ΝΠ | Αφηγήματα

Ειρήνη Καλτσά, Το κουτί με τις μοναξιές και άλλες ιστορίες

 *

ΤΟ ΚΟΥΤΙ ΜΕ ΤΙΣ ΜΟΝΑΞΙΕΣ

Όταν τρύπωσα στο σκοτεινό κουτί με τις μοναξιές, ο χώρος μού φάνηκε στενός. Παράξενο, σκέφτηκα. Ποιος άλλος είναι εδώ και πιάνει χώρο; Δε βλέπω μήτε ακούω κανέναν. Αυτό είναι το δικό μου κουτί. Κι αν πάλι είναι κάποιος άλλος δίπλα μου, τότε δεν μπορεί αυτό να είναι το κουτί της μοναξιάς.

Η σκέψη δε μ’ άφηνε να ησυχάσω. Το πήρα απόφαση να βγω έξω από το κουτί να λύσω τον γρίφο. Με δυσκολία μπορούσα να κινηθώ, καθώς σκόνταφτα πάνω στις τέσσερις πλευρές μες στο σκοτάδι. Όσο κι αν έψαξα, άνοιγμα δεν κατάφερα να βρω. Δεν έμενε άλλη λύση παρά να σκάψω με τα νύχια μου κι αν χρειαστεί να τρυπήσω με τα δόντια μου μια πλευρά. Διάλεξα μια στα σκοτεινά. Μες στο κουτί της μοναξιάς όλες οι πλευρές είναι ίδιες.

Έσκαβα και δάγκωνα όλη μέρα. Τα νύχια μου γέμισαν κονίαμα της σιωπής, το στόμα μου κατάπινε το ξύλο της απουσίας. Ώσπου κατάφερα και άνοιξα μια τρύπα τόση όση χωρούσε το κεφάλι μου. Σκοτάδι υπήρχε κι απ’ την άλλη πλευρά.

Προχώρησα ψηλαφιστά και βρήκα κι άλλο κουτί. Απελπισία με κατέλαβε στην αρχή. Όμως, σε λίγο άρχισα να σκάβω κι άλλο. Να βγω απ’ το δεύτερο κουτί. Κι ύστερα βρήκα κι άλλο κι άλλο. (περισσότερα…)

Περιπλανώμενο προσφυγάκι: Ναύπλιο, Άργος, Σύρα

*

της ΑΓΓΕΛΙΚΗΣ ΚΑΡΑΘΑΝΑΣΗ

Η Ελισάβετ Β. Κονταξάκη, αμφιλεγόμενη διανοούμενη του 19ου αιώνα από την Κρήτη, έδρασε στην Αθήνα και θαυμάστηκε από Έλληνες και ξένους ως «κόσμημα του έθνους της». Όταν ώριμη επέστρεψε στην πατρίδα της, μισήθηκε με πάθος, λόγω της τουρκοφιλίας της. Πέθανε περιφρονημένη, μόνη και πάμπτωχη στην Κωνσταντινούπολη. Η επίσημη ελληνική Ιστορία την έχει αγνοήσει και διαγράψει. Με τη μυθιστορηματική βιογραφία της επιχειρώ, με βάση τις πηγές, να την προσεγγίσω ως ιστορικό πρόσωπο και ως άνθρωπο και να εξηγήσω, ή τουλάχιστον να καταλάβω, την όψιμη τουρκοφιλία της.

Η αγγλίδα Φλωρεντία Ναϊτινγκέηλ (η γνωστή νοσηλεύτρια κατά τον κριμαϊκό πόλεμο), την άνοιξη του 1850 έρχεται στην Αθήνα, επισκέπτεται τη σχολή των Χιλλ, όπου συναντιέται με τη συνομήλική της Ελισάβετ και συνδέονται με στενή φιλία. Στο προηγούμενο κεφάλαιο, κατά τη διάρκεια περιπάτου στον λόφο  του Κολωνού, τον Μάιο του 1850, η Ελισάβετ αφηγήθηκε στη συνομήλικη αγγλίδα φίλη της Φλωρεντία Ναϊτινγκέηλ τα δεινά του προσφυγικού ταξιδιού από το λιμανάκι του Λουτρού της νοτιοδυτικής Κρήτης μέχρι το κάστρο της Μονεμβασιάς, Πάσχα του 1824.

Στο σημερινό κεφάλαιο οι δυο φίλες βρίσκονται ακόμη μέσα στο εκκλησάκι της Αγίας Ελεούσας στον Κολωνό, όπου είχαν καταφύγει λόγω της ανοιξιάτικης μπόρας· η Ελισάβετ συνεχίζει να εξιστορεί τα δεινά της ατέλειωτης περιπλάνησης των προσφύγων από τη Μονεμβασιά μέχρι τη Σύρο, όπου θα ζήσει ως παιδί. (Α.Κ.)

~.~

— Είχε περάσει ο μισός Απρίλιος, Φλωρεντία, κι εμείς ήμασταν ακόμη στη Μονεμβασιά· ανεπιθύμητοι. Οι δημογέροντας παραπονέθηκαν επίσημα στην «Ὑπερτάτη Διοίκηση» ότι «ήλθον δύο φορές τα καράβια και ξεμπαρκάρησαν εδώ πάνω από δέκα χιλιάδες ψυχές Κρητικών, οι οποίοι είναι γυμνοί και τετραχηλισμένοι· και δεν ηξεύρομεν πώς θέλουν οικονομηθεί». Τελικά η Διοίκηση αποφάσισε να μεταφερθούμε οι περισσότεροι σε άλλα μέρη της Πελοποννήσου και λίγοι σε νησιά των Κυκλάδων.

— Εσείς που πήγατε,  Ελισάβετ; ρώτησε η Φλωρεντία.

— Αρχικά στο Ναύπλιο. Πώς φτάσαμε ως εκεί μη ρωτάς, δεν θυμούμαι… έχει διαγραφεί από τη μνήμη μου εκείνη η περιπέτεια. Η μητέρα μου δεν ήθελε να μιλάει για εκείνες τις πικρές μέρες του ταξιδιού· στο τέλος είχαμε χάσει και τον αδελφό μου, κανείς δεν ήξερε να πει πού μπορεί να βρισκόταν. Ξυπνήσαμε ένα πρωί κι ήταν άφαντος. Το καραβάνι ξεκίναγε, η μάνα μου έκλαιγε για τον Νικόλα μας, έκλαιγα κι εγώ μαζί της. Φύγαμε δίχως του, με την ελπίδα ότι κάπου θα τονε βρούμε… (περισσότερα…)

Κωνσταντίνος Δομηνίκ, Η φωνή του Θεού

*

Στον Γιάννη Πούλιο

Το πώς έγινε και άκουσε τη φωνή του Θεού ο Νίκος ο Βρούντος καθώς κοντοστεκόταν έξω από τον παλιό, πετρόχτιστο ναό του Αϊ Γιώργη, πάνω στη Μπάρα, αποτελεί —τουλάχιστον για τους παλιούς— άλλο ένα λογικό μυστήριο. Κι αυτό εξαιτίας του ναού, που, ιδρυθείς το 1898 από Ηπειρώτες, μάλλον, μάστορες —ακόμα φαίνονται οι αινιγματικές επιγραφές και τα παράξενα σύμβολα τους πάνω στις πέτρινες καμάρες— διατηρεί, μέχρι και σήμερα, μια σκοτεινή αίγλη. Είναι κανονικό άντρο θαυμάτων. Άλλωστε, το Άγιο Βήμα, υπογείως, θρέφεται ακατάπαυστα από θαυματουργό νερό —αγιονέρι— που ανεβαίνει και εκβάλλει σε μια κρήνη, στα πλαϊνά του ναού, κάτω απ’ τον βραχνά μιας πανύψηλης βάγιας. (περισσότερα…)

Βαρλάμ Σαλάμοφ, Η ανάσταση της λάρικας

*

Αναδρομές : Μια στήλη του ΝΠ αφιερωμένη σε αξιομνημόνευτες στιγμές της ελληνικής και ξένης λογοτεχνίας.

*

Η ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΛΑΡΙΚΑΣ

Είμαστε δεισιδαίμονες. Απαιτούμε θαύματα. Επινοούμε για τον εαυτό μας σύμβολα και ζούμε με τα σύμβολα αυτά.

Ο άνθρωπος στον Αρκτικό Βορρά αναζητάει διέξοδο για τη συναισθηματικότητά του, που δεν καταστράφηκε, δεν δηλητηριάστηκε ολόκληρες δεκαετίες στην Κολιμά. Ο άνθρωπος στέλνει αεροπορικώς δέμα: δεν είναι βιβλία, ούτε φωτογραφίες, ούτε ποιήματα, αλλά ένα κλαράκι λάρικας, ένα νεκρό κλαράκι μιας ζωντανής φύσης.

Αυτό το παράξενο δώρο, ξεραμένο, ραπισμένο από τους αέρηδες των αεροπλάνων, μαραμένο, τσαλακωμένο στο ταχυδρομικό βαγόνι, ανοιχτό-καστανό, σκληρό, ροζιασμένο βόρειο κλαράκι βόρειου δέντρου, το βάζουν στο νερό.

Το τοποθετούν σε ένα γυάλινο βαζάκι από κονσέρβα, γεμάτο με κάκιστο, χλωριωμένο, αποστειρωμένο μοσχοβίτικο νερό της βρύσης, νερό που ίσως ευχαρίστως θα ξέραινε κάθε τι ζωντανό, μοσχοβίτικο, πεθαμένο νερό της βρύσης.

Η λάρικα είναι κάτι πιο σοβαρό από τα λουλούδια. Στο δωμάτιο αυτό υπάρχουν πολλά λουλούδια, πολύχρωμα λουλούδια. Εδώ βάζουν μπουκέτα αγριοκερασιάς ή μπουκέτα πασχαλιάς σε καυτό νερό, ξεχωρίζουν τα κλωνάρια και τα βουτάνε σε βραστό νερό.

Η λάρικα ζει σε κρύο νερό, ελαφρώς χλιαρό. Η λάρικα ζούσε πιο κοντά στο ποτάμι Τσιόρναγια από ό,τι όλα αυτά τα λουλούδια, όλα αυτά τα κλωνάρια της αγριοκερασιάς και της πασχαλιάς. (περισσότερα…)

Το ταξίδι της προσφυγιάς

*

της ΑΓΓΕΛΙΚΗΣ ΚΑΡΑΘΑΝΑΣΗ

Σημείωση της συγγραφέως: Η Ελισάβετ Β. Κονταξάκη, αμφιλεγόμενη διανοούμενη του 19ου αιώνα από την Κρήτη, έδρασε στην Αθήνα και θαυμάστηκε από Έλληνες και ξένους ως «κόσμημα του έθνους της». Όταν ώριμη επέστρεψε στην πατρίδα της, μισήθηκε με πάθος, λόγω της τουρκοφιλίας της. Πέθανε περιφρονημένη, μόνη και πάμπτωχη στην Κωνσταντινούπολη. Η επίσημη ελληνική Ιστορία την έχει αγνοήσει και διαγράψει. Με τη μυθιστορηματική βιογραφία της επιχειρώ, με βάση τις πηγές, να την προσεγγίσω ως ιστορικό πρόσωπο και ως άνθρωπο και να εξηγήσω, ή τουλάχιστον να καταλάβω, την όψιμη τουρκοφιλία της.

Η αγγλίδα Φλωρεντία Ναϊτινγκέηλ, (η γνωστή νοσηλεύτρια κατά τον κριμαϊκό πόλεμο), την άνοιξη του 1850 έρχεται στην Αθήνα, επισκέπτεται τη σχολή των Χιλλ, όπου συναντιέται με τη συνομήλική της Ελισάβετ και συνδέονται με στενή φιλία. Στο προηγούμενο κεφάλαιο η Ελισάβετ εξιστόρησε στη Φλωρεντία τα παιδικά βιώματά της από τα δεινά τής τουρκικής σκλαβιάς, της επανάστασης του 1821 και της συνακόλουθης καταφυγής των γυναικόπαιδων, και της ίδιας, στα σφακιανά βουνά, για να σωθούν. Στο κεφάλαιο αυτό η Ελισάβετ συνεχίζει την εξιστόρηση των δεινών κατά το περιπετειώδες ταξίδι σωτηρίας από ένα λιμανάκι της νοτιοδυτικής Κρήτης μέχρι το κάστρο της Μονεμβασιάς. Το Πάσχα του 1824 άρχιζε η επώδυνη ζωή της προσφυγιάς.

***

Οι δύο φίλες περπατούσαν με γοργό βήμα να προλάβουν ν’ ανέβουν στον λόφο του Κολωνού, πριν ξεσπάσει η μπόρα. Ξαφνικά ο ουρανός σκοτείνιασε περισσότερο, τα σύννεφα κατέβαιναν κι εκείνες σχεδόν έτρεχαν. Όταν αντίκρισαν το ψηλό μνημείο στον λόφο, λαχανιασμένη η Ελισάβετ είπε:

— Ήμουν στην Αθήνα, όταν μάθαμε ότι πέθανε ξαφνικά ο σοφός γερμανός αρχαιολόγος Κάρολος Μύλλερ· ήταν θυμούμαι καλοκαίρι πριν από δέκα χρόνια. Είχε έλθει στην Ελλάδα για αρχαιολογικές περιηγήσεις και έρευνες, αλλά μετά από λίγους μήνες τον έριξε κάτω η ζέστη, η κόπωση κι ο πυρετός. Η ιδέα να ταφεί εδώ και να ανεγερθεί το μνημείο που θα δούμε ήταν των καθηγητών του πανεπιστημίου, που ανέλαβαν και τη δαπάνη του. Τον έθαψε ο ιερέας του παλατιού, παρουσίᾳ πλήθους κόσμου…

— Σε παρακαλώ, Ελισάβετ,  πάμε πιο γρήγορα, πριν αρχίζει να βρέχει πιο δυνατά,  θέλω να δω οπωσδήποτε το μνημείο.

Άνοιξαν το βήμα τους κι ανέβηκαν στον μικρό λόφο· έμειναν σιωπηλές να κοιτάζουν τον τάφο και το μνημείο. (περισσότερα…)

Κωνσταντίνος-Δομηνίκ Πιπίλης, Πέρα απ’ τον τρούλο

*

Πέρα απ’ τον τρούλο

Να την πάλι ‒ τυλιγμένη με την αρκτική γούνα της, παρατηρεί απ’ το πλατάνι της πλατείας, απέναντι, τα κενά παράθυρα του Αϊ-Δημήτρη να αλυχτούν σαν μαύρες κουκουβάγιες. Δεκέμβρης και φυσά με έναν αέρα όλο υπόνοιες. Κι όπως βλέπει κάποια στιγμή, τον παπά-Ζήση μαζί με τους δυο ψάλτες, τον κυρ-Θόδωρο και τον Γιάννη τον Μάκα, να φεύγουν παραπαίοντας απ’ τον ναό, νιώθει μέσα της, ενστικτωδώς, να τη βαραίνει ο προαιώνιος φόρτος: ότι οφείλει να κουβαλά τη μοναξιά σαν ευθύνη. Ενώ τους είχε πάρει στο κατόπι προηγουμένως, καθώς φεύγανε από το σπίτι του παπά-Ζήση, όπου συνήθιζαν οι τρεις τους να κοινωνούν με τσίπουρο κι έντερα γουρουνιού, γεμιστά με συκωτάκια, τη λεγόμενη μπαμπόρα. (περισσότερα…)

Ελένη Χαϊμάνη, Η Λενιώ

*

Σηκώθηκε με κόπο απ’ το ντιβάνι, ακούγοντας τα κόκκαλα της να τρίβονται κάτω απ’ το γερασμένο της πετσί. Το σήκωσε πιέζοντας το, ανάμεσα στa δυο δάχτυλα, αντίχειρα και δείχτη, και όταν το άφησε, αυτό άργησε πολύ να επιστρέψει στην αρχική του θέση. Τα γεμάτα φολίδες απ’ την ξηροδερμία καλάμια της, πονούσαν μες στο κρύο, παρότι κοιμόταν αποβραδίς με τις μάλλινές της κάλτσες.

Η καλύβα ήταν κρύα, χειμώνας καιρός και δίπλα στη θάλασσα ήταν πολύ βαρύ να το αντέξει. Κι όμως, έμαθε να ζει σ’ εκείνες τις συνθήκες, και η αποδοχή της πραγματικότητας, της έκανε καλό. Νίφτηκε με κρύο νερό στο πρόσωπο και έσφιξε τα δόντια. Περνώντας απ’ το μικρό χολ απέναντι από την κεντρική πόρτα, κοίταξε τον εαυτό της στον καθρέφτη. Κωμικό πρόσωπο πάντοτε, ο Πειρασμός κι ο Διάβολος. Τα γαλανά της μάτια ήταν το μόνο νεανικό σημάδι που έφερνε απάνω της. Μεγάλα, με μια στραβή γωνία πως τα κάτω είχαν την δύναμη να τρομάξουν τον κάθε ατρόμητο που την έβλεπε. Κάνοντας να φύγει, να φτιάξει τον καφέ της, είδε στο πλάι την σηκωμένη της καμπούρα, σα κόκκαλο που έβγαινε με βία από τη βάση του κορμού και προσπαθούσε χαζά να το καλύψει με τα βαμβακερά μαλλιά της. Τα χώριζε πάντοτε στη μέση, αυστηρά, και τα χτένιζε με μανία μέχρι κάτω και αυτά κατέληγαν σαν μια ουρά στην βάση της καμπούρας. Είχε περισσότερο το φως μιας μούσας, παρά μιας χάριτος. Ήταν, ομολογώ, μάλλον άσχημη παρά ωραία στο πρόσωπο. (περισσότερα…)

Εξομολογήσεις της Κολλέτ

*

Η Colette υπήρξε πόρνη της Μασσαλίας στη διάρκεια του Μεσοπολέμου. Τα γραπτά της συλλέχθηκαν από τους αστυνομικούς που τη βρήκαν στραγγαλισμένη στο κρεβάτι της, την Άνοιξη του 1922. Ο δολοφόνος της δεν αποκαλύφθηκε ποτέ.

*

…Δεν ξεχνώ το βλέμμα των ανδρών που κοιτώντας με εισχωρούνε μέσα μου.

Έμαθα να το εκτιμώ πάντα περισσότερο από τα κλειστά βλέφαρα άλλων που ούτε για λίγο δεν μου αποκαλύπτουν γυμνή και την ψυχή τους.

Εκθέτω όσο μπορώ το αιδοίο και τον πρωκτό μου στην απόλυτή τους διάκριση. Βαστάω τα πόδια μου ανοιχτά για νά ’ρθουν κοντά μου, βαθιά μες στο κορμί μου, όσο πιο πολύ γίνεται, να δω το πρόσωπο με τους σπασμούς των μυών γύρω απ’ το στόμα, το μέτωπο και τα φρύδια, τα μάτια τους.

Μάτια άλλοτε λαμπερά, υγρά απ’ τη συγκίνηση, άλλοτε θολά από μέθη ή λαγνεία, κάποιες φορές κόκκινα, φλογερά, τρομακτικά που κρύβαν βία. Ματιές γεμάτες πόθο, χαρά, έπαρση κατακτητή ή θηρευτή που μόλις κατέβαλε το θήραμα του και το απολαμβάνει. Ματιές απροσπέλαστες ανθρώπου που βλέπει όραμα σε έκσταση βακχική και το βλέμμα του δεν εστιάζει πουθενά αλλού από τον δικό του κόσμο. Μάτια τρυφερά, χαρούμενα, μάτια σκληρά, μάτια τρελά, μάτια γεμάτα υποτίμηση ίσως κι αηδία, αδιάφορα μάτια.

Τους παρατηρώ καθώς η ανάσα τους βαραίνει, τα ρουθούνια τους διευρύνονται, μια κοκκινίλα απλώνεται στο πρόσωπο και το λαιμό τους, κουβέντες ακαταλαβίστικες βγαίνουν από τα χείλη τους που ξέρω πως συνήθως δεν με αφορούν. Ο ρυθμός της διείσδυσής τους επιταχύνεται όσο πλησιάζουν στην κορύφωση. Απολαμβάνω τότε να έρχομαι ακόμα πιο κοντά αυξάνοντας τον ερεθισμό τους. Θέλω να νοιώσω και τα σκληρά τους χέρια στο λαιμό και τα μάγουλά μου, θέλω να γευτώ τον ιδρώτα, το σάλιο και το χνώτο τους και τότε τους κοιτώ ίσια στα μάτια προσπαθώντας να μπω μέσα τους πιο βαθιά απ’ ό,τι εκείνοι σε μένα.

Σπάνια κρατούν τα μάτια ανοιχτά ως το τέλος. Οι περισσότεροι σαν πλησιάζουν στην κορυφαία στιγμή κλείνουν τα βλέφαρα σφιχτά και με έναν σπασμό στο πρόσωπο τελειώνουν. Όταν πάλι ανοίξουν τα βλέφαρά τους είναι ξανά άλλοι άνθρωποι. Σε άλλη διάσταση εκστασιάζονται, βακχεύουν και σε άλλη ζούνε την καθημερινή τους τη ζωή. Αυτό για μένα είναι γνώση και εμπειρία ανεκτίμητη.

Σε εκείνους ωστόσο που με κοιτούν αδιάκοπα ως το τέλος, τους θαρραλέους που δε φοβούνται –όποια προαίρεση φωτεινή ή σκοτεινή κι αν έχουν– να αφήσουν τη ψυχή τους να φανεί και να ενωθεί μαζί μου, σε εκείνους χαρίζω εγώ τον οργασμό μου. Σ’ αυτούς που ξέρουν τα ένστικτά τους και δε τα κρύβουν. Σ’ αυτούς που δεν λογοδοτούν για τον πόθο, τη λαγνεία, την όποια τους επιθυμία. Με αυτούς αφήνομαι, με αυτούς ταξιδεύω, χάνομαι και πια δεν τους παρατηρώ. Ακολουθώ το ρυθμό τους, εγκαταλείπω κάθε μου άμυνα, κλείνω τα μάτια και μαζί τους τελειώνω.

Α.Χ.

*

*

Ε. Μύρων, Εφτάρες και άλλα πεζά

*

Εφτάρες

Μόλις γύρισα σπίτι τσέκαρα την αλληλογραφία μου. Πρώτο απ’ όλα άνοιξα το e-mail από το νηπιαγωγείο της κομητείας Χωρίς Όνομα. Τα παιδιά της κομητείας μού είχαν απαντήσει πως επιτέλους βρήκαν τον τρόπο να φτιάξουν μια βόμβα από παραμύθι. Κάλλιο αργά παρά ποτέ, σκέφτηκα – αυτή η φράση, όμως, είναι πιο πανούργα απ’ όσο νομίζετε, γιατί, κρυφίως, μεταμόρφωσε τους ανεμοστρόβιλους που είχα κρύψει στο πατάρι σε ανεμιστηράκια που δουλεύουν με μια μπαταρία ΑΑ.

Σηκώθηκα αμέσως και βγήκα στο μπαλκόνι. Με τα χέρια θαμμένα στις τσέπες του παντελονιού μου κοίταξα απέναντι, την ψηλότερη πολυκατοικία της οδού Ακτοφυλακής. Εκεί είχε νοικιάσει κάποτε μια γκαρσονιέρα, άρτι αφιχθείς από το Παρίσι, ο νεαρός ζωγράφος Χούκερ Μπουργκουντί. Όμως με το που τακτοποιήθηκε ο Μπουργκουντί και άρχισε να ζωγραφίζει, η πολυκατοικία ένιωσε μια αδιαθεσία: τα ανατομικά μαξιλάρια των υπολοίπων ενοίκων σκλήρυναν, τα έπιπλα χόρευαν πυρρίχιο, οι τοίχοι είχαν γεμίσει κοκκινίλες, τα ταβάνια ίδρωσαν γιατί υπέφεραν από υψοφοβία, οι πόρτες άνοιγαν μόνο από μέσα, τα παράθυρα είχαν κολλήσει και ένα αίσθημα καύσου κυκλοφορούσε στους σωλήνες κεντρικής θέρμανσης, (τα κοινόχρηστα, ως είθισται σε τέτοιες περιπτώσεις, εκμεταλλεύτηκαν την κατάσταση και αισχροκέρδιζαν μοσχοπουλώντας τις νύχτες αλλοιωμένη ασφάλεια). Η επίσημη διάγνωση ήταν αναφυλαξία. Ως μέρος της φυσιολογικής ανοσοποιητικής αντίδρασης παρήχθησαν ειδικοί μηχανισμοί ναυτίας οι οποίοι απέβαλλαν τον εισβολέα. Ο Μπουργκουντί μετά από περιπλανήσεις και κακουχίες, (φαντάζεστε πόσο δύσκολο είναι να βρει κανείς μια περιοχή που παίζει κρυφτούλι με τον χάρτη…), έφτασε στην κομητεία Χωρίς Όνομα. Εκεί εντάχθηκε στους Συντηρητές Oυράνιων Tόξων. (περισσότερα…)

«Καλλιά  να ιδώ το αίμα μου στη γη να κοκκινίσει…»

*

της ΑΓΓΕΛΙΚΗΣ ΚΑΡΑΘΑΝΑΣΗ

Σημείωση της συγγραφέως: Η Ελισάβετ Β. Κονταξάκη, αμφιλεγόμενη διανοούμενη του 19ου αιώνα από την Κρήτη, έδρασε στην Αθήνα και θαυμάστηκε από Έλληνες και ξένους ως «κόσμημα του έθνους της». Όταν ώριμη επέστρεψε στην πατρίδα της, μισήθηκε με πάθος, λόγω της τουρκοφιλίας της. Πέθανε περιφρονημένη, μόνη και πάμπτωχη στην Κωνσταντινούπολη. Η επίσημη ελληνική Ιστορία την έχει αγνοήσει και διαγράψει. Με τη μυθιστορηματική βιογραφία της επιχειρώ, με βάση τις πηγές, να την προσεγγίσω ως ιστορικό πρόσωπο και ως άνθρωπο και να εξηγήσω, ή τουλάχιστον να καταλάβω, την όψιμη τουρκοφιλία της.

Η Αγγλίδα Φλωρεντία Ναϊτινγκέηλ, (η γνωστή  νοσηλεύτρια κατά τον Κριμαϊκό Πόλεμο, βλ. φωτογραφία πιο πάνω), την άνοιξη του 1850 έρχεται στην Αθήνα, επισκέπτεται τη σχολή των Χιλλ, όπου συναντιέται με τη συνομήλική της Ελισάβετ και συνδέονται με  στενή φιλία. Στο κεφάλαιο που ακολουθεί η Ελισάβετ εξιστορεί στη Φλωρεντία τα παιδικά βιώματά της από τα δεινά τής τουρκικής σκλαβιάς και της επανάστασης του 1821.

***

Οι δυο φίλες πήραν τον δρόμο για την Ακαδημία του Πλάτωνος και τον λόφο του Ίππιου Κολωνού. Η απόσταση δεν ήταν μεγάλη, σε λιγότερο από μια ώρα θα έφταναν· σιωπηλές περπατούσαν απολαμβάνοντας τη ανοιξιάτικη φύση.

– Μίλησέ μου για σένα, Ελισάβετ, και για τις περιπέτειες σου στην Κρήτη, έσπασε τη σιωπή η Φλωρεντία. Θέλω να τ’ ακούσω κι εγώ, από σένα την ίδια.

– Είναι μεγάλη και θλιβερή η ιστορία μου, όπως και η ιστορία της πατρίδας μου. Κοντά είκοσι χρόνια  που ζω στην Αθήνα τη λέω και την ξαναλέω συνέχεια σε όσους επισκέπτες των Χιλλ με ρωτούν, Έλληνες και ξένους. (περισσότερα…)