Ράινερ Μαρία Ρίλκε, Κούκλες

* 

Μετάφραση ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ

Ο Ράινερ Μαρία Ρίλκε γνώρισε την κουκλοποιό και εικονογράφο Λόττε Πρίτσελ (1887-1952) και το έργο της κατά τα μέσα της δεκαετίας του 1910. Το λαμπρό κείμενο που του ενέπνευσαν έχει όλα τα χαρακτηριστικά της καλύτερης δοκιμιακής του πρόζας: απαραγνώριστο ύφος και εκφραστική ένταση, λεπταίσθητη παρατήρηση και βαθύ λυρισμό.

~ .  . ~

Rainer Maria Rilke

Κ Ο Υ Κ Λ Ε Σ

Για να ορίσουμε τη σφαίρα μέσα στην οποία υπάρχουν οι κούκλες αυτές, θα πρέπει πρώτα ν’ αναλογιστούμε πως στη ζωή τους δεν υπάρχουν παιδιά, πως κατά κάποιο τρόπο η γένεσή τους προϋποθέτει έναν κόσμο παιδικό παρωχημένο. Σ’ αυτές, η κούκλα έχει επιτέλους απογαλακτιστεί απ’ τα βιώματα και τις παραστάσεις, απ’ τη χαρά και τον πόνο του παιδιού, έχει γίνει ανεξάρτητη, μεγάλη, πρόωρα ενήλικη, έχει εισέλθει πλήρως σ’ όλες τις μη πραγματικότητες της δικής της ζωής.

Όπως συχνά για κάποιους σπουδαστές, δεν αναρωτηθήκαμε χίλιες φορές για τις παχουλές κι αμετάλλακτες κούκλες των παιδιών τι θ’ απογίνουν αργότερα; Κι εμπρός σ’ αυτές, τις κούκλες των παιδικών μας χρόνων, τις παραχαϊδεμένες με αισθήματα γνήσια κι άλλα προσποιητά, δεν είναι τάχα εκείνοι οι πρώτοι η ενήλικη εκδοχή τους; Δεν είναι εκείνοι οι καρποί τους που φευγαλέα ανακλώνται στην κορεσμένη απ’ τους ανθρώπους ατμόσφαιρα; Οι καρποί μιας φενάκης που οι σπόροι της δεν ησυχάζουν ποτέ, που τη μια τους ξεπλένουν τα δάκρυα σχεδόν, και την άλλη απομένουν έκθετοι στην πυρωμένη ξηρασία της οργής ή την ερημία της λήθης· οι φυτεμένοι στα σπλάχνα μιας αβρότητας που φόρεσε αμέτρητα πρόσωπα και ξεριζωμένοι πάλι απ’ αυτήν χιλιάδες φορές, οι παραπεταμένοι σε μια γωνιά ανάμεσα σε κοφτερά σπασμένα αντικείμενα, οι απαρνημένοι, οι περιφρονημένοι, οι απόβλητοι.

Ταϊσμένες, σαν το Κα της Αιγύπτου, με δήθεν τροφές, την ώρα που το ουσιώδες ήταν να δοκιμάσουν τις αληθινές, πασαλειμμένες σαν κακομαθημένα παιδιά, αδιαπέραστες και ανίκανες ν’ απορροφήσουν, απ’ όπου, μες στο γνωστό μας ακραίο τους πάχος, μια στάλα έστω νερό· χωρίς δική τους κρίση, ευένδοτες σε κάθε κουρελάκι και όμως άξιες, άπαξ και το ’καναν δικό τους, να το κατέχουν μ’ έναν τρόπο ιδιαίτερο: ανέμελο, αυτάρεσκο, ρυπαρό· ξύπνιες μονάχα τη στιγμή που ανοίγουνε τα τσίνορά τους, και αμέσως πάλι αποκοιμούμενες με ορθάνοιχτα τα δυσανάλογα, τ’ απτά τους μάτια, ανήμπορες να κρίνουν αν τις σκεπάζει εντέλει βλέφαρο μηχανικό ή εκείνο τ’ άλλο, ο αέρας· νωχελικές: έρμαιες στις τροπές των συγκινήσεων της μέρας, δέσμιες στην καθεμιά απ’ αυτές· παρούσες σ’ όλα, χωρίς να το θέλουν, σαν τα σκυλιά, και συνένοχες, όχι όμως σαν αυτά δεκτικές και επιλήσμονες, μα βάρος και στις δυο περιπτώσεις· μυημένες στις ακατονόμαστες παρθενικές εμπειρίες των κατόχων τους, παρατημένες στις πρώιμες κρυφές μοναξιές τους σαν μες σ’ άδειες κάμαρες, λες και ο μόνος τους σκοπός ήταν να καταλάβουν μια ώρα αρχύτερα τη νέα απλοχωριά με όλα τους τα μέλη, – συγκάτοικες στις καγκελόφραχτες κούνιες, συρμένες στις βαριές ρυτίδες της αρρώστιας, αναδυόμενες στα όνειρα, σφιχτοδεμένες στης νύχτας τους μοιραίους πυρετούς: έτσι ήταν οι κούκλες εκείνες. Γιατί οι ίδιες σ’ όλα αυτά δεν έκαναν το ελάχιστο· μονάχα κείτονταν στην άκρη του ύπνου των παιδιών, διαποτισμένες το πολύ από την στοιχειώδη ιδέα της πτώσης, κι αφήνονταν να τις ονειρευτούν· καθώς το συνηθίζαν άλλωστε να περνούν άκοπα τις ημέρες τους: ζώντας με τις δυνάμεις άλλων.

*

*

*

Αν αναλογιστεί κανείς με πόση ευγνωμοσύνη μάς ανταποδίδουν τα πράγματα την τρυφερότητά μας, πόσο αυτή τα ζωογονεί, πόσο και το σκαιότερο φέρσιμό μας ακόμη (φτάνει να ξέρουνε πως τα αγαπούν) το νιώθουν πάνω τους σαν χάδι, που τα χαλάει βέβαια και τα φθείρει, αλλά συγχρόνως τους εμπνέει ψυχή, σταλάζοντάς την μέσα τους τόσο εντονότερα όσο το σώμα τους ενδίδει (: ώστε σχεδόν να γίνονται θνητά με μια ανώτερη έννοια, και ικανά να μοιραστούν μαζί μας εκείνη τη βαρυθυμία που είναι για μας η πιο μεγάλη)· όταν το αναλογιστεί κανείς αυτό και θυμηθεί πόσο κάλλος λεπταίσθητο μπόρεσαν να οικειωθούν κάποια πράγματα ταγμένα απόλυτα και ολόψυχα στον βίο των ανθρώπων, και δεν εννοώ μ’ αυτό ότι πρέπει να περπατήσει κανείς τις αίθουσες του Βασιλικού Οπλοστασίου της Μαδρίτης αποθαυμάζοντας τις αρματωσιές, τα κράνη, τα εγχειρίδια, τις μεγάλες σπάθες, που πάνω τους η αγνή και εύστροφη τέχνη του οπλοποιού ξεπεράστηκε ασύγκριτα απ’ αυτό το Κάτι που τους επιδαψίλευσαν οι αγέρωχοι και φλογεροί κάτοχοί τους· δεν έχω κατά νου τα μειδιάματα και τ’ αναφιλητά που κρύβουν μέσα τους τα πολυφορεμένα πετράδια, δεν τολμώ καν να σκεφτώ εκείνο το μαργαριτάρι που το αβέβαιο του υποβρύχιου κόσμου υψώθηκε εντός του σε τόση πνευματική περιωπή ώστε ήταν λες και ανεξιχνίαστη η ειμαρμένη ολόκληρη να θρήνησε τον εαυτό της μες σε μια αθώα σταγόνα· και προσπερνώ την άκρα μυχιότητα, το σκίρτημα ψυχής, την έως ερημώσεως στοχαστικότητα πολλών πραγμάτων που με συντάραξαν όταν τα συνάντησα, με την ωραία τους εμβύθιση στα ανθρώπινα· μόνο τ’ απλά και ταπεινά, αυτά θα ’θελα εδώ να ανακαλέσω εν τάχει: ένα καλάθι ραπτικής, μια ρόκα, έναν αργαλειό· ένα χειρόκτιο νυφικό, ένα φλιτζάνι, τη ράχη και τα φύλλα από μια Βίβλο· και ούτε λόγος για το μεγάλο πείσμα ενός σφυριού, την αφοσίωση του βιολιού, για τον καλοπροαίρετο ζήλο ενός κοκκάλινου ζευγαριού γυαλιών – αρκεί να ρίξεις κείνη την τράπουλα επάνω στο τραπέζι, που αν είδε και γνώρισε πασιέντζες αμέτρητες, κι αμέσως θα σταθεί στο επίκεντρο τόσων πικρών, τόσων ξεπερασμένων πια καιρό ελπίδων.

Αν γινόταν να τ’ ανακαλέσουμε όλα αυτά και την ίδια στιγμή να ξαναβρίσκαμε  –ανασύροντάς την από ένα σωρό προσηνέστερων πραγμάτων– μια απ’ αυτές τις κούκλες, θα μας εξόργιζε σχεδόν με την φρικτή παχύσαρκή της ξεχασιά, το μίσος που, ασυνείδητα, φώλιαζε στη σχέση μας μαζί της θα ξεπηδούσε εκ νέου, κι εκείνη θα ’μενε ξεγυμνωμένη εμπρός μας, σαν αποτρόπαιο αλλότριο σώμα που σπαταλήσαμε πάνω του την πιο άδολη μας θέρμη· σαν τυμπανιαίο πτώμα ψιμυθιωμένο πρόχειρα, που αφέθηκε στο ξεχείλισμα της στοργής μας κι ύστερα ξεβράστηκε κι αποξεχάστηκε στις καλαμιές. Το ξέρω, το ξέρω, μας ήταν ανάγκη να ’χουμε τέτοια πράγματα, πρόθυμα να υποστούν το κάθε τι. Ακόμη και η απλούστερη εκδήλωση αγάπης υπερέβαινε τότε τη δύναμή μας να τη συλλάβουμε, μας ήταν αδύνατο να συμβιώνουμε και να συναλλασσόμαστε μ’ ένα πρόσωπο που ήταν κάτι, μπορούσαμε το πολύ να εισδύσουμε εντός του και να χαθούμε ολότελα εκεί. Εμπρός στην κούκλα, χρέος μας ήταν να φανούμε ισχυροί, γιατί αν καταθέταμε τα όπλα, κανείς πια δεν θ’ απόμενε. Εκείνη δεν αντιδρούσε διόλου, έτσι έπρεπε να περιέλθουμε εμείς στην κατάστασή της, να ενεργήσουμε για λογαριασμό της, να διχάσουμε την ύπαρξή μας, που πλάταινε βαθμηδόν, σε θέση κι αντίθεση, μ’ έναν τρόπο να κρατηθούμε μακριά απ’ τον κόσμο που μας κατέκλυζε από παντού.

Καθώς σε δοκιμαστικό σωλήνα, αναμειγνύαμε μέσα της όλα όσα μας συνέβαιναν ανεπίγνωστα, και τα κοιτούσαμε εκεί να κοχλάζουν και ν’ αλλάζουνε χρώμα. Ώστε κι αυτό ακόμη ήταν δική μας επίνοια, εκείνη ήταν τόσο απύθμενα κενή από φαντασία που οι εμπνεύσεις μας μέσα της δεν εξαντλούνταν ποτέ. Ώρες, εβδομάδες ολόκληρες μας αρκούσε να τυλίγουμε γύρω απ’ αυτή την ασάλευτη πλαγγόνα το πρώτο χνούδι απ’ το μετάξι της καρδιάς μας, μα δεν μπορώ να μην σκεφτώ εκείνα τα μακρόσυρτα απογεύματα όταν οι ιδέες και των δυο μας στερεύαν και ξαφνικά απομέναμε καθιστοί απέναντί της να προσδοκούμε κάτι από κείνη. Ίσως να ’ταν ένα από τα πράγματα εκείνα εκεί δίπλα, που απ’ τη φύση τους είναι κακόσχημα και πενιχρά και γι’ αυτό γεμάτα δικές τους απόψεις, το κεφάλι ενός φασουλή που στάθηκε αδύνατο να ξεκάνουμε, ένα μισοσπασμένο αλογάκι ή κάτι που ξεσήκωνε θόρυβο και αδημονούσε να σκεπάσει μ’ αυτόν εμάς κι όλη την κάμαρα παντί σθένει.

Αλλά κι αν ακόμη δεν ήταν έτσι· αν τίποτε εκεί μέσα δεν ήταν ικανό να μας βάλει σε άλλες σκέψεις, αν εκείνο το αργόσχολο πλάσμα εννοούσε να κορδώνεται ανόητα σαν μια χωριάτισσα Δανάη που άλλο δεν ξέρει παρά την ακατάπαυστη χρυσή βροχή των επινοήσεών μας: θα ’θελα να γινότανε να θυμηθώ αν ξεσηκωνόμασταν τότε, αν εγείραμε το ανάστημά μας εμπρός της, δίνοντας στο τέρας να καταλάβει επιτέλους ότι η υπομονή μας είχε εξαντληθεί; Αν τρέμοντας από οργή δεν της ζητούσαμε ευθέως να μας πει, σημείο προς σημείο, σε τι τέλος πάντων της χρησιμεύει η θέρμη μας, τι τον έκανε όλον αυτόν τον θησαυρό;

*

*

Τότε εκείνη σιωπούσε, όχι από ανωτερότητα, σιωπούσε γιατί έτσι υπεξέφευγε πάντα, γιατί ήταν φτιαγμένη από μια στόφα ανώφελη και ακαταλόγιστη πλήρως –  σιωπούσε και ούτε καν της περνούσε η σκέψη να βγάλει ένα κέρδος απ’ αυτό, να  διεκδικήσει σημασία ανώτερη σ’ έναν κόσμο όπου η μοίρα, μάλιστα ο Θεός ο ίδιος, είναι περίφημοι πρωτίστως γιατί μας απαντούν με τη σιωπή τους. Σε μια εποχή όπου όλοι πάσχιζαν ακόμη να μας αποκρίνονται πάραυτα και καθησυχαστικά, εκείνη, η κούκλα, ήταν η πρώτη που μας τύλιγε μ’ εκείνη την υπέρογκα αφύσικη σιωπή της, την ίδια που θα έπνεε αργότερα πάνω μας πάλι και πάλι φερμένη απ’ το σύμπαν, κάθε φορά που πέφταμε πάνω σε μια από τις ακρώρειες της ύπαρξης.

Ήταν εμπρός της, τις στιγμές που μας κοίταζε με τ’ ασάλευτο βλέμμα της, που νιώσαμε πρώτη φορά (ή πλανιέμαι;) εκείνο το αίσθημα της κενότητας, εκείνο το σταμάτημα της καρδιάς, που μέσα του θα ναυαγούσαμε όλοι αν δεν μας ύψωνε πάνω απ’ την άβυσσο, άψυχους λες, η ίδια η φύση ολόκληρη στο απαλό διηνεκές πέρασμά της. Και δεν είμαστε τάχα παράδοξα πλάσματα εμείς, αφού πάμε και προσφέρουμε το πρώτο μας πάθος εκεί όπου δεν υπάρχει ελπίδα ανταπόδοσης; Έτσι που στη γεύση εκείνης της τόσο αυθόρμητης αβρότητάς μας ν’ απλώνεται παντού η πικρία ότι στάθηκε μάταιη; Ποιος ξέρει αν αύριο κανείς, βγαίνοντας έξω στον κόσμο, δεν συμπεράνει από τούτες τις μνήμες ότι δεν είναι άξιος να αγαπηθεί; Αν μήπως, στο ένα σημείο ή το άλλο, η κούκλα δεν συνεχίζει ν’ ασκεί πάνω του την αθεράπευτή της επιρροή, τόσο που εκείνος να κυνηγάει ακόμη τέρψεις αόριστες, μόνο και μόνο από πείσμα ενάντια στο αίσθημα του ανικανοποίητου που ερήμωσε τη ζωή του; –

Θυμάμαι στο αρχοντικό ενός απόμερου ρώσσικου κτήματος, αφημένη στα χέρια των παιδιών, μια κούκλα, παλιό κληροδότημα, που της έμοιαζε όλη η οικογένεια. – Ένας ποιητής θα μπορούσε να περιέλθει υπό το κράτος μιας μαριονέττας, γιατί η μαριονέττα δεν έχει παρά φαντασία. Η κούκλα δεν έχει καμμιά και είναι ακριβώς τόσο πιο κάτω απ’ το πράγμα όσο η μαριονέττα είναι πιο πάνω απ’ αυτό. Όμως αυτό το πιο-κάτω-απ’-το-πράγμα, μ’ όλη του την απόνοια, περικλείει το μυστικό της δικής της υπεροχής. Τα πράγματα το παιδί πρέπει να τα συνηθίσει πρώτα, πρέπει να τα παραδεχθεί, κάθε πράγμα έχει την υπερηφάνειά του. Τα πράγματα ανέχονται την κούκλα, κανένα ωστόσο δεν την αγαπά, θα ’λεγε κανείς ότι το τραπέζι την αποδιώχνει, μια στιγμή να  κοιτάξεις αλλού και θα τη βρεις ριγμένη στο πάτωμα. Αρχάριοι του κόσμου όπως ήμασταν, η μόνη ανωτερότητα που μας αναλογούσε ήταν το πολύ απέναντι σ’ ένα τέτοιο μισερό αντικείμενο, που μας το βάλαν στα χέρια όπως πετάει κανείς ένα πήλινο όστρακο μέσα σ’ ένα ενυδρείο, για να το έχουν τα πλάσματα εκεί μέτρο και σημάδι του κόσμου τους. Η κούκλα ήταν για μας προσανατολισμός. Από τη φύση της ήταν πιο χαμηλά, μπορούσαμε έτσι να κυλίσουμε απαρατήρητοι ώς αυτήν, να εισρεύσουμε, να λιμνάσουμε μέσα της και, μολονότι κάπως θολή, ν’ αναγνωρίσουμε εκεί τον νέο μας περίγυρο. Αλλά γρήγορα καταλάβαμε πως δεν μπορούσαμε να την κάνουμε ούτε πράγμα ούτε άνθρωπο, και κάτι τέτοιες στιγμές γινόταν για μας ένας άγνωστος, κι όλη μας η εμπιστοσύνη, με την οποία την είχαμε εμποτίσει και εναγκαλιστεί, γινόταν για μας κάτι το αγνώριστο μέσα της.

Το ότι παρά όλ’ αυτά δεν σε κάναμε τελικά είδωλό μας, παλιόπαιδο, και δεν χαθήκαμε απ’ τον φόβο εμπρός σου, οφειλόταν, θέλω να σου το πω, στο ότι δεν ήσουν καν στην σκέψη μας. Κάτι εντελώς άλλο είχαμε κατά νου, αθέατο, που σαν μυστικό και σαν προμήνυμα το ’χαμε πάνω από σένα κι από μας, και που εμπρός του κι οι δυο μας δεν ήμασταν παρά προφάσεις κατά κάποιο τρόπο – ό,τι είχαμε στον νου μας ήταν μια ψυχή: η ψυχή της κούκλας.

*

*

*

Μεγάλη θαρραλέα ψυχή του λικνιστού ξύλινου αλόγου, λίκνισμα εσύ κυματιστό της αγορίστικης καρδιάς, που τον αέρα ηλέκτριζες στην κάμαρα των παιχνιδιών, έτσι που ήταν σαν να πνέει πάνω από τα πιο ξακουστά πεδία της μάχης, ω υπερήφανη, πιστή, αθέατη σχεδόν ψυχή.  Πώς έσειες συθέμελα τους τοίχους, τα καφασωτά, τους καθημερινούς ορίζοντες, σαν να κλόνιζε ήδη η ανεμοζάλη του μέλλοντος τις συμβάσεις εκείνες που, όσο πρόσκαιρες, μες στα τελματωμένα απομεσήμερα φάνταζαν τότε τόσο ανυπέρβλητες.

Αχ πώς μας ανασπούσες, ψυχή του λικνιστού ξύλινου αλόγου, στους κόσμους της ακαταγώνιστης παλληκαριάς, εκεί όπου ο ήρωας περνάει στη θυσία όλος φωτιά κι όλος δόξα, με την κόμη του ανάκατη απ’ την πιο φρικτή αταξία. Και τότε, ξάπλωνες πλάι του, κούκλα, και δεν ήσουν αθώα αρκετά για να δεις ότι ο Άι Γιώργης σου νανούριζε κάτω του το τέρας της δικής σου νωχέλειας, τον δράκο που έτρεπε μέσα σου τα πιο χυμώδη αισθήματα σε ζύμη, σε μια ποταπή κι αναίσθητη αθραυστία. – Ή εσύ, ορκισμένη ψυχή του παιδικού σιδηρόδρομου, που μας κυβέρναγες πλήρως σχεδόν τις φορές που τσουλάγαμε μέσα στην κάμαρα, τόσο λίγο πιστεύοντας στη βαγονένια μας φύση. Ψυχές, εσείς, όλων μας των μοναχικών παιχνιδιών, των περιπετειών μας όλων· ω εσύ απλοϊκή και καλότροπη ψυχή της μπάλας, ψυχή της οσμής των ψηφίδων του ντόμινο, ψυχή αστείρευτη του εικονογραφημένου βιβλίου. Ψυχή της σάκκας που συχνά σε κοιτούσαμε δύσπιστοι κάπως, γιατί ήσουν τόσο ανοιχτή, τόσο προσηνής στους μεγάλους· ανήκοη ψυχή της καλής μας τρομπέτας: πόσο αξιαγάπητες ήσασταν όλες, πόσο απτές σχεδόν. Μονάχα εσύ, ψυχή της κούκλας, μόνο για σένα δεν γινότανε κανένας να πει πού αλήθεια ήσουν. Αν συντρόφευες κάποιον εκείνη τη στιγμή ή αυτό το υπναλέο πλάσμα που τόσα και τόσα είχε ακούσει για σένα· συχνά βέβαια σε παρατούσαμε ο ένας στον άλλο και στο τέλος συνέβαινε να μη σε κρατάει πια κανείς και να σε ποδοπατάμε στο πάτωμα.

Αλλά ήσουν εντέλει ποτέ στ’ αλήθεια παρούσα; Στα πρωινά των γενεθλίων μπορεί, όταν μια κούκλα καινούργια ξεπρόβαλλε κι έπαιρνε, από το γλύκισμα που ακόμα άχνιζε πλάι της, κάτι σαν του κορμιού τη ζεστασιά; Ή την παραμονή των Χριστουγέννων, όταν οι κούκλες οι παλιές προαισθάνονταν, μέσ’ απ’ τη σφαλισμένη μέρες τώρα πόρτα του δωματίου, τις κούκλες τις καινούργιες να έρχονται να τις επισκιάσουν; Ή ακόμη, το πιο πιθανό, όταν μια κούκλα με μιας έπεφτε κάτω κι ασχήμαινε: τότε, για μια στιγμή, ήταν σαν κανείς να σε ξάφνιαζε. Και ήσουν σε θέση, πιστεύω, να μας προξενήσεις μια οδύνη το ίδιο ανεντόπιστη μ’ αυτή του δοντιού, που μόλις άρχισε να μας οχλεί και δεν γνωρίζουμε ποιο είναι, αν η αγαπημένη μας κούκλα, η Άννα, χανόταν αιφνίδια και ήταν μοιραίο να μη την ξαναβρούμε ποτέ εις τους αιώνας: μια τελεσίδικη απώλεια.

Κατά βάθος ωστόσο ήμασταν τόσο πολυάσχολοι και μόνο που σ’ είχαμε, ώστε δεν υπήρχε καιρός να σ’ αναλογιστούμε στ’ αλήθεια. Δεν ξέρω πώς είναι όταν σβήνει ένα κορίτσι μικρό και μέχρι το τέλος δεν λέει ν’ αφήσει απ’ το πλάι της μια από τις κούκλες της (ίσως αυτή που ώς τότε πράγματι παραμελούσε), τόσο που το φτωχούλι το πράγμα, σκεβρό και μαραμένο από τη φάουσα του πυρετικού χεριού, να παρασύρεται κι αυτό τελικά στο Σεπτό και το Ανέκκλητο: άραγε να συλλέγει λίγη ψυχή τότε μέσα του, περίεργη ν’ αντικρίσει μιαν άλλη, αληθινή;

*

*

*

Ω συ, ψυχή της κούκλας, που Θεός δεν σ’ έφτιαξε, που από παραξενιά σε παράγγειλαν σε μια νεράιδα αστόχαστη, ψυχή-πράγμα που σε ξέβρασε εδώ η δύσπνοια ενός ειδώλου, που όλοι εμείς σε κρατήσαμε, άλλοτε φοβισμένοι κι άλλοτε μεγάθυμοι, και που από σένα δεν μπορεί ποτέ κανείς μας εντελώς να τραβηχτεί, ω ψυχή, που ουδέποτε σ’ έκλεισε μες στο στήθος του κάποιος πραγματικά, που πάντα μόνο σε προστάτευαν, φυλάσσοντάς σε μακριά από παλιομοδίτικες οσμές κάθε λογής (καθώς γούνα το καλοκαίρι), δες, τώρα έχει μπει μέσα σου ο σκόρος. Πολύ καιρό δεν σε ακούμπησε κανείς, τώρα ένα χέρι σε κραδαίνει, με έγνοια μαζί και απόφαση, – δες, δες πως ξεπεταρίζουν από μέσα σου σμήνος σωστό οι κλαίουσες πεταλουδίτσες, τόσο απερίγραπτα θνητές, η ώρα της αντάμωσης είναι γι’ αυτές ώρα του αποχωρισμού.

Έτσι στο τέλος σε συντρίψαμε, ψυχή της κούκλας, πράγματι, με την ιδέα ότι νοιαζόμαστε για σένα αφού ήσουν μες στις κούκλες μας· μα στην αλήθεια ήταν εκείνες κάμπιες που σε τρώγαν από μέσα, έτσι εξηγείται όλο αυτό το πάχος τους, κι η αδράνεια, κι ότι δεν ήταν δυνατό να τις ταΐσουμε άλλο.

Τώρα ετούτη η νέα ντροπαλή γενιά αποδρά και με φτερούγες ανοιχτές διασχίζει το σκοτεινό μας αίσθημα. Κοιτώντας τη, θα ’λεγες ότι είναι μικρές στοναχές, τόσο λεπτές που δεν τις πιάνει τ’ αυτί μας, που ανατέλλουν και δύουν ταυτόχρονα, εκεί όπου μόλις φτάνει το βλέμμα. Γιατί μονάχα αυτό τις διακατέχει: να σβήσουν. Άφυλες, καθώς ήταν και οι παιδικές μας κούκλες, δεν ξέρουν ξεπεσμό στη στάσιμή τους ηδυπάθεια, που ούτε αδειάζει ούτε γεμίζει. Είναι σαν να τις τρώει ο πόθος μιας όμορφης φλόγας, η λαχτάρα τους να ριχτούν κατευθείαν επάνω της σαν πεταλούδες (και τότε η στιγμιαία αποφορά από την εκπύρωσή τους θα μας πλημμύριζε με απέραντα, πρωτόγνωρα αισθήματα). Καθώς τ’ αναλογίζεται κανείς όλ’ αυτά και τις βλέπει εκεί πάνω, μένει ασάλευτος, συγκλονισμένος σχεδόν, εμπρός στην κέρινη φύση τους.

RAINER MARIA RILKE
Die Puppen, 1915

Μετάφραση
Κώστας Κουτσουρέλης

*

Lotte Pritzel

*