Κώστας Κουτσουρέλης, Ρουμπαγιάτ

*

Σε κάποια ακτή απ’ όλους ξεχασμένη
σε γλώσσα τώρα γράφω που πεθαίνει.
Κανείς δεν πρόκειται να με διαβάσει·
το μέλλον μου δεν με καταλαβαίνει.

* * *

Πόσο καλή ’ναι η θάλασσα μαζί μου.
Σοφά καταβροχθίζει το κορμί μου –
όπως η άνοια κατατρώει τη μνήμη
κι ο άνεμος τις θίνες της ερήμου.

* * *

Τα μάτια καίνε. Ήλιος, σκόνη, αλάτι.
Εμπρός μου μια σκιά μου δείχνει κάτι.
Πού είμαι; Στην πλατεία ενός θεάτρου
ή στη σκηνή του; – Σε μια οφθαλμαπάτη.

* * *

Στην κοσμοσυρροή. Στέκομαι μόνος.
Γέλια παντού. Νεανίσκοι της Σιδώνος
χειρονομούν σαν σε βουβή ταινία.
Σιωπά κουδούνι χαλασμένο ο χρόνος.

* * *

Έξω, πουλιά. Του ανεμιστήρα η δίνη
παίρνει την ιαχή τους και τη σβήνει,
τη φέρνει εδώ θαμπή, ξεθυμασμένη.
Γυμνή από κάθε ηδονή ή οδύνη.

* * *

Πολύβουος ύπνος. Μέσα του αν σε κλείσουν
χίλιες φωνές ζητούν να σου μιλήσουν –
για να σου πουν άραγε τι; Φυλάξου!
Αν τις ρωτήσεις ίσως σου απαντήσουν.

* * *

Πίσω απ’ τα μαύρα σου γυαλιά, ευταξία.
Του φίλτρου τα νηφάλια εργαλεία
κατανικούν τα πάθη των χρωμάτων.
Προπάντων του άσπρου την αλαζονεία.

* * *

Παίρνω μια λέξη και τη γράφω: Ίσως.
Στο «ναι» και στ’ «όχι» ανάμεσα, μια νήσος
μυστηριώδης όσο εκείνη του Ιουλίου.
Ή ο χρησμός που αγνόησε ο Κροίσος.

* * *

Το αίμα μου όταν σκύβει να βυζάξει
δεν το ενοχλώ – τα πάντα είναι σε τάξη.
Για μένα απλώς: Αφαίμαξη. Για εκείνο:
Επιθυμία που έχει γίνει πράξη.

* * *

Εκεί που κάθομαι παγώνω ωσότου
το κόκκινο τελειώσει εργόχειρό του.
Όπως κι εγώ, έτσι κι εκείνο γράφει.
Και υπογράφει με το βουητό του.

* * *

Μισοθαμμένο στην ακτή κοχύλι.
Σεντέφι ραδινό, ανάερη ύλη,
συχνά σε παρομοιάζουν με αιδοίο.
Κλείνω τα μάτια. Αναπολώ τα χείλη.

* * *

Το πείσμα του; Του εφήβου ή του βανδάλου.
Δεν πρόσπεφτε σε γόνατο αντιπάλου.
Υπάκουε στη Φωνή, έδινε μάχες.
Οικτρά ηττήθηκε. Όπως όλοι εξάλλου.

* * *

Ούτε φωστήρας ούτε αιθεροβάτης.
Του δόθηκε τα έργα της απάτης
να βλέπει – και το πλήρωσε αναγκαία.
Μισθό η Κασσάνδρα έχει τη μοναξιά της.

* * *

Κάθε σκιά στον τοίχο μια ιστορία,
κάθε ιστορία μια σκιαμαχία,
το αρνητικό κάποιας στιγμής τυχαίας
φερμένο από του χρόνου τα ορυχεία.

* * *

Το βλέμμα μου στο βλέμμα του. Παλεύω
για λίγη επιβεβαίωση, λες κλέβω
τη συγκατάβαση έτσι του καθρέφτη. –
Αυτός δεν είναι εγώ. Ποιον κοροϊδεύω;

* * *

Την επιφάνεια προσπαθώ να ξύσω,
λευκή η οθόνη μού κρατάει το ίσο.
Θα μπω, της λέω, και θα βρω τι κρύβεις.
Και μου απαντά να μην το επιχειρήσω.

* * *

ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ

*