ΝΠ | Αυτοβιογραφικά

Στέλιος Ράμφος, Γιὰ τὸν Παναγιώτη Κονδύλη

Ράμφος        282_kondilis_panagiotis

Γνώρισα τὸν Κονδύλη πρωτοετῆ τῆς Νομικῆς. Μοῦ δήλωσε ἐξ ἀρχῆς πὼς ἡ Νομικὴ τὸν εἶχε ἀπογοητεύσει καὶ πὼς ἑτοιμαζόταν ἤδη γιὰ τὶς εἰσαγωγικὲς στὴν Φιλοσοφική. Βλεπόμασταν ἀραιὰ καὶ ποῦ· ἀνταμώσαμε πάλι στὸ Δ΄ Πανσπουδαστικὸ Συνέδριο (Μάιος 1963) ὅ­που μετεῖχε στὴν ἀντιπροσωπεία τῆς Σχολῆς του. Ξαναβρεθήκαμε ἀπροσδόκητα τὸν Ὀκτώβριο 1973 στὴν βιβλιοθήκη τοῦ πανεπιστημίου τῆς Χαϊδελβέργης. Ἐ­κεῖνος ἑτοίμαζε τὴν διατριβή του κι ἐγὼ θὰ ἔμενα ἐκεῖ ἕως τὴν ἄνοιξι γιὰ νὰ βοηθήσω τὰ γερμανικά μου καὶ νὰ γνωρίσω ἀπὸ κοντὰ τὴν πνευματικὴ ζωὴ τοῦ τόπου. Πηγαινοερχόμουν ταυτόχρονα κάθε 15 ἡμέρες στὸ Παρίσι, ἐπειδὴ δίδασκα στὴν Βενσέν. Καὶ οἱ δύο εἴχαμε πρὸ πολλοῦ πάρει ἀποστάσεις ἀπὸ τὴν Ἀριστερά. Μιὰ φορὰ τὴν ἑβδομάδα παρακολουθούσαμε μαζὶ τὸ σεμινάριο τοῦ Ἴζο Κὲρν γιὰ τὸν Φίληβο τοῦ Πλάτωνος, μετὰ τὸ τέλος τοῦ ὁποίου ἀκολουθοῦσε συχνὰ βόλτα καὶ κουβέντα γιὰ τὴν δουλειά μας, γιὰ τὴν Ἑλλάδα, γιὰ τὸν κόσμο. Τοῦ μιλοῦσα γιὰ τὴν ἐργασία μου πάνω στὸν Πλάτωνα καὶ τοὺς Πατέρες τῆς Ἐκ­κλησίας, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὶς πνευματικὲς ζυμώσεις στὸ Παρίσι, ποὺ ἦταν τότε στὶς δόξες του. Μοῦ μιλοῦσε γιὰ τὸν Σέλλινγκ, ἀλλὰ τὸν κρατοῦσε ὁ διαλεκτικὸς ἱστορισμὸς τοῦ Χέγκελ καί, νομίζω, δὲν τὸν ἄφησε ποτέ. Σχολίαζε, θυμᾶμαι, τὰ γεγονότα τοῦ Πολυτεχνείου, γιὰ τὰ ὁποῖα διαβάζαμε στὶς ἐφημερίδες, σὰν παράδειγμα τῆς «παν­ουργίας τοῦ λόγου»: Ἕνας ἀντιδικτατορικὸς ξεσηκωμός, ἔλεγε, ἔφερε μία χειρότερη ἐκδοχὴ δικτατορίας τὴν ὥρα ποὺ πηγαίναμε γιὰ ἐκ­λογές.

Τὸ 1978-79 ξαναβρεθήκαμε, αὐτὴ τὴν φορὰ συν­υποψήφιοι γιὰ ἕδρα τῆς Φιλοσοφίας στὸ Καποδιστριακὸ Πανεπιστήμιο Ἀθηνῶν. Ἡ ἐμπειρία τῆς ἄκαρπης καὶ γιὰ τοὺς δύο ὑποψηφιότητος μᾶς ἔδεσε περισσότερο καὶ στερέωσε μέσα μας τὴν ἀπόφασι νὰ μείνουμε μὲ τὸν τρόπο μας ἐνεργοὶ ἐκτὸς συστήματος. Τηλεφωνιόμασταν ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρόν. Εἶ­χα διαβάσει καὶ ἐκτιμήσει τὸ βιβλίο του γιὰ τὸν εὐρωπαϊκὸ διαφωτισμὸ καὶ ἔ­βλεπα νὰ παίρνῃ στέρεα μορφὴ ἡ ἱστορική του κλίσι (τοῦ ἄρεσε νὰ λέῃ: «εἶμαι ἕνας ἱ­στορικός»), μολονότι ἀκόμη τὰ διαβάσματα ὑπερεῖχαν τῆς στοχαστικῆς τους ἐπεξεργασίας, κάτι ποὺ ἰσχύει χαρακτηριστικὰ γιὰ τὴν ἐργασία του περὶ νεοελληνικοῦ διαφωτισμοῦ. Τοῦ ἄρεσε ἡ μελέτη μου γιὰ τοὺς ἀσκητὲς τῆς ἐρήμου (Πελεκᾶνοι ἐρημικοί) παρὰ τὶς γενικὲς ἐπιφυλάξεις του γιὰ τὴν πίστι καὶ τὸ νόημα. Τὰ σεμινάρια τοῦ Γκάνταμερ ποὺ εἶχε παρακολουθήσει τὸν εἶχαν ἐξοικειώσει μὲ τὴν ἑρμηνευτική. Ὅμως ἡ ἐπιμονή του στὴν διαλεκτικὴ τῶν ἱστορικῶν δεδομένων καὶ διεργασιῶν, ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὴν δική μου προσήλωσι στὴν πνευματικὴ σύστασι τοῦ νοήματος, χώριζε τὶς διαδρομές μας χωρὶς νὰ δοκιμάζεται ἡ σχέσι μας.

Ὁ Κονδύλης ὑποτιμοῦσε τὴν ζωὴ τῆς ψυ­χῆς καὶ τῶν συμβόλων της ὡς παραστατικὴ ἐγ­γραφὴ τοῦ ἀπολύτου στὸ μερικὸ μὲ ὑπερχρονικὴ καὶ ὑπερατομικὴ ἐμβέλεια. Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ σκέψι του ἄνοιγε χῶρο καὶ ὄχι χρόνο, συνέθετε προσθετικά, ὄχι ποιητικά. Τὸν εἶχε κερδήσει τὸ ἑγελιανὸ πνεῦμα τῆς ἱστορικότητος, τῆς ἐκλογικεύσεως τῶν γεγονότων, κάτι ποὺ ἔδινε μέσα του κυρίαρχη θέσι στὸν παράγοντα τῆς συνειδήσεως. Μὲ ἐνδιέφεραν καὶ μὲ ἐνδιαφέρουν πίσω ἀπὸ τὰ γεγονότα, ποὺ δὲν παραθεωρῶ, τὰ νοήματα καὶ τὰ σύμβολα. Στὴν ἀφῃρημένη ἱστορικὴ νομοτέλεια ἀντιπαραθέτω τὸν παλμὸ τῶν βιωμάτων καὶ τῶν συμβολισμῶν ποὺ αἱμοδοτοῦν τὶς νοοτροπίες καὶ τὶς ἀντιστάσεις τους. Οὐδέποτε μοῦ μίλησε ἡ συνείδησι χωρὶς τὸ ἀσυνείδητο καί, τὸ κυριώτερο, χωρὶς τὴν κουλτούρα ἡ ὁποία τὸ μορφοποιεῖ κοινωνικά. Δὲν ἔβλεπε εἴτε δυσπιστοῦσε στὸ βάθος τῶν ψυχικῶν ῥιζωμάτων, ὁπότε ἐπιχειροῦσε διαρκῶς μία «χαρτοκοπτικὴ» ποὺ ὑπέτασσε τοὺς ψυχισμοὺς στὴν ἀναπόδραστη ματαιότητα τῶν πραγμάτων. Ἐξ οὗ καὶ διατηροῦσε στὸ σκεπτικό του παρελθούσης χρήσεως «ἐργαλεῖα», ὅπως ἐκεῖνο τῆς ἀστικῆς ὑπαναπτύξεως, προκειμένου νὰ ἑρμηνεύσῃ τὴν ἑλληνικὴ κακοδαιμονία. Γιατί ἆράγε δὲν συσχετίζει, καθ’ οἱονδήποτε τρόπο, τὰ αἴτια τῆς νεοελληνικῆς παρακμῆς μὲ τὸ ῥεῦμα τοῦ προεπαναστατικοῦ διαφωτισμοῦ μας; Μήπως γιὰ τὸν ἴδιο λόγο ποὺ δὲν βλέπει ὅτι τὸ ἑλληνικὸ πρόβλημα τὸ ἔχουν ὅλες οἱ κοινωνίες τοῦ λεγομένου «ὀρθοδόξου τόξου» ἀπὸ τὴν Κύπρο ἕως τὴν ῾Ρωσία, μέσῳ Βουλγαρίας, Σερβίας, ῾Ρουμανίας, Γεωργίας καὶ Οὐκρανίας; Οἱ νοοτροπίες καὶ οἱ πνευματικότητες γι’ αὐτὸν ἦταν ἁπλὸ παρεπόμενο! Ἀρνιόταν πὼς ἡ ζωὴ ἔχει νόημα –ὅθεν τὸ ἰσοδύναμο τῆς ἰσχύος καὶ τῆς ἀποφάσεως– ἐπειδὴ ἀκριβῶς τὸ θεωροῦσε ἕνα εἶδος χίμαιρας γιὰ νὰ λησμονοῦμε τὴν σχετικότητά μας. Θὰ συμμεριζόμουν τὴν πεποίθησί του, ἂν καὶ ἡ ἴδια δὲν εἶχε νόημα, ἂν δηλαδὴ τὸ νόημα δὲν συν­υφαινόταν μὲ τὴν ἰδιαίτερη φύσι μας, διαφορετικὴ ἀπὸ ἐκείνη τῶν ζῴων τοῦ δάσους. Σκοπὸς εἶναι ἡ εὐχαρίστησί μας νὰ κάνῃ ὅλο καὶ μεγαλύτερο χῶρο στὴν ἐσωτερικὴ πληρότητα, στὴν καλλιέργεια πνευματικῶν δυνάμεων μὲ ἀνατατικὸ ῥόλο γιὰ τὴν ζωή μας. Μήπως ὑπηρετοῦσε κάτι διαφορετικὸ μὲ τὰ γραπτά του ἢ τὶς φιλόδοξες σειρὲς βιβλίων ποὺ σχεδίασε καὶ διηύθυνε γιὰ τὶς ἐκδόσεις «Γνώση» καὶ «Νεφέλη»; Ἀσφαλῶς καὶ ἤ­θελε νὰ εἰσφέρῃ τὸν πνευματικό του ὀβολό, νὰ στηρίξῃ, χωρὶς ψευδαισθήσεις, τὸν τόπο του ὁ ὁποῖος μονίμως παραπατᾷ. Ἐπεδίωκε προφανῶς νὰ ἐπηρεάσῃ πρὸς τὸ καλύτερο τὶς συνειδήσεις, παρὰ τὴν σκληρὴ εἰρωνεία του γιὰ κάθε ἀνώτερη πίστι. Τοῦ διέφευγε ἆράγε πὼς νόη­μα δὲν εἶναι ὁ λειτουργικὸς σκοπὸς τὸν ὁποῖο ἀποδίδομε στὰ πράγματα ἀλλὰ ὁ ἀναγεννητικὸς ὁρίζοντας τῆς δημιουργίας πνευματικῶν κόσμων πάνω στὸν κόσμο, τὸ γεγονὸς ὅτι πορευόμαστε ὑψώνοντας τὴν σημαία τοῦ λόγου ὑπεράνω τῶν αἰσθήσεων, ζυμώνοντας τὴν σκέψι μὲ τὶς λέξεις;

Ἕνα βράδυ, τὴν ἄνοιξι τοῦ 1998, ὁ Τάκης εἶχε ἔρθει μὲ τὸν Γιάννη Καλιόρη (Καλεώδη) στὸ σπίτι μου. Δειπνήσαμε καὶ περάσαμε ὧρες κουβεντιάζοντας. Δὲν ἦ­ταν ὅπως τὸν ἤξερα: Κάπνιζε νευρικὰ καὶ ἀκατάσχετα, πηδοῦσε στὰ πιὸ ἄσχετα μεταξύ τους θέματα καὶ μιλοῦσε ἀγχωτικὰ γιὰ τὸν ἑαυτό του. Ἔλεγε καὶ ξανάλεγε πὼς ὁλοκληρώνει μία κοινωνικὴ ὀντολογία – ὀντολογία, ἐπεξηγοῦσε, τῶν ἱστορικῶν διεργασιῶν στὶς ὁ­ποῖες βρίσκεται ἡ αὐθεντικὴ οὐσία. Ἔδειχνε νὰ πιέζεται μέσα του ἔντονα. Εἶχε μιὰ ταραχὴ τὴν ὁποία δὲν μποροῦσε νὰ συγκρατήσῃ. Χωρίζοντας εἴπαμε νὰ ξανανταμώσουμε μετὰ τὸ καλοκαίρι. Τὸ καλοκαίρι ἦρθε, ἀλλὰ δὲν πέρασε. Καταμεσήμερο Ἰουλίου χτύπησε τὸ τηλέφωνο κι ἄκουσα τὸν Καλιόρη νὰ μοῦ λέῃ: «Χάσαμε τὸν Τάκη». Κεραυνὸς ἐν αἰθρίᾳ καὶ τέλος!

Πρώτη δημοσίευση 6. 5. 2015

[Σημείωση ΝΠ της 6.5.2015: Προδημοσίευση ἀπὸ τὸ καινούργιο βιβλίο τοῦ Στέλιου Ράμφου Ἡ νίκη σὰν παρηγοριὰ ποὺ θὰ κυκλοφορήσει προσεχῶς ἀπὸ τὶς Ἐκδόσεις Ἁρμός. Ἀπὸ τὸν ἐκτενέστατο (120 σελίδων) καὶ ἐφ’ ὅλης τῆς ὕλης διάλογο τοῦ Ράμφου μὲ ὀμάδα συγγραφέων ὁ ὁποῖος ἔλαβε χώρα πέρσι τὸν Ὁκτώβρη. Τὴν πρωτοβουλία τῆς συνάντησης εἶχε ὁ Γιῶργος Θ. Χατζηιακώβου, ἐκδότης τοῦ Ἁρμοῦ. Ἀπὸ τὸ ΝΠ, μετεῖχαν ὁ Κωνσταντῖνος Πουλῆς καὶ ὁ Κώστας Κουτσουρέλης.]

Χρῆστος Μποκόρος, Ἀσπρόμαυρη φωτογραφία

~.~

Προδημοσίευση ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ ζωγράφου Χρήστου Μποκόρου «e-μερολογιο ΙΙ» , ποὺ θὰ κυκλοφορήσει αὐτὴ τὴ βδομάδα μὲ τὴν εὐκαιρία τῆς ἔκθεσής του «1821, ἡ γιορτή» στὸ Μουσεῖο Μπενάκη (19 Μαΐου – 10 Ὀκτωβρίου 2021).

~.~

Αὐ­τὴ ἡ ἀ­σπρό­μαυ­ρη φω­το­γρα­φί­α ποὺ ἀ­νέ­συ­ρα ἀπ’ τὸν σω­ρὸ τῶν φευ­γά­των μνη­μεί­ων τῆς παι­δι­κῆς μου ζω­ῆς εἶ­ναι τὸ μό­νο ὀ­πτι­κὸ τεκ­μή­ρι­ο ὅ­τι ὑ­πῆρ­ξε ὄν­τως τὸ ἀ­χού­ρι στὸ κτῆ­μα. Ἕνας πα­ρά­δει­σος τα­πει­νὸς ἦ­ταν ἐ­κεῖ μέ­σα χα­μέ­νος. Μπρο­στά του πα­ρα­τη­μέ­νη ἡ πα­λιὰ κα­ρό­τσα ποὺ προ­σάρ­μο­ζε ὁ κυρ Θω­μᾶς στὸ τρα­κτε­ρά­κι ποὺ εἶ­χε γιὰ νὰ ὀρ­γώ­νει καὶ νὰ φρε­ζά­ρει τὰ ἀν­θο­κή­πι­α. Σ’ αὐ­τὴν πη­γαι­νο­ερ­χό­μα­σταν χα­ρά­μα­τα στὸ κτῆ­μα, ὅ­ταν δὲν παίρ­να­με πε­ζοὶ τὸν δρό­μο. Ἔ­στρω­νε ἡ μά­να μου πί­σω κου­ρε­λοῦ­δες καὶ κοι­μό­μα­σταν ἄλ­λο λί­γο μέ­χρι νὰ φτά­σου­με, ἤ­τα­νε νύ­χτα ἀ­κό­μα. Αὐ­τὴ κι ὁ πα­τέ­ρας μπρο­στά. Στὴν ἐ­πι­στρο­φὴ μοῦ ἔ­δι­νε κι ἐ­μέ­να τὸ τι­μό­νι, κι ἔ­τσι πρω­τό­μα­θα νὰ κυ­κλο­φο­ρῶ ἐ­πο­χού­με­νος. Τί­πο­τε δὲν ὑ­πάρ­χει ἐκεῖ πιά, τὰ ρη­μά­ξα­νε οἱ γύ­φτοι κι ἡ ἐγ­κα­τά­λει­ψη, ἡ ἀ­νε­λέ­η­τη πρό­ο­δος. Τὸ φω­το­γρά­φη­σα μᾶλ­λον τὸν χι­ο­νι­σμέ­νο χει­μώ­να τοῦ 1979. Λο­ξὰ γε­μά­τη νε­ρὸ ἡ κα­ρό­τσα μὲ ἐγ­κλω­βι­σμέ­να πά­νω στὸ κρύ­σταλ­λο τοῦ πά­γου φύλ­λα καὶ κλα­ρά­κια ποὺ ἔ­φερ­νε ἀ­πο­βρα­δὶς τ’ ἀ­νε­μό­βρο­χο στὴν πα­γω­νιά. Εἶ­χε ξε­ρα­θεῖ τό­τε ἀπ’ τὸ χιό­νι κι ἡ γυα­λέ­νια μας ἡ μυ­γδα­λιά, ἔ­σπα­σε ἀπ’ τὸ βά­ρος του καὶ τὸ με­γά­λο κλα­δὶ τῆς σκα­μνιᾶς ποὺ στὴν σκι­ε­ρὴ ἀγ­κα­λιά του ἀ­πὸ κά­τω χω­ρού­σα­με ὅ­λοι ν’ ἀρ­μα­θι­ά­σου­με τὸν σω­ρὸ τοῦ κα­πνοῦ στὴν χω­μά­τι­νη αὐ­λὴ ‒σ’ αὐ­τὸ κρε­μού­σα­με καὶ τὸ σκοι­νὶ γιὰ τὴν κού­νια‒ κι ἔ­λαμ­πε ὁ ἥ­λι­ος τρι­γύ­ρω, δί­πλα στὴ στέρ­να χρυ­σα­στρά­φτα­νε τὰ χα­μο­μή­λια, εἶ­χε πε­θά­νει ὁ πα­τέ­ρας μου τὸ προ­η­γού­με­νο κα­λο­καί­ρι, κι ἄρ­χι­σαν ἔ­κτο­τε νὰ ἀ­φα­νί­ζον­ται κι ἄλ­λα ση­μά­δια τοῦ τό­που γιὰ νὰ συ­νη­θί­ζω τὴν ἀ­πο­δο­χὴ –ἂν πο­τέ‒ τῆς μοι­ραί­ας ἀ­πώ­λει­ας, ἡ κα­πνο­καλ­λι­έρ­γει­α τέ­λει­ω­νε, εἶ­χαν ζη­τή­σει νὰ πα­ρα­δώ­σου­με καὶ τὶς ἄ­δει­ες, μεί­να­νε χέρ­σα τὰ κτή­μα­τα, δὲν κα­τά­φε­ρα νὰ τὰ συμ­μα­ζέ­ψω, σπού­δα­ζα τό­τε ἀλ­λοῦ καὶ δὲν μὲ ἔ­βλε­πα νὰ ξα­να­γυ­ρί­ζω. (περισσότερα…)

Χρῆστος Μποκόρος, Ὁ ἀδερφὸς τοῦ πατέρα μου

Κωνσταντίνος Δημητρίου Μποκώρος

Κωνσταντῖνος Δημητρίου Μποκῶρος. Ὁ ἴδιος ἔγραφε τὸ ἐπώνυμό του μὲ ὠμέγα.

~.~

Προδημοσίευση ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ ζωγράφου Χρήστου Μποκόρου «e-μερολογιο ΙΙ» , ποὺ κυκλοφορεί προσεχῶς μὲ τὴν εὐκαιρία τῆς ἔκθεσής του «1821, ἡ γιορτή» στὸ Μουσεῖο Μπενάκη (19 Μαΐου – 10 Ὀκτωβρίου 2021).

~.~

 

Ὁ ἀ­δερ­φὸς τοῦ πα­τέ­ρα μου ἦ­ταν δά­σκα­λος. Ἄ­κλη­ρος, μὲ εἶ­χε σὰν παι­δί του. Κα­νό­νι­σε νὰ ἀ­να­λά­βει τὴν πρώ­τη τά­ξη μὲ τὸ ποὺ θὰ πή­γαι­να σχο­λεῖ­ο. Τὶς πρῶ­τες κι­ό­λας μέ­ρες, ἀρ­χὲς τοῦ ’60, πρω­το­βρό­χια, πλημ­μύ­ρι­σε τὸ πρα­νὲς τῆς με­γά­λης μπρο­στι­νῆς αὐ­λῆς καὶ τρέ­ξα­με στὸ διά­λειμ­μα νὰ παί­ξου­με στὴ λί­μνη τῶν νε­ρῶν πού, στὰ βα­θι­ά τους, μᾶς φτά­να­νε ὣς τὴ μέ­ση τῆς κνή­μης. Μᾶς εἶ­δαν οἱ δά­σκα­λοι κι ἦρ­θαν φω­νά­ζον­τας αὐ­στη­ροὶ νὰ βγοῦ­με ἀ­μέ­σως στὰ στε­γνά. Βγή­κα­νε ὅ­λοι ἐ­κτὸς ἀ­πὸ ’μέ­να. Ἦ­ταν γλυ­κύ­τα­τος ὁ θειός μου κι ἤ­μου­να σί­γου­ρος, ὁ ἀ­ναι­δής, ὅ­τι δὲν θὰ μὲ μά­λω­νε. Τοὺς ἔ­βλε­πα ὅ­λους, δά­σκα­λους καὶ μα­θη­τές, νὰ μὲ κοι­τοῦν, ἕ­να μι­σο­φέγ­γα­ρο γύ­ρω ἀπ’ τὴ λί­μνη, ἔ­νοιω­θα τὴ λά­σπη στὰ δά­χτυ­λα τῶν πο­διῶν μου ἀλ­λὰ δὲν κου­νή­θη­κα. Καὶ ἐ­κεῖ στὴν ἀ­μη­χα­νί­α, ὁ θεῖ­ος δά­σκα­λος προ­χώ­ρη­σε μὲς στὰ νε­ρά. Ἔ­βλε­πα τὰ γυ­α­λι­σμέ­να του πα­πού­τσια νὰ βου­λι­ά­ζουν, νὰ μου­σκεύ­ει τὸ ρε­βὲρ ἀπ’ τὸ παν­τε­λό­νι τοῦ κου­στου­μιοῦ ποὺ φο­ροῦ­σε, πάν­τα κα­λον­τυ­μέ­νος, καὶ τά ’χα­σα. Μ’ ἔπια­σε ἀπ’ τὸ χέ­ρι καὶ μοῦ ’πε χα­μο­γε­λών­τας: Ἔ­λα Χρη­στά­κη, πᾶ­με. Τὸν ἀ­κο­λού­θη­σα. Τὴν ἄλ­λη μέ­ρα μᾶς ἀ­νέ­λα­βε ἡ γυ­ναί­κα του, ἡ θεί­α ἡ Γε­ωρ­γί­α, δα­σκά­λα κι ἐ­κεί­νη, ἡ πι­ὸ αὐ­στη­ρὴ στὸ σχο­λεῖ­ο. Αὐ­τὴ μᾶς ἔ­μα­θε γράμ­μα­τα μέ­χρι τὸ τέ­λος τοῦ Δη­μο­τι­κοῦ. (περισσότερα…)

Γιῶργος Ἀράγης, Ἡ ἀγάπη μου γιὰ τὰ λεξικὰ

Αἰσθάνομαι ἀγάπη γιά τά λεξικά σημαίνει, στήν περίπτωσή μου, ὅτι τά ἀγαπῶ ἐμπειρικά, χωρίς ἀκαδημαϊκές σκέψεις, ὅτι λ.χ. ἄν ἔλειπαν τά λεξικά θά ἦταν μικρότερος ὁ κόσμος ἤ τί μόχθο προϋποθέτει ἡ σύνταξη ἑνός λεξικοῦ ἤ τί νόημα ἔχει μιά βιβλιοθήκη χωρίς καθόλου λεξικά, κ.λπ. Ἡ σχέση μου μέ τά λεξικά καθορίστηκε ἀπό τή σχέση μου μέ τά γράμματα καί τήν προσωπική μου σταδιοδρομία. Μέχρι καί τά πρῶτα χρόνια στό πανεπιστήμιο δέν ἤξερα τή λέξη λεξικό. Ἡ ουσιαστική ἐπαφή μαζί της ἔγινε ἀπό ἀνάγκη, ὅταν τό πρόβλημα τῆς ἔκφρασης μοῦ ἔγινε βραχνᾶς, κυρίως μετά ἀπό τό πτυχίο.
.
Ὅμως χρειάζεται νά πάω πιό πίσω στό χρόνο. Στό χωριό πού γεννήθηκα, Μεγάλο Περιστέρι Ἰωαννίνων, εἴχαμε ἕνα σπίτι στό κέντρο τοῦ χωριοῦ κι ἕνα ἔξω, κοντά στά χωράφια. Γεννήθηκα στό πρῶτο, στό κέντρο. Σ᾿ αὐτό ὑπῆρχε βιβλιοθήκη, ἴσαμε μισό ‘σύνθετο’ περίπου, μέ τζάμι. Δέν ξέρω τί βιβλία εἶχε μέσα, ὑποθέτω πώς ὁ πατέρας μου, πού χρημάτισε φοιτητής τοῦ Ἀχιλλέα Τζάρτζανου, πέρα ἀπό γραμματική καί συντακτικό, θά εἶχε καί κάποιο λεξικό στή βιβλιοθήκη του. Αὐτό πού θυμᾶμαι εἶναι ὅτι τούς χειμῶνες μέ τίς διακοπές τῶν μαθημάτων, ὁ πατέρας διάβαζε λογοτεχνικά κείμενα στά μεγάλα μου ἀδέρφια πού σπούδαζαν στή Ζωσιμαία σχολή (Δωδεκάλογο τοῦ Γύφτου, Πατούχα, Διηγήματα τοῦ Παπαδιαμάντη, Βατραχομυομαχία, Ἀκριτικά). Τόν Νοέμβρη τοῦ 1943, μέ τήν ἐξόρμηση τοῦ γερμανικοῦ στρατοῦ, δίκην ψαλίδας, ἀπό Ἤπειρο καί Θεσσαλία, τά σπίτια μας, ἐνῶ ὁ κόσμος εἶχε πάρει τά βουνά, ἔγιναν στάχτη. Τότε χάθηκε ἡ βιβλιοθήκη καί τό βιολί τοῦ πατέρα. Τά χρόνια πού ἀκολούθησαν, μιά δεκαετία περίπου, δέν ἤξερε κανείς ποῦ ἔχει τό κεφάλι του.
.
Στό διάστημα πού μεσολάβησε ἀπό τόν Ἐμφύλιο μέχρι τή δικτατορία, ἔβγαλα τό δημοτικό, τό γυμνάσιο καί τήν Ἰατρική Σχολή τῆς Ἀθήνας. Στό μεταξύ μέ ταλαιπωροῦσε τό ζήτημα τῆς γλωσσικῆς ἔκφρασης. Μετά τό πτυχίο, κάνοντας τή θητεία μου ὡς ἀγροτικός γιατρός, πρίν ἀπό 53 χρόνια, διέθετα τόν ἐλεύθερο χρόνο μου σέ διάβασμα καί σέ ἀσκήσεις πάνω στή γλωσσική διατύπωση. Μποροῦσα νά κάνω σκέψεις, ἀλλά δέν μποροῦσα νά τίς ἐκφράσω μέ ἀκρίβεια στό γραφτό λόγο, ἰδίως στόν δοκιμιακό. Εἶχα ἀπορρίψει τόν κοινό δημόσιο λόγο, ἀλλά δέν εὕρισκα τόν δικό μου τρόπο. Τότε ζήτησα καί τή βοήθεια τῶν λεξικῶν. Ὁ κόσμος πού μοῦ ἀνοίχτηκε μέσα ἀπό αὐτά ἦταν σωστή ἀποκάλυψη.
.
Πρῶτα πρῶτα διαπίστωσα τά μεγάλα κενά πού εἶχα πάνω στίς ἔννοιες τῶν λέξεων. Στίς περισσότερες λέξεις ἔβλεπα πόσο μονόπλευρα ἤ στραβά ἤξερα τή σημασία τους. Διαπίστωσα ἐπίσης τό τί πληθώρα ἀπό λέξεις ἀγνοοῦσα. Ἔπειτα, εἶδα πόσο ἀπόλυτα ἦταν τά λεξικά, καθώς δέν ἀποσιωποῦσαν λέξεις πού στήν ἐπίσημη ζωή μας τίς ἀποφεύγουμε, λέξεις πού σήμαιναν πράξεις ἀπωθητικές, σωματικές ἀνάγκες, κ.λπ. Ἀκόμα τί μεγάλος συσχετισμός ἐννοιῶν φανερώνονταν, συνώνυμες, συγγενικές, ταυτόσημες. Παραπέρα, τί ἀποχρώσεις ἐννοιῶν ἐπισημαίνονταν. Τέλος, τό βασικότερο, ἦταν ἡ προσγείωση σέ σταθερό ἔδαφος, πού ἔβαζε μέτρο στίς ἐννοιολογικές ἀσυδοσίες μου. Συχνά διαβάζω σήμερα δοκίμια, μελέτες ἤ καί πανεπιστημιακές ἐργασίες καί βλέπω πόσος ἀνερμάτιστος λόγος κυκλοφορεῖ.
.
Ἔτσι, θά ἔλεγα, ὅτι νιώθω τά λεξικά σάν ἀνιδιοτελεῖς συμπαραστάτες μου. Κι ἀκόμα σάν φιλικές παρουσίες. Πέρα ἀπό τή χρησιμότητά τους αἰσθάνομαι δηλαδή καί συναισθηματικό δεσμό μαζί τους. Δέν ξέρω ἀπό ποῦ ξεκινάει αὐτή ἡ οἰκειότητα, εἶναι πάντως ἀλήθεια πώς, ὅταν ἀνοίγω ἕνα λεξικό, φτιάχνει κατά κάτι ἡ διάθεσή μου. Τείνω σχεδόν νά χαμογελάσω φιλικά. Σίγουρα πάντως δέν μπορῶ νά ἐργαστῶ ἄν δέν ἔχω δίπλα μου λίγα λεξικά. Συνήθως μέ συνοδεύουν πέντε μικρά λεξικά – τοῦ Ἱδρύματος Τριανταφυλλίδη, τοῦ Μπαμπινιώτη, τοῦ Κριαρᾶ, τό Ἀναλυτικόν τῆς καθαρευούσης-δημοτικῆς τοῦ Βοσταντζόγλου, πού ἔχει στό τέλος ‘κλιτικά παραδείγματα’, καθώς καί τό Ἀντιλεξικόν ἐπίσης τοῦ Βοσταντζόγλου. Γιά περισσότερη ἀσφάλεια θέλω νά αἰσθάνομαι κάπου κοντά στό σπιτικό περιβάλλον μου μεγαλύτερα λεξικά, τό Μέγα τοῦ Δημητράκου, τό τῶν Λίντελ-Σκότ-Κωνσταντινίδη, τήν Ἐγκυκλοπαίδεια Λαρούς καί μερικά ἐξειδικευμένα λεξικά σέ ὁρισμένους τομεῖς.
.
Ἔχοντας αὐτά αἰσθάνομαι σιγουριά καί ὄχι ξυλάρμενος, ἀλλά καί οἰκειότητα ψυχολογική. Πέστε μου ὅ,τι θέλετε, ἀλλά, ὅσο κι ἄν φαίνεται τραβηγμένο, ὁμολογῶ ὅτι ἔχω σχέση ἀγάπης μέ τά λεξικά.
.
ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΡΑΓΗΣ
.
.

Μανώλης Μπουζάκης, Ο δρόμος του Ποσειδώνη (Αποσπάσματα αυτοβιογραφίας)

~.~

Στον αντιδικτατορικό αγώνα έλαβε μέρος στο περίφημο Κίνημα του Ναυτικού, όντας ο νεαρότερος από τους συλληφθέντες αξιωματικούς του στόλου. Μερικά χρόνια αργότερα, ίδρυσε και διηύθυνε έναν από τους σημαντικότερους εκδοτικούς οίκους της Μεταπολίτευσης, την ιστορική «γνώση». Αλλά και έξω απ’ αυτά, με την ανάμειξή του στη ζωή του τόπου, ο Μανώλης Μπουζάκης συμβάδισε πάντοτε με την εποχή του από την πρώτη γραμμή. Το Νέο Πλανόδιον έχει τη χαρά και την τιμή να προδημοσιεύει σήμερα αποσπάσματα από την ανέκδοτη αυτοβιογραφία του Ο δρόμος του Ποσειδώνη: Αναμνήσεις ενός πλάνητα οδοιπόρου. Τρία χαρακτηριστικά αποσπάσματα: από τα παιδικά χρόνια στην Κρήτη και το μετεμφυλιακό κλίμα της εποχής, από τη φυλάκιση και τους βασανισμούς επί δικτατορίας, και από τη γνωριμία και τη συνεργασία με τον Παναγιώτη Κονδύλη στην περίφημη Φιλοσοφική και Πολιτική Βιβλιοθήκη των εκδόσεων «γνώση».

(περισσότερα…)