ΝΠ | Αφηγήματα

Γιώργης Μανουσάκης, Δύο πλατεῖες τῆς Ρώμης

 

Ἐπιμέλεια Ἀγγελικῆς Καραθανάση-Μανουσάκη

Τὸ κείμενο ποὺ ἀκολουθεῖ εἶναι μικρὸ ἀπόσπασμα (σελίδες χειρογράφου 341-348) ἀπὸ ἀνέκδοτο δίτομο χειρόγραφο βιβλίο ταξιδιωτικῶν ἐντυπώσεων τοῦ Γιώργη Μανουσάκη, ποὺ ἄρχισε νὰ γράφει τὸ καλοκαίρι τοῦ 1997, μετὰ τὰ δύο ταξίδια μας στὴν Ἰταλία (μὲ πλοῖο καὶ πούλμαν) τὰ καλοκαίρια τοῦ 1987 καὶ τοῦ 1996. Ὁ πρῶτος χειρόγραφος τόμος (σελίδες 367, σχήματος Α5) περιλαμβάνει ἐντυπώσεις ἀπὸ Ἀγκώνα, Ρίμινι, Ραβέννα, Μέστρε, Βενετία, Μπολώνια, Φλωρεντία, Ρώμη. Ὁ δεύτερος τόμος (σελίδες 261, σχήματος Α5) περιλαμβάνει ἐντυπώσεις ἀπὸ τὴν Κάτω Ἰταλία: Καλαβρία, Μεγάλη Ἑλλάδα, Σικελία, Νάπολη, Πομπηΐα, Κάπρι. Ὁ τίτλος τῆς παρούσας δημοσίευσης εἶναι τῆς ἐπιμελήτριας.

⸟  ⸞  ⸟

 

ΓΙΩΡΓΗΣ ΜΑΝΟΥΣΑΚΗΣ

Δύο πλατεῖες τῆς Ρώμης

 

Ἡ Piazza di Spagna, μιὰ πλατεία σχετικὰ μικρὴ χωρὶς τίποτα τὸ ξεχωριστό, σοῦ χαρίζει τὴ μοναδικὴ θέα τῆς Scalinata, ποὺ στὴν κορφή της ὑψώνεται ἡ ἐκκλησία τῆς Trinita dei Monti. Εἶναι καλοκαίρι καὶ λείπουν οἱ γλάστρες μὲ τὰ κόκκινα καὶ κίτρινα λουλούδια. Ἡ φαρδιὰ σκάλα ἀνεβαίνει γυμνὴ κι ἀστόλιστη. Κοντοστέκεται στὰ τρία κεφαλόσκαλα, χωρίζεται σὲ δυό, σμίγει στὸν πρῶτο ἐξώστη μὲ τὰ κολονάκια γιὰ νὰ ξαναχωριστεῖ μπροστὰ στὸν τοῖχο μὲ τὸν ὀβελίσκο κι ἀγκαλιάζοντας τὴν πλατειούλα, ποὺ σχηματίζεται μπροστὰ καὶ χαμηλότερα ἀπὸ τὴν ἐκκλησία, συνεχίζει τὴν ἄνοδο, ὥσπου νὰ ἑνωθοῦν οἱ δυὸ βραχίονές της ὁριστικὰ μπροστὰ στὴν εἴσοδο τοῦ ναοῦ. Ἡ κλίμακα μὲ τὰ διάφορα ἐπίπεδά της, πλαισιωμένη ἀπὸ παλιὰ χτήρια, μὲ τὰ δίδυμα καμπαναριά τῆς Trinita dei Monti νὰ προβάλλεται στὸν οὐρανό, σχηματίζει μιὰ γοητευτικὴ σκηνογραφία. Δὲν εἶναι παράξενο ποὺ τόσοι ντόπιοι καὶ ξένοι ἀνεβαίνουν καὶ κατεβαίνουν ἀδιάκοπα, σταματοῦνε στοὺς ἐξῶστες ν’ ἀπολαύσουν τὴ θέα ἢ κάθονται στὰ σκαλοπάτια νὰ ξεκουραστοῦν. Ἀπὸ ’δῶ δὲν περνοῦν αὐτοκίνητα κι ὅλος ὁ χῶρος ἀνήκει στοὺς περιπατητές.

Μ’ ὅλο ποὺ ἡ ἐκκλησία χτίστηκε τὸ 1495 γιὰ τοὺς Γάλλους καθολικοὺς τῆς Ρώμης, ἔπειτα ἀπὸ ἐντολὴ τοῦ βασιλιᾶ τῆς Γαλλίας Καρόλου τοῦ Ζ΄, κι ἡ Scaleria ἔγινε τὸ 1723 ἀπὸ τὸ Γάλλο πρεσβευτὴ ποὺ δαπάνησε καὶ τ’ ἀνάλογα χρήματα, ἡ πλατεία πῆρε τ’ ὄνομά της ἀπὸ τὸ Palazzo di Spagna ποὺ οἰκοδομήθηκε τὸ 17ο αἰώνα στὴ νοτιοδυτικὴ γωνιά της καὶ στέγασε τὴν ἱσπανικὴ πρεσβεία.

Ἡ περιοχὴ τῆς Πλατείας ἤτανε παλιότερα τόπος συγκεντρώσεων καὶ διαμονῆς ποιητῶν καὶ καλλιτεχνῶν. Ἐδῶ γύρω κατοικήσανε κατὰ καιροὺς ὁ Ροῦμπενς, ὀ Μπάυρον, ὁ Τέννυσον, ὁ Λίστ, ὁ Βάγκνερ, ὁ Μπαλζάκ, ὁ Σταντάλ. Σ’ ἕνα σπίτι, δεξιὰ τῆς σκάλας πέθανε ὁ Τζὸν Κὴτς τὸ 1821 στὰ εἰκοσιέξι του χρόνια. Τὸν τραβοῦσε κι αὐτὸν ἡ γοητεία τῆς Μεσογείου, ὅπως καὶ τοὺς δυὸ ἄλλους κορυφαίους ἄγγλους ρομαντικούς, τὸν Μπάυρον καὶ τὸν Σέλλεϋ, ποὺ ἀφήσανε τὴν τελευταία  πνοή τους στὴν Ἑλλάδα καὶ στὴν Ἰταλία. Γιὰ τὸν Κὴτς συνέτρεχε κι ἕνας πρόσθετος λόγος. Ἀναζητοῦσε τὸ μεσογειακὸ ἥλιο, μήπως καὶ γιατρευτεῖ ἀπὸ τὴ φυματίωση ποὺ ἔπασχε. Ἔμεινε στὸ σπίτι τοῦ φίλου του Τζόζεφ Σέβερν, χωρὶς νὰ μπορεῖ νὰ χαρεῖ τὶς ὀμορφιὲς τῆς Ρώμης. Εἶχε συναίσθηση τῆς κατάστασής του ὅταν ἔλεγε: «Ζῶ μιὰ μεταθανάτια ζωὴ καὶ νιώθω κιόλας τὰ λουλούδια νὰ φυτρώνουν ἀπὸ πάνω μου». (περισσότερα…)

Επιτέλους στην Αθήνα ξανά! (Μυθιστορηματική βιογραφία)

 

της ΑΓΓΕΛΙΚΗΣ ΚΑΡΑΘΑΝΑΣΗ [1]

Ταξίδευε με το καράβι της γραμμής με τη μητέρα και τον αδελφό της. Μακρύ και κάπως περιπετειώδες το ταξίδι από τα Χανιά στον Πειραιά. Ανάμεσα στη μεγάλη χαρά της επιστροφής, στην ελπίδα για τη ζωή που την περίμενε και στον φόβο που της προκαλούσε η τρικυμισμένη θάλασσα και ο έξαλλος χορός του ατμόπλοιου πάνω στα κύματα η Ελισάβετ, ξαπλωμένη στην κουκέτα, προσπαθούσε να βάλει σε τάξη σκέψεις και συναισθήματα, που βρήκαν  τρόπο να αναδυθούν  στην επιφάνεια από τα εσωτερικά βάθη, όπου τα είχε συμπιέσει πέντε χρόνια τώρα· να αναστοχαστεί το παρελθόν, να σχεδιάσει το μέλλον.

Πρώτα πρώτα ξεπήδησαν τα παλιά πικρά, ψευδή, δυσάρεστα κι ενοχλητικά σχόλια σε κακεντρεχή κι επαίσχυντα δημοσιεύματα των αθηναϊκών εφημερίδων εναντίον της κι εναντίον των πνευματικών γονέων της Τζον και Φράνσις Χιλλ.

«Αυτοί ήταν υπεύθυνοι, γράφανε, που κατέβηκα στην Κρήτη. Άκου υπεύθυνοι  οι Χιλλ! Και για ποιον λόγο υπεύθυνοι; Γιατί, ισχυρίζονταν, πως όχι μόνο δεν με είχαν εμποδίσει να κατέβω στα Χανιά και να διδάξω στο κοινοτικό σχολείο των κορασίων, αλλά με είχαν αποστείλει με σκοπό να πρσηλυτίσω στον προτεσταντισμό όσους μπορέσω. Δεν είναι αλήθεια. Δεν είναι αλήθεια. Έχουν περάσει πέντε χρόνια από τότε και κάθε φορά που το σκέφτομαι διαμαρτύρομαι  με την ίδια ένταση, σαν να συμβαίνει τώρα. Δεν είναι αλήθεια. Δεν θα ζητούσα άδεια από κανένα, για να κατέβω στην πατρίδα μου, ούτε όφειλα να δώσω αναφορά στον οποιοδήποτε περίεργο και κακόγλωσσο για τις σοβαρές οικογενειακές υποθέσεις που είχαμε να διευθετήσουμε. Ακόμη απορώ πώς ήταν δυνατόν να υπάρχουν άνθρωποι που πίστευαν ότι οι Χιλλ θα μπορούσαν να με εμποδίσουν να κατέβω στα Χανιά, εν σωτηρίῳ έτει 1842. Ήμουν πια είκοσι τριών ετών, είχα απόλυτη συναίσθηση των επιλογών μου και την αποκλειστική ευθύνη για αυτές. Ναι, βοηθούσα τις ελεύθερες ώρες μου στην εύρυθμη λειτουργία της ιεραποστολικής Αμερικανικής Σχολής Κρήτης· βοηθούσα με τη θέλησή μου και χωρίς καμιά υλική αμοιβή· πίστευα στη δύναμη του εκπαιδευτικού και του πνευματικού έργου της, έπρεπε να κρατηθεί ανοικτή στον υποδουλωμένο τόπο μου. Και τι κατάφερα; Τίποτε απολύτως. Τη Σχολή την έκλεισαν άδικα κι απροσδόκητα εκείνοι που την είχαν ιδρύσει. Και το ζευγάρι των ιεραποστόλων πικραμένοι έφευγαν  από κει, παίρνοντας μαζί τους την αγάπη του κόσμου. Είχα κι εγώ βρεθεί τότε στην προκυμαία να τους αποχαιρετήσω μαζί με το πλήθος του κόσμου και δεν μπορούσα να συγκρατήσω τα δάκρυά μου, όχι μόνο γιατί τους αποχωριζόμουν, αλλά και γιατί εγώ θα συνέχιζα να ζω μόνη σ’ ένα περιβάλλον που με απωθούσε. Είμαι νέα, με φιλοδοξίες και πνευματικές ανησυχίες, είχα και έχω ανάγκη να είμαι με ανθρώπους που να μπορώ να συζητώ και για άλλα θέματα, υψηλά κι όχι μόνο για τα ξεγελάσματα των Τούρκων και για επαναστάσεις. Η ελληνική επανάσταση με έχει πληγώσει, τα τραύματα τής προσφυγιάς υπάρχουν μέσα μου ανεπούλωτα κι ας μην είναι από τους άλλους ορατά τα ίχνη τους. Είναι φορές που νιώθω ακόμη κυνηγημένο προσφυγάκι. Η επανάσταση εκείνη διέλυσε την οικογένειά μας, αλλά δεν θα αφήσω να διαλύσει και τη δική μου ζωή».

Τα σκαμπανεβάσματα του ατμόπλοιου της έφεραν ισχυρή ναυτία και της έκλεισαν τα μάτια. Ο ύπνος έβαλε φραγμό και στις αναμνήσεις της και στις σκέψεις της κι άφησε ελεύθερα τα όνειρα… (περισσότερα…)

Ελένη Χαϊμάνη, Άφες ημίν (διήγημα) 

 

Ήταν τέσσερις μέρες που η καρδιά του άρχισε να φθίνει, να παίρνει δρόμο διαφορετικό. Έπεφτε αυτές τις μέρες σε λήθαργο βαθύ και καταλάβαινε πως αυτός ο ακανόνιστος και πιο γρήγορος ρυθμός της προμήνυε κακό.

Μέσα σ’ αυτές τις λίγες μέρες πρόλαβε και ειδοποίησε τα παιδιά του, που κατοικούσαν διάσπαρτα σε διάφορα σημεία της χώρας. Τότε, μόλις τα είδε σηκώθηκε από το κρεβάτι ευθύς λες και ήταν  νέος και πάλι, με μια ζωντάνια ακατανόητη για τους άλλους· κάθισε στο τραπέζι της κουζίνας με βοήθεια και άρχισε να κουβεντιάζει μαζί τους, τώρα που τα είχε όλα τους  εδώ.

Ήταν υπέροχη μέρα, ρωτώντας για τα νέα τους τους καθησύχασε για την υγεία του και στο τέλος σώπασε. Έβλεπες το βλέμμα του να τα κοιτά, ή μάλλον να κοιτά πίσω από αυτά. Θυμόταν όταν ήταν όλα τους μικρά και δίχως σκοτούρες, όταν οι σκοτούρες ήταν μοναχά δικές του για να τις κουβαλήσει. Εκείνα μιλούσαν δυνατά και κάποιες φορές ο τόνος της φωνής ανέβαινε επικίνδυνα. Τότε κατάλαβε για ποιο λόγο τα παιδιά του διάλεξαν να ζήσουν μακριά και από κείνον και από τον τόπο τους· όλους μαζί ο κόσμος δεν  θα τους χωρούσε.

Ήταν καλός πατέρας θα έλεγε, μάλλον συνηθισμένος  που το μόνο που τον ένοιαζε ήταν να είναι το τραπέζι τους γεμάτο· ενώ έβλεπε όσο περνούσαν τα χρόνια τα παιδιά του ν’ απομακρύνονται το ένα από το άλλο, εκείνος φρόντιζε πάντοτε το τραπέζι να ήτανε γεμάτο. Δεν έφταιγε αυτός, κι αυτόν έτσι τον είχαν μεγαλώσει οι δικοί του και έμαθε ότι το να κρύβεις τα συναισθήματά σου είναι πάντοτε καλό, τίποτα δεν βγήκε καθώς ξύνεις την επιφάνεια των πραγμάτων. Αυτό λοιπόν δίδαξε και τα παιδιά του.

Πόσο θα ήθελε να ήταν αλλιώς τα πράγματα, να συνέβαινε κάτι και να τα έφτιαχνε όλα απ’ την αρχή. Να μάθαινε κι εκείνος αλλιώτικα, για να μάθει και τα παιδιά του έτσι. Θυμήθηκε την μάνα του που έλεγε μια παροιμία συνεχώς όταν δεν της βγαίναν τα κουκιά, όταν δεν μπορούσε ή δεν προλάβαινε να τα κάνει όλα όπως ήθελε: «Μην κλαίς πάνω από χυμένο γάλα» και ξαφνικά κοίταξε τα παιδιά του και άρχισε να κλαίει· ένα μικρό δάκρυ στην αρχή ν’ ανοίξει ο κρουνός κι έπειτα όλα κατέβαιναν ασταμάτητα.

Ζήτησε με ανάσα βαριά και μπερδεμένη να ξαπλώσει και ήταν η πρώτη φορά μετά από πολλές μέρες που δεν έβγαλε ούτε ένα από αυτά τα βογγητά πόνου που έκαναν το σπίτι να κουνιέται. Την επόμενη μέρα δεν ξανασηκώθηκε, τον βρήκαν να κοιμάται με τα μάτια ανοιχτά.

«Δεν άντεξε η καρδιά του» είπε ο γιατρός που φώναξαν εκείνο το πρωί για να κάνει την γνωμάτευση του θανάτου. Και τα παιδιά του παραξενεύτηκαν αληθινά που είχε ο πατέρας τους καρδιά, τόσα χρόνια ποτέ δεν την είχαν ακούσει να χτυπάει!

Για την οικονομία του χώρου θα παραβλέψουμε όλες τις τυπικές διαδικασίες, που δεν μας αφορούν κιόλας  ενώ, στον θάνατο είναι περιττές για μας τους υπολοίπους· και θα βρεθούμε την ημέρα της κηδείας στεκάμενοι στην νεκρώσιμο ακολουθία που θα έχει κάποιο ενδιαφέρον…

Δεν θα πρέπει οι άνθρωποι να πεθαίνουν μέρες καλοκαιρινές ή μέρες που έχουν πάνω τους τον δυνατό τον ήλιο· η αντίθεση των δακρύων με την κάψα του καλοκαιριού και της καλοκαιρίας θολώνει την θλίψη στα μάτια των παρευρισκόμενων τόσο που δεν μπορείς να δεις αν κλαίνε στ’ αληθινά ή αν ο ιδρώτας τους κυλώντας απ’ το μέτωπο καταλήγει στα βλέφαρα κι έπειτα πιο κάτω κι αυτό το λένε κλάμα.

Μέσα στην εκκλησία οι συνεχιζόμενες εκπνοές δηλητηριάζουν τον αέρα. Τα παλιά κεριά που ανάβει κανείς μόλις μπαίνει αντικαθιστώνται αρκετά γρήγορα από νέα κι έτσι, κανένα κερί δεν προλαβαίνει να επιτελέσει τον σκοπό του· να καεί ολόκληρο για την μνήμη αυτού για τον οποίο ανάφτηκε, μόνο κάποιες σταγόνες λιώνουν πάνω του και ύστερα πετιέται. Τρομερή σπατάλη σε κεριά και στους ανθρώπους…

Η νεκρώσιμος ακολουθία δεν θα πρέπει να ακολουθήθηκε  κατά γράμμα και να ειπώθηκαν όλα τα λόγια ανάπαυσης που θα πρεπε να ειπωθούν, ένεκα του καύσωνα στον οποίο έγινε αναφορά πιο πάνω, τα παιδιά πάνω από το ανοιχτό φέρετρο περισσότερο κοίταζαν ποιοι ήρθαν να τιμήσουν τον νεκρό παρά τα γαρύφαλλα που στόλιζαν το άσπρο μαξιλάρι και στα πολλά σούσουρα και χαμηλές φωνές που ακούστηκαν μέσα στην εκκλησία κάποιοι απ’ αυτούς που δεν άντεξαν βγήκαν στον περίβολο. Με κλάματα ή και χωρίς. Οι πιο πολύ βγήκανε να πάρουνε αέρα.

Οι κηδείες τελικά, αν το καλοσκεφτεί κανείς, είναι μια πρώτης τάξεως ευκαιρία για να ειδωθούν οι άνθρωποι· πιο πολύ από τους γάμους, καθώς η λύπη φέρνει πιο κοντά εκείνους που έχουν χρόνια να μιλήσουν μεταξύ τους και τους μαλακώνει τις καρδιές. Εκεί θα δεις να αγκαλιάζονται αυτοί οι οποίοι πριν λίγο καιρό δεν αντάλλασσαν κουβέντα μεταξύ τους· και για να πούμε την αλήθεια ο νεκρός τουλάχιστον θα ήταν ευχαριστημένος που έκανε τέτοιο καλό εν αγνοία του, ίσως θα ’πρεπε να ’χε πεθάνει χρόνια πριν για τους φέρει πιο κοντά αλλά, άντε πες το αυτό στα παιδιά του…

Στην γωνία, ένας νέος άνδρας φτυαρίζει το χώμα που θα δεχτεί το άψυχο σώμα, ανασκαλεύει τη γη, την αφρατεύει με την τσάπα προτού να πιάσει στα χέρια του το φτυάρι και επειδή έχει στείλει πολλούς στον κάτω κόσμο με αυτόν τον τρόπο έχει κάθε δικαίωμα να χωρατεύει για τους πεθαμένους και να πειράζει τις γριές που έρχονται από πάνω του για του πουν πως έκανε καλή δουλειά στο άνοιγμα· μ’ εκείνον να τους απαντά: «Το δικό σου, θειά, θα ’ναι καλύτερο!», κι επειδή όπως είπαμε έστειλε πολλούς στον κάτω κόσμο κανείς δεν θυμώνει μαζί του γι’ αυτά τα λόγια αντιθέτως, οι πιο πολλοί γελούν, ακόμα κι οι γριές…

Οι περισσότεροι από αυτούς που στέκονται από πάνω την ώρα που βάζουνε τον δυστυχή στο χώμα, ακόμα και τα παιδιά του, οι γριές και οι παραβρισκόμενοι είναι πιο πολύ από περιέργεια και ίσως για να σιγουρευτούν πως είναι εκείνος που μπαίνει μέσα και όχι εκείνοι, πως τον ξεγελάσανε και σήμερα, στέκονται από πάνω από την ανοιχτή τρύπα του χώματος που χάσκει σαν στόμα ανοιχτό που του παίρνει την ψυχή το τέλος· κάθονται από πάνω σαν δικαστές και έτοιμοι να δώσουν την ετυμηγορία αυτοί, λες και τους ζητήθηκε, αν ο πεθαμένος τελικά έζησε και πέθανε μια ζωή σωστή κατά τας ρήσεις των ευαγγελίων.

Ας σταθούμε πιο πίσω από τούτη την δυσάρεστη στιγμή, δυσάρεστη ασφαλώς για τον νεκρό… Και ας σύρουμε το βλέμμα μας στο πέρας της τελετής και αφού πέσουνε τα καθιερωμένα λουλούδια πριν ο νεκρός σκεπαστεί για πάντα, που τι να τα κάνει, δηλαδή λες και θα του χρησιμέψουν πουθενά εκεί που πάει, όταν αφήνουν τον νεαρό άνδρα μέσα στο λιοπύρι να κάνει την δουλειά του· την έχει κάνει τόσες πολλές φορές που ξέρει ακριβώς τον χρόνο και το εκατοστό του χώματος που θα του χρειαστεί.

Και φεύγουν. Κατεβαίνουν εκεί που θα σερβιριστεί ο καφές και θα συλλυπηθούν την οικογένεια. Όλοι θα συζητήσουν αν βρέθηκε η γυναίκα του, που ’χε πεθάνει πριν δεκαπέντε χρόνια. Οι μισοί θα ορκιστούν πως αποκλείεται να έχει βρεθεί και πως θα τον θάψουν από πάνω και οι άλλοι μισοί θα γελάσουνε με την καρδιά τους από τις ιστορίες που θ’ αναφερθούν για χάρη του νεκρού, σίγουρα θα υπάρξουν και οι συνήθεις ιστορίες περί ψυχών που πάνε και αν πάνε, διότι είθισται στις κηδείες να αναζητούν το μεγάλο αίνιγμα της ζωής και του θανάτου αφού είναι ο μόνος χρόνος που τους επιτρέπεται να τον σκεφτούν δίχως οι σκέψεις τους να λοξοδρομήσουν, αφού τον έχουν εδώ, τώρα, αύριο θα είναι άλλη μέρα…

Κι αφού πιουν τον καφέ, κι αφού γελάσουν –γιατί κηδεία σωστή δίχως γέλιο τελικά δεν γίνεται όπως ξορκίζεις το κακό, ή τουλάχιστον έτσι λένε– θα δουν να κατεβαίνει τον δρόμο ο άνδρας που επιτέλεσε το έργο. Έχει το ένα του χέρι στο τιμόνι από το μηχανάκι και με το άλλο κρατά το φτυάρι περασμένο χαλαρά στην πλάτη του ενώ έχει πλατύ χαμόγελο ενόσω κατεβαίνει, τόσο πλατύ που θαρρεί κανείς πως έφερε εις πέρας κάτι πολύ σημαντικό, κάτι που κανένας άλλος εκτός από αυτόν δεν θα μπορούσε να το κάνει…

Σταματά το μηχανάκι του στην είσοδο κι αφήνοντας το φτυάρι με την ανάποδη έξω από την πόρτα του καφενείου παραγγέλνει κρασί και τινάζει τα ρούχα του και τα παπούτσια που είναι γεμάτα χώμα· κι αρχίζει να σφυρίζει έναν σκοπό πίνοντας το κρασί του, έναν σκοπό σε όλους τους λίγο πολύ γνωστό. Εκείνη την στιγμή κάθε γριά θα σταυροκοπηθεί.

ΕΛΕΝΗ ΧΑΪΜΑΝΗ

 

 

 

Κυριακή 18/7 | «Το Στέμμα των Αυγών» – Με τον Κώστα Χατζηαντωνίου

 

Νύχτες του Ιουλίου, Κυριακή 18/7 | Βιβλία και Ιστορία

«Το Στέμμα των Αυγών: Ένα Βυζαντινό Χειρόγραφο», του Κώστα Χατζηαντωνίου

1258: Ένας μοναχός στην Αυτοκρατορία της Νίκαιας ανιστορεί το πρόσφατο παρελθόν από τη μοιραία πρώτη Άλωση του 1204 ώς τις μέρες του, περιγράφει τον αγώνα του κερματισμένου ταπεινωμένου βυζαντινού κόσμου να ανασυγκροτήσει την ελληνική του ταυτότητα, και προφητεύει το μέλλον. Σε όλα τα βιβλία του Κώστα Χατζηαντωνίου, λογοτεχνικά ή δοκιμιακά, η Ιστορία είναι μονίμως παρούσα. Για το πρόσφατο μυθιστόρημά του (Καστανιώτης, 2020), συζητά μαζί του ο Κώστας Κουτσουρέλης. Αποσπάσματα από το βιβλίο διαβάζουν η Ντία Κοσκινά και ο Αιμίλιος Καλογερής.

~.~

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ

Ο Κώστας Χατζηαντωνίου γεννήθηκε στη Ρόδο το 1965. Ιστορικός, πεζογράφος και δοκιμιογράφος, είναι μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων και της Διοικούσας Επιτροπής του Ιδρύματος Κωστή Παλαμά. Διευθύνει το λογοτεχνικό περιοδικό «Κοράλλι». Το συγγραφικό του έργο περιλαμβάνει αφηγήματα, ιστορικές μελέτες και βιογραφίες, δοκίμια στοχασμού, θεωρίας και κριτικής και τρία μυθιστορήματα, εκ των οποίων «Το στέμμα των αυγών» (Καστανιώτης, 2020) είναι το πιο πρόσφατο (2020). Προηγήθηκαν το «Αγκριτζέντο» (2009) που τιμήθηκε το 2011 με το Βραβείο Λογοτεχνίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (EUPL) και έχει μεταφραστεί σε έξι ευρωπαϊκές γλώσσες και «Ο κύκλος του χώματος» (2017).

~.~

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ

ΤΟ ΣΤΕΜΜΑ ΤΩΝ ΑΥΓΩΝ, Μυθιστόρημα, Καστανιώτης 2020

***

Σελ. 27-28

«Η γη της Ιωνίας είναι τόπος φωτεινός. Σκληρό να διαπεραιωθεί κανείς απ’ αυτήν την πανδαισία χρωμάτων στο σκοτεινό βασίλειο του χρόνου, εκεί όπου τέλος δεν υπάρχει• καθώς ιδρώνουμε κωπηλατώντας από το επιμέρους προς το μυστήριο του καθόλου, για να περάσουμε δηλαδή από την στιγμή –το νησάκι μας στον ωκεανό του χρόνου– στο άπειρο, εκεί όπου οι ψυχές περπατούν στους δρόμους του αιωνίου που πολλοί ονομάζουν θάνατο, ξέρω πως εκεί θα βρούμε όλες τις απαντήσεις. Γιατί λοιπόν κάποιοι που έζησαν κάποτε εδώ, πατρίκιοι και πληβείοι, ιερείς ή στρατιώτες, κάπηλοι και ξωμάχοι, πηγαινοέρχονται πλάι μας; Γιατί δεν ησυχάζουν; Τους βλέπω όποτε εισέρχομαι στην κάμαρα του άλλου χρόνου, στην κηροφώτιστη βιβλιοθήκη, ενόσω έξω η απόκοσμη πλαγιά γεμίζει με ψιθύρους που γίνονται φωνές κι ύστερα ξεψυχούν σαν αεράκι, τους βλέπω την ώρα που γύρω από τις πέτρες των βωμών αντηχούν οι θρήνοι των αιματοχαρισμένων ενώ στα βάθη μιας αόρατης σπηλιάς, με τρόμο βαριανασαίνουν κρυμμένοι πρόσφυγες που έρχονται από το κοντινό χτες, από το μακρινό μέλλον. Το πρωί η μέρα με τον πέπλο της όλα τα κάνει πάλι ένα τοπίο ωραιότητας και γαλήνης.

Έτσι ξεκίνησε κι αυτή η αυγή. Μα γρήγορα συννέφιασε ο τρυφερός ουρανός κι ο μέγας κόκκινος έγινε βυσσινής, ντροπιασμένος θαρρείς από κάποιο επερχόμενο βάρος, όπως αυτό που εγώ, σε μιαν απόμερη κόγχη με σώμα ασθενικό σαν εκείνου, με την ίδια εμμονή γραφής, παλεύω να αποσείσω. Δύσμοιρος, ξαναλέω, βασιλέας ο Θεόδωρος ήταν, τον χτύπησε νωρίς η αρρώστια. Καθώς αντίκριζα σήμερα τα κεριά να καίγουν γύρω από το σκήνωμά του και την βασιλική οικογένεια λευκοντυμένη να σιγοκλαίει στα τριήμερά του, ενώ σπιθίζανε τυφλώνοντας τα μάτια οι πολύτιμοι λίθοι, σκεπτόμουν φοβισμένος αυτό που υφορμά και υποτρέχει. Για τούτο επείγει να φωτίσω όσα τρεμοσβήνουν, λησμονημένα όνειρα, αγαπημένα πρόσωπα, χαμένα τοπία, όλα όσα αναπαύονται στο χθες, εικόνες που σώζονται ακόμη στο μυαλό μου, μέχρι ν’ αφανιστούν μαζί του. Έτσι γίνεται πάντοτε, από Κτίσεως, μα επιμένω πως η θλίψη είναι προτιμότερη της λήθης, να νιώθεις σημαίνει να ζεις. Να γιατί κάνω στον χρόνο νεύμα, μια στιγμή ακόμη ζητώντας, μια στιγμή, σαν ανοιγόκλειμα των ματιών κι όλη μου η ζωή μα εγώ λίγες ημέρες μόνο ζητιανεύω, ίσα για να προλάβω να κρύψω όσα είδα, μήπως τα βρούνε εκείνοι που θα έρθουν. Και αυτοί ας κρίνουν».

***

Σελ. 63-64

«Μέσα στην γραφή διδάσκομαι, δεν διδάσκω. Γυρίζω στην παιδική μου άγνοια ξέροντας πως η θνητότητα δεν επιτρέπει καμιά αληθινή γνώση. Δεν έχω κάτι μεγάλο να με βαραίνει, πολλές μικρές αμαρτίες μόνο, ούτε ένα μυστικό άξιο αποκάλυψης για να συναρπάσει τον αναγνώστη. Κι όμως φοβάμαι την Κρίση για τα μικρά μου πάθη. Όχι το βλοσυρό Του βλέμμα μα το βλέμμα απογοήτευσης• σαν να λέει, “Μόνο αυτά;” Μα ευελπιστώ πως θα κάμψω τις αντιστάσεις Του, όπως έκαμπτα τις αντιστάσεις του Νήφωνος, που ανεχόταν την οκνηρία και τις παραξενιές μου και με άφηνε να αλωνίζω στους δρόμους της Νικαίας, να σκαρώνω με την φαντασία μυθιστορίες, βασίλεια, πολέμους και πειράματα με χώματα που τα βάφτιζα αλχημιστικές ουσίες ή σκόνες μαγικές που άλλαζαν χρώμα με το νερό ή το κρασί που υπέκλεπτα, να ανεβαίνω τα καλοκαίρια στις σπηλιές και να βλέπω αλλόκοτα πλάσματα ασάλευτα στις σκοτεινές γωνιές. Το καλοκαίρι, είναι αλήθεια, η Νίκαια γινότανε ανυπόφορη, μα ποιος ήταν προφήτης για να δει πως και το έλος θα νοσταλγούμε όταν απομείνουν απ’ αυτήν μονάχα ρέπια των σπιτιών και πέτρες από παρεκκλήσια πύργων, όταν αχνές γενούν των αγίων πολεμιστών οι τοιχογραφίες, σαθρές των οχυρών οι συστοιχίες, οι πύλες ξεχαρβαλωμένες, καμένα τα παραπόρτια, οι βασιλικές ρημαγμένες και καταχωμένα τα βαπτιστήρια, όταν χαθούν τα πολύχρωμα ψηφιδωτά και το χρυσό φόντο στους τρούλους και στις αψίδες, όταν κάτω απ’ τον ασβέστη κρυφτούν οι επενδύσεις των τοίχων και οι επιστρώσεις των δαπέδων, όταν σκορπίσουν στις τέσσερις άκριες της γης οι ιερές εικόνες και τα λειτουργικά βιβλία, όταν μείνουν θραύσματα κεραμικά μόνο, κιονόκρανα και μολυβδόβουλα, χαράγματα σε χρυσά ή αργυρά νομίσματα και στήλες που θα ξεθάβουν οι γεωργοί όποτε οργώνουν, ενώ φαντάσματα στο πλάι τους θα γλιστράνε σιωπηλά σαν νυχτώσει, για να περάσουν πάλι από τις καμάρες της τριπλής πύλης της Κωνσταντινουπόλεως, ψυχές που τα πέτρινα αχνάρια τους κάποιοι ελάχιστοι θα βλέπουν και ή θα κλαίνε ή θα τα καταστρέφουν φωνάζοντας “αφήστε μας να ζήσουμε κι εμείς επιτέλους”».

***

Σελ. 263-264

«Κόμπιασε στη μέση μιας βλαστήμιας ο Γεννάδιος, πέταξε την γραφή, δεν την ξεστόμισε ολόκληρη. Τον τελευταίο καιρό δεν μάγκωνε η γλώσσα όταν τον κυρίευε η οργή – ή ο δαίμονας, δεν ξέρω. Μετά κάπως μούδιαζε. Ήταν το δέος του ιερού που πρόσβαλλε, ήταν το φαρμάκι που κι αυτόν φαρμάκωνε, ήταν η λύπη για έναν ιδανικό εαυτό που όλο δεν έφτανε απ’ τον καιρό που τον λέγανε Ούγο, μήπως αυτό που του δόθηκε; Μα η λέξη άμα φύγει, πάει, δεν ξεχνιέται, πικραίνει, κακοφορμίζει. Ποιος ξέρει τι ήρθε στον νου του ξαφνικά με την βουή της θάλασσας από της Ουτρεμέρ και της Κύπρου τα μέρη, με το σκοτείνιασμα και το μαύρισμα του ήλιου ως το Αιγαίο, με την μεταμόρφωση του φεγγαριού σε αίμα, με τις μετακινήσεις των αστεριών, με όλα όσα, με χίλιους τρόπους προμηνούνε τις συμφορές. Ποιες άλλες λέξεις μνημειώδεις ζητούσε να εφεύρει, από ποια τρομαγμένη οικειότητα ήθελε να ξεφύγει, να προλάβει μια μακραίωνη αναισθησία, έναν ύπνο βαθύ, μαρμαρωμένο, σπρωγμένος από μια περιέργεια που έψαχνε με αγωνία μέσα στην περιπέτεια της ψυχής του, ορατής και αόρατης, να βρει επιτέλους την απόκριση πριν είναι αργά. Και ποιες λέξεις τελικά τον άρπαξαν, μπήκαν στο στόμα του και γίνανε απελπισία, γνώση ενός μυστικού που αποκαλύφθηκε τώρα, μόνο σ’ αυτόν, ενώ υπήρχε προ αιώνων; Αυτό δεν μπόρεσε ν’ αντέξει;

Έφυγε χωρίς να πάρει ευλογία και δεν ήξερε κανείς αν πήγαινε να βρει την ζωή ή τον θάνατο. Μάθαμε μόνο πως έφυγε απ’ την θάλασσα. Δροσερό προσευχηθήκαμε να είναι το αγέρι του Αιγαίου, να του φουσκώνει τα πανιά, τα κύματα ανάλαφρα να γλείφουν τα ξύλινα πλευρά του πλεούμενού του και να στρέφουνε πίσω χαδιάρικα στο πέλαγος, κουρσάρους να μην ανταμώσει, την μαύρη αγκαλιά του βυθού ποτέ να μη γνωρίσει, στα ιστία μονάχα το μονόγραμμα του Χριστού να βλέπει έως συντελείας του αιώνος και γλυκόπικρα τραγούδια τροβαδούρων που ιστορούν την άπειρη αγάπη και την ατέλειωτη μάχη ν’ ακούει, ή και δικά μας, αν το θέλει, ακριτικά του Διγενή ή ιστορίες αρχαίες για τον Αχιλλέα και τον Αλέξανδρο.

Πάει, χάθηκε. Και η διήγηση αυτή, που ίσως φτάσει στα χέρια σου αναγνώστη, δεν ξέρει να σου πει αν ήταν για κακό ή για καλό του, ή αν οι αλυσίδες του αγίου Λουδοβίκου ήτανε στο μυαλό του τόσο βαριές, που ήθελε κι αυτός να τις φορέσει».

***

Σελ. 348-349

«Χάραξε το πρώτο φως, ώρα να κινήσω για το καθολικό της μονής, πριν αρχίσουν να καταφθάνουν οι άρχοντες. Κλείνοντας για μια στιγμή τα μάτια, γίνομαι πάλι εννιά χρονών, στην παιδική μου κάμαρη στην Πόλη κι ακούω τη φωνή του πατέρα, «πρέπει να φύγετε αμέσως για τη Νίκαια», η μάνα μου δακρύζει, εγώ βλέπω το ίδιο όνειρο ξανά, περνάμε από το κοιμητήριο της Νικαίας, τα πρώτα φώτα ζωγραφίζουν αχνά την πόλη, τα τείχη, την λίμνη πίσω απ’ τους ατμούς. Με τον πατέρα που είναι ακόμη νέος περπατούμε ως την αυλή ενός ναού, εκεί με αφήνει και συνεχίζω μόνος. Με τα πρώτα βήματα νιώθω τα πόδια όλο και πιο βαριά, σαν να σηκώνω όγκους λάσπης. Πέφτω στα γόνατα μήπως προχωρήσω πιο γρήγορα μα δεν ξανασηκώνομαι παρά με κόπο μεγάλο. Με βαραίνουν όλα, ενδύματα, σώμα, ύπαρξη, πίσω μου η καστροπολιτεία μοιάζει να αιωρείται, οι άνθρωποι έχουν παγώσει, μόνο δυο πουλιά φτεροκοπούν, τα νερά της Ασκανίας λαμπυρίζουν με φόντο το κενό. Σέρνοντας ένα φορτίο που είναι αδύνατον να δω, φτάνω εξαντλημένος στην πόρτα του ναού και χτυπώ το ρόπτρο. Δεν απαντά κανείς, δεν έρχεται κανείς ν’ ανοίξει. Βλέπω κάτω ένα κλειδί και αναθαρρώ, μα είναι σκουριασμένο, δεν γυρνά. Σπρώχνω την βαριά ξύλινη πόρτα, κι αυτή, τι χαρά, τρίζοντας υποχωρεί. Εισέρχομαι. Η εκκλησία γεμάτη μα το εκκλησίασμα σιωπηλό, μαρμαρωμένο, σαν έξω από τον χρόνο. Ιερείς, πιστοί και νεωκόροι, πεσμένοι στα γόνατα αγνοούν την παρουσία μου και τον ξαφνικό θόρυβο. Πέφτω κι εγώ ξέπνοος. Σε λίγο καπνός νιώθω να μου καίει τα μάτια, φλόγες τυλίγουν τον ναό, οι γονυπετείς γυρίζουν προς εμένα αμίλητοι εκλιπαρώντας. Ξυπνάω με τρόμο.

Ζώντας στην ημεδαπή εξορία, αποτεταγμένος του κόσμου και της βασιλείας, την νύχτα μεταξύ ελπίδων και φόβων, την ημέρα μεταξύ απόγνωσης και αναθάρρυνσης, ανάμεσα σε απαίσια προμαντέματα του μέλλοντος που αναγγέλλουν συμφορές και σε χρησμούς που μέσα στα ερείπια φωτίζουν την σωτηρία, γράφω νύχτες τώρα για τους φοβερούς καιρούς μας ή για τα δεινότερα που θα ’ρθουν; Όταν η ζωή και ο λόγος δεν προσφέρουν καμία εγγύηση στους ανθρώπους, γεννιέται ο πόθος για υποσχέσεις που παρέχουν άγνωστες τίμιες δυνάμεις. Κάτω από το ψυχρό μάρμαρο της δουλείας αδιάκοπη μαρτυρία ταραχής και προσδοκίας. Μήπως όλα είναι ματαιολογίες; Όταν φωνάζανε όσοι βλέπανε τι ερχόταν “Μη καυχιέσαι, Βυζαντίς πόλις, δεν είσαι αιωνία”, δεν άκουγε κανείς. Γιατί θ’ ακούσουν εμένα τον ασήμαντο αν μιλούσα για την φωνή, “δύο έτη εισέτι και τω τρίτω ελευθερωθήσεται πλην πάλιν δουλωθήσεται”;»

***

Σελ. 355-356

«Αναθαρρώ. Μα δεν με αφήνει η λύπη για όσα δεινά επέρχονται, για όσους θα ζήσουν και άδικα θα πεθάνουν πριν έρθει ξανά. Για όσους θα τους θυμίζουν μονάχα οι εκκλησιές, όσες μείνουν, τα κάστρα, τα ερείπια, τα τραγούδια, οι χρονογραφίες, σαν τούτη εδώ ελπίζω. Στην σπηλιά κάτω από το κελί μου, θα την φυλάξω, πλάι στο στέμμα των αυγών και ή μαζί να σωθούν ή μαζί να χαθούνε. Στα μάτια μου βλέπω κιόλας φλόγες. Ερείπια η μονή, σιωπή, φωνές περιηγητών. Ποιος ξέρει; Κάποτε από τον αιώνιο ύπνο μας ίσως κάποιος βρεθεί να ξυπνήσει κι εμάς, να μας δώσει σάρκα και οστά, για να μιλήσουμε με το στόμα του, να στοχαστούμε με τον νου του, να αισθανθούμε με την καρδιά του. Να αναστηθούμε με τις αρετές και τα εγκλήματα, με τις αλήθειες και τις υποκρισίες μας, τους πόθους και τα μίση μας. Συχωρεμένοι και αμνήμονες, άρχοντες και λαός που υπέμενε την μοίρα του μέχρι να ξεχειλίσει το ποτήρι και να γκρεμίσει όσα λάτρευε εχθές κι ανέβαζε στα ύψη. Από την επευφημία στο ανάθεμα, ένα βήμα. Άξεστοι και σοφοί, γύναια και αγίες, δόξες και ευτέλειες, χέρια βαμμένα στο αίμα και πορφύρες καθαρότατες, άντρα συνωμοσίας και σπήλαια προσευχής. Χρυσοστόλιστες αίθουσες που φρύαξαν με το βογγητό της προδοσίας και την κραυγή του τυφλωμένου, το τσιριχτό του ευνούχου, του άντρα την οργή, του δείλαιου τον φθόνο. Ιστορίες δολερών αιμάτων και άδολων ερώτων, καταφύγιο όσων θα έρχονται περιπλανώμενοι έως εδώ, στο μεταίχμιο άλλων καιρών, μια νέα γέννηση ποθώντας, προσκυνητές λειψάνων που θα ζητούν μάταια να ξυπνήσουν τους νεκρούς, “και πάλιν έξεις, Επτάλοφε, το κράτος” με πίστη ψιθυρίζοντας, εδώ, που αμετακίνητος ερειπιογράφος εγώ, να κρατήσω ζωντανές στο κρύο χώμα, ψυχές καταδικασμένες στο παρελθόν αμετάκλητα, ζήτησα».

***

Σελ. 365-366

«Οστών αποθέσεις λευκαίνουν το πεδίο της Μαγνησίας, τις όχθες του Έρμου, τις πλαγιές του Σιπύλου. Η Νιόβη, απολιθωμένη επί του βράχου μορφή, θρηνεί εσαεί, αδιάφορη προς το διάφορο των νέων κατοίκων, αφού γνωρίζει το απαράλλακτο της φύσεως. Δεν έμειναν παρά οι σκιές της νυκτός με δέος και θάμβος να χαιρετούνε του βασιλέως το φάσμα, ώστε να παίρνουν φωτιά οι λέξεις εκ νέου, να πυροδοτούνται με αίσθημα και να εκρήγνυνται στο άπειρον τις αυγές, ενθυμούμενες τον ελεήμονα που έζησε εξήντα ένα χρόνια, χρόνια αιμορραγίας αλλά και ευφορίας, φρικτού πόνου μα και χαράς, χρόνια επιληψίας και αντιλήψεως που αντιστέκονται στην μυθοπλασία διότι δεν πρόκειται περί μύθου. Στην πραγματικότητα αυτός είναι η αρχή και το τέλος του βιβλίου, ο ην και ο ερχόμενος, ο πραγματικός και συμβολικός, το πρωτογενές παιδί του αυθορμήτου αλλά και του παιδιού εντός μας που το φωνάζουμε και μας φωνάζει κι ονειρεύεται με γρατζουνισμένα γόνατα βασιλείες, μεταμφιεζόμενες σε μυθιστορία, βιβλία απρόσκλητα, χωρίς μέλλον, αποσυνάγωγα της συντεχνίας, με λέξεις που έχουν χωριστεί από ψεύτικα είδωλα που παριστάνουν τους βασιλείς και κακές συνειδήσεις που παριστάνουν τους ιερείς.

Στο χειρόγραφο αυτό, ο συγγραφέας περιγράφει ό,τι είδε, ελευθερώνεται και φεύγει. Μαζί του πάει και η ψυχή μου, εκεί που αυτός κοιμάται, στο μοναστήρι των Σωσάνδρων, την σιωπηλή διαφάνεια ζητώντας, την γαληνεμένη ράχη του Σιπύλου κι ένα ωάτον στέμμα. Γιατί ακόμη κι αν δεν βρίσκουμε πια στην ζωή κανένα νόημα, με το στέμμα αυτό θα μπορούσαμε να γνωρίσουμε ποιο ήταν το μυστικό ενός ανθρώπου που έζησε εκεί πριν από μας, μιλώντας με την ρίζα και το σύννεφο πριν τελειωθεί εν ειρήνη. Τώρα χωρίς όνομα, θα παραδώσω κι εγώ με τον τρόπο που μου δόθηκε αυτές τις λέξεις εκεί όπου ανήκουν, πριν πλάι στις πέτρες και στα κυπαρίσσια, κάτω από την βροχή, κοιμηθώ κι εγώ σαν έρθει η ώρα, βέβαιος πως ο ήλιος θα απλώσει πάλι στα ερείπια τα δαμασκηνά του υφάσματα».

~.~

 

 

 

Δημήτρης Καρακίτσος, Bicycle Waltz

20190801_103048.jpg

Δημήτρης Καρακίτσος

Bicycle Waltz

Ξεκινάς από το σπίτι, είναι, λες, ένα μικροαστικό δυάρι στα Πατήσια. Βιβλία παντού και κούτες με περιοδικά, προφυλακτικά στο πάτωμα, ένα κλουβί με παπαγαλάκια… ή μάλλον σκατά, δεν χρειάζεται παπαγαλάκια η ιστορία σου, έχεις έναν ταύρο εν υαλοπωλείω, ένα τηλεβόλο που ισοπεδώνει την ετοιμόρροπη γλώσσα μας: έχεις τον μεγαλύτερο συγγραφέα από καταβολής κόσμου. Το δυάρι του λοιπόν είναι γεμάτο εξωτικά φυτά και αντίγραφα έργων του Πικάμπια – αρκούν αυτά. Ένα τραπεζάκι με λίγα μπουκάλια, ουίσκι, ρούμι και μπράντι… όχι, μεθύσι και γραφομηχανές δεν φτιάχνουν καλούς συγγραφείς αλλά ηλίθιους θαυμαστές, σκέτος καφές, φτάνει, μια χαρά. Και τώρα στο ζουμί: να περιγράψεις το υποτιθέμενο έργο του. Ότι έγραψε τι; Οπότε στύβεις τη φαντασία σου και ξεκινάς. Έκανε το ντεμπούτο του στα έντεκα, μπλα μπλα, με ένα βιβλίο που τυπώθηκε με λεφτά του πατερούλη. Η Ιστορία της αεροπλοΐας. Εξήντα εννιά αεροπλάνα, οι πρώτες πτήσεις και οι πρώτες ανακαλύψεις. Οι πρωτοπόροι, ο Voisin, οι αδερφοί Ράιτ, τα μονοκινητήρια, οι αεροπλανικές επιδείξεις, τα καρδιοχτύπια και τα λιβάδια με τα ανεμόπτερα, τα αερόστατα και οι εκκεντρικοί μηχανικοί. Οι στολές, τα ατυχήματα, τα υπερατλαντικά εγχειρήματα, τα μεσοπολεμικά πόστερ και οι σαμπάνιες ύστερα από κάθε πέρασμα της Μάγχης – έντεκα χρονών, διάολε! Κι ύστερα περνάς στο δεύτερο, ένα μυθιστόρημα με τίτλο, ξερωγώ, Ταξίδι στην άκρη της νύχτας με γιγάντιο ψάρι. Λήγει ο Πρώτος Παγκόσμιος, κι ένας Γάλλος φαντάρος γυρίζει στο χωριό του. Κοιμάται σε αχυρώνες και παλιές αποθήκες, πιάνει δουλειά ως εργάτης των Σιδηροδρομικών Γραμμών Υπερδνειστερίας, αλλά δεν στεριώνει εκεί, ξέρεις, κάποια γυναίκα. Ύστερα περιπέτειες, καβγάδες, πόρνες και ο δρόμος που τον οδηγεί στο κεντροευρωπαϊκό κρατίδιο Μαρντούκ κλπ κλπ, σε ένα ψιλοερειπωμένο ξενοδοχείο, παρέα με δυο περιπλανώμενους πεζικάριους (έναν πρώην μάγειρα κι έναν πρώην νευρολόγο-ψυχαναλυτή). Αποφασίζουν να στήσουν το ξενοδοχείο από την αρχή, αλλά ως ησυχαστήριο αυτή τη φορά για ολίγους εκλεκτούς. Ιδού το «Οτέλ Μιραμάρε», που αφορά στρατιώτες και αξιωματικούς που θυμούνται τα όνειρα και τους εφιάλτες τους στα χαρακώματα. Ο νευρολόγος καταγράφει τις αφηγήσεις και τις καρφιτσώνει στις κόκκινες κουρτίνες της σάλας, τίποτα πιο φρικιαστικό και παράλληλα όμορφο στην ιστορία της παγκόσμιας λογοτεχνίας, θα πεις εσύ, τα νοσταλγικά όνειρα, το σπιτικό που περιμένει, η τσαγιέρα και το πιάτο με τα βουτήματα, η σοφίτα, το ξύλινο αλογάκι, ο αχυρώνας και οι κότες του παππού, ενώ, από την άλλη, οι εφιάλτες, τα μάτια των κατακρεουργημένων, τα αέρια, οι αρουραίοι, ένα άλογο χτυπημένο από οβίδα. Και μπλα μπλα. Και το τρίτο τώρα, μια φιλοσοφική νουβέλα είκοσι χιλιάδων λέξεων με τον τίτλο Ex nihilo. ένας δυσλεκτικός που προσπαθεί μέσα από βιβλία εκλαϊκευμένης επιστήμης να κατανοήσει το σύμπαν. Το ηλεκτρόνιο (γιατί έχει μάζα 1,836 x 10³ φορές μικρότερη από το πρωτόνιο;), η βαρύτητα, η σκοτεινή ύλη, η θεωρία των πάντων, η κβαντομηχανική κλπ κλπ. Ξαφνικά ο ήρωας συλλαμβάνει μια υπέροχη ιδέα. Αν υποθέσουμε ότι η ιστορία της φυσικής είναι σαν να ξετυλίγεις ένα μπλεγμένο κουβάρι, τότε τι θα βρούμε (αν φτάσουμε ποτέ) στο τέλος του νήματος; Τι υπάρχει έξω από το σύμπαν, πότε γεννήθηκε ο χρόνος, συνέβη το Big bang, και αν ναι τι το προκάλεσε; Τι προκάλεσε αυτό που προκάλεσε το Big Bang και ούτω καθεξής. Μα είναι απλό, σκέφτηκε ο καθηγητής, τα δομικά στοιχεία του σύμπαντος δεν μπορούν να δώσουν απαντήσεις, το σύμπαν έχει χάσει τη μνήμη του, δηλαδή όφειλε, ως αιτιατό, να χάσει τη μνήμη του για να μπορέσει να κόψει τις βαριές αλυσίδες που το καταδίκαζαν στο ίδιο κελί με την άπλυτη και αυταρχική αιτία. Αν τα υποατομικά σωματίδια, τα μποζόνια φερ’ ειπείν και τα γκλουόνια, ήξεραν τι κάνουν θα έπρεπε να δώσουν απαντήσεις, αλλά οι απαντήσεις (π.χ. τι προηγήθηκε του χρόνου;) θα έσπρωχναν τα πάντα στο χείλος μια προ-κοσμικής αβύσσου. Ζούμε λοιπόν σε έναν αμνήμονα κόσμο, και είναι η ιδιότητά του αυτή που τον καθιστά πραγματοποιήσιμο εκ του μηδενός. Φοβερό βιβλίο. Φοβερή σύλληψη. Ή, όπως έγραψε ένας κριτικός, μια συμπαντική αντισύλληψη. Και μπλα μπλα. Πραγματικά, είναι άχαρο αυτό που πρέπει να υποστώ, η αρχική ιδέα μου δεν ήταν τόσο φιλόδοξη: ήθελα να γράψω για έναν μέτριο συγγραφέα που κάθε λίγο τού χτυπούν την πόρτα. Μια απλοϊκή ιστορία: Είναι πανέμορφες γυναίκες, η Κατερίνα από τον πρώτο, που ξέμεινε από ζάχαρη, η Σοφία με την πετσέτα στα κεφάλι, που της κάηκε το πιστολάκι, η Έφη από το διπλανό, που του ζητά ευγενικά να χαμηλώσει την τηλεόραση γιατί μελετά για το διδακτορικό της – μα ποια τηλεόραση; Δεν έχω τηλεόραση, όπως βλέπεις βασανίζομαι σε μια παλιά γραφομηχανή, λέει ο συγγραφέας. Όλες τους γυρεύουν αφορμή για σεξ. Είναι θεές και αχαλίνωτες. Δεν μ’ αφήνουν να γράψω, σκέφτεται ο τύπος βυθίζοντας τα δάχτυλά του στα μαλλιά της τάδε και της τάδε, υπνωτισμένος από την ηδονή και τα αρώματα. Θα ήταν κωμικό το διήγημά μου, είχα γράψει τέσσερις σελίδες και είχα βρει το κατάλληλο ύφος, αλλά ξαφνικά κεραυνοβολήθηκα από αυτό που λέμε συγγραφική σοβαρότητα. Μυρίζει καψόνι εδώ, μυρίζει τιμωρία αυτό με τις γυναίκες που δεν τον αφήνουν σε ησυχία. Και το ερώτημα που γεννάται είναι ποιος θέλει την τιμωρία του, και κυρίως γιατί; Η απάντηση είναι εύκολη: ο Θεός. Ναι, είναι έργα του Θεού οι παρενοχλήσεις. Ο Θεός αποφάσισε να φέρει προσκόμματα στον μεγαλύτερο συγγραφέα όλων των εποχών. Γιατί όμως; «Έχεις διαπράξει ύβρη», του λέει μέσα από τα μάτια της Σοφίας, της Έφης και της Κατερίνας, «για την ακρίβεια μαζί τη διαπράξαμε, πηλέ μου έμψυχε. Δεν έπρεπε να σε πλάσω, είσαι ένα λάθος της Δημιουργίας, είσαι ένα τεράστιο λάθος, μα τώρα είναι αργά – σε έχω αγαπήσει. Τι μου μένει; Να θέσω εμπόδια στη γραφή σου. Και θα το κάνω, γλίσχρε και ουτιδανέ, θα σου επιβάλω μια θεσπέσια τιμωρία. Ετοιμάσου για ορδές γυναικών, καλλονές που θα σου χτυπούν την πόρτα κάθε φορά που πας να γράψεις, είσαι επικίνδυνος, τα γραπτά σου πρόκειται να σπείρουν το χάος – κι αυτό δεν θα το επιτρέψω. Θα σου στείλω πολλές γυναίκες: την Νάντια από τον πέμπτο και την παντρεμένη από το ημιυπόγειο, την Κερασία, αλλά και την Πόπη, την ντελιβερού, που μπέρδεψε τα κουδούνια – σεξ και πίτσες!» Το κλειδί της παρουσίας του Θεού σ’ αυτό το διήγημα είναι η λέξη χάος. Η σπορά χάους. Και είναι αυτό που φοβάται ο Θεός. Πώς ένα πλάσμα τρωτό μπορεί να θέσει τους όρους για κάτι αναλλοίωτο και άφθαρτο; Λένε ότι το σύμπαν κάποια στιγμή θα πάψει να υπάρχει, η ανθρωπότητα, η Γη, ο γαλαξίας μας, η Λανιακέα και όλα τα σούπερ κλάστερ γαλαξιών θα έχουν ήδη καταποντιστεί στις μαύρες τρύπες, αλλά εμείς, με μόλις τέσσερις χιλιάδες χρόνια ιστορίας, γράφουμε κριτικές λογοτεχνίας και επιδιδόμαστε, μεταξύ τύρου και αχλαδίου, σε μια αναζήτηση πλατωνικού καθρεφτίσματος στους αιθέρες της ποιητικής (θυμάμαι τους δυσκοίλιους στοχασμούς του Διονύσιου Σολωμού). Τι αβάσταχτο λάθος θα ήταν, όντως, ένας τόσο μεγάλος συγγραφέας! Μα ας δούμε κι αυτό: Τέλεια διηγήματα, τέλεια ποιήματα και μυθιστορήματα – ψυχανεμίζεστε το περιεχόμενό τους; Είναι μάταιο να πεις ναι. Τα βιβλία του θα ήταν κορνίζες χωρίς καθρέπτη. Δεν με βλέπω, δεν με βλέπω πουθενά, δεν βρίσκομαι εκεί, δεν υπάρχω. Ανοικείωση. Γιατί οι άνθρωποι δεν είναι πνεύματα, τρομάζουν αν δεν δουν σκιά ή είδωλο. Μεταμφιέζονται καθημερινά (κάζουαλ ντύσιμο ή κοστούμια εποχής) και ποζάρουν – είναι ζήτημα ουσίας αυτό. Θαυμάσιοι βιεννέζικοι καθρέπτες, Φρόιντ, Χόφμανσταλ, Μπροχ, Σνίτσλερ. Εσάς σας αρέσει ο Σαίξπηρ; Μα ναι, επιχρυσωμένη η κορνίζα, κοιταζόμαστε και είναι σαν να γίναμε εκείνα τα σοκολατάκια με την Μόνα Λίζα. Τι λέτε φίλοι, περνάμε κι από του Ομήρου; Και τι θα λέγατε αν κρεμούσαμε τον θαμπό του Κάφκα στο κουρείο που ξυρίζεται ο κύριος υπουργός; Χαχα, έχετε δίκιο.
]]]]]Μπορεί. Συμπεράσματα ας βγάλουν οι αναγνώστες.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΑΡΑΚΙΤΣΟΣ

Πρώτη δημοσίευση: 25.12.2019

Φωτογραφία: L’apprendista, Νεκρὴ ἀστικὴ φύση (Λ. Πεντέλης, 2019)  

Νατάσα Κεσμέτη, Το ανορθόγραφο στασιδάκι της αφοσίωσης

ΤΟΝ ΕΠΑΙΡΝΕ ΑΠΟ ΤΟ ΧΕΡΙ καί πηγαίνανε στό κλησιδάκι τοῦ Ἅϊ Δημήτρη, κτισμένο τό μισό στό δικό τους χωράφι. Ἐκείνη θυμιάτιζε καί μετά ἄναβαν μαζί τά καντήλια. Ὁ ἥλιος ἦταν ἀκόμα ψηλά καί μιά φαρδιά χρυσή λουρίδα ἔλαμπε καταμεσής τοῦ ναΐσκου. Μετά θά πήγαιναν στόν Ἅϊ Γιώργη, στόν Ἅϊ Γιάννη τόν Θεολόγο, καί τέλος στό Ἅϊ Νικόλα. Ἐκεῖ κάθονταν στή ζεστή πεζούλα καί ἀγνάντευαν τά νησιά ἀπέναντι. «Θά γίνεις παππάς, θεία;» τήν ρωτοῦσε καί τήν ξαναρωτοῦσε, καί κείνη γελοῦσε μέ τήν παιδική του ἀφέλεια. Τοῦ ἔμαθε ἀνάγνωση, γραφή καί τοῦ μετέδωσε τήν ἀγάπη της γιά τά ξωκλήσια: νά τά φροντίζουν, νά τά γαλακτίζουν, νά τά κρατοῦν καθαρά. Ἐξ αἰτίας της ἡ προσοχή του στράφηκε στήν εἰρήνη τῶν μικρῶν θυρίδων, μαγνητίστηκε ἀπό τίς κίτρινες κηλίδες ὤχρας πάνω στούς χλοασμένους πορόλιθους· τό ἀεράκι πού μέ τήν παραμικρή κίνηση μόλις κι ἀναρριπιζόταν ἀναστατώνοντας τίς ἀραχνίτσες – ἕνα γλυκύ μυστήριο στίς κόγχες. Μέ τά δάχτυλα ψηλάφισε τήν σταθερή τρυφερότητα στίς καμπύλες τῶν τοίχων ἀπό ἁρμολογημένη χοντρή πέτρα, τίς ἐκπλήξεις τῆς ἀσυμμετρίας. Σκιές καί φῶς ἀλληλλοσυμπληρώνονται, συνομιλοῦν, θά σκεπτόταν πολύ ἀργότερα. Ἀλλά τότε μαθήτευε σέ ἕναν κόσμο συγκεκριμένων πραγμάτων, ὄχι ἀφηρημένων ἐννοιῶν.

(περισσότερα…)

Χρῆστος Μποκόρος, Ὁ ἀδερφὸς τοῦ πατέρα μου

Κωνσταντίνος Δημητρίου Μποκώρος

Κωνσταντῖνος Δημητρίου Μποκῶρος. Ὁ ἴδιος ἔγραφε τὸ ἐπώνυμό του μὲ ὠμέγα.

~.~

Προδημοσίευση ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ ζωγράφου Χρήστου Μποκόρου «e-μερολογιο ΙΙ» , ποὺ κυκλοφορεί προσεχῶς μὲ τὴν εὐκαιρία τῆς ἔκθεσής του «1821, ἡ γιορτή» στὸ Μουσεῖο Μπενάκη (19 Μαΐου – 10 Ὀκτωβρίου 2021).

~.~

 

Ὁ ἀ­δερ­φὸς τοῦ πα­τέ­ρα μου ἦ­ταν δά­σκα­λος. Ἄ­κλη­ρος, μὲ εἶ­χε σὰν παι­δί του. Κα­νό­νι­σε νὰ ἀ­να­λά­βει τὴν πρώ­τη τά­ξη μὲ τὸ ποὺ θὰ πή­γαι­να σχο­λεῖ­ο. Τὶς πρῶ­τες κι­ό­λας μέ­ρες, ἀρ­χὲς τοῦ ’60, πρω­το­βρό­χια, πλημ­μύ­ρι­σε τὸ πρα­νὲς τῆς με­γά­λης μπρο­στι­νῆς αὐ­λῆς καὶ τρέ­ξα­με στὸ διά­λειμ­μα νὰ παί­ξου­με στὴ λί­μνη τῶν νε­ρῶν πού, στὰ βα­θι­ά τους, μᾶς φτά­να­νε ὣς τὴ μέ­ση τῆς κνή­μης. Μᾶς εἶ­δαν οἱ δά­σκα­λοι κι ἦρ­θαν φω­νά­ζον­τας αὐ­στη­ροὶ νὰ βγοῦ­με ἀ­μέ­σως στὰ στε­γνά. Βγή­κα­νε ὅ­λοι ἐ­κτὸς ἀ­πὸ ’μέ­να. Ἦ­ταν γλυ­κύ­τα­τος ὁ θειός μου κι ἤ­μου­να σί­γου­ρος, ὁ ἀ­ναι­δής, ὅ­τι δὲν θὰ μὲ μά­λω­νε. Τοὺς ἔ­βλε­πα ὅ­λους, δά­σκα­λους καὶ μα­θη­τές, νὰ μὲ κοι­τοῦν, ἕ­να μι­σο­φέγ­γα­ρο γύ­ρω ἀπ’ τὴ λί­μνη, ἔ­νοιω­θα τὴ λά­σπη στὰ δά­χτυ­λα τῶν πο­διῶν μου ἀλ­λὰ δὲν κου­νή­θη­κα. Καὶ ἐ­κεῖ στὴν ἀ­μη­χα­νί­α, ὁ θεῖ­ος δά­σκα­λος προ­χώ­ρη­σε μὲς στὰ νε­ρά. Ἔ­βλε­πα τὰ γυ­α­λι­σμέ­να του πα­πού­τσια νὰ βου­λι­ά­ζουν, νὰ μου­σκεύ­ει τὸ ρε­βὲρ ἀπ’ τὸ παν­τε­λό­νι τοῦ κου­στου­μιοῦ ποὺ φο­ροῦ­σε, πάν­τα κα­λον­τυ­μέ­νος, καὶ τά ’χα­σα. Μ’ ἔπια­σε ἀπ’ τὸ χέ­ρι καὶ μοῦ ’πε χα­μο­γε­λών­τας: Ἔ­λα Χρη­στά­κη, πᾶ­με. Τὸν ἀ­κο­λού­θη­σα. Τὴν ἄλ­λη μέ­ρα μᾶς ἀ­νέ­λα­βε ἡ γυ­ναί­κα του, ἡ θεί­α ἡ Γε­ωρ­γί­α, δα­σκά­λα κι ἐ­κεί­νη, ἡ πι­ὸ αὐ­στη­ρὴ στὸ σχο­λεῖ­ο. Αὐ­τὴ μᾶς ἔ­μα­θε γράμ­μα­τα μέ­χρι τὸ τέ­λος τοῦ Δη­μο­τι­κοῦ. (περισσότερα…)

Ιωάννης Π. Α. Ιωαννίδης, «O τόπος ερήμωσε, έγινε τοξικός»

Ιωανν

 

«Η επιστήμη και η τέχνη συνήθως δεν επικοινωνούν, είναι κάπως σαν φυλές πρωτόγονων που, αποκομμένες και ακοινώνητες, κατοικούν το ίδιο νησί. Η αδιαφορία αυτή δεν είναι ένα ήπιο laissez faire αμοιβαίας αποδοχής, αλλά άγνοια ή και άρνηση της ύπαρξης του άλλου, γιατί τις χωρίζει μια αδιάβατη ζούγκλα. Για παράδειγμα, τα μέτρα που προτείνανε κάποιοι επιστήμονες στη διάρκεια της πανδημίας έδειξαν ότι δεν τους καίγεται καρφί αν η τέχνη (και η ζωή μαζί της) εξαλειφθεί πλήρως.»

Πρόσωπο των ημερών με πλατιά διεθνή απήχηση, σημείο αναφοράς αλλά και αντιδικίας, πλάι στο ιατρικό ερευνητικό του έργο ο ΙΩΑΝΝΗΣ Π. Α. ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ έχει δημοσιεύσει από το 1989 έως σήμερα οχτώ λογοτεχνικά βιβλία. Με αφορμή το τελευταίο απ’ αυτά, μίλησε στο Νέο Πλανόδιον και τον Κώστα Κουτσουρέλη για τα μεγάλα θέματα της γραφής και της δράσης του: την ποίηση και την επιστήμη, την ανάπηρη ελευθερία του λόγου και την πάγια ανελευθερία της πολιτικής, τις κακοδαιμονίες του τόπου και την μεγάλη περιπέτεια της πανδημίας.

 

(περισσότερα…)

Nατάσα Ζαχαροπούλου, Με την πρώτη καρφωτή

Τὸν περίμενε ὁ ξάδελφος στὴν εἴσοδο τοῦ Νοσοκομείου: «Ποῦ ‘σαι βρὲ παιδί μου; Ἄντε κι ἔχω πληρώσει ἕνα κατοστάρικο νὰ μοῦ τὸν κρατᾶνε στὸ δωμάτιο ὅτι τάχα μου κοιμᾶται… Ἄντε! Σβέλτα στὸ ὑπόγειο! ἑτοίμασε τὸ ξυράφι καὶ τὴ σαπουνάδα, πάω νὰ εἰδοποιήσω νὰ τὸν κατεβάσουνε κι ἐρχόμαστε!» Τὰ τελευταῖα λόγια τὰ φώναζε τρέχοντας στὸν διάδρομο, ἔξω ἀπὸ τὰ δωμάτια τῶν ἀσθενῶν.

«Γιὰ ποῦ τὄβαλες, Γιαννάκη;», τὸν ρώτησε ὁ συνάδελφος ποὺ συνεργαζόταν μὲ τὸ ἄλλο Γραφεῖο τῆς πόλης, καθώς, ὅπως πήγαινε πρὸς τὶς σκάλες τοῦ ὑπογείου, σκόνταψε πάνω του·  ἔμοιαζε κι αὐτὸς κάτι νὰ παραφυλοῦσε στεκάμενος ἐκεῖ, στὴν ἀρχὴ τῆς κουπαστῆς.

(περισσότερα…)

Μετα-γράφοντας με όραμα και τόλμη την κυπριακή συνθήκη

της ΑΥΓΗΣ ΛΙΛΛΗ

Λουίζα Παπαλοΐζου, Το Βουνί, Το Ροδακιό, 2020.

Στο ερώτημα ποιο νυχτολούλουδο ευωδιάζει τους κόλπους της νύχτας απαντώ ευθέως: η λεμονιά.[1]

Μία δεκαετία μετά το πρώτο και βραβευμένο της βιβλίο διηγημάτων (Απειλουμενα είδη, Λεμεσός, Εκδόσεις Αφή, 2010: Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Λογοτέχνη στα Κρατικά Βραβεία Λογοτεχνίας της Κύπρου), η Κύπρια Λουίζα Παπαλοΐζου μάς δίνει το πολυαναμενόμενο επόμενο έργο της, το εκτενές μυθιστόρημα Το Βουνί (Αθήνα, Το Ροδακιό, 2020). Η μεγάλη χρονική απόσταση δεκαετίας προδίδει μάλλον από μόνη της τον στόχο. Πρόκειται για ένα έργο, όπως υποψιάζεται ο αναγνώστης, αφενός από την έκταση, αφετέρου από το σημείωμα της συγγραφέως, χρόνιας μελέτης και συγγραφής, όπου αφηγήσεις, μαρτυρίες και επιστολές στήνουν έναν πολυφωνικό κόσμο, καθρέφτη ενός άκρως πολυφωνικού τόπου, τιμώντας το μυθιστορηματικό είδος με τον πιο έντιμο τρόπο: επεκτείνοντας τα στιγμιότυπα της ιστορίας σε ένα μυθοπλαστικό σύμπαν πιο πραγματικό και από το πραγματικό.

(περισσότερα…)