Έμιλυ Ντίκινσον, «Ο κόσμος δεν τελειώνει εδώ…» και άλλα ποιήματα

*

Προλόγισμα-Μετάφραση ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ

Έχει ειπωθεί ότι όλα τα ποιήματα της Ντίκινσον μπορούν να τραγουδηθούν πάνω στον ίδιο σκοπό. Ισχύει σε εντυπωσιακό βαθμό. Η έρευνα έχει δείξει ότι η τεράστια πλειονότητα των ποιημάτων της, γύρω στα εννέα δέκατα των 1800 που έγραψε, είναι γραμμένα στο λεγόμενο hymnic metre, το μέτρο δηλαδή στο οποίο βασιζόταν η προτεσταντική υμνωδική παράδοση του καιρού της. Κύριος εκπρόσωπος αυτής της παράδοσης ήταν ο Isaac Watts, ο αποκαλούμενος και «Godfather of English Hymnody», που το πρώτο του βιβλίο, Hymns and Spiritual Songs, δημοσιεύθηκε το 1707.

Το «υμνωδικό μέτρο» του Ουώττς είναι απλούστατο, μονότονο θα έλεγε κανείς: ιαμβικοί τετράμετροι είτε μόνοι τους είτε συνδυαζόμενοι με ιαμβικούς τρίμετρους σε τετράστιχες συνήθως στροφές. Η ρίμα είναι της μορφής αβαβ ή xαxα. Ο Βενιαμίν Φρανκλίνος και το κίνημα της «Χριστιανικής αφύπνισης» διέδωσαν τους ύμνους του Ουώττς στην Αμερική και η Έμιλυ τούς γνώρισε παιδί στην First Church in Amherst, στη Μασσαχουσέττη όπου η οικογένειά της εκκλησιαζόταν. Σημαντικό είναι να σημειωθεί εδώ ότι στους προτεσταντικούς ναούς το εκκλησίασμα συμψάλλει, κάθε πιστός μετέχει έχοντας το κείμενο τυπωμένο εμπρός του.

Ακόμη και στις ομοιοκαταληξίες και στο λεξιλόγιο που χρησιμοποιεί ή στον γνωμικό-διδακτικό συχνά χαρακτήρα των στίχων της ή, τέλος, στην περσόνα του μικρού και αθώου παιδιού που υιοθετεί, η παρουσία του Ουώττς είναι έντονη στους στίχους της Ντίκινσον. Πρωτίστως η συλλογή του Divine Songs Attempted in Easy Language for the Use of the Children του 1715 ήταν εκείνη που την επηρέασε.

Με άλλα λόγια, παρ’ όλες τις στιχουργικές ελευθερίες που ενίοτε παίρνει και τη διαφορετική θεματική της, η Ντίκινσον καλλιεργεί κατά κύριο λόγο μία φόρμα: αυτήν του τραγουδιού, ιδίως μάλιστα του παιδικού τραγουδιού. Πράγμα που εξηγεί δύο πράγματα: αφενός μεν την αμεσότητα των ποιημάτων της (για όσους τα ξέρουν απ’ το πρωτότυπο), αφετέρου δε την προτίμηση που της δείχνουν οι συνθέτες, από τον Άαρων Κόπλαντ ώς τους σημερινούς.

Στις μεταφράσεις μου επιχειρώ να κρατήσω τα δύο αυτά κύρια γνωρίσματα της ποίησής της, την ωδική ρυθμικότητα και την παιδική αμεσότητά της.

~.~

 

Τα πόδια της στο χνούδι,
το κράνος της χρυσό,
το στήθος της αχάτης,
κεχρί ψηφιδωτό.

Το έργο της μια χάντρα,
η σχόλη της βουητό,
της μέλισσας ο κόσμος,
τ’ απομεσήμερο !

~.~

Στο διάβα μου ήρθε ένα πουλί
– δεν είδε ότι το είδα –
έκοψε εμπρός μου εκεί στα δυο
ένα σκουλήκι, κι απ’ αυτό
έφαγε μια μερίδα.

Κι έπειτα ήπιε μια γουλιά
δροσιά από το χορτάρι
και πήδηξε σε μια γωνιά
μόλις στον δρόμο να περνά
φάνηκε ένα σκαθάρι.

Οι κόρες του άστραφταν γοργές
γύρω καθώς κοιτούσε
– σαν πέρλες τρομαγμένες λες –
ενώ το ολοβελούδινο
λοφίο του κουνούσε.

Με συστολή, προσεχτικά,
ακούμπησα μπροστά του
λίγο ψωμάκι, μια μπουκιά –
και φτερουγώντας απαλά
τράβηξε στη φωλιά του

όπως μοιράζει το κουπί
το κύμα σε δυο μέρη
με μια αδιόρατη ραφή –
ή η πεταλούδα η σιγαλή
σκίζει το μεσημέρι.

~.~

Ο κόσμος δεν τελειώνει εδώ –
κάτι Άλλο υπάρχει πέρα
αθέατο σαν μουσική
που πάλλει στον αέρα.

Στο νεύμα του σαστίζουμε,
το λογικό ενδίδει,
απ’ τη φιλοσοφία μας
τι μένει που ν’ αξίζει;

Μάταια το αίνιγμα πολλοί
πάλεψαν να εξηγήσουν,
κι όσοι άνθρωποι μαρτύρησαν
για να το κατακτήσουν

του χλευασμού φορέσανε
το ακάνθινο στεφάνι.
Σκοντάφτει η πίστη, και γελά,
και στέκεται όρθια πάλι,

ντροπή την πιάνει μη τη δουν,
με ζήλο ξενυχτάει
να βρει αποδείξεις, κι ύστερα
τον άνεμο ρωτάει.

Γκριμάτσες εφημέριου
και ψαλμουδιές ιεράρχη –
δόντι μάς σκίζει την ψυχή
και όπιο δεν υπάρχει.

~.~

Το Άπειρο – λένε – σαν θα ρθει
η ώρα να μας επισκεφθεί
θα μας αιφνιδιάσει.
Αλλά να εκπλήξει πώς μπορεί
αυτό που ούτε μια στιγμή
δεν έχει απουσιάσει ;

~.~

Χ Ι Ο Ν Ο Ν Ι Φ Α Δ Ε Σ

Αυτές αρχίσαν να πηδούν
κι εγώ να τις μετρώ,
ώσπου οι λευκές παντόφλες τους
πατήσαν το χωριό.

Μολύβι πήρα και χαρτί
για να τις καταδώσω,
τέτοια τρελή στήσαν γιορτή
που έκανα πίσω ωστόσο.

Τα δάχτυλα στα πόδια μου
τα ’χα για σοβαρά.
Τι θράσος όμως, στον χορό
ριχτήκανε κι αυτά !

~.~

Είναι ένας τύπος στο γρασίδι
που βγαίνει βόλτα που και πού.
Τον είδες ίσως, ξεμυτίζει
μπροστά σου λες στα κουτουρού.

Τη χλόη χωρίζει σαν το χτένι,
βλέπεις ένα στικτό ραβδί
που κουλουριάζεται μπροστά σου
και ξετυλίγεται πιο κει.

Τα κρύα τού αρέσουν λασποτόπια
όπου δεν πιάνουν τα σπαρτά.
Ξυπόλυτη τα μεσημέρια
στα χρόνια μου τα παιδικά

συχνά μου φάνηκε τον είδα
– λυτό μαστίγιο στο φως –
μα όταν κοιτούσα να τον πιάσω
γλίστραγε, γίνονταν καπνός.

Από της Φύσης τους κατοίκους
έχω πια γνωριστεί καλά
με όχι λίγους, και συμπάθεια
έχω για κείνους στην καρδιά.

Όμως ποτέ μου αυτόν τον τύπο
μ’ άλλους δεν είδα ή μοναχή
δίχως βραχνά βαθύ να νιώσω –
και το Μηδέν μες στην ψυχή.

~.~

Χειρούργε, θέλει προσοχή
μεγάλη το νυστέρι.
Κάτω από τη λεπτή τομή
σαλεύει η νόσος – η ζωή !

~.~

Τι γλύκα έχει η αρπαγή
μόνο ο ληστής το ξέρει.
Κι η θλίψη του η πιο θεϊκή;
πως μέσα του υποφέρει.

~.~

Τά ’παμε όπως κάνουν τα κορίτσια :
μ’ αβρότητα, εκ βαθέων κι ώς αργά.
Τα σχολιάσαμε όλα πλην του τάφου
– θέμα που δεν μας αφορά.

Σε τάξη βάλαμε το Πεπρωμένο
στο χέρι μας σαν να ’ταν εντελώς
– και ο Θεός σαν να ’ταν στο πλευρό μας
απλώς ένας βουβός βοηθός.

Ένα μας απασχόλησε πρωτίστως :
ο εαυτός μας – τι μέλλει συμβεί
όταν οι πρώην κορασίδες λάβουν
συζύγου την περιωπή.

Όρκο ανταλλάξαμε πριν χωριστούμε
πως θ’ αλληλογραφούμε ανελλιπώς.
Μα το αμελήσαμε ώς τ’ άλλο τσάι
– δεν το ’θελε ίσως ο Ουρανός.

~.~

Σκεβρώνουμε, φυραίνουμε σε κάθε νέο χαμό –
κι ό,τι απομείνει
σαν το φεγγάρι η άμπωτη ένα βράδυ θολερό
το καταπίνει.

~.~

Η μέλισσα δεν δίνει
για του μελιού το σόι
δεκάρα ούτε μία.
Γι’ αυτήν κι ένα τριφύλλι
στη μαδημένη χλόη
είν’ αριστοκρατία.

~.~

Δεν ξέρω η Αυγή πότε θα ρθεί,
γι’ αυτό την πόρτα έχω ανοιχτή.
Εκτός κι αν έχει αυτή φτερά
κι έχει το αέρι πρύμα.
Εκτός κι αν πέσει στα νερά
και φτάσει με το κύμα.

EMILY DICKINSON

*

*