ΝΠ | Αποχαιρετισμοί

Στη μνήμη του Γιώργη Σιδερή

Ώρες ώρες φάνταζε θεόρατος. Έφταιγαν τα αφημένα μαλλιά -κάτασπρα-, έφταιγε το αργό βάδισμα, το πανωφόρι, εν είδει αμπέχωνου ή πελώριου μπουφάν, που όλο και πιο φουσκωτό τον έκανε.

Αλήθεια, πως συναντιέσαι με τον άλλον; Είναι κάτι που πέφτει απρόσμενα, ή ενεργούν υπόγεια ρεύματα, νεύματα αόρατα από μακριά κι από κοντά, ανταλλαγές βλεμμάτων, μια λέξη, μια σιωπή;

Πόσες φορές μιλήσαμε τρώγοντας και πίνοντας, σε ταβερνεία, σε μαγαζιά, πιο πέρα κάθονταν άλλοι, μιλούσαν, φωνασκούσαν, γέλαγαν, εμείς οι δυο συνεχίζαμε το ζόρικο δρομολόγιό μας, άλλοτε συμφωνώντας, άλλοτε η διαφωνία μας κρυβόταν στη σιωπή, σ’ ένα μυστήριο χαμόγελο, σε μια αόριστη χειρονομία.

Μου κάναν εντύπωση οι παλάμες του, κομμάτια γέρικου δέντρου, απ’ τον κορμό κομμένα, ή από χοντρό κλαδί, ποιος ξέρει πόσα σώματα είχαν ψηλαφίσει, ιατρικά, γυρεύοντας σημεία πάθησης ή θεραπείας.

Γεμάτα μικρές ζαρωματιές, κατέγραφαν οδύνες, οιμωγές, κλάματα και θρήνους, που δεν λείπουν από κανενός τη ζωή, ακόμη κι αν το κρύβει.

Ποια μοναξιά χωμένη μέσαθέ του, όριζε τα αργά του βήματα, κι αυτούς τους άπειρους μονολόγους, με επαναλήψεις συχνές, με εμμονές, με θραύσματα μνήμης, με εικόνες που ξεσπούσαν ξαφνικά, θολές ή πάμφωτες, με αναδρομές σε χρόνους άλλους.

Κι αυτή η μανία για κρασί, αυτή η κίνηση να γεμίζει τα ποτήρια, κάποιες φορές απανωτά, άλλες με κάποιο σκόντο, πιο πολύ τρώγοντας για να πιούμε, κι όχι να φάμε πίνοντας.

Πού πήγαινε όλο κείνο το κρασί, τί διαδρομές ακολουθούσε στο φαρδύ το σώμα, στη ρωμαλέα πλάτη; Τί να γινόταν πίσω από τα στρώματα του δέρματος, στις διάφορες γωνιές και στα θαλάμια, μα προπαντός τί να ’λεε εκείνη η καρδιά, τί λαχανιάσματα ν’αντέξει και τί φάρμακα;

Τσούγκρισμα ποτηριών.

Είναι αλλόκοτο και ταυτόχρονα θαυμαστό ότι τον άκουγες εκεί που τα πράγματα ζόριζαν στο πολιτικό πεδίο να ανοίγει μια βρύση, να κόβει κομμάτια από το Ευαγγέλιο και την ‘καταλλαγή’, να τα φέρνει ολομπροστά μας, όπως δροσιά που έρχεται απρόσμενα και παίρνει τον πυρετό από το μέτωπο.

Οι ολονυχτίες. Με προσευχή και χωρίς προσευχή. Με ταινίες αμερικάνικες, με μπιστολίδι, ‘ο καλός, ο κακός και ο άσχημος’. Αλλά και για τον Κισλόφσκι να μιλά συχνά τονίζοντας την πίστη του.

Στιχουργική. Τον παλιό καιρό της μουσικής και της στιχουργικής δημιουργίας τον είχε διαδεχθεί σήμερα μια άλλη στιχουργική πιο μυστική και πιο καρδιακή με λίγη γεύση από Βυζάντιο. Έγραφε τα τραγούδια και χαιρόταν. Ο Ορφέας Περίδης έγραφε τη μουσική. Συναντιούνταν κατά διαστήματα και δούλευαν τους ήχους, τα λόγια, το ρυθμό. «Είναι δύσκολος ο στίχος του τραγουδιού» έλεγε, «είναι δύσκολος».

Και ξαφνικά ένιωθες ολόκληρο το βάρος του ανθρώπου να γέρνει μέσα του ωσάν πνιγμός, στρόφιγγα που γυρίζει αργά-αργά και αλέθει συναισθήματα και γόους κι ελπίδες και ζωές, καταρράχτης από αγωνίες και δονήσεις ψυχικές, ένα καρδιακό αγκομαχητό που στεκόταν εκεί στη μέση της ύπαρξης

Μικρή πυριφλεγής βόμβα.

Σαν φως που αναβόσβηνε κρυφά, διάπυρη ικεσία, καθώς ο ίδιος μετείχε παρακλήσεων και προσευχών, μα και καθώς αυτός ο ίδιος μετεωριζόταν και χανόταν ανάμεσα σε σκέψεις, διανοήματα, συζητήσεις, απέραντους μονολόγους, όπου αναζητούσε μια γενναία σύμπνοια με τον ίδιο του τον εαυτό και με εκείνο το άλλο Φως, ανάβοντας στη σκοτεινιά της ψυχής το καντήλι της αγάπης, κερί αναμμένο σε τόσες μνήμες και τόσες πληγές που τον κατακλύζαν και πολεμούσε να τις σπρώξει γλυκά στο εσώτερο μέρος της καρδιάς βαριανασαίνοντας.

Στο καλό, φίλε Γιώργη, φεύγεις αναστάσιμα.

ΣΩΤΗΡΗΣ ΓΟΥΝΕΛΑΣ

*Μάιος του 2021: η εκδημία του γιατρού, μουσικού (δεξιοτέχνη του μπουζουκιού), στιχουργού και καρδιακού φίλου Γιώργου Σιδερή.

Ενθύμησις Δημήτρη Αρμάου

Συμπληρώνοντας ἕξι χρόνια ἀπὸ τὴν ἐκδημία του καὶ προεξαγγέλοντας τὸ ἀφιερωματικὸ ἕκτο τεῦχος τοῦ ἔντυπου ΝΠ σὲ συνεργασία μὲ τὴν Ζωὴ Μπέλλα (ἐνῷ ἀναμένεται ἡ κυκλοφορία τοῦ #5 γιὰ τὸν Παναγιώτη Κονδύλη ἐντὸς τῶν προσεχῶν ἡμερῶν), ἀποδίδουμε ποιητικὸ ὁλοκαύτωμα στὴ μνήμη τοῦ ποιητῆ, φιλολόγου, βιβλιο-εργάτη καὶ πάνω ἀπ’ ὅλα δασκάλου καὶ φίλου Δημήτρη Ἀρμάου. Μείνετε συντονισμένοι.   ΝΠ

~.~

ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΕΝΤΡΩΤΗΣ

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΡΜΑΟΣ, 31 ΜΑΪΟΥ 2015

Ἀποχωρῶν ἀρματολίκια ἐπῆρες
μὲ λέξεις ὑλικὲς γι᾽ ἀποσκευές σου
καὶ γούρι σου στὸ πέρασμα ἀναπτῆρες
γιὰ τὰ πουράκια του Κενταύρου Νέσσου.

Φονιάδες μοναχῶν ἀπ᾽ τὸ ἀντιμόνιο
περνοῦν ἀπ᾽ ὥρα βάδην σ᾽ ἕνα canto
τοῦ Paradiso μὲ δισσὸ μνημόνιο.

Τοὺς ὀρφισμοὺς συντρέχει τὸ ὕφος — κὰν τὸ
δεῖς ὡς σκυτάλη λυρικῶν δηώσεων·

ἢ καὶ ὡς ὀντὰ βιαίων ἐντυπώσεων.

Κέρκυρα, 10 Αὐγούστου 2018

~.~

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΛΑΝΑΣ

ΣΤΑΣΙΩΤΙΚΟ…
Για τον Δημήτρη

Τι θέλετε, λοιπόν, ασύστατοι·  να πω:
άδικα ήρθα κι έφυγα; Άδικα είδα
στα 1977 τον Πτολεμαίο
να κατεβαίνει από τα μέρη
της Άμφισσας κύμα
κωνοφόρο μ’ ένα έλατο σελίδες, στην πύλη
μιας κόλασης στεκούμενης τριγύρω.
(περισσότερα…)

Μάρκος Μέσκος, 1935-2019

meskos

~.~

Κακό όνειρο! πιο πέρα απ’ τα πουλιά κι από τα μάτια
εικόνα της Αχερουσίας μαύρο της αβύσσου.
Μήτε στα δόντια νόμισμα τυφλά τα μονοπάτια
— ίσως το δέντρο εκείνο το ξερό να ’ναι η φωνή σου.

Από τα δάκρυα των νεκρών οι θάλασσες γεμίζουν.
Αίμα σφαγμένο στην αυλή κρυφά παραχωμένο.
Σκιές της λίμνης χέρια στο νερό μάταια ελπίζουν
— φίλοι! κάνει ένα κρύο σήμερα διαβολεμένο.

Κακό όνειρο κακό! Και μην ξεχνάς κακό μεθύσι…
Ό,τι απομένει το πρωί στάχτη να πάει στο διάβολο!
Το άνθος της βερικοκιάς τη μέρα να στολίσει
— κάποια ψηλή κορφή κάποιο χαρούμενο σινιάλο.

(Ιδιωτικό νεκροταφείο, 1975)

Από τους πιο αρχοντικούς ανθρώπους που γνώρισα. Ιούνιος του 2006 (Καλαμαριά; Μηχανιώνα;). Πλάι του στο τραπέζι ο Τάσος Χατζητάτσης, πιο κει, μ’ άλλη παρέα, ο Νίκος Παπάζογλου φευγάτοι πια κι οι τρεις. «Η Σαντορίνη ριμάρει με τους πιγκουίνους, τα Βοδενά με το πουθενά».

Τη νέα μας ποίηση λίγοι την επηρέασαν τόσο. Γενάρχη τον αποκαλεί κάπου ο Μιχάλης Γκανάς. Κι έχει δίκιο. Χωρίς τη δική του φωνή, το δικό του παράδειγμα, το ρεύμα εκείνο που ζήτησε να ξαναχύσει το δημοτικό τραγούδι στο κράμα της τωρινής μας γραφής, και που μας έδωσε ποιητές ρωμαλέους σαν τον Χρήστο Μπράβο, τον ίδιο τον Γκανά κι άλλους νεώτερους, ποιος ξέρει πώς και πότε θα ’βρισκε την κοίτη του. «Μακεδονίτικα πουλιά λαλούν μακεδονίτικα».

Τους στίχους του τους αρδεύουν δυο πηγές, ο τόπος και η ιστορία του Μεταπολέμου. Ο Εμφύλιος, η Αριστερά, η τελευταία ή κομμένη γλώσσα, το Μαύρο δάσος , τα παιδιά που χάθηκαν, τα Φαντάσματα της Ελευθερίας, το Ψιλόβροχο της μνήμης. Όμως υπάρχει και ένα ρυάκι σιγαλό που έρχεται απευθείας από τον Μεσοπόλεμο και, ως νόστος ίσως στις μορφές της αστικής, της λόγιας ποίησης, εκβάλλει στα «(σαν) σονέτα» λ.χ. των Χαιρετισμών. «Βάρκα που μπάζει από παντού και τα ποντίκια έχουν λακίσει».

Πρωτομηνιά, πρωτοχρονιά, πήρε τον δρόμο χθες για τα Ορεινά ο Μάρκος Μέσκος.

Αμ δεν χρειάζεται να ξεύρω πράγματα πολλά·
προτιμώ να αισθάνομαι τον αέρα το νερό
το χώμα τα χρόνια τις Εποχές — ψυχή μου!
(Ψυχή μου πίσω σε πήρα από τον θάνατο.)

Έστω
καρτάλι κουρασμένο με την οσμή στο ράμφος
το στασίδι του αναζητώντας
λίγο πριν σκοτεινιάσει.

(«Καθ’ οδόν», Ελεγείες, 2004)

ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ

Άρης Μπερλής (1944-2018)

berlis

~.~

Σε μια άλλη χώρα, που ξέρει να ζυγίζει το έχει της, ο θάνατος του Άρη Μπερλή θα ήταν γεγονός βαρύ. Εδώ θα παρέλθει φοβάμαι με μια λεζάντα, από κείνες τις έτοιμες και βολικές της στιγμής: «σημαίνουσα απώλεια», «από τις πιο αξιόλογες μορφές», «καλό του ταξίδι»…

Κι όμως, δεν ήταν άνθρωπος βολικός ο Άρης. Τον πότιζε εδώ και χρόνια μια μελαγχολία βαθιά, εκείνο το ρίγος εμπρός στο ανέκκλητο που ραψώδησε τόσο καθηλωτικά ένας Φίλιπ Λάρκιν.

Όλη τη μέρα στη δουλειά, τα βράδια πίνω.
Ξυπνώ στις τέσσερις μες στ’ άηχο σκοτάδι.
Κοιτώ τα στόρια αντίκρυ μου προσμένοντας το φως.
Ώς τότε αυτόν που είναι πάντα εκεί διακρίνω :
μια μέρα ακόμη πιο κοντά, κι άοκνο, τον Άδη
κάθε μου σκέψη ν’ ακυρώνει έξω απ’ το πώς
το πού, το πότε θα πεθάνω και εγώ.

Η κουβέντα μαζί του ήταν δύσκολη, γεμάτη κενά, σαν για να δώσει στον συνομιλητή του την ευκαιρία να αναλογιστεί κι εκείνος την μεγάλη αυτή αλήθεια. Κι όμως, ο αγαπημένος του ποιητής, αυτός στον οποίο αφιέρωσε τα λαμπρότερά του δοκίμια, υπήρξε όχι κανένας πεισιθάνατος και φωτοφοβικός, αλλά ο ηλιοπότης Οδυσσέας Ελύτης. Και ουδείς απέδωσε με περισσότερη εκρηκτικότητα τον Γκίνσμπεργκ και το Ουρλιαχτό του στα ελληνικά, απ’ αυτόν τον επιφυλακτικό Πατρινό και Παγκρατιώτη. Τα αντίθετα έλκονται…

Αλλά και τις έτοιμες λύσεις ο Μπερλής τις αποστρεφόταν. Ώς και στους τίτλους των μεταφράσεών του, θα έλεγες. Πορτραίτο του καλλιτέχνη σε νεαρά ηλικία, όχι σε «νεαρή», επέμενε – αυτά τα τέσσερα ι στη σειρά είναι κακόηχα. Ο καθρέφτης και το φως, όχι «και η λάμπα» – και εξηγούσε με πάθος γιατί. Αγαπούσε τη διδασκαλία, η δουλειά του με τα νέα παιδιά στο ΕΚΕΜΕΛ, όπου χρημάτισε ανάμεσα στ’ άλλα και διευθυντής, του έδινε χαρά. Αναγκάστηκε να παραιτηθεί και από κει και από την προεδρία της επιτροπής των Κρατικών Βραβείων Μετάφρασης υπό συνθήκες τυπικά νεοελληνικές – για να διατηρήσει την αξιοπρέπειά του.

Τα κατάφερε όσο λίγοι. Στάθηκε κύριος σε όλα του. Με ό,τι καταπιάστηκε, απ’ όπου κι αν πέρασε, άφησε έργο. Μας έμεινε τουλάχιστον αυτό.

ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ

Μάρη Θεοδοσοπούλου, In Memoriam

Καταγραφή

 

Προσωπικά με είχε περιλάβει δυο τουλάχιστον φορές, μ’ εκείνη την οξεία και λοξή ειρωνεία της. Όταν πρωτοβγήκε το δοκίμιό μου για τον Καβάφη (το κύριο μέρος του, στο αφιέρωμα της Νέας Εστίας το 2003), είχε επικρίνει το θράσος του 35χρονου τότε που νόμιζε ότι τα ξέρει όλα. Δέκα χρόνια αργότερα, όταν κυκλοφόρησε πια το βιβλίο, για μια στιγμή, μου «εφάν’ εις τούτο ευμενής». Αναγνώριζε πλέον ότι το γραφτό μου «θέτει ουσιώδη θέ­ματα προς συζήτηση επί του καβαφικού με­γέθους, τα οποία δεν αντιμετωπί­ζονται πρόχει­ρα ή αποφθεγ­μα­τι­κά.»

Παραθέτω τη φράση, όχι γιατί με αφορά, αλλά γιατί είναι το ύφος της par excellence. Ο ανυποψίαστος ας προσέξει τη δίκοπη φράση «δεν αντιμετωπίζονται πρόχειρα». Στο βιβλίο μου επιτυγχάνεται αυτό; Ή μήπως o λόγος εδώ είναι γενικός, ευχετικός: «δεν θα έπρεπε να αντιμετωπίζονται έτσι»;… Πολλές φορές αναρωτήθηκα, σε συμπέρασμα δεν κατέληξα ωστόσο.

Ο Δημοσθένης Κούρτοβικ είχε πει γι’ αυτήν ότι τα κριτικά της κείμενα υπονοούν περισσότερα απ’ όσα δηλώνουν. Και είναι αλήθεια: ο ασκημένος μόνο αναγνώστης της έπιανε πίσω από την πυκνή διατύπωση τους υπαινιγμούς. Μέσο εκφραστικό δικό της ήταν πάντα η συγκρατημένη απόφανση, το understatement, οι επιφυλάξεις. Οπαδός από ταμπεραμέντο της ευθυγλωσσίας, ενίοτε και της κραυγαλέας, άργησα να καταλάβω ότι το συγκράτημα αυτό, στα κατάλληλα χέρια, μπορεί να κρύβει μέσα του το ίδιο πάθος, τον ίδιο έρωτα για τη λογοτεχνία όσο και οι αμεσότερες φωνές, που εγώ προτιμούσα. Τα δικά της χέρια ήταν τέτοια.

Στην περιώνυμη εφημερίδα, όπου είχε για ένα διάστημα μόνιμη στήλη, δεν ρίζωσε. Οι φήμες επιμένουν ότι μεγαλοεκδότης, που είχε δει συγγραφέα του να κακοπαθαίνει από την πέννα της, απείλησε τον υπεύθυνο του ενθέτου εκεί, ότι θα του κόψει μαχαίρι τις διαφημίσεις. Και προκειμένου να περισωθούν οι διαφημίσεις, κόπηκε εκείνη… Από μια πλευρά, ευτυχώς. Στην μικρή και απόκεντρη «Εποχή», όπου κρατούσε για χρόνια τη σελίδα του βιβλίου, είχε τουλάχιστον το ελεύθερο να ασχοληθεί με έργα και θέματα που την ενδιέφεραν περισσότερο, που την αφορούσαν προσωπικά.

Μου είχαν πει ότι υπήρξε φυσικός ή μαθηματικός πολυτάλαντη. Ότι στα νιάτα της ήταν συνεργάτις του μεγάλου Πριγκόζιν στο Βέλγιο και ότι είχε εμπρός της καριέρα λαμπρή, που την εγκατέλειψε για να επιστρέψει στα πάτρια και τη γλώσσα. Μεταδίδω την πληροφορία με κάθε επιφύλαξη. Η μνήμη παίζει συχνά περίεργα παιχνίδια. Άλλωστε ουδέποτε τη συνάντησα για να ‘χω την ευκαιρία να την επαληθεύσω. Παρ’ όλα αυτά, για κάποιο λόγο, η ιστορία αυτή μου μοιάζει να ανταποκρίνεται στον χαρακτήρα του ανθρώπου που υπήρξε.

Βιβλία δικά της βγήκαν ελάχιστα. Τα «Εποχικά», για την νεώτερη πεζογραφία μας, κι ένα μικρό, για τον αγαπημένο της Παπαδιαμάντη. Τα καλύτερά της, αυτά της τελευταίας 15ετίας, παραμένουν εκδοτικώς αφανή, θησαυρισμένα μόνο στο ιστολόγιό της. Τώρα μαθαίνουμε ότι δεν πρόκειται να ακολουθήσουν άλλα. Και ότι η Μάρη Θεοδοσοπούλου, ήδη από τις 9 του Αυγούστου, είναι νεκρή.

ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ