, όπως, θα χαιρετήσει εκείνους που κάποτε ήταν πιο κοντά, θα λυπηθεί για κάποιους άλλους, και θα ετοιμαστεί να φύγει ξυστά στον τοίχο – κολλητά, και γρήγορα προτου το καταλάβουν.

Αίφνης, θα βγει στην Πατησίων, στον καθαρό αέρα που η πνιγηρότητα της τυπικής φωνής τους δεν τον φτάνει. Θα είναι η τελευταία φορά που θα βρεθεί ανάμεσά τους. Την επόμενη της πρόσκλησης, ή ακόμη και της σκέψης για μια τέτοια πρόσκληση, θα προφασιστεί κάποια δικαιολογία και λείψει.

Θα προφυλάξει την μνήμη του βαθιά και θα κλειδώσει μέσα του ότι υπήρχε πριν. Θα νοικοκυρευτεί; Αισθανόταν εκείνες τις στιγμές τόσο παράταιρος στις σκιές και στους ανθρώπους…  Θα βρεθεί απελπιστικά μόνος με τον εαυτό του και την μοίρα. Ο εαυτός του θα κάθεται μπροστά του, παραδομένος σε αυτόν, και μαζί απρόσιτος από κάθε επαφή. Και θα βρεθεί χιλιάδες έτη φωτός μακριά, πλαισιωμένος από τον θρύλο της νιότης και την σκληρότητα των αποφάσεών του. Το μόνο που θα μείνει πια, για να οδοιπορήσει στην Πατησιών και να καταλαγιάσει τον άσβεστο πόθο της ανθρώπινης παρέμβασης, ήταν να σκεφτεί πως «υπάρχουμε κατά τύχη, κι η ζωή είναι απόλυτα δεμένη με την ζωή των πραγμάτων, των σκιών. Υπήρξαμε θύματα των περιστάσεων». Και στρίβοντας σε έναν δρόμο κάθετο, θα εξαφανιστεί.

ΕΛΕΝΗ ΧΑΪΜΑΝΗ

Σωτήρης Γουνελάς, Εκμυστήρευση

Και το χαρτί λευκό κι εσύ κάτασπρος. Όχι λευκασμένος, ούτε πανιασμένος, αλλά σαν να πέρασε πάνω σου μια θύελλα, κάτι να σε πείραξε απρόσμενα και έμεινες αποσβολωμένος. Εδώ σ’ αυτή την απροσδιόριστη κάμαρη – σαλόνι – κρεβατοκάμαρη – τραπεζαρία – γραφείο – καθιστικό, νύχτα, μεταμεσονύχτιος ν’ ακούς αραιά και που τον ήχο του αέρα καθώς περνάει αυτοκίνητο από το μεγάλο δρόμο, ένας σιδερένιος όγκος που μετακινείται με ταχύτητα, ένας όγκος που χωρίς ρόδες δεν πάει πουθενά.

Μια χαραμάδα της μπαλκονόπορτας ανοιχτή και χάρη σ’ αυτή φτάνει σ’ εσένα η αίσθηση της μεγαλούπολης. Η πόλη αυτή είναι απέραντη κι αναρωτιέσαι πως ζουν όλοι αυτοί οι κάτοικοί της. Πως περπατούν, πως αναπνέουν, πως δουλεύουν, πως πηγαινοέρχονται συνέχεια υπογείως, με λεωφορεία, τραίνα, ιδιωτικά και άλλα τροχοφόρα, πως μπορούν τόσοι πολλοί να διασταυρώνονται, να συγχρωτίζονται, να μιλούν, να ακούγονται αναμεταξύ τους. Κι ωστόσο ούτε μιλούν, ούτε βλέπονται, ούτε ακούγονται. Τίποτε δεν γίνεται αναμεταξύ τους. Μονάχα ατομικές σχέσεις, κάπως ενδοοικογενειακές, επαγγελματικές. Κι αυτές πόσο είναι προσωπικές; Το γεγονός ότι συναντιέται το ζευγάρι, ο άντρας και η γυναίκα, παντρεμένοι χρόνια, την ή τις ορισμένες στιγμές της ημέρας για να φάνε ή να πλαγιάσουν συνιστά προσωπική συνάντηση; Τι συμβαίνει με αυτό το ζήτημα; Ποιός συναντά ποιόν; Γιατί τον συναντά και τι γυρεύει από αυτόν, αν γυρεύει τίποτα.

Πολλοί άνθρωποι σταματημένα ρολόγια. Άλλοι ξεκούρδιστα. Άλλοι γυρνούν μόνοι τους τους δείχτες. Χειροκίνητα. Παρεμβαίνουν στη μηχανική κίνηση. Επιβάλλουν άλλο ρυθμό. Αντιστέκονται στο ρεύμα αυτό της απροσωπίας που τα νοθεύει, τα αλλοιώνει, τα αποξενώνει όλα. Όλοι τους εκτεθειμένοι σε βλέμματα, σε ακούσματα, πληροφορίες, θορύβους, διαφημίσεις, εκπομπές, ειδήσεις, όλοι τους αφημένοι σε καθετί που εκπέμπεται μέσα στη σύγχρονη πόλη από κάθε μεριά, ακόμη και μέσα στα σπίτια, και βέβαια από την μουσική.

Ελάχιστοι νιώθουν την ανάγκη να σχολάσουν. Να αλλάξουν το ρυθμό. Να πουν σταματώ, τραβώ πέρα, βγαίνω από το δρόμο και πάω κατά τα χωράφια, ένα παρκάκι, ένα ξέφωτο δεντροφυτεμένο, ένα ρυάκι, ένα πεζουλάκι όχι μονάχα για να ξαποστάσω αλλά για να βρω ποιος είμαι, πως πορεύομαι, τι με ενδιαφέρει, ποιοί με αγαπούν, τι τους δίνω, τι προσδοκώ στο διάβα του καιρού, πόσο υγιής είμαι, τι περιμένω από τα παιδιά μου, αν έχω, τι σκέφτομαι για τον κόσμο.

Ώρες-ώρες θαρρείς πως υπάρχει μια απέραντη κρούστα κάπως θολή που απλώνεται ολοένα, τα σκεπάζει όλα, τα αποκοιμίζει, τα κάνει να χαζεύουν, να επαναλαμβάνονται, να φθείρονται με μια ανελέητη εσωτερική φθορά που εγγράφεται στα πρόσωπα των ανθρώπων. Κυβερνούν τα πράγματα, τα αντικείμενα, οι μηχανές, οι συσκευές. Για να γίνει οτιδήποτε παρεμβάλλεται ένα πράγμα ή μια μηχανή. Δεν μπορεί ένας άνθρωπος να εξυπηρετήσει έναν άλλο άμεσα: κάτι θα παρεμβληθεί. Μια καρέκλα, ένα κουμπί, ένας καθρέφτης, η πόρτα, η ταμειακή μηχανή, το σύστημα εξαερισμού, το τυποποιημένο προϊόν μέσα στο σελοφάν του, που θα πάρουμε από το σούπερ-μάρκετ και σπάνια από το μαγαζάκι της γειτονιάς. Ακόμη και τα ψωμιά που αγοράζουν οι περισσότεροι είναι κάπως μηχανικά προκατασκευασμένα. Οι νεώτερες γενιές έχουν αρχίσει και το βγάζουν από τη ζωή τους.

~ . ~

Τα χρυσάνθεμα κρεμασμένα ψηλά στο μπαλκόνι, βυσσινιά στρογγυλά κεφαλάκια και τα δέντρα απέναντι να σείονται πανύψηλα και να κοιτάζουν το φως που τυλίγει τα σύννεφα. Στέκει ακίνητο, μυστήριο, ποτίζει τα δέντρα, ποτίζει τις ψηλές οικοδομές, με τις γκρίζες, σκούρες σοφίτες, τα παράθυρά τους, φύλακες, αγναντεύουν πέρα, ποιος ξέρει ποιους άγνωστους κόσμους, ποιες θάλασσες ακύμαντες. Ήχοι μακρινοί, νυχτερινοί ψίθυροι ελάχιστοι.

Κοιμάται όντως αυτός ο κόσμος ή κάτι άλλο συμβαίνει; Κρύβονται οι άνθρωποι μες στον ύπνο ή γυρεύουν εκεί μέσα μια πιο αληθινή ζωή, κάπου ανάμεσα στα όνειρα; Κι αν όνειρα δεν έρχονται, αν δεν κυματίζουν εικόνες, είναι η εξάτμιση των οραμάτων που ενεργείται, είναι η ανελέητη σιγή των αβύσσων.

Παρίσι, στην συνοικία Tolbiac, 2005

ΣΩΤΗΡΗΣ ΓΟΥΝΕΛΑΣ

Φώτης Δούσος, Γνωστή φάτσα

Η σειρήνα του συναγερμού με τον συριστικό και εκκωφαντικό της ήχο έκανε τα κεφάλια των περαστικών να στραφούν αυτόματα προς το κοσμηματοπωλείο που βρισκόταν Βόλακα και Αλφειού γωνία. Την ίδια ακριβώς στιγμή, δυο νεαροί πετάχτηκαν τρέχοντας από μέσα και σκουντουφλώντας ο ένας πάνω στον άλλο προσπάθησαν να χαθούν στην πολυκοσμία.

Ήταν μέρα μεσημέρι και πέρα από την αυξημένη κίνηση στην περιοχή υπήρχαν και αστυνομικοί που ρέμβαζαν πίνοντας καφέ καβάλα στις σβηστές μηχανές τους.

Οι αστυνομικοί χωρίς καν να μιλήσουν γυρίσαν τα κλειδιά των μηχανών και ξεχύθηκαν πίσω από τους ληστές κοσμημάτων. Η καταδίωξη δεν ήταν εύκολη με τόσο κόσμο στους δρόμους και στα πεζοδρόμια. (περισσότερα…)