ΝΠ | Αφηγήματα

Μάριο Αντρέα Ριγκόνι, Δύο διηγήματα (μτφρ. Μαρία Φραγκούλη)

Mario Andrea Rigoni

 

Ο άνδρας στο αναπηρικό καροτσάκι

Στη ζωή χρειάζεται να στηριζόμαστε σε κάτι, αλλιώς βουλιάζουμε. Ισχύει ίσως περισσότερο γι’ αυτόν, μα στην πραγματικότητα ισχύει για όλους, έλεγα: είναι απλώς ζήτημα τρόπου και βαθμού. Πόσα χρόνια, τώρα πια, ο Τάνο ήταν καταδικασμένος στο αναπηρικό καροτσάκι; Είκοσι, τριάντα; Ήταν οπωσδήποτε τόσα που, κάθε καλοκαίρι, ενώ κατέβαινα από το αυτοκίνητο και ξεφόρτωνα τις αποσκευές, σηκώνοντας το κεφάλι προς τον οικισμό κουρνιασμένο κατακόρυφα στη θάλασσα, έβλεπα το κοντόχοντρο περίγραμμά του να διαγράφεται ακίνητο στην ανοιχτή πόρτα –προστατευμένη μόνο από μια πράσινη πλαστική τέντα– του σπιτιού του, μικροσκοπικού σαν παιχνίδι. (περισσότερα…)

Νατάσα Κεσμέτη, Κόχυλας ἀπό τό Ulvik ὥς τήν Ἐρεσσό

Olav
Στόν Συμεών Σταμπουλοῦ                      

Σπίτι χτίζεις γιά τήν ψυχή σου,
καί περήφανα περιπλανιέσαι
στήν ἀστροφεγγιά
μέ τό σπίτι στή ράχη σου
σάν σαλιγκάρι.
Κίνδυνος ὅταν πλησιάζει
Τρυπώνεις μέσα
κι ἀσφαλής εἶσαι
κρυμένος καλά (περισσότερα…)

Νατάσα Κεσμέτη, Στή λάβρα ἑνός ἀπογεύματος

Γιώργος Δρίζος, Κύθηρα-Χύτρα

Γιώργος Δρίζος, Κύθηρα-Χύτρα

Ἄν καί ἡ μύτη της ἦταν καλοκαμωμένη τά ρουθούνια της ἦταν πλατιά, ἀνοιχτά πρός τά πλάγια καί παίζανε διαρκῶς τά πτερύγιά τους σάν νά ρούφαγαν μαζί μέ τόν ἀέρα καί μιάν ἐντελῶς ἰδιαίτερη ἡδονή τήν ὁποία προσπαθοῦσαν νά ὀσμισθοῦν, νά ἐντοπίσουν μέ μανία.

Ὅση ὥρα ἡ διήγησή της κρατοῦσε τήν προσοχή τῶν ἀκροατῶν της ἀδιάπτωτη, τά ρουθούνια της κάπως ἡσυχάζανε. Ἀλλά μόλις τά μάτια τῆς ὁμήγυρης παύανε νά στρέφονται πρός τό μέρος της ἀνεξάρτητα ἄν ἐξερευνούσανε τό σῶμα της, τή στάση της, τίς κινήσεις τῶν χεριῶν ἤ τό πρόσωπό της, τά ρουθούνια της ἀρχίζανε ἀστραπιαία νά παίζουνε γρήγορα καί τά χέρια της αὐξάνανε τήν ἔνταση καί τήν ἐκφραστικότητά τῶν κινήσεων μέ τίς ὁποῖες συνόδευε τήν διήγησή της.

Ἦταν πολύ παράξενο: ἀπό τή μέση καί κάτω ἔμενε ἀκίνητη στή θέση της, τά πόδια της βιδώνονταν εἴτε ἁπλωμένα εἴτε χαριτωμένα ἀκουμπώντας τό ἕνα πίσω ἀπ’ τ’ ἄλλο στούς ἀστραγάλους σπανίως ἕως ποτέ σταυροπόδι. Ἀπό τή μέση καί κάτω ἦταν μιά ἐξαιρετικά καθωσπρέπει καί ἀπολύτως ἐλεγχόμενη κυρία, γιά τήν ὁποία θά μποροῦσε νά φανταστεῖ ὁ θεατής της πώς ἐπιδείκνυε μ’ ἕναν πολύ ἀξιοπρεπή τρόπο τίς γάμπες της καί κυρίως τά βαμμένα νύχια τῶν ποδιῶν της. Παρά τά χρόνια της τό μεσαῖο τους δάχτυλο στόλιζε ἕνας σχετικά χοντρός, διπλός, ἀσημένιος κρίκος. Θά μποροῦσε ἀκόμα νά κάνει κανείς τή σκέψη πώς θά τῆς εἶχαν χρειαστεῖ πρόβες καί πρόβες ὥσπου νά πετύχει αὐτή τήν συγκεκριμένη ἀξιοπρεπή στάση. Κάθε φορά πού μετακινοῦσε ἔστω καί ἐλάχιστα τίς γάμπες της γιά νά τίς ξεκουράσει ἤ νά ξεμουδιάσει ἡ μετακίνηση γινόταν πολύ ἀνάλαφρα, γιά νά μήν πεῖ κανείς κατά μαγικό τρόπο ἀόρατα.

Αὐτό ὅμως πού συνέβαινε ἀπό τή μέση καί πάνω ἦταν συναρπαστικό. Ὁ κορμός καί κυρίως τά χέρια βρίσκονταν σέ συνεχῆ δραστηριότητα. Ἡ Ναριμά  ἦταν μιά χορεύτρια τῆς πολυθρόνας. Ζωγράφιζε στόν ἀέρα ὅλα της τά συναισθήματα καί μαζί αὐτά τῶν ἡρώων τῆς διήγησής της ἐνῶ ταυτόχρονα τά μάτια της ἄλλαζαν σχήμα ἀνάλογα μέ τήν δραματική ἤ κωμική  ἐξέλιξη τῶν ἐξιστορούμενων. Στό μεταξύ τά κυνηγιάρικα ρουθούνια της ἀκολουθοῦσαν τό ἔνστικτο πού τά εἰδοποιοῦσε γιά τήν κατάσταση τῶν θηραμάτων: ἄν εἶχαν λασκάρει ἤ παρέμεναν γιά τά καλά μαγκωμένα στήν παγίδα.

Ἐκεῖνο τό ἀπόγευμα ἡ Ναριμά ἀναστέναξε μόλις τῆς ἄνοιξαν τήν πόρτα καί μπῆκε στό θέμα της χωρίς πολλά πολλά:

«Καλά πού σᾶς βρῆκα γιατί θά ἔσκαγα νά μήν τά πῶ»

Τό μεγάλο λάθος τῶν φίλων της ἦταν πώς τό ἀναστατωμένο της ὕφος τούς ξεγέλασε σέ βαθμό νά ἀκυρώσει τήν πεῖρα τους μαζί της και, τό χειρότερο, τούς ἔσπρωξε νά ποῦν ὅ,τι ἀκριβῶς ποθοῦσε ἡ Ναριμά: πώς ἡ ἐμπιστοσύνη πού πάντα τούς δείχνει εἶναι τιμητική γι’ αὐτούς ,ὅπως καί ἡ παλιά τους φιλία πού διαρκεῖ παρά τά τόσο πολλά χρόνια καί τίς ἀλλαγές πού φέρανε στήν ζωή ὅλων τους.

Ἦταν ἕνα καφτό καλοκαιρινό ἀπόγευμα καί ὅλοι πλήττανε θανάσιμα. Στό βάθος τῆς πλήξης τους σάλευε ὡστόσο ἕνας ἀπαίσιος τρόμος καθώς ἡ πόλη ἦταν τριγυρισμένη ἀπό πυρκαγιές. Ὅλα τά πανάρχαια βουνά πού τήν στεφάνωναν κάποτε μέ τά πυκνά τους δασωμένα φαράγγια καί οἱ λόφοι μέ τούς κυπαρρισῶνες, ἐδῶ καί μέρες, λιανίζονταν ἀπό ἀμέτρητες παμφάγες φλόγες.

Ἡ Ναριμά λάτρευε νά ἀναποδογυρίζει τά πράγματα. Ὅταν στά δεκαεννιά της ἐγκαταστάθηκε στή τότε Ροδεσία (καί νῦν Ζιμπάμπουε) τό πρῶτο πού ἀναποδογύρισε ἦταν τό ὄνομά της. Τό ὅτι κατά κάποιο τρόπο τό ἐξισλάμισε, δέν τήν πείραξε καθόλου. Τό ἔβρισκε πιό σύμφωνο μέ τό νέο της περιβᾶλλον κι ἄλλωστε ἀπό παιδί δέν ἦταν καί καμιά ἀφοσιωμένη χριστιανή. Κανείς στό σπίτι της δέν πάταγε στήν ἐκκλησία. Ἄν τήν ἐνδιέφερε κάτι ἦταν τά ἔθιμα σάν εὐκαιρίες γιά συγκεντρώσεις, τίποτα παραπάνω. Οἱ ὀνομαστικές γιορτές ἔτσι κι ἀλλιῶς εἴχανε χάσει κάθε νόημα πρό πολλοῦ στήν ἴδια τήν πατρίδα της, ὄχι στήν Ἀφρική ὅπου δέν βρῆκε καί καμιά ἀξιόλογη κοινότητα. Οἱ περισσότεροι ἦσαν Γάλλοι, Βέλγοι, Ὀλλανδοί.

Ὅταν ἐξ αἰτίας τῆς ἐπανάστασης ἐκεῖ μετακόμισε μέ τόν ἄντρα της καί τίς ἐπιχει- ρήσεις τους στό Πράσινο Ἀκρωτήρι, τό ἀμέσως ἑπόμενο πού ἀναποδογύρισε ἦταν τό γάμο της. Δέν πῆρε διαζύγιο, γιά νά μή διαταράξει τίς ἤδη ταρακουνημένες ἐπιχειρήσεις τους, ἀλλά ἀποφάσισε νά διατηρήσει τόν τύπο τοῦ γάμου τους ἀκυρώνοντας κάθε οὐσία. Ὁ ἄντρας της βρέθηκε σύμφωνος στόν διακανονισμό γιά δικούς του λόγους. Μπορεῖ νά εἶχε ἐξαντληθεῖ στήν προσπάθεια νά εἶναι πρόθυμος ἀκροατής καί θεατής της, μπορεῖ νά μήν εἶχε καθόλου χρόνο γιά παιγνίδια κανενός εἴδους πιά. Εἶχε νά σώσει πολύ πιό σπουδαῖα πράγματα γι αὐτόν ἀπό ἕναν γάμο πού ἔγινε τόσο νωρίς καί τόσο βιαστικά, ὥστε νά μή δεῖ κανένας τους τίποτα παραπάνω ἀπ’ ὅσα θαμπώνουν τήν πρώτη ματιά. Στήν περίπτωσή του, ἡ Ναριμά τόν εἶχε καθηλώσει ἀπό τή μέση καί κάτω γιά τήν συμμαζεμένη στάση της, τή διακριτική της κομψότητα, τή σεμνότητά της πού ποτέ δέν θά τόν ἔφερνε σέ δύσκολη θέση στή Μαύρη Ἥπειρο. Ἀκόμα καί μετά τό χωρισμό τους, τό ρουθούνισμα τῆς ἀπληστίας της τοῦ ἔμεινε ἀθέατο. Τήν παραδεχόταν ὅμως γιά τήν ἐπιχειρηματικότητά της καί κυρίως γιά τό ἔνστικτό της στίς καλές ἐπενδύσεις.

Ἐκεῖνο τό ἀπόγευμα πού τά βουνά καίγονταν, οἱ κάτοικοι ἀναγκάστηκαν νά ἀμπαρώσουν τά παράθυρα γιά τόν καπνό καί τίς στάχτες, κλείσανε ἐπίσης τόν κλιματισμό, γιατί ἡ ἑταιρεία Ἠλεκτρισμοῦ ἔκανε ἔκκληση γιά οἰκονομία καί μείνανε μέ τούς ἀνεμιστῆρες, ἡ Ναριμά μίλαγε πέντε ὧρες ἀκατάπαυτα.

Στήν πόρτα πρίν φύγει γύρισε καί εἶπε στούς φίλους της:

«Ἐγώ τώρα εἶμαι μιά χαρά. Ξαλάφρωσα ἐντελῶς» καί διέγραψε μέ τά μπράτσα της μιά ἁπλωτή κίνηση σάν τό πλανάρισμα ἑνός γλάρου.

«Ἐσεῖς, δέν ξέρω, μπορεῖ νά χρειάζεστε καί ψυχίατρο!»

Ἦταν ἀντιπαθητική ἡ Ναριμά, ἐπειδή ἤξερε ἀκριβῶς τί θέλει, ποιά ἀκριβῶς εἶναι κάθε φορά ἡ συγκεκριμένη της ἀνάγκη, πῶς νά ἀπαιτήσει τήν ἱκανοποίησή της καί ἀπό ποῦ;;

Ὅταν ξεφούσκωνε ἐντελῶς τό ἀσκί πού κουβαλοῦσε πίσω ἀπό τά ρουθούνια της ὡς μέσα στά πνευμόνια της, ἔπαυε νά κοιτάζει τούς ἀκροατές της. Ἡ ματιά της ἔχανε ὅλη της τή λάμψη, γινόταν θαμπή, σχεδόν θολή. Στύλωνε τά μάτια της ἀφηρημένα στό πάτωμα ἤ μάλλον στά δάχτυλα τῶν ποδιῶν της, καί γιά πολύ λίγο γινόταν ἑνιαία. Μέχρι ἐκείνη τή στιγμή, ὅσες ὧρες διηγιόταν, ἕνα πλῆθος ἀνθρώπων ξεπεταγόταν ἀπό τά μάτια της, τά χέρια της καί τόν κορμό τοῦ σώματός της. Μήπως ἦταν ἕνα κρυμμένο ταλέντο ὑποκριτικῆς; Μιά ἀνάπηρη ἠθοποιός καθηλωμένη στήν πολυθρόνα, ὑποχρεωμένη νά παίζει μέ ὅλα τά ἄλλα πιθανά καί ἀπίθανα μέσα της;

Ὅταν ὅμως ξεφούσκωνε ἐντελῶς ἀπό ὅλα ὅσα εἶχε στριμωγμένα μέσα της, ἕτοιμα νά μποῦν σέ λόγια καί κάθε λογιῶ τινάγματα ἤ στριφογυρίσματα τῶν ὤμων, ὑψώσεις ἥ σουφρώματα τῶν φρυδιῶν καί κάθε εἴδους ταχυδακτυλουργική κίνηση τῶν μυῶν μέχρι τή μέση της, γινόταν, γιά ὅσο διαρκοῦσε ἡ σιωπή της, ἕ ν α ς ἄνθρωπος.

Δέν τήν ἐνδιέφερε καθόλου πιά ἄν ἀποσποῦσε τό ἐνδιαφέρον τῶν ἀκροατῶν της, ἄν μονοπωλοῦσε τήν προσοχή τους ἀνεβαίνοντας ἄπληστα μιά δική της προαποφασισμένη καί χιλιοδοκιμασμένη κλίμακα ὥσπου νά τούς φέρει στήν κορύφωση: τό δικό της κρεσέντο· νά τούς νιώθει κυριολεκτικά κρεμασμένους ἀπό πάνω της.

Ἀλλά ὅταν ἔπαυε ὁριστικά, τό κάθε τι πάνω της ἔμοιαζε νά πέφτει πρός τά κάτω, πρός τά κεῖ πού κοίταζαν μ’ ἕνα νεκρό βλέμμα οἱ βολβοί τῶν ματιῶν της. Αὐτό κρατοῦσε ἐλάχιστα ,ἀλλά ἀρκετά γιά νά δεῖ κανείς ἕνα ἄδειασμένο σακκί ριγμένο στήν πολυθρόνα, ἐκεῖ πού πρῶτα μιά ὁλόκληρη παράσταση, καί μάλιστα πρεμιέρα, δοξαζόταν.

***

Τό λάβρο ἀπόγευμα τό εἶχε διαδεχτεῖ μιά ἀνυπόφορη νύχτα. Λίγο πρίν τούς καληνυχτίσει ἡ Ναριμά εἶπε:

«Τί τυχερή πού ἤμουνα νά σᾶς βρῶ. Θά ἔσκαγα μόνη μου μέ τέτοια κάψα. Ἄν καί μοῦ φαίνεται πώς σᾶς ἔφερα τό ποδήλατο στό κεφάλι» – καί ἔσκασε στά γέλια.

Κοιτάχτηκαν ἀπορημένοι, ἀλλά δέν τολμοῦσαν νά ρωτήσουν μήπως καί ἀρχίσει, ἐκεῖ στήν ἔξοδο ἀνάμεσα στά σύννεφα τοῦ καπνοῦ πού ὅρμαγαν πάνω στήν πόλη καί στίς στάχτες πού ἔβρεχε ὁ οὐρανός, νά μιλάει γιά ἄλλες πέντε ὧρες.

Κάποτε σταμάτησε τό νευρικό της γέλιο καί εἶπε:

«Ἧταν σάν τώρα καλοκαίρι. Δυό φίλες μου πού ἦσαν καί συγγενεῖς μου τρέχανε μ’ ἕνα ξύλινο ποδηλατάκι πότε ἡ μιά πότε ἡ ἄλλη στό πεζοδρόμιό μας. Καθισμένη στό σκαλοπάτι τοῦ σπιτιοῦ μου, τίς κοίταζα χαυνωμένη καί πέθαινα ἀπό ζήλεια, ἀλλά ἀκόμα κι ἄν μέ σκότωναν δέν θά καταδεχόμουν νά παρακαλέσω γιά μιά βόλτα. Τότε ἡ πιό μικρή, πού ἦταν μεγάλη τσούχτρα, εἶπε στήν ἄλλη ξαφνικά δείχνοντάς με:

Ἄς δώσουμε καί σ’ αὐτό τό κακόμοιρο νά κάνει μιά βόλτα …

Τ ό   κ α κ ό μ ο ι ρ ο !

Πετάχτηκα, καί ,πρίν προλάβει καμιά τους νά κάνει κίχ, ἅρπαξα τό ποδηλατάκι καί τό ἀναποδογύρισα στό κεφάλι τῆς μικρῆς. Τόσπασα στό κεφάλι της, καί ἤμουνα τόσο εὐχαριστημένη πού συνέχισα νά τήν κλωτσάω μέ λύσσα, χωρίς νά δίνω τήν παραμικρή σημασία στό χαμό πού γινόταν γύρω μου.»

Τίναξε τό κεφάλι πρός τά πίσω κοκέτικα καί τούς γύρισε τήν πλάτη, χωρίς νά δώσει καμιά σημασία πού τούς εἶχε ἀφήσει ἄφωνους μέσα στίς καπνιές.

«Τί Ναριμάν καί ἌχουραΜάσδα!», ξέσπασε τή φούρκα του ὁ ἕνας φίλος της ξαφνικά.

«Ζωροάστρης θά γίνω στό τέλος… Τό Μαρινάκι, μιά ζωή μᾶς περνάει ψιλό γαζί»!

Καί κλώτσησε φρενιασμένος τίς στάχτες μέ τά πέδιλά του.

Σύρα, 17/07/2007- Ἀθήνα, Μάης 2020

 

 

 

 

Ηρώ Νικοπούλου, Το δίλημμα

moth

~ . ~ 

Όλη η ιστορία αποκαλύφθηκε μετά το ατύχημα του Λουκά, όταν μια Τρίτη απόγευμα ο Παύλος αφού αγόρασε μια ωραιότατη μονογραφία για τον Βέρντι, δώρο για τον φίλο του, χτύπησε το κουδούνι της οδού Δροσοπούλου 22. Του άνοιξε η Βίβιαν, φορούσε μια ελαφριά μεταξωτή ρόμπα, είχε μια ροζ αυλακιά στο δεξί μάγουλο και τα μάτια της ήταν πρησμένα από τον ύπνο. Κοιτάχτηκαν αμήχανα, αν και ο καθένας για διαφορετικό λόγο.
— Δεν φανταζόμουν ότι θα κοιμόσαστε ακόμα, είχα πει στο Λουκά ότι θα περάσω κατά τις έξι…
— Από πού του είπες ότι θα πέρναγες;
— Μα, από ‘δω φυσικά, αφού προχθές βγήκε από το νοσοκομείο. Μη μου πεις ότι ξεπόρτισε κιόλας!
— Όχι, δεν μπορεί· άλλωστε του το έχουν απαγορεύσει εντελώς μέχρι να βγει ο γύψος.
— Τότε; Ο Παύλος πίεσε την παλάμη του στην κάσα της εξώπορτας ανήσυχος.
Η Βίβιαν συνέχιζε να του φράζει την είσοδο με το σώμα της, στο τέλος είπε κοιτώντας το χαλάκι της εισόδου:
— Δροσοπούλου 28. Εκεί θα τον βρεις.
— Μα εκεί μένει η μητέρα του.
— Ε, ναι, εκεί.
— Βίβιαν, είναι καλά ο Λουκάς, τί συμβαίνει;
— Τίποτα καινούργιο Παύλο, τίποτα καινούργιο! Και απορώ δηλαδή που κάνεις ότι δεν καταλαβαίνεις. Εκτός, τι να πω, εκτός κι αν πράγματι δεν ξέρεις τίποτα, εκτός και κρύβεται κι από σένα ακόμα.
— Τι να μου κρύβει, εσείς είσαστε μια χαρά μεταξύ σας μέχρι προχθές. Με μπερδεύεις…
— Άσε, τίποτε, ρώτα τον ίδιο. Με συγχωρείς που δεν σου λέω τόσην ώρα να περάσεις, αλλά, ξέρεις, ήμουν στο μπάνιο, άλλωστε όπως σου είπα σήμερα είναι Τρίτη και ο Λουκάς δεν είναι εδώ.

Ο Παύλος στην διαδρομή από το ένα σπίτι στο άλλο, άρχισε να υποψιάζεται διάφορα. Λίγα λεπτά αργότερα η γηραιά κυρία με το κομοδινί μαλλί άνοιγε με θριαμβευτικό χαμόγελο την πόρτα της Δροσοπούλου 28.
— Επιτέλους! Καλώς τον, σε περιμέναμε. Ο φίλος σου είναι περδίκι, λεβεντιά μετά από τέτοιο τρακάρισμα! Θηρίο σου λέω, αλλά έτσι είμαστε εμείς, γερή φύτρα! Πέρασε, πέρασε.
Ο Παύλος όρμησε στο δωμάτιο του Λουκά, του πέταξε περίπου τον Βέρντι στο κεφάλι και με γουρλωμένα μάτια φώναξε:
— Τί δουλειά έχεις εσύ εδώ;
— Πώς κάνεις έτσι, ηρέμησε! Έλα κάθισε, μόνο πρόσεξε το γύψο, είπε ο Λουκάς παραμερίζοντας το πάπλωμα στην άκρη του κρεβατιού του.
Ο Παύλος παρέμενε όρθιος με τα χέρια στις τσέπες και τα πόδια ανοιχτά σαν καραβοκύρης σε τρικυμία.
— Μα γιατί, από πότε συμβαίνει αυτό;
— Σιγά μη μετράω…
— Καλά και η Βίβιαν τί λέει, δεν την πειράζει;
— Τι να την πειράξει μωρέ, μετά από είκοσι χρόνια γάμου!
— Τι σχέση έχουν τα χρόνια γάμου; Άλλωστε, αν κρίνω από το ύφος της αυτό το χούι εσύ πρέπει να το έχεις καιρό.
Ο Λουκάς ανασήκωσε βαριεστημένα τους ώμους του στρογγυλεύοντας τα χείλη.
— Δηλαδή μπορεί και από την αρχή;
Ο Παύλος στραβοκάθησε στην άκρη του κρεββατιού και συνέχισε συγχυσμένος ενώνοντας προσεκτικά τις παλάμες του.
— Γιατί δεν μιλάς, Συγνώμη, ξέρεις πολλούς που ζουν με τη μάνα τους ενώ είναι παντρεμένοι;
— Ε, καλά τώρα, υπερβολές. Ζω με τη μάνα μου! Δεν ζω με τη μάνα μου, απλώς εδώ είμαι πιο άνετος, έχω ζωτικό χώρο, δουλεύω καλύτερα, με φροντίζει, τους χυμούς μου, την ησυχία μου. Άλλωστε δυο φορές την εβδομάδα πάω κι απ’ το άλλο σπίτι.
— Α, δεν πας καλά!
— Υπερβάλεις, υπερβάλεις, ούτε η Βίβιαν δεν ασχολείται πλέον.
— Δεν ασχολείται, γιατί μάλλον την έχεις πρήξει πλέον, δεν το καταλαβαίνεις;
Ο Λουκάς άλλαξε συζήτηση. Δεν του άρεσε να μιλάει για το παράξενο δίπορτο της ζωής του, πάτησε το play και δυνάμωσε τον ήχο.
— Άκου αυτό, εχθές το ‘γραψα, του είπε και άρχισε να μαεστράρει στον αέρα.
— Ρε μπαγάσα, δε σε καταλαβαίνω, επέμεινε ο Παύλος Τουλάχιστον να ‘τανε γκόμενα, να πω χαλάλι και δίπορτο και τρίπορτο, που λέει ο λόγος. Αλλά να ζεις με τη μάνα σου πενή-ντα χρονών άνθρωπος! Τότε τι την παντρεύτηκες την άλλη;

Ο κλινήρης μαέστρος σιωπούσε εκκωφαντικά. Ο Παύλος τον κοιτούσε λοξά σκεπτικός ζυγίζοντας προσεκτικά τις λέξεις που θα ξεστόμιζε. Μετά υψώνοντας τη φωνή του λίγο πάνω από τις νότες, είπε με δήθεν εξομολογητικό ύφος.
— Ξέρεις μερικές φορές μου ‘ρχονται κάτι περίεργες σκέψεις, κάτι διλήμματα αβυσσαλέα.
— Τι αβυσσαλέο, λες; χαχάνισε τώρα ο Λουκάς χαρούμενος για την στροφή της κουβέντας σε άλλο θέμα.
— Θα σου πω, χαμήλωσε λίγο τον ήχο.
— Ορίστε, ακούω.
— Να λέω, μερικές φορές όταν αισθάνομαι την ύπαρξη του κινδύνου, της απώλειας, του θανάτου…
— Μωρέ, τι ωραία συντροφιά που είσαι! Ό,τι πρέπει για να ξεπεράσω το μετατραυματικό μου σοκ!
— Όχι, άκου… λοιπόν, σκέφτομαι αν γινόταν, ας πούμε, μια καταστροφή και μπορούσα να διαλέξω εγώ ποιός θα ζήσει και ποιός θα πεθάνει· ποιόν θα έσωζα;
— Ε, ποιόν θα έσωζες;
— Εδώ είναι, δεν ξέρω, πολύ δύσκολη απόφαση. Γιατί εσύ ξέρεις; Δηλαδή, αν σου χτύπαγε την πόρτα ο Μεγάλος κι έπρεπε να διαλέξεις, για παράδειγμα, τη Βίβιαν ή τη μάνα σου, τί θα διάλεγες, ξέρεις;…
Τον κοιτούσε καρτερικά στριφογυρίζοντας έναν αναπτήρα.
Το κεφάλι του Λουκά βούτηξε απότομα κάτω από τα σκεπάσματα ψάχνοντας για ένα δεύτερο cd. Πρέπει να κράτησε την αναπνοή του όσο όταν έπεφτε για ψαροντούφεκο. Όταν αναδύθηκε ήταν κατακόκκινος.
— Λοιπόν, ξέρεις; Επέμεινε ο Παύλος.
Ο Λουκάς κοιτώντας πάνω από τα γυαλιά του τα ψιλά γράμματα του εξωφύλλου ψιθύρισε με σταθερή φωνή.
— Εγώ, ξέρω. Δίνω, άλλωστε, εδώ και χρόνια την ίδια απάντηση πέντε ημέρες την εβδομάδα.

ΗΡΩ ΝΙΚΟΠΟΥΛΟΥ

Νατάσα Κεσμέτη, Ικέτης ανάμεσα σε θυμάρια

1

Ἱκέτης ἀνάμεσα σέ θυμάρια

Ἀποσπασματικές καταγραφές μιᾶς μεγάλης σαρακοστῆς

Ἡ ἀντίληψή μας τόσο γιά τόν Χριστό ὅσο καί γιά τόν ἑαυτό μας εἶναι εἰδωλική. Διαρκῶς ἔχουμε εἴδωλα. Ἡ νοησιαρχική καί ἰδεοληπτική μας προσέγγιση εἶναι αὐτή πού ἐμποδίζει τήν ὀντολογική ἀναζήτηση τοῦ Χριστοῦ. Κινούμεθα στήν φαινομενολογία τῆς πίστης καί ὄχι στήν ὀντολογία τῆς ὀρθοδοξίας.

     Χρειάστηκαν πολλά χρόνια ἔμπονης ἄσκησης καί δοκιμασιῶν γιά νά τό ἀναγνωρίσει. Ἀλλά ὅταν ἦταν ἕνα στοχαστικό παιδί, δέν γνώριζε παρά τά μονοπάτια μέ τά ἄγρια θυμάρια.

~.~

Τήν ὥρα πού  ὁ μικρός μαῦρος γάϊδαρος κατέβαινε τρεχάτος, μπροστάρης στό κοπάδι τά πρόβατα, καί ξαφνικά σταματοῦσε γιά νά μασουλήσει ἕνα ὡραῖο γαλάζιο ἀγκάθι, τό  ἀγόρι καθόταν πάνω στόν μαντρότοιχο καί χάϊδευε τόν φίλο του μέ τά μάτια. Θά κύλαγε πολύ νερό στό ποτάμι ὥσπου νά ἀκούσει γιά τόν «Ἀδελφό Γάϊδαρο» ἀπό τήν Οὔμπρια, καί νά ἐπιθυμήσει νά ἀκολουθήσει τά πατήματά του.

~.~

Κάποτε ὁ ἥλιος ἔριχνε μακρουλές σταγόνες αἷμα πάνω στά φουντωμένα θυμάρια καί τό παιδί ἔψαχνε περίλυπα ἀνάμεσα στά ξερά στάχυα, τά φρύγανα καί τούς θάμνους μέ τίς πικραγγουριές.

    Πολλά ἑπόμενα πρωϊνά, σκαρφαλωμένο στά κλαριά τῆς τζιτζιφιᾶς κοίταζε ἀνάμεσα στά μακρόστενα φύλλα τά αὐγινά σύννεφα κι ἦταν ἤδη ἕνα οὐράνιο πλάσμα, ὄχι γιατί  ὀνειροπολοῦσε -ποτέ δέν ὀνειροπολοῦσε- ἀλλά γιατί μέσα του  ἁπλωνόταν, ὅπως ἡ γκρεμοκαπαριά, σ’ ὅλη τήν ἔκταση τῆς καρδιᾶς του ἡ συμπόνια.

~.~

Κάποτε γύρισε κι ὁ πατέρας του: πάμφτωχος καί ρημαγμένος μετά ἀπό τόσα χρόνια πόλεμο, ἀποφάσισε νά γίνει ξυλάς· ὑπομονετικά τό ἀγόρι ἔσπρωχνε τό σαραβαλια- σμένο καρότσι στίς γύρω πλαγιές καί στά μακρινά λαγκάδια. Τό βράδυ τούς ἔβρισκε τίς πιό πολλές φορές νηστικούς· στρώνανε μιά τρύπια στρατιωτική κουβέρτα σέ κάποια αὐλακιά ἀνάμεσα στά κλήματα ἤ τά φουντωμένα στάχυα. Τό παιδί ἦταν πάλι χορτάτο ἀπό βρισιές, βλαστήμιες καί  ξυλοδαρμούς, ἀλλά κρατοῦσε κάτω ἀπ’ τά βλέφαρά του τίς μακρινές φωταψίες τῶν ἀστεριῶν καί παραδινόταν στόν ὕπνο μέ ἐμπιστοσύνη.

~.~

Ἡ γλυκειά του ψυχή πονοῦσε ἀφόρητα, γιατί δέν μποροῦσε νά ἐξηγήσει τόν λόγο τῆς  βαρβαρότητας μέσα στήν ὁποία περνοῦσαν οἱ μέρες του, ἀλλά στό βάθος τῆς καρδιᾶς του ἔπαλλε ἕνας τόπος δύναμης.

 ~.~

Ἀκολούθησαν γρήγορα τά χειρότερα. Ἀνοίγοντας τήν ἐξώπορτα σκόνταφτε συχνά πάνω στά κουφάρια ἐκείνων πού εἶχαν στριμωχτεῖ γιά ν’ ἀπαγγιάσουν καί ξύλιασαν σιγά-σιγά γιά πάντα. Μή μπορώντας νά κάνει τίποτα ἄλλο, ἔντρομο ἀκουμποῦσε τήν ἱκεσία του στά ἀνοιχτά τους παγωμένα μάτια. Κουφάρια βρίσκονταν παντοῦ, καί τό ἀγόρι ἱκέτευε γιά ὅλους πού σάν ἄλλοι σωροί ἀπό ξεμασκαλισμένα, κατάξερα κλαδιά, γέμιζαν τά κάρα.

~.~

Ἡ ζωή τῆς Ἱκεσίας ἄνοιγε μέ ἀνήκουστη ἀγριότητα, μέ ἀπότομα ἀπανωτά χτυπήματα τό δικό της δρόμο μέσα του. Θολά κι ἀβέβαια στήν ἀρχή ἀντιλαμβανόταν πώς ἡ ἀπόφαση σχηματιζόταν στό μεδούλι τῶν ὀστῶν του καί ἤδη μιά λιγνή σκιά Μαχητή τόν ἀκολου- θοῦσε κάθε στιγμή. Γιατί ὁ Ἱκέτης δέν εἶναι ζητιάνος. Ὁ Ἱκέτης εἶναι Πολεμιστής.

Ἀλλά αὐτή ἡ γνώση στήν πλήρη της ὡρισμασμένη ἔννοια, μέ ὅλη τήν ἐξάρτυση τῶν ὅπλων καί τούς γκρεμούς τῶν ἄθλων νά χάσκουν ἐμπρός του: τά τανυσμένα σκοινιά τῶν ἀποφάσεων πού ἔπρεπε πάνω τους νά περπατήσει ἀνάμεσα σέ ὀξέα διλήμματα, τό ἄλλοτε σκουριασμένο κι ἄλλοτε ἀστραφτερό ἀλλά, σέ κάθε περίπτωση, βουτηγμένο στό αἷμα λεπίδι τῆς γνώσης στεκόταν μέσα στό μέλλον του. Μποροῦσε ἀκόμα νά τό ἀδράξει ἤ νά τό ἀρνηθεῖ.

~.~

Πολύ ἀργότερα φανερώθηκε καί στά ἴδια του τά μάτια ἡ ἐκλογή, ὅταν ἄκουσε καθαρά:

Νά προηγεῖται ὁ Θεός στίς ἀποφάσεις σου καί ὄχι ἐσύ.

Τότε ἔκπληκτος, ἀλλά γεμάτος ἀγαλλίαση, ξεχώρισε τή φωνή κάποιου ἄγνωστου, ἐντούτοις πολύ δικοῦ του, ὡσάν καρδιά τῆς καρδιᾶς του, νά ἀποκρίνεται  σιγανά ἀλλά μέ σιγουριά:

Χρειάζεται μιά δόση Τρέλας. Χωρίς αὐτήν τίποτα δέ γίνεται!

Μέ αὐτόν τόν διάλογο πέρασε στόν καιρό τοῦ ἄνδρα, καί φάνηκε ποιός εἶχε μιλήσει στήν ψυχή του καί ποιά Τρέλα ἀκολούθησε…

~.~

Τότε ἦταν πού σημείωσε, ἀργά τό βράδυ μιᾶς μεγάλης Τρίτης, γιά τήν Κασσιανή:

Δίπλα στήν ἄβυσσο τῆς Ἐμῆς Νύχτας, ἡ ἄβυσσος τοῦ Ἀνεξιχνίαστου Ἐλέους.

    Τό δίπλα-δίπλα εἶναι μόνον σχῆμα λόγου, ἀναφορικά μέ μιά τεράστια αὐτοαναγνώριση καί μαζί ἀναγνώριση τοῦ Θεοῦ, ἀπό τά χείλη μιᾶς μοναχῆς καί ποιήτριας πού σαφέστατα μιλάει κατά ἔμφυλο καί ὄχι ἄφυλο τρόπο.

    Εἶναι ἡ γυναικεία ψυχή πού κοιτάζει κατάματα καί τίς δύο ἀβύσσους. Κοιτάζει μέσα της, στή Νύχτα της, ἀλλά ἔχει τό θεῖο Θάρρος νά κοιτάξει ἀκόμα πιό πέρα. Ἡ ματιά της δέν μαγεύεται ἀπό τήν πρώτη ἄβυσσο καί δέν παγιδεύεται ἐκεῖ μέσα, ὅπως τόσο συχνά συμβαίνει στήν ζωή τῶν περισσότερων ἀπό μᾶς. Ὅμως δέν εἶναι, στενά,γιά λόγους μελέτης τοῦ γυναικείου ψυχισμοῦ ἤ γιά λόγους τιμῆς στό Θήλυ, πού μιά σαφῶς πατριαρχική θρησκεία τοποθετεῖ σ’ αὐτή τή μέρα τόν συγκεκριμένο ὕμνο. Δέν εἶναι τό ψυχολογικό ἐπίπεδο, ἐν γένει, πού παίζει τόν πρωτεύοντα ρόλο στήν ἐπιλογή. Μᾶλλον οἱ πατέρες ἀντιλήφθηκαν πώς ἀπαιτεῖται ἤ καλύτερα πρό-ἀπαιτεῖται μιά «Θηλυκή Ψυχή» στόν ἄνθρωπο ὁ ὁποῖος, κατά τά ἄλλα  Ἀγωνιστής, Μαχητής ἤ Πολεμιστής, ὁδεύει πρός τό Πάθος.

    Ἡ Πνευματική Στάση ἀποτελεῖ ἕναν συγκερασμό ἀρρενωπά ἐνεργητικῆς – μαχητικῆς – ἡρωϊκῆς δράσης καί θηλυκῆς θρηνώσας ψυχῆς.  Ἀλλά ἡ δεύτερη δέν θρηνεῖ μόνον, οὔτε ἔχει αὐτεπίγνωση μόνον. Εἶναι προικισμένη μέ τήν Ἱκανότητα τοῦ Λατρεύειν ὁλόκαρδα μέσα σέ  ὑπαρξιακό συγκλονισμό. Ἡ ἰσχύς της βρίσκεται στό πῶς μπορεῖ νά αὐτοεγκα- ταλείπεται στήν παραφορά τοῦ συγκλονισμοῦ.

~.~

Μεγάλη Παρασκευή: πῶς μπορεῖ νά περιγραφεί αὐτή ἡ ἡμέρα πού εἶναι ἡ ἀρχή τῆς βαθιᾶς νύχτας; Αἴσθηση ἀποτυχίας, ἀτίμωσης καί ἀπουσίας οἰκείων. Εἶναι εὔκολο νά λές πώς ὅλοι εἶναι μόνοι ἤ πώς ὁ ἄνθρωπος εἶναι μόνος. Ἀλλά ποιοί εἰσέδυσαν σ’ αὐτό τό «εἶναι» καί δέν θέλησαν νά ξεφύγουν ἀμέσως γιά κάπου ἀλλοῦ; Μπορεῖ νά ἐκφράσει ἐπαρκῶς κανείς τόν πανικό; Τουλάχιστον τόν ἀρχικό πανικό; Ἡ ἰδέα πώς μόνον ἡ νόηση πανικοβάλλεται εἶναι ἀφελής. Οὔτε κανείς ξέρει ἄν ἡ ἴδια ἡ ὕπαρξη εἶναι πού τρέμει.

    Οἱ  Φάροι πού ἀπομένουν εἶναι ὅσοι προηγήθηκαν σ’ αὐτήν τήν ἀτέλειωτη Γεθσημανή.

    Τό ἴδιο τό Γεγονός πώς οἱ γενναῖοι αὐτοί προηγήθηκαν, τήν διατηρεῖ ὡς Κῆπο. Καί πρῶτος αὐτός πού ἀκολούθησαν: ὁ διωγμένος, ὁ ἀτιμασμένος, ὁ δαρμένος, ὁ ἀπόβλητος, τό περίτριμμα, τό μίασμα, ὁ περίγελος, ὁ ἀκατανόητος ξένος.

    Τοῦτος ὁ Κῆπος, πού μέ ὅλα τοῦτα παραμένει Κοσμικό  Περιβόλι, δέν ἔχει καμιάν ὀμορφιά καί καμιά ἀγάπη, καμιά συνομιλία ἐκτός ἀπό κρωγμούς τῶν ἁρπακτικῶν τῆς βίας, τῆς ἐρήμωσης καί τῆς ὀρφάνιας.

    Ἀρχή τῆς βαθιᾶς νύχτας κι ὅμως τά πατήματα τῶν προηγηθέντων ἀστράφτουν. Πόσο πολύ ἀγάπησαν αὐτόν πού τούς ἔκανε τό δῶρο νά τόν ἀγαπήσουν καί νά κατασκη- νώσουν μαζί του. Τά πατήματά τους ἀστράφτουν μαλαματένιες πέτρες – μαλαματένια πέταλα – μαλαματένια ἄτια.

~.~

Ἔντρομος κι ὅμως ὄχι μόνος. Ἀποτράβηξε τήν προσοχή ἀπό τό σκοτάδι. Προσηλώσου στά μαλαματένια ἴχνη.

~.~

Τώρα τά δέντρα εἶναι ἀνθισμένα, τό κοτσύφι ἔρχεται καί κελαηδεῖ, ἡ γειτόνισσα ἑτοιμά- ζεται νά πεθάνει. Ἀλλά ὅλοι ἐπίσης ἑτοιμαζόμαστε νά πεθάνουμε. Ἑτοιμαζόμαστε;

    Σ’ εὐγνωμονῶ γιά τίς εὐκαιρίες σιωπῆς πού μοῦ ἔχεις δώσει. Ἐξακολουθῶ ὅμως νά νιώθω ἀγωνία γιά τ’ ἀδέλφια μου καί γιάτά  τεκνία μου. Κουτή σκέψη, κουτή ἀγωνία. Μᾶς ἔχεις προβλέψει ἀπό τήν ἀρχή μαζί Σου. Ἀλλά πόσο δύσκολο νά ἀρθεῖ κανείς σ’αὐτοῦ τοῦ ὕψους τήν  ὀντολογία.

    Ἡ καρδιά μου λαχταράει καί γιά ἕνα μοναδικό κορίτσι. Λαχταράει νά τήν προλάβει χαρούμενη καί συντροφευμένη πρίν τελευτήσω.

    Ἐλέησέ με μέ πίστη, κουράγιο καί ἐλπίδα πώς ἡ ὕπαρξή της θά πληρωθεῖ. Σ’εὐχαριστῶ πού μοῦ δίνεις τήν ἔγνοια. Βοήθησέ με νά τήν σηκώσω μέ ἐμπιστοσύνη. Σ’εὐχαριστῶ πού μπόρεσα, μέ τήν συνδρομή Σου, νά ὁμολογήσω τήν ἀγωνία μου.

    Ὁ Μπάτουσκα λέει πώς πεθαίνοντας θέλει νά λησμονηθεῖ ἐντελῶς. Δέν ἐπιθυμεῖ καμιά δόξα, καμιά φήμη, τίποτα. Ἐπιθυμεῖ τήν πλήρη ξενητεία. Νά ἀπορροφηθεῖ μέσα στήν Ὑποστατική Ἀρχή τοῦ Χριστοῦ. Φοβᾶμαι μήπως τό διατυπώνω ἀνακριβῶς.

~.~

Ἄν καί ἀνέτοιμο γιά ὅλα Πλάσμα παροδικό, σκόνη τῆς σκόνης, ὡστόσο μέ ἄπειρη ἀξία: Κόρη Φωτός, Ὑιός Φωτός.

~.~

Κύριε στεῖλε μου λίγο Φῶς νά κατανοήσω πῶς θέλεις νά βαδίσω, πῶς νά σταθῶ ἀπέ- ναντι σέ ὅλους καί ὅλα. Χωρίς τήν Ἀνάσταση τίποτα δέν ἔχει κανένα νόημα.

     Ἄπειρες ἐκτάσεις τῆς ὑπάρξεως πέρα ἀπό τόν ζόφο τῆς μοναξιᾶς τοῦ θανάτου…

     Ἅγιε Σεραφείμ, Ἅγιε Σεραφείμ, πρόβαλλε πάλι μέ τήν Χαρά πού σέ περιβάλλει, ἀνάμεσα στά θυμάρια τοῦ νοῦ καί τῆς καρδιᾶς. Δίδαξέ με γιατί τά ἔχω ξεχάσει πάλι ὅλα. Δίδαξέ με πῶς νά ζῶ, πῶς νά ἀναπνέω πῶς νά συγχωρῶ πῶς νά ξεχνάω τό παρελθόν καί νά ἀνοίγομαι πρός τό μέλλον. Ἄπειρες ἐκτάσεις Δίδαξέ με πῶς νά μήν τίς φοβᾶμαι, πῶς νά μή νιώθω χαμένη, δίδαξέ με Ἅγιο Φῶς τήν Χαρά Σου. Ἐλέησε μέ τήν Παρουσία Σου τούς ἄρρωστους, τούς μόνους, τούς πάμφτωχους, τούς χαμένους μέσα στήν τύφλωση, ὅλους ἐμᾶς τούς μολυσμένους τοῦ Εἰκοστοῦ Πρώτου Αἰῶνα.

2

Ἔχουμε γεννηθεί μέ ἄλγος στήν καρδιά, πως ἡ καρδιά τού Ιησοῦ εἶναι τρυπημένη. Δέν εἴμαστε ἕνα πάθος χωρίς νόημα, ὅπως ὁ Σάρτρ μᾶς ἀποκαλεί, ἀλλά ἕνα πάθος τοῦ ὁποίου τό νόημα εἶναι ὁ Θεός.

Fr. Ernesto Cardenal, Νικαράγουα

ΝΑΤΑΣΑ ΚΕΣΜΕΤΗ

Ἄνοιξη 2007 – Ἄνοιξη 2020


*Ἀλέκος Κυραρίνης. Ἀπό τήν ἔκθεση Ὑπέρ Εὐχῆς, 2012 Οἰκία Κατακουζηνοῦ.

Άγνωστος, Ημερολόγιον Εγκλεισμού [24/11/1980-27/1/1981] (2/2)

(Συνέχεια ἀπὸ τὸ Πρῶτο Μέρος)

28-Imerologion_Egkleismoy29-Imerologion_Egkleismoy30-Imerologion_Egkleismoy31-Imerologion_Egkleismoy32-Imerologion_Egkleismoy33-Imerologion_Egkleismoy34-Imerologion_Egkleismoy35-Imerologion_Egkleismoy36-Imerologion_Egkleismoy37-Imerologion_Egkleismoy38-Imerologion_Egkleismoy39-Imerologion_Egkleismoy40-Imerologion_Egkleismoy41-Imerologion_Egkleismoy42-Imerologion_Egkleismoy43-Imerologion_Egkleismoy44-Imerologion_Egkleismoy45-Imerologion_Egkleismoy46-Imerologion_Egkleismoy47-Imerologion_Egkleismoy48-Imerologion_Egkleismoy49-Imerologion_Egkleismoy50-Imerologion_Egkleismoy51-Imerologion_Egkleismoy52-Imerologion_Egkleismoy53-Imerologion_Egkleismoy

Άγνωστος, Ημερολόγιον Εγκλεισμού [24/11/1980-27/1/1981] (1/2)

(Διανύοντας πρωτόγνωρες ἡμέρες, ἡμέρες καραντίνας καὶ ὑποχρεωτικοῦ ἐγκλεισμοῦ, θυμηθήκαμε τὴν ἱστορία ἑνὸς Ἀγνώστου τινός, ὁ ὁποῖος κατέγραψε στὸ Ἡμερολόγιόν του τὴν ἐμπειρία τοῦ ἐγκλεισμοῦ του. Τὴν ἱστορία αὐτή, ‘τυχαῖο’ εὕρημα τῆς φιλολόγου καὶ εἰκαστικοῦ Νότας Πατεριμοῦ, μετέγραψε, ἐπιμελήθηκε καὶ παρουσίασε στὸ περιοδικό Πλανόδιον (τχ. 25, Ἰούνιος 1997), ὁ Γιάννης Πατίλης μαζὶ μὲ τὴν Μάρω Τριανταφύλλου, κι’ ἐμεῖς τὴν ἀναδημοσιεύουμε, ἐπιθυμῶντας νὰ ἀναδείξουμε ἐπίσης τὸ στοιχεῖο ἐκεῖνο ποὺ τονίζεται στὸ προλογικὸ σημείωμα τοῦ Πλανοδίου: τὸν ἱδρυματικὸ χαρακτήρα τῆς σύγχρονης ἰδιωτικότητας, ὁ ὁποῖος φαίνεται νὰ ἐντείνεται ἀκόμη περισσότερο τοῦτες τὶς μέρες, μὲ μιὰν ὡστόσο σημαντικὴ διαφοροποίηση. Ὁ ἀπρόσωπος χαρακτήρας τῆς ἐποχῆς τοῦ Ἀγνώστου, φαίνεται ὅτι στὴν ἐποχὴ τῶν Μέσων Κοινωνικῆς Δικτύωσης ἐνδύεται πλέον μιὰ σκληρὰ προσωπικὴ καὶ παράλληλα ἀλλοτριωμένη ἐκδοχή, ἡ ὁποία φέρνει στὴν ἐπιφάνεια νευρώσεις, ἀγκυλώσεις καὶ ἄλλες παθογένειες, καλὰ κρυμμένες μέσα στὶς πολλὲς καὶ βολικὲς συνάφειες τοῦ κόσμου. Ἐλπίζοντας ἡ κατάσταση αὐτὴ νὰ περάσῃ τὸ συντομότερο δυνατόν, ἀφήνοντας ὅσα λιγοτερα γίνεται τραύματα στὸν κοινωνικὸ ἱστό, ἂς περάσουμε στὴν ἀνάγνωση αὐτοῦ τοῦ ὁπωσδήποτε ἐνδιαφέροντος κειμένου, σὰν ἕναν φόρο τιμῆς στὸ Πλανόδιον καὶ τὶς πάντοτε πρωτοποριακές του δημοσιεύσεις)

«Ν.Π.»

01-Imerologion_Egkleismoy

02-Imerologion_Egkleismoy (περισσότερα…)

Μυρτώ Χαρβαλιά, Ασφάλεια πάνω απ’ όλα

[Ασφάλεια πάνω απ’ όλα]

Η συνέχεια από τα Ροδάκινα

Myrtw-Charvalia-Eikona

Αγαπητέ Θ.,

Χαθήκατε. Σας στέλνω τόσες επιστολές, κάρτες αναμνηστικές και ραβασάκια. Πού είστε; Μήπως αλλάξατε διεύθυνση; Τα ροδάκινα που σας έστειλα πρέπει να μούχλιασαν στην εξώπορτα. Τα ροδάκινα είναι η ψυχή μου. Σας τη στέλνω ταχυδρομικώς, αν θελήσετε. Αν θελήσετε να την παραλάβετε, εννοώ. Είναι εκεί. Σε ένα κιβώτιο το πιο πιθανόν, ανάμεσα σε άλλα, αφημένα εκεί από καιρό, δίπλα σε άλλες επιστολές, λογαριασμούς και διαφημιστικά. Σας στέλνω την παρούσα επιστολή για να σας γνωστοποιήσω πως:

Σας ποθώ, σας ποθώ, σας ποθώ.

Ανυπεράσπιστος δηλώνω κι αφελής,

Σας ποθώ,

Μ.

*

Κύριε Θ.,

Το γράμμα μου ήταν μια στιγμή αδυναμίας. Αγνοήστε το. Συγχωρήστε με.

*

Αγαπητέ κύριε Θ.,

Είπα να μην σας στέλνω πια αλλά βλέπετε, ανησυχώ. Δηλαδή, όχι, δεν ανησυχώ, δεν χρειάζεται να ανησυχώ για την ακεραιότητά σας. Γνωρίζω πως τα καταφέρνετε μια χαρά· η σωματική σας διάπλαση σάς βοηθά για να προστατεύσετε τον εαυτό σας. Όσον αφορά στο μυαλό και την ψυχή σας, αυτά τα τελευταία αποδείχθηκαν τωόντι παραπάνω σκληρά κι αμετακίνητα απ’ όσο φανταζόμουν. Είσαστε πολύ σκληρός, λοιπόν, για να πεθάνετε. Το γνωρίζω.

Αλλά να, περνούσα προχθές, εντελώς τυχαία, κάτω από το σπίτι σας και είδα πως υπήρχε ένα περιπολικό ακριβώς απ’ έξω. Βεβαίως, το προσπέρασα πολύ γρήγορα. Δεν θα ήθελα να έχω επιπλέον μπελάδες. Αρκετούς είχα όταν μου έσπασαν την μπαλκονόπορτα. Θυμάστε, άλλωστε. Ήταν δύο αστυνόμοι που είχαν κατέβει από το όχημα και στέκονταν στην είσοδο, δύο άλλοι φαίνεται ότι κατέβαιναν την κεντρική σκάλα, κατέβαζαν κάποιον και κρατούσαν το κεφάλι του προς τα κάτω. Δεν μπόρεσα να δω περισσότερα. Θέλω να πω, με τύφλωσε κι αυτό το φωσφορίζον μπλε φως του περιπολικού… Είναι όλα καλά;

Αναρωτιέμαι. Ήσασταν εσείς, μήπως;

Θέλω να πω, αυτό θα ήταν αδύνατον. Αλλά, βλέπετε, ανησυχώ. Το λοιπόν;

Καταλαβαίνω ότι δεν θέλετε πλέον να έχετε περαιτέρω επικοινωνία μαζί μου, το κάνω καθαρά και μόνο για λόγους ασφάλειας και ενδιαφέροντος. Το λοιπόν;

Ελάτε, δεχτείτε ευγενικά να μου αποστείλετε μια σύντομη επιστολή, έστω και μονολεκτική, ένα ναι ή ένα όχι, κι εγώ θα καταλάβω.

Με φιλικούς χαιρετισμούς,

Μ.

*

Κύριε Θ.,

Δεν απαντήσατε στο γράμμα μου. Ωστόσο, δεν σας κατηγορώ. Είναι μονάχα ότι με βάλατε σε μεγαλύτερη ανησυχία. Βλέπετε, αμέσως άρχισα να φτιάχνω σενάρια. Μην τυχόν σας έχουν πάρει αυτόφωρο, και εκεί που μένετε… Πώς να το πω, θα ήταν φριχτό αν σας έπαιρναν αυτόφωρο σε εκείνη την περιοχή. Και σε κάθε περίπτωση εσείς είστε αθώος. Αθώος. Γιατί να σας έπαιρναν αυτόφωρο! Ύστερα σκέφτηκα το βανάκι της αστυνομίας—εκεί όπου βάζουν τους ύποπτους και τους εγκληματίες εννοώ. Σας σκέφτηκα εκεί μέσα κι ένα τρέμουλο με διαπέρασε. Λάθος, κανένα τρέμουλο. Δεν μπορώ να σας φανταστώ μέσα σε μια κλούβα. Μόνο κλούβια αβγά δεν θα ταίριαζαν εκεί μέσα; Μέσα σε μία τέτοια λέξη;

Δείξτε την καλοσύνη που αρμόζει σε τέτοιες καταστάσεις ύστατης αγωνίας και απαντήστε μου αν ήσασταν εσείς.

Ελπίζω απλώς να ήταν κάποιος άλλος, κάποιος πραγματικά ένοχος γιατί εσείς δεν είστε ούτε στο ελάχιστο, το γνωρίζω πολύ καλά αυτό. Μπορεί άλλωστε να έχετε αλλάξει διεύθυνση. Έτσι δεν είναι; Άλλωστε, τι θα μπορούσε να δηλώνει αυτή σας η μακροχρόνια σιωπή αν όχι απουσία;

Σας χαιρετώ φιλικά,

Μ.

ΥΓ. Κι όπως είπαμε, μπορείτε να αρκεστείτε σε μια μονολεκτική επιστολή. Θα δείξω απόλυτη κατανόηση.

*

Αγαπητέ Θ.,

Ξέρω πως δεν πέρασαν πολλές μέρες από την τελευταία μου επιστολή. Ο λόγος που σας ξαναστέλνω είναι για να σας πω να προσέχετε. Περίεργα πράγματα συμβαίνουν τελευταία. Μάλιστα, περίεργα πράγματα συμβαίνουν κι εδώ που μένω. Δεν θα ήθελα να φανταστώ τι συμβαίνει στη δική σας γειτονιά. Είμαστε όλοι στο πόδι από το πρωί ώσπου να πέσει το φως. Μια αδιαθεσία γενική επικρατεί. Θα σας εξηγήσω.

Στο δεύτερο υπόγειο της πολυκατοικίας έμενε η γιαγιά από τις Φιλιππίνες. Πριν λίγες μέρες μπήκαν στο σπίτι της και τής το έκαναν λαμπόγυαλο.

Όταν μπήκαν μέσα για επιθεώρηση, είδαν εφημερίδες παντού απλωμένες στο πάτωμα. Η λάμπα στο μπάνιο έκαιγε και μύριζε ψαρίλα· το ντουί είχε χαλάσει, συμπέραναν. Στον χώρο βρέθηκαν πολλά τάπερ αταίριαστα και ελαφρώς λαδωμένα. Είχαν αναποδογυρίσει τον κάδο των σκουπιδιών στην κουζίνα. Η γιαγιά φαίνεται ότι είχε αγοράσει χοιρινό κρέας—το πότε δεν μπορούν να το υπολογίσουν με σιγουριά—πάντως βρήκαν ενήλικα σκουληκάκια να χαμογελούν μέσα στον σωρό με τα υπόλοιπα σκουπίδια, ανάμεσα σε φλούδες πατάτας και πορτοκάλια στυμμένα. Αναρωτήθηκαν, μάλιστα, αν είχε εγγόνια, γιατί, ας μην γελιόμαστε, ποια γιαγιά θα έστυβε πορτοκάλια για τον εαυτό της!  Κι αν είχε εγγόνια, στα οποία έφτιαχνε τακτικά πορτοκαλάδες τότε πώς γίνεται να βρέθηκε μετά από δύο εβδομάδες, σ’ αυτήν την έρημη πλαστική καρέκλα με τα χέρια και τα πόδια της δεμένα σφιχτά με μαύρη ταινία, και μπορείτε να φανταστείτε την μπόχα. Της είχαν φιμώσει και το στόμα, για να μην φωνάξει όσο εκείνοι θα έψαχναν. Είπαν, μάλιστα, πως όταν αφαίρεσαν την ταινία είδαν κάτι να ζυμώνεται εκεί μέσα. Δεν είπαν παραπάνω. Κι όλα αυτά για μερικά χαρτονομίσματα που φαίνεται να έκρυβε στο συρτάρι με τις κιλότες. Ούτε κοσμήματα, ούτε τίποτα.

Η γιαγιά του δεύτερου υπογείου από τις Φιλιππίνες μού κάνει παρέα εδώ και κάποιες μέρες. Δουλεύω ως αργά και με επισκέπτεται συχνά. Πώς γίνεται να την ξέχασαν δύο πατώματα κάτω από τη γη να σαπίζει; Το σπίτι της ήταν αρκετά βαθιά για να είναι ο τάφος της. Ζούσε μέσα στον τάφο της! Χα! Φανταστείτε!

Τα μαραμένα της χεράκια κολλημένα στην καρέκλα. Τους άκουσα να λένε πως οι βούλες από τα γηρατειά στα χέρια της είχαν ανοίξει και μπορούσες να δεις κάτι μαύρο μέσα τους.

Τι; Τα μάτια της; Ήξερα πως θα ρωτούσατε. Για τα μάτια της δεν μίλησαν, γιατί λένε πως ήταν τυφλή.

Σας χαιρετώ,

Δικός σας,

Μ.

ΥΓ. Στον φάκελο θα βρείτε μια μαραμένη μαύρη μαργαρίτα. Είναι από αυτές που σας έλεγα ότι φυτρώνουν στη σκεπή του απέναντι σπιτιού.

*

Κύριε Θ.,

Καταλαβαίνω πως η δουλειά σας δεν σας επιτρέπει πολλές ώρες για χάσιμο και φαντάζομαι ότι σε αυτή την έλλειψη χρόνου συμπίπτει και η έλλειψη απάντησης από μέρους σας. Καταλαβαίνω απόλυτα, όπως σας είπα. Επίσης, συγχωρήστε με για την προηγούμενη επιστολή. Είναι απλώς ότι τα πράγματα γίνονται επικίνδυνα τώρα πια.

Κοιτάξτε, αυτήν τη φορά σας στέλνω γιατί δεν θα άντεχα να σας κρύψω την ανησυχία μου. Βλέπετε, πέρασα ξανά από τη γειτονιά σας, είχα κάτι υποχρεώσεις εκεί κοντά και, ήταν βράδυ, βλέπετε, και ακριβώς απέναντι από την πολυκατοικία όπου διαμένετε—ή που κάποια στιγμή ορίσατε ως σπίτι σας, τέλος πάντων—έβλεπα καπνό. Έβλεπα καπνό να φεύγει από κάποιο παράθυρο στον πέμπτο περίπου όροφο και ήθελα να δω αν είναι όλα καλά.

Κάθισα αρκετή ώρα κοιτάζοντας τον μαύρο καπνό που χανόταν στον αέρα με μια ελαφρότητα σαν να μην συνέβαινε τίποτα, με μια ευκολία γκρίζα που μου έλεγε «ε, και τι πειράζει» κι ύστερα εξαφανιζόταν στον νυχτερινό ουρανό. Ούτε ένα σύννεφο δεν υπήρχε για να μπερδευτώ. Το είδα καθαρά. Ο καπνός μού έλεγε πως δεν σας νοιάζει, πως δεν πειράζει. Το δυστυχές είναι πως καθώς έβλεπα με σηκωμένο το κεφάλι τον μαύρο καπνό της έγνοιας να εξαφανίζεται στο μπλε δεν ήξερα αν έπρεπε να γίνω κι εγώ κομμάτι αυτού του αδιαπέραστου, ακηλίδωτου μπλε και να σας αφήσω πίσω, στον όροφό σας, στη φλεγόμενη, ίσως, βεράντα σας, και να φύγω. Το δυστυχές είναι πως εσάς δεν σας νοιάζει, πως εσείς συνεχίζετε τη ζωή σας φυσιολογικά κι αναπνέετε ακόμη και στον μαύρο καπνό τη φυσιολογικότητα του αέρα, ενώ εγώ δεν μπορώ να προχωρήσω χωρίς εσάς. Είμαι κολλημένος σε αυτό το διαμέρισμα που σιγά-σιγά το τρώνε οι φλόγες. Σιγά-σιγά οι φλόγες με πλησιάζουν, μου αρπάζουν την ανάσα και αρνούνται να μου τη δώσουν πίσω. Πνίγομαι μέσα στον μαύρο καπνό, κύριε Θ. Πνίγομαι μέσα στον μαύρο καπνό, είπα ψέματα ότι ο καπνός διαλύεται, δεν αλλάζει. Ο καπνός είναι μαύρος σαν πίσσα και αποπνικτικός. Έχω εγκλωβιστεί μέσα στο διαμέρισμα. Δεν προλαβαίνω να καλέσω την Άμεση. Η ανάσα μου μικραίνει. Τα μάτια μου μισοκλείνουν, αφήνομαι σε αυτό το μαύρο. Κι εσείς βρίσκεστε ακριβώς απέναντί.

Αυτή η ιστορία πρέπει να τελειώσει.

Μ.

*

Αγαπητέ Θ.,

Είδα στον ύπνο μου την Μάρθα.

Δηλαδή δεν την είδα. Είδα ότι μπήκα στο σπίτι σας. Είδα την κουζίνα ακατάστατη· άπλυτα κατσαρολικά και το κίτρινο του κουρκουμά.

Είδα άστρωτο τον μπλε καναπέ.

Άνοιξα το φως του μπάνιου· δεν κατάλαβα πολλά. Πετάξατε την οδοντόβουρτσά μου, ωστόσο, γιατί; Ήρθα. Κι αν ήθελα να πλύνω τα δόντια μου; Πού είναι η οδοντόβουρτσά μου;

Πέρασα στο δωμάτιο. Είδα το πάπλωμα. Δεν ήταν το δικό μας πάπλωμα. Έκανα να το πιάσω, να συνηθίσω την υφή του και τότε έκπληκτος ένιωσα ζέστα, ένιωσα ζέστα στο πάπλωμα από κάτω. Και τότε κατάλαβα ότι εσείς μπορεί να μην υπήρξατε αλλά η Μάρθα υπήρχε μαζί σας.

Είδα στον ύπνο μου την Μάρθα.

Πριν τρία βράδια δηλαδή.

Από τότε αρνούμαι να κοιμηθώ, δεν θέλω συνέχεια σ’ αυτή τη σκηνή. Δεν θέλω λύσεις στην πλοκή ούτε dénouements. Θέλω απλώς να μην είναι αλήθεια.

Μ.

ΥΓ. Τι υστερόγραφο να αφήσω; Παρακαλώ, να μην είναι αλήθεια.

*

Κύριε Θ.,

Ελπίζω η ημέρα σας να είναι bright and sunny, bright and sunny και η ζωή σας ένα ατελείωτο βρετανικό accent. Σας στέλνω αυτό το σύντομο γράμμα, για να σας γνωστοποιήσω, για να σας πω, να σας πω, αγόρασα νέες γαλότσες, wellingtons, ξέρετε.

Τις φόρεσα.
Βγήκα στην πίσω αυλή.
Τα αράδιασα όλα χάμω.
Τι μαρμελάδα! Κιμά τα έκανα.
Να μην υπάρξουν ποτέ ξανά.
Στην υγειά σας,
Δικός σας,
Ο πρώην (πιστός δε) ροδακινοπάροχός σας.

***

ΜΥΡΤΩ ΧΑΡΒΑΛΙΑ

Myrtw-Charvalia-Eikona-2

Έφη Δήμου, «Τέλειο!»

main-image.jpg

«Τέλειο!»

Τον τελευταίο μήνα, κάθε μέρα, η ίδια σκηνή, η ίδια κουβέντα. Εκείνη, καθισμένη στο τραπέζι της κουζίνας, με το βλέμμα καρφωμένο στα χέρια της, προσεχτικά ακουμπισμένα στην ποδιά της και, εκείνος, να κόβει βόλτες μπροστά της, σαν αγρίμι στο κλουβί. Μικρές βόλτες, πέρα-δώθε, ίσαμε τέσσερα βήματα η καθεμία. Σταματά και ανάβει τσιγάρο. Τρεις βαθιές ρουφηξιές. Τη ρωτά αν είναι σίγουρη, αν το σκέφτηκε καλά και νιώθει το πηγούνι του να τρέμει. Του απαντά ότι όχι, δεν είναι σίγουρη, για τίποτα πια δεν μπορεί να είναι σίγουρη όμως τώρα αυτό θέλει. Τον προλαβαίνει και του μιλά για τα παιδιά, πως είναι μεγάλα, θα καταλάβουν, αν μπουν στον κόπο να ασχοληθούν. «Δε σε ρώτησα για τα παιδιά», της λέει ξερά. «Κουράστηκα να υποκρίνομαι…», συνεχίζει εκείνη σα να μην τον άκουσε και κάνει να σηκωθεί να φύγει. «Κουράστηκες να υποκρίνεσαι;», αρθρώνει με κόπο εκείνος και αφήνει τα χέρια του να κρεμάσουν. Το τσιγάρο πέφτει από τα δάχτυλά του και κυλά στο πάτωμα. Ο καπνός του αρχίζει να ανεβαίνει προς τα πάνω αλλά διαλύεται προτού φτάσει στο ύψος των κεφαλιών τους. Με την αναστροφή του χεριού του σκουπίζει τον ιδρώτα που έχει φυτρώσει –ψιλές ψιλές σταγονίτσες– στο μέτωπό του. «Κουράστηκες να υποκρίνεσαι;», επαναλαμβάνει σα να απευθύνεται στο κενό. «Δεν αντέχω άλλο σ’ αυτόν τον ρόλο», ψελλίζει εκείνη με φωνή βραχνή και πνιγμένη, ανακατεμένη μ’ ένα πνιχτό αναφιλητό. «Μαριάννα, κοίταξέ με» κι εκείνη, σαν μικρό παιδάκι, υπακούει. Τον κοιτά με το πρόσωπό της βουτηγμένο στα δάκρυα και σε λίγο ξεσπά σε λυγμούς που τραντάζουν το λιγνό κορμί της. «Για ποιο ρόλο μου μιλάς; Πρόκειται για τη ζωή σου. Τη ζωή μας», λέει εκείνος και κάνει να την αγγίξει. «Έχω στεγνώσει από ζωή. Είμαι μόνο θέατρο…», λέει εκείνη πικρά, τα μάτια της κατακόκκινα, στα όρια του εαυτού της. «Σύνελθε», φωνάζει εκείνος και η παλάμη του αφήνει κόκκινο αποτύπωμα στο μάγουλό της. Πονάει. Σωριάζεται στο πάτωμα και νιώθει την καύτρα του τσιγάρου στην πλάτη της. Η θεόρατη σκιά του στέκει από πάνω της και την κάνει να μαζευτεί κουβάρι, παλεύοντας απεγνωσμένα να ξεφύγει, να κρυφτεί. Αφήνει μια κραυγή που δεν βγαίνει ποτέ προς τα έξω. Το πρόσωπό της είναι αλλοιωμένο από μια έκφραση απελπισίας και οδύνης. Με τρόμο αντιλαμβάνεται τα δάχτυλά του να σφίγγουν το λαιμό της. Έχει μελανιάσει, ανασαίνει όλο και πιο δύσκολα.

Με όσο κουράγιο της απομένει σηκώνει το κεφάλι και το στρέφει προς την πλευρά της πλατείας. «Στοοοπ!», ακούγεται μια φωνή, «τέλειο!». Τα μάτια της μένουν ακίνητα, διεσταλμένα, με μια έκφραση θριάμβου πάνω στη γυάλινη επιφάνειά τους.

ΕΦΗ ΔΗΜΟΥ



(Τὸ διήγημα «Τέλειο!» ἀποτελεῖ προδημοσίευση ἀπὸ τὴν ἐπικείμενη συλλογὴ ἀφηγημάτων τῆς Ἔφης Δήμου, ἡ ὁποία ἐπίκειται νὰ κυκλοφορήσει ἀπὸ τὶς ἐκδόσεις Γκοβόστη)

Δημήτρης Καρακίτσος, Bicycle Waltz

20190801_103048.jpg

Δημήτρης Καρακίτσος

Bicycle Waltz

Ξεκινάς από το σπίτι, είναι, λες, ένα μικροαστικό δυάρι στα Πατήσια. Βιβλία παντού και κούτες με περιοδικά, προφυλακτικά στο πάτωμα, ένα κλουβί με παπαγαλάκια… ή μάλλον σκατά, δεν χρειάζεται παπαγαλάκια η ιστορία σου, έχεις έναν ταύρο εν υαλοπωλείω, ένα τηλεβόλο που ισοπεδώνει την ετοιμόρροπη γλώσσα μας: έχεις τον μεγαλύτερο συγγραφέα από καταβολής κόσμου. Το δυάρι του λοιπόν είναι γεμάτο εξωτικά φυτά και αντίγραφα έργων του Πικάμπια – αρκούν αυτά. Ένα τραπεζάκι με λίγα μπουκάλια, ουίσκι, ρούμι και μπράντι… όχι, μεθύσι και γραφομηχανές δεν φτιάχνουν καλούς συγγραφείς αλλά ηλίθιους θαυμαστές, σκέτος καφές, φτάνει, μια χαρά. Και τώρα στο ζουμί: να περιγράψεις το υποτιθέμενο έργο του. Ότι έγραψε τι; Οπότε στύβεις τη φαντασία σου και ξεκινάς. Έκανε το ντεμπούτο του στα έντεκα, μπλα μπλα, με ένα βιβλίο που τυπώθηκε με λεφτά του πατερούλη. Η Ιστορία της αεροπλοΐας. Εξήντα εννιά αεροπλάνα, οι πρώτες πτήσεις και οι πρώτες ανακαλύψεις. Οι πρωτοπόροι, ο Voisin, οι αδερφοί Ράιτ, τα μονοκινητήρια, οι αεροπλανικές επιδείξεις, τα καρδιοχτύπια και τα λιβάδια με τα ανεμόπτερα, τα αερόστατα και οι εκκεντρικοί μηχανικοί. Οι στολές, τα ατυχήματα, τα υπερατλαντικά εγχειρήματα, τα μεσοπολεμικά πόστερ και οι σαμπάνιες ύστερα από κάθε πέρασμα της Μάγχης – έντεκα χρονών, διάολε! Κι ύστερα περνάς στο δεύτερο, ένα μυθιστόρημα με τίτλο, ξερωγώ, Ταξίδι στην άκρη της νύχτας με γιγάντιο ψάρι. Λήγει ο Πρώτος Παγκόσμιος, κι ένας Γάλλος φαντάρος γυρίζει στο χωριό του. Κοιμάται σε αχυρώνες και παλιές αποθήκες, πιάνει δουλειά ως εργάτης των Σιδηροδρομικών Γραμμών Υπερδνειστερίας, αλλά δεν στεριώνει εκεί, ξέρεις, κάποια γυναίκα. Ύστερα περιπέτειες, καβγάδες, πόρνες και ο δρόμος που τον οδηγεί στο κεντροευρωπαϊκό κρατίδιο Μαρντούκ κλπ κλπ, σε ένα ψιλοερειπωμένο ξενοδοχείο, παρέα με δυο περιπλανώμενους πεζικάριους (έναν πρώην μάγειρα κι έναν πρώην νευρολόγο-ψυχαναλυτή). Αποφασίζουν να στήσουν το ξενοδοχείο από την αρχή, αλλά ως ησυχαστήριο αυτή τη φορά για ολίγους εκλεκτούς. Ιδού το «Οτέλ Μιραμάρε», που αφορά στρατιώτες και αξιωματικούς που θυμούνται τα όνειρα και τους εφιάλτες τους στα χαρακώματα. Ο νευρολόγος καταγράφει τις αφηγήσεις και τις καρφιτσώνει στις κόκκινες κουρτίνες της σάλας, τίποτα πιο φρικιαστικό και παράλληλα όμορφο στην ιστορία της παγκόσμιας λογοτεχνίας, θα πεις εσύ, τα νοσταλγικά όνειρα, το σπιτικό που περιμένει, η τσαγιέρα και το πιάτο με τα βουτήματα, η σοφίτα, το ξύλινο αλογάκι, ο αχυρώνας και οι κότες του παππού, ενώ, από την άλλη, οι εφιάλτες, τα μάτια των κατακρεουργημένων, τα αέρια, οι αρουραίοι, ένα άλογο χτυπημένο από οβίδα. Και μπλα μπλα. Και το τρίτο τώρα, μια φιλοσοφική νουβέλα είκοσι χιλιάδων λέξεων με τον τίτλο Ex nihilo. ένας δυσλεκτικός που προσπαθεί μέσα από βιβλία εκλαϊκευμένης επιστήμης να κατανοήσει το σύμπαν. Το ηλεκτρόνιο (γιατί έχει μάζα 1,836 x 10³ φορές μικρότερη από το πρωτόνιο;), η βαρύτητα, η σκοτεινή ύλη, η θεωρία των πάντων, η κβαντομηχανική κλπ κλπ. Ξαφνικά ο ήρωας συλλαμβάνει μια υπέροχη ιδέα. Αν υποθέσουμε ότι η ιστορία της φυσικής είναι σαν να ξετυλίγεις ένα μπλεγμένο κουβάρι, τότε τι θα βρούμε (αν φτάσουμε ποτέ) στο τέλος του νήματος; Τι υπάρχει έξω από το σύμπαν, πότε γεννήθηκε ο χρόνος, συνέβη το Big bang, και αν ναι τι το προκάλεσε; Τι προκάλεσε αυτό που προκάλεσε το Big Bang και ούτω καθεξής. Μα είναι απλό, σκέφτηκε ο καθηγητής, τα δομικά στοιχεία του σύμπαντος δεν μπορούν να δώσουν απαντήσεις, το σύμπαν έχει χάσει τη μνήμη του, δηλαδή όφειλε, ως αιτιατό, να χάσει τη μνήμη του για να μπορέσει να κόψει τις βαριές αλυσίδες που το καταδίκαζαν στο ίδιο κελί με την άπλυτη και αυταρχική αιτία. Αν τα υποατομικά σωματίδια, τα μποζόνια φερ’ ειπείν και τα γκλουόνια, ήξεραν τι κάνουν θα έπρεπε να δώσουν απαντήσεις, αλλά οι απαντήσεις (π.χ. τι προηγήθηκε του χρόνου;) θα έσπρωχναν τα πάντα στο χείλος μια προ-κοσμικής αβύσσου. Ζούμε λοιπόν σε έναν αμνήμονα κόσμο, και είναι η ιδιότητά του αυτή που τον καθιστά πραγματοποιήσιμο εκ του μηδενός. Φοβερό βιβλίο. Φοβερή σύλληψη. Ή, όπως έγραψε ένας κριτικός, μια συμπαντική αντισύλληψη. Και μπλα μπλα. Πραγματικά, είναι άχαρο αυτό που πρέπει να υποστώ, η αρχική ιδέα μου δεν ήταν τόσο φιλόδοξη: ήθελα να γράψω για έναν μέτριο συγγραφέα που κάθε λίγο τού χτυπούν την πόρτα. Μια απλοϊκή ιστορία: Είναι πανέμορφες γυναίκες, η Κατερίνα από τον πρώτο, που ξέμεινε από ζάχαρη, η Σοφία με την πετσέτα στα κεφάλι, που της κάηκε το πιστολάκι, η Έφη από το διπλανό, που του ζητά ευγενικά να χαμηλώσει την τηλεόραση γιατί μελετά για το διδακτορικό της – μα ποια τηλεόραση; Δεν έχω τηλεόραση, όπως βλέπεις βασανίζομαι σε μια παλιά γραφομηχανή, λέει ο συγγραφέας. Όλες τους γυρεύουν αφορμή για σεξ. Είναι θεές και αχαλίνωτες. Δεν μ’ αφήνουν να γράψω, σκέφτεται ο τύπος βυθίζοντας τα δάχτυλά του στα μαλλιά της τάδε και της τάδε, υπνωτισμένος από την ηδονή και τα αρώματα. Θα ήταν κωμικό το διήγημά μου, είχα γράψει τέσσερις σελίδες και είχα βρει το κατάλληλο ύφος, αλλά ξαφνικά κεραυνοβολήθηκα από αυτό που λέμε συγγραφική σοβαρότητα. Μυρίζει καψόνι εδώ, μυρίζει τιμωρία αυτό με τις γυναίκες που δεν τον αφήνουν σε ησυχία. Και το ερώτημα που γεννάται είναι ποιος θέλει την τιμωρία του, και κυρίως γιατί; Η απάντηση είναι εύκολη: ο Θεός. Ναι, είναι έργα του Θεού οι παρενοχλήσεις. Ο Θεός αποφάσισε να φέρει προσκόμματα στον μεγαλύτερο συγγραφέα όλων των εποχών. Γιατί όμως; «Έχεις διαπράξει ύβρη», του λέει μέσα από τα μάτια της Σοφίας, της Έφης και της Κατερίνας, «για την ακρίβεια μαζί τη διαπράξαμε, πηλέ μου έμψυχε. Δεν έπρεπε να σε πλάσω, είσαι ένα λάθος της Δημιουργίας, είσαι ένα τεράστιο λάθος, μα τώρα είναι αργά – σε έχω αγαπήσει. Τι μου μένει; Να θέσω εμπόδια στη γραφή σου. Και θα το κάνω, γλίσχρε και ουτιδανέ, θα σου επιβάλω μια θεσπέσια τιμωρία. Ετοιμάσου για ορδές γυναικών, καλλονές που θα σου χτυπούν την πόρτα κάθε φορά που πας να γράψεις, είσαι επικίνδυνος, τα γραπτά σου πρόκειται να σπείρουν το χάος – κι αυτό δεν θα το επιτρέψω. Θα σου στείλω πολλές γυναίκες: την Νάντια από τον πέμπτο και την παντρεμένη από το ημιυπόγειο, την Κερασία, αλλά και την Πόπη, την ντελιβερού, που μπέρδεψε τα κουδούνια – σεξ και πίτσες!» Το κλειδί της παρουσίας του Θεού σ’ αυτό το διήγημα είναι η λέξη χάος. Η σπορά χάους. Και είναι αυτό που φοβάται ο Θεός. Πώς ένα πλάσμα τρωτό μπορεί να θέσει τους όρους για κάτι αναλλοίωτο και άφθαρτο; Λένε ότι το σύμπαν κάποια στιγμή θα πάψει να υπάρχει, η ανθρωπότητα, η Γη, ο γαλαξίας μας, η Λανιακέα και όλα τα σούπερ κλάστερ γαλαξιών θα έχουν ήδη καταποντιστεί στις μαύρες τρύπες, αλλά εμείς, με μόλις τέσσερις χιλιάδες χρόνια ιστορίας, γράφουμε κριτικές λογοτεχνίας και επιδιδόμαστε, μεταξύ τύρου και αχλαδίου, σε μια αναζήτηση πλατωνικού καθρεφτίσματος στους αιθέρες της ποιητικής (θυμάμαι τους δυσκοίλιους στοχασμούς του Διονύσιου Σολωμού). Τι αβάσταχτο λάθος θα ήταν, όντως, ένας τόσο μεγάλος συγγραφέας! Μα ας δούμε κι αυτό: Τέλεια διηγήματα, τέλεια ποιήματα και μυθιστορήματα – ψυχανεμίζεστε το περιεχόμενό τους; Είναι μάταιο να πεις ναι. Τα βιβλία του θα ήταν κορνίζες χωρίς καθρέπτη. Δεν με βλέπω, δεν με βλέπω πουθενά, δεν βρίσκομαι εκεί, δεν υπάρχω. Ανοικείωση. Γιατί οι άνθρωποι δεν είναι πνεύματα, τρομάζουν αν δεν δουν σκιά ή είδωλο. Μεταμφιέζονται καθημερινά (κάζουαλ ντύσιμο ή κοστούμια εποχής) και ποζάρουν – είναι ζήτημα ουσίας αυτό. Θαυμάσιοι βιεννέζικοι καθρέπτες, Φρόιντ, Χόφμανσταλ, Μπροχ, Σνίτσλερ. Εσάς σας αρέσει ο Σαίξπηρ; Μα ναι, επιχρυσωμένη η κορνίζα, κοιταζόμαστε και είναι σαν να γίναμε εκείνα τα σοκολατάκια με την Μόνα Λίζα. Τι λέτε φίλοι, περνάμε κι από του Ομήρου; Και τι θα λέγατε αν κρεμούσαμε τον θαμπό του Κάφκα στο κουρείο που ξυρίζεται ο κύριος υπουργός; Χαχα, έχετε δίκιο.
]]]]]Μπορεί. Συμπεράσματα ας βγάλουν οι αναγνώστες.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΑΡΑΚΙΤΣΟΣ


Φωτογραφία: L’apprendista, Νεκρὴ ἀστικὴ φύση (Λ. Πεντέλης, 2019)