Yπερσιβηρικός

*

του ΘΑΝΟΥ ΓΙΑΝΝΟΥΔΗ

Μνήμη Ορέστη Λάσκου
Και το τρένο της προόδου ολοταχώς
τρέχει σαν τρελό μέχρι να φτάσει
όσο γίνεται μακρύτερα απ’ το φως,
το Θεό,
την αγάπη
και την πλάση
ΝΤ. ΜΙΖΓΚΟΥΛΙΝ (μτφρ. Αλ. Πάρνη)

Περίμενα χρόνια να ’ρχόταν το τρένο,
λουσμένος με σκόνη μυριάδων σταθμών
― στον κόσμο γεννιέμαι, σιωπώ και πεθαίνω,
παιχνίδι της μοίρας και πάντα υπ’ ατμόν.
Μα πάλι η φωνή μυστικά θα καλεί
ψυχές π’ αρνηθήκαν τις έτοιμες λύσεις.
Ω, πράξη σαν γίνει ετούτ’ η οφειλή,
τον δούλο σου, Κύριε, μπορείς ν’ απολύσεις!

Ποιος μ’ έβαλ’, αλήθεια, σ’ αυτό το ταξίδι
σκεφτόμουν πνιγμένος στο μαύρο βυθό.
Μα σάμπως το ίδιο δε ’λέγαν κι όσοι ήδη
σβηστήκαν, μα κι όσοι θα βγουν σαν χαθώ;
Κουκκίδα μικρούλα η ζωή μας, ενώ
ο Χρόνος τις μαύρες σελίδες απλώνει
και μοιάζει σχεδόν γλαφυρό το κενό,
καθώς αγναντεύεις της στέπας το χιόνι.

Τις χώρες ετούτες των πάγων Κοζάκοι
διαβαίναν, στ’ αλόγου τις σέλες ορθοί
―με τέτοιες ελπίδες κοιμόμουν παιδάκι,
μα το παραμύθι ξανά δεν θα ’ρθεί―
Μονάχα οι ράγες που ηχούν δυνατά
σε δρόμο που μοιάζει σκοπό να μη φέρει
και πάντα ο ανήξερος φίλος ρωτά
γιατί στις χαρές η καρδιά μου υποφέρει.

Χαρές κι αρραβώνες και κόρες κι εγγόνια
και κάπου στη δύση το Βλαδιβοστόκ.
Με χρώματα μύρια βαμμένα βαγόνια,
παιδία να ξεχνιούνται, να φεύγει το στοκ…
Αλίμονο! Η πλάση βαδίζει τυφλά
κι ανόμοιοι ανθρώποι την ίδια ζουν πλάνη
― ακόμα και τ’ άσπιλο Φως σκουντουφλά
καθώς διαλαλούν πως μπορεί να πεθάνει!

Ποιοι να ’χουν το σθένος ενός Μαγιακόφσκι
ν’ αλλάξουν το τέλος που έχει οριστεί;
Εντός τους μιας άλλης ζωής θα υποφώσκει
το χάος, μα τούτης θα μένουν πιστοί.
Ο μέσα παλμός τους θα σβήνει κι αυτός,
με φόντο μια λήθη χωρίς ανδριάντα
κι η ποίηση μόνη σανίδα φωτός
μιας νιότης στραβής που τραβά στα τριάντα.

Αιώνια Ρωσία που σ’ άρπαξαν τώρα
οι κόκκινοι, οι μαύροι… (γυρνά το εκρεμμές)
Πυραύλους πια βγάζεις αντί τροχοφόρα,
μα εμάς σταθερές ταξιδεύουν γραμμές.
Κι αν βγάλαν μια λάμψη τ’ αστέρια τους, φευ!
― παραίσθηση μοιάζει που κρύβει το φως μου.
Στρατιές Ντοστογιέφσκι, Τολστόι, Ραντιστσέφ
θα δείξουν το δρόμο στην άκρη του κόσμου.

Σιμά τους χιλιάδες που αντέξαν το ψύχος
και ζουν μες στο σκότος το σιβηρικό.
Τα λόγια τους ένας απόκοσμος ήχος:
«Να πέσουμ’, αρκεί να κοπεί το Κακό!»
Η μέρα της Κρίσης του πλήθους θ’ αργεί
κι ως τότε μονάχη η Σιωπή θα επιχαίρει,
μα εκείνοι διαβαίνουν σαν ίσκιοι τη γη,
χωρίς μεν Θεό, με σταυρό όμως στο χέρι.

Στην τούνδρα γλυστράει για πάντα η ζωή μας
και σπάμε τον πάγο στροφή τη στροφή,
μ’ αξίνα τους στίχους, με τ’ άστρο της ρίμας,
μ’ εσάς στο πλευρό, ταπεινοί μου αδελφοί.
Σπιτάκια, χωριά, ―ως κι η Μόσχα, για δες!―
θα κλίνουν το γόνυ μπροστά σαν περνάει,
σ’ ολόφωτους όρθρους, σε κρύες βραδιές
― μα τώρα, σωπάστε! Ο συρμός ξεκινάει…

ΘΑΝΟΣ ΓΙΑΝΝΟΥΔΗΣ

*