ΝΠ | Αποχαιρετισμοί

Ο Οκτάβιο Πας νεκρολογεί τον Κώστα Παπαϊωάννου

paz-y-kostas

Κ. Παπαϊωάννου και Ο. Πας (Ινδία, δεκαετία του 1960)

*

«Αν κάποιος από τους ανθρώπους που συναναστράφηκα αξίζει το χαρακτηρισμό  φίλος, με την έννοια που απέδιδαν στον όρο οι αρχαίοι φιλόσοφοι, αυτός είναι ο Κώστας. Τον γνώρισα στο Παρίσι του 1946, ένα Παρίσι δίχως αυτοκίνητα, δίχως τρόφιμα, με δριμύ ψύχος και ακμάζουσα μαύρη αγορά. Από τότε και έως το θάνατό του υπήρξαμε φίλοι. Ποτέ δεν αντιλήφθηκα στη συμπεριφορά του ίχνος συμφεροντολογίας, εγωισμού, φθόνου ή άλλου μικροπρεπούς συναισθήματος. Η δε γενναιοδωρία του δεν γνώριζε όρια. Ο Κώστας ήταν φτωχός αλλά πλούσιος σε ιδέες και γνώσεις, που και τις δύο τις χάριζε στους φίλους και ακροατές του απλόχερα και με αξιοθαύμαστη φυσικότητα.»

Η νεκρολογία αυτή του Μεξικανού ποιητή Οκτάβιο Πας (1914-1998) για τον Έλληνα φίλο του, τον φιλόσοφο Κώστα Παπαϊωάννου  (1925-1981), δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Letras libres (τχ. 65, Πόλη του Μεξικού, Απρίλιος 1982). Περιέχεται στον δεύτερο τόμο των Απάντων του Ο.Π. (Obras completas, Μεξικό 1994 κ.ε.) και σε μεγάλο βαθμό είναι κείμενο παράλληλο, σιαμαίο θα λέγαμε, του «Κώστα», του περίφημου ποιήματος που ο Πας αφιέρωσε στη μνήμη του Παπαϊωάννου δύο χρόνια αργότερα και έχει έκτοτε επανειλημμένα μεταφραστεί στα ελληνικά. Η παρούσα μετάφραση βασίστηκε στο κείμενο της πρώτης δημοσίευσης.

~.~

(περισσότερα…)

Στυλιανός Αλεξίου, 1921-2013

 
Ο Στυλιανός Αλεξίου δίπλα από τη θεία του Έλλη Αλεξίου (αριστερά) και τη μητέρα του Αμαλία (δεξιά). Όρθιοι, πίσω του, ο πατέρας του Λευτέρης Αλεξίου και η θεία του Γαλάτεια Καζαντζάκη.
 
 
 
του ΚΩΣΤΑ Γ. ΤΣΙΚΝΑΚΗ
~.~
 
Η είδηση του θανάτου του Στυλιανού Αλεξίου, το απόγευμα της Τρίτης, 12 Νοεμβρίου 2013, προκάλεσε συγκίνηση σε όσους τον γνώριζαν και τον συναναστράφηκαν. Η πρώτη αντίδραση, σε ανάλογες περιπτώσεις, είναι το νοσταλγικό καταφύγιο στη μνήμη.Γύρισα, έτσι, τριάντα τέσσερα χρόνια πριν. Πρωτοετής φοιτητής της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Κρήτης, στο Ρέθεμνος, στο πρώτο μάθημα της Μεσαιωνικής Φιλολογίας.

Στη μεγάλη αίθουσα του ισογείου, στα Περιβόλια, μπήκε ένα κομψοντυμένος κύριος. Με κάποια διστακτικότητα κατέλαβε τη θέση του στην έδρα και ξεκίνησε την παράδοση. Η διδασκαλία του ήταν λιτή και απολύτως κατανοητή. Κάθε τόσο, σταματούσε την ανάλυση κάποιων στίχων και, με αφορμή μια λέξη, εξέφραζε τις αμφιβολίες του, ζητώντας την απόδοσή της από το ακροατήριο. Τις απαντήσεις που τον ενδιέφεραν, τις σημείωνε με επιμέλεια στο τετράδιό του, μαζί με το όνομα και τον τόπο καταγωγής του εκάστοτε πληροφοριοδότη. Έδειχνε να επιζητεί και να απολαμβάνει τις απαντήσεις των φοιτητριών, κρητικής καταγωγής οι περισσότερες, που είχαν σπεύσει να καταλάβουν από νωρίς τις πρώτες θέσεις των θρανίων.

Η συγκεκριμένη πρακτική μόνο τυχαία δεν ήταν. Όλα τα χρήσιμα στοιχεία, τα οποία αντλούσε από τον ιδιότυπο αυτό διάλογο, που συνεχιζόταν για χρόνια, τα ενσωμάτωνε σταδιακά στις εκδόσεις φιλολογικών κειμένων που τύπωνε, με τη ρητή πάντα αναφορά όσων τον είχαν βοηθήσει.

Γεννημένος το 1921 στο Ηράκλειο, ο Στυλιανός Αλεξίου, μεγάλωσε σε ένα πνευματικό περιβάλλον. Ο λόγιος παππούς του Στυλιανός Μιχ. Αλεξίου, υπήρξε ιδιοκτήτης μεγάλου τυπογραφείου και εκδότης διαφόρων εφημερίδων στην πόλη, τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα. Συνεργάστηκε με τον αρχαιολόγο και φιλόλογο Στέφανο Ξανθουδίδη για την πρώτη κριτική έκδοση του «Ερωτοκρίτου» το 1915. Ο πατέρας του Λευτέρης Αλεξίου, γνωστός φιλόλογος και ποιητής, πρωτοστάτησε στην πνευματική ζωή του Ηρακλείου κατά την περίοδο του Μεσοπολέμου. Στο στενό οικογενειακό περιβάλλον του ανήκαν η Έλλη Αλεξίου, ο Ραδάμανθυς Αλεξίου και η Γαλάτεια Καζαντζάκη. Ακόμα, ο Νίκος Καζαντζάκης, ο Βάσος Δασκαλάκης και ο Μιχάλης Αναστασίου.

          Ο Στυλιανός Αλεξίου με τη Μάρθα Αποσκίτη.

Μετά την εγκύκλια μόρφωσή του στη γενέθλια πόλη του, τα χρόνια 1939-1946, σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Το 1947, ύστερα από εξετάσεις, προσλήφθηκε στην Αρχαιολογική Υπηρεσία και διορίστηκε στη Ρόδο. Ως Επιμελητής Αρχαιοτήτων υπηρέτησε στη Ρόδο και στο Ηράκλειο και ως Έφορος Αρχαιοτήτων στα Χανιά. Διετέλεσε Διευθυντής του Αρχαιολογικού Μουσείου Ηρακλείου και Γενικός Έφορος Αρχαιοτήτων. Παραιτήθηκε το 1977 από την Αρχαιολογική Υπηρεσία και ώς τη συνταξιοδότησή του το 1988 δίδαξε Υστεροβυζαντινή Δημώδη και Κρητική Λογοτεχνία στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Κρήτης.

Παντρεύτηκε τη Μάρθα Αποσκίτη, γνωστή φιλόλογο, με την οποία έζησε ώς το τέλος της ζωής του.

Από την πρώτη κιόλας περίοδο της επιστημονικής δραστηριότητάς του, στις αρχές τις δεκαετίας του 1950, κινήθηκε με μεγάλη άνεση ανάμεσα στην αρχαιολογία και τη φιλολογία. Ο κατάλογος των δημοσιευμάτων του, και στους δύο επιστημονικούς χώρους, είναι μακρύς. Ορισμένα άρθρα του, παρότι έχουν δημοσιευτεί πριν από πολλές δεκαετίες, εξακολουθούν να παραμένουν σημείο αναφοράς.Τα χρόνια της ωριμότητάς του πραγματοποίησε αρχαιολογικές ανασκαφές στον Λιμένα Κνωσού, τη Λεβήνα, την Αμνισό και την Αγία Πελαγία, τα αποτελέσματα των οποίων δημοσίευσε αργότερα.
Παράλληλα, ξεκίνησε την κριτική έκδοση κειμένων τις Κρητικής Λογοτεχνίας. Προηγήθηκαν ο «Απόκοπος» του Μπεργαδή και η «Βοσκοπούλα». Αποκορύφωμα της δραστηριότητάς του εκείνης τις περιόδου ήταν η νέα κριτική έκδοση, το 1980, του «Ερωτοκρίτου» του Βιτσέντζου Κορνάρου. Τα χρόνια που ακολούθησαν, με τη συνεργασία της Μάρθας Αποσκίτη, εξέδωσε υποδειγματικά και άλλα κείμενα της Κρητικής Λογοτεχνίας: την τραγωδία του Γεωργίου Χορτάτση «Ερωφίλη», την κρητοεπτανησιακή τραγωδία «Ζήνων» και τον «Κρητικό Πόλεμο» του Μαρίνου Τζάνε Μπουνιαλή.

 

Διαρκώς ανήσυχος, δεν αρκέστηκε στη μελέτη τις Κρητικής Λογοτεχνίας. Από την ενασχόλησή του με την υστεροβυζαντινή ποίηση προέκυψαν θεμελιώδεις εκδόσεις. Ένα αριθμό γλωσσικών μελετημάτων του, στα οποία παρέχονταν νέες ετυμολογίες για νεοελληνικές λέξεις, ανατύπωσε σε τομίδιο. Ύστερα από μεγάλη προεργασία παρουσίασε την κριτική έκδοση των «Ποιημάτων και πεζών» του Διονυσίου Σολωμού. Για το σολωμικό έργο αλλά και για άλλα θέματα της νεοελληνικής λογοτεχνίας έγραψε κι άλλες σπουδαίες συνθετικές μελέτες.

Ένα σημαντικό τμήμα της συγγραφικής παραγωγής εξήντα περίπου χρόνων, με τις απαραίτητες πάντα συμπληρώσεις, τύπωσε σε πέντε κομψούς τόμους, που εκδόθηκαν από τη «Στιγμή». Οι τίτλοι και μόνο των μελετών, που περιλαμβάνονται σε αυτούς, αποκαλύπτουν το εύρος των ενδιαφερόντων του.

Την τελευταία περίοδο της ζωής του ξεδίπλωσε, ακόμη περισσότερο, το πολύπλευρο ταλέντο του. Μετέφρασε υποδειγματικά και εξέδωσε «Σονέτα» του Ουίλλιαμ Σαίξπηρ. Στο τομίδιο «Το Εντευκτήριο» συγκέντρωσε μεταφράσεις ποιημάτων διαφόρων ξένων ποιητών. Στο ογκώδες βιβλίο του «Ελληνική Λογοτεχνία. Από τον Όμηρο στον 20ό αιώνα» έδωσε ακριβή εικόνα των κορυφαίων έργων και της εποχής τους στη διάρκεια τριάντα αιώνων. Στην έκδοση «Κείμενα Φιλίας και Μνήμης» στέγασε διάσπαρτα σε ποικίλα έντυπα κείμενά του για αγαπημένα του πρόσωπα, με τα οποία είχε συμπορευθεί για τις δεκαετίες.

Στους «Στίχους Επιστροφής», απελευθερωμένος από ενοχές, δεν δίστασε να δημοσιοποιήσει τις μύχιες σκέψεις του. Όλη σχεδόν η ζωή του, με κυρίαρχα στοιχεία τον έρωτα, τον χρόνο και την αναπόφευκτη φθορά, συμπυκνώνονται σε εξήντα ποιήματα.

Με την ανθολόγηση και μετάφραση τμημάτων τις ομηρικής «Οδύσσειας», κατάφερε να δώσει ένα νεοελληνικό κείμενο, κατανοητό στον σημερινό αναγνώστη.

Ο Στυλιανός Αλεξίου υπήρξε γνήσια αναγεννησιακός άνθρωπος. Μεταξύ των κατά καιρούς συνομιλητών του ήταν ο Γιώργος Σεφέρης, ο Οδυσσέας Ελύτης, ο Ζήσιμος Λορεντζάτος, με τους οποίους διατηρούσε τακτική αλληλογραφία, ανταλλάσσοντας απόψεις για θέματα κοινού ενδιαφέροντος.

Εκείνο όμως που τον έκανε ξεχωριστό άνθρωπο ήταν η ευγένεια και η απλότητα του χαρακτήρα του. Μπορούσες να συζητήσεις ώρες μαζί του, για οποιοδήποτε ζήτημα, χωρίς να έχεις την αίσθηση ότι σε αντιμετώπιζε από θέση ισχύος. Πάντα είχε απορίες για διάφορα επιστημονικά ζητήματα και δεν δίσταζε να σε κάνει κοινωνό του προβληματισμού του.

Για τελευταία φορά τον συνάντησα, τρεις εβδομάδες πριν από τον θάνατό του, στο Ηράκλειο. Στο διαμέρισμά του, στη οδό Μηλιαράκη 1, όπου ζούσε λιτά με την αγαπημένη του Μάρθα. Αν και ξαπλωμένος στο κρεβάτι αδημονούσε να συζητήσει για διάφορα θέματα. Τα σημάδια ωστόσο από την περιπέτεια τις υγείας του ήταν εμφανή.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έδειξε για την πρόσφατη έρευνά μου σχετικά με τις συνθήκες, κάτω από τις οποίες ολοκληρώθηκε η πρώτη κριτική έκδοση του «Ερωτοκρίτου», το 1915. Οι αποκαλυπτικές πληροφορίες που έδωσε για το ζήτημα, στηριζόμενος σε μαρτυρίες του συγγενικού περιβάλλοντός του, τεκμηρίωναν όσα αναφέρονταν σε έγγραφα της εποχής.

Ήταν γι’ αυτόν, φαίνεται, η ώρα του απολογισμού και τις αυτοκριτικής. Έτσι, ύστερα από μια νέα ανάγνωση τις «Οδύσσειας» του Νίκου Καζαντζάκη που είχε επιχειρήσει, σχολίαζε ορισμένες ποιητικές αστοχίες του αγαπημένου του συγγραφέα, αποτέλεσμα της επίδρασης των ψυχαρικών ιδεών. Με αφετηρία τη βιβλιοκρισία του Κωστή Παλαμά για την έκδοση του «Ερωτοκρίτου» του 1915, επισήμαινε την ανάγκη επανεκτίμησης του πλούσιου κριτικού έργου του, για το οποίο, παραδέχτηκε, ότι δεν τον είχε απασχολήσει, στον βαθμό που θα έπρεπε.

Παρότι είχε αρχίσει να συνειδητοποιεί ότι οι δυνάμεις του τον εγκατέλειπαν, με την ίδια μεθοδικότητα που πάντα τον διέκρινε, σχεδίαζε τις επόμενες κινήσεις του: να συνεχίσει τη μετάφραση ποιημάτων ξένων ποιητών που τον είχαν συγκινήσει, να ασχοληθεί με επιμέρους θέματα του σολωμικού έργου, να επιφέρει ορισμένες βελτιώσεις στα βιβλία που είχε τυπώσει… Ο θάνατος, όμως, διέκοψε μια μακρά και πολυδιάστατη διαδρομή. Η απώλεια για τα ελληνικά γράμματα, και όχι μόνο, είναι τεράστια.

ΚΩΣΤΑΣ Γ. ΤΣΙΚΝΑΚΗΣ

Μία πρώτη μορφή του κειμένου, με τον τίτλο «Στυλιανός Αλεξίου. Ξεχώρισε για την ευγένεια και την απλότητα του χαρακτήρα του», δημοσιεύτηκε στην εφημ. «Η Αυγή της Κυριακής» (17 Νοεμβρίου 2013).

 

 
Υπογράφοντας το πρώτο αντίτυπο της έκδοσης: Διονυσίου Σολωμού «Ποιήματα και πεζά» τον Μάιο του 1994, στο Τυπογραφείο των Εκδόσεων «Στιγμή» (Ζωοδόχου Πηγής 91-93).

Αποχαιρετισμός στον Μάριο Αντρέα Ριγκόνι

Mario Andrea Rigoni (Asiago, 2.6.1948 – Montebelluna, 15.10.2021)

~.~

Στις αληθινές φιλίες –ένα από τα θαύματα της ζωής–
λάμπει ένα αμυδρό φως αιωνιότητας: μόλις γινόμαστε φίλοι
και φαίνεται σαν να ήμασταν από πάντα.

MARIO ANDREA RIGONI, «Fondi di cassetto», 2019

Ανάμεσα στις τόσες πολλές φράσεις, αναμνήσεις και συναισθήματα που αναδύονται από τη φιλία μου με τον Μάριο, σκέφτομαι αυτόν τον αφορισμό του, τόσο αντιπροσωπευτικό του χαρακτήρα του και των όσων ο ίδιος ήταν ικανός να σου εμπνεύσει από την πρώτη κιόλας συνάντηση. Αξιαγάπητος, γενναιόδωρος, ευγενής, συμπονετικός, αυθόρμητος και γλυκός σαν παιδί.

Από το 2014 έως σήμερα τον συνάντησα τέσσερις φορές, συχνά μαζί με τη σύζυγό του Λουίζα, στο Μιλάνο, στην Πάντοβα και στην Ελλάδα. Διατηρούσαμε μια αδιάλειπτη επικοινωνία, γραπτή, τηλεφωνική, ακόμη και μέσω skype, μέχρι τις τελευταίες μέρες. Είχα την τιμή και την τύχη να μεταφράσω στα ελληνικά μια επιλογή από αφορισμούς και ποιήματά του, και πρόσφατα τη συλλογή διηγημάτων Η σκοτεινή όψη των πραγμάτων (Loggia, 2021), την οποία πρόλαβε να δει.

Τούτα τα φτωχά, ασυνάρτητα λόγια μου δεν επαρκούν, γιατί ο Μάριο Αντρέα Ριγκόνι ήταν ένα σπάνιο ον. Εδώ αισθάνομαι την ανάγκη να ανατρέξω στα λόγια του αγαπητού φίλου κινηματογραφιστή Τζόννυ Κονσταντίνο, ο οποίος γνώρισε τον Μάριο τον Γενάρη του 2020 και έγραψε ένα υπέροχο κείμενο για την συνάντησή τους εκείνη («In compagnia di Rigoni», Il primo amore, 31.1.2020): «Η συνάντηση με τον Μάριο Αντρέα Ριγκόνι είναι από εκείνες που, στα περιορισμένα όρια μιας ύπαρξης βιωμένης μες στη φωτιά του πάθους, καθιερώνει ένα πρότερον και ένα ύστερον».

Ο Μάριο έφυγε την 15η Οκτωβρίου, μέρα που γιορτάζεται η Αγία Τερέζα της Άβιλα, προστάτιδα των συγγραφέων, μια μυστικίστρια που πιθανόν θα ενέπνεε στον Μάριο άλλο ένα απαστράπτον ποίημα σαν εκείνα που μας άφησε τελευταία.

ΜΑΡΙΑ ΦΡΑΓΚΟΥΛΗ

~.~

~.~

Θοδωρής Καλογερόπουλος (1.8.1955-1.8.2021)

 

 

Τ Ρ Ι Α   Π Ο Ι Η Μ Α Τ Α

ΑΓΑΠΗΣΕ ΜΕ ΑΝ ΜΠΟΡΕΙΣ

Φωτιές ανάβουν στις οδούς
όνειρα καίνε
μέσα σε φλόγες και καπνούς
τα μάτια κλαίνε

Κι εγώ σε μαύρους ουρανούς
είμαι χαμένος
με αλυσίδες σε τροχούς
είμαι δεμένος

Λύσε με τώρα να μπορείς
λευτέρωσέ με
σώσε με τώρα αν μπορείς
και λύτρωσέ με

Πάρε με απόψε από δω
αγκάλιασέ με
απ’ τα σκοτάδια για να βγω
αγάπησέ με

Αγάπησέ με αν μπορείς
αγάπησέ με
έλα απόψε να με βρεις
λευτέρωσέ με

Φωτιές ανάβουν στις οδούς
φεγγάρια καίνε
λόγια μεγάλα μην ακούς
ψέματα λένε

Αυτή τη νύχτα του χαμού
όνειρα καίνε
μα εσύ αστέρι τ’ ουρανού
βοήθησέ με

Πάρε με απόψε από δω
αγκάλιασέ με
απ’ τα σκοτάδια για να βγω
αγάπησέ με

Αγάπησέ με αν μπορείς
αγάπησέ με
έλα πιο κάτω να με βρεις
λευτέρωσέ με (περισσότερα…)

Φίλιπ Λάρκιν, Tό Χορτοκοπτικό

 

 

Μετάφραση ΝΑΤΑΣΑ ΚΕΣΜΕΤΗ

Σαράντα μέρες ἀπό τήν τελευτή τοῦ Ποιητῆ Νίκου Φωκᾶ
Στήν ἀγαπημένη μνήμη του.

Τό χορτοκοπτικό σταμάτησε, δυό φορές· γονατίζοντας βρῆκα
Ἕνα σκατζόχοιρο καταπληγωμένο ἀνάμεσα στίς λεπίδες,
Σκοτωμένος. Ζοῦσε στό ψηλό γρασίδι.

Τόν εἶχα ξαναδεῖ, καί μάλιστα μιά φορά τόν τάϊσα.

Τώρα τόν ταπεινό του κόσμο εἶχα πλήξει
Ἀνεπανόρθωτα. Καμιά γιατρειά μέ τήν ταφή:

Τό ἄλλο πρωί ἐγώ σηκώθηκα, κι ἐκεῖνος ὄχι.
Ἡ πρώτη μέρα μετά ἀπό ἕνα θάνατο, ἡ νέα ἀπουσία
Πάντοτε ἴδια· καλύτερα νά εἴμαστε προσεχτικοί

Ὅσο ἀκόμα εἶναι καιρός
Ὁ ἕνας γιά τόν ἄλλον σπλαχνικοί.

~.~

Σημείωση της μεταφράστριας

Πρόκειται γιά ἕνα ἀπό τά λίγα ποιήματα τοῦ Larkin πού γράφτηκαν ἀνάμεσα στήν ἔκδοση τῆς συλλογῆς High Windows τό 1974 καί τόν θάνατό του τό 1985. Σ’ ἕνα γράμμα τῆς 20ης Μαϊου 1979 στή φίλη του Judy Egerton, ἔγραψε: » Τό Πάσχα βρῆκα ἕνα σκατζόχοιρο νά βολτάρει στόν κῆπο μου, ὁλοφάνερο πώς εἶχε μόλις ξυπνήσει ἀπό τή νάρκη του: δέχτηκε γάλα, ἀλλά γύρισε στόν ὕπνο του ὑποθέτω, καί ἔκτοτε δέν τόν ξανάδα». Στίς 10 Ἰουνίου τῆς ἴδιας χρονιᾶς ἔγραψε στήν Egerton: » Αὐτή ἡ μέρα ἦταν μᾶλλον καταθλιπτική: σκότωσα ἕνα σκατζόχοιρο καθώς ἔκοβα τό γρασίδι, φυσικά κατά τύχη. Ἔχω ἀναστατωθεῖ.» Τό Χορτοκοπτικό γράφτηκε στίς 12 Ἰουνίου.
Ἡ Betty Mackereth, πού ἐργαζόταν μαζί μέ τόν Larkin στήν Βιβλιοθήκη Brynmor Jones University of Hull, ἔγραψε γιά τό ποίημα: «Θυμᾶμαι πολύ καλά τόν Φίλιπ νά μοῦ λέει γιά τόν θάνατο τοῦ σκατζόχοιρου, στό γραφεῖο του τό ἑπόμενο πρωί, μέ δάκρυα νά κυλοῦν στό πρόσωπό του.» ( Τhe Philip Larkin Society Website, May 2002). Ἡ ἐκτίμηση τοῦ μακαριστοῦ Νίκου Φωκᾶ στό πρόσωπο καί τήν ποίηση τοῦ φίλου του Philip Larkin εἶναι γνωστή.
Τά ἔργα ποὺ κοσμοῦν τήν ἀνάρτηση εἶναι τοῦ Γεώργιου Προκοπίου («Ἀθάνατα»).

 

 

 

Άνθρωπος κατά Αντιανθρώπου

~.~

Το απόσπασμα που ακολουθεί προέρχεται από κείμενο του Μίκη Θεοδωράκη γραμμένο το καλοκαίρι του 1968 επί δικτατορίας. Θησαυρίστηκε το 2019 στην πολύτομη συναγωγή των δημοσιολογικών του παρεμβάσεων Πολιτικά: Θεωρία και Πράξη απ’ όπου και το αναδημοσιεύουμε. Καθώς αποτυπώνει την εξ αρχής ενιαία και αδιαίρετη στάση του Θεοδωράκη απέναντι στην Ιστορία και την Τέχνη, προσφέρεται νομίζουμε για να κλείσει το επταήμερο αφιέρωμα του Νέου Πλανόδιου προς τον μεγάλο δημιουργό και αγωνιστή, ο οποίος τις ώρες ετούτες, Πέμπτη 9 Σεπτεμβρίου 2021, κηδεύεται στο πάτριο χώμα της Κρήτης.

Το ΝΠ ευχαριστεί θερμά τους φίλους καλλιτέχνες, λογοτέχνες και στοχαστές που συνέβαλαν στον πολύπτυχο αυτόν αποχαιρετισμό. Και ονομαστικά, τους Γιώργο Μπλάνα (δις), Γιώργο Ανδρέου, Νίκο Ξυδάκη, Φίλιππο Τσαλαχούρη, Ιωάννα Τσιβάκου, Παρασκευά Καρασούλο, Κώστα Χατζηαντωνίου, Γιάννη Βασιλόπουλο και Χρήστο Μποκόρο.

~.~

Σήμερα, ίσως περισσότερο από κάθε άλλη εποχή, η κρίσιμη μάχη θα δοθεί ανάμεσα στον άνθρωπο και τον αντιάνθρωπο. Από την εποχή των σπηλαίων φτάσαμε επιτέλους μπροστά στη μεγάλη πύλη του ελευθερωμένου από την ανάγκη ανθρώπου. Δεν μας χωρίζει πια παρά μονάχα ένα σκαλοπάτι. Που μονομιάς έγινε άβυσσος. Έγινε ο μεγαλύτερος κίνδυνος απ’ όσους πέρασε ώς σήμερα η ανθρωπότητα. Το όπλο της τίγρης είναι τα νύχια. Ο άνθρωπος του Νεάντερνταλ είχε την πέτρα. Οι Έλληνες είχαν τα τόξα. Οι σταυροφόροι τις λόγχες. Ο Χίτλερ τα κρεματόρια. Τον αντιάνθρωπο στηρίζει η αδιαφορία των άλλων, και πρώτα απ’ όλα των δημιουργών· των πνευματικών οδηγών.

Όμως είναι άραγε αδιαφορία ή κάτι βαθύτερο; Αν και ζούμε σε μια εποχή όπου κυριαρχούν τα μέσα ενημέρωσης και διαφωτισμού, ωστόσο από την επομένη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου οι μεγάλοι δημιουργοί όλο και λιγοστεύουν, η πνευματική παραγωγή απασχολεί όλο και λιγότερο τις μεγάλες μάζες.

Εδώ και πολύ καιρό τα μεγάλα γεγονότα που απασχολούν τη διεθνή κοινή γνώμη είναι ο πόλεμος, οι κοινωνικές αναταραχές και οι πολιτικές εξελίξεις. Πολύ λίγο τα επιστημονικά επιτεύγματα. Και σχεδόν καθόλου η καλλιτεχνική και πνευματική δημιουργική δραστηριότητα· μεγάλα καλλιτεχνικά ονόματα βυθίζονται σταθερά στη λήθη.

Σ’ αυτή την κορυφαία στιγμή ό,τι αποτελεί τον σκληρό πυρήνα του ανθρώπου, ο δημιουργός του πολιτισμού, ο καλλιτέχνης, ο πνευματικός οδηγός, είναι απών. Απέναντι στον αντιάνθρωπο που μας δολοφονεί, ο άνθρωπος, χωρίς την παρουσία του πνευματικού δημιουργού, παραμένει γυμνός και απροστάτευτος. Πού να οφείλεται άραγε αυτή η τραγική απουσία;

Τα τελευταία πενήντα χρόνια η ανθρωπότητα γνώρισε μια σειρά βαθιές αλλαγές, που δημιούργησαν μια καινούρια εποχή. Λαοί σκλάβοι έγιναν ελεύθεροι. Τάξεις υπόδουλες έγιναν κυρίαρχες. Μάζες υπανάπτυκτες γνώρισαν την πρόοδο. Αγροτικοί πληθυσμοί πέρασαν στη βιομηχανία. Οι επαφές πολλαπλασιάστηκαν. Η διακίνηση των γνώσεων, των ιδεών, των ειδήσεων και των μαζών πήρε χαρακτήρα πρωτοφανή.

Μονομιάς η Γη μας μίκρυνε. Τα σύνορα ουσιαστικά κατέρρευσαν. Η τυπογραφία, οι τηλεπικοινωνίες, η μαγνητοφώνηση έφεραν στις πύλες της πνευματικής δημιουργίας εκατοντάδες εκατομμύρια ανθρώπους.

Φαίνεται όμως ότι οι πνευματικοί δημιουργοί βρέθηκαν απροετοίμαστοι μπροστά σ’ αυτό το γιγαντιαίο παλιρροϊκό κύμα των μαζών. Η καλλιτεχνική έκφραση, που απευθυνόταν ως τότε σ’ ένα επιλεγμένο κοινό, είχε προχωρήσει μέσα από τους δαιδάλους της τεχνικής προς νέες περίπλοκες μορφές, στρυφνές και αινιγματικές. Για να μπεις στα άδυτα του νέου έργου τέχνης πρέπει να διαθέτεις πολλά «ειδικά κλειδιά».

Έτσι, ενώ ο σύγχρονος τεχνικός πολιτισμός αποδέσμευε όλο και μεγαλύτερες μάζες για να τις φέρει κοντά στο έργο τέχνης, το έργο τέχνης απευθυνόταν σε όλο και πιο εξειδικευμένο κοινό. Είχαμε δηλαδή μια αντίστροφη πορεία, που τελικά απομόνωσε τους σύγχρονους δημιουργούς και άφησε το μεγάλο κοινό, τη στιγμή που μπόρεσε επιτέλους να χτυπήσει την πόρτα της τέχνης, δίχως σύγχρονο καλλιτεχνικό έργο που να το κατανοεί και να το συγκινεί. Με μια λέξη, που να το αφορά.

Όμως ο πνευματικός δημιουργός όχι μόνο βρέθηκε απροετοίμαστος μπροστά σ’ αυτή την αιφνίδια και ριζική αλλαγή. Αλλά φαίνεται ότι αυτή η πολύχρωμη, πολύγλωσση και πολυεθνική μάζα τον τρομάζει. Αισθάνεται έτσι την ανάγκη να αποσυρθεί. Ο διψασμένος για πνευματικό καλλιτεχνικό έργο λαός, όλες αυτές οι φρέσκες, γεμάτες υγεία και κίνηση δυνάμεις δεν θα βρουν νερό για να ξεδιψάσουν.

Παράλληλα, μια άνευ προηγουμένου μαζική πλύση εγκεφάλου αρχίζει, με επίκεντρο έναν νέο τύπο ζωής βασισμένο εξ ολοκλήρου σε υλικά αγαθά. Ολόκληρη η δημιουργική ζωτικότητα των μαζών αποξηραίνεται προοδευτικά από τους χυμούς της ανθρωπιστικής παιδείας, των ιδανικών και των οραμάτων, όπως μας τα προσφέρει το έργο τέχνης και γενικότερα η πνευματική δημιουργία. Μ’ αυτό τον τρόπο δημιουργείται το «ιδεώδες» κοινωνικό περιβάλλον για να μπορέσει να σταθεί και να κυριαρχήσει ο αντιάνθρωπος.

ΜΙΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ

~.~

Κρατώ κρυμμένα τα όνειρά μου στα τραγούδια σου

 

Ο ΧΡΗΣΤΟΣ ΜΠΟΚΟΡΟΣ γράφει για τον ΜΙΚΗ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗ

Ο ήλιος εβασίλεψε… κοίταξα πάνω κι είδα δυό φτερά μεγάλα να κινούνται αργά μα μέχρι να τα δω καλά και να τα ξεχωρίσω αλλάξαν σχήμα, μπλέξανε στα σύννεφα ψηλά μέσα σε φωτεινά σταχτιά γαλάζια γκρίζα ρόδινα, τα ‘χασα… συννεφιασμένη η μέρα απ’ το πρωί, θλιμμένη κι ο ουρανός βαρύς. Άσπρο πανάκι όρθιο σ’ ένα πλεούμενο σκαρί ακινητεί στο λιμανάκι. Ήσυχα όλα. Αλύτρωτος ο αγώνας σου και φεύγεις τον στερνό σου δρόμο απόψε.

Μένουν οι μουσικές σου θα μου πεις αλλά πώς να τραγουδηθούνε τα τραγούδια σου ορφανά χωρίς αγώνες κι όνειρα ελεύθερης περήφανης πατρίδας; Έγινε πλήθος ο λαός, στατιστικές και αριθμοί, επιθυμίες αχαλίνωτες κι εγωισμοί μας κατατρέχουνε περήφανοι για ότι νά ’ναι. Αχ πώς μας ξεγελάσαν τα τραγούδια σου! Πόσο γλυκά πιστέψαμε στην ακριβή τους λευτεριά και στην αδερφοσύνη!

Τώρα αγκαθάκια κι αγκυλώνουν. Ανάπηρη η ελευθερία που μας πουλάει η εποχή, αγορασμένα τα αγαθά, εισαγόμενα απ’ αλλού, ανάδελφη η πατρίδα, κοιτάει καθένας να σωθεί όπως μπορεί, λούσα κι αγοραθεραπεία η ζωή, κρυμμένη στα ρηχά η αγωνία. Φεύγεις κι εσύ, ναι, ξέρω, όλα φεύγουνε, κι εμείς, το σώμα είναι που φεύγει, η ψυχή, το πνεύμα είν’ αλλού, αλλά νά… κρατώ κρυμμένα τα όνειρά μου στα τραγούδια σου κι εσένα ζωντανόν στη μνήμη μου ακόμα αντρειωμένον μα είναι στα χέρια μου αναμμένα μαύρα κάρβουνα όλα αυτά, καμένα…

ΧΡΗΣΤΟΣ ΜΠΟΚΟΡΟΣ

 

 

 

Η εποχή και το όραμα του Μίκη Θεοδωράκη

 

Ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΛΑΝΑΣ γράφει για τον ΜΙΚΗ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗ

Κλείσε μέσα στην ψυχή σου την Ελλάδα
και θα αισθανθείς μέσα σου να πλημυρίζει
κάθε είδος μεγαλείου – και θα είσαι ευτυχισμένος.
ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΣ

Η μυθιστοριογραφία που ερωτοτροπεί –ενίοτε επιτυχώς– με την αλήθεια και την οποία ονομάζουμε ιστοριογραφία, αμηχανούσε πάντα, όταν έπρεπε να αντιμετωπίσει το ζήτημα της ιστορικής προσωπικότητας. Συνήθως τραύλιζε μια εκδοχή του «οργανωτή» της κοινωνικής ζωής τύπου Σπένγκλερ (πολύ πριν ο ίδιος ο Σπένγκλερ εκθέσει ενώπιον της υπέργηρης Ευρώπης τον ιστορικό «υπεράνθρωπό» του) – μέχρι ν’ αρχίσει να τρεκλίζει προς το νομιμόφρον υποκείμενο των στρουκτουραλιστών, το υποκείμενο κατασκευή της εποχής του.

Και στην μία και στην άλλη περίπτωση, το αποτέλεσμα –τουλάχιστον για την «πλοκή»– ήταν το ίδιο: οργανωτής ή ενεργούμενο, κατασκευαστής ή κατασκεύασμα της εποχής της, η μεγάλη προσωπικότητα αντλούσε το μεγαλείο της από την σύμπτωση, την αντιστοιχία, την ομολογία με το ιστορικό περιβάλλον εντός του οποίου υπήρξε.

«Σύμβολο» μιας εποχής, «εικόνα» και «ψυχή» της, είναι μερικές από τις ρητορικές αποστροφές, που χρησιμοποιεί η ιστοριογραφία γι’ αυτά τα πρόσωπα. Πού και πού τους εκχωρεί το δικαίωμα να έχουν υπάρξει με κάποιον διαδραστικό –ούτως ειπείν– τρόπο: κάτι έδωσαν, κάτι πήραν, κάτι διαμόρφωσαν και από κάτι διαμορφώθηκαν.

Τα σκέπτομαι αυτά, καθώς το ίνδαλμα Μίκης Θεοδωράκης, ο δημιουργός με τον οποίο ταυτίστηκαν άγνωστο πόσοι Έλληνες (δημιουργοί και μη) αποδήμησε πλήρης ημερών – πλην βρέφος ακόμα των αιώνων που του του ανήκουν.

Και διερωτώμαι: Ποια ήταν η σχέση του με τον εποχή του;

Ήταν ο σπουδαίος εκφραστής, το σύμβολο, η εικόνα της, έρχεται η πρώτη, αυθόρμητη απάντηση, ενισχυμένη από τον θαυμασμό με τον οποίον τον περιέβαλε η συντριπτική πλειοψηφία των Ελλήνων (ως επί το πλείστον της εποχής του). Τότε, γιατί πολλοί από τους θαυμαστές του διαμαρτύρονταν συχνά και όχι πάντα πολιτισμένα για τις επιλογές του; Γιατί ενώ κανείς –εκτός από τις κυβερνητικές μηχανές, εκείνα τα Κυβόργια που περιφέρονται ανάμεσά μας ως «επιτυχημένα» στελέχη επιχειρήσεων– δεν αμφέβαλε ποτέ για την μουσική μεγαλοφυΐα του, συχνά χαρακτηριζόταν αμφιλεγόμενη προσωπικότητα; Μήπως επειδή η εποχή του ήταν αμφιλεγόμενη; Καθόλου. Η εποχή του ήταν γεμάτη παράδοξα (όπως κάθε εποχή λίγο ως πολύ) αλλά όχι ασαφής. Η παραδοσιακή ολιγαρχία επιχειρούσε να αντιμετωπίσει, με σταλινικές μεθόδους, την κοινωνική, πολιτιστική και πολιτισμική αφύπνιση ενός πολιτικά αδέξιου λαού, του οποίου μόνο ένα περιορισμένο τμήμα πίστευε πως η σταλινική ΕΣΣΔ είναι κοινωνικό μοντέλο της προκοπής. Ο στρατός και τα σώματα ασφαλείας εκπροσωπούσαν την βαρβαρότητα, η Εκκλησία τον σκοταδισμό και οι εργάτες και αγρότες την δίψα για ειρήνη και ευημερία. Επειδή αυτήν την σαφήνεια –βεβιασμένη, τεχνητή οπωσδήποτε– την είχε επιβάλλει η ολιγαρχία δια πυρός και σιδήρου, όλος ο βιωματικός πλούτος, που διέτρεχε τα αντίπαλα «στρατόπεδα» -εκφρασμένος από άτομα και ομάδες που δεν ταυτίζονταν με τις σκέψεις και τις ενέργειες των κατ’ επίφαση «ομοϊδεατών» τους- πνιγόταν σε ένα περιβάλλον ουσιαστικά δικτατορικό από το 1936 μέχρι το 1975 (παρά το μεταπολεμικό διάλειμμα μιας δημοκρατίας-φάρσας).

Αυτή ήταν η εποχή του Μίκη Θεοδωράκη, ο οποίος –όπως όλοι οι σπουδαίοι άνθρωποι- στάθηκε απέναντί της. Από εδώ προκύπτει το μεγαλείο του– όχι από την πλήρη σύμπλευσή του με την αθλιότητα, την παραδοξότητα ενός έθνους που είχε αποφασίσει –παρά τις καλές του προθέσεις– να αλληλοσπαραχτεί για λογαριασμό στερεοτυπικών κοινωνικών μοντέλων, κατεργασμένων από μυστικές υπηρεσίες και διανοούμενους αργυρώνητους παλιάτσους. Στο βάθος αυτού του αδιέξοδου αλληλοσπαραγμού ασφυκτιούσαν αρχές, αξιώματα, δεδομένα, επιθυμίες, παραστάσεις συναισθήματα, θεμελιώδη για την ύπαρξη και την ευημερία ενός έθνους.

Ο Θεοδωράκης προσηλώθηκε σε αυτά, χωρίς να εγκαταλείψει την Αγορά, την πραγματικότητα της Πόλεως (και στο σημείο αυτό υπήρξε Έλληνας Άνθρωπος με την κλασική έννοια). Και στην πραγματικότητα, ο μόνος συνομιλητής του ήταν το όραμα μιας Ελλάδας ιδανικής μέσα στην καθημερινότητα, τον ερωτισμό, την χαρά για την ζωή και την φιλελευθερία της.

Στάθηκε μόνος! Αυτό λένε οι σκέψεις και οι πράξεις του.

Υπήρξε ιδιοφυής μουσουργός, με συμβολή στην πρωτοτυπία. Λάτρευε τον Bach και επέστρεφε συνεχώς σε αυτόν, αλλά η μουσική γραμματική του ανήκε στην ρωσική avant-garde: Προκόπιεφ, Στραβίνσι, Σοστακόβιτς. Συνέθεσε συμφωνίες, αλλά έγραψε και τραγούδια τα οποία χόρεψαν άνθρωποι που αν άκουγαν ποτέ μια Συμφωνία θα τους έπιανε πονοκέφαλος. Υπήρξε κομμουνιστής, αλλά δεν ανεχόταν τον δογματισμό. Υπήρξε βουλευτής του ΚΚΕ, αλλά άσκησε καταιγιστική κριτική στις οργανωτικές αρχές και τις πολιτικές προθέσεις του. Θα μπορούσε κανείς να πει πως ήταν βαθιά Αντιεξουσιαστής. Και ήταν – με την έννοια του μεγάλου δημιουργού, που τολμάει ν’ αντικρίσει το οντολογικό χάος, την απουσία νοήματος, το «τετριμμένο» του βίου και αναλαμβάνει να δημιουργήσει σημασίες, ανασύροντας από το χάος την γεμάτη νόημα καρδιά του. Αυτή η καρδιά ήταν για τον Θεοδωράκη η Ελλάδα: ένα κορίτσι έτοιμο να ζήσει με όλη την σημασία του ρήματος, ψιθυρίζοντας τον στίχο του Αρχίλοχου: Η ζωή με τραγούδια εξημερώνεται…

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΛΑΝΑΣ

 

 

 

Γράμμα στον Μίκη Θεοδωράκη

 

Αθήνα, 5 Σεπτεμβρίου 2021

Αγαπητέ κύριε Μίκη Θεοδωράκη,

Αν ήμουν αρκετά γενναίος, αυτό το γράμμα θα το διαβάζατε ο ίδιος. Θα είχα φροντίσει να μελετήσω πιο προσεκτικά τα βήματά σας, την πορεία σας στη μουσική, στη ζωή, στην πολιτική – θα σας είχα ευχαριστήσει. Αν το είχα κάνει, ίσως να σας χάριζα κι ένα χαμόγελο. Αν το είχα κάνει, θα είχα τώρα κι ένα λόγο να κρατήσω. Όμως απέτυχα.

Τώρα φύγατε κι εγώ ξέρω πως δε στάθηκα γενναίος. Βρέθηκα ανέτοιμος στον αποχαιρετισμό μας. Και φταίω. Γιατί όταν δε φτάνουν οι λέξεις μας απέναντι στο σπουδαίο, δεν είναι που δεν υπάρχουν λέξεις. Είναι που δε φροντίσαμε να τις συλλέξουμε μία-μία προς τιμήν του. Θα σας κερνούσα μαστίχα, αλλά δεν προνόησα. Πέρασε η ώρα της συγκομιδής κι εκείνη έμεινε στο χώμα. Έτσι τέλειωσαν οι λέξεις.

Αυτό είναι το λάθος μου, κύριε Θεοδωράκη. Εσείς μου δώσατε το μέτρο να ξέρω πόσο απέχω απ’ τη ρώμη ενός αγωνιστή, πόσο απέχω απ’ τη λεπτότητα των αισθημάτων ενός τρυφερού ποιητή του λόγου και της μουσικής. Κι εγώ που δε σας έδωσα τίποτα πίσω, θα αναζητώ τώρα τις διαδρομές του έργου και της ιστορίας σας, μήπως πάρω δύναμη απ’ την ορμή σας, μήπως κλέψω φως απ’ τον ήλιο της όμορφης πόλης σας που διαρκώς ανατέλλει.

Κύριε Θεοδωράκη, σε εσάς, που η αγάπη σας υπήρξε τόσο μεγάλη, μια αγάπη που ο Σεφέρης θα έλεγε πως ήρθε αδελφωμένη με το χρέος ενός αγωνιστή, έστω και τώρα σας δίνω το λόγο μου – στα διλήμματα που ποτέ δεν παύουν να έρχονται, στις κρίσιμες επιλογές, στους στίχους και στη ζωή μου, να κάνω την αγάπη σας πυξίδα μου και, όσο καταφέρω, να πορευτώ γενναία κι εγώ, όπως ζήσατε.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΟΣ

 

Ο Γ.Β. γεννήθηκε το 1998 στην Αθήνα. Το 2013, σε ηλικία 15 ετών διακρίθηκε ως στιχουργός στην Τέταρτη Ακρόαση Νέων Δημιουργών της Μικρής Άρκτου, από την οποία κυκλοφορούν το βιβλίο του Αδιανόητα διαφορετικοί (2013), ο παιδικός δίσκος Ποιος μου χάλασε το τραίνο που συνυπογράφει με τον στιχουργό Παρασκευά Καρασούλο (Μουσική Γιώργος Ανδρέου, 2015) και ο πρώτος του προσωπικός δίσκος Τρίτη έξοδος (μουσική Σπύρος Παρασκευάκος, ερμηνεία Δήμητρα Σελεμίδου, 2017). Είναι τελειόφοιτος στο τμήμα Ιστορίας και Φιλοσοφίας της Επιστήμης του Πανεπιστημίου Αθηνών.

 

 

Το μουσικό σύμβολο του νέου ελληνισμού

 

Ο ΚΩΣΤΑΣ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ γράφει για τον ΜΙΚΗ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗ

Ο τιτάνιος δημιουργός που πραγμάτωσε το μουσικό πεπρωμένο του νέου ελληνισμού (στην πιο υψηλή έννοια της μουσικής), ο άνθρωπος που υψώθηκε σε θέση ιστορικού συμβόλου, δεν είναι πια εν ζωή. Διακόσια χρόνια μετά την Παλιγγενεσία και εκατό χρόνια μετά την Καταστροφή, απέρχεται αλλά μας αφήνει μιαν ατίμητη κληρονομιά.

Γεννημένος σε γη θερισμένη και αλωνισμένη από τον θάνατο, υπό το βάρος της μικρασιατικής τραγωδίας και υπό τη διάψευση των έσχατων ελπίδων που γέννησε το έπος της εθνικής αντίστασης, ο Μίκης Θεοδωράκης αφουγκραζόταν όσο ελάχιστοι το βήμα των νεκρών αλλά και την απόγνωση των ζωντανών αυτού του Τόπου. Μεγάλος στη νεανική τραγική του εκλογή, ωραίος στην ορμή για πράξεις ανδρείες, θαυμαστός στον έρωτά του για τη δόξα –κάτι που ποτέ δεν έκρυψε–, κατέκτησε με το Έργο του το δικαίωμα να μας ζητά, με όποιο τρόπο ήθελε, να σταθούμε στο ύψος της ιστορικής μας αποστολής και αυτού που ονόμαζε «όραμα της εθνικής αναγέννησης».

Ακλόνητος στην πίστη του για ένα πολιτισμό δύναμης και ζωτικής ορμής, ξένος προς τις μελοδραματικές ψευτιές που διακινούν πολλοί για να καμαρώνουν μπροστά στον καθρέφτη φορώντας τενεκεδένια παράσημα ευαισθησίας, αυτός μόνον ένα καθρέφτη αναγνώριζε: τα μάτια των ανθρώπων του Λαού μας. Υπήκοος αυτής της απόφασης όχι απλώς υπερασπίστηκε την Παράδοση (που μετά τον Πόλεμο φαινόταν να οδεύει προς ιστορικό θάνατο), αλλά επιβεβαιώνοντας πως μυστικές πνευματικές δυνάμεις δρουν κάτω από αμφιλεγόμενες πολιτικές επιφάνειες, ανανέωσε τους εκφραστικούς πυρήνες του ελληνικού μέλους συγχωνεύοντας τον δωρικό και τον ιωνικό ρυθμό τόσο ιδανικά ώστε να καταστεί για τον νέο ελληνισμό αυτό που ήσαν (τηρουμένων των αναλογιών) ο Πίνδαρος στους αρχαίους, ο Ρωμανός ο Μελωδός στους μέσους χρόνους.

Η επέλαση των μουσικών του θεμάτων, οι εναλλαγές αισθηματικών ορμών, οι απότομες είσοδοι, οι ισχυρές ανελίξεις σε κορυφώματα δυναμικότητας που διατηρούν όλη τους την ένταση, η ισορροπία διονυσιακού και απολλώνιου στοιχείου, ο τρόπος που συντόνιζε με οργιαστική, μυσταγωγική και μαντική δύναμη, επικά, λυρικά και ελεγειακά μέρη, κατέδειξαν πως ήταν ο Πρώτος. Παιάνες, μοιρολόγια, συμφωνικά έργα, καντάτες, λαϊκά τραγούδια, ύμνοι, ορατόρια, διθύραμβοι ένωναν συγκρούσεις κι αγωνίες, υποσυνείδητες φωνές και ηθικές κατευθύνσεις. Ο αδιάπτωτος, αισχύλειος τρικυμισμός της μουσικής ψυχής του, που σκανδαλίζει σιδώνιους και ευριπίδειους χαρακτήρες, τρικυμισμός που γεννήθηκε από το δημοτικό τραγούδι και τη βυζαντινή υμνογραφία, αλλά και μεγάλες επιτεύξεις της δυτικής μουσικής, ποτέ δεν έχασε τη κρητομυκηναϊκή αγνότητα, ποτέ δεν έκανε παραχωρήσεις προς λιγωτικά σιρόπια της ανατολής ή χαβανέζικες εκδοχές δύσης. Κορφολογώντας τα πιο όμορφα βλαστάρια της δημοτικής παράδοσης και του ζωντανού τραγουδιού, που πάντα ανθίζει στα χείλη του λαού, έστησε ένα λαμπρό Οικοδόμημα, με θεμέλια τα τρία μεγάλα οργανικά στοιχεία του ελληνικού τραγουδιού (τον Λόγο, τη Μουσική και τον Χορό), συναρμόζοντας κλασική και κοινοτική παράδοση, λόγια και λαϊκή ψυχή.

Και οι πολιτικές του ανακολουθίες; θα παρατηρήσουν οι ψυχροί ορθολογιστές με το σπασμένο θερμόμετρο στο χέρι και τον υδράργυρο στη γλώσσα. Είναι τόσο δύσκολο λοιπόν να στοχαστούμε ιστορικά, να σκεφτούμε πως μετά από μερικές δεκαετίες, όταν οι πρόσκαιρες ιδέες και οι συμπτωματικές πράξεις σβήσουν, θα μείνει το Έργο που θα φωτίζει στους αιώνες τον νου και την καρδιά ενός Λαού;

ΚΩΣΤΑΣ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ