ΝΠ | Αφηγήματα

Σωτήρης Γουνελάς, Από τη μια στιγμή στην άλλη

*

Αχρονολόγητες ημερολογιακές καταγραφές

Από τη μια στιγμή στην άλλη μπορεί να σακατευτείς. Περπατούσαμε στο πεζοδρόμιο με τη γυναίκα μου και μια φίλη. Μόλις βγήκαμε από ένα ιταλικό ρεστωράν στη Φωκίωνος Νέγρη και περάσαμε έτσι γρήγορα από τη ζέστη στην ψύχρα της νύχτας. Κόντευε μεσάνυχτα. Θα αφήναμε λίγο πιο πέρα τη φίλη μας και θα μπαίναμε στο παρκαρισμένο αυτοκίνητο. Καθώς τα γράφω αυτά τώρα, κάνω και κάτι σαν αναδρομή ή αναψηλάφηση, χωρίς να πρόκειται για δίκη αλλά για θέμα υγείας.

~ . ~

Βαδίζαμε άλλοτε και οι τρείς μαζί, άλλοτε οι δύο και ο άλλος χωριστά, μάλλον σιωπηλοί. Με κατοικούσε μια θλίψη, κάτι με στεναχωρούσε που αφορούσε, ή μάλλον απέρρεε, από την παρουσία της φίλης που είχαμε συναντήσει, χαμένης σε συμπληγάδες εσωτερικές, μαζεμένες εκεί από χρόνια, απωθήσεις που δέθηκαν κόμπο, συναισθήματα βουλιαγμένα και αδιέξοδα, οιμωγές, ανάσες που πνίγηκαν προτού ακουστεί ο αχός τους. Ταλαιπωρία που χρόνιζε και δεν έβλεπα πως θα τελειώσει. Συχνά έχω μια δυσκολία να αντιμετωπίσω τον ανθρώπινο πόνο, ή μάλλον με κατέχει ένα είδος ευαισθησίας πού ίσως παίρνει σωματική μορφή. Το λέω γιατί αυτό που μου συνέβη μόλις άνοιξα την πόρτα του αυτοκινήτου, ίσως έχει σχέση με την στενοχώρια που ένιωθα. Ένας πόνος διαπέρασε το αριστερό μου μάτι. Φυσιολογικά κάτι θα έσπασε, ένα μικρό αγγείο –τα αγγεία των ματιών είναι λεπτεπίλεπτα και εύθραυστα– και βρέθηκα να ενοχλούμαι από τα φώτα όταν κοιτούσα πάνω τους. Το απέδωσα στην νυχτερινή ψύχρα, στην απότομη αλλαγή θερμοκρασίας, στην ευαισθησία των ματιών μου –τελευταία έμπλεξα και με την φωτεινή οθόνη του υπολογιστή– και πηγαίνοντας σπίτι έβαλα λίγο φυσιολογικό ορό, μόνιμη τελευταία συνήθεια λόγω ξηροφθαλμίας, κατά την επιστημονική ορολογία, από την οποία πάσχω εδώ και μερικά χρόνια.

~.~

Ας μετακινηθούμε όμως, ας αλλάξουμε παραστάσεις που λένε. Κάθισα στο καφενείο του βιβλιοπωλείου “Ευριπίδης” στο Χαλάνδρι –αρχαία Φλύα– και έπιασα να γράφω σ’ ένα καφετί τετράδιο, που τα φύλλα του σαν ανάγλυφα με ραβδώσεις αντιστέκονται στη ροή του στυλού, στο μελάνι, στα σχήματα των γραμμάτων, των λέξεων, στους σχηματισμούς των παραγράφων, με τον ήλιο στα αριστερά μου να σχηματίζει μικρές λίμνες πάνω στα τραπέζια, ενώ από το μεγάφωνο ακουόταν η απαραίτητη τα τελευταία χρόνια μουσική, ευτυχώς αυτή τη φορά ρομαντική, νοσταλγική, αμερικάνικη ωστόσο.

~.~

Εν μέσω λοιπόν παλιών μελωδιών που θυμίζουν χριστουγεννιάτικες σε συνδυασμό με παλιά αμερικάνικα, ερωτικά φιλμ, αισθάνομαι καλύτερα, παρά την κοκκινίλα στο μάτι. Η γιατρός που επισκέφθηκα το πρωί μού έγραψε ένα καταπληκτικό φαρμακάκι χωρίς συντηρητικά –φιαλίδιο– που με τις δύο κιόλας φορές που έριξα, το μάτι πήρε επάνω του, ηρέμησε, ο πόνος υποχώρησε. Ξυπνώντας το πρωί φόρεσα στην κυριολεξία γυαλιά ηλίου μέσα στο σπίτι, με ενοχλούσε κάθε φωτάκι και κάθε φωτιστικό, άφησα για λίγο το μάτι έκθετο στις φωτιστικές ακτίνες ή ανταύγειες που έστελναν ένα-δύο λαμπιονάκια που μένουν αναμμένα για να σπάνε το σκοτάδι της νύχτας, όταν δεν είναι αναμμένο το καντήλι στο εικονοστάσι. Καθώς δεν είχα καλοξυπνήσει και σεργιανούσα μαγκωμένος και πονώντας από το ένα δωμάτιο στο άλλο, ή μάλλον από το κρεβάτι στην κουζίνα και στο σαλόνι-τραπεζαρία-γραφείο, έπαιζα κρυφτό με τα φωτάκια, νόμιζα πως βρίσκομαι πίσω από παραβάν, πανί, σκέπαστρο ή κάτι παρόμοιο και το φως αυτό το λιγοστό που εκπέμπανε τα λαμπιόνια μού έστελνε ριπές και οι ριπές χτυπούσαν το λαβωμένο μάτι και κάτι σαν σπασμός τιναζόταν μέσα του, ένα σκίρτημα, ένα πηδηματάκι, ένα είδος νευρικής κρίσης, και μετά ησυχία κι ύστερα ξανά ανάλογα με την μετακίνηση, την οπτική γωνία, την ποσότητα φωτός, το σκοτάδι. Τυλίχτηκα σε μία δίνη δυσανασχέτησης, άρχισα να αγωνιώ ότι δεν θα βλέπω για μέρες, θα πρέπει να φορώ μαύρα γυαλιά, δεν θα μπορώ να κινηθώ έξω από το σπίτι, γιατί θα κινδυνεύω να τυφλωθώ ή να επιδεινωθεί το πλήγμα, η πληγή ή ό,τι τέλος πάντων ήταν. (περισσότερα…)

Mαυρόκοκκο πιπέρι και μελανογράμματες μεζουζά*

*

Περπατώντας άσκοπα στην Jew Town, Kochin

του ΗΛΙΑ ΜΑΛΕΒΙΤΗ

Βόλτα στην εβραϊκή συνοικία του Κοτσίν· στο Ματαντσερύ των Ολλανδοπορτογάλλων, στην ινδική άκρια της Αραβικής θάλασσας, μέσα στο γκρεμισμένο πια φρούριο του Κοτσίν. Πιο πέρα ο άγιος Φραγκίσκος, που καταπώς λένε πρώτος φιλοξένησε τα οστά του Βάσκο ντα Γκάμα, πριν αναπαυτούνε οριστικά στης Μπελέμ το ιερωνυμιτικό το μοναστήρι.

Μάταια ψάχνω για να βρω μια μεζουζά, σημάδι ότι ο χώρος ακόμα κατοικείται· όλα ανακαινίζονται, όλα μεταμορφώνονται σε μαγαζιά για τους τουρίστες.

Ο ήλιος χτυπάει κατακέφαλα κι ο ιδρώτας στάζει από παντού, η θερμοκρασία έχει προ πολλού ξεπεράσει τους 40° C. Πήρα τον δρόμο κάτω απ’ τη Συναγωγή και χώθηκα μες στα σοκάκια.

Σπίτια εγκατελειμμένα, σκεπές κυματιστά βουλιάζουν, χορτάρια διεκδικούν τη θέση τους. Σ’ άλλα, δίφυλλες ξύλινες θύρες ανοίγουν σε αίθρια όπου είναι μαζεμένα εργαστήρια ή -ως επί το πλείστον- αποθήκες μπαχαρικών. Από δω και κάτω το πιπέρι -μαύρο, ώριμο κι αψύ- τσούζει τα μάτια και πνίγει τα ρουθούνια. Κι όντως σ’ ένα από αυτά βλέπω τις γριές Ινδές να κοσκινίζουν το πιπέρι· τις φωτογραφίζω. Σε πολλές ισόγειες αποθήκες στοιβαγμένα τσουβάλια τα μπαχάρια.

(περισσότερα…)

Ματτέο Νούτσι, Τα δάκρυα των ηρώων

*

Μετάφραση-Επιλόγισμα: Μαρία Φραγκούλη

~.~

Η   χ α μ έ ν η   ε π ο χ ή

Μόλις τον είδαν να φθάνει, το μουρμουρητό εξασθένησε και μια αφύσικη σιωπή έπεσε στον Κεραμεικό. Ορισμένοι είχαν την ίδια εντύπωση όπως πριν από έναν χρόνο, κατά την περίφημη έκλειψη ηλίου. Σαν η ζωή των ανθρώπων να έσβησε ξαφνικά. Μα στην Ιερά Πύλη και στο Δίπυλον, ο ουρανός ήταν διαυγής· ο Ηριδανός συνέχιζε να κυλά αργά στα δρομάκια της γειτονιάς των αγγειοπλαστών· και ο τσουχτερός άνεμος του Υμηττού περνούσε ανάμεσα από τα σπίτια, συνοδεύοντας το βορεινό αεράκι. Όλα ήταν όπως κάθε μέρα για τους Αθηναίους, εκείνο το πρωινό στο τέλος του χειμώνα. Εκτός από την τρομακτική σιωπή που είχε προσβάλει το πλήθος των παρευρισκομένων. Νέοι, ηλικιωμένοι, γυναίκες, παιδιά, μέχρι και μερικοί ξένοι – που ήταν φίλοι ή συγγενείς, υποστηρικτές ή εχθροί. Όλα τα μάτια ήταν στραμμένα στον άνδρα που προχωρούσε με μικρά βήματα κρατώντας ένα στεφάνι. Ο ισχυρότερος άνδρας της Αθήνας εδώ και τριάντα χρόνια. Ο άριστος της μεγάλης Ελλάδας που θα γινόταν μεγαλύτερη αν μονάχα ο πόλεμος εναντίον της Σπάρτης είχε τελειώσει γρήγορα και νικηφόρα. Το παρουσιαστικό του ήταν όπως πάντα. Πρόσωπο σμιλεμένο με συμμετρικές γραμμές, σαν έτοιμο μοντέλο για τα αναρίθμητα αγάλματα που θα τον αναπαριστούσαν σε αθάνατη στάση. Φαινόταν εκείνος που όλοι είχαν γνωρίσει. Άλλωστε, στις πιο δύσκολες περιστάσεις ήξερε να δίνει τον καλύτερο εαυτό του.

Έτσι θα εξελίσσονταν τα πράγματα ακόμη και τώρα που είχε φθάσει γι’ αυτόν η οριστική δοκιμασία; Ο λοιμός που έπληττε την Αθήνα εδώ και μήνες, για τον οποίο ο ηγέτης απήγγειλε έναν από τους πιο εξαιρετικούς λόγους του, τώρα δεν ήταν πια μια λέξη με την οποία κατακτούσε τα πλήθη ούτε μια πολιτική εμμονή· απλώς μοίραζε τον θάνατο. Ήρθαν λοιπόν όλοι εκεί, στον Κεραμεικό, γι’ αυτόν. Για τον Περικλή. Ο ηθικός οδηγός που ποτέ δεν υπέκυψε σε προκαταλήψεις και ανώφελους φόβους. Ο στρατηγός ο ικανός να καθησυχάζει τον λαό του όταν έχανε τον έλεγχο μέσα σε παράλογο φόβο. Ο ρήτορας που μπορούσε να τρομοκρατεί τους πολίτες όταν ήταν έρμαια ανάρμοστης τόλμης. Βρίσκονταν εκεί για να τον παρατηρήσουν, να τον διερευνήσουν στη δυσκολότερη στιγμή. Τον κοίταξαν σχεδόν δίχως να ανασάνουν, ενώ προχωρούσε προς τον τελευταίο από τους πεσόντες του. Κανείς δεν είπε λέξη, αργότερα όμως κυκλοφόρησαν ιστορίες. Σε κάποιον φάνηκε ότι έτρεμε. Κάποιος σκέφτηκε ότι δεν ήθελε πια να προχωρήσει κι ήταν έτοιμος να οπισθοδρομήσει. Εντούτοις, το στεφάνι που κρατούσε σφιχτά δεν πρόδιδε καμιά ταλάντευση των χεριών, τα σύντομα βήματα του πενθούντος άνδρα έμοιαζαν όντως με βήματα στρατιώτη. Διέσχισε τα τελευταία λίγα μέτρα με βραδύτητα. Μεγάλη βραδύτητα, σύμφωνα με κακόβουλα σχόλια. Μετά έφθασε μπροστά στο σώμα. Σταμάτησε. Ο λοιμός τού πήρε την αδερφή, τον πρωτότοκο γιο Ξάνθιππο, τους καλύτερους φίλους και πολλούς συγγενείς, εκείνος όμως ποτέ δεν υπέκυψε. Η ξακουστή σταθερότητα, η δύναμη της ψυχής που ήταν το καύχημά του, η ικανότητα να αντέχει χωρίς να φανερώνει τα συναισθήματά του. Η Αθήνα πάντα θαύμαζε αυτό το είδος ήρωα που την οδηγούσε στη δημοκρατική της πορεία. Τώρα, για τον Περικλή είχε φθάσει η κρίσιμη δοκιμασία. (περισσότερα…)

Δεν θα περάσετε, κύριε!

του ΘΑΝΟΥ ΓΙΑΝΝΟΥΔΗ

(Από το —υπό διαμόρφωση— μυθιστόρημα, Η ερωτική ζωή του κυρίου Χίτλερ. Μιλά η Ασημίνα.)

Δεν θα περάσετε, κύριε! Μικρή βαρκούλα η χώρα μου, μικρό νησάκι το κορμί μου, ριγμένο σ’ ένα ατέλειωτο, φουρτουνιασμένο πέλαγος στον αιώνα της τρικυμίας. Μικρά και φτηνά τα όνειρά μου, ενωμένα με την εποχή και τον καιρό τους, παιδί τους και προέκτασή τους είμαι κι εγώ, χωρίς να μπορώ να κάνω και διαφορετικά. Ημιθανή και ατελέσφορα τα σχέδιά μου, με νεκρό κι άψυχο τον ουρανό από πάνω τους, αν υπήρξε ποτέ ζωντανός και δεν είναι ο αμετακίνητος ουρανός παρά μια πλάνη που μας μάθαιναν τότε που ήμασταν πιο εύπιστα, για να αποδεχτούμε τον κόσμο όπως έχει και όπως μας τον όρισαν εκείνοι, δεν θα περάσετε, κύριε!

Δεν θα περάσετε, κύριε! Ο δρόμος που διαβαίναμε σαν ήταν καλοκαίρι γέμισε με αγριόχορτα και ζιζάνια, τα όνειρα άρχισαν να παίρνουν σταδιακά την όψη της σήψης, η ψυχή ξεκίνησε να αποκολλάται από το σώμα μας που πλέον ζει μηχανικά κι από κεκτημένη μονάχα ταχύτητα, μη βλέποντας αυτό το μηχανοποιημένο τερατούργημα στο οποίο αρχίζει ο άνθρωπος να μετατρέπεται. Η πρόσοψή μας γίνεται ρομποτική, οι αρτηρίες μας καλώδια, ο εγκέφαλός μας μικροτσίπ. Θλιβερό το προνόμιό μας να είμαστε η γενιά της μετάβασης, σε μια ζωή που δεν ξέρει πού να πατήσει στέρεα. Σβήνει η ανθρωπότητα, κύριε, τελειώνει, χάνονται μία – μία και ξεγράφονται, πετιούνται σαν μποτίλιες στο απύθμενο και πολυδιάστατο διάστημα όλες οι πτυχές της παρουσίας της, αύριο θα ξημερώσει ένας κόσμος αλλότριος, όπου όλα θα συνεχίζονται αυτόματα σα να μην έχει μεσολαβήσει η παραμικρή αλλαγή, σα να ξεφύτρωσε και πάλι ο ίδιος ουρανομάχος ήλιος, ωστόσο δεν θα βρισκόμαστε πια εδώ ούτε εμείς ούτε οι άμεσοι απόγονοί μας για να τον αντικρύσουν, δεν θα περάσετε, κύριε!

Δεν θα περάσετε, κύριε! Τα φωτεινά μονοπάτια δίπλα στα ρυάκια σκοτεινιάζουν στις παρυφές του χειμώνα, τα νησιά ξεφυτρώνουν στο πέλαγος σαν αχιβάδες θαρρώντας πως η ζωή είναι πανηγύρι ενώ δίπλα τους ο κόσμος έχει πια πεθάνει, τα πρώτα όνειρα της νιότης στάζουν άμορφη βλέννα καθώς ο καιρός συννεφιάζει. Το παιδί που δεν ήμασταν ποτέ, κύριε, στέκει νεκρό και πνιγμένο στην άκρη της παραλίας, ξεβράστηκε στο κύμα και το αφυδατωμένο πρόσωπό του βλέπει προς την άμμο και προς το σκοτάδι, το χαμόγελο που ποτέ δεν φύτρωσε μας κυνηγά και μας καταστρέφει κάθε ώρα και στιγμή, μας καλεί να ανεβάσουμε ακόμα περισσότερο την ένταση και να αποστρέψουμε το βλέμμα μας, μας ζητά να υπογράψουμε ακόμα πιο ανανεωμένα συμβόλαια υποταγής της υπόστασής μας στην απάνθρωπη πραγματικότητα, μας υποδέχεται σ’ ένα μιλλένιουμ της αποσύνθεσης, σε έναν κόσμο που καταρρέει με κρότους και λυγμούς και το απολαμβάνει βογγώντας και καυλώνοντας με όλες του τις τεχνητές αισθήσεις, δεν θα περάσετε, κύριε!

Δεν θα περάσετε, κύριε! Αιώνες ουρλιάζουν ακατάπαυστα, ζητώντας τη φαλκιδευμένη τους δικαίωση, μάνες αποχωρίζονται τα παιδιά τους, με το θάνατο παρόντα ήδη από τη στιγμή της γέννας, ερωτευμένοι που σκορπίστηκαν στα συντρίμμια των καιρών ξέρουν πως δεν θα αγκαλιάσουν ποτέ ξανά την αγάπη τους. Κραυγές από τα βάθη των εποχών ξυπνούν μπροστά στο επερχόμενο τέλος, φωνές από την πικρότερη εκδοχή της ανθρωπότητας έρχονται και πάλι ενώπιόν μας για να μας καθορίσουν και να μας δείξουν το δρόμο, μόνο που ο δρόμος πια έχει μεταλλαχθεί και χάνονται κι αυτές στο τσουβάλιασμα, εξισώνονται με το μηδέν και το μηδέν τις διαιρεί και τις κερδίζει, τις ρουφά πλάι του με ηδονή και γλύκα. Νιώθω το είναι μου, κύριε, να ενώνεται μαζί τους και να μετουσιώνομαι σε ουρλιαχτό, σε σύνθημα, σε επανάσταση, σε αιτία να υπάρχω σ’ αυτόν το σάπιο κόσμο και να φέρω το όνομα του ανθρώπου, ξέροντας πως κι αυτό ακόμα δεν έχει την παραμικρή σημασία και επίπτωση στην πορεία του κόσμου, δεν θα περάσετε, κύριε!

Δεν θα περάσετε, κύριε! Υπήρξα στη ζωή για να σας πω αυτή τη λέξη, η μοίρα με γέννησε και με οδήγησε για να σταθώ απέναντί σας και να πεθάνω καθώς θα με ποδοπατάτε και θα με λιώνετε σαν κατσαρίδα. Μια μικρή κουκκίδα στο απέραντο χάος, ένα μικρό αηδόνι στις ατελείωτες συστάδες του δάσους, μια ακόμα φωνή που γεννήθηκε από το τίποτα, ούρλιαξε κλαίγοντας απελπισμένη μπροστά στο απόλυτο μηδέν και της προορίζεται να σιγήσει. Βρέθηκα μπροστά σας για να συντηρήσω μια απλή, φοβισμένη και τρυφερή φλογίτσα, σαν τη φρυκτωρία στο βουνό, δίχως συναίσθηση του πού θα οδηγήσει η απεγνωσμένη μου κίνηση κι αν θα βρεθεί κάποιος να συνεχίσει σε κάποια απόμερη κι άγνωστη σε μένα κορφή το δικό μου μοναχικό μονοπάτι, σαν το βάδισμα στα τυφλά, στο απόλυτο κενό και το σκοτάδι, μη γνωρίζοντας αν θα γεννηθεί μια επιφάνεια με την κίνηση του ποδιού σου ή αν θα πνιγείς στο αδηφάγο βάραθρο. Ίσως και να μην υπάρχει συνέχεια μετά από μένα, ίσως εδώ ο κύκλος να τελειώνει οριστικά και να προσκυνάμε για πάντα την ευθύγραμμη ζωή σε μια τυχαία απόληξή της, ίσως απλά αποτελώ την τελευταία εκπρόσωπο ενός κόσμου προ πολλού νεκρού και λησμονημένου, γραφική και απόμερη στην εξέλιξη μιας εποχής αλλότριας, ίσως εντέλει η ανθρωπιά και η αγάπη να έχουν ξεπουληθεί και μεταλλαχθεί κι αυτές σε κάτι πιο ευπώλητο, βρε αδερφέ, δεν θα περάσετε, κύριε!

Θα με σκοτώνετε και θα σβήνω γελώντας, θα με συνθλίβετε και θα τραγουδώ χαμογελαστή και θα σιγομουρμουρίζω εκείνα τα γλυκά λόγια από τα μαγικά βρεφικά μας τραγούδια που έκαναν την ψυχή να κοιμηθεί και να γλυκοχαθεί στον λατρευτό κόσμο του ονείρου. Δεν είναι όμορφη η μελωδία της ζωής και της αγάπης, κύριε; Δεν είναι ανυπέρβλητη η ένωσή σου με τα πρωταρχικά στοιχεία του Γαλαξία, κύριε; Δεν είναι μαγευτική η αίσθηση της γαλήνιας και της αιώνιας επιστροφής μας, κύριε; Δεν είναι υπέροχο να παραμένει κανείς Άνθρωπος, κύριε;

ΘΑΝΟΣ ΓΙΑΝΝΟΥΔΗΣ

Γιώργης Μανουσάκης, Οἱ κατακόμβες τοῦ Ἁγίου Καλλίστου

 

Ἐπιμέλεια Ἀγγελικῆς Καραθανάση-Μανουσάκη

Ἀπόγευμα. Ξεκινοῦμε μὲ τὸ λεωφορεῖο γιὰ μιὰ ἐπίσκεψη στὶς Κατακόμβες. Ἀκολουθοῦμε τὴν Ἀππία Ὁδό, τὸν πιὸ διάσημο ἀπὸ τοὺς μεγάλους ρωμαϊκοὺς δρόμους, ἔργο τοῦ τιμητῆ Ἄππιου Κλαύδιου Καίκου ποὺ τὴ διάνοιξε τὸ 312 π. Χ. γιὰ νὰ συνδέσει τὴ Ρώμη μὲ τὴν Καπύη. Ἀργότερα ὁ δρόμος ἐπεκτάθηκε ὣς τὸ Βρινδήσιο, τὸ σημερινὸ Μπρίντιζι, κι ἐξυπηρετοῦσε τόσο τοὺς ἐμπόρους ὅσο καὶ τὸ ρωμαϊκὸ στρατὸ στὶς γρήγορες μετακινήσεις του. Σὲ μερικὰ σημεῖα διατηρεῖ ἀκόμη τὴν ἐπίστρωση μὲ μεγάλες σκουρόχρωμες ἡφαιστειακὲς πλάκες μ’ ἀκανόνιστα σχήματα. Κατὰ μῆκος τῆς Ἀππίας Ὁδοῦ σταυρώθηκαν τὸ 71 π. Χ. οἱ ἕξι χιλιάδες ἐπαναστάτες δοῦλοι τοῦ Σπάρτακου.

Ἀπὸ τὸ λεωφορεῖο βλέπομε κάποιες ἐκκλησίες κοντὰ στὸ δρόμο. Κάποια ἀπ’ αὐτὲς πρέπει νά ’ναι ἡ Quo Vadis, Domine, χτισμένη ἐκεῖ πού, κατὰ τὴν παράδοση, ὁ Ἀπόστολος Πέτρος, φεύγοντας ἀπὸ τὴν πόλη τῶν Καισάρων, στὸν καιρὸ τῶν διωγμῶν τοῦ Νέρωνα, συνάντησε τὸ Χριστὸ καὶ τόνε ρώτησε «Ποῦ πηγαίνεις, Κύριε;». Κι ἐκεῖνος τοῦ ἀπάντησε: «Πηγαίνω στὴ Ρώμη, γιὰ νὰ ξανασταυρωθῶ». Κι ὁ πάντα εὐαίσθητος Πέτρος, γύρισε πίσω γιὰ νὰ ὑποστεῖ τὸ μαρτύριό του.

Κατεβαίνομε σὲ μιὰ μικρὴ πλατεία, ὅπου βρίσκονται σταματημένα κάμποσα τουριστικὰ λεωφορεῖα. Τὰ γκροὺπ ἔρχονται συγκροτημένα, παίρνουν τὸ καθένα τὸν ξεναγό του καὶ χάνονται. Ἐμεῖς περιμένομε. Εἴμαστε ἕξι Ἕλληνες –οἱ δυὸ Κύπριοι– κι ἤρθαμε χωρὶς ν’ ἀνήκομε σὲ καμιὰ μεγαλύτερη ὁμάδα. Ἕνας νεαρὸς μᾶς ρωτᾶ ἂν εἴμαστε Ἱσπανοί. Τοῦ ἀπαντοῦμε πὼς εἴμαστε Ἕλληνες. Μᾶς κάνει νόημα νὰ περιμένομε καὶ δὲ θ’ ἀργήσει. Ξανάρχεται μ’ ἕνα φορητὸ μαγνητόφωνο ὅπου κάποιος ἔχει ἠχογραφήσει τὴν ξενάγηση στὴ γλώσσα μας. Μπαίνει μπροστά, πατεῖ ἕνα κουμπὶ κι ἀρχίζει ἡ κάθοδος στὶς κατακόμβες τοῦ Ἁγίου Καλλίστου, ποὺ ἀποτελοῦν τὸ ἀρχαιότερο, τὸ μεγαλύτερο καὶ τὸ πιὸ γνωστὸ χριστιανικὸ κοιμητήριο τῆς Ρώμης.

Σύμφωνα μὲ τὴν ἀκέφαλη φωνὴ ποὺ προπορεύεται ὑ/πάρχουν ἐδῶ 170 χιλιάδες τάφοι, σὲ διαδρόμους μάκρους εἴκοσι χιλιομέτρων, σὲ πέντε ἐπάλληλα πατώματα. Χωρὶς νὰ λογαριάσομε τὶς ἄλλες κατακόμβες –τῆς Δομιτίλλας, τῆς Πρίσκιλλας, τοῦ Ἁγίου Σεβαστιανοῦ, τοῦ Πραιτεξτάτου, τῆς Via Latina… Οἱ κατακόμβες πῆραν τὸ ὄνομά τους ἀπὸ τὸν διάκονο Κάλλιστο, δοῦλο ἀπελεύθερο, ποὺ ὁ πάπας Ζεφυρίνος τὸν εἶχε διορίσει προϊστάμενο τοῦ κοιμητήριου. Ὅταν ἐκεῖνος ἔγινε πάπας, ἀπὸ τὸ 217 ὣς τὸ 222 μ. Χ., ἔβαλε κι ἄνοιξαν κι ἄλλους τάφους.

Ἔχομε κατεβεῖ στὸ δεύτερο ἐπίπεδο τῶν κατακομβῶν κι ἀρχίζομε νὰ νιώθομε τὴν ὑγρασία τοῦ ὑπόγειου χώρου. Ὁ διάδρομος ποὺ ἀκολουθοῦμε στρίβει πότε δεξιά, πότε ἀριστερά, συχνὰ διακλαδίζεται, ἔτσι ποὺ ἔχεις τὴν ἐντύπωση πὼς βαδίζεις σ’ ἕνα λαβύρινθο, ὅπου χωρὶς τὸν ὁδηγὸ θἀ χανόσουν. Οἱ διάδρομοι φωτίζονται κατὰ διαστήματα ἀπὸ μικροὺς προβολεῖς. Εἶναι στενοί, καὶ στὰ δυὸ τοιχώματά τους ἔχουν σκαλιστεῖ στὴ μαλακὴ πέτρα οἱ ὀρθογώνιοι ὁριζόντιοι τάφοι, οἱ loculi, σὲ μακριὲς σειρές, ὣς πέντε ὁ ἕνας πάνω ἀπὸ τὸν ἄλλο. Μοιάζουν σὰν ἔπιπλα ποὺ τοὺς ἔβγαλαν τὰ συρτάρια. Μιὰ ὁλόκληρη πόλη νεκρῶν κάτω ἀπὸ τὴ γῆ, μὲ τὶς πέτρινες πολυκατοικίες της. Κοιτάζεις ἀπὸ περιέργεια τὶς φωτιζόμενες θῆκες. Εἶν’ ἄδειες –τὸ πολὺ μὲ μιὰ χούφτα σκόνη στὸ βάθος τους.

Κατὰ διαστήματα οἱ διάδρομοι φαρδαίνουν καὶ παρεμβάλλονται τάφοι ποὺ ξεχωρίζουν. Εἶναι μεγαλύτεροι μὲ μιὰ καμάρα ἀπὸ πάνω τους: τὰ arcosolia. Κάποτε διακρίνονται παραστάσεις ζωγραφισμένες πάνω ἀπὸ τὴν ἁψίδα, ὅπως στὸν τάφο τῶν Πέντε Ἁγίων: Πέντε ἀνθρώπινες μορφές, ἀρκετὰ φθαρμένες ἀπὸ τὸ χρόνο καὶ τὴν ὑγρασία, ὄρθιες, μὲ τὰ χέρια ἀνοιχτὰ στὰ πλάγια, σὲ στάση δέησης. Μιὰ τέχνη λίγων χρωμάτων κι ἁπλῶν γραμμῶν, συγκινητικὴ στὴν ἀφέλειά της. Μὲ κάποια προσπάθεια μπορεῖς νὰ διαβάσεις καὶ τὰ ὀνόματα πάνω ἀπὸ τὰ κεφάλια τους, ποὺ εἶν’ ὅλα ἑλληνικά, ἂς εἶναι γραμμένα μὲ λατινικοὺς χαρακτῆρες: DIONYSIA, NEMESIOS, PROCOPIOS, ELIODORA, ZOE, ARCADIA.

Μπροστὰ ἀπὸ τὴν καμάρα τοῦ τάφου τοῦ διάκονου Severus εἶναι στημένη σὲ μιὰ βάση μιὰ μαρμάρινη πλάκα μὲ πυκνὰ γράμματα. Γράφει πὼς ὁ κληρικὸς τοῦτος μὲ ἐξουσιοδότηση τοῦ πάπα Μαρκελλίνου (296-304), εἶχε στὴ διάθεσή του ἕνα διπλὸ cubiculum (νεκρικὸ θάλαμο), μὲ ἕνα arcosolium καὶ ἕνα φεγγίτη, γιὰ νὰ ἐξυπηρετεῖ ὡς τάφος τὸν ἑαυτό του καὶ τὴν οἰκογένειά του. Στὴ συνέχεια ἡ ἐπιγραφὴ ὑπαινίσσεται τὴν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν. Ἡ νέα Severa θὰ κεῖται σ’ αὐτὸν τὸν οἶκο τῆς εἰρήνης ἕως ὅτου ὁ Κύριος ἐπαναφέρει στὸ σῶμα της τὴν ἀθάνατον ψυχήν της.

Στὴν κρύπτη τῆς Ἁγίας Καικιλίας, στὸ βαθούλωμα τοῦ τάφου ἔχει τοποθετηθεῖ ἕνα ἀντίγραφο τοῦ ἀγάλματός της, ἔργου τοῦ γλύπτη Μαντέρνο. Στὸ πρώτο ἀντίκρυσμά του ξαφνιάζεσαι σὰ νὰ βρῆκες μπροστά σου τὸ πραγματικὸ σῶμα ἑνὸς νεκροῦ. Ἡ νεαρὴ Ρωμαία ποὺ πέθανε ἀπὸ τὰ βασανιστήρια, ὅπως κι ὁ μνηστήρας της, τὸ 230 μ. Χ. στὸ διωγμὸ τοῦ αὐτοκράτορα Ἀλέξανδρου Σεβήρου, εἶναι ξαπλωμένη στὸ δεξὶ πλευρό, μὲ τὰ δυὸ χέρια σὰ δεμένα μπροστά, καὶ τὸ πρόσωπο γυρισμένο πρὸς τὸ ἔδαφος. Ἕνα ἀνθρώπινο σῶμα ποὺ μοιάζει νὰ κοιμᾶται. Χωρὶς συγκεκριμένο πρόσωπο, σὰ νὰ συμβολίζει ὅλους τοὺς μάρτυρες τούτης τῆς ὑπόγειας πολιτείας.

Στὸν τοῖχο εἶναι ζωγραφισμένο τὸν 7ο αἰώνα τὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, στὸν γνωστὸ μὲ τὰ μακριὰ μαλλιά, τὰ γένια καὶ τὸ φωτοστέφανο τύπο. Μπροστά του εἶναι τοποθετημένο ἕνα μικρὸ τραπέζι μὲ δυὸ κηροπήγια κι ἕναν χάλκινο Ἐσταυρωμένο.

Σὲ κάποιο σημεῖο τῶν κατακομβῶν εἶναι λαξευμένο ἕνα εὐρύχωρο παρεκκλήσι, ποὺ ἠ θολωτὴ στέγη κι οἱ δυὸ μακρὲς πλευρές του εἶναι χτισμένες μὲ ρωμαϊκὰ τοῦβλα. Τὸ δάπεδο εἶναι πλακόστρωτο καὶ στὰ πλάγια ἔχει μαρμάρινους κορινθιακοὺς κίονες μὲ λεπτὲς στριφτὲς ραβδώσεις. Ἐδῶ εἶναι θαμμένοι ἐννιὰ πάπες τοῦ 3ου αἰώνα, μερικοὶ ἀπὸ τοὺς ὁποίους θανατώθηκαν κατὰ τοὺς διωγμούς. Εἶναι μὲ τὴ σειρὰ τῆς ἀρχαιότητάς τους ὁ Ποντιανός (230-235), ὁ Ἀντέρως (236), ὁ Φαβιανός (236-250), ὁ Λούκιος (253-254), ὁ Στέφανος ὁ Α’(254-257), ὁ Σίξτος ὁ Β΄ (257-259), ὁ Διονύσιος (259-268), ὁ Φέλιξ (269-274) κι ὁ Εὐτυχιανός (275-283). (Δὲν πρέπει, βέβαια, νὰ ξεχνοῦμε πὼς οἱ πάπες ἐκείνων τῶν χρόνων δὲν ἤτανε παρὰ ἁπλοὶ ἐπίσκοποι τῆς Ρώμης). Μπροστὰ ἀπὸ τοὺς τάφους των τοὺς λαξευμένους στοὺς τοίχους κρέμονται ἁπλὰ καντήλια.

Στὴν κρύπτη τῆς Λουκίνας διατηρεῖται ἀρκετὰ καλὰ ἡ νωπογραφία ἑνὸς Καλοῦ Ποιμένος ζωγραφισμένου μὲ καστανὸ καὶ κίτρινο χρῶμα. Μὲ τὸ ἕνα του χέρι κρατᾶ μπροστὰ ἀπὸ τὸ στῆθος του τὰ πόδια τοῦ ἀρνιοῦ καὶ μὲ τ’ ἄλλο ἕναν κάδο. Δυὸ πρόβατα στέκονται δεξιὰ κι ἀριστερά του.

Σ’ ἕναν ἄλλο τοῖχο, ποὺ ὁ ἄσπρος σουβᾶς του ἔχει πέσει κατὰ ἕνα μεγάλο μέρος, εἰκονίζεται τὸ Εὐχαριστιακὸ Δεῖπνο. Στὸ ἡμικυκλικὸ τραπέζι κάθονται ἑφτὰ ἀνθρώπινες φιγοῦρες, ὅμοιες ἡ μιὰ μὲ τὴν ἄλλη, ἐνῶ στὶς δυὸ μεριὲς τῆς τράπεζας εἶναι ἀκουμπισμένα χάμω δέκα μεγάλα καλάθια μὲ ψωμιά.

Στὴ σπασμένη πλάκα ἑνὸς τάφου εἶναι χαραγμένο τὸ μονόγραμμα . Τοῦτο τὸ ἁπλό, ἄτεχνο σημάδι, εἶναι πιὸ συγκινητικὸ κι ἀπὸ τὶς σχεδὸν παιδικὲς κάποτε τοιχογραφίες. Ἐκφράζει τόση πίστη, τόση βεβαιότητα. Φαντάζομαι τὸν λιθοξόο νὰ χτυπᾶ μὲ τὴ σμίλη ὥρα τὸ μάρμαρο γιὰ νὰ σκαλίσει τοῦτες τὶς τρεῖς διασταυρούμενες εὐθεῖες μὲ τὸ μικρὸ  κύκλο στὴν ἄκρη τῆς μεσιανῆς. Δὲν ἐχάραζε δυὸ γράμματα, ἔθετε τὴ σφραγίδα τοῦ ἴδιου τοῦ Χριστοῦ, ποὺ γι’ αὐτὸν ἴσως μαρτύρησε ὁ «κεκοιμημένος». Ὁ Θεὸς ὑπόγραφε μὲ τὸ χέρι του ὅτι ὁ νεκρὸς παραδόθηκε στὴν αἰωνιότητα. Ἀσφαλισμένο τὸ σῶμα του στὸ κοίλωμα τοῦ τοίχου περιμένει τὸν ἦχο τῆς σάλπιγγος.

ΓΙΩΡΓΗΣ ΜΑΝΟΥΣΑΚΗΣ

 

Σ.τ.Ε.: Τὸ κείμενο προέρχεται ἀπὸ τὶς σελίδες 279-285 τοῦ Α΄ τόμου τοῦ ἀνέκδοτου δίτομου χειρόγραφου  (πρώτης γραφής, με μικρές διορθώσεις) βιβλίου τοῦ συγγραφέα μὲ τὶς ταξιδιωτικὲς ἐντυπώσεις ἀπὸ δύο ταξίδια μας στὴν Ἰταλία μὲ πλοῖο καὶ πούλμαν τὰ καλοκαίρια τοῦ 1987 καὶ τοῦ 1996· ἄρχισε νὰ τὶς γράφει τὸ καλοκαίρι τοῦ 1997 σὲ λυτὰ φύλλα (σχήματος Α5). Ὁ Α΄ τόμος (φύλλα-σελίδες 367) περιλαμβάνει ἐντυπώσεις ἀπὸ Ἀγκώνα, Ρίμινι, Ραβέννα, Μέστρε, Βενετία, Μπολώνια, Φλωρεντία, Ρώμη καὶ ὁ Β΄ τόμος (φύλλα-σελίδες 261) ἀπὸ τὴν Κάτω Ἰταλία: Καλαβρία, Μεγάλη Ἑλλάδα, Σικελία, Νάπολη, Πομπηΐα, Κάπρι.

 

Το συμφέρον λοιπόν βρίσκεται παντού;

 

της ΑΓΓΕΛΙΚΗΣ ΚΑΡΑΘΑΝΑΣΗ

Απόσπασμα μυθιστορηματικής βιογραφίας [1]

Η Ελισάβετ απόρησε με το μεγάλο πλήθος που είχαν καλέσει οι Χιλλ στη  χριστουγεννιάτικη γιορτή της Σχολής τους· κυριολεκτικά το αδιαχώρητο. Πήρε το μάτι της τον άγγλο πρέσβη να αγορεύει στο κέντρο μιας συντροφιάς, ενώ η σύζυγός του τον κοίταζε με θαυμασμό. «Μακάρι κι εγώ να κάνω σήμερα μια ανοιχτή συζήτηση μαζί του για την τρέχουσα πολιτική κατάσταση που αναστατώνει την Αθήνα αλλά και για το μέλλον τής…» δεν πρόλαβε να αποτελειώσει την ευχή και της φάνηκε πως λίγο πιο μακριά, σε άλλη παρέα, είδε τον Ρίτσαρντ· προχώρησε διακριτικά λίγα βήματα μπροστά, για να σιγουρευτεί· δεν είχε κάνει λάθος, αυτός ήταν. Δεν το περίμενε, δεν ήταν προετοιμασμένη. Η καρδιά της άρχισε να κτυπά δυνατά, ένιωθε πως θα σπάσει.

Η επιμελώς κρυμμένη προσμονή της για μια τυχαία έστω συνάντηση μαζί του γινόταν ανέλπιστα πραγματικότητα. Σαν αστραπή έλαμψε στη μνήμη της η πρώτη φορά που είχε συναντήσει σε δεξίωση τον ωραίο, αεράτο κι ελκυστικό, νεαρό άμισθο  ακόλουθο της βρετανικής πρεσβείας. Συναντήθηκαν μετά και σ’ άλλες δεξιώσεις. Γλυκομίλητος ήταν πάντα στις συζητήσεις τους που στρέφονταν σε θέματα της τρέχουσας πολιτικής, χωρίς να λείπουν και τα προσωπικά, κυρίως γύρω από τα παιδικά χρόνια τους, της προσφυγιάς εκείνη, των σπουδών εκείνος· χρόνια που, όπως ισχυρίζονταν κι οι δυο, διαμόρφωσαν το μέλλον τους, που έγινε παρόν.

Καθώς τον παρατηρούσε από μακριά θυμήθηκε την ιστορία που της είχε κάποτε διηγηθεί. Ο πατέρας του, πλοίαρχος του πολεμικού ναυτικού, τον προόριζε για τα καράβια και μόλις έκλεισε τα δώδεκα τον πήρε μαζί του ναυτόπουλο να τον προετοιμάσει ως δόκιμο αξιωματικό. Σχεδόν αυτολεξεί ξεπήδησαν από τη μνήμη της τα λόγια του Ρίτσαρντ και το έντονο ύφος με το οποίο τότε τα είχε ξεστομίσει: «Όμως εγώ δεν ήμουν γεννημένος για ναυτικός· απεχθανόμουν τη σκληρή δουλειά στο καράβι, κι ας γινόμουν ακόμη και πλοίαρχος, όπως ο πατέρας μου· δεν με γοήτευε ούτε η θάλασσα ούτε τα καράβια ούτε οι ναυμαχίες. Ήθελα να σπουδάσω». Και κατάφερε να γυρίσει πίσω και να φοιτήσει στο ονομαστό κολέγιο Christ Church της Οξφόρδης.

«Και να τος ακόμη εδώ, δίπλα στον πρέσβη πατέρα του, τον αξιότιμο Έντμοντ Λάιονς! Σίγουρα θα είναι ενθουσιασμένος, που κάνει μια ιδανική πρακτική στη διπλωματία» σκέφτηκε η Ελισάβετ. Και διαθέτει τα καλύτερα προσόντα, γνώσεις, ξένες γλώσσες και πάνω από όλα εργατικότητα, άψογη συμπεριφορά, προσήνεια, έμφυτη ευγένεια και φιλοδοξία ανόδου.

Τον θαύμαζε και τον ζήλευε για την υπομονή και την επιμονή του να μην υποτάσσεται εύκολα στα σχέδια που έκαναν άλλοι για το δικό του μέλλον κι ας ήταν αυτοί οι άλλοι ο πατέρας του. «Τέτοια αγωνιστικότητα κι επιμονή θέλω να έχω κι εγώ για τα δικά μου σχέδια, για το δικό μου μέλλον…» ευχόταν μυστικά, όταν αστραπιαία διασταυρώθηκαν τα βλέμματά τους. Τον είδε ν’ αφήνει την παρέα του και να πλησιάζει προς το μέρος της· ήταν το μόνο που ανομολόγητα ήθελε να συμβεί, κι ας ένιωθε άβολα με το καυτό αιμάτινο κύμα που κατάλαβε πως άρχισε να πυρπολεί το πρόσωπό της.

Στάθηκε απέναντί της χαμογελαστός, τής τράβηξε το δεξί χέρι, το φίλησε με εγγλέζικη ευγένεια και της είπε με αεράτο ύφος:

—Χρόνια πολλά, χαριεστάτη δεσποινίς Ελισάβετ. Ο Θεός να σας ευλογεί. Νόμιζα δεν θα επιστρέφατε ποτέ εις τας Αθήνας. Λείψατε από όλους μας.

—Ευχαριστώ που δεν με ξεχάσατε, είπε εκείνη ντροπαλά και νιώθοντας τις παρειές της να φλέγονται, απέφυγε να τον κοιτάξει στα μάτια· δεν ήθελε να προδώσει το ισχυρό σκίρτημα της καρδιάς της.

Εκείνος όμως εννόησε την πηγή του προδοτικού κόκκινου χρώματος στο χλομό πρόσωπο που θυμόταν και της πρόσφερε έτοιμη τη δικαιολογία:

—Κάνει πολύ κρύο σήμερα και φυσάει δυνατός ψυχρός αέρας·  το βλέπω στο πρόσωπό σας. Να προσέχετε μην αρρωστήσετε. Γιατί όμως μείνατε τόσα χρόνια στα Χανιά; Φαντάζομαι θα περνούσατε καλά στον τόπο σας.

—Όχι, καλά δεν πέρασα. Κατέβηκα για λίγο να τακτοποιήσουμε κάποια οικογενειακά περιουσιακά θέματα με τον αδελφό μου και τη μητέρα μου κι έμεινα πέντε χρόνια.

—Μου φάνηκαν περισσότερα… Ας είναι· δεν ξέρω αν έχετε πληροφορηθεί ότι μετά την αναχώρησή σας έγινα μόνιμος έμμισθος ακόλουθος της βρετανικής πρεσβείας εδώ, θέση τελείως ανεξάρτητη από τη θέση του πατέρα μου και, καθώς καταλαβαίνετε, στόχος μου είναι να ενισχύσω εδώ το κύρος της χώρας μου.

—Σας συγχαίρω ειλικρινά. Το αξίζετε, έχετε  όλα τα προσόντα κι η άριστη γνώση σας των ελληνικών και των γαλλικών δεν θα πάει χαμένη· εύχομαι να πετύχετε, του είπε με τυπική ευγένεια, χωρίς να μπορεί να εκδηλώσει τη χαρά της, όχι για την προαγωγή του, αλλά που τον ξανάβλεπε. «Αχ, πότε τέλος πάντων θα απαλλαγώ από αυτήν την αιδώ, που γίνεται φραγμός στην εξωτερίκευση των συναισθημάτων μου;» παραπονιόταν μυστικά στον εαυτό της, ενώ η αόρατη φλόγα συνέχιζε το έργο της στις παρειές της, όσο εκείνος συνέχιζε να της μιλεί.

—Θα ήθελα, αγαπητή μου Ελισάβετ της Κρήτης, να σας φανώ χρήσιμος. Λόγω της θέσης μου με ενδιαφέρουν τα προβλήματα των υπηκόων του ελληνικού βασιλείου, που υπήρξαν κάποτε υποτελείς της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Αν δεν σας φανώ αδιάκριτος, πείτε μου περισσότερα για την περίπτωσή σας.

—Δεν θέλω να σας υποχρεώνω με δικά μου θέματα…

—Μην ανησυχείτε, αγαπητή μου, η δική σας περίπτωση είναι ιδιωτική, δεν θα θίξει δα και το συμφέρον της Βρετανίας… (περισσότερα…)

Άγνωστος

 

της ΕΛΕΝΗΣ ΧΑΪΜΑΝΗ

Χαζέψαμε πολλές φορές την υποκρισία, τη φριχτή υποκρισία σκλάβων και υποταγμένων, οι οποίοι είχαν ταχθεί στην απασχόληση της ψυχαγωγίας των ανθρώπων.

Κούκλες μελαγχολικές, μακάβριες, είχαν κάνει το ανθρώπινο κοινό να πιστεύει ότι είχαν κάποιο είδος κοσμοθεωρίας που παρουσίαζαν στον οποιονδήποτε. Δεν θελήσαμε να τους χαλάσουμε το όνειρο στο οποίο ζούσαν· άλλωστε οι ίδιοι εμείς αφήσαμε να πιστέψουν ότι τους βλέπαμε σαν το νερό που βγαίνει από την έρημο. Εμείς ψάχναμε τους ανθρώπους.

Αυτούς που θα πήγαιναν μπροστά στα μάτια μας κεντρίζοντάς μας με την βελόνα της Τέχνης τους. Ήταν καιρός για σκέψη και περισυλλογή κι αν οι άλλοι ψάχνανε στην αμμουδιά νομίσματα, βότσαλα, κοχύλια, ξύλα λιωμένα μες στο κύμα και σίδερα των καραβιών, αυτοί τίποτα! Μόνο καθώς μπαίνανε μέσα της· σε μια ματιά, της δώσανε ολόκληρη την ψυχή τους, που παρουσιαζόταν στον οποιονδήποτε, σαν άσειστο κι αδιάβατο βουνό φτιαγμένο από γρανίτη.

Και θα ’ταν σαν απολύτρωση, μια αίσθηση ευτυχίας, λες και θα ’χε εκπληρωθεί το πιο βαρύ απέναντι στον ίδιο τους τον εαυτό καθήκον, βρισκόμενοι έτοιμοι, βέβαιοι χωρίς τον δισταγμό και κύριοι της στιγμής τους χωρίς την παραμικρή ενόχληση για το όνομά τους, το αυθεντικά λαϊκό.

Ποτέ, κάποιος που ξέρει την τέχνη του δεν θ’ άφηνε να δουν το ξεμάγεμα του κόσμου, την κατάλυση του μυστηρίου και του θαύματος· και αν ο κόσμος θέλησε να διασκευαστούν ξανά τα αισθήματα για να τα ξαναδεί σε άλλη φόρμα, εύκολη, παλιές του συγκινήσεις, ήταν γιατί είχε μάθει στην επικαιρότητα ενός πανηγυριού και τούτο τον ξαλάφρωνε.

Η ομορφιά, όμως, που δεν ανήκει σε καιρό, που είναι μια κι αιώνια – αχ! πόσα θα δίναμε κι εμείς για να την ακολουθήσουμε από κοντά γιατί άλλο χρέος δεν μάθαμε παρά το χρέος της ομορφιάς και της μεταποίησης, αφού πάντα ήμασταν παραπονούμενοι και διψασμένοι για ομορφιά τόσο, που ψάχναμε μέχρι και στ’ άσχημα για να την βρούμε, μάθαμε πως η ομορφιά είναι μια…

Ψάχναμε αυτούς που ανακάλυψαν την διάσπαση των ατόμων και λευτέρωσαν την γιγάντια και καταστροφική δύναμή τους καιρό προτού η επιστήμη ανακαλύψει την διάσπαση των ατόμων του ουρανίου! Θα διέβλεπαν κάτω από το από το βάθος τους τον τραγικό σπαραγμό των τρομοκρατημένων που θ’ αγωνιζόταν με χιλιάδες τρόπους κρυφούς να βροντοφωνάξουν στον κόσμο απαγορευμένες αλήθειες.

Το λιγότερο θα ήταν πολύ παρηγορητικά τα χειροκροτήματα μας έστω κι αν ήταν αραιότατα, θα πει πως δεν συγκινούμασταν μονάχα με τις φάρσες μα νιώθαμε αρκετά βαθιά τον εαυτό τους, τον αυθεντικό τους χώρο με τις σκιαγραφήσεις, τους οραματισμούς, τις παραστάσεις που προβάλλουν από μέσα, όπως κάποια οστρακόδερμα δημιουργούν το περίβλημά τους από τις εσωτερικές εκκρίσεις τους.

Οι νέες μορφές φτιαγμένες από ρινίσματα, ημιτόνια κι αποχρώσεις που γκρέμισαν όλη την ύπαρξη την συμμετρική με τις ευγενικές γραμμές, χωρίς επίδειξη, χωρίς προκλητικότητα και λέξεις, θα μας τύφλωνε για λίγο όπως θα κοιτούσαμε ψηλά να βρούμε ήλιο.

Ο αυριανός κόσμος είναι κόσμος σκληρός, ένας κόσμος φτιαγμένος από μπετόν-αρμέ και γεμάτος δορυφόρους, που δεν θα φέρνει τίποτε πάνω του, παρά μονάχα τα θλιβερά ίχνη από κούκλες μακάβριες και μελαγχολικές.

Το να στρογγυλεύεις τον λόγο σου κατέληξε αδυναμία μπροστά στις μηχανές και τα κουμπιά τους κι όσοι θελήσαμε κι είχαμε τ’ όνειρο να κάνουμε τέσσερα βήματα έξω απ’ τον πλανήτη για να δούμε τι επιτέλους συμβαίνει έξω από ’δω, μας είπανε τρελούς, ονειροπόλους. Όχι με σκάφανδρο πειρατικό, κλεμμένο, όχι με διαστημόπλοια σαν αστροναύτες αλλά τέσσερα βήματα πιο έξω από την στέρεα γη, σαν τον Χριστό που περπάτησε έξω απ’ την στεριά, δίχως να πέσει μέσα ή να πνιγεί, τουλάχιστον αυτό μας είπαν να πιστέψουμε. Και το πιστέψαμε λες και εξαρτιόταν απ’ αυτό ολόκληρη η ζωή μας.

ΕΛΕΝΗ ΧΑΪΜΑΝΗ

 

 

Γκόττφρηντ Μπεν, Η αγαπημένη ξένη

 

μετάφραση ΚΩΣΤΑ ΑΝΔΡΟΥΛΙΔΑΚΗ

Η αγαπημένη ξένη

Ο πατέρας μου ήταν ευαγγελικός ιερέας, ο πατέρας του επίσης. Πρόσφατα (1933), σε ένα δοκίμιο στο περιοδικό Εβδομάδα, σκιαγράφησα το ιδιάζον κληρονομικό περιβάλλον της οικογένειας των  ευαγγελικών κληρικών. Ιδιάζον όχι μόνο επειδή χάρισε στατιστικά στη Γερμανία, στους περασμένους τρεις αιώνες, τα κατά πολύ περισσότερα μεγάλα της τέκνα, δηλαδή, όπως απέδειξε ο Σούλτε, πάνω από το 50 τοις εκατό, αλλά επειδή επρόκειτο για ένα εντελώς συγκεκριμένο είδος χαρισμάτων που παρήγαγε κληρονομικά η οικογένεια των κληρικών και που εκδηλώθηκε στα τέκνα της. Ήταν ο συνδυασμός εκείνος των νοητικών και ποιητικών χαρισμάτων που είναι τόσο χαρακτηριστικός για την γερμανική πνευματική ζωή, και δεν παρουσιάζεται με τη μορφή αυτή σε κανέναν άλλο λαό. Αν θέλει κανείς να θυμηθεί ονόματα, ας σκεφτεί τον Νίτσε, τον Σέλλινγκ, τον Λέσσινγκ, τον Βήλαντ, τους αδελφούς Σλέγκελ, τον Ζαν Πάουλ. Σύμφωνα με τις έρευνες του Κρέτσμερ, του θεμελιακού ερευνητή για το γερμανικό κληρονομικό υλικό, στις παλιές οικογένειες των παστόρων και των λογίων καλλιεργούνταν μια ορισμένη, σταθερή κατεύθυνση των χαρισμάτων και μια επιλογή, η οποία γινόταν επί αιώνες σχεδόν μόνο υπό το ανθρωπιστικό (ουμανιστικό) πρίσμα και η οποία ανέπτυσσε επιλεκτικά τις γλωσσικές και λογικά αφαιρετικές ικανότητες.

Σε αυτό το κληρονομικό περιβάλλον έφερε η μητέρα μου εκατό τοις εκατό ανόθευτο, ρωμανικό αίμα που δεν είχε διασταυρωθεί ποτέ με άλλες φυλές. Καταγόταν από ένα μικρό μέρος της γαλλικής Ελβετίας, κοντά στα σύνορα με τη Γαλλία, που ονομαζόταν Fleurier, στα βουνά του Ιούρα. Εκεί είχε γεννηθεί και είχε μεγαλώσει, από μια παλιά, ρωμανική, ντόπια οικογένεια, ήρθε στα είκοσί της χρόνια για πρώτη φορά στη Γερμανία. Ως εκ τούτου μιλούσε τη γερμανική γλώσσα πάντα με ξενική προφορά, ορισμένες γερμανικές λέξεις δεν έλεγαν σε όλη της τη ζωή να της πετύχουν, και νανούριζε τα πολλά της παιδιά με γαλλικά τραγούδια. Ένα τραγούδι άρχιζε, το θυμούμαι καθαρά: «les cloches sonnent, lair en rayonne» – ένα δημοτικό τραγούδι, δυστυχώς δεν θυμούμαι πια πώς συνέχιζε, αλλά θα ήθελα πολύ να ξέρω αν το τραγουδά ακόμη κάποιος στον κόσμο και πού.

Η μητέρα μου μας διηγούνταν πολλά για την πατρίδα της, σε μας τους βόρειους Γερμανούς, για τα βουνά της. Αφάνταστα φωτεινή, γεμάτη με ακτίνες που δεν τέλειωναν ποτέ, έβλεπα πάντα το τοπίο της, όταν μιλούσε γι’ αυτήν. Μια ιστορία από τα παιδικά της χρόνια, αλλά βέβαια μια δυσάρεστη, με εντυπωσίαζε πάντα. Αναφερόταν στον Γενάρη του 1871, η στρατιά του Bourbaki είχε νικηθεί και πέρασε στο ελβετικό έδαφος. Η διάβαση έγινε κοντά στο Fleurier. Οι μονάδες αφοπλίστηκαν και περνούσαν τώρα, νικημένες, παγωμένες και πεινασμένες από τα παραμεθόρια μέρη και τις τάιζαν στους δρόμους. Η μητέρα μου στεκόταν μαζί με τις αδελφές της μπροστά στο σπίτι τους, δίπλα σε μεγάλες χύτρες με αχνιστή σούπα με μπιζέλια και μοίραζε στους στρατιώτες που περνούσαν, φαγητό στις καραβάνες τους. Για πολλές μέρες περνούσαν οι μονάδες από τα ξημερώματα μέχρι τη νύχτα. Όταν έπεφτε το σκοτάδι, οι στρατιώτες πλησίαζαν στα σπίτια, αναζητούσαν εκεί προστασία και κοιμούνταν στις σκάλες. Το πρωί καθάριζαν η μητέρα μου και οι αδελφές της την ακαθαρσία, τα ράκη, τα ζωύφια από τα σκαλοπάτια. Τεράστια εντύπωση για μας τα παιδιά από αυτή την αλλόκοτη πορεία των πεινασμένων και πληγωμένων στρατιωτών! Μακριά από τον πόλεμο και μακριά από τα βουνά εκείνα ακούγαμε ξανά και ξανά την ιστορία αυτή.

Η μητέρα μου δεν ξαναείδε ύστερα από τον γάμο της την πατρίδα της, είμαστε πολλά αδέλφια, και η κατάσταση δεν το επέτρεπε. Χάρισε στη νέα της πατρίδα έξι γιους, από τους οποίους πήγαν πέντε στον πόλεμο, στον άλλο, τον δεύτερο (τον Πρώτο Παγκόσμιο), όχι τον πόλεμο του [στρατηγού] Bourbaki. Αλλά πρωτύτερα κιόλας υποχρεωθήκαμε να την αποχωριστούμε και να την θάψομε στη γη της Βόρειας Γερμανίας, κι όμως η ανάμνηση γι’ αυτήν, την πάνω από όλα αγαπημένη και πιστή μητέρα, εξακολουθεί να ζει στα παιδιά της, η ανάμνηση γι’ αυτήν, την πατρίδα της, τα βουνά της, τα τραγούδια της.

Gottfried Benn, „Die liebe Fremde“ (1933), Prosa und Autobiographie, επιμέλεια Bruno Hillebrand, S. Fischer, Φραγκφούρτη 1984, σ. 303-4.
Μετάφραση Κώστας Ανδρουλιδάκης

 

Αρχή του παραμυθιού, καλησπέρα σας!

της ΠΑΓΩΝΑΣ ΞΕΝΑΚΗ

Λοιπόν που λέτε, έστεκε κι έστεκε εκεί δα στο μουσείο, κάτω απ’ τις βενέτικες αψίδες, μια χωμάτινη Ταναγραία.

Χρόνια και χρόνια ήτονε θαμμένη στο μούσκιο, στη πηχτή μελάσα της λάσπης, σ’ ένα χέρσο χωραφάκι κεντώντας με τις ώχρινες κλωστές μιας ρίζας.
Μήπως δα, κι’ εκείνη σα κοπέλα, δεν ήθελε να βγει στους εφτά ήλιους ντουρντισμένη με το πήλινο πτυχωτό φουστανάκι της;
Να δει, να τη δουν, να διαλέξει ανάμεσα σ’ αυτούς που θα τη διαλέξουν…
Έτσι είν’ αυτά, μη ντρέπεστε, έτσι είν’ η ζωή.

Μα ήρθαν καιροί και σαν τη βρήκαν οι εργάτες (θάχει να το παινεύεται), της φέρθηκαν καθώς αρμόζει σε μια κυρία.
Θυμάται πώς αφέθηκε φιλάρεσκα πάνω στις αγορίστικες παλάμες τους κι αυτοί, τί την ένιψαν, τί της σάρωσαν τα χώματα με καστορένιο βουρτσάκι, τί τη θαύμασαν:
Φτού! φτού!… μη μου άπτου, την είχαν σας λέγω.

Και τώρα, εδώ στο μουσείο μιας μικρούτσικης πόλης, με μια απαλή υπόκλιση, παίζει ολημερίς με τα σπασμένα όστρακα της προθήκης.
Από το τοξωτό το παραθύρι, σκαρφαλώνει και στραφταλίζει ένα απαλότατο φωσάκι.
Ώρες ώρες πάλι, ένα ψαλιδισμένο αέρι.
Καμιά φορά, στα φυσερά τα κρύα, γλιστρά έστω λίγη βροχή…
Δόξα σοι ο Θεός.

Ένα χινόπωρο ήταν θυμάμαι, που μπήκε λαχανιασμένο σα πολυάσχολος δικηγόρος ένα φτερούδι και τη ρίπισε απαλά. Τι να ήθελε; τι της είπε; Δε ρώτησα.

Άκουγε απ’ όξω τη βοή της πόλης και τις τσιρίδες των παιδιών που έσβηναν καθώς λιγοθυμούσε η μέρα κι έπειτα τις νύχτες πια, έβλεπε το πυκνότατο μαύρο πίσω από τα σιδερένια κάγκελα που έμοιαζαν τώρα σα φουρκέτες σε στιλπνά μαλλιά.
Κι η νύχτα η ελεούσα με την ευρύχωρη καρδιά, πάντα της πέταγε από τη τιάρα της ένα μικρό πετράδι κ’ αυτό, γκλον!, κατρακυλούσε πάνω στο πάγκο με τα ρωμαικά νομίσματα.
Κι έτσι, όμορφα όμορφα, πέρναγε ο καιρός.

Μα σας το λέγω από τα πριν, να κάνετε κι εσείς το κουμάντο σας:
Τούτο δω το παραμύθι, δεν έχει περιπέτειες, δράκους , βουνά και λόγγους, τίποτα δεν έχει.
Όλα αυτά, θέλουν το χρόνο να τρέχει σαν υφαντή κορδέλα στον αργαλειό της μοίρας, μα εδώ στο μουσείο ο χρόνος είναι στεκάμενος.
Τα αγάλματα θυμούνται βέβαια, αναχαράζουν, μα έχουν πολλά να θυμηθούν δε θέλουν άλλα. Όχι.

Όμως η Ταναγραία μας, δεν είναι σα τ’ άλλα αγάλματα. Όταν τη έπλασαν και την έβαλαν στο καμίνι να ψηθεί, τότε μια μικρή φωτίτσα γλίστρησε και φώλιασε για πάντα στη ψυχή της.
Κι έτσι, όλα αυτά γύρω της, της φαίνονται σαν τίποτα. Τι είναι άλλωστε;
Σκόνες του αγέρα, αγάλματα, αγάλματα και φαφούτικα ψηφιδωτά.

Αντίκρυ της όμως –βάι μανούλα μου– άραζε τεμπέλικα πάνω σε ψαθωτή καρέκλα, ολοζώντανος ο φύλακας του μουσείου….
Πεσίχαρος ήτονε κι ακόμη πιο χαρούμενος σαν έμπαιναν επισκέπτες και σοφοί περιηγητές από ξένες χώρες.
Τα μεσημέρια, τον έκανε χάζι που προσφάιζε ορεξάτα ό,τι τούβανε η μάνα του στο σεφερτάσι: ψωμάκι, τελεμέ, σαρμαδάκια (ανάλογα το βρισκάμενο ) και πάντα, πάντα στο τέλος , δρόσιζε και μοσχομύριζε τα χειλάκια του, ροκανίζοντας ένα άλικο μήλο.

Τις νύχτες, σαν τον έπαιρνε ο ύπνος στη καρέκλα του, μπορούσε πια να τον μελετά ώρες και ώρες με την ησυχία της.
Τότε, το λεπίδι του φεγγαριού κυλούσε απαλά και χάδευε για μια στιγμή τα μάγουλά του, λες και ήθελε να του ξουρίσει τ’ ανάρια γένια.
Της φαίνοταν απαράλλαχτος μ’ αυτό το κεφαλάκι στη μεσιανή ροζέτα του δαπέδου.
Άχ… ευτυχώς δε λες καλύτερα, που δεν έφερνε σ’ αυτόν τον ακατάδεχτο τον Ερμή, που είναι τόσο ξάσπρος και μάργαρος κι αρμονικός σα λεπτοδουλεμένο σαπουνάκι.
Ά πα…πα…

Ο φύλακάς μας, ήτανε καμωμένος μελαχροινάκι, κομμάτι χλωμός σα σιμιγδαλόπιτα και καθώς κοιμόταν, μια μικρούτσικη σταγόνα σάλιου λαμπίριζε άκρη άκρη στα μισάνοιχτα χείλη του. Αυτό, έκανε τη Ταναγραία να τον αγαπά περισσότερο.

Όποια, όποια αποκοτιά κι αν έκανε ο φύλακας, η Ταναγραία σπάραζε, τρανταζόταν από τα γέλια πάνω στον άξονα που στήριζε το ραγισμένο κορμί της : «αχ…Παναία μου….σε καλό να μας βγει…!»
Προσπαθούσε τότε να του φωνάξει στα ψέματα: « είσαι βλάκας, δε σ’ έχω φίλο μου!» ή να του πει στην αλήθεια χίλια δυο, μα οι άνθρωποι δεν ακούνε τις φωνές των αγαλμάτων.
Άρχιζε τότε από πείσμα, να πιλατεύει τον καημένο τον μπρούτζινο ρωμαίο λεγεωνάριο:
Έι ψιτ… Ρωμαίε, γιατί νάσαι ο Ρωμαίος! Αρνήσου το πατέρα σου! Άλλαξε το όνομά σου!
Κι αν δε μπορείς, ορκίσου μου πολύ πως μ’ αγαπάς κι εγώ δε θάμαι άλλο πια κόρη του Καπουλέττου…
Χα… χα… και δός του γέλια…
Μα ο ρωμαίος ήτανε πικρός, δεν ήξερε από τέτοια. «Ά… όλα κι όλα… ένα κι ένα κάνουν δύο».
Άλλως τε ποιος ξέρει, ποιο ματωμένο σπαθί δεν στέγνωσε ποτέ στο θηκάρι της ψυχής του.

Τέλος η Ταναγραία νύσταζε πια, έγερνε το κεφάλι με το περίτεχνο μυτερό καπελάκι και κοιμόταν κι’ αυτή να φρεσκαριστεί. Ες αύριον τα σπουδαία .

Έτσι λοιπόν, πέρναγε ο καιρός και ένα πρωί, η Ταναγραία άκουσε πως δυο πολιτείες κι ας είναι πολύ μακριά η μια απ’ την άλλη, μπορούνε λέει να γίνουν αδερφάδες, να αλλάξουν τα παιχνίδια τους, πλαγγόνες, αγάλματα λογής λογής, να τα δει κιάλλος κόσμος και κοσμάκης, να θαυμάσει, να μορφωθεί.

Κι έτσι, ένα άλλο πρωί –Δευτέρα αξέχαστη– δίχως να τη ρωτήσουν αν ήθελε ή δεν ήθελε, την έσυραν απ’ το γυάλινο κιόσκι της και την απίθωσαν απαλά σ’ ένα κουτί.
Απ’ τη γραμμή της χαραμάδας, στη στενή φρίζα από λυπημένο φως, έβλεπε πια μόνο το χέρι…ψαχ το χεράκι… του φύλακα, άπραγο, ακουμπισμένο στο γόνυ του.
Μετά πάλι, μήτε κι’ αυτό…
Κι ακόμα, όμως πολύ αργότερα,, ένοιωσε να κυλά στη γαστέρα της ο σάλος της θάλασσας.
Ζαλίστηκε πολύ, πικραχείλησε, μα τι να κάμει; Έγειρε να κοιμηθεί.

Ονειρεύτηκε τότες, παλιά ζαμάνια, χρόνια λησμονημένα, κεντίδια απ’ τις ριζοκλωνιές, τα εργόχειρα, τα αρχαία προυκιά της.
Ένοιωσε, πως κάθε μέρα της ζωής μας είναι μια λέξη μονάχα γραμμένη σε γυάλινη σελίδα.
Τι να πει μια λέξη μοναχή της;
Σαν τελειώσουν οι σελίδες, τις ενώνουμε σ’ ένα μικρό πάκο, το βάνουμε στο φως και να!
Αυτή είναι η ιστορία μας.

Μέρες, μέρες αργότερα στην αδερφάδα πόλη ανοίξανε με χτυποκάρδι τα νιοφερμένα κουτιά.
Ά! να τος ο Ερμής με το κηρύκειο… αλάβωτά του!
Να κι ο ρωμαίος, κοτζαμάν είδωλο με τη γάνα, τη χλόινη σκουριά στ’ απανωχείλι του!
Να και τα ψηφιδωτά απ’ το Καστέλι…
Μα τούτη δω τη κούτα τι τη φέρανε; μια δράκα χώμα έχει μόνο, άργιλος είναι; πηλός της λίμνης;

Ποιος το ξέρει.

ΠΑΓΩΝΑ ΞΕΝΑΚΗ

Η εικονογράφηση είναι από έργο της συγγραφέως.

Γιώργης Μανουσάκης, Δύο πλατεῖες τῆς Ρώμης

 

Ἐπιμέλεια Ἀγγελικῆς Καραθανάση-Μανουσάκη

Τὸ κείμενο ποὺ ἀκολουθεῖ εἶναι μικρὸ ἀπόσπασμα (σελίδες χειρογράφου 341-348) ἀπὸ ἀνέκδοτο δίτομο χειρόγραφο βιβλίο ταξιδιωτικῶν ἐντυπώσεων τοῦ Γιώργη Μανουσάκη, ποὺ ἄρχισε νὰ γράφει τὸ καλοκαίρι τοῦ 1997, μετὰ τὰ δύο ταξίδια μας στὴν Ἰταλία (μὲ πλοῖο καὶ πούλμαν) τὰ καλοκαίρια τοῦ 1987 καὶ τοῦ 1996. Ὁ πρῶτος χειρόγραφος τόμος (σελίδες 367, σχήματος Α5) περιλαμβάνει ἐντυπώσεις ἀπὸ Ἀγκώνα, Ρίμινι, Ραβέννα, Μέστρε, Βενετία, Μπολώνια, Φλωρεντία, Ρώμη. Ὁ δεύτερος τόμος (σελίδες 261, σχήματος Α5) περιλαμβάνει ἐντυπώσεις ἀπὸ τὴν Κάτω Ἰταλία: Καλαβρία, Μεγάλη Ἑλλάδα, Σικελία, Νάπολη, Πομπηΐα, Κάπρι. Ὁ τίτλος τῆς παρούσας δημοσίευσης εἶναι τῆς ἐπιμελήτριας.

⸟  ⸞  ⸟

 

ΓΙΩΡΓΗΣ ΜΑΝΟΥΣΑΚΗΣ

Δύο πλατεῖες τῆς Ρώμης

 

Ἡ Piazza di Spagna, μιὰ πλατεία σχετικὰ μικρὴ χωρὶς τίποτα τὸ ξεχωριστό, σοῦ χαρίζει τὴ μοναδικὴ θέα τῆς Scalinata, ποὺ στὴν κορφή της ὑψώνεται ἡ ἐκκλησία τῆς Trinita dei Monti. Εἶναι καλοκαίρι καὶ λείπουν οἱ γλάστρες μὲ τὰ κόκκινα καὶ κίτρινα λουλούδια. Ἡ φαρδιὰ σκάλα ἀνεβαίνει γυμνὴ κι ἀστόλιστη. Κοντοστέκεται στὰ τρία κεφαλόσκαλα, χωρίζεται σὲ δυό, σμίγει στὸν πρῶτο ἐξώστη μὲ τὰ κολονάκια γιὰ νὰ ξαναχωριστεῖ μπροστὰ στὸν τοῖχο μὲ τὸν ὀβελίσκο κι ἀγκαλιάζοντας τὴν πλατειούλα, ποὺ σχηματίζεται μπροστὰ καὶ χαμηλότερα ἀπὸ τὴν ἐκκλησία, συνεχίζει τὴν ἄνοδο, ὥσπου νὰ ἑνωθοῦν οἱ δυὸ βραχίονές της ὁριστικὰ μπροστὰ στὴν εἴσοδο τοῦ ναοῦ. Ἡ κλίμακα μὲ τὰ διάφορα ἐπίπεδά της, πλαισιωμένη ἀπὸ παλιὰ χτήρια, μὲ τὰ δίδυμα καμπαναριά τῆς Trinita dei Monti νὰ προβάλλεται στὸν οὐρανό, σχηματίζει μιὰ γοητευτικὴ σκηνογραφία. Δὲν εἶναι παράξενο ποὺ τόσοι ντόπιοι καὶ ξένοι ἀνεβαίνουν καὶ κατεβαίνουν ἀδιάκοπα, σταματοῦνε στοὺς ἐξῶστες ν’ ἀπολαύσουν τὴ θέα ἢ κάθονται στὰ σκαλοπάτια νὰ ξεκουραστοῦν. Ἀπὸ ’δῶ δὲν περνοῦν αὐτοκίνητα κι ὅλος ὁ χῶρος ἀνήκει στοὺς περιπατητές.

Μ’ ὅλο ποὺ ἡ ἐκκλησία χτίστηκε τὸ 1495 γιὰ τοὺς Γάλλους καθολικοὺς τῆς Ρώμης, ἔπειτα ἀπὸ ἐντολὴ τοῦ βασιλιᾶ τῆς Γαλλίας Καρόλου τοῦ Ζ΄, κι ἡ Scaleria ἔγινε τὸ 1723 ἀπὸ τὸ Γάλλο πρεσβευτὴ ποὺ δαπάνησε καὶ τ’ ἀνάλογα χρήματα, ἡ πλατεία πῆρε τ’ ὄνομά της ἀπὸ τὸ Palazzo di Spagna ποὺ οἰκοδομήθηκε τὸ 17ο αἰώνα στὴ νοτιοδυτικὴ γωνιά της καὶ στέγασε τὴν ἱσπανικὴ πρεσβεία.

Ἡ περιοχὴ τῆς Πλατείας ἤτανε παλιότερα τόπος συγκεντρώσεων καὶ διαμονῆς ποιητῶν καὶ καλλιτεχνῶν. Ἐδῶ γύρω κατοικήσανε κατὰ καιροὺς ὁ Ροῦμπενς, ὀ Μπάυρον, ὁ Τέννυσον, ὁ Λίστ, ὁ Βάγκνερ, ὁ Μπαλζάκ, ὁ Σταντάλ. Σ’ ἕνα σπίτι, δεξιὰ τῆς σκάλας πέθανε ὁ Τζὸν Κὴτς τὸ 1821 στὰ εἰκοσιέξι του χρόνια. Τὸν τραβοῦσε κι αὐτὸν ἡ γοητεία τῆς Μεσογείου, ὅπως καὶ τοὺς δυὸ ἄλλους κορυφαίους ἄγγλους ρομαντικούς, τὸν Μπάυρον καὶ τὸν Σέλλεϋ, ποὺ ἀφήσανε τὴν τελευταία  πνοή τους στὴν Ἑλλάδα καὶ στὴν Ἰταλία. Γιὰ τὸν Κὴτς συνέτρεχε κι ἕνας πρόσθετος λόγος. Ἀναζητοῦσε τὸ μεσογειακὸ ἥλιο, μήπως καὶ γιατρευτεῖ ἀπὸ τὴ φυματίωση ποὺ ἔπασχε. Ἔμεινε στὸ σπίτι τοῦ φίλου του Τζόζεφ Σέβερν, χωρὶς νὰ μπορεῖ νὰ χαρεῖ τὶς ὀμορφιὲς τῆς Ρώμης. Εἶχε συναίσθηση τῆς κατάστασής του ὅταν ἔλεγε: «Ζῶ μιὰ μεταθανάτια ζωὴ καὶ νιώθω κιόλας τὰ λουλούδια νὰ φυτρώνουν ἀπὸ πάνω μου». (περισσότερα…)