ΝΠ | Αφηγήματα

Μυρτώ Χαρβαλιά, Το χρονικό της τουαλέτας

toilet paper

Το χρονικό της τουαλέτας

της ΜΥΡΤΩΣ ΧΑΡΒΑΛΙΑ

Είχε βαρεθεί πια. Η ρηχότητα των άβολων παριζιάνικων μπαρ δεν βοηθούσε καθόλου. Πήγαινε σε εκθέσεις για να ξεφεύγει. Πομπιντού, Ορσαί, Ορανζερί και Πικασσό, έντρομες κυβιστικές γυναίκες, φρουτοκέφαλοι και απαρχές του κόσμου. Ούτε εκεί ηρεμούσε, παντού γαλλικά μωρά και γαλλικές τσιρίδες.

Περπατά στον δρόμο, περπατά στα μουσεία, παντού Γάλλοι με τα γαλλικά μωρά τους να βήχουν, να γκρινιάζουν, να σαλιώνουν τους πίνακες. Παντού δίχρονα χωρίς πιπίλα πολλαπλασιάζονται, χαϊδεύουν τα κάδρα, δείχνουν ρυθμικά τα χρονοδιαγράμματα και αφήνουν δαχτυλιές στους άσπρους τοίχους. Ροζ και ύποπτο κίτρινο.

~ . ~

Οι δρόμοι του Παρισιού μύριζαν παιδική πούδρα, οι διάδρομοι της εστίας μύριζαν φασολάδα και φακές. Σχεδόν κι εκείνος είχε αρχίσει να τρώει με πρόγραμμα. Κόκκινο κρέας μια φορά την εβδομάδα, μια στις δυο ψάρι· έπειτα αβγά, πολλά αβγά και άπειρο μπρόκολο, τρία κιλά την εβδομάδα συγκεκριμένα· και γιαούρτια· πολλά μικροσκοπικά υδαρή γιαούρτια. Η νέα του ανακάλυψη ήταν τα βρομερά λαχανάκια Βρυξελλών. Αποκτούσε και νέες διατροφικές συνήθειες τώρα.

~ . ~

Ποιος ήταν; Ο Μπρετόν ήταν που είχε πει ότι όποιος δεν αντιστέκεται πεθαίνει[1]; Ε, όλα γύρω του πέθαιναν σε ένα τοπίο τέλειας ησυχίας και ηλιόλουστης ηρεμίας. «Πάνω από την πέτρα είναι ο ήλιος που τη λιάζει και τη ζεσταίνει, κάτω από την πέτρα, όμως, είναι η μούχλα που ζυμώνεται, είναι ο σκουληκόκοσμος.» Αποφάσισε, λοιπόν, πως σε μια πόλη που μουχλιάζει από την απόλυτη ηρεμία που την πλήττει, ένας μικρούλης πόλεμος ίσως να ήταν και καλός, βοηθητικός έστω.

Ανέβηκε στον δεύτερο όροφο. Ήταν τρεις τη νύχτα. Μπήκε στην τουαλέτα ψάχνοντας κάτι που δεν ήξερε. Είδε αφημένο το καρότσι των καθαριστριών μέσ’ στη μέση. Τίποτα ενδιαφέρον ή διαφορετικό, όλα έμοιαζαν γαλήνια ίδια. Μετά κοίταξε καλύτερα το ροζ χαρτί τουαλέτας.

~ . ~

Έβγαλε το ροζ χαρτί από τη σιδερένια του θήκη, το στούμπωσε με δυσκολία μέσα στη λεκάνη και τράβηξε το καζανάκι δύο φορές. Τι ρομαντικό! Το χαρτί άρχισε να ανθίζει μέσα στη χέστρα, να ανοίγει σαν νεαρό τριαντάφυλλο! Και το ορμητικό νερό που έπεφτε πάνω του έμοιαζε να μεταμορφώνεται σε ανοιξιάτικες δροσοσταλίδες, σε πρωινή δροσιά ανθόσπαρτου περιβολιού. «Ή σε ανοιξιάτικη επανάσταση» με διόρθωσε ευχαριστημένος. Ναι, ή σε επανάσταση στη μέση της άνοιξης.

Έβγαλε τις παντόφλες του και γύρισε στο δωμάτιό του. Όλα συνέβησαν τόσο αθόρυβα.

~ . ~

Σε όλους μας έχει τύχει να πηγαίνουμε καμιά φορά στην τουαλέτα αγχωμένοι, κι αφού ξεκουράσουμε το άγχος μας—Ω, που να πάρει!—ως δια μαγείας το χαρτί έχει τελειώσει. Τι εκνευρισμός! Τι δυστυχία! Βγαίνεις ύστερα από την τουαλέτα… σαν χεσμένος.

~ . ~

Βεβαίως αυτό δεν ήταν παρά ένα μικρό αστείο που τον γαργάλησε μονάχα στιγμιαία. Η ώρα είχε πάει τρεις, κάτι τον έτρωγε, τον ενοχλούσε, σαν μια μικρή μέλισσα που ξέμεινε από τη χθεσινή μεταμεσονύχτια άνοιξη να είχε τρυπώσει μέσα στο αυτί του.

Ανέβηκε στον δεύτερο όροφο. Πάλι νέκρα, όπως όλη την εβδομάδα άλλωστε. Μόνο πού και πού ακουγόταν κάποιο ερωτικό τρίξιμο.

Μπήκε στις τουαλέτες, έβγαλε όλες τις σιδερένιες θήκες προσεκτικά. Πήρε δύο χαρτιά, τα βούτηξε στη λεκάνη και τράβηξε το καζανάκι μέχρι να στουμπώσουν. Άνοιξε το παράθυρο, κοίταξε το νυχτερινό τοπίο κι ύστερα εκσφενδόνισε δύο γιγάντια ρολά χαρτιού υγείας στο κενό. Καθώς έπεφταν, οι άκρες τους τον χαιρετούσαν σαν θλιμμένα μαντήλια αποχαιρετισμού. «Γιατί κάθε επανάσταση έχει και τα θλιβερά της σημεία» έκανε να με συμπληρώσει. Το τελευταίο ρολό το έβαλε μέσα στον νιπτήρα, το έβρεξε λίγο για να το αχρηστεύσει· ύστερα πήρε τις παντόφλες στο χέρι και γύρισε στο δωμάτιό του.

~ . ~

Γύρω στις δύο το μεσημέρι, οι κάτοικοι του πρώτου ορόφου είπαν πως άκουσαν κάτι πρωτόγνωρο στον δεύτερο. Άκουσαν τακούνια· τον ήχο τους ακολουθούσε ρυθμικά το σούρσιμο παντόφλας. Άκουσαν όλες τις πόρτες να ανοίγουν και να κλείνουν, η μια μετά την άλλη. Άκουσαν κροτάλισμα κλειδιών και σύντομες ομιλίες γυναικών: «…Oui?» «Non, c’était pas moi» «Quoi? Non, bien-sûr que non» «Oui, allez-y…»

~ . ~

Δυο μέρες μετά ένα μέιλ έφτασε στην ηλεκτρονική θυρίδα των κατοίκων της εστίας· ένα εκνευρισμένο μέιλ που έλεγε πως μια πρωτάκουστη σπατάλη σε χαρτί τουαλέτας είχε λάβει χώρα την προηγούμενη εβδομάδα. Όποιος είναι υπεύθυνος καλείται να σκεφτεί καλύτερα τις αντιοικολογικές του πράξεις που φέρνουν σε δύσκολη θέση όχι μόνο την διεύθυνση αλλά και τους κατοίκους του δευτέρου ορόφου. «Τους συγκαμένους κατοίκους του δευτέρου,» σκέφτηκε εκείνος.

~ . ~

Η ώρα είχε πάει τέσσερις. Δεν είχε έμπνευση σήμερα. Έφυγε ξυπόλυτος από το δωμάτιό του. Έβγαλε χωρίς δεύτερη σκέψη όλα τα χαρτιά από τα κουβούκλιά τους, τα βούτηξε στο νερό της τουαλέτας κι αυτά άνοιξαν τόπους-τόπους σαν πέταλα γαρύφαλλου. Ύστερα τα τοποθέτησε κάτω, δίπλα από τις χέστρες σαν να εναπέθετε στεφάνια λουλουδιών για τους χαμένους συνοδοιπόρους του. Ύστερα έφυγε.

~ . ~

Την επόμενη μέρα επικρατούσε πανικός στον δεύτερο όροφο· ένα σούσουρο από ενοχλημένες φωνούλες έφτανε ως το σαλόνι, μεταφερόταν μέσα από τις σωληνώσεις κι έφτανε μέχρι και στο υπόγειο. Το άκουγε. Όλοι το άκουγαν. Αυτό μάλιστα! Αυτό πράγματι ήταν ενδιαφέρον! Η δυσαρέσκεια έχει πάντα ενδιαφέρον· είναι κάπως ξινή, βέβαια, αλλά πάντα προκαλεί μερικές ρυτίδες ή ένα σούφρωμα στα χείλη ακόμα και των πιο ήσυχων φοιτητών.

Οι νεκροί διάδρομοι τώρα φωτίζονταν από ένα αχνό φως περιέργειας. Ένας ύποπτος ήχος αρκούσε· μια πόρτα άνοιγε ανήσυχα για να κλείσει ξανά διστακτικά.

~ . ~

Όλοι μιλούν, αναρωτιούνται, σκαρφίζονται σενάρια. Ο ένας λέει θα υπνοβατούσε, ο άλλος μα φυσικά πρόκειται για προσωπικό ζήτημα. Για ξεκαθάρισμα λογαριασμών! Ναι! Με κάποιον ένοικο! Ή με τις καθαρίστριες! Πολλοί συμφωνούν. Η αλήθεια είναι πως δεν δουλεύουν ρε. Χθες άφησαν την σακούλα με τα σκουπίδια στον διάδρομο. Κάποιος άλλος πετάγεται: Παιδιά, μπορεί να μην του αρέσει το ροζ χαρτί! Ναι, άλλος συμφωνεί. Θα έχει κάποιο ψυχοπαθολογικό κόλλημα με το ροζ χαρτί, το μυαλό του πρέπει να τού λέει να καταστρέψει όλο το ροζ χαρτί τουαλέτας, για το δικό του καλό.

«Μαλάκες, έτσι είσαστε;» Σκεφτόταν από μέσα του. Χαρτί άλλο στον δεύτερο όροφο δεν είχε. Είχε όμως στον τρίτο.

«Βίβα η ανησυχία ρε!» Τούς λέει και τούς ξαναλέει αυτός, αλλά είναι σαν να μην τον ακούνε μέσα στην ανησυχία και στο σύγκαμά τους.

ΜΥΡΤΩ ΧΑΡΒΑΛΙΑ


[1] Ναι, ο Μπρετόν το λέει, σαφώς όχι έτσι. Εδώ το απόσπασμα σε δική μου απόδοση παρμένο από το βιβλίο Manifestoes of Surrealism, André Breton (μτφρ. στα αγγλικά Richard Seaver καιHelen R. Lane), The University of Michigan Press, σελ. 125: «Η πιο απλή Σουρεαλιστική δράση θα ήταν να κατηφορίσεις, με το όπλο στο χέρι και να αρχίσεις να πυροβολείς στα τυφλά, με γρήγορες πιστολιές, καταμεσής του πλήθους. Όποιος δεν έχει ονειρευτεί, έστω και μια φορά στη ζωή του, να ξεφορτωθεί αυτό το τιποτένιο σύστημα του εξευτελισμού και της αποβλάκωσης στην ουσία έχει μια καθορισμένη θέση στο ίδιο αυτό πλήθος, με την κοιλιά στην κάνη.»

Advertisements

Γιάννης Ξούριας, Ο τρούλλος

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

Ο ΤΡΟΥΛΛΟΣ

Πάντα τὸ ἴδιο ἀκριανὸ τραπέζι, κάπως ἀπομακρυσμένο ἀπὸ τὰ ὑπόλοιπα τραπέζια τοῦ καφενείου, καὶ πρὸς τὸ κέντρο τῆς πλατείας, σχεδὸν κάτω ἀπὸ τὸν τροῦλλο τῶν Ἁγίων Ἀναργύρων. Κάθομαι στὸ ἴδιο τραπέζι, πολλὰ βράδια, ὅταν δύει ὁ ἥλιος, λίγο προτοῦ ἀρχίσει νὰ σκοτεινιάζει. Προσηλώνομαι στὸν τροῦλλο καὶ τὸν ἀτενίζω γιὰ ὧρες· μέχρι καὶ τ’ ἄγρια μεσάνυχτα.

Τότε περίπου, μόλις παίρνω τὴ θέση μου δηλαδή, ἀνάβουν οἱ μικροὶ προβολεῖς, ποὺ βρίσκονται τοποθετημένοι στὴ βάση τοῦ τρούλλου, τόσο ὑπολογισμένα βαλμένοι ὥστε νὰ τὸν φωτίζουν συγκρατημένα καὶ μὲ λεπτότητα. Ὄντως, οἱ δέσμες τους δὲν τὸν καταυγάζουν, προξενοῦν μόνον ἐναλλασσόμενες φωτοσκιάσεις, εὐλαβικές, οἱ ὁποῖες μὲ θέλγουν. Ὁ τροῦλλος εἶναι περίτεχνο ἔργο, μνημεῖο παλαιϊκῆς αἰσθητικῆς, ἐμφανῶς δεῖγμα περικαλλὲς πλούτου, μὲ βαριὰ σκαλιστὴ διακόσμηση, διπλοὺς μαρμάρινους κιονίσκους μεταξὺ τῶν τοξοτῶν παραθύρων μὲ λεπτουργημένα κράνη καὶ ἀνθέμια. Πίσω του, στὸ φόντο, προβάλλεται βαθὺ (ἀφόρητο) τὸ καθαρὸ στερέωμα, νὰ μελανιάζει ἀθόρυβα.

Τὴ συνήθεια νὰ ρεμβάζω κοιτώντας τὸν τροῦλλο μοῦ τὴν κόλλησε ὁ Χαράλαμπος, ἔνα πρόσωπο ποὺ μοῦ ἦταν παντελῶς ἄγνωστο, μέχρι ποὺ κάποιο βράδυ μοιραστήκαμε ἐξ ἀνάγκης αὐτὸ τὸ τραπέζι. Ἐκεῖ εἶχα προλάβει νὰ καθήσω πρῶτος, ἀγνοώντας πὼς ἡ θέση τοῦ ἀνῆκε, κατ’ ἀποκλειστικότητα ὡς φαίνεται, ἐφόσον (ὅπως ἔμαθα) τὴν εἶχε δημιουργήσει ὁ ἴδιος, μετακινώντας προοδευτικὰ σὲ διάστημα χρόνου τὸ τραπέζι μέχρι τὸ σημεῖο ὅπου βρισκόταν.

~.~

Γιὰ νὰ πάω στὴν πλατεία, ἀναχωρῶ ἀπ’ τὸ σπίτι τὴν ἴδια ὥρα, ἀφοῦ πρῶτα ἔχω λουστεῖ ἐπισταμένα καὶ χωρὶς βιασύνες. Κάθομαι στὸ τραπέζι αὐτὸ μέχρι τὰ βαθιὰ μεσάνυχτα, ὅταν πιὰ ἔχουν κλείσει τὰ μαγαζιὰ τῆς κεντρικῆς πλατείας. Ὁ χῶρος ἔχει ἀδειάσει ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους. Μ’ ἀρέσει ἐδῶ. Μὲ τὴν ἐπίδραση τοῦ τρούλλου, μὲ τὴ μαγική του ὑποβολή, νομίζω πὼς ἔχω συλλάβει κι ἔχω συνθέσει στὸ μυαλό μου ἀρκετὰ πράγματα τοὺς τελευταίους μῆνες, τόσες ἰδέες καὶ στιχομυθίες. Θὰ πρέπει τώρα νὰ τοὺς βρῶ κάποια θέση — ἕνα ἀφηγηματικὸ πλαίσιο. Σὲ αὐτὸ —ὁμολογῶ— δὲν ἐπιτυγχάνω καὶ πολύ. Δυσκολεύομαι, κατ’ ἀρχάς, νὰ καταγράψω αὐτὰ τὰ πράγματα στὸ χαρτί, καὶ μετὰ νὰ τὰ ἐπεξεργαστῶ. Συνεχῶς ἀναβάλλω· οἱ ἰδέες καὶ οἱ φράσεις μένουν ἐπ’ ἀόριστον ἀκατέργαστες μέσα μου (σπάνια ἐντούτοις τὶς ξεχνῶ). Κι ἔπειτα, πρέπει νὰ ἐπινοηθοῦν μὲ ὑπομονὴ καὶ κόπο συνθῆκες καὶ περιστάσεις, ὅπου θὰ ἐμφανιστοῦν τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα μὲ τὴ σειρά τους θὰ ἐκφωνήσουν αὐτὲς τὶς φράσεις. Δυσκολεύομαι ἐξαιρετικὰ νὰ προχωρήσω καὶ νὰ δώσω πειστικὴ ὑπόσταση σὲ ὅλα τοῦτα.

Βέβαια, τὸ ξέρω καλὰ ὅτι οἱ ἥρωες τῶν λίγων γραπτῶν μου εἶναι κατὰ τὸ μᾶλλον φασματικοί. (Θὰ μποροῦσαν νὰ τὸ εἶχαν γράψει καὶ σὲ καμιὰ κριτική τους, ἐὰν φυσικὰ εἶχαν καταδεχθεῖ νὰ γράψουν.) Ὡστόσο —σκέφτομαι— αὐτὸ δὲν σημαίνει κιόλας ὅτι εἶναι ἀνυπόστατοι. Ἐν πάση περιπτώσει, ἐγὼ τοὺς ἀντιλαμβάνομαι πολὺ πιὸ πραγματικοὺς ἀπὸ ὅλους ἐκείνους τοὺς ἴσκιους μὲ τοὺς ὁποίους διασταυρώνομαι, ὅταν ἐπιστρέφω σπίτι, μὲς στὰ σκοτάδια (ὡς συνήθως, τὰ περισσότερα φανάρια εἶναι σπασμένα), στοὺς στενοὺς δρόμους ποὺ μπλέκονται σὲ κουβάρι καὶ σχηματίζουν τὶς μικρὲς συνοικίες μας ποὺ περισφίγγουν ἀπὸ παντοῦ τὴν πλατεία.

Τὰ σπίτια στοὺς δρόμους αὐτοὺς εἶναι δίπατα. Τὰ πιὸ πολλὰ ἔχουν ψηλοτάβανο ἱσόγειο μὲ τρεῖς ἐπιμήκεις ξύλινες θύρες. Εἶναι μαγαζιὰ καὶ ἀποθῆκες. Ἀκόμη καὶ κλειστές, ἀδυνατοῦν νὰ συγκρατήσουν τὴν ἔντονη μυρωδιὰ ἀπὸ τὰ σακιὰ μὲ τὰ ὄσπρια, τὴ ζάχαρη, τὰ βαρέλια τὴ φέτα, καὶ τὰ ντεπόζιτα τοῦ λαδιοῦ. Τὸ ἐπάνω πάτωμα εἶναι ἐπίσης (ἂν καὶ σαφῶς λιγότερο σὲ σχέση μὲ τὸ ἰσόγειο) ψηλοτάβανο, μὲ τριάδες στενόμακρων παραθύρων ἀνὰ πλευρὰ τοῦ κτίσματος, ἀπὸ τὰ ὁποῖα τὰ περισσότερα εἶναι ἑρμητικὰ κλειστὰ μὲ ξύλινες τάβλες χωρὶς γρίλιες, ἐκτὸς ἀπὸ μερικὰ σκόρπια, ἐδῶ κι ἐκεῖ, ποὺ ἔχουν μείνει ἐλαφρῶς μισάνοιχτα καὶ ἀπ’ ὅπου φεγγίζει, μέσα ἀπὸ τὶς λεπτότατες κουρτίνες τους, ἕνα ἀναμμένο καντήλι (τὸ φῶς του τρέμει ἀσθενικό, κόκκινο ἢ κίτρινο) ἢ μιὰ ἀνοιχτὴ τηλεόραση χωρὶς ἦχο. Οἱ γωνίες τῶν ἐξωτερικῶν σοβαντισμένων τοίχων —ψηλά, λίγο κάτω ἀπὸ τὴ σκεπή— εἶναι μαυρισμένες, σὰν νὰ τὶς ἔχει γλείψει γιὰ καιρὸ ἡ φωτιά. Μόνον οἱ τετράριχτες κεραμοσκεπὲς φαίνονται νὰ γλιτώνουν ἀπ’ τὸ σκοτάδι ποὺ πήζει ἀπὸ κάτω τους· ἰδίως ὅταν ἔχει φεγγάρι, πρέπει ἐκεῖ πάνω νὰ εἶναι χάρμα ὀφθαλμῶν, σὰν ὄνειρο σταματημένο, ἀπὸ τ’ ἀλησμόνητα — μὰ ποιός μπορεῖ νὰ τὸ δεῖ ἐκεῖ πάνω;

~.~

Ποιοί εἶναι αὐτοὶ οἱ ἴσκιοι, μὲ τοὺς ὁποίους διασταυρώνομαι; Οὔτε ποὺ τοὺς ἀναγνωρίζω, οὔτε καὶ ποὺ θέλω. Μὲ μερικοὺς ἴσως ν’ ἀνταλλάξουμε μιὰ καληνύχτα, ἀλλὰ καὶ τότε δὲν διακρίνω —καὶ δὲν προσπαθῶ νὰ διακρίνω— τὰ χαρακτηριστικὰ κανενός. Βρίσκω κάποτε μιὰ ὁμάδα ἀνδρῶν, ὄρθιους ἔξω ἀπὸ κάποιο καφενεῖο ποὺ ἔχει κλείσει, ἀλλὰ ἐκεῖνοι δὲν λένε νὰ μαζευτοῦν σπίτια τους καὶ παραμένουν ἀπ’ ἔξω ἀπὸ τὸ μαγαζὶ καὶ συζητοῦν. Ἂν τύχει καὶ κάποια λάμπα τοῦ ἠλεχτρικοῦ ρίχνει λίγο φῶς, ἡ γεωμετρικὴ κλίση τῶν σκιῶν τους σχηματίζει λόγχες μυτερές, ποὺ ἁπλώνονται τεθλασμένες ὣς τοὺς ἀπέναντι τοίχους. Μόλις μὲ ἀντιλαμβάνονται, σπεύδουν νὰ μοῦ γυρίσουν τὴν πλάτη συνωμοτικά, σὰν νὰ τοὺς συνέλαβα ἐπ’ αὐτοφόρῳ. Ἐπίσης, ἄλλοτε, φτάνοντας ἔξω ἀπὸ τὸ μισητὸ μπὰρ τοῦ σπυριάρη —τόπος ποὺ ἀναδίδει φρικαλέο ψύχος— μπορεῖ νὰ συναντήσω καὶ καμιὰ γυναίκα, ξεχαρβαλωμένη, ποὺ περιμένει θεονήστικη. Δὲν ξεχωρίζω τὰ χαρακτηριστικὰ κανενός. Οὔτε καὶ τὸ ἐπιθυμῶ, ἄλλωστε.

Ἐντούτοις, θέλω νὰ κυκλοφορῶ ἄγρια νύχτα σὲ αὐτὰ τὰ στενά, ὅταν τὰ βρίσκω ἔρημα, καὶ νὰ προσπαθῶ νὰ συλλάβω τοὺς ἀλλόκοτους ἤχους, τὰ ραγίσματα, τοὺς κρότους, τὰ θροΐσματα, ἴσως καὶ καμιὰ κουβέντα, τὰ ὁποῖα χρειάζεται μεγάλη ὑπομονὴ καὶ μεγάλη ψυχικὴ ἀντοχή, προκειμένου νὰ τὰ συντάξεις καὶ νὰ τ’ ἀναγνώσεις ὀρθά· καὶ μετά, ἐπίσης, χρειάζεται θάρρος πολύ, γιὰ νὰ τὸ βαστάξεις αὐτὸ ποὺ σοῦ λένε καὶ ποὺ σὲ ἀφορᾶ —ἂν καταλάβεις ἐν τέλει τί λέει τὸ γραφτό τους. Μέχρι καὶ ποὺ γυρνάω σπίτι, παλεύω μὲ κάτι τέτοια αἰνίγματα, ὄντας βέβαιος πὼς μοῦ ἔχει μηνυθεῖ κάτι — ἀλλὰ ποιός μπορεῖ νὰ μοῦ τὸ ἐπιβεβαιώσει;

~.~

Μήπως οἱ ἥρωές μου εἶναι περισσότερο ἀνύπαρκτοι ἀπ’ αὐτοὺς ὅλους ποὺ συναντῶ, ὅταν ἐπιστρέφω σπίτι, τ’ ἄγρια μεσάνυχτα; Γιατί θὰ πρέπει ν’ ἀλλάξω, λοιπόν, τὴ μέθοδό μου; Ἄλλωστε, καὶ νὰ τὸ ἤθελα, δὲν μπορῶ ν’ ἀλλάξω τὸν δρόμο μου τώρα πιά. Ἐπιστρέφω σπίτι μέσα ἀπὸ αὐτὰ τὰ μπερδεμένα στενά, ποὺ φαίνονται ὅλα ἴδια. Ἡ μόνη παρέκκλιση ποὺ κάνω εἶναι νὰ βγῶ γιὰ λίγο ἀπ’ τὰ στενὰ καὶ νὰ περάσω μπροστὰ ἀπὸ τὴν κλινική, τὸν «Ἅγιο Παρθένιο», μολονότι, ὡς ὑπόμνηση, μὲ βυθίζει στὴ μαύρη ἀπελπισία. Ἀλλὰ κάτι τέτοιο μοῦ χρειάζεται ἐμένα, ἂν εἶναι ἐπιτέλους νὰ στρωθῶ καὶ νὰ ἐργαστῶ!

Ἡ κλινικὴ εἶναι ἀληθινὰ θηριωδῶν διαστάσεων γιὰ τὰ δικά μας μέτρα. Τρεῖς ὄροφοι, μὲ δώδεκα μεγάλα παράθυρα ὁ καθένας ἀπ’ τὴν πλευρὰ ἀπ’ ὅπου περνῶ, φεγγοβολοῦν ἀκατάπαυστα· στὸ ἀπαστράπτον φανταχτερὸ ἰσόγειο ὑπάρχει πυρετώδης κίνηση· ψηλὰ στὴν ταράτσα ἀναβοσβήνουν περιοδικῶς κι ἐναλλασσόμενες δύο ὑπερμεγέθεις μαρκίζες. Ἐπ’ οὐδενὶ δὲν θὰ χωροῦσε αὐτὸ τὸ τέρας μὲσα στὶς ἀσφυκτικὲς γειτονιές μας, καὶ συνεπῶς τὸ ἔχτισαν στὴν ἄκρη τους, στὸ σημεῖο ὅπου καμπυλώνεται ὁ μέγας περιφερειακός. Πιὸ πέρα, πίσω ἀπὸ τὸ χτίσμα, ἐκτείνονται οἱ ἀγροὶ καὶ στὸ τέρμα τοῦ βάθους τὰ βουνά· ὁπότε τὰ σκοτάδια ἀπὸ κείνη τὴν πλευρὰ εἶναι πυκνὰ καὶ ἀδιαπέραστα. Στέκομαι καὶ τὴν κοιτῶ τὴν κλινική μας. Συνεχῶς ἀγρυπνᾶ· μὲ τὴν ὁλονύχτια φωταγώγησή της εἶναι σὰν «πλοῖο ποὺ θ’ ἀναχωρήσει πρὸς τὰ χάη». Ἐκεῖ μέσα μ’ ἔχουν μάθει πιὰ καλά. Τὶς δυὸ τελευταῖες βδομάδες μόνον ξέκοψα λίγο. Διότι, βέβαια, τέτοια ἐποχή, ἐν ὄψει μεγάλης χριστιανικῆς ἑορτῆς καὶ στὴ μανία τῶν διακοπῶν, ἀναχωροῦν ὅλοι, οἱ γιατροί, οἱ νοσοκόμες, οἱ συγγενεῖς, κι ἡ ἀρρώστια.

Ὅταν μιὰ φορὰ τὰ ἐξιστόρησα αὐτὰ τὰ βάσανά μου στὸν Χαράλαμπο, ἐκεῖνος στράφηκε πρὸς τὸν τροῦλλο κι ἄρχισε μὲ φωνὴ λεπτότατη (θὰ τολμοῦσα νὰ πῶ, φωνὴ θηλυκή) νὰ ἄδει ἐκεῖνο τὸ σπαρακτικὸ Vissi d’arte, vissi d’amore…, ἀργὰ καὶ καθαρά, μέχρι τὸ τέλος. Περίεργος χαρακτήρας. Ποτὲ δὲν κατόρθωσα νὰ μάθω πολλὰ περὶ τὸ ἄτομό του, παρόλο ποὺ μοιραστήκαμε τὸ ἰδεῶδες αὐτὸ σημεῖο τόσες φορές. Δὲν μοῦ εἶπε κὰν τὸ ἐπώνυμό του, ἂν καὶ τὸν ρώτησα ἐπίμονα. Πάντως, ἀπὸ τὰ λίγα καὶ σκόρπια ποὺ ἐκστόμιζε, ἐνόησα ὅτι κι ἐκεῖνος εἶχε κάποια σχέση μὲ τὴ λογοτεχνία. Χάθηκε. Ἀπ’ αὐτὸν στὴ μνήμη μου συγκρατῶ κυρίως τὴ μανία του νὰ κάνει συνεχῶς ὑπολογισμοὺς μὲ τὶς χρονολογίες τοῦ βίου ἀνθρώπων. Μάλιστα, μοῦ ἔδινε τὴν ἐντύπωση πὼς ὧρες ὧρες ἀδυνατοῦσε νὰ σκεφτεῖ ἢ νὰ πεῖ ὁτιδήποτε ἄλλο. Γιὰ παράδειγμα, θυμᾶμαι ἕνα βράδυ ποὺ φυσοῦσε γλυκύτατο ἀεράκι, μονολογοῦσε κι ἔλεγε «Νίκος Πεντζίκης, 85 — Νίκος Καχτίτσης, 44», ἐπανειλημμένως.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΞΟΥΡΙΑΣ

 

Λόρεν Γκροφ, Στον Παράδεισο και στην Κόλαση (2/2)

Woodward_Ave_Detroit_1942.jpg

(Συνέχεια από το πρώτο μέρος)

Βρήκε μια αίσθηση στο καθάρισμα που ένιωθε συχνά στην άλλη της ζωή, όταν τα βιβλία που διάβαζε ήταν τόσο θελκτικά που την παρέσερναν για ώρες. Οι λέξεις ήταν ένας τόπος λαξεμένος απ’ τη ζωή, ζεστός και ασφαλής. Το γυάλισμα των τζαμιών ως την τέλεια διαφάνεια, το τρίψιμο της πορσελάνης, το πέρασμα καυστικών χημικών στα πλακάκια ώσπου να λάμψουν σαν οδοντοστοιχία, όλα αυτά την έκαναν να ξεχνιέται απ’ τον εαυτό της. Δυνατοί μύες έσφιξαν στα κοκαλιάρικα μπράτσα της.

Κάθε πρωί, έβγαινε στο κρύο κι ένιωθε αποχαυνωμένη από την κούραση. Ο Ευλάμπης-και λάμπεις την κέρναγε πού και πού πρωινό και καθόντουσαν, με τη μπόχα των χημικών πάνω τους, στο πίσω μέρος του βαν του, τριγυρισμένοι απ’ τις μυρωδιές ζεστού γράσου και καυτού καφέ.

Ήθελε να γελάσει μαζί του, να του πει για τις φρικτές μέρες στο σπίτι της μητέρας της όταν ήταν παιδί, για τις κατσαρίδες, για τον λινοτάπητα που είχε μια μόνιμη κρούστα βρωμιάς, για το πόσο παράξενο της φαινόταν που τώρα καθάριζε για να ζει, μα ο Ευλάμπης μιλούσε τόσο πολύ που δεν χρειαζόταν εκείνη να πει κάτι. Της έλεγε για το σκυλί που είχε όταν ήταν μικρός και που μιλούσε μ’ ανθρώπινη λαλιά, ή για τα οράματα που έβλεπε, όταν ο χρόνος πάγωνε κι ο Διάβολος ψιθύριζε στο αυτί του ώσπου η λάμψη που δυνάμωνε μέσα του τον έδιωχνε, κι έλουζε τον κόσμο στο φως.

~.~

Έπιασε ένα δωμάτιο σ’ ένα τσιμεντένιο χαμηλοτάβανο μοτέλ σχεδόν πάνω στον αυτοκινητόδρομο, οπού πλήρωνε το νοίκι με τη βδομάδα. Το μοτέλ λεγόταν «Οικονομικό – Εγγύηση Τιμής – Βολικό», αλλά έπρεπε να δανειστεί μερικά χημικά και βετέξ απ’ τον Ευλάμπη για να μπορέσει να χρησιμοποιήσει την τουαλέτα. Της άρεσε ο ήχος των φορτηγών που σφύριζαν στην άσφαλτο και οι φωνές των γειτόνων της που είχαν έναν ρυθμό σταθερό και τα αγόρια που σύχναζαν στο φαστφουντάδικο της διπλανής πόρτας, με τις σαρωτικές καυχησιές και τα χαβαλετζίδικα πειράγματά τους.

Ένα πρωί, καθώς επέστρεφε στο μοτέλ, είδε μια γνώριμη μοτοσυκλέτα έξω απ’ το καφέ όπου κάποτε βαθμολογούσε εργασίες φοιτητών. Κοίταξε τη τζαμαρία, κατεβάζοντας χαμηλά το τζόκεϊ που φορούσε για να κρύψει το πρόσωπό της. Δύο πρώην φίλοι της καθόντουσαν σ’ ένα τραπέζι, συνοφρυωμένοι στις οθόνες των λάπτοπ τους. Πόσο χοντροί φαινόντουσαν, πόσο ροδαλοί. Σιγόπιναν δυο σκέτους καφέδες φίλτρου κι εκείνη θυμήθηκε, με μια δόση αηδίας, ότι συνήθιζαν να γκρινιάζουν πως δεν έχουν αρκετά λεφτά για καπουτσίνο. Πόσο πλούσιοι ήταν. Είχαν ένα είδος πλούτου που δεν ξέρει κανείς πως έχει, μέχρι να σταθεί ένα πρωί τρέμοντας στο κρύο, αντικρίζοντας το πώς ήταν κάποτε. Ένας από τους φίλους της, ο άντρας, ένιωσε πως κάποιος τον κοίταζε και σήκωσε αργά το βλέμμα. Ένας κόμπος τραβήχτηκε στο στομάχι της, μα όταν είδε πως η ματιά του την προσπέρασε ακολουθώντας μια νεαρή, κομψή ποδηλάτισσα, ο κόμπος ξέφτισε και λύθηκε.

34 (5).jpg

Ένα Σάββατο του Μάρτη, ενώ καθάριζαν το τελευταίο τους κλαμπ, είδε τον Ευλάμπης-και λάμπεις να ταλαντεύεται καθώς στεκόταν. Κοίταζε με μάτια κενά τους αεραγωγούς πάνω απ’ τα κεφάλια τους, με μια έκφραση εκστατική. Δεν πρόλαβε να τον πιάσει, έπεσε κάτω. Το σώμα του ήταν κοκαλωμένο, τα σαγόνια του έτριζαν. Τον σήκωσε με κόπο, τον ξάπλωσε πάνω σ’ ένα τραπέζι και σκέφτηκε να καλέσει ασθενοφόρο, αλλά εγκατέλειψε την ιδέα, γιατί ήξερε πως δεν είχε χρήματα για περίθαλψη: μάζευε λεφτά για να φτιάξει τα δόντια που του έλειπαν. Πάντα το ξεπερνούσε, της είχε πει. Το φως μέσα του νικούσε τον Διάβολο. Δεν είχε παρά να περιμένει.

Τον άφησε εκεί και συνέχισε το καθάρισμα. Όταν τελείωσε, γυάλισε όλα τα ποτήρια και σκούπισε το πέπλο σκόνης απ’ τα μπουκάλια στα ψηλότερα ράφια του μπαρ. Καθάρισε τις τζαμαρίες με τη ρακλέτα.

Όταν πια είδε ανθρώπους με φόρμες εργασίας να περνούν έξω, ήταν ώρα να τα μαζεύει. Όταν όμως πλησίασε τον Ευλάμπης-και λάμπεις, μια απαίσια μπόχα την χτύπησε και είδε πως είχε ξεράσει παντού. Τον έβαλε όπως-όπως να κάτσει σε μια καρέκλα, τον έσυρε ως την τουαλέτα και τον καθάρισε όσο καλύτερα μπορούσε. Πέταξε το παντελόνι και το βρακί και τις κάλτσες και τα παπούτσια του στον κάδο απορριμμάτων πίσω από το κλαμπ και σκάρωσε ένα είδος εσωρούχου με το φούτερ της. Το βαν του ήταν παρκαρισμένο πίσω απ’ το μαγαζί, τον κουβάλησε με δυσκολία ως εκεί, τον ανάγκασε να μπει μέσα και τον ξάπλωσε πάνω σ’ ένα σωρό καθαρά ξεσκονόπανα.

Δεν ήξερε που έμενε, ούτε αν είχε δικούς του ανθρώπους. Δεν τον είχε ρωτήσει ποτέ τίποτα, μόνο άκουγε αυτά που επέλεγε να της λέει. Άφησε ένα σημείωμα πάνω στο στέρνο του και κλείδωσε το βαν, κι όταν επέστρεψε το απόγευμα για να δει αν είχε ξυπνήσει και τί έκανε, το βαν δεν ήταν πια εκεί, και παρόλο που τον περίμενε κάθε βράδυ στα κλαμπ για μια βδομάδα, κανείς απ’ τους συνήθεις άεργους της πλατείας ή τους μάνατζερ των νάιτ-κλαμπ δεν ήξεραν ή δεν ήθελαν να της πουν που βρισκόταν.

~.~

Ένας παγωμένος αέρας φύσηξε μια νύχτα του Απρίλη και σκότωσε τα πιο ευαίσθητα φυτά. Σ’ όλη την πόλη, έβλεπε κανείς σκελετούς από φτέρες, μπανανιές και καμέλιες. Το πρωί, η μικροκαμωμένη, βλοσυρή Ταϊλανδέζα ιδιοκτήτρια του «Οικονομικό – Εγγύηση Τιμής! – Βολικό» χτύπησε την πόρτα της και περίμενε, σιωπηλή και με τα μπράτσα σταυρωμένα, στο κατώφλι της, ώσπου μάζεψε τα πράγματά της, έβαλε τα παπούτσια και το τζιν σακάκι της κι έφυγε απ’ το δωμάτιο.

Το μεσημέρι, ακολούθησε την αργόσυρτη πομπή των αναξιοπαθούντων προς την πλατεία, όπου τους μοίρασαν από ένα σάντουιτς σε πλαστικό περιτύλιγμα κι από ένα κουτάκι χυμό. Στις έξι, τους ακολούθησε ως την εκκλησία των Μεθοδιστών όπου τους μοίρασαν ένα ποτήρι γάλα με ξινή γεύση που της ήταν γνώριμη από το νηπιαγωγείο, και μια ψητή πατάτα με τσίλι.

Ύστερα, ακολούθησε μια ομάδα από αυτούς στο καταφύγιο αστέγων, που άνοιγε για το βράδυ στις πέντε το απόγευμα, και που στις πέντε και ένα ήταν ήδη γεμάτο. Πέρασαν το παλιό ντεπό της πόλης, διέσχισαν ένα πάρκο σημαδεμένο από συρμάτινους φράχτες και σωρούς χώμα. Το μονοπάτι τους έβγαλε στον ποδηλατοδρόμο όπου μια φορά κι έναν καιρό, με τον πρώην της, έκαναν ανέμελες, μακρινές βόλτες για να δουν τους αλιγάτορες να γυαλίζουν στις όχθες των μικρών λιμνών που είχαν σχηματιστεί από την καθίζηση του εδάφους. Ήταν σκοτεινά στο δάσος, που ήταν γεμάτο βρύα και μούσκλα που, στην άκρη των ματιών της, έμοιαζαν με φίδια. Ένιωσε ένα ξαφνικό κύμα μέσα της, έναν οξύ φόβο, που προσπάθησε να καταπνίξει. Οι άνθρωποι μπροστά της δεν φαινόντουσαν πια στον ποδηλατοδρόμο, είχαν εξαφανιστεί μέσα στα δέντρα.

Προτού δει, το μύρισε: ούρα και περιττώματα και κάπνα και χυμένη μπύρα και κάτι σαν ζυμαρικό που ψήνεται. Άκουσε τις φωνές και βγήκε σ’ ένα ξέφωτο. Μέσα στο σκοτάδι, σκηνές, σκυφτές, ως εκεί που έφτανε το μάτι, φωτιές, εδώ, εκεί, παραπέρα.

Ένας άντρας φώναξε, Εμένα γυρεύεις, γλύκα; κι άκουσε γέλια κι είδε μια σκοτεινή φιγούρα να σηκώνεται απ’ την κοντινότερη φωτιά και να γλιστρά προς το μέρος της.

Από πίσω της, άκουσε τη φωνή μιας γυναίκας να λέει, ένθερμα, Να ‘σαι! κι ένιωσε να την τραβούν πέρα απ’ τον άντρα που πλησίαζε, κι ύστερα πέρα από εφτά ή οχτώ φωτιές.

Σταμάτησαν. Στάσου, είπε η γυναίκα κι έσκυψε, κι άναψε μ’ έναν αναπτήρα μια εφημερίδα, κι ύστερα με την εφημερίδα ένα μικρό κομμάτι προσάναμμα. Η φωτιά φανέρωσε μια γεροδεμένη γυναίκα με ψωμωμένο πρόσωπο και μαλλιά βαμμένα σε μια ροζ απόχρωση του κόκκινου. Έφερα το νερό, παιδία, είπε. Μπορείτε να βγείτε. Ακούστηκε ο ήχος ενός φερμουάρ και τέσσερα μικρά σώματα ξεγλίστρησαν από μια σκηνή. Στην αρχή φαινόντουσαν ίδια το ένα με τ’ άλλο, τέσσερα κοκαλιάρικα πλάσματα με μακριά ξανθωπά μαλλιά.

Η γυναίκα την κοίταξε και είπε, Όχι και τόσο έξυπνο, να ‘ρχεσαι εδώ πέρα μοναχή σου.

Δεν είχα που αλλού να πάω, είπε εκείνη, και η φωνή της ήχησε άσχημη στα αυτιά της.

Δεν έχεις οικογένεια; ρώτησε η γυναίκα. Ένα τόσο καθώς πρέπει κορίτσι σαν κι εσένα;

Όχι, είπε εκείνη.

Έχεις καθόλου φαγητό; είπε η γυναίκα κι εκείνη έγνεψε, καθώς έβγαζε απ’ το σακίδιό της τις τελευταίες της προμήθειες: ένα καρβέλι λευκό ψωμί, ένα βάζο φυστικοβούτυρο, ένα κομμάτι τυρί, μερικές κονσέρβες σαρδέλας, τρία φτηνά πακέτα νουντλς.

Φυστικοβούτυρο! είπε ένα από τα παιδιά, αρπάζοντάς το, και η γυναίκα της χαμογέλασε για πρώτη φορά. Μοιράζεσαι το φαγητό σου, μοιράζεσαι τη σκηνή μας, της είπε.

Ευχαριστώ, είπε εκείνη. Όταν κάθισαν να φάνε, ένα από τα μικρά κοριτσάκια σύρθηκε πλάι της κι ακούμπησε με το χεράκι της το πέλμα του ποδιού της. Όταν ήταν μικρή, είχε κι εκείνη την ίδια δίψα, της αφής. Τα μαλλιά του κοριτσιού μύριζαν κάπνα, το δέρμα της κάτι σαν γαρύφαλλο.

~.~

Η γεροδεμένη γυναίκα λεγόταν Τζέην, κι όταν τα παιδιά πήγαν για ύπνο, οι δυο τους ήπιαν με λαχτάρα δυο κούπες ζεστό, αραιό κακάο. Η Τζέην της είπε για τον άντρα της που τους παράτησε, για το σπίτι που έχασαν, εκείνη και τα παιδιά, για το πόσο ευέξαπτη ήταν, με αποτέλεσμα να απολύεται από τη μία δουλειά μετά την άλλη. Αναστέναξε. Τα ίδια και τα ίδια, είπε.

Άκουγε τον καταυλισμό που ησύχαζε. Η μυρωδιά της μαριχουάνας σκέπαζε την έντονη μπόχα του μέρους. Ένας άντρας φώναζε, κι ύστερα η φωνή του κόπηκε ξαφνικά. Το σπίτι ήταν πολύ ωραίο, είπε η Τζέην θλιμμένα. Με πισίνα και τα όλα του. Ο άντρας μου πάντα έλεγε πως δεν γίνεται παιδική ηλικία χωρίς πισίνα, στη Φλόριντα. Ρουθούνισε, κι έκανε μια χειρονομία προς τα παιδιά. Και τώρα ζούμε στη σκηνή.

Πόσον καιρό είστε εδώ; ρώτησε το κορίτσι.

Μα αυτό δεν έπρεπε να το ρωτήσει, γιατί η Τζέην κατσούφιασε και είπε, Είναι προσωρινό, και σηκώθηκε να πλυθεί. Θα επιστρέψουμε εκεί που ήμασταν.

Όταν πήγε να πλύνει τα δόντια της, πρόσεξε πως η Τζέην την παρατηρούσε. Οδοντόκρεμα, είπε. Τα παιδιά έχουν πολύ καιρό να… Ίσως… θα μπορούσες αύριο να μας δανείσεις λίγη; Και εκείνη είπε, Σίγουρα, και η Τζέην της χαμογέλασε και πάλι, κι ώσπου να μπουν στη σκηνή και να κουλουριαστούν πλάι στα τέσσερα παιδιά που είχαν απλωθεί απ’ άκρη σ’ άκρη, οι δυο γυναίκες ήταν και πάλι φίλες.

~.~

Στο λαμπερό, πρώτο φως της μέρας, ο καταυλισμός άχνιζε μες στην ομίχλη: έμοιαζε σχεδόν αθώος, ονειρικός. Άναψε τη φωτιά, βρήκε το πόσιμο νερό κι έκανε να βράσει βρώμη για τα παιδιά. Ένα-ένα, ξεμύτισαν. Το μεγαλύτερο ήταν δεν ήταν πέντε, κανένα τους δεν ήταν σε σχολική ηλικία. Από άλλες σκηνές, φωνές άλλων γυναικών υψώνονταν, κι άλλα παιδιά απαντούσαν. Ένα μικρό αγόρι έτρεξε προς το μέρος τους, είπε ένα ντροπαλό Γεια στα παιδιά της Τζέην κι έτρεξε ξανά πίσω στη μητέρα του.

Καταλάβαινε τώρα πως σ’ αυτό το κομμάτι της σκηνούπολης έμεναν οι οικογένειες, κι ότι η ασφάλεια εδώ ήταν ζήτημα αριθμών, κανόνων και σιωπηλής επαγρύπνησης απέναντι στον κίνδυνο που καραδοκούσε λίγα μέτρα πιο πέρα.

Το κεφάλι της Τζέην ξεπρόβαλε απ’ τη σκηνή, χαμογέλασε και βγήκε ολόκληρη έξω, φορώντας μια στολή απ’ αυτές που φορούν αυτοί που δουλεύουν σε φαστφουντάδικο.

Θα προσέχεις τα παιδιά σήμερα; είπε. Η κοπέλα που τα προσέχει συνήθως βρήκε σπίτι πριν λίγες μέρες, και δεν θέλω να τα αφήσω πάλι στη βιβλιοθήκη.

Ξέρω να διαβάζω, είπε το μεγαλύτερο κοριτσάκι. Κι εγώ ξέρω, είπε το δευτερότοκο. Λέμε τώρα, είπε το πρώτο, καλόκαρδα.

Εκείνη κοίταξε τα παιδιά κι ένιωσε το στομάχι της να βουλιάζει. Αα…, είπε.

Το πρόσωπο της Τζέην κατσούφιασε πάλι. Κοίτα, της είπε. Ή που θα δουλεύω ή που δεν πρόκειται ποτέ να φύγουμε από δω χάμω. Ή τα αφήνω μαζί σου λοιπόν ή τα αφήνω ξανά στη βιβλιοθήκη με το φόβο να το μυριστούν οι κοινωνικοί λειτουργοί και να μου τα πάρουν. Δεν έχουμε άλλη επιλογή.

Ο.Κ., είπε εκείνη. Φυσικά, θα τα προσέχω. Και η Τζέην είπε ευχαριστώ, αλλά της έριξε ένα ξινισμένο βλέμμα καθώς ξέμπλεκε τα μαλλιά του μικρού κοριτσιού με μια υγρή χτένα.

132 (2).jpg

Τα βράδια, η Τζέην επέστρεφε ζέχνοντας απ’ τον ιδρώτα, με σακούλες μπέργκερ και προτηγανισμένες πατάτες που ήταν πολύ μπαγιάτικα για να πουληθούν.

Βούταγε τα πόδια της σε ζεστό νερό βογκώντας, κι όταν αποκοιμιόντουσαν τα παιδιά, μιλούσε με πικρία για το αφεντικό της. Βλαμμένος, νιάνιαρο, βρωμο-σάτυρος, έλεγε. Της χούφτωσε το στήθος στην αποθήκη.

Εκείνη άκουγε, νεύοντας συγκαταβατικά, προσφέροντας λίγα. Μα η Τζέην φαινόταν να παρηγοριέται με την ήσυχη παρουσία της, της μίλαγε λες και ήταν καμιά όχι ιδιαίτερα εύστροφη ξαδέλφη της –για λύπηση, αλλά χρήσιμη.

Ένα απόγευμα, εκείνη και τα παιδιά έβγαιναν από τη βιβλιοθήκη, όταν είδαν τη Τζέην σ’ ένα παγκάκι στην απέναντι πλευρά του δρόμου.

Ουπς, είπε το μεγαλύτερο κοριτσάκι. Το μικρότερο έκρυψε το κεφάλι του πίσω απ’ την πλάτη του αδελφού της. Περιμένετε εδώ, είπε εκείνη κι έβαλε τα παιδιά να κάτσουν σ’ ένα τοιχάκι μπροστά στη βιβλιοθήκη.

Με σχόλασαν, είπε η Τζέην, δίχως να σηκώσει το κεφάλι της. Στο είπα ότι είμαι ευέξαπτη.

Δεν πειράζει, είπε εκείνη, αν και ένιωθε τη γη να χάνεται κάτω απ’ τα πόδια της. Θα βρεις άλλη δουλειά.

Η Τζέην σήκωσε το κεφάλι της κι έφτυσε, Πειράζει. Και πολύ μάλιστα. Τις προάλλες έβαλα όλα μας τα λεφτά μπροστά για ένα διαμέρισμα, περίμενα να πληρωθώ την Παρασκευή για να δώσω τα υπόλοιπα. Γαμιούνται όλα, είπε. Γύρνα στη σκηνή, είπε. Θα έρθω όταν είναι να ‘ρθω.

~.~

Για βραδινό, εκείνη και τα παιδιά έφαγαν τοματόσουπα και σάντουιτς με τυρί. Είπε στα παιδιά ιστορίες κλεμμένες από τις Χίλιες και Μία Νύχτες, κι αποκοιμήθηκαν, περιμένοντας τη μητέρα τους. Εκείνη έκατσε πλάι στη φωτιά μέχρι που ξέμεινε από ξύλα, και οι φιγούρες που πηγαινοερχόντουσαν στο σκοτάδι έγιναν απειλητικές. Ύστερα μπήκε στη σκηνή, στη ζεστασιά της ανάσας των παιδιών, κι έκλεισε το φερμουάρ.

Το πρωί, η μεριά που ξάπλωνε η Τζέην ήταν ακόμη άδεια. Πήγε τα παιδιά στο νεκροταφείο που βρισκόταν κάπου ανάμεσα στην σκηνούπολη και την πόλη. Ήταν το αγαπημένο τους μέρος: ήσυχο, καθαρό, κι όμορφο, με ψηλές, γέρικες βαλανιδιές και σειρές ανοιχτόχρωμα πλαστικά λουλούδια που τα μάζευαν και στόλιζαν μ’ αυτά τα πιο μελαγχολικά μνήματα.

Στο τέλος της μέρας πήγε τα παιδιά στο αστυνομικό τμήμα, και τους έδωσε από μια κούπα τσάι με πολλή ζάχαρη, και ντόνατς πασπαλισμένα με άχνη που βρήκε σ’ ένα τραπέζι στο δωμάτιο της αναμονής.

Όταν ρώτησε για τη Τζέην, η αστυνομικός υπηρεσίας ούτε που την κοίταξε πίσω απ’ τον υπολογιστή της. Σούφρωσε τα χείλια της και πληκτρολόγησε το όνομα της Τζέην και είπε, Μμ. Συνελήφθη χτες περί τις επτά. Πορνεία.

Όχι, δεν μπορεί, είπε το κορίτσι. Τα παιδιά δεν άκουγαν. Κάποιο λάθος κάνετε, είπε.

Η αστυνομικός της έριξε ένα βαριεστημένο βλέμμα. Μπορούσε να δει τον εαυτό της όπως θα έμοιαζε σ’ αυτή τη γυναίκα – άπλυτη, βρωμερή, λιγδιασμένη, μαυρισμένη, προφανώς άστεγη. Τα χείλη της αστυνομικού πάντα σουφρωμένα, λες και ήταν αυτή η φυσική της έκφραση. Κι όμως μπορεί, είπε, κι επέστρεψε στη δουλειά της.

Το κορίτσι επικαλέστηκε το φάντασμα της καθηγήτριας που ήταν κάποτε και είπε, αρθρώνοντας εμφατικά, Αστυνόμε, ακούστε με σας παρακαλώ. Θα πρέπει να σας ζητήσω να ειδοποιήσετε τους Κοινωνικούς Λειτουργούς. Αυτά εκεί είναι τα παιδιά της Τζέην και, δυστυχώς, αυτή την περίοδο δεν έχω τη δυνατότητα να τα φροντίσω.

Περίμενε με τα παιδιά ώσπου μπήκε βιαστική στο δωμάτιο μια γυναίκα με μαύρο κοστούμι και κουρασμένη όψη, που πήγε να μιλήσει με την αστυνόμο στο γραφείο. Όταν η Κοινωνική Λειτουργός είπε ένα χαρωπό Γεια σας, τα παιδιά, που διάβαζαν ένα περιοδικό, την κοίταξαν, παρακολουθώντας επιφυλακτικά καθώς τράβηξε λιγάκι τα μπατζάκια απ’ το παντελόνι της για να κάτσει χαμηλά μπροστά τους.

Εκείνη σηκώθηκε, με βήμα αδύναμο, πισοπατώντας προς την έξοδο.

Η μέρα ήταν υπερβολικά φωτεινή. Στο κεφάλι της, σφυριές. Δεν είχε φάει τίποτα από το πρωί. Γύρισε στη σκηνή και κοιμήθηκε ως το ξημέρωμα. Λίγο πριν αρχίσει η πόλη να ξυπνά, μάζεψε τα πράγματά της και περπάτησε ως το κέντρο, χωρίς να ξεστήσει τη σκηνή της Τζέην, έχοντας τακτοποιήσει τα πράγματα των παιδιών σε στοίβες κι αφήνοντας τον δικό της υπνόσακο στη μέση της σκηνής – σαν άνανδρη απολογία.

~.~

Σκεφτόταν τη μητέρα της, πώς θα πρέπει να ένιωθε για την εξαφάνιση της κόρης της. Η αστυνομία σίγουρα θα είχε εντοπίσει το εγκαταλελειμμένο στέισον βάγκον μήνες τώρα, θα το είχαν βέβαια ταυτοποιήσει κάποιος θα ‘χε τηλεφωνήσει στη μητέρα της. Ίσως να σκέφτηκε πως την απήγαγαν ή τη δολοφόνησαν, ίσως να έψαχνε να βρει σε τι έφταιξε κι η κόρη της της φέρθηκε τόσο αχάριστα. Ίσως, σκέφτηκε μ’ ένα στιγμιαίο αίσθημα κακεντρέχειας, ο φόβος να ‘χε ξυπνήσει επιτέλους τη μητέρα της. Ίσως να όργωνε τη χώρα ψάχνοντάς την, αυτή τη στιγμή.

~.~

Κοιμήθηκε για δυο βράδια μέσα στη συστάδα μπαμπού στην αυλή του πρώην γείτονά της, σκεπασμένη με το μουσαμά της. Οι νύχτες του Μάη ήταν πιο ζεστές, μα ακόμα τρεμούλιαζε απ’ την ψύχρα. Σε μια στιγμή ξύπνησε κι αντίκρυσε τα πράσινα φωτεινά μάτια μιας γάτας να την κοιτούν επίμονα, και φώναξε τ’ όνομα της γάτας που είχε κάποτε, μα το ζώο έτρεξε μακριά.

Περπάτησε όλο το δρόμο ως το πανεπιστήμιο γιατί θυμήθηκε πως ήταν το σαββατοκύριακο της αποφοίτησης, πράγμα που σήμαινε πως πολλοί από τους φοιτητές θα άφηναν τις εστίες τους. Σκέφτηκε πως θα μπορούσε ίσως να βρει λίγο φαγητό ή έναν καινούριο υπνόσακο. Στο κολλέγιο, είχε δει μια παρέα αγοριών ν’ ανοίγουν το παράθυρο ενός κοιτώνα στον πέμπτο όροφο και να πετάνε τους υπολογιστές τους –που ήταν σε εξαιρετική κατάσταση– στο έδαφος. Και η ίδια άλλωστε είχε αδειάσει το ψυγειάκι της εστίας της, πετώντας ολόφρεσκα μήλα και γιαούρτια και κατεψυγμένες πίτσες στα σκουπίδια. Ένιωθε σαν παράσιτο στο κάμπους, έτρεχε να κρυφτεί από σκιά σε σκιά. Αν κάποιος γνωστός της την έβλεπε, αν κάποιος την έπαιρνε μυρωδιά. Μια σκηνή είχε στηθεί στο αίθριο και ίσα που μπορούσε να δει στο λυκαυγές ανθρώπους να στήνουν έναν μπουφέ. Περίμενε, κι όταν οι υπάλληλοι του κέτερινγκ πήγαν πίσω απ’ το φορτηγό να κάνουν διάλειμμα, γέμισε σβέλτα ένα πιάτο με ζεστά αυγά και πατάτες και λουκάνικα. Σήκωσε το βλέμμα κι είδε έναν από τους υπαλλήλους να την κοιτά, κρατώντας έναν δίσκο με ποτήρια. Του χαμογέλασε κι εκείνος, σκυθρωπός, της έκανε νόημα να φύγει.

~.~

Έξω από τους κοιτώνες των τελειόφοιτων, πρόσεξε ένα μεγάλο μεταλλικό φορτηγό πλάι σ’ έναν κάδο για μπάζα, απ’ τον οποίο άνθρωποι έβγαζαν στρώματα, μηχανές του καφέ, καρέκλες. Είδε μια καρέκλα γραφείου να αιωρείται πάνω απ’ το χείλος του κάδου, μα το αγόρι που θα την έπιανε είχε ήδη πιάσει ένα κασόνι με καλώδια, και γύρισε να φύγει. Τα χέρια που την κράταγαν άρχισαν να τρέμουν. Χωρίς να σκεφτεί, έκανε δυο βήματα μπροστά κι έπιασε την άλλη άκρη της καρέκλας πάνω απ’ το κεφάλι της. Ο άντρας που την κρατούσε τέντωσε το λαιμό του για να τη δει, χαμογελώντας. Θα βοηθήσεις;

Έκπληκτη με τον εαυτό της είπε, Ναι αμέ.

Εκείνος της έκλεισε το μάτι και της έδωσε ένα τυλιγμένο χαλί.

Κουβάλησε κουτιά με βιβλία, ένα κεφαλάρι, ένα κομοδίνο. Η μηχανή του φορτηγού άναψε ξαφνικά και κάποιος ψιθύρισε, Φύγαμε. Άρχισε να τρέχει όπως και οι υπόλοιποι και πήδηξε μαζί τους μέσα στο φορτηγό. Μόλις που πρόλαβαν να κλείσουν τις πόρτες του φορτηγού και να ξεκινήσουν, όταν ένα αμάξι της εταιρείας σεκιούριτι του κολλεγίου πλησίασε και σταμάτησε εκεί όπου ήταν μέχρι πριν ένα δευτερόλεπτο το φορτηγό. Ήταν σκοτεινά, η μηχανή μούγκριζε, τόσο στριμωγμένα που ένιωθε να πνίγεται. Μα κάποιος άγγιξε το μπράτσο της και το ψηλάφισε ως την παλάμη της, όπου της άφησε κάτι τυλιγμένο σε χαρτί. Ήταν μια σοκολάτα.

Επιτέλους, το φορτηγό σταμάτησε και η μηχανή έσβησε. Κλικ – οι πόρτες άνοιξαν σ’ ένα εκτυφλωτικό φως. Ήταν στην άκρη μιας μεγάλης, κατηφορικής, καταπράσινης έκτασης. Έριξε το σακίδιό της κάτω και πήδηξε έξω στο ξανθωπό χώμα.

Ένα κορίτσι με μουτζουρωμένο πρόσωπο και μακριά πλεξούδα την κοίταξε και είπε, Ώρα για πρωινό.

Ανέβηκαν με το άλλο κορίτσι τον χωματόδρομο μέχρι που έφτασαν σ’ ένα μακρόστενο, ετοιμόρροπο κτήριο. Τι είναι εδώ; είπε, και το άλλο κορίτσι γέλασε. Είναι το Μικρό Σπίτι στο Λιβάδι, είπε. Κατάληψη. Ακολουθείς συχνά ανθρώπους χωρίς να ξέρεις που πηγαίνεις;

Τελευταία, ναι, είπε εκείνη. Το κορίτσι την περιεργάστηκε και είπε, Ουόου. Δεν φαίνεσαι και τόσο καλά, γλύκα, και την οδήγησε σ’ ένα κρεβάτι όπου βούλιαξε, κι ας είχαν τα σεντόνια έντονη την μυρωδιά κάποιου άλλου, κι ας μην μπορούσε να μαζέψει τη δύναμη για να βγάλει τα μποτάκια της.

~.~

Κοιμήθηκε όλη μέρα, όλη νύχτα, την επόμενη μέρα, και ξύπνησε ζαλισμένη από την πείνα. Τρύπωσε αθόρυβα στην κουζίνα, περνώντας ανάμεσα από σώματα ξαπλωμένα σε ράντσα και στρώματα. Το ψυγείο ήταν αηδιαστικό, παραγεμισμένο, ανέδυε μια μυρωδιά σκόρδου και μούχλας, βρήκε όμως ένα μπολ γεμάτο σούπα που ήταν ακόμα ζεστή, παραχωμένο ανάμεσα σε μερικά ζαρωμένα μήλα.

Το φεγγάρι μεσουρανούσε πάνω απ’ το λιβάδι κι έλουζε τους λόφους με σκιές. Ένα μικρό πλάσμα κινούταν στην άκρη του λιβαδιού, και μες στο σπίτι άκουγε τους άλλους να κοιμούνται, την ανάσα, τις κινήσεις τους. Ήταν σε εγρήγορση, χρόνια είχε να αισθανθεί έτσι. Άναψε το φως του αποροφητήρα και κοίταξε με φρίκη τα μάτια της κουζίνας: είχαν μία κρούστα από τροφές, που είχαν καεί και βρωμούσαν σαν γράσο. Μπορούσε να ξεκινήσει το καθάρισμα τώρα κιόλας, σκέφτηκε, και βρήκε χλωρίνη κάτω απ’ το νεροχύτη, ένα ζευγάρι αταίριαστα πλαστικά γάντια, λίγο σύρμα. Πόντο-πόντο, δούλεψε όσο πιο αθόρυβα μπορούσε. Απέφυγε τα παράθυρα, στη σκέψη πως αν κοίταζε έξω θα έβλεπε τα πεινασμένα πνεύματα του Ευλάμπη να συγκεντρώνονται στο λιβάδι, τους Πιονιέρους που λιμοκτόνησαν, τους κονκισταδόρες με τη μαλάρια, καβάλα στ’ άλογά τους. Ή τα παιδιά της Τζέην, με τα πρόσωπά τους κολλημένα στο τζάμι.

Το πρωί, η εστία της κουζίνας έλαμπε, το ψυγείο ήταν καθαρό και τα μουχλιασμένα φαγητά είχαν πεταχτεί, τα πιάτα ήταν πλυμένα κι ο νεροχύτης είχε και πάλι το φυσικό χρώμα του, αυτό του ανοξείδωτου ατσαλιού. Είχε τακτοποιήσει και τα ντουλάπια, καθαρίζοντάς τα από τα περιττώματα των ποντικιών και τις ψόφιες κατσαρίδες.

Ένιωθε το σώμα της κενό από την κούραση, μα η διαύγεια του μυαλού της παρέμενε. Όταν γύρισε προς την πόρτα της κουζίνας, ο άντρας που είχε βοηθήσει με την καρέκλα καθόταν στο τραπέζι και την παρατηρούσε. Ουάου, είπε. Ούτε που θυμάμαι την τελευταία φορά που κάποιος έκανε την κουζίνα να λάμπει έτσι.

Έχω ακόμα πολλά να κάνω, είπε εκείνη, κι εκείνος είπε Κάτσε ένα λεπτό να πούμε μια κουβέντα.

Της είπε τους κανόνες: όχι καυγάδες, όχι ναρκωτικά, κοιμάσαι όπου βρεις. Άνθρωποι πηγαινοέρχονταν συνέχεια και κανείς δεν ήξερε κανέναν, επομένως αν είχε μαζί της πολύτιμα αντικείμενα καλό θα ήταν να έχει το νου της.

Δεν έχω, είπε εκείνη, κι εκείνος είπε, Ακόμα καλύτερα. Όλοι όφειλαν να είναι χρήσιμοι, κάνοντας δουλειές στο σπίτι ή στον αχυρώνα, όπου είχαν στήσει μια επιχείρηση μεταπώλησης στο ίντερνετ των αντικειμένων που μάζευαν, κι έτσι μπορούσαν να πληρώνουν τους λογαριασμούς του νερού και του ρεύματος κι αγόραζαν λίγο φαγητό – όσο δεν έβρισκαν από δω κι από εκεί. Προσπαθούσαν έτσι να ζουν χωρίς χρήματα, και τα κατάφερναν αρκετά καλά.

Σταμάτησε και της χαμογέλασε.

Αυτό ήταν; είπε εκείνη. Ακόμα και στη σκηνούπολη οι κανόνες ήταν πιο αυστηροί.

Αυτό, είπε εκείνος. Παράδεισος δεν είναι;

Εκείνη σκέφτηκε για μια στιγμή. Ή κόλαση, είπε.

Λες κι έχουν διαφορά, είπε εκείνος γεμίζοντάς της μια κούπα με καφέ.

1 (6).jpg

Το πάρτυ μεταδόθηκε από σώμα σε σώμα, όπως συνέβαινε με όλα στο Μικρό Σπίτι στο Λιβάδι. Κάποιοι βούταγαν τώρα γυμνοί, ανέλπιστες λευκές πιτσιλιές στο σκοτεινό νερό της καταβόθρας, κι ένα βαρέλι τυλιγμένο με χριστουγεννιάτικα λαμπιόνια είχε κρεμαστεί πάνω σε μια βαλανιδιά. Γύρισε την πλάτη της στη μεγάλη φωτιά μπρος στην οποία στεκόταν, με τις σιλουέτες των σωμάτων να χορεύουν ακόμη στα μάτια της.

Πέρα απ’ το πάρτυ ξεδιπλωνόταν το λιβάδι, ήρεμο και απαθές, συναντώντας κάπου τον εξίσου σκοτεινό ουρανό. Ασυνείδητα βρέθηκε να κινείται πάνω του, κάθε βήμα κι ένα αλάφρωμα απ’ τις μεθυσμένες φωνές, τα σπινθηρίζοντα αποκόμματα χαρτιού που τίναζαν οι φλόγες, το καψάλισμα της φωτιάς. Πέρα απ’ την πρώτη συστάδα δέντρων, το σκοτάδι πήρε μια δική του απόχρωση κι εκείνη άρχισε να διακρίνει την υφή του εδάφους. Διέσχισε ήρεμα τους αμμόλοφους, με τα φύλλα των φίκων να κόβουν τις γάμπες της σαν δόντια, κι άξαφνες, παράξενες, ελώδεις λακκούβες. Μικρά ζωύφια έτρεξαν θροΐζοντας μακριά απ’ τα βήματά της, κι εκείνη ένιωσε γι’ αυτά μια βαθιά συμπόνια, ήταν τόσο μικρά, τόσο φοβισμένα.

Ύστερα από δέκα λεπτά, οι ήχοι των ανθρώπων είχαν εκμηδενιστεί, κι οι ήχοι των εντόμων δυνάμωσαν αισθητά. Το σώμα της κολλούσε απ’ τον ιδρώτα. Όταν σταμάτησε ένιωσε τον πρώτο παροξυσμό. Έμεινε ακίνητη, τόσο ήσυχη, για τόσην ώρα που το λιβάδι άρχισε ξανά να κινείται ανεπαίσθητα. Ο κόσμος που, από την άνεση της φωτιάς, έμοιαζε σελίδα λευκή, έσφυζε απροσδόκητα από ζωή.

Μπορούσε να μυρίσει τη σαπίλα ενός αποστραγγιστικού καναλιού που είχαν σκάψει στο λιβάδι κάποιοι καλοπροαίρετοι αφελείς, κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Ύφεσης. Η γη είχε κρατήσει το αποτύπωμα των χεριών τους, το ‘χε κάνει δικό της. Σκέφτηκε τα φίδια που κοιμόντουσαν κουλουριασμένα στα λαγούμια τους και τους αλιγάτορες που αναδυόντουσαν για να τη μυρίσουν μες στο σκοτάδι, το ταλάντεμά τους πάνω στο χώμα, το μουλωχτό σύρσιμο της κοιλιάς τους το ότι ήταν μονάχα ένα χαμένο ζωντανό πλάσμα ανάμεσα σε τόσα άλλα, χωρίς να την κάνει ξεχωριστή η ανθρώπινη φύση της. Κάτι σύρθηκε στο λαιμό της.

Είχε παγώσει. Ο ιδρώτας στέγνωνε στο σώμα της κάνοντάς την να τρέμει. Δεν υπήρχε ανακούφιση στον ουρανό τον αραιά στρωμένο μ’ αστέρια, ένα δίχτυ μεγαλύτερο απ’ όσο μπορούσε να φανταστεί. Δεν υπήρχε κανείς να μπορεί να τη σώσει, κανείς να την επαναφέρει απαλά στην παρηγοριά των ανθρώπων.

Ξανάζησε τη νύχτα στο λιβάδι χρόνια μετά, κατά την διάρκεια του πολύωρου και επίπονου τοκετού της, όταν, μετά την κηδεία της μητέρας της σ’ ένα λόφο κατάλευκο απ’ το χαλάζι, γεννήθηκε η κόρη της. Μία ένεση στη σπονδυλική της στήλη πήρε τον πόνο μακριά, κι ένιωσε ευτυχής, μετέωρη πάνω απ’ τον εαυτό της, ασφαλής μέσα στον ανεπαίσθητο βόμβο των μηχανημάτων.

~.~

Ύστερα κάτι πήγε πολύ στραβά ξαφνικά, και τα πρόσωπα των νοσοκόμων πλησίασαν πάνω της, κι ο κόσμος έξω απ’ αυτήν φρένιασε. Τη μετέφεραν πάνω στο φορείο κατά μήκος του διαδρόμου και μέσα σ’ ένα ψυχρό δωμάτιο. Ήταν σχεδόν Χριστούγεννα κι ένα αλεξανδρινό καμπούριαζε στη γωνιά του δωματίου, φέρνοντας στη σκέψη της το μαύρο χώμα στη γλάστρα, τα ζωύφια, τη ζωή που υπήρχε στο χώμα. Το σώμα της τρανταζόταν τόσο δυνατά που το αλουμινένιο χειρουργικό κρεβάτι κροτάλιζε, κι ένιωσε μια τεράστια πίεση να την κυριεύει καθώς ο χειρούργος πίεσε το νυστέρι μέσα στο σώμα της. Ύστερα ο πανικός επανήλθε, το σκοτάδι, η αίσθηση πως χανόταν, οι κυνόδοντες που είχε φανταστεί πως δάγκωναν τους αστραγάλους της, και που δεν ήταν παρά κοψίματα από φύλλα φίκων, η καυτή ανάσα ενός κακού πνεύματος στο πίσω μέρος του λαιμού της. Κι ύστερα είχε δει τη λάμψη μέσα στο σκοτάδι κι επέστρεψε σκουντουφλώντας στο φως της μεγάλης φωτιάς. Πόσο λεπτές είναι οι κλωστές που μας δένουν, τον έναν με τον άλλον. Μια λάμψη στο σκοτάδι. Το κουδούνισμα ενός μενταγιόν στο λαιμό μιας νοσοκόμας. Τα σώματα που πλησίαζαν. Η πίεση, τόσο έντονη που δεν μπορούσε ν’ ανασάνει, η απελευθέρωση.

ΛΟΡΕΝ ΓΚΡΟΦ


waldman-lauren-groff-florida

H  Λόρεν Γκροφ (Lauren Groff) (1978) είναι αμερικανίδα συγγραφέας μυθιστορήματων και μικροδιηγημάτων. Γεννήθηκε στη Νέα Υόρκη, όπου και διαμένει, και ὠς τὠρα έχει εκδώσει τρία μυθιστορήματα και δύο συλλογές μικροδιηγημάτων.

Λόρεν Γκροφ, Στον Παράδεισο και στην Κόλαση (1/2)

writers-voice-groff-1

~.~

Μετάφραση: Μαρία Σ. Μπλάνα

Οι χτύποι των χουρμάδων που έσκαγαν πάνω στη σκεπή την άφησαν άυπνη όλο το βράδυ κι όταν το πρωί την ξύπνησε το εκτυφλωτικό φως του ήλιου που εισέβαλε απ’ το παράθυρο, έφτασε στα όριά της. Αντίο, σ’ όλα αυτά! τραγουδούσε καθώς μετέφερε τα λιγοστά υπάρχοντά της στο στέισον-βάγκον: την κιθάρα του πρώην της, τον εξοπλισμό κάμπινγκ που είχαν αγοράσει στο πρώτο έτος του μεταπτυχιακού τους (τη μοναδική νύχτα τους στον ποταμό Σουάνι την πέρασαν παγωμένοι από τα μουγκρητά των κροκόδειλων), ένα κασόνι βιβλία. Αντίο στα άλλα βιβλία που θα άφηνε στοιβαγμένα στον τοίχο, εκατοντάδες από αυτά: δεν πιάνουν μία, της είπαν όταν προσπάθησε να τα πουλήσει.

Αντίο στο γυάλινο βουνό χρέους απ’ το οποίο ξεγλιστρούσε κρυφά. Αντίο στο απειλητικά λευκό χαρτί της γνωστοποίησης επικείμενης έξωσης που της θυροκόλλησαν. Αντίο στ’ ανεκπλήρωτα όνειρα. Θα ήταν άδεια τώρα, έχοντας επιλέξει να χάσει.

Το διαμέρισμα ήταν ένα όστρακο, στεγανό απ’ το βερνίκι. Πήρε βαθιά ανάσα, βγαίνοντας στην αυλή. Ξουτ! μια ανεπαίσθητη ιδέα ιλίγγου τη διαπέρασε καθώς έσπρωξε τον γάτο έξω απ’ την πόρτα. Ουφ, θα είσαι μια χαρά, είπε, κι έσκυψε να χαϊδέψει το μεταξένιο τρίχωμα ανάμεσα στ’ αυτιά του, αλλά, σβέλτος σαν φίδι εκείνος, τη γρατζούνισε. Όταν σήκωσε τα μάτια της απ’ τις τέσσερις πριονωτές γραμμές στο χέρι της που άρχιζαν να μοιάζουν με σειρές αιμάτινες χάντρες, εκείνος είχε πηδήξει μακριά. Κι έπειτα, κι εκείνος, χάθηκε.

~.~

Πέρασε οδηγώντας απ’ την τούβλινη εστία του πανεπιστημίου, όπου οι πρωτοετείς μόλις είχαν φτάσει και ξεφόρτωναν τις βαλίτσες τους από τα οικογενειακά αυτοκίνητα, ενώ οι γονείς τους αγκάλιαζαν ο ένας τον ώμο του άλλου για παρηγοριά. Αντίο, φώναξε, σπινιάροντας τα λάστιχα του βαν στην άσφαλτο.

Ύστερα από ένα καλοκαίρι με το ρεύμα κομμένο, ένα καλοκαίρι που το πέρασε διαβάζοντας πλάι στο ανοιχτό παράθυρο φορώντας μόνο τα μουσκεμένα απ’ τον ιδρώτα εσώρουχά της, το κλιματιστικό του βαν της φαινόταν πάγος. Άνοιξε το παράθυρο και μύρισε την παράξενη νοτισμένη οσμή που απέπνεε η καρδιά της Φλόριντα. Εδώ έξω, οι άνθρωποι στολίζουν τις αυλές τους με μεγάλες πέτρες και πιστεύουν ότι μπορούν να μιλήσουν με το Θεό. Εδώ η λέξη «Ντεριντά» δε σημαίνει γι’ αυτούς παρά «εκεί πίσω» στα γαλλικά.

Τίναξε τη γροθιά της έξω απ’ το παράθυρο και την χαλάρωσε αργά. Μπορούσε σχεδόν να δει τις ελπίδες της να ξεφλουδίζονται απ’ την παλάμη της και να πέφτουν στο οδόστρωμα, να γίνονται ένα με το παρελθόν: τα βιβλία με τ’ όνομά της στο εξώφυλλο, η εκπαιδευτική εξάμηνη άδεια στη Φλορεντία, το φανταχτερό μοντέρνο σπίτι στην άκρη του δάσους. Παρελθόν.

Όταν το ξανακοίταξε, το χέρι της ήταν πρησμένο κι έκαιγε απ’ το πύον. Το έφερε στο στόμα της. Όταν σταμάτησε τελικά στην άκρη μιας παραθαλάσσιας κωμόπολης και χάζεψε πάνω απ’ το γρασίδι των αμμόλοφων τη θάλασσα, η γλώσσα της είχε τη γεύση του χαλκού, απ’ το αίμα.

~.~

Κάποιος είχε παρατήσει ένα φορητό ψυγειάκι στην παραλία, μέσα είχαν ξεμείνει μια σακούλα μήλα, ένα μισοφαγωμένο σάντουιτς, δυο κόκα-κόλες. Κάθισε, βλέποντας το σούρουπο να παίρνει χρώμα μουσταρδί κι έπειτα καρπουζί, και τα έφαγε όλα. Ένα σμήνος γλάροι κούρνιασαν στην υγρή άμμο κι ύστερα φτεροκόπησαν μακριά στον αέρα. Όταν σκοτείνιασε τόσο που δεν μπορούσε πια να δει, πήρε το ψυγειάκι, το άφησε στο αμάξι και περπάτησε μέχρι τον κεντρικό δρόμο για να βρει καρτοτηλέφωνο.

Ήταν αποφασισμένη να το κλείσει αν το σήκωνε ο πατριός της, αλλά το σήκωσε η μητέρα της, λέγοντας ναι; με φωνή αργή και ξεψυχισμένη. Ναι;

Δε μπορούσε να μιλήσει. Φαντάστηκε τη μητέρα της με το νυχτικό στην κουζίνα, ένα ηλιοβασίλεμα, τα παιδιά του γείτονα να παίζουν έξω.

Ναι; είπε ξανά η μητέρα της, κι εκείνη κατάφερε να πει, Γεια σου, Μαμά.

Γλυκιά μου, είπε η μητέρα της. Τι χαρά που μας πήρες.

Μαμά, είπε εκείνη. Ήθελα απλώς να ξέρεις ότι μετακόμισα. Δεν έχω ακόμα καινούριο τηλέφωνο όμως.

Περίμενε στο ακουστικό, νιώθοντας το κάψιμο από τον ήλιο στα μάγουλά της να την ενοχλεί, μα η μητέρα της είπε μόνο, Α έτσι; αφηρημένα. Από τότε που είχε ξαναπαντρευτεί, υπέφερε από χρόνιους ιδιοπαθείς πόνους, που τους αντιμετώπιζε, επίσης χρόνια τώρα, με παυσίπονα. Είχε ξεχάσει τα γενέθλια της κόρης της, τα τελευταία τρία χρόνια πόσες φορές της είχε στείλει πακέτα με τάπερ που ήταν άδεια. Μια ζεστή μέρα του Ιούλη, όταν το κορίτσι είδε στο ΑΤΜ πως ο λογαριασμός της είχε σχεδόν αδειάσει, σκέφτηκε να την καλέσει για βοήθεια. Μα ήταν σίγουρη κατά βάθος πως κι ο φάκελος θα έφτανε επίσης άδειος.

Άκουσε στη γραμμή τον ήχο μιας μηχανής να πλησιάζει και Αχ!, είπε η μαμά της, Γύρισε ο πατέρας σου. Καθώς άκουγαν και οι δύο το βρόντο της πόρτας και τις βαριές μπότες ν’ ανεβαίνουν τα σκαλιά, σκέφτηκε αλλά δεν το είπε, Αυτός ο άντρας δεν είναι ο πατέρας μου.

Αντί γι’ αυτό είπε, Μαμά, ήθελα απλώς να σου πω να μην ανησυχήσεις αν δεν έχεις νέα μου για κάποιον καιρό, εντάξει; Είμαι καλά, αλήθεια.

Εντάξει, γλυκιά μου, είπε η μητέρα της, η φωνή της ήδη πιο μαλακή, καθώς περίμενε τον άντρα της από στιγμή σε στιγμή. Μην κάνεις κάτι που δεν θα έκανα.

Το κορίτσι ξαναβγήκε στο δρόμο, με τα φώτα των αυτοκινήτων να την προσπερνούν λάμποντας στο σκοτάδι, κι είπε φωναχτά, Κάνω ακριβώς αυτό που θα έκανες εσύ, και γέλασε, μα δεν ήταν και πολύ αστείο, εν τέλει.

Picture of sunset, Cotswolds, England March 2005

Την ημέρα ξάπλωνε στον ήλιο για ώρες, μέχρι που δίψαγε τόσο που έπρεπε να γεμίσει το παγούρι της απ’ τη ντουζιέρα της παραλίας ξανά και ξανά. Στον καθρέφτη του βαν, έβλεπε το δέρμα της να ροδίζει και τα μαλλιά της να ξανθαίνουν. Τα ρούχα της επέπλεαν πάνω της. Σκέφτηκε τα χιλιάδες δολάρια που είχε ξοδέψει για την εμφάνισή της όλα αυτά τα χρόνια: πόση αγωνία, πόσες δίαιτες, ενώ το μόνο που χρειαζόταν για να είναι όμορφη ήταν λίγη ραθυμία κι ελαφρύς υποσιτισμός! Έτρωγε κονσέρβες τόνου και κρακεράκια και καμιά φορά έπινε καφέ στο Μπητς-μπαρ, για να στυλωθεί. Τα λεφτά της λιγόστευαν ανησυχητικά. Η ουλή στο χέρι της είχε αποκτήσει ένα υπέροχο ασημί χρώμα από τον ήλιο και καμιά φορά την ψηλαφούσε αφηρημένα, σημαίνον στη θέση του σημαινόμενου, μια γρατζουνιά για τη χαμένη ζωή.

Τη νύχτα, ξάπλωνε στο πίσω μέρος του στέισον-βάγκον και διάβαζε το «Middlemarch» μ’ ένα φακό-μπρελόκ, ώσπου αποκοιμιόταν.

Όταν το σώμα της μύριζε τόσο έντονα που η θάλασσα δεν ξέπλενε την οσμή, έμπαινε στο γυμναστήριο ενός πολυτελούς παραθαλάσσιου ξενοδοχειακού συγκροτήματος φορώντας τα αθλητικά της ρούχα. Περίμενε πως κάποιος θα την πέταγε έξω αλλά κανείς δεν της έδινε σημασία. Το μπάνιο ήταν άδειο και υπήρχαν καλαθάκια με λοσιόν, μικρά σαπουνάκια και ξυραφάκια μιας χρήσης. Στεκόταν κάτω απ’ το τηλέφωνο του μπάνιου κι άφηνε το νερό να ξεπλύνει από πάνω της αυτό το μοναχικό καλοκαίρι. Ήδη πριν την παρατήσει ο φίλος της για μια πρωτοετή μεταπτυχιακή φοιτήτρια, εκείνη είχε αποτραβηχτεί στον εαυτό της. Η επιχορήγησή της δεν ανανεώθηκε και το μόνο που της είχε απομείνει ήταν το φοιτητικό επίδομα που δεν έφτανε καν για το νοίκι, πόσο μάλλον για το σουπερμάρκετ. Δεν έβγαινε ακόμα κι όταν κατάφερνε να πνίξει τη ντροπή της και ν’ αντικρύσει τους φίλους της που είχαν πάρει επιχορήγηση. Ο πρώην της τα πήρε όλα μαζί του: τα κυριακάτικα πρωινά τους, το εγχειρίδιο savoir-vivre που της είχε χαρίσει απροκάλυπτα κάποια Χριστούγεννα, το ξυπνητήρι που τους ξυπνούσε κάθε μέρα δέκα λεπτά πριν τις έξι. Ήταν τελειομανής –έστρωνε το κρεβάτι με στρατιωτική πειθαρχία, σήκωνε βάρη, κρατούσε σημειώσεις, κι όλα αυτά με τον σωστό πάντα τρόπο– κι όταν την άφησε, έκλεψε τη ρουτίνα της, που είχε τόσο συνηθίσει. Και το χειρότερο απ’ όλα, πήρε μαζί τους γονείς του, που την υποδεχόντουσαν για τέσσερα χρόνια στο φιλόξενο πέτρινο εξοχικό τους στην Πενσυλβανία, στις διακοπές τους. Για αρκετές βδομάδες περίμενε να της τηλεφωνήσει η μητέρα του, μια γυναίκα με ανοιχτή αγκαλιά και απαλά μαλλιά, μα το τηλέφωνο δεν χτύπησε.

Η πόρτα άνοιξε και φωνές πλημμύρησαν το μπάνιο, κάποιο τμήμα αερόμπικ μόλις είχε σχολάσει. Γύρισε το πρόσωπό της προς τον τοίχο, κάτω απ’ το νερό, μ’ άξαφνη ντροπαλοσύνη. Όταν άνοιξε τα μάτια της, τα ντους είχαν γεμίσει με γυμνές μεσήλικες γυναίκες που γελούσαν και σαπουνίζονταν. Φορούσαν διαμαντένια δαχτυλίδια και τα δόντια τους έλαμπαν και οι κοιλιές και οι μηροί τους ήταν αφρατεμένοι από την εύκολη ζωή τους.

~.~

Ξύπνησε από ένα δυνατό χτύπημα δίπλα στο κεφάλι της και σηκώθηκε με κόπο απ’ τον ύπνο μες στο σκοτάδι. Άναψε τον φακό τσέπης κι είδε έναν καβάλο, σε μαύρο τεντωμένο ύφασμα, ένα όπλο στη θήκη μιας δερμάτινης ζώνης κι έναν τεράστιο φακό να τη σημαδεύει.

Μπάτσος, σκέφτηκε. Φαλλός φωτός, φαλλός τιμωρός.

Άνοιξε, είπε ο αστυνόμος κι εκείνη είπε Ναι, κύριε, σύρθηκε στη μπροστά θέση και άνοιξε το παράθυρο.

Πού το βλέπεις το αστείο και γελάς; τη ρώτησε.

Πουθενά, αστυνόμε, είπε κι έσβησε τον φακό τσέπης.

Σε παρακολουθώ μια βδομάδα τώρα.

Κατάλαβα, είπε αυτή.

Είναι παράνομο. Δεν είναι μέρος για κάμπινγκ αυτό. Εντάξει, πιάνω κανένα παιδαρέλι που δεν θέλει να πληρώσει ξενοδοχείο πού και πού, άντε καμιά φορά και τίποτα γερο-χίπηδες με τα τροχόσπιτά τους. Αλλά εσύ είσαι μικρό κορίτσι. Δεν θα θελα να σε βάλω σε μπελά. Υπάρχουν κακοί άνθρωποι παντού, ξέρεις.

Ξέρω, είπε αυτή. Κλειδώνω το αμάξι.

Αυτός ρουθούνισε. Τώρα μάλιστα, είπε. Κι ύστερα από μια μικρή παύση, Το ‘σκασες απ’ τον άντρα σου; Αυτό είναι; Ξέρω ένα σπίτι στην πόλη που κορίτσια σαν εσένα είναι ασφαλή. Μπορώ να σου βρω ένα κρεβάτι εκεί.

Όχι, είπε εκείνη. Δεν είναι αυτό. Ας πούμε πως …κάνω διακοπές απ’ τη ζωή μου.

Μάλιστα, είπε εκείνος, με μια ξαφνική αυστηρότητα στη φωνή του. Τότε δρόμο από δω. Μην σε ξαναδώ τριγύρω γιατί θα σε συλλάβω για επαιτεία.

~.~

Έμεινε μερικές μέρες σε μια άλλη παραλία όπου οι άνθρωποι πάρκαραν τα βαν τους πάνω στην άμμο κι άκουγαν μουσική στη διαπασών ώσπου έπεφτε η μπαταρία του αμαξιού τους. Έψαξε και πάλι μάταια στις σχισμές των καθισμάτων του στέισον-βάγκον για ψιλά – για μια σοκολάτα, κι ύστερα περπάτησε ως την πόλη, για να σκεφτεί τι θα έπρεπε να κάνει. Περπάτησε για μίλια, τα πόδια της έτρεμαν όταν έφτασε.

Τα κτίρια γύρω απ’ την πλατεία θύμιζαν την παλιά Φλόριντα – οι ευρύχωρες βεράντες με τα φυλλώματα, οι αλουμινένιες στέγες – μόνο που όλα ήταν φτιαγμένα από συμπαγές πλαστικό, σε μπεζ αποχρώσεις. Στο κέντρο, ένα σιντριβάνι: ένας καθιστός βάτραχος που φτύνει νερό, κέρματα σκορπισμένα στα γαλάζια πλακάκια, κάτω απ’ το νερό. Κάθισε στην άκρη του σιντριβανιού παρακολουθώντας τους αγοραστές στις βιτρίνες των μπουτίκ, κι άλλους να τρώνε χωνάκια παγωτό.

Στη μια άκρη της πλατείας ήταν μία μικρή τούβλινη εκκλησία, πνιγμένη στις ανθισμένες μυρτιές. Δεν πρόσεξε τους ανθρώπους που άρχισαν να μαζεύονται στην είσοδο του ναού, ώσπου τους είδε να βγαίνουν κρατώντας μερίδες συσσίτιο και κουτάκια χυμού. Κάποιοι απ’ αυτούς ήταν βρώμικοι, άπλυτοι, οι γνωστοί διαλυμένοι απ’ τη ζωή τύποι που ζούσαν σχεδόν αόρατοι, στα όρια της πανεπιστημιούπολης απ’ όπου είχε έρθει. Υπήρχαν όμως και οικοδόμοι με τα κράνη της δουλειάς τους, και μητέρες που απομακρυνόντουσαν βιαστικά με τα αγουροξυπνημένα παιδιά τους.

Ήθελε να σηκωθεί. Να σταθεί στην ουρά, να πάρει το φαγητό. Το σώμα της, όμως, δεν κουνιόταν. Καθώς έπεφτε το φως της μέρας, μια οικογένεια διέσχισε την πλατεία και σκέφτηκε πως κάποτε ήταν εκείνη το ξανθό κοριτσάκι πάνω στο τρίκυκλο, που μουρμουρίζει ένα τραγούδι ενώ οι γονείς του περπατούν δίπλα. Πόσο ξαφνικά είχαν χαθεί όλα αυτά! Ο θάνατος του πατέρα της στα δέκα της χρόνια, ο αγώνας της να βγάλει το σχολείο χωρίς λεφτά, η μητέρα της που λύγισε και ξαναπαντρεύτηκε από ανάγκη, μόνο και μόνο για ν’ αποτραβηχτεί τελείως τον εαυτό της. Το μόνο ασφαλές μέρος που είχε μείνει σ’ αυτό το κοριτσάκι ήταν το σχολείο. Μα προσεκτική καθώς ήταν να μην το χάσει κι αυτό, δεν μπόρεσε να πάρει τα απαραίτητα ακαδημαϊκά ρίσκα, και στο τέλος έγινε αυτό ακριβώς που φοβόταν.

Σαν άλλος βάτραχος, καθόταν στην άκρη του συντριβανιού, διπλωμένη στα δυο απ’ την πείνα, ώσπου το ρολόι χτύπησε – δεν μπορεί να ‘ταν τόσο αργά, ούτε που είχε καταλάβει πως πέρασε η ώρα – κι ήταν μόνη στην πλατεία πια. Μάζεψε το παντελόνι της ως τα γόνατα και μπήκε στο σιντριβάνι. Έψαξε με τα δάχτυλα των ποδιών της στα πλακάκια μέχρι που βρήκε ένα κέρμα, και βούτηξε το χέρι της ως τον ώμο να το πιάσει, μα σχεδόν όλα τα κέρματα ήταν κολλημένα στα πλακάκια. Έκανε το γύρο του συντριβανιού, κι όταν βρέθηκε στο ίδιο σημείο, είχε μαζέψει μόνο μια μικρή χούφτα κέρματα. Εξετάζοντάς τα στο φως του φανοστάτη, είδε πως ήταν κυρίως μονόλεπτα και δίλεπτα. Παρόλα αυτά, έκανε άλλον έναν γύρο μες στο νερό. Είδε τον εαυτό της από απόσταση: μια γυναίκα σκυμμένη, μες το νερό ως τα γόνατα, γυρεύοντας ευχές άλλων.

Τις περισσότερες μέρες έβρισκε φαγητό – ψωμί και υπερώριμα φρούτα – στοιβαγμένο σε σωρό, καθαρό, σ’ έναν κάδο απορριμμάτων, πίσω από ένα ντελικατέσεν. Έκρυψε το στέισον-βάγκον στο πίσω μέρος του παρκινγκ ενός σούπερ-μάρκετ, πλάι σε μια δεξαμενή, κρυμμένο κάτω απ’ τα χαμηλά κλαδιά ενός ευκαλύπτου. Η μυρωδιά του έμπαινε στα όνειρά της τα βράδια, κι όταν ξυπνούσε, τα ολοπράσινα κλαδιά λικνιζόντουσαν αργά, έτσι που ένιωθε λες κι ήταν κάτω απ’ το νερό. Αυτό της θύμιζε κάποιο ποίημα του Μπωντλαίρ, που είχε σβηστεί από τη μνήμη της. Αναρωτιόταν τι άλλο είχε πια ξεχάσει –Γκαίτε, Σαίξπηρ, Μοντάλε. Ο ήλιος τα ξεθώριαζε όλα, τα έκανε σκόνη η πείνα της τα καταβρόχθιζε. Αποφάσισε πως αυτό ήταν κάθαρση. Αν δεν μπορούσαν να τη σώσουν οι όμορφες λέξεις, τότε η απώλειά τους ήταν για καλό.

405113_561708567189328_1373605849_n.jpg

Ψηνόταν στον ήλιο, στην παραλία, όταν ένα φύλλο έπεσε απαλά πάνω στην κοιλιά της. Το σήκωσε βαριεστημένα, κι είδε πως δεν ήταν φύλλο, αλλά πεντοδόλαρο.

Εκείνο το βράδυ, πλύθηκε προσεκτικά στις ντουζιέρες της πισίνας ενός συγκροτήματος εξοχικών. Όταν είδε τον εαυτό της στον καθρέφτη, γυμνή καθώς ήταν, πρόσεξε τα κόκκαλα που διαγράφονταν στο στέρνο της και στην καμπύλη της λεκάνης. Μα στέγνωσε τα μαλλιά της, τα έπιασε σε αλογοουρά και βάφτηκε, με μεϊκάπ που είχε αγοράσει πριν χρόνια. Δεν έμοιαζε πια ο εαυτός της: σχολαστική, παχουλή, καθώς πρέπει. Έμοιαζε με σέρφερ ή με κολλεγιοκόριτσο, μ’ εκείνα τα τρεμάμενα, ανασφαλή πλάσματα που πάντα αντιπαθούσε ενδόμυχα.

Περπάτησε τρία μίλια, προς ένα μπητς-μπαρ, ακούγοντας τον ωκεανό να σπάει σε κύματα, ξανά και ξανά. Το μπαρ ήταν φουλ όταν μπήκε από την πίσω πόρτα, στις τεράστιες οθόνες εδώ κι εκεί ένα ματς ποδοσφαίρου στη διαπασών. Άλλοτε, θα παρακολουθούσε κι αυτή το ματς με ενδιαφέρον, αν μη τι άλλο γιατί ήταν η lingua franca της Φλόριντα, μπορούσε κανείς με μια αναφορά στο ποδόσφαιρο να σπάσει τον πάγο σε μια τάξη πρωτοετών ή να μιλήσει για κάτι με τη βαρετή σύζυγο ενός κοσμήτορα. Τώρα όμως της φαινόταν τελείως χαζό. Νεαροί άντρες που τρέχουν ο ένας πάνω στον άλλον, σαν να παίζουν πόλεμο με σορτσάκια.

Παρήγγειλε την σπέσιαλ μπύρα για ένα δολάριο κι έδωσε άλλο ένα δολάριο στον μπάρμαν, για φιλοδώρημα. Τα δάχτυλά του χάιδεψαν τα δικά της καθώς της έδινε τα ρέστα, κι εκείνη ξαφνιάστηκε από τη ζεστασιά του δέρματός του. Άνοιξε τη μπύρα της κι ανάσανε βαθιά.

Κάποιος κάθισε στο διπλανό σκαμπό, κι εκείνη τον κοίταξε, καθώς παράγγελνε δύο τζιν με τόνικ. Ήταν ένα ομορφούτσικο ξανθωπό αγόρι με μεγάλα κόκκινα αυτιά, σαν εκείνους τους φοιτητές που πάντα έπαιρναν το πολύ έξι στα μαθήματά της, κι αυτό για την καλή τους θέληση κυρίως. Δειλά, έσπρωξε το ένα ποτό προς εκείνη, κι όταν άρχισε να μιλά δεν σταματούσε. Ήταν φοιτητής κάπου στο βορρά, αλλά έπρεπε να διακόψει για ένα εξάμηνο και δούλευε στο μεσιτικό γραφείο της μητέρας του προς το παρόν, κάτι που εκνεύριζε τρομερά τους άλλους μεσίτες της εταιρείας που ήταν χρόνια στη δουλειά, γιατί ήδη οι προμήθειες τους ήταν στον πάτο, έτσι σκατά που πάνε τα ακίνητα, σ’ αυτή την σκατο-εποχή. Και τα λοιπά και τα λοιπά. Ύστερα από τρία ποτά, εκείνη είχε μεθύσει περισσότερο από όσο είχε αφήσει ποτέ τον εαυτό της να μεθύσει στη ζωή της. Αναρωτιόταν, καθώς εκείνος μιλούσε, τι ήταν αυτό που τον έκανε να διακόψει τις σπουδές του για ένα εξάμηνο. Ναρκωτικά; Μπούλινγκ; Κακοί βαθμοί; Όταν σταμάτησαν, στο δρόμο για το σπίτι του, και ακούμπησε τους ώμους του στο κρύο μέταλλο ενός φανοστάτη και τη φίλησε με συγκινητική ειλικρίνεια, εκείνη άγγιξε τα απαλά μαλλιά στο πίσω μέρος του λαιμού του και σκέφτηκε πως μάλλον είχε πάθει νευρικό κλονισμό. Φιλούσε σαν ένα αγόρι που υπέφερε από κρίσεις πανικού.

Της άρεσε όμως, και το διαμέρισμά του ήταν καθαρό και συμπαθητικό: στη διακόσμηση, ήταν εμφανές το στίγμα μιας δεσποτικής μητέρας. Προτού την αγγίξει, κοίταξε το γυμνό σώμα της για πολλή ώρα, βλεφαρίζοντας. Εκείνη είδε τότε τον εαυτό της όπως την έβλεπε αυτός: στα μέρη που συνήθως κάλυπτε το μπικίνι, το λευκό αποτυπωμένο στο δέρμα της, ο ερωτισμός της αντίθεσης. Ευγνώμων, τον πλησίασε.

Και, ύστερα, το στρώμα ήταν εντυπωσιακά μαλακό. Ενώ το αγόρι κοιμόταν, πήγε στην κουζίνα και άνοιξε το ψυγείο. Ήταν τόσο γεμάτο που πάγωσε για μια στιγμή, απέναντι στην αφθονία. Έφαγε ένα κρύο κομμάτι πίτσα που δέσποζε στο φως του ψυγείου, άνοιξε ένα βάζο με πίκλες κι έφαγε τρεις, έκοψε με τα νύχια της ένα μεγάλο κομμάτι τσένταρ και το κατάπιε σχεδόν αμάσητο. Δεν είδε το αγόρι που στεκόταν στην πόρτα της κουζίνας, παρά μόνο όταν γύρισε να πιάσει ένα μπουκάλι χυμό. Είδε το ανοιχτόχρωμο μπλουζάκι του να διαγράφεται στο σκοτάδι, κι έκλεισε τα μάτια, μη μπορώντας να τον κοιτάξει.

Τον άκουσε να περπατά προς το μέρος της κι ετοιμάστηκε να δικαιολογηθεί. Μα εκείνος χάιδεψε τη μέση της και είπε, απαλά, Αχ, μωρό μου, κι αυτό ήταν σίγουρα χειρότερο.

~.~

Ένας τυφώνας αναπτύχθηκε πάνω από την Καραϊβική μα μόνο οι άκρες του χτύπησαν την ακτή. Παρόλα αυτά, όσο μαινόταν ο τυφώνας, ο ευκάλυπτος κροτάλιζε τα κλαδιά του πάνω στην οροφή του βαν που κλυδωνιζόταν τόσο έντονα, που φοβήθηκε πως το μέταλλο θα άνοιγε και τα τζάμια θα έσπαγαν. Η δεξαμενή υπερχείλισε και το νερό έφτασε ως τις ζάντες του βαν. Έμενε ξαπλωμένη, όσο πιο ήσυχα μπορούσε, ακούγοντας και παρακολουθώντας: η ίδια δεν ήταν παρά ένα λεπτό κέλυφος από μέταλλο και γυαλί που τη χώριζε από την ευαίσθητη χορδή μέσα της. Ένιωθε την καταιγίδα να πλησιάζει, ηλεκτρισμένη, όλο και πιο κοντά περίμενε με κομμένη την ανάσα, έκανε υπομονή, αγωνιώντας. Μα προτού ξεσπάσει η καταιγίδα, αποκοιμήθηκε.

~.~

Τηλεφώνησε στη μητέρα της για τη γιορτή των Ευχαριστιών, μα το σήκωσε ο πατριός της, η μητέρα της ήταν πάλι στο κρεβάτι, δεν ένιωθε καλά, της είπε. Βέβαια εκείνη ούτε που την ένοιαζε αυτό. Καιρό τώρα το είχαν πάρει απόφαση πως δεν θα γύριζε σπίτι αλλά δεν μπορούσε τουλάχιστον να τηλεφωνεί στην μητέρα της μια φορά το μήνα, γαμώτο;

Κράτησε το ακουστικό προς τον αυτοκινητόδρομο και τον άφησε να ξεσπάσει, κι όταν εκείνος σταμάτησε, του είπε να πει στη μητέρα της πως την αγαπούσε και πως θα ξανατηλεφωνούσε σύντομα. Κάθισε για λίγο σ’ έναν αμμόλοφο, τρέμοντας απ’ το κρύο. Ο ωκεανός ήταν κενός, ανέκφραστος, χωρίς ίχνος συμπόνιας. Στο τέλος, είχε μουδιάσει αρκετά ώστε κατάφερε να περπατήσει ως την πόλη και να σταθεί στην μεγάλη ουρά έξω από την εκκλησία. Σήμερα είχαν στήσει τραπέζια, κι η ουρά προχωρούσε πολύ αργά.

Οι περισσότεροι άνθρωποι στο τραπέζι της έμοιαζαν φυσιολογικοί. Απέναντί της καθόταν μια οικογένεια, η μητέρα μελαχρινή, με ένα σικ κούρεμα και τατουάζ απ’ τη μια άκρη της κλείδας ως την άλλη, ο πατέρας με μια περίτεχνη χαίτη, τα δυο κοριτσάκια με κοκαλάκια στα μαλλιά. Πλάι της καθόταν μια τεράστια μαύρη γυναίκα, της οποίας το δέρμα ακουμπούσε πάνω της, σφιχτό και ζεστό. Κανείς δε μιλούσε. Σούπα για πρώτο πιάτο –σπιτικό μινεστρόνε με φρέσκο ψωμί– κι ύστερα γαλοπούλα για κυρίως με διάφορα συνοδευτικά, όλα από κονσέρβες: κράνμπερι, πουρές πατάτας, γέμιση, φασόλια, σάλτσα. Και, στο τέλος, σπιτική καρυδόπιτα και γλυκιά κολοκυθόπιτα με καφέ.

Όταν η γυναίκα που σέρβιρε το τραπέζι τους έσκυψε, φορώντας γάντια και πλαστικό σκουφάκι μιας χρήσης, να μαζέψει τα πιάτα του γλυκού, η μαύρη κυρία την έπιασε απ’ το χέρι. Όλοι κοίταξαν το πρόσωπο της γυναίκας, την έκπληξή της. Σ’ ευχαριστώ, είπε η μαύρη κυρία, ήταν τόοοσο ωραίο! και τα κοριτσάκια γέλασαν. Εκείνη περίμενε πως η γυναίκα θα ένιωθε αμήχανα, θα βιαζόταν ίσως να φύγει, κι όμως, αγκάλιασε τη μαύρη κυρία, την έσφιξε για μια στιγμή, κι οι δυο γυναίκες έκλεισαν τα μάτια καθώς αγκαλιάστηκαν.

297690_514155615277957_252008265_n.jpg

Ήταν μια πολύ ζεστή μέρα για την εποχή, κι εκείνη είχε ρουφήξει την τελευταία λιακάδα του καλοκαιριού στο πετσί της, ξαπλωμένη στην άμμο. Και τώρα, η πετσέτα και το βιβλίο και το μπουκάλι με το νερό της έπεσαν απ’ τα χέρια καθώς κοίταζε εμβρόντητη το στέισον-βάγκον. Όλες οι πόρτες ήταν ανοιχτές, και τα πράγματά της πεταμένα ανάκατα, μέσα κι έξω απ’ το βαν. Της διέλυσαν το αμάξι. Τα πράγματά της, σαν σωθικά που είχαν ξεχυθεί απ’ το σώμα του βάγκον. Το καπό ήταν ανοιχτό, η μηχανή έλειπε. Τα λάστιχα, οι ζάντες, οι μπροστινές θέσεις, όλα είχαν κάνει φτερά. Στο εσωτερικό του βαν, έντονη οσμή ούρων: κάποιος είχε κατουρήσει στο ντουλαπάκι. Η κιθάρα έλειπε, το γκαζάκι του κάμπινγκ, η σκηνή, το παιδικό της αρκουδάκι –μια λούτρινη χελώνα– το αντιανεμικό της. Απ’ όλα τα γαμημένα πράγματά της, πήραν ως και το «Middlemarch». Το σακίδιό της είχε ένα μεγάλο σκίσιμο.

Μάζεψε ό,τι μπορούσε –τον υπνόσακό της, το «Απολεσθείς Παράδεισος», μερικά ρούχα, έναν μουσαμά. Βρήκε λίγο οδοντικό νήμα και με μια βελόνα έραψε το σακίδιο. Ύστερα πήρε από το ντουλαπάκι την άδεια κυκλοφορίας του βαν και την έσκισε –βρεγμένη καθώς ήταν διαλύθηκε πανεύκολα– και πέταξε το δίπλωμά της στη δεξαμενή, οπού επέπλευσε για μια στιγμή ανάμεσα στα βρύα προτού βυθιστεί.

Πόσο ανάλαφρη νόμισε πως αισθανόταν πριν. Πόσο πραγματικά ανάλαφρη ήταν τώρα.

Ούτως ή άλλως θα ‘πρεπε να φύγει από κει –τα μπουρίνια του ωκεανού είχαν φέρει πολύ κρύο. Στα παράθυρα των καταστημάτων υπήρχαν Άγιοβασίληδες, μέσα σε σωρούς ψεύτικο χιόνι.

Στην εθνική, τα αυτοκίνητα ούρλιαζαν προσπερνώντας την, πετώντας καυσαέριο στο πρόσωπό της. Τέντωσε τον αντίχειρά της, κι ένα μαύρο σεντάν επιβράδυνε καθώς την πλησίαζε. Ο οδηγός ήταν χλωμός και νευρικός, και μια φωνή μέσα της είπε μην μπεις, μα συνειδητοποίησε πως δεν την ένοιαζε ν’ ακούσει. Ο οδηγός της είπε πως επέστρεφε στην πανεπιστημιούπολη, κι εκείνη σκέφτηκε τον πρώην της, τους φίλους της, το ξεβόλεμά της. Συνειδητοποίησε πως ούτε αυτά την ένοιαζαν.

Ένιωσε τον ωκεανό να την τραβά πίσω, μα δεν γύρισε να πει αντίο. Δεν της είχε προσφέρει αυτό που τόσο περίμενε απ’ αυτόν: υπήρξε αδιάφορος, τελικά. Πάνω απ’ το κανάλι της ενδοχώρας, με τα μικροσκοπικά νησάκια και την αυλακωτή του γέφυρα, μέσα απ’ τον θαμνότοπο με τους φοίνικες. Κάπου κατά μήκος ενός δρόμου πλαισιωμένου από έναν πυκνό σχηματισμό πεύκων, ο άντρας ακούμπησε το χέρι του στο γόνατό της και τεντώθηκε στην θέση του οδηγού, λοξοκοιτάζοντας την έρημη άσφαλτο μπροστά τους. Εκείνη απομάκρυνε απαλά το χέρι του κι εκείνος δεν ξαναπροσπάθησε. Μόνο άνοιξε το ραδιόφωνο, κι άκουσαν μερικές πιασάρικες ερωτικές μπαλάντες. Στην πόλη, την άφησε στην κεντρική πλατεία και γκάζωσε μακριά φασαριόζικα, προκαλώντας τη χλεύη δύο γηραιών κύριων που περίμεναν στη στάση του λεωφορείου. Της χαμογέλασαν και, ταυτόχρονα, καθώς μασούσαν τις τσίχλες τους, έκαναν δύο ροζ φούσκες που έσκασαν η μία μετά την άλλη.

~.~

Λίγα λεπτά πριν κλείσει η δημοτική βιβλιοθήκη, πήρε το ασανσέρ ως το τελευταίο πάτωμα, και τρύπωσε μέσα στη μεγάλη αίθουσα συσκέψεων με τα βιτρό, που έμοιαζε με στέμμα φορεμένο στην κορυφή του κτηρίου. Είχε ανακαλύψει ένα ξεκλείδωτο ντουλάπι πίσω από έναν κινητό μαυροπίνακα, που ίσα που χώραγε το σώμα της ξαπλωμένο μέσα στον υπνόσακο. Μέσα στο σκοτάδι του ντουλαπιού, έφαγε ό,τι είχε βρει κατά τη διάρκεια της ημέρας, ακούγοντας τη βιβλιοθήκη να αδειάζει από κόσμο. Ήταν η εποχή των εσπεριδοειδών, κι εκείνη έκοψε μερικά μανταρίνια από ένα δέντρο για πρωινό κι έφτυσε τα κουκούτσια στην παλάμη της.

Αμέλησε να τηλεφωνήσει στη μητέρα της τα Χριστούγεννα, την Πρωτοχρονιά. Όταν προσπαθούσε να διαβάσει, κατά τη διάρκεια της ημέρας, οι λέξεις έχαναν το νόημά τους κι επέπλεαν χαλαρά καθώς τις κοίταζε.

~.~

Ένα βράδυ, δεν πρόλαβε τη βιβλιοθήκη ανοιχτή και πέρασε τη νύχτα τρέμοντας απ’ το κρύο, μες στο λεπτό τζιν σακάκι της. Πέρναγε από ένα κλαμπ που μόλις είχε κλείσει, όταν ένα σμήνος προπτυχιακών φοιτητριών με στράπλες φορέματα προσπέρασαν τρεκλίζοντας, πληκτρολογώντας στα κινητά τους. Αναγνώρισε μία απ’ αυτές, ένα κορίτσι από το περσινό της τμήμα συγκριτικής λογοτεχνίας. Ήταν ένα τρομαγμένο, σιωπηλό πλάσμα που μόλις και μετά βίας είχε πάρει ένα πέντε. Όσες ασκήσεις και γυμνάσια κι αν της έβαζε, η λεπτή γραμμή μεταξύ του «ότι» και του «ό,τι» πάντα διέφευγε της προσοχής του κοριτσιού. Απόψε, αν ερχόταν πρόσωπο με πρόσωπο, το κορίτσι θα κοίταζε την παλιά της καθηγήτρια χωρίς να την αναγνωρίζει, σ’ αυτή την καταπονημένη, βρώμικη γυναίκα. Κι εκείνη, που κάποτε οι λέξεις της τσάκιζαν κόκαλα, δεν θα ‘χε τίποτα να πει.

Ότι, Ό,τι, είπε δυνατά τώρα. Ποιος νοιάζεται;

Ένας άντρας που στοίβαζε τις καρέκλες στο αίθριο του κλαμπ την άκουσε και γέλασε. Χαζοβιόλες, συμφώνησε.

Εκείνη έγειρε στα κάγκελα και τον παρατηρούσε καθώς δούλευε. Ήταν ένας υπερβολικά αδύνατος, κοντός, μελαχρινός άντρας, εξαιρετικά σβέλτος: είχε ήδη μαζέψει τα λαστιχένια χαλάκια και κατάβρεχε τις πλάκες όταν εκείνη συνειδητοποίησε πως ακόμα της μιλούσε. Στο λόγο μου, έλεγε, χαζεύουν ολοένα και περισσότερο, μέρα με τη μέρα, γεμίζουν τα μυαλά τους με τουίτερς και σκούτερς και φείσμπουκς και στάρμπουκς κι όλα αυτά τα σκατά. Την κοίταξε και χασκογέλασε. Τέσσερα απ’ τα μπροστινά του δόντια έλειπαν, κι αυτό του έδινε κάτι απ’ το σκανταλιάρικο ύφος εξάχρονου παιδιού. Με λένε Ευλάμπιο, αλλά όλοι με φωνάζουν Ευλάμπης-και λάμπεις. Επειδή τα κάνω όλα λαμπίκο, το ‘πιασες; Όχι ένα – τρία μαγαζιά σαν ετούτο έχω να καθαρίσω ως το πρωί, δεν μπορώ να σταματήσω για ψιλοκουβέντα.

Ο.Κ., είπε εκείνη κι έκανε να φύγει, μα εκείνος εννοούσε ότι δεν μπορούσε να σταματήσει να καθαρίζει, μπορούσε όμως να κουβεντιάζει παράλληλα. Τούτο το μέρος, της είπε, είναι γεμάτο από χαζοχαρούμενους κι ανήσυχα πνεύματα, ναι, κι απ’ τα δυο. Τα πνεύματα είναι δυστυχισμένα, φωνάζουν και σπέρνουν το κακό στον τόπο. Νεκροί Ισπανοί ιεραπόστολοι και Ινδιάνοι που τους έφαγαν τα φίδια και πιονιέροι που λιμοκτόνησαν, κι όλα αυτά τα σκατά. Εκείνος, ο Ευλάμπης-και λάμπεις, ήταν από κάπου κοντά στην Ατλάντα και είχε κατέβει στη Φλόριντα πριν από τέσσερα χρόνια σχεδόν και είχε μολυνθεί από τα πνεύματα, που ήταν πια μέσα του και δεν τον άφηναν να φύγει.

Είχαν πια μπει μέσα στο κλαμπ, που βρωμούσε αλκοόλ, κι ο Ευλάμπης της είχε βάλει ένα ποτήρι χυμό κράνμπερι. Άρχισε να σφουγγαρίζει το πάτωμα μ’ ένα διάλυμα χλωρίνης τόσο δυνατό που τα μάτια της δάκρυσαν. Την κοίταξε σταματώντας για μια στιγμή, σα να σκέφτηκε κάτι ξαφνικά. Μ’ αρέσεις, είπε. Δεν είσαι φλύαρη.

Ευχαριστώ, Ευλάμπιε, του είπε.

Θα ‘χρειαζόμουν ένα χεράκι, της είπε. Τρία κλαμπ ως το πρωί, πώς να τα φέρω βόλτα μόνος μου; Μπορείς να καθαρίζεις τις τουαλέτες. Έχεις δουλειά;

Όχι, είπε εκείνη.

Την κοίταξε πονηρά και είπε, πενήντα πράσινα Πέμπτες, Παρασκευές, Σάββατα, είκοσι πράσινα τα υπόλοιπα βράδια. Δευτέρες ρεπό.

Εκείνη βλεφάρισε καθώς της πέταξε έναν άδειο κουβά στα χέρια. Συνέταιρε, της είπε.

~.~

(Το δεύτερο μέρος και τελευταίο μέρος, την Κυριακή 17/03)

Σχετικά με τα ροδάκινα

DSC_0044.jpg

της ΜΥΡΤΩΣ ΧΑΡΒΑΛΙΑ*

Αγαπητέ Θ.,

Σας αποστέλλω το παρόν γράμμα για να σας υπενθυμίσω να παραλάβετε τα ροδάκινα που σας έστειλα. Βεβαίως, θα θυμάστε την μικρή μας συμφωνία! Ο ταχυδρόμος της γειτονιάς μου με βεβαίωσε πως σε τρεις εργάσιμες μέρες τα ροδάκινα θα είναι στην πόρτα σας ή κι αν δεν είναι, τότε σίγουρα ο ταχυδρόμος θα σας έχει αφήσει κάποιο παραπεμπτικό δελτίο, για να τα παραλάβετε από το κοντινότερο ταχυδρομείο.

 

Να σας δηλώσω πως τα όσα είπαμε τα έχω φυλάξει καλά μέσα στην καρδιά μου, δεν τα λησμονώ.

Για την ώρα σας χαιρετώ,

Μ.

Υ.Γ. Μα πάνω από όλα, δεν σας λησμονώ.

istockphoto-637270182-1024x1024.jpg

Αγαπητέ Θ.,

Τα ροδάκινα που σας έστειλα δεν φαίνεται να έχουν παραληφθεί ακόμη.
Σας παρακαλώ να τα παραλάβετε από το ταχυδρομείο!
Αν αργήσετε κι άλλο, θα γίνουν μαρμελάδα.

Σας ασπάζομαι,

Μ.

Υ.Γ. Η σκέψη σας παφλάζουσα
σαν τα κύματα
στην άκρη του λιμανιού. Θυμάστε.

istockphoto-637270182-1024x1024.jpg

Αγαπητέ Θ.,

Πρέπει να σας έτυχε κάτι επείγον.
Βεβαιώθηκα πως δεν λάβατε τα ροδάκινα που σας έστειλα.
Επεστράφησαν, μάλιστα, σε εμένα στο ίδιο χάρτινο κουτί, μουλιασμένο τώρα από τους χυμούς τους και την μούχλα.
Σας αποστέλλω εκ νέου τα ροδάκινά μου.
Σας παρακαλώ να σπεύσετε να τα παραλάβετε γιατί είναι πολύ ώριμα. (Ο προσωπικός μου μανάβης τα χαρακτήρισε prêt-à-manger. Παράξενο για έναν μανάβη, δεν βρίσκετε;)

Δικός σας,

Μ.

Υ.Γ. Παρακαλώ πολύ απαντήστε μου, η σιωπή σας με αναστατώνει. Μήπως συνέβη κάτι με την Μάρθα; Αχ… Αυτό δεν θα το ήθελα καθόλου.

istockphoto-637270182-1024x1024.jpg

Αγαπητέ Θ.,

Ο ταχυδρόμος με βεβαιώνει πως η διεύθυνση που μου δώσατε είναι σωστή.

«Τα ροδάκινα», μου λέει, «φαίνεται να παραδίδονται σωστά, κανένας όμως δεν έρχεται να τα παραλάβει. Όπως γνωρίζετε τα δέματα που δεν χωρούν κάτω από την πόρτα, τα κρατάμε στο ταχυδρομείο, ο παραλήπτης τα παραλαμβάνει από εμάς δείχνοντας το αποδεικτικό δελτίο που του αφήσαμε στην ταχυδρομική του θυρίδα.»

Σαχλαμάρες.

Πιστεύω πως πρόκειται για παρεξήγηση, ίσως μάλιστα να πρόκειται για λάθος της ταχυδρομικής υπηρεσίας. Είναι πιθανόν να το στέλνουν σε άλλη διεύθυνση. Εν πάση περιπτώσει, βεβαιωθείτε ότι είχατε παραλάβει αυτό το αποδεικτικό δελτίο, στο οποίο αναφέρεται ο ταχυδρόμος. Παρά λίγο να βρεθώ σε πολύ δύσκολη θέση.

Σας ασπάζομαι,

Μ.

Υ.Γ. Χθες πήγα σε μία θεατρική παράσταση, κάθισα στον εξώστη. Βεβαίως, θα θυμάστε αυτό που σας είχα πει για την σχέση μου με τους εξώστες. Κοιτούσα το πλήθος που κατέκλυζε την αίθουσα από ψηλά. Έτσι για γούστο, είχα πάρει και τα κιάλια μου. Κοιτούσα. Το πλήθος, το φθηνό, το τιποτένιο πλήθος, το πλήθος των ανθρώπων. Τι κάνει, αναρωτήθηκα, ο λαουτζίκος, σε μία τέτοια παράσταση; Τι καταλαβαίνουν όλοι αυτοί! Ύστερα γύρισα το βλέμμα μου, στην αδειανή —φεῦ— διπλανή μου θέση. Ξέρετε, ένιωσα πως κάτι συνέβαινε, κάτι κακό, μέσα μου. Η αδειανή θέση.

istockphoto-637270182-1024x1024.jpg

Αγαπητέ Θ.,

Σας αποστέλλω το παρόν γράμμα για να σας γνωστοποιήσω πως και το δεύτερο δέμα που σας έστειλα βρίσκεται ξανά στα χέρια μου πιο ζουμερό από ποτέ. Πραγματικά, δεν μπορώ να φανταστώ τι μπορεί να συνέβη. Οφείλω να ομολογήσω πως το μάτι του ταχυδρόμου βρίσκεται σε κρίσιμη κατάσταση. Μάλιστα θα χρειαστεί να του πληρώσω και την επίσκεψή του στην οφθαλμολογική κλινική.

Η γειτονιά έχει αρχίσει να μιλάει. Οφείλω να πω πως οι γείτονές μου με κοιτούν κάπως περίεργα.

Παρακαλώ απαντήστε.

Δικός σας,

Μ.

istockphoto-637270182-1024x1024.jpg

Αγαπητέ Θ.,

Σας αποστέλλω εκ νέου τρία ροδάκινα. Βεβαίως συμβολικό το τρία, θα θυμάστε άλλωστε. Διάβασα πως τα ροδάκινα έχουν μικρό χρόνο ζωής όταν δεν συντηρούνται εντός ψυγείου, γι’ αυτόν τον λόγο τα έχω τοποθετήσει σε ειδικό δέμα. Μα τι έχουν σκαρφιστεί! Δέματα με θερμοστάτες! Κατάλληλα για την μεταφορά τυριών και άλλων ευαίσθητων προϊόντων, ακόμα και ανθρώπινα όργανα μεταφέρουν σε αυτά τα κουτιά! Φανταστείτε!

Σας ασπάζομαι,

Μ.

Υ.Γ. Χθες βρήκα το τζάμι της πίσω πόρτας σπασμένο. Κι όμως τίποτα δεν φαίνεται να είχε πέσει πάνω του.

istockphoto-637270182-1024x1024.jpg

Αγαπητέ Θ.,

Προφανώς θα γνωρίζετε τον λόγο που σας απευθύνω το παρόν γράμμα. Το τρίτο δέμα γύρισε. Η συσκευασία έσπασε. Τα ροδάκινα μούχλιασαν. Δεν το βρίσκετε λυπηρό; Σε λίγο η εποχή των ροδάκινων θα τελειώσει. Να σας υπενθυμίσω, ωστόσο, πως τα όσα είπαμε τα έχω φυλάξει καλά μέσα στην καρδιά μου. Με ζεσταίνουν όταν η σιωπή σας, αυτή η βασανιστική, ταχυδρομική σας σιωπή… Με παγώνει.

Είμαι έτοιμος να στείλω το επόμενο δέμα.

Δικός σας,

Μ.

Υ.Γ. Κάποιος μπήκε μέσα στο σπίτι. Έψαχνε κάτι. Πολύ φοβάμαι πως ήξερε καλά τι έψαχνε. Δεν πήρε ούτε ένα από τα χαρτονομίσματα που αφήνω κάτω από το τασάκι στην τραπεζαρία. Θυμάστε αυτό που σας είχα πει, για τον φόβο μου.

istockphoto-637270182-1024x1024.jpg

Αγαπητέ Θ.,

Δεν περιμένω απάντηση.
Κάποιος μου άφησε ένα ψόφιο κοράκι στην πόρτα μου.
Αστείος ο συμβολισμός, δεν βρίσκετε;
Σαν να παίζουμε σε θεατρικό έργο.
Απαντήστε μου.
Τι κάνει η Μάρθα;
Τι κάνει το ταχυδρομείο σας; Ακούσατε τις ειδήσεις;

Σας χαιρετώ,

Υ.Γ. Ποτέ δεν μου άρεσαν τα γράμματα, εσείς μου τα μάθατε και τώρα δεν λέτε να απαντήσετε.

istockphoto-637270182-1024x1024.jpg

Αγαπητέ Θ.,

Την επόμενη φορά θα είναι ακόμα χειρότερο.

istockphoto-637270182-1024x1024.jpg

Αγαπητέ Θ.,

Θυμάστε που σας έλεγα για το κοράκι; Τώρα άφησαν έναν αρουραίο, ψόφιο. Φαίνεται πως τον σκότωσαν χώνοντάς τον επανειλημμένα σε χλωρίνη. Η κοιλιά του ζώου ήταν γεμάτη από το υγρό. Λέτε να σημαίνει κάτι; Ο συμβολισμός είναι κάπως βίαιος αλλά σίγουρα αστείος.

Σας φιλώ, σας γελώ,

Μ.

Υ.Γ. Με προτιμάτε έτσι; Όπως παλιά;

istockphoto-637270182-1024x1024.jpg

Αγαπητέ Θ.,

Σας φιλώ, σας γελώ, σας χαιρετώ; Όχι ακόμη.

Αγαπημένε Θ., δικός σας δηλώνω

Μ.

istockphoto-637270182-1024x1024.jpg

Αγαπητέ Θ.,

Θα σταματήσω να σας στέλνω τα ροδάκινά μου. Άλλωστε δεν έχει πια νόημα. Πρέπει να έγινε κάποια παρεξήγηση. Μάλλον η συμφωνία μας δεν ήταν συμφωνία, μάλλον τα λόγια σας δεν ειπώθηκαν ποτέ. Άραγε, τι κάνει η Μάρθα; Εσείς, σιωπηλέ βασανιστή μου;

Υπάρχετε;

Υπήρξατε ποτέ; Σας φαντάστηκα όπως την συμφωνία μας;

Τόσο καιρό καίω τα σωθικά μου.

Συγχωρήστε με για τους συναισθηματισμούς μου. Για τις υπερβολές. Αγαπητό μου φάντασμα, τα φώτα εδώ δεν ανάβουν. Η μπαλκονόπορτα έσπασε. Οι γείτονες είναι πιο σιωπηλοί από ποτέ. Έχω ξεχάσει το όνομά μου. Έχω ξεχάσει τι είμαι. Τι είμαι;

Μαύρο σκοτάδι, τα σκουπίδια μαγειρεύονται στην εξώπορτα. Τι εξώπορτα. Δεν υπάρχουν πόρτες, ούτε ανοίγματα. Κύριε, υπήρξατε;

Σας αποχαιρετώ;

Δικός σας;

Μ. Χ.

 

ΜΥΡΤΩ ΧΑΡΒΑΛΙΑ

peaches


*  (Η Μυρτώ Χαρβαλιά γεννήθηκε στην Αθήνα τον Απρίλη του 1995. Σπούδασε στο Τμήμα Αγγλικής Φιλολογίας του ΕΚΠΑ. Για την ώρα ζει στο Παρίσι, όπου κατά δική της ομολογία «σπουδάζει ανεπιτυχώς)».

 

 

Τάσος Αναστασίου, Γιατί λοιπόν δεν χωρίζετε; (β΄ μέρος)

Ζευγάρι

του ΤΑΣΟΥ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ

(Διαβάστε το πρώτο μέρος εδώ.)

6

Μπαίνοντας στο Δημαρχείο στάθηκε ακίνητος. Το έντονο κύμα δροσιάς του είχε κόψει την ανάσα. Ήταν κάπως αστεία η απόσταση ανάμεσα στην παγωμένη ατμόσφαιρα στο εσωτερικό του Δημαρχείου και τον ανυπόφορο καύσωνα έξω. Του ήρθε η όρεξη ν’ απευθύνει πειράγματα στους υπαλλήλους για την υπερβολή τους. Ή ακόμα καλύτερα θα έφερνε την Ελένη να έβλεπε την αντίδρασή της. Προχώρησε προς το ταμείο γελώντας από μέσα του. Ο υπάλληλος, ένας νεαρός που το πρόσωπό του φαινόταν οικείο στον Παντελή, μόλις διάβασε το έγγραφο, είπε:

-Τι; Πέθανε ο κ. Γιάννης;

Ο Παντελής τον αναγνώρισε: ήταν γιος του ιδιοκτήτη ενός καφενείου στο οποίο σύχναζε ο πατέρας του.

-Τον είχα σερβίρει πολλές φορές. Βέβαια έχουν περάσει χρόνια. Δούλευε στο λογιστήριο ενός σουπερμάρκετ, έτσι δεν είναι;

Το ύφος του υπαλλήλου μαρτυρούσε ειλικρινή έκπληξη και συμπόνια. Του φαινόταν απίστευτο που… Κρίμα. Κρίμα. Γιατί ο κ. Γιάννης ήταν μορφή: έπινε ούζο, συζητούσε πολιτικά κι αστειευόταν με όλους. Χωρίς ποτέ να τσακώνεται ή να βρίζει, όπως άλλοι. Ο υπάλληλος κούνησε το κεφάλι του: Ναι, όφειλε να τονίσει ότι ο κ. Γιάννης, αν και μεγάλο πειραχτήρι, ποτέ του δεν έβριζε.

-Από μια εποχή κι έπειτα τον χάσαμε, αλλά σκέφτηκα, έφτιαχνε ένα διαμέρισμα τότε. Για τον γιο του, λέει. Για σας ήτανε; Σκέφτηκα, έχει δουλειές ο άνθρωπος. Πού να πάει το μυαλό μου. Μετά εγώ διορίστηκα στον Δήμο… Από αρρώστια έφυγε;

-Καρδιά, είπε ο Παντελής.

Πλήρωσε και βγήκε γρήγορα έξω. Μπαίνοντας στο αυτοκίνητό του άναψε τον κλιματισμό κι έπειτα ξεκίνησε για το νεκροταφείο. Ήξερε ότι θα του χαλούσε τη διάθεση για όλη την υπόλοιπη μέρα, όμως δεν γινόταν να το αναβάλει, τον περίμενε η αδερφή του πατέρα του. Ήταν θρήσκα και γνώριζε τους παπάδες της περιοχής καθώς και τον γραμματέα του νεκροταφείου, και είχε διαβεβαιώσει τον Παντελή ότι θα φρόντιζε ώστε να βρεθεί οστεοθήκη σε καλή θέση, για να έχει πρόσβαση κι η μητέρα του. Παρόλο που ο Παντελής πήγε στο ραντεβού τους στην ώρα του, η θεία του δεν παρέλειψε να γκρινιάξει.

-Άιντι πιδάκι μ’, άργησις, είπε με την κλασική επαρχιώτικη προφορά της, λες και δεν είχε ζήσει τα τελευταία πενήντα χρόνια στην Αθήνα. Πού γύρναγις; Μι φάγαν τα παλιοκούνουπα.

Ομογάλακτος του πατρός ευθιξία, σκέφτηκε ο Παντελής.

Ο τόπος γύρω έβραζε. Κάτω απ’ το συνεχές σφυροκόπημα του ήλιου, η συνήθης ατμόσφαιρα περισυλλογής και γαλήνης είχε χαθεί. Μια εκτυφλωτική άσπρη λάμψη απλωνόταν παντού. Κι οι γλάστρες με τα λουλούδια, οι θάμνοι στα παρτέρια δίπλα στον περίβολο, τα κυπαρίσσια, δεν ήταν παρά φρικτά ορμητήρια κουνουπιών.

Η θεία του πήρε την απόδειξη κι ανέβηκε στη γραμματεία. Ύστερα από λίγο ξανακατέβηκε. Η δουλειά θα γινόταν σύντομα, μόνο που οι οστεοθήκες ήταν όλες στο πίσω μέρος του νεκροταφείου και για να πάει κάποιος εκεί μεσολαβούσαν σκαλοπάτια· οπότε τη μάνα του δεν θα την βόλευε. Αλλά τι πείραζε; Αφού θα ερχόταν η ίδια. Μήπως κάθε εβδομάδα δεν ερχόταν;

Ο Παντελής, νιώθοντας τον ήλιο να του καίει τον σβέρκο, κοίταξε τη θεία του και της πρότεινε (ελπίζοντας στην άρνησή της) να την πάει στο σπίτι της.

-Όχι, μωρέ πιδάκι μ’, πού να κάνεις κύκλου τώρα. Άσε που πρεπ’ να περπατάου.

Ο τόνος της φωνής της δεν ήταν πειστικός κι ο Παντελής επέμεινε. Αναλογίστηκε πόσο καιρό είχε να την δει. Τελευταία φορά ήταν πριν από έξι μήνες, όταν την επισκέφτηκε στην κλινική όπου είχε κάνει εγχείριση καταρράκτη. Καθώς πλησίαζαν στο αυτοκίνητο, την άκουσε να του λέει ότι δεν ήθελε να του γίνεται βάρος κι ότι προτιμούσε να περπατήσει, αλλά δεν έδωσε σημασία και της άνοιξε την πόρτα. Μόλις μπήκαν μέσα, η θεία του άλλαξε τροπάριο:

-Άιντε, να ’χ’ς την ευχή μ’, για δε νιώθου τα πόδια μ’ απ’ τα τσιμπήματα. Σαν πάου σπίτ’, θενά βάλου αμμωνία. Τ’ αναθιματισμένα, μι τάραξαν.

Έπειτα τον ρώτησε για τη μητέρα του, αν θα ερχόταν τουλάχιστον στην εκταφή, κι όταν ο Παντελής απάντησε αρνητικά, του είπε:

-Εμ, βέβαια, πού ν’ αντέξ’ τη ζέστα. Ιγώ είμι μιγαλύτερή τς κι στέκουμι καλύτιρα. Πώς και παράτ’σε τον εαυτό τς έτσ’ αυτή η γυναίκα; Η Ελέν’ θά ’ρθ’;

-Μάλλον.

Η θεία του άρχισε να λέει ότι οι γονείς του, από τότε που αρνήθηκε να μείνει μαζί τους, πήραν την κάτω βόλτα. Δεν το χώνεψαν ποτέ τους. Η μάνα του είχε θυμώσει περισσότερο αλλά σαν πιο πονηρή δεν το φανέρωνε. Ο πατέρας του, όμως, εκεί, πείσμα στο πείσμα.

-Έτσι και δεν τουν έσπρουχνα ιγώ, σιγά μη ’ρχότανε να σας επισκιφτεί στη Γλυφάδα. Θα μ’ πεις, και πού ήρθι τι έγινε; Συνέχ’σε τα ίδια κι τα ίδια, λες κι του ’χε κουπεί η λαλιά. Πουτέ τ’ δεν του χώνεψε. Αυτός, πιδί μ’, άμα ήταν να γυρίστε απ’ τη Ρόδου κι να μείνιτ’ ιδώ, κοίταε να σας παρ’ ψυγείου κι ιντοιχιζόμενη κουζίνα, για να σας κάν’ έκπληξη. Του λέου: «Στάκα, ρε αδιρφέ, χουρίς να τους ρουτήσ’ς; Χριστός κι Απόστουλος».

Ο Παντελής δεν ήξερε την ιστορία για την κουζίνα και το ψυγείο, καταλάβαινε, όμως, ότι ήταν αληθινή: ο πατέρας του ορισμένες φορές έδειχνε μιαν απίστευτη αφέλεια. Εκτός κι αν επρόκειτο για πονηριά. Σου λέει, αν τους αγοράσουμε τις ηλεκτρικές συσκευές, τους δεσμεύουμε για πάντα και δεν θα μείνουν αλλού. Αστεία υπολογιστική αφέλεια. Ο Παντελής ένιωσε τα χείλη του να τρέμουν. Κι όμως, όσα του είχαν τύχει σήμερα, θα έπρεπε να του είχαν φτιάξει το κέφι. Ποιος ξέρει, τον βασάνιζε, φαίνεται, η εκκρεμότητα με την Ελένη. Αν τουλάχιστον έπεφτε λίγο η θερμοκρασία… Ο καύσωνας τον παρέλυε, δεν τον άφηνε να σκεφτεί, να προχωρήσει…

 

7

Ο ίδιος προτιμούσε ιταλικό εστιατόριο, αλλά η Ελένη επέμενε να δοκιμάσουν το ουζερί που της σύστησε ένας συνάδελφός της κι ο Παντελής, για να μην τσακωθούν, υποχώρησε. Όπως αποδείχτηκε, οι μεζέδες ήταν αρκετά νόστιμοι, αλλά όλα τα υπόλοιπα μύριζαν παρακμή: οι καρέκλες ψάθινες, στο ταβάνι λάμπες φθορισμού, στους τοίχους πίνακες λαϊκής ζωγραφικής, οι ονομασίες των πιάτων κακόγουστες (γύρος καλαμάρι π.χ.). Ο Παντελής, ξέροντας από κοινούς φίλους ότι ο Μίμης τα τελευταία χρόνια είχε βγάλει χρήματα, ήθελε να επιδειχτεί και το περιβάλλον δεν βοηθούσε. Πάντως, κατά τη διάρκεια του γεύματος, βρήκε μια ευκαιρία κι ανέφερε ότι πούλησε πρόσφατα το Σουζούκι τζιπ και πήρε Μερσεντές. Κλασική ποιότητα, όχι αστεία!

Ο Μίμης κούνησε το κεφάλι του. Προσωπικά βολευόταν με το Χιουντάι του. Παρέμενε όπως πάντα ρομαντικός, αδιάφορος για τα υλικά αγαθά. Τον ενδιέφερε η υπεράσπιση των αδυνάτων και πίστευε ότι η εργατική τάξη στην Ελλάδα είχε δικαίωμα ν΄ αποκτήσει επιτέλους την εξουσία.

Ο Παντελής δεν πίστευε στ’ αυτιά του. Στην Ελλάδα εργατική τάξη! Σε μια χώρα που το ποσοστό του βιομηχανικού προλεταριάτου ήταν μικρότερο απ’ το ποσοστό των πρεζάκηδων. Αλλά δεν μπορούσε να τα πει αυτά: ο Μίμης, ανίκανος ν’ αλλάξει, να ξεφύγει απ’ τις στερεότυπες αντιλήψεις των νεανικών τους χρόνων, θα τα εκλάμβανε σαν επίθεση στο νόημα της ζωής του κι επιπλέον θ’ αράδιαζε άσχετα επιχειρήματα (π.χ. για τη διεύρυνση των κοινωνικών ανισοτήτων τα τελευταία χρόνια).

-Μερσεντές έχουμε, είπε η Ελένη. Σπίτι δικό μας δεν έχουμε.

-Στο ενοίκιο μένετε; ρώτησε ο Μίμης έκπληκτος.

-Θ’ αγοράσουμε, μόλις παρουσιαστεί ευκαιρία, είπε ο Παντελής.

-Ζήσε Μάη μου…

Έτσι έκανε πάντα η Ελένη, του έφερνε αντίρρηση μπροστά σε κόσμο. Τον μείωνε σε κοινή θέα.

Η κουβέντα προχώρησε με αργά προσεκτικά βήματα, μέχρι που ξεκίνησε η αναμόχλευση αναμνήσεων. Ο Παντελής παράγγειλε δυο καραφάκια ούζο ακόμα. Σε μια στιγμή που η Ελένη του σύστησε μέτρο στο ποτό κι αυτός της απάντησε να κάνει δουλειά της κι αυτή του ανταπάντησε ότι εδώ και μερικά χρόνια τον έβλεπε να πίνει καθημερινά και πού θα πήγαινε η κατάσταση, ο Μίμης είπε χαμογελώντας:

-Βλέπω δεν άλλαξαν και πολλά πράγματα μεταξύ σας.

Ο Παντελής θύμωσε. Αφού δεν τα έβρισκε με τον Μίμη, τι ήθελε και είχε έρθει εδώ μαζί του; Και τι ήταν εκείνη η βλακεία με το άγχος του τηλεφωνήματος κάθε Κυριακή; Το ίδιο και με την Ελένη: ποιος ο λόγος να κυκλοφορούν παρέα; Κοινωνικές υποχρεώσεις κι αηδίες. Την κοίταξε που έψαχνε στην τσάντα της για τσιγάρα κι αναρωτήθηκε αν όντως πριν από τέσσερα χρόνια η σχέση τους έδινε την ίδια εντύπωση ασυνεννοησίας και σύγκρουσης. Άραγε τίποτα δεν είχε επιδεινωθεί από τότε;

-Κάτι άλλαξε, είπε η Ελένη όταν βρήκε τα τσιγάρα της. Ο Παντελής ανακάλυψε το ψάρεμα.

-Όλοι οι άντρες ίδιοι είναι, είπε η Ισμήνη, η γυναίκα του Μίμη.

-Τι; Πάει κι ο Μίμης για ψάρεμα;

Η Ισμήνη κι ο Μίμης γέλασαν δυνατά.

-Όχι βέβαια! είπε η Ισμήνη.

Κι άρχισε να μιλάει για την ενασχόληση του άντρα της με την πολιτική και την εκλογή του στο δημοτικό συμβούλιο της περιοχής τους. Η Ισμήνη εργαζόταν ως ηθοποιός και, παρόλο που οι παραστάσεις στις οποίες συμμετείχε δεν της προσπόριζαν ούτε χρήμα ούτε δόξα, είχε ένα ύφος λίγο αφ’ υψηλού. Ο Παντελής κοίταξε το πρόσωπό της. Τι άχαρο! Ακόμα κι όταν χαμογελούσε, δεν φωτιζόταν.

-Εγώ μια φορά την εβδομάδα πάω και βλέπω θέατρο, είπε η Ελένη ανάβοντας τσιγάρο. Αλλά ο κύριος ποτέ δεν ακολουθεί.

-Και τα ημέτερα τέκνα; είπε ο Παντελής.

-Μπορούμε να τ’ αφήνουμε στη μητέρα σου.

-Η μήτηρ μου, εάν ενθυμείσαι, είναι ακόμα θυμωμένη.

Κι ο Παντελής διηγήθηκε στους άλλους την ιστορία με το διαμέρισμα της Αργυρούπολης. Περισσότερο ήθελε να τους δείξει ότι, παρά τη μεμψιμοιρία της γυναίκας του, στην πραγματικότητα διέθεταν σπίτι κι ότι, αν έμεναν στο ενοίκιο, ήταν δική τους επιλογή.

-Η ελληνική οικογένεια, είπε ο Μίμης. Τι περίμενες; Παρόλα αυτά δεν ξέρω αν έχετε απόλυτο δίκιο. Έπρεπε να είχατε κάπως προειδοποιήσει τον πατέρα σου.

Η Ελένη κοιτούσε αλλού.

-Κανείς ποτέ δεν πήρε το μέρος μας σ’ αυτό το ζήτημα, είπε ο Παντελής. Η αδερφή της, οι γονείς της, οι δικοί μου συγγενείς. Όλοι προσπαθούσαν να μας τα φτιάξουν με τον πατέρα μου, αλλά κανείς δεν μας είπε ποτέ: Έχετε δίκιο. Ούτε ένας, βρε παιδί μου, έτσι, για τα μάτια του κόσμου.

Για λίγο έγινε σιωπή. Έπειτα η κουβέντα πήγε σε ζητήματα σχετικά με την εργασία τους κι ο Μίμης διηγήθηκε πόσο δύστροποι ήταν μερικοί πελάτες και πόσο ανενδοίαστα του τηλεφωνούσαν στα μαύρα μεσάνυχτα κι απαιτούσαν να τον δουν αμέσως. Η Ισμήνη όλη αυτή την ώρα τον κοιτούσε με θαυμασμό.

Κατόπιν, η Ελένη κι ο Παντελής απάντησαν σ’ ερωτήσεις σχετικά με τα παιδιά τους κι όταν το θέμα εξαντλήθηκε, χωρίστηκαν άντρες-γυναίκες. Ο Παντελής κι ο Μίμης σχολίαζαν παλιούς φίλους ενώ η Ελένη και η Ισμήνη αντάλλασσαν πληροφορίες για τα μαγαζιά της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης και τις τιμές καλλυντικών και ρούχων.

-Ο Παντελής ποτέ δεν έρχεται μαζί μου για ψώνια, είπε η Ελένη.

-Αφού δεν έχει μέτρο, είπε ο Παντελής. Για να πάρει κρεβάτι των παιδιών γύρισε πάνω από είκοσι μαγαζιά.

-Δεν μου λέτε, είπε η Ισμήνη. Πώς γνωριστήκατε;

-Υπηρέτησα φαντάρος στη Ρόδο κι από τότε πήγαινα συχνά για διακοπές. Το ’97 βρέθηκα τυχαία σε μια παραλία στρατιωτικών. Η Ελένη σύχναζε εκεί γιατί ο προηγούμενος φίλος της ήταν αξιωματικός. Είχαν χωρίσει κι ο τύπος είχε πάρει μετάθεση, αλλά, ποιος ξέρει, της άρεσε η παραλία. Την κάλεσα να βγούμε και την πήγα σ’ ένα μπαρ με ροκ μουσική στην Παλιά Πόλη. Δυο μέρες αργότερα η Ελένη με πήγε σ’ ένα μπαρ με πισίνα στα Τριάντα. Όπως βλέπετε, συμφωνούσαμε από τότε σε όλα.

-Προφανώς δεν τα βρίσκετε, είπε ο Μίμης. Γιατί λοιπόν δεν χωρίζετε;

-Μα τι λες; είπε η Ισμήνη. Για συγκρατήσου, σε παρακαλώ. Άλλοι πίνουν, άλλοι μεθάνε.

-Αστειεύομαι. Πρέπει να κάνουν κάτι για να μη βασανίζονται, αυτό εννοούσα.

-Και τα παιδιά τους; Δεν είναι όλοι σαν εμάς, ξέρεις.

Η Ελένη είχε σκύψει το κεφάλι. Ο Παντελής, απλώνοντας το χέρι του στον ώμο της, την τράβηξε προς το μέρος του. Την αγκάλιασε λες και την υπερασπιζόταν απέναντι σε μια προσπάθεια υποβιβασμού της. Γιατί ο Μίμης ήταν σαν να έλεγε πως δεν αρκούσε η ομορφιά της για να κρατήσει τον Παντελή, να κρατήσει τον οποιοδήποτε, έπρεπε να υπάρχει και μια ιδιαίτερη συμφωνία χαρακτήρων.

-Όλοι κάνουμε σφάλματα, είπε ο Μίμης. Το δικό μας είναι που δεν έχουμε παιδί.

Ίσως ήταν ο τρόπος του να ζητήσει συγγνώμη. Η Ελένη είπε ότι ποτέ δεν ήταν αργά, έπειτα, μόλις ο Παντελής απέσυρε το χέρι του απ’ τον ώμο της, διηγήθηκε διάφορα προβλήματα που είχαν με τους γιους τους, ανάμεσά τους και την επιμονή τους γι’ απόκτηση σκύλου. Ο Παντελής θυμήθηκε ότι ο Μίμης είχε στο παρελθόν ένα λαμπραντόρ και τον ρώτησε τι απέγινε. Ο Μίμης σήκωσε τα χέρια του σαν να έλεγε «Πού να ξέρω τώρα» κι έσκυψε στο ούζο του. Η Ισμήνη είπε:

-Όταν ήρθε να συγκατοικήσουμε, είδα ότι το σκυλί έπρεπε να φύγει.

-You ain’t nothing but a houndog, τραγούδησε σιγανά ο Μίμης.

-Ποτέ μου δεν άκουγα ροκ μουσική, είπε η Ελένη. Πού είναι το κακό; Εμείς στη Ρόδο ξέραμε μόνο την ντίσκο απ’ τα κλαμπ του καλοκαιριού.

Ο Μίμης χαμογέλασε.

-Και τι απέγινε; ρώτησε ο Παντελής την Ισμήνη.

-Το δώσαμε και το πήραν κάποιοι σ’ ένα κτήμα. Δεν είχαμε χρόνο να το βγάζουμε βόλτα. Και το διαμέρισμά μας δεν ήταν παλιατσαρία, ήταν ωραίο διαμέρισμα, καινούριο. Μπορούσαμε να το κρατήσουμε; Δεν νομίζω.

-Οι αγρότες που το πήραν, είπε ο Μίμης, το είχαν συνέχεια δεμένο και το τάιζαν όποτε το θυμόντουσαν. Πήγα και το είδα μια φορά: είχε ρέψει από την πείνα.

-Και στις διακοπές; Τι θα το κάναμε; είπε η Ισμήνη στον Παντελή. Θα το σέρναμε μαζί μας;

 

8

Λίγες μέρες αργότερα ο Παντελής δέχτηκε στο κινητό του ένα τηλεφώνημα απ’ το νεκροταφείο της Αργυρούπολης: η εκταφή θα γινόταν την επόμενη Τετάρτη στις 10 το πρωί.

Κλείνοντας το τηλέφωνο, στράφηκε πάλι στην εργασία του· μετά από λίγο τα παράτησε και τηλεφώνησε στον Μίμη στη Θεσσαλονίκη. Καλύτερα τώρα που η συνάντησή τους ήταν πρόσφατη, γιατί, αν το καθυστερούσε, θα έπεφτε πάλι στην παγίδα της αναβλητικότητάς του.

-Τι έγινε; τον ρώτησε ο Μίμης. Θα υποχωρήσετε στους κανακάρηδές σας και θα πάρετε σκυλί;

Πάντοτε ο Μίμης μιλούσε με θράσος, ειδικά όποτε υπολόγιζε ότι θα δεχόταν επίθεση. Κι εν προκειμένω το θράσος του είχε αποτέλεσμα: ο Παντελής ήταν έτοιμος να τον ρωτήσει αν ένιωθε τύψεις που είχε δώσει το λαμπραντόρ, αλλά τώρα δεν μπορούσε να τον ρωτήσει.

-Ίσως και να υποχωρήσουμε, είπε. Μερικές φορές η υποχώρηση φανερώνει δύναμη.

-Ξέρεις εμείς γιατί το δώσαμε; είπε ο Μίμης. Δεν το ήθελαν τα πεθερικά μου. Έβαλαν βέτο.

-Γιατί; Με τα πεθερικά σου μένετε;

-Στο ίδιο οίκημα. Κάτω αυτοί, πάνω εμείς. Μακάρι να έφευγα από τη Θεσσαλονίκη. Την βαριέμαι αφόρητα. Ξέρεις, πρέπει να βρεθούμε χωρίς γυναίκες την επόμενη φορά. Έχω χρόνια να βγω αντροπαρέα.

Ο Παντελής σκέφτηκε τον επικείμενο χωρισμό του απ’ την Ελένη κι ότι στο εξής θα του ήταν εύκολο να βρίσκεται μόνος με φίλους, όμως δεν το είπε στον Μίμη. Έστειλε χαιρετίσματα στην Ισμήνη κι έκλεισε το τηλέφωνο, έπειτα σηκώθηκε κι άρχισε να περπατάει πάνω-κάτω μες στο γραφείο του.

Του είχε έρθει στο μυαλό η φράση του Μίμη από το ουζερί, ότι κάπως έπρεπε να είχε προειδοποιήσει τον πατέρα του. Για τον Παντελή, κάτι τέτοιο ήταν απλώς αδύνατον. Όπως δεν άντεχε να του πει «Δεν πιστεύω στη θρησκεία», έτσι δεν άντεχε να του πει ότι το διαμέρισμα το προόριζε για εκμετάλλευση.

Η Ελένη έμαθε για την εκταφή το απόγευμα, όταν επισκέφθηκαν όλοι μαζί σαν οικογένεια τη μητέρα του. Τα παιδιά θα έφευγαν την επομένη για την κατασκήνωση κι έπρεπε ν’ αποχαιρετήσουν τη γιαγιά τους.

Κάποια στιγμή πήγαν να παίξουν στην κρεβατοκάμαρά της κι ο Παντελής το ανακοίνωσε. Η Ελένη χλόμιασε. Η μητέρα του τον κοίταξε και του είπε να έρθει αύριο-μεθαύριο να του δώσει λάδι, κεριά και λιβάνι – πράγματα απαραίτητα για την εκταφή.

Η Ελένη, για ν’ αλλάξει κουβέντα, διηγήθηκε στη μητέρα του τη συνάντησή τους με τον Μίμη: καλός τύπος, αλλά τον στενοχωρούσε που δεν είχε παιδιά. Το ουζερί, όμως, ήταν εξαιρετικό. Ο Παντελής σηκώθηκε: τι την ενδιέφεραν τη μητέρα του οι φίλοι τους;

Στην κρεβατοκάμαρα ο Γιάννης, καθιστός στο διπλό κρεβάτι, έβλεπε Νικελόντεον· ο Μιχάλης, ξαπλωμένος, μισοκοιμόταν. Ο Παντελής κάθισε δίπλα τους. Ήταν δυνατόν; Του πήγαινε η καρδιά να τ’ αποχωριστεί; Υπήρχε λύση: να έβρισκε μια γκαρσονιέρα στη Γλυφάδα, κοντά στην πολυκατοικία τους, και να έμενε εκεί· θα χώριζε τα τσανάκια του με την Ελένη, αλλά θα έβλεπε τα παιδιά σε καθημερινή βάση. Μερικές φράσεις ήρθαν στο μυαλό του: Οι δύο σύζυγοι έζων εν χωρισταίς οικίαις και δεν εσυναντώντο ει μη μόνον κατά το μεσημεριανόν γεύμα. Ο ανήρ εδέχετο εις τα διαμερίσματά του ευαρίθμους φίλους και συνεργάτας, η δε γυνή, κοινωνικοτέρα εκείνου, ως άπασαι αι θυγατέραι της Εύας, διοργάνωνε απογευματινά τέια και άλλας τινάς ανοήτους δεξιώσεις.

-Μπαμπά, έτσι και μέναμε εδώ, θα παίρναμε σκυλάκι; ρώτησε ο Γιάννης.

-Έχει το σπίτι της γιαγιάς αυλή και δεν το ήξερα;

Ο Παντελής αμέσως μετάνιωσε για την απάντησή του: τέτοιες εξυπναδίστικες φράσεις άκουγε ο γιος του και μετά τις επαναλάμβανε.

Στην κουζίνα η Ελένη κι η μητέρα του κουβέντιαζαν γι’ αρρώστιες.

-Η μητέρα σου έχει πονοκεφάλους είπε η Ελένη. Πρέπει να το κοιτάξει. Όχι να το αφήσει όπως ο πατέρας σου.

Ήπιε μια γουλιά απ’ τον φραπέ που είχε φέρει μαζί της και χαμήλωσε το βλέμμα της.

-Άκου εδώ, είπε η μητέρα του κοιτώντας τον. Θέλω να πας αύριο-μεθαύριο στο μαγαζί της εκκλησίας και να μου αγοράσεις νάμα.

-Δεν πρέπει να το αφήσει, επέμεινε η Ελένη, όπως ο πατέρας σου, που δεν πρόσεξε με την καρδιά του κι έπαθε το έμφραγμα.

Η μητέρα του είπε:

-Ο πατέρας σου δεν πήγε από καρδιά. Από απελπισία πήγε.

Η Ελένη σηκώθηκε. Ο Παντελής φώναξε τα παιδιά να ετοιμαστούν.

Στο αυτοκίνητο, καθώς έβαζαν τη ζώνη τους, η Ελένη είπε:

-Αυτά δεν θέλω ν’ ακούω. Αυτές τις υπερβολές.

Ο Παντελής άναψε τη μηχανή και, κοιτώντας απ’ τον καθρέφτη τα παιδιά, τους φώναξε να βάλουν ζώνη αντί να σπρώχνονται.

-Απαράδεκτο. Να προσπαθεί να σε γεμίσει ενοχές. Δεν πήγαμε να μείνουμε μαζί τους κι ήρθε το τέλος του κόσμου.

Ο τόνος της φωνής της μαρτυρούσε αγανάκτηση και ταυτόχρονα μια διάθεση να του συμπαρασταθεί. Σαν μια διαβεβαίωση ότι ανήκε στο δικό του στρατόπεδο.

Κι αν ποτέ δεν της είχε περάσει απ’ το μυαλό η ιδέα του διαζυγίου; Αν όλα αυτά ήταν δικές του φαντασίες; Ο Παντελής είδε τον εαυτό του σ’ έναν χρόνο από τώρα να θέλει να της ανακοινώσει την απόφαση του χωρισμού και να το αναβάλλει από μέρα σε μέρα.

-Γιατί δεν ξεκινάμε; είπε η Ελένη. Τι περιμένεις; Να σκάσουμε απ’ τη ζέστη;

Μετά την εκταφή θα της το πω, σκέφτηκε ο Παντελής. Σίγουρα θα το κάνω –το υπόσχομαι στον εαυτό μου. Τέρμα τ’ αστεία.

 

9

Ο καύσωνας συνεχίστηκε και την επόμενη εβδομάδα. Ο Παντελής, όταν το βράδυ έπινε λίγο αλκοόλ, πλημμύριζε στον ιδρώτα κι ένιωθε το κεφάλι του έτοιμο να εκραγεί.

Ξημερώνοντας η Τετάρτη της εκταφής, μπήκε κάτω απ’ το ντους έχοντας στο μυαλό του ότι, αργότερα, επιστρέφοντας στο σπίτι, θα ξανάμπαινε. Στην κρεβατοκάμαρα βρήκε την Ελένη να ντύνεται.

-Θα έρθω κι εγώ, του είπε. Πήρα άδεια για σήμερα. Τι νόμιζες, θα σ’ άφηνα μόνο σου;

Κούνια που σε κούναγε, σκέφτηκε ο Παντελής.

Στο νεκροταφείο η θεία του στεκόταν δίπλα στον τάφο ντυμένη στα μαύρα και φορώντας στα πόδια της καλτσοδέτες. Τους καλημέρισε και τους είπε να κάνουν τις απαραίτητες προετοιμασίες όσο αυτή θα ειδοποιούσε τον παπά.

Η πλάκα του τάφου είχε μετακινηθεί στο πλάι. Ο Παντελής, βλέποντας τη φωτογραφία του πατέρα του στο έδαφος σε ύπτια θέση, έσκυψε και την έστησε όρθια. Η Ελένη έβαλε καρβουνάκια στο λιβανιστήρι και το άναψε, κατόπιν άναψε ένα κερί. Στην απόσταση φάνηκε η θεία του μαζί με τον ιερέα και δυο εργάτες. Φτάνοντας κοντά τους, ο ιερέας πήρε το κερί και, κρατώντας το, έψαλε το τρισάγιο. Μόλις τέλειωσε, η θεία φίλησε το χέρι του και του έδωσε ένα χαρτονόμισμα· έπειτα έβαλε το αναμμένο κερί σ’ ένα ποτηράκι και το ακούμπησε δίπλα στο λιβανιστήρι. Ο Παντελής, κοιτώντας τους δυο εργάτες που είχαν αρχίσει να σκάβουν, έπιασε το πουκάμισό του και το ταρακούνησε ν’ αεριστεί νιώθοντάς το κολλημένο πάνω του. Η μυρωδιά του κεριού και του λιβανιού απλωνόταν ένα γύρο κι έμοιαζε να εντείνει τη ζέστη.

Ο Παντελής θυμήθηκε που, όταν ήταν μικρός, οι γονείς του τον έπαιρναν μαζί τους κάθε Κυριακή στην εκκλησία. Θεέ μου, τι βαριεστημάρα! Η ίδια μυρωδιά κυριαρχούσε και τότε, λιβανιού και κεριού, μυρωδιά χωρίς καμιά γοητεία.

Οι εργάτες άνοιξαν το φέρετρο, έπειτα έπιασαν προσεκτικά το σάβανο και το ακούμπησαν στο έδαφος. Ο ιερέας είχε εξαφανιστεί.

-Μην κοιτάτε, είπε ο ένας απ’ τους εργάτες, ο πιο νέος, καθώς ο άλλος, γονατιστός, ετοιμαζόταν να  ξετυλίξει το σάβανο.

-Γιατί; ρώτησε η Ελένη.

-Δεν είναι ευχάριστο το θέαμα. Έχουν δει τα μάτια μου εμένα… Άλλοι κλαίνε, άλλοι λιποθυμούν, μερικοί θυμώνουν έτσι και δεν τους προειδοποιήσουμε.

Οι δυο εργάτες άρχισαν να ψαχουλεύουν με τα γαντοφορεμένα χέρια τους το σάβανο. Φάνηκε το κρανίο. Η Ελένη κι ο Παντελής κοιτάχτηκαν.

-Αχ, αναστέναξε η θεία. Βιάστ’κες, μωρέ Γιάνν’.

Εκτός απ’ το κρανίο διακρίνονταν, ανάμεσα σε ξεφτίδια κοστουμιού, η σποδός και λίγα κόκαλα που δεν καταλάβαινες από ποιο μέρος του σώματος προέρχονταν.

-Κρατάει ακόμα, είπε ο ηλικιωμένος εργάτης στον συνάδελφό του. Βλέπεις; Εδώ κι εδώ.

-Θέλει κάνα χρόνο, είπε ο νέος εργάτης.

Έπειτα στράφηκε στον Παντελή και του εξήγησε ότι δεν είχε λιώσει το σώμα τελείως κι έπρεπε να τον θάψουν σ’ έναν μικρότερο λάκκο. Εκεί θα έμενε έναν χρόνο και μετά θα ήταν έτοιμος για την οστεοθήκη. Οι δυο εργάτες τύλιξαν το λείψανο και το μετέφεραν λίγα μέτρα πιο πέρα, δίπλα στον περίβολο. Τράβηξαν απ’ το έδαφος μια μικρή πλάκα και φανέρωσαν μια τετράγωνη τρύπα, έπειτα έβαλαν μέσα το σάβανο με το περιεχόμενό του, έσυραν από πάνω την πλάκα και σηκώθηκαν. Η θεία πήγε κοντά τους και τους έδωσε από ένα χαρτονόμισμα.

-Αχ, βάσανα, είπε γυρνώντας στην Ελένη και τον Παντελή. Θυμάμι τς τελευταίους μήνις, κουρασμένους που ήταν. Δεν μπόρα’ε να πάρει τα ποδάρια τ’. Θιος σχουρέσ’ τον.

-Θεός σχωρέσ’ τον, είπε η Ελένη.

-Κι άμα του ’λιγες «Κάνε κουράγιου, χριστιανέ μ’, σήκου λίγου απάν’», δεν γύρναε να σι κοιτάξ’. Λες κι ήθιλι να πιθάνει. Αγύριστου κιφάλ’, του είχε πάρ’ απόφαση και τίποτες δε μπόρα’ε να τουν σταματήσ’.

Ο Παντελής θυμήθηκε ότι τους τελευταίους μήνες πριν από τον θάνατό του, ο πατέρας του, αν και καταπονημένος, έβγαινε να ψωνίσει, πότιζε τις γλάστρες στη βεράντα, έφτιαχνε καφέ. Μόνο που δεν χαμογελούσε – ούτε καν στα εγγόνια του. Έπειτα τον έπιασαν πόνοι στο στομάχι και τον πήγαν στο νοσοκομείο. Έμεινε μερικές μέρες μέσα αλλά δεν του βρήκαν τίποτα. Όταν τον έφεραν στο σπίτι, άρχισε ν’ αδυνατίζει και να δυσκολεύεται στο περπάτημα. Μια μέρα που δεν μπόρεσε να σηκωθεί από το κρεβάτι, κάλεσαν το ασθενοφόρο.

-Πιδιά μ’, ώρα να πα’αίνω, είπε η θεία του.

Ο Παντελής ένιωσε τον γιακά του πουκάμισού του να τον πνίγει. Στο μυαλό του εμφανίστηκε πάλι ο πατέρας του: το χλομό του πρόσωπο, τα ρουφηγμένα, σαν απεργού πείνας, μάγουλά του, τα μισόκλειστα μάτια του. Ο Παντελής κούνησε το κεφάλι του και, γυρνώντας στη θεία του, πρότεινε να την πάει στο σπίτι της.

Η θεία του αρνήθηκε, είχε ψώνια να κάνει εκεί κοντά.

-Πα’ένετ’ ισείς, είπε σπρώχνοντάς τους και με τα δυο της χέρια. Μη στιναχουριέστε για μένα, ιγώ ησύχασα που τέλειωσ’ η δ’λειά, έφ’γε ένα βάρους από πάνου μ’, δεν θέλου τίποτ’ άλλου.

Στο αυτοκίνητο στην αρχή δεν μιλούσαν μεταξύ τους. Έπειτα η Ελένη γύρισε και τον ρώτησε:

-Λες να τους πάρουμε σκυλάκι;

-Και τι θα γίνει αν τους πάρουμε;

-Έχεις δίκιο. Δεν σωζόμαστε με τίποτα.

Ο Παντελής την κοίταξε έντρομος. Τι εννοείς; ήθελε να της πει. Τι είναι αυτά τώρα; Πρέπει να καταλάβεις ότι επρόκειτο απλώς για μια κωμική συμπεριφορά που εξηγείται από την ανατροφή και τις συνήθειες των ανθρώπων της επαρχίας.

Ή μήπως αναφερόταν στις δυσκολίες του γάμου τους; Ο Παντελής στράφηκε μπροστά του ανακουφισμένος. Ναι, αυτό ήταν. Μα πού είχε πάει το μυαλό του;

Στα φανάρια της Βουλιαγμένης η Ελένη του έπιασε το χέρι. Ο Παντελής ακούμπησε στην πλάτη του καθίσματός του και κράτησε το χέρι της σφίγγοντάς το απαλά. Η Ελένη αναστέναξε, ύστερα, κοιτώντας ίσια μπροστά της, είπε:

-Πράσινο.

Κάποιος από πίσω κορνάρισε. Η Ελένη έσκυψε το κεφάλι της.

Το χέρι της ήταν δροσερό κι ο Παντελής συνέχισε να το κρατάει. Ακούστηκε πάλι ένα κορνάρισμα, έπειτα ένα αυτοκίνητο ήρθε από αριστερά τους και τους προσπέρασε.

Ο Παντελής δεν ήθελε να της αφήσει το χέρι. Όμως θα της το άφηνε – τώρα, σε λίγο. Μισό λεπτό ακόμα και θα της το άφηνε. Το βάρος της ενοχής ήταν αβάσταχτο. Δεν γινόταν αλλιώς: έπρεπε να το μοιραστεί μαζί της. Έπρεπε να το κουβαλήσουν σιγά-σιγά μέχρι το τέλος οι δυο τους, από κοινού.

ΤΑΣΟΣ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ

(Διαβάστε το πρώτο μέρος εδώ.)

Τάσος Αναστασίου, Γιατί λοιπόν δεν χωρίζετε; (α΄ μέρος)

Χωρισμός

1

-Παντελή, θέλω να πας στο νεκροταφείο αύριο και να τα κανονίσεις.

Αυτό του είπε, με τον συνήθη απότομο τρόπο της, η μητέρα του. Όμως ο Παντελής, φεύγοντας απ’ το πατρικό του, αποφάσισε, αφού βρισκόταν που βρισκόταν στην Αργυρούπολη, να πάει στο νεκροταφείο αμέσως. Γιατί να έρθει πάλι αύριο; Μόνο η Ελένη έκανε τέτοια, να σπαταλάει τον χρόνο της ανοήτως. Της κατέβαινε, ας πούμε, ν’ αγοράσει μια βιβλιοθήκη για το δωμάτιο των παιδιών: άρχιζε τις επισκέψεις στα καταστήματα επίπλων της Αλίμου, όχι σε δυο-τρία την ημέρα, προς Θεού, σ’ ένα κάθε φορά, έπειτα έπιανε τα καταστήματα της Βουλιαγμένης, και ούτω καθεξής, μπορεί να έφτανε η χάρη της μέχρι το Περιστέρι στη μάταιη αναζήτηση για το φτηνότερο· τέλος, επέστρεφε στην Αλίμου, για να ξανακοιτάξει και ν’ αγοράσει.

Ο Παντελής έκανε άλλα. Για παράδειγμα, εδώ και τέσσερα χρόνια ήθελε να τηλεφωνήσει σ’ έναν φίλο του απ’ το γυμνάσιο, που πλέον ζούσε στη Θεσσαλονίκη. Ο φίλος του τον είχε πάρει τηλέφωνο για να του δώσει το νούμερό του κι έκτοτε δεν ξαναπήρε. Ο Παντελής ήθελε να του τηλεφωνήσει Κυριακή, επειδή τις άλλες μέρες ο φίλος του, δικηγόρος με άφθονη πελατεία, δεν είχε χρόνο. Κάθε Κυριακή, όμως, ο Παντελής άφηνε το τηλεφώνημα για την επόμενη Κυριακή. Μόλις έφτανε το Σάββατο, έλεγε από μέσα του: «Να μην ξεχάσω αύριο να τηλεφωνήσω στον Μίμη». Και ποτέ δεν τηλεφωνούσε. Ο Μίμης είχε απ’ την αρχή προβλέψει ότι ο γάμος του Παντελή δεν θα πήγαινε καλά και είχε εκφράσει τις αντιρρήσεις του, όμως αυτό δεν έπαιξε κανένα ρόλο στη διακοπή της μεταξύ τους επικοινωνίας. Απλώς ο Παντελής, αν ανέβαλλε κάτι μια-δυο φορές, έπειτα το ανέβαλλε συνέχεια.

Στη γραμματεία του νεκροταφείου τον πληροφόρησαν πως έπρεπε πρώτα να πληρώσει ένα ποσόν στον Δήμο και μετά να ορίσουν ημερομηνία εκταφής. Φεύγοντας πέρασε απ’ τον τάφο του πατέρα του και, παρόλο που ο ήλιος είχε αρχίσει να καίει, κάθισε για λίγο στην άκρη της ταφόπλακας. Η φωτογραφία στην όρθια στήλη έδειχνε τον πατέρα του στα εβδομήντα του, πέντε χρόνια πριν πεθάνει, κουστουμαρισμένο, ευθυτενή και με χτενισμένα τα λιγοστά μαλλιά του. Το ύφος του ήταν ήρεμο: σαν να κατανοούσε τη ματαιότητα των εγκοσμίων και να είχε υιοθετήσει μια στάση εγκαρτέρησης. Ο Παντελής σηκώθηκε, πήρε απ’ τον διπλανό τάφο ένα ποτιστήρι, το γέμισε σε μια βρύση εκεί κοντά και, με ήρεμες αργές κινήσεις, έπλυνε την επιφάνεια του μνήματος.

Καθώς το σπίτι της μητέρας του βρισκόταν στον δρόμο για το γραφείο του, σταμάτησε μια στιγμή να της δώσει αναφορά. Μόλις η μητέρα του άκουσε τα καθέκαστα, σηκώθηκε στηριζόμενη στο πι και πήγε να πλύνει τα πιάτα στον νεροχύτη. Ο Παντελής κατευθύνθηκε στο υπνοδωμάτιο. Η τηλεόραση, ανοικτή ως συνήθως, εκείνη την ώρα έδειχνε εικόνες απ’ το κέντρο της Αθήνας: περαστικούς στον Άγνωστο Στρατιώτη να μορφάζουν κάτω απ’ τον ήλιο, τουρίστες που δροσίζονταν στο σιντριβάνι της Ομόνοιας και ηλικιωμένους μέσα σ’ ένα κλιματιζόμενο ΚΑΠΗ. Πίσω απ’ την τηλεόραση κρεμόταν μια φωτογραφία παρόμοια με τη φωτογραφία του νεκροταφείου: ο πατέρας του φορώντας κοστούμι και με ήρεμο ύφος.

-Πολλή ζέστη αυτές τις μέρες, είπε ο Παντελής γυρίζοντας στην κουζίνα. Ιδίως χθες ήταν μια τρέλα, μια…

Σώπασε. Στο μυαλό του είχε παρουσιαστεί ο χθεσινοβραδινός καυγάς του με την Ελένη. Παραλίγο –για τα πάντα υπάρχει πρώτη φορά– να σήκωνε χέρι πάνω της. Δεν την υπέφερε πλέον, δεν άντεχε τη συνεχή κι αδιάλειπτη, την δι’ ασήμαντον αφορμήν, γκρίνια της.

Ο χωρισμός τους ήταν αναπόφευκτος, ο Παντελής το ήξερε, το είχε πάρει απόφαση· απλώς έπρεπε να της το ανακοινώσει.

-Αν είχατε μείνει απάνω, είπε η μητέρα του, θα είχατε δροσιά, με κλιματισμό σε κάθε δωμάτιο κι όχι μόνο στο σαλόνι. Αλλά εσείς μου θέλατε ευρυχωρία. Λες και κάνετε τις δεξιώσεις.

-Το επάνω διαμέρισμα είναι ταράτσα. Ποιος ξέρει πόση ζέστη έχει. Το ζευγάρι που το νοικιάζει θα θεωρεί ότι εξαπατήθηκε.

-Άμα δεν τους αρέσει, να τα μαζέψουν και να φύγουν.

Ο Παντελής σηκώθηκε.

Στο μυαλό του είχε παρουσιαστεί ο πατέρας του: όχι όπως ήταν στις φωτογραφίες, αλλά όπως κυκλοφορούσε μέσα στο σπίτι τα τελευταία πέντε χρόνια της ζωής του: με το ξεχειλωμένο του μπλουζάκι, τα μαλλιά του αχτένιστα, καμπούρης και μελαγχολικός. Για μια στιγμή το πρόσωπό του ζωντάνεψε, τα χείλη του άνοιξαν: «Τέτοια πουστιά δεν την περίμενα».

 

2

Το απόγευμα ο Παντελής, επιστρέφοντας στο σπίτι του από το γραφείο, ασχολήθηκε με το μαγείρεμα, επειδή τον τελευταίο καιρό η Ελένη γκρίνιαζε που, αντί να την βοηθάει στις δουλειές του σπιτιού, έβγαινε με φίλους του για ούζα (τίποτα πιο παρακμιακό, κατά τη γνώμη της) ή έπαιρνε τα παιδιά και πήγαιναν στην παραλία για ψάρεμα. Ο Παντελής είχε την εντύπωση ότι η γυναίκα που ερχόταν κάθε Σάββατο και καθάριζε, ήταν αρκετή βοήθεια για την Ελένη, αλλά φαίνεται πως έκανε λάθος. Θύμωνε μαζί του ακόμα και για τις φορολογικές δηλώσεις που έφερνε και συμπλήρωνε στο σπίτι. «Πηγαίνετε στον πατέρα σας να σας βοηθήσει», έλεγε στα παιδιά, «που κάθεται και χαζολογάει»· παρόλο που τον έβλεπε καμπουριασμένο να παιδεύεται μπροστά στον υπολογιστή.

Όταν, όμως, ζούσαν στη Ρόδο, η Ελένη δεν αρπαζόταν με το παραμικρό ούτε του έδειχνε τόση ψυχρότητα ούτε του γκρίνιαζε για δουλειές του σπιτιού. Βέβαια τότε τα παιδιά ήταν μικρά, χωρίς ιδιαίτερα έξοδα κι απαιτήσεις, κι ο ρυθμός της ζωής πιο ήρεμος.

Αλλά μήπως κι εκεί δεν τσακώνονταν; Μήπως κι εκεί δεν υπήρχε η σκέψη του διαζυγίου; Ίσως, ποιος ξέρει, έφυγαν απ’ τη Ρόδο στην προσπάθειά τους ν’ ανανεώσουν τον γάμο τους. Αυτή που κυρίως ήθελε την Αθήνα, είχε βαρεθεί τόσα χρόνια στη γενέτειρά της, έτσι έλεγε, ήταν η Ελένη. Επιπλέον, στη Ρόδο έμεναν στους γονείς της, σ’ ένα μικρό διαμέρισμα στην αυλή της μονοκατοικίας τους· ο πατέρας της ήταν συνταξιούχος θεολόγος και τους είχε ταράξει στα καθημερινά κηρύγματα και τις συμβουλές, ενώ η μητέρα της, μια κοντούλα εβδομηντάρα, προσπαθούσε να τραβήξει την προσοχή τους γκρινιάζοντας αδιαλείπτως. Στην πραγματικότητα πήραν από κοινού την απόφαση να φύγουν, ύστερα από ήρεμες διεξοδικές συζητήσεις, για τις οποίες τώρα ο Παντελής ένιωθε μια κάποια νοσταλγία.

Όταν τέλειωσε με το μαγείρεμα, πήγε στο σαλόνι, άνοιξε το κλιματιστικό και την τηλεόραση και κάθισε να συμπληρώσει μια φορολογική δήλωση. Στο Μέγκα είχε ειδήσεις και, σύμφωνα με τον μετεωρολόγο του καναλιού, η ζέστη των ημερών θα εξελισσόταν την επόμενη εβδομάδα σε καύσωνα. Φαντάσου. Πού να ’μπαινε κι ο Ιούλιος. Μόλις ακούστηκε ο βόγκος του ανελκυστήρα στον όροφό τους, ο Παντελής έκλεισε το κλιματιστικό. Ποια άλλη γυναίκα στον κόσμο ήταν έτσι; Όλες όσες είχε γνωρίσει είχαν ευαισθησία στο εν λόγω ζήτημα (εδώ που τα λέμε, είχαν ευαισθησία σε κάθε ζήτημα), ωστόσο καμιά τους δεν ζούσε χωρίς καθόλου κλιματισμό.

Η Ελένη μπήκε κρατώντας έναν φραπέ, το πρόσωπό της κουρασμένο, στα ρούχα της μια μυρωδιά τσιγαρίλας.

-Μαγείρεψες; είπε.

Το πρόσωπό της παρέμεινε κουρασμένο, τα μάτια της μισόκλεισαν. Μπαίνοντας στην κουζίνα, έβαλε τις φωνές:

-Μα, ρε παιδί μου, έβρασες τα μακαρόνια; Δεν ξέρεις ότι πρέπει να τρώγονται φρεσκομαγειρεμένα; Δεν ξέρεις ότι μ’ αρέσουν ζεστά;

Ο Παντελής στάθηκε στην πόρτα της κουζίνας και είπε:

-Πήγα στο νεκροταφείο για την εκταφή. Πέρασαν κιόλας τρία χρόνια.

Η Ελένη ανακάτεψε μ’ ένα κουτάλι τον κιμά στο κατσαρόλι χωρίς να μιλήσει. Όταν ήταν με τις φίλες της, την έπιανε λογοδιάρροια, τώρα… Μπορεί, όμως, να ήθελε ν’ ακούσει αυτόν. Ο Παντελής γύρισε στο σαλόνι: θύμωνε με τον εαυτό του γιατί, ενώ θα έπρεπε να της ανακοινώσει τον χωρισμό τους, καθόταν κι έβρισκε δικαιολογίες για τη συμπεριφορά της.

Το αστείο ήταν ότι της είχε μαγειρέψει κιόλας. Αλλά ούτως ή άλλως πρώτα έπρεπε να ρωτήσει έναν δικηγόρο για τη διατροφή και το μοίρασμα της περιουσίας και μετά να της κάνει λόγο. Επιπλέον, από στιγμή σε στιγμή θα επέστρεφαν τα παιδιά τους απ’ το θερινό πρόγραμμα δραστηριοτήτων και δεν ήταν σωστό να τους βρουν μαλωμένους.

Παρόλα αυτά προλάβαινε να της πει δυο λόγια: Ο γάμος τους ήταν παρελθόν. Δεν χρειάζονταν περαιτέρω συγκρούσεις. Όλα θα γίνονταν ήρεμα και πολιτισμένα. Θυμήθηκε το χωριό των γονιών του στη Λάρισα, όπου περνούσε μικρός τα καλοκαίρια του. Τώρα οι παππούδες είχαν πεθάνει, ο πατέρας του επίσης, ενώ η μητέρα του, λόγω της αρρώστιας της, δεν ταξίδευε· μονάχα η αδερφή του πατέρα του το επισκεπτόταν. Ο Παντελής ήξερε ότι ο ίδιος δεν θα ξαναπήγαινε, το είχε πάρει απόφαση, και δεν ένιωθε καμιά νοσταλγία. Επιστρέφοντας στην κουζίνα την είδε να στέκεται στην ανοιχτή μπαλκονόπορτα και να καπνίζει φυσώντας τον καπνό προς τα έξω.

-Και τι σου είπαν; τον ρώτησε. Πότε θα τον… ;

-Πρέπει πρώτα να πάω στο Δημαρχείο να πληρώσω.

-Θεέ μου. Δεν θέλω να έρθω στην εκταφή. Με τίποτα δεν θα το άντεχα.

Στην κηδεία του πατέρα του η Ελένη δεν είχε πλησιάσει το ανοικτό φέρετρο, απέφυγε ακόμα και να το κοιτάξει, τόσο πολύ την φόβιζε ο θάνατος.

Αλλά ίσως ήταν απλώς τύψεις για εκείνη τη σύγκρουση των δυο τους με τον πατέρα του. Την αστεία εκείνη παρεξήγηση με τις τόσο άσχημες συνέπειες.

 

3

Έτσι όμως κι εξοργιζόταν η Ελένη, τα παιδιά θα το καταλάβαιναν αμέσως: θα τους σερβίριζε το φαγητό απότομα, θα έτρωγε σκυθρωπή και θα τα μάλωνε διαρκώς. Αλλά μήπως κορόιδευε τον εαυτό του; Μήπως επρόκειτο γι’ άλλη μια δικαιολογία για να μην κάνει τίποτα;

-Λες καλύτερα να μέναμε στην Αργυρούπολη; άκουσε τη φωνή της.

-Όχι βέβαια, της απάντησε.

Του είχε μιλήσει λες και θεωρούσε δεδομένη τη συνέχεια του γάμου τους, λες και δεν διαισθανόταν το αναπόφευκτο της διάλυσής του.

-Δεν μπορώ να καταλάβω πώς η μάνα σου συνεχίζει να μας κρατάει κακία.

-Οι γέροι άνθρωποι δεν αλλάζουν. Ας μην το σκεφτόμαστε καλύτερα.

Όλα ξεκίνησαν πριν από μερικά χρόνια, την εποχή που η Ελένη κι ο Παντελής ζούσαν στη Ρόδο: τους τηλεφώνησε ο πατέρας του και τους πρότεινε να χτίσουν ένα διαμέρισμα στην Αργυρούπολη, στον πρώτο όροφο, πάνω απ’ το δικό του, για να το έχουν αν κάποτε μετακόμιζαν στην Αθήνα. Αυτός θα έβαζε τα λεφτά για την άδεια και τα μπετά και κατόπιν θα το συνέχιζαν με δικά τους λεφτά· επίσης αναλάμβανε ο ίδιος την επίβλεψη του χτισίματος. Η Ελένη κι ο Παντελής δεν το πολυσκέφτηκαν και είπαν το ναι –με την ιδέα ότι όσα χρήματα τους περίσσευαν, θα έπιαναν τόπο: θα είχαν κάτι στην ιδιοκτησία τους, το οποίο θα τους απέφερε αργότερα ένα μικρό εισόδημα. Όταν ο πατέρας του έβγαλε την άδεια, ο Παντελής άρχισε να έχει ενδοιασμούς. Καταλάβαινε ότι οι γονείς του προόριζαν το νέο διαμέρισμα για κύρια κατοικία δική του και της Ελένης. Έπρεπε να τους μιλήσει: μπορεί κάποτε να μετακόμιζαν στην Αθήνα, όμως ποτέ δεν θα έμεναν στην Αργυρούπολη.

Στην εποχή μας, θα τους έλεγε, οι άνθρωποι θέλουν ελευθερία, δεν μπορούν να είναι αγκιστρωμένοι στους γονείς τους.

Ας μην περίμεναν από κάποιον που είχε φύγει απ’ το πατρικό του στην ηλικία των είκοσι δύο, να ερχόταν στα τριάντα τόσο του πάλι πίσω. Ας μη ματαιοπονούσαν.

Όμως δεν τους μίλησε. Και το έτερόν του ήμισυ, ενώ σε άλλα ζητήματα ήταν πιεστική κι ανυποχώρητη, στο συγκεκριμένο δεν τον πίεσε καθόλου – τον άφησε να βολοδέρνει από αναβολή σ’ αναβολή. Μέσα σε τρία χρόνια το διαμέρισμα της Αργυρούπολης τέλειωσε κι όποτε έρχονταν στην Αθήνα, κοιμόντουσαν εκεί, σε κάτι παλιά κρεβάτια που είχαν βάλει στις κρεβατοκάμαρες. Το διαμέρισμα δεν είχε άλλα έπιπλα ούτε ηλεκτρικές συσκευές.

Όταν βρέθηκε για την Ελένη μια θέση στην Εθνική Τράπεζα της Γλυφάδας, μετακόμισαν στην Αθήνα. Έπιασαν διαμέρισμα στη Γλυφάδα κι ο Παντελής άνοιξε μ’ ένα φίλο του λογιστικό γραφείο στο Ελληνικό. Οι γονείς του Παντελή έπεσαν να πεθάνουν. Ο πατέρας του, θεωρώντας εαυτόν προδομένον, τους μίλησε άσχημα και τους απαγόρευσε να εκμεταλλευτούν το διαμέρισμα της Αργυρούπολης. Στενοχωριόταν μάλιστα που ήταν ήδη στο όνομα του γιου του και δεν μπορούσε να το πάρει πίσω.

Ο Αργύρης κούνησε το κεφάλι του, για να διώξει τις αναμνήσεις.

Την Ελένη τα τελευταία τρία χρόνια κατά καιρούς κάτι την έπιανε κι ήθελε να τα κουβεντιάζουν όλα αυτά, ν’ ανταλλάσσουν γνώμες και δικαιολογίες, σαν να πίστευε ότι κάποτε, μέσα απ’ την ανακύκλωση των ίδιων και των ίδιων, θα εμφανιζόταν ένα καθοριστικό επιχείρημα υπέρ τους. Την είδε να σβήνει με γρήγορες νευρικές κινήσεις το τσιγάρο της και να σηκώνει το καχύποπτο βλέμμα της.

-Εσύ σίγουρα θέλεις να πάμε να μείνουμε στην Αργυρούπολη. Αλλά το διαμέρισμα είναι μικρό για μας. Πώς θα χωρέσουμε τέσσερα άτομα σε ογδόντα τετραγωνικά;

-Μα όχι, εγώ δεν ήμουν που σε απέτρεψα; Λες μετά από τόσα χρόνια που έμενα μόνος μου στο κέντρο της Αθήνας, μετά από τόσα χρόνια στη Ρόδο, να ξαναγύριζα στους γονείς μου; Ακόμα και μεγάλο να ήταν…

Η Ελένη δεν απάντησε. Στεκόταν στην πόρτα, σαν να περίμενε ν’ ακούσει κι άλλα.

Η αναβλητικότητά μου φταίει, σκέφτηκε ο Παντελής. Σηκώθηκε μην μπορώντας να συγκρατήσει την οργή του. Γιατί να είμαι τόσο αναβλητικός; Γιατί; Γιατί;

 

4

Βγήκαν απ’ το σχολικό σιγά-σιγά και με κόπο, τα πρόσωπά τους αναψοκοκκινισμένα, η μπλούζα τους γεμάτη λεκέδες ιδρώτα. Ο Παντελής τα λυπήθηκε. Όλο το πρωί στην αυλή του σχολείου τα είχαν κι απασχολούνταν με αθλητικά παιχνίδια και το μεσημέρι, μετά το γεύμα, τα ξαμολούσαν στο γυμναστήριο. Και να σκεφτείς ότι αυτές τις μέρες μέχρι τα μέσα Ιουλίου που θα πήγαιναν στην κατασκήνωση, θα μπορούσε να τα κρατάει η μητέρα του. Αλλά ποτέ δεν τους το είχε προτείνει.

Μπαίνοντας στο σπίτι άφησαν το σακίδιό τους κι έτρεξαν στο σαλόνι να βγάλουν τα παπούτσια τους και ν’ ανοίξουν την τηλεόραση.

-Τα πράγματά σας μαζέψτε, είπε ο Παντελής και στάθηκε από πάνω τους.

Ο Γιάννης, ο πιο μεγάλος και πιο καλομαθημένος, τι άλλο θα έλεγε παρά: «Σε λίγο». Ο Μιχάλης, αντίθετα, σηκώθηκε, μετέφερε το σακίδιό του στο δωμάτιό του και τα παπούτσια του στην ντουλάπα του διαδρόμου κι έπειτα γύρισε και κάθισε ξανά στον καναπέ.

Όταν ο Παντελής πήγε να στρώσει το τραπέζι στην κουζίνα, η Ελένη του έβαλε τις φωνές: Γιατί τους άφηνε κι έβλεπαν τηλεόραση; Μα καλά, μυαλό δεν είχε; Ο Παντελής γύρισε στο σαλόνι και τους είπε να κλείσουν την τηλεόραση και να έρθουν για φαί.

Ο Γιάννης σηκώθηκε τεντώνοντας το κορμί του και πήγε στην τουαλέτα.

-Μισό λεπτό, είπε ο Μιχάλης.

-Μιχάλη, τέλειωνε.

-Μισό λεπτάκι.

-Μιθό λεπτάκι, τον κορόιδεψε ο Γιάννης βγαίνοντας απ’ την τουαλέτα.

Ο Μιχάλης έκλεισε την τηλεόραση κι έπειτα όρμησε στον Γιάννη και τον κλώτσησε, όχι δυνατά.

Άρχισαν να σπρώχνονται και να φωνάζουν.

-Ωχ, θα με πεθάνετε. Σταματήστε, είπε η Ελένη βγαίνοντας απ’ την κουζίνα. Πονάει το κεφάλι μου.

Ρε τρελέγκω, είπε ο Παντελής από μέσα του.

Κατά τη διάρκεια του γεύματος, η Ελένη, όπως πάντα, τους ρώτησε πώς τα είχαν περάσει. Δεν έμαθε πολλά πράγματα, μόνο πως κανείς απ’ τους δυο δεν είχε μπλέξει σε καυγά. Τ’ αγόρια έτρωγαν γρήγορα, βιάζονταν να πιάσει το τάμπλετ του ο ένας, το κόμικ του ο άλλος.

-Μπαμπά, γιατί στον Τεν-Τεν ο Μιλού μιλάει; ρώτησε ο Μιχάλης.

-Είναι κόμικ, ρε χαζέ, είπε ο Γιάννης.

-Γιάννη. Δεν θέλω τέτοιες λέξεις, είπε η Ελένη. Επιτρέπεται εσύ, που ήσουν το καλύτερο παιδί της Πέμπτης Τάξης;

-Μπαμπά, θα πάρουμε σκυλάκι; ρώτησε ο Μιχάλης.

-Ναι, μπαμπά, ένα σκυλάκι, είπε ο Γιάννης.

Ο Παντελής χάρηκε και δεν ήξερε αν ήταν απ’ τον γλυκό κι ήρεμο τόνο της κλητικής προσφώνησης ή επειδή τα παιδιά επιτέλους συμφωνούσαν μεταξύ τους σε κάτι. Τους εξήγησε πως, αν κάποτε μετακόμιζαν σε μονοκατοικία, τότε, ναι, θα έπαιρναν.

-Εντάξει, ας πάρουμε χάμστερ τώρα, είπε ο Γιάννης.

-Θα σηκωθώ να φύγω, είπε η Ελένη. Δεν αντέχω άλλο να με βασανίζετε.

Παλιότερα, όταν έλεγε τέτοια, γυρνούσε στον Παντελή και του έκλεινε το μάτι. Τώρα φυσικά ούτε που τον κοίταξε. Τα παιδιά σηκώθηκαν και κατευθύνθηκαν στο δωμάτιό τους, ο Γιάννης χτυπώντας με δύναμη την πόρτα του διαδρόμου.

Καθώς μάζευαν το τραπέζι, ο Παντελής είπε:

-Μετά το νεκροταφείο πήγα στη μητέρα μου.

Σε γενικές γραμμές απέφευγε να της διηγείται τις ανοησίες της μητέρας του, αλλά τώρα, ποιος ξέρει, ίσως για να την πικάρει, της είπε τα περί κλιματισμού και δεξιώσεων. Η Ελένη αναστέναξε. Ήταν εξωφρενικό, κατά τη γνώμη της. Τα ίδια και τα ίδια εδώ και χρόνια. Τελείως παράλογο, αν σκεφτόταν κανείς πως η μάνα του είχε φύγει στα νιάτα της απ’ το χωριό της κι είχε έρθει να ζήσει στην Αθήνα. Γιατί δεν μπορούσαν να κάνουν κι αυτοί κάτι ανάλογο;

-Μήπως οι περισσότεροι Έλληνες έτσι δεν είναι; είπε ο Παντελής. Δεν έχουν άλλα ενδιαφέροντα, μόνο τα παιδιά τους. Επιπλέον, οι δικοί μου αισθάνονταν αδικημένοι. Δεν τους το είχαμε ξεκαθαρίσει απ’ την αρχή.

-Και λοιπόν; Τα δεδομένα αλλάζουν. Εκείνη την εποχή θέλαμε το διαμέρισμα για να μείνουμε, τώρα δεν το θέλουμε. Δεν καταλαβαίνω, απαγορεύεται κάποιος ν’ αλλάξει γνώμη;

Να ένα επιχείρημα που η Ελένη δεν το είχε αναφέρει άλλοτε. Συνήθως έλεγε ότι το επάνω διαμέρισμα της Αργυρούπολης ήταν άβολο ή ότι ο δρόμος από κάτω είχε φασαρία. Στην πραγματικότητα, έτσι κι ο Παντελής είχε επιμείνει, θα είχαν πάει να ζήσουν εκεί. Αλλά του φαινόταν αστείο να επιστρέψει σ’ ένα περιβάλλον με γονείς, συχνή παρουσία συγγενών, καθημερινό έλεγχο για το πού θα πας και ποιον θα φέρεις.

Δεν χρειάζονταν επιχειρήματα στο κάτω-κάτω –όπως ένα παιδί, όταν βλέπει έναν άνθρωπο με παράξενα χαρακτηριστικά, καμπούρα ή γαμψή μύτη, αυτομάτως βάζει τα γέλια· δεν χρειάζεται να επεξεργαστεί τίποτα με τη σκέψη του.

-Κι ο πατέρας σου; Επιτρέπεται να μας βρίσει;

Η Ελένη αγανακτούσε. Αντίθετα, για τον Παντελή, το πείσμα του πατέρα του ανήκε στη σφαίρα του κωμικού. Όποτε το σκεφτόταν, του έρχονταν φράσεις στην καθαρεύουσα: Ο πατήρ μου, απόλυτος ων εν πάσαις αυτού συναλλαγαίς, αγύριστον κεφάλι κατά το κοινώς λεγόμενον, ουδεμίαν συζήτησιν εδέχετο επί του θέματος. Η απόφασίς του ήτο ειλημμένη και δεν εδύνατο να μεταστραφεί.

-Τα μαθήματά σας! Εμπρός! Γρήγορα!

Η Ελένη, φωνάζοντας απ’ την κουζίνα στα παιδιά, περίμενε ότι τα λόγια της θα είχαν αποτέλεσμα. Μια τέτοια γυναίκα πώς να μην την χωρίσεις; Αλλά και το αντίθετο: Πώς να την χωρίσεις; Θα έπαιρνε μαζί της τα παιδιά και θα τα κατέστρεφε με την γκρίνια και την ανυπομονησία της.

Ο Παντελής πήγε στο δωμάτιό τους κι ύστερα από λίγη ώρα κάθονταν και τα δυο στα γραφεία τους. Είχαν να γράψουν τ’ αγγλικά τους για ένα ιδιαίτερο μάθημα που έκαναν μέρα παρά μέρα όλο τον Ιούνιο.

-Να έρθει η μαμά και θ’ αρχίσω να γράφω, είπε ο Γιάννης.

Ο Παντελής υποχώρησε και δεν επέμεινε. Όταν ήρθε η Ελένη, ο Γιάννης άρχισε να την παρακαλάει για σκύλο.

-Ναι, ναι, μαμά, σε παρακαλώ, είπε κι ο Μιχάλης.

Η Ελένη σήκωσε τα χέρια της.

-Παιδιά, σταματήστε. Θα πάθω κάτι. Πονάει το κεφάλι μου, έλεος. Θα με πεθάνετε όλοι σας.

Τα συνηθισμένα: φωνές κι αναστεναγμοί. Παρόλο που ο Παντελής της είχε εξηγήσει επανειλημμένως ότι τα παιδιά έπρεπε να υπακούν σε κανόνες, όχι να υποχωρούν από οίκτο, και παρόλο που η Ελένη συμφωνούσε μαζί του, τώρα συνέχιζε τα δικά της.

Μερικές ώρες αργότερα, στο κρεβάτι, περιμένοντάς την για ύπνο, άφησε τη φαντασία του να δουλέψει. Αν την έριχνε στην αγκαλιά ενός άλλου άντρα κι έβαζε κάποιον να τους φωτογραφίσει σε στιγμές οικειότητας; Το διαζύγιο θα έβγαινε σε βάρος της και θα κρατούσε αυτός τα παιδιά.

Όμως, όταν η Ελένη ήρθε στο κρεβάτι, γύρισε να την αγκαλιάσει. Μόλις κατάλαβε τι πήγαινε να κάνει, συγκρατήθηκε (είχαν μήνες ν’ αγγιχτούν) και τράβηξε το χέρι του. Η Ελένη αναστέναξε και στριφογύρισε μερικές φορές απότομα, έχοντας σίγουρα στο μυαλό της το διαζύγιο και τον αποτυχημένο γάμο της. Ύστερα από λίγη ώρα η ανάσα της ακούστηκε βαριά. Ο  Παντελής σκέφτηκε να πάει στο σαλόνι και να κοιμηθεί με ανοικτό το κλιματιστικό, αλλά, καθώς το σκεφτόταν κι έλεγε μέσα του τι ανακούφιση, τι απελευθέρωση θα ήταν, ένιωσε τα μάτια του να κλείνουν και να βυθίζεται στον ύπνο.

 

5

Την επομένη, στο γραφείο του, έτσι στα ξαφνικά, με κάποια οργή απέναντι στον εαυτό του, τηλεφώνησε στον Μίμη, τον φίλο που έμενε στη Θεσσαλονίκη. Ο Μίμης, μόλις τον αναγνώρισε, άρχισε να μιλάει με κέφι. Ο Παντελής ανακουφίστηκε. Επιτέλους! Ένα άγχος λιγότερο! Τώρα δεν θα είχε να σκέφτεται κάθε μέρα ότι έπρεπε να του τηλεφωνήσει. Επιτέλους! Απελευθέρωση! Το εξομολογήθηκε στον Μίμη εν είδει απολογίας και τον διαβεβαίωσε ότι κάθε Κυριακή τα τελευταία τέσσερα χρόνια είχε αυτό το άγχος.

-Εντάξει, Παντελή, είπε ο Μίμης. Είσαι περίπτωση, το ξέρουμε.

-Είμαι, γέλασε ο Παντελής.

Κατά σύμπτωση, ο Μίμης την επόμενη εβδομάδα θα ερχόταν στην Αθήνα μαζί με τη γυναίκα του. Αν ο Παντελής είχε χρόνο στη διάθεσή του, ευχαρίστως να συναντιόντουσαν.

-Είσαι ακόμα με την Ελένη; Ή απαλλάχτηκες;

Ο Παντελής τα έχασε.

-Αστειεύομαι, είπε ο Μίμης. Παραμένει σκληρή κι αδίστακτη;

Ο Παντελής θυμήθηκε: ο φίλος του είχε τη συνήθεια να ειρωνεύεται και να λέει δυσάρεστα πράγματα, με στόχο να φέρει τον συνομιλητή του σε δύσκολη θέση· επιπλέον, δεν έτρεφε καμιά συμπάθεια για την Ελένη, αν και μπροστά της απέφευγε να το δείχνει – με τις γυναίκες ήταν πιο σοβαρός και συγκρατημένος. Τον είχε ενοχλήσει που παλιότερα για ένα μικρό διάστημα η Ελένη, όποτε τον έβλεπε, τον πίεζε να πάρει δάνειο. Αλλά γιατί σκληρή; Δεν του είχε βάλει και το μαχαίρι στο λαιμό.

Η Ελένη, αντίθετα, όταν άκουσε για τον Μίμη, χάρηκε. Ο φίλος του είχε καρδιά μάλαμα. Η γυναίκα του, ε, δεν ήταν κι ο πιο εύκολος άνθρωπος του κόσμου, αλλά, εντάξει, τρωγόταν… Ο Παντελής την διέκοψε και της ζήτησε να πάει τα παιδιά στην Αργυρούπολη ώστε αυτός να καθόταν και να τελείωνε μερικές φορολογικές δηλώσεις.

-Εντάξει, θα τα πάω. Η μάνα σου παραπονέθηκε πάλι;

-Μου έλεγε ότι δεν έχει χαρεί καθόλου τα παιδιά. Πότε στη Ρόδο, πότε στη Γλυφάδα, πάντα ήταν μακριά της.

-Έλα, μην τα παίρνεις τοις μετρητοίς. Δεν υπάρχει πιο χειριστικό άτομο απ’ τη μητέρα σου. Κι όσο σκέφτομαι ότι τότε που μέναμε στη Ρόδο κι ερχόμασταν στις γιορτές, περνούσα την ώρα μου με τους γονείς σου. Εσύ έβγαινες να δεις τους φίλους σου κι εγώ καθόμουν κι έκανα παρέα στη μάνα σου και τον πατέρα σου.

Όταν έμεινε μόνος, ο Παντελής συμπλήρωσε δύο δηλώσεις, χάνοντας σιγά-σιγά τον ενθουσιασμό που του είχε προκαλέσει η επικοινωνία με τον φίλο του. Στο τέλος τα παράτησε κι έπιασε το κεφάλι του. Ενώ σχεδίαζε να χωρίσει την Ελένη, την έστελνε να επισκεφτεί τη μητέρα του. Ήταν να τρελαίνεσαι.

Σηκώθηκε. Συνήθως, όταν έβρισκε την αιτία της κακής του διάθεσης, ηρεμούσε, τώρα όμως όχι.

Θυμήθηκε μια φράση που είχε πει προ μηνών η αδερφή της Ελένης: «Πώς την αντέχεις; Κι η μάνα μας είναι ανυπόφορη, αλλά είναι εβδομήντα χρονών. Στα σαράντα της δεν γκρίνιαζε τόσο». Ο Παντελής εκείνο το βράδυ είχε στενοχωρηθεί και είχε νιώσει μια θέρμη απέναντι στην Ελένη, μια διάθεση να την προστατέψει από τέτοιες κακολογίες. Η αδερφή της, που ζούσε στη Ρόδο και δούλευε σ’ ένα τουριστικό μαγαζί στα Τριάντα, την ζήλευε. Όμως, τώρα που το σκεφτόταν, η φράση τού φάνηκε να έχει κάτι το επικριτικό για τον ίδιο.

Η Ελένη, γυρνώντας απ’ την Αργυρούπολη, έτρεξε στην μπαλκονόπορτα της κουζίνας κι άναψε τσιγάρο.

-Μου κατηγορούσε το κοριτσάκι του νοικάρη, ότι, αν και μόλις πέντε χρονών, είναι συνέχεια μ’ ένα κινητό στο χέρι κι ότι κατεβαίνει συνέχεια και της χτυπάει την πόρτα. Ήθελε να πει ότι τα δικά μας παιδιά δεν τα βλέπει. Πήρε ύστερα ένα βιβλίο και διάβαζε. Μετά μου είπε να μη βαριέμαι και να πηγαίνω τα παιδιά συχνότερα στην εκκλησία, όχι μόνο μια φορά τον μήνα.

-Σε συμπαθεί όμως. Της αρέσουν οι άνθρωποι που έχουν μια σοβαρότητα. Ενώ εμένα που όλο λέω αστεία… Ποτέ δεν χώνεψε το ύφος μου.

-Ναι, μες στην καρδιά της με έχει. Στο εξής θα την επισκέπτομαι κάθε δεκαπέντε μέρες. Η διευθύντριά μου τη δική της πεθερά δεν την βλέπει καθόλου. Κι εγώ ο βλάκας τότε που ερχόμασταν απ’ τη Ρόδο κρατούσα συντροφιά στους γονείς σου. Και τις Κυριακές, αντί να βγούμε μια βόλτα, μέναμε και τρώγαμε μαζί τους. Αφού εσύ δεν τολμούσες να τους φέρεις αντίρρηση…

Ο Παντελής την κοίταξε. Δεν πήγαινε άλλο. Δεν τραβάει, τι το καθυστερούμε; θα της έλεγε.

Χτύπησε το μέτωπό του: είχε ξεχάσει το βασικότερο. Έπρεπε πρώτα να βρει δικηγόρο. Ναι, αλλά ποιον; Στην ανάγκη θ’ απευθυνόταν στον Μίμη· αυτός θα ήξερε να του συστήσει.

(Το δεύτερο μέρος θα δημοσιευτεί στις 18.11.)

Χριστιανοί στα λιοντάρια

14991953_10154769485145337_6475764873313843883_n.jpeg

του ΚΩΣΤΑ ΖΑΧΑΡΑΚΗ

Τον είδα. Ήμουν περικυκλωμένος από φίλους του που μιλούσαν μεταξύ τους σε πηγαδάκια, κουνούσαν το κορμί τους και φώναζαν περιμένοντας ν’ αρχίσει ένα μεγαλύτερο ξέσπασμα. Δεν τον πήραν πρέφα να έρχεται να ενωθεί μαζί μας καθώς κατέβαινε το δρόμο που οδηγούσε στο τέλος του parade. Ήταν ένας δρόμος κατηφορικός, κάθετος στη λεωφόρο, στον οποίο δεν επιτρέπονταν οχήματα. Δεξιά κι αριστερά του μικρά εμπορικά καταστήματα είχαν κλείσει.

Δεν έλαμπε όπως συνήθως κι έμοιαζε άκεφος· ίσως γι’ αυτό δεν τον είδαν. Φορούσε ένα σκισμένο μπλε τζιν και λευκό μπλουζάκι και σίγουρα μόλις τα πρώτα βλέμματα των φίλων θα έπεφταν πάνω του θα χαμογελούσε και θ’ άρχιζαν όλοι να ασχολούνται μαζί του. Αυτές τις μέρες όμως είχε μάτια μόνο για μένα. Μια βδομάδα ήταν που είχαμε ξαναβρεθεί· για χρόνια χαμένοι μετά το στρατό. Έμοιαζε το ίδιο νέος με τότε ενώ εγώ είχα σίγουρα μεγαλώσει.

«Έτσι είστε εσείς οι στρέιτ, σπάτε εύκολα», είπε κι αυτό υπήρξε η εισαγωγική κουβέντα της εξομολόγησης. «Εξακολουθείς να ’σαι ωραίος άντρας» είπε λίγο αργότερα. «Ειλικρινά, ειλικρινά όμως, εύχομαι να μη σ’ αρέσω!» του είπα και γελάσαμε. Του μίλησα για τον αποτυχημένο γάμο μου κι εκείνος για τη φάση που είχε αρχίσει στη ζωή του τα τελευταία χρόνια. Μια ομάδα γκέι ακτιβισμού από κάποιον που όταν τον γνώριζα δεν ήταν γκέι.

«Πάντα ήμουν», είπε ο άνθρωπος που κάποτε θεωρούσα τον καλύτερο μου φίλο.

Η Λίντα τον είδε πρώτη και τον αγκάλιασε κι όλα τα βλέμματα σαν ηλιοτρόπια στράφηκαν σε κείνον. Άρχισαν δυο-τρεις να του μιλάνε ταυτόχρονα μα κείνη τη στιγμή ακούστηκαν εκκωφαντικά από τα μεγάφωνα οι πρώτες νότες του «Bad Romance». Όλα γύρω μας έγιναν πάρτι.

Κάπου παραπέρα, στη λεωφόρο, μπορέσαμε ν’ αρχίσουμε να μιλάμε. «Νιώθεις αμήχανα;», με ρώτησε.

«Κοίτα, δε θα ’μουν εδώ αν δεν ήσουν εσύ», απάντησα.

«Δε φαίνεσαι καθόλου αμήχανος» μου είπε. Το είπε λες κι ήταν ένα κομπλιμέντο που είχα ανάγκη ν’ ακούσω. Όμως περνούσα σχεδόν καλά και μ’ άρεσε κι ένα κορίτσι από την παρέα του. «Μου θυμίζει το καρναβάλι», του είπα.

«Δεν ήταν πάντα έτσι, έχει γίνει. Έχουν χαθεί πολλά, φίλε».

«Δηλαδή;».

«Δε πρέπει να ’ναι καρναβάλι». Εκείνη τη στιγμή ένας γνωστός δημοσιογράφος ήρθε και του έσφιξε το χέρι. Εκείνος τον άρπαξε από τον αυχένα και πλησίασε το πρόσωπο του στο δικό του· ο δημοσιογράφος φάνηκε να σαστίζει από την εγγύτητα. Έμειναν για λίγο πίσω μας μιλώντας συνωμοτικά κι εγώ δεν έχασα ευκαιρία να ψάξω με το βλέμμα το μελαχρινό κορίτσι με το αγγελικό πρόσωπο. Απογοήτευση, περπατούσε αγκαλιά με το αίσθημα.

Όταν ξανάρθε δίπλα μου, φαινόταν φουρκισμένος. «Έχω βαρεθεί».

«Τι; Ποιόν;» ρώτησα. Δεν απάντησε. «Έχει σχέση με το περιοδικό;»

Κατένευσε. Εκείνο το πρωινό που είχαμε ξανασυναντηθεί μετά από τόσα χρόνια μου μίλησε για το εγχείρημα που είχε στα σκαριά: «Against». Ακτιβισμός και life style.

«Μπορείς να γράψεις κι εσύ εκεί», είχε πει. Αυτός ήταν κι ο λόγος που, από μέρους μου, επέτρεψα αυτή την εμμονική προσέγγιση του παλιού κολλητού. Καθαρός ωφελιμισμός που όμως μέσα σε τέσσερις-πέντε μέρες έδωσε τη θέση του στην περιέργεια. Γνώρισα τους φίλους του κι άκουσα τόσα για τη ζωή του. Είχε έναν κύκλο προσκολλημένο σ` αυτόν, κάποια στιγμή τον αποκάλεσα, για να τον πειράξω, «γκουρού». Ισχυριζόταν πως παντού υπάρχουν κλίκες και συμφέροντα και «τάσεις». «Ίσως αποτελέσω κι εγώ μια τάση», ομολόγησε. Αυτές τις μέρες πίστεψε πως με έπεισε να στρατευτώ όμως εγώ ήμουν απλά ένας επαρχιώτης που πάτησε τα τριάντα-τρία ζώντας —σε όλα τα επίπεδα χρεωκοπημένος— στην πρωτεύουσα.

Θυμόταν πως ήθελα να γίνω συγγραφέας και πόνταρε σ’ αυτό. Εγώ πάλι θυμόμουν πόσο μετρημένη ήταν η συμπεριφορά του στο στρατό · ήταν το αγόρι που αγαπούσαν οι πάντες. Ένας άντρας που οι άλλοι άντρες τον συμπαθούν· άρα όχι ανταγωνιστικός. Όμως κάτι ήθελε από μας …ή όχι; Κάτι που κανείς δεν υποψιαζόταν. Γιατί η φωνή του ήταν βαθιά και σταθερή, το φέρσιμό του όμορφο και λιτό και δωρικό.

Η ποπ μουσική έπαιζε εκκωφαντικά και όλοι χορεύανε. «Βαριέσαι;», με ρώτησε.

«Τι;», φώναξα.

Με έπιασε από το χέρι και διασχίσαμε διαγώνια την πορεία και βγήκαμε στην αρχή ενός μικρού δρόμου. Με οδήγησε εκεί λες και ήμασταν ζευγάρι και παραδόξως το χάρηκα. Σαν αστραπή πέρασε απ’ το μυαλό μου η σκέψη: αν μ’ έβλεπε ο πατέρας μου δε θα ’χε καμιά αμφιβολία πως είμαι πούστης. Ο πατέρας που δε μάσαγε τα λόγια όταν ρωτούσε για το γάμο και για τις αποτυχημένες δουλειές μου.

Περπατήσαμε χαλαρά για κάνα λεπτό κι ενώ άκουγα, τον αχό της πορείας να απομακρύνεται τον ρώτησα: «Που πάμε;».

«Θα ξαναβγούμε στην αρχή του parade», με βεβαίωσε.

«Δε δίνω δεκάρα», απάντησα. «Όμως εσύ δεν είσαι που ήθελες να είμαστε στο τέλος του;»

«Να, γι’ αυτό πάνε όλα στραβά», είπε.

«Δεν κατάλαβα».

«Όλοι αυτοί εκεί έξω δεν είναι ένα», είπε δείχνοντας προς τα πίσω. Είχαμε περπατήσει αρκετά στο δρομάκι που τώρα στένευε και οδηγούσε σε αδιέξοδο.

«Από δω αποκλείεται να βγαίνουμε στην αρχή του parade».

Δεν απάντησε. Σταμάτησε απότομα μπροστά σε μια καγκελόπορτα στα δεξιά του δρόμου. Ένα τριώροφο μιας παλιότερης εποχής που υπέθεσα πως θα ’χει πίσω αυλή που βγαίνει πάλι σε δρόμο. Όμως μπροστά μας δεν είχαμε παρά μια καγκελόπορτα χαμηλού ύψους, έναν κηπάκο με ραγισμένες πλίθινες γλάστρες και μια ακόμα πόρτα από σκούρο, χοντρό, ξύλο. Πήδηξε την καγκελόπορτα και με προέτρεψε να κάνω το ίδιο. Όταν βρέθηκα μέσα στο κηπάκι πρόσεξα πως στο κέντρο της πόρτας διαγραφόταν ένας ανάγλυφος σταυρός και θυμήθηκα πόσο θρήσκος ήταν όταν τον είχα πρωτογνωρίσει. Είχα ξεχάσει πως είχε μεγαλώσει σε εκκλησιαστικό ίδρυμα.

Χτύπησε το κουδούνι και η πόρτα άνοιξε σχεδόν αυτόματα. Ένα χοντρό κορίτσι με γυαλιά και πιασμένα τα μαλλιά του κοτσίδα μάλλον βρισκόταν ακριβώς πίσω από την πόρτα. Φορούσε φούστα που έφτανε ως κάτω, λευκό πουκάμισο και —παρά την καλοκαιρινή ζέστη— λινή ζακέτα. Μας κοίταξε παραξενεμένη αλλά έδειχνε για κάποιο λόγο χαρούμενη.

«Ο πατέρας;», τη ρώτησε.

«Ποιος», έκανε αυτή εννοώντας ποιοι είμαστε εμείς. Μέχρι να της απαντήσουμε κοίταξε προς την καγκελόπορτα και καταλαβαίνοντας πως δεν είχε ανοίξει με κλειδί ούτε παραβιαστεί ρώτησε: «Πως;» Οι δυο ερωτήσεις την έκαναν να μοιάζει ηλίθια.

Είπε το ονοματεπώνυμό του και μετά έκανε παύση. «Με ξέρει».

«Θα του πω», είπε αυτή και χάθηκε από τα μάτια μας. Ακούσαμε τα βήματα της να απομακρύνονται μα αμέσως μετά να ξαναπλησιάζουν. Επέστρεψε γιατί θυμήθηκε πως θα ‘ταν ασφαλέστερο να μας κλείσει την πόρτα στη μούρη. Βάλαμε τα γέλια.

«Εδώ ήταν;», τον ρώτησα.

«Ναι, εδώ», είπε. Καταλαβαίναμε και οι δυο για ποιο πράγμα μιλάμε.

Το κορίτσι ξανάνοιξε οριστικά την πόρτα κι εμείς περάσαμε μέσα. «Είναι πάνω», είπε. Περάσαμε σε έναν διάδρομο γεμάτο εικόνες του Χριστού και των Αγίων με κείνη να μας οδηγεί. Δεξιά κι αριστερά πόρτες· πίσω από αυτές, χαμηλόφωνες συζητήσεις. Μια μυρωδιά χλωρίνης και λιβανιού.

Όταν φτάσαμε στη στριφτή ξύλινη σκάλα εκείνη στάθηκε. «Ανεβείτε». Πρόσεξα πως δε φορούσε πια τη ζακέτα, ούτε τα γυαλιά. Εκείνος άρχισε να ανεβαίνει τη στενή σκάλα κι εγώ να ακολουθώ κοιτώντας προς τα κάτω το πρόσωπο του χοντρού κοριτσιού στραμμένο απάνω μας.

Πάλι διάδρομος και πάλι πόρτες που μόνο η προτελευταία ήταν ανοιχτή. Μπήκα ξοπίσω του και τον είδα να σκύβει και να αγκαλιάζει έναν άντρα που φορούσε ράσα και καθόταν σε ένα τραπέζι. Το τραπέζι μαζί με τρεις καρέκλες έπιανε σχεδόν το μισό δωμάτιο. Τρόμαξα κι εγώ με το πόσο γέρος ήταν αυτός ο άνθρωπος που είχε μπροστά του απλωμένες θρησκευτικές εικονίτσες σε μέγεθος χαρτιών τράπουλας. Του φίλησε το χέρι και κάθισε στη καρέκλα δίπλα του ενώ εγώ —αμήχανος— στεκόμουν όρθιος στην πόρτα.

«Έλα μέσα», είπε ο γέρος. Έτσι όπως είχα μεγαλώσει δεν θα μπορούσα παρά να του φιλήσω το χέρι· αυτό έκανα. Ο παλιός και νέος φίλος μου τράβηξε τη διπλανή καρέκλα κι εγώ κάθισα. Ο γέρος χάρηκε που είχαμε το ίδιο μικρό όνομα, το περιέγραψε σαν επιβεβαίωση της φιλίας μας. «Να είστε αγαπημένοι σαν αδέρφια», μας συμβούλεψε. Γέλασα αλλά ευτυχώς δεν το ‘πιασε· αμφιβάλλω καν αν μπορούσε να δει. Ζήτησε να του μιλήσουμε για τις ζωές μας. Μόνο εγώ είπα αλήθειες.

Κουράστηκε γρήγορα κι άρχισε να ανασαίνει βαριά. Μας έδινε πολλές συμβουλές, να επικαλούμαστε Αγίους, τέτοια. Διηγήθηκε μια σύντομη ιστορία για ένα κορίτσι που έχασε την όραση, αλλά όχι τη πίστη της. Θλιβερή, ήταν μια ιστορία ήττας στην ουσία. Απ’ αυτές όμως που δίνουν στους θρησκευόμενους ανθρώπους μια αίσθηση θαλπωρής. Ζεις χωρίς να βλέπεις, αλλά η Παναγία σε αγαπά. Και κυρίως, συμβαίνει σε κάποιον άλλον.

Πριν φύγουμε μας έδωσε από μια χρωματιστή εικονίτσα που όταν βρεθήκαμε ξανά στον δρόμο εγώ την πέταξα στον πρώτο κάδο που βρέθηκε μπροστά μας. Το οίκημα είχε όντως πίσω αυλή και πίσω έξοδο που τώρα όμως μας έβγαζε αρκετά μακριά από το parade.

Ανεβήκαμε μια ανηφόρα που έβγαζε σε ένα παρκάκι κι από κει μπορούσες να παρακολουθήσεις ένα μέρος της πορείας. Κάτσαμε σε ένα παγκάκι κι ήμασταν πολύ κουρασμένοι. Σουρούπωνε και στην ατμόσφαιρα κυκλοφορούσαν άπειρα ξοδεμένα σωματίδια χαράς στην οποία όμως εμείς δεν είχαμε συμμετάσχει.

«Θες μια κόκα κόλα;», ρώτησε γνέφοντας προς το κιόσκι που υπήρχε λίγα μέτρα παραπέρα.

«Γιατί δεν του είπες πως είσαι ομοφυλόφιλος; Ναι, θέλω».

Έκανε να σηκωθεί από το παγκάκι και μετά το μετάνιωσε.

«Είμαι ένας άθεος που νοσταλγεί την πίστη», είπα.

«Ε;», έκανε.

«Παζολίνι».

«Α!».

Παρότι σουρούπωνε η ζέστη δεν είχε πέσει καθόλου. Σηκώθηκε βαριεστημένα βάζοντας στήριγμα το χέρι του. «Πάω για κείνη την κόκα κόλα», είπε. Από την κωλότσεπη έπεσε η χριστιανική εικονίτσα που του χάρισε ο άλλοτε μέντοράς του.

«Gay over!», είπε κοιτώντας το parade. Δε ρώτησα, ήξερα πως του αρέσει να παίζει με τις λέξεις χωρίς να λέει στην ουσία τίποτα.

«Η δική μου να είναι light!», φώναξα.

«Έγινε!», απάντησε. Ήταν ήδη στο κιόσκι. Από κάτω μας ακουγόταν συνθήματα. Έπιασα την εικονίτσα και την κοίταξα. Χριστιανοί μάρτυρες τα πρώτα χρόνια των διωγμών.

Όρθιοι σε μια αρένα περικυκλωμένοι από λιοντάρια.

ΚΩΣΤΑΣ ΖΑΧΑΡΑΚΗΣ

Τελευταίες σκέψεις πάνω στη Μέδουσα

banks

~ . ~

του ΖΑΜΑΛ ΜΑΖΩΜΠ

μετάφραση Μαρία Σ. Μπλάνα

~ . ~

Ένα πλοίο, ξεφωνίζει κάποιος, και όλοι ανασηκώνονται. Ο αέρας γύρω τους ηλεκτρισμένος από την ελπίδα. Μην κουνιέστε, τους λέει. Όχι όλοι μονομιάς. Θ’ αναποδογυρίσει η βάρκα. Και για μια στιγμή νόμισε ότι θ’ αναποδογύριζε στ’ αλήθεια.

Ένα φουλάρι κυματίζει ψηλά πάνω στην πλώρη. Μια σκοτεινή φιγούρα διαγράφεται στο φόντο τ’ ουρανού, φωνάζοντας στο τελευταίο φως της μέρας ενώ αυτοί οι άνθρωποι, που δεν είναι παρά ισχνά αγόρια, προσπαθούν να υψωθούν ψηλότερα απ’ τα κύματα για ν’ αντικρύσουν το θαύμα. Ένα πλοίο; Τι διαφορά θα μπορούσε να κάνει τώρα πια;

Η μηχανή είχε σβήσει ώρες πριν. Τα καύσιμα τελείωσαν, αφήνοντας τη βάρκα ν’ ανεβοκατεβαίνει στα αεικίνητα φτερά αυτής της αλμυρής αφέντρας. Σπουδαίο πράγμα, η θάλασσα. Αν του χάριζαν μια άλλη ζωή, ίσως να της αφιέρωνε χρόνο. Αυτή η τεράστια κούνια μέσα στην οποία λικνιζόμαστε, χαμένοι.

Σχισμένο καραβόπανο μαστιγώνει τον ουρανό. Το ταραγμένο σώμα της θάλασσας. Του θυμίζουν μια εικόνα σ’ ένα βιβλίο. Έναν πασίγνωστο πίνακα. Το γυαλιστερό χαρτί ενός βιβλίου στη βιβλιοθήκη. Και τι δεν θα ‘δινε να ‘ταν πάλι εκεί, να περιφέρεται αργά ανάμεσα στα ράφια, μες σε μια ζεστή αγκαλιά από στοίβες ονόματα, γράμματα, τίτλους, λέξεις. Κόσμους που ανοιγόντουσαν μπροστά του σαν ώριμα φρούτα πάνω σ’ ένα δέντρο. Μπορούσε να τ’ αγγίξει. Μπορούσε να τα γευτεί, αλλά δεν μπορούσε να τα κάνει δικά του. Αυτός δεν ήταν κι ο λόγος που βρισκόταν τώρα εδώ, σκαμπανεβάζοντας σ’ αυτό το αρμυρό χάσμα; Η γνώση ότι υπήρχε κάτι παραπάνω εκεί έξω. Και να τον εδώ, το στομάχι του δεμένο κόμπο, ο λαιμός του να καίει απ’ την χολή κι ένας πόθος που πριν ήταν δίψα. Η μυρωδιά του δικού του εμετού ένα με το πετσί του.

Η ελπίδα σβήνει. Ξύπνα, υπναρά. Δεν υπάρχει πλοίο. Καμία σωτηρία. Μια ζωή ολάκερη ξοδεμένη στην αναμονή. Ο ήλιος σβήνει, ένα γιγάντιο δάχτυλο του κλείνει τα μάτια. Το μόνο που ζήτησε ήταν ένα ξεκίνημα. Μια ευκαιρία να αποτινάξει το βάρος του χρόνου. Είμαι κοτζάμ άντρας τώρα πια, όχι κανένας βρωμιάρης τιποτένιος. Θα το αποδείξω. Τίποτα δεν βρέθηκε να τον περάσει απ’ αυτή τη θάλασσα παρά αυτό εδώ το ερείπιο, αυτό το κουφάρι βάρκας.

Ο σάκος του χάθηκε.

Τον ρούφηξε η θάλασσα σε μια στιγμή απροσεξίας. Η θάλασσα που απλώνει να γυρίσει τη βάρκα προς το μέρος της. Κάποιοι χάθηκαν τότε. Οι υπόλοιποι κολύμπησαν πίσω στην ακτή. Το ταξίδι τελείωσε πριν καν αρχίσει. Τον είδε να επιπλέει στον αφρό μπροστά του. Κόκκινο, λευκό και μπλε νάιλον καρό. Ένας σάκος που μεταφέρθηκε όλο το δρόμο από ένα εργοστάσιο στη Σαγκάη, στην Κίνα, για να κρεμαστεί στο υπαίθριο παζάρι της Μπαμάκο και να τον βρει εκείνος. Ένας ράθυμος πωλητής που μόλις που μπορούσε να σηκωθεί απ’ τη σπασμένη καρέκλα του για να κατεβάσει με το γάντζο του τον σάκο και να μετρήσει τα βρώμικα, τσαλακωμένα χαρτονομίσματα. Χρήματα τόσο φθαρμένα από χέρια, τσέπες, ακροδάχτυλα, που είχαν την αίσθηση απαλού ραφινάτου μεταξιού. Ξεφτισμένα απ’ όλες τις κρυψώνες όπου είχαν στριμωχτεί πριν να περάσουν απ’ τα χέρια του, χαϊδεύοντας απαλά τα δάχτυλά του για τελευταία φορά. Πόσα χρήματα είχε δει να φεύγουν απ’ τα χέρια του. Αυτός, που δεν είχε χρήματα. Άλλοι είχαν επενδύσει σ’ αυτόν. Να ξανάρθεις πίσω, είπαν. Να μας φέρεις τύχη, είπαν, πιέζοντας τα παμπάλαια χαρτονομίσματα μες στην παλάμη του. Κι απ’ την παλάμη του πέρασαν σε άλλον κι ύστερα σε άλλον. Τα άγγιζε κι εξαφανιζόντουσαν. Περήφανα εμβλήματα εθνικών τραπεζών και προέδρων ακτινοβόλων και σιδηροδρομικών γραμμών που χανόντουσαν στο φόντο. Κάποτε καινούρια και γυαλιστερά, τώρα φθαρμένα απ το χρόνο και τον ήλιο, θολά και βρώμικα.

Ο σάκος κύλησε μακριά, σαν παχουλή φώκια και χάθηκε απ τα μάτια του. Τα χαρτιά του, τα πιστοποιητικά του. Ένα άρθρο που είχε κάποτε δημοσιεύσει στον τοπικό τύπο για το πώς η Αφρική ενέπνευσε το έργο Ευρωπαίων καλλιτεχνών. Είχε νιώσει τόσο περήφανος γι’ αυτό το άρθρο. Αλλά δεν μπορεί κανείς να φάει χαρτί ούτε να πιεί μελάνι. Η θάλασσα τους έδωσε πίσω τη βάρκα, την ξέβρασε κι αυτή στην ακτή όπου ξαπλωμένοι, ξέρναγαν το αλμυρό νερό. Την έσυραν έξω και πιάστηκαν να την επισκευάζουν. Σχεδόν δύο βδομάδες έμειναν σ’ εκείνη την ερημιά, πριν δοκιμάσουν ξανά.

Φιγούρες, οι μια δίπλα στην άλλη, στριμωγμένες στα πλευρά της βάρκας σαν ποντίκια μέσα σε τρύπα ξέχειλη με βροχόνερα. Σαράντα, πενήντα άντρες, κολλημένοι ο ένας στον άλλον. Ξένοι μέχρι χτες, συνοδοιπόροι σήμερα. Παγιδευμένοι σ’ έναν περιορισμένο χώρο ατέλειωτης απεραντοσύνης. Κολυμπούν στο μεγαλειώδες γαλάζιο μάτι του ωκεανού. Τώρα κείτονται ήσυχοι. Η ελπίδα έσβησε. Ο θυμός ξεθύμανε. Πώς να εναντιωθείς σε κύματα που ορθώνονται σα βουνά, ασταμάτητα, ξανά και ξανά. Ένα τοπίο που σ’ εξουθενώνει μόνο με την όψη του. Που μεταμορφώνεται κατά βούληση. Δεν υπάρχουν σταθερές σ’ αυτό το χάρτη.

Σαν παιδιά. Νομίζουν ότι η δύναμή τους μπορεί να λύσει κάθε πρόβλημα. Μα αυτά τα απέραντα τοπία μπορούν να σε σπάσουν. Θα γεράσεις πριν να μπορέσεις να τα διαβείς απ’ άκρη σ’ άκρη. Ξέρει από αυτά. Τα μαλλιά του χιονισμένα, άσπρες τούφες. Τώρα στρέφονται σ’ αυτόν για συμβουλές για το πώς θα αντιμετωπίσουν το καθρέφτισμα αυτού του ωκεανού.

«Τι να κάνουμε, γέρο;»

«Ναι, πες μας, κύριε, τι να κάνουμε τώρα;»

Συγκινείται. Πού ήταν αυτός ο σεβασμός όταν ήταν στην πατρίδα; Οι μαθητές του τον περιγελούσαν μπροστά στα μάτια του. Εγκατέλειπαν την τάξη του χωρίς επιστροφή. Δεν έβρισκαν νόημα στην εκπαίδευση, στους δασκάλους. Οι περισσότεροι δεν κατέληγαν κάπου. Τεμπέλιαζαν στους δρόμους κι έμπλεκαν σε κάθε είδους φασαρίες. Και με τους υπόλοιπους ήταν ακόμη χειρότερα. Μ’ εκείνους που ήταν πιστοί και αφοσιωμένοι. Που πίστευαν σ’ εσένα. Εκείνους που έτρεχαν στην έδρα μετά από κάθε μάθημα, με μάτια φωτεινά, διψώντας για μάθηση. Ένιωθε την αγωνία τους. Τους έβλεπε να πέφτουν από μεγάλα ύψη. Τα όνειρά τους να σκεβρώνουν στον ήλιο.

«Πες μας μια ιστορία, δάσκαλε.» Ήταν ένα μικροκαμωμένο, στρογγυλοπρόσωπο αγόρι – έμοιαζε να χαμογελά συνεχώς χωρίς προφανή λόγο.

«Πώς ξέρεις ότι είμαι δάσκαλος;»

«Ακούγεσαι σαν δάσκαλος». Οι άλλοι φαίνονται να προσμένουν μια απάντηση. Από κάτω τους η καρίνα κουνιέται στο πηγαινέλα του νερού.

«Όλοι έχουμε ιστορίες να πούμε», λέει εκείνος. «Γιατί δεν μας λες εσύ τη δική σου;»

Το αγόρι συνοφρυώνεται, σα να μην άκουσε καλά. «Τη δική μου ιστορία;» Ψάχνει με το βλέμμα τους άλλους, αλλά αυτοί δε μιλούν.

«Πες μας ποιος είσαι και από πού έρχεσαι».

«Τ’ όνομά μου;» Η φωνή του τρέμει. Είναι μόνος του. Μια μορφή που κινείται μες στο πλήθος. Μα όλοι τους μόνοι είναι τώρα, ακόμα και αυτοί που ξεκίνησαν με άλλους. Συντρόφους και φίλους, αδέλφια και ξαδέλφια, που χάθηκαν στο δρόμο.

«Πες μας», τον προτρέπει. Ο ουρανός σκοτεινιάζει. Ο άνεμος μαστιγώνει κάθε γωνιά της βάρκας παγωμένος, ικανός να σε κόψει στα δύο. Δεν έχει τίποτα να τους δώσει. Καμία σοφία να μοιραστεί. Ούτε καν σαράντα χρόνια. Σε σύγκριση μ’ αυτόν τον ωκεανό, ο μεγαλύτερος σε ηλικία άνθρωπος στον κόσμο όλο δεν είναι παρά ένα μωρό. «Καθίστε πιο κοντά ο ένας στον άλλον. Όσο πιο χαμηλά μπορείτε. Έτσι θα ζεσταθείτε κάπως και η βάρκα θα είναι πιο σταθερή».

Υπακούουν, εξαντλημένοι, τόσο που το όποιο τους παράπονο περιορίζεται σ’ ένα μουγκρητό.

«Η μηχανή ήταν αδύναμη. Τα καύσιμα δεν έφταναν να μας φέρουν απέναντι».

«Μας κορόιδεψαν! Αχ και να τους είχα στα χέρια μου τώρα».

«Όλοι ξέρουμε τι θα τους έκανες!» Λέει ο νεαρός άντρας που κάθεται στην πλώρη. Τους κοιτά έναν-έναν με τα λαμπερά του μάτια. «Τα όνειρά μας είναι η σοδειά που θερίζουν». Γελά, κουνά το κεφάλι του, γυρνά ξανά προς τον ορίζοντα.

«Τ’ όνομά μου είναι Ιωνάς», ξεκινά το αγόρι. «Είμαι από τη Γκάνα». «Η Γκάνα ήταν κάποτε ένα μεγαλοπρεπές βασίλειο», πετάγεται ο δάσκαλος. «Αν ήταν ακόμα βασίλειο, τότε αυτός εδώ θα ήταν ακόμα δούλος». Ο σκληρόκαρδος άντρας που καβαλά την πλώρη, αυτός που είχε τις μεγαλύτερες πιθανότητες να επιβιώσει.

«Ασ΄ τον να τελειώσει, παρακαλώ. Συνέχισε Ιωνά».

«Θα γίνω ποδοσφαιριστής».

Χαμόγελα εδώ κι εκεί. Ειρωνικά σχόλια. Γέλιο.

«Θα γίνω», επιμένει ο Ιωνάς, παραπονιάρικα, ενάντια σ’ αυτόν τον τοίχο αμφιβολιών. Είναι ακόμα στην εφηβεία. «Ανιχνευτές ήρθαν στο χωριό μας. Είπαν ότι αν ποτέ έμπαινα στην ομάδα τους θα μου έδιναν μια ευκαιρία ν’ αποδείξω τι αξίζω».

Τα γέλια έσβησαν σ’ έναν ψίθυρο. Ενός λεπτού σιγή, για τα όνειρα που τους έφεραν όλους τόσο μακριά.

«Σε ποια ομάδα θα παίξεις;» φώναξε κάποιος.

«Στην Ίντερ Μιλάνου ή και στη Ρεάλ Μαδρίτης».

Αυτό πυροδοτεί κι άλλη συζήτηση. Το όνειρο εγκρίθηκε. Τώρα το ερώτημα είναι ποια ομάδα είναι η καλύτερη γι’ αυτόν. Πίσω απ’ τον θρίαμβο του αγοριού, βλέπει τη μοναχική φιγούρα στην πλώρη. Υψώνεται και βυθίζεται σιωπηλά, σα να ετοιμάζεται ν’ ανοίξει τα φτερά του για να πετάξει μακριά.

Η μέρα βυθίζεται, πέφτοντας μέσα από μια λεπτή ρωγμή στον ουρανό. Σύντομα θ’ αρμενίζουν ακυβέρνητοι ανάμεσα στ’ αστέρια. Φοβάται αυτή τη νύχτα, πιο πολύ από κάθε άλλη στη ζωή του. Σα να διαβάζει τις σκέψεις του, ο άντρας στην πλώρη τον κοιτά και οι ματιές τους συναντιούνται.

«Ποιος άλλος θα μιλήσει;» ρωτά ο άντρας, ξαναγυρνώντας προς τ’ ανοιχτά.

«Εγώ θα γίνω οδηγός στη φόρμουλα ένα».

Αυτή τη φορά το γέλιο είναι ασυγκράτητο. Ακόμη και η απελπισία έχει όρια. Ο δάσκαλος γυρνά σ’ ένα από τα αγόρια στα δεξιά του.

«Πες μας ποιος είσαι», προτρέπει.

«Εύκολο, κύριε. Είμαι κλέφτης». Ένας τύπος με φαρδιές πλάτες και κυρτή μύτη που κάθεται καμπουριασμένος σα μποξέρ. Μιλά χωρίς περιστροφές και τα γέλια γίνονται ψίθυροι απογοήτευσης. Ρουθουνίζει. «Νομίζετε ότι είστε καλύτεροι από μένα ε; Τρυπώνετε παράνομα στην Ευρώπη μέσα σε μια βάρκα που σας πούλησαν γκάνγκστερ. Κανείς σας δεν είναι καλύτερος από μένα».

«Ώστε πας στην Ευρώπη για να κλέψεις;»

Ο μποξέρ αφήνει έναν ήχο παραίτησης, κουνώντας το κεφάλι του. «Έγινα κλέφτης γιατί δεν υπάρχει κάτι άλλο να κάνει κανείς. Από μικρός, κύριε. Βασιλιάδες και πολιτικοί, ακόμη κι ο Πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών. Όλοι κλέβουν, ακριβώς κάτω απ’ τη μύτη μας. Δεν είναι έγκλημα, κύριε. Είναι αυτοάμυνα».

«Κι εσύ;» Ένας λεπτός, μαζεμένος τύπος, φορά μαύρο νάιλον μπουφάν που γυαλίζει απ’ το νερό. Μυρίζει άσχημα, σαν να τα έχει κάνει πάνω του. Οι υπόλοιποι κάθονται μακριά του, κοιτώντας τον κάπως υποτιμητικά. Όταν προσπαθεί να μιλήσει τα χείλη του τρέμουν και τα δόντια του χτυπούν.

«Είμαι στρατιώτης», καταφέρνει να πει. Η φωνή του ίσα που ακούγεται. Από κάποιους παραδίπλα ακούγονται ψίθυροι δυσαρέσκειας. Στις λέξεις του παρεμβάλλεται το διαβρωτικό σφύριγμα του νερού που εφορμά πάνω στην κουπαστή.

«Μίλα πιο δυνατά», λέει ένας απ’ την πρύμνη.

«Σκοτώνω», λέει ο τύπος. Είναι δεν είναι δεκαεννέα χρονών. Τα μάτια του, κόκκινα, τρεμοπαίζουν στο τράνταγμα της βάρκας: «Αυτό κάνω. Σκοτώνω ανθρώπους. Τους κόβω τα χέρια. Ξεριζώνω τις καρδιές τους και τις τρώω ωμές».

Ένα σαρωτικό αγκάλιασμα νερού και θλίψης γεμίζει τη σιωπή. Στα σκυμμένα μπροστά του πρόσωπα, στο ημίφως, βλέπει ευγένεια. Την προοπτική με την οποία γεννιόμαστε όλοι και σπαταλάμε καθώς ζούμε. Σκαμπανεβάζοντας σ’ αυτή τη θάλασσα. Εύθραυστοι. Έρμαια του βυθού πριν τελειώσει η νύχτα. Αιώνες μετά, οι άνθρωποι ίσως να μιλούν γι’ αυτά τα ταξίδια όπως μιλούσαν για άλλα ταξίδια στην ιστορία. Δεν είναι και πολύ παρήγορη σκέψη. Είναι κουρασμένοι. Όπως κι εκείνος. Το μόνο που θέλουν είναι να κοιμηθούν. Παρότι για πολλούς, ακόμη και για εκείνον, θα μπορούσε να είναι η τελευταία φορά που κλείνουν τα μάτια τους.

Η θάλασσα αναδεύει. Η βάρκα καβαλάει ένα κύμα, όλο και πιο ψηλά στον αέρα, για να σκάσει πίσω στα βάθη μιας χοάνης τόσο βαθιάς που μοιάζει άπατη.

Αγαπημένε δάσκαλε, τα μαθήματα ιστορίας σου δεν μπορούν να μας διδάξουν τίποτα. Γραμμένο στον μαυροπίνακα ένα πρωί. Οι μαθητές του. Η δική του, πολύτιμη κιμωλία. Τον είδαν να στέκεται στον ήλιο. Γεμάτος μύγες, σε μια σκονισμένη γωνιά να περιμένει ένα ταξί με λίγο χώρο για να στριμωχτεί. Δεν έχει καν δικό του αμάξι. Αυτοί ντυνόντουσαν καλύτερα απ’ αυτόν. Είχαν πατέρες και μανάδες, αδελφούς κι αδελφές στο Παρίσι, στις Βρυξέλλες, στη Μαδρίτη, που τους έστελναν λεφτά και φανταχτερά ρούχα. Μια μέρα θα παράταγαν την τάξη του και δεν θα ξαναγυρνούσαν. Θα ‘βγαιναν καμαρωτοί απ’ την πόρτα κι αυτός θα ‘μενε πίσω, διδάσκοντας τα μικρότερα αδέλφια τους, ακριβώς όπως είχε διδάξει αυτούς, ακριβώς όπως είχε διδάξει τα μεγαλύτερα αδέλφια τους. Έφευγαν και ποτέ δεν επέστρεφαν. Μόνο αυτός έμενε πίσω. Ο δάσκαλος.

Οι σκιές πάνω απ’ τα κεφάλια τους στροβιλίζονται. Η φιγούρα στην πλώρη παρακολουθεί τον ορίζοντα. Μια εικόνα σ’ ένα βιβλίο, σ’ ένα ράφι, στη βιβλιοθήκη. Ένας πίνακας από μια άλλη εποχή.

«Στο Παρίσι», αρχινά. «Υπάρχει ένα μέρος που το λένε Λούβρο. Εκεί θα δείτε έναν πίνακα ενός ζωγράφου που τον έλεγαν Ζερικώ. Εμπνεύστηκε από ένα πλοίο που ναυάγησε σ’ αυτά εδώ τα νερά, καθώς έπλεε για το Ντακάρ. Το 1878. Για δεκαπέντε μέρες περιπλανιόντουσαν στη θάλασσα».

Κάποιοι του νεύουν να συνεχίσει. Τα μάτια τους θολά απ’ το κρύο και την εξάντληση. Τον καρφώνουν με το βλέμμα μες στο σκοτάδι που πυκνώνει κι αναρωτιούνται αν τα βγάζει απ’ το μυαλό του όλα αυτά. Συνεχίζει.

«Το πλοίο λεγόταν Μέδουσα. Τ’ ονόμασαν έτσι από ένα τέρας της αρχαίας ελληνικής μυθολογίας. Το κεφάλι αυτού του τέρατος κροτάλιζε από τα φίδια που είχε για μαλλιά. Αν την κοίταζες, πέτρωνες. Μα ο Περσέας ήταν έξυπνος. Για να την κοιτάξει, χρησιμοποίησε την ασπίδα του για καθρέφτη. Κι όταν ήρθε η κατάλληλη στιγμή, αποκεφάλισε το τέρας. Όπως πέταγε πάνω απ’ τη Λιβύη, σταγόνες αίμα έπεσαν απ το κομμένο κεφάλι πάνω στην άμμο. Γι’ αυτό έχουμε φίδια στην Αφρική».

«Θα ’πρεπε να βγεις στην τηλεόραση, γέρο. Είσαι καλύτερος από τα σκουπίδια που δείχνουν εκεί». Μια υποψία γέλιου.

«Τα μουσεία είναι για νεκρούς ανθρώπους».

Τα βλέμματα γυρνούν στον νεαρό άντρα στην πλώρη. Τρέμει, μούσκεμα. Κουλουριασμένος εκεί, σαν κατάρα, μπρος στη λάμψη των αστεριών.

«Τι θα λέγατε να σας πω εγώ μια ιστορία;» Καβαλάει την πλώρη σα να ‘ταν άλογο. Έχει αυτοπεποίθηση και γοητεία. «Λοιπόν ανοίξτε τ’ αυτιά σας», λέει και δείχνει. «Εκεί έξω, πέρα απ’ αυτά τα νερά, είναι μια παραλία. Μαλακή και στεγνή και ζεστή και ο ήλιος τόσο καυτός που σε λίγα λεπτά καίγεσαι. Αυτή η παραλία μας περιμένει. Και ξέρετε και τι άλλο μας περιμένει; Γυναίκες. Ναι, ωραίες λευκές γυναίκες. Όχι παραμυθένιες. Όχι θεές. Αληθινές γυναίκες που θα τυλίξουν τα χέρια τους γύρω σας, θα σας κρατήσουν στα γυμνά τους στήθη καθώς χύνουν γλυκό νερό στα στεγνά σας χείλια». Χαχανίζει καθώς σωπαίνουν. «Σας το λέω ώστε όταν ξυπνήσετε να μην ξαφνιαστείτε πολύ».

«Θα έρχονται στ’ αλήθεια άνθρωποι στα μουσεία για να δουν έναν τέτοιον πίνακα με εμάς;»

Η ερώτηση έρχεται από ένα αγόρι, όχι πάνω από δεκαπέντε χρονών. Ο δάσκαλος γυρνά προς το μέρος του, τον χτυπά ελαφρά στον ώμο και χαμογελά.

«Όταν φτάσουμε εκεί, θα σε πάω στο Λούβρο εγώ ο ίδιος και θα σε φέρω μπροστά σ’ εκείνον τον πίνακα και θα θυμηθείς αυτή την ιστορία και θα γελάσουμε μαζί».

«Θα το ήθελα», λέει το αγόρι κι έπειτα το κεφάλι του γέρνει και δεν ξαναμιλά.

Η θάλασσα είναι αιώνια. Απαράλλαχτη, για εκατομμύρια χρόνια. Ο ορίζοντας δεν θ’ αλλάξει, δεν θα έρθει πιο κοντά επειδή το θέλουμε. Πού είναι τα τέρατα για να παλέψουμε, να τα αποκεφαλίσουμε όπως ο Περσέας;

Νιώθει την καρδιά του να υψώνεται με τη θάλασσα. Νιώθει τα κύματα να τους σηκώνουν προς τα σύννεφα που κατρακυλούν, να τους κρατούν εκεί ψηλά πάνω απ’ το κρύο γαλάζιο μάτι της θάλασσας. Μετέωροι, ως τη στιγμή που θ’ αρχίσει η πτώση τους. Ο ήλιος είναι πέρα μακριά. Ένα απομακρυσμένο χρυσό δάχτυλο. Η ασπίδα του Περσέα εκτρέπει το φως. Μια μάσκα που μεταμορφώνει τον κόσμο. Είναι η σκοτεινή ίριδα της γαλάζιας σφαίρας του κόσμου. Ένα μάτι που πλέει στο κενό. Το μάτι του παρατηρητή. Το μάτι του ζωγράφου.

Το αγόρι πλησιάζει. Ψάχνει τις πινελιές. Ραβδώσεις που κόβουν βαθιά σαν να ‘χει σκαλιστεί στον καμβά η αρχαία γεωλογία. Γραμμές που έγιναν από τις μαλακές τρίχες μιας βουνίσιας κατσίκας κολλημένες στην άκρη ενός πινέλου. Το σύρσιμο της μπογιάς σε κύματα και δίνες, σε στρογγυλεμένους γοφούς και μηρούς, γυμνά σώματα, σκισμένα πανιά, δάχτυλα λυγισμένα προς τον ουρανό. Μια φιγούρα στην πλώρη ανεμίζει ένα φουλάρι προς μια κουκίδα που φαίνεται στον ορίζοντα.

Το αγόρι παίρνει μια βαθιά ανάσα. Την κρατά. Εκπνέει. Ώρες τώρα κοιτά τον πίνακα. Γύρω του ήχοι άλλων ανθρώπων ξάφνου εισβάλουν. Ξενικές προφορές. Φωνές. Γλώσσες από μακρινά μέρη. Μια ματιά εδώ. Ένα πρόσωπο εκεί. Ένας φωνακλάς Αμερικανός. Δεν βλέπουν αυτό που βλέπει. Ρίχνουν μια γρήγορη ματιά και προχωρούν. Ο αντίλαλος ενός βήχα μες στην ιερή αίθουσα της πινακοθήκης.

Δεν έχει ξανανιώσει κάτι τέτοιο στη ζωή του. Ούτε για το Θεό, ούτε στο σχολείο, ούτε ακόμα όταν κλωτσούσε ένα βρώμικο τόπι σε κάποιο χωράφι. Τίποτα σαν αυτό. Αυτή η αίσθηση. Κοιτάζει τον πίνακα και τον θέλει. Όχι τον πίνακα, καταρχάς δεν θα μπορούσε κανείς να τον βγάλει απ την πόρτα της πινακοθήκης, κι έπειτα δεν υπήρχε τοίχος τόσο μεγάλος στο διαμέρισμα για να τον κρεμάσει. Θέλει αυτό. Τη δύναμη να ανακαλέσει αυτό το συναίσθημα. Αυτή την αίσθηση.

Ο φρουρός τον περιεργάζεται επιφυλακτικά. Οι επισκέπτες προσπερνούν. Ξεφυλλίζουν τις σελίδες των οδηγών τους. Νιώθει την παρόρμηση να τους πει, να τους εξηγήσει πώς βρέθηκε εδώ. Τι σημαίνει αυτός ο πίνακας γι’ αυτόν, για το μέρος που πρωτάκουσε γι’ αυτόν τον πίνακα. Για εκείνον τον άνθρωπο που δεν έμαθε ποτέ τ’ όνομά του. Τον δάσκαλο. Και τον άλλον στην πλώρη. Χαμογελά. Κι οι δυο τους έχουν χαθεί. Χάθηκαν μέσα από μια τρύπα στον καμβά του κόσμου. Γιατί είχε σωθεί; Γιατί νιώθει αυτή την ταραχή; Για μια στιγμή τα είδε όλα καθαρά. Τη ζωή μπροστά του. Το έργο που μπορούσε να φτάσει πέρα απ’ το θαμπό κενό και να φωτίσει τα πάντα. Θα υψωνόταν και οι άνθρωποι θα σταματούσαν, θα κοιτούσαν και θ’ άκουγαν. Το μυαλό του βούιζε με την άπειρη προοπτική των δυνατοτήτων.

Τα νεανικά χαρακτηριστικά του προσώπου του συννέφιασαν καθώς έβαλε τα χέρια του στις τσέπες του και περιπλανήθηκε προς την πινακίδα με την ένδειξη Έξοδος. Άρχιζε να πεινά λίγο. Ίσως προλάβαινε να τσιμπήσει κάτι πριν γυρίσει σπίτι. Και θα σταματούσε στο κατάστημα δώρων του μουσείου βγαίνοντας, για να δει αν τυχόν είχαν καρτ-ποστάλ με τον πίνακα που θα μπορούσε να κουβαλά στην τσέπη του. Κάτι για να θυμάται.

μτφρ. Μαρία Σ. Μπλάνα

~ . ~

Ο Jamal Mahjoub (Ζαμάλ Μαζώμπ) γεννήθηκε το 1960 στο Λονδίνο από Βρετανίδα μητέρα και Σουδανό πατέρα, και μεγάλωσε στο Χαρτούμ του jpegΣουδάν. Έχει ζήσει κατά καιρούς στο Ηνωμένο Βασίλειο, τη Δανία, την Αίγυπτο, την Ισπανία και επί του παρόντος ζει στην Ολλανδία. Έχει δημοσιεύσει επτά μυθιστορήματα καθώς και διηγήματα και δοκίμια. Το έργο του έχει μεταφραστεί σε αρκετές γλώσσες και έχει αξιωθεί πολλά βραβεία, μεταξύ των οποίων το Βραβείο Αφρικανικού Διηγήματος της Guardian, το St. Malo Prix de l’Astrolabe και το Mario Vargas Llosa Premio NH de Relatos. Έκτός από μυθιστορήματα και διηγήματα, από το 2012 εκδίδει έργα αστυνομικής λογοτεχνίας με το ψευδώνυμο Parker Bilal, διαχωρίζοντας την περσόνα του Bilal από τη δική του ως το «αστυνομικό» alter ego του. Ως συγγραφέας, θα μπορούσε κανείς να πει ότι προσωποποιεί τη διασπορά και τη μετανάστευση βιώνοντάς τες: ο εκούσιος νομαδισμός του αντανακλάται στο πολυποίκιλο έργο του.

Προσωπικός ιστότοπος: http://jamalmahjoub.com/

Δύο διηγήματα

bloody

~  .  ~ 

του ΚΙΜΩΝΑ ΚΑΛΑΜΑΡΑ 

~  .  ~ 

ΤΑΙΝΙΑ

Περπατούσαμε στα πλακόστρωτα στενά παραπατώντας στο κρύο. Τα φώτα της νύχτας ύφαιναν έναν προστατευτικό ιστό όπου μέσα του περιπλανιόμασταν. Σπρώξαμε την ξεκλείδωτη πόρτα και ανεβήκαμε τις σκάλες βιαστικά. Μπαίνοντας, η μυρωδιά του χώρου μας έσπασε τη μύτη.

Πρώτη γερή γροθιά ενός χαμένου πυγμαχικού αγώνα. Κατεβήκαμε τρέχοντας προς το πλακόστρωτο, όπου ένα φως από το απέναντι πεζοδρόμιο μας τράβηξε κοντά του. Ανεβήκαμε ξανά μια σκάλα. Το μαγαζί είχε αναδουλειές και η μαντάμ μας καλωσόρισε νυσταγμένη . «Έχει γενέθλια ο φίλος μου» της είπα. Μας χαμογέλασε ψυχρά καθώς διαφορετικές οπτικές από λευκά οπίσθια, ροζ στήθη, μπλαβιασμένα πόδια και κόκκινα χείλη, σαν φιγούρες παράξενου κουκλοθέατρου, πέρασαν από μπροστά μας και έπειτα χάθηκαν πίσω από μια κουρτίνα. Το έντονο άρωμα και ο ξένος ιδρώτας έμειναν για λίγο στην σκηνή. Το ίδιο έργο, με διαφορετικούς πρωταγωνιστές. Κοιταχτήκαμε με τον Λεό με κάποια δυσφορία και κατηφορίσαμε βιαστικά την σκάλα. Βγήκαμε στο πλακόστρωτο, περάσαμε στον κεντρικό δρόμο και πήραμε ταξί.

Το επόμενο βράδυ ήρθε με το αμάξι. Ήπιαμε ουίσκι, καπνίσαμε μερικά τσιγάρα. Κάποια στιγμή έβγαλε τον μπλε σκούφο, μου έδειξε το κεφάλι του και άρχισε τις εξομολογήσεις. «Τι είναι αυτό;», ρώτησα ξαφνιασμένος. Στην αριστερή πλευρά του κρανίου είχε φυτρώσει ένα τεράστιο ροζ σπυρί. Ήπιε λίγο κάνοντας μια γκριμάτσα. Άναψα ένα τσιγάρο και έμεινα σιωπηλός. «Αυτή η πουτάνα φταίει» είπε ξαφνικά. Από τη μέρα που γύρισα από το Λονδίνο το έχω. Κάθε μέρα μεγαλώνει.» Είχε πάει να την δει πριν από ένα μήνα περίπου. Μέχρι χθες έδειχνε χαρούμενος.

Βγήκαμε στο δρόμο και μπήκαμε γρήγορα στο αμάξι. Το βράδυ μόλις ξεκίναγε. Παρκάραμε σε έναν λαβυρινθώδη πεζόδρομο πίσω από την πλατεία Συντάγματος και κατευθυνθήκαμε σε ένα μπαράκι. Ήταν μισοάδειο. Ο μπάρμαν, καραφλός, κοντά στα σαράντα, έφτιαχνε κοκτέιλ για κάποια παρέα. Είχε αρκετό κρύο και καθώς περιμέναμε έξω με τα τσιγάρα αναμμένα, είπαμε να πάρουμε Bloody Mary. Αργούσε να τα ετοιμάσει. Μπήκαμε μέσα, καθίσαμε στα ζεστά και ακουμπώντας στον πάγκο, χαζεύαμε τον λιγοστό κόσμο, σχολιάζοντας το παρηκμασμένο ντεκόρ. Πάτωμα με σκούρο μωσαϊκό, λαχανί τοίχος, χάρτινα φώτα ταβανιού με κόκκινες και μπλε λάμπες, συμπλήρωναν την αισθητική πανηγυριού. Δεν υπήρχε ιδιαίτερος λόγος να είναι κανείς εκεί. Τρίτη βράδυ. Η πόλη όλη έμοιαζε με ένα φτηνό ρημαγμένο ντεκόρ. Και αν ήσουν αρκετά νηφάλιος, κάτω από την μουσική του τελευταίου αυτού ανοιχτού μπαρ, μπορούσες και άκουγες αμυδρά τον επιθανάτιο απολογισμό που χαράσσονταν από κάποιον μαρμαρά.

Πίσω από το φρούριό του, ταμπουρωμένος, συνέχιζε ατάραχος να ανακατεύει διάφορα υλικά. Η μουσική έβγαινε σα χαμηλή βοή, σαν δυνατός ψίθυρος στο αυτί κάποιου και έκρυβε κάπως σα πέπλο τις πραγματικές μας διαθέσεις. Εκείνος, σα να μη έτρεχε τίποτα, έσκυβε κάτω από τον πάγκο, ρωτούσε που και που για τις μυρωδιές και τις γεύσεις που μας άρεσαν, κι έπειτα ανακάλυπτε κάτι καινούργιο και το πρόσθετε σε κάτι πελώρια ποτήρια. Έπειτα από ώρα, φύτεψε δυο πράσινα κλαδιά σέλερι στα κόκκινα ποτήρια και τα έσπρωξε μπροστά μας. Επανήλθαμε στην συνειδητή μας κατάσταση. Τα πήραμε, του γυρίσαμε την πλάτη, ήπιαμε και κοιταχτήκαμε. Έπειτα από λίγο, ο Λεό γύρισε προς τον καραφλό τύπο και άρχισε να ανακατεύει μπροστά του τα δικά του, τα δικά μας υλικά, άρχισε να φτιάχνει και να αυτοσχεδιάζει και να σερβίρει την δική μας πραγματικότητα. Του έλεγε πως δούλευα ανταποκριτής στον Κόρακα της Νέας Υόρκης, πως ο ίδιος έμενε στο Τορόντο. Του μίλαγε άλλοτε με αγγλικές φράσεις άλλοτε με κάποια προφορά, έσκυβε μπροστά για να του πει για τις σημαντικές δουλειές του, για τους αλγόριθμους και τις γλώσσες προγραμματισμού και πως θα είναι εδώ για λίγες μέρες μόνο. Τέλος, αφού τον είχε ήδη μαγέψει με τα προκαταρκτικά, του πρόσφερε το κοκτέιλ: «Θα μπορούσε να γράψει ένα άρθρο ο φίλος μου για το μπαρ».

Του γύρισε για λίγο την πλάτη, ακούμπησε τους αγκώνες και άρχισε να γελάει πνιχτά.

Ο μπάρμαν ήταν τόσο ενθουσιασμένος με μας, όσο κι εμείς με τα ποτά του. Τα εντυπωσιακά μπλε μάτια του γυάλισαν στιγμιαία και το γκρίζο αραιό γένι, πήρε για λίγο μια ξανθιά απόχρωση. Η φλόγα του νεανικού του εαυτού τρεμόπαιζε κάτω από την θράκα της παγωμένης αλήθειας. «Με πετυχαίνετε σε δύσκολη στιγμή… ο πατέρας μου είναι στα τελευταία του, και αυτό είναι ό,τι καλύτερο άκουσα τον τελευταίο καιρό», είπε με βραχνή φωνή, με μάτια υγρά από συγκίνηση. Συστηθήκαμε. Κοίταξα τον Λεό, καθώς κατέβαζα μια γερή γουλιά. Με κοίταξε και αυτός για μια στιγμή καθώς δάγκωνε το σέλερι. «Χάρη μας φτιάχνεις άλλα δύο;» έκανε ο Λεό, μπουκώνοντας την τελευταία λέξη με την πρασινάδα και ακούμπησε το άδειο ποτήρι στον πάγκο.

«Τελικά, πως απ’ τα μέρη μας παιδιά;», άρχισε πάλι την συζήτηση ο Χάρης καθώς μετά από ώρα μας έδινε τα ποτήρια. Η ιστορία του Λεό είχε τόση επιτυχία που άρχισε να την επαναλαμβάνει. Την στιγμή που έλεγε ότι το μαγαζί θα έμπαινε στις σελίδες του Κόρακα, έγνεψα επικυρώνοντάς την και ο Χάρης έσκυψε στον Λεό και του τσίμπησε ελαφρά το μάγουλο. Ο Λεό τραβήχτηκε ασυναίσθητα, ίσιωσε τον σκούφο, τράβηξε μια τζούρα από το ποτήρι και δάγκωσε λίγο ακόμη σέλερι αδιάφορος.

Πληρώσαμε, πήραμε τα ποτά και βγήκαμε να πάρουμε αέρα. Με τα κόκκινα ποτήρια μισογεμάτα, προχωρήσαμε μέσα στην νύχτα.

«Γυναίκες…», είπε ο Λεό μετά από πέντε λεπτά περπάτημα, «κοίτα πως έχει γίνει το κεφάλι μου». Έβγαλε το σκούφο. Ήπια λίγο από το ποτήρι μου και κάθισα σε ένα παγκάκι. Είχε κόψει τα μαλλιά με την ψιλή και το σπυρί κατακόκκινο τώρα , φαινόταν έντονα πάνω στο άσπρο κρανίο. Έμοιαζε με μπαλάκι του τένις. Όλο το άγγιζε με προσοχή και μανία ταυτόχρονα, προσπαθώντας να το ξορκίσει από την μία και από την άλλη, έμοιαζε σχεδόν περήφανος για το παράξενο τραύμα του.

«Γιατί δεν κάνεις καμιά συνέντευξη με εκείνον τον σκηνοθέτη που όλο μιλάει για τις γυναίκες στις ταινίες του; Τον είδα τις προάλλες στο εστιατόριο της εταιρείας. Θέλει να κάνει μια εκπομπή άκουσα». Εργαζόταν για λίγους μήνες σε μια εταιρεία που διαχειριζόταν ένα τηλεοπτικό κανάλι. «Ναι…» αναφώνησε, «θα πας στον κ. Πέτρο και θα του πεις πως θες να κάνεις μια συνέντευξη με έναν διάσημο και πως για τον λόγο αυτό θες κάποια χρήματα». «Ο κ. Πέτρος έχει βυζιά, μεγαλύτερα από το σπυρί σου», του είπα «και όταν του ζητήσω χρήματα για συνέντευξη θα με στείλει από εκεί που ήρθα».

Είχε περάσει ένα εξάμηνο που εργαζόμουν στον Πρωινό Κόρακα ως άμισθος αρθογράφος, είχα ήδη κάνει ένα πρωτοσέλιδο, μα χρήματα δεν φαινόντουσαν πουθενά στον ορίζοντα. «Κάνε μια συνέντευξη, δεν χρειάζεται να πεις τίποτα στον κυρ-Πέτρο. Θα του την πας μετά και θα μείνει με τις ρόγες σηκωμένες. Μετά θα γίνουμε φίλοι με τον σκηνοθέτη και θα μας βάλει σε κάποια ταινία του». Τί ρόλο;» έκανα. «Να, εμείς, που θα κυκλοφορούμε στην κωλοπόλη με τα ποτά μας στο χέρι.» Μου άρεσε η ιδέα, «…και θα είμαστε συνεχώς μεθυσμένοι, θα μπαινοβγαίνουμε στα μπαρ και στα μπουρδέλα και θα δουλεύουμε κόσμο». «Και θα ερωτευόμαστε κάθε βράδυ και από μία διαφορετική γυναίκα» πρότεινα, ανήμπορος να αποχωριστώ το ποτήρι.

Ανάβαμε το ένα τσιγάρο μετά το άλλο, περπατάγαμε λίγο και έπειτα σταματάγαμε για να προσθέσουμε ιδέες για την ταινία μας. Όταν η σκέψη μας έφτανε σε μια ικανοποιητική ρήξη με την πραγματικότητα, σηκώναμε τα ποτήρια, πίναμε μια γερή γουλιά και συνεχίζαμε το περπάτημα. Πήγε έτσι για καμιά ώρα μέχρι που φτάσαμε στα πλακόστρωτα σοκάκια του Μεταξουργείου. Αφήσαμε τα άδεια ποτήρια δίπλα σε κάποιο δέντρο και ανεβήκαμε. Η μυρωδιά μας έσπασε την μύτη. Το μέρος ξεχείλιζε από κόσμο που περίμενε τα διαπιστευτήρια. Το ίδιο τραγικό έργο με διαφορετικούς ηθοποιούς.

«Μάγκες είναι καλή;», ρώτησε ο Λεό την ομήγυρη. «Κι εμείς περιμένουμε» έκανε αθώα ένας νεαρός. «Δεν έχει βγει ακόμη» συμπλήρωσε με κατανόηση ένας άλλος. Κατεβήκαμε την σκάλα στο λεπτό και χαθήκαμε μέσα στο θαμπό φως.

~  .  ~

ΤΟΥΙΤΙ

Με σήκωσε το επίμονο τηλεφώνημά της. «Πρέπει να σώσουμε ένα γατάκι» είπε. «Το είδα καθώς πήγαινα στην αγορά. Γυρίζει εδώ και κει ολομόναχο. Είναι πολύ μικρό.» Η φωνή της ακουγόταν συγκεκριμένη όσο και ψεύτικη. Το φως που πέφτει στο δωμάτιο από έναν σκονισμένο φεγγίτη. «Εντάξει, κατάλαβα, θα περάσω να σε πάρω σε καμιά ώρα» και κατέβασα το ακουστικό.

Όποτε έβλεπε κάποιο αδέσποτο ήθελε πάντα να το πάρει σπίτι. Ήταν ικανή να θυσιαστεί, να μονομαχήσει, να βάλει και τα χέρια της στην φωτιά, ακολουθώντας τα ίχνη κάποιας πρωινής έμπνευσης. Αυτό ξεκίνησε πριν από ένα δίμηνο, όταν έχασε το γάτο που της είχα πάρει. Τον άφηνε να κάνει βόλτες στον δρόμο και, όποτε κουραζόταν από το κυνήγι, ανέβαινε στο σπίτι. Νιαούριζε μέχρι να του ανοίξει την πόρτα. Έμπαινε βουβός με σηκωμένη ουρά και ίχνη εξάντλησης στο γατίσιο πρόσωπό του. Βάδιζε αργά και σίγουρος προς την κουζίνα, απαιτώντας με ένα βλέμμα την αγαπημένη του τροφή. Αργότερα το απόγευμα, έκοβε βόλτες επιδεικτικά, πάνω στο κάγκελο του μπαλκονιού, αψηφώντας κάθε κίνδυνο. Όταν σκοτείνιαζε νιαούριζε και του άνοιγε να κατέβει. Στην αυλή στεκόταν και τον περίμενε ο Μπάτμαν. Οι δυο τους, οι αγαπημένοι γάτοι της γειτονιάς. Ήταν ασπρόμαυρος με φουντωτό τρίχωμα και με μια άσπρη τούφα στην άκρη της μαύρης του ουράς. Κάτω από τα κίτρινα γαλήνια μάτια του, κάτω από την γκρίζα μουσούδα, λίγο μαύρο τρίχωμα θύμιζε αυστηρό αλλά, περιποιημένο σε κουρέα, μουστάκι. Στην γειτονιά οι μισοί τον φώναζαν Χίτλερ και οι υπόλοιποι Σύλβιο. Εμείς τον φωνάζαμε Τουίτι.

Την πρώτη μέρα που της είχα φέρει τον Τουίτι –δεν θα ήταν πάνω από τριάντα ημερών– τον κοίταξε στο πρόσωπο καλά-καλά, μετά κοίταξε εμένα και με μια γκριμάτσα μου είπε: «Καλά, επίτηδες μου το πήρες; Αυτό είναι κακάσχημο». Όταν όμως το έχασε, για δύο βδομάδες με τράβαγε κάθε βράδυ και περπατάγαμε ολόκληρη την γειτονιά με μια σακούλα τροφή στο χέρι. Αφήναμε και από μια χούφτα σε κάθε τετράγωνο μπας και ο γάτος την αναγνώριζε. Το νιαούρισμά του δεν το ξανακούσαμε και η ίδια έπνιγε μέρα με τη μέρα τον πόνο μέσα της. «Αφού ήταν άσχημο, έτσι δεν μου έλεγες;» «Ναι, αλλά, όταν μεγάλωσε έγινε όμορφος και εγώ τον αγάπησα. Τον αγάπησα όπως και αν ήταν». Αν τόλμαγε κάποιος κτηνίατρος να αναφέρει το μουστάκι του δεν μας ξανάβλεπε. «Αυτό για να μάθει», μου έλεγε συνωμοτικά, καθώς μπαίναμε στον καινούργιο για τα εμβόλια.

Δεν υπολόγισα καλά το ξενύχτι με τον Λεό. Σε ένα μισάωρο, σκέφτηκα, θα πρέπει να έχω τινάξει από πάνω μου κάθε ίχνος από την προηγούμενη βραδιά: Τρία ουίσκι, δύο Bloody Mary και μερικά ακόμη που δεν ξέραμε τι περιείχαν. Κατάπια δύο ντεπόν και μπήκα στο μπάνιο. Τα νυχτοπερπατήματα, πάντα αυθόρμητα, χωρίς κανένα πλάνο και σκοπό, έμεναν μεταξύ μας. Πάντα, όλο και κάτι θα συνέβαινε που, το θυμόμασταν ξαφνικά την επομένη και αναρωτιόμασταν πως ακριβώς να είχε συμβεί. Ένα απόγευμα είχε καλέσει και περίμενε από κάτω ανήσυχος: «Έχω μπλέξει». Μπήκα στο αμάξι και ξεκίνησε να οδηγεί σα τρελός. «Πού πάμε; Δεν είναι λίγο νωρίς για ποτό»; «Στο χθεσινό μπουρδέλο. Το θυμάσαι»; Είχαμε μπει σε καμιά δεκαριά.«Στο τελευταίο… με πήρε η μαντάμ και μου είπε πως ξέχασα εκεί το πορτοφόλι μου. Είχα σε ένα χαρτί το τηλέφωνο του αφεντικού μου και πήρε στην δουλειά». «Ωραία…».

Λίγο μετά το μεσημέρι, ήμουν κάτω από το σπίτι της και περίμενα στο αμάξι. Μπήκε μέσα βιαστικά και ξεκίνησα αργά. «Που πάμε;» την ρώτησα. «Ούτε ένα μικρό φιλί;» «Καλά πας, θα σου πω στο δρόμο» είπε, δίνοντάς μου ένα φιλί στο μάγουλο. «Πάμε να σώσουμε το γατάκι. Α-μέ-σως!». Μου έλεγε να στρίψω από δω να μπω στο τάδε στενό να βγάλω φλας αριστερά να κορνάρω στον μπροστινό που σερνόταν, μέχρι που φτάσαμε έξω από το μπουρδέλο που είχε ξεχάσει ο Λεό το πορτοφόλι του λίγα βράδια πριν. Παρκάρισα όσο πιο αργά μπορούσα μιας και δεν ήμουν έτοιμος για καβγά. Πόσο χυδαία είναι αυτή η πόλη, σκέφτηκα. Τα πάντα βρίσκονται μια ανάσα από την μικρή μας γειτονιά.

Βγήκε τρέχοντας από το αυτοκίνητο και πήγε στο πεζούλι όπου το είχε δει το πρωί. Το φως από τον πρώτο ήταν σβηστό. «Πού είναι το γατάκι;» την ρώτησα με αγωνία. «Εδώ στις σκάλες ήταν, πριν δυο ώρες». Ρώτησε το παιδί από τον διπλανό φούρνο που, μόλις είχε βγει στην πόρτα να μας επεξεργαστεί, και της είπε πως πριν λίγο είχε περάσει κάποιος κύριος και το μάζεψε. Το παιδί του φούρνου το είχε συμπαθήσει και μας διηγήθηκε πως κάθε πρωί στις 7:30 του έβαζε γάλα. Το καημένο, σκέφτηκα, δεν κάνει να πίνει γάλα. Μια-δυο φορές του πήρε και τροφή.

Ήταν απαρηγόρητη. «Σίγουρα το πήρε κάποιος;» ρώτησε ξανά. Περίμενα χωρίς να ακούω τι έλεγαν μεταξύ τους, πιασμένος σε έναν νοητικό ιστό μεταξύ ενοχής και αθωότητας. Γύρισε και με κοίταξε με ένα ήρεμο βλέμμα. «Πάμε να ψάξουμε άλλη μια φορά τον Τουίτι;» ρώτησε, και μπήκαμε γρήγορα στο αμάξι.

Κίμων Καλαμάρας